Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Η οχύρωση του Παλαμηδίου – Απόσπασμα από την έκθεση του Αυγουστίνου Σαγρέδου γενικού προνοητού της Πελοποννήσου


 

Πάνω από την ΝΑ άκρη του παλαιού Ναυπλίου (γιατί το νεότερο έχει επεκταθεί πολύ ανατολικότερα) υψώνεται το Παλαμήδι. Ένας συμπα­γής βράχος, ύψους 216 μέτρων, και διαστάσεων στην κορυφή του, 500Χ1000 μέτρων περίπου. Εκεί επάνω, πρώτος ο Μοροζίνης όταν ανακατέλαβε το Ναύπλιο από τους Τούρκους το 1686, υπέδειξε στις Βενετσιάνικες αρχές την ανάγκη να γίνουν οχυρωματικά έργα, που να προστατεύουν το Παλαμήδι, και διά του Παλαμηδίου, το Ναύπλιο. Και το 1687, ο Μοροζίνης άρχισε τα προκαταρτικά έργα. Επειδή εντωμεταξύ, προήχθη και πήγε στην Βενετία και λίγο αργότερα πέθανε στο Ναύπλιο, το έργο της οχύρωσης συνεχίστηκε από τους διαδόχους του προνοητές του Ναυπλίου. Έτσι το 1690, ο Ιάκωβος Κορνέρ, Γενικός Προβλεπτής του Μορέως, σε έκθεσή του προς τις Βενετικές αρχές, αναγράφει ότι είχε κάνει επί του Παλαμηδίου οχυρωματικά έργα και την κλίμακα επικοινωνίας με την πόλη.

Η περάτωση των έργων έγινε επί των ημερών του Agostino Sagredo, όπως αναφέρεται στο σχετικό υπόμνημα που υπέβαλε ο ίδιος την 20.11.1714 προς τις αρχές της Βενετίας.

 

Πανοραμική άποψη του Παλαμηδίου

Πανοραμική άποψη του Παλαμηδίου

 

Η οχύρωση του Παλαμηδίου

Απόσπασμα από την έκθεση του Αυγουστίνου Σαγρέδου γενικού προνοητού της Πελοποννήσου (1715-1716) [1]. (Σελίδες 742-747)

Εκτός από τα οχυρά που ανεγέρθηκαν υπό των εξοχότατων προκατό­χων μου για την υπεράσπιση της πόλης του Ναυπλίου, αποφάσισα κατ’ αρχήν το σπουδαιότερο, που μου κάνει τιμή να θέσω στην υπηρεσία των Εξοχοτήτων Σας, να προσθέσω δηλ. φρούρια με τα οποία κατέχεται το όρος Παλαμήδι, που υπέρκειται σ’ αυτή την πόλη, και να ενισχύσω τα δύο άλλα που ανέφερα παρά πάνω, της Μεθώνης και το Κάστρο του Μορέως (Ρίον).

Μετά την άφιξή μου στη θέση μου, αν και δεν είχαν τελειώσει οι εχθροπραξίες μεταξύ Τούρκων και Ρώσσων, άρχισε να διαφαίνεται κάποια συγκεχυμένη πληροφορία για σκοτεινά σχέδια για το Μοριά, γι’ αυτό αποφάσισα τη χωρίς αναβολή λήψη των πιο ενδεικνυόμενων μέτρων. Βοηθούμενος καθ’ όλη τη διάρκεια πότε από τον ευγενέστατο κύριο Zorzi Grimani και πότε από τον ευγενέστατο κύριο Antonio Civran, αμιλλόμενους σε ζήλο και σε επιμέλεια, εξετέλεσα το σημαν­τικότερο έργο πάνω στο Παλαμήδι, που εθεωρείτο άλλοτε ο μεγαλύ­τερος κίνδυνος, και τώρα έχει μετατραπεί στον σπουδαιότερο προμα­χώνα του Ναυπλίου με τις εργασίες που έγιναν εκεί, όπως θα εκθέσω στη συνέχεια.

 

Το κάστρο του Παλαμηδίου. Χαλκογραφία του S.V.da Canal. Αρχές του 18ου αιώνα.

Το κάστρο του Παλαμηδίου. Χαλκογραφία του S.V.da Canal.
Αρχές του 18ου αιώνα.

 

Πάνω στην πρώτη κορυφή του Παλαμηδίου, ανήγειρα το φρούριο το αποκαλούμενο Άγιος Γεράρδος [προμαχώνας Αγίου Ανδρέου] που είναι συμπληρωμένο τελείως, με ένα τείχος προστασίας της επικοινωνίας των στρατιωτών, καταλήγει στον ακραίο πύργο (Maschio) και προστατεύει την κεφαλή της καθόδου από το Βουνό (Παλαμήδι) προς την Πόλη. Αυτό το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, έχει εννέα υπόγειες κρύπτες (αποθήκες, γαλαρίες), διαρρυθμισμένες για τις ανάγκες των στρατιωτών, μια αποθήκη για πυρίτιδα, δύο άλλες που χρησιμοποιούνται για τον ναό, το σκευοφυλάκιο, και το ενδιαίτημα του εφημέριου. Υπάρχουν εκεί και άλλοι τοξωτοί σηκοί (αποθήκες, γαλαρίες), που χρησιμεύουν για την εναποθήκευση μηχανημάτων (όπλων) και πολεμοφοδίων, μία μεγάλη δεξαμενή χωρισμένη σε τρία διαμερίσματα, χωρητικότητας 17.000 Mezarole [2] περίπου νερού, το φυλάκιο της φρουράς της Πύλης που βρίσκεται στην έξοδο αυτού του φρουρίου, και στην προωθημένη αυτή θέση, και που προστατεύεται εξωτερικά με τείχος και συρόμενη καγκελωτή θύρα (rastello). Περιλαμβάνει την κατοικία του διοικητή της φρουράς, και μία άλλη πυριτιδαποθήκη. Ο πύργος (Maschio) έχει δύο υπόγειες κρύπτες και μία έξοδο στο πλευρό του, και στην κεφαλή της καθόδου, κλείνει με μία πύλη η οποία προστατεύεται εσωτερικά με άλλο τείχος και καγκελωτή θύρα.

 

Το οχυρό του Αγίου Ανδρέου. Φρουραρχείο. Forte di S. Girardo των Βενετσιάνων, και Dizdar tabya των Τούρκων.

Το οχυρό του Αγίου Ανδρέου. Φρουραρχείο. Forte di S. Girardo των Βενετσιάνων, και Dizdar tabya των Τούρκων.

 

Η πύλη του Αγίου Ανδρέου.

Η πύλη του Αγίου Ανδρέου.

Από τον πύργο αυτό (Maschio) μέχρι το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, έχει κατασκευαστεί εσωτερικά, στα πόδια του τείχους προστα­σίας της επικοινωνίας, μία άνοδος με σκαλοπάτια φαρδιά δέκα πόδια, που διευκολύνουν αυτή την επικοινωνία.

Στα πόδια της καθόδου από το Όρος (Παλαμήδι), στην κορυφή του οχυρού (Caponiera) ανεγέρθηκε εντελώς στην άκρη πάνω από τον γκρεμό, μία οχυρωμένη θέση (Posto) [3], που προστατεύει τα πλευρά αυτού του οχυρού (Caponiera) από το μέρος της Καραθώνας.

Από το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, βγαίνοντας από την πύλη εξόδου που δεξιά βλέπει προς τη θάλασσα, ένας ανηφορικός δρόμος επικοινωνεί με το οχυρό του Αγίου Αυγουστίνου, [προμαχώνας Θεμιστοκλή] που χτίστηκε στα χείλη του γκρεμού, πάνω στη δεύτερη ψηλότερη κορυφή (του Παλα­μηδίου), και το οποίον είναι ολοκληρωμένο.  Αυτό το οχυρό, απέναντι ενός ενδιάμεσου οχυρού, παρουσιάζει το μέτωπο του εστραμμένο προς την κορυφή του Όρους, η οποία επιμηκύνεται έτσι.

 

Η μεγάλη Τάφρος (fosso), που χωρίζει τον προμαχώνα του Θεμιστοκλή (S. Agostino) δεξιά, από τον προμαχώνα του Φωκίωνος (Mezzo bastione) αριστερά. Στο βάθος ο προμαχώνας του Μιλτιάδη (Baloardo staccato ή Beziran tabya).

Η μεγάλη Τάφρος (fosso), που χωρίζει τον προμαχώνα του Θεμιστοκλή (S. Agostino) δεξιά, από τον προμαχώνα του Φωκίωνος (Mezzo bastione) αριστερά. Στο βάθος ο προμαχώνας του Μιλτιάδη (Baloardo staccato ή Beziran tabya).

 

Προστατεύεται αυτό το μέτωπο με μία τάφρο πλάτους σαράντα και πλέον ποδών (13 μέτρων), και βάθους 27 ποδών (9 μέτρων), σκαμμένη σε καθαρό βράχο. Εις το πλευρό υπάρχει επίσης άλλη τάφρος όχι μικρότερου βάθους. Το οχυρό του Αγίου Αυγουστίνου κλείνει με ένα τείχος προστασίας της επικοινωνίας, στη γωνία του πλευρού του Αγίου Γεράρδου. Περιλαμβάνονται σ’ αυτό, (το οχυρό του Αγίου Αυγουστίνου) τέσσαρες μεγάλες υπόγειες κρύπτες, και μία άλλη αρκετά επιμήκης, απέναντι από την Caponiera, ένας πολύ ευρύ­χωρος στρατώνας, οι απαραίτητες κατοικίες για τον διοικητή της Φρουράς, τους λοχαγούς των μονάδων και τους κατώτερους αξιωμα­τικούς, όπως επίσης για τον αρχιπυροβολητή και τους πυροβολητές [4].

Στα δεξιά του οχυρού αυτού του Αγίου Αυγουστίνου, σ’ απόσταση λίγων βημάτων από την γωνία, χτίστηκε στο χείλος του γκρεμού, μία πύλη εξόδου από την οποία κατέρχεται κανείς με μια σκάλα σκαμ­μένη στο βράχο, μερικά σκαλοπάτια, για να επικοινωνήσει μέσω μιας στενής προεξοχής του βράχου με την τάφρο, και απ’ αυτήν με το οχυρό το αποκαλούμενο Διπλή Τανάλια [προμαχώνας Αχιλλέας], που βρίσκεται μακρύ­τερα πάνω στο ίδιο το βουνό και καταλαμβάνει μιάν άλλη κορυφή αλλά λιγότερο ψηλή [5].

 

Ο προμαχώνας Αχιλλέας. Η «Opera Doppia Tenaglia» των Βενετών, και «Yürüyüs tabya» των Τούρκων. Αυτή υπέστη την πρώτη επίθεση των Τούρκων το 1715.

Ο προμαχώνας Αχιλλέας. Η «Opera Doppia Tenaglia» των Βενετών, και «Yürüyüs tabya» των Τούρκων. Αυτή υπέστη την πρώτη επίθεση των Τούρκων το 1715.

 

Αυτή η Διπλή Τανάλια, όταν έφυγα από το Ναύπλιο, δεν χρειαζό­ταν τίποτ’ άλλο, παρά κάποια καλύτερη εκβάθυνση της τάφρου της στο βράχο και κάποια διευθέτηση του εδάφους στην αριστερή της πλευρά, για να μπορέσει να θεωρηθεί τελειοποιημένη, οι οποίες εργασίες θέλω να πιστεύω ότι ήδη θα έχουν γίνει. Σ’ αυτό το οχυρό βρίσκονται επίσης τέσσερις υπόγειες αποθήκες, και σε ένα μικρό πλευρό, χτισμένο στα χείλη του γκρεμού, είναι μία πύλη εξόδου που προορίζεται για επικοινωνία με ένα σκεπαστό δρομάκι [6].  Στ’ αριστερά αυτού του οχυρού του Αγίου Αυγουστίνου που αναφέρ­θηκε πάρα πάνω, αφού διευρύνθηκε η κορυφή (το έδαφος) και πήρε μέτωπο μεγαλύτερο, χτίστηκε ένας προμαχώνας (Baloardo) [προμαχώνας του Μιλτιάδη] με εννέα μεγάλες υπόγειες αποθήκες, μια μεγάλη δεξαμενή και με ένα πολύ ευρύχωρο κατάλυμα για τους αξιωματικούς.

 

Ο προμαχώνας του Μιλτιάδη, όπου μετά την απελευθέρωση, οι περιβόητες φυλακές για βαρυποινίτες «του Μιλτιάδη».

Ο προμαχώνας του Μιλτιάδη, όπου μετά την απελευθέρωση, οι περιβόητες φυλακές για βαρυποινίτες «του Μιλτιάδη».

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

 

Πέρα από τη θύρα εξόδου, στο δεξιό του πλευρό, έχει ομοίως στο μέρος που κλείνει αυτό το άνοιγμα (gola), άλλη κύρια Πύλη ασφαλισμένη εξωτερικά με τοίχο του οποίου το ένα πλευρό χρησιμεύει για να υποστηρίζει με τυφεκιο­φόρους το ανάχωμα (κρηπίδωμα) (Piattaforma) που έβαλα να κάμουν στ’ αριστερά αυτού του οχυρού [προμαχώνας του Λεωνίδα ή Αμυγδαλίτσα], πάνω στο χείλος της από­κρημνης προεξοχής που δεσπόζει της αρχής του στενού δρόμου, που οδηγεί από την ύπαιθρο στην πόλη. Αυτό το κρηπίδωμα, έχει τέσσερις υπόγειες κρύπτες και μία μικρή στέρνα. Όταν έφυγα από το Ναύπλιο, δεν έμενε εκεί άλλη εργασία, παρά να ανυψωθούν μερικά τείχη πάνω από τις υπόγειες αποθήκες, για να σχηματιστεί το ανάχωμα και τα παραπετάσματα.

 

Ο προμαχώνας του Λεωνίδα ή Αμυγδαλίτσα.

Ο προμαχώνας του Λεωνίδα ή Αμυγδαλίτσα.

Σ’ αυτή την κατάσταση άφησα τις εργασίες στο Παλαμήδι. Έγι­ναν όλες με πέτρα καθαρή και ασβεστοκονίαμα. Οι γωνίες και τα μαρμάρινα διαζώματα δουλεύτηκαν a la rustica. Ανέρχονται τα τείχη σε κυβικά βήματα 7505. Όλα τα προαναφερθέντα οχυρά έχουν αμυν­τική διάταξη τέτοια που να μην είναι ευάλωτα, ώστε με μεγαλύτερη ασφάλεια να εκπληρώσουν το σκοπό τους.

Το τείχος που πρέπει από το κρηπίδωμα (Piattaforma) να επεκταθεί για να περιλάβει το αριστερό μέτωπο του Χωριστού Οχυρού, (προ­μαχώνας του Μιλτιάδη) είναι ήδη μερικά πόδια σκαμμένο στο βράχο και πρέπει να βαθύνει μέχρι 20 πόδια, οπότε το ύψος του τείχους που αναφέραμε, θα είναι χαμηλότερο από το βάθος του βράχου, (σ.σ. Δηλαδή οι αμυνόμενοι θα βρίσκονται ψηλότερα από το τείχος, και επομένως σε πλεονεκτική θέση) και θα μείνει γι’ αυτό, και χάρη στο πλεονέκτημα της απόκρημνης και απότομης μπροστινής κατωφέ­ρειας, τελείως έξω από κάθε επίθεση. Κατόπιν η απόσταση που θα μείνει μεταξύ του περιβόλου του Χωριστού Οχυρού και του προμαχώ­να του Αγίου Αυγουστίνου, θα πρέπει να συνδεθεί με ένα δρόμο προστατευόμενο με τείχος, πάνω στο αντέρεισμα, μέχρι τη Διπλή Τανάλια, και στη μέση του διαστήματος αυτού του παραπετάσματος θα πρέπει να γίνει η Κυρία Πύλη που θα είναι και η κανονική έξοδος του Φρουρίου.

 

Σκαρίφημα των Οχυρώσεων του Παλαμηδίου

Σκαρίφημα των Οχυρώσεων του Παλαμηδίου

 

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οχυρά τόσο μεγαλοπρεπή, των οποίων η φήμη είναι διασπαρμένη παντού, με την επιδοκιμασία των υπηκόων και προς δόξαν του ονόματος της Δημοκρατίας, απαιτούν το βάρος μιάς πολυάριθμης φρουράς, αλλά εγώ θα μπορούσα αντίθετα να διαβεβαιώσω τις Υμετέρες Εξοχότητες, με τη σύμφωνο γνώμη των στρατιωτικών αρχηγών, ότι ο υπάρχων ή λίγο μεγαλύτερος αριθμός στρατιωτών, θα μπορούσε να είναι επαρκής για το Παλαμήδι και για την ίδια την πόλη, γιατί η φρουρά του Παλαμηδίου είναι ταυτόχρονα και φρουρά της ίδιας της πόλης, η οποία δεν είναι ποτέ δυνατόν να υποστεί επίθεση, παρά μόνο στην περίπτωση που θα έχουν καταλη­φθεί τα οχυρά του Παλαμηδίου.

Έχουν κατά τέτοιο τρόπο σχεδιαστεί και τοποθετηθεί, έτσι που το ένα οχυρό υποστηρίζει το άλλο, και το καθένα να μπορεί να αμυνθεί και να αντισταθεί με τις ίδιες του τις δυνάμεις, ειδικά το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, αλλά και τα άλλα, για ένα και δύο χρόνια εφόσον είναι επαρκώς εφοδιασμένα. Αν τα πεδινά οχυρά, που εγείρονται προσωρινά (πρόχειρα) στην εκστρατεία από χώμα και ξύλα για την αντιμετώπιση του εχθρού, θεωρούνται ικανά να αντιμετωπίσουν τον εχθρό, πολύ περισσότερο πρέπει να περιμένει κανείς από τα οχυρά του Παλαμηδίου, που δεν χτίστηκαν, όπως το είπα ήδη, από ξύλα και χώμα, αλλά από ασβεστοκονίαμα και πέτρα, εξαιρετικού μεγέθους, και με την πιο στέρεη κατασκευή, σε σημείο που καθένας που θα τα ιδεί, θα δυσκολευτεί να πιστέψει ότι ανεγέρθηκαν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, και θα σχηματίσει τη γνώμη ότι η Υμετέρα Γαληνότητα θα έχει ξοδέψει ένα τεράστιο ποσό χρημάτων. Και όμως είναι αληθέστατο, και το αποδεικνύει αδιαμφισβήτητα η εσώκλειστη κατάσταση του Λογιστηρίου (της Οικονομικής Υπηρεσίας) του Ναυπλίου, ότι δεν εκόστισαν στην Υμετέρα Γαληνότητα περισσότερο από 53.081 ρεάλια [7].

Οι ίδιοι οι υπήκοοι δεν προσέφεραν άλλη συνδρομή, παρά μόνο τη μεταφορά της άμμου, που δεν μπορεί να θεωρηθεί συνδρομή, δεδομένου ότι αυτοί με την πρόσκληση μου, έσπευσαν και εβοήθησαν με καλή διάθεση, όπως εκείνοι της επαρχίας της Αχαΐας και Μεσσηνίας εβοήθησαν για το Κάστρο του Μοριά (Ρίον), και της Μεθώνης, με εθελοντική προσφορά χρημάτων, γνωρίζοντας πολύ καλά όλοι, ότι δεν εργάζονται παρά για την άμυνα και ασφάλεια τους.

Εγώ από μέρους μου γνωρίζω ότι έκαμα, θα έλεγα ακόμη ότι ξεπέρασα τις δυνάμεις μου, για να βοηθήσω την επειγόμενη Δημοκρατία στην οχύρωση αυτού του πιο σημαντικού Φρουρίου του Βασιλείου (Regno).

 

Βενετσάνικα κανόνια.

Βενετσάνικα κανόνια.

Είναι βέβαιο  ότι μόνο το υλικό των τειχών δεν επαρκεί. Είναι ανάγκη να ενισχυθούν με στρατεύματα και με κατάλληλα εφόδια. Αυτό όμως είναι κάτι που δεν εξαρτάται από την Υπηρεσία μου. Εξαρτάται αποκλειστικά από την Υψηλή φροντίδα των Υμετέρων Εξοχοτήτων, και εδώ θα μου συγχωρηθεί αν δεν μπορώ να συγκρατήσω το ζήλο μου, (την επιθυμία μου) να ξαναθίξω εκείνο, που από παλιότερους καιρούς υποπτευόμουν (πίστευα), (και) να λάβω το θάρρος να γράψω πιο διεξοδικά γύρω από το θέμα της εγκατάλειψης των άχρηστων και μισοτελειωμένων οχυρών του Βασιλείου, που δε­σμεύουν με κίνδυνο και με έξοδα, 2000 στρατιώτες περίπου οι οποίοι αποσυρόμενοι από εκεί, θα μπορέσουν επωφελέστερα και οικονομικό­τερα να χρησιμοποιηθούν για ενίσχυση των σπουδαιοτέρων θέσεων, από τις οποίες θα μπορούσα να πω ότι εξαρτάται η διατήρηση αυτού του Βασιλείου (του Μοριά), δεδομένου ότι, όπως από αναρίθμητα παραδείγματα καταφαίνεται, λίγες οχυρωμένες θέσεις και καλά εφο­διασμένες, αποτέλεσαν εμπόδια σε ισχυρότερους εχθρούς κατά δια­φόρους καιρούς, και διέσωσαν κράτη από την καταστροφή.

 

Το ενετικό κανόνι «Φειδιάς»

Το ενετικό κανόνι «Φειδιάς»

Μέσα σ’ αυτή την πόλη του Ναυπλίου, και αλλού έξω όπως τα ανωτέρω οχυρά, ανήγειρα πολλά άλλα κτίρια, αποτελείωσα όσα ήσαν μισοτελειωμένα, και επιδιόρθωσα άλλα που είχαν υποστεί ζημιές από το χρόνο. Αν ώφειλα να τα περιγράψω όλα, θα επιμήκυνα την ανία της Εξοχότατης Συγκλήτου. Θα πω μόνο ότι ίδρυσα μια μεγάλη αποθήκη στην κεντρική μεγάλη Πλατεία (Piazza d’ Armi) [σήμερα αρχαιολογικό μουσείο], που είναι τελειωμένη και μπορεί να περιλάβει 1000 στρατιώτες έτοιμους για πόλεμο, μια πυριτιδαποθήκη στο Φρούριο [8], και άρχισα την κατα­σκευή μιας άλλης στην πόλη κοντά στις πυροβολαρχίες.

 

Η αποθήκη στην Κεντρική Πλατεία (Piazza d’ Armi). Σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο.

Η αποθήκη στην Κεντρική Πλατεία (Piazza d’ Armi). Σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Άφησα υπερυψωμένη μέχρι τα τόξα των παραθύρων, μιάν άλλη αποθήκη στο Φρούριο (Ακροναυπλία) για την αποθήκευση διαφόρων μηχανημά­των. Εις τα τείχη του Τρίτου Οχυρού (Ακροναυπλίας) περιέβαλα (περιέκλεισα) ένα ρήγμα (Εικ. 17), (Brecchia), και κατασκεύασα σ’ αυτό το σημείο ένα «πλευρό» με τέσσερα κανονιοστάσια (Imbrasure) για τέσσερα κανόνια, που σκοπό έχουν να υποστηρίζουν την Ακρο­ναυπλία, να καλύπτουν την πόλη και να προσβάλουν τον στενό δρόμο που οδηγεί στην Πύλη μεταξύ του Παλαμηδίου και της Θαλάσσης. Προσέθεσα μιάν άλλη πυροβολαρχία πάνω από την Πύλη του Δεύτε­ρου Οχυρού (την Πύλη της Ξηράς).

 

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

Διά το Πρεσβυτέριο, που τόσες φορές κατέφυγε στην ευσπλαχνία των Υμετέρων Εξοχοτήτων, άρχισα την κατασκευή ενός κτιρίου, με την αποπεράτωση του οποίου, θα σταματήσει για το Δημόσιο Ταμείο, η επιβάρυνση των εισφορών που κατέβαλε ετησίως στους κληρικούς.

Στερέωσα την προκυμαία στο παραθαλάσσιο, χωρίς επιβάρυνση του Δημοσίου, από τις εισπράξεις της οποίας προκύπτει αντίθετα το κέρδος 621 ρεαλίων ετήσιο βέβαιο εισόδημα. Ανήγειρα στην προκυμαία ένα υπόστεγο για τις άγκυρες και ένα άλλο για τα κουπιά, απέναντι από τη θύρα του οποίου προς Δυσμάς, άφησα ανοικτό ένα χώρο, που θα χρησιμοποιείται για τις ανάγκες αυτού του υπόστεγου. Οι Υ.Υ.Ε.Ε., θα διατάξουν ότι δεν είναι δυνατόν να παραχωρηθεί σε κανένα (αυτός ο ακάλυπτος χώρος).

Εις τον προμαχώνα του Mocenigo [9] χτίστηκε μια μεγάλη αποθήκη για τα κατάρτια που χρησιμοποιούν τα πλοία και οι γαλέρες. Ανύψωσα τον προμαχώνα και σχημάτισα το στηθαίο του κρύβοντας την εξωτε­ρική του πλευρά και τις υπόγειες κρύπτες που χρησιμοποιούνται σαν αποθήκες των σιδηρουργών και των αμαξών του Δημοσίου.

Στην ανέγερση αυτών των κτιρίων και μερικών άλλων, που όλα αποβλέπουν στην καλύτερη υποστήριξη του Φρουρίου, συνέδραμαν και μερικοί άλλοι με αξιέπαινη επιμέλεια, οι Ν.Ν.Η.Η. S. Giustin Dona και S. Zuane Foscarini. Στα έργα αυτά χρειάστηκαν άλλα 3.745 βήματα κυβικά τοιχοποιίας, όλα με πέτρα μάρμαρο και ασβέστι, είς τρόπον ώστε οι εργασίες του Ναυπλίου ανήλθαν σε κυβικά βήματα 11.250.

AGOSTINO SAGREDO

Ritornato Prov.

General da Mar [10]

Βενετία τη 20 Νοεμβρίου 1714           

                                                          

Υποσημειώσεις


[1] Σπυρ. Λάμπρου. Εκθέσεις των Βενετών προνοητών της Πελοποννήσου, εκ των εν Βενετία αρχείων εκδιδόμενοι, Δ.I.E.Ε., 5 (1910), α. 605-823. Έκθεσις Αυγου­στίνου Σαγρέδου γενικού προνοητού Πελοποννήσου (1715-16), σ. 736-765.

[2] Η Mezzarola ήταν μέτρο χωρητικότητας υγρών ίσον με 39,39 Its. Η δεξαμενή περιελάμβανε 680 τόννους νερό.

[3] Posto. Φυλάκιο

[4] Σήμερα δεν υπάρχουν πια. Έχουν κατεδαφιστεί.

[5] Ο προμαχώνας Αχιλλέας. Doppia Tenaglia. τ. Yürüyüs tabya.

[6] Η Πύλη εξόδου της Διπλής Τανάλιας.

[7] To real (ρεάλι) ήταν ασημένιο νόμισμα ισπανικό και αντιστοιχούσε σε μισή περίπου σημερινή χρυσή λίρα. Επομένως οι εργασίες του Παλαμηδίου εκόστισαν 53000 ρεάλια Χ 7.800 δρχ.: 400.000.000. Σημειωτέον ότι εργατικά πληρώθηκαν πολύ λίγα, διότι στις εργασίες χρησιμοποιήθηκαν και οι κατάδικοι και τα πληρώματα από τις γαλέρες.

[8] Η Ακροναυπλία.

[9] Ο προμαχώνας του Mocenigo ήταν χωρισμένος από την πόλη του Ναυπλίου με μία τάφρο γεμάτη νερό (φόσα), και βρισκόταν βορεινά από το σημερινό Γυμνάσιο και ανατολικά από την οικία Καράπαυλου μέχρι το άγαλμα του Κανάρη.

[10] Proweditor και Proveditor, ήταν ο Διοικητής επί των οικονομικών και στρατιω­τικών υποθέσεων. Rettor ήταν ο επί των αστικών και ποινικών. Σπυρ. Λάμπρου, Relazione del nobil homo Angelo Emo ritornato di Proweditor Generali(l)n Morea. Proweditor General in Regno, ήταν ο Γενικός Διοικητής της Πελoπoννήσoυ, και Proweditor General da Mar, ο Αρχιναύαρχος, ο ανώτερος όλων, αλλά κατώτερος από τον Proccuratore di San Marco, ο οποίος στην ιεραρχία ήταν αμέσως μετά τον Δόγη.

Τάκης Μαύρος

Παλαμήδι, Ιστορική Αναδρομή, Αθήνα, 1988.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» | Κλειώ Πρεσβέλου – «Από τ΄ Ανάπλι στον πλατύ μεγάλο κόσμο: Οδοιπορικό μιάς ζωής»


 

ΠαλαμήδηςO Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την Κυριακή 19 Απριλίου 2015   και ώρα 7.30 μ.μ. στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Κωλέττη 3 στο Ναύπλιο, θα μιλήσει: η κ. Κλειώ Πρεσβέλου, Καθηγήτρια Κοινωνιολογίας με θέμα:

«Από τ΄ Ανάπλι στον πλατύ μεγάλο κόσμο: Οδοιπορικό μιάς ζωής»

 

Κλειώ Πρεσβέλου


 

Η Κλειώ Πρεσβέλου γεννήθηκε στο Ναύπλιο, όπου τελείωσε τις γυμνασιακές σπουδές. Σπούδασε κοινωνιολογία, δίκαιο και οικονομικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν (Βέλγιο) με μεταπτυχιακές σπουδές στις ΗΠΑ (Cornell University) και στη Σορβόννη (Παρίσι) και διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο του Λουβαίν. Διετέλεσε καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Λουβαίν (έδρα Κοινωνιολογία της Οικογένειας 1968-1994) και του Αγροτικού Πανεπιστημίου της Wageningen (Ολλανδία, έδρα Οικονομικά της Οικογένειας,1978-1994) από τα οποία έλαβε τον τίτλο της Ομότιμης Καθηγήτριας.

Διετέλεσε αιρετή καθηγήτρια του κοινοτικού προγράμματος ERASMUS, εμπειρογνώμων οργανισμών του ΟΗΕ (WFP, FAO, UNICEF), αντιπρόσωπος της Ολλανδίας στο Κοινωνικό Παρατηρητήριο Οικογενειακής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδική σύμβουλος του Ομοσπονδιακού Πανεπιστημίου της Santa Maria (Βραζιλία). Έχει δημοσιεύσει 210 επιστημονικές εργασίες (βιβλία, άρθρα, εκθέσεις αποστολών κ.λ.π.) στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες.

 

 

Read Full Post »

Διάγγελμα του Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄ για την κατάληψη του Ναυπλίου (12.11.1715)


 

Οι αρχές του 18ου αιώνα βρήκαν την Βενετία σε μία προχωρημένη κατάρρευση, σε μια τελευταία προσπάθειά της, επιτυγχάνει το 1686 να αποσπάσει από τους Τούρκους τον Μοριά και, στα 30χρόνια που κράτησε η κατοχή του, κατέβαλε κάθε προσπάθεια για την ανασύσταση ενός νέου Regno.

Η Τουρκία, η οποία δεν συγχώρησε ποτέ στη Βενετία ότι πριν 30χρόνια της είχε αποσπάσει τον Μοριά, και καλά πληροφορημένη για την κατάσταση του στρατού και του στόλου της, εξαπέλυσε στις 9.12.1714 εναντίον της μια στρατιά από 70.000 (κατ’ άλλους 100.000 και κατ’ άλλους 200.000) άνδρες, με ρητή εντολή να ανακαταληφθεί ο Μοριάς οπωσδήποτε.

 Η στρατιά, που προοριζόταν για την Πελοπόννησο, με επικεφαλής τον Αλή Νταμάτ Πασά, εμφανίστηκε στις αρχές Μαΐου του 1715 προ της Κορίνθου και σε χρονικό διάστημα 70 ημερών κατέλαβε όλο το Μοριά. Ανάμεσα στα καταληφθέντα τότε οχυρά είναι και το Παλαμήδι του Ναυπλίου.

 Το Παλαμήδι, εκ κατασκευής, εθεωρείτο απόρθητο αλλά όπως σημειώνει ο Agostino Sagredo (εκείνος, που αποπεράτωσε την οχύρωσή του) υπό δύο προϋποθέσεις: πρώτον, να γίνουν ορισμένες προσθήκες στο οχυρό «Τανάλια» (το ακραίο προς Ανατολάς, που παρουσίαζε κάποιες αδυ­ναμίες) και δεύτερον, οι υπερασπιστές του να θέλουν να πολεμήσουν. Φαίνε­ται, όμως, ότι στην περίπτωση αυτή, δεν έγινε ούτε το ένα ούτε το άλλο.

 Το Παλαμήδι και το Ναύπλιο το υποστήριζαν 1.200 (κατ’ άλλους 3.500) άνδρες, Σκλαβούνοι, Κροάτες, Αλβανοί, Ιταλοί, Έλληνες και ασφαλώς μερικοί Βενετσιάνοι. Στράτευμα με τέτοια πανσπερμία στρατιωτών και μάλιστα μισθοφόρων, ήταν φυσικό να μην έχει ούτε την αντοχή αλλά ούτε και την διάθεση για μια σθεναρή αντιμετώπιση ενός τόσο σοβαρού εχθρού. Οι διχόνοιες και οι προστριβές είχαν υποσκάψει την απαραίτητη ψυχική συνοχή πολύ πριν εμφανισθούν οι Τούρκοι στην πεδιάδα του Άργους. Αν σ’ αυτά προσθέσει κανείς και τον ελλιπή εφοδιασμό σε τρόφιμα και πυρομαχικά, δεν του μένει παρά να εκπλαγεί πως μπόρεσε να αντισταθεί έστω και εκείνες τις εννέα τραγικές ημέρες…

 

Το Διάγγελμα του Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄[1] (12.11.1715)

Δια του οποίου αναγγέλλεται η κατάληψη του Μοριά.

Αριθ. 1867 [2]

«Αυτοκρατορικόν νικητήριον διάγγελμα»

 

«…Μετά την κατ’ αυτόν τον τρόπον κατάκτησιν και συνένωσιν εις τας κτήσεις της αυτοκρατορίας μου του φρουρίου τούτου της Κορίνθου, την υποταγήν όλης της περιφερείας, την εκκαθάρισίν της από τους εχθρούς της πίστεώς μας και τον διορισμόν της απαιτουμένης φρου­ράς, ετέθημεν εις κίνησιν και απεχωρήσαμεν εκ Κορίνθου προς την κατεύθυνσιν του Ναυπλίου (Anapoli).

Οι άπιστοι του φρουρίου Άργος (Arhos), κειμένου εις το μέσον της οδού και εις δίωρον περίπου απόστασιν από του Ναυπλίου, πληροφορηθέντες την είδησιν της θριαμβευτικής και μεγαλειώδους προελάσεως της εμποιούσης φρίκην και τρόμον, εξεκένωσαν το Βαρούσιον [3] του φρουρίου τούτου και εξηφανίσθησαν. Ούτω και το φρούριον τούτο προσετέθη άνευ μάχης και πολέμου εις τας κτήσεις της ενδόξου και θεοφρουρήτου αυτοκρατορίας μου.

Μετά ταύτα φθάσαντες κάτωθι του Ναυπλίου κατεσκηνώσαμεν αυτόθι. Το φρούριον τούτο, τυγχάνον η έδρα του Μορέως και αποσπασθέν προηγουμένως από των χειρών του Ισλάμ, είναι εν ισχυρότατον και στερεότατον φρούριον. Υψούται επί αποκρήμνου και λίαν οχυρού όρους, παρέμενε δε επί τριακονταετίαν εις την κατοχήν των κατατροπωθέντων και επάρατων απίστων. Περιβρέχεται από μεν των τριών πλευρών εκ θαλάσσης εκ δέ της άλλης πλευράς περιβάλλεται δια διπλής σειράς τάφρων και δυσβάτων παρόδων. Τα δε επί του υπερκειμένου τούτο υψηλού όρους, του ονομαζόμενου Παλαμήδι (Palamuta), υπάρχοντα επτά ισχυρότατα και οχυρότατα κανονιοστάσια (Tabya), λόγω της δυσχερέστατης εις αυτά αναβάσεως, του απροσίτου αυτών και της στερεότητός των, αποτελούν αυτά καθ’ εαυτά ιδιαίτερα ισχυρότατα φρούρια. Η έντεχνος αυτών κατασκευή και η θαυμάσια οχύρωσίς των προξενεί κατάπληξιν και προκαλεί τον θαυμασμόν του παρατηρητού, οι ελαυνόμενοι όμως υπό του θείου και χαρμόσυνου ζέφυρου της νίκης και εις τον μόνον Θεόν πιστεύοντες ανδρείοι μου αγωνισταί του ιερού αγώνος, μόλις ευρέθησαν προ αυτών οιστρηλατήθησαν υπό ενθέου ζήλου ενθουσιασμού και αναβρασμού.

 

Αχμέτ Γ΄ (1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ' και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία. Ήταν ο 23ος Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τους χρόνους 1703-1730. Στη λιθογραφία (1714) βλέπουμε το Σουλτάνο Αχμέτ Γ΄ με εορταστικό ένδυμα την ημέρα του Μπαϊραμιού, πριν την έξοδό του από το ανάκτορο του Τοπ-καπί προς το τέμενος. Τον συνοδεύουν ένας Γενίτσαρος, ο Σιλαχντάρ Αγασί, υπεύθυνος για την παράδοση του επίσημου ξίφους εξουσίας στον Σουλτάνο, και πιθανότατα ο Αρχισταυλάρχης.

Αχμέτ Γ΄ (1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία. Ήταν ο 23ος Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τους χρόνους 1703-1730. Στη λιθογραφία (1714) βλέπουμε το Σουλτάνο Αχμέτ Γ΄ με εορταστικό ένδυμα την ημέρα του Μπαϊραμιού, πριν την έξοδό του από το ανάκτορο του Τοπ-καπί προς το τέμενος. Τον συνοδεύουν ένας Γενίτσαρος, ο Σιλαχντάρ Αγασί, υπεύθυνος για την παράδοση του επίσημου ξίφους εξουσίας στον Σουλτάνο, και πιθανότατα ο Αρχισταυλάρχης.

 

Θεωρηθέντος δε ευλόγου, όπως εκ δύο μερών λάβουν θέσεις εις τα οχυρώματα (meteriz), ο Αρχιστράτηγός μου, ο άξων πάσης ενεργείας και γενναιότητος, διήρεσε τον στρατόν εις δύο τμήματα, τακτοποιήσας και δώσας διαταγάς, ώστε το μεν εν τμήμα να λάβη θέσιν άνωθεν των οχυρωμάτων του Παλαμηδίου, το δε έτερον να λάβη θέσιν εις τα οχυρώματα τα ευρισκόμενα ακριβώς προ της πύλης του φρουρίου του Ναυπλίου. Παρώτρυνε δε ο Αρχιστράτηγος πάντας τους άνδρας αμφο­τέρων των τμημάτων, όπως καταβάλουν πάσαν προσπάθειαν και εξήγησεν εις αυτούς την σημασίαν του διεξαγόμενου δια την αγάπην του θεού και κατά των απίστων ιερού τούτου αγώνος. Καίτοι δε το μέρος εκ του οποίου θα ελαμβάνοντο αι εκ της πλευράς του Παλαμηδίου θέσεις ήτο λίαν βραχώδες και δεν ήτο νοητόν, ότι η τέχνη της αξίνης, των προσπαθειών και αυτών ακόμη των ανδρείων νικητών, θα ηδύνατο να διάνοιξη χώρον έστω και ενός βήματος επί του μέρους τούτου, εν τούτοις όμως οι γενναίοι στρατιώται και ανδρείοι αγωνισταί μου, παρακινούμενοι υπό της παρορμητικής και χαρμοσύνου εννοίας του αποφθέγματος «παν όπερ συμβήσεται ημίν γεγραμμένον εστί παρά του Υψίστου», εγκαρδιούντες και προτρέποντες οι μεν τους δε και αλληλοβοηθούμενοι, έκαστος επί ενός βράχου ήρξαντο πολεμούντες δια τηλεβόλων, τυφεκίων και λοιπών πολεμικών μηχανημάτων. Την επομένην ημέραν δι’ ακαλύπτου επιθέσεως και διά μιας και μόνης εφόδου κατέλαβον τρείς τον αριθμόν κανονιοστοιχίας.

Επειδή όμως η μεγάλη κανονιοστοιχία, επί της οποίας είχον συναθροισθή οι ευτελείς άπι­στοι ήτο η ισχυροτέρα και η πλέον οχυρά πασών και δεν ήτο δυνατόν να διανοιχθή ρήγμα τι εις τον τοίχον αυτής διά κατά μέτωπον εφόδου, ως εκ τούτου παριστάσης ανάγκης, όπως διανοιχθή υπόνομος τις υπ’ αυτήν, συνεπληρώθη και παρεσκευάσθη αύτη και ανετινάχθη την ογδόην ημέραν της πολιορκίας, οπότε επηλήθευσεν επί των επάρατων πολυθεϊστών το ρητόν «και επέστη η ημέρα καθ’ ην διασκορπισθέντες ούτοι ευρέθησαν υπό τους πόδας αυτών» (των αγωνι­στών του ιερού πολέμου). Μόλις δε ακόμη δεν είχε καταπαύσει ο ανυψωθείς κονιορτός και καπνός και δεν υπήρχεν ακόμη ενδειξίς τις, ότι απεσαφηνίσθη τελείως η κατάστασις, ούτε ήσαν γνωσταί αι λεπτομέρειαι του γεγονότος, οι γενναίοι άνδρες της ηρωικής αυτής προσπαθείας έχοντες υπ’ όψιν, ότι «η θρησκεία του Μωάμεθ είναι πάντοτε συνεπίκουρος των πολεμούντων και νικητών», ανήλθον, άλ­λοι μεν εκ του δημιουργηθέντος ρήγματος εις το μέρος εκείνο και άλλοι από τας ετοιμασθείσας κλίμακας επί της κανονιοστοιχίας ταύ­της. Εξορμήσαντες δε εκείθεν και περιζώσαντες τελείως τους ισχυρογνώμονας εχθρούς μετά των αρχηγών αυτών, άλλους με εξ αυτών διεπέρασαν δια των οξέων ξιφών των, άλλοι δε προς σωτηρίαν των κεφαλών και των ψυχών αυτών, μη έχοντες πλέον οχύρωμά τι ή καταφύγιον, ετράπησαν εις φυγήν. Οι γενναίοι όμως μαχηταί του ιερού πολέμου ξιφομαχούντες και με την κραυγήν «που το καταφύ­γιον» δεν έπαυσαν καταδιώκοντες αυτούς. Οι ούτως εις φυγήν τραπέντες εχθροί κατηυθύνθησαν μετ’ απελπιστικών κραυγών και επι­κλήσεων της πολυθεϊστικής αυτών θρησκείας προς το Κάτω Φρούριον του Ναυπλίου (Asagi Anapoli Kalesine), τρέχοντες αναμίξ και ατά­κτως, καθιστάμενοι ο στόχος των βλημάτων μας.

Εν τούτω τω μεταξύ οι έμπροσθεν της πύλης του κυρίως φρουρίου του Ναυπλίου έμπειροι και λεοντόθυμοι ήρωες της μάχης, λαβόντες θέσεις εις τα οχυρώματα και βλέποντες, ότι διενεργείται επίθεσις εκ των οχυρών του Παλαμηδίου και αισθανόμενοι εις τας φλέβας αυτών πάλλοντα τον ζήλον της φιλοτιμίας και αυτοί ομοίως γεγονυία τη φωνή και δι’ αρμονικών μελωδιών, αι οποίαι εδόνουν τους αιθέρας, επικαλούμενοι τον Ύψιστον και αναφωνούντες το προκαλούν θάρρος απόφθεγμα «εγώ είμι μετά του στρατού των νικητών», καίτοι ουδέν ρήγμα είχε διανοιχθή, όπως εισέλθουν εντός του φρουρίου, εντούτοις όμως με τα απαστράπτοντα και σπείροντα τον όλεθρον κατά του εχθρού εις τους ιερούς πολέμους ξίφη αυτών ανά χείρας, αναρριχούμενοι επί των τεσσάρων τειχών του φρουρίου και οιονεί επί των πτερύγων της νίκης ανυψούμενοι, εβοηθούντο οι πρώτοι ανερχόμενοι υπό των κάτωθεν αναρριχωμένων. Ο κάτωθεν και άνωθεν εξορμήσας τότε νικηφόρος στρατός δια των ευγλώττων αυτού ξιφών και λογχών εφορμήσας κατά των επαράτων και ευτελών απίστων και δια των γυμνών και νικηφόρων ξιφών, άλλων μεν εκ των εχθρών της πίστεως έχυσε τα οφειλόμενα αίματα και άλλους συνέλαβε και αλυσσοδεμένους εξηνδραπόδισεν. Ούτως εντός μιάς έως δύο ωρών τόσον αι κανονιοστοιχίαι του Παλαμηδίου όσον και αυτό τούτο το φρούριον του Ναυπλίου μετά των εκατόν εβδομήκοντα επτά αυτών τηλεβόλων, δεκαέξ ολμοβόλων και λοιπών μηχανημάτων και εργαλείων, απετέ­λεσαν την κορωνίδα των θριάμβων ημών…»

 

 Υποσημειώσεις


[1] Αχμέτ Γ΄(1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία (1642-1715), κόρης έλληνα κρητικού ιερωμένου της περιοχής του Ρεθύμνου που αιχμαλωτίσθηκε το 1645, γνωστής στην Υψηλή Πύλη ως Εμετουλάχ Ραμπιά Γκιουλνούς Σουλτάν.

[2] Νικ. Σ. Σταυριανίδου, Μεταφράσεις Τουρκικών εγγράφων αφορώντων εις την ιστορίαν της Κρήτης. Τόμος Γ’ Έγγραφα της περιόδου ετών 1694 – 1727, Ηράκλειον Κρήτης 1978, σ. 417.

[3] Βαρούσι. Τουρκ. λέξη varoj, που σημαίνει προάστιο. Ο περί την ακρόπολη μικροσυνοικισμός.

 

Τάκης Μαύρος

Παλαμήδι, Ιστορική Αναδρομή, Αθήνα, 1988.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – «Πέρα από το Σώμα: Μία σύντομη ιστορία του Μαραθωνίου, Αρχαίου και Σύγχρονου»


 

2ος Μαραθώνιος Ναυπλίου

2ος Μαραθώνιος Ναυπλίου

Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του 2ου Μαραθωνίου Ναυπλίου, Ο Δήμαρχος Ναυπλιέων και Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής κ. Δημήτρης Κωστούρος, σας προσκαλεί στην ομιλία του κ. Charles Stocking και του κ. Δημοσθένη Ταμπάκου, το Σάββατο 14 Μαρτίου 2015 και ώρα 12:00 στην αίθουσα διαλέξεων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο  πλατεία Φιλελλήνων (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»).

Θέμα: «Πέρα από το Σώμα: Μία σύντομη ιστορία του Μαραθωνίου, Αρχαίου και Σύγχρονου».

Η εκδήλωση συνδιοργανώνεται από το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών (Ελλάδας) του Πανεπιστημίου Harvard, τον Δήμο Ναυπλιέων και τον Δημοτικό Οργανισμό Πολιτισμού, Περιβάλλοντος, Αθλητισμού και Τουρισμού  (ΔΟΠΠΑΤ).

Ο κ. Charles Stocking, είναι Επίκουρος Καθηγητής Κλασικών Σπουδών στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικού Οντάριο στον Καναδά και συνεργάτης του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard. 

Ο κ. Δημοσθένης Ταμπάκος, είναι Χρυσός Ολυμπιονίκης και Καθηγητής Φυσικής Αγωγής.

* Το πρώτο μέρος της ομιλίας θα πραγματοποιηθεί στην αγγλική γλώσσα με ταυτόχρονη μετάφραση στα ελληνικά.

Read Full Post »

Ιερός Ναός Γενεσίου Θεοτόκου Ναυπλίου


 

Ο Ιερός Ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου πίσω από το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο (παλαιό Οπλοστάσιο κατά την Β’ Ενετική κυριαρχία 1686-1715), είναι κτίσμα μεταβυζαντινό του 15ου αιώνα (αρχές 16ου;), για το οποίο δυστυχώς δεν υπάρχει σύγχρονή του γραπτή μαρτυρία.

 

Ο Ιερός Ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.

Ο Ιερός Ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.

 

Ιερός Ναός Γενεσίου Θεοτόκου - Άποψη εσωτερικού χώρου και τέμπλου. (Φωτογραφία από τον ιστότοπο, Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο).

Ιερός Ναός Γενεσίου Θεοτόκου – Άποψη εσωτερικού χώρου και τέμπλου. (Φωτογραφία από τον ιστότοπο, Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο).

Πρόκειται για τρίκλιτη βασιλική χωρίς τρούλο, ξυλόστεγη, με έξι κολώνες (συν δύο επάνω από τον δυτικό τοίχο, σύνολο οκτώ κολώνες) στο εσωτερικό της, που επιστέφονται από γύψινα, κορινθιακού ρυθμού κιονόκρανα. Ο νάρθηκας του ναού ανήκει χρονικά πιθανότατα στα τελευταία χρόνια της Β’ ενετικής κυριαρχίας, την εποχή της ανακαίνισής του, 1708-1714. Το δυτικής τεχνοτροπίας ξυλόγλυπτο τέμπλο φιλοτεχνήθηκε το 1870. Το παλαιό κωδωνοστάσιο ανεγέρθηκε, όπως αναγράφεται στη σχετική επιγραφή, το 1907.

Είναι τρισυπόστατος ναός, ο οποίος τιμάται στη μνήμη: Γενεσίου της Θεοτόκου, του Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (Βόρειο κλίτος) και του Αγίου Δημητρίου (νότιο κλίτος). Μερικές εικόνες (άγιος Νικόλαος, Απότομη Κεφαλής του Προδρόμου και οσία Ματρόνα Χιοπολίτισσα) ιστορήθηκαν κατά την Επανάσταση του 1821 και λίγα χρόνια αργότερα.

Κατά την εποχή της Β’ ενετοκρατίας ήταν ο κύριος ορθόδοξος ναός, δεδομένου ότι ο Άγιος Γεώργιος ανήκε στους καθολικούς, ενώ στην Αγία Σοφία μόλις το 1780 πρωτοδόθηκε άδεια από τους Τούρκους να τον λειτουργήσουν οι Ναυπλιώτες. Στην απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας το 1696 απογράφονται στην περιοχή – ενορία του ναού – 12 οικογένειες συνολικού αριθμού ατόμων 46, όλες ξένων εποίκων.

Η ελιά του Μηνιάτη στην πλατεία της Παναγίτσας. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.

Η ελιά του Μηνιάτη στην πλατεία της Παναγίτσας. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.

Η Παναγία του Ναυπλίου είναι συνδεδεμένη με το μαρτύριο του Νεομάρτυρα Αναστασίου, που κατά την παράδοση οι Τούρκοι βασάνισαν την πρώτη Φεβρουαρίου του 1655 στην ελιά που υπάρχει ακόμα στη βορινή πλευρά του ναού. Στην πλατεία της Παναγίας έχει στηθεί προσκυνητάρι. Στον περίβολο της ιστορικής ελιάς στα βόρεια του ναού, αλλά και από τον άμβωνα του ναού κήρυττε, σύμφωνα με την παράδοση, ο μεγάλος κεφαλλονίτης εκκλησιαστικός ρήτορας Ηλίας Μηνιάτης μεταξύ των ετών 1708 και 1714. Πίσω από την αψίδα του ιερού βρίσκονται τα μνήματα του ιερέως του ναού Παναγιώτη Καμαριώτη (1785-1853) και της μητέρας του πρωθυπουργού Ιωάννη Κωλλέτη.  

 

Πηγή


  • Ευάγγελος Μαστέλλος, «Ο Ιερός Ναός Γενεσίου Θεοτόκου στο Ναύπλιο…», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, VI (2007).  

 

Read Full Post »

Ναύπλιο: το Ενετικό κτίριο και το Πρώτο Τυπογραφείο της Διοικήσεως


 

Στα νότια της μητρόπολης του Αγίου Γεωργίου σώζεται σε ερειπωμένη κατάστα­ση ένα μοναδικό διώροφο ενετικό κτίριο. Το κτίριο αυτό σε σχήμα Γ είναι μεταγενέστερο της εκκλησίας του Αγίου Γεωρ­γίου, με την οποία δεν έχει καμία επικοινωνία, κλείνει ασφυκτικά τη νότια πλευρά της με πρόσοψη στην οδό Παπανικολάου και δυτικά στην πάροδο Γενναδίου και χρονολογείται στη Β’ Ενετοκρατία (1686-1715). Δεν μας είναι γνωστή η αρχική του χρήση. Το βορειοδυτικό τμήμα του κτιρίου σε μήκος 5,50μ. Β-Ν που απέχει λίγα μέτρα από τον Άγιο Γεώργιο είχε κάθετα καταρρεύσει και έχει ξανακτισθεί. Η κάθετη κατάρρευση του βορειότερου τμήματος του κτιρίου, κατά την άποψή μας, οφείλεται στην υποχώρηση του υπεδάφους της θεμελίωσης, το οποίο ήταν προσχωσιγενές, όταν οι Βενετσιάνοι μπάζωσαν τη θάλασσα και μεγάλωσαν την πόλη στα 1500 μ. Χ., ενώ το νοτιότερο μεγαλύτερο τμήμα του κτιρίου προφανώς είναι θεμε­λιωμένο πάνω στο φυσικό στέρεο βραχώδες υπέδαφος. Στην νότια πλευρά (οδός Παπανικολάου), στο ισόγειο έχουν γίνει μεταγενέστερες τροποποιήσεις των ανοιγ­μάτων και αλλαγή στο δυτικότερο παράθυρο του α’ ορόφου.

 

Ενετικό κτίριο μερική άποψη από Ν.Δ.

Ενετικό κτίριο μερική άποψη από Ν.Δ.

Ο μικρός πληθυσμός της πόλης του Ναυπλίου κατά την εποχή της Β’ Ενετοκρα­τίας δεν ενισχύει την άποψη ότι πρόκειται για Λόντζια. Πιθανότερη φαίνεται η άπο­ψη ότι κτίστηκε από τους Ενετούς ως Ενετική Σκουόλα (Scuola), δηλαδή ως κτίριο αδελφότητας, κομπανίας, όπου συγκεντρώνονταν οι αξιωματούχοι, οι έμποροι και η ανώτερη τάξη της πόλης. Έχει εκφραστεί επίσης η λιγότερη πιθανή άποψη ότι το κτίριο είχε κτισθεί ως μοναστήρι Δομηνικανών. Το κτίριο στην εσωτερική του αυλή φέρει χαμηλή αψιδωτή μαρμάρινη στοά.

 

Ενετικό κτίριο εσωτερική στοά.

Ενετικό κτίριο εσωτερική στοά.

Από το μνημειακό αυτό ενετικό σωζόμενο κτίριο, εκτός από την αποθήκη του Στόλου (Αρχαιολογικό Μουσείο), σώζονται μόνο οι τοίχοι, ενώ ένα τμήμα του στην εσωτερική αυλή έχει καταρρεύσει.

 

Το κτίριο εικονίζεται σε μνημειακή απεικόνιση σ’ ένα σχέδιο με μολύβι του αρχιτέκτονα Leon von Klenze [1], το 1834 μαζί με την εκκλησία του Αγίου Γεωρ­γίου και τα βορειότερα της εκκλησίας κτίρια. Μεταξύ της εκκλησίας και του ενετικού κτιρίου εικονίζεται το κατώτερο σωζόμενο τμήμα μιναρέ, όταν ο Άγιος Γεώρ­γιος είχε μετατραπεί σε τζαμί, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ενώ σήμερα σώζεται μόνο η ψηλή ορθογώνια βάση του.

 

Ενετικό κτίριο δεξιά, ο Άγιος Γεώργιος και βορειότερα κτίσματα. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε (Leo von Klenze 1784-1864).

Ενετικό κτίριο δεξιά, ο Άγιος Γεώργιος και βορειότερα κτίσματα. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε (Leo von Klenze 1784-1864).

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο νάρθηκας (αψιδωτή στοά), ο γυναικωνίτης και το κα­μπαναριό του Αγίου Γεωργίου σύμφωνα με την μαρμάρινη επιγραφή ολοκληρώθη­καν το Φεβρουάριο του 1834 καθώς και ότι ο νάρθηκας του Αγίου Γεωργίου χρησί­μευσε ως πρότυπο κατά την διαμόρφωση των σχεδίων, από τον Klenze, για την καθολική εκκλησία του Διονυσίου Αρεοπαγίτου στην Αθήνα. Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι ότι τα κιονόκρανα της στοάς του Αγίου Γεωργίου και της στοάς του Διονυσίου Αρεοπαγίτου έχουν ως πρότυπο τα κιονόκρανα της στοάς του Ενετικού κτιρίου. Μεταξύ του ενετικού κτιρίου και του καμπαναριού του Αγίου Γεωργίου εικονίζεται η κλίμακα ανόδου στο γυναικωνίτη. Το μικρό υπάρχον σήμερα πρόσθετο ισόγειο κατάστημα, καφενείο, μεταξύ του καμπαναριού και του ενετικού κτιρίου προφανώς φτιάχτηκε πριν από τον πόλεμο.

 

Ο Άγιος Γεώργιος ως γνωστόν κτίσθηκε ως τζαμί κατά την πρώτη Τουρκοκρα­τία στη θέση καθολικού ενετικού ναού. Στα χρόνια της Β’ Τουρκοκρατίας 1715-1821 το ενετικό κτίριο χρησιμοποιήθη­κε ως λατρευτικό κτίριο, τεκές,[2] των αιρετικών Μπεκτασήδων και συνυπήρχε με το διπλανό μουσουλμανικό τζαμί (Άγιο Γεώργιο). Μετά την απελευθέρωση το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως στρατώνας χωροφυλα­κής [3] και μερικοί χώροι χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς ως σχολείο της πόλης [4]. Αλλά στο κτίριο αυτό στεγάστηκε κατά την Ελληνική Επανάσταση το 1825 το «Τυπογραφείο της Διοικήσεως» [5] με διευθυντή τον Παύλο Πατρίκιο, ο οποίος φρόντισε μαζί με τον Αστυνόμο και βρήκε οίκημα «αρμόδιον δια την σύστασιν της ρηθείσης τυπογραφείας, κείμενον πλησίον του Υπουργείου των Εσωτερικών». Από τον Σεπτέμβριο του 1825 αποφασίστηκε η έκδοση της «Γενικής Εφημερίδας της Ελλάδας» με εφημεριδογράφο τον Θεόκλητο Φαρμακίδη. Την εποχή αυτή έφθασε στο Ναύπλιο και ένα καινούριο αγγλικό πιεστήριο των μηχανουργείων Τέϊλορ-Μαρτινό (Taylor-Martineau) με έκκεντρη κίνηση. Η τυπογραφία της Διοικήσεως διέθε­τε τρία τυπογραφεία και από την εποχή αυτή (1825) άρχισαν να τυπώνονται και διάφορα άλλα βιβλία.

 

Το 1827 το τυπογραφείο μεταφέρθηκε από την Αίγινα στον Πόρο και πάλι στο Ναύπλιο. Την έκδοση της «Γενικής Εφημερίδας» ανέλαβε ο Γ. Χρυσίδης, όπου εκ­δόθηκε το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδας» της Τροιζήνας και ο «Κώδιξ της Γ’ Συνελεύσεως». Για το ενετικό κτίριο στο Ναύπλιο όπου πρωτολειτούργησε προφανώς σύμφωνα με τα παραπάνω, το πρώτο «Τυπογραφείο της Διοικήσεως», στα χρόνια της Επανά­στασης και επί Καποδίστρια το πρώτο τυπογραφείο του ελεύθερου Ελληνικού Κρά­τους ο Δήμος Ναυπλίου έχει ήδη εκπονήσει μελέτη αναπαλαίωσης σε συνεργασία με το Ε.Μ.Π. με σκοπό τη χρηματοδότηση από το Υπουργείο Πολιτισμού, προκει­μένου να στεγασθεί σε αυτό το «Μουσείο της πόλεως Ναυπλίου», είναι αναγκαίο και ώριμο αίτημα των καιρών.

 

Ωστόσο η χρηματοδότηση για την αναπαλαίωση έχει δυστυχώς καθυστερήσει και το κτίριο κινδυνεύει να καταρρεύσει ολοσχερώς από τις καιρικές συνθήκες. Ο Δήμος Ναυπλίου σε συνεργασία με το ΥΠΠΟ ή με άλλο φορέα είναι αναγκαίο να προχωρήσει τις διαδικασίες για την αναπαλαίωση του κτιρίου το συντομότερο δυ­νατόν. Το Ναύπλιο, ως γνωστόν, έχει μακρά παράδοση στην τυπογραφία από τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Τυπογραφική μηχανή Hopkinson 1830.

Τυπογραφική μηχανή Hopkinson 1830.

 

Στην απαλλοτριωμένη νεοκλασική οικία του 1878, από το Υπουργείο Πολιτισμού, πρώην ιδιοκτησία Σ. Ε. Βίγγα, στην πλατεία Συντάγματος δίπλα στον Πλάτανο, όπου λειτουργούσε τυπογραφείο και εκδιδόταν τοπική εφημερίδα «ΑΡΓΟΛΙΣ» σώζονται δύο παλιές, παρόμοιες τυπογραφικές μηχανές του 1830 κατασκευασμένες στο Λονδί­νο: α) Τυπογραφική μηχανή μάρκας Hopkinson 1830, Hopkinson COPE, Finnsbury London διαστ. 2,08X0,93μ. β) Τυπογραφική μηχανή John & Jep Barrett 1830, excorsor R. W. COPE, Finnsbury London, διαστ. 2,20X0,97 μ. Πρόκειται για γερές μεταλλικές κατασκευές όπου στηρίζονται σε τέσσερα πόδια διαμορφωμένα σε λεοντοπόδαρα.

 

Τυπογραφική μηχανή J. J. Barrett 1830.

Τυπογραφική μηχανή J. J. Barrett 1830.

 

 

Οι διαβρωμένες από την υγρασία μηχανές διατηρούνται σε κακή κατάσταση και πρέπει το συντομότερο να συντηρηθούν. Όταν λειτουργήσει το «Μουσείο της Πό­λεως Ναυπλίου», στο ενετικό κτίριο της πόλης, το οποίο είναι ώριμο αίτημα των καιρών, πρέπει να εκτεθούν στο χώρο αυτό, όπου πρωτολειτούργησε το 1825 το «Τυπογραφείο της Διοικήσεως».

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο 1979, εικ. 83. Μ. Κασιμάτη, Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα Μόναχο, Τέχνη και Πολιτισμός στη νέα Eλλάδα, 2000, 572-573, εικ. 281.

[2] Τάκης Μαύρος, Χάρτης Ναυπλίου α’ ημίσεως ΙΘ’ αιώνα, αρ. 8. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, 2009.

[3] Μαύρος οπ. 8.

[4] Μ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, Γ’ έκδοση 1975, 301.

[5] Αικ. Κουμαριανού, Ο Τύπος στη μαχόμενη Ελλάδα, «Ελευθεροτυπία», Ιστορικά, 1821 οι αθέατες όψεις, 25/3/2008, 145-148. Ιωάννη Κ. Μαζαράκη Αινιάν, Τα Ελληνικά Τυπογραφεία του Αγώνα, «Ελευθεροτυπία» Ιστορικά ο.π, 155-164, ειδικ. 162-163.

 

 
Χρήστος Πιτερός

Αρχαιολόγος Δ΄ ΕΠΚΑ Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο (Πρόδρομη ανακοίνωση) Κώστας Δανούσης


  

Η μνήμη του παρελθόντος και ιδιαίτερα του ενδόξου κλέους των προγόνων απο­τέλεσε από τα χρόνια της απώτερης αρχαιότητας βασικό στοιχείο συνέχειας -και ενότητας- μιας φυλής, ενός έθνους. Η αναφορά στις κοινές ρίζες, στις κοινές περιπέτειες, στις μεγάλες νίκες και στις συμφορές, λειτούργησε πάντοτε συνεκτικά και επέτρεπε, σαν είδος ψυχικού και πνευματικού εφαλτηρίου, την κοινή όραση και όραμα του μέλλοντος. Έτσι λοιπόν, από τους πρώτους ιστορικούς τουλάχιστον χρό­νους, ο άνθρωπος θα επινοήσει το «σήμα μνήμης», το μνημείο, ως σημείο κοινής αναφοράς, φορτωμένο όμως με μεγάλο ιδεολογικό βάρος. Το μνημείο δε θα αρκε­στεί να υπενθυμίζει στους μεταγενεστέρους ότι «τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι», αλλά θα φιλοδοξεί να δίνει κατευθύνσεις για το μέλλον, σηματοδοτώ­ντας την κοινή πορεία, την κοινή ταυτότητα, το κοινό αύριο, ό,τι δηλαδή συνέχει τις κοινωνικές ομάδες στη διαιώνια πορεία τους.

«Θα αρχίσω από τους προγόνους μας», τόνισε ο Περικλής του Ξανθίππου, όταν στις αρχές του πελοποννησιακού πολέμου, ορίστηκε να κάνει τον έπαινο των νεκρών. «Δίκαιο και σωστό σε μια τέτοια ώρα να τους κάνουμε την τιμή της μνήμης. Γιατί από γενιά σε γενιά οι ίδιοι πάντα έζησαν σ’ αυτή τη γη και χάρη στην ανδρεία τους μας την παράδωσαν ελεύθερη», συνέχισε ο μεγάλος Αθηναίος πολιτικός. Αυτό επαναλαμβάνουμε και ᾽μεις αιώνες τώρα. Αυτό θέλησαν να πουν και οι Έλληνες της Παλιγγενεσίας, ευθύς ως το Γένος αιμόφυρτο βγήκε από τις φωτιές και τους καπνούς του Αγώνα. Ευθύς ως μπόρεσε να ανασάνει από τον πολύχρονο τιτάνιο αγώνα του για λευτεριά και δικαιοσύνη. Και ήταν επόμενο το Ναύπλιο, το «άτι του Μοριά», όπως προσφυώς έλεγε ο Γέρων Κολοκοτρώνης, να βγει μπροστά σε αυτή την προσπάθεια. Σε αυτή την πόλη, όπου συναντήθηκαν πολλές φορές οι μεγάλες εξάρσεις και τα μεγάλα πάθη του έθνους, ήταν αναγκαίο η συλλογική μνήμη να σημαδέψει στο χώρο και στο χρόνο, την τιμή της μνήμης των προμάχων της λευτεριάς μας, Ελλήνων και ξένων. Εδώ η Ελλάδα ευγνωμο­νούσα θα σκύψει και θα καταθέσει λίγα λουλούδια σε αυτούς που συνετέλεσαν στην εθνική μας αποκατάσταση.

Η βαριά κληρονομιά του Ναυπλίου, της πρώτης «πρωτεύουσας πόλης» του νεο­ελληνικού κράτους πλανάται στον αέρα που αναπνέουμε. Δίπλα μας, κάτω από τον πλάτανο της κεντρικής μας πλατείας, ακούγονται ακόμη οι θερμοί λόγοι του Ηλία Μηνιάτη· λίγο πιο πέρα ηχούν τα βαριά βήματα της βάρδιας στις ντάπιες, ενώ στον Άγιο-Σπυρίδωνα ο χρόνος έχει σταματήσει στο πρωινό εκείνο της 27 Σεπτεμβρίου του 1831, όταν βάσκανος οφθαλμός φθόνησε τον εκ της τέφρας του αναγεννώμενο φοίνικα. Αυτή την κληρονομιά σφραγίζουν, υπογράφουν, σημειώνοντας υποθήκες για το μέλλον, τα μνημεία που στολίζουν την πρωτεύουσα της Αργολίδας. Και ανά­μεσά τους εξέχουσα θέση κατέχει ο ανδριάντας του πρώτου Κυβερνήτη της ελεύθε­ρης Ελλάδας, του Ιωάννη Καποδίστρια.

 

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Ντιάνα Αντωνακάτου.

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Ντιάνα Αντωνακάτου.

 

Η πόλη του Ναυπλίου υπήρξε στενά συνδεδεμένη με τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας, αφού σε αυτή ανέπτυξε την τιτάνια προσπάθειά του για τη δημιουργία ελληνικού κράτους -πολιτείας ευνόμου -, αφού σε αυτή βρήκε τραγικό θάνατο, ένα θάνατο που ψαλίδισε τις φτερούγες του έθνους που αναγεννιόταν. Αμέσως μετά το θάνατό του κατατέθηκε η ιδέα για την ανίδρυση μαυσωλείου του στην ακρόπολη της Τίρυνθας, ώστε να επισκοπεί του ναυπλιακού κόλπου αλλά και της πρώτης εθνι­κής οδού που εκείνος άρχισε, της οδού από Άργος εις Ναύπλιον, και τριών ανδριάντων του. Πιο συγκεκριμένα η Ε’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση, με το ΙΣΤ’ Ψήφισμα της, το Φεβρουάριο του 1832, αποφάσισε:

  

«Β’. Ν’ ανεγερθή ως μαυσωλείον τάφος του αειμνήστου Κυβερνήτου επί του λόφου της Τίρυνθος και πλησίον αυτού ιερός ναός, ως ο του εν Αιγίνη Ορφανοτροφείου, επ’ ονόματι του Αγίου Ιωάννου του Θε­ολόγου τιμώμενος» και «Ε’. Να κατασκευασθώσιν, άμα επιτρέψωσιν οι χρηματικοί πόροι του κράτους, εκ χαλκού τρεις κολοσσαίοι ανδριάντες, φέροντες τα εμβλήματα της ειρήνης και της φρονήσεως, εξ ων ο εις θέλει σταθή εις Αίγιναν, ο δε κατά την Πελοπόννησον, εις την καθέδραν της Κυβερνήσεως ή εις Τριπολιτσάν, ο δέ τρίτος εις την Στερεάν Ελλάδα κατά το Μεσολόγγιον, ή εις την καθέδραν της Κυβερνήσε­ως, εάν κατασταθή εις τινα πόλιν της Στερεάς Ελλάδος».

 

Η αναρχία που ακολούθησε, αλλά και η εχθρική στάση του Οθωνικού κράτους έναντι του Καποδίστρια και της μνήμης του δεν επέτρεψαν την υλοποίηση της ιδέ­ας. Αλλά και αργότερα, παρόλο που η Α’ Εθνική Συνέλευση, η οποία ακολούθησε την εξέγερση της 3ης Σεπτέμβρη του 1843, αποφάσισε με το ΙΖ’ Ψήφισμά της, «εκπληρούσα χρέος Ιερόν προς την διαιώνισιν του μεγάλου σεβασμού και της εξαίρε­του ευγνωμοσύνης την οποίαν οι λαοί της Ελλάδος σώζουσιν εις την μνήμην του Αοιδίμου Ιωάννου Α. Καποδιστρίου, ποτέ Κυβερνήτου της Ελλάδος….», «να εγερθή επιμελεία της κυβερνήσεως Αδριάς τούτου ως ευεργέτου της πατρίδος», εντούτοις τίπο­τα δεν εγένετο. Ο Καποδίστριας, παραμένοντας ανυπέρβλητο σημείο αναφοράς, απωθούσε κάθε τέτοια ιδέα. Και δε θα πρέπει να λησμονείται ότι οι καποδιστριακές σπουδές άρχισαν να αναπτύσσονται στην Ελλάδα σχεδόν πρόσφατα, μετά την πτώση της επτάχρονης Δικτατορίας. Και, φυσικά, έφτασαν σε σημείο αγιοποίησής του. Από το ένα άκρο στο άλλο!

Έπρεπε, λοιπόν, να περάσουν χρόνοι πολλοί, να φτάσουμε στις γιορτές της Α’ Εκατονταετηρίδας από την Παλιγγενεσία, στα χρόνια της Α’ Ελληνικής Δημοκρατίας, μετά από μια τραγική καταστροφή, για να ξανατεθεί το θέμα της ανέγερσης ανδριά­ντα του Καποδίστρια. Λίγα χρόνια πριν τα ιδανικά γενεών και γενεών Ελλήνων είχαν καταποντιστεί άδοξα στο λιμάνι της Σμύρνης. Το έθνος ζητούσε μια νέα αυτοπεποίθηση, ενώ οι νέοι δημιουργοί, αναζητώντας νέες διεξόδους, άρχιζαν ένα νέο διάλογο με την παράδοση (βλ. «Ελεύθερο πνεύμα» του Γ. Θεοτοκά). Και η Εκα­τονταετηρίδα ήταν μια θαυμάσια ευκαιρία. Η Ελλάδα γέμισε μνημεία πεσόντων και ανδριάντες ηρώων.

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (έργο Μιχάλη Τόμπρου, 1932). Από τον ιστοχώρο «Οδός Ελλήνων».

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (έργο Μιχάλη Τόμπρου, 1932). Από τον ιστοχώρο «Οδός Ελλήνων».

Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή Εορτασμού της Εκατονταετηρίδας προώθησε, με­ταξύ άλλων εκδηλώσεων, και την ανέγερση – κυρίως στην Αθήνα – μνημείων και ανδριάντων των επιφανών αγωνιστών και προσωπικοτήτων. Έτσι αποφασίστηκε η ανίδρυση ανδριάντα του Καποδίστρια έξω από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, δίπλα στον ανδριάντα του Αδαμαντίου Κοραή, και ανάδοχος του έργου αναδείχτηκε ο πληθωρικός Κεφαλλήν γλύπτης Γεώργιος Μπονάνος. Έως τότε είχε ανιδρυθεί μόνον ένας ανδριάντας του πρώτου Κυβερνήτη, το 1887, στην Κέρκυρα, έξω από το μέγαρο της Ιόνιας Ακαδημίας, έργο του Λεωνίδα Δρόση.

 Παίρνοντας αφορμή από τις εξελίξεις αυτές, το Δημοτικό Συμβούλιο Ναυπλίου, με το 47 από 9.12. 1929 Ψήφισμα του ζητάει από την κυβέρνηση «να συστήση εις την Επιτροπείαν ταύτην, όπως μη παροραθή η θέλησις των κληροδοτησάντων προς ημάς την ελευθερίαν ενδόξων προγόνων, διάταξη δε όπως εκτός του ανδριάντος, ό­στις πρόκειται να ανεγερθή προ των προπυλαίων του Πανεπιστημίου πανομοιότυπον ανεγερθή και ενταύθα εις εκτέλεσιν ρητής εντολής της ως άνω Εθνικής Συνελεύσεως, καθ’ όσον ολόκληρον το έργον του Μεγάλου Κυβερνήτου μετά την ανεξαρτησίαν και η ζωή του συνδέεται με την πάλιν του Ναυπλίου».

Η πρόταση του Δημοτικού Συμβουλίου βρήκε ευήκοα ώτα στην πολιτική ηγεσία της χώρας. Την υποστήριξε στη Βουλή ο βουλευτής Π. Πετρίδης, συνηγόρησε και ο ηγέτης της Αντιπολίτευσης Παναγής Τσαλδάρης, ενώ τόσον ο Υπουργός Εσωτερι­κών Κωνσταντίνος Ζαβιτσάνος όσον και ο ίδιος ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος υποσχέθηκαν ότι η Επιτροπή Εορτασμού της Εκατονταετηρίδας θα συμπεριλάβει στο πρόγραμμά της και την ανέγερση ανδριάντα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλά­δας στο Ναύπλιο. Μάλιστα η κυβέρνηση διέθεσε για το σκοπό αυτό το ποσόν των 100.000 δρχ., η Επιτροπή Εορτασμού της Εκατονταετηρίδας 50.000 δρχ. και ο Ε­λευθέριος Βενιζέλος προσωπικά 10.000 δρχ.

Ο ανδριάντας του Καποδίστρια έξω από το κεντρικό κτίριο του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου στην Αθήνα (έργο Γεωργίου Μπονάνου, 1932). Φωτογραφία, Ηλίας Γεωργουλέας, από τον ιστοχώρο «Γλυπτά της Αθήνας».

Ο ανδριάντας του Καποδίστρια έξω από το κεντρικό κτίριο του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου στην Αθήνα (έργο Γεωργίου Μπονάνου, 1932). Φωτογραφία, Ηλίας Γεωργουλέας, από τον ιστοχώρο «Γλυπτά της Αθήνας».

Μετά την απόφαση αυτή, ο γλύπτης Γεώργιος Μπονάνος, προσπάθησε να έρθει σε επαφή με το Δήμαρχο Ναυπλιέων Κωνσταντίνο Κόκκινο μέσω του φίλου του Γεωργίου Θερμογιάννη, υποσχόμενος να διαθέσει αντίγραφο του ανδριάντα του Καποδί­στρια, που προόριζε για την Αθήνα, και στο Ναύπλιο αντί 435.000 δρχ. Ο Μπονά­νος είχε ήδη σχέσεις με την πόλη, αφού είχε φιλοτεχνήσει τρία επιτάφια μνημεία, εκείνα των οικογενειών Θερμογιάννη, Σωφρόνη και Μόρφη. Ταυτόχρονα όμως εκ­δηλώθηκε το ενδιαφέρον και του Ανδριώτη γλύπτη Μιχαήλ Τόμπρου, ο οποίος πρό­σφερε τον ανδριάντα σε πολύ χαμηλότερη τιμή, μέσω των πολιτικών παραγόντων Π. Πετρίδη και Κολιαλέξη, με τη σύμφωνη γνώμη του Δημάρχου Ναυπλίου. Έτσι άρχισε μια επικοινωνία του Τόμπρου με το Ναύπλιο για να καταλήξει τελικά στην απευθείας ανάθεση σε αυτόν της φιλοτέχνησης του έργου.

Ο Δήμαρχος συγκρότησε εξαμελή υπό την προεδρία του Επιτροπή Ανέγερσης του Ανδριάντα, η οποία κάλεσε (30.5.1931) τον Μιχαήλ Τόμπρο και τον αρχιτέκτο­να Παπαδάκη «άνευ ουδεμιάς δεσμευτικής προς αυτούς υποχρεώσεως της Επιτρο­πής, όπως μελετήσωσι την εν τη πλατεία Δικαστηρίου ανέγερσιν του Ανδριάντος από γενικής απόψεως και συντάξωσι και υποβάλωσι τα απαιτούμενα σχέδια… μετά των οριστικών προτάσεων αναλήψεως του έργου».

Ο Τόμπρος θα φιλοτεχνήσει το πρόπλασμα του ανδριάντα, θα στείλει φωτογρα­φία του στο Ναύπλιο και η Επιτροπή θα αποφασίσει να στείλει στο εργαστήριο του ειδικούς καλλιτέχνες για να το εξετάσουν και να διατυπώσουν τη γνώμη τους «περί της καλλιτεχνικής αξίας τούτου εν γένει». Μια παρέμβαση του Νομάρχη Αργολιδοκορινθίας υπέρ του γλύπτη Μαλτέζου, ο οποίος είχε αναλάβει τη φιλοτέχνηση του ανδριάντα του Φιλικού Αναγνωστόπουλου και πρόσφερε ιδιαίτερα χαμηλή τιμή – μόλις 175.000 δρχ.- , φαίνεται πως δεν είχε αποτελέσματα.

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (λεπτομέρεια).

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (λεπτομέρεια).

Τελικά ο Τόμπρος θα υποβάλει προσφορά ύψους 275.000 δρχ., η οποία θα γίνει δεκτή, πλην όμως αποφασίζεται (25.1.1932) η συγκρότηση Επιτροπής καλλιτεχνών, η οποία θα εξετάσει τη μακέτα του έργου, θα αποφανθεί για την καλλιτεχνική της αρτιότητα, αλλά και θα αναλάβει επ᾽ αμοιβή την παρακολούθηση της εκτέλεσης του έργου και τη μελέτη διαμόρφωσης των πλατειών Τριών Ναυάρχων και Δικα­στηρίων. Μέλη της Επιτροπής αυτής διορίζονται ο Ν. Μπέρτος, Διευθυντής Καλών Τεχνών του Υπ. Παιδείας, ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ζωγράφος και καθηγητής της Σχο­λής Καλών Τεχνών, και ο Δημήτριος Πικιώνης, καθηγητής της Αρχιτεκτονικής Σχο­λής του Ε.Μ.Π., προσωπικότητες δηλαδή υψηλού καλλιτεχνικού κύρους.

Η Καλλιτεχνική αυτή Επιτροπή εξέτασε (13.2.1932) το πρόπλασμα του ανδριά­ντα και το σχέδιο της πλατείας, όπου επρόκειτο να ανεγερθεί. Και για μεν το πρό­πλασμα έκρινε «την επί χαμηλού και πλατέος βάθρου ανίδρυσιν του ανδριάντος και του παραπλεύρως συμβολικού κορμού ως αξιόλογον πλαστικήν έρευσιν, εξυπηρετουμένην πρεπόντως υπό του απτού και σχηματικού χειρισμού των όγκων ως την προ­βλεπομένη υπερφυσικήν κλίμακα διττώς ενδεικνυομένην και υπό των απαιτήσεων του χώρου και του θέματος».

Ο καλλιτέχνης, σχολιάζοντας στο Δήμαρχο Ναυπλιέων, την επίσκεψη της Ε­πιτροπής γράφει μεταξύ άλλων «Κατ’ αρχήν τους ήρεσε το έργον και μου συνέστησαν εις το μεγάλο να τονίσω την έκφρασιν του προσώπου και μερικές λεπτομέρειες εις τα ενδύματα, κυρίως ως προς τα κάτω άκρα… Ο κ. Παρθένης είνε Κερκυραίος και μαζύ με τον Πικιώνην εξήραν την απλότητα και το χάρισμα του ενδύματος «φράκου» που επροτίμησα, δια του οποίου φαίνεται καθαρά ο ευγενής και διπλωμάτης».

Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στην Κέρκυρα (έργο Λεωνίδα Δρόση, 1887).

Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στην Κέρκυρα (έργο Λεωνίδα Δρόση, 1887).

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι γίνονται από τον Τόμπρο δύο έμμε­σες αναφορές, μια προς τον «Καποδίστρια» του Μπονάνου και μια προς τον αν­δριάντα του Κυβερνήτη, έργου του Λεωνίδα Δρόση, που έχει στηθεί στην Κέρκυρα προ της Ιονίου Ακαδημίας (1887). Ο «Καποδίστριας» του Τόμπρου γειτνιάζει με εκείνον του Δρόση.

Για την κάλυψη του υπολοίπου του απαιτουμένου ποσού για την ανέγερση του ανδριάντα η Επιτροπή απευθύνθηκε (28.3.1932) προς τα Κοινοτικά Συμβούλια του νομού Αργολιδοκορινθίας ζητώντας την οικονομική ενίσχυση της τόσον από τις Κοινότητες όσο και από τους γεωργούς κατοίκους τους σε εκπλήρωση του οφειλό­μενου «φόρου ευγνωμοσύνης προς τον ιδρυτήν της πρώτης Γεωργικής Σχολής εν Τίρυνθι και δι’ όσα υπέρ της γεωργίας της Ελλάδος έπραξεν… μέχρι του βιαίως και προώρως διακοπέντος έργου Αυτού».

Τελικά το συμβόλαιο ανέγερσης υπογράφηκε στις 12.5. 1932 και στις 13 Οκτω­βρίου του ίδιου έτους η Επιτροπής παρακολούθησης του έργου εξέτασε και ενέκρι­νε το τελειωτικό πρόπλασμα του ανδριάντα, καθώς και τις επιγραφές του χαράσσο­νταν στο βάθρο του. Παράλληλα ο Πικιώνης προέβη σε εμπεριστατωμένη μελέτη των πλατειών Τριών Ναυάρχων και Δικαστηρίων.

Ο Τόμπρος γράφοντας στο Δήμαρχο Ναυπλίου (8.8. 1932) τονίζει μεταξύ άλ­λων: «Είπα προσέτι εις τον κ. Πικιώνην να σας εκθέση τας σκέψεις του και θα εξαρτηθή πλέον από Σας και το Δημοτικόν σας Συμβούλων, η χειρονομία της εξωρα­ϊστικής αυτής συμβολής μας, εις την ιστορίαν γενικώς των ημερών σας δια το Ναύπλιον. Εκείνο που βλέπω είνε ότι εκ της λύσεως αυτής, ήτις περιέχει και διαμορφώ­νει όλα τα κακώς έχοντα από απόψεως πολεοδομικής εις τον νέον χώρον και εν μέρει πάλαιαν του Ναυπλίου, θα πάρει μια όψι πολιτισμού συγχρόνου το τμήμα το νέον του Ναυπλίου……

Στις 12 Ιουνίου η Επιτροπή παρακολούθησης του έργου εξέτασε τον αποπερατωθέντα μαρμάρινο ανδριάντα, τον ενέκρινε και σημείωσε: «…εν τω ανδριάντι τούτω ο γλύπτης κατώρθωσε να πραγμάτωση διττώς δυσχερές έργον. Ήτοι εφήρμοσε επί του γλυπτικού τούτου έργου τας πολλαπλός απιτήσεις μιας αναγωγής εις σχήματα αρχιτεκτονικώς συντεθειμένα, απλά, σαφώς και ακριβώς διαγεγραμμένα. Ό,τι δε έχει μεγαλυτέραν σημασίαν είναι το ότι επετέλεσε το έργον τούτο εν απολύτω σεβασμό προς τον χαρακτήρα του υποκειμένου της μιμήσεως. Χάρις εις την διπλήν ταύτην ενέργειαν, η μορφή, ιστορικώς και ψυχολογικώς πιστή, λαμβάνει σημασίαν συμβόλου». Και βέβαια όταν έχουμε τέτοιες κρίσεις από έναν Παρθένη και έναν Πικιώνη, περιτ­τεύουν τα σχόλια.

Στο βάθρο του ανδριάντα χαράχθηκε η επιγραφή

ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΙΣ ΕΚΤΕΛΕΣΙΝ ΤΟΥ ΙΖ’ / ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΗΣ Ε’ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΩΝ / ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ /1832 ΧΟΡΗΓΙΑΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ / ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ, ΤΟΥ ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ, / ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΝΑΥΠΛΙΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ / ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΝΑΥΠΛΙΑΣ ΕΝ ΕΤΕΙ / 1932 ΔΗΜΑΡΧΟΥΝΤΟΣ Κ. ΚΟΚΚΙΝΟΥ,

η οποία έγινε αντικείμενο κριτικής ως προς την ορθότητά της. Επειδή πίστεψαν ότι το πρώτο θέσπισμα για την ανίδρυση του ανδριάντα ήταν το ΙΖ’ Ψήφισμα της Α’ Εθνικής Συνέλευσης (1843), κάποιοι έσβησαν με μίνιον τη χρονολογία «1832», ενώ το μοναδικό λάθος της επιγραφής ήταν ο αριθμός του Ψηφίσματος (ΙΣΤ’ αντί ΙΖ’).

Τελικά ο Καποδίστριας θα φτάσει στο Ναύπλιον κατά πάσαν πιθανότητα λίγο πριν τις 25 Ιουνίου του 1933. Είχε όμως προηγηθεί το Κίνημα του Πλαστήρα (6.3.1933) και η απόπειρα κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Λ. Κηφισίας (6.6.1933). Τα πάθη ήσαν οξυμένα και η αναφορά στο βάθρο του ανδριάντα του ονόματος του Βενιζέλου πυροδότησε αντιδράσεις με αποτέλεσμα το βράδυ της 26ης προς 27η Ιουνίου να γίνει απόπειρα απόξεσης της επιγραφής, πράξη όμως που καταδικάστη­κε από όλους και δεν επαναλήφθηκε.

Στον οικείο φάκελο, στα ΓΑΚ Αργολίδας, στη Διεύθυνση και το προσωπικό των οποίων οφείλουμε χάριτες για την απεριόριστη βοήθειά τους, υπάρχει πλούσια αλ­ληλογραφία για την ανίδρυση του ανδριάντα του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, που άφορα τόσο την τοπική ιστορία όσο και την ιστορία της νεοελληνικής τέχνης γενι­κότερα και η οποία αξίζει κάποια στιγμή να δημοσιευτεί συνολικά. Επί του παρό­ντος, όμως, υπείκοντες στην οικονομία της έκδοσης, παρουσιάζουμε ορισμένα μό­νον έγγραφα εξαιρετικής, πιστεύουμε, σπουδαιότητας.

Για την ανάγνωση των έγγραφων πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Παράρτημα Εγγράφων

 

Αντί σημειώσεων και βιβλιογραφίας:

 

  • Το μοναδικό δημοσίευμα αποκλειστικά για τον ανδριάντα του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο είναι του Ν. Π. Σοϊλεντάκη, «Το δικαιϊκό βάθρο του ανδριάντα του I. Καποδίστρια στο Ναύπλιο», Επιθεώρησις Δημοσίου Δικαίου και Διοικητικού Δικαίου, τόμος 35, τχ 3, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1991, σσ. 330 – 347. Ο συγγραφέας λανθασμένα υποστηρίζει ότι η ανίδρυση του ανδριάντα στηρίζεται στο ΙΖ’ Ψήφισμα της Α’ Εθνικής Συνέλευσης. Το ορθόν είναι ότι η πρώτη σχετική πρόβλεψη γίνεται στο ΙΣΤ’ Ψήφισμα της Ε’ Εθνικής Συνέλευσης του 1832. Έτσι το μόνο λάθος στην αναθηματική επιγραφή είναι το «ΙΖ’» αντί του «ΙΣΤ’».
  • Για τα Ηρώα και τους ανδριάντες που φιλοτεχνήθηκαν στο πλαίσιο των εορτασμών της Εκατονταετηρίδας βλέπετε Ηλία Μυκονιάτη, Ελληνική Τέχνη. Νεοελληνική γλυπτική, «Εκδοτική Αθηνών», Αθήνα 1996, σσ. 21-23.
  • Για το γλύπτη Μιχάλη Τόμπρο (1889-1974) υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία. Περιοριζόμαστε, όμως, στο τελευταίο και αρτίως τεκμηριωμένο λήμμα του Λεξικού Ελλήνων Καλλιτεχνών. 16ος -20ός αιώνας, «Μέλισσα», τόμος 4ος, Αθήνα 2000, που υπογράφει ο ιστορικός τέχνης Δημήτρης Παυλόπουλος.
  • Για τον ανδριάντα του Καποδίστρια οι αισθητικές κρίσεις είναι λιγοστές. Ο Άγγελος Προκοπί­ου, στην Ιστορία της Τέχνης 1750-1950, τόμος Γ’, Αθήναι 1968-1969, σ. 442, θα γράψει: «Τον ερωτισμό της γαλλικής θητείας τον διαδέχεται τώρα ένας δωρισμός ανέρωτος, μια φάση πολεμική του νεοκλασσικισμού που φτάνει στα όρια της λογικής ψυχρότητας στον Στρατιώτη που έκανε ο Τόμπρος για το μαρμάρινο Ηρώο της Τεγέας το 1930 και στον μαρμάρινο ανδριάντα του Ιωάννη Καποδίστρια που βρίσκεται στημένος στην πλατεία του Ναυπλίου». Αργότερα ο Στέλιος Λυδάκης στο έργο του Οι Έλληνες Γλύπται. Η νεοελληνική γλυπτική. Ιστορία – τυπολογία – λεξικό γλυπτών, «Μέλισσα», Αθήνα 1981, σσ. 112-113, θα σημειώσει ότι ο ανδριάντας του Κυβερνήτη στο Ναύ­πλιο αποτελεί συμβιβασμό του Τόμπρου με τον κλασικό τύπο μνημειακού ανδριάντα που είχε καλλιεργηθεί στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, όμως, εκφράζει – στους όγκους και τη σύνθεση – και μια αντικλασική νοοτροπία. Ο κορμός του δέντρου, που στηρίζει τον ανδριάντα, συμβολίζει την καθημαγμένη Ελλάδα, ενώ τα κλαδιά που αναβάλλουν από τη ρίζα την Ελλάδα που αναγεννάται. Αυτή την αρχαϊστική – αυστηρή γενικότητα διατήρησε και σε αξιόλογες επιτύμβιες συνθέσεις.
  • Ο Μιχάλης Τόμπρος, ο πρώτος που εγκαινιάζει μια ελληνική γλυπτική, γνώριζε πολύ καλά να κινείται με άνεση ανάμεσα στο πρωτοποριακό στοιχείο και σε πιο συντηρητικές συνθέσεις.
  • Θεωρούμε αξιομνημόνευτη την κρίση του καθηγητή και ακαδημαϊκού Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου για τον καλλιτέχνη (Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών, τ. 46, σ. 222): «…ελεύθερος από τα έξωθεν ερεθίσματα, τα οποία, όσον γόνιμα και αν ήσαν διά την εξέλιξίν του, δεν μετέβαλαν τον πυρήνα της προσωπικότητάς του, ο οποίος διετηρήθη πάντοτε ελληνοκεντρικός, ελληνοπρεπής… Εστάθη σταθερός πάντοτε εις τους πειρασμούς και πειραματισμούς της εποχής εις τον τομέα της τέχνης και με πυξίδα το ελληνικόν μέτρον έδωσε εις τα έργα του ευστάθειαν και δωρικήν σταθερότητα και εχάραξε εις μάρμαρον και χαλκόν πρωτοτύπους μορφάς». Αυτό ακριβώς, ευστάθεια και δωρική σταθερότητα, εκπροσωπεί και ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο.
  • Τέλος θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Καποδίστριας προσέλκυσε το ενδιαφέρον και δύο σημαντικών Τηνιακών γλυπτών, του Λάζαρου Σώχου (1857-1911), του δημιουργού του έφιππου Κολοκοτρώνη, και του Ιωάννη Βούλγαρη, που φιλοτέχνησαν τον ανδριάντα του σε γύψινα προπλάσματα, τα οποία φιλοξενούνται στο Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών στο συγκρότημα του Πανελληνίου Ιερού Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας Τήνου. Βλέπετε και Αλεξάνδρας Γουλάκη -Βουτυρά, Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών. Κατάλογος Συλλογής Γλυπτών, «Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου», Θεσσαλονίκη 1990, εικόνες. 63, 94, 95 και 96.

Κώστας Δανούσης

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009. 

 

Read Full Post »

Βαρόσια (Ναύπλιο)


 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Ένα σημαντικό τοπωνύμιο για την περιοχή του Ναυπλίου είναι τα Βαρόσια, τα οποία αναφέρονται και στη συμφωνία παράδοσης της πόλης του Ναυ­πλίου από τους Τούρκους στους Έλληνες στις αρχές Δεκεμβρίου του 1822. Το το­πωνύμιο αυτό του Ναυπλίου σήμερα είναι ελάχιστα γνωστό. Με το όνομα αυτό προφανώς ονομαζόταν η σημερινή παλιά πόλη του Ναυπλίου. Η λέξη Βαρόσια εί­ναι η εξελληνισμένη τουρκική λέξη βαρούς, η οποία σημαίνει προάστιο, νέα επέκταση της πόλης. Το τοπωνύμιο αυτό ήταν συνηθισμένο στις τουρκοκρατούμενες πόλεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το όνομα βαρούς – βαρούσι απαντάται και σήμε­ρα π.χ. στη Έδεσσα, στην Καβάλα και αλλού.

Με το τοπωνύμιο Βαρούς και στη συνέχεια το εξελληνισμένο Βαρόσια, ονομά­σθηκε από τους Τούρκους η παλιά πόλη του Ναυπλίου προφανώς ήδη από την πρώτη Τουρκοκρατία (1540-1686). Η παλιά πόλη του Ναυπλίου δημιουργήθηκε ως γνωστόν για πρώτη φορά από τους Ενετούς με προσχώσεις της θάλασσας γύρω στα 1500 μ.Χ. Οι Τούρκοι στη συνέχεια από το 1540 κ.ε. ονόμασαν βαρούς (Νέα πόλη – προάστιο) σε αντίθεση με την Ακροναυπλία, η οποία ήταν η παλιά πόλη του Ναυπλίου. Είναι αξιοσημείωτο τέλος ότι τοπωνύμιο Βαρόσια απαντάται και στην Αμμόχωστο της Κύ­πρου.

 

Πηγή


  • Χρήστος Πιτερός, «Μπούρτζι, Άγιοι Θεόδωροι, Αρβανιτιά, Φυλακή Κολοκοτρώνη», σελ. 178-179. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Ναυπλίου


 

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου, προστάτη των ναυτικών, κτίστηκε δίπλα στο λιμάνι, το 1713, από τον Αυγουστίνο Σαγρέδο προβλεπτή του στόλου, επάνω σε προσχώσεις έξω από τα βόρεια τείχη της πόλεως, στην τότε συνοικία του «Αιγιαλού».

 

Ο παλαιός Άγιος Νικόλαος και το Ηρώο στην παραλία Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: Ιωάννου Αθ. Γιαννόπουλου, Πρωτοπρεσβύτερου, « Ιεροί Ναοί Ναίδρια  & Εφημέριοι αυτών της πόλεως Ναυπλίου », Ναύπλιον 2008.

Ο παλαιός Άγιος Νικόλαος και το Ηρώο στην παραλία Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: Ιωάννου Αθ. Γιαννόπουλου, Πρωτοπρεσβύτερου, « Ιεροί Ναοί Ναίδρια & Εφημέριοι αυτών της πόλεως Ναυπλίου », Ναύπλιον 2008.

 

Ιδρύθηκε προς τιμήν του Αγίου Νικολάου, προστάτη των Ενετών ναυτικών, σε αντικατάσταση παλαιότερου ναού του Αγίου Νικολάου, που βρισκόταν μέσα στα τείχη της πόλεως, όπως αναφέρεται στην εντοιχισμένη πλάκα, που βρίσκεται στην πρόσοψη του ναού:

 

HANC DIVI NIKOLAI ECCLESIAM NAUTARUM PROTECTORIS AUGUST(INUS) SAGREDO PROV(ISOR) CLASSIS MARIS

EX URBE TRANSLATAM

LITORI DEGENTIUS CONSTRUENDAM PRAECEPIT ADIVIT.

ANNO M.D CC.XIII.

 

Την Εκκλησίαν ταύτην του Αγ. Νικολάου Προστάτου των ναυτιλλομένων

Ο Αυγουστ(ίνος) Σαγρέδος Προβλ(επτής) του Στόλου

Εκ της πόλεως μετενεχθείσαν

εις την παραλίαν ευπρεπέστερον να οικοδομηθή διέταξε και συνετέλεσε

Εν έτει 1713

 

Η Εκκλησία Αγίου Νικολάου Ναυπλίου, τέλη 19ου αιώνα. Στις «Παλαιές φωτογραφίες του Ναυπλίου», ο κ. Γιάννης Μακρής σημειώνει για την φωτογραφία: Το Καμπαναριό του Αγίου Νικολάου έπαθε καθίζηση ένεκα σαθρού εδάφους. Για τον λόγο αυτό αποσυναρμολογήθηκε και πωλήθηκε στη Μητρόπολη Λεωνιδίου (σήμερα βρίσκεται στην Παναγιά Λεωνιδίου), το φθινόπωρο του 1932. Με τα χρήματα αυτά άλλαξαν τελείως την πρόσοψη του Ναού προσθέτοντας δύο ενσωματωμένα καμπαναριά.

Η Εκκλησία Αγίου Νικολάου Ναυπλίου, τέλη 19ου αιώνα. Στις «Παλαιές φωτογραφίες του Ναυπλίου», ο κ. Γιάννης Μακρής σημειώνει για την φωτογραφία: Το Καμπαναριό του Αγίου Νικολάου έπαθε καθίζηση ένεκα σαθρού εδάφους. Για τον λόγο αυτό αποσυναρμολογήθηκε και πωλήθηκε στη Μητρόπολη Λεωνιδίου (σήμερα βρίσκεται στην Παναγιά Λεωνιδίου), το φθινόπωρο του 1932. Με τα χρήματα αυτά άλλαξαν τελείως την πρόσοψη του Ναού προσθέτοντας δύο ενσωματωμένα καμπαναριά.

 

Εσωτερικό του  Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου.  (Φωτογραφία από τον ιστότοπο, Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο).

Εσωτερικό του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου. (Φωτογραφία από τον ιστότοπο, Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο).

Ο Ναός είναι τρισυπόστατος, το μεσαίο κλίτος είναι αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο, το δεξιό στους Αγίους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο και το αριστερό στους Τρείς Ιεράρχες. Από την εσωτερική διακόσμηση του φωτεινού αυτού ναού διακρίνονται για την καλλιτεχνική τους αξία ο δεσποτικός θρόνος, ο κεντρικός – ρωσικής τέχνης – πολυέλαιος και οι μεγάλες δεσποτικές εικόνες του τέμπλου των ετών 1848-1849 έργα του γνωστού ταλαντούχου αγιογράφου των χρόνων της Εθνικής Παλιγγενεσίας Ιωάννου Δημάδη. Ο σημερινός ναός του Αγίου Νικολάου είναι νεότερος, εγκαινιάσθηκε στις 29 Φεβρουαρίου 1836. Η αρχική μορφή του ναού έχει πλέον αλλάξει από μεταγενέστερες προσθήκες (πρόσοψη, κωδωνοστάσιο).

Ο ναός του Αγίου Νικολάου Ναυπλίου, σήμερα. (Φωτογραφία από τον ιστότοπο, Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο).

Ο ναός του Αγίου Νικολάου Ναυπλίου, σήμερα. (Φωτογραφία από τον ιστότοπο, Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο).

Στον περίβολο του Ναού βρίσκεται η προτομή του εφημερίου του ναού Αρχιμανδρίτη Ιερόθεου Μπαζιώτη, που σκοτώθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1941, στο Πόγραδετς της Βόρειας Ηπείρου, ως έφεδρος στρατιωτικός ιερέας, με το βαθμό του υπολοχαγού.

Στις 6 Δεκεμβρίου, το λιμενικό της πόλης του Ναυπλίου γιορτάζει με μεγαλοπρέπεια τον προστάτη του Άγιο Νικόλαο, με λιτάνευση της θαυματουργής εικόνας του Αγίου καθώς και του τεμαχίου του ιερού λειψάνου του, που φυλάσσεται στον ιερό ναό.

 

Πηγές 


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Ιωάννου Αθ. Γιαννόπουλου, Πρωτοπρεσβύτερου, « Ιεροί Ναοί Ναίδρια  & Εφημέριοι αυτών της πόλεως Ναυπλίου », Ναύπλιον 2008.
  • Ντιάνα Αντωνακάτου ,«Ναύπλιο  – Κείμενα και Εικόνες», Αθήνα 1988.
  • Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο (http://www.nafplio-tour.gr)
  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Οι ιστορικοί ναοί και η «Αγία Μονή»  νησίδες Ελληνικότητας και Ορθοδοξίας», περιοδικό Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Αφιέρωμα στο Ναύπλιο», Κυριακή 12 Νοεμβρίου 1995.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »