Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Οικονομία’

Πορτοκάλι – Μια σύντομη ιστορία του


 

 Η πορτοκαλιά είναι αγγειόσπερμο, δικότυλο, αειθαλές φυτό που ανήκει στην τάξη των Σαπινδωδών και στην οικογένεια των Ρυτοειδών (Rutaceae)= Εσπεριδοειδών (Hesperidaceae).

 

Η σχέση του πορτοκαλιού με την Αργολίδα χάνεται στην αχλή του χρόνου. Ο βασιλιάς της Τίρυνθας Ευρυσθέας έδωσε εντολή στον Ηρακλή να του φέρει τα μήλα των Εσπερίδων. Τα δέντρα αυτά φύτρωναν στον κήπο των θεών και ήταν δώρο της Γαίας στην Ήρα, για το γάμο της με τον Δία. Ίσως γι’ αυτό το πορτοκάλι θεωρείται σύμβολο της γονιμότητας και της ευτυχισμένης συζυγικής ζωής. Για να τα προστατέψει, η Ήρα ανέθεσε τη φύλαξή τους στις νύμφες Εσπερίδες και στον ακοίμητο δράκο Λάδωνα, ένα φοβερό φίδι με εκατό κεφάλια. Μετά από πολλές περιπέτειες ο Ηρακλής κατάφερε να πάρει τρεις χρυσούς καρπούς και να τους φέρει στον Ευρυσθέα, ο οποίος δεν θέλησε να τους κρατήσει και τους έδωσε στον Ηρακλή. Αυτός τους δώρισε στην θεά Αθηνά κι αυτή τους επέστρεψε στον κήπο των θεών, αφού η κλοπή τους ήταν ανίερη και βέβηλη πράξη. Από τα μυθολογικά μήλα των εσπερίδων προέρχεται και ο γενικός χαρακτηρισμός κατηγορίας φρούτων που ονομάζονται εσπεριδοειδή. Αν και δεν είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο, δεν παύει να είναι μια πολύ ωραία ιστορία.

 

Πορτοκαλιές

 

Ο πρώτος καρπός που εμφανίστηκε στην Ευρώπη ήταν η κιτριά (citrus medica). Το κίτρο του οποίου η καλλιέργεια επεκτάθηκε στην Εγγύς Ανατολή και στην Ευρώπη μετά τις περσικές κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το κίτρο ήταν γνωστό στους Έλληνες και τους Ρωμαίους. Ο μεν Θεόφραστος περιγράφει με ακρίβεια τον  καρπό   ενώ ο  ιατροφιλόσοφος και βοτανολόγος Διοσκουρίδης τα αναφέρει ως « περσικά μήλα».  

Η πορτοκαλιά (κιτρέα η σινική, citrus sinensis) εισήχθη από την Κίνα ή κατά μία άλλη εκδοχή από την Ινδία και διαδόθηκε από τους Πορτογάλους το 10ο αιώνα. Από το όνομα της χώρα τους πήρε και το όνομα του το νέο φρούτο. Ελληνικά:πορτοκάλι. Βουλγαρικά:πορtokan, πορtokal. Ρουμανικά:portocala. Περσικά:porteghal. Αντίθετα στις Αγγλοσαξωνικές γλώσσες το όνομα του φρούτου αυτού προέρχεται από παραφθορά της σανσκριτικής λέξης maranga (orange) που σημαίνει ευώδες.  

Πορτοκάλι

Την ποικιλία Ουάσιγκτον Νάβελ (Washington Navel) ή ομφαλοφόρο της Ουάσιγκτον έφερε από την Καλιφόρνια στην Ελλάδα το 1925 ο Άγγλος βοτανολόγος Σίδνεϋ Μέρλιν (Sidney Louis Waller Merlin). Καλλιεργήθηκε συστηματικά για πρώτη φορά και σε εμπορική κλίμακα στην Κέρκυρα, από τον ίδιο από τον οποίο και πήρε το όνομα της ( ποικιλία Μέρλιν).  Εκτός από την πορτοκαλιές εισήγαγε και τα μικρά Ιαπωνικά πορτοκαλάκια Κουμ- Κουάτ που ευδοκιμούν και καλλιεργούνται από τότε μόνο στην Κέρκυρα.

Στα τέλη του 19ου αιώνα η άνυδρη πεδιάδα της Αργολίδας ήταν εντελώς γυμνή. Η καλλιέργεια του πορτοκαλιού άρχισε την περίοδο του μεσοπολέμου όταν έγινε δυνατή η άρδευση της πεδιάδας με νερό από τις ανορύξεις πηγαδιών.

Από το βιβλίο « Η Αργολική Πεδιάς» των Ν.Η. Αναγνωστόπουλου και Γ.Α. Γάγαλη που εξέδωσε η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος το 1938, διαβάζουμε ότι:

 

«Καλλιεργούνται ποικιλίαι υπό την ονομασίαν « ξυνόγλυκα» μικρού ή μεσαίου μεγέθους και με τον φλοιόν καλώς επικαθήμενον επί της σαρκός. Επίσης καλλιεργούνται αρκετά δένδρα της ποικιλίας «ντόλτσα» καθώς και ολίγα δένδρα της ποικιλίας « σανγκουΐνια» ή « του αίματος» με σάρκα κατά τόπους υπέρυθρον. Ελάχιστα δένδρα καλλιεργούνται της ποικιλίας «γιάφας» εμπύρινα ή απύρινα μη αποδίδοντα αρκετούς καρπούς». Ελάχιστα τέλος της ποικιλίας ομφαλοφόρου, όλα νέα».

 

Σήμερα, αντιπροσωπεύει περίπου το 58% των πορτοκαλόδενδρων στη χώρα μας. Στην Αργολίδα εξαπλώθηκε ευρέως τη δεκαετία του 1950 και σήμερα αποτελεί το 70% της συνολικής καλλιέργειας.

Στην Ελλάδα υπάρχουν περίπου 160 ποικιλίες πορτοκαλιάς. Οι πιο σημαντικές όμως είναι: Βαλέντσια, Χίου, Άρτας, Σουλτανί του Φόδελε, Σαγκουίνι ή αιματόσαρκο και η πλέον διαδεδομένη και επιτυχημένη ποικιλία Μέρλιν.

 

Πηγές


  • Αναγνωστόπουλος Ν. – Γάγαλης Γ., «Η Αργολική Πεδιάς», Αθήναι, 1938.
  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος ΙV (2000), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.
  • Οι πορτοκαλεώνες της Αργολίδας και τα παγκοσμιοποιημένα αγρο-τροφικά δίκτυα – http://www.greekscapes.gr

  

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Βαμβακοκαλλιέργεια


 

Γενικά – Βαμβακοκαλλιέργειες στην Αργολίδα – Εκκοκκιστήρια βάμβακος στο Άργος

  

Η αρχική χρήση του βαμβακιού από τον άνθρωπο χάνεται μέσα στο σκοτάδι της προϊστορίας. Οι αρχαιότερες ενδείξεις προέρχονται από την Ινδία. Σε ανασκαφές που έγιναν σε μια περιοχή κοντά στον Ινδό ποταμό βρέθηκαν υπολείμματα από υφάσματα και σχοινιά από βαμβάκι, που υπολογίστηκε ότι ανάγονται στο 3000 π.Χ. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για το βαμβάκι βρίσκεται σε ένα πανάρχαιο θρησκευτικό βιβλίο των Ινδών, που γράφηκε γύρω στο 1500 π.Χ. Μερικές εκατονταετίες αργότερα, γύρω στο 800 π.Χ., σε ένα άλλο ιερό βιβλίο στο οποίο εκτίθεται η διδασκαλία του βραχμανισμού, καθορίζεται και η εργασία εκείνων που ασχολούνταν με το πλύσιμο και την ύφανση των βαμβακερών υφασμάτων.

 

Βαμβακιές

 

Η καλλιέργεια του βαμβακιού ήταν άγνωστη στην αρχαία Ελλάδα. Αρκετοί συγγραφείς, όμως, αναφέρουν ότι το βαμβάκι αναπτυσσόταν στην Ινδία. Ο Ηρόδοτος κατά το 445 π.Χ. αναφέρει στην ιστορία του ότι « στην Ινδία φυτρώνουν άγρια δέντρα που παράγουν μαλλί πιο ωραίο και πιο εκλεκτό από το μαλλί των προβάτων. Από τα δέντρα αυτά οι Ινδοί εξασφαλίζουν τα ρούχα τους». Ο Ηρόδοτος αποκαλεί το βαμβάκι «είρια από ξύλου» και αναφέρει ότι οι Ινδοί ήταν ντυμένοι με «είματα από ξύλων πεποιημένα», δηλαδή με βαμβακερά υφάσματα.

Για πρώτη φορά αναφέρεται η καλλιέργεια του βαμβακιού στην αρχαία Ελλάδα από τον Παυσανία κατά τον 2  μ.Χ. αιώνα. Κατά την εποχή εκείνη το βαμβάκι ήταν γνωστό με το όνομα βύσσος.  Το όνομα βαμβάκι αναφέρεται για πρώτη φορά στη νομοθεσία του Ιουστινιανού, φαίνεται δε να προέρχεται από τη λέξη βόμβυξ με την οποία ονόμαζαν το μετάξι, που είχε προέλευσή του την Ασία. Κατά την εποχή του Ιουστινιανού, γύρω στο 552 μ.Χ., η καλλιέργεια του βαμβακιού ήταν ευρύτατα διαδεδομένη.

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η βαμβακοκαλλιέργεια άρχισε να αποκτά ισχύ στην Ελλάδα, λόγω κυρίως της αυξανόμενης ζήτησης που παρουσιάσθηκε σε είδη ένδυσης εξαιτίας του αποκλεισμού της Ευρωπαϊκής αγοράς από τα μεγάλα κέντρα παραγωγής της Αμερικής. Το 1911, το βαμβάκι καλλιεργείται σε 90.500 στρέμματα, τα οποία μετά από μια εικοσαετία περίπου ανήλθαν σε 200.000 στρέμματα. (Αυγουλάς ΧΕ, 1995).

 

Συλλογή βαμβακιού, Μισισιπής, 1908. Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου.

 

Η συστηματική του καλλιέργεια άρχισε μετά το 1931 με την ίδρυση των δύο κρατικών ιδρυμάτων, του Ινστιτούτου και του Οργανισμού Βάμβακος, με άμεσους στόχους την προώθηση της καλλιέργειας, την υποβοήθηση της εμπορίας του και γενικότερα την ανάπτυξη της βιομηχανίας κατεργασίας του βαμβακιού και των προϊόντων του. Η συμβολή τους φάνηκε αμέσως, αφού μέσα σε μια δεκαετία τετραπλασιάστηκε η καλλιεργούμενη με βαμβάκι έκταση.

Βαμβακοκαλλιέργεια

Το Κράτος πρόσεξε ιδιαίτερα το βαμβάκι και έλαβε τα ενδεικνυόμενα μετρά για την ενίσχυση της παραγωγής. Ο Οργανισμός Βάμβακος και οι αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου γεωργίας διέδωσαν κατά τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής τους παραγωγικές και υψηλής αξίας ποικιλίες βάμβακα. Οι καλλιεργητές είχαν αρχίσει να εφαρμόζουν επιστημονικές μεθόδους καλλιέργειας και καταπολέμησης εχθρών και ασθενειών του βάμβακα.

Κατά το διάστημα 1973-1982 αγοράστηκαν οι πρώτες δίσειρες βαμβακοσυλλεκτικές μηχανές με κρατική επιδότηση από τον Οργανισμό Βάμβακος, που τις παραχωρούσε για τη συγκομιδή του βαμβακιού σε Ομάδες Κοινής Καλλιέργειας Παραγωγών. Αργότερα οι μηχανές αυτές αγοράστηκαν από τις Ομάδες Κοινής Καλλιέργειας Παραγωγών που είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα. Κατά αυτόν τον τρόπο δόθηκε λύση στο πρόβλημα της έλλειψης εργατικών χεριών, με αποτέλεσμα την περαιτέρω επέκταση της βαμβακοκαλλιέργειας.  Η θεαματική όμως αύξηση της βαμβακοκαλλιέργειας συντελέστηκε με το πέρας του 1981, με την είσοδο δηλαδή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Βασιλική Κώνστα

 

Βαμβακοκαλλιέργειες στην Αργολίδα


 

Βαμβάκι

Το μπαμπάκι καλλιεργούνταν στην Αργο­λίδα από πολύ παλιά. Το 1691 αναφέρεται σε έκθεση του Μαρίνου Μικέλλη προς την κυβέρνηση της Ενετικής Δημοκρατίας. Αλ­λά στα τέλη του 19ου αι. έπαψαν να το καλ­λιεργούν για χάρη της καλλιέργειας καπνού και σταφίδας, που ήταν αποδοτικότερα προϊόντα. Από το 1933 άρχισαν πάλι να καλλιεργούν μπαμπάκι σε βάρος άλλων καλλιεργειών, της τομάτας και του καπνού, ιδιαίτερα σε χωράφια που προσβάλλονταν από σκουλήκι (ριζόβιους σκώληκες) και στα οποία δεν ευδοκιμούσε ο καπνός. Ίσως η αλλαγή της καλλιέργειας να οφειλό­ταν και στην οικονομική κρίση του 1929, έτος κατά το οποίο τα καπνά είχαν πουλη­θεί σε πολύ χαμηλές τιμές ή είχαν μείνει αδιάθετα στις αποθήκες των παραγωγών.

Έσπερναν την ποικιλία «άκαλα» και οι βαμβακοφυτείες ήταν κατά κανόνα πο­τιστικές και σπανιότερα ξερικές. Επίσης, χρησιμοποιούσαν το ίδιο χωράφι, όπου εί­χαν σπείρει κυρίως κριθάρι (καλλιέργεια αμειψισποράς Αμειψισπορά είναι η εναλλαγή καλλιεργειών στο ίδιο χωράφι). Όργωναν το χωράφι τρεις φορές (φθινόπωρο, Γενάρη, Μάρτη) και τον Απρίλη έσπερναν τον βαμβακόσπορο, αφού τον μούσκευαν σε νερό με κοπριά για ένα 24ωρο και τον άφηναν μετά να στραγ­γίσει και να στεγνώσει λίγο. Αμέσως μετά τη σπορά, έκαναν ακόμη μια ελαφριά άροση, για να καλυφθεί ο σπόρος. Όταν φύ­τρωνε, αραίωναν τα νεαρά φυτά, ώστε να αναπτυχθούν και να μεγαλώσουν σωστά οι μπαμπακιές. Άλλοτε, πάλι, άνοιγαν με το αλέτρι αυλακιές κι έριχναν μέσα το σπό­ρο. Στη συνέχεια έπρεπε να κάνουν 2-3 σκαλίσματα.

Άνθος βαμβακιού. Βαρκελώνη - Σπόρος που λαμβάνεται από την Ελλάδα. Αρχείο: Victor M. Vicente Selvas.

Η συλλογή του μπαμπακιού γινόταν από τον Αύγουστο μέχρι και το Νοέμβριο καμιά φορά. Κάθε βδομάδα περνούσαν οι γυναίκες, για να μαζέψουν το γινωμένο μπαμπάκι και μάλιστα με ιδιαίτερη προσο­χή, ώστε να είναι καθαρό. Ο παραγωγός διέθετε ένα δωμάτιο για την προσωρινή του φύλαξη. Ήταν δύσκολη και βασανιστική η εργασία της συλλογής, γιατί η μπαμπακιά τσιμπούσε και έπρεπε οι εργάτριες να προ­σέχουν, για να μην αγκυλώνονται.  Βαμβακοπαραγωγοί υπήρχαν πολλοί στην ευρύτερη περιοχή του Άργους και σε πολλά χωριά: Δαλαμανάρα, Ίναχο, Χώνικα, Κουρτάκι, Λάλουκα, Μύλους, Ανυφί, Νέα Κίο, Πουλακίδα, Αργολικό, Κουτσοπόδι, Φίχτια, Μπούτια (Ήρα) και αλλού. Μάλιστα, οι αγρότες ήταν πολύ ευχαριστη­μένοι, γιατί η καλλιέργεια ήταν εύκολη, το κόστος παραγωγής χαμηλό και η απόδοση ικανοποιητική.

Έσπερναν 3 – 4 οκάδες σπό­ρο ανά στρέμμα και η αντίστοιχη σοδειά ήταν 120-150 οκάδες μπαμπάκι, το οποίο θεωρούνταν πολύ καλής ποιότητας. Από 100 οκάδες ανεκκόκκιστου μπαμπακιού, το καθαρό μπαμπάκι ήταν 36-38 οκάδες. Αλ­λά η ποιότητά του εξαρτιόταν από το μή­κος της ίνας και το αργείτικο θεωρούνταν μακρόινο (μήκος 29-32 χιλιοστά). Προπολεμικά δεν υπήρχε εκκοκκιστήριο βάμβακος στο Άργος και το παραγόμε­νο μπαμπάκι μεταφερόταν στα εκκοκκιστή­ρια του Πειραιά.

  

Εκκοκκιστήρια βάμβακος στο Άργος


 

Μέχρι το 1936 δεν υπήρχαν εκκοκκιστήρια βάμβακος στο Άργος και οι βαμβακοπαραγωγοί έστελναν τα βαμβάκια τους στον Πειραιά, επιβαρυνόμενοι τα μεταφορικά, τα οποία μάλιστα ήταν αυξημένα λό­γω του όγκου του προϊόντος. Την εποχή εκείνη λειτούργησαν δύο εκκοκκιστήρια στο Άργος, τα οποία απορροφούσαν όλη την παραγωγή της Αρ­γολίδας. Το πρώτο λειτούργησε το 1936 στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου και ήταν ιδιοκτησία του τότε Δημάρχου Κωστή Μπόμπου. Μετά τον θάνατό του το ανέλαβε ο ανιψιός του Ηλίας Μπόμπος, ο οποίος το δούλεψε μέχρι που έκλεισε οριστικά στις αρχές της δεκαετίας 1970. Αργότερα μετατράπηκε σε κατοικία, όπου διαμένει τώρα ο γιος του Ηλία Μπόμπου Κωστής Μπόμπος.

 

Εγώ ήμουνα οδηγός στα εκκοκκιστή­ρια βάμβακος του Μπόμπου δυο χρονιές, το ’60 και το ’61. Μετέφερα τα βαμβάκια από τους αγρούς στο εκκοκκιστήριο και ύστερα, επεξεργασμένο πλέον, το μετέφερα στον Καρέλλα στο Λαύριο και στα κλωστή­ρια του Λαναρά στον Κηφισό στην Αθήνα. Τα είχε λίγο πιο πάνω από τα ΚΤΕΛ. Τα μπαμπάκια ήταν και από την Αργολίδα και από άλλες περιοχές, από τη Φιλιππιάδα της Η­πείρου, από τη Σκάλα Λακωνίας. Εδώ στην Αργολίδα τα σκήπτρα κρατούσε η Δήμαινα. Είχε πολύ μπαμπάκι η Δήμαινα. Μαρτυρία: Μπάμπης Αθ. Σπηλιόπουλος.

 

Το άλλο εκκοκκιστήριο λειτούργησε την επόμενη χρονιά (1939), αρχικά σε ενοικιαζόμενο κτίριο ιδιοκτησίας Μπόνη στην οδό Περούκα και τον επόμενο χρόνο μεταστεγάστηκε σε δικό του κτίριο στο Ν. Κόσμο (Κουρτακίου και 25ης Μαρτίου γωνία), το οποίο κτίστηκε εκείνη την εποχή για το λόγο αυτό. Ήταν το συνεταιρικό εργοστάσιο Κωνσταντίνου Τσαγκούρη και Αντώ­νη Κολύβα. (Ο δεύτερος είχε παντρευτεί την αδελφή του πρώτου). Το εργοστάσιο έκλεισε το 1975 λόγω συνταξιοδότησης των εταίρων (μαρτυρία Πέτρου Α. Κολύβα). Αργότερα το κτίριο κατεδαφίστηκε. Πρόσφατα, σε τμήμα του οικοπέδου κτίστηκε διδακτήριο για τη στέγαση του Δημοτικού Σχολείου μαθητών με ειδικές ανάγκες. Αλλά ας επανέλθουμε στη λειτουργία και στην παραγωγή των εκκοκκιστηρίων.

 

Βαμβακοκαλλιέργεια

 

Οι εργοστασιάρχες καθόριζαν την τιμή του προϊόντος και μέσω των αντιπροσώπων τους κλείνονταν οι συμφωνίες και συνέλεγαν τα μπαμπάκια της Αργολίδας, τα οποία ήταν εξαιρετικής ποιότητας. Αλλά από το 1960 και μετά αγόραζαν από άλλα μέρη μακρινά (Σκάλα Λακωνίας, Τρίκαλα Θεσσαλίας, Βό­νιτσα, Παραμυθιά, Λειβαδιά), μια και στην Αργολίδα εγκαταλείφθηκε σταδιακά η καλλιέργεια του μπαμπακιού και οι αγρότες στράφηκαν προς τα εσπεριδοειδή.

Βαμβάκι

Τα εκκοκκιστήρια λειτουργούσαν εποχιακά. Άνοιγαν αρχές Σεπτεμβρίου και την 1η Μαΐου σφραγίζονταν από τον Οργανισμό Βάμβακος. Το καλοκαίρι απαγορευόταν η εκκόκκιση, διότι το μπαμπάκι δεν είχε καθόλου υγρασία. Εξάλλου, η συλλογή ξεκινούσε τον Αύγουστο και τελείωνε το Νοέμβριο. Τα εργοστάσια είχαν πολλή δουλειά από τον Οκτώβριο μέχρι τον Ιανουάριο. «Είχαμε τότε τρεις βάρδιες με 8-10 άτομα κάθε βάρδια. Τους υπόλοιπους μήνες είχαμε δύο ή μία βάρδια. Και τον Απρίλιο συνήθως δε δουλεύαμε», μας είπε ο Πέτρος Κολύβας. Το καθαρό μπαμπάκι συσκευαζόταν σε μπάλες των 400(!) κιλών με λινάτσες και σύρματα και προωθούνταν σε κλωστήρια. Και συνεχίζει: «Είχαμε πελάτες στη Γαλλία, στην Ουγγαρία και στην Ισπανία. Εδώ στην Ελλάδα είχαμε την Πειραϊκή – Πατραϊκή, τα Κλωστήρια του Γαβρι­ήλ και του Ρετσίνα στον Πειραιά και του Μιχαηλίδη στη Θήβα».

Ο βαμβακόσπορος, που ήταν άριστη ζωοτροφή, πουλιόταν στους κτηνοτρόφους. Μάλιστα, όταν έκανε βαρυχειμωνιά και τα ζώα δεν έβγαιναν έξω για βοσκή, οι κτηνοτρόφοι κατέφευγαν στα εργοστάσια και αγόραζαν βαμβακόσπορο. Όσο σπόρο δεν απορροφούσε η κτηνοτροφία τον επεξεργάζονταν τα σπορελαιουργεία, τα οποία παρήγαγαν το βαμβακέλαιο. Κι αυτό που απόμενε ήταν η μπαμπακόπιτα, πάλι τροφή για τα ζώα. Υπήρχαν αρκετά σπορελαιουρ­γεία στην Αττική, μεγάλες επιχειρήσεις, του Μάνου, του Γερόλυμου και άλλες. (Από συνεντεύξεις που μας παραχώρησαν ευγενώς ο Βασίλης Μπόμπος και ο Πέτρος Κολύβας).

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.
  • Κώνστα Βασιλική, «Η Βαμβακοκαλλιέργεια στην Ελλάδα», Διπλωματική εργασία, Αθήνα, 2001, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Read Full Post »

Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αργολίδας


 

 

1930 – 1940. Η δεκαετία του 1930 υπήρξε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδος για τον αγροτικό κόσμο της Αργολίδας, που την εποχή εκείνη βέβαια αποτελούσε το συντριπτικό μέρος του πληθυσμού. Είχε προηγηθεί μια περίοδος περίπου 20 ετών, που οι αγρότες είδαν τα εισοδήματά τους να βελτιώνονται σε σημαντικό βαθμό, κυρίως λόγω της καλής μοίρας που είχαν την εποχή αυτή τα δυο κύρια εξαγώγιμα προϊόντα της περιοχής, δηλαδή η σταφίδα και ο καπνός. Παρέμενε βέβαια σαν κυρίαρχη καλλιέργεια αυτή των δημητριακών. Η παγκόσμια όμως οικονομική κρίση του 1929 οδήγησε σε κατάρρευση την αγορά του καπνού, η δε σταφίδα είχε σταδιακά εγκαταλειφθεί λόγω της προσβολής της από τη φυλλοξήρα. Το 1929, σε σύνολο 540.000 στρεμμάτων που καλλιεργήθηκαν στον ενωμένο τότε Νομό Αργολιδοκορινθίας, η κατανομή είχε ως εξής:

Σιτηρά: 303.891 στρ.

Όσπρια:19.572 στρ.

Λαχανικά: 24.002 στρ.

Βιομηχανικά φυτά: 24.389 στρ.

Άμπελοι: 58.864 στρ.

Σταφίδα: 63.160 στρ.

Ελιές: 33.570 στρ.

Το νέο προϊόν που οι παραγωγοί επιλέγουν σε μεγάλη κλίμακα είναι η τομάτα, η οποία παραδοσιακά καλλιεργείται και τροφοδοτεί την αγορά της Αθήνας μέσω του σιδηροδρόμου. Ταυτόχρονα όμως παρατηρείται ή ίδρυση πολλών μονάδων παραγωγής τοματοπολτού ήδη από τη δεκαετία του 1920, όπως ΚΥΚΝΟΣ, ΠΕΛΑΡΓΟΣ, ΛΥΚΟΜΗΤΡΟΣ, ΚΡΙΝΟΣ, ΜΗΝΑΙΟΣ, ΑΡΓΟΛΙΚΗ, ΠΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ.

 

Πρόσοψη του εργοστασίου κονσερβοποιίας ΡΕΑ, 1963. Πηγή: Φωτογραφία Δ. Χαρισιάδης, Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη.

 

Η αύξηση της παραγωγής παίρνει μεγάλες διαστάσεις και οδηγεί σε πτώση των τιμών, που το 1936 αγγίζει τα κατώτατα όρια με μεγάλο τμήμα του προϊόντος να παραμένει αδιάθετο στα χωράφια. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί μεγάλη ένταση και προβληματισμό και αρχίζουν έντονες συζητήσεις για την εξεύρεση κάποιας λύσης. Ήδη από το 1928 έχει ιδρυθεί η Αγροτική Τράπεζα, η οποία το 1934 ιδρύει υποκατάστημα στο Άργος. Ταυτόχρονα η ίδρυση της ΠΑΣΕΓΕΣ δημιουργεί ένα θετικό πλαίσιο για την προώθηση του συνεταιριστικού κινήματος. Αρχίζουν συζητήσεις από το 1933 για την ίδρυση Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών. Το 1936 οργανώνεται στο Μέρμπακα Παναγροτικό Συνέδριο και είναι χαρακτηριστικά τα θέματα που το απασχόλησαν:

Καπνικό ζήτημα

Αγροτικά χρέη

Χημικά λιπάσματα

Αγροτική πίστις-Αγροτική Τράπεζα

Φόρος ελαίου

Προστασία βάμβακος

Τέλος το 1936, επιβάλλεται η δικτατορία Μεταξά, η οποία σε γενικές γραμμές διάκειται θετικά προς το συνεταιριστικό κίνημα. Η κρίση στη διάθεση τομάτας του 1936 οδηγεί την κυβέρνηση να αναθέσει στην ΑΤΕ τη μελέτη της ίδρυσης μετοχικού εργοστασίου κονσερβών των παραγωγών. Το επόμενο έτος (1937) η κατάσταση παραμένει η ίδια, όσον αφορά την τύχη του προϊόντος. Παρά το ότι η μελέτη του εργοστασίου έχει ολοκληρωθεί, δεν επιδεικνύεται ενδιαφέρον για την ίδρυση φορέα που θα αναλάβει την ίδρυση και λειτουργία του.

Στις 23 Ιανουαρίου 1938 έξι πρωτοπόροι συνεταιριστές σε σύσκεψη στο Ναύπλιο αποφασίζουν την ίδρυση της Ένωσης Συνεταιρισμών Παραγωγών Κηπαίων Προϊόντων Αργολίδας. Για την ιστορία τους αναφέρουμε:

Μέρμπακα: Ανδρέας Μαστοράκος

Άργος: Απόστολος Σπυρόπουλος

Χώνικα: Κωνσταντίνος Γαμβρουλάς

Ναύπλιο: Θανάσης Κούρτης

Κοφίνι: Παναγιώτης Μαστοράκος

Δαλαμανάρα: Κωνσταντίνος Χειβιδόπουλος

Είχαν κληθεί και άλλοι που αρνήθηκαν, ο δε συνεταιρισμός Ανυφίου που είχε κληθεί, τελικά εκείνη την ημέρα απουσίαζε. Είχε αναληφθεί εκστρατεία από τα ιδιωτικά εργοστάσια τοματοπολτού ώστε να αποτραπεί η ίδρυση της Ένωσης. Στο φύλλο της 6ης Φεβρουαρίου 1938 της εφημερίδας του Ναυπλίου «Σύνταγμα», δημοσιεύθηκε μεγάλο άρθρο με τίτλο «Η κόπρος του Αυγείου» που αναφερόταν σε ατασθαλίες στον αμπελουργικό συνεταιρισμό Αττικοβοιωτίας, πάνω στο οποίο προστέθηκε η φράση «αυτό θα πάθουν και οι παραγωγοί της Αργολίδας», το οποίο υπογραμμισμένο με κόκκινο μολύβι διανεμήθηκε στους αγρότες της Αργολίδας.

Όλες όμως αυτές οι προσπάθειες δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, γιατί η απελπιστική κατάσταση οδήγησε τους παραγωγούς να ενταχθούν στην Ένωση. Τον Ιούλιο του 1938, με κυβερνητική παρέμβαση επείσθησαν τα ιδιωτικά εργοστάσια να εκχωρήσουν τις εγκαταστάσεις τους στη νεοσύστατη Ένωση, λαμβάνοντας από αυτή το κόστος λειτουργίας τους. Η διάθεση της παραγωγής έγινε χωρίς προβλήματα και οι παραγωγοί έλαβαν 2 δρχ. ανά οκά, όταν τα 2 προηγούμενα χρόνια είχαν λάβει 0,5-0,6 δρχ. ανά οκά.

Τον Οκτώβριο του 1938, αποφασίστηκε η απόκτηση οικοπέδου για την εγκατάσταση του εργοστασίου μεταξύ της Δαλαμανάρας και του Ναυπλίου και ταυτόχρονα άρχισε η εγγραφή των ενδιαφερομένων να αποκτήσουν μετοχές. Κατά την παραγωγική περίοδο 1939 και πάλι η Ένωση προχώρησε σε παραγωγή τοματοπολτού σε όλα τα ιδιωτικά εργοστάσια της Αργολίδας. Η επιλογή του οικοπέδου αντιμετώπιζε δυσκολίες λόγω διαφωνιών των προερχομένων από την επαρχία Άργους με αυτούς που προέρχονταν από την επαρχία Ναυπλίου. Η γερμανική κατοχή διακόπτει κάθε προσπάθεια.

1940-1950. Την περίοδο 1940-1945 η Ένωση ασχολείται με προμηθευτικές εργασίες διαφόρων υλικών και εφοδίων για λογαριασμό των παραγωγών, π.χ. θειάφι, χαλκός, πατατόσπορος, τσιμέντα, υφάσματα κλπ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα βιβλία της Ένωσης ούτε μια φορά δεν αναφέρεται ότι υπάρχει κατοχή. Ταυτόχρονα ιδρύει και λειτουργεί συσσίτια στο Ἀργος και στο Ναύπλιο.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση με την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου αρχίζει η προσπάθεια εκεί που είχε σταματήσει για την κατασκευή εργοστασίου. Τελικά η επιλογή του χώρου ανάμεσα στα τρία προταθέντα αγρόκτημα Κολοκοτρώνη, αγρόκτημα χήρας Ταμπάκη και κτήμα Αγροτικών Φυλακών, ανατίθεται από το Υπουργείο Γεωργίας σε ραβδοσκόπο, λόγω της αυξημένης ανάγκης του εργοστασίου σε νερό. Η εξαγορά του οικοπέδου, εκτάσεως 12 στρεμμάτων, έγινε στις 26/3/1947, αντί 64 εκατ. δρχ. της εποχής, ισοδυνάμων με 650 χρυσές λίρες.

Η κατασκευή του εργοστασίου ΡΕΑ ολοκληρώθηκε την άνοιξη του 1949 και λειτούργησε τον Ιούλιο του 1949 και έδωσε πραγματικά λύση στο πρόβλημα της διάθεσης της βιομηχανικής τομάτας. Για την εποχή του υπήρξε ένα μοντέρνο εργοστάσιο, που στο αρχικό στάδιο διοικήθηκε από πενταμελή επιτροπή, αποτελούμενη από 2 εκπροσώπους της Ένωσης, 2 εκπροσώπους της ΑΤΕ και τον Διευθυντή Γεωργίας.

Το εργοστάσιο ΡΕΑ, το 1960

1950 – 1960. Τη δεκαετία του 1950, έπαιξε καταλυτικό ρόλο για την εξασφάλιση του αγροτικού εισοδήματος. Απορρόφησε σημαντικές ποσότητες τομάτας και το προϊόν διατέθηκε τόσο στην εσωτερική αγορά, όσο και σε εξαγωγές στην Ιταλία, Γερμανία, Αγγλία, Σαουδική Αραβία, Λίβανο. Συμμετείχε συστηματικά στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, όπου και βραβεύθηκε για την ποιότητα των προϊόντων της. Φυσικά υπήρχαν και παράπονα. Αυτά αφορούσαν κυρίως την αδυναμία του εργοστασίου να παραλάβει το σύνολο της προσφερόμενης παραγωγής και οδηγούσαν σε συγκρούσεις ανάμεσα στα χωριά, αλλά και στους παραγωγούς του κάθε χωριού. Υπήρχαν επίσης διαμαρτυρίες για ανοχή στην ποιότητα της παραλαμβανόμενης τομάτας. Παραμένει όμως το αντικειμενικό γεγονός της απορρόφησης μεγάλων ποσοτήτων του προϊόντος και της ανακούφισης των παραγωγών.

1960 – 1970. Στην αρχή της δεκαετίας του 1960, αρχίζουν τα προβλήματα. Οι παραγωγοί στρέφονται στην καλλιέργεια πορτοκαλιάς και βερικοκιάς που φέρνει καλύτερο εισόδημα και εγκαταλείπουν την παραγωγή τομάτας. Αυτή η αλλαγή συνετελέσθη με εξαιρετικά γρήγορο ρυθμό. Ενώ ακόμη το 1962 υπάρχει υπερπροσφορά, το 1965 αρχίζει να παρουσιάζεται έλλειψη τομάτας. Για να καλύψει την έλλειψη Α’ ύλης η Ένωση μεταφέρει τομάτα από την Ηλεία ή τον Δομοκό, με αποτέλεσμα το κόστος μεταφοράς να είναι μεγαλύτερο του κόστους της Α’ ύλης και φυσικά την εμφάνιση ζημιών. Το 1968 κλείνει με ζημία 8.000.000 δρχ, ποσό σημαντικό για την εποχή. Σε αυτή τη σημαντική στροφή των παραγωγών, η Ένωση αδυνατεί να ακολουθήσει, παρ’ ότι ήδη από το 1956 έχει παρθεί η απόφαση για κατασκευή Συσκευαστηρίου και Χυμοποιείου εσπεριδοειδών. Από το 1962 αρχίζουν οι αποχωρήσεις μελών, η μείωση της παραγωγής και εμφανίζονται ζημίες.

 

Εργάτριες σε εργοστάσιο εσπεριδοειδών, 1963.

 

1970 – 1980. Το 1971 ένα τραγικό συμβάν ολοκληρώνει την καταστροφή. Η Ένωση πουλάει σε μια Ιταλική εταιρία 600 τόνους τοματοπολτού, η οποία φορτώνεται στο πλοίο ΙΛΟΝΑ στο Ναύπλιο. Η πώληση είναι F.O.B. και έχει ανοιχθεί η σχετική πίστωση στην Τράπεζα. Λίγα μέτρα μετά τον απόπλου το πλοίο ανατρέπεται μέσα στο λιμάνι του Ναυπλίου την 26/7/1971. Και αντί οι υπεύθυνοι της Ένωσης να πάνε στην Τράπεζα να πάρουν τα χρήματα, ασχολούνται με την ανέλκυση του φορτίου, αναλαμβάνοντας έξοδα και αφήνοντας κρίσιμο χρόνο να περάσει, οπότε με τη λήξη της πίστωσης υπάρχει αδυναμία είσπραξης. Στρέφονται δικαστικά κατά της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία ο ιταλός αγοραστής έχει ασφαλιστεί και φυσικά χάνουν. Είναι το τέλος μιας εποχής. Η Ένωση περιέρχεται σε ανυποληψία, η ουσιαστική της βιομηχανική λειτουργία παύει, αλλά το προσωπικό διατηρείται. Η ΑΤΕ δανειοδοτεί για την πληρωμή των μισθών. Το 1980 τα συσσωρευμένα χρέη φθάνουν τα 300.000.000 δρχ, με εκτιμώμενη από την Τράπεζα αξία του εργοστασίου 30.000.000 δρχ.

1980 – 1990. Το 1983 μια νέα Γ.Σ. και ένα νέο Δ.Σ. αποφασίζει την ανασυγκρότηση της Ένωσης. Αυτή η ανασυγκρότηση περιελάμβανε επί μέρους σημεία:

Βελτίωση του επιπέδου του προσωπικού.

Αναβάθμιση του μηχανισμού εσωτερικού ελέγχου.

Δημιουργία ιδιόκτητων παραγωγικών εγκαταστάσεων για τα σημερινά προϊόντα του νομού.

Δημιουργία εμπορικού δικτύου.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν έκτοτε, με επιμονή επιδιώχθηκε η υλοποίηση των στόχων που τέθηκαν. Το 1983 η Ένωση νοίκιασε τα κονσερβοποιεία Εξαρχάκη, ΔΑΝΑΙΔΑ, ΕΛΝΑΚΟ, ΠΑΝ, το χυμοποιείο ΒΙΟΦΡΟΥΤ και το συσκευαστήριο Τόμπρα. Το ίδιο επαναλήφθηκε το 1984 και μερικά το 1985. Το 1986 προχώρησε στην εξαγορά του κονσερβοποιείου ΠΕΛΑΡΓΟΣ, αντί 108 εκατ. δρχ. Το εργοστάσιο είναι κτισμένο σε οικόπεδο 18.000 τ.μ. και έχει κτίρια επιφάνειας 10.000 τ.μ.

 

Το εργοστάσιο ΠΕΛΑΡΓΟΣ

 

Το 1987 κατασκευάστηκε το συσκευαστήριο και τα ψυγεία στην παραλία του Ναυπλίου. Το οικόπεδο παραχωρήθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης κατά πλήρη κυριότητα στην Ένωση, έχει έκταση 80.000 τ.μ. και κτίρια 7.000 τ.μ.

1990 – 2000. Το 1990 λόγω άρνησης της ΑΤΕ να χρηματοδοτήσει την λειτουργία, η Ένωση εκχωρεί το σύνολο της παραγωγής του ΠΕΛΑΡΓΟΥ στη γαλλική συνεταιριστική οργάνωση CONSERVE GARD η οποία ήταν παραδοσιακός της πελάτης. Οι Γάλλοι αναλαμβάνουν την κάλυψη του συνόλου των εξόδων, την αμοιβή του προσωπικού του εργοστασίου και αποζημιώνουν την Ένωση για 5 χρόνια παραχώρησης, με το ποσό των 350 εκατομ. δρχ, ποσό εξαιρετικά σημαντικό, ιδιαιτέρως αν συγκριθεί με το τίμημα των 300 εκατομ. δρχ που εξασφάλισε η ΑΤΕ από την πώληση της ΣΕΚΟΒΕ την ίδια εποχή, αλλά και με το ποσό των 108 εκατ. δρχ που είχε διαθέσει η Ένωση για την εξαγορά του.

Τα χρήματα αυτά εκχωρήθηκαν στην ΑΤΕ και αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία επιχειρήθηκε η προσπάθεια οικονομικής εξυγίανσης. Ταυτόχρονα η συμπεριφορά της ΑΤΕ είχε σαν αποτέλεσμα μια βαθύτατη μεταβολή στον τρόπο σκέψης των υπευθύνων της Ένωσης. Ότι δηλαδή πρώτη προτεραιότητα πρέπει να αποτελέσει η άμεση απεξάρτηση από την ΑΤΕ. Αυτή η απόφαση αποτέλεσε οδηγό σε όλες τις μετέπειτα ενέργειες. Το 1995 ενοικιάστηκε το χυμοποιείο ΛΕΜΟΡΑ και το 1999 μετά την εξαγορά του ιδιωτικού χυμοποιείου ΑΡΓΟΧΥΜ, κατασκευάστηκε το συγκρότημα «Εσπερίδες» που είναι σήμερα μια από τις μεγαλύτερες μονάδες παραγωγής συμπυκνωμένων χυμών. Η έκταση του οικοπέδου είναι 34.000 τ.μ. και ο στεγασμένος χώρος 7.000 τ.μ. Το εργοστάσιο έχει δυναμικότητα απορρόφησης 30 τόνων φρούτων την ώρα, και ψυκτικές εγκαταστάσεις καταψύξεως 6.000 κ.μ.

 

Το εργοστάσιο «Εσπερίδες»

 

Στον ίδιο χώρο εγκαταστάθηκαν 3 γραμμές συσκευασίας χυμών σε Tetra Pak, σε συσκευασία 1 λιτ. και 0,25 λιτ. συνολικής δυναμικότητας 20.000 μονάδων την ώρα. Εγκαταστάθηκε μια γραμμή παραγωγής αναψυκτικών σε φιάλες ΡΕΤ, δυναμικότητας 6.000 φιαλών την ώρα και αυτή την ώρα εγκαθίσταται μια γραμμή παραγωγής αναψυκτικών σε αλουμινένια κουτιά, δυναμικότητας 300 τεμ. το λεπτό. Στο χώρο του εργοστασίου κατασκευάστηκε βιολογικός καθαρισμός για την επεξεργασία των υγρών αποβλήτων. Το νερό που είναι απαραίτητο για την λειτουργία της μονάδας μεταφέρεται από γεώτρηση δυτικά της Ν. Κίου.

Το εργοστάσιο έχει εξασφαλίσει πιστοποίηση ISO 9001:2000 και εφαρμόζει τα πρότυπα HACCP. Παράγει πάνω από 60 κωδικούς προϊόντων, τόσο με τα εμπορικά σήματα της Ένωσης, όσο και για λογαριασμό μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ. Τα προϊόντα καταναλώνονται κυρίως στην Ελλάδα, αλλά και εξάγονται στην Κύπρο, στην Αρμενία, στη Γερμανία, στην Ολλανδία, στα Σκόπια κλπ.

Από το 1994 σταθεροποιείται η οικονομική κατάσταση και αρχίζει η σταδιακή αποπληρωμή χρεών του παρελθόντος. Η τράπεζα που τη δεκαετία του ’70 χρηματοδοτούσε μια χρεοκοπημένη επιχείρηση χωρίς να ζητάει τίποτα, εμφανίστηκε να απαιτεί το σύνολο των κεφαλαίων, των τόκων και των τόκων υπερημερίας. Το 1994 υπογράφηκε σύμβαση με την ΑΤΕ για την αποπληρωμή του συνόλου των χρεών σε διάστημα 15 ετών. Έχουν κανονικά εξοφληθεί οι 12 δόσεις. Ήδη η Ε.Α.Σ. Αργολίδας δεν χρειάζεται τραπεζική χρηματοδότηση προκειμένου να λειτουργήσει. Την περίοδο 1999-2006 υλοποίησε επενδύσεις € 7 εκατ. χωρίς δανεισμό και χωρίς επιδότηση, λόγω δυστυχώς της εφαρμογής των Ζ.Ο.Ε. Στο διάστημα των τελευταίων 25 ετών, επετεύχθησαν ορισμένοι στόχοι, απόλυτα μετρήσιμοι, που μετέτρεψαν την Ένωση από μια χρεοκοπημένη επιχείρηση σε μια ζωντανή παραγωγική μονάδα, με προοπτική:

 

Μεγέθη

1980 2007
Αριθμός Υπαλλήλων 35 25
Εξ αυτών πτυχιούχοι 2 15
Σύνολο οικοπέδων 12.000 τ.μ 144.000 τ.μ
Σύνολο κτιρίων 4.000 τ.μ. 28.000 τ.μ.
Εγκατεστημένη ισχύς 200 HP 4.500 HP
Ποσότητα μεταποιηθέντων αγρ.προϊόντων 200 τόνοι 40.000 τ.
Σύνολο χρεών ως προς τον Κύκλο Εργασιών 10πλασια 1/10
Σύνολο χρεών ως προς την αξία ακινήτων 10πλάσια 1/10
Επενδύσεις τελευταίας 10ετίας 0 € 7 εκατ.€
Αριθμός πελατών κανένας 300
Ανοιχτές χρηματοδοτήσεις τελ.5ετίας 5 καμία

 

Ταυτόχρονα, ανελήφθησαν πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση προβλημάτων του αγροτικού τομέα όπως:

 

  • Ανόρυξη περίπου 30 γεωτρήσεων κατά μήκος του καναλιού του Αναβάλου για υποβοήθηση του εμπλουτισμού.
  • Δημιούργησε ειδικό φυτώριο 20.000 δενδρυλλίων, τα οποία εμπλουτίστηκαν με CALES NOAKI και διανεμήθηκαν δωρεάν σε όλους τους παραγωγούς της Αργολίδας , για την αντιμετώπιση του εριώδη-αλευρώδη.
  • Βοήθησε στην οργάνωση εκδηλώσεων από Δήμους και Συλλόγους, στην έκδοση ιστορικού βιβλίου από το Δήμο Άργους, σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις της Νομαρχίας Αργολίδας.
  • Συμμετείχε σε ερευνητικό πρόγραμμα σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης για την παραγωγή υποκειμένων βερυκοκιάς άνοσων στη Σάρκα.
  • Συμμετείχε σε ερευνητικό πρόγραμμα σε συνεργασία με την CONSERVE GARD για τη μελέτη θερμικής επεξεργασίας των βερυκόκων, για την αποφυγή του λιωσίματος των προσβεβλημένων από Σάρκα.
  • Οργάνωσε επισκέψεις παραγωγών και γεωπόνων σε καλλιέργειες στο Ισραήλ, την Ισπανία και την Ολλανδία.
  • Οργάνωσε ημερίδες με μετάκληση σημαντικών προσωπικοτήτων του τομέα μας, όπως του Τεχνικού Δ/ντή του Ινστιτούτου Εσπεριδοειδών της Βαλένθια, του Δ/ντή Ποιοτικού Ελέγχου της εταιρίας EDEKA, καθηγητών της Γεωπονικής Σχολής Αθηνών, του Εμπορικού Ακολούθου της Ελλάδας στο Μόναχο.
  • Φιλοξένησε για λογαριασμό του Ελληνικού Κράτους (Υπ. Εξωτερικών, Υπ. Γεωργίας) δεκάδες ξένες αντιπροσωπείες.
  • Εκπροσώπησε τους παραγωγούς και κάλυψε το κόστος δεκάδων δικαστικών υποθέσεων που αφορούσαν είτε κινητοποιήσεις των αγροτών, είτε θέματα εμπλουτισμού, είτε προσφυγή στο Σ.τ.Ε. για το διάταγμα περί Ζ.Ο.Ε.
  • Συμμετείχε σε πλήθος εκθέσεων όπως σε όλες του Επιμελητηρίου Αργολίδας, στις εκθέσεις ΤΡΟΦΙΜΑ ΠΟΤΑ στην Αθήνα, στη ΔΕΤΡΟΠ στη Θεσσαλονίκη, στη Διεθνή Εκθεση Λευκωσίας, στην Εκθεση Τροφίμων στη Μόσχα, στην Εκθεση Τροφίμων στο Πόζναν (Πολωνία), στην Εκθεση Τροφίμων στο Βελιγράδι, στην Εκθεση ANUGA στην Κολωνία, στην Εκθεση SIAL στο Παρίσι.

 

Πέραν όμως αυτών, η Ε.Α.Σ. Αργολίδας έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της φιλοσοφικής προσέγγισης του Συνεταιριστικού Κινήματος. Ήδη από το 1985, επίμονα διαμορφώθηκε η άποψη ότι πρέπει να έλθουμε σε άμεση ρήξη με την αντίληψη του κρατισμού και της ακινησίας. Υποστηρίξαμε ότι οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις είναι απλά επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, με πολλούς μετόχους και όσο λιγότερη επαφή έχουν με το κράτος, τόσο καλύτερα. Για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής το κράτος έχει άλλους φορείς, τον Ο.Γ.Α., το ΠΙΚΠΑ, την Κοινωνική Πρόνοια. Η άποψη ότι οι συνεταιριστικές οργανώσεις οφείλουν να ασκούν κοινωνική πολιτική υποκρύπτει την πρόθεση κάλυψης της ανικανότητας και της κακοδιαχείρισης. Η κοινωνική προσφορά των συνεταιριστικών οργανώσεων ολοκληρώνεται με την ύπαρξή τους. Αισθανόμαστε μεγάλη ικανοποίηση γιατί αυτή η άποψη τώρα πια υιοθετείται από πολλούς. Όσοι επέμειναν στην άλλη άποψη, απλά χρεοκόπησαν.

Είναι φανερό από την παράθεση αυτών των στοιχείων ότι η Ένωση βρίσκεται σε μια αναπτυξιακή τροχιά. Είναι αυτή ακριβώς η εξέλιξη που μας κάνει να πιστεύουμε ότι υλοποιούμε τα οράματα αυτών των 6 που στις 23 Ιανουαρίου 1938 κατάφεραν να ορθώσουν το ανάστημά τους και να αναλάβουν την πρωτοβουλία της ίδρυσης. Στα χρόνια που μεσολάβησαν, παρά τις κατά καιρούς κακές στιγμές, η Ένωση έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της Αργολίδας. Η πορεία των 70 χρόνων μας φορτώνει με βαριές ευθύνες για τι μέλλον. Σήμερα, που το κύριο χαρακτηριστικό της εποχής είναι η δραματική συρρίκνωση του αγροτικού εισοδήματος και η κατακόρυφη μείωση του αγροτικού πληθυσμού, είναι βέβαιο πως θα χρειαστούμε καινούριες ιδέες, αν θέλουμε να μείνουμε παρόντες στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται. Η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αργολίδας συνεχίζει να επενδύει σε μια εποχή που η Αργολίδα αποβιομηχανοποιείται ραγδαία.

Η παρουσίαση αυτή αποτελεί την ομιλία του διευθυντή της Ε.Α.Σ.Α. κ. Γιάννη Δημάκη, που έγινε στην εκδήλωση για τα 70 χρόνια της Ένωσης που γιορτάστηκαν στην αίθουσα του βουλευτικού στο Ναύπλιο, στις 18 Μαρτίου 2008.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Σηροτροφία


 

Γενικά – Καλλιέργεια μεταξοσκωλήκων – Οι σηροτρόφοι στη Νέα Κίο – Το μεταξουργείο της Νέας Κίου – Μεταξουργεία Αργολίδας

  

Η σηροτροφία αποτελεί κλάδο της κτηνοτροφίας και ασχολείται με την εκτροφή μεταξοσκωλήκων για την παραγωγή μεταξιού. H τέχνη της εκτροφής του μεταξοσκώληκα και της παραγωγής μεταξιού είναι γνωστή εδώ και περισσότερο από 4000 χρόνια. Από το 3.000 π.Χ. έως και τον 5ο αιώνα µ.Χ. η μεγάλη αυτοκρατορία της Κίνας ήταν ο μοναδικός παραγωγός καλλιεργημένου και επεξεργασμένου μεταξιού σε όλο τον κόσμο. Πατρίδα του θεωρείται η Κίνα, παρόλο που σημαντικές ποσότητες παράγονται και στην Ιαπωνία, στην Κορέα και την Ινδοκίνα.

Στην Ευρώπη εισήχθηκε για πρώτη φορά στο Βυζάντιο στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού, όταν δύο καλόγεροι, επιστρέφοντας από µια ιεραποστολική περιοδεία στην Κίνα το 554 µ.Χ., έφεραν μαζί τους κουκούλια μέταξας κρυµµένα στα κούφια ραβδιά τους, γιατί απαγορευόταν η εξαγωγή τους.

 

Η Σηροτροφία: ήτοι Η Τέχνη της μεταξοποιΐας / εκ διαφόρων ερανισθείσα υπό Στεφάνου Μαρτζέλλα, Εν Παρισίω, 1846.

 

Η Ελλάδα έχει μακρά ιστορία στον τοµέα της Σηροτροφίας και μεταξοϋφαντουργίας. Οι τομείς αυτοί υπήρξαν ανέκαθεν πηγή πλούτου και πολιτισμού για όλες τις περιοχές της χώρας. Το μετάξι, ως ύφασμα, ήταν γνωστό στους αρχαίους Έλληνες από τον 4ο αι. π.Χ. χάρη στις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Τον 6ο αι. µ.Χ. το μυστικό της εκτροφής διαρρέει στο Βυζάντιο, κι από κει το μετάξι και η επεξεργασία του διαδίδονται στη Δύση. Τον 16ο – 19ο αιώνα ευνοείται η καλλιέργεια της μουριάς κι έτσι η σηροτροφία αναπτύσσεται από τη Λακωνία ως τη Θράκη τροφοδοτώντας τόσο την τοπική όσο και την Ευρωπαϊκή µεταξουργία (Γαλλία και κυρίως Ιταλία) µε κουκούλια και µεταξόνηµα, µε ιδιαίτερη άνθηση από το 1920 µέχρι τον πόλεµο του 1940. Μεταπολεμικά, παρά τις προσπάθειες της Πολιτεί­ας (Υπουργείο Γεωργίας) με προγράμματα και επιδοτήσεις, δεν κατέστη δυνατή η ανάπτυξη της σηροτροφίας σε ικανοποιητικά επίπεδα εξαιτί­ας των χαμηλών τιμών του μεταξιού, μια και το ανταγωνίζονταν οι τεχνητές και συνθετικές ίνες.

 

Καλλιέργεια μεταξοσκωλήκων

 

Οι μεταξοσκώληκες φιλοξενούνται σε δροσερά και μισοσκότεινα δωμάτια, στα ο­ποία οι σηροτρόφοι τοποθετούν διάφορα πλέγματα, συνήθως καλαμωτές, όπου ζουν οι περιζήτητες κάμπιες. Την άνοιξη, όταν ανοίγουν οι μουριές και πρασινίζουν με το πυκνό τους φύλλωμα, γίνεται η επώαση των αβγών του μεταξοσκώληκα σε θερμοκρα­σία 25° C περίπου. ( Τα φύλλα της μουριάς αποτελούν την τροφή των μεταξοσκωλήκων).

Μετά από 12-15 ημέ­ρες εκκολάπτεται από κάθε αβγό μία πολύ τριχωτή και σκουρόχρωμη προνύμφη μήκους τριών χιλιοστών περίπου. Αυτό το σκουληκάκι είναι αδηφάγο: φαγανό, λαί­μαργο και αχόρταγο. Οι σηροτρόφοι γνω­ρίζουν την αδηφαγία του και το ταΐζουν κα­λά. Σε λιγότερο από ένα μήνα έχει γίνει μια κάμπια οκτώ εκατοστών και έχει βάρος 8.000 φορές μεγαλύτερο του αρχικού της. Την περίοδο της ραγδαίας ανάπτυξης του ο μεταξοσκώληκας αποβάλλει πρόωρα το τρίχωμα του και από γκρίζος γίνεται λευ­κός και ελαφρά γκριζωπός.

 

Εκτροφή Μεταξοσκώληκα

 

Μέχρι την τε­λική του ανάπτυξη υφίσταται τέσσερις δια­δοχικές εκδύσεις – ας τις ονομάσουμε εδώ «εξελικτικά στάδια»-. Πριν από κάθε έκδυση καταλαμβάνεται από χαρακτηριστι­κή βουλιμία και μετά την τελευταία έκδυση εκδηλώνει και τη μεγαλύτερη λαιμαργία. Μία εβδομάδα μετά την τελευταία έκ­δυση ο μεταξοσκώληκας είναι έτοιμος ν’ αρχίσει την παραγωγή μεταξιού και η όρε­ξή του σταματά απότομα. Αναζητά τότε μέ­ρος, για να φτιάξει το κουκούλι του. Ενώ μέχρι τότε παρέμενε στην ίδια θέση και πε­ρίμενε παθητικά την τροφή του, πάντοτε μουρόφυλλα, που τα καταβρόχθιζε με ιδιαί­τερη ευχαρίστηση, τώρα του κόβεται η όρεξη και περνάει στο στάδιο της αναρρί­χησης. Αρχίζει, λοιπόν, να μετακινείται, α­νεβαίνοντας σε οποιοδήποτε αντικείμενο.

Μεταξοσκώληκας

Οι σηροτρόφοι τότε τοποθετούν επάνω στις καλαμωτές κλαδάκια. Ο μεταξοσκώληκας αναρριχάται και επιλέγει το σημείο όπου θα κάνει τη «φωλιά» του. Εκκρίνει τότε μί­α μεταξένια λεπτή κλωστή από έναν πόρο στο κάτω χείλος του και πλέκει αρχικά ένα αραιό πλέγμα από πολύ λεπτά νήματα, που προσκολλώνται σε διάφορα σημεία. Αυτό το πλέγμα είναι η φωλιά του, η οποία έχει σκοπό να στηρίξει το κουκούλι. Στη συνέ­χεια πλέκει το κουκούλι γύρω από το σώ­μα του. Αυτή η διαδικασία διαρκεί 3-4 η­μέρες. Το κάθε κουκούλι αποτελείται από ένα και μοναδικό νήμα μήκους έως και 1500 μέτρα, δηλαδή έχει το μέγεθος ενός μικρού αβγού κότας. Υπάρχουν και κου­κούλια με νήμα 300 ή 500 ή 800 μέτρων, που σημαίνει ότι είναι μικρότερα.

Μέσα στο κουκούλι αυτό θα γίνει η νύμφωση. Δηλαδή η κάμπια θα μεταμορ­φωθεί σε χρυσαλλίδα, μια πεταλουδίτσα, η οποία θα τρυπήσει το κουκούλι, για να βγει έξω. Γι’ αυτό και οι σηροτρόφοι φουρ­νίζουν τα κουκούλια, βάζοντάς τα σε τα­ψιά, για να σκοτώσουν το έντομο, πριν τρυ­πήσει το κουκούλι και το καταστρέψει. Κρατάνε μόνο λίγα κουκούλια για σπόρο. Από τα κουκούλια αυτά θα βγουν ισάριθ­μες πεταλούδες με χοντρό τριχωτό σώμα και μεγάλα υπόλευκα φτερά, που στην πλή­ρη ανάπτυξή τους έχουν άνοιγμα 4-5 πό­ντους. Οι αρσενικές ξεχωρίζουν από τη λε­πτότερη κοιλιά τους. Αμέσως μετά τη σύ­ζευξη η θηλυκή γεννάει εκατοντάδες αβγά (μέχρι 1000). Η ωοτοκία γίνεται αρχές κα­λοκαιριού, οι πεταλουδίτσες μετά από λί­γες μέρες πεθαίνουν και ο σπόρος «κοι­μάται» μέχρι την επόμενη άνοιξη (περίο­δος διάπαυσης). Με την παραγωγή των κουκουλιών το έργο του σηροτρόφου ουσιαστικά έχει τε­λειώσει. Για την περαιτέρω επεξεργασία ει­σερχόμαστε στο δεύτερο στάδιο παραγωγής μετάξης, το βιοτεχνικό ή βιομηχανικό.

 

Κουκούλια

 

Παλιότερα, όταν δεν υπήρχαν εργοστάσια, ο σηροτρόφος βουτούσε τα κουκούλια σε βραστό νερό, για να γίνει το ξετύλιγμά του συνεχούς νήματος. Αυτή η διαδικασία, να ξετυλίγεται η κλωστή από το κουκούλι και να τυλίγεται σε ανέμες, ονομαζόταν αναπηνισμός. Τα κουκούλια τοποθετούνταν σε ειδικές μικρές λεκάνες με ζεστό νερό 50-60 C, για να διαλυθεί η μεταξόκολλα και να ξετυλιχτεί ευκολότερα η ίνα. Στη συνέχεια, σ’ ένα τρίτο στάδιο, γινότανε η κλώ­ση, δηλαδή το «γνέσιμο» του καθαρού νή­ματος, που ήταν έτοιμο για ύφανση, μια διαδικασία δύσκολη και πολύπλοκη, την ο­ποία αναλάμβαναν τα βιομηχανικά εργα­στήρια, τα γνωστά μας μεταξουργεία.

 

Οι σηροτρόφοι στη Νέα Κίο

 

Στον αργολικό κάμπο καλλιεργούσαν μετάξι μόνο στη Νέα Κίο. Οι μικρασιάτες πρόσφυ­γες γνώριζαν την καλλιέργεια από την πα­λιά τους πατρίδα, την Κίο των Αργοναυ­τών. Κάθε οικογένεια χρησιμοποιούσε πε­ρίπου 5 δράμια κουκουλόσπορου. Η από­δοση ήταν 6 οκάδες κουκούλια από κάθε δράμι σπόρου. Δεν υπήρχαν, όμως, ειδικά σηροτροφεία, αλλά χρησιμοποιούσαν ένα δωμάτιο του σπιτιού τους. Οι μουριές στη Νέα Κίο αναπτύσσονταν γρήγορα και είχαν πλούσια φυλλώματα. Η ευδοκίμησή τους οφειλόταν βασικά στο υγρό κλίμα και στη μεγάλη υγρασία του υπεδάφους, μολονότι ο θερμός άνεμος που έπνεε κατά την περίοδο της κατασκευής των κουκουλιών (λίβας) δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκός για την βελτίωση της ποιότητας του μεταξόσπορου, τον οποίο παρασκεύαζαν επί τόπου.  Παρά τους κινδύνους αυτούς η σηροτροφία υπήρξε για μεγάλο διάστημα ενισχυτικό εισόδημα των οικογενειών που συνεχώς προσπαθούσαν για την ποιοτική αναβάθμιση της παραγωγής τους.

 

Το μεταξουργείο της Νέας Κίου

 

Ο δημοσιογράφος και ποιητής Χρήστος Δελής (1887-1960) ο οποίος διετέλεσε επί δύο δεκαετίες πρόεδρος της κοινότητας της Ν. Κίου, ίδρυσε Μεταξουργείο, συνεχίζοντας την παράδοση της Κίου της Μικράς Ασίας. Μουριές φυτεύτηκαν στους δρόμους της κοινότητας και στα σπίτια διαμορφώθηκε ειδικός χώρος για την επεξεργασία των κουκουλιών. Το 1932 μάλιστα, το μετάξι αυτό πήρε το πρώτο βραβείο στην Έκθεση Θεσσαλονίκης. Το μετάξι διοχετευόταν στη βιομηχανία υφασμάτων Ναθαναήλ. Απασχολούσε 50-60 περίπου εργάτριες κατά τη διάρκεια των εργασιών του, οι οποίες διαρκούσαν περίπου οκτώ μήνες. Το Μεταξουργείο καταστράφηκε από τους Γερμανούς στα χρόνια της κατοχής. Ο ιδιοκτή­της δεν μπόρεσε να το επαναλειτουργήσει και οι Κιώτες στράφηκαν στα λαχανικά, εγκατα­λείποντας τη σηροτροφία. Στο δίτομο έργο του Ευρυσθένη Α. Λασκαρίδη « ΚΙΑΝΑ» (τ. Α΄σελ. 288) διαβάζουμε:

 

 

« Η Νέα Κίος έχει και εργοστάσιον κον­σερβοποιίας κηπευτικών προϊόντων. Επίσης και εργοστάσιον μεταξουργίας ιδρύθη από τα πρώτα έτη της ιδρύσεως της Νέας Κίου, διότι από τους πρώτους μήνας της εκεί εγκαταστά­σεως των οι Κιανοί εφύτευσαν και φυτώριον συκαμιών (συκαμιά, μουριά), μετά την ανάπτυξιν των οποίων παρήγον και κουκούλια, όπως και εις την παλαιάν των πατρίδα. Το εργοστάσιον όμως τούτο της μεταξουργίας κατεστράφη κατά την κατοχήν υ­πό των κατακτητών, χωρίς μετά να δυνηθή ο ιδιοκτήτης του να το επανιδρύση. Μετά την καταστροφήν του μεταξουργείου αντικατέστησαν οι κάτοικοι της Νέας Κίου τας συκαμιάς των με κηπευτικά είδη ».

 

Μεταξουργεία Αργολίδας

  

Στην Αργολίδα λειτούργησαν τέσσερα με­ταξουργεία. Το πιο παλιό ήταν του Μιχαήλ Παπανικολάου στο Ναύπλιο, το οποίο ι­δρύθηκε το 1875. (Οδηγός Ν. Ιγγλέση, σ. 334). Δεν έχουμε άλλες πλη­ροφορίες για το μεταξουργείο αυτό. Το άλ­λο μεταξουργείο, στο Ναύπλιο και αυτό (Σιδηράς Μεραρχίας και Κιλκίς), ιδρύθη­κε από τους ετεροθαλείς εκ πατρός αδελ­φούς Γεώργιο Π. Νταβέλη και Ανδρέα Κό­τσυφα το 1905 «με 10 εργάτιδας εργαζομένας με ανέμην». (Οδηγός Ν. Ιγγλέση, σ. 334). Λειτούργησε μέχρι το 1935 περίπου. Όπως μας πληροφόρησε ο εγγονός του ιδρυτή Γιώργος Νταβέλης, ο πατέρας του οποίου Ορέστης δούλεψε πολ­λά χρόνια εκεί, τα κουκούλια τα προμηθεύ­ονταν από το Τολό, από την Καλαμάτα κι από άλλα μέρη εκτός Αργολίδας. Στη συ­νέχεια μετατράπηκε σε νηματουργείο.

Το τρίτο κατά χρονολογική σειρά μεταξουργείο ήταν της Νέας Κίου, το οποίο στε­γάστηκε δεξιά της κεντρικής οδού Άργους – Ν. Κίου, στο ύψος της Αγίας Ειρήνης, και ήταν ιδιοκτησίας Χρήστου Δελή, ενός από τους ιδρυτές του προσφυγικού συνοι­κισμού και πρώτου κοινοτάρχη της Ν. Κί­ου.

Το τέταρτο μεταξουργείο λειτούργη­σε στο Άργος στην οδό Αγ. Κωνσταντίνου και ήταν ιδιοκτησίας Ηλία Σαραντόπουλου, ο οποίος καταγόταν από το Άργος, αλλά αρ­γότερα εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθή­να. Αγόραζε κουκούλια από τον Αχλαδόκαμπο κι από άλλες περιοχές εκτός Αργολίδας. Οι εργάτριες του εργοστασίου ήταν ίσως από τη Νεστάνη Αργολίδας και μέ­νανε με ενοίκιο σε ταπεινά σπιτάκια της περιοχής Αρβανιτιάς Άργους. Η πληροφο­ρία σημειώνεται με κάθε επιφύλαξη, επει­δή στάθηκε αδύνατο να διασταυρωθεί. Ο ίδιος πληροφοριοδότης μάς εξήγησε ότι οι Αργείτισσες δεν καταδέχονταν να δου­λέψουν στο μεταξουργείο, γιατί ήταν βρό­μικη και ταπεινή εργασία. Βέβαια, οι Αργείτισσες εργάζονταν στα χωράφια και στα μποστάνια, όπου καλλιεργούσαν κυρίως τομάτα, και δεν είχανε ίσως χρόνο. Σίγουρα όμως υπήρχαν και Αργειτοπούλες εργάτριες στο μεταξουργείο.

  

« Είχα πάει λίγο καιρό στο μεταξουργεί­ο στην Αγίου Κων/νου. Δε θυμάμαι πώς λέ­γανε το αφεντικό. Ήμουνα κορίτσι 16 χρο­νών τότε, πριν το ’40. Αλλά με πείραζε η άχνη, τα παράτησα κι έφυγα. Ήμουνα από τη Χούνη, αλλά έμενα εδώ στο Άργος σε μια θεία μου. Εγώ έδινα τα κουκούλια απέξω, που τα βράζανε σε καζάνια και τα παίρνανε άλλες και τα εργαζόντανε. Βάζανε την κλω­στή σε ανέμες. Το κουκούλι ήταν πολύ βρό­μικο και μύριζε πολύ, γιατί είχε μέσα το σκουλήκι, που ήτανε ψόφιο. Δεν ξέρω από πού τα φέρνανε τα κουκούλια. Δεν ξέρω πολλά πράγματα, γιατί κάθησα λίγο, καμιά ‘κοσαριά μέρες. Δεν μπορούσα, με πίγκωνε η άχνη. Αρρώσταινα, μα ύστερα ξαναπήγαινα, μέχρι που τα παράτησα. Υπήρχα­νε πολλά μηχανήματα. Μερικές δουλεύανε χρόνια εκεί».  Μαρτυρία της εργάτριας του μεταξουργείου Άργους Κων/νας Μιχαλοπούλου.

 Δε γνωρίζουμε μέχρι πότε λειτούργη­σε το μεταξουργείο Άργους. Πάντως, μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας 1950 καλλιερ­γούσαν μεταξοσκώληκες στον Αχλαδόκαμπο, αν και είναι βέβαιο ότι θα μπορούσαν να πουλάνε τα κουκούλια τους και στο με­ταξουργείο της Τρίπολης, ιδιοκτησίας Πα­ράσχου, το οποίο λίγο αργότερα έγινε υφαντουργείο (μαρτυρία π. Σταύρου Παρά­σχου).

 

Το μεταξουργείο του Ηλία Σαραντόπουλου στο Άργος

 

Ας σημειωθεί εδώ ότι οι περισσότε­ρες συναλλαγές του Αχλαδοκάμπου γίνο­νταν με την Τρίπολη και την ευρύτερη περιοχή, επειδή οι αποστάσεις ήταν μικρότε­ρες και εξυπηρετούνταν και με το τρένο. Πάντως, όταν το κτίριο του μεταξουργεί­ου Άργους το αγόρασε από τον Ηλία Σαραντόπουλο ο Ηλίας Μπόμπος το 1958 ή 1959, επενδύοντας τα χρήματά του στο α­κίνητο, το εργοστάσιο δε λειτουργούσε. Στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε από την Α­γροτική Τράπεζα με ενοίκιο ως αποθη­κευτικός χώρος (μαρτυρία Βασίλη Μπό­μπου). Παρεμπιπτόντως, αξίζει να σημειώ­σουμε εδώ ότι η οδός Αγίου Κων/νου στο Άργος παρουσίαζε ιδιαίτερη βιομηχανική δραστηριότητα. Το πρώτο εργοστάσιο ή­ταν το υφαντουργείο Παζιώτα, ο σημερι­νός κινηματογράφος Movieland. Ακολου­θούσε το εκκοκκιστήριο βάμβακος του τό­τε Δημάρχου Κωστή Μπόμπου και του α­νιψιού του Ηλία Μπόμπου και ακολουθού­σε το μεταξουργείο του Ηλία Σαραντόπουλου. Η οδός Ιακώβου Μάνου στο σημείο εκείνο δεν υπήρχε, ούτε η πολυκατοικία στη γωνία. Ο χώρος ήταν ενιαίος. Απένα­ντι λειτουργούσε το ελαιοτριβείο του Κώ­στα Κοντογιάννη, το οποίο αρχικά δούλευε με άλογο και αργότερα με ντιζελομηχανή.

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.
  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.
  • Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, «Ανάπτυξη τομέα Σηροτροφίας», Σεπτέμβριος, 2007.
  • Αναγνωστόπουλος Ν. – Γάγαλης Γ., «Η Αργολική Πεδιάς», Αθήναι, 1938.
  • Ιγγλέσης Γ, Νικος, «Οδηγός της Ελλάδος», έτος Ε΄, τόμος Β΄(1916-17), Αθήναι χ.χ.

 

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

«Εμείς» και οι «Άλλοι» : Η περίπτωση του ανταγωνισμού Άργους – Ναυπλίου


 

Η αντιπαλότητα μεταξύ δυο πόλεων στηρίζεται σε μια βαθιά διχοτομική αντίληψη που δημιουργεί στερεοτυπικές εικόνες του ενός πληθυσμού για τον άλλο στην προσπάθεια να αναδειχθούν θετικά στοιχεία για τον ένα και αρνητικά για τον άλλο. Η έννοια της αντιπαλότητας των πόλεων, κυρίως των όμορων πόλεων, δεν είναι άγνωστη για την κοινωνική πραγματικότητα του δυτικού κόσμου.

 Η ιδιομορφία στην περίπτωση των ελληνικών πόλεων πηγάζει από τη σημασία των κρατικών μηχανισμών ως μηχανισμών δημιουργίας και διανομής εισοδημάτων, γεγονός που δημιουργεί σοβαρές αντιπαλότητες μεταξύ όμορων ελληνικών πόλεων. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση της διαμάχης Ναυπλίου και Άργους, μιας διαμάχης που πηγάζει βαθιά μέσα από τον ιστορικό χρόνο και που συντηρείται ακόμα και σήμερα στην προσπάθεια και των δυο να διαχειριστούν οικονομικούς και πολιτισμικούς πόρους, χρησιμοποιώντας τη δυνατότητα του κράτους να παρεμβαίνει και να καθορίζει τη δυναμικότητα της διαμάχης αυτής με όρους εξουσίας.

                                                                                                                            

Ο χώρος ήταν και παραμένει για την ανθρώπινη κοινωνία ένα συστατικό, αν όχι κυρίαρχο, στοιχείο της οργάνωσής της. Μέσα σ’ αυτό και με αυτό διαμορφώνονται πολιτιστικά πρότυπα, κώδικες επικοινωνίας και συμπεριφοράς και κατασκευάζονται εικόνες του εαυτού που αποκτούν νόημα μόνο σε σχέση με πολιτισμικές κατασκευές που αντικείμενο έχουν κυρίως τον «Άλλο» [1].

Οι διαδικασίες που οδηγούν στις κατασκευές αυτές καταλήγουν αρκετές φορές σε σχήματα που είναι απλοϊκά και εύκολα ως προς τη σύλληψη και τη χρησιμοποίησή τους. Έτσι, η νοηματοδότηση ενός οικιστικού χώρου όπως η πόλη με την κατασκευή μιας συγκεκριμένης ταυτότητας (Πειραιώτες, Θεσσαλονικιοί, Αθηναίοι, κλπ), αποτελεί ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο οι κάτοικοι αντιλαμβάνονται την κοινότητά τους καθώς και την ιδιαιτερότητα σε σχέση με εκείνους μιας άλλης πόλης [2].

Βεβαίως, η αντίληψη περί κοινής ταυτότητας δεν είναι ούτε γραμμική ούτε, πολύ περισσότερο, ομοιόμορφη. Αντίθετα, μια σειρά από επιμέρους χαρακτηριστικά όπως ο τύπος κατοικίας, η εργασία και άλλα, δημιουργούν διαφοροποιήσεις και ιδιαίτερες ταυτότητες μέσα στην ίδια την πόλη. Οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν είναι αποτέλεσμα μιας κάποιας «φυσικής διαδικασίας» [3] αλλά συνδέονται με τους τρόπους που επενεργούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στην κοινωνική οργάνωση.

Στη βάση αυτών των ίδιων χαρακτηριστικών δημιουργούνται εικόνες του «Άλλου» που σε αρκετές περιπτώσεις λειτουργούν στερεοτυπικά δημιουργώντας σχέσεις αντιπαλότητας και, σε ιδιαίτερες συνθήκες, δημιουργούν συγκρούσεις. Κλασική περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί η ένταση μεταξύ λευκών και μαύρων κατοίκων σε πολλές πόλεις των ΗΠΑ [4], μεταξύ ινδιάνων λευκών αποίκων στις περισσότερες πόλεις της Λατινικής Αμερικής ή ακόμα οι φυλετικές συγκρούσεις μεταξύ μαύρων σε αφρικανικές πόλεις.

Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες μεσογειακές χώρες και χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η αστική ανάπτυξη είχε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα που διαμορφώθηκε ιδιαίτερα από το ρόλο και την παρεμβατική ικανότητα του Κράτους. Αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο, ο ρόλος αυτός καθόρισε και τα χαρακτηριστικά ανάπτυξης των πόλεων και γενικότερα των οικιστικών περιοχών.

Ναύπλιο δεκαετία 1930 ( Αρχείο: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη ).

Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, η εσωτερική μετανάστευση και η απουσία πολιτικών χωροθέτησης οικιστικών και βιομηχανικών ζωνών δημιούργησαν σοβαρότατες παρενέργειες στον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η αστική ανάπτυξη. Με πολύ γενικό τρόπο, μπορούμε να πούμε πως η ελληνική ιδιαιτερότητα στηρίζεται στην πληθυσμιακή υπερσυσσώρευση στα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα) και κυρίως στην Αθήνα, εις βάρος των περιφερειακών κέντρων. Προκειμένου δε να αμβλύνει τις αρνητικές συνέπειες στην οικονομία της περιφέρειας, χρησιμοποίησε με μεγαλύτερη ένταση τον παρεμβατικό – εργοδοτικό του ρόλο δημιουργώντας παράλληλα νέα προβλήματα και σχέσεις σύγκρουσης μεταξύ επαρχιακών κέντρων [5]. Είναι τόσο κυρίαρχος ο ρόλος αυτός ώστε να δημιουργεί ένα ιδιαίτερο κλίμα και προϋποθέσεις στήριξης αστικών ταυτοτήτων με όρους ανωτερότητας και κατωτερότητας, όπως θα δούμε και στην περίπτωση της ανταγωνιστικής σχέσης Άργους – Ναυπλίου.

Η αντιπαλότητα μεταξύ πόλεων και κυρίως, γειτονικών πόλεων στα διοικητικά όρια ενός νομού δεν είναι μια πρόσφατη ιστορία. Βρίσκει τις ρίζες της βαθειά μέσα στην ιστορία, αλλά η ένταση με την οποία ανατροφοδοτείται σήμερα είναι άμεσα συνδεδεμένη ακόμα με τα προνόμια που εξασφαλίζει η δραστηριότητα των κρατικών μηχανισμών στα όριά τους. Πολύ συνοπτικά θα αναφέρω μερικά από τα σημαντικότερα πρόσφατα παραδείγματα, ώστε να γίνει περισσότερο κατανοητό τόσο το εύρος του ανταγωνισμού, όσο και η σημασία των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών με τα οποία κατασκευάζεται μια ταυτότητα που θα στηρίξει την αντίπαλη λογική, δηλαδή, τη διαφορετικότητα του «Εμείς», απέναντι στους «Άλλους».

«Δεν έχουμε λοιπόν αντιπαλότητα δύο πόλεων αλλά επιθετικότητα μιας πόλεως με τελικό εντελώς προφανή στόχο να γίνει αυτή η Πρωτεύουσα του νομού». Το αρχικό αυτό συμπέρασμα ανήκει στον κ. Κ. Καρκανιά [6] που απαντά υπέρ του Μεσολογγίου, σε δημόσιο διάλογο για τη Αιτωλοακαρνανία, σε άποψη που εκφράστηκε  υπέρ του Αγρινίου.

Ο επιστολογράφος αρχίζει με μια υπόμνηση των όσων διαδραματίζονται σημειώνοντας πως «κατά τα τελευταία 30 και περισσότερα χρόνια στον νομό παρατηρούμε μια συνεχή και συνήθως επιτυχή προσπάθεια κάποιων ομάδων οικονομικών ή και μη συμφερόντων που ζουν στο Αγρίνιο να αφαιρέσουν από το Μεσολόγγι, την πρωτεύουσα του νομού, αυτά που της ανήκουν δικαιωματικά με βάση τους νόμους του Κράτους» και τελειώνει με μια αποκαλυπτική για το θέμα μας επισήμανση τονίζοντας : «Ο τόπος μας αξίζει πραγματικά καλύτερη τύχη και αυτή προϋποθέτει αξιοπρέπεια και ομόνοια αλλά αυτές δεν είναι δυνατόν να στηρίζονται στην επιθετικότητα κάποιων κατοίκων μιας πόλεως εναντίον του Μεσολογγίου, το οποίο επαναλαμβάνω είναι η Πρωτεύουσα του νομού και επί πλέον η Ιερή Πόλη του Έθνους. Ομόνοια μπορεί να υπάρξει όταν οι έδρες των μεγάλων οργανισμών του νομού έλθουν στο Μεσολόγγι και όταν το Εφετείο, το Μουσείο, κ.λπ. εγκατασταθούν στο Μεσολόγγι. Οποιεσδήποτε άλλες σκέψεις είναι αντίθετες προς την πολιτική (όχι κομματική, όχι πληθυσμιακή) και ιστορική πραγματικότητα Η ιερότητα του χώρου, η ιστορικότητα και η διοικητική σημασία της αποτελούν τρία βασικά χαρακτηριστικά στα οποία εδράζεται το δικαίωμα του Μεσολογγίου να έχει τις έδρες των μεγάλων κρατικών οργανισμών.

Οι ανταγωνισμοί που υπάρχουν μεταξύ της Θήβας και της Λιβαδειάς, του Βόλου και της Λάρισας ή ακόμα του Ληξουρίου και του Αργοστολίου [7] μπορεί να έχουν βαθιές ρίζες, αλλά δεν έχουν ακόμα αποκτήσει την ένταση με την οποία οργανώνεται ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα Χανιά και το Ηράκλειο επειδή το δεύτερο απαιτεί την ίδρυση Εφετείου. Συνδικαλιστές, δημοτικοί άρχοντες και κάτοικοι βρίσκονται στα «χαρακώματα», σε μια υπόθεση παράδειγμα για το ρόλο των κρατικών μηχανισμών και των προνομίων που προσφέρουν στην γενικότερη ανάπτυξη μιας πόλης και, κατ’ επέκταση, στη δημιουργία μιας συγκεκριμένης πολιτισμικής κατασκευής στην οποία εδράζεται και η αντίστοιχη ταυτότητα. Τα τελευταία χρόνια η ίδρυση πανεπιστημιακών σχολών και τμημάτων καθώς και ΤΕΙ στην περιφέρεια, αποτέλεσε το κύριο εργαλείο μιας ιδιότυπης ανάπτυξης που αναθέρμανε ταυτόχρονα τον ανταγωνισμό μεταξύ πόλεων [8].

Για τη διαμάχη μεταξύ Άργους και Ναυπλίου αποτέλεσε ένα ακόμα σοβαρό θέμα αντιπαλότητας καθώς η εγκατάσταση τμήματος του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου στην πρωτεύουσα του νομού, το Ναύπλιο, θεωρήθηκε καταστροφική για την ανάπτυξη του Άργους. Έχουν όμως προηγηθεί αρκετά επεισόδια στο πέρασμα της ιστορίας [9] για να αποκτήσει ο ανταγωνισμός αυτός βαθιές ρίζες και να ανακυκλώνεται κάθε φορά που τίθεται ζήτημα και πηγάζει από τον κρατικό παρεμβατισμό στην αστική ανάπτυξη.

Μερικά από τα επεισόδια αυτά θα χρησιμοποιήσουμε στη συνέχεια για να τεκμηριώσουμε τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνεται η σχέση του «Εμείς και οι Άλλοι» καθώς και οι αντιλήψεις για τη διαφορετικότητά τους. 

 

Ναύπλιο – Άργος: η ιστορία ενός ανταγωνισμού

 

«Από χρόνων αμνημονεύτων το Ναύπλιον αντιδρά κατά της προόδου του Άργους. Δύναταί τις ειπείν, ότι είνε ο εφιάλτης της ημετέρας πόλεως και έχει απέναντί μας την θέσιν του φθονερού πλουσίου, όστις τήκεται, όταν ο πτωχός γείτων του τρώγη εν τεμάχιον άρτου. Τίνα έχει ν’ αντιτάξη δικαιώματα και προσόντα κατά της προαιωνίου λαμπράς ιστορίας, των απαραμμίλων γεωγραφικών και φυσικών προτερημάτων, του πλήρους ζωής και μέλλοντος πληθυσμού του Άργους; Εν τούτοις έχει προστάτας και προστάτας ισχυρούς και εις την περίστασιν αυτήν μας απειλεί το καιριώτατον κατά της πόλεως ημών τραύμα».

Το απόσπασμα αυτό από το κύριο άρθρο της εφημερίδας «Δαναός» του 1884[10] του Άργους, υπογράφεται από τον συντάκτη της Δ. Κ. Βαρδουνιώτη, έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του αργολικού πνευματικού κόσμου του 19ου αιώνα. Αποτελεί την καλύτερη ίσως απόδοση του ανταγωνισμού που διαμορφώνεται και με την πάροδο του χρόνου ισχυροποιείται ανάμεσα σε δυο πόλεις με μεγάλο ιστορικό και πολιτισμικό κεφάλαιο.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Ο Δ. Κ. Βαρδουνιώτης εντούτοις στηρίζει την επιχειρηματολογία του σε τρία βασικά όσο και αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστικά της εποχής για την πόλη του Άργους: την ιστορία του αφού πρόκειται για την αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας και μια από τις αρχαιότερες στον κόσμο. Τη γεωγραφική της θέση ως κόμβο εμπορευματικό και διακομιστικό αλλά και τα φυσικά της χαρακτηριστικά που πιστοποιούνται, εξάλλου, από πλήθος κειμένων των περιηγητών του 18ου και 19ου αιώνα. Τέλος, ο Δ. Κ. Βαρδουνιώτης χρησιμοποιεί τα δημογραφικά δεδομένα για να αναδείξει τη διαφορά δυναμικού ανάμεσα στις δυο πόλεις.

Το περιπετειώδες σενάριο για την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής στη νότια Πελοπόννησο, ελάχιστα απέχει από την πραγματικότητα και καταγράφει τον έντονο ανταγωνισμό των δυο πόλεων στο επίπεδο των υποδομών. Δεν είναι καθόλου τυχαία η σύγκρουση στο επίπεδο αυτό, καθώς το ζήτημα των υποδομών είναι άμεσα συνδεδεμένο με τις ευκαιρίες οικονομικής ανάπτυξης της επαρχίας [11], οι οποίες όμως, ήδη από τις απαρχές του νεοελληνικού κράτους, αποτελούν στοιχείο εξυπηρέτησης πολιτικής πελατείας και όχι μακρόπνοο προγραμματισμό οικονομικής και κοινωνικής συνολικής ανάπτυξης. Από την άποψη αυτή, το «Εμείς» και οι «Άλλοι» δεν μπορεί να οργανώνεται παρά μόνον ως συγκρουσιακή σχέση και σε πολιτικό επίπεδο. Ας παρακολουθήσουμε για λίγο ακόμα το επεισόδιο του σιδηροδρόμου.

Μερικούς μήνες νωρίτερα, όταν είχαν γίνει γνωστές οι διαθέσεις της εταιρείας σιδηροδρόμων και τα σενάρια αποκλεισμού του Άργους από τη βασική σιδηροδρομική διαδρομή, ο Δ. Κ. Βαρδουνιώτης πάλι σε κύριο άρθρο[12], αφού παραθέτει τα τεχνικά χαρακτηριστικά του ζητήματος, σημειώνει : «Το Άργος ιδίως μεγάλως εθορυβήθη εκ της θρυλλούμενης ταύτης αδικωτάτης  δι’αυτό τροποποιήσεως  της σιδηροδρομικής γραμμής. Η πόλις όλη κατεθλίβη δια τον εξευτελισμόν και την περιφρόνησιν ταύτην».

Όσο και αν ο τόνος δραματοποιεί τα «θρυλλούμενα» σχέδια, οι λέξεις εξευτελισμός και περιφρόνηση γραμμένες από έναν τόσο σημαντικό διανοούμενο της εποχής έχουν μια ιδιαίτερη βαρύτητα ως προς την εικόνα που διαμορφώνεται με τον ανταγωνισμό των δυο πόλεων. Η αρνητική δε εικόνα που περιγράφει με τις δυο παραπάνω λέξεις ο Δ. Κ. Βαρδουνιώτης για την πόλη του Άργους, ενισχύεται ακόμα και από «τυχαία» περιστατικά που θα έπρεπε να είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα. Έτσι, όταν το βασιλικό ζεύγος (Γεώργιος Α΄και Όλγα) φτάνει στην περιοχή, επισκέπτεται το Ναύπλιο και εντελώς τυχαία το Άργος. Η συμβολική του τυχαίου στην περίπτωση αυτή είναι καθοριστική για την ενίσχυση του αισθήματος «περιφρόνησις» παρά το γεγονός ότι η ίδια η επίσκεψη θα έπρεπε να λειτουργήσει ενισχυτικά ως προς τη σημασία της πόλης. Η σχετική ειδησεογραφία [13] αναφέρει τα εξής : «Κατά το εν αρχή γνωσθέν ενταύθα δρομολόγιον ειδοποιήθησαν αι αρχαί και οι πολίται της πόλεώς μας να κατέλθωσιν εις Μύλους, ένθα έμελλον να αποβιβασθώσιν οι βασιλείς εκ Ναυπλίου μεταβαίνοντες εις Τρίπολιν. Ένεκα όμως της παρά την αποβάθραν αβαθούς θαλάσσης καθιστώσης αδύνατον την αποβίβασιν, το δρομολόγιον μετεβλήθη και ωρίσθη να μεταβώσιν εις Τρίπολιν δι’Άργους».

Η σημασία που έχουν οι υποδομές για την τοπική ανάπτυξη είναι σημαντικές καθώς και εκείνες που αφορούν σε ιδιωτικές παραγωγικές επενδύσεις, αποτελώντας έναν τομέα ανταγωνισμού με όλα τα χαρακτηριστικά του τοπικισμού και της κατά περίπτωση άσκησης κρατικής πολιτικής. Στα πλαίσια αυτά ο ρόλος των πολιτευτών είναι απαράλλαχτα ίδιος στη διάρκεια του χρόνου και συντελεί στην παγίωση του ανταγωνισμού, όπως θα δούμε και στη συνέχεια με κάποια παραδείγματα. Ας δούμε πως εκφράζεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των δυο πόλεων στο επίπεδο του εμπορίου που αποτελεί έναν σημαντικό οικονομικό τομέα.

Αντλούμε ένα πρώτο παράδειγμα από κύριο άρθρο [14] στο οποίο ασκείται κριτική στη δημοτική αρχή γιατί τα λεωφορεία δεν φτάνουν μέχρι τη λαϊκή αγορά και έτσι οι αγοραστές αναγκάζονται να αναζητήσουν άλλες αγορές. Ο αρθρογράφος σημειώνει μεταξύ άλλων: «Και ο λόγος λοιπόν αυτός έβλαψεν αναμφισβητήτως σημαντικά, διότι δεν στερούμεθα μόνον 50-100 αγοραστών κατά Σάββατον αλλά απομακρύνονται της πόλεώς μας ελείψει καταλλήλου συγκοινωνίας όλοι οι κάτοικοι των εν λόγω περιφερειών συνάπτοντες σχέσεις με τους επαγγελματίας και εμπόρους της γείτονος πόλεως Ναυπλίου καίτοι αναγνωρίζουν ότι το συμφέρον τους ευρίσκεται εδώ».

Παρότι η άποψη ότι οι πελάτες θα πρέπει να φτάνουν με τα αυτοκίνητά τους ή με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς μέχρι τις πόρτες των καταστημάτων, είναι μια λογική που εμποδίζει ακόμα και σήμερα την ανάπτυξη της πόλης, το κεντρικό επιχείρημα του αρθρογράφου είναι η απορρόφηση μέρους των καταναλωτών από την αγορά του Ναυπλίου. Την ίδια χρονιά οι Επαγγελματίες και Βιοτέχνες του Άργους παρεμβαίνουν στα δημοτικά δρώμενα προκειμένου να βοηθήσουν στην ανάπτυξη της πόλης  μέσω μιας ειδικής επιτροπής που προετοιμάζεται να συγκροτηθεί. Ο τύπος [15]  της περιόδου εκείνης σημειώνει :  

 «Το έργον της επιτροπής λόγω ελλείψεως χρήματος και της αντιδράσεως ήν θα αναπτύξη η γείτων πόλις του Ναυπλίου θα είναι επίπονον και άχαρι…

Εις οιονδήποτε έχοντα αντίρρησιν θα προβάλωμεν ως αποστομικήν απάντησιν το παράδειγμα της γείτονος πόλεως Ναυπλίου ήτις καίτοι μη έχουσα γηγενή πληθυσμόν πλέον των δυο χιλιάδων κατοίκων κατορθώνει δια των διαρκών αγώνων των τέκνων της να διατηρή πληθώραν Δημοσίων υπηρεσιών και δι’αυτών να εμφανίζεται ως πόλις και να είναι πρωτεύουσα Νομού».

Είναι η πρώτη φορά που το Ναύπλιο αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση σε σχετικό δημοσίευμα. Ίσως να είναι και ένα από τα μοναδικά καθώς ο ανταγωνισμός δημιουργεί ένα κλίμα σύγκρουσης, ιδιαίτερα στο επίπεδο των παραγωγικών επενδύσεων, που συχνά λαμβάνει προσανατολισμό οξύτητας.

Το Άργος αποτελεί ήδη στην προπολεμική περίοδο και για τέσσερεις δεκαετίες μετά, ένα σημαντικό υφαντουργικό κέντρο. Είναι λογικό λοιπόν να αντιδρά με οξύτητα όταν τίθεται θέμα εγκατάστασης βιομηχανιών στην περιοχή όπως, για παράδειγμα, το 1938 όταν γίνεται λόγος [16] για την κατασκευή εργοστασίου της υφαντουργικής εταιρείας «Πηνελόπη», κατασκευή που γεννά υποθέσεις ακόμα και για χίλιες νέες θέσεις εργασίας.

Εργαζόμενοι σε εργοστάσιο Μακαρονοποιείας. Άργος, δεκαετία του ’50.

Η αντιπαράθεση και ο ανταγωνισμός συνεχίζεται και μεταπολεμικά με σημαντικές πολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις καθώς η διαχείριση των πόρων που διαθέτουν οι δυο πόλεις απαιτεί τον γρήγορο διαγκωνισμό του ενός από τον άλλο στο ένα ή το άλλο επίπεδο. Ο κατάλογος των παραδειγμάτων είναι μεγάλος και γι’ αυτό θα σταθούμε σε δυο ημερομηνίες που πιστοποιούν τη διαχρονικότητα της αντιπαλότητας και αντίστοιχα σε δυο τομείς όπου η κάθε πόλη έχει τα δικά της ισχυρά επιχειρήματα ώστε να αναζητήσει την πρωτοκαθεδρία.

Το 1956 δημιουργείται ένας μεγάλος θόρυβος στην Αργολίδα σχετικά με τις προθέσεις του εφοπλιστή κ. Νιάρχου να δημιουργήσει ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη στο Νομό. Γύρω από τις προθέσεις αυτές αρχίζουν και πάλι να συγκρούονται οι εκπρόσωποι των δυο πόλεων προσπαθώντας να διατηρήσουν το προβάδισμα ελκύοντας την επένδυση που πρόκειται να γίνει. Παράλληλα, ο βουλευτής Αργολιδοκορινθίας Βασίλειος Πανούσης, βρίσκει την ευκαιρία να δημοσιεύσει ανακοίνωση με την οποία «πληροφορεί τους πολίτες» πως, ούτε λίγο ούτε πολύ, σε αυτόν οφείλεται το ενδιαφέρον του εφοπλιστή και παρακολουθεί το θέμα από κοντά προς όφελος των πολιτών. Ο δε διευθυντής της εφημερίδας που παραθέτει τη σχετική ειδησεογραφία[17] σημειώνει μεταξύ άλλων :

 

«Αλλά υμείς οι Αργείοι πρέπει ιδιαιτέρως να προσέξωμεν το ζήτημα, εάν θέλωμεν να επωφεληθώμεν της ιδρύσεως των Ναυπηγείων και να διατηρήσωμεν την πρώτην θέσιν της εμπορικής και βιομηχανικής κινήσεως. Από τας πρωτοβουλίας και προσπαθείας μας εξαρτάται αν επωφεληθώμεν της ιδρύσεως των Ναυπηγείων και θα διατηρήσωμεν την θέσιν μας ως πρώτης εμπορικής και βιομηχανικής πόλεως του Νομού ή θα γίνωμεν ουραγοί και συν τω χρόνω θα απορροφηθώμεν από το ραγδαίως εξελισσόμενον Ναύπλιον, το οποίον παντού έχει ανθρώπους πονούντας και ενδιαφερομένους δι’αυτό».

 

Ο τουρισμός αποτελεί ένα δεύτερο σημαντικό πεδίο προστριβών και ανταγωνισμού. Υπενθυμίζω με την ευκαιρία πως και οι δυο πόλεις διαχειρίζονται ένα σοβαρό πολιτισμικό κεφάλαιο που συνδυάζει ιστορία, εξαιρετικούς αρχαιολογικούς χώρους και πλουσιότατες εκθέσεις-μουσεία, καθώς επίσης και μια καλή αρχιτεκτονική κληρονομιά.

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

Το παρακάτω άρθρο που γράφεται το 1962 είναι αποκαλυπτικό της διαχρονικότητας του ανταγωνισμού καθώς η διάνοιξη του «δρόμου των αρχαιοτήτων» όπως λέγεται χαρακτηριστικά σήμερα, απασχολεί τις δυο πόλεις από τότε και γίνεται πραγματικότητα μόλις τα τελευταία χρόνια. Με την ευκαιρία λοιπόν αποφάσεων από το Νομαρχιακό Συμβούλιο για την τουριστική ανάπτυξη της Αργολίδας, το κύριο άρθρο εφημερίδας του Άργους [18] αναφέρει :

«Δεν δυνάμεθα παρά να συγχαρώμεν τον αξιότιμον κ. Νομάρχην δια το επιδεικνυόμενον ενδιαφέρον του δια την Τουριστικήν αξιοποίησιν του Νομού, αλλά και να μην εκφράσωμεν την πικρίαν μας, διότι εις μιαν έκθεσιν εκ 15 γραφομηχανημένων σελίδων εξ ών αι 13 αναφέρονται εις τας Τουριστικάς ανάγκας του Ναυπλίου δια την προσέλκυσιν ξένων, μόνον ένδεκα (αρ. 11) στίχοι αφιερούνται εις τα τουριστικά του Άργους……

Κατ’αυτόν λοιπόν τον τρόπον θα αξιοποιηθεί τουριστικώς ο Νομός; Με μόνην δηλαδή την προβολήν του Ναυπλίου εις βάρος ολόκληρου του Νομού; Αλλ’αυτό είναι απαράδεκτον δι’ημάς τουλάχιστον τους Αργείους. Και δια να ολοκληρωθή το κατά της πόλεως του Άργους πλήγμα και απομονωθή τελείως αύτη πάσης κινήσεως ιδού τι προτείνεται εις την Ε παράγραφον του ΙΙΙ κεφαλαίου της εκθέσεως : ε) Διάνοιξις και κατασκευή οδού Μυκηνών-Μοναστηρακίου-Ηραίου…».

Ενώ όμως φαινομενικά ο ανταγωνισμός διαμορφώνεται περισσότερο στο οικονομικό επίπεδο και εμφανίζεται ως αντίδραση του ενός στην κατασκευή ή την αξιοποίηση υποδομών στην επικράτεια του άλλου, λείπουν τα στοιχεία εκείνα (ιδεολογικά, στερεότυπα, κλπ) που θα ολοκλήρωναν την εικόνα μιας ψυχολογικής προδιάθεσης εναντίωσης του «Εμείς» κατά των «Άλλων». Το κείμενο του 1900 που αναλύουμε στη συνέχεια παρουσιάζει με εξαιρετικό τρόπο τα στοιχεία αυτά, απαντώντας στο ερώτημα της κατασκευής μιας εικόνας του «Άλλου», ικανής να τον υποβαθμίζει και ταυτόχρονα να ενδυναμώνει την ανωτερότητα του «Εμείς».

 

Μια ανθρωπολογική προσέγγιση του ανταγωνισμού των δυο πόλεων

 

Ο Μιλτιάδης Ζωγράφος γόνος μιας από τις μεγαλύτερες και πιο γνωστές οικογένειες του Άργους και της Αργολίδας, δικηγόρος ο ίδιος, γράφει την πρώτη ανθρωπολογική μελέτη για την αντιζηλία μεταξύ των δυο πόλεων, Άργους και Ναυπλίου. Στο μικρό κείμενό του με τίτλο «Ναυπλιεύς δικάζων Αργείον»[19], υπάρχουν σημαντικές περιγραφές καθημερινότητας καθώς και ένα πλήθος πληροφοριών σχετικών με την εικόνα που διαμορφώνουν οι κάτοικοι μιας πόλης για τους «απέναντι», τους «άλλους» κατοίκους της αντίζηλης πόλης. Το κείμενο του Μιλ. Ζωγράφου είναι μια καλή πηγή πληροφοριών για τον ερευνητή παρά την υποκειμενικότητα που το διακρίνει μιας και αποτελεί την οπτική ενός Αργείου προς τους Ναυπλιείς. Εξάλλου, είναι από τα λίγα κείμενα που έχουν γραφτεί μέχρι σήμερα για το θέμα αυτό.

Ο συγγραφέας οργανώνει το κείμενό του στη βάση ενός περιστατικού σχετικά με την αντιδικία δυο Αργείων, ενός αγωγιάτη και ενός ιδιοκτήτη οινοπαντοπωλείου. Η απαίτηση του αγωγιάτη να πληρωθεί για την εργασία του, συναντά την άρνηση του οινοπαντοπώλη που θεωρεί το λογαριασμό υπερβολικό. Η αντιδικία φτάνει στα δικαστήρια και έτσι ένας «δικαστής του Ναυπλίου» δικάζει έναν επαγγελματία του Άργους. Βεβαίως, η αντιδικία θα μπορούσε να μην αποτελεί ένδειξη μιας βαθύτερης αντιδικίας μεταξύ των δυο πόλεων, ούτε να έχει τις προεκτάσεις που θα πάρει στο κείμενο του Μιλ. Ζωγράφου. Αλλά εδώ έγκειται και η αξία του κειμένου αφού μια απλή αντιδικία θα αναδείξει μια άλλη διάσταση ανταγωνισμού μεταξύ των δυο πόλεων.

 

1. Η ιστορία

 

Το Σεπτέμβριο του 1889 ο τρύγος στην ευρύτερη περιοχή και την πόλη του Άργους βρίσκεται στο αποκορύφωμά του και η αγροτική παραγωγική αλυσίδα σε πλήρη εξέλιξη. Ένας αγωγιάτης μεταφέρει με τα ζώα του σταφύλια σε ένα οινοπαντοπωλείο ώστε να γεμίσει τα βαρέλια του με μούστο. Με το τέλος της εργασίας ενσκήπτει διαφορά μεταξύ των δυο επαγγελματιών σχετικά με την αξία της προσφερθείσας εργασίας και η αντιδικία καταλήγει στο δικαστήριο.

Η εκδίκαση της υπόθεσης αποτελεί το πρώτο επίπεδο αποκάλυψης της αντιζηλίας μεταξύ των δυο πόλεων. Σε πρώτο βαθμό (Ειρηνοδικείο Άργους), ο Ειρηνοδίκης δέχεται τη λογική των μαρτύρων υπέρ του αγωγιάτη:

«Ο Σωτ. Μαρίνος μετέφερε τας σταφυλάς του Αλέξη Μαρίνου δια 3 όνων του επί 2 ημέρας προς δρχ 1 λ 50 καθ’ημέραν δι’έκαστον όνον, κατά συνέπειαν δικαιούται να πληρωθή δια 4 όνους δρχ 12, διότι κατά τον τρυγητόν εις το Άργος οι αγωγιάται λογίζονται και πληρώνονται ως γαϊδούρια».

Η απόφαση  (αριθ. 427 του 1891) του Ειρηνοδίκη ανατρέπεται όταν, μετά την άσκηση έφεσης, το Πρωτοδικείο Ναυπλίου απορρίπτει τη συλλογιστική στην οποία στηρίχτηκε ο Ειρηνοδίκης και με νέα απόφαση (αριθ. 2252 του 1891) καταδικάζει τον αγωγιάτη και στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων με αποτέλεσμα ο τελευταίος να χάσει το γάιδαρό του.

Στη σύνθεση του δικαστηρίου συμμετέχει ένας γνωστός για την επιστημονική του κατάρτιση δικηγόρος του Ναυπλίου, στα επιχειρήματα του οποίου στηρίζεται η συλλογιστική της νέας απόφασης του δικαστηρίου που καταγράφει ο Μιλ. Ζωγράφος ως εξής :

 «Κύριος γιγνώσκει υπό πόσης αγανακτήσεως κατελήφθη ο Ναυπλιεύς δικηγόρος, όταν είδεν ότι ευρέθη δικαστής εξομοιώσας τους ανθρώπους με τα γαϊδούρια. Και αν τοιαύτη απόφασις επικυρωθή, τι θα είπουν οι Αργείοι δια τους Ναυπλιείς;»

Το αγωνιώδες ερώτημα απηχεί κυρίως τις εικόνες που έχουν κατασκευαστεί από τους μεν για τους δε.

 

2.  Εικόνες και προεκτάσεις

 

Οι εικόνες που παράγονται και αναπαράγονται για τις δυο πόλεις ενισχύουν καταρχήν το δίπολο αγροτικό / αστικό που ισχύει ακόμα και σήμερα. Παρά τη διαπίστωση του συγγραφέα για το «δυστυχές Ναύπλιον οσημέραι μαραίνεται και καταρρέει», που αποδίδει μια εικόνα συγκυριακή του Ναυπλίου σε κρίση. Αντίστροφα, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, η εικόνα της ζωτικότητας – οικονομικής και κοινωνικής – χαρακτηρίζει το Άργος.

Όμως η διαφορά ανάμεσά τους έχει ένα συγκεκριμένο μέτρο: την εξουσία. Η πρώτη πρωτεύουσα του νέου Ελληνικού Κράτους είναι μια πόλη στραμμένη προς τις δημόσιες υπηρεσίες σε αντίθεση με το Άργος, που διατηρεί τον αγροτικό του χαρακτήρα, εμφανίζει μια σοβαρή κινητικότητα στο επίπεδο της βιοτεχνίας και του εμπορίου, αλλά υστερεί ως προς τη συμβολική βαρύτητα που αποδίδεται στο Ναύπλιο ως πρωτεύουσα του νομού λόγω των διοικητικών μηχανισμών που εδρεύουν εκεί.

Ο συγγραφέας του κειμένου μας δίνει δυο περιγραφές κατατοπιστικές για την εικόνα και τις στεροτυπικές αντιλήψεις που οργανώνονται στις δυο πόλεις. Γράφει για τους Ναυπλιείς πως : «μας επιδεικνύουν το Παλαμήδι των, το Βουλευτικόν, τον Στρατώνα, τα Δικαστήρια, τους υπαλλήλους, προ παντός όμως την εξευγενισμένην κοινωνίαν, την αβρότητα των τρόπων και την λεπτότητα του αισθήματος και της επιδερμίδος».  

Οργανωμένο γύρω από τις διοικητικές υπηρεσίες του νέου Ελληνικού Κράτους, το Ναύπλιο μπορεί να καυχηθεί για την πολιτικά και κοινωνικά ανώτερη θέση του καθώς και για το επίπεδο της εξευγενισμένης συμπεριφοράς που αντιστοιχεί σε τέτοιο επίπεδο οργάνωσης. 

Βρισκόμαστε στο τέλος του 19ου αιώνα και οι ενδείξεις αυτές καθορίζουν άμεσα τα χαρακτηριστικά που απορρέουν από τις ανώτερες κοινωνικές θέσεις, ορίζοντας ταυτόχρονα διαχωρισμούς από τον «άλλο» που ταυτίζεται ουσιαστικά με τον αμόρφωτο όχλο, δηλαδή με τους Αργείους. Σε μια ανάλυση κειμένου, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, τα αντιθετικά ζεύγη που προκύπτουν είναι :

εξευγενισμένη συμπεριφορά      αβρότητα τρόπων     λεπτότητα αισθήματος

χονδροειδής συμπεριφορά          τραχύτητα τρόπων       δύναμη ενστίκτου

        λεπτότητα επιδερμίδας_____

χοντροκαμωμένο παρουσιαστικό

 

Σε αντίθεση με την εικόνα αυτή το Άργος, όπως σημείωσα παραπάνω, παρουσιάζει μια οικονομική ζωντάνια και παραγωγικότητα και άλλα χαρακτηριστικά εντελώς διαφορετικά από εκείνα της πόλης του Ναυπλίου. «Ήτο Σεπτέμβριος του έτους 1889, ολόκληρον δε το Άργος ευρίσκετο επί ποδός. Πανταχού σταφυλαί, τρυγήτριαι, αγωγιάται, όνοι. Ιδίως οι αγωγιάται, κατασκονισμένοι, εν συμφυρμώ και αταξία διαγκωνιζόμενοι, άδοντες, ανά χείρας φέροντες άρτον και τυρόν και ράπανον αντί ράβρου ή πράσου, τρώγοντες και συγχρόνως τους όνους ωθούντες, έσπευδον μεταφέροντες το ιερόν φορτίον εις τα καπηλεία.»

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Μια καθαρή εικόνα αγροτικής κοινωνίας, όπου μεροκαματιάρηδες, αγροτική παραγωγή και τυπικοί τρόποι συμπεριφοράς αγροτικού προλεταριάτου συμπληρώνουν τα γεωγραφικά όρια ενός χώρου, ενώ σκόνη, αταξία και καπηλειά ορίζουν τη ανθρωπο-ταξική του σύνθεση. Από την άποψη αυτή, η διαφορά επιπέδου των δυο πόλεων ορίζεται ουσιαστικά από την αντιθετική εικόνα ανάμεσα στους υπαλλήλους από τη μια και τους αγωγιάτες από την άλλη. Η ίδια εικόνα και οι προεκτάσεις της θα επηρεάσουν και το περιεχόμενο των δυο δικαστικών αποφάσεων. Το μεν Ειρηνοδικείο Άργους θα δεχτεί πως ο αγωγιάτης επέχει θέση ζώου κατά τη διάρκεια της εργασίας οπότε πρέπει να πληρωθεί γι’αυτήν. Το δε Εφετείο Ναυπλίου (ανώτερη δικαστική αρχή) δεν αποδέχεται την εξίσωση αυτή και καταδικάζει τον ενάγοντα.

Οι προεκτάσεις της δίκης αυτής είναι σημαντικές και αποκτούν μόνιμο χαρακτήρα που ξεπερνά τα όρια της αντιπαλότητας Άργους – Ναυπλίου. Είναι ο γνωστός και σήμερα ανταγωνισμός μεταξύ πόλεων για την εγκατάσταση διοικητικών και άλλων υπηρεσιών ή εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στα όριά τους. Η τελευταία διαμάχη (2008) για την εγκατάσταση Εφετείου στην πόλη των Χανίων είναι η συνέχεια της ίδιας ακριβώς νοοτροπίας που πυροδοτεί τέτοιου είδους διαμάχες μεταξύ πόλεων περισσότερο από έναν αιώνα. Διαμάχη που εκφράζει την αντιπαλότητα του «εμείς» και οι «άλλοι», κυρίως οργανωμένη γύρω από τις προνομίες που παρέχει το Ελληνικό Κράτος.

 

Ο συγγραφέας, νομικός εξάλλου, Μιλ. Ζωγράφος μεταφέρει με εύθυμο τρόπο τη νέα διαμάχη που ξεσπά μεταξύ Ναυπλίου και Κορίνθου αυτή τη φορά, επηρεάζοντας φυσικά τη διαμάχη της πρώτης με το Άργος: «Από της εποχής εκείνης οι Κορίνθιοι, φοβηθέντες μήπως, διαμένοντες υπό την δικαστικήν κυριαρχίαν του Ναυπλίου, πάθωσιν από εξευγενισμόν, ήρχισαν να σκέπτωνται και να ενεργώσι σοβαρώς και αποτελεσματικώς, επιτυχόντες επί τέλους την σύστασιν Πρωτοδικείου εν Κορίνθω, όπερ σημαίνει αληθώς του Ναυπλίου αποκεφαλισμόν».

Η εξέλιξη αυτή, από τη μια τείνει στο να μειώσει τη δυνατότητα του Ναυπλίου να διατηρεί, συμβολικά και τυπικά, την εικόνα του κέντρου της περιοχής και ταυτόχρονα ισχυροποιεί τη διαμάχη του με το Άργος αναπροσαρμόζοντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ταυτότητας του καθενός. Στη διάρκεια του χρόνου η αναπροσαρμογή αυτή θα ισχυροποιείται από νέα θέματα  όπως τα τελευταία χρόνια ήταν η ίδρυση πανεπιστημιακής σχολής που αρχικά έγινε στο Ναύπλιο και τελικά, φαίνεται, να καταλήγει η εγκατάστασή της σε ενδιάμεσο σημείο ανάμεσα στις δυο πόλεις. Την εποχή όμως που γράφει ο Μιλ. Ζωγράφος είναι ήδη προσδιορισμένα τα χαρακτηριστικά της αντιπαράθεσης.

 

3.  «Ο Άλλος» : χαρακτηριστικά και αντιθέσεις

 

Σύμφωνα με όσα παραθέσαμε προηγουμένως, το κυρίαρχο αντιθετικό ζεύγος στο οποίο στηρίζεται η αντιπαράθεση μεταξύ των δυο πόλεων είναι πολιτισμένος / απολίτιστος. Στο ζεύγος αυτό θα στηριχτούν όλα τα χαρακτηριστικά που επικαλούνται οι δυο πλευρές για να οργανώσουν μια εικόνα του «εμείς» σαφώς ανώτερη από εκείνη των «άλλων». Έτσι, το ανώτερος / κατώτερος διαμορφώνεται ως ένα δεύτερο κυρίαρχο αντιθετικό ζεύγος καθορισμού χαρακτηριστικών μεταξύ Ναυπλιέων και Αργείων. Τέλος, ένα τρίτο αντιθετικό ζεύγος, το διοίκηση / οικονομία θα ολοκληρώσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα δομηθούν οι αντιθετικές ταυτότητες των δυο πόλεων.

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος - Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

Τεκμηριώνοντας τη σημασία του πρώτου αντιθετικού ζεύγους, πολιτισμένος / απολίτιστος, το Ναύπλιο παραθέτει τα ιστορικά και διοικητικά σύμβολα που διαθέτει όπως το Παλαμήδι και το Βουλευτικό. Στηρίζει σε αυτά την εικόνα ενός κοινωνικού συνόλου που χαρακτηρίζεται για τη μόρφωσή του, την κουλτούρα του και τις συνακόλουθες «ευγένεια, αβρότητα τρόπων, λεπτότητα αισθημάτων». Με άλλα λόγια, όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που ο ρομαντισμός ανέδειξε ως συστατικά του πολιτισμού.

Σε αντίθεση με αυτή την εικόνα, το Άργος απαντά στα νατουραλιστικά χαρακτηριστικά κοινωνίας α-πολίτιστης, δηλαδή εκείνης που βρίσκεται πιο κοντά στη φύση και ενεργεί περισσότερο με το ένστικτο παρά με το συναίσθημα, περισσότερο με την παρόρμηση παρά με τη λογική. Γι’ αυτό και δίνεται έμφαση, μεταξύ άλλων, στο χαρακτηρισμό «χειρώνακτες» σε αντίθεση με το υπονοούμενο «πνευματικοί» που πηγάζει από την κατάσταση του πολιτισμένου.

 

Υπενθυμίζουμε πως το κείμενο γράφεται από έναν Αργείο και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει τα στοιχεία αυτά προκαλεί έκπληξη. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στις αρχαιότητες του Άργους και της ευρύτερης περιοχής του ως αντιστάθμισμα στις αιτιάσεις των Ναυπλιέων. Αντίθετα, ως κύριο χαρακτηριστικό προβάλλεται «ο θαλπερός ήλιος του Άργους», «οι εξοχές της πόλης και τα οινοπωλεία της». Εάν προσθέσουμε σε αυτά και την περιγραφή του τρύγου τότε ενισχύεται η νατουραλιστική εικόνα του «απολίτιστου» που αποδίδεται στους Αργείους.

Με το δεύτερο αντιθετικό ζεύγος, ανώτερος / κατώτερος, η ποιοτική διαφοροποίηση εμφανίζεται περίπου ως φυσική απόρροια της πολιτισμικής οριοθέτησης του καθενός. Η ταυτοποίηση των ζευγών πολιτισμένος – ανώτερος / απολίτιστος – κατώτερος, δεν είναι τυχαία στην περίπτωση που εξετάζουμε. Όπως εξηγήθηκε ήδη από την εισαγωγή, πρόκειται για ένα κυρίαρχο σχήμα που, τηρουμένων των αναλογιών, καθορίζει για έναν ορισμένο τρόπο σκέψης τις θέσεις του «εμείς» και οι «άλλοι», όχι μόνο σε τοπικό αλλά και σε εθνικό ακόμα και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η διαφορά στηρίζεται ακόμα και σε εξωτερικά χαρακτηριστικά αφού στην «λεπτότητα της επιδερμίδας» αντιπαρατίθεται μια εξωτερική εμφάνιση χοντροκαμωμένου παρουσιαστικού αγροίκων «φορούντες ράσα και τσαρούχια». Επομένως, η εξωτερική εμφάνιση προστίθεται στα γενικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τους κατοίκους των δυο πόλεων ενισχύοντας την άποψη πως ο ανώτερος πολιτισμικά άνθρωπος εκφράζεται και με την εξωτερική εικόνα που προσφέρει. Στους εκλεπτυσμένους τρόπους συμπεριφοράς προστίθεται και το καλό ντύσιμο.

Τέλος, η βασική διαφορά πολιτισμένος / απολίτιστος ισχυροποιείται με ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζεύγη που είναι το διοίκηση / οικονομία. Έτσι, η διοίκηση ταυτίζεται με τον πολιτισμένο ενώ αντίθετα οι παραγωγικές δραστηριότητες (οικονομία) ταυτίζονται με τον απολίτιστο. Απέναντι στα υπαλληλικά στρώματα αντιπαρατίθενται οι βιομήχανοι, οι γεωργοί, οι ονηλάτες.

Εργάτριες σε συσκευαστήριο, 1966.

Η αντιμετώπιση της χειρωνακτικής εργασίας από μια υπαλληλική αριστοκρατία ως κατώτερης κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης, είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται μια ανώτερη κοινωνική ταυτότητα. Η διοίκηση ή η συμμετοχή της σ’ αυτή προσδιορίζει το πεδίο της πνευματικής εργασίας, άρα μια ανώτερη κοινωνική κατάσταση, που πηγάζει από τον πολιτισμό. Αντίθετα, η ενασχόληση με παραγωγικές δραστηριότητες του γεωργικού και βιοτεχνικού τομέα ορίζει μια κατώτερη κοινωνική κατάσταση συνώνυμη μιας φυσικής κατάστασης, του α-πολίτιστου, στην οποία βρίσκονται τα αγροτικά και εργατικά στρώματα αλλά και όσοι ασχολούνται επιχειρηματικά με τις δραστηριότητες αυτές.

Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί ως αποτέλεσμα της μεταβατικής περιόδου που γνώρισαν οι δυτικές κοινωνίες από τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής στους καπιταλιστικούς. Όμως στην περίπτωση που εξετάζουμε όχι μόνο δεν έχουμε μια τέτοια μεταβατική περίοδο όπως αναφέραμε και στην αρχή, αλλά ούτε καν μια καλά διαμορφωμένη αριστοκρατία που βλέπει την κατάσταση να αλλάζει προς όφελος των ανερχόμενων εμπορο-βιομηχανικών στρωμάτων και ομάδων, σύμφωνα με τα κλασικά σχήματα ανάλυσης. Γι’αυτό και τονίσαμε τον όρο Δημοσιοϋπαλληλική αριστοκρατία ώστε να γίνει περισσότερο σαφής η σημασία των κρατικών μηχανισμών στη διαμόρφωση οικονομικών και επαγγελματικών κριτηρίων κοινωνικής ιεράρχησης παρά η ύπαρξη μιας ταξικής ιεράρχησης δυτικού τύπου πηγή κοινωνικών διαφοροποιήσεων[20].

 Έτσι, οι αντιθέσεις θα βασιστούν σε σχήματα απλά που υπό τη μορφή αντιθετικών ζευγών παρουσιάζουν την σχέση με τον ακόλουθο τρόπο :

 

Ναυπλιεύς            πολιτισμένος                ανώτερος                         πνευματικός               

  Αργείος               απολίτιστος                 κατώτερος                       χειρωνάκτης                

 

εξευγενισμένη συμπεριφορά             αστική κοινωνία

  χονδροειδής συμπεριφορά             αγροτική κοινωνία

 

Επίλογος

 

Η αντίθεση και ο ανταγωνισμός που χαρακτηρίζει τις σχέσεις μεταξύ ομάδων, τοπικών κοινωνιών ή πόλεων, έχουν τις ρίζες τους σε μια διχοτομική συγκρουσιακή αντίληψη του «Εμείς» που διαφοροποιεί τους «Άλλους» χρησιμοποιώντας κατά κύριο λόγο πολιτισμικές κατασκευές. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά, κλπ) που καθορίζουν τους χώρους, τους χρόνους και τα πρόσωπα, χρησιμοποιούνται ώστε να ενισχυθούν οι διαφοροποιήσεις αυτές και κυρίως οι συμβολισμοί τους. Η χρονική διάρκεια και η ένταση των ανταγωνισμών είναι στοιχεία άμεσα συνδεδεμένα με τη δυνατότητα που διαθέτει η κάθε πόλη για τη συγκέντρωση πόρων συμβολικού και οικονομικού κεφαλαίου που να της επιτρέπουν τη διαμόρφωση μιας εικόνας υπεροχής απέναντι σε άλλες όμορες ή ανταγωνιστικές πόλεις.

Στην περίπτωση που εξετάσαμε το συμβολικό κεφάλαιο έχει ιδιαίτερη σημασία για την πόλη του Ναυπλίου αφού διαμορφώνει ένα εξουσιαστικό προφίλ με τη συγκέντρωση δημοσιοϋπαλληλικών μηχανισμών και σχέσεων, ενώ το οικονομικό έπεται ως αποτέλεσμα κυρίως τουριστικής ανάπτυξης που διαμορφώνεται και πάλι γύρω από την ιστορική ταυτότητα της πόλης (πρώτη πρωτεύουσα του νεότερου ελληνικού κράτους). Για άλλες πόλεις, το οικονομικό κεφάλαιο είναι εκείνο που καθορίζει τις σχέσεις ανταγωνισμού ή ακόμα οι φυσικές πηγές ενέργειας όπως, για παράδειγμα το νερό στις σχέσεις Τρικάλων – Καρδίτσας.

Η διχοτομική αντίληψη που χαρακτηρίζει τον ανταγωνισμό αυτό είναι επίσης άμεσα συνδεδεμένη με την ικανότητα διαχείρισης των διαθέσιμων πόρων και επομένως, με τις ικανότητες ανάδειξης μιας ιδιαίτερης ταυτότητας. Η αίσθηση ανωτερότητας ή κατωτερότητας πηγάζει από τις διαδικασίες μιας ταυτόχρονης αναπτυξιακής διαχείρισης πόρων και ανάδειξης ιδιαίτερων στοιχείων ταυτότητας, αίσθηση που μπορεί να αναπαράγεται για δεκαετίες, όπως στην περίπτωση που εξετάσαμε.

Έτσι, επισημάναμε ήδη πως ένα θέμα (ο ανταγωνισμός για την απόκτηση πανεπιστημιακών σχολών ή τμημάτων) λειτουργεί υποστηρικτικά ως προς την αίσθηση ανωτερότητας για τους μεν, ενώ για τους δε, λειτουργεί ως υποκατάστατο της αδυναμίας διαχείρισης ενός ήδη υπάρχοντος πολιτισμικού και οικονομικού κεφαλαίου, γεγονός που αυξάνει την αίσθηση κατωτερότητας. Στην πρώτη περίπτωση τοποθετείται το Ναύπλιο, ενώ στη δεύτερη τοποθετείται το Άργος που εσωτερικεύει μια κατάσταση κατωτερότητας και λόγω της εξαίρεσής του από τα δίκτυα της ανώτερης δημοσιοϋπαλληλίας.   

 

Γεώργιος Κόνδης

Στο: Μαγριπλής Γ. Δ. (Επιμ),  Πολιτισμός και Διαφορετικότητα : Εμείς και οι άλλοι, εκδόσεις Αντ. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη, 2011.

 

Υποσημειώσεις

[1] Η διαπίστωση, η καταγραφή και η ανάλυση των στοιχείων που συνδέουν το χώρο με τις πολιτισμικές κατασκευές των χρηστών και δημιουργούν ανταγωνιστικές κατηγορίες, όπως αυτές που παρουσιάζουμε, είναι μια σύνθετη και πολύ ουσιαστική ερευνητική διαδικασία που χρησιμοποιεί εννοιολογικά εργαλεία από τους διάφορους κλάδους των κοινωνικών επιστημών. Μια καλή παρουσίαση του θέματος γίνεται από τον Ιω. Χωριανόπουλο, Αστική Κοινωνική Γεωγραφία, 154-176 (157), στο : Ανθρωπογεωγραφία. Άνθρωπος, Κοινωνία και Χώρος, Κριτική-Επιστημονική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2007. 

[2] «Η διατήρηση της διαφοράς ανάμεσα σε εμάς και στους άλλους αποτελεί μέρος της προσπάθειάς μας για τη διαφύλαξη μιας καθαρής και συνεκτικής εικόνας του εαυτού μας», ό.π, 159.

[3] A.Giddens, Εισαγωγή στην Κοινωνιολογία, Αθήνα, 1993, 136.

[4] Με την ευκαιρία αυτή ο A.Giddens θεωρεί πως εκτός από γκέτο, οι περιοχές φυλετικής απομόνωσης μπορούν να μετατραπούν σε χώρους δημιουργίας «νέων αστικών κινημάτων διαμαρτυρίας, τα οποία μπορούν ίσως να αναπαράγουν σχέσεις αμοιβαιότητας στα πλαίσια μιας κοινότητας, σχέσεις που αναπτύσσονται ελάχιστα στις πιο πλούσιες περιοχές της πόλης», ό.π., 132.

[5] Εξηγώντας τη διαδικασία αυτή με την επιστροφή των μεταναστών στους τόπους προέλευσης, η Σήλια Νικολαΐδου αναφέρει πως οι βασικές ανισορροπίες αυτού του μοντέλου αστικής ανάπτυξης παραμένουν κυρίαρχες : «Ο περιορισμός της τάσης συγκέντρωσης πληθυσμού στην πρωτεύουσα και την συμπρωτεύουσα, το 1981-91, αποτελεί ένδειξη ότι οι συνθήκες διαβίωσης (στέγαση, εργασία, αναψυχή) στα μεγάλα αστικά κέντρα επιδεινώνονται. Η στροφή μέρους του πληθυσμού προς εκείνα μόνο τα επαρχιακά κέντρα που έχουν αναδειχθεί σε πόλους έλξης λόγω της βιομηχανικής τους ή τουριστικής τους δραστηριότητας, αν και περιόρισε ως ένα βαθμό τις ανισότητες μεταξύ των περιφερειών, δεν εμπόδισε την πληθυσμιακή συρρίκνωση των μικρών επαρχιακών κέντρων ούτε άμβλυνε τις αρνητικές επιπτώσεις της αθηναϊκής υπερσυσσώρευσης», Η κοινωνικής οργάνωση του αστικού χώρου, Αθήνα, 1993, 127.

[6] Εφημερίδα Αιχμή, Ηλεκτρονική έκδοση, 12-10-2009.

[7] Η Ευτυχία Λιάτα, Ιστορικός, διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών , σημειώνει πως « η αιτία της αλληλοπεριφρόνησης είναι μάλλον ιστορικά τεκμηριωμένη και χρονολογείται στα μέσα του 18ου αιώνα», σε άρθρο της με τίτλο «Ο πόλεμος ποτέ δεν πεθαίνει», στην ηλεκτρονική έκδοση της «Ελευθεροτυπίας», 9-1-2010. Στην ίδια έκδοση με γενικό τίτλο «Οι εμφύλιοι … της διπλανής πόρτας», ο κ. Κ. Τσουκαλάς, εκδότης από τη Λάρισα, επιχειρηματολογώντας για τη διαμάχη μεταξύ Λάρισας και Βόλου καταλήγει στο εξής συμπέρασμα : «Η Λάρισα, σε αντίθεση με τον Βόλο, έχει το απαραίτητο πληθυσμιακό μέγεθος αλλά και την έκταση για να μη δημιουργεί την εντύπωση της μικρής επαρχιακής πόλης -με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Από πλευράς διασκέδασης δεν χρειάζεται να κάνω ιδιαίτερη αναφορά… Το «Λάρισα by night» το γνωρίζουν και οι πέτρες!».

[8] Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα άρθρα για το θέμα είναι του Λ. Λαμπριανίδη με τίτλο «Ίδρυση Περιφερειακών Πανεπιστημίων : απόρροια πολιτικών περιφερειακής ανάπτυξης ή πολιτικών σκοπιμοτήτων;», στο : Τόπος. Επιθεώρηση αστικών και περιφερειακών μελετών», 6/93 (111-138).

[9] Τα εκκλησιαστικά δεν είναι αφιλόξενος τόπος για την εκδήλωση του ανταγωνισμού αυτού. Αντίθετα οι επιστημονικές αναλύσεις σχετικών θεμάτων προσπαθούν να ενισχύσουν τα επιχειρήματα της μιας ή της άλλης πλευράς ώστε να ενισχυθεί η εικόνα, ο ρόλος και η σημασία της μιας ή της άλλης στην περιοχή. Είναι αρκετά αποκαλυπτικό το άρθρο της Βούλας Κόντη με τίτλο «Το Ναύπλιο και οι σχέσεις του με την επισκοπή Άργους κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο», ηλεκτρονική καταχώρηση, στην οποία αναφέρει εισαγωγικά : «Τα προβλήματα της ύπαρξης ή μη επισκοπής Ναυπλίου κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο, της υπαγωγής της πόλης στην επισκοπή Άργους καθώς και της δημιουργίας επισκοπής με τη σύνθετη αναφορά  Άργους και Ναυπλίου έχουν κατά καιρούς απασχολήσει τους ερευνητές και έχουν προταθεί διάφορες λύσεις ή ερμηνείες».

[10] ΔΑΝΑΟΣ, Εφημερίς του Λαού, 22 Δεκεμβρίου 1884. Πρόκειται για κύριο άρθρο με τίτλο «Το ζήτημα του σιδηροδρόμου», στο οποίο ο συντάκτης του επιχειρηματολογεί κατά του Ναυπλίου που θεωρείται ότι δημιουργεί προσκόμματα ώστε η νέα σιδηροδρομική γραμμή να μην διέρχεται από το Άργος. Χρειάζεται να σημειώσουμε εδώ πως ενώ στο Άργος του τέλους του 19ου αιώνα, κυκλοφορούν ήδη τέσσερεις (4) εφημερίδες, δεν υπάρχει ανάλογη εκδοτική δραστηριότητα στο Ναύπλιο. Επομένως, αντλούμε αναγκαστικά τα στοιχεία μας από τις αργειακές εκδόσεις.

[11] Σχετικά με το ζήτημα του σιδηροδρόμου, μια σύντομη όσο και περιεκτική αναφορά από τον Χρ. Χατζηιωσήφ στην «Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα. 1900-1922. Οι απαρχές», σ. 11.

[12] ΔΑΝΑΟΣ, Εφημερίς του Λαού, «Σιδηρόδρομος Πελοποννήσου», 7 Αυγούστου 1884.

[13] ΔΑΝΑΟΣ, Εφημερίς του Λαού. «Οι Βασιλείς εν Άργει, 1 Μαΐου 1898.

[14] ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ, Το εμπόριον του Άργους, 7 Φεβρουαρίου 1937.

[15] ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ, Τι πρέπει να γίνει δια την πρόοδον του Άργους. Αι απόψεις της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Άργους, 4 Ιουλίου 1937.

[16] ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ, Το εργοστάσιον πρέπει να γίνει οπωσδήποτε εις την πόλιν μας, 19 Ιουνίου 1938.

[17] ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ, Τα Ναυπηγεία, 16 Δεκεμβρίου 1956

[18] ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ, Η τουριστική αξιοποίησις του Νομού και η πόλις του Άργους. Απαράδεκτος πλέον η εγκατάλειψις, 7 Ιανουαρίου 1962.

[19] Χρ. Α.Καραγιάννη, Αργολικόν Ημερολόγιον του έτους 1900, Άργος, 1900 (84-88).

[20]  Δεν είναι τυχαία η υπενθύμιση του συγγραφέα πως οι Ναυπλιείς «μας υβρίζουν ως αχάριστους, αφού επί της βασιλείας Δηλιγιάννη του Θεοδώρου απεκτήσαμεν Γυμνάσιον διτάξιον, εν τούτοις εξελέξαμεν βουλευτήν ουχί τον χαριτόβρυτον ανεψιόν Φαρμακόπουλον, αλλά τον Πλαπούτσαν». Στα πλαίσια των σχέσεων πολιτικής πελατείας που αναπαράγονται στην Ελλάδα, η εξυπηρέτηση βασικών κοινωνικών αναγκών αποτελεί μέρος του «δώρου» που προσφέρεται από τους πολιτικούς προς τις τοπικές κοινωνίες. Η απόκτηση λοιπόν ενός σχολείου με διοικητική ρύθμιση αποτελεί μέρος της πελατειακής σχέσης. Γι’ αυτό και το Ναύπλιο που διαθέτει ήδη ένα σχολικό δίκτυο, θεωρεί τους Αργείους  αχάριστους αφού δεν ανταποκρίθηκαν όπως έπρεπε στην πολιτική δωρεά.

 

Σχετικά θέματα:  

Read Full Post »

1833-1843: Η οικονομική ζωή της Ελλάδας και η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου


 

Η ανασκόπηση της ελλαδικής οικονομίας κατά την περίοδο που μεσολάβησε από την έλευση του Βαυαρού «μικρού πρίγκιπα» – με τη δυσανάλογα μεγά­λη ακολουθία – μέχρι το κίνημα της 3ης Σεπτεμ­βρίου – με τη δυσανάλογα μεγάλη φήμη – κρύβει πολλές επιστημονικές προκλήσεις και ακόμη πε­ρισσότερες παγίδες. Πρώτα απ’ όλα, η ελλαδική οικονομία της επο­χής εκείνης υπήρξε μια οικονομία μετάβασης α­πό τα οθωμανικά πρότυπα προς τα νεώτερα, τα οποία πολλοί ευαγγελίζονταν αλλά κανείς δεν μπο­ρούσε ούτε να εγγυηθεί ούτε να επιβάλει.

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Μια «οικονομία μετάβασης» εξετάζεται με την καταγραφή: (α) του παλιού καθεστώτος και των παραμέτρων που ακόμη το στήριζαν, (β) των νέων δυνάμεων που ε­πενέργησαν διαλυτικά στο παλαιό καθεστώς. Η πε­ριγραφή αυτή επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις, αν και εφόσον πραγματοποιηθεί μέσα από τα μάτια των παλαιών: των σύγχρονων δηλαδή προς την ε­ποχή πηγών και όχι μέσα από την οπτική του πα­ρόντος, η οποία προβάλλει στο παρελθόν ανιστορικές μεθόδους και τρόπους σκέψης. Ποιο ήταν το «παλαιό» στο επίκεντρο της οικονομίας, των σχέ­σεων παραγωγής, στη σφαίρα της γαιοκτησίας; Ποιο υπήρξε το καινούργιο;

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό της περιόδου 1833-1843 είναι ότι οι μηχανισμοί της οικονομίας λει­τούργησαν μέσα από την προσπάθεια δόμησης ε­νός «κράτους», ό,τι κι αν σήμαινε αυτό στην Εγγύς Ανατολή της τέταρτης και της πέμπτης δεκαετίας του 19ου αιώνα. Σήμαινε άραγε ό,τι μπορούμε σή­μερα να αποδώσουμε σε ένα «αστικό» κράτος της ε­ποχής; Σήμαινε ένα μηχανισμό που διασφαλίζει το νόμο και την τάξη, την ασφάλεια του προσώπου και των συναλλαγών; Σήμαινε ακριβώς αυτά που εξήγ­γειλε μέσα στον ευωδιαστό ροδώνα του ο Οθωμα­νός σουλτάνος, το 1839, διαβάζοντας τη διακήρυξη «Γκιουλ χανέ χατί χουμαγιούν»: την ασφάλεια του προσώπου, την ελευθερία των κινήσεών του και των συναλλαγών του; Μα αυτά ήταν τα στοιχεία που πρόβαλε η Ευρώπη των Μεγάλων Δυνάμεων και των κανονιοφόρων, αυτά ήταν τα πολιτικά κριτήρια για να θεωρηθεί κανείς (ακόμη και αν ήταν ο σουλ­τάνος) φιλο-Ευρωπαίος και προοδευτικός. Πολύ πιο αξιόπιστοι από το σουλτάνο φαίνονταν βέβαια ο Βαυαρός πρίγκιπας και οι σοφοί που τον ακο­λουθούσαν, μια και ήταν καθαρόαιμοι Ευρωπαίοι. Αλλά το «αστικό» ελλαδικό κράτος ήταν συμβατό με την οικονομική βάση, πάνω στην οποία θεμε­λιωνόταν;

Το τρίτο σημείο αφορά τα ερωτήματα που συνδέ­ονται με την επανένταξη στην παραγωγή των χι­λιάδων «παλικαριών», που ύστερα από τόσα χρό­νια ένοπλου αγώνα είχαν αποκοπεί από κάθε κανονικότητα, με την επίλυση του διατροφικού προ­βλήματος των χιλιάδων προσφύγων που είχαν συρ­ρεύσει στο ελλαδικό βασίλειο από κάθε γωνιά του Ελληνισμού.

Το τέταρτο σημείο αφορά τη σχέση ανάμεσα στις «μεγάλες δυνάμεις» και το ελλαδικό βασίλειο και εν προκειμένω εντοπίζεται στο «μεγάλο δάνειο» των 60 εκατομμυρίων φράγκων. Το δάνειο αυτό ή­ταν ο σπάγκος της μαριονέτας, τον οποίο οι «μεγά­λες δυνάμεις» τραβούσαν κατά βούληση, οσάκις ε­πιθυμούσαν να ασκήσουν μεγαλύτερη επιρροή στο ελληνικό βασίλειο, η δημοσιονομική κατάσταση του οποίου παρέμεινε αξιοθρήνητη καθ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε.

  

Οι Εθνικές γαίες: το πιο μοντέρνο κρατικό φεουδαρχικό σύστημα στην Ευρώπη

 

Σε μια εξ ολοκλήρου αγροτική χώρα, τι σήμαινε το οθωμανικό καθεστώς για τον καλλιεργητή της γης; Ήταν ένα πολύ σκληρό καθεστώς, που αν μπο­ρούσε να αποδοθεί σε αριθμούς, θα εκωδικοποιείτο ως εξής: Για κάθε μέρα που δούλευε για τον ε­αυτό του, ο καλλιεργητής θα έπρεπε να δουλεύει μιάμιση μέρα ή και δυο μέρες για λογαριασμό του κατόχου των μέσων παραγωγής (μέσα παραγωγής = αροτριώντα ζώα, άλλα ζώα, αλέτρια, γεωργικά ερ­γαλεία, σπόρος). Με άλλα λόγια, το ποσοστό της υπερεργασίας του καλλιεργητή ήταν περίπου 150-200%. Με δεδομένη την ιστορική χαμηλή παρα­γωγικότητα στο γεωργικό τομέα, τα μεγέθη που προαναφέραμε προσδιόριζαν ένα χαμηλό βιοτικό επίπεδο. Αυτό το βιοτικό επίπεδο μπορούσε να βελτιωθεί ή να επιδεινωθεί, ανάλογα με το ύψος της πραγματικής φορολογίας, με τις αγγαρείες που μπορούσαν να επιβληθούν, με τις καιρικές συνθήκες και τέλος με το μέγεθος της οικογένειας του καλλιεργητή.

 

Ζεύγος ποιμένων στην Αρκαδία, C. Delort, D΄ Apres M. H. Belle, 1879.

 

Αν ο εισπράκτορας της φορολογίας (σε είδος) δεν τυ­ραννούσε πολύ το γεωργό και δεν αποσπούσε με διάφορα προσχήματα μεγαλύτερο ποσοστό από το ορισμένο, αν οι αγγαρείες και τα υποχρεωτικά δοσίματα δεν έπεφταν μαζεμένα, αν ο καιρός ήταν καλός, αν τα χέρια (εκτός από τα στόματα) ήταν ά­φθονα, τότε ο καλλιεργητής ήταν δυνατόν να σχη­ματίσει κάποιο μικρό πλεόνασμα. Αν η τύχη του συνεχιζόταν, ίσως να δοκίμαζε να γίνει και αυτός ιδιοκτήτης γης. Όμως, στο σημείο αυτό το οθωμανι­κό πρότυπο έθετε φραγμό. Διότι η μεταβίβαση της γης ήταν φορτωμένη με τόσο πολλά εμπόδια, ώστε δεν ήταν πάντοτε δυνατή. Αλλά και ο καλλιεργη­τής ήταν συχνά υποχρεωμένος να παραμείνει στην ίδια περιοχή. Ο συνδυασμός της υποχρέωσης αυτής με τα εμπόδια στην πώληση και αγορά γης απέτρεπε τις μεταβιβάσεις της ιδιοκτησίας και καθιστούσε τον καλλιεργητή, πρακτικά, δουλοπάρικο.

Η κατάσταση αυτή στην Οθωμανική Αυτοκρατο­ρία συνεχίστηκε όχι μόνο μετά το Χουμαγιούν του 1839, αλλά και στα επόμενα χρόνια, μέχρι τη στα­διακή αραίωση των περιορισμών στα κληρονομικά δικαιώματα επί των «υποδημοσίων» γαιών, εκεί­νων δηλαδή που ψιλώ ονόματι ανήκανε στο κρά­τος, αλλά η νομή τους είχε περιέλθει σε συγκεκρι­μένες οικογένειες. Σε άλλες κατηγορίες γαιών δεν υπήρξε, ωστόσο, εξέλιξη και οι γαίες αυτές παρέ­μειναν εκτός εμπορίου, όπως οι λεγόμενες «μετρουκέ», οι αφιερωμένες δηλαδή σε συλλογικές α­νάγκες των κατοίκων (π.χ. οι βοσκές).

Η ελληνική επανάσταση αποτέλεσε, στο σημείο αυτό, μια μεγάλη ανατροπή. Η υποχρέωση των καλλιεργητών να παραμείνουν στη γη καταργήθη­κε και θεωρητικά η εργατική δύναμη απέκτησε κι­νητικότητα. Αυτό αποτέλεσε ένα τεράστιο βήμα, που στη γειτονική Οθωμανική Αυτοκρατορία χρει­άστηκαν πάνω από τριάντα χρόνια για να επιτευ­χθεί.

Η άλλη ενδιαφέρουσα μεταβολή ήταν ότι η γη που κατείχαν οι Τούρκοι ιδιώτες, η γη που κατείχε το οθωμανικό δημόσιο και άλλες ειδικές κα­τηγορίες γης «εκτός εμπορίου» πέρασαν στην ιδιο­κτησία του ελληνικού κράτους. Ενώ στην Τουρκία η κρατική ιδιοκτησία της γης έφθινε, στην Ελλά­δα αναζωογονήθηκε και θεσμοποιήθηκε. Άλλωστε, με την αναγνώριση των Εθνικών γαιών ως συλλογικής υποθήκης για την πληρωμή των ε­θνικών δανείων, εξασφαλίστηκε και η μη εκποίη­σή τους (τουλάχιστον ως το 1871). Πράγματι, μόνον δυο περιορισμένες απόπειρες πραγματοποιήθηκαν (1835: νόμος περί προικοδοτήσεως. 1838: πώληση γης σε στρατιωτικούς), με δημοπρασίες της γης που ανέβασαν την τιμή της και έκαναν το εγχείρημα να αποτύχει. Τα πρώτα χρόνια μετά την έλευση του Όθωνα, η κατανομή της γης ανάμεσα στο κράτος και τους ι­διώτες ήταν περίπου η εξής:

 

ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΗΣ ΓΗΣ (ΣΕ ΣΤΡΕΜΜΑΤΑ)

ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΣΙΜΗ ΓΗ             ΑΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΗ ΓΗ

ΚΡΑΤΙΚΗ        6.068.000              10.046.000

ΙΔΙΩΤΙΚΗ       2.513.566               3.062.188

 

Πάνω από το 70% της γης, δηλαδή, ανήκε στο Δημόσιο. Μόνο ο ένας στους έξι Έλληνες είχε δι­κή του γη. Και μόνο ένας στους τέσσερις είχε δικό του ζώο. «Στη Φθιώτιδα, οι χωρικοί ζουν όχι σε σπί­τια, αλλά σε καλύβες χωρίς δάπεδο…», γράφει έ­νας ξένος μελετητής της εποχής. «Στη Λιβαδειά, τα σπίτια είναι χτισμένα με ταρσούς και καλάμια (…). Στη Θήβα ακόμη και το έδαφος που είναι χτισμέ­να τα σπίτια είναι Εθνική γη. Οι βοσκές, που στην τουρκοκρατία ήταν κοινοτικές, τώρα είναι κρατική περιουσία (…). Η γεωργία είναι νεκρή».

Πάνω από 60.000 καλλιεργητές προτίμησαν να διασχίσουν τα χώματα που είχαν ποτίσει με το αίμα τους, να διασχίσουν τα σύνορα που είχαν φτιάξει με το σπαθί τους και να επιστρέψουν στην άθλια κατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου η αυθαιρεσία δεν ήταν και τόσο μεγάλη. Ο καλλιεργητής της Εθνικής γης πλήρωνε πο­σοστό 15% ως ενοίκιο για τη γη και επιπλέον 10% ως φόρο δεκάτης (αυτόν τον πλήρωνε και επί ο­θωμανικής περιόδου).

Του έμενε δηλαδή ποσοστό 75% επί της παραγωγής (αν και στην πράξη οι αυ­θαιρεσίες των εισπρακτόρων των φόρων οδηγού­σαν σε πραγματικό ποσοστό 60%). Ότι απέμενε, ο καλλιεργητής το μοίραζε με τον ιδιοκτήτη των ζώ­ων και των εργαλείων (μέσων παραγωγής), μετά την αφαίρεση του σπόρου. Πρακτικά, δηλαδή, δεν απέμενε ούτε το 30% της παραγωγής. Το ποσοστό υπερεργασίας ήταν πάνω από 250%, δηλαδή για κάθε μια μέρα που δούλευε για τον εαυτό του ο καλλιεργητής, χρειαζόταν άλλες δυόμισι μέρες να δουλέψει για το κράτος, τον φοροεισπράκτορα και τον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής. Η επι­δείνωση, σε σχέση με την οθωμανική περίοδο, ήταν εμφανής.

 

Ένα πλούσιο μικροσκοπικό κράτος που δανείστηκε πολλά

  

Έτσι, αυτός ο πάμπτωχος αγροτικός πληθυσμός, μέσα από την αγροτική φορολογία (που περιελάμ­βανε τον οθωμανικό φόρο επί των αιγοπροβάτων, καθώς και τους οθωμανικούς δασμούς), επιβαρυνό­ταν με ένα από τα υψηλότερα φορολογικά ποσοστά στην Ευρώπη, μεγαλύτερο από εκείνο της Ρωσίας, της Σουηδίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Ιρλαν­δίας, της Αυστρίας.

Από 6,2 εκατομμύρια δραχμές το 1834, οι άμεσοι αγροτικοί φόροι έφτασαν τα 10,4 εκατομμύρια το 1840, ακολουθώντας τις δημόσιες δαπάνες, που από 11,1 ανέβηκαν στα 17,5 εκατομ­μύρια δραχμές. Το λιλιπούτειο ελλαδικό βασίλειο συντηρούσε ένοπλες δυνάμεις που έφταναν το 10% του πληθυ­σμού και απορροφούσαν το 40% του προϋπολογισμού.

Ένα άλλο 25% απορροφούσε η εξυπηρέτη­ση του δημόσιου χρέους. Ελάχιστα απέμεναν, έτσι, για τις άλλες δημοσιονομικές ανάγκες, δηλαδή την Αυλή, τα ανάκτορα, τους υπουργούς, τους υπαλλήλους, τους επιθεωρητές, τους δασονόμους, τους δασκάλους και τον κρατικό μηχανισμό εν γέ­νει. Κι ακόμη πιο λίγα για σχολεία, δρόμους και έργα υποδομής, που απλώς δεν υπήρχαν. 

Ο στρατός του ελλαδικού βασιλείου δεν είχε σχηματιστεί για να πολεμήσει έναν εξω­τερικό εχθρό. Κατ’ αρχάς δομήθηκε για να συμπεριλάβει αρκετούς από τους «φι­λέλληνες» Βαυαρούς νέους, που ήρθαν στην Ελλάδα ονειρευόμενοι ηρωικές και αποδοτικές διεξόδους για το «φιλελληνισμό» τους. Δεύτερον, επεκτάθηκε για να συμπεριλάβει, σε περιορι­σμένο πάντως βαθμό, τα «παλικάρια», που είχαν ξεριζωθεί από την παραγωγική διαδικασία. Τρίτον, λειτούργησε για να αντιμετωπίζει τη ληστεία, που αναπτύχθηκε επειδή ακριβώς ο στρατός, όσο μεγά­λος κι αν ήταν, δεν μπορούσε να συμπεριλάβει ό­λους όσοι ήταν διαθέσιμοι να προσφέρουν στρατιω­τικές υπηρεσίες. Όποιος δεν έμενε στις τάξεις του στρατού, περνούσε στη ληστεία. Τη δεδομένη επο­χή, η ληστεία δεν αποτελούσε απλώς ένα παρεπό­μενο, μια δευτερεύουσα πλευρά του πολιτικού συστήματος, αλλά την κύρια, τη βασική πλευρά του.

Ο ρυθμιστικός παράγοντας των δημόσιων οικο­νομικών ήταν το περίφημο δάνειο των 60.000.000, από το οποίο καταβλήθηκαν 44.000.000. Η καταβο­λή του υπολοίπου υπήρξε το καρότο και το μαστί­γιο των τριών «προστάτιδων» δυνάμεων απέναντι στον Όθωνα. Το δάνειο αυτό συνδυάστηκε με την έ­λευση του νέου βασιλιά. Αν είχε δοθεί στον Καποδίστρια, ίσως θα απέτρεπε τη δολοφονία του και την αναρχία που επακολούθησε, αφού ο Καποδίστριας μπορούσε να κάνει καλύτερη χρήση απ’ ό,τι οι Βαυαροί. Το μεγαλύτερο μέρος του δανείου α­πορροφήθηκε σε συσσωρευμένες υποχρεώσεις – κυ­ρίως προς την Τουρκία – και στη συντήρηση του στρατού και της βαυαρικής ακολουθίας του μικρού πρίγκιπα Όθωνα.

Όμως, καθώς η φοροδοτική ικανότητα των ρα­κένδυτων χωρικών είχε φτάσει στο όριό της, ενώ η βουλιμία των μελών του κρατικού μηχανισμού ή­ταν ακόμη στην αρχή της, κάτω από την πίεση της διεθνούς συγκυρίας (και ιδιαίτερα τη διακοπή του εμπορίου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία) η Αθή­να έφτασε στα 1841 σε αδυναμία να πληρώνει τα χρεολύσια του δανείου. Τότε, οι «προστάτιδες» δυ­νάμεις έχασαν την υπομονή τους, διότι αν η Ελλά­δα δεν πλήρωνε τα χρεολύσια, θα έπρεπε να τα πληρώσουν αυτές, ως εγγυήτριες.

Έτσι, το δάνειο αποδείχθηκε ένας από τους κυ­ριότερους λόγους της μεταπολίτευσης του 1843. Το Μάιο του έτους εκείνου, ειδικό συνέδριο των «προ­στάτιδων» δυνάμεων όρισε με πρωτόκολλο ότι το ελληνικό κράτος μπορούσε και θα έπρεπε να κά­νει ετήσιες οικονομίες 3.742.000 για την αποπλη­ρωμή του δανείου.

Το ποσόν ήταν τεράστιο (20-25% των δημόσιων δαπανών) και σήμαινε ουσιαστικό περιορισμό των προσωπικών εισοδημάτων των με­λών του κρατικού μηχανισμού. Σε εκείνο το σημείο, ο κρατικός μηχανισμός επαναστάτησε και υποχρέ­ωσε τον Όθωνα να διώξει τους Βαυαρούς, πετυχαί­νοντας έτσι μερικές οικονομίες.

Αλλά το κύριο α­ποτέλεσμα της 3ης Σεπτεμβρίου ήταν η αναστολή του πρωτοκόλλου των 3,7 εκατομμυρίων και η παύ­ση της πληρωμής του χρέους. Πίσω από τις ωραιολογίες για «σύνταγμα» και «ελευθερία», η ελλαδι­κή κρατική τάξη φρόντιζε με περίσκεψη για το εισόδημά της. Έστω και επαναστατώντας.

 

Ευάγγελος Α. Χεκίμογλου

Δρ.  Οικονομικού Τμήματος ΑΠΘ, Συγγραφέας

 

 

Ειδική Βιβλιογραφία


  • Ανδρέα Ανδρεάδου, Έργα, τόμοι I και II, Αθήνα 1938-1939.
  • Παντελής Αγιάνογλου, Το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό στην Ελλάδα, Αθήνα 1981.
  • Βόλφ Ζάιντλ, Βαυαροί στην Ελλάδα, Αθήνα 1981.
  • Ευάγγελος Χεκίμογλου, Η ιστορικότητα και η χωρικότητα του πλεονάσματος: Χώρος και μηχανισμοί απόσπασης του πλεονάσματος στην Ελλάδα, 1800-1870 (διατριβή ΑΠΘ), Θεσσαλονίκη 1987.

 

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου», τεύχος 47, 7 Σεπτεμβρίου 2000.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η περίφημη αρχαία πορφύρα της Ερμιόνης και η τεχνολογία της


 

Η πορφύρα, γνωστή από αρχαιοτάτων χρόνων σαν βασιλική βαφή, ήταν η ωραιό­τερη και ακριβότερη βαφή της αρχαιότητας. Επί αιώνες ο όρος πορφύρα προκα­λούσε σύγχυση, διότι χρησιμοποιήθηκε τόσο για τα κοχύλια, από τα οποία παρα­λαμβάνεται η βαφή, όσο και για την ίδια τη βαφή, που ο Αριστοτέλης την είχε ονο­μάσει «άνθος», καθώς και για τα βαμμένα ενδύματα με χρήση της ίδιας της βαφής. Στην έρευνά μας καταγράφουμε και θεωρούμε ως πορφύρα την ίδια τη βαφή από τα κοχύλια, μία βαφή χρώματος κόκκινου έως ιώδους. Από τα βάθη των αιώνων, οι Μινωίτες της Κρήτης και του Αιγαίου γενικότερα γνώριζαν και χρησιμοποιούσαν πρωτοποριακά την πορφυροβαφή.

Όστρακο πορφύρας

Σύμφωνα με την παράδοση, ο σκύλος του Ηρακλή έφαγε κοχύλια και το στόμα του βάφτηκε κόκκινο. Δεν είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι το ίδιο συνέβη με τους ανθρώ­πους, αφού τα κοχύλια αποτελούσαν τροφή. Η πορφύρα θεωρήθηκε από την αρχή ευγενές χρώμα και σύμβολο των θεών και των βασιλιά­δων. Κατά τη μυθολογία, όταν ο Περσέας ανα­δύθηκε από το νερό, η θεϊκή του καταβολή ανα­γνωρίστηκε από τον Δία διότι φορούσε πορφυ­ρό μανδύα. Ο Θησέας, πάλι, όταν προκλήθηκε από τον Μίνωα να αποδείξει τη θεία καταγωγή του, βυθίζεται στη θάλασσα και στη συνέχεια αναδυόμενος φοράει πορφυρό ένδυμα, που του έδωσε η Αμφιτρίτη. Ομοίως, ο Ιάσονας είχε πορ­φυρό χιτώνα που του έδωσε η Αθηνά.

Στα ομη­ρικά έπη συχνά αναφέρονται τα αλιπόρφυρα εν­δύματα και βλέπουμε τον Αγαμέμνονα με πορ­φυρό βασιλικό μανδύα, όπως και τον Οδυσσέα, ο δε Αχιλλέας εμφανίζεται να χρησιμοποιεί στη σκηνή του πορφυρά καλύμματα.

Ήδη οι Ασσύριοι καταγράφουν δυο είδη πορφυροχρώματος, το Argamannu, δηλαδή το κόκκι­νο, και το Takiltu, δηλαδή το βιολετί, και επηρέα­σαν τους Πέρσες. Αργότερα, ο Αριστοτέλης κα­ταγράφει επίσης δυο χρωματικές ποικιλίες, τη φοινικική, δηλαδή την κόκκινη και την αλουργή, δηλαδή την ιώδη. Ο Αισχύλος αναφέρει ότι ήταν η πλέον ακριβή βαφή της αρχαιότητας, ισάξια του χρυσού και του αργύρου.

Ο Ηρόδοτος ανα­φέρει ότι ο Κροίσος πρόσφερε στους Δελφούς πορφυροβαμμένα ενδύματα, ενώ ο Ξενοφών ανα­φέρει ότι ο Κύρος ο Μέγας επί των ημερών του επέβαλε στην Περσία την πορφυρά χλαμύδα, ως ένδυμα των αξιωματούχων της αυτοκρατορίας του και μάλιστα με βιολετιά απόχρωση. Στην Αθήνα ο Αλκιβιάδης, επηρεασμένος από την Ανα­τολή, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, φορούσε, για να εντυπωσιάσει, πορφυρό χιτώνα. Στη μάχη του Άκτιου η Κλεοπάτρα στο βασιλικό πλοίο για να ξεχωρίζει είχε καραβόπανο βαμμένο με πορφύρα.

Ο Νέρωνας θεώρησε την πορφύρα χρώμα της αυτοκρατορίας με τύπους amethystica (δη­λαδή χρώματος αμέθυστου) και Τύρια (κόκκινη), ενώ επί Διοκλητιανού η πορφύρα γίνεται αυτοκρατορικό σύμβολο και, στη συνέχεια, επικρατεί ο όρος βασιλική πορφύρα μέχρι τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, που στη στέψη του στον Μιστρά αναφέρεται ότι φορούσε ο ίδιος πορφυρό χιτώ­να. Για λόγους που θα αναφερθούν παρακάτω, μετά την πτώση του Βυζαντίου, σταμάτησε η πα­ραγωγή πορφυροβαφής.

Οι πληροφορίες που κατέγραψαν οι αρχαίοι συγγραφείς για τα 3000 χρόνια της ιστορίας της πορφύρας αφήνουν πολλά ερωτηματικά που δη­μιουργούν σύγχυση. Αυτό διότι οι αρχαίοι συγ­γραφείς που ασχολήθηκαν με την πορφύρα δεν ήταν ειδικοί στις βαφές υφασμάτων, όπου επι­κρατούσε πλήρης μυστικοπάθεια. Οι νεότεροι συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με την πορφύ­ρα επαναλαμβάνουν παλαιότερες θεωρήσεις και υπεραπλουστεύσεις και αφήνουν αναπάντητους πολλούς προβληματισμούς. Σήμερα, οι ανασκα­φές και οι έρευνες είναι μάρτυρες και έχουν δώ­σει απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα.

Η αρχαιολογική σκαπάνη έδειξε ότι τρία είδη κοχυλιών έχουν χρησιμοποιηθεί στη Μεσόγειο για την ανάληψη της βαφής: Murex brandaris, purpura haemastoma και murex trunculus.

 

Κοχύλια τύπου Murex

 

Τα δυο πρώτα είδη έδιναν βαφή κόκκινη, το δε τρίτο ιώ­δη, αυτή που κατέγραψε ο Αριστοτέλης. Στο Αι­γαίο τα εργαστήρια παρασκευής και χρήσης της  βαφής ήταν αρκετά. Η Κρήτη, η Ρόδος, η Κως, η Αμοργός, η Νίσυρος (που είχε και το αρχαίο όνο­μα Πορφυρίς), η Χίος και τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, η Φώκαια, η Λυδία και η Φρυγία, και στην Πελοπόννησο, τα Κύθηρα, η Λακωνία, η Κόρινθος και η Ερμιόνη, στην οποία επικεντρώ­θηκε και η έρευνά μας.

Τελευταία, η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως εγκαταστάσεις προρφυροβαφείων και στον Κεραμεικό του 1ου αιώνα π.Χ. Στη Μεσό­γειο, η Κύπρος και μετά η Τύρος και η Σιδώνα στη Φοινίκη είχαν αναπτύξει περίφημα βιομηχα­νικά κέντρα πορφύρας με τους Φοίνικες να κυ­ριαρχούν στη Μεσόγειο, δημιουργώντας και άλ­λα κέντρα στην Αίγυπτο, στον κόλπο της Σύρτης και στη Σικελία.

 

Η ερμιονική πορφύρα

 

Κατά την αρχαιότητα η Ερμιόνη ήταν σημαντικό κέντρο παραγωγής πορφυροβαφής και βαψίμα­τος νημάτων-υφασμάτων. Οι αρχαίοι συγγρα­φείς, όταν γράφουν για την Ερμιόνη, δεν παρα­λείπουν να σημειώσουν ότι υπήρξε μεγάλο κέ­ντρο πορφυροβαφής. Ακόμη και στη Χάρτα του Ρήγα σημειώνεται η θέση της Ερμιόνης και δίπλα η φράση «εδώ ευγαίνει Πορφύρα». Ο Πλούταρ­χος αναφέρει ότι ο Μ. Αλέξανδρος, όταν κατέλα­βε τα Σούσα, εντυπωσιάστηκε από την ερμιονική πορφύρα που βρήκε. Συγκεκριμένα καταγράφει:

«Αλέξανδρος δε Σούσων κυριεύσας παρέλαβεν εν τοις βασιλείοις τετρακισμύρια τάλαντα νομίσματος, την δε άλλην κατασκευήν και πολυτέλειαν αδιήγητον, όπου φασί και πορφύρας Ερμιονικής ευρεθήναι τάλαντα πεντακισχίλια, συγκειμένης μεν εξ ετών δέκα δεόντων διακοσίων, πρόσφατον δε το άνθος έτι και νεαρόν φυλαττούσης, αίτιον δε τούτου φασίν είναι το την βαφήν δια μέλιτος γίνεσθαι των αλουργών, δι’ ελαίου δε λευκού των λευκών και γαρ τού­των τον ίσον χρόνον εχόντων την λαμπρότητα καθαράν και στίλβουσαν οράσθα.» (Βίοι Παράλ­ληλοι, Αλέξανδρος 36).

Επειδή κατά την αρχαιότητα οι λέξεις πορ­φύρα, «άνθος», βαφή, αλουργών κ.ά. χρησιμοποιούνταν τόσο γι’ αυτήν καθ’ αυτή την προφυροβαφή, όσο και για τα ήδη βαμμένα υφάσματα και τις διαδικασίες βαφής, το κείμενο του Πλου­τάρχου όχι μόνο είναι δυσνόητο αλλά δημιουργεί και σύγχυση όσον αφορά τη χημική πλευρά του θέματος. Προτού σχολιάσουμε το κείμενο θα πε­ριγράψουμε την τεχνολογία της πορφύρας για να γίνουν κατανοητές ορισμένες λεπτομέρειες.

 

Τεχνολογία της πορφύρας

 

Η βαφή («άνθος», κατά τον Αριστοτέλη) υπάρχει στα κοχύλια, σε αδένα που τον αφαιρούσαν με κα­τάλληλο ακαριαίο σπάσιμο του οστράκου και με ζωντανό τον οργανισμό, έτσι ώστε να μη διαχυθεί στο σώμα και απωλεσθεί η βαφή. Σε κάθε κοχύλι μέτριου μεγέθους η βαφή είναι ελάχιστη και απαι­τούνται δεκάδες χιλιάδες όστρακα για τη βαφή ενός χιτώνα. Η συλλογή των οστράκων γινόταν, όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης, την άνοιξη, διαπι­στώσαμε όμως ότι η βαφή υπάρχει στον αδένα του οστράκου όλο το χρόνο και είναι εκμεταλλεύ­σιμη.

Τα όστρακα είναι σαρκοφάγα, και αυτό το εκμεταλλεύθηκαν οι ειδικοί συλλέκτες (πορφυρευτές), χρησιμοποιώντας πλεγμένα καλαθάκια με διάφορα δολώματα (π.χ. μύδια). Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες, ευκολότερες τεχνικές, όπως για παράδειγμα το πόντισμα του δέρματος ζώων και ψόφιων ψαριών, όπου τα κοχύλια μαζεύονται σε σωρό. Στη συνέχεια, οι συλλέκτες τα χώριζαν σε είδη και μεγέθη.

 

Η Ερμιόνη από τον ορμίσκο του Λιμανιού, 1900. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της Πρωτοβουλίας Ενεργών Πολιτών Ερμιόνης.

 

Μετά τη λήψη του αδένα με τη βαφή ακολουθούσε ξήρανση και λεπτή κονιοποίη­ση σε γουδί. Συντήρηση της βαφής μπορούσε να γίνει με τη βοήθεια μελιού σε σφραγισμένα πιθάρια. Εάν τα όστρακα ήταν μικρά, τα έσπαγαν και χρησιμοποιούσαν όλη τη μάζα για τα περαιτέρω. Από χημική άποψη, θεωρούμε αδιανόητη την απο­μόνωση καθαρής βαφής από την πορφυρομάζα κατά την αρχαιότητα.

Η τεχνική της βαφής με πορφύρα βαμβα­κιού και μαλλιών ήταν μεγάλο μυστικό και γινόταν σε αρκετά στάδια με πολύπλοκες διεργα­σίες. Σήμερα όμως η τεχνική είναι γνωστή σε γε­νικές γραμμές και μοιάζει με εκείνη της βαφής του φυσικού ινδικού (Ίσατης, στις παραμεσόγει­ες χώρες), αφού στην αρχαιότητα ήταν μοναδι­κές βαφές αναγωγής, με ίδια πρόδρομη χημική ένωση το ινδοξύλιο, όπου μετατρέπεται σε ινδικοτίνη (βαφική χημική ένωση του ινδικού και Ίσατης) και 6,6′-διβρωμο ινδικοτίνη, που είναι βαφική χημική ένωση της πορφύρας.

Η 6,6′- διβρωμο ινδικοτίνη απομονώθηκε το 1909 από τον Friedlander, ο οποίος υπολόγισε ότι για1,4 γρ. βαφής χρειάζονται 12.000 όστρακα! Ο μόνος προβληματισμός σήμερα σχετικά με την αρχαία συνταγή βαψίματος με πορφύρα, αφορά το γε­γονός ότι δεν είναι ακριβώς γνωστός ο χρόνος χρήσης των αρχαίων αναγωγικών συστημάτων, που θα περιγράψουμε παρακάτω.

Στην αρχή γινόταν πλύσιμο του μαλλιού ή του βαμβακιού σε λουτρό με τη βοήθεια εκχυλίσματος σαπωναρίας, που ήταν άφθονη στις πα­ραμεσόγειες χώρες. Το αυτοφυές αυτό φυτό περιέχει σαπωνίνη, που διαλύεται στο νερό με αφρισμό και γνώριζε ευρεία χρήση στην αρχαιό­τητα για το πλύσιμο νημάτων, υφασμάτων κ.ά.

Η ίδια η πορφυρομάζα αρχικά διαλυόταν σε αλα­τόνερο για αρκετές ημέρες, διότι είχε γίνει αντι­ληπτό από την πείρα ότι η βαφή διαλύεται σε θα­λασσινό νερό. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι έμενε σε αλμυρό νερό για τρεις ημέρες και μετά σε ήπια θερμοκρασία τη σιγοθέρμαιναν σε μολύβδινα καζάνια για δέκα ημέρες, ώστε να γίνει καλύτε­ρη διάλυση και να ελαχιστοποιηθεί η μάζα σαν χυλός. Κατά τη διάρκεια αυτού του σταδίου αφαιρούσαν τα περιττά υλικά, δηλαδή υπολείμ­ματα σάρκας, μικρά κομμάτια οστράκων, αν υπήρχαν κ.ά. Πιθανό να γινόταν και ξήρανση του χυλού, ώστε να μειωθεί ο όγκος. Ακολουθούσε ένα στάδιο βαφής που το γνώριζαν λίγοι.

Πρέπει να τονιστεί ότι η βαφή δεν μπορούσε να βάψει απευθείας, αφού ήταν αδιάλυτη σε βρόχινο νερό. Έπρεπε πρώτα να μετατραπεί σε λευκοένωση η οποία ήταν διαλυτή σε νερό (ακριβώς ίδια διεργασία όπως εκείνη που ακολουθούνταν για την ινδικοτίνη από ινδικό και Ίσατη). Στην πραγματικότητα γίνεται μια ενδομοριακή «μετάλλαξη» προς λευκο-ινδικοτίνη και στη συνέχεια επαναφορά της στην αρχική μορφή με οξείδωση. Η λευκοένωση αυτή δημιουργούνταν σε δοχεία με αναγωγικές διαδικασίες, δηλαδή με τη βοήθεια αλκάλεως και παρουσία αμμωνίας.

Για τη δημιουργία του αλκαλικού διαλύματος χρησιμοποιούσαν σβησμένη άσβεστο (Ca(OΗ),2) και στάχτη από ξύλα (αλισίβα) για τη δημιουργία υδροξειδίου του καλίου ή στάχτη από φύκια, για τη δημιουργία υδροξειδίου του νατρίου. Ακόμη φαίνεται ότι έβρισκαν χρήση και πίτουρα σιτα­ριού ή βρώμης, σαν παράγοντες αναγωγής. Για τη δημιουργία αμμωνίας χρησιμοποιούνταν πα­λιά ούρα. Τα βακτηρίδια των ούρων για την επι­βίωσή τους απαιτούν οξυγόνο και τελικά παρέ­χουν αμμωνιακό διάλυμα σε 2-3 εβδομάδες. Αυ­τός ήταν ο λόγος που τα βαφεία βρίσκονταν μα­κριά από την πόλη, λόγω της έντονης δυσάρε­στης οσμής από τα παλιά ούρα, που μαζί με την αποσύνθεση της σάρκας του οστράκου δημιουργούσε ανυπόφορη μυρωδιά που διαπότιζε δέρμα και ρούχα.

Τέτοιες εγκαταστάσεις αποθή­κευσης ούρων βρέθηκαν στις ανασκαφές στις Ράχες στα Ίσθμια (4ος οι. π.Χ.) καθώς και στον Κεραμεικό πρόσφατα (1ος αι. π.Χ.). Ακόμη, αυ­τός ήταν ο λόγος που η πορφύρα έπαψε να χρη­σιμοποιείται μετά την πτώση του Βυζαντίου, όπου η βαφή εξέλιπε εντελώς, όπως προαναφέ­ραμε.

Οι Μωαμεθανοί θεωρούν τα ούρα ακά­θαρτο προϊόν και απαγόρευσαν ολοκληρωτικά τη χρήση τους, με συνέπεια να μην υπάρχει άλ­λο αναγωγικό σύστημα την εποχή εκείνη και έτσι να τελειώσει η βασιλεία της πορφύρας έπειτα από 3000 χρόνια με τον πάπα Παύλο το 1464 μ.Χ. να αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει κοχενίλη στο χρωματισμό των αμφίων του.

Στη διεργασία του βαψίματος η ζύμωση του λουτρού βαφής κρατούσε αρκετές ημέρες, ώστε να προκύψει πλήρης η λευκοένωση υπό μορφή διαλυτού άλατος. Τελικά γινόταν βάπτιση του μαλλιού στον κάδο. Ως προς τη φύση των μαλ­λιών, ο Πλάτωνας αναφέρει στο βιβλίο Δ των Πο­λιτικών: «[…] οι βαφείς επειδάν βουληθώσι βάψαι έρια ώστ’ είναι αλουργά, πρώτον μεν εκλέγονται εκ το­σούτων χρωμάτων μίαν φύσιν την των λευκών».

Τα μαλλιά βάφονταν πάντα στρουθισμένα, αλλά συνήθως άκλωστα, μέθοδο που ακολουθούσαν οι παραμεσόγειες χώρες καθώς και η Ινδία και η Περσία μέχρι τον 18ο αιώνα. Το υπό βαφή υλικό ανακινούνταν ελαφρά στον κάδο μέ­χρις ότου δεχτεί με δεσμούς υδρογόνου τη λευ­κοένωση μέχρι κορεσμού. Ακολουθούσε έκθεση στον ήλιο και στον αέρα, ώστε να προκληθεί οξείδωση και η λευκοένωση να μετατραπεί εκ νέ­ου σε 6,6′-διβρωμο ινδικοτίνη και να προκύψει το πορφυρό χρώμα. Ακολουθούσε πλύσιμο καλό με αλατόνερο, ξύδι κ.ά., ώστε να απομακρυνθούν οι δυσάρεστες οσμές και το χρώμα να αποκτήσει λαμπρότητα και αντοχή.

Πρέπει να τονιστεί ότι το πορφυροβαμμένο ύφασμα είχε μεγάλη αντοχή στο πλύσιμο, το φως κ.λπ., όπως ακριβώς και το ινδικό. Ακόμη πρέπει να τονίσουμε ότι οι αρχαίοι βαφείς είχαν αντιληφθεί ότι η ανάμειξη διαφό­ρων ειδών κοχυλιών (σε «άνθος» βέβαια) σε ορι­σμένες αναλογίες και ο κατάλληλος τρόπος πα­ρασκευής του αναγωγικού λουτρού ήταν αυτά που έδιναν την ποικιλία χρώματος στην πορφύρα με τους εκλεκτούς τόνους και τις λεπτές αποχρώσεις. Ακόμη, η επανάληψη της βάπτισης στο ίδιο λουτρό – κάδο ή σε διαφορετικό με άλλο εί­δος κοχυλιών θεωρούνταν δεδομένη. Οι απο­χρώσεις της πορφύρας που είχαν μεγάλη εκτίμη­ση ήταν η σκούρα κόκκινη, σαν πηγμένο αίμα, γνωστή ως πορφύρα της Τύρου, και εκείνη με χρώμα αμέθυστου, που έβαφαν τα βαφικά εργα­στήρια της Ερμιόνης.

Βέβαια, υπήρχαν και διά­φορες παραλλαγές, αφού οι προσπάθειες των πορφυροβαφείων για μεγαλύτερα κέρδη τους εί­χαν οδηγήσει σε νέες ανακαλύψεις χρωματικών τόνων. Όπως προαναφέραμε, τα κοχύλια τύπου brandaris και purpura haemastoma έδιναν κόκκι­νη χροιά. Το κοχύλι τύπου trunculus έδινε ιώδη προς μπλε χροιά.

Σήμερα γνωρίζουμε το λόγο αυτής της χρωματικής διαφοροποίησης. Τα δυο πρώτα περιέχουν κατά αποκλειστικότητα 6,6′- διβρωμο ινδικοτίνη, σαν βαφική χημική ένωση, ενώ η τρίτη ποικιλία συνδυασμό ινδικοτίνης (μπλε) με 6,6′- διβρωμο ινδικοτίνης (κόκκινη), ώστε να προκύψει ιώδης χροιά. Μια άλλη παράμετρος ήταν και ο τόπος συλλογής της τρίτης ποικιλίας, διότι επηρέαζε την αναλογία των δυο βαφών και συνε­πώς την τελική χροιά.

 

Τα αρχαία βαφεία της Ερμιόνης και κριτική της ερμιονικής πορφύρας στα Σούσα

  

Τα αρχαία εργαστήρια παρασκευής της πορφυ­ροβαφής και οι εγκαταστάσεις του βαφείου βρίσκονταν στο ανατολικό άκρο της σημερινής πό­λης της Ερμιόνης, στο σημερινό Μπίστι, που κα­τά την αρχαιότητα ονομαζόταν «Ποσείδιον». Έτσι, η έντονη άσχημη οσμή των βαφείων διέφευγε προς τη θάλασσα. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. χτίστηκε στο μέσο του ακρωτηρίου, στη σημερι­νή θέση «πλατεία», μεγάλος ναός του Ποσειδώ­να, ή της Αθηνάς, και πιθανότατα οι ιερείς του ναού είχαν τον έλεγχο και τη διαχείριση των ερ­γαστηρίων. Σε αρκετές θέσεις σήμερα υπάρχουν μεγάλες αποθέσεις οστράκων με σπασμένα κε­λύφη. Η επιτόπια εξέταση δεν έδωσε ενδείξεις ότι οι αρχαίοι έπαιρναν το «άνθος» ανοίγοντας το κέλυφος του κοχυλιού σε κατάλληλη θέση.

 

Η Ερμιόνη από το Μπίστι, περίπου 1924. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της Πρωτοβουλίας Ενεργών Πολιτών Ερμιόνης.

 

Κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. χτίστηκαν τα περιμετρικά τείχη της Ερμιόνης που είχαν ως συνδετικό υλικό κελύ­φη σπασμένα από όστρακα αντί χαλικιού. Διαπι­στώσαμε ότι 18% του συνδετικού υλικού ήταν σπασμένα όστρακα, που σημαίνει ότι πάνω από 250 τόνοι έχουν χρησιμοποιηθεί στο χτίσιμο του αρχαίου τείχους δηλαδή τουλάχιστον 10 εκατομ­μύρια κελύφη. Επίσης, με κελύφη μπάζωσαν τους χώρους μέσα από την πλευρά του τείχους. Η χρήση των σπασμένων οστράκων ως συνδετι­κό υλικό συνεχίστηκε και αργότερα. Ακόμη και ο ανεμόμυλος που χτίστηκε στα τέλη του 18ου αι­ώνα μ.Χ. από τους Ερμιονίτες αγωνιστές Μητσαίους έχει ως συνδετικό υλικό σπασμένα όστρακα.

Οι μαρτυρίες αναφέρουν ότι τα εργαστήρια βα­φής πρέπει να ήταν στη θέση που σήμερα βρίσκεται ο ανεμόμυλος των Μητσαίων. Πρέπει να άρχισαν να λειτουργούν τουλάχιστον από τον 6ο αιώνα π.Χ. και εξακολουθούσαν μέχρι τον 6ο αιώ­να μ.Χ. Κατά τα 1000 και πλέον χρόνια λειτουρ­γίας στην Ερμιόνη χρησιμοποιήθηκαν εκατοντά­δες εκατομμύρια κοχύλια. Συλλέκτες οστράκων υπήρχαν σ’ όλη την ευρύτερη περιοχή της Ερμιό­νης, αφού χρειάζονταν εκατομμύρια όστρακα ετησίως. Αυτός που ασχολούνταν με τη συλλογή των οστράκων ονομαζόταν πορφυρευτής. Συγκέ­ντρωνε τα κοχύλια και σε τακτά διαστήματα τα παρέδιδε ζωντανά στο Μπίστι.

Η αρχαία πόλη Αλιείς, που άκμασε τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. στον κόλπο του Πόρτο Χελιού και που σήμερα είναι βυ­θισμένη σχεδόν ολόκληρη στη θάλασσα, ήταν πι­θανότατα κέντρο συλλογής οστράκων, που τα παρέδιδαν στην Ερμιόνη για τα περαιτέρω. Σε αυ­τό συνηγορεί και το γεγονός ότι στις ανασκαφές, που έγιναν στο Πόρτο Χέλι, δεν βρέθηκαν σωροί από όστρακα, τα οποία συνεπώς δίνονταν αλλού. Προφανώς, όλη η ευρύτερη περιοχή «δούλευε» συγκεντρώνοντας κοχύλια. Η εξαγωγή της βαφής από τα όστρακα γινόταν στο πορφυρείο, όπου βρισκόταν και το κεντρικό εργαστήριο. Οι σωροί από σπασμένα κοχύλια μαρτυρούν τη θέση του πορφυρείου. Από την επιτόπια εξέτασή μας στην περιοχή έχουμε την εντύπωση ότι τα εργαστήρια (πορφυρεία) πρέπει να βρίσκονταν στο ανατολικό άκρο του ακρωτηρίου. Δυστυχώς, δεν έχουν γίνει ανασκαφές στην περιοχή, εκτός από αυτήν που έγινε το 1908 από τον Φιλαδελφέα, ο οποίος είχε στόχο τις μυκηναϊκές αρχαιότητες και τον κύριο ναό του Ποσειδώνα.

Τα εργαστήρια βαφής χρειάζονταν βρόχινο νερό και άρα και στέρνες αποθήκευσης. Στο Μπίστι υπάρχουν αρκετές, οι περισσότερες λαξευ­μένες σε βράχους. Επίσης, στις εγκαταστάσεις έπρεπε απαραίτητα να υπάρχουν δοχεία χημικών, όπως καυστικής σόδας ή ποτάσας, σάπωνες κ.ά., καθώς και εγκαταστάσεις αποθήκευσης παλιών ούρων. Πρότυπα βαμμένα νήματα σαν δείγματα και σκεύη ανάμειξης, ζυγαριές κλπ. θεωρούνταν αυτονόητα. Η ύπαρξη αυτών δικαιολογεί τα ευρή­ματα και τα ιδιόρρυθμα σκεύη που βρέθηκαν στη θέση Ράχες στα Ίσθμια, όπου έγιναν ανασκαφές σε μεγάλο αρχαίο βαφείο.

 

Κοχύλι τύπου Murex-brandaris, που θεωρείται βασικό είδος της περιοχής της Ερμιόνης.

 

Ο αριθμός των κοχυ­λιών που συγκεντρώνονταν στο Μπίστι έφτανε αρκετές χιλιάδες την ημέρα, τα οποία έδιναν 10-20 κιλά πρώτη ύλη πορφυροβαφής. Συνεπώς, έπρεπε να υπήρχε ειδικός χώρος αποθήκευσης. Η επιτήρηση ήταν αυτονόητη και αυστηρή, και η οικονομική σημασία για την πόλη μεγάλη. Έτσι εξηγείται και η ακμή της πόλης με το χτίσιμο των τειχών, των ναών κ.ά. Η διαχείριση τόσο μεγάλου πλούτου απαιτούσε ανθρώπους με γνώση, που γνώριζαν την εσωτερική και εξωτερική αγορά, αφού το μεγαλύτερο μέρος του προϊόντος ήταν για εξαγωγή. Αν δεχθούμε ότι τα εργαστήρια λει­τούργησαν περίπου 1000 χρόνια με μια μέση επε­ξεργασία 10.000 οστράκων την ημέρα, τότε κατά τη διάρκεια λειτουργίας τους έγινε η επεξεργα­σία 2 ως 3 δισεκατομμυρίων κοχυλιών!

Επιστρέφοντας στο κείμενο του Πλούταρ­χου για την πορφύρα της Ερμιόνης, που βρήκε ο Αλέξανδρος στα Σούσα, οι ερμηνείες του είναι δυο. Στο κείμενο δεν ξεκαθαρίζεται αν βρέθηκαν 5000 τάλαντα βαφής ή υφασμάτων βαμμένων με πορφύρα, που είχαν αποθηκευτεί πριν από 190 χρόνια, ολόφρεσκων με τη βοήθεια μελιού. Επί­σης, αναφέρεται έλαιο για τη δημιουργία λευκής  πορφύρας, που σαν όρος είναι ακατανόητος, αν πρόκειται για ύφασμα.

Ο Πλούταρχος, που έζη­σε τον 1ο αιώνα μ.Χ., ασφαλώς θα διάβασε κά­που αυτή την πληροφορία για γεγονότα που έγι­ναν τέσσερις αιώνες πριν, και το πιθανότερο εί­ναι να μην κατάλαβε πως από πορφυρά βαφή προκύπτει λευκή. Ηθελημένα, λοιπόν, έγραψε συγκεχυμένα, ώστε να μην είναι εύκολο να δια­κρίνει κανείς αν εννοούνται υφάσματα ή καθαρή πορφυροβαφή. Από χημική άποψη, όμως, φαίνε­ται ότι στα Σούσα βρέθηκε βαφή και όχι υφά­σματα. Ορισμένα δοχεία θα περιείχαν την αδιάλυτη κόκκινη πορφυροβαφή σε σκόνη, δηλαδή την πορφυρομάζα από τον αδένα του κοχυλιού μαζί με μέλι ως συντηρητικό, ενώ άλλα δοχεία θα είχαν τη λευκοένωση με πυκνό διάλυμα καυ­στικού αλκάλεως.

Είναι γνωστό ότι τα πυκνά αλ­καλικά διαλύματα, κατά την αφή, δημιουργούν μια αίσθηση που μοιάζει με εκείνη του λαδιού. Συνεπώς, αυτό είναι πιθανότατα το λευκό έλαιο που αναφέρει ο Πλούταρχος. Εάν δεχτούμε ως βάρος βαφής τα 5000 τάλαντα, πρόκειται για 130.000 κιλά. Αυτό σημαίνει ότι την περίοδο αυ­τή στην Ερμιόνη υπέστησαν επεξεργασία για εξαγωγή πάνω από 100 εκατομμύρια κοχύλια. Αν δεχτούμε ότι τα εργαστήρια μπορούσαν να επεξεργαστούν ημερησίως μερικές χιλιάδες κο­χύλια, είναι φανερό ότι τα βαφεία πρέπει να δού­λεψαν εντατικά για 50 χρόνια περίπου.

Η Περσι­κή Αυτοκρατορία με τον Δαρείο Α’ (522-486 π.Χ.) φτάνει στη μεγαλύτερή της ακμή και δόξα με κέ­ντρο του αχανούς κράτους τα Σούσα, μέχρι να τα κυριεύσει ο Μ. Αλέξανδρος το 330 π.Χ. επί Δαρείου Γ’. Είναι φανερό, συνεπώς, ότι τα εργα­στήρια της Ερμιόνης τροφοδοτούσαν τους Πέρ­σες με πορφυροβαφή για τουλάχιστον δυο αιώ­νες, αποκομίζοντας τεράστια έσοδα και δίνο­ντας μεγάλη ακμή στην πόλη με το χτίσιμο τει­χών, ναών κ.λπ. Το ερώτημα είναι γιατί ο Κύρος ο Μέγας, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες και μέγας βασιλιάς, ενώ είχε υπό την κατο­χή του όλα τα πορφυροβαφεία της Φοινίκης και μετά την προσάρτηση της Μ. Ασίας τον 6ο αιώ­να π.Χ. όλες επίσης τις εγκαταστάσεις πορφύ­ρας στα δυτικά παράλιά της, αποθήκευσε και προφανώς χρησιμοποιούσε πορφύρα εισαγω­γής από μια εχθρική χώρα και ειδικότερα από την Ερμιόνη.

Από την επιτόπια συλλογή οστρά­κων, που υπάρχουν κυρίως στην Ερμιόνη (murex trunculus), και την αφαίρεση των πορφυρο-αδέ­νων, διαπιστώσαμε ότι τα χέρια μας βάφονταν με ιώδες χρώμα, βιολετί, στη χροιά του αμέθυ­στου. Παρόμοιο χρώμα προέκυψε με απλή διεργασία βαφής κατευθείαν από το «άνθος» σε λευ­κό βαμβακερό ύφασμα. Βάψαμε τόσο με «άν­θος» από τα κοχύλια Ερμιόνης, όσο και με τις ποικιλίες της Τύρου (που υπάρχουν στη θάλασ­σα της Ερμιόνης, αλλά σε μικρό ποσοστό), όπου προέκυψε κόκκινη χροιά, σε αντιδιαστολή με τα κύρια κοχύλια της Ερμιόνης (trunculus) που έδωσαν χροιά αμέθυστου.

Θεωρούμε ότι η χρωματική χροιά ήταν ιδιόμορφη και εντυπωσιακή και αυτός ήταν ο λόγος της επιλογής της από τη βασιλική αυλή του Κύρου και του Δαρείου στη συνέχεια. Επί των ημερών μας δεν υπάρχει καμία ανά­μνηση από τα περίφημα πορφυροβαφεία της Ερμιόνης, παρά μόνο οι σωροί από τα σπασμένα όστρακα, που βρίσκονται διάσπαρτα σε όλο το ακρωτήριο των αρχαίων εργαστηριακών εγκατα­στάσεων, μάρτυρες του αρχαίου μεγαλείου και της δόξας της πόλης.

 

 Δρ. Σταύρος Πρωτοπαπάς           

Χημικός μουσείων                          

Βασίλης Γκάτσος

Χημικός

 

Βιβλιογραφία


 

  • ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Περί Χρωμάτων και Πε­ρί τα ζώα ιστορίαι,  εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1994.
  • BERNS R. S.,  Billimeyer and Saltzman’s Principles of Color Technology, J.Wiley&Sons,New York,  2000.
  • BRUNELLO F., The Art of Dyeing in the History of Mankind,  Ed. Ν. Pozza,Vicenza 1973.
  • ΓΚΑΤΣΟΣ Β., Η των Ερμιονέων πόλις, έκδ. του συγγραφέα, Πειραιάς, 1996.
  • COOKSEY C. J. – «TLC of the Indigoid Colorants in Shelltish Purple», στο Dyes in History and Archaeology, τόμ. 14,  Ed. Ρ. Walton Rogers,Amsterdam1995.
  • FORBES R. J., Studies in Ancient Tech­nology, τόμ. 4. E.J. Brill, Leyden 1964.
  • FRIEDLANDER Ρ., «Uber den Farbstoff des antiken Purpurs aus murex bran-daris», Berichte der Deutschen Chemis­chen Gesellschaft, τόμ. 42 (1909),  σ. 765-770.
  • HEINISCH Η. F., «Ancient Purple: An Historical Survey», FibreEng. Chem. 18 (1957), σ 203-206.
  • JACKSON J., «The Geographical Distribution of the Shell-Purple Industry», Memoirs Manchester Phil. Soc., τόμ. LX, μέρος 2, No 7,Manchester1916.
  • ΚΑΡΔΑΡΑ Xρ., «Βαφή, βαφεία και βαφαί κατά την αρχαιότητα». HESPERIA XLII (1974), σ. 447-453.
  • MCGOVERN Ρ. – MISHEL R., «Royal Purple Dye», Analytical Chemistry 57/14, American Chemical Society 1985, σ. 1514A-1522A.
  • ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, Βίοι Παράλληλοι, Αλέ­ξανδρος – Καίσαρ, παράγρ. 36 έκδ. Κάκτος, Αθήνα 1993. PONTING K.G., A Dictionary of Dyes and Dyeing,  Mills and Boon Ltd,Lon­don 1980.
  • REINHOLD Μ., «History of Purple as a Status in Antiquity», Collection Latomus, τόμ. 116,Brussels 1970.

 

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 89, Δεκέμβριος 2003.

 

Read Full Post »

Το νόμισμα στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο


 

Η ιστορία του νομίσματος

Το χρήμα χρησιμοποιείται σε όλες τις εποχές προς όλες τις κατευθύνσεις και για όλους τους σκοπούς. Η από­κτησή του υπήρξε εδώ και πολλούς αιώνες μία από τις κύριες επιδιώξεις των ανθρώπων. Τα νομίσματα αποτελούν μια βασική μονάδα μέτρησης του χρήματος. Τα νομίσματα άλλαξαν, μεταβλήθηκαν, προσαρμόστηκαν στις εκάστοτε αλλαγές που προκάλεσαν ή προκλήθηκαν από διαφορετικές αιτίες παρακολουθώντας κοινωνικές, οικονομικές και ιστορικές συνθήκες.

Τα πρώτα νομίσματα κατασκευάστηκαν στη Μ. Ασία από ήλεκτρο, κράμα χρυσού και αργύρου, στα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα. Το πολύτιμο μέταλλο έδινε την αξία, το μικρό σχήμα το έκανε εύκολο στη μεταφορά, το σύμβολο της κάθε εκδί­δουσας αρχής, που προστέθηκε αργότερα, έδινε την εγγύηση για το βάρος και την αυθεντικότητά του.

Αργυρή δραχμή Άργους (370-350 π.χ.)

Οι ελληνικές πόλεις διέδωσαν την χρήση του νομίσματος από την Ισπανία μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Χρησιμοποίησαν τα σύμβολά τους, ήρωες, θεούς, ζώα, φυτά κ.λπ., για να σηματοδοτήσουν τα νομίσματα. Έκοψαν νομίσματα κυρίως σε άρ­γυρο, καθώς αυτό ήταν το πολύτιμο μέταλλο στο οποίο είχαν ευκολότερη πρόσβαση. Στα τέλη του 5ου και κυρίως τον 4ο π.Χ. αιώνα κυκλοφόρησαν και χάλκινα νομίσματα για τις μικρές καθημερινές συναλλαγές.

Ο βασιλιάς Φίλιππος Β’ διέδωσε τη χρήση των χρυσών νομισμάτων, καθώς είχε πρόσβαση στα μεταλλεία χρυσού του Παγγαίου. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου Γ’ άρχισαν να απεικονίζονται ηγεμόνες και βασιλείς της κάθε περιοχής στα νομίσματα. Η παράσταση του ηγεμόνα αυτοκράτορα γίνεται το βασικό θέμα της εικονογραφίας στα ρωμαϊκά αυτοκρατορικά νομίσματα από τον 1ο π.Χ. έως τον 4ο μ.Χ. αιώνα.

Τα ρωμαϊκά νομίσματα διαδόθηκαν σε όλο το γνωστό κόσμο και κόπηκαν σε χρυσό, άργυρο και χαλκό. Στα βυζαντινά νομίσματα εκτός από τον αυτοκράτορα προστέθηκε και η απεικόνιση του θείου, ο Χριστός, το χέρι του Θεού, η Θεοτόκος, χριστιανικά σύμβολα, έγιναν παραστάσεις στην κύρια όψη του νομίσματος. Ένας Θεός και ένας αυτοκράτορας, η αντίληψη του βυζαντινού για τον κόσμο απεικονίστηκαν στα νο­μίσματα.

Ο βυζαντινός χρυσός σόλιδος επικράτησε από τον 4ο έως τον 11ο αιώνα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και πολύ πέρα απ’ αυτήν. Στη Δυτική Ευρώπη, νομίσματα χρυσά ακολούθησαν τα πρότυπα των ρωμαϊκών και βυζαντινών νομισμάτων. Από το 13ο έως και το 15ο αιώνα, το βενετσιάνικο νόμισμα θα επικρατήσει σ’ αυτήν την περιοχή. Στην Ευρώπη, τα χρυσά φιορίνια της Φλωρεντίας θα αποτελέσουν τη βάση των εμπορικών συναλλαγών στη διάρκεια του 14ου αιώνα.

Από το 15ο αιώνα στο Νέο Κόσμο που διαμορφώνεται με τις ανακαλύψεις, τα νέα κοιτάσματα και την άνθηση του εμπορίου εκδίδονται αργυρά και αργότερα χρυσά μεγάλα νομίσματα τα οποία θα κατακλύσουν τον κόσμο. Ισπανικά και αργότερα αυστροουγγρικά τάληρα θα κατακτήσουν τις αγορές και οι άλλες περιφερειακές δυνάμεις θα αναγκαστούν να προσαρμοστούν στο σύστημα του ταλήρου.

Μετά τη γαλλική επανάσταση καθιερώθηκε πρώτα στη Γαλλία και στη συνέχεια σε μεγάλο μέρος του κόσμου το δεκαδικό σύστημα. Από το 19ο αιώνα διαδίδεται η χρήση των χαρτονομισμάτων. Σταματά η σχέση του νομίσματος με το πολύτιμο μέταλλο από το οποίο είναι κατασκευασμένο. Η κυκλοφορία των χαρτονομισμάτων ήταν μέχρι πρόσφατα εξαρτημένη από την επάρκεια χρυσού. Το τέλος αυτής της αντιστοιχίας σε πολύτιμο μέταλλο, είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει η διεθνής οικονομία, και να σηματοδοτήσει την παγκόσμια κυριαρχία του άυλου χρήματος.

  

Πριν από το νόμισμα

 

Πριν από το νόμισμα, η ανταλλαγή προϊόντων, ο αντιπραγματισμός, υπήρξε η πιο διαδεδομένη πρακτική εξα­σφάλισης των βασικών αναγκών των ανθρώπων. Ο αντιπραγματισμός είναι πολύ παλιός και με κάποια έννοια, μερικά στοι­χεία του μοιάζουν να υπάρχουν και μέσα στη φύση, στα φυτά, έντομα και ζώα όπου ανταλλάσσονται υπηρεσίες και πόροι για την εξασφάλιση της επιβίωσης των ειδών και τη διατήρηση της ισορροπίας του περιβάλλοντος.

Οι συναλλαγές σε είδος διευκόλυναν τις πρώτες κοινωνίες των ανθρώπων στην επιβίωσή τους. Γεωργικά προϊόντα διατροφής, δέρματα, ζώα, κοχύλια ήταν τα αποδεκτά μέσα συναλλαγής. Το πιο πολύτιμο ήταν το πιο σπάνιο. Ανάλογα με την αφθονία, τη χρησιμότη­τα και το ρόλο του κάθε προϊόντος σε κάθε κοινωνία προσδιοριζόταν και η τιμή του. Με την εγκατάσταση του ανθρώπου σε μόνιμη κατοικία, η οικονομία έγινε γεωργοκτηνοτροφική. Ως μέσο συναλλαγής χρησιμο­ποιήθηκαν κυρίως τα ζώα. Στην Ιλιάδα τα χάλκινα όπλα του Διομή­δη αναφέρονται ως εννεάβοια (αξίζουν 9 βόδια) ενώ τα χρυσά του Γλαύκου εκατόμβοια.

Ο πλούσιος λεγόταν πολυβούτης (που διαθέ­τει πολλά βόδια), ο ακτήμων αβούτης. Ακόμα και σήμερα, αυτό απο­τυπώνεται σε πολλές γλώσσες του κόσμου. Λατινικά caput σημαίνει κεφαλή βοσκήματος και από κει προέρχεται η λέξη κεφάλαιο (capital) και καπιταλισμός. Pecus σημαίνει τα θρέμματα, τα βοσκήματα και από κει προέρχεται ο όρος pecunia (περιουσία, χρήματα).

Τον τρόπο αυτών των συναλλαγών που δεν μπορούμε να τον ανιχνεύ­σουμε με ασφάλεια στις προϊστορικές κοινωνίες, μπορούμε να τον παρακολουθηθούμε καλύτερα σε κοινωνίες νεώτερες όπως της Αφρικής, της Ωκεανίας κ.λπ. όπου μέχρι πρόσφατα ήταν σε χρήση.

Στις σύγχρονες κοινωνίες το φαινόμενο επανεμφανίζεται, όταν διαμορφώνονται ειδικές συνθήκες, όπως στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι ανταλλαγές με τσιγάρα και λάδι. Επίσης παρουσιάζονται σε μικρή κλίμακα, ανταλλαγές αντικειμένων και αγαθών, μέσω των αγγελιών στις εφημερίδες και στο διαδίκτυο οι οποίες καθιστούν τη ζωή των πολιτών ευκολότερη.

Με την ανακάλυψη και τη διάδοση των μετάλλων, ένα νέο μέσο συναλλαγής προστέθηκε παράλληλα με τα ζώα. Η χρήση του μετάλλου στις εμπορικές συναλλαγές μαρτυρείται από τα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. στη Μεσοποταμία. Επιγραφές αναφέρουν νόμους, πληρωμές, συμβόλαια τα οποία πραγματοποιούνταν με βάση ζυγισμέ­νο άργυρο, μερικές φορές σε συνδυασμό με κριθάρι ή άλλα σιτηρά. Καθώς πρόκειται για τις πρώτες γραπτές πηγές που έχουμε, συνδέεται έτσι και η γραφή με την καταμέτρηση των αγαθών και των εμπο­ρικών συναλλαγών.

Με την πάροδο του χρόνου, το μέταλλο επικράτησε στις συναλλαγές και σε άλλες περιοχές. Στην Αίγυπτο, στο τέλος της 2ης χιλιετίας αναφέρονται μέταλλα ζυγισμένα με σταθερά σταθμά για τον υπολογι­σμό της αξίας μιας ομάδας προϊόντων. Και εδώ ήταν δυνατόν οι πληρωμές να υπολογιστούν σε χαλκό (1 ντέμπεν =91 γρ.) και να πραγμα­τοποιηθούν ή σε χαλκό ή σε συνδυασμό με άλλα προϊόντα.

Αν και η Αίγυπτος δε διέθετε άργυρο, ήταν δυνατόν να γίνουν αγορές και με πολύτιμα μέταλλα όπως χρυσό και άργυρο. Έχουν βρεθεί θησαυροί με ράβδους, δαχτυλίδια, σύρμα κ.λπ. από αυτά τα πολύτιμα μέταλλα.

Τα μέταλλα, άργυρος, χρυσός, αλλά και σίδηρος και χαλκός, χρησιμοποιήθηκαν σε κομμάτια ακατέργαστα, σε ράβδους, ορθογώνια σχήματα, με τη μορφή λεπτού σύρματος ή ακόμα και ολόκληρα μεταλλικά χρη­στικά αντικείμενα, όπως τρίποδες, λέβητες, πελέκεις: σκεύη – νομίσμα­τα όπως τα ονόμασε ο Γάλλος ιστορικός και νομισματολόγος Theodore Reinach.

Οι ιδιότητες του μετάλλου κάλυπταν βασικές αδυναμίες του προηγούμενου συστήματος ανταλλαγής προϊόντων. Τα μέταλλα ήταν ανθεκτικότερα, λιγότερο ογκώδη, διαιρούνταν σε κομμάτια μικρότερης αξίας, μεταφέρονταν πιο εύκολα και δεν φθείρονταν. Η αξία τους ήταν ανάλογη με το βάρος τους και υπολογιζόταν με το ζύγισμα.

 

Τάλαντα που βρέθηκαν στις Μυκήνες, χρησιμοποιήθηκαν κατά το 16ο - 14ο π. Χ.

 

Στον Ελλαδικό χώρο από τη 2η χιλιετία π.Χ. φαίνεται να χρησιμο­ποιούνται ως μέσο συναλλαγής τα τάλαντα, δηλαδή πλάκες μετάλ­λου που το σχήμα τους, για πολλούς μελετητές, αναπαράγει αυτό της τεντωμένης δοράς βοδιού και για άλλους ήταν πιο πρακτικό στη μετα­φορά. Τάλαντα έχουν βρεθεί σε διάφορες περιοχές της Μεσογειακής λεκάνης, στα νότια παράλια της Μ. Ασίας, στη Σαρδηνία, στην Κύπρο, στις Μυκήνες, στην Κύμη, στην Κρήτη και σε άλλα νησιά του Αιγαίου.

 

Τα πρώτα νομίσματα

 

 

Οβελός (Φείδων, 7ος αι. π.χ.)

Στα τέλη του 8ου και τις αρχές του 7ου π.Χ. αιώνα, ένα ακόμα χρηστικό αντικεί­μενο, ο σιδερένιος οβελός (σούβλα ψησίμα­τος) χρησιμοποιήθηκε ως μέσο συναλλαγής. Έξι οβελοί, όσοι δηλαδή χωράει να κρατή­σει η παλάμη του ανθρώπου, είχαν αξία μιας δραχμής (δράττομαι = κρατώ, δράξ = παλάμη > δραχμή).

* [Η χρήση των οβελών. Ο οβελός ως μέσο συναλλαγής, αποδίδεται από ορισμένους μελετητές στο βασιλιά του Άργους Φείδωνα. Αυτός ήταν που καθιέρωσε τη χρήση του μετάλλου ως νομίσματος με τη μορφή οβελών.

Η χρήση των οβελών ήταν ευρύτατα διαδεδομένη για πρακτικούς λόγους και γι’ αυτό επικράτησαν αμέσως και ως μέσο συναλλαγής. Ήταν ταυτόχρονα όργανα με χρήση πρακτική, αφού χρησίμευαν για το ψήσιμο των ζώων, αλλά και νομισματική, εφόσον αναπλήρωναν με επιτυχία τα προηγούμενα μέσα συναλλαγής. Το πάχος κάθε οβελού ήταν τόσο λεπτό, ώστε στο ένα του χέρι ήταν δυνατό να κρατήσει κανείς 6 οβελούς συγχρόνως. Από το «δράττω – δραξ» (= αδράχνω, πιάνω, κρατώ) προήλθε και η λέξη «δραχμή», που εξακολούθησε επί τόσους αιώνες να είναι η νομισματική μονάδα των Ελλήνων.

Στο νομισματικό μουσείο της Αθήνας φυλάσσεται το περίφημο αφιέρωμα οβελών του βασιλιά του Άργους Φείδωνα, όπως πιστεύουν ορισμένοι ερευνητές, προς τη θεά Ήρα. Οι οβελοί αυτοί βρέθηκαν κατά τη διάρκεια των αμερικανικών ανασκαφών στο ιερό του αρχαίου Ηραίου του Άργους το 1894. Παρόμοιοι οβελοί έχουν βρεθεί και σε δυο αρχαίους τάφους μέσα στην πόλη του Άργους και φυλάσσονται στο αρχαιολογικό μουσείο της πόλης. Η χρήση των οβελών ως μέ­σων συναλλαγής συνεχίστηκε και στους επόμενους αιώνες, ενώ ο όρος δραχμή επιβίωσε ως την εποχή μας].

Ο Αριστοτέλης αναφέρει : «ότι τον καιρό του έβλεπε κανείς στον ναό της Ήρας του Άργους μετάλλινους οβελίσκους, που ο βασιλεύς Φείδων αφιέρωσε άλλοτε. Δεν ήσαν παρά δείγματα πού χρησίμευαν για την ανταλλαγή, πριν αντικατασταθούν από τα αργυρά νομίσματα, τις χελώνες. Ο Φείδων τα εκρέμασε στο τοίχωμα, σαν ιερά λείψανα, προς μαρτυρίαν σεβασμού και εθίμων».

 

Η επινόηση του νομίσματος ήταν θέμα χρόνου. Η εμπειρία του μετάλλου στις συναλλαγές και η τυποποίησή του σε διάφορα σχήματα οδήγησαν εύκολα στο νόμισμα. Το μικρό του μέγεθος επέτρεπε την εύκολη μεταφορά του. Σφραγισμένο από την υπεύθυνη αρχή, η αξία του ήταν συγκεκριμένη και δεν υπήρχε πια η ανά­γκη του ζυγίσματος. Η γενικευμένη χρή­ση όμως του νομίσματος διαδόθηκε αρ­γά.

Τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν στο βα­σίλειο της Λυδίας και στις ελληνικές πό­λεις της Μικράς Ασίας, στην Ιωνία, περι­οχές αναπτυγμένες εμπορικά και οικονο­μικά, στα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα. Το υλι­κό τους ήταν ο ήλεκτρος, κράμα χρυσού και αργύρου. Το σχήμα τους ήταν ωοει­δές και στη μία πλευρά είχαν ακανόνι­στα βαθουλώματα.

Το «θησαυρό» που βρέθηκε στα θεμέ­λια του ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο το 1904/5 αποτελούσαν νομίσματα από ήλεκτρο, αλλά και κοσμήματα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Ο θησαυρός περιείχε νομίσματα από πόλεις της Λυδίας αλλά και ελληνικές των παραλίων της Μικράς Ασίας. Η απόκρυψη θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε μεταξύ 600-560 π.Χ. Το εύρημα αυτό βοήθησε στη χρονολόγηση των πρώτων νομισμάτων. Τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου γρήγορα έκοψαν ανάλογα νομίσματα.

                          

Τα νομίσματα των ελληνικών πόλεων – κρατών

 

Αίγινα – Κόρινθος – Αθήνα

 

Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο τα νομίσματα εκδίδονταν από τις πόλεις-κράτη. Αυτές, ανεξάρτητα από την έκταση και τη δύνα­μή τους, είχαν αυτόνομη οικονομία και διαφορετικό νόμισμα η κάθε μία, που ξεχώριζε από τους τύπους του. Η κάθε πόλη απεικόνιζε στα νομίσματά της παραστάσεις οικείες στους πολίτες της, που προέρχονταν από την ιστορία της, τη μυθολογία της, τα χαρα­κτηριστικά προϊόντα της. Έκοβαν κυρίως αργυρά νομίσματα, λιγότερα χρυσά και από τον 4ο αι. π.Χ. πολλά χαλκά. Πολύ σπάνια χρησιμοποιούσαν το σίδηρο και άλλα κράματα. Η Αίγινα, η Κόρινθος και η Αθήνα έκοψαν τα πρώτα αργυρά ελληνικά νομίσματα και διέδωσαν τη χρήση του νομίσματος στον υπό­λοιπο τότε γνωστό κόσμο.

Η Αίγινα πρώτη, λίγο πριν από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ., εξέδωσε στατήρες με παράσταση θαλάσσιας χελώνας στην πρόσθια όψη και έγκοιλο, μοιρασμένο σε ακανόνιστα διάχωρα, στην άλλη. Τα νομί­σματα* της Αίγινας -γνωστά ως χελώναικυκλοφόρησαν στις περισ­σότερες περιοχές του Ελλαδικού χώρου. Βρέθηκαν όμως και στην Περσία, την Αίγυπτο και την Κάτω Ιταλία. Η αντικατάσταση της θαλάσσιας χελώνας από τη χερσαία και η χάραξη των αρχικών της πόλης αποτελούν τα χαρακτηριστικά της αλλαγής που συντελέστη­κε το 446 π.Χ., λίγο πριν από τον Πελοποννησιακό πόλεμο, και σηματοδοτεί το τέλος της κυριαρχίας της Αίγινας στη θάλασσα.

* [Σημείωση βιβλιοθήκης: Στο Πάριο χρονικό αναφέρονται τα εξής: ΑΦ’ ΟΥ Φ[ΕΙ]ΔΩΝ Ο ΑΡΓΕΙΟΣ ΕΔΗΜΕΥΣ[Ε ΤΑ] ΜΕΤ[ΡΑ ΚΑΙ ΣΤ]ΑΘΜΑ ΚΑΤΕΣΚΕΥΑΣΕ ΚΑΙ ΝΟΜΙΣΜΑ ΑΡΓΥΡΟΥΝ ΕΝ ΑΙΓΙΝΗι ΕΠΟΙΗΣΕΝ, ΕΝΔΕΚΑΤΟΣ ΩΝ ΑΦ’ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, ΕΤΗ ΓΗΔΔΔΙ, ΒΑΣΙΛΕΥΟΝΤΟΣ ΑΘΗΝΩΝ [ΦΕΡΕΚΛ]ΕΙΟΥΣ….. = σε νέα ελληνική: Όταν ο Φείδων ο Αργείος κοινοποίησε τα μέτρα και σταθμά κατασκεύασε αργυρό νόμισμα που το έφτιαξε στην Αίγινα, έγινε 11ος από τον Ηρακλή, έτος ΓΗΔΔΔΙ = 631, όταν ο Φερέκλειος βασίλευε στην Αθήνα].

 

Αργυρός στατήρας Αίγινας (480 π.χ.)

 

Η Κόρινθος επίσης έκοψε στατήρες στα μέσα περίπου του 6ου αι. π.Χ., που αντα­νακλούν την εμπορική και οικονομική της ανάπτυξη. Η κυκλοφορία των πρώτων Κορινθιακών στατήρων ήταν τοπικά περιορι­σμένη, η ανεύρεσή τους όμως σε «θη­σαυρούς» στις αποικίες της στη Μεγάλη Ελλάδα δηλώνει τη μεγάλη τους διάδοση.

Αργυρό τρίδραχμον Κορίνθου, περ. 390 π.Χ.

Η νομισματική παραγωγή της Κορίνθου, ύστερα από κάμψη που σημείωσε την περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου – λόγω έλλειψης της πρώτης ύλης, του αρ­γύρου, που προμηθευόταν από την Αθή­να – παρουσίασε θεαματική αύξηση στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. Οι τύποι των κοριν­θιακών νομισμάτων εμπνέονται από τη μυθολογία και την τοπική ιστορία: ο Πήγα­σος, το φτερωτό άλογο που δάμασε ο κο­ρίνθιος ήρωας Βελλερεφόντης με τη βοή­θεια της θεάς Αθηνάς, αποτυπώνεται στην πρόσθια όψη τους — σ’ αυτόν αναφέρεται και η αρχαία ονομασία τους: πώλοι (που­λάρια).

Γύρω στα τέλη του 6ου αι. π.Χ., καθιερώνεται η κεφαλή της Αθηνάς Χαλινίτιδος στην οπίσθια όψη. Τους ίδιους τύ­πους παρουσιάζουν και τα νομίσματα ορισμένων αποικιών της Κορίνθου, κατά τον 5ο και 4ο  αι. π.Χ., όπως η Λευκάδα, η Αμβρακία κ.ά.

Η Αθήνα ύστερα από τις πρώτες της νομισματικές απόπειρες, τα λεγόμενα εραλδικά νομίσματα (Wappenmunzen),  από τα τέλη του 6ου αι. π.Χ. εγκαινίασε την έκδοση των αργυρών τετραδράχμων. Τα νομίσματα αυτά είναι τα πρώτα που εξαπλώθηκαν και διαδόθηκαν στον αρχαίο κόσμο, στον οποίο έγιναν γνωστά ως «γλαύκες», από την παράσταση της κουκουβάγιας στην οπίσθια όψη τους. Στην πρόσθια εικονίζεται η κεφαλή της θεάς Αθηνάς, προστάτιδας της πόλης. Με τις παραστάσεις αυτές εκδίδονταν τα αθηναϊκά νομίσματα μέχρι τον 1ο αι. π.Χ., οπότε χρονολογούνται τα τελευταία τετράδραχμα «νέας τεχνοτροπίας». Το διεθνές αυτό νόμισμα απομιμήθηκαν, λόγω της δύναμής του, στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, την Αραβία, τη Βαβυλωνία, την Λυκία και αλλού.

Η νομισματοκοπία των Αθηνών

 

Από τον 6ο αιώνα π.Χ. έως τον 3ο αιώνα μ.Χ. η Αθήνα έκοψε νομίσματα κυρίως σε άργυρο, αργότερα και σε χαλκό, ενώ σε δυο περιστάσεις εκτάκτου ανάγκης εξέδωσε και χρυσά νομίσματα. Το αργυρά αθηναϊκά τετράδραχμα κυκλοφόρησαν από την Ιταλία έως το Αφγανιστάν και ήταν ένα από τα ισχυρότερα και μακρο­βιότερα νομίσματα του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Οι πρώτες νομισματικές εκδόσεις των Αθηνών, από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. κ.ε., απεικονίζουν διάφορα θέματα, όπως γλαύκα, ίππο, ταυροκεφαλή, τροχό, γοργόνειο κ.ά. Τα νομίσμα­τα αυτά ονομάστηκαν «εραλδικά» (Wappenmunzen) καθώς παλαιότεροι μελετητές θεώρησαν ότι έφεραν εμβλήματα αριστοκρατικών οικογενειών της Αθήνας. Πιθανότερο είναι όμως η θεματολογία να σχετίζεται με θρη­σκευτικές και αθλητικές δραστηριότητες όπως οι γιορτές των Παναθηναίων.

 

Αργυρό τετράδραχμον Αθηνών (440 - 420 π.χ.)

 

Με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας παγιώ­θηκαν οι παραστάσεις των αθη­ναϊκών νομισμάτων. Για τους επόμενους πέντε αιώνες η πλειονότητα των αττικών κοπών φέρει την κεφαλή της θεάς Αθη­νάς, προστάτιδας της πόλης, και στην άλλη όψη τη γλαύκα, το ιερό σύμβολο της θεάς, με την επιγραφή ΑΘΕ, τα αρ­χικά γράμματα της λέξης Αθηναίων. Από επιγραφές και πηγές σώζονται απο­σπασματικές πληροφορίες για τιμές και μισθούς στην αρχαία Αθήνα.

Στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. ένας ξυλουργός ή λιθοτεχνίτης έπαιρνε για εργασία στο Ερέχθειο μία αργυρή δραχμή την ημέρα. Την ίδια εποχή το ημερομί­σθιο ενός στρατιώτη ή ναύτη κυμαινόταν από τρεις οβολούς έως έξι οβολούς (που ισούνταν με μία δραχμή). Αργότερα, λίγο πριν από το 330 π.Χ. ένας αττικός μέδιμνος σιταριού (δηλ. περίπου52,18 λίτρα ή40,38 κιλά) στην Αθήνα κόστιζε πέντε δραχμές.

 

 

Αργυρό τετράδραχμον Αθηνών (β΄ όψη)

Αργυρό τετράδραχμον Αθηνών (β΄ όψη)

 

Η εκμετάλλευση των αργυροφόρων κοιτασμάτων των μεταλλείων του Λαυρίου στην Αττική θα δώσει σημαντικό πλεονέκτημα στην Αθήνα για να προωθήσει τη νομισματική της παραγωγή. Τα αργυρά αθηναϊκά τετράδραχμα θα κυκλοφορήσουν ευρύτατα στον κλασικό κόσμο και θα γνωρίσουν λόγω της αποδοχής τους πολλές απομι­μήσεις, ιδίως στο χώρο της Ανατολής τον 4ο αιώνα π.Χ. (Λυκία, Παλαιστίνη, Αίγυπτος κ.ά.). Η τύχη της πόλης συχνά αντικατο­πτρίζεται στα νομίσματά της, με χαρακτηριστική περίπτωση αυτή της έκδοσης κερμάτων με αργυρό περίβλημα και χάλ­κινο πυρήνα. Πρόκειται για τα πονηρά χαλκία που ανα­φέρει ο Αριστοφάνης και τα οποία συνιστούν μια κοπή εκτάκτου ανάγκης στο τέλος του Πελοποννησιακού Πο­λέμου (406/5 π.Χ.).

Σε άλλη περίσταση πάλι, γύρω στο 295 π.Χ., ο τύραννος Λαχάρης θα αναγκαστεί μέσα στην πολιορκημένη πόλη να απογυμνώσει το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς και να προβεί στην κοπή χρυσών νομισμάτων, για την πληρωμή μισθοφόρων. Το 2ο αιώνα π.Χ. το αθηναϊκό νόμισμα θα γνωρίσει μία δεύ­τερη ακμή με μια νέα σειρά αργυρών νομισμάτων πρόκειται για τα λεγόμενα τετράδραχμα «Νέας Τεχνοτροπίας». Τα συγκεκρι­μένα νομίσματα παρουσιάζουν τη γλαύκα πάνω σε αμφορέα, ενώ την όλη παράσταση περιβάλλει στεφάνι ελιάς — στοιχείο που έδωσε και τη χαρακτηριστική ονομασία στεφανηφόρα που απαντά σε πλήθος επιγραφών.

Με την παραχώρηση της Δήλου από τους Ρωμαίους το 166 π.Χ. η Αθήνα θα αποκτήσει ένα σημαντικό λιμάνι, το οποίο θα της επιτρέψει να διαδώσει πάλι τη νομισματοκοπία της και να εξυπη­ρετήσει τόσο τα δικά της όσο και τα ρωμαϊκά συμφέροντα. Η αθηναϊκή νομισματική παραγωγή παρουσιάζει ποικιλία υποδιαιρέ­σεων όπως τετράδραχμα, δραχμές, τριώβολα, οβολούς, ημιωβόλια κ.λπ., γεγονός που δείχνει την προσπάθεια εκχρηματισμού της αττι­κής κοινωνίας και στις καθημερινές συναλλαγές. Στο πνεύμα των καιρών, ανάλογη πρακτική συνιστά και η κοπή χάλκινων νομισμάτων, από τον 4ο αιώνα π.Χ. κ.ε., με πληθώρα νέων εικονογραφικών τύπων.

 

Δεκάδραχμον Αθηνών

 

Το αθηναϊκό δεκάδραχμο είναι από τα σπα­νιότερα νομίσματα του αρχαίου κόσμου. Τα βαριά αυτά νομίσματα ζύγιζαν περίπου 43 γραμμάρια και ισοδυναμούσαν με 10 αθη­ναϊκές δραχμές. Ξεχωρίζουν από τη χαρα­κτηριστική πίσω πλευρά τους όπου η γλαύκα εικονίζεται μετωπική. Η Αθήνα σε μια μόνο περίσταση προχώρη­σε στην έκδοση δεκαδράχμων. Τα νομίσμα­τα αυτά είχαν συνδεθεί αρχικά από τους μελετητές με την ανακάλυψη μιας νέας φλέβας αργύρου στο Λαύ­ριο (483 π.Χ.) ή με τους Περσικούς Πολέμους ως επινίκια κοπή (479 π.Χ.). Η νεώτερη έρευνα κατέδειξε ότι τα δεκάδραχμα συνι­στούν σειρά ενταγμένη στην αθηναϊκή νομισματική παραγωγή και η οποία πρέπει να χρονολογηθεί υστερότερα.

Η κοπή πιθανότατα εκδόθηκε μετά από τη μεγάλη νίκη του Κίμωνα στον Ευρυμέδοντα Ποταμό (466 π.Χ.) και εκτός από μάλλον αναμνηστικό χαρακτήρα είχε και κάποια διάρκεια στον χρόνο. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια υπήρχαν μόλις ένδεκα αθηναϊκά δεκά­δραχμα· ακόμη και σήμερα η σπανιότητα των συγκεκριμένων νομισμάτων παραμένει μεγάλη καθώς τα γνωστά τεμάχια είναι γύρω στα σαράντα. Το 1999 με την ευγενική χορηγία ενός ανώνυμου δωρητή το Νομισματικό Μουσείο κατόρθω­σε να αποκτήσει ένα σπανιότατο λαμπρό δείγμα της αθηναϊκής νομισματοκοπίας. Πέραν της αίσιας επιστροφής του στην εκδότρια πόλη —και έδρα του Μουσείου ταυτοχρόνως— το πολύτιμο απόκτημα έχει επιπλέον ιδιάζουσα σημασία, καθώς η πίσω πλευρά του με τη γλαύκα αποτέλεσε από τις αρχές του 20ού αιώνα πηγή έμπνευσης για το έμβλημα του Νομισματικού Μουσείου.

 

Τα νομίσματα των ελληνικών αποικιών στην Κάτω Ιταλία και τη Σικελία

 

Οι ελληνικές αποικίες στην Κάτω Ιταλία άρχισαν να κόβουν νομίσματα μετά τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Οι πρώτες κοπές χαρακτηρίζονται από την ιδιάζουσα κοιλόκυρτη τεχνική χάραξης των τύπων. Στα νομί­σματα αυτά παρατηρούμε ότι η σχεδόν όμοια παράσταση και των δυο όψεων προ­βάλλει έκτυπη στην πρόσθια και πρόστυπη στην οπίσθια όψη. Η ιδιόρυθμη αυτή νομισματοκοπία γνώρισε μεγάλη άνθηση στο τε­λευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα και υιοθετήθηκε από όλα τα κατωιταλικά νομισματοκο­πεία.

Όταν εγκαταλείπεται η κοιλόκυρτη τεχνική, οι κοπές χαρακτηρίζονται από μεγα­λύτερη ποικιλία εικονογραφικών τύπων. Η εικονογραφία αυτή δεν ξεφεύγει από τη φιλο­σοφία των πρώτων ιταλικών νομισμάτων: αναφέρεται άλλοτε στην πηγή πλούτου και άλλοτε στην προστάτιδα θεότητα της εκδότριας πόλης. Χαρακτηριστι­κό παράδειγμα της πρώτης κατηγο­ρίας αποτελούν οι στατήρες του Μεταποντίου, μίας από τις αποικίες των Αχαιών, όπου απεικονίζεται το στάχυ. Η δεύτερη περίπτωση πα­ρουσιάζεται στις κοπές της σπαρτια­τικής αποικίας του Τάραντα, όπου απεικονίζεται ένας έφηβος πάνω σε δελφίνι. Πρόκειται κατά μία ερμη­νεία για τον Φάλανθο, τον ιδρυτή της πόλεως για τον οποίο υπάρχει η παράδοση ότι διασώθηκε στη ράχη ενός δελφινιού.

 

Αργυρό δεκάδραχμον Συρακουσών, περ. 395 π.Χ.

 

Άλλη άποψη ταυτί­ζει τη μορφή με τον οικιστή ήρωα Τάραντα, που ήταν γιος του Πο­σειδώνα. Οι αποικίες στη Σικελία άρχισαν να κόβουν νομίσματα από το β’ μι­σό του 6ου αιώνα π.Χ. Οι Συρα­κούσες, αποικία της Κορίνθου, ήταν η πιο σημαντική πόλη του νησιού με σπουδαία νομισματοκοπία. Η πρόσθια όψη των τετραδράχμων των Συρακουσών φέρει τέθριππο άρμα και Νίκη που υπερίπταται, ενώ την άλλη όψη των κοπών αυτών κοσμεί η κεφαλή της τοπικής νύμφης Αρέθουσας. Οι νομισματικοί τύποι των Συρακουσών επη­ρέασαν και άλλες σικελικές πόλεις, όπως για παράδειγμα τα τετράδραχμα της Μεσσήνης και της Γέλας.

Στη Σικελία εργάσθηκαν πολλοί σημαντικοί χαράκτες σφραγίδων κοπής νομισμάτων. Αυτό είναι εμφανές στα ίδια τα νομίσματα, καθώς ορισμένα που εκδόθηκαν κατά τον ύστερο 5ο και πρώιμο 4ο αιώνα π.Χ. θεωρούνται από τα πιο εντυπωσιακά του αρχαίου κόσμου από άποψη αισθητικής. Επιπλέον, οι ίδιοι οι χαράκτες αρχίζουν να υπογράφουν υπερήφανοι για τα έργα τους από το τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ. και εξής. Συγκριτικά, ανάμεσα στο πλήθος των νομισμάτων που κόπηκαν στους αρχαίους χρόνους και που είναι δυνατόν να θεωρηθούν αριστουργήματα μικροτεχνίας, ελάχιστα είναι εκείνα που αναγράφουν το όνομα του καλλιτέχνη, αφού οι χαράκτες κρατούσαν την ανωνυμία.

Εξαίρετο παράδειγμα της καινοτομίας αυτής βλέπουμε σε ένα δεκάδραχμο των Συρακουσών, στην οπίσθια όψη του οποίου, κάτω από το λαιμό της Αρέθουσας διαβάζουμε το όνομα του φημισμένου χαράκτη Ευαίνετου. Η επίδραση των μεγάλων χαρακτών της Σικελίας διαδόθηκε σε πολλές κοπές περιοχών της μητροπολιτικής Ελλάδας (Θεσσαλία, Αμφίπολη, Ρόδος κ.ά.) και της νότιας Μικράς Ασίας (Λυκία, Κιλικία).

 

Τα νομίσματα των ελληνικών αποικιών στη Μ. Ασία, την Προποντίδα και τον Εύξεινο Πόντο

 

Ο χώρος της Μικράς Ασίας απο­τέλεσε το γενέθλιο λίκνο του νομίσματος κατά τον ύστερο 7ο αι­ώνα π.Χ. και οι εκεί ελληνικές πόλεις παρήγαγαν στο πέρασμα των αιώ­νων μερικά από τα πλέον εξαιρετικά δείγματα νομισματοκοπίας. Τα πρώ­τα νομίσματα κόπηκαν σε ήλεκτρο. Σύντομα η πρακτική αυτή εγκαταλεί­φθηκε κατά τη διάρκεια του 6ου αιώ­να και παγιώθηκε η χρήση του αργύ­ρου, με εξαίρεση τις πόλεις της Κυζίκου, της Λαμψάκου, της Φωκαίας, της Μυτιλήνης και της Χίου που συ­νέχισαν και αργότερα να εκδίδουν νομίσματα ηλέκτρου.

Αργυρό τρετράδραχμον Εφέσου, περ. 370-350 π.Χ.

Η νομισματοκοπία της Εφέσου συν­δέεται με τη λατρεία της Αρτέμιδος, της θεάς που κατεξοχήν λατρευόταν στην πόλη. Η μέλισσα, συχνή απει­κόνιση στην πρόσθια όψη των εφεσιακών νομισμάτων, ήταν σύμβολο της αρχαίας ασιατικής θεότητας της φύσης, την οποία οι Ίωνες ταύτισαν με την Άρτεμη. Έμβλημα της θεάς του κυνηγιού επίσης αποτελεί το ελά­φι, που εικονίζεται συνήθως στην άλ­λη όψη, ενώ ο φοίνικας δηλώνει το δέντρο κάτω από το οποίο σύμφωνα με τον μύθο γεννήθηκε η θεά.

Η ιωνική Φώκαια είναι γνωστή από πρώιμες κοπές της που φέ­ρουν ως εμπροσθότυπο μία φώ­κια, το λαλούν σύμβολον (εικονι­στική απόδοση του ονόματος) της πόλεως. Γρήγορα εξελίχθηκε σε σημαντικό νομισματοκοπείο, όπου για δύο περίπου αιώνες (6ο – 4ος αιώνας π.Χ.) επικράτησε η έκδοση μικρών κερμάτων από ήλεκτρο, ίσων με το 1/6 (έκτη) του στατήρα που φέρει κεφαλή νύμφης. Από τη νομισματική παραγωγή της Φωκαίας αξίζει να μνημονευθεί η περίσταση της εμπορικής σύμπρα­ξης με τη γειτονική Μυτιλήνη, όταν γύρω στα 394-390 π.Χ. απο­φασίστηκε η κοπή νομισμάτων εκ περιτροπής και η από κοινού λήψη μέτρων κατά των παραχαρακτών.

Η Κύζικος, αποικία της Μιλήτου στην Προποντίδα, εξέδιδε επί μακρόν στατήρες και υποδιαιρέσεις από ήλεκτρο. Χαρακτηριστικό εικονογραφικό στοιχείο που συνοδεύει την παράσταση της πρόσθιας πλευράς αποτελεί ο θύννος, το ψάρι γνωστό σήμερα ως τόνος. Συχνά ο τόνος λειτουργεί ως γραμμή εδάφους, όπως για παράδειγμα σε κυζικηνό νόμισμα όπου παριστάνεται Ηρακλής· παρομοίως σε κυζικηνές κοπές που φέρουν κεφαλή Αθηνάς, ο τόνος εμφανίζεται στο σημείο τομής του λαιμού. Η εμβληματική παρουσία του ψαριού αυτού συνδέεται με τη θέση της πόλης που συνιστούσε πέρασμα για αγέλες τόνων και συνακόλουθα καίριο σημείο για την αλίευση και την εμπορία ενός ιδιαίτερα προσοδοφόρου είδους διατροφής.

Η πόλη Ιστρία ή Ίστρος είχε ιδρυ­θεί κοντά στο δέλτα του Δούναβη από Μιλησίους αποίκους γύρω στο 625 π.Χ. Τα νομίσματα της πόλεως φέρουν στην πίσω πλευρά θαλάσ­σιο αετό πάνω σε δελφίνι. Την πρό­σθια όψη των εκδόσεων της Ιστρίας, κοσμούν δυο εκφραστικά ανδρι­κά κεφάλια, τοποθετημένα σε αντί­θετο άξονα: ίσως αποδίδουν τους Διοσκούρους, η λατρεία των οποίων ήταν διαδεδομένη στα παράλια του Ευξείνου. Κατά μια άλλη ερμηνεία οι δυο αντίρροπες κεφαλές συμβολίζουν τα δυο αντίθετα στόμια του Δούναβη, για τον οποίο πιστευόταν για μια περίοδο ότι εξέβαλλε τόσο στη Μαύρη Θάλασσα όσο και στην Αδριατική.

Η Ολβία, άλλη μια μιλησιακή αποικία, ιδρύθηκε γύρω στο 600 π.Χ. σε καίριο σημείο των παραλίων της σημερινής Ουκρανίας. Η πόλη ήταν για αιώνες σημαντικό εμπορικό κέντρο, γεγονός που εναρμο­νίζεται με την ευδαιμονία που υπονοεί το όνομά της. Η νομισματι­κή παραγωγή της Ολβίας παρουσιάζει ιδιοτυπίες. Τον 5ο αιώνα π.Χ. οι Ολβιοπολίτες εξέδωσαν δελφινόσχημα χάλκινα νομίσματα. Έχει προταθεί η σύνδεση του δελφινιού ως συμβόλου με την τοπι­κή λατρεία του Απόλλωνος, αλλά η ερμηνεία της συγκεκριμένης νομισματικής σειράς παραμένει υπό συζήτηση. Κατά τον ύστερο 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. η πόλη επιδόθηκε στην έκδοση χάλκινων χυτών νομισμάτων μεγάλου βάρους, πριν προχωρήσει στην κοπή παιστών νομισμάτων, δηλ. κερμάτων προερχόμενων από χτύπημα μεταξύ σφραγίδων (παιστά).

Άποικοι από τη Μίλητο είχαν ιδρύσει και το Παντικάπαιον στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. Κατέχοντας στρατηγική θέση στη χερσόνησο της Κριμαίας η πόλη αυτή θα ακμάσει στο διάβα των αιώνων. Οι χρυσοί στατήρες του Παντικαπαίου χρονολογούνται από τα μέσα του 4ου αιώνα και αποτελούν έξοχα δείγματα μικρογλυφίας. Στην πρόσθια όψη τους παριστάνεται η κεφαλή του Πάνα, του θεού που ήταν άμεσα συνδεδεμένος με το όνομα της πόλης, ενώ την άλλη πλευρά κοσμεί γρύπας.

 

Τα νομίσματα των βασιλέων: Φίλιππος Β’

 

Αργυρό τετράδραχμον Φιλίππου Β, 355-349 π.Χ.

Μια νέα εποχή στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική δομή του αρχαίου κόσμου σηματοδοτήθηκε με το Φίλιππο Β’, βασιλιά της Μακεδονίας. Από το 359 ως το 336 π.Χ. κατόρθωσε να επεκτείνει τα όρια του κράτους του και να το καταστήσει τη σπουδαιότερη δύναμη στον ελλαδικό χώρο. Έχοντας τον έλεγχο μεταλλείων στη Μακεδονία και τη Θράκη, ιδι­αίτερα τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου στην περιοχή του Παγ­γαίου, ο Φίλιππος ήταν σε θέση να εκδόσει νομίσματα σε μεγαλύ­τερες ποσότητες από ότι όλοι οι προκάτοχοί του και να ξεπεράσει τα έσοδα κάθε ελληνικής πόλης – κράτους, με εξαίρεση ίσως την Αθή­να.

Ο Φίλιππος εξέδωσε νομίσματα και στα τρία μέταλλα, το χρυσό, τον άργυρο και το χαλκό. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του συστήματός του ήταν ότι για τα νομίσματα από πολύ­τιμο μέταλλο ακολουθήθηκαν δυο διαφορετικοί σταθμητικοί κανόνες. Ο άργυρος κοβόταν καθόλη τη δι­άρκεια της βασιλείας του Φιλίππου ακολουθώντας ένα τοπικό σταθμητικό κανόνα, τον οποίο εφάρμοζαν για τις αργυρές νομισματοκοπίες τους το Κοινό των Χαλκιδέων με έδρα την Όλυνθο, η Άκανθος στην ανατολική ακτή της Χαλκιδικής, και η Αμφίπολη κοντά στις εκβολές του Στρυμόνα, όπου το τετράδραχμο είχε θεωρητι­κό βάρος 14,52 γραμ.

 

Αργυρό τετράδραχμον Δημητρίου Πολιορκητή Μακεδονίας (301-295 π.χ.)

Ως εμπροσθότυπος των αργυρών  τετραδράχμων, επιλέχθηκε —για πρώτη φορά στα νομίσματα των βασιλέων της Μακεδονίας— το κεφάλι του Δία. Για την άλλη όψη επιλέχθηκαν δυο τύποι: ο έφιππος άνδρας, που σύμφωνα με κάποιες απόψεις είναι ο ίδιος ο Φίλιππος, και ο νεαρός ιππέας που κρατά κλαδί φοίνικα, και αποτελεί αναφορά στη νίκη του αλόγου του Φιλίππου στην Ολυ­μπιάδα του 356 π.Χ.

Η κοπή του χρυσού άρχισε γύρω στα 345 π.Χ., σύμφωνα με τον αττικό σταθμητικό κανόνα, όπου ο στατήρας είχε θεωρητικό βάρος 8,54 γραμμάρια. Στην πρόσθια όψη των στατήρων απεικονίζεται το κεφάλι του θεού Απόλλωνα, ενώ η παράσταση της πίσω πλευράς, ένα άρμα που το σέρνουν δυο άλογα, σχετίζεται με ανάλογη νίκη του Φιλίππου στους Ολυμπιακούς αγώνες.

Νομίσματα με τους τύπους και το όνομα του Φιλίππου συνέχισαν να εκδίδονται και μετά το θάνατό του το 336 π.Χ. και κυκλοφόρη­σαν ευρέως στον ελλαδικό χώρο, τη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια. Οι χρυσοί στατήρες και τα αργυρά τετράδραχμα, που διείσδυσαν στην Ευρώπη μέσω των Βαλ­κανίων, έγιναν σταδιακά αντικείμενο μίμησης από τους κελτικούς λαούς κατά μήκος του Δούναβη και οι απομιμήσεις αυτές επηρέα­σαν με τη σειρά τους τα νομίσματα της Γαλατίας και της Βρετανίας κατά τον 1ο αιώνα π.Χ.

 

Μέγας Αλέξανδρος

 

Ο Μέγας Αλέξανδρος βασίλεψε από το 336 ως το 323 π.Χ. Συνέχισε το έργο του πατέρα του Φιλίππου Β’ και δημιούργησε μια τεράστια αυτοκρατο­ρία, που εκτεινόταν από τη Μακεδονία μέχρι τα βάθη της Ανατολής. Η ρευστοποίηση μέρους από τα αμύθητα πλούτη των Αχαιμενιδών, που περιήλθαν στην κατοχή του, επέφερε σημαντικές αλλαγές στις οικονομικές συνήθειες του ελληνικού κόσμου.

Ο Αλέξανδρος εφάρμοσε ενιαία νομισματική πολιτική στο αχανές κράτος. Επέβαλε την έκδοση των ίδιων τύπων από πολλά συγχρόνως νομισματοκοπεία ενώ για τα νομίσματά του σε ευγενή μέταλλα ακολούθησε τον αθη­ναϊκό σταθμητικό κανόνα που ήταν ευρύτατα αποδεκτός την εποχή εκείνη. Εντυπωσιακές ποσότητες αργυρών και χρυσών αλεξάνδρειων κοπών κατέκλυσαν τις αγορές της Ανατολικής Μεσογείου, και σε αυτό συνέβαλε και η επιστροφή των παλαιμάχων και των μισθοφόρων του Αλεξάνδρου στις πατρίδες τους.

 

Αργυρό τετράδραχμον Αλεξάνδρου Γ΄, 323-320 π.Χ. (μεταθανάτια κοπή).

 

Στην πρόσθια όψη των χρυσών στατήρων, απεικονίζεται η κεφαλή της θεάς Αθηνάς με κορινθιακό κράνος, πιθανόν εμπνευσμένη από το κολοσσιαίο χάλκινο άγαλμα της Αθηνάς Προμάχου του Φειδία στην Ακρόπολη. Η οπίσθια όψη αυτών των νομισμάτων φέρει την καθαρά συμβολική παράσταση της Νίκης και προβάλει την ιδέα ότι η Νίκη αποτελεί μια από τις ιδιότητες του Μακεδόνα βασιλιά.

Το κεφάλι του Ηρακλή, μυθικού προγόνου του βασιλικού οίκου της Μακεδονίας, επιλέγεται ως εμπροσθότυπος των αργυρών και χάλ­κινων κοπών. Ο Δίας καθισμένος σε θρόνο να κρατά αετό και σκή­πτρο απεικονίζεται στις αργυρές κοπές, όπως τετράδραχμα, δραχ­μές αλλά και δεκάδραχμα. Οι συγκεκριμένοι τύποι είχαν γενική παραδοχή από τους Έλληνες. Ταυτόχρονα ήταν αποδεκτοί και από τους λαούς της Ανατολής οι οποίοι έβλεπαν σε αυτούς τους δικούς τους θεούς, όπως τον Βάαλ στη μορφή του Διός και τον Μελκάρτ ή τον Γκιλγκαμές στο πρόσωπο του Ηρακλή.

Νομίσματα με τους τύπους και το όνομα του Αλεξάνδρου συνέχισαν να παράγονται και να κυκλοφορούν μετά το θάνατο του βασιλιά από τους Διαδόχους, τους Επιγόνους και πολλές πόλεις μέχρι και το 2ο αιώνα π.Χ. Ενδεικτικό της αποδοχής των αργυρών νομισμάτων του είναι το γεγονός ότι πλήθος απομιμήσεών τους εκδόθηκαν από διάφορους λαούς και ηγεμόνες στις παρυφές του ελληνιστικού κόσμου.

 

Συμμαχικά και Κοινά νομίσματα

 

Στη διάρκεια της ελληνικής αρχαιότητας συνάφθηκαν διάφορες στρατιωτικές συμμαχίες πόλεων ή εθνών, προ­κειμένου να αντιμετωπίσουν συλλογικά ένα προβλεπόμενο κίνδυνο (π.χ. Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία) ή να απαλλαγούν από άλλης μορφής υποτέλεια, όπως η αθηναϊκή ηγεμονία, που προά­σπιζε τα αθηναϊκά κυρίως συμφέροντα με δυσβάστακτο για τους λοιπούς Έλληνες τρόπο. Σε ορισμένες περιπτώσεις το κοινό νόμι­σμα αποτελούσε μέρος της ενιαίας τακτικής της συμμαχίας. Επίσης ιδρύθηκαν Συμπολιτείες και Κοινά, πολιτικό-στρατιωτικές και πολιτειακές ενώσεις των πόλεων σε διάφορες περιοχές, που μεταξύ των άλλων κοινής αποδοχής δεσμεύσεων, ήταν η έκδοση κοινού νομίσματος. Οι κοπές αυτές χαρακτηρίζονταν από περιορι­σμένη και τοπική κυκλοφορία.

Ευβοϊκή Συμπολιτεία. Συστάθηκε και ανέπτυξε τοπικό ρόλο τον 4ο αιώνα π.Χ. Καταρχάς υπό την επιρροή της Θήβας εντάχθηκε στο μέτωπο εναντίον των Αθηναίων και στη συνέχεια, σε ρήξη πλέον με τη Θήβα, οδηγήθη­κε σε προσωρινή προσέγγιση με την Αθήνα. Οι νομισματικές εκδόσεις της Ευβοϊκής Συμπολιτείας έχουν ως κύριες παραστάσεις την κεφαλή της νύμφης Εύβοιας και το μοσχάρι, το οποίο αποτελούσε τη σπουδαιότερη πηγή πλούτου του τόπου, καθιστό ή όρθιο. Οι παραστά­σεις αυτές εναλλάσσονται στις δύο όψεις των νομισμά­των, ενώ το βάρος τους ακολουθεί αρχικά τον αιγινιτικό, στη συνέχεια τον αττικό σταθμητικό κανόνα, ανάλογα με τη σφαίρα επιρροής στην οποία βρισκόταν η Συμπολιτεία.

Κοινόν των Βοιωτών. Υπήρχε ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ. Η περίοδος της μεγαλύτερης ανάπτυξης του συμπίπτει με κείνη της θηβαϊκής ηγεμονίας, 378-362 π.Χ. Στην πρόσθια όψη των στατήρων κυριαρχεί η παράσταση της βοιωτικής ασπίδας, το εθνικό έμβλημα των Βοιωτών. Στην άλλη συνα­ντάται ποικιλία παραστάσεων, συνήθως αυτή του κρατήρα.

Δελφική Αμφικτυονία. (336/5-334 π.Χ.) Ο θρησκευτικός αυτός οργανισμός περιελάμβανε δώδεκα αντιπροσώπους ελληνικών πό­λεων, που ανέλαβαν την ευθύνη του ιερού για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, αμέσως μετά το θάνατο του Φιλίππου Β’ της Μακεδο­νίας. Εξέδωσε ξεχωριστής ποιότητας αργυρά νομίσματα, στατήρες και δραχμές. Η κεφαλή της Δήμητρας, πεπλοφόρου και με στεφάνι από στάχυα, εικονίζεται στην πρόσθια όψη των στατήρων ενώ στην άλλη, ο Απόλλων, η κυρίαρχη θεότητα των Δελφών, καθισμένος στον ομφαλό της γης, στηρίζεται στη λύρα του.

Αργυρό τριώβολον Αιτωλών, 323-300/290 π.Χ.

Κοινόν των Αιτωλών. Τέλη 4ου – μέ­σα 2ου αιώνα π.Χ. Απέκτησε αξιόλο­γη υπόσταση και δράση κυρίως ύστε­ρα από την ανάδειξη των Αιτωλών σε υπολογίσιμη πολιτική δύναμη της κεν­τρικής Ελλάδας τον 3ο αιώνα π.Χ. Από τις νομισματικές εκδόσεις της Αιτωλικής Συμπολιτείας, τα τριώβολα (ημίδραχμα) κόπηκαν σε εξαιρετικά μεγάλες ποσότητες ιδίως στις τελευ­ταίες δεκαετίες της ύπαρξής της, εξυπηρετώντας την κάλυψη ασταμά­τητων στρατιωτικών αναγκών. Στην πρόσθια όψη τους απεικονίζεται το κεφάλι της Αταλάντης με καυσία (κά­λυμμα κεφαλιού) και στην άλλη ο Κα­λυδώνιος κάπρος που τρέχει προς τα δεξιά. Στο κυνήγι του άγριου αυ­τού ζώου πρωταγωνίστησε η μυθική ηρωίδα Αταλάντη με τα βέλη της, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, που αποδόθηκε και στις παραστά­σεις των νομισμάτων.

Κοινόν των Ακαρνάνων. Έδρασε από τον 4ο αι. π.Χ. μέχρι το 167 π.Χ., ως αντίποδας του Κοινού των Αιτωλών, ασθενέστερος αλλά υπολογίσιμος. Στην πρόσθια όψη των στατήρων, που εξέδω­σε το Κοινό, κυριαρχεί η παράσταση του ανθρωπόμορφου ταύρου, προσωποποίηση του ποτάμιου θεού Αχελώου. Η προάσπιση του ποταμού, πηγής ζωής και ανάπτυξης της Ακαρνανίας, και της δια­τήρησης του ελέγχου του ως φυσικού συνόρου, υπήρ­ξε η πρωταρχική μέριμνα των Ακαρνάνων, στον συνε­χή ανταγωνισμό τους με τους Αιτωλούς. Στην οπίσθια όψη των στατήρων εικονίζεται καθιστός ο Απόλλων Άκτιος.

Κοινόν Ηπειρωτών (234/3-168 π.Χ.) Η δράση του συμπίπτει με τα κρίσιμα χρόνια της ιδιόμορφης και καταλυτικής εμφάνισης των Ρωμαίων στον ελλαδικό χώρο, 234/3-168 π.Χ. Η νομισματοκοπία του Κοινού, στατήρες και δραχμές κυρίως, αναπτύσσεται στις τε­λευταίες δεκαετίες του, ξεκινώντας πριν από το 180 π.Χ., ενώ τη μεγαλύτερη ακμή της παρουσιάζει το τελευταίο διάστημα, ειδικά τις παραμονές της τελικής αναμέτρησης με τους Ρωμαίους, το 168 π.Χ., που επεφύλασσε το βάναυσο τέλος της Ηπείρου. Οι συ­ζευγμένες κεφαλές του Δωδωναίου Δία με στεφάνι από φύλλα δρυός και της νύμφης Διώνης, στην πρόσθια όψη των στατήρων, θυμίζουν τη σύνθεση στα νομίσματα της Πτολεμαϊκής δυναστείας. Σε μια σύγχρονη περίπου πτολεμαϊκή κοπή εικονίζονται ενωμένες οι κεφαλές του Σαράπιδος και της Ίσιδος. Στην οπίσθια όψη απο­δίδεται επιτιθέμενος ταύρος, μέσα σε στεφάνι δρυός.

Κοινόν των Θεσσαλών. Ιδρύθηκε τον 2ο αιώνα π.Χ. και λειτούρ­γησε υπό ρωμαϊκή κηδεμονία μέχρι την εποχή του Αυγούστου. Στην πλούσια νομισματοκοπία του δεσπόζουν οι αργυροί στατή­ρες, με την κεφαλή του δαφνοστεφανωμένου Δία στην πρόσθια όψη και στην άλλη τον αγαλματικό τύπο της Αθηνάς Ιτωνίας.

Αχαϊκή Συμπολιτεία (τέλη 3ου-2ος αι­ώνας π.Χ.). Μια από τις σπουδαιότερες συμμαχίες της ελληνιστικής περιόδου, συγκροτήθηκε προς τα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. και σύντομα ήλεγχε πολιτικά όλη την Πελοπόννησο. Μετά τις πρώτες εκδόσεις αργυρών τριωβόλων (ημιδράχμων) που είχαν κοινούς τύπους, κεφαλή Δία δαφνοστεφανωμένου στην εμπρό­σθια όψη και στην άλλη το μονόγραμμα ΑΧ της συμμαχίας μέσα σε στεφάνι, οι πόλεις-μέλη χάραξαν ενδεικτικά σύμβο­λα και μονογραφήματα, που δήλωναν την ταυτότητά τους. Τα νομίσματα αυτά χρησίμευαν για την πληρωμή του σιτηρέσιου των στρατιωτών αλλά και για άλλες συν­αλλαγές, όπως οι εμπορικές.

 

Τεχνική κατασκευής      

 

Οι σφραγίδες μήτρες ήταν κατασκευασμένες από ορείχαλκο, σίδηρο ή μπρούντζο. Μια μήτρα μπορούσε να παράγει από 10.000 έως 30.000 νομίσματα. Ειδικοί τεχνίτες χάρασσαν τις μή­τρες για την τύπωση των νομισμάτων.

Η κατασκευή του αρχαίου νομίσματος γινόταν σε ειδικά κρατικά εργαστήρια, τα νομισματοκοπεία. Οι μεγαλύτερες πόλεις διέθεταν οργανωμένες εγκαταστάσεις. Στην ανασκαφή της αρχαίας Αγο­ράς της Αθήνας εντοπίστηκε και νομισματοκοπείο, που λειτουρ­γούσε από τα τέλη του 5ου αιώνα έως και τα χρόνια του Αυγούστου (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.).

 

Σφραγίδα - μήτρα με την παράσταση της γλαύκας και τα σύμβολα της πόλης των Αθηνών για την αποτύπωση παράστασης στο νόμισμα.

 

Η τεχνική κατασκευής ξεκινούσε με τον καθαρισμό και με το λιώ­σιμο του μετάλλου. Όταν το μέταλλο με τη θέρμανση αποκτούσε υγρή μορφή το έχυναν σε καλούπια για να πάρει κυκλικό σχήμα, ή σχημάτιζαν ράβδους από τις οποίες έκοβαν κυκλικές πλάκες. Οι κυκλικές αυτές πλάκες μετάλλου, ακόμα και σήμερα, ονομάζονται πέταλα. Η αποτύπωση των παραστάσεων γινόταν με την τοποθέτη­ση των πετάλων ανάμεσα σε δυο σφραγίδες-μήτρες. Με την πίεση που προκαλούσε το χτύπημα ενός σφυριού στις σφραγίδες οι παρα­στάσεις αποτυπωνόταν στο πέταλο. Όταν το «πέταλο» ήταν παχύ, συνήθως θερμαινόταν πριν να χτυπηθεί. Η τεχνική αυτή κατασκευής νομισμάτων χρησιμοποιήθηκε έως και το 17ο αιώνα, οπότε γενικεύ­τηκε η χρήση των μηχανών.

Η πλειονότητα των αρχαίων πόλεων έκοψε αργυρά νομίσματα. Χρυσά νομίσματα κόπηκαν σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ή σε μεγα­λύτερο αριθμό από πόλεις που διέθεταν την πρώτη ύλη. Η χρήση τους γενικεύτηκε με το Φίλιππο Β’ και το γιο του Αλέξανδρο. Χαλκός χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά τον 4ο αιώνα, κυρίως για τις υποδιαιρέσεις κατώτερης αξίας. Καθοριστικός παράγοντας για την επιλογή του μετάλλου των νομισμάτων ήταν η ύπαρξη μεταλλευμά­των σε κάθε περιοχή. Δεν είναι πάντα γνωστό από που προμηθευ­όταν η κάθε πόλη μέταλλο για τα νομίσματά της. Η Αθήνα έπαιρνε άργυρο από το κοντινό της Λαύριο.

Τα αρχαία ελληνικά νομίσματα ήταν αποκλειστικά χρηστικά αντικείμενα. Οι Έλληνες όμως φρόντιζαν πολύ για την τελειότητα της κατασκευής τους και απέδωσαν καλλιτεχνικά τις παραστάσεις. Κάποιες φορές οι χαράκτες έγραφαν το όνομά τους επάνω στα νομίσματα.

 

Χρήση και κυκλοφορία του νομίσματος στον αρχαίο ελληνικό κόσμο

 

Η χρήση των νομισμάτων στις συναλλαγές και τις πληρωμές δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., τα καθιέρωσε σταδιακά ως την επικρατέστερη μορφή χρήματος στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Πόλεις – κράτη και ηγεμόνες εξέδωσαν τα δικά τους νομίσματα για να εδραιώσουν την αυτονομία τους, για να διευκολύνουν τις οικονομικές συναλλαγές τους και για να επω­φεληθούν από την ίδια τη διαδικασία της κοπής, κερδίζοντας σε μέ­ταλλο.

Ο αργυρός στατήρας, όπως προσδιοριζόταν στον κάθε σταθμητικό κανόνα, και το τετράδραχμο ήταν τα βασικά νομίσματα για κρατικές συναλλαγές ή για μεγάλης κλίμακας πληρωμές. Αντίθετα, για τις κα­θημερινές συναλλαγές χρησιμοποιούνταν οι μικρότερες αργυρές υποδιαιρέσεις, οι οποίες όμως δεν ήταν ιδιαίτερα πρακτικές λόγω του μικρού μεγέθους τους. Αυτό οδήγησε, ήδη από το β’ μισό του 5ου αιώνα π.Χ., στη σταδιακή αντικατάστασή τους από μεγαλύτερου μεγέθους νομίσματα σε χαλκό, αρκετά πιο φθηνό μέταλλο από τον άργυρο.

Για την έκδοση νομισμάτων σε πολύτιμο μέταλλο χρησιμο­ποιήθηκε, εκτός από τον άργυρο και το χαλκό, ο ήλεκτρος και ο χρυσός. Κατά κανόνα, η κοπή χρυσών νομισμάτων στον Ελλαδικό χώρο είναι σπάνια μέχρι και τα μέσα περίπου του 4ου αιώνα π.Χ., επειδή η αξία του χρυσού ήταν πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με τον άργυρο. Για αυτό το λόγο φυλασσόταν για περιόδους ανάγκης ή για σημαντικές πληρωμές.

Συνήθως τα ελληνικά κράτη επέβαλλαν τη χρήση των εκδόσεών τους μέσα στην εδαφική περιοχή τους, χωρίς να αποκλείουν ανα­γκαστικά την κυκλοφορία κοπών άλλων εκδοτριών αρχών, και ενίο­τε έπαιρναν άμεσα μέτρα για να το πετύχουν. Σε πολλές περιπτώσεις η νομισματική παραγωγή δεν ήταν συστη­ματική και μεταξύ των εκδόσεων μεσολαβούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ο αριθμός των νομισμάτων που εκδίδονταν είχε άμεση σχέση με τα μέταλλα που διέθεταν οι εκδίδουσες αρχές και το εύ­ρος των κερματικών συναλλαγών. Από τη διοχέτευσή τους στην αγορά, μέσω διαφόρων κρατικών πληρωμών, και της ανακύκλωσής τους, μέσω της κάθε είδους φορολογίας, παρεμβαλλόταν η κυκλο­φορία τους.

Χρήσιμες πληροφορίες για τη νομισματική κυκλοφορία αλλά και την οικονομία των διαφόρων περιοχών του ελληνικού κόσμου πα­ρέχουν τα νομίσματα, που ανακαλύπτονται τυχαία ή κατά τη διάρ­κεια των ανασκαφών, μεμονωμένα ή ως θησαυροί. Ιδιαίτερα οι θησαυροί, τα νομίσματα δηλαδή που αποκρύφθηκαν ή απωλέσθηκαν ως σύνολα στο παρελθόν, αποτελούν σημαντική πηγή και για τη χρονολόγηση των νομισμάτων.

 

«Θησαυρός» Από την Ακρόπολη Αθηνών, 1886

 

Ο «θησαυρός» από 62 αργυρά νομίσματα ήρθε στο φως κατά τη διάρκεια των ανασκαφών του 1886 στο βράχο της Ακρόπολης. Βρέθηκε κοντά στο Ερέχθειο, σε στρώμα που συμπεριλάμβανε μαρμάρινες αναθηματικές κόρες, κομμάτια επιγραφών και πήλινα αντικείμενα. Πρόκειται για το στρώμα καταστροφής, που σχετίζεται με την πυρκαγιά που προκάλεσαν οι Πέρσες στα μνημεία του ιερού βράχου, όταν κατέλαβαν την Αθήνα το 480 π.Χ. Το εύρημα περιλαμβάνει μόνον αθηναϊκές κοπές. Ένα τμήμα του είναι οι μικρές υποδιαιρέσεις, όπως οβολοί με τον τύπο του τρο­χού, που ανήκουν στα χρόνια της διακυβέρνησης της πόλης από την οικογένεια των Πεισιστρατιδών (560-510 π.Χ.).

Τα περισσό­τερα όμως νομίσματα είναι πρώιμες γλαύκες, δηλαδή τετράδραχμα με την κεφαλή της Αθηνάς στην πρόσθια όψη και τη γλαύκα στην άλλη. Το κακότεχνο της κατασκευής των συγκεκριμένων νομι­σμάτων πιθανόν να οφείλεται στη μαζική παραγωγή τους που χρονολογείται τη δεκαετία του 480 π.Χ., λίγα χρόνια πριν την εισβολή των Περσών. Την περίοδο αυτή οι Αθηναίοι εξέδωσαν μεγάλη ποσότητα νομισμάτων για να ναυπηγήσουν και να συντηρήσουν ισχυρό στόλο από τριήρεις.

Ο «θησαυρός» ίσως να ήταν μια προσφορά σε κάποιο από τα ιερά της Ακρόπολης. Η έκφραση ευλάβειας προς το θείο συχνά συν­δέθηκε με την εξαγορά της ευμένειας του θεού με την προσφορά υλικών αγαθών, με αποτέλεσμα στα ιερά να συγκεντρώνονται πλούσια αναθήματα. Η συγκέντρωση μεγάλου πλούτου από τα ιερά είχε σαν επακόλουθο την ανάπτυξη έντονης οικονομικής δραστη­ριότητας σε αυτούς τους χώρους, όπως για παράδειγμα την κατάθεση χρημάτων προς φύλαξη αλλά και τη λήψη δανείων.

 

«Θησαυρός» Από την Όλυνθο Χαλκιδικής, 1931

  

Ο «θησαυρός» εντοπίστηκε σε οικία της Ολύνθου στη Χαλκιδική κατά τη διάρκεια εκτεταμένων ανασκαφών στον αρχαίο οικισμό. Αποτελείται από 34 αργυρά νομίσματα, από τα οποία 33 είναι τετράδραχμα της Χαλκιδικής Συμμαχίας και ένα τετράδραχμο της Ακάνθου, πόλης στην ανατολική Χαλκιδική.

Πρόκειται για ένα ποσό 136 δραχμών, αρκετά σημαντικό αν αναλογιστούμε ότι την εποχή αυτή η τιμή πώλησης ενός ακινήτου ξεκινούσε από τις 280 δραχμές. Η Όλυνθος ήταν η πρωτεύουσα της Χαλκιδικής Συμμαχίας, η οποία από τα τέλη του 5ου και το πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ., αποτέλεσε ι­σχυρή πολιτική, στρατι­ωτική και οικονομική δύ­ναμη στο βορειοελλαδι­κό χώρο. Η σπουδαιότη­τα της Συμμαχίας αντα­νακλάται και στην πλού­σια νομισματική της πα­ραγωγή. Η δαφνοστεφανωμένη κεφαλή του Απόλ­λωνα στην πρόσθια και η κιθάρα του θεού στην οπίσθια όψη των νομισμάτων των Χαλκιδέων, θεωρούνται από τις αριστοτεχνικότερες παραστάσεις της αρχαίας σφραγιστικής. Οι Χαλκιδείς αντιστάθηκαν με σθένος στα σχέδια του Φίλιππου Β’, βασιλιά της Μακεδονίας, για επέκταση του βασιλείου του.

Η Συμμαχία διαλύθηκε το 348 π.Χ., όταν ο μακε­δόνας βασιλιάς κατέλαβε ύστερα από πολιορκία την Όλυνθο και σε επίδειξη ισχύος κατέστρεψε την πόλη και εξανδραπόδισε τους κατοίκους της. Με αυτό το γεγονός πολύ πιθανόν να συνδέεται και η απόκρυψη του «θησαυρού». Ο κάτοχος των νομισμάτων απέκρυ­ψε στο μαγειρείο της οικίας του ό,τι πιο πολύτιμο είχε στα χέρια του, με την προσδοκία μετά την πάροδο του κινδύνου να αναζητή­σει το «θησαυρό» του.

 

«Θησαυρός» Από την Αρχαία Κόρινθο, 1930

 

Ο «θησαυρός» βρέθηκε σε μια κοιλότητα του εδάφους κάτω από το δάπεδο της βόρειας στοάς στην Αγορά της αρχαίας Κορίνθου. Αποτελείται από ένα χρυσό περιδέραιο και 51 χρυσούς στατήρες — 41 του Φιλίππου Β’ και 10 του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τα νομί­σματα του Φιλίππου προέρχονται από τα νομισματοκοπεία της Πέλ­λας και της Αμφίπολης, ενώ του Αλεξάνδρου από τα νομισματοκο­πεία της Αμφίπολης, της Μιλήτου, της Ταρσού, της Σαλαμίνας στην Κύπρο και της Σιδώνας.

 

Χρυσοί στατήρες Φιλίππου Β΄ και Αλεξάνδρου Γ΄ από το θησαυρό της Αρχαίας Κορίνθου.

 

Η ανεύρεση εκδόσεων των μακεδόνων βασιλέων στην Κόρινθο πιθανόν να σχετίζεται με την παρουσία των μακεδονικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο μετά το 338 π.Χ. και την εγκατά­σταση φρουράς για τον έλεγχο του Ισθμού. Ο «θησαυρός» πρέπει να αποκρύφθηκε μετά το 330 π.Χ., όταν ο Αλέξανδρος είχε πλέον καταλύσει την Περσική αυτοκρατορία και επέκτεινε τα όρια του κρά­τους του προς τα βάθη της Ανατολής. Εκείνη την εποχή καθιερώθηκε η συστηματική έκδοση και η ευρύ­τερη χρήση του χρυσού νομίσματος στον ελληνικό κόσμο.

Η έντονη εκμετάλλευση των μεταλλείων χρυ­σού στη Μακεδονία από τον Φίλιππο Β’ και η πρόσ­βαση του Αλεξάνδρου στα πλούσια αποθέματα της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών επέτρεψε την κοπή χρυσών νομισμάτων σε μεγάλες ποσότητες που κατέ­κλυσαν τις αγορές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μει­ωθεί η αναλογία του χρυσού προς τον άργυρο από 1:13 σε 1:10. Έτσι, ο κάθε χρυσός στατήρας του «αντιστοιχούσε σε 20 αργυρές δραχμές, όσο περίπου ήταν ο μηνιαίος μισθός ενός πεζού στρατιώτη.

 

«Θησαυρός» από τη Μύρινα Καρδίτσας, 1970

 

Ο «θησαυρός», τυχαίο εύρημα που εντοπίσθηκε μέσα σε μελαμβαφή όλπη, αποτελείται από 149 στατήρες Αίγινας. Απ’ αυτούς οι 131 έχουν την παράσταση της θαλάσσιας χελώνας, και τοποθετούνται χρονολογικά στον πρώιμο 5ο αιώνα π.Χ. Οι υπόλοιποι 18 στατήρες ανήκουν στον τύπο της χερσαίας χελώνας, που υιοθετήθηκε μετά την απώλεια της ανεξαρτησίας του νησιού, το 457 π.Χ.

Η απόκρυψη του «θησαυρού» χρονολογείται γύρω στο 440 π.Χ. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα υστερόσημα, σφραγίσματα μεταγενέστερα με τα οποία επαναφέρει στην κυκλοφορία τα κέρματα η ίδια εκδίδουσα αρχή ή κάποια άλλη, επίσημη ή όχι, και συναντώνται τόσο στους πρώιμους όσο και στους οψιμό­τερους στατήρες του «θησαυρού».

Φαίνεται πως σχετίζονται με τη σταδιακή έλλειψη αυτού του είδους νομισμάτων από τις συναλλαγές, που με τη σειρά της οφείλεται στην κάμψη της νομισματικής παραγωγής της Αίγινας. Πάντως στην περιοχή της Θεσσαλίας, μολονότι είχαν ήδη κυκλοφορήσει οι πρώτες τοπικές αργυρές κοπές, ακολουθώντας και αυτές τον αιγινητικό νομισματικό σταθμητικό κανόνα, η επίμονη προτίμηση του νομίσματος της Αίγινας στις συναλλαγές και τους αποθησαυρισμούς απηχεί τον διεθνή χαρακτήρα του. 

 

Νομίσματα από το Κωρύκειον Άντρον

 

Το Κωρύκειον Άντρον στις πλαγιές του Παρνασσού, όχι μακριά από το πανελλήνιο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς, υπήρξε στην αρχαιότητα τό­πος λατρείας του Πάνα και των Νυμφών. Οι ανασκαφές στο εσωτερικό του σπη­λαίου αποκάλυψαν πλήθος τεχνουργη­μάτων, όπως πήλινα ειδώλια, αγαλματί­δια, αγγεία και νομίσματα, κατάλοιπα της λατρευτικής δραστηριότητας στο ιερό. Τα περισσότερα από τα εκατό νομίσματα που περισυλλέγησαν, είναι χάλκινα και χρονολογούνται στον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ. Τα 2/5 των νομισμάτων εκδόθηκαν από νομισματοκοπεία γειτονικά με το Κω­ρύκειον Αντρον, όπως των Φωκέων, των Λοκρών και των Αιτωλών.

Τα υπόλοιπα προέρχονται από περισ­σότερο απομακρυσμένες περιοχές, όπως τη Θεσσαλία, την Ατ­τική, την Πελοπόννησο, την Κέρκυρα, τη Λευκάδα, τη Μακεδονία και τη Μ. Ασία. Τα νομισματικά ευρήματα μαρτυρούν για την ποι­κίλη προέλευση των προσκυνητών του ιερού. Η καθιέρωση των χάλκινων νομισμάτων στο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κόσμου από τον 4ο αιώνα π.Χ. έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καθη­μερινή ζωή καθώς αποσκοπούσε στη διευκόλυνση των συναλλα­γών τοπικού χαρακτήρα και στην εξοικονόμηση πολύτιμου μετάλλου με την αντικατάσταση αργυρών κοπών. Σε αντίθεση με τα νομίσματα από ευγενή μέταλλα, οι χάλκινες κοπές χρησι­μοποιούνταν από όλα τα κοινωνικά στρώματα, και κυρίως από όσους συμμετείχαν στις πανηγύρεις, τις αγορές, τα δικα­στήρια, τους ταξιδιώτες. Συνεπώς, η κυκλοφορία και η γεω­γραφική εξάπλωση του χάλκινου νομίσματος είναι περισσότερο αντιπροσωπευτική της διακίνησης των ανθρώπων.       

                                                                                                   

Ιδεολογία και συμβολισμός

 

Τα νομίσματα ήταν αντικείμενα ευρείας χρήσης. Στην επιφάνειά τους αποτυπώνονταν θέματα χαρακτηριστικά της πόλης και εύκο­λα αναγνωρίσιμα από τους πολίτες. Με αυτή την έννοια, στην παρά­σταση και στην επιγραφή των νομισμάτων, συμπυκνώνονταν τα σύμ­βολα της κάθε ανεξάρτητης πόλης – κράτους και αργότερα του κάθε ηγεμόνα.

Μυθολογικές παραστάσεις και Θεοί

Αργυρός στατήρ Κορίνθου, περ. 340-325 π.χ.

Στα νομίσματα των πόλεων απεικονίζονται θέματα από την αρχαία ελληνική μυθολογία και τη θρησκεία. Πρόκειται για μύθους που τις περισσότερες φορές αφορούν στην τοπική ιστορία της πόλης (καταγωγή, τοπικοί ήρωες, προέλευση του ονόματος, ιδρυτές), κάνοντας έτσι και τα νομίσματα περισσότερο ανα­γνωρίσιμα. Το φτερωτό άλογο Πήγασος, ξεπήδησε από τη Μέδουσα Γοργώ, όταν την αποκεφάλισε ο Περσέας. Η Αθηνά Χαλινίτις, έδωσε στο μυθικό ήρωα Βελλερεφόντη τα χαλινάρια για να τον δαμάσει στην Κόρινθο, δίπλα στην πηγή Πειρήνη, σύμφωνα με το μύθο. Το δίπτυχο Πήγασος-Αθηνά είναι ο κύριος τύπος των κορινθιακών νομισμάτων από τον 6ο αιώνα π.Χ. έως το τέλος της κορινθιακής νομισματοκοπίας τον 3ο αιώνα μ.Χ.

Χλωρίδα – Πανίδα

Από τις πιο αγαπητές νομισματικές παραστάσεις είναι αυτές που προέρχονται από το βασίλειο των ζώων και των φυτών. Τις περισσό­τερες φορές επιλέχθηκαν γιατί ήταν τα κύρια προϊόντα μιας πόλης ή γιατί συνδέονταν με το όνομά της. Ζώα της ξηράς και της θάλασσας, αμφίβια και ερπετά, πτηνά και έντομα, δέντρα, φύλλα, καρποί, φρού­τα και κάθε λογής φυτά, κοσμούν νομίσματα διαφόρων πόλεων.

Στα τετράδραχμα της Εφέσου, η μέλισσα συνδέεται με τη λατρεία της Αρτέμιδος, αφού οι ιέρειές της ήταν γνωστές ως «μέλισσαι». Σταθερός νομισματικός τύπος της Κυρήνης υπήρξε η παράσταση του φυτού σιλφίου, χάρη στο εμπόριο του οποίου η πόλη όφειλε την πλεονεκτική της θέση ανάμεσα στις ελληνικές αποικίες της Αφρικής.

Το σίλφιον δεν υπάρχει πια ως φυτικό είδος και παραδίδεται από τους αρχαίους συγγραφείς Θεόφραστο και Διοσκουρίδη ως φάρ­μακο για όλες τις ασθένειες. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι στην εποχή του βρέθηκε μόνο ένα φυτό σιλφίου, το οποίο πρόσφεραν στον αυτοκράτορα Νέρωνα ως το τελευταίο δείγμα αυτού του πασίγνωστου τότε είδους. Το σέλινο που αποδίδεται φυσιοκρατικά, στην πρό­σθια όψη των αργυρών αλλά και των χάλκινων νομισμάτων του Σελινούντος στη Σικελία, λειτουργούσε και ως «λαλούν σύμβολο» της πόλης. Η παράσταση του φυτού με την ίδια ονομασία με την πόλη, κάνει άμεσα ανα­γνωρίσιμο το νόμισμα και αυτή είναι μια πρακτική που ακολού­θησαν πολλές πόλεις.

 Γλυπτά

Πολλές φορές στα νομίσματα απεικονίστηκαν γλυπτά έργα που ήταν ονομαστά στην αρχαιότητα και η φήμη τους διατηρήθηκε με το πέρασμα του χρόνου. Οι χαράκτες της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής απέφυγαν, κατά κανόνα, να αντιγράψουν σύγχρονα γλυπτά έργα και προτίμησαν να διατηρήσουν μια αυτονομία στην τέχνη τους. Οι χαράκτες όμως της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής εποχής πολύ συχνά αντέγραψαν έργα της κλασικής εποχής, αποτυπώνοντας το μεγαλείο της δημιουργίας των προκατόχων τους.

 

Αργυρή δραχμή Επιδαύρου (πρώτο τέταρτο 3ου αιώνα π.χ.)

 

Τα νομίσματα αυτά έγιναν έτσι πολύτιμοι μάρτυρες για έργα που δεν σώζονται και βοήθησαν στην αναπαράστασή τους από τη νεώτερη έρευνα. Στα νομίσματα της Επιδαύρου, απεικονίζεται ο τύπος του χρυσελε­φάντινου αγάλματος του Ασκληπιού, θεού της ιατρικής, καθιστού με σκήπτρο και φίδι. Βρισκόταν στην Επίδαυρο, έδρα της λατρείας του Ασκληπιού και ήταν φημισμένο έργο του γλύπτη Θρασυμήδη από την Πάρο. Πρόκειται για σπάνια περίπτωση κατά την οποία το νόμισμα και το γλυπτό ανήκουν στην ίδια εποχή.

 

Πορτραίτα

Οι ηγεμόνες των ελληνιστικών βασιλείων τόλμησαν να απεικονί­σουν τα πορτραίτα τους στα νομίσματά τους, μια συνήθεια που είχαν ξεκινήσει ήδη από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. οι σατράπες της υπό περσική κατοχή Ανατολής. Αυτή η τακτική, που στα ρωμαϊ­κά χρόνια έγινε κανόνας, εξυπηρετούσε διάφορους σκοπούς.

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά με τα οποία επέλεγε να αποδοθεί ο κάθε ηγεμόνας, δηλαδή το διάδημα, απλή ταινία ή με κέρατα, η δορά ελέφαντα, το ακτινωτό στέμμα, το κράνος, του προσέδιδαν μεγα­λύτερη αίγλη ως σύμβολα εξουσίας ή θεοποίησης και τον συνέδε­αν στις συνειδήσεις των λαών τους με συγκεκριμένα πρότυπα. Οι εικονιστικές αυτές κεφαλές μετέφεραν και διέδιδαν την εικόνα του βασιλέα, ηγεμόνα ή μονάρχη και την έκαναν γνωστή, προπαγανδί­ζοντας τη δύναμή του, σε συνδυασμό και με τις μεγαλεπήβολες επιγραφές στα νομίσματα που έκοψαν.

Από τεχνικής απόψεως τα πορτραίτα, στην αρχή ιδεαλιστικά, στη συνέχεια ρεαλιστικά, άλλες φορές είναι στατικά και δείχνουν περιο­ρισμένα στην κυκλική επιφάνεια των νομισμάτων και άλλες φορές διακρίνονται από δυναμισμό και ελευθεριότητα, που προδίδουν τη δύναμη και την τόλμη του χαράκτη τους.

Γυναικεία πορτραίτα απα­ντούν κατεξοχήν στα νομίσματα του βασιλείου της Αιγύπτου. Στους χρυσούς στατήρες, που εξέδωσαν οι ελληνικές πόλεις περί το 196 π.Χ., προκειμένου να τιμήσουν τον ρωμαίο στρατηγό Τίτο Φλαμινίνο, για την νίκη του εναντίον του Φιλίππου Ε’ στις Κυνός Κεφαλές (197 π.Χ.), αποτυπώθηκε ένα ρεαλιστικό πορτραίτο του. Αποτελεί ταυτοχρόνως ένα από τα τελευταία του είδους του ελληνιστικό πορτραίτο σε ευρωπαϊκό έδαφος και το πρώτο ρωμαϊκό. Το πορτραίτο του βασιλιά Ευκρατίδη Α’ της Βακτρίας αποδίδεται με κράνος και ψηλό λοφίο, κέρατο και αυτί βοδιού, στοιχεία που εμπλουτίζουν τη φυσιοκρατική εικόνα του.

 

Οικοδομήματα

Πολλές ελληνικές πόλεις απεικόνισαν στην οπίσθια όψη των νομισμάτων τους οικοδομήματα και αρχιτεκτονικά σύνολα. Σ’ αυτά συγκαταλέγονται ναοί και ιερά διαφόρων αρχιτεκτονικών τύπων, που πολλές φορές αποδίδονται προοπτικά ή άλλες με στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου και συνήθως συνοδεύονται από το λατρευτικό άγαλμα του θεού, στο εσωτερικό τους. Στις περιπτώσεις των σύνθετων οικοδομημάτων και των αρχιτεκτονικών συμπλεγμάτων από δυο ή περισσότερους ναούς οι χαράκτες εκμεταλλεύτηκαν με άριστο τρόπο την μικρή μεταλλική επιφάνεια των νομισμάτων.

Στο ίδιο εικονογραφικό θέμα ανήκουν παραστάσεις με τείχη πόλεων, πύλες και αψίδες, βωμούς, γέφυρες, αλλά και λιμάνια με νεώρια, φάροι, καθώς και ειδικές κατασκευές με συγκεκριμένη χρήση. Στην πίσω πλευρά χάλκινου νομίσματος της Αλεξάνδρειας απεικονίζεται ο Φάρος της πόλης, ένα από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας, η φήμη του οποίου είναι γνωστή ως τις μέρες μας. Ήταν έργο του έλληνα αρχιτέκτονα Σωστράτου και παραγγέλθηκε από τον Πτολεμαίο Β’ (286-246 π.Χ.).

 

Κείμενα των: Δέσποινας Ευγενίδου, Ευαγγελίας Αποστόλου, Γιάννη Στόγια, Παναγιώτη Τσελέκα, Μαίρης Φουντουλή, Ευτέρπης Ράλλη, * Αλέξη Τότσικα.

   

Πηγές


  • Υπουργείο Πολιτισμού – Νομισματικό Μουσείο, «Η Ιστορία του Νομίσματος», Αθήνα, χ.χ.
  • Αλέξης Τότσικας, «η δραχμή μας», Ιστόραμα, 2002.
  • Ιστορία των νομισμάτων, «Ήτοι εγχειρίδιον ελληνικής νομισματικής / Barclay V. Head», μεταφρασθέν εκ της αγγλικής και συμπληρωθέν υπό Ιωάννου Ν. Σβορώνου, πίνακες Α΄-ΛΕ΄, Εν Αθήναις, Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1898.
  • Αδαμάντιος Γ. Κρασανάκης, «Νομισματική Ιστορία και τα Αρχαία Νομίσματα Κρήτης». Αθήνα, 2003.

Read Full Post »

Βιομηχανικές και βιοτεχνικές δομές της Αργολίδας με τον Κοινωνιολόγο Γεώργιο Κόνδη. ΦωτόσφαιραΕλληνική Τηλεόραση (ΕΤ 1)  


  

Στα πλαίσια της προβολής και ανάδειξης των δραστηριοτήτων της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού από την ΕΤ1 και ειδικότερα από την επιτυχημένη εκπομπή « Φωτόσφαιρα» που επιμελείται και παρουσιάζει η καταξιωμένη στο χώρο της δημοσιογράφος Χαρά Φράγκου, το Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011, στις 2.15 το μεσημέρι θα μεταδοθεί η δεύτερη εκπομπή από τις τρεις ήδη προγραμματισμένες.

Η νέα θεματική αφορά στις βιομηχανικές και βιοτεχνικές δομές ιδιαίτερα της πόλης του Άργους καθώς τα τεκμήρια μιας σημαντικής παραγωγικής δραστηριότητας, που ξεκινά από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι και την πρόσφατη περίοδο της δεκαετίας του 1990, υπάρχουν και χαρακτηρίζουν ακόμα την πόλη και την περιοχή.

 

Εργαζόμενοι σε εργοστάσιο Μακαρονοποιείας. Άργος, δεκαετία του ’50.

 

Το συνεργείο της εκπομπής τα κατέγραψε και με οδηγό τον Κοινωνιολόγο Γεώργιο Κόνδη, παρουσιάζει βασικές πτυχές μιας οικονομικής οργάνωσης που σημάδεψε την αναπτυξιακή δραστηριότητα της περιοχής και ολόκληρης της Αργολίδας.

Ταυτόχρονα, αναδεικνύονται και οι υπάρχουσες ιστορικές επιχειρήσεις σε διάφορους τομείς όπως στην κατηγορία «Τρόφιμα – Ποτά» που εκτός από την παραγωγική λειτουργία δεκαετιών, συνδέουν το όνομά τους με την ίδια την ιστορία της πόλης.

 

Εργάτριες σε συσκευαστήριο, 1966.

 

Ένα μεγάλο μέρος των στοιχείων και του αρχειακού υλικού σχετικά με τα θέματα που αναπτύσσονται στο ρεπορτάζ βρίσκεται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού (www.argolikivivliothiki.gr) καθώς και το κείμενο για τον «Κόσμο της Εργασίας» του Γεωργίου Κόνδη που είχε βραβευθεί μεταξύ των τριών καλύτερων του περιφερειακού τύπου για το 2005 (είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Αργολίδα» τα Χριστούγεννα του 2005).  

 

« Φωτόσφαιρα». Νέος κύκλος επεισοδίων   

 

Το περιβάλλον ο πολιτισμός, η ποιότητα ζωής των Τοπικών κοινωνιών παρουσιάζονται στον νέο κύκλο επεισοδίων της εκπομπής.

Τα οικολογικά προβλήματα οι προκλήσεις και οι αναγκαιότητες της πράσινης ανάπτυξης, τα πολιτισμικά στοιχεία κάθε τόπου και η ανάδειξή τους απασχολούν την «Φωτόσφαιρα» που προσεγγίζει τις τοπικές κοινωνίες προσαρμοσμένη στις ραγδαίες κοινωνικές οικονομικές αλλαγές που συντελούνται στην Ελλάδα.

Ποια είναι η στάση των πολιτών, και ιδιαίτερα των νέων, απέναντι στο περιβάλλον και την ιστορικότητα του τόπου τους; Ποιες είναι οι φιλοδοξίες τους για την πόλη τους ή την ύπαιθρο; Πόσο ο εναλλακτικός τρόπος ζωής που προτείνει το οικολογικό κίνημα αγγίζει τις αξίες τους; Καλλιτέχνες, μουσικοί, φωτογράφοι, συγγραφείς, αρχιτέκτονες καταθέτουν την άποψή τους για μια άλλη ποιότητα ζωής.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »