Posts Tagged ‘Λαογραφία’
Πρoστατευμένο: Τα τραγούδια των Κολοκοτρωναίων (Ο θρήνος του Κολοκοτρώνη). Κωνσταντίνος Ρωμαίος. Πελοποννησιακά, τόμος Α, Αθήναι, 1956.
Posted in Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δημοτικά, Δημοτικά τραγούδια, Επανάσταση 21, Ιστορία, Κωνσταντίνος Ρωμαίος, Κολοκοτρώνης, Λαογραφία, Πελοπόννησος, Ψηφιακές Συλλογές, Ψηφιακή βιβλιοθήκη on 21 Δεκεμβρίου, 2011|
Πρoστατευμένο: Ιστορικά Δημοτικά Τραγούδια της Πελοποννήσου (Τραγούδια Μεθώνης και Κορώνης – Τα τραγούδια του Αναπλιού-Τραγούδια του 1770-1779). Δημήτριος Α. Πετρόπουλος. Πελοποννησιακά, τόμος Α, Αθήναι, 1956.
Posted in Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Άρθρα, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ανακοίνωση, Δημοτικά τραγούδια, Επανάσταση 21, Ιστορία, Λαογραφία, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Πελοποννησιακά, Ψηφιακές Συλλογές on 21 Δεκεμβρίου, 2011|
Πρoστατευμένο: Ο τσοπανάκος ένας λαϊκός ποιητής του ’21. Βασ. Χαραλαμποπούλου. Γορτυνιακά, τόμος Α, Αθήναι, 1972.
Posted in Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση, Επανάσταση 21, Ιστορία, Κάλλας Παναγιώτης ή Τσοπανάκος (1789-1825), Λαογραφία, Μελέτες, Πελοπόννησος, Ποιητές, Τσοπανάκος, Ψηφιακές Συλλογές on 19 Δεκεμβρίου, 2011|
Η παράδοση για τα σκαλιά του Παλαμηδίου
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ιστορία, Λαογραφία, Μελέτες, Ναύπλιο, Παλαμήδι, Πελοπόννησος, Palamidi on 11 Δεκεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Η παράδοση για τα σκαλιά του Παλαμηδίου
Εισαγωγικά
Το Παλαμήδι, το θρυλικό βενετσιάνικο [i] κάστρο τ’ Αναπλιού, είναι αναμφισβήτητα το πιο γνωστό από τα κάστρα μας. Χίλιους να ρωτήσομε για το πρώτο κάστρο που τους έρχεται στο νου, οι 999 θ’ απαντήσουν: – Το Παλαμήδι…! Αν συνεχίσομε και ζητήσομε να μας πουν πόσα σκαλιά έχει η περίφημη, σχήματος διαδοχικών ζήτα, σκάλα του, οι απαντήσεις εδώ θα ‘ναι, στους 999 από τους χίλιους: – 999 σκαλιά…! Επίδραση της παράδοσης, που θέλει τα σκαλιά του Παλαμηδιού 999 και που αποτελεί μια πρόσθετη απόδειξη της διάδοσής της, βρίσκομε σ’ ένα σύγχρονο έντεχνο ερωτικό τραγούδι. Μερικοί στίχοι του τραγουδιού [ii], που στιχουργός του είναι ο Θοδωρής Γκόνης:
Εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλιά
με φέρανε κοντά σου,
κάθε σκαλί κι ένα φιλί.
Εννιακόσια ενενήντα εννέα φιλιά
στα χείλη τα δικά σου,
κάθε σκαλί κι άλλο φιλί.
……………………………………………..
Εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλιά,
κάποτε ήταν χίλια
κάθε σκαλί κι ένα φιλί.
Εννιακόσια ενενήντα εννέα φιλιά,
πότε θα γίνουν χίλια,
κάθε σκαλί κι άλλο φιλί.
………………………………………………
Με την παράδοση αυτή, που τόσο διαδεδομένη είναι, θ’ ασχοληθούμε παρακάτω. Πρώτα θα δούμε τους διάφορους, πλην του αριθμού 999, αριθμούς των σκαλιών, που μας παραδίδονται από γραπτές πηγές. Στη συνέχεια, από γραπτές πηγές πάλι, θα προσκομίσομε μαρτυρίες του αριθμού 999 των σκαλιών, όσες μπορέσαμε να συγκεντρώσομε, χωρίς να έχομε ερευνήσει σ’ όλη την έκτασή της τη Ναυπλιακή Βιβλιογραφία [iii], που πραγματικά είναι απέραντη. Ύστερα ακολουθούν μαρτυρίες του αριθμού 999 σ’ άλλες παραδόσεις, που θα τις χρειαστούμε, μαζί με πρόσθετα άλλα στοιχεία, για το σχολιασμό μας στο τέλος.
Μαρτυρίες του αριθμού των σκαλιών
Αριθμοί σκαλιών = 999
Στις πηγές που ανατρέξαμε συναντήσαμε τους παρακάτω (πλην του 999) αριθμούς για τα σκαλιά (σε παρένθεση ο αριθμός των μαρτυριών): 800 (1), 850 (1), 857 (3), 860 (1), 880 (3), 890 (5), 900 (5), 913 (1), 960 (3) και 1000 (7).
Από τις παραπάνω μαρτυρίες θα δώσομε μόνο δύο, τις παλιότερες που συναντήσαμε:
(α) Μιχ. Σ. Γρηγορόπουλος, Περιηγήσεις εν Ελλάδι…, Αθήνησιν 1882, σελ. 56: «…κλίμαξ εξ 900 περίπου βαθμίδων».
(β) Σπυρ. Κ. Προφαντόπουλος, Αρχαία Μνημεία Ναυπλίας και Άργους ήτοι Οδηγός, Εν Αθήναις 1895, σελ. 10: «… δια της ζητοειδούς λιθίνης κλίμακος, ήτις αποτελείται εξ 890 βαθμίδων…».
Αριθμός σκαλιών 999
Το πλήθος των μαρτυριών που συγκεντρώσαμε είναι 41. Θα πρέπει να σημειώσομε ότι δεν είναι όλες ανεξάρτητες αλλήλων (δηλ. πρωτογενείς). Μερικές – κυρίως των οδηγών – έχουν παραληφθεί από προγενέστερες γραπτές πηγές. Η παράθεσή τους γίνεται κατά χρονολογική σειρά.
(α) Εντυπώσεις Νεοσύλλεκτου. Το Παλαμήδι, «Η Κυθηραϊκή» (Αθηνών), περ. Β’, έτος Β’, 19/6-1-1927, σελ. 4: «Όταν εφέτος ανέβηκα τα 999 σκαλοπάτια του εστοχάστηκα πολλά πράγματα».
(β) Λ.θ.Α., Απ’ όσα χάνονται… Το Παλαμήδι, «Εκδρομικά», τ. Ε’, τεύχ. 48, Μάιος 1933, σελ. 131: «… η παράδοση θέλει 999…».
(γ) Άγγελος Τερζάκης, Το Παλαμήδι [iv]. [Εις:] Απρίλης. Το βιβλίο του γιου μου, Αθήναι 1946, σελ. 33: «Τα σκαλιά που φέρνουνε στην κορφή έχουν αριθμό καβαλιστικό: 999».
(δ) Γιάννης Κατράλης – Παν. Μαστοράκος, Ταξίδια στο Μοριά…, Αθήναι 1952, σελ. 58: «… αποτελείται από 499 (διάβαζε 999) πέτρινα σκαλοπάτια…».
(ε) Προοδ. Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιον: Ιστορία – Μνημεία – Τίρυνς – Επίδαυρος, Ναύπλιον 1953, σελ. 6: «… με τα 999 σκαλοπάτια του…».
(στ) Γεώργιος Ν. Αλμυρούζης, Γαλάζιοι Αντίλαλοι, Χίος 1953, σελ. 57. «Η άνοδος στο Παλαμήδι δεν είναι από τις εύκολες δουλειές. Πρέπει να διασκελίσει κανείς 999 σκαλοπάτια, όπως λέγουν, διότι το χιλιοστό σκαλοπάτι, σύμφωνα με την στοματική παράδοση, το έσπασε το άλογο του Κολοκοτρώνη. Φυσικά μόνο με την φαντασία τους μπορούσαν να ανεβάσουν το άλογο του Κολοκοτρώνη εκεί πάνω. Στην πραγματικότητα τα σκαλοπάτια είναι 890».
(ζ) Άγγ. Αθ. Κλεισιούνης, Το Ναύπλιον…, «Πελοποννησιακόν Ημερολόγιον» Διον. I. Βογοπούλου 1 (1954) σελ. 10 = «Αστυνομικά Χρονικά» 2 (1954) σελ. 1005: «… 999 σκαλοπάτια, κατά τις λαϊκές παραδόσεις».
(η) Φοίβος Δέλφης, Διήμερη εκδρομή στο Μωριά…, «Ο Αττικός», τεύχ. 69-70, Σεπ/ριος-Οκτ/ριος 1954, σελ. 11: «Έχει 999 σκαλιά».
(θ) Λούλα Μαυρουλίδου, Ταξίδια. Α’ Λυρικό Προσκύνημα στους τόπους της αιώνιας Ελλάδας, Αθήνα 1954, σελ. 26: «Εννιακόσια ενενήντα εννιά σκαλοπάτια…».
(ι) Mímica Cranaki, Gréce, Paris, Ed. du Seuil 1955, σελ. 156 (και Paris 1971, σελ. 154): «… Palamidi; un escalier de 999 marches…».
(ια) Αργολίς: Μυκήναι – Τίρυνς – Ναύπλιον – Επίδαυρος. Προοίμια: I. Παπαδημητρίου. Κείμενα: Γ. Ταρσούλη, Αθήνα, Εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδη & Σίας, χωρίς χρονολογία (= 1958;), σελ. 14: «… πρέπει, λέει, ν’ ανεβείς 999 σκαλιά. Πραγματικά τα σκαλιά είναι 860…».
(ιβ) Eust. Theodoropoulos, This is Greece, Athens 1959, σελ. 111: «Palamide is a picturesque castle located on a rock with a stair-way consisting of 999 steps».
(ιγ) Gordon Cooper, A Fortnight in Greece, London, Percival Marshall 1960, σελ. 57: «… reached by climbing exactly 999 steps».
(ιδ) Πέτρος Χάρης, Φθινόπωρο στ’ Ανάπλι… «Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά» 6 (1962), σελ. 51: «… ανεβήκαμε τα 999 σκαλιά του…».
(ιε) Εγκυκλ. Πάπυρος – Λαρούς, τ. 10, Αθήναι 1964, σελ. 961, λ. Παλαμήδι: «… δι’ ελικοειδούς κλίμακος εχούσης 999 βαθμίδας…».
(ιστ) Κ. Ντελόπουλος, Ναύπλιο, «Ηώς», περ. Τρίτη, 7 (1964), αριθ. 73-75, σελ. 71: «… 999 τα θέλει ο θρύλος…».
(ιζ) Γιάννης Πανίτσας, Ταξιδεύοντας. Μοριάς, Πάτραι 1965, σελ. 83: «Είναι 999, όπως λένε, αλλά έχασα το μέτρημα…».
(ιη) Κ. Παλαιολόγου – Βρετού, Το λίκνο της Νέας Ελλάδας. Ναύπλιο, «Περιηγητική», τεύχ. 85, Ιανουάριος 1966, σελ. 29: «… τα 999 σκαλιά, καθώς τα θέλει ο μύθος (857 είναι στην πραγματικότητα)».
(ιθ) Zina Joannides, Greece four-day classical tour, Athens, χωρίς χρονολογία (και: Β’ έκδ. 1969), σελ. 57: «… to climb 999 steps…».
(κ) Ντιάνα Αντωνακάτου, Ναύπλιον, Αθήνα 1970, χωρίς σελιδαρίθμηση: «… στη θρυλική των 999 βαθμίδων».
(κα) Νικ. Κολοκούρης, Ναύπλιον: Η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος και τα κάστρα της, «Ματιές στις Φωτιές», τεύχ. 8, Ιούλιος 1971, σελ. 23: «… κλίμαξ με 999 σκαλοπάτια…».
(κβ) Νικ. Κολοκούρης, Το Παλαμήδι: Κάστρον ιστορικόν, «Ματιές στις Φωτιές», τεύχ. 9, Αύγουστος 1971, σελ. 24: «… πετρίνη κλίμαξ εξ 999 βαθμίδων (σκαλοπατιών), ήσαν δε τα σκαλοπάτια (1000) χίλια, αλλά, κατά την παράδοσιν, το ένα το έσπασεν ο Κολοκοτρώνης με το άλογό του, όταν ανήρχετο δια πρώτην φοράν επί του Παλαμηδίου μετά την απελευθέρωσιν της πόλεως του Ναυπλίου».
(κγ) Αθηνά Ταρσούλη, Κάστρα και Πολιτείες του Μοριά, Αθήνα 1971, σελ. 66: «… από μια ατέλειωτη σκάλα, με παρά ένα χίλια σκαλοπάτια…».
(κδ) Πάνος Λιαλιάτσης, Ναύπλιον. Τουριστικός Οδηγός, Αθήναι 1972, σελ. 23: «… τα 999 σκαλιά, που ανακαινίσθηκαν την εποχή του Όθωνος».
(κε) Leónidas Β. Lellos, Greece: History – Museums – Monuments, Athens 1972, σελ. 59: «… a climb of 999 steps».
(κστ) Ελλάς. E’ Πελοπόννησος, «Ελλάς του Νότου» (Λεμεσού), τεύχ. Κ’ – ΚΑ’, Νοέμ. – Δεκέμ. 1972, σελ. 1299: «Έχει 999 σκαλοπάτια».
(κζ) Ντιάνα Αντωνακάτου, Αργολίδος Περιήγησις, Έκδοσις Νομαρχίας Αργολίδος 1973, σελ. 104: «… τα 999 – ως θέλει η παράδοση – σκαλοπάτια…».
(κη) Αθηνά Ταρσούλη, Στην παλιά πρωτεύουσα το Ανάπλι. Η πρώτη Βουλή των Ελλήνων, «Εργατική Επιθεώρησις», τεύχ. 65, Μάιος 1973, σελ. 23: «… τα 999 σκαλοπάτια του φοβερού Παλαμηδίου».
(κθ) Κώστας Ρωμαίος, Οι αινιγματικοί «αργυράσπιδες» του Μεγάλου Αλεξάνδρου, «Λαβύρινθος» 1 (1973-4), σελ. 226: «… για πολλά κάστρα ο λαϊκός θρύλος επιμένει να υποστηρίζει ότι τα σκαλοπάτια που οδηγούν εκεί ψηλά είναι ακριβώς 999. Πρόκειται για έναν αριθμό που είναι τουλάχιστο παράδοξος. Υπόκειται βέβαια η «προσεκτική σκοπιμότητα», να μη συμπληρωθεί ο αριθμός χίλια με ένα ακόμη σκαλοπάτι. Αλλά, γιατί; Δεν έχω υπ’ όψη μου να έχει ασχοληθεί ποτέ κανείς άλλος με αυτό τον περίεργο αριθμό. Αλλά νομίζω τώρα, σε συσχετισμό με όσα πιστεύονται για τον αριθμό χίλια, ότι καταβάλλεται μια συστηματική φροντίδα, γιατί θα είναι το «μοιραίο σκαλοπάτι» της καταστροφής και του ολέθρου. Το κάστρο, που έχει χίλια σκαλοπάτια, προορίζεται να κυριευθεί εύκολα. Το κάστρο όμως με τα 999 σκαλοπάτια θα παραμένει ανηφορικό, δύσκολο, άπαρτο. Τέτοιο είναι το περήφανο Κάστρο του Παλαμηδίου στο Ανάπλι. Έχει 999 σκαλοπάτια, είναι για τούτο ένα κάστρο δυνατό και άπαρτο».
(λ) Χάρη Πάτση, Άλφα – Ωμέγα Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα 1976, τ. 9, σελ. 155, λ. Παλαμήδι: «Ο ένας από αυτούς ήταν αρχικά θολωτός, αργότερα δε αντικαταστάθηκε με κλιμακωτή ανάβαση που είχε 999 σκαλοπάτια».
(λα) Ελένη Γ. Βαλαβάνη, Ταξίδι στ’ Ανάπλι. Χρονικό, Αθήνα, Δωδώνη 1977, σελ. 133: «… τα πέτρινά μου εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλοπάτια».
(λβ) Γεώργιος Καρπούζος, Τη νύχτα της 29ης προς 30ης Νοεμβρίου 1822 πήραμε το Παλαμήδι, «Η Γνώμη» (Πατρών), 6 (1977), 297/28-11-1977, σελ. 3α: «… από ζητοειδή λιθίνη κλίμακα 999 βαθμίδων».
(λγ) Πάνος Καρυκόπουλος, Ταξίδια στην Ελλάδα. Ναύπλιο: Η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος, «Ο. Γ. Α.», τεύχ. 1, Ιανουάριος 1978, σελ. 27: «… με τα 999 σκαλοπάτια του».
(λδ) Εγκυκλ. Ηλίου, τ. 17, Αθήνα 1979, σελ. 473, λ. Παλαμήδιον: «… δια κλιμακωτής αναβάσεως από 999 βαθμίδας».
(λε) Κατερίνα Μαργέλη, Ταξίδι στη χώρα του Πέλοπα, Αθήνα, Σκαραβαίος 1979, σελ. 19: «Μα κυττάτε, πάνω στέκει το Παλαμήδι με τα 999 σκαλιά του».
(λστ) Peter Sheldon, The Péloponnèse: Four millenia of history [Εις:] Fodor’sGreece 1979,New York 1979, σελ. 213: «… 999 steps leading up from the town».
(λζ) Νέα Μεγάλη Ελλ. Εγκυκλ. Χάρη Πάτση, τ. 26, Αθήνα 1980, σελ. 98, λ. Παλαμήδιον: «… σκάλα που έχει 999 σκαλοπάτια».
(λη) Μεγάλη Εγκυκλ. Κόσμος, Θεσσαλονίκη, Θ. Γ. Κοντέος, 1980, τ. 21, σελ. 125, λ. Παλαμήδι: «… με 999 σκαλιά».
(λθ) Το Ναύπλιο: Μια πόλη για όλες τις εποχές, «Αστυνομική Επιθεώρηση» 1 (1984), σελ. 157: «… με 857 σκαλοπάτια (999 για την παράδοση)…».
(μ) Εγκυκλ. νέα δομή, τ. 21, Αθήνα, χωρίς χρονολογία (1985;), σελ. 230, λ. Παλαμήδι: «… μιας ελικοειδούς σκάλας, που έχει 999 σκαλιά».
(μα) Ιω. Δ. Κανδήλης, Η Ελλάδα όπως την έζησα και τη γνώρισα (1920-1940), Αθήνα, Τάσος Πιτσιλάς 1990, σελ. 73: «Σ’ αυτό ανεβήκαμε από τη σκάλα των 999 τεράστιων κατά το ύψος σκαλοπατιών του».
Μαρτυρίες του 999 σ’ άλλες παραδόσεις
Εκκλησίες Θεοδώρας
Λ. Γ. Παπακωνσταντίνου, Απ’ τη Μέση του Γριπονησιού…, Αθήνα 1978, σελ. 65: «Αργότερα η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, είπε ο παππούς, στη θέση του ειδωλολατρικού ναού [στα Έρια Ευβοίας] έκτισε ένα μοναστήρι, το 999 λένε, και το 1000, γιατί έχτισε 1000, σ’ όλη την αυτοκρατορία, στη Χιλιαδού στους Στρόπωνες…». Και στη σελ. 66: «Είναι η εικόνα και η εκκλησία θαυματουργική, βλέπεις ο αριθμός 999 είναι λένε ιερός».
Εκκλησίες Σαμοθράκης
(α) Αλίκη Νικολαΐδου, Σαμοθράκη: ένα πολύπαθο ακριτικό νησί, «Επιθεώρηση Χωροφυλακής» 11 (1980), σελ. 627: «Αυτό το σμαραγδένιο και πάντα δροσερό νησί [η Σαμοθράκη]… με τις 999 εκκλησούλες του…».
(β) Πάνος Γ. Καρυκόπουλος, Ταξίδια στην Ελλάδα. Σαμοθράκη, «Ο.Γ.Α.», τεύχ. 38, Φεβρουάριος 1981, σελ. 11: «… αποκαλύπτεις… τις 999 εκκλησούλες της…».
(γ) Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία, Η Σαμοθράκη του χθες και του σήμερα, «Επιλογές του μήνα», Χρόνος 8, τεύχ. 97, Σεπτ/ριος 1990, σ. 162 (Ένθετο εφημ. «Μακεδονία» Θεσ/νίκης, 23426 / 7-10-1990): «Τ’ αφιερώματα στα δύσβατα και βατά μέρη του νησιού, σημάδια πέτρινα, εκκλησάκια, εκκλησίες, είναι 999, όσα τα παράθυρα της Αγίας Σοφίας, λένε. Σήμερα προστέθηκε και ο Άγιος Νεκτάριος και έγιναν 1000».
Κάμαρες παλατιού στην Κρήτη
Επαμ. Σταματιάδης, Ικαριακά, Σάμος 1893, σελ. 15: «Τον παλαιόν καιρό ήταν στην Κρήτη ένας βασιλιάς, που είχε ένα πολύ μεγάλο παλάτι μ’ εννιακόσιες ενενήντα εννιά κάμερες»[v].
Παράθυρα τον τζαμιού της Αδριανούπολης
(α) Δ. Χόνδρος, Το τζαμί της Ανδριανουπόλεως…, «Λαογραφία» 5 (1915-6), σελ. 636: «Όταν εκτίσθη το τζαμί της Αδριανουπόλεως με τα 999 παράθυρα…»
(β) Νατάλης Εμμ. Πετρόβιτς, Αναμνήσεις. Σερραίων ομηρεία…, «Σερραϊκά Χρονικά», 6 (1973), σελ. 51, σημ. 1: «Το τζαμί του Σουλτάν Σελήμ έχει κι αυτό την ιστορία του. Όταν το χάρηκε καινούργιο και τελειωμένο, ο σουλτάνος ρώτησε πόσα παραθύρια έχει και ο αρχιτέκτων Σινάν Σινάνογλου (ελληνικής καταγωγής) με περηφάνια του λέγει: – Χίλια (τουρκικά «μπιν»). Θυμωμένος ο σουλτάνος από την πτωχή μονοσύλλαβο απάντηση διέταξε να φράξουν το ένα. – Και τώρα, ξαναρωτά, πόσα παράθυρα έχει; – Εννιακόσια ενενήντα εννιά, ήταν η απάντηση που έλαβε. – Τόσα να μείνουν, λέγει ο σουλτάνος. Σήμερα στους περιηγητάς δείχνουν το χτισμένο παράθυρο».
Παράθυρα Αγίας Σοφίας
Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία, Η Σαμοθράκη του χθες και του σήμερα, «Επιλογές του μήνα», Χρόνος 8, τεύχ. 97, Σεπτ/ριος 1990, σ. 162 (Ένθετο εφημ. «Μακεδονία» Θεσ/νίκης, 23426 / 7-10-1990): «Τ’ αφιερώματα στα δύσβατα και βατά μέρη του νησιού, σημάδια πέτρινα, εκκλησάκια, εκκλησίες, είναι 999, όσα τα παράθυρα της Αγίας Σοφίας, λένε.
Σχόλια
Ο Ναυπλιώτης συγγραφέας Άγγ. Τερζάκης αποδίδει στον αριθμό 999 των σκαλιών το χαρακτηρισμό «καβαλιστικός», δηλ. ότι κρύβει κάποια μαγική, μυστικιστική ιδιότητα. Χρήση του αριθμού στη μαγεία (σ’ επωδές κλπ.) δεν γνωρίζω. Βρίσκομε πάντως τους αριθμούς 99 και 9.999: τον πρώτο σε κυπριακό κατάδεσμο [vi] και κρητικές επωδές [vii] και τον δεύτερο σε βυζαντινό εξορκισμό [viii]. Όμως η χρήση τους, όπως θα δούμε παρακάτω και για τις άλλες περιπτώσεις, σχετίζεται με τις αντίστοιχες δυνάμεις του αριθμού 10 (δηλ. 102= 100 και 104 = 10.000).
Ο Λ. Γ. Παπακωνσταντίνου μιλεί για ιερότητα του αριθμού 999, τον οποίο συνδέει με την πυθαγόρεια διδασκαλία, λέγοντας ότι το «3 φορές 9» συμβολίζει «την πλήρη δικαιοσύνη που απονέμει το θείον» (σελ. 66, σημ. 1). Είναι μια ερμηνεία αβάσιμη και αστήρικτη [ix]. Η ψηφιακή δομή του αριθμού (τρία εννιάρια) δεν έχει καμιά σχέση με τη χρήση του στις προηγούμενες παραδόσεις. Αριθμούς μ’ όμοια ψηφία βρίσκομε, βέβαια, να χρησιμοποιούνται για διάφορους λόγους (π.χ. ο αριθμός 666 της «Αποκαλύψεως» 13,18 ή ο αριθμός των 33.333 στίχων της καζαντζακικής «Οδύσσειας»). Δεν θα εξετάσομε εδώ όλες τις χρήσεις τους, θα πούμε μόνο πως ορισμένες φορές χρησιμοποιούνται, λόγω της εύκολης απομνημόνευσής τους, σε τίτλους βιβλίων [x]κλπ., όχι όμως και στις παραδόσεις που είδαμε.
Σ’ αυτές ο αριθμός χρησιμοποιείται λόγω ενός χαρακτηριστικού της αριθμητικής φύσης του: να υπολείπεται του χίλια κατά μία μονάδα. Ο αριθμός χίλια, βέβαια, όπως και οι άλλες δυνάμεις της βάσης του αριθμητικού μας συστήματος, δηλ. του δέκα, έχουν ευρεία χρήση ως αριθμοί «στρογγυλοί». Παρατηρείται τώρα το εξής: Σε πολλές παραδόσεις (κι όχι μόνο) εμφανίζονται διάφορα σύνολα των οποίων ο πληθικός αριθμών των στοιχείων τους είναι ένας «στρογγυλός» αριθμός – δύναμη του δέκα (100, 1000 κλπ.) συν ή πλην μία μονάδα (δηλ. 99 ή 101, 999 ή 1001 κλπ.). Και στις δύο περιπτώσεις το στοιχείο που υπολείπεται ή περισσεύει έχει μιαν ιδιότητα που το κάνει να ξεχωρίζει από τα κοινά. Τόσο με τους αριθμούς 101 και 1001, όσο και με τους αριθμούς 99 και 999 (αυτά τα είδαμε) υπάρχουν πολλά παραδείγματα [xi]. Θ’ αναφέρομε δύο με τον αριθμό 101:
(α) «Τα Σφακιά (εννοείται η Χώρα Σφακίων) είχανε εκατομιά εκκλησίες κι οι εκατό είναι βρομένες κι η μιά δεν ευρέθηκε…»[xii].
(β) «Κολαΐνα = χρυσούν περιδέραιον γυναικείον, συγκείμενον εκ χρυσής αλύσεως πλήρους φλωρίων 101… εν μέσω δε σταυρός ή Αγιοκωνσταντινάτον ή μέγα ενετικόν φλωρίον…»[xiii].
Μπαίνει τώρα ένα πρόβλημα: πώς θ’ ανιχνεύσομε την ιδιότητα του ξεχωριστού στοιχείου, όταν γι’ αυτό δεν μας μιλεί ρητά μια παράδοση που έχομε μπροστά μας; Βέβαια, όσον αφορά το Παλαμήδι, έχομε την εκδοχή του χιλιοστού σκαλιού, που το έσπασε, λέει, τ’ άλογο του Κολοκοτρώνη. Έχω τη γνώμη, όμως, ότι αυτή η ερμηνεία είναι επιγενής, δηλ. δόθηκε εκ των υστέρων, για να δικαιολογηθεί ο αριθμός 999. Μια πρώιμη μαρτυρία της, που θα την έκανε ισχυρή, μας λείπει για την ώρα. Δεν αρκεί, νομίζω, η ύπαρξη και μόνο του κοινού πληθικού αριθμού σε δυο παραδόσεις, για να αποτελέσει το λόγο συσχέτισης των στοιχείων (αντικειμένων) τους. Γιατί, η ένα προς ένα «απεικόνιση» (σύμφωνα με τη μαθηματική έννοια του όρου) πρέπει να αφορά εν προκειμένω σε όμοια ή συγγενικά στοιχεία, π.χ. σε κτίσματα, όπως γίνεται στην περίπτωση της παράδοσης της Σαμοθράκης, όπου «απεικονίζονται» οι εκκλησίες της στα ισάριθμα παράθυρα της Αγίας Σοφίας.
Έτσι η ερμηνεία του Κ. Ρωμαίου (κθ), σύμφωνα με την οποία τα σκαλιά του Παλαμηδιού αντιστοιχούν προς τα 999 χρόνια μιας χιλιετίας και το ένα προς το χιλιοστό έτος, που θεωρείται καταστροφικό [xiv], είναι, νομίζω, ατυχής. Με την ίδια λογική θα μπορούσαμε να εξηγήσομε την παρουσία του αριθμού 999 και στις άλλες παραδόσεις. Όμως, είδαμε πόσο αναπάντεχη είναι η εξήγηση για τα 999 παράθυρα του τζαμιού της Αδριανούπολης.
(Σημειώνομε ακόμα, χωρίς αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία, πως δεν γνωρίζομε άλλη σκάλα κάστρου με 999 σκαλιά [xv] και ο Κ. Ρωμαίος, που λέει ότι: «… για πολλά… τα σκαλοπάτια… είναι ακριβώς 999» (κθ) δεν προσκομίζει παράδειγμα άλλο εκτός του Παλαμηδιού. Τότε τι συμβαίνει με το χιλιοστό «νοητό» σκαλί του Παλαμηδιού; Στον βαθμό, όπως πιστεύω, που δεν έχουμε πειστική μαρτυρία για τη φύση του, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό.
Αντρέας Π. Χατζηπολάκης
Υποσημειώσεις
[i] Ιστορικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία του ναυπλιακού μνημείου βλέπει στις παρακάτω τεκμηριωμένες εργασίες: (α) Κ. Andrews, Castles of the Morea, New Jersey 1953. (β) Σ. Καρούζου, To Ναύπλιο, Αθήνα, Εμπορική Τράπεζα, 1979. (γ) Τ. Μαύρος, Το Παλαμήδι. Ιστορική αναδρομή, Αθήνα 1988.
[ii] Ο τίτλος του είναι: «999 σκαλιά» και περιέχεται στο δίσκο μακράς διαρκείας: «Κορίτσι και Γυναίκα» (μουσική: Γιώργος Ανδρέου, τραγούδι: Ελένη Τσαλιγκοπούλου, έκδοση: LYRA 4525, Αθήνα 1989).
[iii] Για την έρευνά μας χρήσιμη θα ήταν η εργασία του Άγγ. Κλ(εισιούνη), Ναυπλιακή Βιβλιογραφία. Πρώτη Σειρά, «Χρονικά του Μοριά» 1 ( 1952), 77-82. Όμως στην Εθνική Βιβλιοθήκη Ελλάδος, που αναζητήσαμε το περιοδικό, δεν βρέθηκε στη θέση του. Στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, που απευθυνθήκαμε στη συνέχεια, δεν το είχαν. Τα σχόλια, για την κατάσταση των υποτιθέμενων κιβωτών της εθνικής πνευματικής κληρονομιάς μας, περιττεύουν…
[iv] Αναδημοσιεύσεις του διηγήματος (της περικοπής): (α) «Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά» 9 (1965), σελ. 14. (β) Π. Β. Λιαλιάτσης, Ναυπλιακή Ανθολογία 1540-1968, Ναύπλιον 1969, σελ. 77 (όπου, αντί «φέρνουνε» γράφεται «πάνε»).
[v] Το κείμενο από τη συλλογή του Ν . Γ. Πολίτη, Παραδόσεις, τ. Α’, Εν Αθήναις 1904, σελ. 29, αριθ. 45. Αναδημοσιεύσεις: (α) Β. Ψ ι λ ά κ η ς. Ιστορία της Κρήτης…, τ. Α’, Εν Χανίοις 1909, σελ. 206. (β) Μ. Γιαλουράκης, Κρήτη, Αθήνα I960, σελ. 51 (χωρίς μνεία πηγής).
[vi] Βλέπε Στίλπων Π. Κυριακίδης, Κυπριακοί Επωδαί, «Λαογραφία» 6 (1917-8), σελ. 610.
[vii] Βλέπε Ευαγγ. Κ. Φ ραγκ ά κ ι. Συμβολή στα λαογραφικά της Κρήτης, Αθήνα 1949, σελ. 48.
[viii] Βλέπε Fritz Pradel, Griechische und Süditalienische Gebete, Beschwörungen und Rezepte des Mittelalters, Giessen, A. Töpelmann 1907, σελ. 21.
[ix] Στην περίπτωση της ευβοϊκής παράδοσης, για τα χίλια μοναστήρια, νομίζω ότι απλώς αιτιολογείται η ονομασία «Χιλιαδού» του χωριού, με το χιλιοστό μοναστήρι, που υποτίθεται ότι έκτισε εκεί η Θεοδώρα.
[x] Υπάρχουν πολλά παραδείγματα. Θ’ αρκεστούμε μόνο σε δύο (ένα ελληνικό και ένα ξένο), στα οποία χρησιμοποιείται ο τετραψήφιος 2222: (α) Κ . Γ ε ω ρ γ ί ζ α ς, 2222 Ερωτήσεις και Απαντήσεις Χημείας, Αθήνα 1972. (β) S.E.M. Camille Gorgé, Voyage de 2222 kilomètres en Anatolie, Ankara 1951.
[xi] Πολυάριθμα, που έχουμε συγκεντρώσει, θ’ αποτελέσουν αντικείμενο παρόμοιας μ’ αυτήν εργασίας μας.
[xii] Από τη συλλογή των δημοτικών παραδόσεων του χωριού μου Ανώπολη Σφακίων Κρήτης (ανέκδοτη).
[xiii] Βλέπε Π. Γ. Βλαστός, Ο Γάμος εν Κρήτη…, Εν Αθήναις 1893, σελ. 158, λ. κολαΐνα = ——, Νέαι ανακαλύψεις λειψάνων Κρητικού Θεάτρου. Απολλώνιος και Αρχιστράτη, «Κρητικός Λαός» I (1909), σελ. 39, σημ. 12.
[xiv] Παράβαλε: «Προς τα τέλη της πρώτης μεταχριστιανικής χιλιετηρίδας, το Δεκέμβριο του έτους 999 μ.Χ., πολλοί άνθρωποι απ’ τις χριστιανικές χώρες πίστεψαν ότι επίκειται το τέλος του κόσμου και προετοιμάστηκαν να το υποδεχτούν με ασυνήθιστο τρόπο…» (C. Berlitz, 1999: Η συντέλεια, Αθήνα, Ωρόρα 1981, σελ. 19).
[xv] Μόνο για την αρχαία «Κακιά Σκάλα» των Δελφών συνάντησα να λέγεται πως είναι «με χίλια κι ακόμα σκαλοπάτια» (πάντως όχι 999). Βλέπε: Γεώργιος Ε. Καψάλης, Στη Φωκίδα του 1851…, Αθήνα 1974, σελ. 31.
Πηγή
- Ναυπλιακά Ανάλεκτα Ι (1992), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.
Αναγνωστόπουλος Σπ. Ιωάννης (1928-1993)
Posted in Λογοτέχνες - Ιστορικοί, Πρὀσωπα, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αχλαδόκαμπος, Βιογραφίες, Εκπαιδευτικός, Ιστορία, Λαογραφία, Πρόσωπα, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Συγγραφέας on 29 Νοεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Αναγνωστόπουλος Σπ. Ιωάννης (1928-1993)
Ο Ιωάννης Αναγνωστόπουλος, συγγραφέας, Διδάκτορας της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου των Αθηνών, Εκπαιδευτικός, γιος του Σπυρίδωνα και της Γιαννούλας, το γένος Διαμαντή Ψυχογιού, γεννήθηκε την 28-7-1928 στον Αχλαδόκαμπο της Αργολίδας. Στον Αχλαδόκαμπο τελείωσε το Δημοτικό σχολείο και έζησε τα δεινά της Γερμανοϊταλικής Κατοχής.
Κατά την ημέρα της μάχης του Αχλαδοκάμπου, 18-9-1944, έχασε τον πατέρα του. Αν και πρωτότοκος γιος πολυμελούς ορφανής και πτωχής οικογενείας, επειδή είχε έμφυτη κλίση για γράμματα, με την επίμονη θέληση της μητέρας του και με την προτροπή και ηθική συμπαράσταση του πρωτοπρεσβυτέρου Ευαγγέλου Αναστασίου Μπονώρη, φοίτησε με εξετάσεις και με συνεχή υποτροφία του Κράτους, στην Επτατάξια Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου, από το 1947 μέχρι το 1954, από την οποία έλαβε πτυχίο.
Το 1955, με επιτυχείς εξετάσεις, φοίτησε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου των Αθηνών, από την οποία έλαβε πτυχίο το 1960. Το 1962, με την προτροπή και ηθική συμπαράσταση του αοιδίμου μεγάλου πατριώτη και ευεργέτη του Αχλαδοκάμπου Γεωργίου Νικολάου Αναγνωστοπούλου, φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου των Αθηνών, από την οποία έλαβε πτυχίο Φιλολογίας το 1965. Απαλλάχτηκε από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και εξαγόρασε την οκτάμηνη υποχρεωτική θητεία του, λόγω σπουδών, «ως πρωτότοκος υιός γυναικός εν χηρεία διατελούσης». Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου των Αθηνών, από το 1962 μέχρι το 1965, δίδαξε στα Ιδιωτικά Εκπαιδευτήρια Κ. Γκιζελή στην Αθήνα.
Από τη 13-11-1965, που διορίστηκε από το Κράτος, υπηρέτησε: Στο Γυμνάσιο – Λύκειο Κοπανακίου Τριφυλίας (1965-1971), στο Γυμνάσιο – Λύκειο Αρρένων Κορίνθου (1971-1973), στο 1ο Εσπερινό Γυμνάσιο – Λύκειο Πειραιά (1973-1977), στο Λύκειο Αγίου Ιεροθέου Περιστερίου (1977-1981), στο 10ο Γυμνάσιο Περιστερίου, ως Υποδιευθυντής και Διευθυντής (1981-1986). Το 1986, λόγω διδακτορικού διπλώματος προήχθη σε Γυμνασιάρχη και τον ίδιο χρόνο αποσπάστηκε ως Διευθυντής – Γυμνασιάρχης του 1ου Γυμνασίου Ελευσίνας, με τετραετή θητεία. Κατά τα Ακαδημαϊκά έτη 1978-1979 και 1979-1980, με απόσπαση από το Λύκειο Αγίου Ιεροθέου και με εξετάσεις, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης, στην Αθήνα, από το οποίο έλαβε πτυχίο μετεκπαίδευσης «μείζονος διαρκείας».
Την 8-2-1985 αναγορεύτηκε Διδάκτορας της Φιλοσοφίας του Πανεπιστήμιο των Αθηνών, με την πρωτότυπη επιστημονική διατριβή του, με τον τίτλο: «Ο θάνατος και ο κάτω κόσμος στη δημοτική ποίηση» (Εσχατολογία της δημοτικής ποίησης). Από το 1955 ασχολήθηκε με την Επιστήμη και την Έρευνα και χρησιμοποίησε πολλές φορές, τις Βιβλιοθήκες των Αθηνών και προ πάντων το Σπουδαστήριο της Ερμηνείας της Κ. Διαθήκης της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου των Αθηνών, το Σπουδαστήριο της Νεοελληνικής Φιλολογίας και της Λαογραφίας του Πανεπιστημίου των Αθηνών και το Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας των Αθηνών.
Αποτέλεσμα των μακροχρονίων σπουδών και ερευνών είναι τα ακόλουθα έργα του:
Δημοσιευμένα:
- Η Ιστορία του Αχλαδοκάμπου από των προϊστορικών χρόνων μέχρι σήμερον (Ιστορική μελέτη βάσει των πηγών), Αθήναι 1961.
- Ο Νεομάρτυς Αναστάσιος ο Ναυπλιεύς, Αθήναι 1968.
- Τουριστικός οδηγός Νομού Κορινθίας, Αθήναι 1972.
- Το σπήλαιο και ο ναός της Αγίας Τριάδας Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1983.
- Ο θάνατος και ο κάτω κόσμος στη δημοτική ποίηση, (Εσχατολογία της δημοτικής ποίησης), Διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1984.
- Λαογραφικά του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1985.
- Η συμβολή της Αργολιδοκορινθίας στην Επανάσταση του 1821, Αθήνα 1985.
- Η Αγία Παρασκευή της περιοχής «Νερά» του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1988.
- Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821, Αθήνα 1989.
- Τα γενεαλογικά δέντρα των αρρένων των οικογενειών του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1989.
Αδημοσίευτα:
- Ερμηνείες και υπομνήματα Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων στα βιβλία της Κ. Διαθήκης, απ’ αρχής μέχρι σήμερα.
- Η εξομοίωση του Ιησού Χριστού προς το λίθο, κατά την Κ. Διαθήκη.
- Οι θλίψεις κατά την Κ. Διαθήκη.
- Η χαρά κατά την Κ. Διαθήκη.
- Η Κ. Διαθήκη κατά χώρα.
- Βυζαντινά και μεταβυζαντινά χριστιανικά μνημεία Αργολίδας.
- Χριστιανισμός και αθλητισμός.
- Οι οφθαλμοί του ανθρώπου στην αγία Γραφή και στη Λαογραφία.
- Η θρησκευτικότητα του Ελληνικού λαού στα δημοτικά τραγούδια της λεκάνης της Μεσογείου.
- Σχέση Θρησκείας και Πατρίδας στη δημοτική ποίηση.
- Εισαγωγή στη δημοτική ποίηση.
- Η μάχη του Αχλαδοκάμπου, 18-9-1944.
- Ο Αχλαδόκαμπος στη φωτογραφία, από τους μυθικούς χρόνους μέχρι σήμερα.
- Ιστορικά βιογραφικά σημειώματα επιφανών Αχλαδοκαμπιτών από τα χρόνια της τουρκοκρατίας μέχρι σήμερα.
Ασχολήθηκε συστηματικά με την περισυλλογή λαογραφικού και ιστορικού υλικού της περιοχής του Αχλαδοκάμπου, για την ίδρυση στον Αχλαδόκαμπο ή στο Άργος Λαογραφικού και Ιστορικού Μουσείου. Απεβίωσε στις 25-1-1993.
Πηγή
- Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, «Τα γενεαλογικά δέντρα των Αρρένων των οικογενειών του Αχλαδοκάμπου», Αθήνα, 1989.
Λύκειο των Ελληνίδων – Παράρτημα Άργους
Posted in Σύλλογοι - Σύνδεσμοι, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Λύκειο των Ελληνίδων, Λαογραφία, Παράδοση, Πολιτισμός, Σωματείο, Σύλλογος on 20 Σεπτεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Λύκειο των Ελληνίδων – Παράρτημα Άργους
Το Λύκειο των Ελληνίδων Άργους, ιδρύθηκε στις 13 Ιανουαρίου του 1965 και είναι το μακροβιότερο πολιτιστικό σωματείο στην Αργολίδα, με ιδιαίτερα μεγάλη και σημαντική δράση. Σκοπός του είναι η διάσωση, διατήρηση και διάδοση των παραδόσεων, ηθών και εθίμων του τόπου μας και κυρίως των δημοτικών χορών και τραγουδιών στους νέους μας. Σκοπός επίσης του Λυκείου είναι η προστασία Μητέρας και παιδιού, η εξύψωση της γυναίκας και η ισοτιμία της με τον άνδρα.
Η ιδέα της ίδρυσης οφείλεται σε μια υπέροχη πνευματική προσωπικότητα η οποία πρόωρα έφυγε απ’ τη ζωή και την πνευματική κίνηση του Άργους, σε ηλικία μόλις 50 ετών, ενώ είχε πολλά να προσφέρει στην πόλη μας. Πρόκειται για την καθηγήτρια ελληνικής και γαλλικής φιλολογίας, την Μάρθα Νάνου- Κονομάρα. Ήταν διευθύντρια του Γαλλικού Ινστιτούτου Άργους. Στα τέλη του 1964 πηγαίνοντας στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, περπατούσε στην οδό Δημοκρίτου, όπου σε μια πόρτα είδε την επιγραφή « Λύκειο των Ελληνίδων». Μπήκε μέσα, ενημερώθηκε και ρώτησε αν μπορεί να δημιουργηθεί παράρτημα στο Άργος.
Μετά την θετική απάντηση, ερχόμενη στο Άργος, επισκέφθηκε τον τότε Δήμαρχο, αείμνηστο Γεώργιο Θωμόπουλο και ζήτησε την βοήθειά του καθώς και την οικονομική ενίσχυση του Δήμου για την ίδρυση του νέου παραρτήματος. Με την χειμαρρώδη ευγλωττία της, ανέπτυξε στον Δήμαρχο τους σκοπούς του Λυκείου, αυτός ενθουσιάστηκε και μαζί κατήρτισαν έναν κατάλογο μερικών δεκάδων κυριών και δεσποινίδων του Άργους, τις οποίες κάλεσαν στο Δημαρχείο στις 13 Ιανουαρίου 1965. Η αείμνηστη Μάρθα Κονομάρα τις ενημέρωσε για τους σκοπούς και στόχους του Λυκείου και τις έπεισε να συμπαραταχθούν στην προσπάθεια της δημιουργίας παραρτήματος στο Άργος. Εκείνη την ημέρα υπεγράφη το πρώτο καταστατικό και άρχισε πυρετωδώς η μεγάλη προσπάθεια. Ο Δήμαρχος, υποσχέθηκε κάθε ενίσχυση από τον Δήμο αλλά και την προσωπική του στήριξη μέσω της εφημερίδας του « Αργειακόν Βήμα».
Το πρώτο συμβούλιο συγκροτήθηκε από τις κυρίες: Αλίκη Κεραμίδα πρόεδρο, Μ. Στάμου Αντιπρόεδρο, Μαρία Μουσταΐρα Γενική Γραμματέα, Καλλιρρόη Οικονομοπούλου Ταμία με βοηθό την Μάγδα Κιτσοπούλου, την Κική Καρούζου Έφορο Ιματιοθήκης, την Τζένη Κατσαρού- Μασούρη Εθνικών Χορών, την Μάρθα Κονομάρα Φιλολογικού, την Πίτσα Μπιτζή Εορτών και Δεξιώσεων, την Λέλα Ράπτη μουσικού και καταπολέμησης του αναλφαβητισμού, την Ελευθερία Τσακοπούλου Οικονομικού με συνέφορο την Ασ. Σχοινά, την Ευγενία Γκότση προστασίας της Μητέρας και του παιδιού και την Κοράλλη Έφορο Κοσμητείας. Η Μάρθα Κονομάρα από μετριοφροσύνη δεν ανέλαβε την προεδρία αλλά ως έφορος φιλολογικού καθοδηγούσε το Λύκειο στις πρώτες εκδηλώσεις του.
Η πρώτη εκδήλωση έγινε τον Ιανουάριο του 1965 στη « Γιορτή του πορτοκαλιού» με την εμφάνιση του χορευτικού, που ήταν ακόμη στα σπάργανα, γιατί δεν υπήρχαν φορεσιές και πολλά παιδιά. Στη συνέχεια άρχισε να οργανώνει ρεσιτάλ πιάνου και βιολιού, διαλέξεις στον «Δαναό» με διακεκριμένους ομιλητές, ομιλίες στα γραφεία του Λυκείου με θέματα λαογραφικά, κοινωνικά και εθνικά, Χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις από την θεατρική ομάδα, κοπή της πίττας, αποκριάτικο χορό κ.λ.π. Δημιούργησε Βιβλιοθήκη για την ανύψωση του πνευματικού επιπέδου των Ελληνίδων και ζήτησε την προσφορά βιβλίων απ’ όλους όσοι είχαν και τα διέθεταν.

Πλατεία Αγίου Πέτρου Άργους, 25η Μαρτίου 1968. Μεταξύ των κοριτσιών η τότε πρόεδρος Μ. Στάμου και η Έφορος Ιματοθήκης, Β. Καρούζου. Αρχείο: Βασ. Γουλέρμα.
Τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του οργάνωσε « Σχολείο» για αγράμματες πτωχές γυναίκες και τα παιδιά τους, όπου δίδασκαν δασκάλες-μέλη του Λυκείου αφιλοκερδώς. Την 10ετία του 1970 ιδρύθηκε Ωδείο και Χορωδία, τα οποία αργότερα έγιναν Νομικά Πρόσωπα του Δήμου Άργους. Αργότερα, ιδρύθηκε Τμήμα Ρυθμικής που λειτούργησε μέχρι το 1993-94.
Στα χορευτικά τμήματα του Λυκείου έμαθαν ελληνικούς χορούς χιλιάδες παιδιά, αγόρια και κορίτσια. Η μεγάλη χορευτική ομάδα με άριστους χορευτές έχει συμμετάσχει όλα αυτά τα χρόνια σε πολλά φεστιβάλ χορού στην Ελλάδα και το εξωτερικό.( Βέλγιο, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία και δυο φορές σε διάφορες πόλεις της Κύπρου).
Έχει χορέψει σε πολλά συνέδρια στο Άργος, το Ναύπλιο και την Αθήνα, σε εορταστικές εκδηλώσεις στην Ελληνική Τηλεόραση και συμμετέχει πάντα στις εκδηλώσεις του Δήμου Άργους- Μυκηνών, στις εθνικές παρελάσεις, στη Ναυτική εβδομάδα και όπου αλλού του έχει ζητηθεί από Συλλόγους και Μορφωτικούς φορείς άλλων νομών της χώρας.
Το Λύκειο Ελληνίδων Άργους, διοργανώνει παρουσιάσεις λαογραφικών βιβλίων, εκθέσεις έργων ζωγραφικής, παραδοσιακών φορεσιών και χρηστικών οικιακών αντικειμένων και κάθε μορφής καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, με κορυφαία την Γιορτή Ελληνικών Χορών, που πραγματοποιείται κάθε δύο χρόνια με την συμμετοχή Λυκείων απ’ όλη την Ελλάδα, στις 3 Μαΐου, εορτή του πολιούχου της πόλης Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους με μεγάλη επιτυχία.
Διατηρεί 14 περιφερειακά χορευτικά τμήματα σε σχολεία και όμορους Δήμους. Τα δυο τελευταία χρόνια δημιούργησε παιδική χορωδία η οποία συμμετέχει σε διάφορες εκδηλώσεις ενώ το Δεκέμβριο του 2009 ιδρύθηκε χορωδία παραδοσιακού τραγουδιού.
Δραστήριες και αξιόλογες Πρόεδροι με άξιες συνεργάτιδες- μέλη των Δ. Συμβουλίων του Λυκείου, εργάστηκαν σκληρά, με αγάπη και μεράκι για να διασώσουν τις παραδόσεις και να τις διαδώσουν από γενιά σε γενιά στους νεότερους ενώ παράλληλα κατέβαλαν κάθε προσπάθεια για την ανύψωση του πνευματικού και πολιτιστικού επιπέδου των κατοίκων της Αργολίδας.
Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας και ο Οργανισμός Πολιτισμού (ΟΠΑΝΑΑΡ) αναγνωρίζοντας το έργο του, απένειμαν στο Λύκειο, δια της προέδρου του κ. Σχοινοχωρίτη, βραβείο και δίπλωμα πολιτισμού για το έτος 2009, ως το μακροβιότερο και πιο δραστήριο σύλλογο της Αργολίδας, σε ειδική τελετή που οργανώθηκε την Κυριακή 21 Μαρτίου του 2010.
Πρόεδροι του Λυκείου χρημάτισαν οι κυρίες:
Κεραμίδα Αλίκη (1965-1966)
Ματίνα Στάμου (1967-1968)
Μαρία Μουσταίρα (1969-1989)
Μαίρη Χιωτακάκου (1990-2003)
Αγγελική Σχοινοχωρίτη (2003- σήμερα)
Σήμερα, το Λύκειο των Ελληνίδων Άργους, αριθμεί περίπου 300 ενεργά μέλη, πλούσια ιματιοθήκη με 350 φορεσιές αυθεντικές και αντίγραφα. Έχει χορευτικά τμήματα για παιδιά όλων των ηλικιών και τρία τμήματα ενηλίκων ( ανδρών και γυναικών).
Λίμνες : Σταθμοί και ορόσημα σε μια μακραίωνη πορεία
Posted in Ειδήσεις - Πολιτισμός, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ειδήσεις, Ημερίδα, Λίμνες, Λίμνες : Σταθμοί και ορόσημα σε μια μακραίωνη πορεία, Λαογραφία, Πολιτισμός on 23 Ιουνίου, 2011| Leave a Comment »
Λίμνες : Σταθμοί και ορόσημα σε μια μακραίωνη πορεία
Την Κυριακή 26 Ιουνίου 2011 στις 10:30 π.μ. θα διοργανωθεί στο Πνευματικό Κέντρο των Λιμνών Αργολίδας ημερίδα με θέμα: «Λίμνες – Σταθμοί και ορόσημα σε μια μακραίωνη πορεία».
Στην ημερίδα έχουν προσκληθεί να μιλήσουν Αρχαιολόγοι, Κοινωνικοί Ανθρωπολόγοι, Ιστορικοί, ερευνητές από την Ακαδημία Αθηνών κ.α. Στόχος της ημερίδας είναι να παρουσιαστεί όσο μπορεί πιο τεκμηριωμένη η ιστορία των Λιμνών στο διάβα των αιώνων και να δοθεί το έναυσμα σε νέους ερευνητές ( ιστορικούς κλπ) να μελετήσουν καλύτερα την περιοχή.
Πρόγραμμα ημερίδας
10:30 – 11:00 Προσέλευση
11:00 – 11:10 Χαιρετισμός
Δήμαρχος Άργους – Μυκηνών κ. Καμπόσος Δημήτρης
11:10 – 11:30 Η αρχαιολογική έρευνα στις Λίμνες Αργολίδας
Ελένη Μπαστούνη, Αρχαιολόγος. Φοιτήτρια μεταπτυχιακού προγράμματος Διαχείρισης μνημείων: Αρχαιολογία, πόλη και αρχιτεκτονική, Πανεπιστήμιο Αθηνών.
11:30 – 11:50 Η κάθοδος των αρβανιτών στην Πελοπόννησο ( 14ος – 15ος αι.)
Γιάννης Βιταλιώτης, Δρ. Βυζαντινής Αρχαιολογίας. Κέντρο Έρευνας της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Τέχνης της Ακαδημίας Αθηνών.
11:50 – 12:10 Η Ευρύτερη περιοχή των Λιμνών τη μέση και ύστερη βυζαντινή περίοδο
Γιώργος Τσεκές, αρχαιολόγος της 25ης Εφορίας Βυζαντινών αρχαιοτήτων.
12:10 – 12:30 Οι Λίμνες με τα μάτια των Γκερμπεσιωτών : Το χωριό εστιακός πρόγονος και η ενίσχυση της αρβανίτικης ταυτότητας
Αγγελική Αθανασοπούλου, Δρ. Κοινωνικής Ανθρωπολογίας. Ερευνήτρια στο Κέντρο Έρευνας της Ελληνικής Κοινωνίας Ακαδημίας Αθηνών.
12:30 – 12:50 Πολιτική και κοινωνική ζωή στις Λίμνες
Γιάννης Παπαϊωάννου, Επικοινωνιολόγος Μ.Α.
12:50 – 13:10 Λαογραφικά στοιχεία από τις Λίμνες
Αναστάσιος Βλάχος, Δημοτικός Υπάλληλος.
13:10 – 13:20 Παρουσίαση της παραδοσιακής στολής των Λιμνών
Από τον Αγροτουριστικό Συνεταιρισμό Γυναικών Λιμνών.
Υφάντριες
Posted in Λαογραφικά Αργολίδας, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, προικιά, υφάντρια, Άργος, ύφανση, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Διάσιμο, Λαογραφία, Πελοπόννησος, Υφάντριες, αργαλειός, μαλλί on 6 Ιουνίου, 2011| Leave a Comment »
Υφάντριες
Η ύφανση με τον αργαλειό ήταν μία από τις σημαντικότερες ασχολίες των γυναικών από την αρχαία εποχή. Όλα τα μινωικά και μυκηναϊκά ανάκτορα (2η χιλιετία π.Χ.) είχαν εργαστήρια με κατακόρυφους αργαλειούς. Στην Οδύσσεια (ραψ. α) ο Τηλέμαχος παροτρύνει τη μητέρα του Πηνελόπη ν’ ασχολείται με τη ρόκα και τον αργαλειό της. Ο αργαλειός κατά τους νεότερους χρόνους ήταν ένα από τα προικιά της νύφης. Όλα σχεδόν τα νοικοκυριά είχαν αργαλειό, γιατί ήταν για την οικοδέσποινα πράγματι ένα εργαλείο – από τη λέξη αυτή προέρχεται ο αργαλειός -, με το οποίο υφαίνονταν όλα όσα είχε ανάγκη η οικογένεια: σεντόνια, τραπεζομάντιλα, πετσέτες, είδη ρουχισμού (από τα σπάργανα του μωρού και τα εσώρουχα μέχρι υφάσματα για χοντρές φορεσιές), μεταξωτά, κεντητά· κι ακόμη: κιλίμια, κουρελούδες, κουβέρτες, φλοκάτες, χαλιά.
Στην Κρήτη ο αργαλειός ονομαζόταν αργαστήρι, δηλαδή εργαστήριο, γιατί στο δωμάτιο αυτό, συνήθως στον οντά, υπήρχε ακόμη η ανέμη, η ρόκα, το αδράχτι, τα χειρόχτενα για γνέσιμο του πρόβειου μαλλιού, τα μασουράκια, οι σαΐτες, οι κλωστές, οι κούκλες (τσουκλιά), καλάθι με βελόνες και είδη ραπτικής και πολλά άλλα· και σ’ αυτό το δωμάτιο έγνεθε ή έπλεκε η γιαγιά και η κόρη ύφαινε όσο η μητέρα κεντούσε ή και το αντίθετο.
Πρώτη ύλη για την ύφανση ήταν κυρίως το πρόβειο μαλλί από τα οικόσιτα πρόβατα. Μετά την κουρά των προβάτων τον Μάιο, οι χωρικοί βάζανε τα μαλλιά σε τσουβάλια και πήγαιναν στο ποτάμι να τα πλύνουν. Είχανε μαζί τους κι ένα μεγάλο καζάνι, για να ζεσταίνουν νερό. Έριχναν το μαλλί στο καυτό νερό και μετά το χτυπούσαν στις πέτρες με ξύλα, τις κοπανίδες, να φύγει η βρομιά. Ύστερα το ξέπλεναν με μπόλικο καθαρό νερό και το άφηναν να στραγγίσει. Κατόπιν επέστρεφαν στο σπίτι και το άπλωναν στους φράχτες κι όπου αλλού μπορούσαν, για να στεγνώσει. Απ’ όλη αυτή τη διαδικασία του πλυσίματος και καθαρίσματος, η καθαρή ίνα είχε βάρος κατά 50% περίπου λιγότερο από το αρχικό του μαλλιού. Το άλλο 50% ήταν ιδρώτας, λιπαρές ουσίες, σκόνη, κοπριά, βρομιά και ξένα σώματα. Στη συνέχεια έπρεπε να γίνει το ξάσιμο, πρώτα με τα χέρια κι ύστερα με τα χειρόχτενα ή με τη λαναρίστρα, ώστε να γίνει αφράτο – αφράτο σαν πούπουλο.
Το περισσότερο μαλλί γινόταν κλωστή για τον αργαλειό. Κρατούσαν όμως και λίγο, για να πλέξουν οι γυναίκες πουλόβερ, ζακέτες, κάλτσες και άλλα είδη ρουχισμού. Έβαζαν, λοιπόν, μια τουλούπα, μαλλί στη ρόκα και με το αδράχτι που στη βάση του είχε το σφοντύλι, ένα στρογγυλό ξύλο για γρήγορη περιστροφική κίνηση, έφτιαχναν μια κλωστή χοντρή, κατάλληλη για πλέξιμο.
Μετά τη νηματοποίηση έπρεπε το νήμα να βαφεί. Πριν από πολλά χρόνια δεν χρησιμοποιούσαν χημικά παρασκευάσματα, αλλά έπαιρναν ό,τι τους χρειαζόταν από τη φύση. Το καφέ το έπαιρναν από τα φύλλα καρυδιάς ή τα καρυδότσουφλα, το κίτρινο από τα φύλλα άσπρης μουριάς, το μαύρο από τα μούρα μαύρης μουριάς. Μάζευαν ρίζες από διάφορα φυτά και δένδρα, βελανίδια, αγριοπιπεριές, τριαντάφυλλα κι ό,τι άλλο θα μπορούσε να τους δώσει κάποιο χρώμα. Έβραζαν τα νήματα σ’ αυτά τα χρωματικά διαλύματα, ρίχνοντας λίγο ξίδι και αλάτι, για να μην ξεβάφουν. Όμως, όλη η διαδικασία και η τέχνη της βαφής με φυσικά στοιχεία ήταν δύσκολη, κουραστική και το αποτέλεσμα όχι ικανοποιητικό, γιατί τα χρώματα δεν ήταν ανεξίτηλα και τα ρούχα ξεβάφανε και ξεθωριάζανε, ιδιαίτερα στο ζεστό νερό.
Αργότερα οι γυναίκες αγόραζαν χημικές μπογιές, για να βάφουν τα νήματα, όπως γίνεται και για το βάψιμο των πασχαλινών αβγών. Πάντως, όλη η διαδικασία από το πλύσιμο του μαλλιού μέχρι και τη βαφή των νημάτων, ήταν χρονοβόρα και πολύ κουραστική. Γι’ αυτό, από τη στιγμή που η τεχνολογία προχώρησε και άρχισαν να λειτουργούν λαναροκλωστήρια, οι γυναίκες έπαψαν να βασανίζονται κι έδιναν το μαλλί από τα πρόβατά τους στα εργαστήρια αυτά, τα οποία έπλεναν το βρόμικο μαλλί, το λανάριζαν, το νηματοποιούσαν, το έβαφαν και παρέδιδαν στην πελάτισσά τους νήμα σε τσουκλιά (κούκλες) ή σε μπομπίνες. Τέτοια λαναροκλωστήρια στο Άργος ήταν του Προβατάκη, του Ανέστη, του Ανδρέα Καχριμάνη και του Σταύρου Ιωαννίδη κοντά στη Βρασέρκα.
Διάσιμο
Το διασίδι είναι το νήμα για το στημόνι. Για να τυλιχτούν όλες οι κλωστές του στημονιού στον αντίστοιχο κυλινδρικό άξονα του αργαλειού, οι υφάντρες χρησιμοποιούσαν τη διάστρα· και όλη η διαδικασία ονομάζεται διάσιμο. Η διάστρα ήταν ένα φορητό ξύλινο πλαίσιο με δυο πατούρες, για να στέκεται όρθιο, το οποίο γινότανε διπλό με ένα εσωτερικό χώρισμα. Κατά μήκος των κατακόρυφων πλευρών υπήρχαν τρυπούλες απ’ όπου περνούσαν βέργες ή λεπτά καλάμια. Στα καλάμια αυτά περνούσαν καλαμένια μασούρια με τυλιγμένη την κλωστή. Την κλωστή την αγόραζαν σε κούκλες – έτοιμη, βαμμένη- την έβαζαν στην ανέμη και με τον αδράχτη τη μασούριζαν σε μεγάλα χοντρά καλάμια μήκους25 εκατοστών περίπου. Μπορεί στη διάστρα να έβαζαν 30-50 μασούρια, ανάλογα με το φάρδος του πανιού που θέλανε να υφάνουνε.
Τραβούσε, λοιπόν, η υφάντρια (ή καλύτερα η διαστρούδα) τις κλωστές από όλα τα καλάμια ταυτόχρονα και τις περνούσε όλες μαζί από τα παλούκια που είχε καρφώσει σε κάποιον υπαίθριο τοίχο, κάνοντας ζιγκ – ζαγκ, γιατί δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί τόσο μακρύς τοίχος όσο το μάκρος της κλωστής. Όλες οι κλωστές μαζί θα αποτελούσαν το στημόνι του αργαλειού. Αυτό ήταν το πρώτο στάδιο του διασίματος, δηλαδή να μπούνε όλες οι κλωστές μαζί, να γίνουνε ένα χοντρό «σκοινί».
Ύστερα έπαιρναν από τον αργαλειό τον κύλινδρο του στημονιού ή (καλύτερα) τον γυρνούσαν ανάποδα και στερέωναν όλες τις κλωστές από την άκρη τους καλά, να μη φύγει καμία. Μια γυναίκα καθότανε σε μια καρέκλα ανάποδα και τραβούσε με δύναμη το «σκοινί» με τις κλωστές, ώστε να είναι καλά τεντωμένες, μία άλλη γυρνούσε τον κύλινδρο και τύλιγε το στημόνι, ενώ δύο ακόμη γυναίκες, βάζοντας και 2-3 καλάμια ανάμεσα, τις άπλωσαν όμορφα-όμορφα, ώστε η μια κλωστή να μην καβαλικεύει την άλλη. Το τρίτο στάδιο ήταν να τοποθετηθεί ο κύλινδρος με το στημόνι κανονικά στη θέση του στον αργαλειό, να περαστούν οι κλωστές πρώτα από τα μιτάρια και ύστερα από το χτένι και να στερεωθούν στο πίσω μέρος όπου κάθεται η υφάντρια και υφαίνει, δηλαδή στο αντί. Ο αργαλειός ήταν έτοιμος πια να λειτουργήσει και να υφάνει.
Περιγραφή και λειτουργία του αργαλειού
Ο αργαλειός έχει το σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπίπεδου. Έχει τέσσερα κατακόρυφα δοκάρια, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με οκτώ οριζόντια χοντρά σανίδια, δύο σε κάθε πλευρά. Τα τέσσερα χαμηλά σανίδια είναι προσαρμοσμένα σε ύψος μισού μέτρου περίπου από το δάπεδο, ενώ τα άλλα τέσσερα δένουν τα κατακόρυφα δοκάρια στην απόληξή τους. Τα δύο κατακόρυφα δοκάρια, που ευρίσκονται στο εμπρός μέρος του αργαλειού, φέρουν από μία καμπυλόσχημη εσοχή, όπου προσαρμόζεται ένα κυλινδρικό ξύλο. Στο ξύλο αυτό τυλίγεται το στημόνι, δηλαδή όλες οι κλωστές που εκτείνονται τεντωμένες κατά μήκος του αργαλειού και αποτελούν τη βάση του υφαντού.
Οι κλωστές αυτές περνάνε πρώτα από τα μιτάρια, τα οποία είναι διπλά. Η πρώτη κλωστή περνάει από την πρώτη θέση του πρώτου μιταριού· η δεύτερη κλωστή από την πρώτη θέση του δεύτερου μιταριού· η τρίτη κλωστή από τη δεύτερη θέση του πρώτου μιταριού· η τέταρτη κλωστή από τη δεύτερη θέση του δεύτερου μιταριού κ.ο.κ. Δηλαδή, αν θα αριθμούσαμε τις κλωστές του στημονιού, θα λέγαμε ότι αυτές με μονό αριθμό (1,3,5,7) περνάνε από το πρώτο μιτάρι και αυτές με ζυγό αριθμό (2,4,6,8) από το δεύτερο μιτάρι. Το κάθε μιτάρι ελέγχεται από ένα λουρί, την πατητήρα (ή ποδαρίτσα ή ποδαρικό), που πατάει η υφάντρια με το πόδι της. Η υφάντρια κάθεται πάντοτε στο πίσω μέρος του αργαλειού. Στη συνέχεια οι κλωστές του στημονιού περνάνε από το χειρόχτενο με την ίδια σειρά (η πρώτη μονή, η πρώτη ζυγή, η δεύτερη μονή, η δεύτερη ζυγή κ.ο.κ.). Στη συνέχεια το στημόνι καταλήγει στο πίσω μέρος του αργαλειού, στο αντί, ένα κυλινδρικό επίσης ξύλο, όπου τυλίγεται το υφασμένο πανί.
Όταν η υφάντρια πατήσει το ένα ποδαρικό, το ένα μιτάρι τραβιέται προς τα κάτω και το άλλο σηκώνεται. Τότε οι κλωστές του στημονιού μοιράζονται: οι μισές πάνε επάνω και οι άλλες μισές κάτω. Από το κενό που δημιουργείται περνάει η σαΐτα, η οποία έχει μέσα της ένα μασουράκι με κλωστή. Αυτή η κλωστή, που σταυρώνεται με τις κλωστές του στημονιού, είναι το υφάδι. Όταν η σαΐτα περάσει από τη μιαν άκρη του στημονιού στην άλλη, η υφάντρια χτυπάει μια φορά την κλωστή με το χτένι, αλλάζει πατητήρα, χτυπάει δυο φορές, αλλάζει πάλι πατητήρα και χτυπάει το χτένι ακόμη μία φορά, για να καθήσει και να «κολλήσει» η κλωστή στο υφασμένο πανί.
Αυτά τα ρυθμικά χτυπήματα (τακ, τακ-τακ, τακ) μοιάζουν με μουσική· και η ποίηση, ανώνυμη και επώνυμη, την έχει τραγουδήσει με εξαίσιο τρόπο. Με την αλλαγή της πατατήρας, οι δυο ομάδες κλωστών του στημονιού αλλάζουν θέση και η σαΐτα ξαναπερνάει από εκεί που βγήκε.
Επίσης, ο κύλινδρος του στημονιού έχει δύο διαμπερείς τρύπες, από όπου περνάει ο σφίχτης. Ο σφίχτης είναι ένα ίσιο ξύλο, που ακουμπάει χάμω και κρατάει τεντωμένο το στημόνι. Με ανάλογο τρόπο κρατιέται τεντωμένο και το αντί από την άλλη μεριά. Αυτός είναι σε γενικές γραμμές ο τύπος του λεγόμενου οριζόντιου αργαλειού, επειδή το στημόνι και το υφαντό ευρίσκονται σε οριζόντια θέση, σε αντίθεση με τους κατακόρυφους της αρχαιότητας.
Φυσικά, ο ίδιος αργαλειός μπορεί να υφάνει και λινά και βαμβακερά και μεταξωτά υφάσματα. Πάντως, είναι εκπληκτικό και χαίρεσαι να βλέπεις μια έμπειρη υφάντρια να πετάει με καταπληκτική ταχύτητα και μαεστρία τη σαΐτα από τη μια άκρη του στημονιού στην άλλη, να χτυπάει ρυθμικά το χτένι και ξυπόλυτη ν’ αλλάζει ποδαρίτσα. Είναι εκπληκτικό να περιεργάζεσαι το υφαντό, που πολλές φορές έχει χρώματα και σχέδια. Είναι θαυμάσιο που οι κοπέλες των χωριών μας κάποτε ύφαιναν τα προικιά τους, χωρίς να είναι απαλλαγμένες από τις δουλειές του σπιτιού ή από τις αγροτικές ασχολίες. Με τη βοήθεια της μάνας και της γιαγιάς έκαναν θαύματα. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι τα κορίτσια ύφαιναν στον ελεύθερο χρόνο τους.
Αν αναλογιστούμε ότι σήμερα τα κορίτσια μας και γενικά όλοι μας αναλώνουμε τον ελεύθερο χρόνο μας στην τηλεόραση, στα τηλεφωνήματα, στις καφετερίες και στις βόλτες και ότι η ύφανση ήταν παραγωγική αλλά και κουραστική ενασχόληση, αντιλαμβανόμαστε όλοι μας πόσες ώρες το 24ωρο εργάζονταν. Όμως, και οι ίδιες οι γυναίκες χαίρονταν τα υφαντά τους και καμάρωναν.
Όταν τελείωναν ένα υφαντό, καλούσαν τις γειτόνισσες να το δουν και να ευχηθούν. Και τελικά καθιερώθηκε από παλιά να μεταφέρονται τα προικιά της νύφης με τραγούδια και όργανα στο σπίτι του γαμπρού την τελευταία Πέμπτη πριν από το γάμο και να στρώνουν το νυφικό κρεβάτι με σεντόνια που είχε υφάνει η νύφη και να πετάνε φλουριά συγγενείς και φίλοι. Εκείνες οι παλιές εποχές είχαν απέραντη ομορφιά.
Υφάντριες στο Άργος
Μέχρι και τη δεκαετία του 1960 υπήρχαν πολλές υφάντριες στο Άργος, οι οποίες εργάζονταν επαγγελματικά. Οι περισσότερες από αυτές είχαν κι από 5-6 μαθήτριες, που μάθαιναν την τέχνη της υφαντικής, για να μπορούν να υφάνουν τα προικιά τους ή και για ν’ ασχοληθούν επαγγελματικά. Είχαμε την ευκαιρία και τη χαρά να επισκεφτούμε την Ελένη Γάτσιου – Γερούλη, η οποία έχει το εργαστήριό της στην οδό Μεσσηνίας – Αρκαδίας 57. Αυτή τη στιγμή (2007) είναι η μοναδική υφάντρια στο Άργος, που εξακολουθεί να εργάζεται επαγγελματικά. Υφαίνει κυρίως κιλίμια για κυρίες, οι οποίες έχουν στα σπίτια τους χωριάτικη διακόσμηση και ανάλογη επίπλωση. Γεννήθηκε στο Κρυονέρι Αργολίδας. Σε ηλικία 13 ετών εγκαταστάθηκε στο Άργος και μαθήτευσε στην Ελένη Μαυρόγιαννη. Το 1961 απέκτησε δικό της εργαστήριο και με τον καιρό απέκτησε τη φήμη επιδέξιας υφάντριας κιλιμιών, τα οποία εντυπωσιάζουν με τα σχέδιά τους και τα φανταχτερά τους χρώματα.
Άλλες γνωστές υφάντριες, εκτός από την Ελένη Γερούλη και την Ελένη Μαυρόγιαννη, ήταν η Μιμή Γάτσου, η Κούλα Τσώρου, οι αδελφές Βασιλική και Σοφία Κατσαούνη, η Ελευθερία Καλιάτση-Δρίτσα, η Αθανασία Διαμαντή, η Ελένη Σταυροπούλου, η Ελένη Κλεισάρη, η Μαρία Κιάφη, οι αδελφές Μαριγούλα και Πετρούλα Μισινέζη, η Κατίνα Μώρου, η Κατίνα Αργυράκη, η Κατίνα Τσιραμανέ, η Ευγενία Γαβρίλη, η Παναγούλα Μπουγιώτη, η Ιωάννα Νικολοπούλου, η Κατίνα Χαβιαρλή, η Γωγή Κολιάτσου, οι αδελφές Παναγούλα και Γεωργία Μπαλντά, η Βασιλική Σωτηροπούλου, η Γωγώ Νικολοπούλου, η Μαρία Ρηγοπούλου, η Γεωργία Σωτηροπούλου, η Πόπη Ιατροπούλου, η Ελένη Κερασιώτη, οι αδελφές Νούλα και Μαρία Κλησιάρη, η Τασία Διαμαντή, η Μάρθα Αγγελοπούλου, η Γωγώ Αρματά, η Κούλα Αθηνιού, η Δήμητρα Μπρακατσά και πολλές άλλες.
Πολλές υφάντριες, ίσως οι περισσότερες οι οποίες εργάζονταν επαγγελματικά, ύφαιναν κιλίμια, όπως η Ελένη Γερούλη και η Κατίνα Μούκιου, ή καραμελωτές μάλλινες κουβέρτες, όπως η Γωγώ Κολιάτσου. Οι κουβέρτες αυτές ήταν πολύ γερές και ανθεκτικές, πολύ ζεστές και εντυπωσίαζαν με τα ωραία τους σχέδια και τα φανταχτερά τους χρώματα. Οι υφάντριες αυτές εκτοπίστηκαν σιγά-σιγά από τους υφαντουργούς, οι οποίοι διέθεταν ηλεκτροκίνητους αργαλειούς. Είναι γνωστές ως «κουβερτούδες, ή «κιλιμούδες», αλλά οι χαρακτηρισμοί αυτοί δεν είναι καθόλου εύηχοι. Οι πελάτισσές τους έδιναν πρόβειο μαλλί, που προερχόταν συνήθως από τα οικόσιτα πρόβατά τους, και έπαιρναν έτοιμη την κουβέρτα ή το κιλίμι.
Φιλόλογος – Συγγραφέας
Πηγή
-
Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010
Άγιος Γεώργιος – Λαογραφία
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Λαογραφικά Αργολίδας, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, History, Άργος, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Γεώργιος Πόταμου, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αλεβίτες, Εκκλησιαστική Ιστορία, Θράκη, Θρησκεία, Λαογραφία, Μπεκτασήδες, Πελοπόννησος, μουσουλμάνοι on 9 Μαΐου, 2011| 3 Σχόλια »
Άγιος Γεώργιος – Λαογραφία
Ένας βαθιά ελληνικός ορθόδοξος άγιος με «ρίζες» και «κλαδιά» πέρα από την ορθοδοξία
Υπάρχουν άγιοι στην ορθοδοξία που οι θρύλοι οι οποίοι τους συνοδεύουν φανερώνουν την ιδιαίτερη σχέση και αγάπη των πιστών προς αυτούς, σχέση που τους εκτείνει πέρα από τα όρια του δόγματος και της θρησκείας, τους καθιστά περισσότερο οικείους και οικουμενικούς.
Ένας από τους κυριότερους τέτοιους αγίους είναι ο Καππαδόκης άγιος Γεώργιος, ο οποίος στη λαϊκή ψυχή έχει στοιχεία αγιοσύνης και ηρωισμού ταυτόχρονα, όπως και ο άλλος έφιππος άγιος, ο άγιος Δημήτριος. Στην Καππαδοκία, μάλιστα, πιστεύουν ότι τα άλογα του Άι-Γιώργη, του Άι-Δημήτρη, των αγίων Θεοδώρων και του αγίου Μηνά τρέχουν στον ουρανό και ότι είναι αυτά που προκαλούν τις βροντές και τις αστραπές με τα πέταλά τους.
Το βασικό χαρακτηριστικό όμως του αγίου Γεωργίου σύμφωνα με τους θρύλους που σχετίζονται μ’ αυτόν, το φανερώνει το επίθετο «δρακοντοκτόνος», επειδή ο άγιος σκότωσε έναν δράκο που φρουρούσε όλο το νερό της περιοχής και δεν άφηνε τους κατοίκους να υδρευτούν, αν δεν του έδιναν βορά κάθε φορά από έναν συντοπίτη τους. Αυτό συνεχιζόταν επί πολλά χρόνια, μέχρι που ήρθε η σειρά της μονάκριβης κόρης του τοπικού άρχοντα να θυσιαστεί στον δράκο. Τότε, ο άγιος, καβαλάρης, με το κοντάρι του σκότωσε τον δράκο, έσωσε την κοπέλα και ελευθέρωσε και την πόλη.
Το αξιοσημείωτο στην όλη ιστορία είναι ότι την ιδιότητα του δρακοντοκτόνου ο άγιος την αποκτά μόλις τον εντέκατο αιώνα, και όχι ενωρίτερα. Οι παλαιότερες παραστάσεις του αγίου τον εικονίζουν ως αξιωματούχο. Γράφει σχετικά η αναπληρώτρια καθηγήτρια Βυζαντινής Τέχνης, Μαρία Βασιλάκη: «Οι κατ’ εξοχήν δρακοντοκτόνοι άγιοι στην Ανατολική Εκκλησία ήταν οι δυο Θεόδωροι, ο Τήρων και ο Στρατηλάτης. Η παλαιότερη παράσταση με τον Γεώργιο του έκτου αιώνα τον δείχνει ως αξιωματούχο, δηλαδή με την επίσημη και όχι με τη στρατιωτική του στολή. Δεν γνωρίζω για παράσταση του ένατου αιώνα. Πάντως, μόλις τον εντέκατο εμφανίζεται ως δρακοντοκτόνος. Πως και γιατί αντικαταστάθηκαν οι Θεόδωροι από τον Γεώργιο είναι ένα ζητούμενο». Το γεγονός πάντως δεν είναι άσχετο και με το ότι τον εντέκατο αιώνα το Βυζάντιο βρίσκεται πλέον σε εξαιρετικά δυσχερή θέση.
Ως δρακοντοκτόνο, τον άγιο τον διεκδίκησε και το Ισλάμ, κατά τον δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο αιώνα, ονομάζοντας τον Σαρί Σαλτίκ. Σύμφωνα με τον δικό τους θρύλο, ο Σαρί Σαλτίκ, πιστός σύντροφος του Χατζί Μπεκτάς (ιδρυτή του τάγματος των Μπεκτασήδων) έφθασε στη Βουλγαρία, σκότωσε έναν δράκοντα με επτά κεφάλια, απελευθέρωσε τη βασιλοπούλα και οι χριστιανοί (οι «άλλοι») ασπάστηκαν τον Μωάμεθ. Ο ίδιος θρύλος είναι πολύ ισχυρός στην Κρόια της Αλβανίας, αλλά και στη Βοσνία.
Αρχαιοελληνικές καταβολές…
Στην ελληνική παράδοση, δρακοντοκτόνους ήρωες έχουμε και στα προ Χριστού χρόνια, ο θρύλος των οποίων επέζησε στους μετά Χριστόν αγίους. Έτσι, ο Άι-Γιώργης αποτελεί συνέχεια του ηλιακού θεού Απόλλωνα, ο οποίος σκότωσε τον πύθωνα στους Δελφούς.
Ο πύθωνας ήταν ένα μεγάλο σαυροειδές τέρας που γέννησε η Γη. Ζούσε στις μεγάλες βραχώδεις σχισμές των νοτίων παρυφών του Παρνασσού και προστάτευε τις πηγές Μάνα και Κασταλία, ενώ καταδίωκε τις Νύμφες, προκαλούσε ανέμους και έφερνε καταστροφές. Το θηρίο αυτό σκότωσε με το τόξο του ο Απόλλων και στη συνέχεια έφυγε από τους Δελφούς για να εξαγνισθεί. Αφού εξαγνίστηκε, επέστρεψε και έτσι καθιερώθηκε η λατρεία του στους Δελφούς. Από το γεγονός αυτό πήρε την επωνυμία Πύθιος, και η ιέρειά του ονομάστηκε Πυθία. Στον μύθο αυτόν βασίζεται και το άγαλμα του Απόλλωνα του Σαυροκτόνου, που αποδίδεται στον Πραξιτέλη. Σχετικός επίσης μπορεί να θεωρηθεί και ο αρχαιοελληνικός μύθος του Περσέα, ήρωα των Μυκηνών, ο οποίος επίσης σκότωσε έναν δράκοντα.
Η απολλώνια λατρεία λοιπόν πέρασε στους θρύλους του αγίου Γεωργίου, ο οποίος όμως συνδέεται με τον ηλιακό θεό και με άλλον τρόπο: πριν από τη θανατική καταδίκη του, ο άγιος είχε μεταφερθεί από τον Διοκλητιανό στον ναό του Απόλλωνα, με τον όρο να δεχτεί τη θεότητά του και να θυσιάσει στα είδωλα. Ο άγιος Γεώργιος όμως αρνήθηκε, μεσούντος του πλέον αιματηρού διωγμού των Χριστιανών.
Ο άγιος Γεώργιος των Μπεκτασήδων
Ο σύγχρονος ελληνισμός έχει συνδέσει με πλήθος εθίμων τη γιορτή του αγίου Γεωργίου. Τόσα πολλά είναι τα έθιμα πού συνοδεύουν τις γιορτές του, ώστε είναι αδύνατον να καταγραφούν όλα και από όλα τα μέρη του ελληνισμού. Κοινό χαρακτηριστικό των περισσοτέρων είναι ότι ανήμερα της γιορτής του τρώνε αρνί, ενώ το ζώο αυτό, σε πολλά κτηνοτροφικά μέρη, κατά τη σχετική πανήγυρη, το περιφέρουν γύρω από την εκκλησία του αγίου, ενώ κολλούσαν κεριά στα κέρατά του και τα άναβαν, καθώς πήγαιναν να προσκυνήσουν.
Ο άγιος Γεώργιος όμως είναι αγαπημένος άγιος και των μουσουλμάνων Μπεκτασήδων ή Αλεβιτών (αίρεση του Ισλάμ, κατά πολλούς όμως θεωρούνται κρυπτοχριστιανοί). Ιδιαίτερα σε περιοχές της Θράκης, ο άγιος Γεώργιος τιμάται σε πολλούς τεκέδες (αλεβίτικα μοναστήρια), αλλά και στις πολλές ορθόδοξες εκκλησιές και παρεκκλήσια του αγίου που υπάρχουν στην περιοχή πολλές φορές απαντώνται μουσουλμάνοι που πηγαίνουν να προσευχηθούν ή να αφήσουν κάποιο τάμα! Κυρίως όμως προσφέρουν θυσίες ζώων, τα λεγόμενα Κουρμπάνια, κατά την ημέρα της γιορτής του αγίου, με το παλαιό ημερολόγιο, στις 6 Μαΐου. Τα κυριότερα παρεκκλήσια στη θρακική περιοχή που επισκέπτονται οι Αλεβίτες-Μπεκτασήδες είναι τα έξης:
Ο Άγιος Γεώργιος Δρυμιάς: Βρίσκεται βορειοδυτικά της Ξάνθης, στην Κοινότητα Πασχαλιάς. Οι μουσουλμάνοι ονομάζουν το παρεκκλήσι αυτό Bayramli j Paskalya Ay Yorgi. Όταν επισκέπτονται το παρεκκλήσι, αποσύρονται σε κελιά που υπάρχουν στο πίσω μέρος του ναού για να προσευχηθούν. Ο χώρος είναι γεμάτος με αφιερώματα από μουσουλμάνους, κυρίως Πομάκους (αφιερωματικές πλάκες με αραβικές επιγραφές, τερλίκια πομακικά, μικρές στάμνες, κομπολόγια κ.α.).
Ο Άγιος Γεώργιος Πόταμου: Απέχει 4 χιλιόμετρα από την Αλεξανδρούπολη, και βρίθει αφιερωμάτων από μουσουλμάνους.
Ο Άγιος Γεώργιος Λουτρού: Απέχει13 χιλιόμετρααπό την Αλεξανδρούπολη, προς Φέρρες, μετά από τα ερείπια της αρχαίας Τραϊανουπόλεως. Εδώ οι επισκέψεις των μουσουλμάνων γίνονται το καλοκαίρι, και συνδυάζονται με τη λουτροθεραπεία στις ιαματικές πηγές της Τραϊανουπόλεως.
Ο Άγιος Γεώργιος Πετρωτών: Απέχει 32 χιλιόμετρα, νοτιοανατολικά της Κομοτηνής. Εκεί συμπροσεύχονται οι μουσουλμάνοι στις 6 Μαΐου, και μιλούν για πολλά θαύματα του αγίου που οι ίδιοι έχουν βιώσει.
Χιδελερέζ…
Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την Τουρκοκρατία τα παρεκκλήσια που προαναφέραμε χρησιμοποιήθηκαν από τους Μπεκτασήδες τεκέδες, και μάλιστα έτσι τα αποκαλούν μέχρι σήμερα. Τον άγιο Γεώργιο πολλές φορές τον συγχέουν με τον Προφήτη Ηλία (επίσης πολύ αγαπημένο τους Μπεκτασήδες) και τον ονομάζουν Χιδελερέζ, σύνθετο όνομα από το Χιζίρ (Γεώργιος) και Ελέζ (Ηλίας).
Η γιορτή του αγίου Γεωργίου (Χιδελερέζ), στον μουσουλμανικό κόσμο της Θράκης, λόγω του ότι λαμβάνει χώρα στις αρχές του καλοκαιριού, συνδυάζεται με υπαίθρια γλέντια (κουρμπάνια), ψήσιμο αρνιών, τα οποία μοιράζουν σε όλους τους παρευρισκόμενους, και σε ορισμένα χωριά συνδυάζεται με τις κούνιες: κάνουν αυτοσχέδιες κούνιες από δέντρο σε δέντρο, όπου κάθονται νεαρές κοπέλες ενώ τα νεαρά αγόρια κουνούν το καθένα την κοπέλα που του αρέσει.
Η τιμή που αποδίδουν οι Μπεκτασήδες στον Άι-Γιώργη φαίνεται και από ένα επιπλέον γεγονός: στις Φέρρες, βρίσκεται το μαυσωλείο ενός αγίου του μπεκτασισμού, του Sari Saltik. Ο συγκεκριμένος άγιος γιορτάζεται ανήμερα του αγίου Γεωργίου, στη συνείδηση των πιστών του ταυτίζεται με τον άγιο Γεώργιο, ενώ πολλές φορές τον παρουσιάζουν με τα άμφια του αγίου Νικολάου. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ημέρα της γιορτής του συρρέουν στο μαυσωλείο και πολλοί χριστιανοί.
Στον Έβρο, στις Καστανιές
Ας παραμείνουμε λίγο περισσότερο στο γεωγραφικό αυτό κομμάτι της Ελλάδας, πηγαίνοντας στις Καστανιές του Έβρου, όπου γιορτάζουν τον άγιο Γεώργιο επί τρεις μέρες. Την παραμονή της γιορτής οι γυναίκες ζυμώνουν 6 άρτους και τους πηγαίνουν στην εκκλησία, ενώ τα κορίτσια σηκώνονται χαράματα (ανήμερα της γιορτής) και κόβουν πρασινάδες και λουλούδια, με τα όποια στολίζουν το σπίτι τους, ενώ τα μεγάλα στάχυα τα χαρίζουν στον άγιο, για να χαρίσει καλή καρποφορία.
Τα νεαρά αγόρια κόβουν ένα κλαδί μελιάς με φύλλα και το κάνουν λάβαρο (μπαϊράκι). Όταν τελειώσει η λειτουργία στην εκκλησία, γυρνούν με νταούλια σε ζουρνάδες σε όλο το χωριό ενώ με τα λάβαρα χτυπούν τα παράθυρα των σπιτιών. Μετά από τον ηχηρό αυτόν γύρο του χωριού, τα παλικάρια μαζεύονται στην εκκλησία, όπου υπάρχουν δυο πρόβατα, ως προσφορά στον άγιο. Όποιος σφάξει το πρώτο παίρνει την προβιά και το συκώτι, ενώ ο παπάς την πλάτη. Το υπόλοιπο το μαγειρεύουν με ρύζι και το τρώνε όλοι μαζί. Το δεύτερο πρόβατο είναι το έπαθλο των αγώνων πάλης μεταξύ των αγοριών που ακολουθεί. Η επόμενη (τελευταία) ημέρα κυλά με χορούς τραγούδια και μεγάλο γλέντι με κάθε είδους πειράγματα μεταξύ των εορταζόντων.
Ο Σκυριανός Άι-Γιώργης
Από τον Έβρο πλέουμε προς τη Σκύρο, όπου ο Άι-Γιώργης είναι ο πολιούχος του νησιού, με μεγάλη φήμη ως θαυματουργού. Η εκκλησία του ανεγέρθη γύρω στο 1600, αλλά η μονή είναι πολύ παλαιότερη, πριν από το 1494. Η εικόνα του πήγε εκεί από την Κωνσταντινούπολη, επί εικονομαχίας, και εξαιτίας αυτού οι Ενετοί ονόμαζαν την Σκύρο Isola San Giorgio (το νησί του αγίου Γεωργίου). Στη γιορτή του κάθε χρόνο συνέρεαν εκεί πιστοί από τη Σμύρνη και από τους Αγίους Τόπους, φέρνοντας μύρο, εξ ου και η φράση: «για συγγνώμη και για μύρο, κίνησε να πας στη Σκύρο», ενώ οι ντόπιοι τραγουδούσαν: «άγιε μου Γιώργη Σκυριανέ, μεγάλε και θαυματουργέ».
Το τραγούδι του Άργους
Μιλώντας όμως για τραγούδια, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε σε μία παραλλαγή του τραγουδιού του αγίου, που τραγουδιέται στο Άργος, κατά την πανήγυρη προς τιμήν του αγίου, τραγούδι το οποίο αρχίζει να περνάει στην λήθη από το 1913 και έπειτα. Αυτό που κάνει το τραγούδι ιδιαίτερο είναι ότι έχει δομηθεί ως λαϊκό δημιούργημα που εκφράζει την έντονη θρησκευτικότητα του λαού πάνω στον θρύλο της συνάντησης του αγίου με τον δράκοντα και τη νίκη του αγίου στην αναμέτρησή του με το κακό. Κάτι ανάλογο με την νίκη του Ιησού επί του διαβόλου, που καταδεικνύει την αγαθότητα, την αποτελεσματικότητα και τα θαυματουργά χαρακτηριστικά του αγίου.
Στην Αράχοβα, από τον Καραϊσκάκη στον Άι- Γιώργη…
Συνεχίζοντας το «αγιωργίτικο» ταξίδι μας στην Ελλάδα, κάνουμε οπωσδήποτε μία στάση στην Αράχοβα, όπου ο άγιος γιορτάζεται με μεγάλη επισημότητα, λιτάνευση της εικόνας του, καθώς μουσικά όργανα τη συνοδεύουν όπως και τιμητική ακολουθία με γυναίκες και άνδρες που φορούν παραδοσιακές φορεσιές. Μετά από τη λιτάνευση ακολουθεί πολύς χορός και γλέντι, όπου, κατά τα σύγχρονα χρόνια, η μουσική και τα όργανα έχουν αντικαταστήσει πλήρως το τραγούδι.
Σημειώνουμε ότι και εδώ η γιορτή κρατά τρεις ήμερες. Την πρώτη ημέρα μάλιστα γίνεται αγώνας δρόμου μεταξύ των γερόντων της περιοχής, κατά τον οποίο τρέχουν στο στάδιο και ανεβαίνουν έναν δύσκολο ανήφορο με κροκάλες (στρογγυλές πέτρες) γονατιστοί! Ο πρώτος παίρνει ως έπαθλο ένα αρνί, το όποιο ψήνει και το μοιράζεται με όλους όσοι αγωνίστηκαν μαζί του. Ουσιαστικά, το πραγματικό έπαθλο είναι η ηθική ικανοποίηση της πρωτιάς.
Κάνοντας μία παρένθεση, οφείλουμε να πούμε ότι παρόμοιοι αγώνες γίνονται και στη Λοκρίδα, αλλά και σε άλλα χωριά της Ρούμελης, με ανάλογο έπαθλο. Εκεί, ανήμερα του Άι-Γιώργη έκαναν και το ρόγισμα: αυτό ήταν η συμφωνία (ρόγα) που έκλεινε κάθε βοσκός που ήθελε βοηθό, και που κρατούσε (η συμφωνία) μέχρι του αγίου Δημητρίου. Επανερχόμαστε στην Αράχοβα, για να επισημάνουμε ότι οι γέροντες έχουν μία ιδιαίτερη θέση στις σχετικές με τον άγιο Γεώργιο γιορτές, χωρίς όμως να είναι γνωστός ο λόγος για τον οποίο επικράτησε αυτός ο ρόλος των γερόντων.
Σήμερα βέβαια, κατά τον εορτασμό δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός ρόλων και όλοι μαζί (από πολύ μικρά παιδιά μέχρι πολύ ηλικιωμένοι) γλεντούν και συμμετέχουν στις εκδηλώσεις. Παλαιότερα όμως, οι γέροι ήταν αυτοί που ξεκινούσαν τον χορό και ο καθένας τους τραγουδούσε το τραγούδι του αγίου μόνος του. Αυτό έχει εκλείψει πια. Το τραγούδι του αγίου σχετίζεται και εδώ με τον δράκοντα και το νερό που φυλάει και δεν αφήνει κανέναν να το χρησιμοποιήσει, ενώ τρεις λυγερές κοπέλες τον παρακαλούν να αφήσει το νερό ελεύθερο. Το τραγούδι αυτό είναι πολύ πιθανό να έχει τις ρίζες του στο 1826, στη μεγάλη μάχη της Αράχοβας.
Κατά πολλούς, αποτελεί έναν συμβολισμό του θριάμβου του Καραϊσκάκη στη μάχη (ο οποίος σχετίζεται με τον Άι-Γιώργη), ενώ ο Τούρκος είναι ο δράκοντας που έκοψε το νερό (πράγματι, οι Τούρκοι στερούσαν το νερό από τους κατοίκους της περιοχής), ενώ στις τρεις λυγερές «βλέπουν» τις δυνάμεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, που υποτίθεται ότι ενεργούν προς το συμφέρον της Ελλάδος.
Για άλλη μία φορά λοιπόν μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι λαογραφία και ιστορία, μύθοι, θρύλοι και γεγονότα «μπερδεύονται γλυκά», απεικονίζοντας την ιδιαίτερη πραγματικότητα και στοιχεία της ίδιας της διαχρονικής ψυχής των λαών.
Μαρία Σταματιάδου
Νομικός – Αρθρογράφος
Πηγή
- Περιοδικό, «Νέμεσις», τεύχος 113, Μάρτιος 2011.
Ταχυδρόμοι
Posted in Λαογραφικά Αργολίδας, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, ταχυδρομική υπηρεσία, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Λαογραφία, Περιηγητές, Πολιτισμός, Ταχυδρόμοι, γραμματοσήμο on 4 Μαΐου, 2011| Leave a Comment »
Ταχυδρόμοι
Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, συστάθηκε το 1828 η πρώτη ταχυδρομική υπηρεσία. Με το ΙΖ’ ψήφισμα του Ιωάννη Καποδίστρια, ιδρύεται το «Ταχυδρομείον Γενικόν», με σκοπό τη μεταφορά της επίσημης και της ιδιωτικής αλληλογραφίας. Αλλά η νεοσύστατη ταχυδρομική υπηρεσία, τουλάχιστο στα πρώτα της χρόνια εξυπηρετούσε μόνο τις κρατικές ανάγκες. Συστάθηκαν τότε (1828) τα πρώτα πέντε ταχυδρομικά γραφεία, στην Αίγινα, στη Σύρο, στην Επίδαυρο, στο Άργος και στην Τρίπολη.
Το 1869 ψηφίστηκε νόμος περί γραμματοσήμου, ο οποίος εφαρμόστηκε από τον Οκτώβριο του επόμενου έτους. Κυκλοφόρησε τότε η πρώτη σειρά γραμματοσήμων με το φτερωτό κεφάλι του Ερμή, συνολικά επτά γραμματόσημα του ενός, δύο, πέντε, δέκα, είκοσι, σαράντα και ογδόντα λεπτών. Για μία επιστολή εσωτερικού απαιτούνταν ταχυδρομικά τέλη 20 λεπτά, για μία εξωτερικού 140 λεπτά.
Η Ελλάδα το 1875 έγινε μέλος της Γενικής Ταχυδρομικής Ενότητας, η οποία είχε συσταθεί την προηγούμενη χρονιά στη Βέρνη της Ελβετίας με τη συμμετοχή 20 και πλέον χωρών και η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Παγκόσμια Ταχυδρομική Ένωση (Union Postale Universelle).
Αργότερα ιδρύθηκε με νόμο (Ν. 278/9-6-1914) το Υπουργείο Συγκοινωνίας, το οποίο περιέλαβε τις υπηρεσίες Δημοσίων Έργων, των Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων. Ακολούθησαν πολλές αλλαγές στη σύσταση και στις αρμοδιότητες διαφόρων υπουργείων, αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι οι ταχυδρομικές, τηλεφωνικές και τηλεγραφικές επικοινωνίες (τα τρία Τ) αποτελούσαν μία υπηρεσία μέχρι το 1949, οπότε τα τηλέφωνα και οι τηλέγραφοι εντάχθηκαν στον OTE (Ν. 1049/49). Προστάτης άγιος των ταχυδρόμων και των ΕΛ.ΤΑ. είναι ο όσιος Ζήνων, ταχυδρόμος ο ίδιος, η μνήμη του οποίου γιορτάζεται στις 10 Φεβρουαρίου.
Πριν από κάποιες δεκαετίες η επικοινωνία δεν ήταν εύκολη. Τηλέφωνα δεν υπήρχαν ή υπήρχε μόνο ένα στο καφενείο του χωριού, που το λέγαμε κοινοτικό. Ο καφετζής αναλάμβανε να ειδοποιήσει τον συχωριανό του ότι ο τάδε τον κάλεσε στο τηλέφωνο και πως θα ξαναπάρει την τάδε ώρα. Όταν ερχότανε, πάλι, κανένα τηλεγράφημα τηλεφωνικώς (!), ο καφετζής το έγραφε σ’ ένα χαρτί, για να το δώσει στον παραλήπτη: «Ουρανία έτεκε θίλι» ή «σιχαριτίρια ισίχθις φιλοσοφικί σχολί Αθηνόν». Τώρα με την πληθώρα των σταθερών και των κινητών τηλεφώνων και τα e-mails επικοινωνούμε με τον άνθρωπό μας άμεσα, ό,τι ώρα θέλουμε, όπου κι αν βρισκόμαστε. Ακόμα και ευχετήριες κάρτες πάψαμε να στέλνουμε, γιατί προτιμούμε το τηλέφωνο ή τα… SMS.
Κάποτε αλληλογραφούσαν και οι σπουδαίοι, οι επώνυμοι – ποιητές και λογοτέχνες, φιλόσοφοι και λογής διανοούμενοι και πολιτικοί ή απόστολοι του έθνους και της εκκλησίας και μας μείνανε οι επιστολές αυτές ως μνημεία λόγου με προβληματισμούς ποικίλου περιεχομένου, επιστολές με φιλοσοφικό και φιλολογικό περιεχόμενο, με ιστορικό ή θεολογικό, με πολιτικό, ακόμα και ερωτικού περιεχομένου. Πολλές τέτοιες αλληλογραφίες γνώρισαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρόνια. Άραγε, εξακολουθούν κάποιοι φωτεινοί άνθρωποι να ανταλλάσσουν ανάλογες επιστολές ή εκσυγχρονίστηκαν και αυτοί, ικανοποιώντας τις πνευματικές τους ανησυχίες με το τηλέφωνο;
Παλιότερα λαχταρούσαμε να λάβουμε επιστολή από το παιδί μας, που υπηρετούσε φαντάρος στα σύνορα ή πολεμούσε στο αλβανικό μέτωπο. Λαχταρούσαμε να λάβουμε γράμμα από το ξενιτεμένο μας παιδί, από τον Καναδά ή την Αυστραλία, να βεβαιωθούμε πως ζει, πως είναι καλά και πως περνάει καλά. Τι συγκινήσεις ήταν εκείνες! «Αγαπημένη μου μανούλα…» και η μανούλα διάβαζε και ξαναδιάβαζε το γράμμα, το φιλούσε και το ξαναφιλούσε και τρέχανε τα μάτια της κι έπιανε τη γειτονιά, για να το δείξει, να δεχτεί ευχές και συγχαρητήρια…. Να και τα δολάρια που’ τανε μέσα!….
Κι όταν η μάνα δεν ήξερε γράμματα, όπως συνήθως, το διάβαζε καμιά φορά ο ίδιος ο ταχυδρόμος κι ύστερα κάποια άλλη γραμματιζούμενη γυναίκα, ή εγγονή ή η ανιψιά. Κι ύστερα, άντε να απαντήσουμε, παιδί μου, γράφε: «Αγαπημένο μου παιδί…».
Έχει άλλη ομορφιά και άλλη γεύση το χαρτί, πάνω στο οποίο ακούμπησαν τα χεράκια του παιδιού μας, για να ξεχειλίσει η συμπόνια κι η αγάπη του σε λίγες γραμμές. Η φωνή της επιστολής δε χάνεται και δε σβήνει, όπως εκείνη η μεταλλική του τηλεφώνου, όταν κατεβάσουμε το ακουστικό. Η επιστολή διαβάζεται και ξαναδιαβάζεται και φυλάγεται στην κασέλα σαν κειμήλιο.
Ο ταχυδρόμος ήταν ο καλός μαντατοφόρος, ο άνθρωπος της χαράς και της συγκίνησης. Σηκωνότανε νύχτα να προλάβει κι έφτανε στο χωριό καταϊδρωμένος το καλοκαίρι, παγωμένος στο καταχείμωνο μ’ ένα αδιάβροχο, άλλοτε με τα πόδια του, άλλοτε με το άλογό του. Πρώτη του δουλειά ήταν να σαλπίσει με την καραμούζα. Μαζευόταν ο κόσμος στο καφενείο ή όπου ήτανε βολικό για την πιάτσα, συνήθως ηλικιωμένοι άνθρωποι, ν’ αλαφρώσουν τη βαριά δερμάτινη σάκα του καλού διανομέα: γράμματα, πολλά γράμματα, και κανα-δυο εφημερίδες για το δάσκαλο και την κοινότητα ή το καφενείο, πότε – πότε κανένα μικροδεματάκι και τη σύνταξη βέβαια!
Αργότερα οι ταχυδρόμοι φρόντισαν να τρέχουν με ιδιόκτητο μηχανάκι και η δουλειά τους έγινε πιο άνετη. Προλάβαιναν τη διανομή και επέστρεφαν στο γραφείο ή στο σπίτι τους χωρίς ταλαιπωρία. Αλλά τώρα τα γράμματα σπανίζουν, κουβαλάνε όμως τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, του OTE και του νερού και … κάμποσα διαφημιστικά.

Διαφημιστική μικρή χρωμολιθόγραφη καρτολίνα με νεαρή κοπέλα που κρατάει Ελληνική σημαία & γραμματόσημο μεγάλης κεφαλής Ερμού.
Ο αστικός διανομέας Άργους Θανάσης Τασσόπουλος, ο οποίος τώρα (2009) ζει ως συνταξιούχος στα Φίχτια, είχε την καλοσύνη να μας δώσει λίγα ονόματα παλιών ταχυδρόμων, της προηγούμενης γενιάς ας πούμε, οι οποίοι έχουν φύγει πια από τούτη τη ζωή.
Αστικοί ταχυδρόμοι Άργους ήταν ο Σωτήρης Λειβαδίτης, ο Αριστείδης Αλεξόπουλος, ο Πίτας και άλλοι, που κινούνταν με τα πόδια ή καμιά φορά και με ποδήλατο. Με τα πόδια, καμιά φορά με άλογο και αργότερα ίσως κάποιοι με μηχανάκι κινούνταν και οι αγροτικοί ταχυδρόμοι:
-
Θοδωρής Καπετάνος (Φρέγκαινα, Καρυά, Βρούστι, Αγριλίτσα),
- Αποστόλης Καραλέκκας (Δαλαμανάρα, Πυργέλα – κάποτε στο Κυβέρι),
- Φίλιππος Μπάρλας (Μαλαντρένι, Σχοινοχώρι – Μπόρσα, Φίχτια, Μυκήνες, Μοναστηράκι),
- Γεώργιος Καπετάνος (Λίμνες, Μπερμπάτι). Κατόπιν αποσύρθηκε στο γραφείο κι έγινε ταξινόμος.
Επίσης, μπορούμε να μνημονεύσουμε τον αχθοφόρο – μη ταχυδρομικό – Βασίλη Γεώργα, ο οποίος με κάποια σύμβαση εκτελούσε χρέη ταχυδρομικού εργολάβου. Μ’ ένα καρότσι μετέφερε τους ταχυδρομικούς σάκους και τα δέματα από τα γραφεία του ΕΛ.ΤΑ. Άργους προς τον σταθμό του τρένου ή του ΚΤΕΛ και το αντίστροφο. Δεν είχαν τότε τα ΕΛ.ΤΑ. δικά τους οχήματα.
Πηγή
- Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010
































