Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Καποδίστριας’

Βενθύλος Ιωάννης (1804-1854)


  

Βενθύλος Ιωάννης (1804-1854)

Καθηγητής Πανεπιστημίου. Γεννήθηκε το 1804 στη Σμύρνη και πέθανε στην Αθήνα το 1854. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές στη γενέτειρά του, μετέβη στο Βερολίνο, όπου σπούδασε φιλολογία υπό τους Boeckh και Hermann, με τούς οποίους συνδέθηκε με μακρόχρονη φιλία.

Με την άφιξη του Καποδίστρια (1828) ο Βενθύλος ήρθε στην Ελλάδα και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην οργάνωση της παιδείας του νεοσύστατου κράτους. Τον Μάιο του 1829 διορίστηκε διδάσκαλος στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας, του οποίου συνέταξε και Σχέδιο οργανισμού, χρημάτισε μέλος μιας από τις επιτροπές που συγκρότησε ο Καποδίστριας για την παιδεία, και λίγο αργότερα, μαζί με τον Γεώργιο Γεννάδιο, δίδαξε στο «Κεντρικόν Σχολείον» της Αίγινας ως το 1831, οπότε απολύθηκε εξαιτίας των αντικαποδιστριακών του αντιλήψεων.

Το 1833 διορίστηκε καθηγητής στο Γυμνάσιο Ναυπλίου και το 1839, αφού προηγουμένως δίδαξε στο Πανεπιστήμιο με άδεια της Φιλοσοφικής Σχολής επί διετία φιλολογικά μαθήματα αμισθί, διορίστηκε καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο και δίδαξε ως το θάνατό του.

Δημοσίευσε αυτοτελώς έργα φιλολογικού περιεχομένου, μεταξύ των οποίων: Γραμματική της νεωτέρας ελληνικής γλώσσης (1832), Στοιχεία μετρικής της των Ελλήνων και Ρωμαίων ποιήσεως (1851). Εξέδωσε επίσης τις Νεφέλες του Αριστοφάνη (1830) και την Ποιητική του Αριστοτέλη (1841).

 

Δαυίδ Αντωνίου

Ιστορικός της Εκπαίδευσης, Επίτιμος Δρ. Παν/μίου Ιωαννίνων

Πηγές Ιστορίας της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης, «Οι απαρχές του εκπαιδευτικού σχεδιασμού στο νεοελληνικό κράτος: Το Σχέδιο της Επιτροπής του 1883», Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 1992.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη (1831)


 

Το Ναύπλιο δεν είναι μόνο μια πανάρχαια πόλη, στην οποία ο Μύθος και η Ιστορία χάνονται στο βάθος του χρόνου, η πρώτη πρωτεύουσα του ελεύθερου κράτους, στους δρόμους της οποίας παίχθηκε η ιστορία του Νέου Ελληνισμού αλλά και μια τραγική και «θανάσιμη» πόλη. Το κυριακάτικο πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 στις 6.45′ περίπου με το παλιό ημερολόγιο, στην πόρτα του Αγίου Σπυρίδω­νος δολοφονήθηκε ο πρώτος Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας.

Πλατεία Σιντριβανίου με το Παλατάκι του Καποδίστρια

Ο κυβερνήτης το πρωινό της αποφράδας εκείνης ημέρας ξεκίνησε για να εκκλησιαστεί, όπως συνήθιζε, στον Άγιο Σπυρίδωνα, προστάτη άγιο της πατρίδας του της Κέρκυρας. Βγήκε από την κυβερνητική κατοικία, το γνωστό παλατάκι, αργότερα κατοικία και του Όθωνα, (που βρισκόταν στο χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα του Όθωνα), από την κύρια ανατολική καμαρωτή είσοδο προς την πλατεία Σιντριβανιού, σημερινή πλατεία Τριών Ναυάρχων, φορώντας τη βαθυγάλαζη ρεντικότα, άσπρο παντελόνι και βαθυγάλαζο καπέλο, συνοδευόμενος από τους δυο φρουρούς, τον Γ. Κοζώνη και Α. Λεωνίδα, έστριψε δεξιά και έφθασε στο Μεγάλο Δρόμο (οδό Βασ. Κων/νου), ακολούθησε πορεία προς τα δυτικά και σε λίγο συνάντησε, την σημερινή οδό Αγγέλου Τερζάκη, (πρώην Ε. Σωφρόνη), και έστριψε αριστερά κατευθυνόμενος προς τον Άγιο Σπυρίδωνα.

Σχέδιο πόλης Ναυπλίου (1834) με την πορεία του Καποδίστρια

Προχώρησε στην οδό Αγγέ­λου Τερζάκη λίγα μέτρα και στην συμβολή των οδών Δ. Πλαπούτα και Αγγέλου Τερζάκη μέσα στο μουχρωμένο πρωινό πάνω στο σταυροδρόμι συνάντησε μπροστά του κακό σημάδι, τους δυο Μαυρομιχαλαίους, Κωνσταντίνο και Γεώργιο ντυμένους με τα καλά τους, φορώντας φουστανέλες, συνοδευόμενους από δυο φρουρούς τον Ι. Καραγιάννη και τον Α. Γεωργίου διότι ήταν υπό επιτήρηση, με τον οπλισμό τους, καινούριες μπιστόλες που είχαν αγοράσει πριν από λίγες μέρες από μαγαζί του Ναυ­πλίου.

Οι Μαυρομιχαλαίοι κατοικούσαν σε μικρή απόσταση ανατολικότερα από τον τόπο συνάντησης στην οδό Γ. Τερτσέτη, πάροδο της οδού Πλαπούτα μεταξύ της πλατείας του Αγίου Γεωργίου και της οδού Αγγέλου Τερζάκη, και είχαν βγει με κακό σκοπό, αναζητώντας πρωΐ – πρωΐ την Κυριακή τον Κυβερνήτη για ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον γνωστό μανιάτικο τρόπο για λόγους τιμής. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII (2009)


Κυκλοφόρησε ο 7ος τόμος των Ναυπλιακών Αναλέκτων.

Η Συντακτική Επιτροπή των Ναυπλιακών Αναλέκτων του Ιδρύματος “Ιωάννης Καποδίστριας” του Δήμου Ναυπλίου ενημερώνει τους δημότες και τους φίλους του Ναυπλίου ότι τα Ναυπλιακά Ανάλεκτα 2009, εκτυπώθηκαν πρόσφατα σε καλαίσθητη έκδοση.

Στον τόμο αυτό δημοσιεύονται πρωτότυπες σημαντικές εργασίες και δημιουργίες που αναφέρονται σε ιστορικά, αρχιτεκτονικά, σύγχρονα και λογοτεχνικά θέματα.

Για την επέτειο συμπλήρωσης 180 χρόνων το έτος 2008 από την άφιξη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο το 1828, στην πρώτη πρωτεύουσα του νεότερου Ελληνικού Κράτους, δημοσιεύεται σημαντικός αριθμός μελετών που αναφέρονται στον πρώτο Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Ο νεοεκδοθείς τόμος με έγχρωμες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες αποτελείται από 431 σελίδες και περιλαμβάνει τις ακόλουθες μελέτες και δημιουργίες:

 

  • Κ. Κακαρίκος, Ναύπλιο- Ανάπλι: Επανεξέταση των θεωριών για την ετυμολογία του τοπωνυμίου.
  • Π. Λιαλιάτσης, Η άλωση του Παλαμηδίου και ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος.
  • Β. Δωροβίνης, Από τα τελευταία χρόνια του Στάϊκου Σταϊκόπουλου.
  • Τ. Σαλκιτζόγλου, Μια άγνωστη αναφορά του Δημητρίου Μοσχονησιώτη.
  • Β. Α. Χαραμής, Οι παρακαταθήκες της πόλης του Ναυπλίου στο Νεοελληνικό Κράτος.
  • Αλ. Στούρτζας, Λόγος Επιτάφιος εις τον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ιωάννην Α. Καποδίστρια.
  • Λ. Καρακούρτη – Ορφανοπούλου, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Παράρτημα Ναυπλίου.
  • Α. Χαραμής, Δίκτυο πόλεων “Ιωάννης Καποδίστριας”.
  • Χ. Πιτερός, Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη.
  • Κ. Δανούσης, Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο.
  • Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου.
  • Ρεγγίνα Quack-Μανουσάκη, Μια Βερολινέζα στο Ναύπλιο, 1834/35.
  • Χ. Πιτερός, Μπούρτζι, Άγιοι Θεόδωροι, Αρβανιτιά, φυλακή του Κολοκοτρώνη.
  • Χ. Πιτερός, Ναύπλιο: Το Ενετικό κτίριο και το πρώτο Τυπογραφείο της Διοικήσεως. Χ. Πιτερός, Η Χουρμαδιά τ’ Αναπλιού.
  • +Τάκης Μαύρος, Χάρτης Ναυπλίου Α΄ ημίσεως ΙΘ΄ αιώνα.
  • Ηλ. Μηναίος, Από την πιθανολογούμενη Επισκοπή Ασίνης, στην Επισκοπή Ορόβης Ασίνης και επέκεινα.
  • Δρ. Μάρκος Ν. Ρούσσος-Μηλιδώνης, Δύο επιστολές των ετών 1841 του εφημ. Γεωργίου Δούναβη στον επίσκοπο Σύρου Αλούσιο M. Blancis.
  • Ι. Κοτίτσας, Αναμνήσεις μάχης Καμινάκι-Λάκκα Τολού- με Άγγλους και Γερμανούς (27-4-1941).
  • Π. Κομιανός, Ιστορικό ανεγέρσεως Ι. Ν. Αγίου Νεκταρίου Ναυπλίου.
  • Δ. Φιλιππίδης, Ακροναυπλία: Η κορώνα του Ναυπλίου.
  • Ευάγγ. Μαστέλλος, Ακροναυπλία, Γενική προσέγγιση θεμάτων ανάδειξης και προβολής της ως τμήμα και κορωνίδα του Ναυπλίου.
  • Κ. Γκόνης, Μελέτη-Αποκατάσταση διατηρητέου κτιρίου στην Παλιά Πόλη του Ναυπλίου.
  • Γ. Τσιρώνης, Το επονομαζόμενο “κτίριο Άρμανσμπεργκ” στο Ναύπλιο.
  • Δ. Δερζέκος, Ιστορικό Κέντρο Ναυπλίου.
  • Θ. Φωτίου, Μ. Μαντουβάλου, Ε. Μαΐστρου, Συγκρότημα κατοικιών και επαγγελματικών Χώρων στο οικόπεδο  του Κύκνου στο Ναύπλιο.
  • Ι. Πετρόπουλος, Κέντρο Ελληνικών Σπουδών (Ελλάδας) Πανεπιστήμιο Harvard.
  • Σωκρ. Διδασκάλου, Αφουγκράσματα. Ελ. Κοβαντζή Στόϊκοβιτς, Ανθή Γκοκόρη. Γ. Ρούβαλης, Βέτο στην Ελβετία. Γ. Φίλης, Ωδές. Γ. Μουσταΐρας, Στη σκιά του “Μιλτιάδη”. Ελ. Κοβαντζή-Στόϊκοβιτς,Θάλασσα.
  • Δ. Δουλιγέρη-Σαλεσιώτη, 100 χρόνια από την γέννηση του αρχιμουσικού Βασίλειου Κ. Χαραμή.
  • Π. Λιαλιάτσης, Γεώργιος Αθ. Χώρας (Λυγουριό 1934-Αθήνα 2005).
  • Δρ. Μάρκος Ν. Ρούσσος Μηλιδώνης, Αφιέρωμα στον π. Γεώργιο Χώρα (27-9-1934, 4-8-2005).
  • Χρ. Αποστολοπούλου-Σταυρουλάκη, Μνήμη Ελένης Κούκου-Καθηγήτριας Ιστορίας Παν/μίου Αθηνών.
  • Β. Α. Χαραμής, Το νέο θεσμικό πλαίσιο του ΝΠΔΔ “Ιωάννης Καποδίστριας” Δήμου Ναυπλίου.

 

Οι παραπάνω πρωτότυπες μελέτες δεν αναφέρονται απλώς σε ιστορικά μόνο θέματα αλλά και σε σύγχρονα θέματα με έντονο προβληματισμό γύρω από την πόλη του Ναυπλίου, η προστασία της οποίας είναι υπόθεση όλων των κατοίκων και φίλων της πόλης, και δίνουν το στίγμα της χρονικής στιγμής έκδοσης του περιοδικού.

Οι δημοσιευμένες μελέτες με αντικειμενικά κριτήρια κρίνονται σημαντικές και συμβάλλουν καθοριστικά στην ανάδειξη και προβολή της πόλης του Ναυπλίου.

Η Επιτροπή Σύνταξης του περιοδικού ευχαριστεί εκ βάθους καρδίας όλους τους μελετητές και τους δημιουργούς, οι οποίοι με κόπο και παντελώς αφιλοκερδώς κατέθεσαν “εκ περιουσίας” το τάλαντό τους ή τον οβολόν τους, και αισθάνεται βαθειά ικανοποίηση για το αισθητικό και ποιοτικό αποτέλεσμα της συντονισμένης αυτής προσπάθειας.

Τα Ναυπλιακά Ανάλεκτα 2009 διατίθενται στους ενδιαφερόμενους από το Δήμο Ναυπλίου.

Read Full Post »

Το Ναύπλιο την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια

 


  

Στις 8 Οκτωβρίου 1831,* ο μεγάλος κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος αφιέρωσε όλη τη ζωή του στην υπηρεσία της πατρίδος του, έπεφτε νεκρός από ελληνικές, δυστυχώς, σφαίρες. Πολλοί έγραψαν για τον τραγικό θάνατο του. Μεταξύ αυτών είνε και ο Ιταλός Τζεκκίνι.

Γιατρός κι αυτός, είχε σπουδάσει στην Ιταλία μαζί με τον Καποδίστρια,  ο οποίος όταν γίνηκε κυβερνήτης, τον κάλεσε κοντά του ως γιατρό του. Ο Τζεκκίνι συνεδέετο στενώτατα με τον κυβερνήτη. Στο πολύτιμο δε, για την ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, βιβλίο του «Εικόνες της Νεωτέρας Ελλάδος» αφιερώνει ένα σημαντικό κεφάλαιο στη δολοφονία του φίλου του.

Ο Τζεκκίνι πέρασε το βράδυ της εβδόμης Οκτωβρίου – της παραμονής δηλαδή της δολοφονίας – στην Τύρινθα, όπου τον είχαν καλέσει να δη έναν άρρωστο. Την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησε νωρίς – νωρίς για το Ναύπλιο, που απέχει δυο μίλια από την Τύρινθα. Ασυνήθιστη όμως κίνησις επικρατούσε στους εξοχικούς δρόμους και πολλοί άνθρωποι έτρεχαν σ’ αυτούς τρομαγμένοι και λυπημένοι. Ο Τζεκκίνι ρώτησε ένα απ’ αυτούς γνωστό του τι συνέβαινε κι αυτός του απάντησε ότι σκότωσαν το Καποδίστρια.

 

Η δολοφονία του Καποδίστρια. Έργο λαϊκού ζωγράφου μέσα στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα.

Όσο ο Τζεκκίνι προχωρούσε και σίμωνε στο Ναύπλιο, τόσο τα πλήθη που έφευγαν από την πόλι μεγάλωναν. Πανικός είχε πιάσει όλους τους Ναυπλιώτες κι έτρεχαν να σωθούν στα γειτονικά χωριά. Όταν τέλος έφθασε στην πόλι, βρήκε την πύλη κλεισμένη από στρατό που δεν άφηνε κανένα να περάση.  Αμέσως έτρεξε στο παλάτι του κυβερνήτου, επλησίασε για να κυττάξη , αν τα τραύματά του ήσαν σοβαρά, και είδε ότι ο Καποδίστριας ήταν πια νεκρός.

«Άφησα – γράφει ο Τζεκκίνι – τον σκοτωμένο μεταξύ μερικών στρατηγών του, υπουργών του και γερουσιαστών, οι οποίοι από τη λύπη τους ήσαν άφωνοι σαν τον νεκρό, κι εβγήκα στους δρόμους για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου, αν παρουσιαζόταν ανάγκη. Διέτρεξα όλη την πόλι χωρίς να συναντήσω ψυχή ζωντανή, παρά μερικούς στρατιώτες που έστεκαν σε κάθε γωνιά δρόμου ακίνητοι, σαν αγάλματα, με το τουφέκι έτοιμο, να πυροβολήσουν όποιον θα τολμούσε να κάνει το παραμικρό.

Νεκρική σιωπή τρόμου βασίλευε σ’ όλην αυτή την έρημο που ωνομάζετο Ναύπλιο. Όλες οι πόρτες των σπιτιών ήσαν  κλειστές και τα παράθυρα κατάκλειστα. Ούτε ένα μαγαζί δεν ήταν ανοιχτό. Όλοι περίμεναν από στιγμή σε στιγμή κάποιο κίνημα, κάποια καταστροφή, γιατί ο λαός ήταν χωρισμένος σε δύο αντίθετα στρατόπεδα, τα πάθη δυνατά και ο κίνδυνος διαρπαγής των περιουσιών μέγιστος. Το κλείσιμο θυρών και παραθυριών έγινε πρώτα αυθόρμητο από το λαό, έπειτα όμως κι’ η κυβέρνησι έβγαλε προκήρυξι να μείνουν όλα κατάκλειστα. Μονάχα στους στρατώνες επικρατούσε ζωή και κίνησι, και μάλιστα υπερβολική.  Ξαναγύρισα στο Παλάτι του κυβερνήτη, όπου έμαθα από τους φρουρούς πως σκοτώθηκε ο Καποδίστριας».

Και ο Τζεκκίνι διηγείται παρακάτω την ιστορία της δολοφονίας. Μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι, πριν φύγει ο Καποδίστριας  από το σπίτι του για να πάη στην εκκλησία του Aγίου Σπυρίδωνος, έξω από την οποία σκοτώθηκε, ένα αγαπημένο σκυλάκι του τριγύριζε ανήσυχο γύρω από τα πόδια του, γαύγιζε και δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγη. Επέμενε μάλιστα τόσο το πιστό ζώο, ώστε ο Καποδίστριας αναγκάσθηκε να το διώξη επανειλημμένως μέσα από τα πόδια του.

Όταν σίμωσε στην εκκλησία, ο Καποδίστριας διέκρινε απέξω το Γιώργη και Κωνσταντή, παιδιά του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και σταμάτησε για μια στιγμή, αλλά αμέσως εξακολούθησε το δρόμο του. Μέσα στην εκκλησία δεν ήσαν παρά 4 – 5 γυναίκες.

Όταν ο Καποδίστριας έφθασε σιμά τους, οι δυο Μαυρομιχαλαίοι έβγαλαν το καπέλλο τους. Ο Καποδίστριας έβγαλε κι αυτός το καπέλλο του κι εχαιρέτησε πρώτα το Γιώργη κι έπειτα γύρισε να χαιρετίσει και τον Κωσταντή. Μα την ίδια  στιγμή ο Γιώργης τράβηξε το πιστόλι του και πυροβόλησε. Το πιστόλι όμως δεν πήρε φωτιά. Τράβηξε τότε ένα άλλο πιστόλι, πυροβόλησε και τον πλήγωσε στον δεξί κρόταφο. Η σφαίρα βγαίνοντας έσπασε το αριστερό μέρος το μετώπου. Συγχρόνως, την ίδια στιγμή, ο Κωσταντής του κάρφωσε το μαχαίρι του  στην κοιλιά. Αμέσως ο Καποδίστριας σωριάστηκε αναίσθητος καταγής.

«Τόσο ήσαν ξαφνικά τα χτυπήματα τους, ώστε μπορεί κανείς να πιστεύση ότι ο κυβερνήτης δεν άκουσε ούτε τον ήχο της πιστολιάς, ούτε ένιωσε τον πόνο της μαχαιριάς», λέει ο Τζεκκίνι, υποστηρίζοντας ότι ο θάνατος επήλθε ακαριαίος.

Οι δυο ακόλουθοι του Καποδίστρια τράβηξαν αμέσως τα πιστόλια των κι επυροβόλησαν. Αλλά κανένα από τα δυο δεν πήρε φωτιά. Η τρίτη όμως σφαίρα, που έρριξε κατά των δολοφόνων  ένας κουλοχέρης Κρητικός, (ο οποίος μολονότι είχε μόνο ένα χέρι, ήταν ο καλύτερος μπιλιαρδιστής στην Ελλάδα) χτύπησε τόσο καλά τον Κωσταντή, ώστε του πέρασε η σφαίρα πέρα – πέρα το θώρακα.

Μ’ όλη τη βαρειά λαβωματιά ο Κωσταντής  έτρεξε σε μια πόρτα και παρακάλεσε να του ανοίξουν. Αλλά δεν του άνοιξαν κι έτσι αναγκάσθηκε να τραπή εις φυγήν, ενώ πλήθος λαού τον κυνηγούσε. Όταν ο λαός τον έφθασε, τον βρήκε κατά γης να πλέει στο αίμα του. Την ώρα δε που το πλήθος τον χτυπούσε με τα μαχαίρια του και τον κομμάτιαζε, πριν ξεψυχίσει ο Κωσταντής είπε:

-Κάμετε μου ό,τι θέλετε αλλά ο τύραννος πέθανε!

Το πτώμα το έσυραν στο στρατώνα που ήταν στην πλατεία του Πλατάνου. Ο Τζεκκίνι το πλησίασε, το είδε και με θαυμασμό περιγράφει το λεβέντικο κορμί του:

«Ήταν ένας από τους ωραιότερους άνδρες της Ελλάδος τόσο για το αθλητικό κορμί του, όσο και για το πρόσωπο που έμοιαζε  σαν του Απόλλωνα. Τα σγουρά, ξανθά μακρυά μαλλιά του που έφθαναν ως τον ώμο του, ήσαν γεμάτα αίματα και χώματα».

Ο Τζεκκίνι πήγε κατόπιν στο εστιατόριο του Ρούσου, το καλύτερο του Ναυπλίου, όπου τις άλλες ημέρες συγκεντρωνόταν τόσο πλήθος ώστε δεν εύρισκε κανείς θέσι να καθήση. Την ημέρα όμως εκείνη ο Τζεκκίνι ήταν μονάχος με τον ξενοδόχο κι ενώ ήταν μεσημέρι έτρωγε με φως, γιατί οι πόρτες και τα παράθυρα ήσαν κατάκλειστα. Σε μια στιγμή άκουσε απ’ έξω οχλοβοή και θόρυβο. Τότε ο ξενοδόχος του είπε:

-«Ξέσπασε η επαναάστασι!».

Ο Τζεκκίνι κοίταξε από το παράθυρο κι είδε πλήθη λαού να σέρνουν στους δρόμους το πτώμα του Κωσταντή Μαυρομιχάλη με βρισιές και με κατάρες. Άλλοι τον έσπρωχναν με τις ομπρέλες των (γιατί ψιχάλιζε), άλλοι το κλωτσούσαν με τα πόδια, άλλοι το έφτυναν, άλλοι έκαναν άσεμνες χειρονομίες. Ο Τζεκκίνι μάλιστα είδε  με τα μάτια του κάποιον απ’ το πλήθος που άρπαξε το χέρι του σκοτωμένου και  του το δάγκασε με λύσσα.

Τέλος, έπειτα από πολλή ώρα το πέταξαν στη θάλασσα. Τη νύχτα, από το Ίτς- Καλέ, ο Τζεκκίνι, κάτω από το φως του φεγγαριού, διέκρινε το πτώμα του Κωνσταντή να δέρνεται από τα κύματα, να χτυπά στ’ ακρογιάλι και να ξανατραβά για την ανοιχτή θάλασσα.  

Ο Γιώργης Μαυρομιχάλης, αφού δολοφόνησε τον Καποδίστρια, έτρεξε να καταφύγει στο σπίτι του πρεσβευτού της Γαλλίας Ρουέν, αλλ’ όπως ήταν ζαλισμένος από το έγκλημα, έκαμε λάθος και μπήκε στο γειτονικό σπίτι, όπου κατοικούσε ένας Γάλλος συνταγματάρχης του πυροβολικού. Ανέβηκε τις σκάλες, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και τον βρήκε στο κρεββάτι   με τη γυναίκα του. Δείχνοντας του το πιστόλι, χαρούμενος του είπε: – Τον σκοτώσαμε!…  – νομίζοντας ότι ήταν μπροστά στον πρεσβευτή της Γαλλίας και ότι θα τον ευχαριστούσε η είδησις αυτή, γιατί η Γαλλία πολεμούσε τον Καποδίστρια ως ρωσόφιλο.

Μόλις τ’ αντρόγυνο άκουσε τα λόγια αυτά, πήδηξε τρομαγμένο από το κρεββάτι και κατέφυγε στη Γαλλική πρεσβεία, όπου βρήκε  πάλι το Γιώργη Μαυρομιχάλη, ο οποίος εντωμεταξύ είχε πηδήσει από το παράθυρο και από την αυλή μπήκε στη Γαλλική πρεσβεία, που του έδωσε καταφύγιο.  Μόλις ο λαός έμαθε ότι ο δολοφόνος κρυβόταν στη Γαλλική πρεσβεία, αγριεμένος  έτρεξε εκεί ζητώντας από τον πρεσβευτή να του τον παραδώση.

Αλλά ο πρέσβυς αρνήθηκε με την πιο μεγάλη αναίδεια. Το πλήθος τότε αγρίεψε σε βαθμό επικίνδυνο. Τότε ευτυχώς, επενέβη ο συνταγματάρχης Αλμέϊδα,  πορτογαλικής καταγωγής, ο οποίος προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στην επαναστατημένη Ελλάδα, και ήταν στρατιωτικός  διοικητής Ναυπλίου.

Παρουσιάσθηκε στο Γάλλο πρεσβευτή Ρουέν και του εξήγησε το δίκαιο θυμό του λαού και τον κίνδυνο που απειλούσε κι αυτή ακόμη τη ζωή του πρεσβευτού από ένα θεριωμένο ασκέρι. Ο πρέσβυς κατάλαβε τότε τι τον περίμενε και δέχτηκε την πρόταση του Αλμέϊδα, δηλαδή να παραδώση σ’ αυτόν το δολοφόνο, ο δε Αλμέϊδα, του εγγυήθηκε ότι ο λαός δε θα τον αγγίξη, αλλά θα τον δικάση το νόμιμο δικαστήριο.  Κι έτσι, κρυφά ο δολοφόνος παραδώθηκε στον Αλμέϊδα, ο οποίος τον έκλεισε μέσα στο Παλαμήδι.

Ο Τζεκκίνι επαινεί τη διπλωματική ικανότητα του Αλμέϊδα, χωρίς την επέμβαση του οποίου ο λαός θα έκαιγε τη Γαλλική πρεσβεία και θα εδημιουργούντο θλιβερά επεισόδια.

Ο Τζεκκίνι μαζύ με άλλους γιατρούς έκαμε την εξέταση του πτώματος του Καποδίστρια και υπέβαλαν την έκθεσί των στην νέα κυβέρνηση, που απετελείτο από το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Ανδρέα Μεταξά, Ι. Κωλλέτη, Ανδρέα Ζαΐμη και Δημ. Βουδούρη.

Ο νεκρός τοποθετήθηκε στη Μητρόπολι, όπου πήγε ο λαός συγκινημένος και τον προσκύνησε. Η κηδεία ήταν μεγαλοπρεπέστατη. Σε είκοσι θαυμάσια προσκέφαλα που τα κρατούσαν γερουσιασταί,  βρισκόντουσαν τα παράσημα του κυβερνήτου. Έπειτα  ακολούθησαν οι υπουργοί, οι πρέσβεις, οι αρχές, ο στρατός, καθώς και τα αγήματα και οι στρατιώτες των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων. Όλο το Ναύπλιο ακολουθούσε τον αγαπημένο του νεκρό με καταφανή θλίψι. Μουσικές των ξένων στόλων έπαιζαν πένθιμα εμβατήρια, ενώ τα κανόνια των καραβιών και του Κάστρου βροντούσαν… Όλα τα παράθυρα ήσαν στολισμένα με πένθιμα χαλιά. Ακόμα κι οι εχθροί του Καποδίστρια δεν έλειψαν από την εκδήλωσι αυτή του πόνου.

Τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1832 ο νεκρός μετεφέρθη σ’ ένα ρωσικό πολεμικό, το οποίο μετέφερε το πτώμα του αδικοσκοτωμένου πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας στο ωραίο του νησί, την Κέρκυρα για να ταφεί εκεί.

(Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου) 

* Ως ημερομηνία θανάτου του Κυβερνήτη αναφέρεται στο κείμενο η 8η Οκτωβρίου 1831.   Κατ’ άλλους και μάλιστα κατά τον Κων/νο Τσάτσο η 27η Σεπτεμβρίου 1831. Ίσως οι διαφορετικές ημερομηνίες προκύπτουν λόγω παλαιού και νέου ημερολογίου.   

Κώστας Καιροφύλας

Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος V, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 2004.  

Read Full Post »

Ψωροκώσταινα


 

 

Το όνομα «Ψωροκώσταινα»[1] το χρησιμοποιούμε σήμερα, όταν θέλουμε να περιγράψουμε την ανέχεια και τη φτώχεια και ειδικότερα όταν θέλουμε να καταδείξουμε κάποιον ή κάτι ως τον «φτωχό συγγενή» ενός συνόλου, ή με άλλα λόγια τον «τελευταίο τροχό της αμάξης». Στις μέρες μας, συνήθως χρησιμοποιούμε απαξιωτικά αυτή τη λέξη όταν πρόκειται να στηλιτευθεί μια κακομοιριά, υποχωρητικότητα, ανοργανωσιά, αδυναμία και φτώχια που κάποιοι θεωρούν ότι χαρακτηρίζει την Ελλάδα της νεότερης ιστορίας.

Όμως, η Ψαροκώσταινα ή Ψωροκώσταινα, ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο της νεοελληνικής ιστορίας και μάλιστα μια ηρωική και αξιέπαινη γυναίκα στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 η οποία αφιέρωσε τη ζωή της στην υπηρεσία της πατρίδος.

Όταν το 1821 καταστράφηκε η πόλη των Κυδωνιών, της Μικράς Ασίας, μετά από την αποτυχημένη επαναστατική κίνηση που επιχειρήθηκε, ο πληθυσμός της σφάχτηκε και το σύνολό του εγκατέλειψε την όμορφη πόλη με ντόπια ή ψαριανά καράβια. Στην χαλασιά αυτή κατάφερε να σωθεί η Πανώρεια Χατζηκώστα, μια όμορφη αρχόντισσα με μεγάλη περιουσία. Κατά αγαθή συγκυρία ένας ναύτης τη βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασαν σ’ ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά.

Τόσο τον άντρα της, τον Κώστα Αϊβαλιώτη, που ήταν πάμπλουτος έμπορος, όσο και τα παιδιά της, τους έσφαξαν μπρος τα μάτια της οι Τούρκοι. Στα Ψαρά λοιπόν, όπου βρέθηκε (γι’ αυτό ονομάστηκε Ψαροκώσταινα) πάμφτωχη και ολομόναχη, οι συντοπίτες της και κυρίως ο Βενιαμίν ο Λέσβιος [2] (δάσκαλος της Ακαδημίας των Κυδωνιών) την βοήθησαν και την προστάτεψαν.

Η Πανώρεια σύντομα άφησε τα Ψαρά ακλουθώντας τον Βενιαμίν Λέσβιο στην Ύδρα και αργότερα, στην τότε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, το Ναύπλιο. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά, αφού ζούσε από τις υπηρεσίες τις οποίες προσέφερε στον δάσκαλο και φιλόσοφο Βενιαμίν Λέσβιο, [3] ο οποίος παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει. Τον Αύγουστο του 1824 όμως, ο Βενιαμίν ο Λέσβιος πέθανε από τύφο. Από τότε για την Πανώρεια άρχισε ένας δυσβάστακτος αγώνας επιβίωσης. Μόνη και άγνωστη, βγάζει το ψωμί της πότε κάνοντας την αχθοφόρο, πότε την πλύστρα και πότε χάρη στην ελεημοσύνη όσων την συμπονούσαν.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

 

Την περίοδο εκείνη η Επανάσταση δοκιμαζόταν από την επέλαση του Ιμπραήμ, ο οποίος εκτός από τις άλλες καταστροφές άφηνε στο πέρασμά του και εκατοντάδες ορφανά που συγκεντρώνονταν στο Ναύπλιο. Παρά τα προβλήματά της, η Πανώρεια ζήτησε και πήρε υπό την προστασία της παιδιά ορφανά. Για να τα θρέψει περνούσε από σπίτι σε σπίτι και ζητιάνευε. Είχε παραμελήσει σε τέτοιο βαθμό τον εαυτό της, που τα αλητάκια της παραλίας την πείραζαν και την φώναζαν Ψωροκώσταινα.

Το 1826 έγινε έρανος [4] στο Ναύπλιο για να βοηθήσουν το μαχόμενο Μεσολόγγι. Έτσι μια Κυριακή, στήθηκε στη κεντρική πλατεία ένα τραπέζι και οι υπεύθυνοι του εράνου ζητούσαν από τους καταστραμμένους, πεινασμένους και χαροκαμένους Έλληνες να βάλουν πάλι το χέρι στην τσέπη για να βοηθήσουν τους μαχητές και τους αποκλεισμένους του Μεσολογγίου. Αλλά λόγω της φτώχιας και της εξαθλίωσης κανείς δεν πλησίαζε το τραπέζι. Όλων τα σπίτια δύσκολα τα έφερναν πέρα. Τότε η φτωχότερη όλων, η χήρα Χατζηκώσταινα, η Πανώρεια, έβγαλε το ασημένιο δαχτυλίδι που φορούσε  στο δάχτυλό της και ένα γρόσι που είχε στην τσέπη της και τα ακούμπησε στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής, λέγοντας: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».

Ύστερα απ’ αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της» κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Άρχισαν να αποθέτουν στο τραπέζι του εράνου λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η εξέλιξη της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, που από εκείνη τη στιγμή απαθανατίστηκε «επίσημα» πλέον, με το παρανόμι «Ψωροκώσταινα».

Η πλύστρα Πανώρεια όμως, δεν έδινε μόνο μαθήματα πατριωτισμού, αλλά και ανθρωπιάς, καθώς το ελάχιστο εισόδημά της το μοιραζόταν με ορφανά παιδιά αγωνιστών. Όταν μάλιστα ο Καποδίστριας ίδρυσε ορφανοτροφείο, προσφέρθηκε – γριά πια και με σαλεμένο τον νου από τον πόνο και τις στερήσεις –  να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά αμοιβή.

Και εκεί που άρχισε να χαίρεται για τα «παιδιά της» που είχαν βρει ρούχα και φαγητό, λίγους μόλις μήνες μετά τη λειτουργία του ιδρύματος η Πανώρεια πέθανε. Οι επίσημοι δεν την τίμησαν. Την τίμησαν όμως με τον καλύτερο τρόπο τα παιδιά του ορφανοτροφείου, τα οποία μέσα σε λυγμούς την συνόδευσαν ως την τελευταία της κατοικία.

Για το πώς η Ψωροκώσταινα έγινε «σύμβολο» υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, η οποία μάλλον οφείλεται στην αγάπη που έτρεφε ο απλός κόσμος για την Πανώρεια. Σύμφωνα με αυτήν, η Ψωροκώσταινα, όπως την έλεγαν λόγω της φτώχειας της, ήταν σύζυγος αγωνιστή. Δεν είχε καμία βοήθεια από πουθενά και ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου. Κάποια στιγμή την είδε ο Καποδίστριας και της έδωσε κάτι. Τότε εκείνη, κατανοώντας το οικονομικό αδιέξοδο της χώρας, έδωσε στον κυβερνήτη όσα χρήματα είχε συγκεντρώσει. Ο Καποδίστριας συγκινήθηκε από τη χειρονομία και έδωσε εντολή να συνταξιοδοτηθεί.

Γιατί όμως έγινε πανελλήνια γνωστό το παρατσούκλι της Πανώρειας; Στην εποχή του Καποδίστρια σε μια συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος παρομοίασε το Ελληνικό Δημόσιο με την Ψωροκώσταινα. Ο συσχετισμός «άρεσε» και κάθε φορά που αναφερόντουσαν στο θέμα του Δημοσίου το ονόμαζαν «Ψωροκώσταινα». Λίγο αργότερα όταν ανέλαβαν την εξουσία οι Βαυαροί και διέλυσαν τα άτακτα στρατιωτικά τμήματα των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821, η φράση «τι να περιμένει κανείς από την Ψωροκώσταινα;» πέρασε στην ιστορία. Οι αγωνιστές αποκαλούσαν την αντιβασιλεία ειρωνικά «Ψωροκώσταινα» και οι Βαυαροί από την πλευρά τους όταν ήθελαν να απαντήσουν σε όσους ζητούσαν τη βοήθεια του κράτους για να συντηρηθούν έλεγαν περιφρονητικά: «Όλοι από την Ψωροκώσταινα ζητούν να ζήσουν». Το παρατσούκλι το οποίο απέδιδε την άθλια οικονομική κατάσταση της χώρας, από τότε και έως τις ημέρες μας αναφέρεται συχνά.

Μάλιστα το 1942, κατά τη συνεδρίαση της πρώτης Βουλής κάποιος βουλευτής χαρακτήρισε και πάλι την Ελλάδα Ψωροκώσταινα. Όλοι είχαν αποδεχθεί πλέον τον χαρακτηρισμό. Έναν περιφρονητικό χαρακτηρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός και στη σημερινή πολιτική ορολογία. Χαρακτηρισμός, που για όσους γνωρίζουν την ιστορία, δεν είναι απαξιωτικός, διότι η Πανώρεια Χατζηκώστα η επονομασθείσα Ψωροκώσταινα υπήρξε μια αξιομίμητη πατριώτισσα με λεβεντιά και φιλότιμο.

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Ο Σπ. Λάμπρος δημοσίευσε το ακόλουθο σημείωμα στον «Νέον Ελληνομνήμων» 13 (1916), 368: «Ψωροκώσταινα. Περί της επωνυμίας ταύτης, δι’ ης αυτοκακίζεται το ημέτερον έθνος, εγράφησαν τα εξής εν τη εφημερίδι Έθνει τη 2 Σεπτεμβρίου 1915. Η περίφημος, η κλασσική, η πασίγνωστος προσωνυμία της ημετέρας πατρίδος λοιπόν, το σκληρόν και χαρακτηριστικόν εκείνο παρατσούκλι «ψωροκώσταινα» έχει την ιστορίαν του. Η «ψωροκώσταινα» κατήγετο από τας Κυδωνιάς, ήτο σύζυγος του εμπόρου Κώστα Αϊβαλιώτη και ωνομάζετο Πανώρεια. Τω 1821 οι Τούρκοι έσφαξαν τον σύζυγον και τα τέσσερα τέκνα της Πανώρειας, και αύτη μετεφέρθη από έναν ψαριανόν εις τα Ψαρά, όπου εύρε τον συμπατριώτην της διδάσκαλον Βενιαμίν τον Λέσβιον και τον ηκολούθησεν εις το Ναύπλιον. Εκεί έζησεν αρκετόν καιρόν, αλλά κατά την ερήμωσιν της Πελοποννήσου υπό του Ιμβραήμ περιέπεσεν εις μεγάλην πενίαν, αναλαβούσα να διατρέφη δωδεκάδα ορφανών. Ο προστάτης της διδάσκαλος είχεν αποθάνει από τύφον, και το παρατσούκλι της αυτό… την Ελλάδα… ετίμησε κατόπιν ολόκληρον». Βλ. και Τρ. Ευαγγελίδης, Η παιδεία, τ. 1ος, 297-298.

[2] «Ενταύθα αναγνωρισθείσα υπό του ομοιοπαθούς διδασκάλου των Κυδωνιών Βενιαμίν του Λεσβίου, ηκολούθησεν αυτόν εις Πελοπόννησον και βραδύτερον εις Ναύπλιον, άμα ως τούτο ηλώθη υπό των Ελλήνων. Η Πανώρεια πάσαν την στοργήν της συνεκέντρωσεν ήδη εις τον γηραιόν διδάσκαλον Βενιαμίν, τον οποίον όμως ταχέως επέπρωτο να θρηνήση αποθανόντα εκ του μαστίζοντος τότε την πόλιν του Ναυπλίου φοβερού λοιμώδους τύφου, ου τα σπέρματα κατέλιπον εις την αλωθείσαν πόλιν οι αναχωρήσαντες Οθωμανοί κάτοικοι αυτής», Ημερολόγιον Σκόκου 1905, «Πρόσωπα και πράγματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως».

[3] Βενιαμίν Λέσβιος. Λόγιος και μοναχός με σαφή την επιρροή του πνεύματος του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, κατηγορήθηκε από εκκλησιαστικούς κύκλους για τη διδασκαλία της νέας φυσικής κοσμολογίας. Ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας συμμετείχε στην οργάνωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και στα πολιτικά δρώμενα της επαναστατημένης χώρας.

[4] Η έκκληση του Γ. Γεννάδιου στον πλάτανο της πλατείας του Ναυπλίου μετά την πτώση του Μεσολογγίου:

“Η πατρίς καταστρέφεται, ο αγών ματαιούται, η ελευθερία εκπνέει. Απαιτείται βοήθεια σύντονος. Πρέπει οι ανδρείοι αυτοί (οι ήρωες – πρόσφυγες του Μεσολογγίου), οίτινες έφαγον πυρίτιν και ανέπνευσαν φλόγας, και ήδη αργοί και λιμώττοντες μας περιστοιχίζουσιν σπεύσωσιν όπου νέος κίνδυνος τους καλεί. Προς τούτο απαιτούνται πόροι και πόροι ελλείπουσιν. Αλλ΄αν θέλωμεν να έχωμεν πατρίδα, αν ήμεθα άξιοι να ζώμεν άνδρες ελεύθεροι, πόρους ευρίσκομεν. Ας δώσει έκαστος ό,τι έχει και δύναται. Ιδού η πενιχρή εισφορά μου. Ας με μιμηθεί όστις θέλει!” 

“Αλλ’ όχι! Η συνεισφορά αύτη είναι ουτιδανή! Οβολόν άλλον δεν έχω να δώσω, αλλ΄ έχω εμαυτόν και ιδού τον πωλώ! Τις θέλει διδάσκαλον επί τέσσερα έτη δια τα παιδία του; Ας καταβάλη το τίμημα!”  

 

Πηγές


 

 

  • Τάκης Νατσούλης, «Λεξικό Λαϊκής Σοφίας», Εκδ. Σμυρνιωτάκη, σελ. 581.
  • Ευ. Δαδιώτης, «Αιγαιοπελαγίτικα», τεύχος 13.
  • «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β’: Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.
  • Αργυροπούλου Ρωξάνη, «Ο Βενιαμίν Λέσβιος και η ευρωπαϊκή σκέψη του 18ου αιώνα», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2003.

 

Διαβάστε ακόμη: Πρόσωπα και πράγματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως: η Ψωροκώσταινα. Ημερολόγιον Σκόκου 1905, Μ. Γ. Λαμπρυνίδης: Η Ψωροκώσταινα

Read Full Post »

Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα – Δημητρίου Βαρδουνιώτη


 

Στην εφημερίδα ΙΝΑΧΟΣ και στο 2ο φύλλο της 6ης Ιανουαρίου του 1901, διαβάσαμε το πιο κάτω άρθρο του Δικηγόρου και ιστορικού Δημητρίου Βαρδουνιώτη που αναφέρεται στο Άργος κατά τον 19ο αιώνα και το οποίο δημοσιεύουμε, θεωρώντας ότι το σύντομο αλλά μεστό κείμενό του, σκιαγραφεί πιστά την κατάσταση της πόλης εκείνο τον καιρό.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

Νομίζομεν, ότι θα ήτο ωραίον, χρήσιμον δε εις διαφώτισιν της καθόλου Ελληνικής Ιστορίας, αν ήδη, λήξαντος του 19ου αιώνος, εκάστη εφημερίς έγραφεν εν γενικαίς έστω γραμμαίς την εκατονταετηρίδα του τόπου, εν ω εκδίδοται. Βεβαίως εν τω στενώ χώρω ενός άρθρου δεν είνε δυνατή ούτε περίληψις καν γεγονότων αιώνος όλου, αλλά μία σκιαγραφία δεν θα ήτο ποτέ περιτ­τή. Ημείς τουλάχιστον ρίπτομεν την ιδέαν και κάμνομεν την αρχήν.

Όπως όλη η Ελλάς, ούτω και το Άργος, από των αρχών του αιώνος μέχρι του 1821 διετέλει εν τω ζόφω της δουλείας. Ο κατά το 1806 περιηγηθείς την Ελλάδα Σατωβριάνδος εύρε την πόλιν χωρίον καθαρώτερον και ζωηρότερον των λοιπών της Πελοποννήσου, αλλά τας γαίας ακαλλιέργητους και ηρημωμένας, τα δε όρη άδενδρα και ζοφερά.

Οι Τούρκοι κατώκουν εις τας ωραιοτέρας συνοικίας της πόλεως, οι δ’ έγκριτοι πλησίον του κατόπιν Καποδιστριακού δημοτικού σχολείου. Ανατολικώς αυτού έκειτο το διοικητήριον, εν τω οποίω κατώκει ο Καϊμακάμης της επαρχίας, και άλλα δημόσια καταστήματα, το τζαμίον και θερμά λουτρά και το περιλάλητον σεράγιον του πλουσιωτάτου Αλήμπεη. Εκ δε των Ελλήνων δύο ήσαν αι επιφανέστατοι οικογένειαι, αι των αδελφών Περρούκα και Βλάσση, ων μέλη μετέσχον και της φιλικής Εταιρίας.

Άμα τη εκρήξει του Ιερού Αγώνος ανεδείχθη οπλαρχηγός και πολιτικός αρ­χηγός της Επαρχίας ο Δημήτριος Τσόκρης, ο τω 1875 τελευτήσας υποστρά­τηγος και υπ’ αυτόν οι Αργείοι μετέσχον πολλών μαχών. Αλλά το Άργος εγένετο θέατρον του πολέμου και πολλών εμφυλίων και αναρίθμητων συμφορών, ως και μεγάλων εθνικών γεγονότων, διότι ήτο σχεδόν ο ομφαλός της Πελοποννήσου και εγγύς του Ναυπλίου, της τότε πρωτευούσης της Ελλάδος.

Ενταύθα τη 30 Νοεμβρίου 1821 συνήλθεν η πρώτη Εθνική συνέλευσις συγκληθείσα υπό του Δημ. Υψηλάντου, τω 1822 υπήρξεν η έδρα της γενικής διοικήσεως, τον Οκτώβριον 1823 συνήλθε το νομοθετικόν σώμα, τον Ιούλιον 1829 η Δ’ Εθνική συνέλευσις και τον Δεκέμβριον 1831 η τελευταία, η λήξασα εν Πρόνοια του Ναυπλίου.

Ο θάνατος του Κυβερνήτου υπήρξε δυστύχημα μέγα δια την Ελλάδα εν γένει, μέγιστον δε δια το Άργος. Διότι την πόλιν ημών ηυνόησεν εξαιρέτως ο αοίδιμος Καποδίστριας και συν άλλοις ήγειρεν εν αυτή ναούς, σχολεία, στρα­τώνα και άλλα οικοδομήματα, ίδρυσε δε ενταύθα και Πρωτοδικείον. Επί των ημερών αυτού εγκατεστάθησαν και κατώκησαν επί πολλά έτη ενταύθα και έκτισαν και οικίας, έτι και νυν σωζομένας διασημότατοι δημόσιοι άνδρες, ως ο Σπυρ. Τρικούπης, ο Δημ. Καλλέργης και ο Γ.Α. Ράλλης.

Μετά τον θάνατον του Κυβερνήτου το Άργος κατέστη το θέατρον της α­ναρχίας, ήτις ελυμήνατο την πατρίδα μέχρι της ελεύσεως του Όθωνος. Ενταύ­θα ήδρευε το Γ’ Τμήμα της κυβερνησάσης την Πελοπόννησον υπό την αρχηγίαν του Θ. Κολοκοτρώνη Στρατιωτικής Επιτροπής και τον Ιανουάριον 1833 συνέβη η φοβερά σφαγή των Αργείων υπό του Γαλλικού στρατού του Μαιζώνος, ήτις υπήρξεν ανεξάλειπτος ιστορική κηλίς δια τε τους σφαγείς και τους εν Ναυπλίω αρχομανείς ραδιούργους.

Ο βασιλεύς Όθων υπήρξε και αυτός ευεργετικός δια το Άργος απ’ αρχής της βασιλείας του. Το εν Σερεμετίω μέχρι του 1862 διατηρηθέν Ιπποφορβείον, τα παρά τον Ερασίνον πυριτουργεία, τα καταστραφέντα τω 1868, η φυτουργία της χώρας εκείνης και τα παρά την Λέρνην ερειπιωθέντα ήδη πα­ραρτήματα του εν Ναυπλίω Οπλοστασίου, ουκ ολίγον συνετέλεσαν εις την πρόοδον της πόλεως ημών, εν η τω 1837 υπήρξεν έκτακτος η ακμή. Αρκεί μόνον να σημειώσωμεν, ότι η πόλις είχε τότε Ελληνικόν σχολείον υπό την διεύθυνσιν του λογιωτάτου αρχιμανδρίτου Σεραφείμ Ιππομάχη, εις ο εφοίτων 600 περίπου μαθηταί. Υπήρχε δε και τυπογραφείον και πλούτος και ευμάρεια.

Από της συστάσεως του βασιλείου το Άργος εγένετο Α τάξεως δήμος και πρωτεύουσα της ομωνύμου επαρχίας, κατά δε τον πληθυσμόν η πρώτη πόλις του νομού. Εκκλησιαστικώς απετέλεσε μετά του Ναυπλίου την αρχιεπισκοπήν Αργολίδος. Και μέχρι μεν του 1862 είχεν Επαρχείον, Ειρηνοδικείον, σχολεία μέχρι Σχολαρχείου, Ταχυδρομείον, Στρατιωτ. σώμα Ιππικού, εδρεύον ενταύθα και υπομοιραρχίαν. Από δε του 1862 απέκτησε και Τηλεγραφείον και δεύτε­ρον Ειρηνοδικείον και από του 1873 Ταμείον, Οίκον Εφορίαν, υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης, όπερ όμως κατηργήθη κατόπιν, και τελευταίως Ειδικόν Πταισματοδικείον και διτάξιον Γυμνάσιον.

Τω 1883 συνέστη και νέον τυπο­γραφείον και εξεδόθη η πρώτη πολιτική εφημερίς υπό τον τίτλον «Δαναός». Το τυπογραφείον όμως εκείνο μετά δύο έτη διελύθη, ως και το μετ’ αυτό συστηθέν, ήδη δε υπάρχει το τρίτον τοιούτο, συστηθέν από δωδεκαετίας. Ά­ξιον δε σημειώσεως είνε, ότι ουδεμίαν ήδη πολιτικήν εφημερίδα συντηρεί η πόλις, εν ω καταναλίσκονται εν αυτή καθ’ εκάστην 250 περίπου φύλλα των Αθηναϊκών. Πέντε τοιαύται, αλλεπαλλήλως εκδοθείσαι, ο Δαναός, ο Ερασίνος, το Φορωνικόν άστυ, το Άργος και ο Αγαμέμνων, δεν ηδυνήθησαν να μονιμοποιηθώσι.

Κατά δε τα τελευταία έτη συνεστήθησαν και Σύλλογοι τινες, η Φιλαρμονική, ο Εμποροβιομηχανικός, ο Δραματικός, ο Δαναός και ο νεώτατος πάντων Ίναχος, εξ ων όμως διατηρούνται ήδη μόνον οι δύο τελευταίοι, εκδίδοντες περιο­δικώς και ομώνυμους εφημερίδας, και η αναδιοργανουμένη Φιλαρμονική. Τέ­λος, εκτός των ναών της Παναγίας Κοιμήσεως και Βράχου, οίτινες υπήρχον και επί της τελευταίας Ενετοκρατίας, κατά τον 19ον αιώνα εκτίσθησαν και πάντες, οι νυν ναοί της πόλεως, ων περίβλεπτοι είνε ο του Αγίου Ιωάννου και ο νυν μητροπολιτικός του Αγίου Πέτρου, αρχιεπισκόπου Άργους.

Πολιτικούς άνδρες εγέννησε το Άργος, εκτός του στρατηγού Δ. Τσόκρη, τον επί Καποδιστρίου έτι γερουσιαστήν, έξοχον επί παιδεία και πολιτική αρετή και δολοφονηθέντα ενταύθα τω 1851 Δημ. Περρούκαν και τους Βλάσσηδες μετά δε το 1843 τον Ανδρέαν Δανόπουλον, πολλάκις βουλευτήν και κατά το 1852 υπουργόν των Εσωτερικών, τον Α. Λαμπρινίδην, Ν. και Γ. Τσόκρην, Ανδρ. Ζαήμην, Λεων. Ζωγράφον, Αγγ. Γεωργαντά και άλλους. Δήμαρχοι δε Άργους ανεδείχθησαν κατά καιρούς οι εξής. Πρώτος από της συστάσεως των δήμων ο Χρήστος Βλάσσης, όστις ύστερον εγένετο και γερουσιαστής και μετ’ αυτόν οι Γεώργιος Τσόκρης, αδελφός του στρατηγού, Κ. Ροδόπουλος, Κ. Βόκος, Ιω. Βλάσσης, Λ. Λαμπρινίδης και Πέτρος Διβάνης. Από δε του 1866 οι Μιχ. Πασχαλινόπουλος, Μιχ. Παπαλεξόπουλος, Σπ. Μαλμούχος, Χ. Μυστακόπουλος και ο νυν Εμμ. Ρούσσος.

Και εις το εμπόριον και την βιομηχανίαν διέπρεψαν οι Αργείοι. Χιλιάδες τούτων έχουν εγκατασταθή εν Αθήναις, Πειραιεί, Αιγύπτω και αλλαχού και διακρίνονται επί επιφανεία και πλούτω. Επίσης δε και εις τας επιστήμας ανε­δείχθησαν ιατροί, φαρμακοποιοί και πολλοί νομικοί, ων τινες ανήλθον και εις τα ύπατα επιστημονικά και δικαστικά αξιώματα.

Αξιοπερίεργον εν τούτοις είνε ότι μόνο η φιλολογία και θεολογία δεν εύρον ενταύθα  οπαδούς. Ο επικρατών όμως χαρακτήρ των Αργείων είνε, ότι είνε λαός κυρίως κτημα­τικός και γεωπόνος. Διεκρίθη επί φιλοπονία εκαλλιέργησε και εφυτούργησε το ανατολικόν και νότιον Αργολικόν πεδίον, μεταξύ των φυτειών του οποίου εξέχουσιν η σταφίς, η άμπελος και η ελαία και το οποίον είνε εύφορον εις παραγωγήν παντός είδους καρπών, συντηρεί δε και κτηνοτροφίαν.

Ως προς τα πολιτικά του φρονήματα ο λαός του Άργους υπήρξεν ανέκαθεν φιλοβασιλι­κός και φιλήσυχος. Εκτός του ευεργέτου Καποδιστρίου ον δικαίως ελάτρευεν, ηγάπα και τον Όθωνα και κατά την εκθρόνισιν αυτού ουδέν σχεδόν έλαβε μέρος ενεργόν.

Μόνον πολίται τινές τη 11 Οκτωβρίου 1862 εθανάτωσαν αγριώτατα τον ενταύθα υπομοίραρχον Γεώργ. Μπαρμπέταν, τον σπάνιον εκεί­νον στρατιώτην δια την πίστιν εις τον όρκον και τον ηρωισμόν εις το καθήκον του. Ωσαύτως δε αγαπά και τον Γεώργιον, αείποτε συντηρητικός και φιλόνο­μος. Παρετηρήθη έτι, ότι εν τη ενασκήσει των πολιτικών δικαιωμάτων του ο τόπος αυτός από του 1862 δεν είνε εγωιστής, ούτε υπερήφανος. Εισήγαγεν εν τη επαρχία συν άλλοις και την γενικήν πολιτογράφησιν και εξελέξατο αντι­προσώπους του, άλλοθεν καταγομένους, ου ένεκα παρωνομάσθη ελευθέρα Κέρκυρα.

Η πόλις οικοδομικώς ολίγον προώδευσεν. Απέκτησε μεν καλάς τινός οικο­δόμος, αλλά δύναται να εύρη τις ακόμη και εργαστήρια, από Τουρκοκρατίας κτισθέντα, ως και κατοίκους με τα παλαιά τραχύτατα ήθη.

Είνε όμως τόπος υγιεινός εν γένει με τον εξόχως ωραίον ορίζοντα αυτού. Έχει δύο κεντρικάς πλατείας και τινας οδούς καλάς. Έχει δε και ουκ ολίγα βιομηχανικά καταστή­ματα, αμαξοπηγεία, σιδηρουργεία και εργοστάσια υφαντουργίας, οινοπνευματοποιίας και ατμομύλου. Υδρεύεται τέλος εκ φρεάτων και εκ του ύδατος του Ερασίνου, διοχετευομένου προ ετών δι’ υδραγωγείου κτιστού και εν μέρει σιδηρών σωλήνων.

Το Άργος δεν προώδευσε μολαταύτα αρκούντως εν συνόλω κατά τον λή­ξαντα ήδη αιώνα. Και δια τούτο εξαιρέσει ολίγων πλουσίων και τοκιστών, ο εκ 10.000 περίπου κατοίκων σημερινός πληθυσμός αυτού δυσπραγεί κατά το μάλλον και ήττον, μειονεκτεί δ’ εν πολλοίς των κατοίκων πολλών άλλων Ελλη­νίδων πόλεων.

Από το περιοδικό « ελλέβορος» του 1988, ανιχνεύσαμε την πιο κάτω συμπλήρωση που καταθέτει ο Δικηγόρος και ιστορικός Βασίλης Δωροβίνης, σε σχετικό άρθρο του.

Συμπλήρωση Βαρδουνιώτη (από το 3ο φύλλο του «Ινάχου»): στο σημείο « ένθα ο λόγος ότι το Αργολικόν πεδίον συντηρεί και κτηνοτροφίαν, παρελήφθη η περικοπή εις την ανάπτυξιν της οποίας οφείλεται και η κατά τον Μάιον του 1899 ενεργηθείσα εν Άργει πρώτη Ελληνική κτηνοτρο­φική έκθεσις, επιμελεία της Ελλην. Βιοτεχνικής Εταιρείας και υπό την προστασίαν του Βασιλέως».

Πρόκειται για την Α’ Πανελλήνια Γεωργοκτηνοτροφική Έκθεση, που οργα­νώθηκε στους Στρατώνες Καποδίστρια και στις γύρω πλατείες και είχε πανελ­λήνια απήχηση. Ο Βασιλιάς Γεώργιος Α’ έμεινε, τότε, στο Άργος επί δύο μέρες.

   

Πηγές


  • Εφημερίδα «Ίναχος», αριθ. 2, Άργος 6 Ιανουαρίου 1901.
  • Περιοδικό «Ελλέβορος» , τεύχος 5, Άργος, 1988.

 

Read Full Post »

 Γ’ Εθνική Συνέλευση της Ερμιόνης – Τροιζήνας


 

 Η  Γ’ Εθνοσυνέλευση, γνωστή σαν Συνέλευση της Τροιζήνας, συνήλθε διαδοχικά, στη Νέα Επίδαυρο, στην Ερμιόνη και στην Τροιζήνα (19 Μαρτίου-5 Μαΐου 1827). Στις 14 Απριλίου 1827 η συνέλευση εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια ως «Κυβερνήτη της Ελλάδας» για επταετή θητεία, ψήφισε και το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος». Η Συνέλευση ήθελε να δώσει στη χώρα ένα οριστικό πολίτευμα, εμπνευσμένο από δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες και για το λόγο αυτό διακήρυττε για πρώτη φορά την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας: «Η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος, πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». Τη ρητή αυτή διακήρυξη επαναλάμβαναν όλα τα Ελληνικά Συντάγματα μετά το 1864.

Το Σύνταγμα αυτό αποτελείτο από 150 άρθρα. Καθιέρωνε μιαν αυστηρή διάκριση των εξουσιών αναθέτοντας στον Κυβερνήτη την εκτελεστική εξουσία και στο σώμα των αντιπροσώπων του λαού, ονομαζόμενο Βουλή, τη νομοθετική. Ο Κυβερνήτης είχε απλώς το δικαίωμα αναβλητικού veto στα νομοσχέδια, ενώ δεν είχε και το δικαίωμα διάλυσης της Βουλής. Ο ίδιος ήταν «απαραβίαστος», ενώ οι «Γραμματείς της Επικράτειας», δηλαδή οι Υπουργοί, αναλάμβαναν την ευθύνη για τις δημόσιες πράξεις του (και έτσι ενυπήρχαν στο Σύνταγμα του 1827 τα πρώτα ψήγματα της κοινοβουλευτικής αρχής). Αξιοσημείωτο είναι ότι το Σύνταγμα της Τροιζήνας εμπεριέχει την αρτιότερη και πληρέστερη διατύπωση των διατάξεων για την προστασία των ατομικών ελευθεριών μεταξύ των Συνταγμάτων της εποχής.

Το Σύνταγμα της Τροιζήνας προσπάθησε να συνδυάσει την ανάγκη ισχυρής κεντρικής εξουσίας με την ύπαρξη δημοκρατικών δομών, η ισχύς του όμως ανεστάλη λίγο μετά την άφιξη στην Ελλάδα του Ιωάννη Καποδίστρια, τον Ιανουάριο του 1828.

 

Η Γ’ Εθνική Συνέλευση των αντιπροσώπων της επαναστατημένης Ελλάδας είχε αρχί­σει τις εργασίες της στις 6 του Απρίλη του 1826 στην Επίδαυρο, αλλά σε λίγες μέρες διακό­πηκε από τους διαπληκτισμούς και τις διχόνοιες που ξέσπασαν ανάμεσα στα μέλη της. Τότε η διοικητική επιτροπή της Ελλάδας, που την αποτελούσαν ο Ανδρέας Ζαΐμης ως πρόεδρος και γενικός γραμματέας ο Χιώτης γιατρός και πολιτικός Γεώργιος Γλαράκης και μέλη οι Δ. Τσαμαδός, Π. Μαυρομιχάλης, Σ. Τρικούπης, Π. Δ. Δημητρακόπουλος, Α. Χ. Αναργύρου, Α. Μοναρχίδης, Κ. Ζώτος και I. Βλάχος, πήγε στην Αίγινα και με τον ισχυρισμό ότι μόνο αυτή είχε το δικαίωμα να ορίσει τον τόπο, όπου θα έπρεπε να συνεχιστούν οι εργασίες της συνέλευσης, κάλεσε τους πληρεξούσιους να πάνε εκεί.

Επίσης τούτη η επιτροπή υποστήριζε ότι είχε και το δικαίωμα να αναγνωρίζει ως νόμιμους πληρεξούσιους του έθνους μόνο αυ­τούς που απαρτίζανε την Γ’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου. Και σύμφωνα με τούτη την άποψη, η συνέλευση που θα γινόταν στην Αίγινα θα υπολογιζόταν ως συνέχεια εκείνης της Επιδαύρου, όπου και θα έπαιρναν μέρος μόνο οι πληρεξούσιοι που ήταν πριν στην Επί­δαυρο.

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Αλλά μια μεγάλη ομάδα πληρεξούσιων διαφώνησε με όλα αυτά. Για τον τόπο της συνέ­χισης των εργασιών της εθνικής συνέλευσης είχε αντίρρηση και ο Θόδωρος Κολοκοτρώνης, όμως δεν παρέλειπε να πιέζει την επιτροπή της συνέλευσης για την ανάγκη να μη χάνεται χρόνος. Από τ’ Ανάπλι τον Οκτώβρη του 1826 παρότρυνε τούτη την επιτροπή γράφοντας: «Τώρα είναι καιρός να προκηρύξετε, ως επιτροπή της Συνελεύσεως, να τελειώσωμεν την Συνέλευσιν του απερασμένου Απριλίου και θέλει χασομερίσωμε. Τώρα είναι καιρός, είναι χειμώνας και ούτε ημείς πολεμούμε, ούτε ο Ιμπραΐμης». Σε ερώτηση της επιτροπής, για το ποιον τόπο θεωρούσε σίγουρο για τη συνέλευση, αποκρίθηκε: «Απάνω στην Πελοπόννησο να γένη η Συνέλευσις, να έχωμε και έγνοια τον Ιμπραΐμη οπού να δίνωμε εις το στρατικό βοήθειαν εις κάθε ανάγκην, διότι έχομε τον εχθρόν εις την πόρτα μας». Και για σίγουρους τόπους πρότεινε: «Είναι το Λενίδι, είναι το Κρανίδι, είναι το Καστρί, είναι και η Πιάδα, από τους τέσσερους τόπους, όποιον θέλετε εκλεχτέ».

Και συνεχίζει: «Με αποκρίθηκαν: Να ρωτήσωμεν και την διοικητικήν επιτροπήν. Και ανταμώσαμεν, και ωμίλησαν τα δυο σώματα, και αποφάσισαν με δόλο, ή εις τον Πόρο, ή εις την Αίγιναν, δια να κάμουν την Συνέλευσιν κατά θέλησίν τους, όποιον πληρεξούσιον θέλουν να εμβάζουν, όποιον δεν θέλουν να μην τον δέχωνται εις το νησί. Και μου αποκρίθηκε η επιτροπή την ομιλίαν οπού έκαμε με το άλλο σώμα το Κυβερνητικό ότι να γένη η Συνέλευσις εις τον Πόρο ή εις την Αί­γινα. Και εγώ δεν το εδέχθηκα, και τους επροφασίστηκα ότι: Εγώ εις το γιαλό δεν εμπαίνω γιατί έκαμα όρκο όταν με είχαν εις την Ύδρα[i] και δεν μπαίνω πλοίο στο πέλαγο. Εάν δεν είμαι εις την Συνέλευσιν εγώ που ήμουν ένα άτομο δεν έβλαβε, όμως είχα πολλούς ψήφους, και από άρματα και από πολιτικούς, είχα και άλλους που δεν ήθελαν να πάνε».

  

Η Συνέλευση στην Ερμιόνη


 

Ύστερα από μάταιες προσπάθειες για συνεννόηση ο Κολοκοτρώνης αποφάσισε να πάει στην Ερμιόνη: «Και της ευθύς επήγα εις το σπίτι μου και καβάλληκα και επήρα και τον Τσώκρη[ii] με διακοσίους ανθρώπους και τον Νικολάκη Πονηρό[iii] και Αναγνωστάκο, ανήμε­ρα του Αγίου Δημητρίου, και όσο να πάγω στην Ερμιόνη εσύναξα τετρακοσίους. Και μα­θαίνοντας ότι εγώ πάγω στην Ερμιόνη, σηκώθηκαν και αι δύο επιτροπαί και επήγαν εις την Αίγινα και επροκήρυξαν την Συνέλευσιν. Και επροκήρυξα και εγώ να μαζωχτούν να κάμωμε την Συνέλευσιν στην Ερμιόνη.

Έστειλα τον Νικολάκη Πονηρό εις την Ύδρα, εις τον κυρ-Γιώργη[iv] και λοιπούς Υδραίους και ήλθον οι Υδραίοι και η Συνέλευσις η εδική μας ήτον ως ενενήντα πληρεξούσιοι και εις την Αίγινα ήτον πενήντα με ταις δυο επιτροπές».

Στην Ερμιόνη λοιπόν μαζεύτηκαν οι περισσότεροι πληρεξούσιοι, που κατά το Αρχείο Μάμουκα ήσαν 141[v], αν και ο Κολοκοτρώνης τους υπολογίζει ως 90. Εκεί παραβρέθηκαν, εκτός από τους πληρεξούσιους που είχαν πάρει μέρος στη συνέλευση της Επιδαύρου, και άλλοι από επαρχίες που είχαν αγωνιστεί ενάντια στους Τούρκους και είχαν απελευθερωθεί και που αυτοί της Αίγινας δεν ήθελαν να τους αναγνωρίσουν.

Ο Κολοκοτρώνης είχε στρατοπεδεύσει στην Ερμιόνη από τον Νοέμβρη του 1826 και επιδιδόταν σε δραστήριες ενέργειες για να συνεχιστεί η συνέλευση εκεί, ερχόμενος σε συνεν­νόηση με τους κυριότερους πολιτικούς και στρατιωτικούς της επαναστατημένης Ελλάδας. Αλλά οι συγκεντρωμένοι στην Αίγινα πληρεξούσιοι επιμένανε στην άποψή τους και για τον τόπο της συνέλευσης και για την αναγνώριση των αντιπροσώπων. Όσοι πάλι μαζεύτη­καν στην Ερμιόνη παραμένανε αμετάπειστοι, υποστηρίζοντας ότι η άποψη αυτή ούτε νόμι­μη ήταν, ούτε δίκαιη, και ότι τον τόπο της συνέλευσης μόνο η πλειοψηφία των πληρεξού­σιων, με ανανεωμένη μάλιστα τη λαϊκή εντολή, μπορούσε να τον καθορίσει.

Η διαμάχη αυτή είχε συγκλονίσει το λαό και το στρατό σε όλη την επαναστατημένη χώ­ρα. Η γενική κατάσταση ήτανε κρίσιμη. Το Μεσολόγγι έπεσε. Η ακρόπολη της Αθήνας κιν­δύνευε. Ο στρατός είχε εξαντληθεί και πολεμοφόδια και τρόφιμα δεν υπήρχαν. Κι ακόμα οι διαπραγματεύσεις για ειρήνη, που γίνονταν στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των Τούρκων και των Ευρωπαίων πρεσβευτών με επικεφαλής τον Βρετανό πρέσβη, είχανε σταματήσει, αφού δεν στέλνονταν οδηγίες από την Ελλάδα. Γενική απογοήτευση επικρατούσε που κο­ρυφωνόταν από τη διαμάχη των πληρεξούσιων του Έθνους.

Η απειλή, να καταστραφεί ό,τι είχε επιτευχθεί ως τώρα για τον απελευθερωτικό αγώνα και για τη σωτηρία της πατρίδας, είτανε φανερή. Μέσα στις συνθήκες αυτές με πρωτοβουλία του Κολοκοτρώνη προκηρύχτηκε η έναρξη των εργασιών της Γ’ Εθνικής Συνέλευσης στην Ερμιόνη. Εκλέχτηκε πρόεδρος της συνέλευ­σης ο Γιώργης Κουντουριώτης, αλλά παραιτήθηκε και τον διαδέχτηκε ο γιατρός Γεώργιος Σισίνης με γραμματέα τον Νικόλαο Σπηλιάδη, που διέθετε εξαίρετη μόρφωση και γλωσσο­μάθεια. Βοηθοί του πρώτου γραμματέα ορίστηκαν οι Μιχαήλ Οικονόμου και Γεώργιος Χρηστίδης ή Μιχαήλ Χρυσηίδης. Ο Σισίνης φιλοξενήθηκε σε σπίτι Κομμά. Βουλευτήριο έγινε το σπίτι Οικονόμου. Ο Κολοκοτρώνης, που τότε ήταν γενικός αρχηγός του Στρατού, είχε εγκαταστήσει το αρχη­γείο του στο σπίτι του Γιάννη Μήτσα-Μίτζα.[vi]

Η Γ’ Εθνική Συνέλευση της Ερμιόνης πραγματοποίησε δέκα προκαταρκτικές συνε­δριάσεις, από 18 του Γενάρη του 1827 ως τις 10 του Φλεβάρη, και δεκαεπτά τακτικές, που άρχισαν στις 11 του Φλεβάρη και τέλειωσαν στις 17 του Μάρτη του ίδιου χρόνου. Κατά τις προκαταρκτικές συνεδριάσεις εκλέχτηκε φρούραρχος της συνέλευσης ο στρα­τηγός Νικήτας Σταματελόπουλος – Νικηταράς, ανεψιός του Κολοκοτρώνη, και αποφασίστη­κε όπως η φρουρά αποτελεστεί απο τετρακόσιους άντρες. Και για να αντιμετωπιστούν τα έξοδα γενικά, αποφασίστηκε η πώληση των προσόδων του Κάτω Ναχαγέ.

Στη διάρκεια τούτων των συνεδριάσεων έφτασε έγγραφο από την Αίγινα με την πρότα­ση να συγκληθεί η Εθνοσυνέλευση σε τρίτον τόπο. Από την Ερμιόνη στάλθηκε απάντηση-πρόσκληση να πάνε εκεί οι πληρεξούσιοι της Αίγινας, όπου με το δικαίωμα της πλειοψη­φίας είχε αποφασιστεί και οριστεί ως τόπος της συνέλευσης. Έφτασε επίσης γράμμα από τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, γραμμένο στο στρατόπεδο του στο Δίστομο της Λειβαδιάς. Ο γενικός αρχηγός των στρατοπέδων της Στερεάς Ελλάδας συ­νιστούσε ομόνοια και αδελφοσύνη και πρότεινε ως τρίτον τόπο της συνέλευσης τη Σαλαμίνα.

Από την Ερμιόνη στάλθηκε απάντηση όπου αναφερόταν: «Τώρα εσχάτως ήλθον απε­σταλμένοι και εξ Αιγίνης δι’αυτήν την ιδίαν περί του τόπου υπόθεσιν και είδον ότι το δι­καίωμα των πλειόνων και ουχί άλλος τις αποφασίζει τόπον Συνελεύσεως την Ερμιόνην, ήτις και άλλως είναι τόπος κατά πάντα πρόσφορος και κατάλληλος δια τούτο και όσοι δεν κυριεύονται ειμή υπό απλούν το συμφέρον της Πατρίδος δεν έμειναν αμετάπειστοι, ούτε θ’αργήσουν να μεταβούν και εκείνοι εξ Αιγίνης εδώ και τους άλλους να παρακινήσουν να μεταβούν».[vii]

Κι ακόμη ζητούσαν από τον Καραϊσκάκη να παρακινήσει τους πληρεξούσι­ους των μερών του να πάνε στην Ερμιόνη το γρηγορότερο για να μην «αναβάλλεται η ωφέ­λεια της Πατρίδος» σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές. Δεύτερο έγγραφο έφτασε από την Αίγινα, που καλούσε τους πληρεξούσιους της Ερμιό­νης να πάνε εκεί και τόνιζε ότι καμιά πράξη των συγκεντρωμένων στην Ερμιόνη δεν θα αναγνωριζόταν ως νόμιμη. Σε τούτο δεν δόθηκε απάντηση.

Πριν αρχίσουν οι τακτικές συνεδριάσεις, έγινε θρησκευτική τελετή στην εκκλησιά των Ταξιαρχών και ακολούθησε ορκωμοσία των πληρεξούσιων. Στη συνέχεια άρχισαν οι εργα­σίες της πρώτης τακτικής συνεδρίασης, όπου πάρθηκε απόφαση να μη θεωρηθούν ως νόμι­μοι οι πληρεξούσιοι της Αίγινας, γιατί δεν αντιπροσώπευαν το λαό. Μετά εγκρίθηκε ο κα­νονισμός των εργασιών του σώματος, οι διατάξεις δηλαδή των συνεδριάσεων και καθορί­στηκαν οι οδηγίες προς το φρούραρχο και προς τον αστυνόμο.

Κατά τις τακτικές αυτές συνεδριάσεις αποφασίστηκε να εκστρατεύσει ο Γενναίος Κο­λοκοτρώνης για να ενισχύσει το στρατόπεδο της Αττικής με 4.500 άντρες.[viii]

Επίσης εγκρίθηκε η πρόταση να ακολουθήσουν οι συνεδριάσεις της Ερμιόνης τον αριθ­μό των προηγούμενων συνεδριάσεων της Επιδαύρου ως συνέχειά τους. Δεύτερη πρόταση που εγκρίθηκε ήτανε να σταλεί γράμμα προς τον πρεσβευτή της Αγγλίας στην Κωνσταντι­νούπολη Stratford Canning,  όπου να αναφέρεται η ευγνωμοσύνη του ελληνικού έθνους προς αυτόν και προς τους πρεσβευτές των άλλων μεγάλων δυνάμεων, για τη θερμή υποστή­ριξη των ελληνικών δικαίων κατά τις διαπραγματεύσεις τους με τους Τούρκους για ειρήνη.

Στη διάρκεια της πέμπτης συνεδρίασης διαβάστηκε μήνυμα του αγωνιστή Αναστάση Λιδωρίκη από τη Δωρίδα, γραμμένο στη Σαλαμίνα, όπου έκανε γνωστό στη συνέλευση, ότι έρχεται στην Ερμιόνη μαζί με άλλους πληρεξούσιους από τη Στερεά Ελλάδα.

Στις συνεδριάσεις της Ερμιόνης συζητήθηκαν πολλά θέματα και πάρθηκαν αποφάσεις, όπως η απόφαση να αποζημιωθούν από τα ωφελήματα της ελληνικής επικράτειας, μετά την οποιαδήποτε αποκατάσταση του Έθνους, όσοι αγωνιστές ζημιώθηκαν και δυστύχησαν και εγκρίθηκε ανάλογο ψήφισμα. Διαβάστηκαν ακόμη αναφορές από διάφορα μέρη που ζητού­σαν βοήθεια σε πολεμοφόδια, τρόφιμα, γιδοπρόβατα, ζωοτροφές.

Από τη 13η συνεδρίαση στάλθηκε γράμμα προς το λόρδο Thomas Cochrane, που βρισκό­τανε τότε στη Μεσόγειο, με την παράκληση να έρθει στις ελληνικές θάλασσες και να βοηθή­σει στον απελευθερωτικόν αγώνα. Στην ίδια συνέλευση αποφασίστηκε όπως η βάση του ελ­ληνικού πολιτεύματος να είναι Κοινοβουλευτική.

Στη 16η συνέλευση διαβάστηκε έγγραφο του Κολοκοτρώνη, όπου πρότεινε τον Άγγλο στρατηγό  Richard Church ως αρχιστράτηγο των ελληνικών δυνάμεων της ξηράς και το λόρ­δο Cochrane ως αρχηγό των ναυτικών δυνάμεων. Ακόμη πρότεινε την εκλογή κυβερνήτη της Ελλάδας υποδείχνοντας τον πολιτικό και διπλωμάτη Ιωάννη Καποδίστρια.

 Γράφει σχε­τικά ο Κολοκοτρώνης:

«Και ημείς τον Μάρτιον μήνα, σαν εγινήκαμε πλήρεις ενενήντα, αρχίσαμεν ταις εργασίαις μας και εβάλαμεν πρόεδρον τον Σισίνην. Τότινες έφτασε και ο Κό­χραν και τον εψηφίσαμεν αρχιθαλάσσιον εις ταις τρεις μοίραις Σπετσών, Υδραίων και Ψα­ρών. Εις τον ίδιον καιρόν ήλθε και ο Τσούρτς, διατί έλεγε η Συνέλευσις της Αιγίνης, ότι ο Κολοκοτρώνης γυρεύει πάντα να γίνη αρχιστράτηγος της Ελλάδος, κ’εγώ αποφάσισα, δια να μην ευρίσκουν αυτήν την πρόφασιν, έρηξα την φιλοτιμίαν μου κάτω δια την αγάπην της Πατρίδος, και έρηξαν κάτω την φιλοτιμίαν τους και αι τρεις νήσοι, και υπόγραψαν αρχιθαλάσσιον τον Κόχραν».

Η διαίρεση ανάμεσα στους πληρεξούσιους της Αίγινας, που ήσαν οπαδοί της κυβέρνη­σης του Αντρέα Ζαΐμη, και σε κείνους της Ερμιόνης, που ανήκαν στην αντιπολίτευση, εξα­κολουθούσε, αφού ούτε οι πρώτοι υποχωρούσαν, ούτε οι δεύτεροι: «Η διαίρεσις ακολου­θούσε τρεις μήνας. Ο Άμιλτων ευρισκότανε τον τότε καιρό εκεί, επήγαινε και εις την Αίγι­να και έρχονταν και εις ημάς να μας ενώση να κάμωμε την συνέλευσίν μας και ημείς ελέγαμε: Ας έλθουν εδώ οι Αιγινήται, που είμεθα πλειότεροι και τους δεχόμαστε. Εκείνοι έλεγαν το ίδιο. Και εφιλονικούνταν το πράγμα και έγραφαν εις τον μινίστρο Κάνιγγ ως επιτροπή και εγώ έγραφα ατομικώς. Και ελάβαιναν και εκείνοι απόκρισιν, ελάβαινα και εγώ».

Πολλές προσπάθειες καταβάλανε οι Άγγλοι για την ένωση των δυο ομάδων, αλλά η πλειοψηφία των πληρεξούσιων της Ερμιόνης ήταν αποφασισμένη να συνεχίσει τη συνέλευ­ση εκεί και οι προσπάθειες δεν καρποφορούσαν: «Και ερχόμενος ο Κόχραν εις τον Πόρον, επήρα τον Μεταξά[ix] να τον ανταμώσω εις το καράβι και ωμιλήσαμεν τα όσα αποφάσισε η συνέλευσίς μας. Αυτός εζήτησε την ένωσιν και ημείς ελέγαμεν την ιδίαν ομιλίαν: Ας έλθη η συνέλευσις της Αίγινας και ημείς την δεχόμεθα.

Και είδα εις την ομιλίαν του την φαντασίαν οπού είχεν ο Κόχραν και εγώ του αποκρίθηκα, ως ‘Ελλην, φαντασμένα. Βγαίνοντας αναχωρήσαμεν και επήγαμεν πίσω στην Ερμιόνη και εκρατήσαμε και τον γκενεράλη Τσούρτς εις την Ερμιόνη. Και τότε έσμιξε ο Κόχραν με τον Τσούρτς και έγιναν μια γνώμη δια να μας συμβιβάσουν».

Μέσα στις συνθήκες αυτές έφτασε στη συνέλευση της Ερμιόνης και η έκκληση από την Αθήνα για βοήθεια: «Εκείναις ταις ώραις έγραφαν από την Αθήνα, ότι είναι στενοχωρημέ­νοι από στρατεύματα, και τότε η συνέλευσις μ’ επεφόρτισε να στείλω στρατεύματα, και διέ­ταξα τον Γενναίον και όλαις ταις επαρχίαις και σε είκοσι ημέραις έγινε με τρεις χιλιάδας, και με υποσχέθηκε η συνέλευσις ότι να τους πληρώσει, το έθνος, τους λουφέδες και έτσι εμείναμε ήσυχοι. Τότες ήλθαν οι δυο αρχηγοί της θαλάσσης και της ξηράς να μας ενώσουν, και να εύρουν ένα τρίτον τόπον, δια να τελειώσουν την συνέλευσιν, και ο τρίτος τόπος ήταν η Τροιζήνα, λεγόμενη Δαμαλά.

Όμως αποκρίθημεν των αρχηγών: «Ημείς πηγαίνομεν, όσα πρακτικά έχομεν κάμει να είναι επικυρωμένα από την συνέλευσιν, η φρουρά να μείνη η ιδία (τον Νικηταρά είχαμεν) και αν στερχθούν ερχόμεθα και ημείς εις την Τροιζήνα. Και έτσι εστέρχθησαν οι Αιγινήται. Και εσηκώθημεν και τα δύο μέρη και εσμίξαμεν εις την Τροιζήνα, και ενωμένοι εις την Τροιζήνα αρχίσαμεν τα πρακτικά (όσα είχαμεν καμωμένα ημείς έμειναν ασάλευτα) και αρχίσαμεν εμπρός».[x]

Τελικά οι προσπάθειες για ένωση έφεραν αποτέλεσμα και αφού έγινε δεχτός ο όρος των πληρεξούσιων της Ερμιόνης να αναγνωριστούν τα πρακτικά της συνέλευσής τους. Η περιπόθητη ένωση έφερε ανακούφιση και στο λαό και στο στρατό ύστερα από πολύμηνη αγωνία.

Οι ιστορικοί, αναφερόμενοι στη συνέλευση της Ερμιόνης, γράφουν: «Η θέση της Ερμιό­νης ήτο τοιαύτη, και εθεωρείτο τόσον ασφαλής, λόγω της γειτονίας προς τας δύο πολεμι­κάς νήσους και το Ναύπλιον, ώστε πολλοί κατέφευγον εις αυτήν, μετά δε τους εμφυλίους πολέμους, τας διαιρέσεις και την κατάστασιν την δημιουργηθείσαν δια της πτώσεως του Μεσολογγίου, προεκρίθη από τους αντιπολιτευμένους την νέαν κυβέρνησιν του Ανδρέα Ζαΐμη, ως τόπος της Εθνικής Συνελεύσεως.

Πράγματι όταν η Γ’ εν Επιδαύρω συνέλευσις ανέβαλε τας εργασίας της, εψήφισεν ότι θα συνήρχετο τον Σεπτέμβριον 1826 εις ό,τι μέρος θα συνεκαλήτο από την επιτροπήν της συνελεύσεως. Δις οι πληρεξούσιοι εκλήθησαν εις τον Πόρον και ουδείς μετέβη. Αφού δε απεφασίσθη να συγκληθή η συνέλευσις εις Αίγιναν, όπου και η κυβέρνησις, οι αντιπολιτευόμενοι έχοντες επί κεφαλής τον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην, εξωθούμενοι από τους Κουντουριώτας και αριθμούντες τους κρατίστους εκ των κατά ξηράν και θάλασσαν πολεμικών αρχηγών, συνεκεντρώθησαν εις Ερμιόνην και εκάλεσαν τους λοιπούς παλαιούς και νέους συναδέλφους, να συνέλθωσιν εις το Καστρί, δυνάμει του ψηφίσματος της εν Επιδαύρω Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως.

Εν τούτοις και μεταξύ των αντιπολιτευομένων επήλθε διαφωνία, ήτις εκλόνισε την δύναμίν των προς στιγμήν απειλήσασαν να επικράτηση. Εστάλησαν εξ Αιγίνης πρεσβείαι όπως μεταπείσουν τους εν Ερμιό­νη. Επί μακρόν και ο Άγγλος κομμοδόρος Χάμιλτων και εμμέσως ο εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτής Στράτφορδ Κάνιγγ επάσχιζον προς τούτο. Επροτείνετο τέλος να εξευρεθή ουδέτερος τόπος, ένθα, εάν δεν εφαίνετο ο καπνός των πολιορκούντων την Ακρόπολιν κα­νονίων, να ηκούετο τουλάχιστον ο κρότος αυτών. Ουδέν όμως ίσχυσε.

  

Τροιζήνα


 

Τροιζήνα

Και την 11 Φεβρου­αρίου 1827 εκηρύχθη η έναρξις της εν Ερμιόνη Εθνικής συνελεύσεως, υπό την προεδρίαν του γηραιού Σισίνη. Κατ’ εκείνας τας ημέρας κατέφθασεν ο Ριχάρδος Τσουρτζ, και μετ’ αυ­τόν, κατά Μάρτιον ο λόρδος Κόχραν. Αμφότεροι συνήνεσαν εις την εκλογήν ως τόπου της συνελεύσεως την Τροιζήνα (των Δαμαλών), πικρότατα δε εμέμφθησαν τους εν Ερμιόνη επι­μένοντας. Ο Κόχραν μάλιστα απηύθυνε δριμύτατον έγγραφον, χάρις εις το οποίον οι εν Ερμιόνη επείσθησαν να μεταβώσιν εις Τροιζήνα. Και ούτω διελύθη το κέντρον τούτο της αντιπολιτευομένης τον Ζαΐμην μερίδος, χωρίς να θεωρηθή ως πραγματική η εν Ερμιόνη Εθνική συνέλευσις».[xi]

Στον Δαμαλά (Τροιζήνα) συνεχίστηκαν και τέλειωσαν οι εργασίες της Γ’ Εθνικής Συνέλευσης και εκεί ψηφίστηκε η εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια[xii] ως κυβερνήτη.

Παρά την ικανοποίηση που ένιωσε και ο λαός της Ερμιόνης για την ένωση των πληρε­ξούσιων, λυπήθηκε πολύ που δεν θα άκουγε πια τα «τούμπανα» που καλούσαν τα μέλη της συνέλευσης στο Βουλευτήριο και θα έλειπε από τον τόπο τους η ζωηρή κίνηση. Η μεγάλη συγκίνηση και η ιδιαίτερη ανησυχία που είχε κυριέψει λαό και πολεμιστές στο διάστημα της διαίρεσης και η αγωνία για την ένωση και τη σωτηρία του αγώνα και της πατρίδας δεν αγνοήθηκαν από τη λαϊκή μούσα. Οι παρακάτω στίχοι τραγουδιούνταν και στο στρατόπεδο του Καραϊσκάκη και σε όλη την επαναστατημένη Ελλάδα:

Στην Αιγίνη δε θα γίνει.

Στην Ερμιόνη δεν τελειώνει.

Στο Δαμαλά πάει καλά.

Εκεί θα τελειωθεί

και η Ελλάδα θα σωθεί.[xiii]

 

Πηγές


  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  • Βουλή των Ελλήνων, «Από την Επανάσταση έως την Καθιέρωση της Βασιλευομένης Δημοκρατίας  (1821-1864)».

 

 

Υποσημειώσεις


[i] Κατά τον εμφύλιο που ξέσπασε ανάμεσα στους επαναστάτες μετά τις νίκες στα Δερβενάκια και στ’ Ανάπλι ο Κολοκοτρώνης έχασε το γιο του Πάνο και ο ίδιος φυλακίστηκε στην Ύδρα.

[ii] Είναι ο αγωνιστής Δημήτριος Τσώκρης από το Άργος.

[iii] Νικόλαος Πονηρόπουλος, νομικός που ο Κολοκοτρώνης συνήθιζε να τον λέει Πονηρό.

[iv] Πρόκειται για τον Υδραίο πολιτικό Γιώργη Κουντουριώτη.

[v] Ιωάννου Ηρ. Μάλλωση, Η εν Ερμιόνη Γ’ Εθνοσυνέλευσις, Αθήναι 1930, σ. 14-18.

[vi] Ο άξιος Ερμιονίτης αγωνιστής Γιάννης Μήτσας-Μίτζας με την έκρηξη της επανάστασης τέθηκε επικεφαλής Ερμιονιτών και Διδυμιωτών αγωνιστών και πήρε μέρος σε μάχες στο Άργος, στα Δερβενάκια, στο Παλαμήδι και αλλού. Στη διάρκεια της εθνικής συνέλευσης διοικούσε 45 άντρες φρουρούς της Ερμιόνης. Στη συνέχεια πήγε στην Αττική και τέθηκε στις διαταγές του Καραϊσκάκη. Στην άτυχη μάχη του Νέου Φαλήρου βρήκε ένδοξο θάνα­το στο πλευρό του αρχηγού του. Ο Κολοκοτρώνης τον εκτιμούσε ιδιαίτερα. Ισάξιος του ήταν και ο αδελφός του Σταμάτης.

[vii] Μάλλωσης ο.π. σ. 23

[viii] Κατά τον Κολοκοτρώνη, ο.π. σ. 145, τρεις χιλιάδες.

[ix] Αντρέας Μεταξάς, πολιτικός και στρατιωτικός του αγώνα του 1821 από την Κεφαλονιά.

[x] Κολοκοτρώνης ο.π. α. 145-146. – Λαμπρυνίδης, Οι Αλβανοί, σ. 267.

[xi] Γ. Δ. Καψάλης – Γ. Δ. Κορομηλάς, Μεγ. Ελλ. Εγκ. τομ. 11, σ. 570, Ερμιόνη.

[xii] Στις 14 Απριλίου 1827 η συνέλευση εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδος, για επτά χρόνια. Στις σχετικές συζητήσεις παρατηρήθηκε διχογνωμία και η τελική επιλογή προκάλεσε δυσάρεστα αισθήματα σε ορισμένους προύχοντες. Εκδόθηκαν συνολικά 24 ψηφίσματα στα οποία, μεταξύ άλλων, διορίστηκε επιτροπή για τον έλεγχο των δανείων, αποκαταστάθηκε ο Δημήτριος Υψηλάντης στα πολιτικά του δικαιώματα, ενώ ψηφίσθηκαν ομόφωνα αρχηγοί των δυνάμεων ξηράς και θάλασσας οι Ριχάρδος Τσωρτς (Richard Church) και ο λόρδος Cochrane αντίστοιχα.

Στην Τροιζήνα, η συνέλευση αναθεώρησε τον Νόμο της Επιδαύρου, το σύνταγμα που είχε ψηφίσει η Β’ Εθνοσυνέλευση στο Άστρος το 1823. Η Συνέλευση της Τροιζήνας ψήφισε την 1η Μαΐου 1827 το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», το τρίτο κατά σειρά της ελληνικής επανάστασης και περισσότερο δημοκρατικό και φιλελεύθερο από τα προηγούμενα. Για την απονομή της δικαιοσύνης θεσμοθετήθηκαν τα ειρηνοδικεία, τα επαρχιακά και ανέκκλητα, ενώ ορίστηκε επιπλέον «ανώτατο» ή «ακυρωτικό δικαστήριο» στην έδρα της κυβέρνησης.

[xiii] Μάλλωσης ο.π. σ. 12.

 

Read Full Post »

Οικογένεια Τσόκρη ή Τσώκρη


 

 

Δημήτριος Τσόκρης  Εξέχουσα πολεμική και πολιτική φυσιογνωμία του Αγώνα υπήρξε ο στρατηγός του Άργους Δημήτριος Τσόκρης. Η οικογένειά του ήταν από τις παλαιότερες στο Άργος. Ο πατέρας του Πανάγος Τσόκρης εμφανίζεται από τα μέσα περίπου της ΙΗ’ εκατονταετηρίδας. Είναι γνωστοί δε και άλλοι με το ίδιο επώνυμο, όπως ο Νικολός Τσόκρης πιθανώς παππούς του στρατηγού, Αναγνώστης, ο γιος του Γιάννης, Κυριακός ή Τσιράκος και Ανδριανός, Αντρανός ή Ντάνος Τσόκρης (1761-1828). Ο Πανάγος Τσόκρης είχε τρεις γιους, τον Γεώργιο, τον Αναστάσιο ή Τάσο και τον Δημήτριο. Από αυτούς ο πρώτος έφυγε από παιδί για την Κωνσταντινούπολη, όπου πλούτισε ως έμπορος και επανήλθε στο Άργος το 1817. Ο Τάσος έμεινε  στο Άργος και μετά την έκρηξη της επανάστασης έγινε στρατιωτικός και αγωνιστής. Ο δε Δημήτριος, ο νεότερος όλων διέπρεψε.

Ο Δημήτριος από παιδί μετέβη στη Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη και Ρωσία, όπου και αυτός επιδόθηκε στο εμπόριο. Κατά την τοπική παράδοση, σε εφηβική ηλικία, έζησε κάποια χρόνια και ασκήθηκε στα πολεμικά σε καταδρομικά ελληνικά πλοία, τα οποία πριν την επανάσταση διατηρούσαν τη σημαία και το πνεύμα της ελευθερίας, ως αρματωλοί της θάλασσας. Με την έκρηξη δε της επανάστασης ήρθε στην Ύδρα, έμπειρος ως προς τα πολεμικά. Ήταν συνάμα πνευματώδης, ρέκτης, φιλελεύθερος και φιλόπατρις. Έσπευσε από την Ύδρα στο Άργος γύρω στα μέσα Απριλίου 1821. Με τη συμβολή των συγγενών του και ιδίως του πλουσιότατου αδελφού του Γεωργίου στρατολόγησε αμέσως σώμα Αργείων και έθεσε τον εαυτό του επικεφαλής αυτών.

Οι Αργείοι εκτίμησαν τον άνδρα και τον ανέδειξαν. Η οικογένεια Περρούκα μόνο ήταν σε θέση να τους επισκιάσει, όμως απουσίαζε από το Άργος, ενώ ο μόνος που βρισκόταν εκεί, ο Χαραλάμπης, δυσφημιζόταν από τους επαναστάτες ως δήθεν φιλότουρκος. Γι’ αυτόν τον λόγο οι προύχοντες, με πρωτοστάτες τους αδελφούς Θεοφανοπούλου, τον περιστοίχισαν ενθουσιωδώς. Οι δε μικροί αλλά ανδρείοι καπετάνιοι του Άργους, από τους οποίους διακρινόταν ο Μήτρος Μεντής, ο περίφημος ιππέας, όπως λέγεται, είχε προσφάτως ασκηθεί στην ιππασία καθώς υπηρέτησε στο Ρωσικό Ιππικό και είχε τη δυνατότητα να ιππεύει χωρίς χαλινάρια και να τιθασεύει τα αγριότερα άλογα και να περιστρέφεται γύρω από την κοιλιά τους, καλπάζοντας πολύ γρήγορα. Ο Κωνσταντίνος Κακάνης, ο Γεώργιος Μπεκιάρης από τα Μπούντια Άργους, ο Τάσος Νέζος από το Κουτσοπόδι των Μυκηνών και ο Αναστάσιος Τσόκρης (αδελφός του) τάχθηκαν στο πλευρό του και ανακήρυξαν αυτόν με τη σύμφωνη γνώμη όλων αρχηγό των όπλων της επαρχίας και αγωνίσθηκαν μαζί αχώριστοι και αφοσιωμένοι μέχρι το τέλος.*

Ο Δημήτριος Τσόκρης ήταν τότε σε ηλικία 25 ετών και ήταν εύσωμος, ανδρείος, εμπειροπόλεμος, συνετός και επιβλητικός. Συμμετείχε άμεσα στις πολεμικές εργασίες της επανάστασης, ως οπλαρχηγός των Αργείων και προσέφερε πολύτιμη βοήθεια μέχρι το τέλος του Αγώνα, έγινε δε η επιφανέστερη στρατιωτική δόξα του Άργους.

Τον αναγνώρισε επίσημα η Καγγελαρία (τοπική διοίκηση) του Άργους ως οπλαρχηγό των Αργείων και συγχρόνως τον διόρισε διευθυντή της από την 4η Απριλίου 1821 πολιορκίας του Ναυπλίου. Ο Τσόκρης τακτοποίησε την πολιορκία πάραυτα. Συμμετείχε δε με τους άλλους πολιορκητές στην αντίσταση του Άργους τον ίδιο μήνα, στην εισβολή του Κεχαγιάμπεη, στην οποία διέσωσε πάμπολλα γυναικόπαιδα και κατάλαβε τους Μύλους.

Αργότερα και η Πελοποννησιακή Γερουσία τον κατέστησε αρχηγό της πολιορκίας του Ναυπλίου και των επικουρικών στρατευμάτων. Η δε Διοίκηση τον διόρισε χιλίαρχο.

Από τον Μάιο του ίδιου έτους και αφού απομακρύνθηκε ο Κεχαγιάμπεης από την Αργολίδα,  πραγματοποιήθηκε ξανά πολιορκία από τους Νικηταρά, Στάικο, Τσόκρη και Παπαρσένη Κρέστα, ενώ ο Τσόκρης διέπρεψε σε ανδρεία και στρατιωτική αρετή.

Οι πολιορκημένοι Τούρκοι, που υπέφεραν από τον αποκλεισμό, πραγματοποιούσαν πολλές εξόδους από το φρούριο και επιθέσεις εναντίον των Ελλήνων, ώστε να τους αναγκάσουν να λύσουν την πολιορκία. Σε μία από αυτές τις εξόδους αρίστευσε ο Τσόκρης. Με εξήντα επίλεκτους οπλίτες του κατέλαβε τον Πύργο του Κατώγλη κοντά στο Ναύπλιο και τον προάσπισε πολεμώντας ηρωικά επί επτά συνεχείς ώρες απέναντι σε πολλαπλάσιους Τούρκους, τους οποίους ανάγκασε να επανέλθουν στο κτίριο.  

Κατά τα τέλη Μαΐου 1821 οι Τούρκοι του Ναυπλίου επιτέθηκαν με όλο τους τον στρατό κατά των πολιορκητών για να θερίσουν και να συγκεντρώσουν από τα χωράφια δημητριακά για τη διατροφή τους. Όμως ο Τσόκρης, μαζί με τους άλλους πολιορκητές, όχι μόνο τους απέκρουσε μέχρι τα τείχη του φρουρίου, αλλά είχε και την ευφυΐα να κάψει όλα τα σπαρτά που υπήρχαν κοντά στο Ναύπλιο, όσα δεν είχαν θεριστεί και όσα υπήρχαν στα αλώνια, με τρόπο τέτοιο ώστε οι Τούρκοι να μην καταφέρουν να τα συγκεντρώσουν προς όφελός τους και να πεινάσουν. Το ίδιο επανέλαβε με επιτυχία και στο Άργος, κατά την εισβολή του Δράμαλη.

Κατά την Εθνική Συνέλευση του Άργους την 1η Δεκεμβρίου 1821 ο Τσόκρης ήταν γενικός αρχηγός των αρμάτων όλης της επαρχίας Άργους και πολιτάρχης της. Εξακολουθούσε εν τούτοις να αγωνίζεται στην πολιορκία του Ναυπλίου μέχρι την εισβολή του Δράμαλη. Επειδή δε ένεκα αυτής διακόπηκε και πάλι η πολιορκία, κατέφθασε με στράτευμά του στο ελληνικό στρατόπεδο των Μύλων και συμμετείχε στο Δραμαλικό πόλεμο του Άργους και των Δερβενακίων.

Το 1823 προβιβάσθηκε από τη Διοίκηση σε αντιστράτηγο και το 1825 σε στρατηγό. Κατά δε το 1824-1825 εξελέγη από όλους τους δημογέροντες και προκρίτους της μητρόπολης και των χωριών της επαρχίας Ναυπλίου γενικός αρχηγός των αρμάτων της.

Εκτός από τα Δραμαλικά, ο Τσόκρης συμμετείχε και σε διάφορες άλλες εκστρατείες και μάχες, όπως στα Μεγάλα Δερβένια, Αθήνα, Αμπλιανή, Ναύπακτο και στους πολέμους κατά του Ιμπραήμ πασά στο Κρομμύδι, Νεόκαστρο, Σφακτηρία, Ναυαρίνο, Μιστρά, Δερβένι Λεονταρίου, Δραμπάλα, Καρύταινα, Τρίπολη, Μαντζαγρά, Δαβιά, Τρίκορφα, Στενό, Τσιπιανά, Βέρβαινα και στην επαρχία Κυνουρία και προστάτευσε τις Σπέτσες από κάθε επιδρομή των Αράβων.

Στους εμφύλιους πολέμους ακολούθησε τον Κολοκοτρώνη, με τον οποίο τον συνέδεε στενή και ειλικρινής φιλία και ο οποίος τον εκτιμούσε και τον αγαπούσε σε τέτοιο βαθμό που στις επιστολές του τον αποκαλούσε παιδί του και υπέγραφε ως πατέρας του. Τέτοια ήταν η δράση του στρατηγού Τσόκρη στον Ιερό Αγώνα, φιλότιμη και πατριωτική.**

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας τον εκτιμούσε και τον υπεραγαπούσε. Ως εκ τούτου, κάθε φορά που ερχόταν στο Άργος έμενε στην οικία του, στην οποία του είχε παραχωρηθεί ιδιαίτερη και μόνιμη αίθουσα, η νοτιοδυτική και όπου σώζεται μικρό γραφείο του Κυβερνήτη ως πολύτιμο κειμήλιο της οικογένειας.

Ο αοίδιμος Κυβερνήτης, ως γνωστόν, κατήργησε όλους τους βαθμούς των στρατηγών του Αγώνα, εκτός του Θ. Κολοκοτρώνη. Ως εκ τούτου, διόρισε τον τέως στρατηγό Τσόκρη χιλίαρχο εν ενεργεία και αρχηγό της πολιτικής φρουράς Πελοποννήσου. Τον Ιούνιο του 1831 τον διόρισε μέλος του Πελοποννησιακού Στρατιωτικού Δικαστηρίου ή Συμβουλίου των Ελαφρών και αντιπρόεδρο αυτού. Ο Τσόκρης προέδρευσε σε διάσημες δίκες, ανάμεσα στις οποίες και αυτή των δολοφόνων του Καποδίστρια και διαφύλαξε τη δημόσια τάξη στο Άργος κατά την πολύ δύσκολη εκείνη εποχή.

Στον τομέα της πολιτικής αναδείχθηκε επιφανέστατος και πανίσχυρος στην επαρχία του. Διετέλεσε πληρεξούσιος της επαρχίας Άργους στις Εθνικές Συνελεύσεις, στην Δ’ του Άργους (1829) και την Ε’ του Ναυπλίου (1831).

Όταν κατά το πολύ δύσκολο έτος 1832 η Πελοπόννησος δεινοπαθούσε από το κόμμα των Συνταγματικών στο Ναύπλιο και η Αργολίδα βασανιζόταν από το διαβόητο στράτευμα του Θεοδ. Γρίβα από τη Στερεά Ελλάδα, ο Κολοκοτρώνης ενεργώντας ως Γενικός Αρχηγός της Πελοποννήσου, για να την προστατεύσει, συνέστησε τον Σεπτέμβριο του 1832 τη Στρατιωτική Επιτροπή που έδρασε έως την έλευση του Όθωνα. Στην επιτροπή αυτή συμμετείχε και ο Τσόκρης, ως μέλος του Γ’ Τμήματος, που σχηματίσθηκε από αυτόν και τους στρατηγούς Ν. Κριεζώτη και Ι. Στράτο με γραμματέα των Ι. Φιλήμονα. Προστάτευσε μεν τη δημόσια τάξη στο Άργος από την εισβολή των Ρουμελιωτών, δεν κατάφερε δε να τη σώσει και από αυτή των Γάλλων, που αποτέλεσαν ανύποπτους και απροσδόκητους εχθρούς. Και αυτό γιατί είχε τη θλιβερή ατυχία να δει τους συμπολίτες του την 4η Ιανουαρίου 1833 μανιωδώς και χωρίς αιτία σφαγμένους από τον Γαλλικό στρατό του Μαίζωνα, αποτέλεσμα των ραδιουργιών και μηχανορραφιών των Συνταγματικών του Ναυπλίου και ιδίως του πασίγνωστου Ι. Κωλέττη.

Τον Αύγουστο του 1834 ο Τσόκρης καταδιώχθηκε μαζί με τον Νικηταρά και άλλους οπαδούς του Κολοκοτρώνη από την Αντιβασιλεία για τη Μεσσηνιακή επανάσταση του Γκρίτζαλη και Τζαμαλή και φυλακίστηκε κατηγορούμενος ως συνένοχός τους. Ωστόσο τον Νοέμβριο του 1834 απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες από το στρατοδικείο της Πύλου.

Στην κορυφή της πολιτικής ισχύος του ανυψώθηκε μετά το 1834. Ασφαλώς μπορεί κανείς να πει πως έγινε ο πολιτικός και δημοφιλής αρχηγός της επαρχίας Άργους μέχρι τον θάνατό του, αν και ήταν επικεφαλής αυτής από το 1821, όπως είδαμε. Έτσι άκμασε στο Άργος για όλη του τη ζωή, επί μισό αιώνα και παραπάνω, ο υπέροχος αυτός πολιτικός άνδρας, ο οποίος είχε την επιρροή και δύναμη, όχι μόνο να θεωρείται νικητής στους πολιτικούς αγώνες, αλλά και να αναδεικνύει συγγενείς και λοιπούς και να είναι η πολιτική Πυθία της επαρχίας του και ασυναγώνιστος κομματάρχης.

Διετέλεσε βουλευτής της επαρχίας Άργους σε όλες τις επί Όθωνα βουλευτικές περιόδους, πλην δύο, αυτή του 1847 και 1861, όπως και σε αυτές του 1865 και 1874-1875 επί Γεωργίου Α’. Κατά το 1868 αναδείχθηκε βουλευτής ο γιος του Νικόλαος (ο οποίος ήταν πληρεξούσιος Άργους στη Β’ Εθνική Συνέλευση της Αθήνας το 1863) και παρέμεινε επί πέντε συνεχείς περιόδους, μέχρι τον θάνατό του. Κατά την περίοδο δε 1875-1885 εκλεγόταν συνεχώς ο άλλος γιους του, Γεώργιος, και αυτός μέχρι τον θάνατό του. Ο Τσόκρης προώθησε επίσης ως δήμαρχο τον σύγαμπρό του Κωνστ. Βόκο (1838-1841 και 1852-1855), τον αδελφό του Γεώργιο (1841-1848), που έγινε και βουλευτής, αλλά και τον άλλο σύγαμπρό του Κωνστ. Ροδόπουλου (1848-1852), έχοντας με αυτό τον τρόπο και τη δημοτική αρχή του τόπου από το 1838 έως και το 1855 στα χέρια του.

Ο Τσόκρης είχε τιμηθεί και με άλλα αξιώματα. Εκτός του ότι έφερε και τα παράσημα του αργυρού και χρυσού σταυρού του Σωτήρος και των Ταξιαρχών, έγινε το 1844 συνταγματάρχης, στις 25 Ιανουαρίου 1847 υποστράτηγος της ενεργού φάλαγγας και στις 17 Δεκεμβρίου 1864 επίτιμος υπασπιστής του βασιλέως Γεωργίου Α’.

Υπήρξε μέλος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας της Αθήνας (1837), της Εταιρίας Ωραίων Τεχνών της Αθήνας (1845), του Συστήματος της Αφρικής (εταιρίας που είχε σκοπό τον αποικισμό της Αφρικής και την αναγέννηση της αφρικανικής φυλής, μέσω της κατάργησης της σωματεμπορίας και της δουλείας, 1847) και της Αρχαιολογικής Εταιρίας της Αθήνας (1858), ενώ το 1841 διετέλεσε πρόεδρος του Επαρχιακού Συμβουλίου Άργους, κ.λ.π.

Τέλος, κατά τη Ναυπλιακή επανάσταση της 1ης Φεβρουαρίου 1862 υπήρξε από τους πρώτους επαναστάτες και γι’ αυτό πρώτος εξαιρέθηκε της αμνηστίας από τον βασιλιά Όθωνα και εξορίστηκε στη Σμύρνη και από εκεί στη Μεσσήνη της Σικελίας. Δυστυχώς όμως στην επανάσταση εκείνη παρεξηγήθηκε και αδικήθηκε από τους άλλους επαναστάτες, ως μη ειλικρινής απέναντί τους, διότι δεν ανταπεξήλθε ενάντια στους χιλιάδες του Βασ. Στρατού, χωρίς να έχει ούτε ένα στρατιώτη. Αργότερα όμως δικαιώθηκε από τους ίδιους επαναστάτες, όταν τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, μετά την έξωσή του από τον Όθωνα, επέστρεψε από την εξορία στο Ναύπλιο και στο Άργος, όπου τον τίμησαν με μεγαλοπρεπή και πανηγυρική υποδοχή.

Ο στρατηγός Τσόκρης παντρεύτηκε τον Ιανουάριο του 1827 την αρχοντοπούλα Μαριγώ, κόρη του Αναγνώστη Ιατρού και απέκτησε πολυμελή οικογένεια. Ο πεθερός του καταγόταν από το Μπουγιάτι της Αλέας του Άργους, αλλά ήταν εγκατεστημένος στο Άργος από πολλά χρόνια, όπου είχε διακριθεί ως προύχοντας, φορώντας μάλιστα τζουμπέ, που ήταν το διακριτικό ένδυμα των κοτζαμπάσηδων. Ονομαζόταν δε Αναγνώστης Μπόνης, αλλά επειδή ήταν εμπειρικός γιατρός, μετονομάσθηκε Αναγνώστης Ιατρός. Είχε ένα γιο, τον Νικόλαο, ο οποίος υπήρξε βουλευτής Άργους επί τρεις βουλευτικές περιόδους (1847-1850 και 1853-1859) και σπούδασε ιατρική στο περιβόητο πανεπιστήμιο της Βονωνίας (Βολωνίας) της Ιταλίας, διότι, όπως έλεγαν εκείνη την εποχή «είναι αδύνατο να γίνει κάποιος τέλειος γιατρός, εάν δεν πάει στη Μπολώνια».

Ως εκ τούτου, στον Νικόλαο δόθηκε το προσωνύμιο Μπολώνιας, που διατήρησε σε όλη του τη ζωή στο Άργος. Παντρεύτηκε τη Φωτεινή Θ. Βλάσση, του πρώτου μινίστρου του Δικαίου και μετά τον θάνατό της (1837), την Αικατερίνη, κόρη του στρατηγού Δ. Πλαπούτα. Τέλος ο Αναγν. Ιατρός είχε τέσσερεις κόρες, τη Μαριγώ, Μαργαρίτα, Ευφροσύνη και Φωτεινή. Από αυτές παντρεύτηκε τη Μαριγώ ο στρατηγός Δ. Τσόκρης, τη Μαργαρίτα ο Νικόλ. Ζεγκίνης, ταμίας (σενδίκ εμίνης) επί Τουρκοκρατίας και μετά από αυτήν δημογέροντας, ειρηνοδίκης και συμβολαιογράφος, ο οποίος είχε τη φήμη του πνευματώδη και απαράμιλλου είρωνα, την Ευφροσύνη ο Κωνστ. Ροδόπουλος, έγκριτος Βυτιναίος, ανιψιός του κατά την επανάσταση επιφανούς μητροπολίτη Κορίνθου Κυρίλλου και μεγαλοκτηματίας, που διατέλεσε και δήμαρχος Άργους και τη Φωτεινή ο Αργείος προύχοντας Κωνστ. Βώκος, γαιοκτήμονας που διετέλεσε και δήμαρχος Άργους.

Ο Τσόκρης απέκτησε πολλά παιδία, έξι γιους και τρεις κόρες, από τις οποίες όλες, εκτός από μία, πέθαναν πρόωρα στην ακμή της ζωής τους και σχεδόν όλες ανύπαντρες. Εκτός από δύο γιους, στους οποίους έδωσε το όνομα του πατέρα του και που πέθαναν σε βρεφική ηλικία, απέκτησε τον Νικόλαον, που διετέλεσε πληρεξούσιος και βουλευτής Άργους (†1874), τον Χρήστο (†1869), τον Γεώργιο, που υπήρξε και βουλευτής Άργους (†1885), τον Κωνσταντίνο (†1898), την Πηνελόπη, που παντρεύτηκε τον επιφανή πολιτευτή Γορτυνίας και δικηγόρο Ιωάννη Ν. Ταμπακόπουλο και πέθανε, χωρίς να αποκτήσει παιδιά, το 1859 και την Αγγελική, διαπρεπή Αργεία, που πέθανε το 1903. Η νεότερη θυγατέρα του Ελένη ήταν πρόεδρος του Συλλόγου των Κυριών Άργους και σύζυγος του Ανδρέα Καρατζά. 

Τέλος, ο στρατηγός Τσόκρης, αφού έθαψε και τη σύζυγό του, που πέθανε το 1867, μετά τον γεμάτο δράση και δόξα, αλλά και ταλαιπωρία από τις πολλές περιπέτειες, συμφορές και θλίψεις, μακρύ βίο του, κοιμήθηκε ειρηνικά τον αιώνιο ύπνο, σε μεγάλη ηλικία, την 3η Απριλίου 1875. Κηδεύτηκε στο Άργος και η σορός του ετάφη στα ανατολικά του περιβόλου του ναού του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου, σε τάφο που αναπαύονται και τα οστά όλων των μελών της οικογένειάς του.

  

Υποσημειώσεις


 

* Από αυτούς ο Μεντής πληγώθηκε βαριά στην πολιορκία του Ναυπλίου, στη θέση Γλυκειά, σε αψιμαχία τον Αύγουστο του 1822 και πέθανε μετά από μερικές ημέρες στους Μύλους, όπου τον μετέφερε ο Τσόκρης για να θεραπευτεί. Ο Κακάνης πολέμησε και κατά του Ιμπραήμ πασά και έπεσε με τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι την 20η Μαΐου 1825. Ο Μπεκιάρης μετέβη τον Μάρτιο του 1827 στην Αττική επικεφαλής 180 Αργείων, όπου και έπεσε στη μάχη του Φαληρικού πεδίου μαζί με τον Γ. Καραϊσκάκη. Ο Νέζος διακρίθηκε για την πολεμική του ανδρεία και γι’ αυτό η Διοίκηση το 1823 τον προήγαγε σε υποχιλίαρχο (†1859). Ο δε Αναστ. Τσόκρης για τον ίδιο λόγο έγινε λοχαγός της φάλαγγας το 1845 (†1849).

** Από την οικογένειά του σώθηκε τουρκική παραξιφίδα (γιαταγάνι), λάφυρο του Αγώνα. Έχει μήκος 0,78 και πλάτος 0,03 του μέτρου. Η λαβή είναι από ελέφαντα και άργυρο, έως και την επάργυρη θήκη, η οποία έχει στο κάτω άκρο κεφάλι δράκου. Η λαβή φέρει και στις δύο πλευρές τουρκικές επιγραφές. Η μία από αυτές λέει «Μουσταφά Μεχμέτ, ο δούλος του Θεού, κατασκεύασεν», ενώ η άλλη «Ευλόγησον, Ύψιστε, την μαχαίραν ταύτην και κραταίωσον τον φέροντα αυτήν».

  

Πηγή


  •  Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

Read Full Post »

Αδελφοί Αντωνόπουλοι


 

Αντωνόπουλος Γεώργιος. Αρχείο Οικογένειας Δραγούμη. (Πανδέκτης)

Λαμπροί πατριώτες υπήρξαν οι αδελφοί Αντώνιος και Γεώργιος Μιχ. Αντωνόπουλοι, από την Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας. Ήταν πλουσιότατοι μεγαλέμποροι, εγκατεστημένοι στην Τεργέστη, προ της επαναστάσεως. Διέπρεψαν όμως για την φιλοπατρία που επέδειξαν. Όπως ιστορούν ο Φιλήμων και ο Φραντζής, οι Αντωνόπουλοι, από τους οποίους ο Αντώνιος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία από το 1819, απέστειλαν στον αγώνα χρήματα, όπλα, πυρίτιδα, μόλυβδο και λοιπά πολεμοφόδια και από τους οποίους και συντηρήθηκε η επανάσταση κατά το ξεκίνημά της. Ομοίως φρόντιζαν για τον εξοπλισμό των διερχόμενων την Τεργέστη Ελλήνων.

Μεγάλες συνδρομές παραχώρησαν και στον Δημήτριο Υψηλάντη τον Μάιο του 1821, ο οποίος κατάφθανε από τη Ρωσία στην Ελλάδα μέσω της Τεργέστης. Όταν γνώρισαν τον Υψηλάντη από τους μυημένους πατριώτες, αισθάνθηκαν μεγάλη πατριωτική συγκίνηση και ξέσπασαν σε δάκρυα και ακράτητο ενθουσιασμό, αμέσως δε του προσέφεραν πολλά χρήματα και πολεμοφόδια για τον αγώνα της πατρίδας. Ο δε Γεώργιος τον ακολούθησε στην Ελλάδα, εγκαταλείποντας το προσοδοφόρο εμπόριο και την ευμάρειά του στην Τεργέστη.

Ο Αντώνιος δε λησμόνησε την ιδιαίτερη πατρίδα του στην Ανδρίτσαινα. Το 1814 δώρισε σ’ αυτή μανουάλια και εκκλησιαστικά βιβλία για την εκκλησία της. Το 1831 δώρισε στον Άγιο Νικόλαο της Ανδρίτσαινας για τον ευπρεπισμό του μεγάλο κώδωνα, οριχάλκινο, ενισχύοντας με αυτές τις δωρεές το θρησκευτικό αίσθημα των συμπατριωτών του. Την 3η Μαΐου 1830 απέστειλε πολύτιμη δωρεά μέσω του αδελφού του Γεωργίου στο Ναύπλιο στον Κυβερνήτη Καποδίστρια, η οποία αποτελείτο από πέντε κιβώτια γεμάτα βιβλία Ελλήνων συγγραφέων, 1370 σε τόμους ή σώματα και 200 τάλληρα δίστηλα, για να διανεμηθούν στα σχολεία του έθνους, με την παράκληση να προτιμηθεί η πατρίδα του Ανδρίτσαινα. Αυτό για να υποστηρίξει τη δημόσια εκπαίδευση αυτής και του έθνους και να αναπτυχθεί η σπουδή των γραμμάτων.

Ο δε Κυβερνήτης, που είχε πράξει πολλά για τη δημόσια εκπαίδευση, καταχάρηκε και με το έγγραφό του της 8ης Μαΐου 1830 εξέφρασε επισήμως προς τον πατριώτη δωρητή «την ευγνωμοσύνη του και την οφειλόμενη προς τους χρηστούς πολίτες υπόληψη και τιμή, διαβεβαίωσε δε αυτόν, ότι για τη γη που τον γέννησε, την Ανδρίτσαινα, θα πράξει το καλύτερο, δημιουργώντας σε αυτήν σχολείο αλληλοδιδακτικό, πολύτιμο και κοινωφελέστατο τον καιρό εκείνο και θα διαθέσει μέσω αυτής και την προσφορά των 200 δίστηλων».

Ο δε Γεώργιος Μ. Αντωνόπουλος ήλθε στην Ελλάδα, συνοδευμένος από τον Δημήτριο Υψηλάντη, ως ταμίας, σύμβουλος και ένθερμος συναγωνιστής του. Ο Υψηλάντης, που τον εκτιμούσε εξαιρετικά, τον χαρακτήριζε και ονόμαζε «φιλογενέστατο και αξιόπιστο» στο πρώτο του έγγραφο, που απέστειλε στην Ύδρα προς τους εφόρους της Πελοποννήσου.

Στην Ελλάδα ο Γεώργιος Μ. Αντωνόπουλος έγινε επιφανής και ανήλθε στα ανώτατα αξιώματα της πολιτείας. Μετά την πτώση του Ναυπλίου (1822) εγκαταστάθηκε σε αυτή την πόλη και αναδείχθηκε ως ένας από τους πρώτους πολίτες της. Διετέλεσε αντιπρόσωπος της επαρχίας Ναυπλίου στην Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας το 1827, κατά την άφιξη του Κυβερνήτη δημογέρων Ναυπλίου και πληρεξούσιος της πόλης στις εθνικές συνελεύσεις του Άργους το 1829 και 1831, γερουσιαστής επί Καποδίστρια και επί Όθωνα, Σύμβουλος της Επικράτειας και από το 1837 έως το 1842 δήμαρχος Ναυπλιέων. Ως δήμαρχος το 1837 παραχώρησε μέρος του δημαρχικού μισθού του στο γυμνάσιο του Ναυπλίου για την αγορά γεωγραφικών σφαιρών, φυσικών εργαλείων και λοιπών,  ποσό που ξεπέρασε τις 2700 δραχμές, αποδεικνύοντας έτσι τα πατριωτικά και φιλεκπαιδευτικά αισθήματά του.

Δημιούργησε δε περίβλεπτη οικογένεια. Νυμφεύθηκε την επιφανή κόρη του προύχοντα του Άργους Σταματέλου Αντωνόπουλου, Ειρήνη, την ονομαζόμενη και Κυρά του Ναυπλίου. Απέκτησε τα εξής έξοχα παιδιά:

Τον Μιχαήλ, που διετέλεσε διπλωμάτης, βουλευτής Ναυπλίου και υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης το 1870.

Τον Αντώνιο, διπλωματικό υπάλληλο.

Τον Αλέξανδρο, πρόξενο της Γαλλίας, βουλευτή Ναυπλίας επί τέσσερις βουλευτικές περιόδους και ήδη διευθυντή του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας στη Ζάκυνθο.

Την Ασπασία, σύζυγο του Ιω. Δαμιανού, διαπρεπούς νομικού, βουλευτή Ύδρας και υπουργού Δικαιοσύνης επί Όθωνα, σύζυγο από το δεύτερό της γάμο του Βασιλ. Κάββα*, γιου του διάσημου Αργείου Μιχαήλ Κάββα.**

Την Πηνελόπη σύζυγο Ευθύμιου Κεχαγιά, υποδιοικητή της Εθνικής Τράπεζας, βουλευτή Παρνασίδδος, και πολλές φορές υπουργού Οικονομικών.

Την Ελένη, σύζυγο Θεοδ. Ν. Γκίκα, βουλευτή Ύδρας.

Την Ευφροσύνη, σύζυγο Αποστόλου Αθανασιάδη, νομομαθούς, προέδρου Εφετών, προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, βουλευτή Γορτυνίας και υπουργού Οικονομικών και τη Χαρίκλεια Γ. Ιατρού, πολιτικού, βουλευτή Ναυπλίας και νομάρχη. Ο λαμπρός πατέρας των λαμπρών αυτών απόγονων και έγκριτος πατριώτης και πολιτευτής πέθανε κατά το έτος 1865.

  

Υποσημειώσεις


* Ο Βασίλειος Κάββας (Άργος, 1824 – Αθήνα, 1915) ήταν ο μικρότερος γιος του Μιχαήλ Κάββα. Υπήρξε Βασιλικός Επίτροπος σε διάφορες θέσεις και πρόεδρος της “Εταιρίας Μεταλλουργίων Λαυρίου” το  1915. Το 1871 παντρεύτηκε την Ασπασία Αντωνοπούλου, χήρα Ιωάννη Δαμιανού.

** Ο Μιχαήλ Κάββας (τέλη 19ου αι. – Τρίπολη, 1840) υπήρξε διακεκριμένος γιατρός επί τουρκοκρατίας και αγωνιστής της επανάστασης.

  

Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.

Read Full Post »

Μαυρογένους Μαντώ – Mavrogenous Manto (1796-1840)

  


Μαντώ Μαυρογένους

Μαντώ Μαυρογένους (Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα)

 

Ηρωίδα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Γυναίκα με εύθραυστη ομορφιά, λεπτή και λυγερή κορμοστασιά, μεγαλωμένη με ευρωπαϊκή ανατροφή και παιδεία.   Ανιψιά του Νικολάου Μαυρογένη, επί πολλά έτη δραγουμάνου του στόλου (1770-1786) και στη συνέχεια ηγεμόνα της Βλαχίας (1786-1790).  

Γεννήθηκε στην Τεργέστη το 1796 ή 97, όπου ήταν εγκαταστημένος ο πατέρας της Νικόλαος Μαυρογένης, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία μυήθηκε και η Μαντώ Μαυρογένους το 1820. Στις παραμονές του αγώνα βρισκόταν στην Τήνο με το θείο της Φιλικό παπα-Μαύρο, απ’ τον οποίο μυήθηκε στον αγώνα και μαζί του πήγε στην Μύκονο – πατρίδα της μητέρας της – αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης.

Έκτοτε η νεαρή Μαντώ διέθεσε όλη την πατρική περιουσία στον απελευθερωτικό αγώνα, ενώ έλαβε μέρος και η ίδια σε πολλές επιχειρήσεις. Με πλοία που εξόπλισε με δικά της έξοδα, καταδίωξε τους πειρατές που λήστευαν τις Κυκλάδες. Συγκρότησε σώμα πεζών, που ανέλαβε την αρχηγία του και υπεράσπιζε τη Μύκονο. Εξόπλισε στόλο από έξι πλοία και τον ένωσε με τις ναυτικές δυνάμεις του Τομπάζη. Αργότερα συγκρότησε στρατό, που αποτελούνταν από 16 λόχους των 50 ανδρών, και πήρε μέρος στην εκστρατεία της Καρυστίας. Πολέμησε στο πλευρό του Γρηγορίου Σάλα στο Πήλιο, στη Φθιώτιδα και στη Λιβαδειά. Όταν επέστρεψε στη Μύκονο, ασχολήθηκε με την τροφοδοσία του ναυτικού. Η φήμη της γρήγορα ξεπέρασε τα σύνορα του Ελληνικού χώρου και από τη θέση αυτή η νεαρή Ελληνίδα απηύθυνε έκκληση βοήθειας στους Ευρωπαίους φιλέλληνες και κυρίως στις Αγγλίδες και Γαλλίδες.

Ξένοι ιστορικοί και περιηγητές εξαίρουν τη συμμετοχή της στα πεδία των μαχών, κάτι που δεν προκύπτει από ελληνικές πηγές. Οι Έλληνες ιστορικοί του 19ου αιώνα παραδόξως την αγνόησαν. « Είναι απορίας άξιον έγραφε το έτος 1890 ο Jules Blancard, πως τέτοια γυναίκα ελησμονήθη  εντελώς από όλους τους έλληνες ιστορικούς».

Το 1825 στα γαλλικά κυκλοφορεί το βιβλίο του φιλέλληνα Τ. Ginouvier: «Mavrogenie ou L heroine de la Grece» στο οποίο περιγράφεται με γλαφυρό τρόπο η ζωή της ηρωίδας όπως την είδαν οι ρομαντικοί φιλέλληνες συγγραφείς της εποχής της. Το έργο αυτό εξαντλήθηκε αμέσως, εκδόθηκε ξανά στο Παρίσι το 1826 και έκανε διάσημο το όνομα της Μαντώς σε όλη την Ευρώπη. Ακολούθησε και τρίτη έκδοση το 1830.

Ο ζωγράφος  Adam Friedel κάνει την προσωπογραφία της, η οποία το 1827 κυκλοφορεί στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Η προσωπογραφία αυτή της Μαντούς δημοσιεύτηκε τότε μεταξύ των 24 προσωπογραφιών των επισημότερων αρχηγών της Ελληνικής Επανάστασης. 

 

Μαντώ Μαυρογένους

Η Μαντώ Μαυρογένους επιζωγραφισμένη λιθογραφία του Adam Friedel, 1827.

 

Το έτος 1896 ο Θεόδωρος Blancard δημοσίευσε τη βιογραφία της ηρωίδας με τίτλο, «Les Mavroyéni», την οποία αφιέρωσε: «εις τους Παρίους, Μυκονίους και Τηνίους, λίαν επιλήσμονας της δόξης των». Το έργο αυτό συμπληρωμένο αναδημοσίευσε πάλι σε δύο τόμους το 1909.    

Με τη λήξη της Επανάστασης, η Μαντώ Μαυρογένους εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, (κατά τον Λαμπρινίδη, η Μαντώ αναφέρεται και ως κάτοικος Ναυπλίου* κατά την απογραφή του πληθυσμού το 1824 ως εξής: Αριθ. 319, Κοκώνα Μαντώ, μετά του αδελφού της, του θείου της και των υπηρετών της. Εν όλω άτομα έξ), και τιμήθηκε με διάταγμα του Καποδίστρια, για της υπηρεσίες της με μια μικρή σύνταξη και το βαθμό του αντιστρατήγου. Στη Μαντώ ανέθεσε και την εποπτεία του Ορφανοτροφείου το οποίο ίδρυσε στην Αίγινα.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια αναγκάστηκε, ύστερα από τον άτυχο έρωτά της με τον Δημήτριο Υψηλάντη,** το θάνατό του ένα χρόνο μετά από του Κυβερνήτη,  και την καταδίωξη του Κωλέττη, να επιστρέψει στη Μύκονο.

Φτωχή, έχοντας δωρίσει την τεράστια περιουσία της στον Αγώνα, κατέφυγε κοντά σε συγγενείς της στην Πάρο. Εκεί πέθανε από τυφοειδή πυρετό. Ενταφιάστηκε, με δημόσια δαπάνη, στο προαύλιο του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής.

 

* Έκθεση της Μαντώς Μαυρογένους


 Η Μαντώ Μαυρογένους αναζητά στέγη και διεκδικεί την αγορά της πρώτης κατοικίας του Αλή Μπέη στο Ναύπλιο, που είχε βγει σε πλειστηριασμό μετά την παράδοση της πόλης στους Έλληνες. Η συγκεκριμένη αναφορά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο διενεργούσαν οι δημοπρασίες ακινήτων.

«Η ιδιοκτησία των εθνικών οσπιτίων, ονομαζόμενων Αλή Μπέη, προ ημερών επί δημοπρασίας επωλήτο, και εν ω εξ αρχής δεν εδίδοντο περισσότερον από τας τριάντα χιλιάδας γρόσια, εγώ εστάθηκα και την ανέβασα εις τον αριθμόν πενήντα μίας χιλιάδος, η οποία δημοπρασία εγίνετο πάντοτε έμπροσθεν των οσπιτίων και επαύξανον, και εγώ και οι άλλοι τυχόντες ερασταί των οσπιτίων και πάντοτε με ειδοποιούσαν και οι κήρυκες, και η δημοπρασίας επιτροπή και με παρρήγγελον να ετοιμάσω τα ήμισυ των γροσίων κατά το θέσπισμα της Διοικήσεως […].

Επειδή δε τα οσπίτια έκαμαν πολλάς ημέρας επάνω μου, δεν επαύξησε την ποσότητα κανείς, εν ω οι κήρυκες διαλαλούσαν, τόσον ήμην αμέριμνος και κατεγινόμενην να εύρω τα γρόσια και να πληρώσω το ήμισυ […].

Ταύτην δε την στιγμήν παρ’ ελπίδα μανθάνω, ότι εκ πρωίας άναψαν περί τον Αιγιαλόν την προσδιοριστικήν λαμπάδα και ετελείωσαν την πώλησιν αμέσως, χωρίς να με ιδεάση η επιτροπή κατά το σύνηθες, ήτις έκαμα τόσην ωφέλειαν εις το εθνικόν ταμείον και όχι ζημίαν.

Να γένουν, υπερτάτη, τοιαύται παρασκηναί και ραδιουργίες προς δοροδοκίαν της επιτροπής, προς όφελος του αγοραστού και προς ζημίαν του εθνικού ταμείου, είναι άτοπον μέγα, και έργον μη χαρακτηρίζον διοικούσαν μετ’ ευνομίας.

Όθεν αναγγέλω προς την υπεροχήν της, ότι επειδή η πώλησις αύτη έγινεν ατάκτως, αδίκως και παρανόμως, διά να θεραπευθή η αταξία και η παρανομία, να ακυρωθή η πώλησις και να αναφθή Δευτέρα λαμπάς, καθ’ ην παρευρισκομένη και εγώ να επαυξήσω, και εις όποιον σβύση η λάμπας, εκείνος να είναι κύριος των οσπιτίων, […].

Τη 4 Αυγούστου 1824 εν Ναυπλίω, η Πατριώτις Μαντώ Μαυρογένη».

 

 ** Ο Θεόδωρος Μπλανκάρ γράφει  για τη σχέση της Μαντώς Μαυρογένους με τον Δ. Υψηλάντη


  

« Ενθυμούμαι ότι ο ιστορικός και δημοσιογράφος Ιωάννης Φιλήμων, ένας από τους συντρόφους του Δημητρίου Υψηλάντη, μου είχε περιγράψει ένα περιστατικό σχετικά με τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους.

Όταν ο Δημήτριος Υψηλάντης εξέφρασε την πρόθεση να παντρευτεί τη δεσποινίδα Μαυρογένους, οι σύντροφοί του την πήραν, κατά τη διάρκεια μιας σύντομης απουσίας του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο, την επιβίβασαν σε πλοίο και την έστειλαν στο νησί της, απειλώντας τη σε περίπτωση που επέστρεφε. Όταν επέστρεψε, ο Υψηλάντης θύμωσε πάρα πολύ και ήταν άρρωστος για πολλές ημέρες γιατί αγαπούσε τη δεσποινίδα Μαυρογένους, αλλά συγχώρησε τους συντρόφους του και, απ’ όσο γνωρίζω, δεν ξαναείδε τη φίλη του.

Κουβέντιασα για τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους με τον Αλέξανδρο Ραγκαβή, πρώην υπουργό, και με την κυρία Δραγούμη, μητέρα του υπουργού Εξωτερικών. Και οι δύο, μεγάλης ηλικίας πλέον, θυμούνται να έχουν δει και να έχουν ακούσει για τη Μαντώ Μαυρογένους όταν ήταν νέοι στο Ναύπλιο. Ήταν, μου είπαν, μια όμορφη προσωπικότητα, ψηλόσωμη, καλοφτιαγμένη και επιβλητική. Ντυνόταν με ευρωπαϊκά φορέματα, γεγονός σπάνιο για την εποχή.

Η κυρία Δραγούμη θυμάται ακόμη τη βελούδινη μπλούζα της που της είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση τότε. Ο Δημήτριος Υψηλάντης δεν ήταν όμορφος, αλλά ήταν μόλις 28 ετών όταν έφτασε στην Ελλάδα το 1821. Το όνομά του, το θάρρος του, ο πατριωτισμός του, του προσέδιδαν μεγάλο κύρος. Η δεσποινίς Μαυρογένους εντυπωσιάστηκε και συγκινήθηκε. Είχε μεγάλη περιουσία, μισθοδότησε ένα στράτευμα και συνόδευσε τον Υψηλάντη σε μερικές από τις εκστρατείες του. Ο Υψηλάντης ανταπέδωσε αυτό το ειλικρινές και ανιδιοτελές αίσθημα.

Ο πατέρας μου Γεώργιος Κοζάκης Τυπάλδος, επίσης από τους πρώτους συντρόφους του Υψηλάντη, τον οποίο όμως μια σοβαρή ασθένεια τον ανάγκασε να αφήσει την Ελλάδα πριν από το τέλος του πολέμου, μου μίλησε με καλά λόγια για τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους και επέκρινε αυστηρά τη βάναυση συμπεριφορά των υπόλοιπων συντρόφων του Υψηλάντη σχετικά με τη θαρραλέα αυτή γυναίκα. Είχε δίκιο, πιστεύω, όταν απέδιδε αυτή τη συμπεριφορά στις ανατολίτικες προκαταλήψεις της εποχής, καθώς ένα όμορφο και νεαρό πρόσωπο που συνοδεύει τον Υψηλάντη στο στρατόπεδο, ένα αμοιβαίο αίσθημα μεταξύ δύο νέων ανθρώπων, σκανδάλιζε και τρόμαζε τους άνδρες της εποχής στην Ανατολή».

 

Πηγές

 


  • Σωτηρίας Ι. Αλιμπέρτη, «Μαντώ Μαυρογένους», Αθήναι, Τύποις Στεφ. Ν. Ταρουσοπούλου,1931.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Σελίδες από την Ιστορία της Γυναίκας», τεύχος 175, 6 Μαρτίου 2003.
  • Τρύφωνος Ε. Ευαγγελίδου, «Η Μύκονος / Ιστορία της νήσου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι την καθ’ ημάς», Εν Αθήναις, 1914.
  • Θεόδρος Μπλανκάρ, «Ο οίκος των Μαυρογένη», δεύτερη έκδοση, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2006.
  • Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», Εκδόσεις «Τα Νέα», Αθήνα, 2010.

 

Διαβάστε:

Προσωπογραφίες, Μαυρογένους Μαντώ – Mavrogenous Manto (1796-1840)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »