Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιατρική’

Μπούκουρας Κ. Μάριος


 

Μάριος Κ. Μπούκουρας

Ο Μάριος Μπούκουρας, Καθηγητής Ορθοπεδικής Χειρουργικής, γιος του Κωνσταντίνου και της Κλοτίλδης Μπούκουρα, γεννήθηκε στο Άργος στις 26 Οκτωβρίου του 1920. Ο πατέρας του όπως και ο παππούς του ήταν γιατρός και συγγρα­φέας με έντονη κοινωνική δραστηριότητα. Η μητέρα του ήταν επίσης πολύ μορφωμένη. Αδελφός του, ήταν ο Ιάσονας Μπούκουρας*.  Ο Μάριος Μπούκουρας τελείωσε το Γυμνάσιο με άριστα και στη συνέχεια γράφτηκε στη Ιατρική Σχο­λή του Πανεπιστημίου της Αθήνας απ’ όπου και απε­φοίτησε με τιμητική διάκρι­ση. Από το 1946 έως το 1950 υπηρέτησε  στον Ελληνικό Στρατό και βρέθηκε στη πρώ­τη γραμμή του εμφυλίου, όπου προσέφερε τις υπη­ρεσίες του ως γιατρός.

Το 1954 πήρε την ειδικότητα του χειρουργού ολοκληρώνοντας παράλληλα το διδακτορικό του. Το 1955, αναζητώντας καινούριους ορίζοντες, έφυγε για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί, και συγκεκριμένα στο Νοσοκομείο της Κομητείας Cook, άσκησε την ορθοπεδική χειρουργική και πολύ σύντομα συνεργάστηκε με τον διακεκριμένο ορθοπε­δικό χειρουργό του Σικάγο Donald Miller. Λίγο καιρό αφού είχε εγκατασταθεί στο Σικάγο, γνώρισε την Τέσσυ Ντούλα την οποία και παντρεύ­τηκε το 1956. Το 1961 οι οικογένεια Μπούκουρα μετακόμισε στο Τολέδο της πολιτείας του Οχάιο όπου ο Μάριος Μπούκουρας άσκησε την ορθοπεδική στο Ιατρι­κό Κέντρο St Vincent Mercy, μαζί με άλλους διακεκριμέ­νους συναδέλφους του (ανάμεσά τους και ο Ho­ward Rosenblatt, παλιός του φίλος από το Νοσοκομείο στο Cook).

Ήταν ιδιαιτέρα προικισμένος για­τρός και χειρουργός και κέρδισε την αγάπη και εκτί­μηση του κόσμου χάρη στην αφοσίωση στους ασθενείς του, στην φροντίδα που τους παρείχε και πάνω απ’ όλα στην ακεραιότητά του. Προσέφερε πάντα ανιδιο­τελώς τόσο τις γνώσεις του όσο και ψυχολογική και συναισθηματική στήρι­ξη σε όσους τα είχαν ανά­γκη και έγινε παράδειγμα προς μίμηση, χάρη ακριβώς σ’ αυτήν την ανιδιοτέλειά του. Ως επιστήμονας και ορ­θοπεδικός χειρουργός α­πετέλεσε πρότυπο γιατί κα­τάφερε να συνδυάσει την επιστήμη με την ανθρωπιά, κάτι που σπανίζει στην επο­χή της υψηλής τεχνολογίας που ζούμε.

Η προσφορά του στη μόρφωση και εκπαίδευση νέων γιατρών κατά τη διάρ­κεια ολόκληρης της ζωής του ήταν σημαντική. Όταν δημιουργήθηκε η Ιατρική Σχολή του Οχάιο στο Τολέ­δο, ήταν ανάμεσα στους πρώτους που του δόθηκε η έδρα του καθηγητή ορθοπεδικής χειρουργικής. Προσέφερε απλόχερα τον χρόνο και τις γνώσεις του ως χειρουργός, διδά­σκοντας ειδικευόμενους στην ορθοπεδική, νοσοκόμες και φοιτητές της Ιατρι­κής, θεωρούμενος απ’ όλους ένας από τους καλυ­τέρους καθηγητές. Επίσης συμμετείχε στον σχεδιασμό λειτουργικού νάρθηκα γό­νατος για το ίδρυμα F. Μ. Douglas στο Ιατρικό ΚέντροSt Vincent, δουλειά που ενέπνευσε πολλά ιατρικά άρθρα και που οδήγησε στο να σχεδιαστούν δυο ακόμα λειτουργικοί νάρθη­κες γόνατος.

Ήταν μέλος πολλών ιατρικών συλλόγων και ταυτόχρονα είχε έντονα κοινωνική δρά­ση. Η προσωπική του ζωή ήταν επικεντρωμένη στην οικογένειά του και του φί­λους του. Ιδιαιτέρα ταλα­ντούχος κιθαρίστας ο ίδιος – η αγάπη του για τη μουσι­κή ήταν μεγάλη – υπήρξε ιδιαίτερα υπερήφανος όταν η κόρη του Ann εμφανίστη­κε ως σολίστ στο πιάνο σε συναυλία της συμφωνικής ορχήστρας του Τολέδο.

Μετά τη συνταξιοδότησή του, ασχολήθηκε με το διάβασμα, την ποδηλασία, το σκάκι και τα ταξίδια. Το σπίτι της οικογένειας Μπούκουρα στο Άργος ή­ταν από τους αγαπημένους του προορισμούς. Η κολύμ­βηση ήταν επίσης ανάμεσα στις αγαπημένες του ενα­σχολήσεις, το 1936 άλλω­στε είχε συμμετάσχει με την Ελληνική ομάδα κολύμ­βησης στους Ολυμπιακούς του Βερολίνου. Προς το τέλος της ζωής του ήταν περιτριγυρισμέ­νος από την οικογένειά του. Την επί 54 χρόνια γυναίκα του Τέσσυ, τα παι­διά του Dean και Ann και τα εγγόνια του Nicholas, Gina, Jason, Christopher και Ana­stasia. Ο Μάριος είχε επίσης μια ιδιαιτέρως στενή συγ­γενική σχέση με τον Δρ. Αλέξανδρο Ντούλα, γυναικάδελφό του. Ακόμα και όταν οι δυνά­μεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν δεν έχασε την αίσθηση του χιούμορ, την αγάπη του για τους άλλους και για τη ζωή. Παρέμεινε μέχρι το τέλος ένας Ευγενής. Πέθανε στις 20 Δεκεμβρίου του 2010 σε ηλικία 91 ετών, στη Νάπολη της Φλόριντα των Ηνωμένων Πολιτειών.

* Ο Ιάσων Κωνσταντίνου Μπούκουρας γεννήθηκε το 1914 στη Λυρκεία ( Κάτω Μπέλεσι). Ο πόλεμος τον πρόλαβε να σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πολύ νωρίς οργανώθηκε στην Αντίσταση. Για τη δράση του αυτή κρατήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Τρικάλων από τον Οκτώβριο του 1942 ως τον Απρίλιο του 1943. Εξελέγη αντιπρόσωπος από την Αργολίδα για τη Συνέλευση των Κορισχάδων μαζί με τον δάσκαλο Παναγιώτη Ξύδη.  Εκτελέστηκε στις 19 Ιουνίου 1944.

 

Πηγή


  • Εφημερίδα « Αργειακόν Βήμα», Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ιπποκράτης (5ος αιώνας π.Χ.)


  

Πατέρας της Ιατρικής και μέγιστος των ιατρών χαρακτηρίζεται ο Ιπποκράτης, ο Δωριεύς που έγραψε στην ιωνική διάλεκτο και χρησιμοποίησε πρώτος στην Ιατρική το πείραμα, ανάγοντάς την από εμπειρική τέχνη σε επιστήμη. Χρυσή εποχή της Ιατρικής χαρακτηρίζεται το δεύτερο μισό του πέμπτου αιώνα π.Χ., κατά το οποίο ο Ιπποκράτης συνέγραψε πλήθος πονημάτων για φυσιολογία, ανατομία, παθολογία, θεραπευτική χειρουργική, μαιευτική και άλλες ειδικότητες και μίλησε πρώτος για το περιβάλλον σε σχέση με την υγεία. Προσκλήθηκε και συνέβαλε στην αντιμετώπιση του λοιμού των Αθηνών και για το λόγο αυτό τον στεφάνωσαν με χρυσό στέφανο. Ο Όρκος του παρέμεινε διαχρονικός. Και ο ίδιος, προφανώς τηρώντας κατά γράμμα την επιστήμη του, έφυγε αιωνόβιος.

 

Η γενιά και ο βίος του Ιπποκράτη

 

Ιπποκράτης

Ο Ιπποκράτης, ο μέγιστος των ιατρών όλων των αιώ­νων, γεννήθηκε τον 5ο π.Χ. αι. στην Κω. Η ακριβής χρονολογία της γεννήσεώς του δεν μας είναι γνωστή. Υπολογίζεται ότι γεννήθηκε το 460 π.Χ., στο 1ο έτος της 80ής Ολυμπιάδας. Ο Ιπποκράτης είναι απόγονος Δωριέων και από τους δυο γονείς. Ο πατέρας του Ηρακλείδης, ιερέ­ας στο Ασκληπιείο της Κω, ήταν γιος του Ασκληπιάδη Ιπποκράτη, ο οποίος ήταν γιος του Γνωσιδίκου. Κατά την παράδοση, το Ασκληπιείο της Κω ί­δρυσε ο γιος του Ασκληπιού Ποδαλείριος όταν γύρισε από τον Τρωικό πόλεμο κι εγκαταστάθηκε στο νησί. Κατά άλλη παράδοση, ιδρυτής του Ασκληπιείου της Κω ήταν ο γιος του Νέβρος.

Ανα­φέρονται όλοι οι πρόγονοί του και βέβαια τον χω­ρίζουν δεκαοκτώ (18) γενιές από το θεό Ασκληπιό και δεκαεννέα (19) από τον Απόλλωνα. Συμφωνά με την παράδοση, ο Απόλλωνας ήταν ο πατέρας του Ασκληπιού και βέβαια σαν γιος του Διός, που θε­ωρείται ο Απόλλωνας, ο Μέγας Ιπποκράτης είναι ο εικοστός της σειράς των απογόνων του Διός. (Ο Απόλλωνας ήταν θεός της Ιατρικής, του Φωτός και της Μουσικής). Όμως ήταν και από μητέρα Δωριεύς. Η μητέρα του Πραξιθέα, κόρη της Φαιναρέτης, καταγόταν ε­πίσης από τους Ηρακλείδες. Οι γιοι του Ιπποκράτη, ο Θεσσαλός και ο Δρά­κων, καθώς και ο γαμπρός του Πόλυβος (σύζυγος της κόρης του) υπήρξαν μαθητές και συνεχιστές του έργου του και συγγραφείς ορισμένων βιβλίων της Ιπποκρατικής Συλλογής (Corpus Ippocraticum).

Τα βιογραφικά στοιχεία του Ιπποκράτη δεν είναι βέβαια. Πολλοί ασχολήθηκαν με το γενεαλογικό του δένδρο και με το βίο του, αλλά τα στοιχεία δεν τεκμηριώνονται. Οι τρεις μέχρι σήμερα πιο συμπληρωμένες βιογραφίες του είναι του Σωρανού του Εφεσίου, του Σουίδα και του I. Τζέτζη. [1]

Αλλά και ο χρόνος του θανάτου του δεν μας είναι ακριβώς γνωστός. Η παράδοση μνημονεύει το θά­νατό του στη Λάρισα σε μια από τις περιοδείες του στη Θεσσαλία, στη διάρκεια της 102ας Ολυμπιάδας, σε προχωρημένη ηλικία. Κατά τους βιογράφους του I. Τζέτζη και Σουίδα απέθανε σε ηλικία 104 ετών, ενώ κατά τον Σωρανό σε ηλικία 90. Στη μεγάλη διάρκεια της ζωής του περιόδευσε πολλούς τόπους (Θράκη, Μακεδονία, Θάσο, Θεσ­σαλία, Σκυθία, πόλεις της Ιωνίας, ίσως και την Αί­γυπτο) αποκτώντας πρωτόγνωρες εμπειρίες και μελετώντας τις συνήθειες των ανθρώπων, το κλί­μα, ακόμη και το πολίτευμα των τόπων που επι­σκεπτόταν.

Και ενώ ήταν Δωριεύς στην καταγωγή ο Ιππο­κράτης, εν τούτοις τα βιβλία του τα έγραψε στην ιω­νική διάλεκτο, διότι η ιωνική ομιλούνταν όχι μό­νο στις ιωνικές πόλεις, αλλά στα περισσότερα ελ­ληνικά κέντρα της εποχής και αφ’ ετέρου γιατί ο Ιπποκράτης είχε επηρεαστεί βαθύτατα από τη δι­δασκαλία των Ιώνων φιλοσόφων. Κατά τον καθη­γητή Γ. Πουρναρόπουλο «λίαν πρωίμως η αρχαία ελληνική ιατρική συνηνώθη και συνεβάδισε προς την φιλοσοφίαν».[2]

Τα κοσμογονικά φαινόμενα απασχόλησαν την ια­τρική σκέψη, όπως τα βιολογικά φαινόμενα υπήρ­ξαν πεδία προβληματισμού των φιλοσόφων.Οι δοξασίες των Ιώνων φιλοσόφων περί των τεσ­σάρων στοιχείων της δημιουργίας (γαία, αήρ, ύδωρ, πυρ) επηρέασαν την αντίληψη του Ιπποκράτη όσον αφορά τη σύσταση του ανθρώπινου σώματος. Δέχε­ται τα τέσσερα αντίστοιχα στοιχεία, δηλαδή το αίμα, το φλέγμα, την ξανθή και τη μέλαινα χολή, η μίξη των οποίων αποτελεί τον ανθρώπινο οργανισμό.

Έχοντας αποκτήσει την εμπειρική γνώση της ια­τρικής στο διάστημα της θητείας του στο Ασκληπι­είο της Κω (η ιατρική μεταβιβαζόταν κληρονομικώς από πατέρα σε γιο), καθώς και άριστη γνώση της βοτανοθεραπευτικής, μελετώντας τους Ίωνες φιλοσόφους απέκτησε ιατρική παιδεία πρωτοφανή, η οποία του επέτρεψε να καινοτομήσει και πρώτος αυτός να χρησιμοποιήσει το πείραμα, δηλαδή τη δοκιμή στην ιατρική. Από αυτή τη στιγμή της εφαρμογής του πειρά­ματος, η Ιατρική από εμπειρική τέχνη, που ήταν ως τότε, έπαψε να είναι και έγινε επιστήμη.

Γαληνός και Ιπποκράτης. Λεπτομέρεια από ιταλική νωπογραφία του 13ου αιώνα.

Όπως αναφέρει ο Γαληνός: «ο Ιπποκράτης την τέχνην εις επιστήμην ανήγαγεν». [3] Ο Ιπποκράτης πίστευε στην ενότητα της ουσίας του κόσμου. Και θεωρούσε τη φύση κιβωτό της ου­σίας αυτής. Ο γίγαντας αυτός της ιατρικής σκέψης πίστευε ό­τι οι αιτίες των νόσων βρίσκονται στο περιβάλλον ή και στον ίδιο τον άνθρωπο και δεν στέλνονται α­πό τους θεούς. Δεν πίστευε στη «Θεόθεν νόσον». Δεν πίστευε στη θεϊκή παρέμβαση, αλλά στην ανθρώπινη γνώση και εμπειρία. [4] Διατύπωσε τον αφορισμό «ακεστά τε τα πλείστα εστί τοις αυτοίσι τοιούτοισιν αφ’ ώτων και γίγνεται», [5] δηλαδή διατύπωσε πρώτος την ομοιοπαθητι­κή θεωρία. Όλη όμως η δύναμη της σκέψης του φαίνεται στο βιβλίο «Περί ιερής νούσου» και το μεγαλείο της ανθρωπιάς του στον «Όρκο» του.

Ο σημερινός μελετητής της Ιπποκρατικής Συλ­λογής θαυμάζει και απορεί με τις γνώσεις, τις ιδέ­ες και αντιλήψεις των συντακτών της. Στο κεφάλαιο περί ιερής νούσου αναφέρει ότι: «ο γόνος έρχεται πάντοθεν του σώματος».[6] Η σύλληψη της ιδέας αυτής πριν από 2.500 χρό­νια, χωρίς τις σημερινές τεχνολογικές κατακτήσεις, μας καταπλήσσει. Πώς ο Ιπποκράτης συνέλαβε την ιδέα ότι το γενετικό υλικό (γόνος) προέρχεται «πά­ντοθεν του σώματος»!

Σήμερα, με τα λαμπρά επιτεύγματα της βιοϊατρικής τεχνολογίας, ξέρουμε ότι το DNA είναι ο κλη­ρονομικός κώδικας του ατόμου και βρίσκεται απο­τυπωμένος σε όλα τα κύτταρα του οργανισμού του. Τρανή απόδειξη της ιατρικής αντίληψης πριν από 25 αιώνες, ότι ο γόνος προέρχεται «πάντοθεν του σώματος». Στο ίδιο κεφάλαιο «το περί ιερής νούσου» μας φανερώνεται η αιτία της «επαναστάσεώς του» ένα­ντι του ιερατείου και μας βοηθά να εννοήσουμε τη μεγαλοφυΐα και το μεγαλείο της ακτινοβολούσας σκέψης του.

Ψηφιδωτό με παράσταση της άφιξης του Ασκληπιού στην Κω. (2ος – 3ος αιώνας μ.Χ. Μουσείο Κω)

Ως γνωστόν η επιληψία θεωρούνταν, όπως και άλλα ψυχικά νοσήματα, ότι στέλνεται από τους θε­ούς για τιμωρία. Αιτία της δοξασίας αυτής ήταν η άγνοια και η α­δυναμία να βοηθήσουν τον πάσχοντα. Οι Ασκληπιάδες (ιερείς του Ασκληπιού) συνι­στούσαν επωδές, καθαρμούς, για ν’ απομακρύνουν το μίασμα (αίτιο της νόσου) και θυσίες για την εύ­νοια των θεών.

Ο έξοχος νους του Ιπποκράτη, με τη φιλοσοφική σκέψη και τη θαυμαστή ιατρική παιδεία, ορθοτομώντας την αλήθεια διακήρυξε ότι: Η λεγόμενη ιε­ρή νόσος δεν είναι ιερότερη από τις άλλες ούτε θεϊκότερη, αλλά προέρχεται και έχει τα ίδια αίτια (εσωτερικά ή εξωτερικά) όπως και οι άλλες και ότι οι άνθρωποι από απειρία και άγνοια τη νομίζουν θεόσταλτη. Και οι αγύρτες ισχυρίζονται ότι με μαγ­γανείες, δεισιδαιμονίες και μαγείες τη θεραπεύ­ουν. Αυτή ήταν η αφορμή να ξεσπάσουν έριδες με το ιερατείο και να υποχρεωθεί να αποχωρήσει από το Ασκληπιείο της Κω.

Γνώστης των βιολογικών και φυσικών αντιλή­ψεων των Ιώνων φιλοσόφων περί της ουσίας του κόσμου, πνεύμα φιλελεύθερο και επαναστατικό, ήρθε από πολύ νωρίς σε ρήξη με το ιερατείο της Κω από το οποίο προερχόταν. Οι γνώσεις του, οι παρατηρήσεις και τα πειράμα­τά του τον όπλισαν με το θάρρος της επίγνωσης της επιστημονικής Ιατρικής.

Όπως αναφέρει ο άλλος μεγάλος της ιατρικής επιστήμης ο Γαληνός: «πά­ντων υπερήνεγκεν και πρώτος εις φως εξήνεγκεν την τελείαν παρ’ Ελλήσιν ιατρικήν».[7] Ο Ιπποκράτης υπήρξε ο τέλειος ιατρός που αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην πρόοδο της ιατρικής και στην ωφέλεια των αν­θρώπων. Όπως αναφέρει επίσης ο Γαλη­νός, έφθασε εις τέλειον σημείον γνώσεως και σοφίας, ώστε οι τολμούντες να αντιταχθούν στο έργο του (Αρχιγένης, Χρύσιππος κ.ά.) να θεωρού­νται αμαθείς και πανούργοι (Γαλ. Χ 583).

Η φήμη του ταχύτατα έφθασε όχι μόνο σε όλο τον ελληνικό χώρο, αλλά ακόμη και στην αυλή του βασιλέως των Περσών. Όπως αναφέρει ο Στοβαίος στις εκλογές του (ιγ’, σελ. 146), ο Ιπποκράτης απάντησε στην πρόσκληση του βασιλέα των βαρβάρων: «είχον δ’ αν αισχύνην τον παρά του βασιλέως πλούτον και πατρίδος εχθρήν περιουσίην […] ουκ έστι πλούτος το πανταχόθεν χρηματίζεσθαι».  Και αλλού αναφέρεται: «Ιπποκράτην επειθέης προς Αρταξέρξην απαίρει, χρηστόν είναι βασιλέα» και ο Ιπποκράτης απάντησε: «ου δέ­ομαι χρηστού δεσπότου».

Κατά την αντίληψη του σοφού Ιπποκράτη, η Ιατρική είναι φιλάνθρωπος τέ­χνη (επάγγελμα) και δεν αποσκοπεί στον πλουτι­σμό, αλλά στη βοήθεια του συνανθρώπου στις δύσκολες ώρες της αρρώστιας και του θανάτου. Γι’ αυτό και σε όλη τη μακρά διάρκεια της ζωής του το ενδιαφέρον του στρεφόταν στην αδιάκοπη φροντίδα των ασθενών και εν γένει του επαγγελ­ματικού καθήκοντος και εφάρμοζε στην πράξη τις ιδέες του με αξιοπρέπεια και φιλαλληλία.

Όπως αναφέρει ο καθηγητής κ. Μέρμηγκας: «Ο Ιπποκράτης είναι κυρίαρχος ιατρική προσωπικότης, ου μόνον του 5ου π.Χ. αι. αλλά και όλων των μετέπειτα αιώνων, συμβολίζων ου μόνον την επιστημονικήν και θεραπευτικήν Ιατρικήν, αλλά και την κοινωνικήν αντίληψιν οία διετηρήθη έκτοτε ως υπόδειγμα των ιατρών πάσης χώρας».[8]

Η επιστημονική σκέψη του, η οξυδερκής παρατηρητικότητά του, η διαγνωστική μέθοδός του, η επέκτα­ση της ιατρικής φροντίδας του πέραν του αρρώστου – στο περιβάλλον του- και η συνολική αντιμετώπι­ση του πάσχοντος ως ζώντος οργανισμού στο σύνο­λό του, ακόμη και η αυτοψία του χώρου, η εξέταση και καταγραφή των κλιματολογικών συνθηκών, ως και του πολιτεύματος των τόπων που επισκέφθηκε, τον κατατάσσουν πρώτο μεταξύ των ομοίων του, γι’ αυτό και δίκαια αποκαλείται «Πατέρας της Ιατρι­κής», ακόμη και «θείος Ιπποκράτης».

Ιπποκράτης

Ο θρύλος τον θέλει παρόντα στο λοιμό των Αθη­νών. Ο Ιπποκράτης, αφού ήρθε σε σύγκρουση με το ιερατείο της Κω, ήρθε στην Αθήνα, όπου οι ιε­ρείς του Ασκληπιείου των Αθηνών προσπάθησαν να τον προσεταιριστούν, αλλά ο Ιπποκράτης έχο­ντας την προηγούμενη εμπειρία της Κω αρνήθη­κε. Ο θρύλος λέει ότι στην Αθήνα ήρθε με πρό­σκληση του Περικλή, ο οποίος μαζί με την Ασπα­σία κατέβηκαν στον Πειραιά να τον υποδεχθούν. Η πρόσκληση του έγινε για την αντιμετώπιση λοιμού, ο οποίος, όπως λέει ο Θουκυδίδης, «ούτε ιατροί ήρκουν… Ούτε άλλη ανθρωπεία τέχνη, ου­δεμία… πάντα ανωφελή ην». Ο Θουκυδίδης είχε προσβληθεί και ο ίδιος από το λοιμό αλλά επέζησε και μας περιγράφει θαυμά­σια τα συμπτώματα της νόσου.[9]

Ο θρύλος γύρω από τη ζωή του Μεγάλου Ιππο­κράτη μας λέει ότι με το διεισδυτικό του μάτι και την αγχίνοιά του πρόσεξε ότι από το λοιμό δύσκο­λα προσβάλλονταν άνθρωποι που λόγω του επαγ­γέλματός τους ζούσαν ημίγυμνοι, εργαζόμενοι κο­ντά στη φωτιά, όπως οι μεταλλωρύχοι, οι καμινευτές, οι φουρναραίοι κ.ά. και συμπέρανε ότι το μία­σμα (το αίτιο της νόσου) δεν αρέσκεται στο πυρ και ίσως βρίσκεται στον ιματισμό (ενδύματα, κλινοστρωμνές κ.λπ.). Έδωσε λοιπόν τη συμβουλή να ανάψουν φωτιές στους δρόμους και να καεί ο ιματισμός. Συμβούλεψε τους Αθηναίους ν’ ανάψουν μεγά­λες φωτιές στα διάφορα σημεία της πόλης και να τις τροφοδοτούν με χλωρά κλαδιά και αρωματικά άνθη, ώστε ο καπνός που θα δημιουργηθεί να έχει ευχάριστη οσμή και να είναι πυκνός ώστε να σκε­πάσει όλη την πόλη και διασκορπιζόμενος απ’ τον αέρα να φύγουν μαζί του και τα μιάσματα.

Η απολυμαντική ενέργεια του πυρός ήταν γνωστή και πριν από τον Ιπποκράτη. Ήδη αναφέρεται από την εποχή του Τρωικού πολέμου. Η καύση όμως του ιματισμού ως φορέα του μιάσματος οφείλεται στην παρατηρητικότητα του Ιπποκράτη. Πράγματι, οι ψύλλοι που μεταδίδουν το μικρόβιο της πανώλους απ’ τους ποντικούς στον άνθρωπο, εμφωλεύουν στον ιματισμό, με τον οποίο κάηκαν κι έτσι σταμάτησε η μετάδοση της νόσου και η επιδημία υποχώρησε.

Τα του λοιμού των Αθηναίων ο Ιπποκράτης εξι­στορεί εις το Γ’ επιδημιών τμήμα 3ο. Ο εκδότης των απάντων του Ιπποκράτη, Γάλλος Λιτρέ (Littre), στον πρόλογό του αναφέρει ότι ο Ιπποκράτης πολύ νωρίς είχε τέτοια φήμη, ώστε να προκαλεί τη δη­μιουργία θρύλων για τη ζωή και το έργο του. Ο θρύλος λοιπόν τον θέλει σωτήρα της πόλης των Αθηνών από το θανατηφόρο λοιμό.

Για την προσφορά του αυτή οι Αθηναίοι εξέδω­σαν ειδικό ψήφισμα, «το δόγμα των Αθηναίων», το οποίο διαβάστηκε στα Μεγάλα Παναθήναια. Με το ψήφισμα αυτό τον στεφάνωσαν με χρυσό στεφάνι, του προσφέρθηκε τιμητική δια βίου σίτιση στο Πρυτανείο και μυήθηκε δημοσία στα Ελευσίνια Μυστήρια, που ήταν η ύψιστη τιμή.

Ο Ιπποκράτης είχε προσκληθεί και στη Μακεδονία, να θεραπεύσει το βασιλέα Περδίκκα που ήταν βαριά άρρωστος, τον οποίο και θεράπευσε. Προσκλήθηκε στα Άβδηρα να θεραπεύσει τον Δημόκριτο που είχε καταληφθεί από μανία και συγχρόνως εί­χε ξεσπάσει επιδημία σ’ ολόκληρη την πόλη, την οποία ο Ιπποκράτης επιτυχώς αντιμετώπισε.[10] Ακόμη και τη χώρα των Ιλλυριών και των Παιό­νων επισκέφθηκε για να προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες, όταν του ζητήθηκε.

Γι’ αυτό ενώ ακόμη ήταν ζωντανός όλοι οι Έλληνες (πράγμα σπάνιο σε τούτα τα χώματα), Αθηναί­οι, Αργείοι, Κώοι, Θεσσαλοί, Μακεδόνες, τον θαύ­μαζαν και τον τιμούσαν για την προσφορά του και τον θεωρούσαν δεύτερο μετά τον Ηρακλή ημίθεο.[11] Παράλληλα όμως με τις πολύτιμες υπηρεσίες του στην Ιατρική και τον άνθρωπο, τον διέκρινε η τόλ­μη και η αποφασιστικότητα. Καταπολέμησε τους αγύρτες αμαθείς και τσαρλα­τάνους. Όπως ο Σωκράτης τα έβαλε με τους καπήλους της Φιλοσοφίας, έτσι και ο Ιπποκράτης τα έ­βαλε με τους σφετεριστές της Ιατρικής. Τέλος, για το βίο του Ιπποκράτη, ο άλλος σοφός-γιατρός των νεότερων χρόνων, ο Αδ. Κοραής, λέει: «Είναι από τους ολίγους εκείνους των οποίων άλ­λος Βίος παράλληλος δυσκόλως ευρίσκεται».[12]

Σεβαστή Χαβιάρα – Καραχάλιου

Οφθαλμιάτρος

Διδ. Ιστορίας της Ιατρικής

  

Υποσημειώσεις:


[1] Κούζης Αρ., Ιστορία της Ιατρικής, Αθήναι 1929.

[2] Πουρναρόπουλος Γ., Ιπποκράτης. Άπαντα τα έργα, τόμ. Α’, σελ. 33, Αθήναι 1967.

[3] Castiglioni Α., Η ιστορία της Ιατρικής (μετάφραση Ν. Παπασπύρου, Αθήναι 1961).

[4] Χαβιάρα-Καραχάλιου Σ., Από τον Ασκληπιό και τα Ασκληπιεία στον Ιπποκράτη και τον Όρκο, XIII Διεθνές Συμπόσιο Φιλοσοφίας, Πύργος Ηλείας, 4-10 Αυγούστου 2002 (υπό δημοσίευση).

[5] Ιπποκράτους Αφορισμοί, εκδόσεις Littré 1839-1861.

[6] Ιπποκράτους, Περί ιερής νούσου, Εκδόσεις Littré 1839-1861.

[7] Γαληνός, Άπαντα τα έργα, Εκδόσεις Kunh, Λιψία 1828-1851.

[8] Μητρόπουλος Κ., Ιπποκράτους βίος, Αθήναι 1950.

[9] Θουκυδίδης, Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, Βιβλίο Β’, κεφ. 47-56.

[10] Μητρόπουλος Κ., ό.π.

[11] Σωρανός Εφέσιος, Ιπποκράτους γένος, βίος, Corp. Med. Graec IV.

[12] Κοραής Αδ., Προλεγόμενα, στην έκδοση Littré.

Πηγή


  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ιπποκράτης, ο πατέρας της Ιατρικής», τεύχος 189, 12 Ιουνίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Οι εμπειρικοί γιατροί και η συμβολή τους στην περίθαλψη των αγωνιστών κατά την επανάσταση του 1821


 

Μετά την κατάκτηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Τούρκους και ιδιαίτερα κατά την διάρκεια των δυο πρώτων αιώνων, οι χριστιανικοί πληθυσμοί και στα πλαίσια αυτών η ελληνική φυλή, υπέστη τα πάνδεινα από τον κατακτητή. Η πνευματική ηγεσία του Βυζαντίου παίρνοντας μαζί της τα «τυλιγάδια και τα περγαμηνά», όπως μας λέει ο εθνικός μας ποιητής, έφυγε στη Δύση συμβάλλοντας εκεί στην Αναγέννηση. Οι κατακτημένοι πληθυσμοί ζούσαν πλέον σε μια κατάσταση βαρείας πνευματικής και οικονομικής εξαθλιώσεως και χωρίς στοιχειώδη κοινωνική και ιατρική μέριμνα.

Η αξιοθαύμαστη όμως ζωτικότητα της ελληνικής φυλής κατόρθωσε να διατηρήσει το εθνικό φρόνημα και να παρουσιάσει από τα μέσα ήδη του 16ου αιώνα τα πρώτα σημεία πνευματικής αναγεννήσεως του Ελληνισμού με επιδόσεις όχι μόνο στα γράμματα αλλά και σε πρακτικούς τομείς δραστηριοτήτων, όπως στο εμπόριο, την ναυτιλία και την βιοτεχνία. Η εξέλιξη αυτή προχωρεί με ταχύτερους ρυθμούς από τις αρχές του 18ου αιώνα και φθάνει στο τέλος του ίδιου αιώνα σε μια μεγάλη, εκπληκτική θα λέγαμε, αναγέννηση της φυλής που δεν περιορίζεται μόνο στον ελληνικό χώρο.

Οι προερχόμενοι από τα σπλάχνα του λαού εμπορευόμενοι, ιδρύουν ελληνικές παροικίες στις μεγάλες εμπορικές πόλεις του εξωτερικού, όπως στη Βενετία, στην Τεργέστη και στις παραδουνάβιες και παρευξείνειες πόλεις. Η οικονομική αυτή πρόοδος, μαζί με τις γνώσεις και την εμπειρία που απέκτησαν οι Έλληνες του εξωτερικού από την επαφή τους με τους ευρωπαίους, ευνόησε τις σπουδές ελληνοπαίδων προερχομένων τόσον από τις ακμάζουσες ελληνικές παροικίες όσο και από τη δούλη πατρίδα, στα πανεπιστήμια της Ευρώπης, και ιδίως της Ιταλίας.

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

Κατά τον 18ο αιώνα οι Έλληνες σπουδαστές του εξωτερικού σπούδαζαν, κατά προτίμηση θα λέγαμε, Ιατρική.[1] Η προτίμηση αυτή ωφείλετο όχι μόνο σε οικονομικούς λόγους αλλά και στην δυνατότητα που τους παρείχε το ιατρικό επάγγελμα να διακρίνονται μέσα στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διότι όπως μας λέει και ο Κοραής, «το θηριώδες έθνος εις μόνους τους Ιατρούς αναγκάζεται να υποκρίνεται κάποιαν ημερότητα».[2] Οι επιστήμονες Ιατροί επανερχόμενοι στην πατρίδα όχι μόνο βοηθούσαν ιατρικώς τους αδελφούς τους αλλά καθίσταντο και «κήρυκες του υπέρ της πατρίδος και της παιδείας έρωτος και έκαστος οίκος», όπως γράφει ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, «εχρησίμευε αυτοίς ως καθηγητική έδρα και εκάστη οικογένεια ως ακροατήριον».[3]

Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι κατά τους αιώνες αυτούς και μέχρι των προεπαναστατικών χρόνων ακόμη, η Ιατρική δεν αποτελούσε συγκεκριμένη και εντελώς ξεχωριστή, από πλευράς διδασκαλίας στα Πανεπιστήμια, επιστήμη. Για το λόγο αυτό, οι επιδιδόμενοι στην Ιατρική καλλιεργούσαν ταυ­τοχρόνως και άλλους επιστημονικούς κλάδους, όπως η φιλολογία, η φιλοσοφία (εξ ου και η ονομασία ιατροφιλόσοφος), η θεολογία, τα μαθηματικά κ.λπ. Συχνά οι Ιατροί της εποχής εκείνης εμφανίζονται ως συγγραφείς επιστημονικών έργων σε θέματα των παραπάνω επιστημών ή και να διδάσκουν ακόμα τις επιστήμες αυτές σε ξένα πανεπιστήμια.[4]

Όμως οι περισσότεροι από τους επιστήμονες ιατρούς άσκησαν το επάγ­γελμά τους στο εξωτερικό, όπως στις ελληνικές παροικίες της Ευρώπης, στη Κωνσταντινούπολη, στο Βουκουρέστι, στα Επτάνησα, στην Αυλή του Αλή-Πασά. Ολίγοι μόνο επέστρεψαν στην πατρίδα τους και πρόσφεραν τις Ιατρικές τους υπηρεσίες στον ελληνικό λαό.[5]

Όσα περιληπτικά αναφέρθηκαν ανωτέρω, καταδεικνύουν την μεγάλη έλλειψη επιστημόνων Ιατρών στις ελληνικές περιοχές, παρά το γεγονός ότι το συνολικό δυναμικό του Έθνους σε επιστήμονες Ιατρούς ήταν αρκετά μεγάλο.[6] Οι συνθήκες ήσαν κατάλληλες στην Ελληνική ύπαιθρο για να αναπτυχθούν και να ευδοκιμήσουν όλα τα παράσιτα του ιατρικού επαγγέλματος, όπως διαφόρων ειδών ψευτογιατροί, αγύρτες, τσαρλατάνοι και μάλιστα όχι μόνο Έλληνες αλλά και αλλοεθνείς, όπως Τούρκοι, Αλβανοί και Ευρωπαίοι υπηρέτες ιατρών ή υπάλληλοι φαρμακείων στην πατρίδα τους.

Ανάμεσά τους ήταν μια μεγάλη κατηγορία ψευτογιατρών στους οποίους είχε δοθεί το όνομα «κομπογιαννίτες», λέξη που προέρχεται από το κομπόνω (= απατώ) και Γιαννίτης (= Ιωαννίτης), διότι η καταγωγή των περισσοτέρων ήταν η Ήπειρος και ιδιαίτερα τα Ιωάννινα. Κατ’ άλλους ονομάζοντο κομπογιαννίτες γιατί είχαν δεμένα τα θεραπευτικά τους βότανα σε κόμπους μαντιλιών. Της ίδιας κατηγορίας γιατροί στην Ήπειρο ήσαν οι βικογιατροί, οι όποιοι συνέλεγαν τα βότανά τους από την πλούσια φαρμακευτική χλωρίδα της χαράδρας του Βίκου.

Συνέχεια των κομπογιαννιτών ήσαν οι καλογιατροί και μια ιδιαίτερη κατηγορία αυτών, οι σπασογιατροί, που ήσαν ειδικοί θεραπευτές των καταγμάτων και εξαρθρημάτων αλλά και της βουβωνοκήλης.[7]

Περιγραφή των «γιατρών» αυτών μας άφησε και ο Pouqueville, ιατρός πρόξενος της Γαλλίας στον Αλή Πασά. Περιγράφει τους εμπειρικούς γιατρούς που έβγαζε το Λεσκοβίκι, το φυτώριο των καλογιατρών, που αν και δεν κατείχαν γνώσεις ανατομικής εκτελούσαν με ιδιαίτερη επιδεξιότητα την εγχείρηση της βουβωνοκήλης.[8] Ψευτογιατροί διαφόρων προελεύσεων υπήρχαν τότε σε όλη τη χώρα, όπως στη Θράκη[9] και στη Χίο.[10]

Ποίοι όμως ήσαν οι εμπειρικοί (ή πρακτικοί) γιατροί για τους οποίους θα γράψουμε παρακάτω; Εμπειρικοί γιατροί ήσαν εκείνοι που ασκούσαν την λαϊκή ή δημώδη ιατρική και αναμφισβήτητα δεν είχαν καμμία σχέση με τους αγύρτες και τους τσαρλατάνους. Βεβαίως δεν ήσαν μια ξεχωριστή κατηγορία εμπειρικών θεραπευτών.

Τους βικογιατρούς και τους καλογιατρούς που από όλους αναφέρονται ως ψευτογιατροί, δεν μπορούμε να τους αποκλείσουμε όλους από την κατηγορία των εμπειρικών Ιατρών. Έχουμε τη γνώμη ότι ο όρος «εμπειρικός γιατρός» περιλαμβάνει ένα μεγάλο φάσμα ατόμων ασκού­ντων τη λαϊκή ή δημώδη Ιατρική, κληρονόμοι κατά κανόνα μιας μακράς τέχνης. Εκείνο δε που ιδιαίτερα ξεχωρίζει τους εμπειρικούς γιατρούς από τους τσαρλατάνους είναι η έντιμη κατά κανόνα άσκηση της τέχνης τους και ο τρόπος που απέκτησαν τις γνώσεις τους.

Οι εμπειρικοί γιατροί ήσαν πολλοί κατά τα προεπαναστατικά χρόνια. Απέκτησαν τις όποιες ιατρικές γνώσεις συνήθως εκ παραδόσεως από τον πατέρα στο γιο, μέσα σε «ιατρικές» οικογένειες ή κατά τη μαθητεία κοντά σε άλλους εμπειρικούς. Βοηθήματα για την εκμάθηση της τέχνης ήσαν και τα Ιατροσόφια, χειρόγραφοι ιατρικοί κώδικες, που περιέχουν ιατρικά κείμενα συνερανισθέντα από παλαιά (ήδη από της εποχής του Ιπποκράτους) και νε­ώτερα ιατρικά συγγράμματα. Βεβαίως τα περισσότερα από τα Ιατροσόφια δεν διακρίνονται για την επιστημονικότητά τους, καθώς περιέχουν στοιχεία μαγείας, αντιμαγικά φίλτρα, εξορκισμούς κ.λπ. Περιέχουν όμως και περιγραφές νόσων, χειρουργικές οδηγίες και, κυρίως, μεγάλους καταλόγους θεραπευτικών βοτάνων με ενδείξεις και οδηγίες για τη χρήση τους.[11]

Πολλοί εμπειρικοί γιατροί είχαν διδαχθεί την ιατροφαρμακευτική τέχνη σε σχολεία που λειτούργησαν στη χώρα ιδία κατά τα προεπαναστατικά χρόνια, όπως ήταν το Σχολείο Επιστημών και Ιατρικής που ίδρυσε ο Ανάργυρος Πετράκης το 1812.[12] Στο σχολείο αυτό δίδαξε από το 1813 ο ιατροφιλόσοφος, διδάσκαλος του έθνους, Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Πίζας. Στην Κέρκυρα εδιδάσκοντο στοιχεία Ιατρικής και Μαιευτικής.

Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ

Από το 1805-1824 λειτούργησε η πρώτη Δημόσια Σχολή μέχρι της ιδρύσεως της Ιονίου Ακαδημίας, η οποία ως ανωτέρα Ιατρική Σχολή λειτούργησε μόνο στο χρονικό διάστημα από το 1824 έως το 1827, όταν απεβίωσε ο ιδρυτής της φιλέλληνας λόρδος Φρειδερίκος Γκίλφορδ.[13] Στο Μυστρά λίγο προ της επαναστάσεως συνεστήθη Σχολείο Ιατροχειρουργικής από τον διάσημο εμπειρικό γιατρό Παναγιώτη Γιατράκο. Στο σχολείο αυτό εκπαιδεύτηκαν και μετεκπαιδεύτηκαν στην Ιατρική και στην επείγουσα Χειρουργική, όχι μόνο οι 5 αδελφοί του Παναγιώτη Γιατράκου, διάσημοι και αυτοί εμπειρικοί γιατροί, αλλά και άλλοι που πρόσφεραν πολύτιμες ιατρικές υπηρεσίες στον αγώνα όπως ο Απόστολος Αλεξάκης, ο Ανδρέας Πετιμεζάς, ο Θεόδωρος Καστανής, ο Παναγιώτης Βενετσανάκος, ο Ηλίας Αραπάκης κ.α.[14]

Στη Χίο ήδη από τον 16ο αιώνα (στη Σχολή της Χίου) εδιδάσκοντο, πλην των εγκυκλίων μαθημάτων, οι θετικές επιστήμες, η φιλοσοφία και ιδιαιτέρως η ιατρική, δηλαδή πρακτικά μαθήματα Ιατρικής με τα οποία εκπαίδευαν τους μαθητές της Σχολής ιατροί επιστήμονες που επέστρεφαν στη Χίο μετά τις σπουδές τους στην Ιταλία.[15] Έτσι το Έθνος, με την έναρξη της Επαναστάσεως, διέθετε ικανό αριθμό εμπειρικών γιατρών με ιατρικές γνώσεις παραδεκτές, ώστε να μπορούν να προσφέρουν βοήθεια στους τραυματίες του αγώνος. Είναι χαρακτηριστική η διαπίστωση, ότι, με κάποιες εξαιρέσεις βέβαια, η πλειονότης των πρακτικών Ιατρών ήσαν άτομα υψηλού ήθους, ανιδιοτελείς και με βαθύ το αίσθημα της φιλοπατρίας και του αλτρουισμού. Μεταξύ αυτών υπήρχαν πολλοί ιερωμένοι και μοναχοί διάσημοι για τις ιατρικές γνώσεις τους.

Οι επιδόσεις των πρακτικών αυτών θεραπευτών στη χειρουργική περιποίηση των τραυμάτων και στην ανάταξη καταγμάτων και εξαρθρημάτων τους έδωσε τον τίτλο του «Ιατροχειρούργου», τίτλο τον οποίον δεν είχαν συνήθως οι επιστήμονες ιατροί που αποκαλούντο φυσικοί ιατροί ή απλώς γιατροί. Για τις γνώσεις τους αυτές έχαιρον ιδιαίτερα εκτιμήσεως μεταξύ των απλών πολιτών της χώρας, που πολλές φορές τους ενεπιστεύοντο περισσότερο από τους επιστήμονες ιατρούς.

Τις ιατρικές γνώσεις των εμπειρικών δεν πρέπει να τις κρίνουμε με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα, αλλά λαμβάνοντες υπ’ όψη το επίπεδο της Ιατρικής της εποχής εκείνης, δηλαδή του τέλους του 18ου και της αρχής του 19ου αιώνα. Η μεγάλη πρόοδος της Ιατρικής επιστήμης πραγματοποιήθηκε στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. Ο Παστέρ, ο Κώχ και ο Λίστερ γεννήθηκαν στα χρόνια της επαναστάσεως. Θα μπορούσαμε να ειπούμε ότι, στην πράξη, η ιατρική περίθαλψη που πρόσφεραν οι επιστήμονες ιατροί δεν ήταν εξαιρετικά ανώτερη από αυτή των εμπειρικών γιατρών, ιδιαίτερα στη χειρουργική περιποίηση των τραυμάτων στην οποία οι εμπειρικοί απεδείχθησαν πολύ χρήσιμοι. Βέβαια όλοι οι εμπειρικοί δεν ήσαν εξίσου άψογοι ή αποτελεσματικοί στη δουλειά τους. Μεταξύ τούτων υπήρξαν κάποιοι κακοί μέχρι και επικίνδυνοι στις χειρουργικές πράξεις τους, για τους οποίους γράφουν επικριτικά Έλληνες και ξένοι επιστήμονες ιατροί.[16]

Έχουν καταγραφεί περίπου 185 εμπειρικοί. Φαίνεται όμως ότι ήσαν περισσότεροι. Έδρασαν στην πρώτη γραμμή των μαχών, στα στρατόπεδα των αγωνιστών και στα πρόχειρα νοσηλευτήρια. Το μέγιστο μέρος της περιθάλψεως των αγωνιστών ανελήφθη και εκτελέστηκε από τους εμπειρικούς γιατρούς. Είναι γνωστό ότι από τους επιστήμονες Ιατρούς που διέθετε τότε το έθνος μόνο μικρός αριθμός κατήλθε στα πεδία των μαχών για να περιθάλψει τραυματίες.[17] Βέβαια η γενική προσφορά των επιστημόνων Ιατρών στην υπόθεση του αγώνα ήταν πολύ μεγάλη.

Αρκεί να θυμηθούμε ότι ιατροί επιστήμονες υπήρξαν μεγάλοι διαφωτιστές, όπως ο Αδ. Κοραής, διάσημοι Φιλικοί και διδάσκαλοι της Φιλικής Εταιρείας, μεγάλοι πολιτικοί της Επαναστάσεως, όπως ο μεγάλος Καποδίστριας και ο Ιω. Κωλέττης, οργανωτές των φιλελληνικών κομιτάτων στην Ευρώπη, όπως ο Πέτρος Ηπίτης κ.ά. Βοήθεια στην περίθαλψη των τραυματιών και ασθενών προσέφεραν και λίγοι από τους 70 ξένους ιατρούς, μεταξύ των οποίων διακρίθηκαν οι Treiber, Howe, Bailly, Elster, Gosse, Millingen και Bruno.

Οι οργανώσαντες την επανάσταση που εκδηλώθηκε αιφνιδιαστικά δεν είχαν προβλέψει κανένα μέτρο για Διοικητική Μέριμνα (επιμελητεία) των επανα­στατικών σωμάτων. Ήταν φυσικό οι υπόδουλοι να μην έχουν την δυνατότητα να προετοιμάσουν και να οργανώσουν Διοικητική Μέριμνα. Τα στρατιωτικά τμήματα (μπουλούκια), ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια του αγώνα, έπρεπε να φροντίσουν από μόνα τους για την εξασφάλιση γιατρών και τον εφοδιασμό με φάρμακα και υγειονομικό υλικό. Τούτο όμως δεν ήταν εύκολο και εξαρτάτο από την οικονομική δυνατότητα των τμημάτων, την προσωπικότητα των καπεταναίων και την επιθυμία τους ή μη να έχουν γιατρούς στο στράτευμά τους, και από την δυνατότητα παροχής φαρμάκων και υγειονομικών υλικού από την Προσωρινή Διοίκηση. Οργανωμένη Υγειονομική Υπηρεσία δεν υπήρξε. Βέβαια τον Απρίλιο του 1822 εξεδόθη Διάταγμα με το οποίο προεβλέπετο η ύπαρξη γιατρών στον Τακτικό Στρατό που αποφασίσθηκε να οργανωθεί, όμως ουσιαστικά ουδέποτε ελειτούργησε Υγειονομική Υπηρεσία.

Ο αγώνας ήταν αγώνας ατάκτων χωρίς σταθερό μέτωπο και μετόπισθεν όπου θα μπορούσαν ν’ αναπτυχθούν νοσηλευτικά τμήματα και νοσοκομεία. Τα στρατιωτικά τμήματα εκινούντο συνεχώς σε διαφορετικές περιοχές, η υγιεινή κατάσταση του πληθυσμού ήταν άθλια, με τις επιδημίες να διαδέχονται η μια την άλλη και οι ελλείψεις σε φαρμακευτικό και επιδεσμικό υλικό τεράστιες. Εκείνο που εντυπωσιάζει στο θεσμό των εμπειρικών γιατρών είναι ότι πολλοί από αυτούς ήσαν ταυτοχρόνως και πολεμιστές που έλαβαν μέρος στον αγώνα με δικά τους στρατιωτικά σώματα ή αποσπάσματα όπως κατά τον Τρωικό πόλεμο όπου πολλοί πολεμιστές είχαν και ιατρικές γνώσεις.[18] Τα πλήρη επαίνων πιστοποιητικά των αρχηγών της Επαναστάσεως, όπως του Θ. Κολοκοτρώνη, του Πετρόμπεη, του Καν. Δεληγιάννη κ.ά. μαρτυρούν, την πολύτιμη συμβολή τους στην περίθαλψη των τραυματιών και ασθενών.

Με τα πιστοποιητικά αυτά τα οποία υπέβαλαν στις Επιτροπές Εκδουλεύσεων του Αγώνος παρακαλούσαν το φτωχό ελληνικό κράτος να τους βοηθήσει κυρίως οικονομικά (αλλά και ηθικά), διότι διέθεσαν τα πάντα στον αγώνα με αποτέλεσμα να μείνουν ενδεείς. Στα πιστοποιητικά αυτά διαβάζουμε τη συγκινητική διαβεβαίωση των αρχηγών για τον πατριωτισμό, τις θυσίες, την αφιλοκέρδεια και γενικά για τη μεγάλη προσφορά τους στον αγώνα.

Ο αυστηρός Φιλήμων γράφει για την περίθαλψη των τραυματιών αναφερόμενος στο πρώτο έτος της επαναστάσεως:

 

«Ελλείποντος οιουδήποτε Νο­σοκομείου Στρατιωτικού, οι τραυματίαι και ασθενείς παρεπέμποντο εις τας οικίας αυτών, ή εις την πλησιεστέραν πόλιν ή μονήν ή χωρίον άλλως οι στρατιώται ενοσοκόμουν τούτους, τυγχάνοντας αλλοδαπούς μάλιστα, όπου και όπως ηδύναντο γραία δε τις ή κουρεύς, ή μοναχός ή εμπειρικός επεσκέπτοντο αυτούς, πολλάκις στερούμενοι και αυτών των προχειρότερων οργάνων, οίον μήλης, ή φλεβοτόμου, αλοιφής ή κηρωτής, τιλτού[19] και των τοιούτων. Οίκοθεν δε ωμολόγηται ότι της ικανότητος των τοιούτων ιατρών και χει­ρούργων προεξήρχε η συνδρομή της φύσεως, αρπάζουσα από της χειρός αυ­τών πλείστα θύματα. Σπανιώτατοι ήσαν και περιοδικοί ανεφέροντο επιστή­μονες ιατροί, ανθ’ ων, οφείλομεν ειπείν εμπειρικοί τίνες χειρούργοι ως εν Πελοποννήσω ο Παν. Ιατράκος και εν τη Ανατολική Ελλάδι, ο εκ της Αταλάντης αιχμάλωτος Τούρκος Κούρταλης, παρά τούτοις δε και τίνες μυ­στηριώδη τινα κατά παράδοσιν γνωρίζοντες φάρμακα εκ χόρτων και άλλων συνθέσεων κατά πολύ ωφέλιμοι εγίνοντο».[20]

 

Μεταξύ των εμπειρικών γιατρών υπήρξαν πολλοί ιερωμένοι και μοναχοί που πρόσφεραν τις ιατρικές τους υπηρεσίες σε Μονές που τις είχαν μετατρέψει σε νοσηλευτήρια. Τα μοναστήρια δεν λειτούργησαν μόνο ως νοσοκομεία, άλλα και ως αποθήκες ανεφοδιασμού με υλικό, αναπληρώνοντας την παντελώς ελλείπουσα επιμελητεία των ατάκτων επαναστατικών στρατευμάτων. Ανα­φέρονται τουλάχιστον 14 τέτοιες μονές – νοσηλευτήρια.

Διάσημοι μοναχοί ε­μπειρικοί ιατροί αναφέρονται ο Ηγούμενος της Μονής Φανερωμένης της Σαλαμίνας Γρηγόριος, που μετέτρεψε τη Μονή του σε Νοσοκομείο, ο Ηγού­μενος της Μονής Κανδύλας Καλλίνικος και ο επίσης Ηγούμενος της Μονής του Κάτω Αγίου Γεωργίου Άργους Δανιήλ που εθεωρείτο άριστος εμπειρικός γιατρός.[21] Η έλλειψη φαρμάκων και υγειονομικού υλικού ήταν μεγάλη τόσο για τους επιστήμονες όσο και για τους εμπειρικούς γιατρούς.

Τα κυριώτερα φάρμακα που εχρησιμοποιούντο από τους εμπειρικούς γιατρούς για τους παθολογικούς ασθενείς ήσαν διαφόρων ειδών βότανα, έγχυμα αψινθίου κατά της γρίππης, αφεψήματα ξυλοκεράτων και σύκων. Μέθοδοι θεραπείας ή εφαρμογή σικνών και η φλεβοτομία εφ’ όσον υπήρχε ειδικός φλεβοτόμος. Η θεραπεία των τραυμάτων εγένετο δι’ επιθέσεως επί αυτών τεμαχίου υφάσματος εμβρεχομένου δια ρακής, ή δε αιμόσταση δια πυρακτωμένου σιδήρου.

Η επίδεση των καταγμάτων γινόταν δια ταινιών υφάσματος μετά λεπτών ναρθηκίων εκ ξύλου, φλοιού δέντρου ή καρτονίων. Η εξωτερική επιφάνεια του επιδέσμου επεχρίετο με αλοιφή που κατασκευαζόταν από σαπούνι και ρακί.[22] Μέσα στις πληγές συχνά εισήγαγαν αλοιφή από λεύκωμα ωού και λάδι.[23] Ο Μακρυ­γιάννης στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι έρραβαν τα τραύματα με μυρμηγκοκεφαλές.[24]

Γιατράκος Παναγιώτης

Οι Γιατράκοι από την Άρνα Λακωνίας ήσαν οι πιο διάσημοι εμπειρικοί γιατροί του Αγώνα. Εξασκούσαν από τα πολύ παλιά χρόνια την πρακτική ιατρική την οποία οι υιοί εδιδάσκοντο από τον πατέρα στα πλαίσια μιας ιατρικής οικογένειας. Κατά την επανάσταση οι αδελφοί Γιατράκοι προσέφε­ραν εξαιρετικές υπηρεσίες όχι μόνο ως πρακτικοί γιατροί αλλά και ως πολεμιστές.[25]

Ο Παναγιώτης Γιατράκος είχε σπουδάσει για βραχύ χρονικό διάστημα Ιατρική στην Ιταλία. Ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Πριν από την έναρξη του αγώνα ίδρυσε, όπως αναφέραμε ήδη, Ιατροχειρουργικό Σχολείο στο Μυστρά όπου μαθήτευσαν πολλοί εμπειρικοί γιατροί του αγώνα αλλά και οι πέντε αδελφοί του, διάσημοι και αυτοί εμπειρικοί γιατροί και πολε­μιστές. Εκ τούτων ο Νικόλαος Γιατράκος κατά τα αρχικά στάδια του αγώνα συμμετείχε κυρίως ως γιατρός και στα μεταγενέστερα ως πολεμιστής.

Στα αρχεία του Γιάννη Βλαχογιάννη υπάρχει το δικό του «Κατάστιχο όσους εθεράπευσα πληγωθέντας εις τον Ιερό αγώνα επικυρωμένο παρά της Πελοπον­νησιακής Γερουσίας τη 4 Νοεμβρίου 1822 εν Τριπόλει εις την εποχήν του Δράμαλη, του οποίου το πρωτότυπον ευρίσκεται εις τα Αρχεία της Πελο­ποννησιακής Γερουσίας».[26] Ανάλογο κατάστιχο «δι’ όσους εθεράπευσα από την αρχή της επαναστάσεως αμισθί με ίδια μου έξοδα» μας έχει αφήσει ο Ηλίας Γιατράκος.[27]

Στο τελευταίο αυτό 137 τραυματίες αναφέρονται ονομαστικά με το είδος του τραύματος, την εγχείρηση που τους έγινε και τον χρόνο αποθεραπείας. Και στα δυο αυτά, εξαιρετικού ενδιαφέροντος ντοκουμέντα φαίνεται σαφώς ότι οι αδελφοί Γιατράκου εγνώριζαν να εξετάζουν το τραύμα, να το καθορίζουν και να αφαιρούν το βλήμα, τις οστικές παρασχίδες ή μεγαλύτερα θραύσματα οστών που είχαν μείνει στους ιστούς. Στην αφαίρεση αυτή απέδιδαν ιδιαίτερη σημασία για την ευνοϊκή πορεία του τραύματος. Συχνά διαβάζουμε στο κατάστιχο φράσεις όπως: «του έβγαλα μέρος κόκκαλο και τον εκύτταξα (δηλ. παρακολούθησα) ημέρες 30».

Ένας εξέχων εμπειρικός Ιατρός ήταν ο Χρήστος Νικολαίδης από τον Πολύγυρο της Χαλκιδικής. Ήταν γιος πλούσιου γαιοκτήμονα και είχε διδαχθεί την εμπειρική ιατρική, όπως λέει ο ίδιος, από τον Ιερόθεο Ιωαννίδη. Μαζί με τους δυο αδελφούς του και 154 τάλληρα για οικονομική βοήθεια του αγώνα κατέβηκαν στον Μωριά να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Τα δυο αδέλφια του έπεσαν μαχόμενα για την πατρίδα. Εκείνος, όπως αναφέρει, προσέφερε κατά το διάστημα του αγώνος και μετέπειτα σημαντικές υπηρεσίες «αμισθί, οτέ μεν εις το οποίον απετέλουν μέρος, οτέ δε εις τα Στρατιωτικά Νοσοκομεία, εις το Ναυτικόν και εις τους πολίτας εν γένει, ως αποδεικνύεται εκ των συναπτομένων εγγράφων».[28]

Ο Γάλλος Φιλέλληνας Ιατρός Dr. Blondeau που είχε αποσταλεί από το φιλελληνικό κομιτάτο και είχε διορισθεί αρχίατρος του Στρατού της Ανατολικής Ελλάδος βεβαιοί ότι εξ 86 ασθενών και τραυματιών είχαν θεραπευθεί από αυτόν άπαντες, ο δε Κριεζώτης στην χιλιαρχία του οποίου ήταν χειρουργός ο Νικολαίδης πιστοποιεί επίσης ότι «ιάτρευσε 59 εκ των τραυματιών της Χιλιαρχίας του με ίδια ιατρικά χωρίς να λάβει από κανένα τίποτα».[29]

Μετά την απελευθέρωση ο Νικολαίδης διετέλεσε διευθυντής του Στρ. Νοσοκομείου Σαλαμίνος παρά το γεγονός ότι είχε ελάχιστες γραμματικές γνώ­σεις. Το 1828 υπέβαλε ένα γενικό κατάλογο ως ιατροχειρουργός της Ε’ χιλιαρχίας «περί των εξ αυτού θεραπευομένων ασθενών και πληγωμένων στρατιωτών»,[30] στον οποίο αναγράφονται τα ονόματα 140 στρατιωτών με τις παθήσεις και τα τραύματά τους.

Οι εμπειρικοί ήσαν εκείνοι που ίδρυσαν και ελειτούργησαν τα νοσηλευτή­ρια, που στα πρώτα χρόνια, ιδιαίτερα, της επαναστάσεως αναπλήρωσαν τα ελλείποντα νοσοκομεία. Τα νοσηλευτήρια ή θεραπευτήρια διατηρήθηκαν σε λειτουργία με εράνους και με τη συγκινητική προσφορά των Ιατρών, κυρίως των εμπειρικών, που δαπάνησαν δικά τους χρήματα και χορηγούσαν δικά τους φάρμακα και υγειονομικό υλικό κατά κανόνα δωρεάν.

Το θεραπευτήριο της Βυτίνας στη Γορτυνία οργανώθηκε από τον Νικόλαο Θεοφιλόπουλο, διάσημο εμπειρικό Ιατροχειρουργό, στο σπίτι του και λειτούργησε με δικά του έξοδα. Από μια αναφορά του προς το Υπουργείο Πολέμου[31] μαθαίνουμε ότι στο θεραπευτήριό του ο Θεοφιλόπουλος περιέθαλψε ή εξέτασε κατά την διάρκεια του πολέμου 171 τραυματίες και 149 ασθενείς, οι περισσότεροι από τους οποίους αναφέρονται ονομαστικώς.[32] Στην αρχή του αγώνα ο Θεοφιλόπουλος εργάστηκε ταυτοχρόνως και στο στρατόπεδο των Τρικόρφων.

 Οι αρχηγοί του αγώνα Θ. Κολοκοτρώνης, Καν. Δεληγιάννης και Δημ. Πλαπούτας βεβαιώνουν ότι:

«ΟΝικόλαος Θεοφιλόπουλος, ανήρ τίμιος και πα­τριώτης, την τέχνην ιατροχειρούργος αφ’ ης στιγμής ηνεώχθη ο υπέρ πατρί­δος ιερός αγών συνετέλεσεν ολοπροθύμως θεραπεύων πληγωθέντας, τους εν ταις διαφόροις μάχαις ιδίοις αυτού αναλώμασι και βοτάνοις κατά τας διαφό­ρους διαταγάς των οπλαρχηγών. Περιπλέον δε εμού του γενικού Αρχηγού Θ. Κολοκοτρώνη και ημών των υποφαινομένων, ώστε καθ’ όλον το διάστημα της του ιερού αγώνος μας πενταετίας, δεν έλαβε πόθεν οβολόν δια τας απείρους του εκδουλεύσεις και έξοδα».

Το Θεραπευτήριον της Βυτίνας, το σπίτι δηλαδή του Θεοφιλόπουλου, πυρπολήθηκε από τον Ιμπραήμ. Την αναφορά – αίτησή του τελειώνει ο Θεοφιλόπουλος με την εξής συγκινητική φράση: «….και παρακα­λώ θερμώς να εξεύρη το Σόν Εκτελεστικόν δι’ εμέ πόρον αποζημιώσεως εις απάντησιν της ανάγκης μου, και δια τους κόπους μου σιωπώ και αφήνω εις την επίκρισιν της Σ. Διοικήσεως δια να αποφασίση ό,τι απαιτεί το δίκαιον. Και με όλον το καθήκον σέβας μένω…» (2 Μαρτίου 1826).

Ο Χασάν Αγάς Κούρταλης, Τούρκος Ταλαντινός, ήταν προ της Επαναστάσεως διάσημος εμπειρικός ιατροχειρουργός στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Είχε την δυστυχία να ιδή να σφάζονται από τους επαναστατημένους Έλληνες η γυναίκα και τα τέκνα του. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος τον έφερε στην Αθήνα το 1822 όπου κατά την τελευταία μεγάλη πολιορκία πρόσφερε πολλές ιατρικές υπηρεσίες στους τραυματίες. Ο Μακρυγιάννης που είχε θεραπευθεί από τον Κούρταλη[33] και ο Νικηταράς του είχαν μεγάλη εμπιστοσύνη.

Πολλοί, πάρα πολλοί ήσαν οι εμπειρικοί γιατροί με ανάλογη δράση. Θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε μερικούς ακόμα: Μια μεγάλη ομάδα εμπειρικών γιατρών ήσαν οι Χορμοβίτες ή Χορμόβες που κατάγονταν από το Χόρμοβο της Ηπείρου, που ακολούθησαν τα Σουλιώτικα και Ρουμελιώτικα Σώματα της Ανατολικής και Δυτικής Στερεάς Ελ­λάδος, όπως του Οδυσσέα Ανδρούτσου, Πανουριά, Καραϊσκάκη, Δήμου Σκαλτσά, Κίτσου Τζαβέλα, Δυοβουνιώτη κ.ά.

Στα ΓΑΚ [34] υπάρχουν πολλά έγγραφα που αναφέρονται σ’ αυτούς. Οι πιο γνωστοί Χορμοβίτες εμπειρικοί ήσαν οι Κυριάκου Κώστας ή Χαρμόβας, Πέτρος- Παναγιώτης Μέξης, χειρουργός Χαρμόβας, Χορμόβας Πέτρος ή Τζάκος, Χαρμόβας Μάρκος και Χορμόβας Χρήστος. Μετά την απελευθέρωση μερικοί από αυτούς διορίσθηκαν στον τακτικό Στρατό. Οικογένειες εμπειρικών Ιατρών ήσαν ακόμα οι αδελφοί Δημήτριος και Ευθύμιος Φωτόπουλος[35] από την Τρίπολη και ο πατέρας και γιος Ιωάννης και Βασίλειος Σταυρόπουλος.[36]

Κατά την πολιορκίαν του Μεσολογγίου μαζί με τους επιστήμονες Ιατρούς, όπως ο Πέτρος Στεφανίτζης,[37] εμπειρικοί γιατροί της φρουράς ήσαν ο Γ. Κονταξής ή Κονταχτσόπουλος που είχε βοηθό τον Γ. Ιωνά, ο Νικόλαος Κονοφάος[38] και ο Βασ. Βονιτζάνος.[39] Και οι τρεις έπεσαν ηρωϊκώς κατά την έξοδο. Ένας ακόμα εμπειρικός που έπεσε ηρωϊκώς στις μάχες κατά των Τούρκων ήταν ο Κωνσταντίνος Δεττόρος της οικογενείας εμπειρικών γιατρών Δεττόρων, που τραυματίστηκε κατά την πολιορκίαν της Τριπόλεως, στην οποία έλαβε μέρος με δικό του απόσπασμα, και υπέκυψε στα τραύματά του τις επόμενες ήμερες.[40]

Θα αναφέρουμε ακόμα τον Αριστείδη Παπαγιαννόπουλο που περιέθαλψε τραυματίες στα Δερβενάκια, την Πάτρα και αλλού και διορίστηκε το 1829 Ιατροχειρουργός του Ιππικού Σώματος και ο οποίος είχε πληγωθεί στις μάχες κατά των Τούρκων[41] και τον Κων. Πετιμεζά της γνωστής οικογένειας των αγωνιστών που είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία από τον Παν. Γιατράκο.[42]

Μετά την απελευθέρωση οι εμπειρικοί γιατροί συνέχιζαν να ασκούν την ιατρική επισήμως και να κατέχουν θέση στο Δημόσιο και το Στρατό.

Οι Νικόλαος Χορτάκης και Ιωάννης Ολύμπιος, επιστήμονες ιατροί, σε αναφορά τους, με ημερομηνία 3 Μαΐου 1830 προς τον Κυβερνήτη, γράφουν ότι έκτος των Ιατρών του Στρ. Νοσοκομείου της Ανατολικής Ελλάδος, όλος ο σωρός των αυτοδιδάκτων Ιατρών των Χιλιαρχιών έφερε μόνο το όνομα του Ιατρού.[43] Η διαφαινομένη στην αναφορά αυτή εχθρότητα των επιστημόνων ιατρών κατά των εμπειρικών είχε αρχίσει ενωρίτερα το 1828, όταν μετά την άφιξη του Καποδίστρια ο Ανάργ. Πετράκης, επιστήμονας ιατρός υπέβαλε στον κυβερνήτη αναφορά σχετικά με την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος.

Αφού περιέγραφε τον τρόπο ασκήσεως της ιατρικής από τους εμπειρικούς, τις καταχρήσεις που εγίνοντο από τους φαρμακοποιούς και τους κινδύνους που περιέκλειε ο τρόπος αυτός ασκήσεως της ιατρικής, επρότεινε τη σύσταση ενός Συλλόγου Ιατρών με καθήκοντα να εξετάζει τα Ακαδημαϊκά διπλώματα των ιατρών και εφ’ όσον ήσαν εντάξει να δίδεται επισήμως άδεια ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος.[44] Ο Αν. Πετράκης ήταν τότε μέλος της Επιτροπής Υγείας της Αίγινας.

Με την αναφορά του αυτή και με άλλες ενέργειές του αργότερα[45] έθετε επί τάπητος τις προϋποθέσεις για την άσκηση του Ιατρικού Επαγγέλματος που άγει πλέον ευθέως στην κατάργηση του θεσμού των εμπειρικών ιατρών. Όμως η άσκηση του Ιατρικού επαγγέλματος από τους εμπειρικούς γιατρούς συνεχίζετο και επί Όθωνος. Έτσι με Βασιλικό Διάταγμα που εξέδωσε ο Όθων στις 18.9.1835 ορίζει: «Κατά πρότασιν της επί της Δικαιοσύνης Γραμματείας… όσοι ειρηνοδίκαι έχουσιν γνώσεις ιατρικής δύνανται να με­τέρχονται το επάγγελμα του Ιατρού… δεν πρέπει όμως εξ αιτίας τούτου να βραδύνωσι ή να παραμελώσι τα δικαστικά των καθήκοντα τα οποία οφείλωσι να θεωρώσι πάντοτε ως κύρια έργα των».[46]

Η θέσπιση των κανόνων ασκήσεως του Ιατρικού επαγγέλματος έγινε το 1834 με την Δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του υπ’ αριθ. 24/12 Ιουλίου Διατάγματος «περί συστάσεως του Ιατροσυνεδρίου» στο άρθρο 5 του οποίου καθωρίζετο τι πρέπει να κάνει για να αναγνωρισθεί επισήμως ως Ιατρός όποιος θέλει να ασκήσει την ιατρική στην Ελλάδα. Κι όμως το επόμενο έτος με διάταγμα της 18/30 Μαΐου 1835 συστήθηκε (μέχρι να ιδρυθεί Ιατρική Σχολή στο Πανεπιστήμιο) το Θεωρητικό Σχολείον περί Χειρουργίας, Φαρμακοποιίας και Μαιευτικής, εις το οποίο μπορούσαν να διδαχθούν αμισθί «τόσον οι ήδη εμπειρικώς μετερχόμενοι αυτάς τας επιστήμας όσον και οι μέλλοντες εις το εξής να επαγγέλωνται αυτάς».

Εδώ καταφαίνεται η προσπάθεια του νεοσύστατου Κράτους να επιμορφώσει τους εμπειρικούς γιατρούς ώστε να είναι ικανοί ν’ ασκήσουν κάποια αποδεκτή μορφή ιατρικής μέχρις ότου εξέλθουν από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου ικανός αριθμός επιστημόνων ιατρών τους οποίους είχε ανάγκη η χώρα.

Συμπερασματικά μπορούμε να ειπούμε ότι οι εμπειρικοί ιατροί, άνδρες σοβαροί, ανιδιοτελείς και πατριώτες, ασκούντες την λαϊκή ιατρική, μπόρεσαν ν’ αναπληρώσουν μέχρις ενός σημείου την μεγάλη έλλειψη επιστημόνων ιατρών και να προσφέρουν ικανοποιητική ιατρική βοήθεια στους τραυματίες του 1821.

 

Δημ. Ν. Σχίζας

Ιατρός Ακτινολόγος

Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος

Ιατρός Νευροχειρούργος

Νικ. Δ. Σχίζας

Αμ. Επίκουρος Καθηγητής Ιατρικής Α.Π.Θ.

Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών, «Επετηρίς», τόμος 14ος, Αθήναι, 2009.

Σχετικά θέματα:

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γερουλάνος Μ., Η συμβολή των Ιατρών εις την παλιγγενεσίαν του Έθνους. Πανηγυρικοί Λόγοι Ακαδημαϊκών για την 25η Μαρτίου 1821 και την 28ην Οκτωβρίου 1940. Επιμέλεια Π. Χάρη, Αθήνα 1977, σελ. 213.

[2] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος. Η συμβολή των Υγειονομικών εις τον αγώνα της Ανεξαρτησίας, Αθήνα 1973, σελ. 11-12.

[3] Jacovaci Riso Neroulo, Cours de la Littérature Grecque Moderne. Geneva 1827, p. 104.

[4] Γερουλάνος M., Η συμβολή των Ιατρών εις την παλιγγενεσίαν του Έθνους, ο.π., σελ. 202.

[5] Όπως μας πληροφορεί ο Γερουλάνος Μ. (ο.π., σελ. 208), έζησαν και άσκησαν την Ιατρική στην πατρίδα τους κατά τους προεπαναστατικούς χρόνους 11 γιατροί στη Μακε­δονία, 6 στη Θεσσαλία, 7 στην Ακαρνανία, πολλοί στην Ήπειρο από τους οποίους 10 στα Γιάννενα, 3 στην Πελοπόννησο, 5 στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, 3 στην Κρήτη, 3 στην Χίο, 3 στη Σμύρνη, 3 στις Κυδωνιές, 1 στην Αδριανούπολη και 1 στην Φιλιππούπολη.

[6] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος…, ο.π., σελ. 24-92.

[7] Γκανιάτσας Κ., Βότανα – Γιατροσόφια – Κομπογιαννίται, Ηπειρωτική Εστία 1972, σελ. 459-463.

[8] Pouqueville F.-H.-L., Voyage de la Grèce. Paris 1820, Vol. E, σελ. 120.

[9] Παπαχριστοδούλου Π., Η Γιατρική στη Θράκη κατά τον Ιθ’ αιώνα. Διάλεξη, 1951.

[10] Παϊδούσης Μικές, Η Ιατρική στη Χίο κατά τους τελευταίους αιώνες. Έκδοση Ιατρικής Εταιρείας Χίου. Χίος 2001, σελ. 3-4.

[11] Σχίζας Ν., Παπαϊωάννου Α., Σχίζας Δ., Το Ιατροσόφιον του Ιατρού σενιόρ Ανδρέα του Ευρωσιανού, Δέλτος 2002, 24: 22-26.

[12] Γριτσόπουλος Τ., Μονή Ασωμάτων Πετράκη. Αθήνα 1967.

[13] Αθανασόπουλος Α., «Πελοποννήσιοι Ιατροί κατά τον Ιερόν Αγώνα του 1821. Επιστημονική ή εμπειρική μόρφωσις Ιατρών προ του 1821», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1965, σελ. 34-35.

[14] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος, ό.π., σελ. 37.

[15] Παϊδούσης Μικές, Η Ιατρική εις την Χίον κατά τους τελευταίους αιώνες, ό.π., σελ. 4.

[16] Χάου Σάμουελ, Ημερολόγιο από τον αγώνα 1825-1829. Εισαγωγή, με παρουσίαση ανεκδότων αποσπασμάτων Οδυσσέα Δημητρακοπούλου. Αθήνα 1971, σελ. 37.

[17] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος, ό.π., σελ. 93-138.

[18] Ομήρου Ιλιάς, Β 729-734.

[19] Τιλτόν ή ξαντόν νημάτια ή κουρελάκια λινού υφάσματος που ετοποθετούντο πάνω στα τραύματα αντί γάζας.

[20] Φιλήμων I., Δοκίμιον Ιστορικόν περί Ελληνικής Επαναστάσεως Γ’, λθ’-μ’.

[21] Γκιάλας Αθ., Έλληνες ιερωμένοι επιστήμονες Ιατροί από της Αλώσεως μέχρι και της εθνεγερσίας, έκδ. Ακτίνες 1976, σελ. 11-14.

[22] Κούζης Αριστοτέλης, Περί της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Στρατού κατά τον υπέρ Ανεξαρτησίας Αγώνα. Πανηγυρικοί Λόγοι Ακαδημαϊκών, ό.π., σελ. 4.

[23] Σάμουελ Χάου, Ημερολόγιο από τον Αγώνα…, ό.π., σελ. 37.

[24] Ι. Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, σελ. 86.

[25] ΓΑΚ, Κ 5-7.

[26] ΓΑΚ, Αρχείον Γιάννη Βλαχογιάννη, Κυτίον Δ 83.

[27] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος…, ό.π., σελ. 104-114.

[28] ΓΑΚ, Όθων Αρχ. Γραμματείας Στρατιωτικών Φ. 8α.

[29] Κούζης Αριστ., Περί της Υγειονομικής Υπηρεσίας τον Στρατού κατά τον   υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος, ό.π., σελ. 274.

[30] ΓΑΚ Καποδιστριακό, Γεν. Γραμματεία Φ. 229.

[31] ΓΑΚ, Υπουργείον Πολέμου Φ. 179.

[32] Στην αναφορά του αυτή δυστυχώς δεν μας δίνει πληροφορίες για το είδος των τραυμάτων και τη θεραπεία τους.

[33] Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, Επιμέλεια Ι. Βλαχογιάννη, Αθήνα 1907.

[34] Διαμάντης Κ., Τα περιεχόμενα των  ΓΑΚ, τ. 15β, σελ. 1099-1104.

[35] ΓΑΚ, Κ 47, Φ. 74.

[36] ΓΑΚ, Υπουργείο Πολέμου, Φ. 21.

[37] Κώνστας Κ., Γιατροί, Νοσοκομεία – Αρρώστιες στο επαναστατημένο Μεσολόγγι, Νέα Εστία ΞΕ’ 1959, σελ. 528-531

[38] ΓΑΚ, Καποδιστριακόν Αρχείον. Γενική Γραμματεία Φ. 294, αρ. εγγρ. 113.

[39] ΓΑΚ, Διοικητική Επιτροπή, Φ. 19.

[40] Αθανασόπουλος Α., Πελοποννήσιοι Ιατροί κατά τον ιερόν Αγώνα του 1821,ό.π., σελ. 38.

[41] ΕΒΕ, Αρχείον Αγωνιστών. Κυτίον 163.

[42] ΕΒΕ, Αρχείον Αγωνιστών. Κυτίον 174.

[43] Καποδιστριακόν Αρχείον, Γεν. Γραμματεία, Φ. 238Α, αρ. εγγρ. 195.

[44] ΓΑΚ, Καποδιστριακόν Αρχείον, Γεν. Γραμματεία Φ. 2, Αρ. εγγρ. 14.

[45] ΓΑΚ, Καποδιστριακόν Αρχείον, Γεν. Γραμματεία Φ. 61, αρ. εγγρ. 55.

[46] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος…, ό.π., σελ. 231.

Read Full Post »

Βραβεία Ανδρέα Λεούση


  

Την 30η Ιανουαρίου 2011 ημέρα Κυριακή και ώρα 18.30’ στην αίθουσα διαλέξεων του Μεγάρου μας, Αγγελή Μπόμπου 8 στο Άργος, θα πραγματοποιηθεί η τελετή απονομής των «Βραβείων Ανδρέα Λεούση», που αφορούν χρηματικά βραβεία για τους τρεις πρώτους κατά σειρά βαθμολογίας εισαχθέντες στις Ιατρικές Σχολές Ελληνικών Πανεπιστημίων από τα Λύκεια της πόλης μας.

Τα βραβεία αυτά καθιερώθηκαν ετήσια από το Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός»,  με τη χορηγία του Αργείου επιχειρηματία κ. Γεωργίου Λεούση, στη μνήμη του ιατρού πατέρα του Ανδρέα Λεούση, στοχεύουν στην επιβράβευση των προσπαθειών αλλά και στην ώθηση της ευγενούς μαθητικής άμιλλας όσων προτίθενται να ενταχθούν στις σπουδές του ιατρικού λειτουργήματος.

  

Πρόγραμμα

-Χαιρετισμοί

Απονομή βραβείων στους:

1. Κάκο Χρήστο του Ιωσήφ, απόφοιτο του 2ου Λυκείου Άργους, επιτυχόντα με αριθμό μορίων 19.817 στην Ιατρική Σχολή Πάτρας.

2. Ρέμπελου Μαρία του Γεωργίου, απόφοιτο του 1ου Λυκείου Άργους, επιτυχούσα με αριθμό μορίων 19.731 στην Στρατιωτική Ιατρική Σχολή Θεσσαλονίκης.

3. Δήμα Δανάη του Ιωάννη, απόφοιτο του Ιδιωτικού Λυκείου Άργους «Νέο Σχολείο», επιτυχούσα με αριθμό μορίων 19.595 στην Ιατρική Σχολή Αθηνών.

– Ομιλία με θέμα:

 «Εξελίξεις και προοπτικές στην Καρδιολογία» από την κα Ελένη Παναγιωτοπούλου, Ιατρό – Καρδιολόγο.

Read Full Post »

Λοιμός στο Ναύπλιο

 


Στο « Εθνικόν Ημερολόγιον» του Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου,*  ένα μοναδικό και ιδιαιτέρως σημαντικό χρονογραφικό, φιλολογικό και γελοιογραφικό περιοδικό, του έτους 1893, μεταξύ άλλων ενδιαφερόντων θεμάτων, διαβάζουμε ένα απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Φωτίου Χρυσανθόπουλου του γνωστού Φωτάκου, γραμματέα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που αναφέρεται στο μεγάλο λοιμό του Ναυπλίου. Ο λοιμός αυτός συνέπεσε με την παράδοση του Ναυπλίου από τον Αλη μπέη Αργίτη, ο οποίος τότε ήταν φρούραρχος της πόλης. Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο τον Φωτάκο να μας αφηγηθεί αυτό το γεγονός, με τον μοναδικό του τρόπο.

 

« … Μετά ταύτα έλαβα διαταγήν του αρχηγού μου να ζητήσω τα κλειδιά του φρουρίου από τον Αλή πασά, όστις ήτο φρούραρχος. Ούτος ήτον ο Αλή μπέης Αργίτης, όστις προηγουμένως έλειπεν εκτός της Πελοποννήσου, και έπειτα ήλθε μετά του Δράμαλη, διορισθείς πασάς υπό του Σουλτά­νου, και τούτο διότι ακολούθησε τον Χουρσίτ πασάν, αρχηγόν των στρατευμάτων, εις την κατά των Ιωαννίνων και του Αλή Πασά εκστρατείαν, κατά την οποίαν εγένετο πασάς τρί­της τάξεως ο Αλή μπέης και διωρίσθη συνάμα και φρούραρ­χος Ναυπλίου, διότι το φρούριον ήτον εκ των επισήμων και δεν διωρίζετο άλλος ειμή Πασάς φρούραρχος.

Αφού έλαβα την διαταγήν επήγα εις την οικίαν του, (η οποία ήτο μεγάλη και έκειτο πλησίον των καφενείων, αγορα­σθείσα έπειτα επί της ελληνικής διοικήσεως από τον Εμμαν. Ξένον, και εις την οποίαν κατόπιν εκατοίκησεν ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, και επί τέλους ηγοράσθη υπό του δήμου Ναυπλιέων δια δημοτικόν κατάστημα) δια να αναγγείλω προς αυτόν την διαταγήν του αρχηγού μου.  Άμα εμβήκα εις  την οικίαν, τον ηύρα καθήμενον, και εγώ επίσης εκάθησα, έμπροσθεν αυτού. Αλλ’ αυτός εθεώρησε τούτο ως προσβολήν και άρχισε να στεναχωρήται και να στρίβεται, διότι έμπροσθεν των Πασάδων δεν ήτο συγχωρημένον να καθίση κανείς, διότι τούτο θεωρείται θρησκευτικόν αμάρτημα.

Κατόπιν τον εφοβέρισα και του είπα να εκτελέση την διαταγήν του αρχηγού μου, ειδεμή θα παραγγείλω την άρνησιν εις αυτόν και θα διατάξη την είσοδον του στρατού εις την πόλιν. Ο πασάς ακούσας ταύτα εφοβήθη και εκάλεσεν ένα καβάσην και τον διέταξε να φέρη τα κλειδιά του φρουρίου, όστις και τα έφερεν επάνω εις ένα δίσκον, επί του οποίου ήτον εστρωμένον κάλυμμα (τζεβρές) χρυσούν˙ έπειτα ο ίδιος ημισηκωθείς, έλαβε τα κλειδιά και μου είπε˙ «λάβε τα, δόστα του αρχηγού σου, και ειπέ του εκ μέρους μου να λυπηθή του Θεού τα πλάσματα», εννοών τα πολιορκημένα γυναικόπαιδα.

 

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

 

Αφού έλαβα τα κλειδιά, δια να τον καταφρονήσω, τα επέταξα μακράν και έμπροσθέν του, και είπα εις ένα των στρατιωτών να τα λάβη και να υπάγη έξω δια να ανοίξουν την πύλην της ξηράς. Τούτο του εκακοφάνη περισσότερον**. Ταύτα όλα έπραξα, διότι προηγουμένως ο Ισούφ μπέης, κάτοικος Ναυπλίου και γνωστός μου, με είχε παρακινήση να κακομεταχειρισθώ τον Πασάν, διότι ήτο χριστιανομάχος και κακός άνθρωπος. Οι δύο ούτοι Τούρκοι ετρώγοντο μεταξύ των παλαιότερα, και ο πασάς πολλάκις ερραδιούργησε τους κατοίκους του Ναυπλίου να διώξουν τον Ισούφ μπέην, ως χριστιανόν από την μητέρα του, και διότι είχεν ανταπόκρισιν μετά των Ελλήνων αποστατών.

Αληθινά η μητέρα του Ισούφ μπέη και του αδελφού του Ζουλ Φουκάρ μπέη, ήτο χριστιανή, και προτού επαναστατήσωμεν και εγώ την είδα. Ο αδελφός της έζη εις την νήσον Σπέτσαι και ωνομάζετο ο Νικολής της Πασίνας. Ο πατήρ του Ισούφ μπέη την είχεν αιχμαλωτίση, και έλαβεν αυτήν σύζυγον από την πρώτην επανάστασιν του 1769. Ούτος ωνομάζετο Αχριέτης Σαλαμπάσης, και ήτον ο πρώτος Πασάς της Πελοποννήσου, ο οποίος εστάλη εις την Τριπολιτσάν, ήτις έκτοτε εγένετο η έδρα και εδιοικείτο από το κέντρον αυτής η Πελοπόννησος, διότι πρότερον οι πασάδες είχον την έδραν των εις το Ναύπλιον.

Ο πασάς αυτός ήτο πολύ αγαπημένος από τον Σουλτάνον, διότι είχε προσφέρη πολλάς εκδουλεύσεις προς αυτόν της Πελοποννήσου, και προ πάντων επανέφερε την ευταξίαν μετά την επανάστασιν του 1769. Προ του έτους 1780 και ύστερον μετά την καταστροφήν των Αλβανών εν Πελοποννήσω, ο προ αυτού Πασάς, είχε κατασκευάση πύργον, από τας κεφαλάς των Αλβανών, έξωθεν της Τριπόλεως, η οποία τότε δεν είχε τείχος, και αυτός ο Πασάς Σαλαμπάσης εζήτησε την άδειαν παρά του Σουλτάνου να περιτειχίση την Τριπολιτσάν και ετελείωσε το έργον δια της αγγαρείας των ραγιάδων Ελλήνων. Επειδή δε ο Ισούφ μπέης ήτον ήμερος και αγαθός άνθρωπος, συνανεστρέφετο πάντοτε με τους Έλληνας και ήθελε το καλόν των, οι άλλοι Τούρκοι εμίσουν αυτόν, και τον έλεγαν ρωμηόν δια την μητέρα του.

Τον εγνώρισα κατά τα μέσα 9βρίου του 1820, όταν ήλθον από την Ρωσσίαν δια την επανάστασιν, διότι κατά διαταγήν του Γκούστη επήγον εις Ναύπλιον μετά του συντρόφου μου και Διερμηνέως Δημ. Αρκαδινού, δια να παρατηρήσωμεν και κατασκοπεύσωμεν τα φρούρια και την πόλιν.  Εγώ εφόρουν φορέματα ευρωπαϊκά και επροσποιούμην τον ξένον, ο δε Αρκαδινός τον διερμηνέα, δια να μη μας υποπτευθούν οι Τούρκοι. Αφού εμβήκαμεν εις το Ναύπλιον, ο Ισούφ μπέης μας επήρεν εις το σπήτι του, και έπειτα μας εσυνώδευσε και περιήλθαμε την πόλιν, διότι εις πάντα άλλον ήτο εμποδισμένον.

Κατά την ημέραν εκείνην εγένετο υπό του φρουράρχου η διανομή των αλεύρων και των παξιμαδίων εις την φρουράν. Αλλ’ επειδή τα μεν άλευρα ήσαν πικρά, τα δε παξιμάδια εσκουλίκιασαν, ταύτα υποχρεωτικώς εδίδοντο εις τους ραγιάδες, οίτινες εχρεώστουν να αποδώσουν ίσον ποσόν καθαρού σίτου από εκείνον τον οποίον έμελλον να θερίσουν κατά το ερχόμενον έτος 1821. Ημείς εχαίρομεν βλέποντες ότι το φρούριον δεν είχε τροφάς.

Εν τούτοις ο Ισούφ μπέης μας ωδήγησε και έξω του Ναυπλίου, και όταν επλησιάσαμεν εις την πύλην της ξηράς μας είπε να ίδωμεν επάνω, και ημείς αναβλέψαντες ίδομεν μίαν μεγάλην μάχαιραν κρεμαμένην, από επάνω από την θύραν του φρουρίου, και τότε μας είπεν ότι τούτο σημαίνει ότι δια της μαχαίρας αυτής εκυρίευσαν οι Τούρκοι το φρούριον, και ότι οι απλοί εξ αυτών δοξάζουσιν ότι κάθε Παρασκευή η μάχαιρα αύτη στάζει αίμα, αλλ’ ο Ισούφ ήτο γραμματισμένος και δεν επίστευσεν εις το τοιούτον. Τοιουτοτρόπως εγνώρισα τον Ισούφ μπέην, και δια την γνωριμίαν μας τον συνέδραμον, διότι όταν οι Τούρκοι κατά την συνθήκην έφευγαν από το Ναύπλιον εις την Ανατολήν, παρακάλεσα τον καπετάν  Άμιλτον, να δεχθή αυτόν και όλην του την οικογένειαν εις το πλοίον του, και τους εδέχθη.

Τον Άμιλτον εζήτησαν οι Τούρκοι δια να παρευρεθή και αυτός κατά την εκτέλεσιν της συνθήκης προς περισσοτέραν ασφάλειαν, διότι τότε η Αγγλία ήτο σφόδρα φιλότουρκος. Ο Ισούφ μπέης επέστρεψε πάλιν εις την Ελλάδα μετά την έλευσιν του Κυβερνήτου, και η Κυβέρνησίς του τον διώρισεν υπάλληλον προς μετάφρασιν των τουρκικών εγγράφων, τα οποία απέλειπον εις τας ιδιοκτησίας. Μετά δε ταύτα και μετά την αναχώρησιν των εν Ναυπλίω Τούρκων, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, έγεινεν όργανον άλλων επιθυμούντων να εκδιώξωσιν εμέ και τον Σπυρ. Σπηλιωτόπουλον, υπασπιστήν του πατρός του, από την ανατεθείσαν εις ημάς υπηρεσίαν, και εν μια των ημερών με ετραυμάτισε δια μαχαίρας εις τον αγκώνα του αριστερού βραχίονος.

Η επιβουλή αύτη εφανερώθη κατόπιν˙ οι αδελφοί Γιατράκος Παναγιώτης και Γεώργιος κατέβαλαν πολλήν επιμέλειαν και η πληγή μου εθεραπεύθη, χωρίς να χάσω το χέρι μου. Αλλ’ έπειτα ασθένησα από τον τύφον, όστις εγεννήθη εντός του Ναυπλίου. Η επιδημία αύτη υπήρξε φοβερωτέρα εκείνης, η οποία έγινεν εις την Τριπολιτσάν, διότι εθέρισε πολλούς Έλληνας, οίτινες εμβήκαν έξωθεν και από τον καθαρόν αέρα εις το Ναύπλιον. Ούτοι άμα εισήλθον έλαβον τα φορέματα και τα άλλα πράγματα των Τούρκων και από αυτά εμολύνθησαν.

 

Η πλατεία Πλατάνου ( Συντάγματος) με το Σεράι του Μορά Πασά και το Βουλευτικό, σχέδιο σε μολύβι, L. Lange, 1834.

 

Η νόσος αύτη είχε πολλά πρωτοφανή και παράξενα συμπώματα και αποτελέσματα. Όστις κατελαμβάνετο από αυτήν ήτο αδύνατον να ζήση, και όστις έζη και διέφευγεν αυτήν, εστερείτο μιαν από τας αισθήσεις του, ή το φως του, ή την μνήμην του, ή την ακοήν.

Όταν η νόσος έφθανεν εις την ακμήν της, ο πάσχων ετρελαίνετο και η φαντασία του ανέβαινεν υψηλά. Πολλοί εκ των αρρώστων εσηκώθησαν, οι μεν την νύκτα, οι δε την ημέραν να κολυμβήσουν εις την θάλασσαν όπου και επνίγησαν, ερρίπτοντο δε εις την θάλασσαν δια να δροσισθούν, διότι η φλόγα των μέσα ήτον αθεράπευτος. Άλλοι πάλιν ενόμιζον ότι το έδαφος ήτο θάλασσα και έριπτον εαυτούς από τα παράθυρα της οικίας των κάτω εις την γήν, αφού προηγουμένως εκδύοντο και άφιναν τα ενδύματά των  δια να μη βραχούν˙ όσοι δε από το πέσιμον εσώζοντο, εγύριζαν γυμνοί εις την πόλιν, και κανείς δεν τους εσυμάζωνεν, όλος δε ο κόσμος από τον φόβον της νόσου έφευγεν.

Τινές δε εφαντάζοντο ότι ήσαν ιερείς και περιφερόμενοι μέσα εις τας οικίας των εμιμούντο τους ιερείς ιερουργούντας εις την Εκκλησίαν. Πολλοί από τους ευρεθέντας τότε εκεί Γερμανούς φιλέλληνας και νεωστί ελθόντας, δια να προσφέρωσι τον εαυτόν των θυσίαν εις την κλασικήν γην των αρχαίων Ελλήνων, – διότι και τα διαβατήριά των τοιαύτα ήσαν και ούτος έλεγον: «Θεέ, σώσον την Ελλάδα! Απέρχεται ο δείνα (ενταύθα εσημειούτο το όνομα, το επίθετον και η πατρίς του) να συναγωνισθή μετά των αδελφών Ελλήνων, ελευθερόνων την πατρίδα του Επαμινώνδα, του Θεμιστοκλή, του Περικλή και των λοιπών Ελλήνων, και τα διαβατήρια υπέγραφον τα μέλη μιας φιλελληνικής επιτροπής υπό το όνομα κομιτέ, – αυτοί όλοι εχάθηκαν οι δυστυχείς δωρεάν, διότι δεν είχον κανένα συγγενή να τους συμμαζώξη και να τους περιποιηθή, άλλως τε δεν εγνώριζον και την γλώσσαν δια να εξηγούνται.

Αν δε κανείς εξ’ αυτών είχε σώας τας φρένας και επήγαινε γυρεύοντας να εύρη νερόν, να σβύση την φωτιά η οποία μέσα του εκαίετο, καμμίαν βοήθειαν δεν εύρισκε, διότι έφευγαν οι γεροί από κοντά του δια να μη μολυνθούν, και τούτο όχι μόνον εις τους φιλέλληνας εγίνετο, αλλά και εις τους ιδίους συγγενείς των πασχόντων, οίτινες και αυτοί ακόμα τους άφιναν. Εκτός δε τούτων ούτε ιατρούς, ούτε νοσοκομείον, ούτε άλλο τίποτε μέσον θεραπείας υπήρχεν. Οι Έλληνες χωρικοί εφοβούντο να τους πλησιάσουν, όχι δια να μη μολυνθούν και πάθωσι και αυτοί, αλλά κυρίως εκ της προλήψεως ότι οι προσβαλλόμενοι από την νόσον δαιμονίζονται.

Εν τούτοις πολλοί εκ των χωρικών, οίτινες είχον έλθη δια τα λάφυρα, επήραν τα παληόρρουχα τα μολυσμένα και έφερον την αρρώστιαν εις τα χωριάν των, από την οποίαν πολλοί απέθανον. Πολύ έβλαψεν η ώρα του έτους και η θέσις της πόλεως, διότι ήτο χειμών, και έβρεχε και η υγρασία ήτο πολύ μεγάλη. Πολλά τότε συνέβησαν αλλόκοτα και παράδοξα ένεκα της νόσου, αλλά το μάλλον περιεργότερον είναι το ακόλουθον.

Όπισθεν του ναού του Αγ. Γεωργίου υπήρχον καμάραι και ερείπια οικιών, αίτινες είχον νεωστί καταπέση, και ήσαν ξύλα πολλά, τα οποία οι Έλληνες μετεχειρίζοντο δια να καίωσι φωτιάν. Δύο αρρώστων η φαντασία εσυμφώνησε να υπάγουν να κλέψουν ξύλα από τον σωρόν των ερειπίων, και αφού επήγαν εκεί επιάσθηκαν μεταξύ των, και ο ένας εμπόδιζε τον άλλον. Ο ένας από αυτούς ήτο Χίος, Τζωρτζέτος Ράλλης ονομαζόμενος, ανεψιός του μισέ Θανάση γνωστού εις το Ναύπλιον. Αυτός έζησε, διότι τον εγνώρισα εις το Ταϊγανρόκ της Ρωσσίας κατά το 1817 και τον επεριποιήθην εις την αρρώστιαν του. Εγώ ήμην 28 ημέρας άρρωστος κλεισμένος εις ένα δωμάτιον. Ο Παναγιώτης Χρυσανθόπουλος, ο μετονομασθείς Κακλαμάνος, με επεριποιήθη προς καιρόν, αλλ’ ύστερον με παρήτησε και έφυγε κρύφα.

Είχαν καρφώση τα παράθυρα και την θύραν μήπως φύγω και κρημνισθώ, υπέφερα πολύ, ελαττώθη το μνημονικόν μου και η ακοή μου, και μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου πάλιν τα επανέκτησα. Τοιαύτη ήτον η λοιμική νόσος του Ναυπλίου εκ ταύτης δε, καθώς και εκ της προστεθείσης της Τριπολιτσάς, απέθανον περισσότεροι άνθρωποι, παρά εις τους μέχρι γενομένους πολέμους. Είπομεν ανωτέρω ότι πολλοί εκ των ευρεθέντων Γερμανών φιλελλήνων, και νεωστί ελθόντων απέθανον από την νόσον. Ούτοι σωθέντες μετά του Πέτα την ατυχή μάχην, έμειναν ως ζύμη του τακτικού, και εκείθεν ήλθαν εις το Λουτράκι και εις την Κόρινθον, έπειτα πάλιν, ως ενθυμούμαι, εβγήκαν κατά την Πιάδα και το Λιγουργιόν, και ύστερον ετοποθετήθησαν εις το Ξεροκάστελλον και εις το μοναστήριον του Αγίου Δημητρίου, και ούτω έλαβον μέρος και αυτοί εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου.

Αν και δεν ήσαν πολλοί, διότι δεν υπερέβαινον τους διακοσίους, όμως οι άνδρες αυτοί ανέλαβον τον αγώνα να φυλάττωσιν ως σκοποί νύκτα και ημέραν.  Εστάλαξαν οι πτωχοί εις τα πόδια των, και είναι άξιοι επαίνου δια την επί ένα περίπου μήνα τοιαύτην υπηρεσίαν των, διότι ωφέλησαν την πολιορκίαν, και μάλιστα αυτοί πρώτοι των άλλων Ελλήνων κατά την άλωσιν εμβήκαν μέσα εις το Παλαμήδιον. Δεν ενθυμούμαι τα ονόματά των δια να μνημονεύσω και να πλέξω στέφανον της καρτερίας των. Και όμως μέχρι τέλους αδικήθηκαν εις την διανομήν των λαφύρων, διότι τα επήραν οι άτακτοι.

Αν έβλεπέ τις τούτο το τακτικόν σώμα πως έγεινε τότε και πως ήτον ενδεδυμένον ποτέ, δεν θα το ελησμόνει, αλλ’ ούτε ημπορεί τις να το ζωγραφήση, διότι προς τούτο θέλει όλα του κόσμου τα χρώματα. Εφόρουν παραδείγματος χάριν μπινίσια τουρκικά διαφόρων χρωμάτων και της γούνες ανάποδα και μακρόθεν εφαίνοντο ωσεί αρκούδες ή καμήλες. Εις δε τας κεφαλάς των εφόρουν καβούκια τουρκικά. Άλλοι εξ’ αυτών ήσαν ξυπόλυτοι, και άλλοι πάλιν εφόρουν κόκκινα υποδήματα και κίτρινα και μέστια γυναικεία. Πολλοί δε άλλοι είχον αντί μανδύας, παπλώματα εις την ράχιν των. Οι δε σκοποί μακρόθεν δεν διεκρίνοντο αν ήσαν άνθρωποι. Έβλεπέ τις μόνον ένα πράγμα και εμαύριζε και μόνον από την ορθήν λόγχην του όπλου εγνωρίζοντο ότι ήσαν σκοποί.

Ο δε καιρός ήτο χειμώνας και έκαμνε κρύο πολύ, και δια τούτο υπέφερον οι πτωχοί. Ο αρχηγός των και οι λοχαγοί έδειξαν μεγάλην γενναιότητα και καρτερίαν αμίμητον, και όπως η μητέρα τρέφει και περιποιείται τα παιδιά της, έτσι και αυτοί επιμελούντο τους στρατιώτας των. Είχον δε ούτοι και ολημέρα πόλεμον με την έλλειψιν των αναγκαίων μέσων, διότι έως να εύρουν το ένα, τους έλειπε το άλλο, και δια ταύτα τα αίτια και άλλα ακόμα, ποτέ εις την Ελλάδα δεν ηδυνήθη να πήξη αυτό το σώμα των τακτικών. Όλοι δε οι Γερμανοί υπήρξαν οι ειλικρινέστεροι και αφιλοκερδότατοι φίλοι της Ελλάδος, και δια τας τοιαύτας αρετάς εμάκρυνα τον λόγον περί αυτών».

   

Υποσημειώσεις

 


  

* Ο παρ’ ημίν Αρειοπαγίτης κ. Σ. Ανδρόπουλος, κάτοχος, ως γνωστόν, των πολυτίμων ανεκδότων χειρογράφων του Φωτάκου, του διατελέσαντος γραμματέως του αειμνήστου Κολοκοτρώνη, ευηρεστήθη να χορηγήση ημίν προς δημοσίευσιν το υπ’ όψιν απόσπασμα, εν ω ζωηρώς εξεικονίζεται μια θλιβερά σελίς του Εθνικού Αγώνος.

** Εις τα προεκδοθέντα απομνημονεύματά μου εντράπην ν’ αναφέρω ότι εγώ επήρα τα κλειδιά του Ναυπλίου από τον Πασάν. Αλλ’ επειδή είδον πολλούς άλλους λέγοντας ότι αυτοί τα έλαβον, και να φορτώνονται τόσα βάρη, δια τούτο και εγώ επεφάσισα να φορτωθώ ότι έπραξα κατά διαταγήν του αρχηγού μου.

 

Πηγή

 
  • Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, « Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1893»,  Εν Αθήναις 1893.

 


  

  

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό « Κίνδυνοι για την υγεία που μπορούν να αντιμετωπισθούν»


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  16  Ιανουαρίου 2011   και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα μιλήσει:

 

ο  κ. Πάρις Δ. Χριστακόπουλος

Αμ. Επ. Καθηγητής Παθολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα:

« Κίνδυνοι για την υγεία που μπορούν να αντιμετωπισθούν».

Θα ακολουθήσει συζήτηση. Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

 

Πάρις Δ. Χριστακόπουλος

 

Γεννήθηκε στη Μεσσήνη Μεσσηνίας. Το 1937 εγκαταστάθηκε στο Άργος, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε στο Γυμνάσιο ως καθηγητής μαθηματικών. Μαθήτευσε στο Γ΄ Δημοτικό Σχολείο Άργους και στο Γυμνάσιο Άργους. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ειδικεύτηκε στην Παθολογία στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», όπου υπηρέτησε στη συνέχεια ως βοηθός και επιμελητής. Εκπόνησε Διδακτορική διατριβή και ανεκηρύχθει Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1965.

Μετεκπαιδεύτηκε στο Σακχαρώδη Διαβήτη στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Harvard ( Βοστώνη Η.Π.Α.) όπου διετέλεσε και επιμελητής καθώς και ερευνητής μεταξύ 1970-1973.

Υπηρέτησε ως επιμελητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Ιπποκράτειο Νοσ. Αθηνών και στη συνέχεια ως Υφηγητής Παθολογίας μετά την εκπόνηση διατριβής και Υφηγεσίας το 1979.

Από το 1981 ως άμισθος Καθηγητής Παθολογίας ανέλαβε ως Διευθυντής την Α΄  Παθολογική Κλινική του Νοσοκομείου «Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός» όπου παρέμεινε ως Διευθυντής μέχρι το 2002 οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.

Έκτοτε και μέχρι σήμερα συνεχίζει τη διδακτική του δραστηριότητα στον τομέα μετεκπαίδευσης των ιατρών στο Σακχαρώδη Διαβήτη. Έχει συμμετάσχει στην εκπόνηση άνω των 300 επιστημονικών εργασιών, έχει συγγράψει και μετέσχε στη συγγραφή δεκάδων επιστημονικών  βιβλίων. Έλαβε μέρος ως πρόεδρος ή ομιλητής σε περισσότερα από 700 επιστημονικά συνέδρια, σεμινάρια, ημερίδες ή μεμονωμένες ομιλίες.

 

Read Full Post »

Δωροβίνης Βασ. Κώστας (1904-1992)

 

  

Ο Κ. Δωροβίνης το 1958

Γεννήθηκε την 4-12-1904 στο χωριό Ήρα Αργολίδας, σε πολυμελή αγροτική οικογένεια. Αδελφός του ο γυμνασιάρχης και συγγραφέας Ηλίας Δωροβίνης. Ο πατέρας του εκπατρίστηκε στην περιοχή του Σωλτ Λαίηκ Σίτυ των ΗΠΑ και δούλεψε για μια εικοσαετία σε μεταλλευτικές επιχειρή­σεις. Πρόγονός του ο αγωνιστής της επανάστασης Αγγελής Δωροβίνης (Ντοροβίνης) και στην ευρύτερη οικογένεια ο έμπορος και μέλος της Φιλικής Εταιρείας Κωνσταντής Ντοροβίνης, μέλος της πρώτης επανα­στατικής επιτροπής («Κατζελλαρίας») του Άργους, τον Απρίλιο 1821.

Τελειώνει από τους πρώτους στη νέα Οδο­ντιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθη­νών, ως χειρούργος Οδοντίατρος, και παίρ­νει και το δίπλωμα του παθολόγου. Αποφα­σίζει και εγκαθίσταται στο Άργος τον Φεβρουάριο του 1927 και στις 8 Απριλίου του ιδίου έτους αρχίζει να λειτουργεί το δικό του ιατρείο. Υπήρξε από τους θε­μελιωτές της επιστημονικής Οδοντιατρικής στο νομό Αργολιδοκορινθίας, τότε, όπου το επάγγελμα ασκούσαν εμπειροτέχνες («πρακτικοί») οδοντίατροι. θεράπευ­σε ανελλιπώς την επιστήμη του μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970. Επιστημονικές εργασίες του δημοσίευσε σε περιοδικά της ειδικότητάς του.

Ήταν και από τους πρώτους οδοντιάτρους στο νομό που ενθάρρυναν την προσφυγή σε ορθοδοντικές μεθόδους. Παράλληλα, με διαλέξεις και ομιλίες του προήγαγε την εκλαϊκευμένη οδοντιατρική γνώση στο κοινωνικό σώμα, σε εποχή που αυτό, από μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, θεωρείτο περιττή «πολυτέλεια». Συμμετείχε ως ιδρυτικό μέλλος στη δημιουργία του προοδευτικού συλλόγου «Νέα Ζωή» στο ‘Αργος, προπολεμικά, και υπήρξε ο ιδρυτής της «Υπαίθριας Ζωής» στο ‘Αργος, που προήγαγε την ιδέα της φυσιολατρίας και του συλλογικού εκδρομισμού στην περιφέρεια της Αργολίδας. Ενεργό μέλος υπήρξε, μετέπειτα, και σε άλλα κοινωφελή σωματεία.

Στην πολιτική, διετέλεσε ενεργός πολίτης και αγωνιστής στη δη­μοκρατική παράταξη. Δέχθηκε τις πρώτες διώξεις επί δικτατορίας του Μεταξά. Τον Οκτώβριο του 1944 ήταν ο πρώτος δήμαρχος της Απελευθέρωσης στο Άργος, με υπόδειξη όχι μόνο των αντιστασιακών οργανώσεων αλλά και πολιτών κάθε πολιτικής παράταξης. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1945 έπαιξε ενεργό ρόλο στις πρώτες προσπά­θειες ανασυγκρότησης της πόλης από το χάος και τη ναζιστική κατοχή και ανέλαβε το αξίωμα του απαιτώντας – και πετυχαίνοντας με τη συνεργασία και του τότε ιεροκήρυκα και μετέπειτα μητροπο­λίτη Αργολίδας Χρυσόστομου Δεληγιαννόπουλου – την άμεση απελευθέ­ρωση όλων των ομήρων, από οποιουσδήποτε και αν κρατούνταν.

Για τον ρόλο του αυτό «επιβραβεύτηκε» κατά την μετέπειτα ανώ­μαλη περίοδο με σύλληψη, με κράτηση για ένα διάστημα σε αντίσκηνα στο Ναύπλιο (οπότε και υπέστη σοβαρό κλονισμό η υγεία του) και με αδιάκοπες διώξεις. Αργότερα, εξελέγη επανειλημμένα δημοτικός σύμβουλος ‘Αργους και στήριξε, με μια δράκα ανθρώπων τις σπορα­δικές προσπάθειες για ανόρθωση της πόλης. Στον τοπικό τύπο δημοσίευσε κατά καιρούς άρθρα και απόψεις του, ενώ έχει συντάξει σημειώσεις για ιστορικά γεγονότα στην πόλη. Στις 28-4-38 νυμφεύθηκε την Φανή Βασ. Νανοπούλου και απέκτησε δυο παιδιά, τον Βασίλη και την Κατερίνα. Στις 28 Ιουνίου 1992, πέθανε και κηδεύτηκε στο Άργος, ετάφη σε οικογενειακό μνήμα στο χωριό Πυργέλα. 

 

Πηγή

 


  •  Περιοδικό «Αναγέννηση», τεύχος 301, σελ. 23, Άργος – Ιούλιος, 1992.

 

 

Read Full Post »

Οι Κυβερνητικές πολιτικές υπέρ της δημόσιας υγείας των κατοίκων του Ναυπλίου (1821-1832)


 

Η απουσία ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και κοινωνικής πρόνοιας ασθενών και τραυματιών έγινε ιδιαίτερα αισθητή στον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Οι Έλληνες από τις πρώτες κιόλας μέρες του αγώνα της Ανεξαρτησίας είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός από τους τραυματίες των μαχών και τους νοσούντες από επιδημικές και όχι μόνο ασθένειες. Αναπόφευκτα δηλαδή επακόλουθα των ανύπαρκτων μέτρων υγιεινής που χαρακτήριζαν τα στρατόπεδα των μαχητών και τις πόλεις που συγκεντρώνονταν οι πρόσφυγες.

 

Το Παλαμήδι και αριστερά κάτω, τμήμα του παλαιού Στρατιωτικού Νοσοκομείου, δεκαετία 1930.

 

Σε κείμενα της εποχής συχνές είναι εξάλλου οι αναφορές για την εμφάνιση επιδημιών στην Πελοπόννησο, όπως η πανώλη, ο εξανθηματικός τύφος, η δυσεντερία, η χολέρα, η ευλογιά, οι οποίες στο πέρασμά τους προκαλούσαν περισσότερα θύματα ακόμα και από τις πολεμικές αναμετρήσεις. Παρά τη λήψη εκτάκτων μέτρων που έλαβαν οι προσωρινές κυβερνήσεις (1821-1827) και ο Ιωάννης Καποδίστριας (1828-1831), τα καταστρεπτικά αποτελέσματα των επιδημιών δεν έλειψαν καθ’ όλη τη διάρκεια των συγκρούσεων.

Από τις πλέον ευάλωτες στις λοιμικές νόσους περιοχές ήταν το Ναύπλιο, εξαιτίας των στρατευμάτων που στρατοπέδευαν στην πόλη και του άμαχου πληθυσμού που καθημερινά συνέρρεε εκεί επιζητώντας ασφάλεια. Η πόλη ως έδρα της Κυβέρνησης λογικό ήταν να τραβήξει την προσοχή των ιθυνόντων για τη λήψη κατάλληλων υγειονομικών μέτρων και νοσηλευτικής φροντίδας από την αρχή κιόλας του Αγώνα. Στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε αναγκαίο να ιδρυθούν εθνικά νοσηλευτικά ιδρύματα – αρχικά στο Ναύπλιο- και να συγκροτηθούν υγειονομεία.

 

Νοσηλευτικά ιδρύματα


 

Η ίδρυση νοσοκομείου στο Ναύπλιο για την ίαση ασθενών και τραυματιών σημειώνεται από τους πρώτους κιόλας μήνες της απελευθέρωσης της πόλης (Μάρτιος 1823). Για να καλυφθούν μάλιστα οι ανάγκες – που συνεχώς αυξάνονταν- το εν λόγω ίδρυμα λειτουργούσε ως «κοινό», δηλαδή στους χώρους του συνυπήρχαν πολίτες και στρατιωτικοί. Η κοινή χρήση του νοσοκομείου προκύπτει από διάφορα έγγραφα, όπως το μηνιαίο οικονομικό απολογισμό για το μήνα Οκτώβριο (11.11.1825). Σύμφωνα με τον οποίο το ίδρυμα αποτελείτο από δύο τμήματα, το «νοσοκομείον των πληγωμένων» και το «νοσοκομείον των ασθενών». Από σχετική αλληλογραφία του Εκτελεστικού προς το Βουλευτικό γίνεται γνωστό πως το νοσοκομείο εξυπηρετούσε και τις ανάγκες του Τακτικού Σώματος.

Η νοσηλευτική κατάσταση στην πόλη διαφοροποιείται την καποδιστριακή περίοδο, αφού μέσα στο 1828 ο Κυβερνήτης δημιούργησε ξεχωριστά νοσοκομεία για τους πολίτες και τους στρατιωτικούς. Τα δύο νοσηλευτικά ιδρύματα που λειτούργησαν στο Ναύπλιο από το 1828 έως το 1832 ήταν το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας ή Νοσοκομείον του Κανονοστασίου των Πέντε Αδελφών και το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας. Η ύπαρξή τους στην πόλη, σε συνδυασμό με τα υγειονομεία αποτελούν δείγματα της υγειονομικής πολιτικής που ο Καποδίστριας σκόπευε να εφαρμόσει σ’ ολόκληρη τη χώρα. Η παρούσα μελέτη ασχολείται με τα ανωτέρω ιδρύματα, καθώς δε θα πρέπει να μας διαφεύγει πως αυτά ήταν τα πρώτα κρατικά νοσοκομεία στον ελλαδικό χώρο.

 

Πολιτικά νοσοκομεία


 

Τρεις μήνες μετά την απελευθέρωση του Ναυπλίου παρατηρείται η ύπαρξη στην πόλη πολιτικού νοσοκομείου. Εξαιτίας όμως των ειδικών συνθηκών που επικρατούσαν η οργάνωσή του υπήρξε υποτυπώδης με αποτέλεσμα να απέχει πολύ από τη λειτουργία ενός νοσηλευτικού ιδρύματος  όπως  την  αντιλαμβανόμαστε  σήμερα. Έως το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου (1823) – οπότε και διέκοψε προσωρινά τη λειτουργία του- το νοσοκομείο προσέφερε τις υπηρεσίες του στον άμαχο πληθυσμό, σε πολυάριθμους από τύφο ασθενείς και σε στρατιωτικούς. Πρώτος γιατρός του ιδρύματος ήταν ο Γερμανός φιλέλληνας Φρειδερίκος Βολόης, ο οποίος μας πληροφορεί πως κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στο νοσοκομείο (1823) περιέθαλψε περισσότερους από 400 ασθενείς.

Η αναστολή της λειτουργίας του νοσοκομείου άφησε δυσαναπλήρωτο κενό στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας και κατέστησε φανερή την αναγκαιότητα της επαναλειτουργίας του. Οι προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση άρχισαν από τα τέλη του 1823. Αυτό προκύπτει άλλωστε από έγγραφο που απέστειλε ο φρούραρχος του Ναυπλίου, Νικηταράς, προς το Υπουργείο των Εσωτερικών με το οποίο ζητούσε να λειτουργήσει ξανά το νοσοκομείο. Χωρίς τελικά να εισακουστεί το αίτημά του.

Λίγους μήνες αργότερα την πρόταση – που αυτή τη φορά είχε θετική ανταπόκριση- επανέλαβαν στους ιθύνοντες οι Φρ. Βολόης και Νικόλαος Γερακάρης. Έτσι, τον Αύγουστο του 1824 η κυβέρνηση του Γ. Κουντουριώτη ικανοποιώντας και την απαίτηση των πολιτών παραχώρησε « εθνικήν τινά οικίαν εις την κοινότητα του Ναυπλίου, όπως χρησιμεύση ως Νοσοκομείον προς περίθαλψιν των ενδεών εκείνων, οίτινες από τας κακοπαθείας του πολέμου υποπίπτοντες εις νόσον απέθνησκον οτέ  μεν, εν ταις οδοίς οτέ δε εν κατωγείοις». Την διεύθυνση του ανασυσταθέντος νοσοκομείου ανέλαβε διορισμένη επιτροπή αποτελούμενη από τους Νικόλαο Γερακάρη, γιατρό από την Κεφαλονιά, Νικόλαο Καλλέργη και Θεόδωρο Βαλλιάνο.

Το κτίριο που στεγάστηκε το νοσηλευτικό ίδρυμα φαίνεται πως ήταν μικρό και σε περιοχή ακατάλληλη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις ενός νοσοκομείου. Τον επόμενο χρόνο (1825) η ανάγκη για άμεση μεταστέγαση του ιδρύματος έγινε επιτακτική, καθώς λόγω «επιδημικής και ολέθριας νόσου εζητήθη υπό της Κυβερνήσεως αντί της μέχρι τότε ως νοσοκομείον χρησιμευούσης οικίας να παραχωρηθεί ετέρα εις θέσιν καταλληλοτέραν και υγειοτέραν, ως τοιαύτη δε παρεχωρήθη η εις ην ήδη διατελεί το Νοσοκομείον, αναγνωρισθείσα ως ιδιοκτησία δημοτική υπό της Κυβερνήσεως».

Το 1825 γιατρός του νοσοκομείου διορίστηκε ο Γερμανός φιλέλληνας Η. Treiber, ο οποίος αργότερα (1828) έγινε διευθυντής στο στρατιωτικό νοσοκομείο της πόλης. Στη συνέχεια προσελήφθηκε και δεύτερος γιατρός, ο Ηπειρώτης Λουκάς Βάγιας, γιατρός του Αλή Πασά και του Βύρωνα. Υπολογίζεται πως το έτος αυτό νοσηλεύονταν καθημερινά στο νοσοκομείο περισσότεροι από 40 ασθενείς.

Για τη συντήρηση του ιδρύματος και κατ’ επέκταση της εξασφάλισης της βιωσιμότητας του, η Κυβέρνηση επέβαλε ειδικούς φόρους. Τα σπουδαιότερα έσοδα του νοσοκομείου προέρχονταν από το Δικαστήριο των Λειών (1%) και από το ειδικό τέλος 1/4 του γροσίου (10 παράδες) επί τοις εκατό στα εισαγόμενα και εξαγόμενα από το τελωνείο του Ναυπλίου εμπορεύματα.

Στην οικονομική ενίσχυση του ιδρύματος συνέβαλλαν επίσης διάφορες συνδρομές πολιτών και έκτακτες εισφορές από την περιφορά ειδικού δίσκου βοηθείας στους ναούς της πόλης κατά τις εορτάσιμες ημέρες. Επειδή όμως οι παραπάνω πόροι θεωρήθηκαν ανεπαρκείς, με πρόταση του επιτρόπου του νοσοκομείου Πέτρου Περόγλου, προστέθηκε και ειδικός φόρος, ο οποίος επιβλήθηκε στους βιοτέχνες, στα μέλη του Βουλευτικού και Εκτελεστικού και στους υπουργούς. Αργότερα παραχωρήθηκαν για την οικονομική του ενίσχυση και έσοδα από την εκμίσθωση του δημοσίου στατήρα του Ναυπλίου και των Μύλων.

Στη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τον Καποδίστρια το νοσοκομείο ονομάστηκε Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίου. Στα χρόνια της αρτιότερης οργάνωσης και λειτουργίας του νοσηλευτικού ιδρύματος (1827-1833) γιατρός – διευθυντής και επιστάτης του ήταν ο Λευκαδίτης χειρουργός Πέτρος Στεφανίτσης. Το νοσοκομείο χρησιμοποιήθηκε έως το Μάιο του 1832 για τη νοσηλεία φτωχών, ορφανών, καταδίκων, υποδίκων, πορνών, ξένων και αιχμαλώτων πολέμου. Παράλληλα με το κρατικό αυτό ίδρυμα στην πόλη υπήρχαν και γιατροί οι οποίοι επισκέπτονταν ιδιωτικά τους ασθενείς στα σπίτια τους, όταν οι τελευταίοι διέθεταν τα ανάλογα οικονομικά μέσα.

Η Πύλη του Πολιτικού Νοσοκομείου πάνω από τον Ψαρομαχαλά, δεκαετία 1930.

Το 1832 το νοσοκομείο παραχωρήθηκε – ή καλύτερα επιτάχθηκε- από τα γαλλικά συμμαχικά στρατεύματα για την κάλυψη των αναγκών του, τα οποία μετά την αναχώρηση τους το παράδωσαν στο Β. Φρουραρχείο. Έκτοτε το νοσοκομείο και έως το 1836 έπαυσε να λειτουργεί ως κρατικό νοσηλευτικό κατάστημα. Πρόβλημα ακόμη παραμένει ο προσδιορισμός της ακριβούς θέσης της πρώτης οικίας-νοσοκομείου, καθώς και οι επόμενες μεταστεγάσεις του. Περισσότερη σιγουριά υπάρχει για το κτίριο του Α’ Νοσοκομείου, το οποίο τοποθετείται έξω από τα όρια της τότε πόλης – στη σημερινή συνοικία του Ψαρομαχαλά- στους ΒΔ πρόποδες της Ακροναυπλίας και πάνω από τον προμαχώνα των Πέντε Αδελφών.

Ως οικοδομική βάση, από τον Μ. Γ. Λαμπρυνίδη, θεωρούνται τα ερείπια του ιδρυθέντος στο Ναύπλιο κατά το τέλος του 14ου αιώνα – με έξοδα του Δούκα των Αθηνών και αυθέντη της Κορίνθου Ατζαγιόλι- Α’ Νοσοκομείου των Πτωχών, το οποίο ανακαινίστηκε από τον Καποδίστρια. Ο Γ. Δημακόπουλος αναφέρει ως περισσότερη πιθανή την εκδοχή να χρησιμοποιήθηκε σαν οικοδομική βάση το ερείπιο  παλιάς  οικίας,  που  ίσως να πρόκειται για εκείνη την οποία ζητούσε ο Νικηταράς το 1823.

Σε έγγραφό του 1853 «περί παραχωρήσεως της εντός του περιβόλου του Δημοτικού Νοσοκομείου αποθήκης» του Δημάρχου Ν. Μαράτου προς το Νομάρχη Αργολίδας δίνεται μια συνοπτική εικόνα για την ιστορία του νοσοκομείου από την ίδρυσή του. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ζητήθηκε το 1825 από την Κυβέρνηση και παραχωρήθηκε στο Δήμο Ναυπλίας «οικία ετέρα εις θέσιν καταλληλοτέραν και υγεινοτέραν… εις ην ήδη διατελεί το Νοσοκομείο», στοιχείο δηλαδή που πιστοποιεί ότι ήδη το 1825 το νοσοκομείο λειτουργούσε στην ίδια θέση που λειτούργησε αργότερα το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον.

Σε άλλο έγγραφο με το οποίο οι στρατιωτικές αρχές της πόλης παρέδωσαν το κτίριο του νοσοκομείου στην Βασ. Επαρχία Ναυπλίας (10.7.1836) αντλούσε στοιχεία για τη διαρρύθμιση του χώρου, σύμφωνα με τα οποία το οίκημα ήταν μεν τριώροφο, αλλά πολύ μικρό για να καλύψει τις νοσηλευτικές ανάγκες των κατοίκων του Ναυπλίου.

 

Το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον


 

Το παλαιό Στρατιωτικό Νοσοκομείο, δεκαετία 1930.

Ο Καποδίστριας αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα του ανέθεσε στο Βαυαρό συνταγματάρχη Karl Heideck να ιδρύσει στην πόλη νοσοκομείο για τους στρατιωτικούς, το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας (Αύγουστος 1828). Οι λόγοι που επέβαλλαν την ύπαρξη ενός τέτοιου ιδρύματος δεν ήταν μόνο συναισθηματικοί, αφού ο Heideck όντας ο ίδιος στρατιωτικός γνώριζε την κατάσταση που επικρατούσε στον τομέα της υγειονομικής φροντίδας των αγωνιστών, αλλά και πρακτικοί, αφού η περίθαλψη και η ίαση των ασθενών τόνωνε το ηθικό του στρατού, βελτίωνε τις συνθήκες διαβίωσής του και συνέβαλλε στη διατήρηση υγιών, εύρωστων και αξιόμαχων στρατιωτικών σωμάτων.

Το ίδρυμα ξεκίνησε τη δράση του τον Αύγουστο του 1828 και ως αμιγώς στρατιωτικό προσέφερε τις υπηρεσίες του έως τον Ιούνιο του 1832. Η έρευνα για το εν λόγω νοσοκομείο σταματά τον Ιούνιο του 1832, αφού έκτοτε δέχεται εκτός από στρατιώτες και πολίτες ασθενείς. Στη μετατροπή του ιδρύματος σε «κοινό» καθοριστικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι από το Μάιο του 1832 το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας επιτάχθηκε από τα γαλλικά στρατεύματα προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες τους.

Αναφορά για το συγκεκριμένο νοσοκομείο κάνει ο Heideck στα απομνημονεύματά του: «…Ίδρυσα και έκτισα δύο νοσοκομεία εν Ναυπλίω, ων το μεν εχρησίμευσεν ως πολιτικόν κατά διαταγήν του ΚυΒερνήτου, έτερον δε ως στρατιωτικόν εν Ίτς-Καλέ, όπου ιδρύθη και το Κεντρικόν Φαρμακείον…». Πρόσθετα στοιχεία για την επιλογή του χώρου, τη δυναμικότητα του, το προσωπικό του, τους πόρους λειτουργίας του, μας παρέχει και πάλι ο Heideck μέσω της παραίτησης που υπέβαλλε από την αρχηγία του Τακτικού Σώματος (3.7.1829) για λόγους υγείας.

Για τη θέση του ιδρύματος επιλέχτηκε χώρος μέσα στο κάστρο της Ακροναυπλίας (Ίτς-Καλέ) στα ανατολικά του Ωρολογίου, λόγω του ευκραούς του αέρος και της καλής του θέσεως. Στην ίδια περιοχή είχε την έδρα του και το Κεντρικόν Φαρμακείου.

Οι κτιριολογικές ανάγκες του νοσοκομείου καλύφθηκαν από την επισκευή παλαιότερου ερειπωμένου κτιρίου. Πρόκειται μάλλον για κτίριο ενετικής κατασκευής, όπως σημειώνει ο Δημακόπουλος ο οποίος εξέτασε τμήμα του ημιυπογείου του. Σε φωτογραφία της Ακροναυπλίας των αρχών του 20ου αιώνα εικονίζεται διώροφο κτίσμα λίθινης κατασκευής με τμήμα ημιυπόγειου, συνολικής έκτασης περίπου 500 τ.μ.

Η ύπαρξη και μόνο μιας οικοδομής δεν επαρκεί για να λειτουργήσει ένα νοσηλευτικό ίδρυμα. Για το σκοπό αυτό οι ιθύνοντες φρόντισαν από την αρχή να το στελεχώσουν κατάλληλα τόσο σε ιατρικό όσο και βοηθητικό προσωπικό. Τους πέντε πρώτους μήνες (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1828) το νοσοκομείο διέθετε πενταμελές προσωπικό: …αρχίατρον, φαρμακοποιόν, επιστάτην, γραίας τινάς (2) διά το μαγειρίον και το πλύσιμον… Σύντομα όμως (Δεκέμβριος 1828) λόγω του πλήθους των ασθενών – νοσηλεύονταν περισσότερα από 100 άτομα ανά μήνα – προσελήφθηκε και πρόσθετο νοσηλευτικό προσωπικό. Από τις αρχειακές πηγές προκύπτει επίσης πως στο νοσοκομείο αυξήθηκε και το ιατρικό προσωπικό, αφού από το Μάιο του 1830 το ίδρυμα διέθετε εκτός από αρχίατρο και δύο γιατρούς, τους Νικόλαο Χορτάκη και Ιωάννη Ολύμπιο.

Διευθυντής του στρατιωτικού νοσοκομείου από την πρώτη κιόλας μέρα της ίδρυσής του ανέλαβε ο Treiber. Ο τελευταίος διορίσθηκε αρχίατρος του στρατού και διευθυντής του εν λόγω ιδρύματος αμέσως μόλις ο Heideck ανέλαβε τη διεύθυνση του Τακτικού Στρατού. Ο Treiber κατείχε τη συγκεκριμένη θέση καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζουμε (1828-1832), όπως τουλάχιστον προκύπτει από αναφορές στο πρόσωπό του και τις υπογραφές του σε έγγραφα του νοσοκομείου.

Στο προσωπικό του νοσηλευτικού ιδρύματος υπήρχε και θέση επιστάτη, οι αρμοδιότητες του οποίου σχετίζονταν με τη σωστή λειτουργία, την ευταξία, την οικονομική διαχείριση και τη διακίνηση των ασθενών του νοσοκομείου. Το Μάρτιο του 1831 η νοσηλευτική υπηρεσία (νοσηλευτές και βοηθητικοί) του ιδρύματος διέθετε πια 9 άτομα. Πρόκειται για τους Νικόλαο Αδάμ (επινοσοκόμος), Ιωάννη Τσάκωνα, Γεώργιο, Νικόλαο (νοσοκόμοι), Σπύραινα, Γεώργαινα (μαγείρισσες), Βιολέτα (πλύστρα), Δημήτριο (μουλαράς).

Επειδή ο Heideck γνώριζε πως για τη λειτουργία και τη βιωσιμότητα ενός νοσηλευτικού ιδρύματος χρειάζονταν οι αναγκαίοι πόροι, φρόντισε να εφαρμόσει άλλα μέσα χρηματοδότησης εκτός από τις κρατικές επιχορηγήσεις, τα οποία δε θα επιβάρυναν το Εθνικόν  Ταμείον. Σύμφωνα με τα  μέτρα  αυτά  τα  έξοδα  του  νοσοκομείου  θα καλύπτονταν αφενός από την πώληση των μερίδων ψωμιού που αναλογούσαν στους νοσηλευόμενους στρατιώτες και αφετέρου με την παρακράτηση 10 παράδων από τους μισθούς των ασθενών και τραυματιών για κάθε μέρα νοσηλείας τους.

Αρχικά λοιπόν στο μεγαλύτερο μέρος τους οι πόροι του νοσοκομείου προέρχονταν από τα νοσήλια των ίδιων των στρατιωτών και δευτερευόντως από το πλεόνασμα του προηγούμενου μήνα. Μετά την παραίτηση του Heideck παρουσιάστηκαν οικονομικά προβλήματα στο νοσοκομείο. Για να ισοσκελιστούν τα έσοδα και τα έξοδα αυξήθηκε η παρακράτηση στο μισθό των νοσηλευόμενων στρατιωτών από 10 παράδες σε 15 λεπτά, ενώ παράλληλα θεσπίστηκε ως πρόσθετο μέτρο η παρακράτηση μέρους από το μισθό των αξιωματικών. Αυτό άλλωστε υποδηλώνει η αναφορά του Gerard ότι: Η ανάθεσις αύτη, διά την ευταξίαν της λογιστικότητος, είναι ανάγκη να ενεργηθή εις τον μισθό των αξιωματικών διά τον μήνα Δεκέμβριον. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η επιστολή που αποστέλλουν οι γιατροί του στρατιωτικού νοσοκομείου προς τον Κυβερνήτη με την οποία παραπονιούνται για τη μείωση του μισθού τους.

Οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το νοσοκομείο προκύπτουν και από την αλληλογραφία του στρατιωτικού διοικητή Gerard με το Γραφείον του Μισθού και των Αναθεωρήσεων της Στρατιωτικής Οικονομίας (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1830) και του Τυπικού Τάγματος. Στις επιστολές διαφαίνεται πως τα στρατιωτικά σώματα δεν κατέβαλλαν τακτικά τα έξοδα νοσηλείας των στρατιωτών τους με αποτέλεσμα το ίδρυμα να μην μπορεί να εκπληρώσει σωστά το έργο του. Το ενδιαφέρον της ανωτέρω επιστολής έγκειται στο ποσό που αναλογούσε για κάθε μέρα νοσηλείας ενός στρατιώτη στο νοσοκομείο, το οποίο ανερχόταν σε 15 λεπτά.

Σύμφωνα με την πληροφόρηση που διαθέτουμε από τον Heideck το στρατιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα ξεκίνησε το έργο του έχοντας την δυνατότητα να παρέχει ιατροφαρμακευτική φροντίδα σε 42 ασθενείς. Πριν ολοκληρώσει τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του (Ιούλιος 1829) προστέθηκαν στο νοσοκομείο και νέες κλίνες (16), ανεβάζοντας έτσι τη δυναμικότητά του στους 58 ασθενείς. Ένα χρόνο αργότερα λόγω της πληθώρας των ασθενών που το νοσοκομείο είχε να καλύψει, ο Gerard εισηγείται στη Γραμματεία των Στρατιωτικών να τοποθετηθούν στον προαύλιο χώρο του νοσοκομείου δύο σκηνές (Ιούλιος 1830). Επιπρόσθετα στην ίδια αναφορά ζητά έναν χειρουργό από το Πρότυπον Τάγμα με σκοπό να καλυφθούν οι αυξημένες χειρουργικές ανάγκες που είχαν προκύψει.

Τα στοιχεία που διαθέτουμε για την κίνηση των ασθενών στο εν λόγω ίδρυμα δεν αποτελούν πλήρη σειρά και γι’ αυτό δεν μπορούν να αποτυπώσουν με ακρίβεια την κατάσταση που διαμορφώθηκε σε όλη την περίοδο της λειτουργίας του. Εντούτοις οι κατάλογοι των νοσηλευθέντων στρατιωτών παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την κίνηση των ασθενών, τους θανάτους, τα ποσοστά ίασης, τη νοσολογία της εποχής. Οι πληροφορίες προέρχονται από καταλόγους παθολογικά νοσηλευθέντων στρατιωτών για τους μήνες Νοέμβριος 1828, Φεβρουάριος 1829, Οκτώβριος 1831. Οι συνηθέστερες ασθένειες που καταγράφονται στα εν λόγω έγγραφα ήταν πυρετοί από ελονοσία, τύφο, γαστρεντερικοί, καταρροϊκοί, πνευμονία, δυσεντερία, αφροδίσια νοσήματα και ψώρα. Από τα εξιτήρια που δόθηκαν στη διάρκεια της λειτουργίας του νοσοκομείου (53% – 66,4%) και το μικρό ποσοστό θανάτων (1,8% -5,3%) εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει πως οι ασθενείς στο σύνολο τους ήταν σχεδόν ιάσιμες.

Μοιραίες μπορούσαν να αποβούν νόσοι, όπως η ελονοσία, ο τύφος, η δυσεντερία, οι οποίες και προκάλεσαν τους τρεις θανάτους στο νοσοκομείο. Τα ποσοστά που προαναφέρθηκαν μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως το νοσηλευτικό ίδρυμα αν και νεοσύστατο πραγματοποιούσε το έργο του επιτυχώς. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τα πενιχρά μέσα της εποχής μπορούμε να ισχυριστούμε πως ο αριθμός των αποβιωσάντων ήταν σχεδόν μηδαμινός. Στην κατάσταση αυτή συνέβαλλε όχι μόνο ο εξοπλισμός του, αλλά και το ικανό ιατρικό προσωπικό σε συνδυασμό με το ενδιαφέρον του Heideck για την εύρυθμη λειτουργία του νοσοκομείου.

Στους καταλόγους αυτούς δε σημειώνεται ο τόπος καταγωγής των ασθενών. Στις μόνες περιπτώσεις που έχουμε τέτοιου είδους πληροφόρηση είναι για τους αποβιώσαντες. Συγκεκριμένα οι 5 νεκροί των ετών 1828-1829 προέρχονταν από την Κωνσταντινούπολη, την Πάρο, τη Σάμο, τη Λευκάδα (Σάντα Μαύρα), την Πάτρα. Αν και τα στοιχεία είναι ελάχιστα παρατίθενται ως ένδειξη της δημογραφικής εικόνας του Ναυπλίου και των στρατευμάτων που υπήρχαν στην πόλη την καποδιστριακή περίοδο. Η παράθεση της καταγωγής των νεκρών δε σημαίνει ότι αυτοί ήρθαν από τη γενέτειρά τους ειδικά για να νοσηλευτούν στο νοσοκομείο, απλά μέσω αυτών των περιπτώσεων επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά ότι άτομα από τις οθωμανικές και τις αγγλοκρατούμενες περιοχές προσέφεραν στη διάρκεια της Επανάστασης τις πολεμικές του υπηρεσίες στον Αγώνα.

 

Αντί επιλόγου


 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, όντας ο ίδιος γιατρός και φορέας ενός δυτικού πρότυπου κράτους, ερχόμενος στην Ελλάδα έθεσε άμεσα τις βάσεις για τη δημιουργία νοσηλευτικών ιδρυμάτων (πολιτικών και στρατιωτικών), καθώς γνώριζε τη συμβολή τους στη διατήρηση της δημόσιας υγείας. Τα πρώτα σοβαρά μέτρα υγειονομίας στην Ελλάδα – προληπτικά και κατασταλτικά- για τους πολίτες και τους στρατιωτικούς ελήφθησαν από τον Κυβερνήτη. Χαρακτηριστικά άλλωστε παραδείγματα της υγειονομικής του πολιτικής (1828-1831), τα οποία δείχνουν το ενδιαφέρον του για την καλή υγεία του πληθυσμού της πόλης, ήταν τόσο το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας, όσο και το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας.

Τα συγκεκριμένα νοσηλευτικά ιδρύματα θα πρέπει να εκληφθούν ως οι πρώτοι πλήρεις θεσμοί για τη νοσηλευτική φροντίδα των Ελλήνων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η αρτιότερη οργάνωση και λειτουργία των νοσοκομείων αυτών ταυτίζεται με τη διακυβέρνηση της χώρας από τον Καποδίστρια (1828-1831). Όταν εξέλειπε το ενδιαφέρον αρχικά του Heideck (Ιούλιος 1829) και αργότερα του Κυβερνήτη (Σεπτέμβριος 1831), τα εν λόγω ιδρύματα αντιμετώπισαν οικονομικά προβλήματα που δυσχέραναν το κοινωνικό τους έργο.

 

Νίκος Φ. Τόμπρος

Διδάκτωρ Ιστορίας, Επίκουρος Καθηγητής

Παν/μίου Πελοποννήσου Τμήμα Ιστορίας

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VI, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2007.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »