Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ορθοδοξία’

Βιβλιοθήκες – Αθωνική Πολιτεία


 

Στην υπερχιλιόχρονη ιστορική πορεία της η Αθωνική Πολιτεία δεν υπήρξε μόνο τόπος μετανοίας και προσευχής των αμέτρητων χιλιάδων καταφυγόντων εκεί πιστών ορθοδόξων. Υπήρξε και χώρος σπου­δής και μελέτης, ώστε η ψυχή ν’ ανεβεί την κλί­μακα της σωτηρίας πλουτισμένη με πολλά πνευμα­τικά εφόδια. Με τη γραφίδα τους οι μοναχοί γρά­φουν και αντιγράφουν κείμενα, για να εντρυφή­σουν οι ίδιοι και να διαδώσουν ανά τον κόσμο την καταγραμμένη ανθρώπινη σοφία. Με τα χρόνια, χειρόγραφα από το Όρος εμπλουτίζουν πολλές με­γάλες βιβλιοθήκες του κόσμου και συντελούν στην πολιτιστική ανάπτυξη και ξένων λαών.

Η πτώση της Ιεριχούς. «Οκτάτευχος», από τη βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου. Πρόκειται για χειρόγραφο περγαμηνό κώδικα, που χρονολογείται στα τέλη του 13ου αιώνα.

Μεγάλος αριθμός αγιορείτικων χειρογράφων, που έμειναν στον τόπο της παραγωγής τους, καταλογογραφήθηκαν σε δυο τόμους, δημοσιευμένους στα 1895 και 1900 στο Κέμπριτζ της Αγγλίας (είχε προηγηθεί και τόμος δημοσιευμένος το 1888 στην Αθήνα), από τον ιστορικό Σπυρίδωνα Λάμπρο. Ύστερα από αυτόν συνέβαλαν με καταλόγους τους και άλλοι επιστήμονες. Η συνολική όμως απογρα­φή (και μάλιστα με σύγχρονη επιστημονική μέθο­δο) παραμένει ζητούμενο, δεδομένου ότι μεγάλος αριθμός αγιορείτικων χειρογράφων ανακαλύφθη­καν μετά ταύτα και κανείς δεν ξέρει να υπολογίσει πόσα άλλα αθησαύριστα χειρόγραφα μπορεί ακό­μη εκεί να λανθάνουν. Μετά την περίοδο των χειρογράφων ήλθε η τέχνη της τυπογραφίας.

Αντίθετα από αυτό που πι­στεύουν μερικοί, ότι δηλαδή το Όρος είναι τόπος πεισματικού συντηρητισμού, που αντιτάσσεται σ’ ο­ποιοδήποτε νεοτερισμό, η αλήθεια είναι πως υ­πήρξε και παραμένει πρόθυμος αποδέκτης οποι­ασδήποτε αλλαγής, η οποία συμβάλλει στην πνευ­ματική καλλιέργεια των ανθρώπων. Από τον πρώ­το κιόλας αιώνα τα τυπωμένα προϊόντα πήραν θέση πλάι στα χειρόγραφα των αγιορείτικων βιβλιο­θηκών. Αντίτυπα έφερε στο δισάκι του ο ανώνυμος που πεζοπόρησε ως εκεί για να ασκητεύσει, ο ξε­νιτεμένος στη Βενετία, στη Βιέννη ή αλλού Έλληνας τυπογράφος, συγγραφέας ή έμπορος, που θεώ­ρησαν υποχρέωσή τους να στείλουν ως αφιέρωμα βιβλία τους στο «Περιβόλι της Παναγίας», οι σο­φοί, τέλος, Αγιορείτες που μετέβησαν στην ξένη, για να τυπώσουν τις συγγραφές τους.

Σήμερα το Όρος είναι μια απέραντη βιβλιοθή­κη. Βιβλία υπάρχουν στις οργανωμένες βιβλιοθήκες των είκοσι περιώνυμων μοναστηριών του, στο Κυριακό των σκητών, αλλά και στα επί μέρους σπί­τια που συναποτελούν τις σκήτες, σ’ όλα, τέλος, τα διάσπαρτα ασκηταριά, όπου οι απομονωμένοι ερη­μίτες αγωνίζονται για να κερδίσουν τη σωτηρία της ψυχής τους.

Xαλκογραφία: H μονή Mπάτσκοβο. 1807, Bιέννη.

Σχηματικά θα μπορούσαμε να διαιρέσουμε τα υ­πάρχοντα σήμερα στο Όρος έντυπα στις εξής επί μέρους κατηγορίες: Παλαιά έντυπα, μερικά σε μνημειώδεις πολυτε­λείς εκδόσεις (εκτός Ελλάδος, αφού σ’ αυτήν η τυ­πογραφία λειτούργησε, σε Κωνσταντινούπολη και Κέρκυρα, από το 1798 και ύστερα) που παρ’ όλο ό­τι στα περισσότερα δημοσιεύονται κείμενα ελληνι­κά (έργα Ελλήνων κλασικών, έργα πατέρων της Εκκλησίας ή κείμενα της Γραφής) δεν θεωρούνται βιβλία από εκείνα που απαρτίζουν τη λεγόμενη ι­στορική μας ελληνική βιβλιογραφία.

Η δεύτερη ομάδα των αγιορείτικων εντύπων εί­ναι η σπουδαιότερης εθνικής σημασίας, γιατί πε­ριλαμβάνει τα βιβλία που ανήκουν στη χαρακτη­ριζόμενη παραπάνω ως ιστορική μας ελληνική βι­βλιογραφία. Πρόκειται για τα προϊόντα της πνευ­ματικής παραγωγής των νεοελλήνων, γι’ αυτά που κράτησαν ζωντανή την ελληνικότητα και ενίσχυ­σαν την ορθόδοξη πίστη μας στους χαλεπούς αιώ­νες της Τουρκοκρατίας. Από την άποψη αυτή το Όρος υπήρξε αληθινή κιβωτός, που διαφύλαξε ό­σα περισσότερα βιβλία αυτής της κατηγορίας μπο­ρούσε. Και όσοι καταπιάστηκαν για να καταλογογραφήσουν τα έντυπα της αναδρομικής μας εθνι­κής βιβλιοπαραγωγής, το πρώτο τους ξεκίνημα το έκαναν ψάχνοντας στα ράφια των αγιορείτικων βι­βλιοθηκών.

Η μεγάλη αυτή ομάδα των βιβλίων υποδιαιρείται σε βιβλία δυο ξεχωριστών χρονικών περιόδων. Τα έντυπα της μιας και της άλλης περιόδου διαφέρουν ως προς τα κριτήρια της ελληνικότητάς τους.

Η πρώτη υποκατηγορία περιλαμβάνει τα βιβλία που τυπώθηκαν οπουδήποτε στον κόσμο και σ’ ο­ποιαδήποτε γλώσσα, από την αρχή λειτουργίας της τυπογραφίας μέχρι το έτος 1800, στων οποίων τις σε­λίδες αναφέρεται πως για την παραγωγή τους συ­νέβαλαν, με οποιαδήποτε ιδιότητα (συγγραφείς, εκ­δότες, μεταφραστές κ.λπ.), κάποιοι Έλληνες που έ­ζησαν από την έναρξη της τυπογραφικής τέχνης και μεταγενέστερα. Στην ίδια ομάδα ανήκουν και όποια βιβλία εικά­ζεται, από το δημοσιευόμενο κείμενό τους, πως προορίζονταν για να χρησιμοποιηθούν από Έλληνες και όχι από αναγνώστες άλλων λαών. Ας πού­με, ένα Ψαλτήρι, που τυπώθηκε από μη Έλληνα τυπογράφο, είναι βέβαιο πως προοριζόταν για χρή­στες ελληνικής γλώσσας και καταγωγής.

Η δεύτερη υποκατηγορία περιλαμβάνει τα σε ελ­ληνική γλώσσα βιβλία των νεοελλήνων, που τυπώθηκαν στην περίοδο των ετών 1800-1863. Τα σε ξένη γλώσσα τυπωμένα έργα των Ελλήνων, αυτής της περιόδου, αποκλείσθηκαν. Το προαναφερόμε­νο καταληκτικό έτος αποτελεί και το τελευταίο έτος της απογραμμένης αναδρομικής εθνικής μας βι­βλιογραφίας.

Το παλαιότερο σωζόμενο χειρόγραφο με τη «Γεωγραφία» του Κλαύδιου Πτολεμαίου. Βιβλιοθήκη Ιεράς Μονής Βατοπεδίου.

Από εκεί και ύστερα η έντυπη παρα­γωγή μας είναι και παραμένει σχεδόν παντελώς ακαταλογογράφητη! Θα ήθελα εδώ να κάνω μερικές επισημάνσεις ως προς το περιεχόμενο των βιβλίων των προαναφε­ρόμενων δυο μεγάλων υποκατηγοριών. Δεν πρέπει να νομισθεί ότι στα ράφια των αγιορείτικων βι­βλιοθηκών υπάρχουν μόνο βιβλία για λειτουργική εκκλησιαστική χρήση ή με κείμενα κατήχησης ή ηθικοδιδακτικά. Υπάρχουν και βιβλία με κείμενα που θα περίμενε κανείς να σώζονται στα ράφια κο­σμικών βιβλιοθηκών. Αποκλείσθηκαν μόνο τα βι­βλία που τα κείμενά τους δεν θα ταίριαζαν στην ιε­ρότητα του χώρου. Θα βρούμε στις αγιορείτικες βιβλιοθήκες ακόμη και πολλά μαθητικά εγχειρίδια του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Η ύπαρξη, μάλιστα, πολλαπλών α­ντιτύπων τέτοιων βιβλίων στην ίδια αγιορείτικη βιβλιοθήκη υποδηλώνει, κατά κάποιον τρόπο λει­τουργία, κάποτε, υποτυπώδους σχολείου, όπου οι πιο γραμματιζούμενοι μοναχοί δίδασκαν τους ολιγογράμματους συνασκητές τους.

Στο Όρος πάντοτε μόνασαν και υψηλής μορφώ­σεως άτομα, τα οποία δεν ξέκοψαν από την εκτός Όρους πνευματική ζωή, τα έντυπα προϊόντα της ο­ποίας τα προμηθεύονταν αδιαλείπτως, για τη μορ­φωτική τους βελτίωση παράλληλα με την ψυχική. Οι Αγιορείτες, μάλιστα, πολυάριθμοι αναγνώστες, συντηρητικοί καθώς υπήρξαν πάντοτε, φύλαξαν ε­πιμελώς τα κατά καιρούς αναγνώσματά τους, κατά τρόπο που αν κάποτε επιχειρηθεί η απογραφή των μετά το 1863 βιβλίων των Ελλήνων, οι απογραφείς θα βρουν και πάλι στα ράφια των αγιορείτικων βιβλιοθηκών πολλά έντυπα που οι κοσμικές βιβλιο­θήκες δεν θεώρησαν απαραίτητο να τα διαφυλά­ξουν στα δικά τους ράφια.

Μια άλλη κατηγορία βιβλίων, που φιλοξενούνται και σήμερα στα ράφια των αγιορείτικων βιβλιοθηκών, είναι τα ξενόγλωσσα. Εννοούμε τα σε γλώσσα  ορθόδοξων βαλκανικών και άλλων λαών (ρωσικά, βουλγαρικά, σλαβικά, ρουμανικά, αραβικά και άλλα). Τέτοια βιβλία δεν υπάρχουν μόνο στα τρία ξενόγλωσσα μεγάλα αγιορείτικα μο­ναστήρια (Αγ. Παντελεήμονος: ρωσικό, Χιλανδαρίου: σερβικό, Ζωγράφου: βουλγαρικό) και στη με­γάλη ρουμανική σκήτη Ιωάννου του Προδρόμου. Υπάρχουν και σε πολλά άλλα μοναστήρια, στα ο­ποία κατά καιρούς πέρασαν και μόνασαν και αλ­λοδαποί ορθόδοξοι ή που στο παρελθόν είχαν σχέσεις με παραδουνάβιες κοινότητες και πιστούς από εκεί προσκυνητές. Δεν γνωρίζω αν έχει επι­χειρηθεί συστηματική απογραφή αυτών των ξενό­γλωσσων βιβλίων που φυλάσσονται και σήμερα στο Όρος. Εικάζω όμως ότι πολλές χρήσιμες ιστο­ρικές πληροφορίες θα προέκυπταν αν γινόταν κάτι τέτοιο.

Τέλος, δεν πρέπει να παραλειφθεί η αναφορά μιας άλλης ομάδας παλαιών βιβλίων, που υπάρχουν σχεδόν σε όλες τις βιβλιοθήκες του Όρους. Πρόκειται για τα «άδηλα». Βιβλία δηλαδή που με τα χρόνια και την πολλή χρήση ακρωτηριάστηκε η ακεραιότητά τους. Για τα άτιτλα από τα ελλιπή αυτά αντίτυπα η ταύ­τιση, πολλές φορές, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αν επιχειρηθεί από ειδικούς μπορεί και να αποβεί ε­πιτυχής και να διαπιστωθεί ότι πρόκειται για πα­λαιές εκδόσεις ιδιαίτερα σπάνιες. Ο υπογράφων έχει, νομίζω, αποδείξει έμπρακτα πως αγαπά και σέβεται το Όρος, τους Αγιορείτες και τα πάσης φύσεως ιερά κειμήλια. Είκοσι και πα­ραπάνω χρόνια μόχθησε για να συντάξει τον κατάλογο των βιβλίων που φυλάσσονται στα εκεί μονα­στήρια, σε πολλές σκήτες και σε όποια κελιά του ά­νοιξαν τη θύρα τους. Στην πορεία εκείνη ανατρί­χιασε, όταν, ψάχνοντας προ δεκαετίας επισταμένως σε μεγάλο μοναστήρι, βρήκε μόνο δώδεκα εκδό­σεις του 16ου αιώνος από τις εξήντα που άμεσα και έμμεσα είχε εντοπίσει περίπου προ 130 ετών ο αλ­λοδαπός θεμελιωτής της βιβλιογραφικής μας ανα­δρομής.

Δεν θέλησα με το μυαλό μου να υποψιασθώ άλ­λη αιτία, γι’ αυτή τη δραματική μείωση, από τη φθορά του χρόνου, την αμέλεια, την ακαταλληλό­τητα του χώρου και την τυχαία καταστροφή, όπως είναι μια αναπάντεχη πυρκαγιά.

Δικαιούται, επομένως, να διατυπώσει κάποιες υ­ποδείξεις, παρ’ όλο που γνωρίζει πως κάποιες με­μονωμένες προσπάθειες γίνονται τελευταία, και μάλιστα από ιδιαίτερα πεπαιδευμένους μοναχούς.

 

Ο Γέρων Βενέδικτος της Μονής Δοχειαρίου και ο Γέρων Ευλόγιος της Μονής Ξηροποτάμου, με επίσημους προσκυνητές, περιεργάζονται το Πρώτο Τυπικό του Αγίου όρους το οποίο είναι γραμμένο σε δέρμα τράγου, φωτ. 1963. Γράφτηκε το 972 και φέρει την υπογραφή του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή.

 

Η διασπορά παλαιών χειρογράφων και εντύπων ακόμη και στις μικρότερες ασκητικές μονάδες δεν ωφελεί. Σ’ αυτές δεν μπορεί να εξασφαλισθούν ού­τε οι κατάλληλες συνθήκες περιβαλλοντικής προ­στασίας. Χειρόγραφα και παλαιά βιβλία, παλαιότε­ρα του 1900, πρέπει να διατηρούνται μόνο στις βιβλιοθήκες των μεγάλων μονών και στις κεντρικές των οργανωμένων σκητών. Από την Επιστασία θα πρέπει να γίνει παρακολούθηση σύνταξης καταλό­γων, που από μόνοι τους δεν αρκούν, αν δεν συνο­δεύονται από κατάλληλη μόνιμη ταξιθέτηση των βιβλίων, ώστε η ανίχνευσή τους, σ’ οποιαδήποτε ζήτηση, να καθίσταται ευχερής.

Κοσμογονικές πραγματοποιούνται τα τελευταία έτη αναστηλώσεις και υποστηρίξεις στα κτιριακά συγκροτήματα του Όρους. Ας εξοικονομηθεί σ’ αυ­τά χώρος ιδιαίτερος για χειρόγραφα και παλαιά έ­ντυπα, που να εξασφαλίζει συνθήκες προστασίας αντικειμένων βαρυνομένων από το χρόνο, και όχι μόνο: η φροντίδα σε μια τέτοια βιβλιοθήκη δεν τε­λειώνει ποτέ. Μακροχρόνια πρέπει να είναι η συ­ντήρηση των ετοιμόρροπων κειμηλίων γραμμένου και τυπωμένου χαρτιού, με προτεραιότητα στα εξ αυτών σπανιότερα (το Όρος έχει πολλές εκδόσεις, των οποίων διασώζει το μοναδικό αντίτυπο που ως τώρα βρέθηκε).

Αν δεν γίνουν αυτά, και άλλα, τώρα που πρό­σφατα άλλαξε ο αιώνας, ο οποίος προστέθηκε βλαπτικά στη γήρανση αυτών των θησαυρών, τότε τα εξήντα 16ου αιώνος έντυπα, που εντοπίσθηκαν στο μοναστήρι το 19ο αιώνα, και έγιναν μόνο δώ­δεκα τον 20ό, στον 21ο θα γίνουν ακόμη λιγότερα. Και τότε η Ιστορία θα ψέξει γι’ αυτό όχι μόνο την αμέλεια των φυλάκων μοναχών, αλλά και την αδια­φορία των θεωρούμενων ως ειδημόνων λαϊκών.

Θωμάς Ι. Παπαδόπουλος

Φιλόλογος – Βιβλιοθηκονόμος

Βιβλιογραφία


  •  Σπυρίδων Π. Λάμπρος, Κατάλογος των εν ταις βιβλιοθήκαις του Αγίου Όρους ελληνικών κωδίκων, Α’- Β’, Κανταβριγία 1895-1900.
  • Θωμάς I. Παπαδόπουλος, Βιβλιοθήκες Αγίου Όρους. Παλαιά ελληνικά έντυπα: Πρώτη προσπάθεια συγκροτήσεως συλλογικού καταλόγου, Αθήνα 2000.   

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Άγιον Όρος », τεύχος 182, 24 Απριλίου 2003.

Read Full Post »

Άγιος Πέτρος – Ο βιώσας το μεγαλείο του Πνεύματος


 

Πανηγυρικός λόγος εκφωνηθείς εις την αίθουσαν διαλέξεων του Φιλολογικού Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» την 3ην Μαΐου 1996 υπό του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου κ. Μελίτωνος, Πρωτοσύγκελου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. 

 

Άγιος Πέτρος ο Άργους – Φώτης Κόντογλου

Η Ελληνική Ορθοδοξία αποτελεί τον πνευματικότερον καρπό του υπέροχου πνευματικού συνοικεσίου μπορούσαμε να πούμε, της ελληνικής διανοήσεως με­τά της χριστιανικής πίστεως. Το δε Βυζάντιο του οποίου έχουμε τόσες Άγιες μορφές, και ο σήμερον τι­μώμενος Άγιος, όπως δια­βάσαμε και στο στιχηρό το Βυζάντιο παρουσιάζει την εκ του λόγου τούτου μεγαλειώδη εναρμόνιση αυτών η οποία και προεβλήθη ως πραγματικότης εις τα πρό­σωπα των Αγίων της Εκκλησίας και ως επιστέγα­σμα της πνευματικής τελειώσεως της ανθρωπίνης προσωπικότητας.

Εκείνο το οποίον μπορούμε να χαρα­κτηρίσουμε σήμερα, είναι το κατά πόσον ο άνθρωπος είναι πρόσωπο. Η προσωπικότης του ανθρώπου, ο χα­ρακτήρας του ανθρώπου, η οντότης του ανθρώπου, εί­ναι ο άνθρωπος κάποιος ή είναι κάτι; Αυτό το οποίο έλεγε ο Σαρτρ, ο φιλόσοφος ο Γάλ­λος, μπορώ να μιλήσω για τον άνθρωπον, ως κάποιον ή ως κάτι; Είναι κάποιος. Έχει πρό­σωπο. Δεν είναι πράγμα, δεν είναι κάτι. Εφ’ όσον λοιπόν είναι πρόσωπο, πρέ­πει ως πρόσωπο να αντιμε­τωπίζεται και να βρίσκεται και να δρα και να κινείται μέσα στην κοινωνία.

Άρα λοιπόν η κοινωνία μας όταν μιλά για δικαιώμα­τα ανθρώπων, είναι για δι­καιώματα προσώπων. Όχι εκείνων που έχουν απαρ­νηθεί την ουσία προς τον εαυτόν τους, αλλά εκείνων που αγωνίζονται για να κρατήσουν αυτό που είναι. Η εν τω κόσμω λοιπόν υπε­ροχή και η θεία αποστολή του ανθρώπου έχει αξία μό­νον ως ελευθέρα και συνει­δητή τοποθέτησις της προσωπικότητας του κάθε αν­θρώπου έναντι των ιστορι­κών γεγονότων και των δι’ αυτών αποκαλυφθεισών αληθειών δια Ιησού Χρι­στού και της θείας απολυτρώσεως.

Η δε προβολή της υπεροχής αυτής, δια του βιώματος των Αγίων και Πατέρων της Εκκλη­σίας, εις την χορείαν των οποίων συγκαταλέγεται και ο σήμερον εορταζόμενος Άγιος Πέτρος Αρχιεπίσκο­πος Άργους και Ναυπλίας, μας δίνουν το δικαίωμα να ομιλώμεν περί μιας καθα­ρός χριστιανικής – θα μπο­ρούσαμε να πούμε – ανθρω­πολογίας και του ρόλου αυτής εις τον σήμερον σκληρά δοκιμαζόμενον κόσμον των αξιών, και του αν­θρώπου γενικότερον.  

Τοιουτοτρόπως, κατανοείται πλήρως η κεντρική θέσις, την οποία καταλαμβά­νει ο άνθρωπος. Σε οποιαδήποτε διδασκαλία και αν πάρουμε της Εκκλησίας, δεν εννοείται διδασκαλία Χριστιανική άνευ του παράγοντος άνθρωπος. Ο Χριστός δεν είναι λογοτέχνης, θαυματοποιός, επαναστάτης ή οτιδήποτε άλλο μπορούμε να τον ονομά­σουμε, μύστης ή άλλο τι στο προφητικό μεταφυσικό αξίω­μα μπορεί να είναι, πριν από όλα και πρώτα απ’ όλα είναι ο άνθρωπος. Άρα λοιπόν, η λέξις άνθρω­πος είναι το κλειδί όλης της διδασκαλίας και της προσπά­θειας της Ορθοδόξου θεολο­γίας και επιστήμης.

Που θέλε­τε να κοιτάξουμε; θέλετε να κοιτάξουμε μέσα στη θεολο­γία γενικώτερα, στη Χριστολογία, στην Κοσμολογία στην Επιστημολογία, τη Σωτηριολογία, την Εκκλησιολογία, την Εσχατολογία η ιδέα του αν­θρώπου ως εικόνος του Θεού επί της γης, και δια του Ιησού Χριστού μέχρι θεώσεως, ανακαίνισις αυτού. Περί ανακαινίσεως της εικόνας του προσώ­που του ανθρώπου γίνεται και επιτυγχάνεται μόνο μέσα εις την ζωήν της Εκκλησίας.

Ο Άγιος Πέτρος, όχι μόνο βιώνει την ιδέαν αυτή, αλλά την μεταλαμπαδεύει, από αιώνος εις αιώναν, από γενεάς εις γενεάν μέσω της τοπικής αυτής παλλαϊκής συνάξεως και πανηγύρεως.

Αν και κατά τον Αριστοτέλη – αν ρίξουμε μια ματιά στα με­ταφυσικά του- είναι κάτι πολύ σκληρό, αλλά είναι κάτι που άπτεται της ουσίας του αν­θρώπου. Η  διάνοια. Η διάνοια, λέει ο Αριστοτέ­λης είναι κάτι μεταξύ του νου και της ουσίας των πραγμά­των, δηλ. της αλήθειας. Κάπου μεταξύ νου και αλήθειας εκεί δημιουργείται η έννοια της διανοίας. Να μπορέσει ο άνθρωπος να χωνέψει το μυα­λό του. Ο Πλάτων (καθ’ ότι από την Ακαδημία Πλάτωνος προέρχομαι, επιτρέψατέ μου να έχω ιδιαιτέρα συμπάθεια στη διδασκαλία του) η έννοια – της νοήσεως δηλοί την αρμο­νία του νου προς όλην την δη­μιουργία. Αλλά λέει κάτι άλλο πολύ συγκεκριμένο, το οποίο έρχεται να το δείξει και ο λε­γόμενος από τους μη γνωρίζο­ντας τον Μαρξ ως άθεον, γιατί ήταν μια έρευνα που είχα κά­νει στη βιβλιοθήκη της Βιέν­νης ότι δεν υπάρχει αθεϊσμός στον Μαρξ. Αυτό που λέει ο Πλάτων, ο Θεός διαπαιδαγω­γεί δια της αρμονίας, το ίδιο έρχεται να πει και ο Μαρξ με τα χειρόγραφα του 1848.

Ότι όπως ο Θεός πλάθει τον άν­θρωπο, και τον θέτει μέσα στην δημιουργία, έτσι και ο Θεός δημιουργεί το περιβάλ­λον του ανθρώπου, έτσι ώστε μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον ο άνθρωπος να γίνει αυτό που πρέπει να είναι. Η προσωπικότης όμως του Αγίου Πέτρου δια της όλης αυτού παιδείας και νουθεσίας Κυρίου δια της εμπράκτου αυτού βιοτής και πολιτείας συνέβαλε και συμβάλλει απο­φασιστικώς εις την προβολήν και την βίωσιν της ανθρωπο­λογικής θεμελιώσεως της χρι­στιανικής πίστεως και της ελ­ληνικής διανοήσεως των αλη­θειών. Περί πνευματικής αξίας του ανθρώπου και της ενότη­τας αυτού μετά του περιβάλ­λοντος αυτού, φυσικόν και μεταφυσικόν και υπερφυσικόν κόσμον.

Φεύγει ο Άγιος Πέ­τρος. Εγκαταλείπει τα του κό­σμου και πορεύεται προς την έρημον. Τι είναι αυτή η φυγή; Μήπως το ίδιο δεν έπραξε και ο Απόστολος Παύλος μετά την κλήση; Έφυγε εις την έρημο. Και εκεί, λέγει ο Από­στολος Παύλος, υπερυψώθη πέραν του εβδόμου ουρανού και ήκουσε ρήματα, άρρητα.

Ο Άγιος εγκαταλείπει το Βυζάντιο, τη φασαρία, το κό­σμο, την οικογένειά του και έρχεται κάπου ερημίτης. Για ποιο λόγο; Για να ζήσει και να βιώσει ακριβώς αυτό το μεγα­λείο του πνεύματος. Φεύγει μακριά απ’ τον κόσμο – αυτό είναι το σπουδαίο- αλλά δεν αποξενώνεται του κόσμου. Δεν είναι αδιάφορος μετά του κόσμου. Το ότι φεύγει μα­κριά, συμπάσχει με τον κόσμο ακόμη και μακριά ευρισκόμε­νος. Και γι’ αυτό όταν ψά­χνουν να τον βρουν για να του αναθέσουν την διαποίμανση της πόλεως, έχει εντρυφύσει μέσα σ’ αυτή τη δυσκολία της πόλης, και ξε­φεύγει. Όχι από δειλία, αλλά η τόλμη. Ήταν η τόλμη εκείνη που τον αναγκάζει να προ­σπαθήσει να φέρει σε όλους στη γη με τη διδασκαλία του το ενάρετον βίωμά του και με την όλη γενικά παρουσία του.

Έρχεται όμως να δει την πραγματικότητα που λέγει ο Παύλος: ότι εμείς «ού το πνεύμα του κόσμου ελάβομεν, αλλά το εκ του Θεού ίνα ειδώμεν τα υπό του Θεού χαρισθέντα ημίν». Πως μπορείς να έχεις πνεύμα σοφίας, πνεύμα γνώσεως, εάν προη­γουμένως δεν έχεις δημι­ουργήσει αυτή την προϋπόθε­ση, ώστε να λάβεις πνεύμα Θεού και εδώ οδηγεί τη σημε­ρινή κοινωνία ο Απόστολος και Άγιος Πέτρος. Γίνεται ο ίδιος φως και ζωή. Φωτίζων και διαπρέπων, και διαπαιδωγωγών τους τότε και τους νυν δια της Χάριτος του Παρτός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

 

Εκ των διασωθέντων βιο­γραφικών σημειωμάτων περί του Αγίου διακρίνουμε τα πρώτα άμεσα έπ’ αυτού ενερ­γήματα του Αγίου Πνεύματος, του Πνεύματος που αναζήτη­σε να ζήσει την ουσία του, αυτά ήτανε η σύνεσις. Να, τα χαρίσματα που απολαμβάνει: η σύνεσις, η σωφροσύνη, ο ενθουσιασμός, έλλαμψις, φω­τισμός, κατάνυξις, τουτέστιν η συγκίνησις επί των καθημε­ρινών προβλημάτων των αν­θρώπων και η θαυματουργική επί των καθημερινών προβλη­μάτων δύναμις κατά της επαγ­γελίας του Κυρίου, – δίδωμι την εξουσίαν κατά των πνευμάτων ακαθάρτων.

Δια­λύει τον διάβολον, γίνεται πραγματικά, υπέρτερος πά­σης άλλης δυνάμεως και έρχεται δια της θεραπευτικής αυτής ιδιότητος που του δί­νει ο Θεός να θεραπεύσει πάσαν νόσον και κάθε άλλη ανάγκη μέσα στον λαόν της Αργολίδος.

Οι σχέσεις του όμως με τον έτερον όσιον, τον Όσιον Θεοδόσιον, – γιατί υπάρχει και άλλη μια προσωπικότης που πρέπει να την αναφέρουμε, εκείνη την εποχή, εξ Αθηνών εκεί­νος ευρισκόμενος εις το Άργος. Γνωρίζουμε την ταλαιπωρίαν που υπήρχε. Το ότι ο Άγιος Πέτρος κατα­λαμβάνει την πλάνη του, το πόσο είχε πλανηθεί εναντίον εκείνου του ανδρός δεν είναι αξιοσημείωτο μό­νο αυτό το γεγονός.

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Αγιογράφοι: Βασίλης Δήμας – Γιώργος Αγγελής. Τοιχογραφία. Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους.

Αλλά δεν στέκει στην ανακά­λυψη της πλάνης. Δεν λέει εγώ είμαι επίσκοπος και θα κάνω εκείνο που πρέπει να κάνω. Θα κάτσω εγώ με το μοναχό να ασχοληθώ; Όχι. Αλλά αφυπνίζεται το πλανηθέν πνεύμα του και ψά­χνει για την αλήθεια. Και βρίσκει την αλήθεια και αποκαθιστά, κάνει μία γενικώτερη ανασυγκρότηση όλων των δυνάμεων έπ’ αγαθώ του ποιμνίου του. Αλλά και για τους έχοντας ακόμη αυτή την νοσηράν γνώσιν περί Θεού, νοσηράς γνώσεις που ταλαιπωρούν μέχρι σήμερα τους κατοί­κους, ιδιαίτερα της Πελο­ποννήσου (δεν θα έλεγα μόνο του Άργους, αλλά και μιας άλλης ομάδας ανθρώ­πων των μεγαλουπόλεων). Των ανθρώπων που νομί­ζουν ότι όλα προέρχονται εκ της μαγείας, ή δια της μαγείας μπορούμε να πετύ­χουμε, ή οτιδήποτε άλλο πρόβλημα.

Γι’ αυτούς λοιπόν που έχουν νοσηράν γνώσιν περί του Θεού και τους αναζη­τούντας τον Θεόν μέσω των κακών επιδράσεων, της τεχνικής, της μαγείας και των αποκρύφων μυστη­ριακών τελετουργιών της δαιμονολατρείας και του Σατανισμού που αντιμετω­πίζουμε σήμερα, δια των οποίων ασκείται – το μόνο που επιτυγχάνει και ο σατανισμός και η ειδωλολα­τρία- είναι η άμβλυνσιν της προσωπικότητας της αν­θρώπινης υποστάσεως. Και η διαφθορά, η γενική διαφθορά όλης της υποστά­σεως του ανθρώπου, δια των δήθεν επηγγελμένων μεταφυσικών λυτρωτικών δυνάμεων.

Ο Άγιος Πέτρος έρχεται και εδώ να μας μιλήσει. Να μας δείξει την οδό σωτη­ρίας και αληθείας, γνώσε­ως του Θεού. Και ο μόνος δρόμος είναι ο Ιησούς Χρι­στός. Διότι εκείνος είπε: «Εγώ ειμί η οδός, η ζωή και η αλήθεια». Ως άλλος Πλωτίνος, μέ­γας και εκείνος (ίσως ο Δα­ναός να χαίρεται που μιλά­με περί Πλωτίνου σήμερα του Πατριώτη του από την Αλεξάνδρεια) και ο μέγας εκείνος Πλωτίνος λέγει πως μπορείς να γνωρίσεις το Θεό; Δεν είναι μαγική υπόστασις ο Θεός για να μπορέσεις να τον ανεβά­ζεις και να τον κατεβάζεις, όποτε θέλεις να τον βλέπεις ή να τον διαγράφεις. «Ο γνωρίζων την οδόν θε­ωρεί τον Θεόν». Ο γνωρίζων την οδόν.

Άρα λοιπόν ο Άγιος Πέτρος έρχε­ται στο Άργος και δείχνει την οδόν. Οδός δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αυτός ο Χριστός. Είναι ο Χριστός ο Κύριος της δόξας ο Θεάνθρωπος Ιησούς ο οποίος μπορεί να καθοδη­γήσει εις λιμένα σωτηρίας τον κάθε άνθρωπον. Έτσι λοιπόν έχουμε και σε αυτό το σημείο μαζί με τον Πλωτίνο, μαζί με τον ίδιο τον Άγιο Πέτρο, να μπορέσουμε να δούμε ότι η οδός η οποία παραμένει πραγματικά σωτη­ρία για τον άνθρωπο, είναι το πρόσωπο του Χριστού.

Σ’ αυτό το πρόσωπο όμως πρέ­πει ο άνθρωπος να πιστέψει. Εάν δεν προηγηθεί η πίστις -γι’ αυτό αναφέρεται και στο στιχηρό περί πίστεως του Αγί­ου Πατρός. Εάν δεν πιστέ­ψεις δεν μπορείς να επιτύ­χεις τίποτα. Η έννοια της πί­στεως στο πρόσωπο του Ιη­σού Χριστού και της διδασκα­λίας του προς στερέωσιν του δοκιμαζόμενου λαού και του ποιμνίου του και του σημερι­νού ανθρώπου εκφράζει την προσωπικήν συγκρότησιν και την πνευματικότητα του Αγίου Πέτρου και Ποιμενάρχου.

Ουδεμία άλλη έννοια πα­ρουσιάζει τόσον έντονον τον προσωπικόν της χαρακτήρα, όσο η έννοια της πίστεως κα­τά τον Άγιο Πέτρο. Η δύναμις της πίστεως του Ποιμενάρ­χου, όπως αυτή καταγράφε­ται εις το θαύμα του σιτισμού. Τον καιρό που έπεσε ο λιμός εις το Άργος – δεν πιστεύει μόνο ο Άγιος Πέτρος-  δεν εί­ναι πίστις ενός ανδρός, δεν γίνεται κάτι που συνέβη στην Παλαιά Διαθήκη με τον Προ­φήτη Ηλία. Αλλά εδώ, συγκλονίζεται ολόκληρος ο λαός, πιστεύει ο λαός και τρέ­χει με πίστη σαν νέος Ισραήλ να απολαύσει τη γλυκύτητα του Μάννα.

Το πιθάρι εκείνο του αγίου ανδρός που δεν σταματάει να δίδει συνέχεια τροφή σε κάθε πεινώντα. Έτσι λοιπόν ερχόμαστε να δούμε το πόσο βαθιά είναι η πίστις η δική του αλλά και η προσωπική πίστις εκάστου ανθρώπου που τρέχει προς αυτόν. Κάθε ασάφεια τηρεί  την έν­νοια της πίστεως η δυσκολία των ανθρώπων να πιστεύουν εις στας υπερφυσικάς αληθεί­ας, δεν σημαίνει παρά σύγχισιν ως προς την ιδιότυπον σχέσιν του πιστεύοντος προς τα πιστευόμενα. Η έννοια της πίστεως όμως αποτελεί καθολικόν φαινόμενον της ζωής όλων των ανθρώπων.

Η θρη­σκευτική όμως πίστις προβά­λει ως το κοινό γνώρισμα όλων των θρησκειών. Και σήμερα, έχουμε να αντιμετωπί­σουμε αυτό το μεγάλο πρό­βλημα. Είναι κοινωνικό; είναι τοπικό; είναι γενικό; Τι πρό­βλημα είναι αυτό; Αυτός ο φανατισμός, αυτή η μισαλλο­δοξία, αυτό το ότι: εγώ πι­στεύω το ακέραιον, το τέλειον, και εσύ δεν πιστεύεις τί­ποτα και πρέπει να εξαφανι­στείς, που βασίζεται; Ποιος Θεός το δέχεται; Ποια διδα­σκαλία το διδάσκει; Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι με έστειλε ο Θεός να σκοτώσω, γιατί δεν πιστεύεις ότι πιστεύω εγώ.

Και σ’ αυτά τα κύ­ρια σημεία της εποχής μας έρχεται πάλι να δώσει απά­ντηση ο Άγιος Πέτρος. Θυμη­θείτε τους Αγαρηνούς, θυμη­θείτε τις επιθέσεις, θυμηθείτε το κάλεσμα και την πρόκληση προς ένδειξη αγάπης, θυμη­θείτε που δίνει τον εαυτόν του για να ελευθερώσει το σκλάβο, να προσπαθήσει να δει τον αδικούμενο, να τον σεβαστεί σαν άνθρωπο πρώτα-πρώτα και ύστερα αν θέλει να ακολουθήσει είναι δικό του καθαρά θέμα. Εδώ λοιπόν έρχεται το παράλογο της λογικής. Είναι το παράλογο αυτών που αντιμε­τωπίζουμε σήμερα λέγοντας σκοτώνω στο όνομα του Θε­ού.

Και όταν μπλέκεται μέσα στα γρανάζια της αναγκαιότητος, τότε πάλι δεν είναι Θε­ός. Δεν τον έχω ανάγκη, δεν τον πιστεύω, τον απορρίπτω. Και εδώ έρχεται, ακριβώς, να μιλήσει ο Άγιος Πέτρος. Έρχεται να δώσει τη σωστή έννοια της πίστεως. Ότι η σωστή η πίστις έχει μέσα της ελπίδα και αγάπη. Δεν μπορεί να εί­ναι πίστις νεκρά, εάν δεν πα­ρουσιάζεται μέσα από τα έργα. Και δεν είναι δικό του το δόγμα. Είναι ακριβώς μια ολόκληρη παράδοση την οποία φέρνει μέσα από την Καινή Διαθήκη.

Το υπόβαθρον της πίστεως των Χριστιανών είναι Ιησούς Χριστός και τού­τος εσταυρωμένος. Αυτό δέ­χεται και κηρύσσει ο Άγιος Πέτρος. Το υπόβαθρον αυτό είναι το σημαντικότερο γεγονός της ιστορίας και δια τούτο δεν συνεπάγεται, ούτε ψυχι­κό κορεσμό. Δεν μπορούμε να πούμε βαρέθηκα να πι­στεύω. Δεν έχει ο Χριστός ψυχικό κορεσμό. Δεν έχει ο Χριστός πνευματική εξοικίωσιν. Να κάνουμε τα πάντα ισο­πεδωμένα, μπολντόζα, καταστροφή των όλων. Όχι. Δεν έχει ο Χριστός απλώς και μό­νο μια ευκαιρία για να κατα­στρέψει τον άνθρωπο, αλλά να ανεβάσει τον άνθρωπο εις τα ύψη της τελειότητος.

Επίσης αυτή είναι ο ρυθμιστής της ζωής και της προσωπικότητας εκάστου ανθρώπου, μάλιστα δε των αξιωμάτων της Εκκλησίας. Δια της πίστεως αυτής νοούνται οι θείες αποκαλύψεις, ως ανταπόκρισις της θείας αγάπης, του Θεού προς τον άνθρωπο. Ο Θεός δι’ αγάπης και μέσω της αγάπης παρουσιά­ζεται στον άνθρωπο. Η δε εξέλιξις της αγιότητος είναι έλλαμψις αυτής της αγάπης. Ο Θεός δεν διδάσκει δια πυρός και σιδήρου, όπως λέ­γει το Ισλάμ να παρουσιάσεις και να επιβάλεις την πίστιν προς κάποιον άγνωστον Θεόν.

Ούτε ο Θεός είναι εκείνος που διδάσκει το Ιουδαϊκό δόγ­μα. «Θεός τιμωρός, εκδικη­τής, σκληρός, μισάνθρωπος, απάνθρωπος, οφθαλμόν αντί οφθαλμού». Να έρχεται ο Θε­ός της Βίβλου αντιμέτωπος με τον άνθρωπο της γης. Εν τοι­αύτη περιπτώσει μια καινούρ­για μυθολογία νομίζω δεν εί­ναι της πνευματικής μας θέ­σεως να μπορέσουμε να την ακολουθήσουμε σήμερα. Κύριος Ιησούς Χριστός και τούτος ανεστημένος. Λυτρω­τής, Μεσίας, πράγματι Θεάν­θρωπος που μεταφέρει τον άνθρωπο να τον κάνει κατά χάριν Θεό.

Κατά τον Απόστο­λο Παύλο επίσης όπως λέει και ο Άγιος Πέτρος εκείνος που ενεργεί μέσα μας, κάθε προσπάθεια είναι ο Θεός. Γι’ αυτό λέει «Θεός εστίν ο ενεργών εν ημίν και το θέλειν και το ενεργείν υπέρ της ευδοκίας». Ακριβώς διότι ζούμε τη ζωή του Χριστού εις την Εκκλησίαν, η οποία Εκκλησία – ας μου επιτραπεί η παρένθεσις – δεν είναι σωματείο, ούτε οργάνωσις, ούτε απλό άθροισμα πιστών, αλλά αυτό τούτο το μετά την Ανάστασιν και την Ανάληψιν σώμα Χριστού. Το σώμα το οποίον είδαμε προ ολίγου. Το σώμα εκείνο που είπαμε: «γεύσασθε και ίδετε ότι Χριστός ο Κύριος».

Το Σώμα το μελιζόμενον και μη διαιρούμενον το διδόμενον εις βρώσιν και πόσιν τοις πιστοίς εις ζωήν αιώνιον και εις άφεσιν αμαρτιών». Για τούτο ακριβώς δεν είναι δυνατόν να εννοηθεί πίστις εις Χριστόν, άνευ της προσω­πικής εντάξεως εκάστου εις το πλήρωμα της Εκκλησίας. Όχι εις ομάδας και κομμάτι ή μερίδα της Εκκλησίας. Η ένταξις δε αυτή συντελείται δια της προσωπικής κοινω­νίας του ανθρώπου μετά της σαρκός και του αίματος του Ιησού Χριστού, όπως λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Και ουχί δια μιας απλής θεωρητι­κής αποδοχής της διδασκα­λίας του Χριστού. Εντάξει πι­στεύω ότι ο ένας Θεός, ένας Χριστός, μας είπε να είμαστε καλοί άνθρωποι, να κάνουμε καλά έργα κλπ.

Λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Μπορείς να βρεις πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι να κάνουν έργα καλά, αλλά μέσα τους να έχει φύγει το σπουδαιότερο έργο. Ποιο; το θείο. Ο Θεός. Όταν δεν υπάρχει μέσα στην καρδιά του τότε όλα τα άλλα είναι μια ενδυμασία που μπορεί σή­μερα να την κάνεις λαμπρά και αύριο να την βρωμίσεις. Όταν όμως έχεις το Θεό μέσα σου, τότε ακριβώς ξέρεις τι θα πει πίστις, και έργον και συνάφεια των δύο αυτών θεμάτων.

Η προσωπικότης του Αγίου Πέτρου, του Επισκόπου Άργους και Ναυπλίας, αποτε­λεί τρανό παράδειγμα προς μίμησιν και απόδειξιν προς τους αμφισβητίες κάθε επο­χής, ότι η δια της Χάριτος του Θεού περαιτέρω ανάπτυξη της πίστεως σημαίνει την επι­λεκτικότητα του ανθρώπου έναντι των αληθειών της θεί­ας αποκαλύψεως και την ικα­νότητα της προσωπικότητος του ανθρώπου προς αντανά­κλαση του φωτός των υπερ­φυσικών αληθειών, ώστε κάθε πιστός να υπομένει κάθε μέρα μία νέα μαρτυρία της συνεργείας μετά του Πατρός και της Χάριτος του Θεού και της Αγίας και Αδιαιρέτου και Ομο­ουσίου Τριάδος.

Εδώ ευρίσκε­ται και η πρόοδος της θεολο­γικής επιστήμης. Εάν ομιλού­με για θεολογική επιστήμη, πρόοδος και προοδευτικοί αγαπητοί μου, δεν είναι εκεί­νοι οι θεολόγοι οι οποίοι ανεβαίνουν πίσω εις την έδραν ενός σχολείου, να διδάξουν δηλούντες άθεοι. Δεν μπορεί να είσαι εκπρόσωπος της Εκκλησίας και να μην έχεις πί­στη εις την καρδιά σου. Και οι Πατέρες μας και ο Άγιος Πέ­τρος αυτό έρχεται να μας δεί­ξει. Προηγείται η προσωπικό­της της διδασκαλίας. Και προηγείται της διαποιμάνσεως του ποιμνίου η προσωπι­κότης του Αγίου Πέτρου. Δεν μπορεί ο θεολόγος να είναι και άπιστος.

Άρα λοιπόν δεν είναι πρόοδος αυτή. Δεν είναι οι  θεολόγοι η πρόοδος. Αλλά είναι καταστροφική της προ­σωπικότητος του ανθρώπου επιδημία. Η πρόοδος της θεο­λογικής επιστήμης ευρίσκε­ται μέσα στη ζωή της Εκκλη­σίας. Η οποία πρόοδος όμως δεν σημαίνει ούτε αλλαγήν, ούτε διόρθωσιν της Ορθοδό­ξου ημών Πίστεως έπ’ ευκαι­ρία της συζητήσεως που είχα­με περί των βημάτων του Οι­κουμενικού Πατριαρχείου. Δεν σημαίνει καθόλου κατα­στροφή και άρνηση της Ορθο­δόξου πίστεως. Αλλά είναι κά­τι βαθύτερο.

Σημαίνει απλώς ανάπτυξη και πρόοδο της πνευματικότητος, της προσω­πικότητος, της συνειδήσεως του ελεύθερου ανθρώπου στο να αποδεχθεί και να βιώσει την χάριν της αλήθειας της Εκκλησίας εις την μέθεξιν, πρόκλησιν προς μέθεξιν της Αγίας Τριάδος. Στην ζωή της Εκκλησίας του Χριστού. Της Εκκλησίας ως μόνης θεματοφύλακος των Μυστηρίων της Πίστεως, δια των οποίων βιούται υπό του πληρώματος, όχι μόνο η αλήθεια της πίστεως, αλλά και όλοι οι ιστορικοί πρόοδοι της θεολογικής αυτών ανα­πτύξεως και προόδου.

Σεβασμιώτατοι, αγαπητοί μου φίλοι, κυρίες, κύριοι. Σας κούρασα πιστεύω. Έκλεψα πολύ το χρόνο της αγάπης σας και θέλω να σας ευχαριστήσω για την υπομο­νή αυτή. Ο άνθρωπος σήμερα, αναγνωρίζει και ομολογεί δια της πίστεως του, τον Ιησού Χριστόν ως προσωπικον Σω­τήρα και Λυτρωτήν την δε Εκκλησίαν ως το σώμα του Ιη­σού Χριστού δια της οποίας και ο ίδιος καθίσταται οργανι­κό μέλος του σώματος αυτού. Ο χριστιανός, σήμερα, κάθε ηλικίας, κάθε τάξεως, βλέπει και ανακρίνει εις την ζωήν της Εκκλησίας τα πάντα. Υποκείμεθα προς έλεγχο. Βλέπει και ανακρίνει τα πάντα εις την ζωήν της Εκκλησίας.

Γιατί ο ίδιος είναι κατά την Ορθόδοξον αντίληψη, μέλος αυτού του σώματος που λέγε­ται Εκκλησία. Έτσι λοιπόν ανάλογα με τη βοήθεια που του έχουμε δώσει εμείς, για να δημιουργηθεί αυτή η προ­σωπικότητά  του, βλέπει και κρίνει τα εγκόσμια και υπερκόσμια, τα θεία και τα ανθρώ­πινα, υπό το πρίσμα της αγά­πης του θεού. Όχι του εισαγ­γελέως, και όχι του δημοσίου κατηγόρου. Αλλά όλα μέσα στην αγάπη του Χριστού, της οποίας και ο ίδιος είναι μέλος. Καυχάται, διότι απολαμβάνει τη θαλπωρή αυτής της αγά­πης, δια της χάριτος των Αγίων και δια τη μεγαλειότη­τα της δόξης του Θεού και Πατρός.

Έτσι διδάσκει και ο Άγιος Παύλος. Ο Πιστεύων και διακρινόμε­νος για την προσωπικότητα και πνευματικότητά του άν­θρωπος, διακρίνεται όχι από τη βία, όχι από τον φόνο, όχι από τον πόλεμο, όχι από την αδικία, ή οποιαδήοποτε άλλη δύναμη του κακού, αλλά εκ της αναγνωρίσεως του θελή­ματος του Θεού, εν τω προσώπω του Ιησού Χριστού που είναι μία Τριάδα. Η Τριάδα την οποία ζει ο Άγιος Πέτρος. Δι­δάσκει και παραδίδει σε μας ο Απόστολος Παύλος. Μηνύει δε, μόνον τι; Πίστις, Ελπίς, Αγάπη.

Read Full Post »

Πασχαλινά Αβγά (Λαογραφία)


 

 «…κατέεις παιδί μου γιάντα τα βάφουμε κόκκινα; Γιατί όντεν ανα­στήθηκε ο Χριστός, πρωί-πρωί ήτανε παόμενος ένας αβγουλάς στην πιάτσα μ’ ένα καλάθι αβγά και πούλιε. Από ‘κειδά πέρασε η Μαρία μια μαθήτρια του Χριστού και του λέει: ο Χριστός αναστήθηκε και δε χαίρεσαι; παρά κάθεσαι και πουλείς αβγά και δεν σε νοιάζει είντα γίνεται παρά όξω. Τοτεσάς τσή λέει ο αβγουλάς. Μόνο άνε γεννούνε κόκκινα ταβγά του καλαθιού θα πιστέψω πως αναστήθηκε. Και πραγματικώς δεν επρόλαβε να τελειώσει τη κουβέδα του και γινήκανε κατακόκκινα ταβγά. Άπου τούτονα βάφουνε οι άνθρωποι κόκκι­να αβγά τη Λαμπρή».

(Χειρόγραφο Λαογραφικής Ύλης του σπουδαστηρίου Λαογραφίας της  Φιλοσοφικής  Σχολής του Πανεπιστημίου  Αθηνών,  1738, σ. 171. Σφηνάρι Κισσάμου Χανίων, 1973, Γεωργακάκη Γεωργία)

 

Ανάσταση

 

Το αβγό βαμμένο «κόκκινο» αποτελεί το κύριο σύμβολο της Αναστάσεως του Χριστού και του Πάσχα. Για το λόγο αυτό είναι επιβεβλημένη η πάνδημος συμμετοχή  στη λειτουργία της Αναστάσεως, την οποία έπρεπε να ακούσουν ως και … «οι κλώσσες»: «… όλοι παν στ’ ν Ανάσταση. Κανένας δε γκάθιτι στου σπίτι. Ως κι τ’ ς άρρωστοι πάϊναν στ’ ν ικκλησιά. Σήκουναν κι τ’ ς κλουσσαριές (κλώσσες). Δεν τ’ ς άφηναν πάν'(ω) στ’ αβγά. Ν’ ακούσ’ ν τ’ ν Ανάσταση».

Στην Ήπειρο αιτιολογείται η ενέργεια ως έξης: «Τη νύχτα της Λαμπρής όποια νοικοκυρά έχει κότα στον «κλώσσο» (κλώσσισμα) πρέπει όταν χτυπήσουν οι καμπάνες να τη σηκώσει από    τ ’αβγά της ν’ ακούσει την Ανάσταση, γιατί το πρωί θα βρεθεί ψόφια». Ο συμβολικός συσχετισμός κλώσσας – αβγού με την Ανάσταση είναι έντονα ριζωμένος  στη συνείδηση του λαού, γεγονός το οποίο  εκφράζεται με ποικίλες ενέργειες και τρόπους  όπως οι ανωτέρω.

Το ερυθρό χρώμα, γνωστό ήδη από τους προχριστιανικούς χρόνους, ως ενισχυτικό της συμβολικής ανανεώσεως και ενδυναμώσεως της φύσεως, πρόσφορο και γι’ άλλες εθιμολατρευτικές τελετουργίες επεκτάθηκε και στα κόκκινα αβγά της Λαμπρής, ή αλλιώς πασχαλινά ή λαμπριάτικα. Ας σημειωθεί, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία πολλές φορές υιοθέτησε ειδωλολατρικές δεισιδαιμονίες, τις οποίες έντυσε, φόρτισε και σημασιοδότησε με χριστιανικές μυστικές ερμηνείες και δοξασίες.

 

Πασχαλινά Αβγά

 

Το γεγονός ότι δεν εννοείται Πάσχα «χωρίς κόκκινο αβγό», σύμβολο της Αναστάσεως του Χριστού είναι κοινός τόπος. Με το κόκκινο «ανοίγεται»το βουλωμένο με το αβγό της Τυρινής στόμα των πιστών με τον «χάσκα (μαγικό – μαντικό παίγνιο με βρασμένο αβγό ή ψημένο για την αποτροπή δαιμονικών όντων)», μετά την νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής κατά την Ανάσταση. «Αβγό πρέπει να είναι το πρώτο αρτύσιμο φαγητό», το όποιο τρώγεται πολλές φορές και πριν την «απολύση» της Εκκλησίας αφού το «τσουγκρίσουν», αμέσως μετά το «Χριστός Ανέστη».

Ενώ  στον Βαθύλακκο Κοζάνης «το πρώτο τσούγκρισμα των κόκκινων αβγών επιβάλλεται να γίνεται αμέσως μετά την Ανάσταση, η οποία θεωρείτο «ιερή στιγμή», εις τον Βελβενδό Κοζάνης τελευταίο όριο για την βρώση των αβγών, τα οποία βάφτηκαν την Μεγάλη Πέμπτη θεωρείται η εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, «αλλιώς δεν είναι καλό» και πρέπει να βαφούν νέα την Πέμπτη της Διακαινησίμου.

Χριστός Ανέστη !

Βασικό χαρακτηριστικό της Αναστάσεως είναι το έθιμο του τσουγκρίσματος των αβγών, γνωστό ενδεχομένως από τους Βυζαντινούς Χρόνους (ιγ’ αι.), με την ευετηρική ανταγωνιστικότητά του (νικητής πανελληνίως θεωρείται αυτός του οποίου το αβγό δε θα σπάσει κατά το τσούγκρισμα, όπως π.χ.  στο χωριό Αγγίστη Σερρών «που λένε ότι τυχερός θα είναι αυτός που το αβγό του θα μείνει άσπαστο και ότι θα του πάει καλά η χρονιά») βοηθάει εμμέσως την φύση και τις συνθήκες του βίου για κοινή νίκη και συγχρόνως έχει μαντικό, χαιρετιστήριο, διθυραμβικό, πανηγυρικό και εορταστικό χαρακτήρα.

Πλην των ανωτέρων γνωστών ως προς το τσούγκρισμα δοξασιών υπάρχουν και ποικίλες άλλες  στις οποίες συμφύρονται λαϊκές πίστεις και χριστιανικοί συμβολισμοί.  Στην Φυλή (Χασιά): «μόλις χτύπαγε η καμπάνα, πηγαίνανε στην Εκκλησία μ’ ένα αβγό στην τσέπη, που το σπάνε στην πόρτα της Εκκλησίας με το Χριστός Ανέστη». Ανάλογο έθιμο υπάρχει και  στο Χιλιόδενδρο Καστοριάς: «την πρώτ’ μέρα το Πάσχα, άμα βγαίναμε άπ’ την πόρτα της εκκλησιάς σπάναμε μια γκογκαλνίτσα (αβγό) σταυρωτά στην πόρτα».

Παρατηρούμε ότι  στην ενέργεια αυτή υπάρχει μία επί πλέον προσπάθεια ενισχύσεως του ήδη φορτισμένου με ποικίλες δεισιδαιμονίες αβγού και με τη θεϊκή δύναμη και ευλογία μέσω της θύρας της εκκλησίας, η οποία ως χώρος θεωρείται ηγιασμένη, ώστε η θεϊκή αυτή δύναμη να μεταβιβαστεί και  στον άνθρωπο, ο οποίος θα το φάει. Ανάλογο έθιμο έχουμε και αλλού  στη Μακεδονία, όπου «μετά τη λειτουργία της Αναστάσεως και αφού ο παπάς διαβάσει όλα τα αβγά, θα βγούνε οι κάτοικοι και θα πάει ένας – ένας να σπάσει το αβγό του στο ξύλινο σήμαντρο, το οποίο είναι κρεμασμένο έξω από την Εκκλησία. Ύστερα πιάνεται χορός, κυρίως από γυναίκες που τραγουδούν».

Αξιοσημείωτη είναι και μία εξευμενιστική ενέργεια των κατοίκων του Αγίου Νικολάου Τριχωνίδας, οι οποίοι «του προυί του Πάσχα ταΐζουν και τη βρύση που τρέχει το καθαρό νερό με κόκκινο αβγό, τυρί φρέσκου και καλό ψωμί». Η ενέργεια της προσφοράς ποικίλων η μεμονωμένων τροφικών ειδών, συνήθως πρωτογενών (αβγό, βούτυρο, βασιλόπιττα κλπ.) η πανσπερμιών σε μεταφυσικώς προσωποποιημένες δυνάμεις, όπως είναι η βρύση, το πηγάδι, η πηγή κ.α. την Πρωτοχρονιά με την συνειρμική ευχή «όπως τρέχει το νερό, να τρέχει και το βιος» ή από τη νεόνυμφο προς τον δαίμονα της βρύσης κατά την πρώτη επίσκεψή της εκεί μετά τον γάμο είναι γνωστή και έχει γονιμικό και εξευμενιστικό χαρακτήρα.

Πιστεύω ότι σ’ αυτό αποσκοπεί και η προσφορά του αβγού, ειδικώς φορτισμένου και με τον Αναστάσιμο συμβολισμό, η οποία λειτουργεί και ως μαγικό – θρησκευτική κάλυψη και ψυχολογικό – κοινωνική καταξίωση για τους ίδιους τους κατοίκους. Το έθιμο με παραλλαγές, αλλά με τον ίδιο συμβολισμό του αβγού «ως θυσία για τους δαίμονες του νερού» είναι γνωστό και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Ημέρα βαφής. Ενέργειες και δοξασίες.

 

Το βάψιμο των αβγών στην Μονή Παναγίας (Ν. Ψιλάκη, Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη).

Τα αβγά ανά το πανελλήνιο βάφονται συνήθως από τη μητέρα – οικοδέσποινα τη Μεγάλη Πέμπτη, αλλιώς  και «κόκκινη Πέμπτη», διότι πιστεύεται ότι «τότε τ‘ αβγά δεν χαλάνε». Σ’ ελάχιστες περιπτώσεις τα αβγά βάφουν οι νεόνυμφες γυναίκες «για το καλό τους». Κατά τόπους υπάρχουν ποικίλες δοξασίες και ως προς την ώρα κατά την οποίαν βάφονται τα αβγά τη Μεγάλη Πέμπτη.

Ο πλέον κατάλληλος χρόνος για τη βαφή θεωρείται αυτός ο οποίος μεσολαβεί προ της ανατολής του ηλίου έως «το χτύπημα της πρώτης καμπάνας για τον όρθρο της πρωινής λειτουργίας». Επί πλέον  στο Πισοδέριο Φλωρίνης, το Βογατσικό Καστοριάς και αλλού, κυρίως  στην Βόρειο Ελλάδα: «τη Μεγάλη Πέμπτη το πρωί πριν ανατείλει ο ήλιος και πριν από τον όρθρο απλώναμε μία κόκκινη βελέντζα ή ύφασμα, κατόπιν ανάβαμε τη φωτιά στο τζάκι και βάφαμε τα αβγά κόκκινα».

Εφ’ όσον σύμφωνα με τις αιτιολογικές παραδόσεις «το κόκκινο χρώμα» συμβολίζει το αίμα του Χριστού, προφανώς τη σημασία αυτή έχει και η συνήθεια της αναρτήσεως ερυθρών υφασμάτων από τα παράθυρα, τους εξώστες, την εξώθυρα κλπ. Σύμφωνα και προς τη μαρτυρία από το Δοξάτο Δράμας: «τη Μεγάλη Πέμπτη, μόλις ξυπνήσει η οικοδέσποινα βάζει στην κεντρική πόρτα του σπιτιού της απ’ έξω ένα κόκκινο ύφασμα για να δείξει ότι όλη η ημέρα είναι κόκκινα βαμμένη από το αίμα του Κυρίου πάνω στο Σταυρό».

Στη Νιγρίτα Σερρών τα αβγά βάφονται μετά την πρωϊνή λειτουργία και βεβαίως με ιεροπρεπή τελετουργικό τρόπο.  Στη Θεόπετρα Καλαμπάκας: «τα πασχαλινά αβγά τα βάφουν το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης. Όμως βάφουν τη Μεγάλη Τετάρτη τρία μόνο αβγά — είναι η Αγία Τριάδα — από τα οποία το ένα το χαρίζουν στην Παναγιά». Η συνήθεια βαφής συμβολικού αριθμού αβγών και τη Μεγάλη Τετάρτη μαρτυρείται και  στην Αμυγδαλή Αγυιάς Λαρίσης, όπου «απ’ τη Μεγάλη Τετάρτη το βράδυ εβάφαμε πέντε αβγά. Τα βαστάμι για το Χριστό γιατί με 5 καρφιά σταυρώθηκε».

Γενικώς τα αβγά κατά τη Μεγάλη Πέμπτη συνηθίζεται να βάφονται προ της ενάρξεως της ακολουθίας, διότι αλλιώς πιστεύεται ότι άμα χτυπούσαν οι καμπάνες κι ήταν άβαφα θα έσπαζαν». Σε άλλες περιοχές «από τη στιγμή όμως που ‘θελε να σταματήσει η καμπάνα να χτυπάει, δηλαδή από το μεσημέρι της Μεγάλης Πέμπτης μέχρι το Μέγα Σάββατο το χάραμα δεν πιάνανε αβγά γιατί κλουβιαίνανε. Γι’ αυτό πολλοί τα βάφανε το Μέγα Σάββατο το πρωί». Για το λόγο αυτό  στην Κοντογενάδα Πάλλης: «τα αβγά τα βάφουνε το Μεγάλο Σάββατο και όχι τη Μεγάλη Πέμπτη».

Σε πολλούς τόπους τα αβγά «τα οποία γεννήθηκαν τη Μεγάλη Πέμπτη, όταν τα βάφουν τα ξεχωρίζουν γιατί έχουν ξεχωριστές ιδιότητες και τα χρησιμοποιούν σε πολλές περιστάσεις».  Στον Αλμυρό Μαγνησίας «το αβγό της Μεγάλης Πέμπτης αν γεννηθεί από μαύρη κότα βάφεται χωριστά και φυλάγεται  στο εικόνισμα και χρησιμοποιείται για το «ξεμάτιασμα» των παιδιών». Στις Λιθίνες Σητείας πιστεύεται ότι «τα αβγά της Μεγάλης Πέμπτης όσο και να μείνουν υπάρχει πίστη ότι δεν χαλάνε. Λένε μάλιστα ότι εάν μείνουν πέντε χρόνια γίνονται φλουριά».

Η βαφή των αβγών γίνεται με μεγάλη φροντίδα και τελετουργικό τρόπο. Χρώμα των αβγών, όπως ήδη σημειώθηκε, είναι το κόκκινο, χωρίς βεβαίως να αποκλείονται και τα άλλα χρώματα, όπως κίτρινα (σημαίνει την πίκρα για την Σταύρωση του Χριστού), μπλε κ.α. Ιδιαίτερη σημασία δίδεται και  στη διακόσμηση των αβγών «πολλές φορές τ’ αβγά τα στολίζουν με ζωγραφιές και «ξόμπλια» (δηλαδή στολίδια) διάφορα, που εικονίζουν λουλούδια ή πουλιά. Αυτά τ’ αβγά τα λένε ξομπλωτά, κεντημένα ή πέρδικες».

Μάλιστα τα κορίτσια βάζουν στ’ αβγά και φτερά από χρωματιστό χαρτί καθώς και ουρά από ζυμάρι και τα κάνουν και μοιάζουν σαν πουλάκια έτοιμα να πετάξουν. Αλλού γράφουν σεβαστικές επίκαιρες ευχές και τη φράση «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»!, ή τα αρχικά Χ-Α, εφ’ όσον γνώριζαν «γράμματα». Ας σημειωθεί ότι η κάθε ενέργεια, η οποία σχετίζεται με την βαφή των αβγών σηματοδοτείται από σεβασμό για τα ήδη φορτισμένα με άφθονες μυστικές ιδιότητες και θεοτικές δυνάμεις βαμμένα αβγά.

Οι μυστικές ιδιότητες και οι θείες δυνάμεις του αβγού ενισχύονται ακόμη από την τοποθέτησή τους κατά την Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ  στα πόδια του Εσταυρωμένου κατά την ανάγνωση των Ευαγγελίων. Παραθέτω μία εθιμοτυπική τελετουργία βαφής αβγών από τα Μέγαρα όπου φαίνεται σαφώς όλος ο σεβασμός και οι σχετικές προς αυτά δοξασίες: «τη Μεγάλη Πέμπτη οι γυναίκες βάφουνε κόκκινα αβγά και μετά τα αλείφουνε με λάδι για να γυαλίζουν και να ‘ναι όμορφα. Όλα τα φτιάχνουν όμορφα και ας υπήρχε φτώχια.

Είναι πολύ νοικοκυρές και καθαρές. Ένα αβγό, συνήθως το πρώτο, που θα βαφτεί το βάζουν στα εικονίσματα κι’ εκεί μένει μέχρι το επόμενο Πάσχα που θα αντικατασταθεί. Στη συνέχεια τα βαμμένα αβγά οι Μεγαρίτισσες τα βάζουν σε μια πιατέλα την οποία τοποθετούν πάνω στο τραπέζι του «ανωγιού». Την πιατέλα με τα αβγά τη σκεπάζουν με μια λευκή καθαρή και καλοσιδερωμένη πετσέτα, γιατί είναι αμαρτία να τα βρει η Μεγάλη Παρασκευή που είναι η πιο λυπημένη μέρα».

Την ίδια λογική ενέχει και η ενέργεια των γυναικών  στη Νιγρίτα Σερρών οι οποίες «πριν από την Αποκαθήλωση μαζεύουν τα κόκκινα υφάσματα που ήταν απλωμένα στα μπαλκόνια από τη Μεγάλη Πέμπτη μετά τη βαφή των αβγών». Η Μεγάλη Παρασκευή ως η κατ’ εξοχήν πένθιμη ημέρα του έτους, συνήθως παρουσιάζεται προσωποποιημένη και ως εκ τούτου δεν πρέπει να προκαλείται, ως πενθούσα (οι πενθούντες δεν βάφουν αβγά) με το ερυθρό χρώμα των αβγών (και αυτών των ερυθρών υφασμάτων) τα οποία ήδη προοιωνίζουν το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως.

Ανάλογη είναι και η δοξασία από την Ήπειρο: «όπου τη Μεγάλη Παρασκευή κρύβουν (να μη φαίνεται) και το κόκκινο ακόμη αβγό που έχουν βάλει στο εικόνισμα τη Μεγάλη Πέμπτη». Παρεμφερείς είναι και οι ενέργειες  στα Κύθηρα, όπου «τη Μεγάλη Παρασκευή δεν τυροκομούσαν, δεν πιάνανε τυρί, ούτε αβγά από τη φωλιά, διότι ότι πιάνανε εκείνη την ημέρα βρώμιζε, γι’ αυτό τα κάνανε από τη Μεγάλη Πέμπτη».

Πλην της Μεγάλης Πέμπτης η οποία εθεωρείτο η κατ’ εξοχήν ημέρα για την βαφή αβγών σύμφωνα προς τις πανελλήνιες αντιλήψεις, αβγά έβαφαν σπανιότερα το Μέγα Σάββατο, την Κυριακή του Θωμά, του αγίου Γεωργίου, της Αναλήψεως έως και την Πεντηκοστή. Το έθιμο της βαφής αβγών καθ’ όλη την διάρκεια του πεντηκονταημέρου μετά το Πάσχα και της υποχρεωτικής προσφοράς για «τσούγκρισμα» μεταξύ των συγγενών και των φίλων επιχωριάζει σ’ όλους σχεδόν τους ελληνικούς τόπους.

 

Πασχαλινά Αβγά

 

Αβγά έβαφαν και κάθε Πέμπτη των έξι εβδομάδων μετά το Πάσχα, τα οποία ονομάζονται «εξάπεφτα». Η ενέργεια επεξηγείται ως εξής: «επειδή η βαφή των αβγών θεωρείται ιερή τελετουργία … εμείς είχαμε συνήθεια όλες τις Πέμπτες μετά το Πάσχα, σύνολο 6, που βάφαμε αβγά μέχρι της Αναλήψεως να μην πηγαίνουμε στη δουλειά γιατί ήταν αργία». Δηλαδή η ημέρα της βαφής των αβγών, λόγω της ιερότητάς της, επιτάσσει αργία. Η Πέμπτη της Διακαινησίμου λέγεται και «αγιοπέφτη» όπως και όλες οι Πέμπτες του Απρίλη και τ’ αβγά «αγιοπεφτιάτικα».

Στη Θράκη υπήρχε η δοξασία, ότι «εάν έβαφαν τις εφτά Πέμπτες, συμπεριλαμβανομένης και της κόκκινης Πέμπτης (Μεγάλης) από έξι αβγά, ήταν καλό για να ζει το στεφάνι (οι σύζυγοι) και τα παιδιά». Σχετική είναι και η αντίληψη από την Σαλαμίνα: «Το πρώτο κόκκινο αβγό το βάζουν στη στεφανοθήκη. Το λένε αβγό του Χριστού, όπου το αφήνουν ένα χρόνο. Είναι καλό για το αντρόγυνο». Αβγά βάφονται επίσης την Πρωτομαγιά, εφ’ όσον αυτή συνέπιπτε εντός της πασχαλινής περιόδου, η οποία όπως δηλώνει και το όνομά της είναι κατ’ εξοχήν μαγική και μαντική ημέρα.  Στην Φυλή «Όταν η Πρωτομαγιά πέφτει στην περίοδο του Πάσχα οι κοπέλες πρωί – πρωί θα βάψουν αβγά και θα βγούνε στον ήλιο να δούνε την «ισκιά» (μαντική ενέργεια)».

Τα τσόφλια των πασχαλινών αβγών χρησιμοποιούνται και ως σημειολογικά της Αναστάσεως του Χριστού, έτσι «το Πάσχα με τα τσόφλια από τα κόκκινα αβγά έφτιαχναν έξω από την πόρτα ένα σταυρό που σήμαινε το «Χριστός Ανέστη».  Στην Ήπειρο πάλι όταν γυρίζουν από την Ανάσταση, ξημερώνοντας γεμίζουν μισό τσόφλι από κόκκινο αβγό με κοπριά αγελάδας (ευφορικό σύμβολο) και το κολλούν πάνω στο πράκι της θύρας τους.

 

Εξορκιστικές ενέργειες

 

«Τα τσόφλια των πασχαλινών αβγών τα φυλάνε και τα ρίχνουν μαζί με ροδοπέταλα και άλλα λουλούδια έξω από την είσοδο του σπιτιού τα χαράματα της Πρωτομαγιάς για το καλό του χρόνου»(διαβατήριος – μεταβατική ώρα). Για το καλό του χρόνου και την απαλλαγή από τους ψύλλους γίνεται  στο Στασίο και η εξής εξορκιστική ενέργεια την Κυριακή της Τυρινής (μεταβατική ώρα από τον χειμώνα  στην άνοιξη): «στο τέλος του φαγητού μαζεύουν τα υπολείμματα και τις αβγόφλουδες» και μια κοπέλα τρέχει σε ένα γειτονικό σπίτι και τα πετά στην αυλή φωνάζοντας Κυρα… τους ψύλλους εγώ τους ξεχειμώνιασα, εσύ να τους ξεκαλοκαιριάσεις».

Ως γνωστόν τα ποικίλα ζωύφια, ψύλλοι, κοριοί κ.α. κάνουν την εμφάνισή τους κατά την άνοιξη για αυτό γίνεται προσπάθεια να εξορκισθούν με πολλούς τρόπους και μαγικές ενέργειες όπως π.χ. με τα τσόφλια των αβγών της Τυρινής, τα οποία ενέχουν μεταξύ των άλλων αποτρεπτική δύναμη, η οποία ενισχύεται και με τη χρησιμοποιημένη επωδή.

 

Δοξασίες ποιμένων

 

Ενώ όμως ο περισσότερος κόσμος βάφει τα αβγά τη Μεγάλη Πέμπτη ή το Μέγα Σάββατο, οι ποιμενικοί πληθυσμοί «ή δε βάφουν ή δεν τσουγκρίζουν αβγά τη Λαμπρή γιατί δεν έκανε να πιάσουν κόκκινα αβγά, γιατί τα ζώα παθαίνουν «αβγουλήθρα», ασθένεια των προβάτων. Τα αβγά οι ποιμένες τα βάφουν συνήθως την Δευτέρα του Πάσχα». Πρόκειται για πανελλήνιο ομοιοπαθητική πίστη με κατά τόπους παραλλαγές όπως θα φανεί από τα παρατιθέμενα ενδεικτικά παραδείγματα:

 «Μετά την Ανάσταση τσουγκρίζουν μεν, αλλά δεν τα τρώνε τα αβγά, για να μη βγάλουν αβγουλήθρες τα πρόβατα».

«Ανήμερα το Πάσχα οι τσοπάνηδες δεν τρώνε κόκκινα αβγά για να μη βγάλουν αβγουλήθρα τα πρόβατα. Την ίδια μέρα δεν τρώνε και γάλα για να μη τους φτύσει η μύγα».

«Ανήμερα το Πάσχα οι τσοπάνηδες δεν πιάνουν αβγά για να μη πάθουν τα ζώα κακό (γενικώς), να πάθουν αβγουλήθρες, να βγάλουν σπυριά στα μαστάρια τους».

«Την Ανάσταση απαγορεύεται ο τσοπάνος να πιάσει αβγά είτε κόκκινα είτε άσπρα, αν δεν έχει προηγουμένως αρμέξει. Σε περίπτωση που ξεχάσει και πιάσει αβγά πρέπει να πιάσει τη γάτα (εξορκιστικό του κακού) και μετά να πάει να αρμέξει»κ.α.

Η απαγόρευση σε πολλά μέρη επεκτείνεται και  «στις τυρόπιττες», διότι εμπεριέχουν και αβγά.

Η βρώση ή και το τσούγκρισμα των αβγών ανήμερα το Πάσχα απαγο­ρεύεται και προληπτικώς βάσει της αναλογικής σκέψεως και αφορά  στην υγεία των ανθρώπων σύμφωνα με τη μαρτυρία από το Χιλιόδενδρο του νομού Καστοριάς: «…μα δε το σπάναμε ουδέ τρώγαμε κόκκινα αβγά την πρώτ’ μέ­ρα να μη μας μελανιάζουν τα χείλια». Ακόμη «το αβγό της Πασχαλιάς δεν κάνει να μοιρασθεί γιατί τα γίδια παθαίνουν αβγουλίτιδα».

Σε πολλά μέρη πιστεύεται ότι «κι’ οι γυναίκις δεν έκανι να φαν για να μην τ’ς βρίσκ’ν τα «ρούχα» τ’ς μέρις του Πάσχα».

 

Πένθος

                    

Όσοι έχουν πένθος, αναλόγως με τα κατά τόπους έθιμα ή δε βάφουν καθόλου αβγά ή βάφουν υποχρεωτικώς ένα μόνο αβγό, όπως στα Καλύβια «δια το καλόν». Διότι όπως πιστεύεται γενικώς  στην Αττική «άμα δεν βάψεις τον πρώτο χρόνο, μετά απαγορεύεται να βάψεις επί τρία συνεχόμενα χρόνια». Αντίστοιχη είναι η συνήθεια από την Κυπαρισσία: «Το Πάσχα δεν βάφουνε αβγά, όμως μπορεί να δώσουν στην γειτόνισσα να τους βάψει λί­γα κόκκινα, για το καλό, γιατί αν δε βάψουν καθόλου πρέπει να περάσουν τρία χρόνια για να ξαναβάψουν». Σε άλλες πάλι περιοχές, όπως  στην Κά­τω Λαψίστα Ιωαννίνων «τα έβαφαν μαύρα ή δεν έβαφαν καθόλου», όπως συμβαίνει  στη Θράκη και σχεδόν σ’ όλο τον ελληνικό πολιτισμικό χώρο.  Στο Αχλάδι Ευβοίας πάλι: «οι πενθούντες δε βάφουν τ’  αβγά κόκκινα, χρώμα της χαράς, αλλά μπλε, καφέ ή «μπλιτζιονίσια» (μώβ)… Έμ τε πρώτη χρουνιά κι να βάφτει κόκκινα αβγά! …δε γκάνει!».

 

Αιτιολογία του ερυθρού χρώματος

                                                                                                              

Ερμηνευτική του ερυθρού χρώματος των αβγών του Πάσχα είναι και η αιτιολογική παράδοση της Αττικής γνωστή με ποικίλες ανά το πανελλήνιο παραλλαγές: «μια γυναίκα εβραία, ή ό,τι άλλο, είχε άσπρα αβγά στην ποδιά της. Της είπανε το λοιπόν ότι ανεστήθη ο Χριστός κι’ εκείνη είπε: «αν κοκκινίσουν τα άσπρα αβγά, τότε θα έχει αναστηθεί ο Χριστός». Και τότε εκείνα κοκκίνισαν!».

Ενδιαφέρουσα είναι η παραλλαγή από τον Κάμπο Βοιών Λακωνίας για το ερυθρό χρώμα των αβγών: «Τη Μεγάλη Πέμπτη βάφουν τα αβγά κόκκι­να, γιατί λένε ότι η Παναγία μετά τη Σταύρωση του Χριστού έβαψε κόκκι­να αβγά και τα μοίρασε, γιατί ήταν Πάσχα, χωρίς να την εμποδίσει ο πόνος για τον γιό της».  Στο Αχλάδι Ευβοίας «τα αβγά τα βάφουν κόκκινα διότι θεωρείται ότι είναι το αίμα του Χριστού που χύθηκε».

Πλην των αιτιολογικών δημωδών παραδόσεων ως προς το χρώμα των αβγών, υπάρχουν και οι επιστημονικές ερμηνείες των: Νικολάου Πολίτου, Α. Κεραμοπούλλου, Φαίδωνος Κουκουλέ, Στίλπωνος Κυριακίδου, Γεωργίου Μέγα, Γεωργίου Σπυριδάκη, Δημ. Λουκάτου, Στεφ. Ημέλλου κ.ά., των οποί­ων τις θεωρίες καταγράφει ενδεικτικώς ο Ανδρέας Ρουσουνίδης.

 

Βαφή

 

Άφθονες είναι και οι δεισιδαίμονες δοξασίες, οι οποίες σχετίζονται με τη βαφή των αβγών, τη χρήση και φύλαξή της, το αγγείο  στο οποίο τοποθετείται, τη σύσταση της βαφής (συνήθως από φυτικές ύλες). Το δοχείο  στο οποίο βάφονται τα αβγά πρέπει να είναι καινούργιο(η χρήση του αμεταχείριστου είναι γνωστή και από άλλες ενέργειες).

Η βαφή σε πολλές περιοχές της Ελλάδας φυλάσσεται «τεσσαράκοντα ημέρες και εν συνεχεία τη «σκορπίζουν» ή τη χύνουν στη θάλασσα της Α­ναλήψεως την ώρα πού χτυπάνε οι καμπάνες για εσπερινό».

Στη Μύρινα της Λήμνου τη Μεγάλη Πέμπτη «τοποθετούν λίγο χρώμα (βαφή) από το κόκκινο των αβγών στο καντήλι για το καλό. Αυτό το κρατούν 40 ήμε­ρες».  Στην Κατοχή Βόνιτσας υπάρχει η εξής δοξασία ως προς τη χρονική διάρκεια της διατηρήσεως της βαφής: «η γυναίκα αν δεν βάψ’ αβγά τ’ μηγάλ’ Πέμπτ’ τα βάφτ’ του μέγα Σάββα(το). Άμα τα βάψ’ τ’ μηγάλ’ Πέμπτ’ πρέπ’ να κρατήσ’ τ’ βαφή σαράντα μέρις κι ύστηρα να ντή χύσ’. Άμα όμους τα βάψ’ του μέγα Σάββα μπουρεί να ‘νη χύσ’ αμέσους. Δεν κάν’ νά χύσ’ τ’ βαφή τσ’ μεγάλ’ ς Πέμπτ’ ς γιατί τότι χύθκη τού αίμα τ’ Χριστού» (ομοιοπα­θητικός παραλληλισμός).

Οι βαφές (μπογιές) των αβγών παλαιότερα ήταν φυτικές και «τις έφτιαναν οι νοικοκυρές μόνες τους», όπως  στην Αττική.  Στο Βογατσικό Καστοριάς «θεωρείται μεγάλη αμαρτία η χρήση έτοιμης μπογιάς». Επίσης έντονη ήταν και η πρόληψη: «άμα τα αβγά δεν παίρνανε χρώμα λένε το ‘χει η κότα. Η επιτυχία της βαφής πιστεύεται ότι εξαρτάται από το ίδιο το αβγό. Για την αποτυχία του χρώματος ενοχοποιείται και η όρνις.

Η αποτυχία του χρώματος πιστεύεται επίσης ότι είναι δυσοίωνο σημείο για την οικογένεια: «…δίνουμε σημασία στο χρώμα πού θα πάρουνε τα αβγά. Αν το κόκκινο είναι χτυπητό, ετούτο σημαίνει καλό για την φαμελιά, αν είναι μουντό, ετούτο είναι κακό ή κάποιος θα πεθάνει». Όμως υπάρχει και η αντίθετη δοξασία: ότι το αποτυχημένο κατά τη βαφή «ασπριδερό» αβγό ο «τζιουμπάνος», όπως αποκαλείται  στα χωριά της Καλαμπάκας, είναι φυλακτικό της υγείας: «Τη Μιγάλι Πέμπτη βάφιν’ τάβγά προυΐ – προυΐ κόκκινα. Του προύτου (πρώτο) πού βάζ’ ν μέσα (στη μπογιά) δε βάφει (βάφεται) καλά λεν (λένε). Βγαίνει άσπρου κι λέν’: α αυτό είνι ου τζουμπάνους, γι’ αυτό είνι άσπρου. Τόβγαν (το έθεταν) κουντά (δίπλα) αυτό τ’ άσπρου κι σταύρωναν όλη τ’ ν οικουγένεια να ‘ν γιρός. Μιτά τόβαζαν στου καντήλ’ (εικονοστάσι) κι του κρατάν’ όλη τ’ χρουνιά, όπως τ’ αντίδουρου».

 

«Μεγαλοπεφτιάτικα» αβγά

 

Ιδιαίτερα φορτισμένο με δοξασίες, θεωρείται πανελληνίως «το πρώτο αβγό», το οποίο γεννήθηκε και βάφτηκε την Μεγάλη Πέμπτη και πολύ περισσότερο εφ’ όσον προέρχεται από «μαύρη κότα». Στον Αλμυρό Μαγνησίας το αβγό της Μεγάλης Πέμπτης αν γεννηθεί από μαύρη κότα βάφεται χωριστά και φυλάγεται  στο εικόνισμα και χρησι­μοποιείται για το «ξεμάτιασμα των παιδιών».  Στις Λιθίνες Σητείας πιστεύεται ότι «τα αβγά της Μεγάλης Πέμπτης όσο και να μείνουν υπάρχει πίστη ότι δε χαλάνε. Λένε μάλιστα ότι εάν μείνουν χρόνια γίνονται φλουριά». Σε πολλούς τόπους γενικώς τ’ αβγά «τα οποία γεννήθηκαν τη Μεγάλη Πέμπτη, όταν τα βάφουν τα ξεχωρίζουν γιατί έχουν ξεχωριστές ιδιότητες και τα χρησιμοποιούν σε πολλές περιπτώσεις».

Τα «μεγαλοπεφτιάτικα» αβγά, όπως ονομάζονται κοινώς, χρησιμοποι­ούνται σε ποικίλες τελετές, δεισιδαίμονες ενέργειες, συμβολικές πράξεις, λατρευτικές συνήθειες κ.ά. Ολόκληρα τα «μεγαλοπεφτιάτικα» αβγά ή μόνο τα «τσόφλια» χρησιμοποιούνται ως φίλτρα και «μισητικά» σε ποικίλους καταδέσμους, αποτρεπτικά των δαιμονικών δυνάμεων, προληπτικά βλαπτικών ενεργειών, αλεξητήριος δύναμη ασθενειών (πανώλης).

Στους αγροτικούς πληθυσμούς, όπως και της Αττικής, η χρήση του «μεγαλοπεφτιάτικου» αβγού γίνεται για την ευόδωση της καλλιέργειας φυτών και δένδρων. Γνωστή γενικώς είναι και η αντιβασκάνιος χρήση των αβγών για την προστασία των φυτών τόσο  στην Αττική (Κουβαράς, Καλύβια κ.ά.), όσο και αλλού: «Στις γλάστρες πού έχουν ωραία άνθη συνηθίζουν να βάζουν ένα σκόρδο και ένα αβγό φυσικά άδειο (το κέλυφος) για να μη τα πιάσει το κακό μάτι και μαραθούν».

Πολλές φορές δε και προληπτικώς σε ποι­κίλες ενέργειες, οι οποίες αφορούν  στην προστασία των αγρών και την αποτροπή θεομηνιών, όπως το χαλάζι του Αγίου Παντελεήμονος, οριακή και επικίνδυνη για θεομηνίες καλοκαιρινή ώρα, «χώνανε τ’ αβγά που γεν­νούσαν οι κότες τη Μεγάλη Πέμπτη στο αμπέλι, για να φυλάξουνε από το χαλάζι». Οριακή για τη χαλαζόπτωση θεωρείται  στο νομό Πέλλας και η εορτή του Αγίου Γεωργίου.

Για το λόγο αυτό προληπτικώς «παίρνουν ένα κόκκινο αβγό και το πηγαίνουν και το χώνουν στα χωράφια. Σε περίπτω­ση δε που πιάνει χαλάζι το καλοκαίρι βγάζουν έξω με την πυροστιά ένα κόκ­κινο αβγό που το φυλάσσουν στο εικόνισμα από τη Μεγάλη Πέμπτη, και το χαλάζι σταματάει». Η πυροστιά  στη λαϊκή αντίληψη, συνδεόμενη με την εστία διαθέτει και αυτή αποτρεπτική δύναμη, η οποία ενισχύεται και με άλλα σύμβολα, όπως  στην προκειμένη περίπτωση με τη δύναμη του αβγού, οπότε η ενέργεια για την ανατροπή του χαλαζιού πιστεύεται ότι θα είναι πλέον αποτελεσματική.

 

Μαρία Μηλίγκου – Μαρκαντώνη

 

Πηγή      


  • « Λαογραφικά του «αβγού» και της «αβγοκουλούρας» και κυρίως εις τον Νομόν Αττικής, Μαρία Μηλίγκου – Μαρκαντώνη, Ανατύπωσις εκ του Ν΄, 1999-2000, τόμου της Επετηρίδος της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, Εν Αθήναις, 2006.

Read Full Post »

Εικονοστάσια


 

«… Από τη μικρότητα του τόπου,

ο οποίος παλεύει με μεγάλες ενάντιες δυνάμεις,

θέλει να έβγουν οι μεγάλες ουσίες».

(Δ. Σολωμός. Ποιήματα και πεζά, Αθήνα, Εξάντας 1990)

 

Εικονοστάσι στη Νέα Τίρυνθα Αργολίδας

θεός και άνθρωπος είναι οι δύο πόλοι της θρησκείας. Υπερβατικό το ένα στοιχείο της πραγματικότητας και ενδοκοσμικό το άλλο, το θείο και το ανθρώπινο συνιστούν τις παραμέτρους της έννοιας του ιερού. Το ανθρώπινο αναφέρεται στο θείο με δύο διαφορετικούς τρόπους: θετικά και αρνητικά. Η θετική στάση συνιστά το θεϊσμό και η αρνητική τον αθεϊσμό.

Καλούμαστε να προλογίσουμε, αυτό – που κατά την ταπεινή μας γνώμη – ανήκει στην πρώτη περίπτωση αγγίζοντας την υπερβολή ίσως: τα εικονοστάσια ή προσκυνητάρια, κατά τη λαϊκή έκφραση. Η ύπαρξή τους έχει λόγο: υποδηλώνει την επιθυμία να εξιλεωθεί το θείο, την επισήμανση κάποιου ιερού τόπου ή τέλος, την ανάμνηση κάποιου καλού ή κακού γεγονότος. Για τους λόγους αυτούς ίσως να μην ήταν άστοχη η ονομασία «μαρτύρια».

Η κατασκευή ενός «προσκυνηταριού» υπερβαίνει τις «καθ’ ύλην» υποχρεώσεις του πιστού, ο οποίος πραγματοποιεί με τον τρόπο αυτό μια επιπλέον προσφορά στο θείο. Τα ιδιότυπα αυτά μνημεία συνίστανται από έναν στοιχειώδη δομικό πυρήνα με μικρές διαστάσεις, που έχει απαραιτήτως στην κορυφή του το χριστιανικό σταυρό.

Ο πυρήνας αυτός περιλαμβάνει στους κόλπους του δύο κοιλότητες, το εικονοστάσι και τον κορμό για τις ελεημοσύνες, κάτι που παλαιότερα υπήρχε στα περισσότερα προσκυνητάρια, όπου οι πιστοί έριχναν τον όβολό τους. Στον επάνω χώρο φυλάσσεται η εικόνα του Αγίου, στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένο το προσκυνητάρι, το λάδι και όλα τα απαραίτητα για τη συντήρηση του καντηλιού.

 

Εικονοστάσι στη Μιδέα Αργολίδας

 

Υπάρχει πληθώρα προσκυνηταριών, που συναντά κανείς διάσπαρτα στην πατρίδα μας, τα περισσότερα στην ύπαιθρο χώρα, κυρίως στο κεντρικό και επαρχιακό δίκτυο.  Οι ιδιότυποι αυτοί ιεροί χώροι έχουν ποικίλη μορφή και περιεχόμενο. Ως ταπεινά ναΐδρια καταθέτουν τη «μαρτυρία» και τον πόνο των ανθρώπων. Όσον αφορά στη διαμόρφωση των προσκυνηταριών, κυρίαρχο ρόλο έχουν τα διαθέσιμα δομικά υλικά του χώρου της κατασκευής τους, τα οικονομικά μέσα και τέλος, η έμφυτη αισθητική του λαϊκού τεχνίτη που αναλαμβάνει την κατασκευή τους.

Ο συνδυασμός των παραπάνω προϋποθέσεων έχει ως αποτέλεσμα την ποικιλία των μορφών και τη διαφορετική τεχνοτροπία του ενός από το άλλο, ώστε πολλές φορές η ποιότητά τους να είναι αμφίβολη και η αισθητική τους αμφισβητήσιμη. Σε μερικές περιπτώσεις, χωρίς υπερβολή, παρατηρούμε ότι εμφανίζονται σε όμοιες μορφές ομάδες και άλλοτε πάλι, με κάποια γεωγραφική συνοχή.

 

Εικονοστάσι στην Αρχαία Επίδαυρο

 

Εκφράζουν πηγαία συναισθήματα. Και κυρίως, συνοψίζουν την ιδιότυπη λαϊκή θρησκευτικότητα. Αυτό φαίνεται στα κοιλώματα των δένδρων, στα βραχώδη τοιχώματα, στα μικρά σπήλαια και σε όλα αυτά τα απίθανα μέρη που επιλέγει η ανθρώπινη παρόρμηση, για να καταθέσει την ψυχή της. Αξιοσημείωτο είναι το ότι συναντάμε προσκυνητάρια ακόμα και έξω από την Ελλάδα.

Να σημειωθεί επίσης ότι στην εκκλησιαστική τέχνη η Πίστη προηγείται, ενώ η Τέχνη κυριαρχείται από αυτήν. Δεν εκφράζονται ατομικά συναισθήματα, αλλά συλλογική αποδοχή του «ακατάληπτου» μυστηρίου που «εισέβαλε» στην ιστορική πραγματικότητα «διά την ημετέραν σωτηρίαν», γι’ αυτό και διατηρείται η ανωνυμία του εκκλησιαστικού καλλιτέχνη, ακόμη και αν είναι γνωστός.

 

Κείμενο: Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σελλής

Έρευνα – φωτογραφίες : Γιώργος Αντωνίου

  

Πηγή


Read Full Post »

Καμπαναριά


  

Ακούγεται ένα σήμαντρο – λυπητικά σημαίνει…

Γλαν, γλαν, γλαν, γλαν… Τι να ‘τυχε; Ποιος τάχα να πεθαίνει;

Αντήχησεν η λαγκαδιά. Γλαν, γλαν… αναστενάζει.

Ο θλιβερός αντίλαλος και τα’ αγεράκι σκιάζει.

Γλαν, γλαν… πάλε το σήμαντρο λυπητικά σημαίνει…

(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Το σήμαντρο»)

 

Άγιοι Απόστολοι Ναυπλίου

Εύρος συναισθημάτων προκαλεί ο ήχος της καμπάνας και των ση­μάντρων που κοσμούν τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της πατρίδας μας: από το κάλεσμα στις ιερές ακολουθίες και την επισήμανση των ιερών στιγμών της λατρείας έως την ειδοποίηση για χαρμόσυνα ή δυσάρεστα γεγονότα. Το κάλεσμα με σήμαντρα είναι γνωστό από την αρχαιότητα. Για την πρόσκληση του λαού σε τελετές και συναθροίσεις χρησιμοποιούνταν μεγάλα τεμάχια μετάλλου, κρεμασμένα σε σχοινιά που τα έκρουαν με μεταλλικές ή ξύλινες ράβδους. Η χρήση μικρών κωδώνων αναφέρεται και στη λατρεία των αρχαίων λαών: Σύρων, Αιγυπτίων, Ρωμαίων κ.ά.

Στο βιβλίο της Εξόδου αναφέρεται η ύπαρξη χρυσών κωδωνίσκων στις αρχιερατικές στολές. Αντιθέτως, για το κάλεσμα των Ισραηλιτών στις θρησκευτικές συγκεντρώσεις χρησιμοποιούνταν σάλπιγγες, με τις οποίες οι ιερείς γνωστοποιούσαν στο λαό τις νουμηνίες και τα Ιωβηλαία. Είχε θεσπιστεί η Εορτή των Σαλπίγγων την πρώτη του εβδόμου μηνός.

Είναι άγνωστο πότε έγινε η χρήση κωδώνων στη χριστιανική λατρεία για πρώτη φορά. Κατά την περίοδο των διωγμών οι πιστοί καλούνταν είτε με ενημέρωση στην απόλυση της προηγούμενης σύναξης είτε με τους «Θεοδρόμους» ή «Λαοσυνάκτες», οι οποίοι, με κίνδυνο της ζωής τους ειδοποιούσαν από πόρτα σε πόρτα για τον τόπο και το χρόνο της επομένης. Κατά την Τουρκοκρατία, την ειδοποίηση αναλάμβανε ο λεγόμενος από τους Έλληνες «κράκτης», από δε τους Τούρκους «τσεχενδεμίν νταβετσί» (δηλ. κλητήρας του Άδη).

 

Παναρίτι Αργολίδας (1905)

 

Μετά τους διωγμούς εισήχθησαν στους ναούς και στα μοναστήρια τα λεγόμενα «αγιοσίδερα», δηλ. σιδερένια ή ξύλινα σήμαντρα, που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Οι μεγάλες καμπάνες για την πρόσκληση του λαού στις ιερές ακολουθίες εμφανίζονται αρχικά στη Δυτική Εκκλησία. Το όνομά τους το πήραν από την πόλη της Γαλλίας Καμπανία, όπου υπήρχε ονομαστός χαλκός.

Η ετυμολογία της λέξης «καμπάνα», που παραπέμπει στη λέξη «κάμπος» (όπου ο ήχος ακούγεται χωρίς εμπόδια από τις ψηλά κρεμασμένες καμπάνες) και αποδίδεται στον ιστορικό Βαλσαμώνα, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Για λειτουργική χρήση οι καμπάνες εισήχθησαν πιθανόν από τον Πάπα της Ρώμης Σαβιανό. Ο Πάπας Ιωάννης ΚΓ’ εισήγαγε το λεγόμενο βάπτισμα των κωδώνων, δίνοντας ταυτόχρονα σε κάθε καμπάνα το όνομα ενός Αγίου.

 

Ζωοδόχος Πηγή, Κεφαλάρι Άργους

 

Στην Ανατολή κάποιος Βυζαντινός χρονογράφος αναφέρει ότι τον Θ’ αι. ο δούκας της Ενετίας Ούρσος χάρισε στον αυτοκράτορα Μιχαήλ δώδεκα μεγάλες καμπάνες, τις οποίες κρέμασε σε ιδιαίτερο πύργο στην αυλή της Αγίας Σοφίας. Πρώτη φορά τις έβλεπαν οι Βυζαντινοί, όμως τους άρεσαν τόσο, ώστε γενικεύτηκε η χρήση τους.

Οι Τούρκοι απαγόρευσαν τη χρήση τους κατά τη δουλεία, με εξαίρεση το Άγιον Όρος, τα Ιωάννινα και μερικά νησιά, για να μην ταράσσεται ο ύπνος των νεκρών Μουσουλμάνων, γιατί «ο κώδων είναι το μυστικόν όργανον του διαβόλου». Αντίθετα, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός γράφει: «το σήμαντρο αινίττεται τας των αγγέλων σάλπιγγας διεγείρει δε και τους αγωνιστάς προς τον των αοράτων εχθρών πόλεμον».

Οι πιο παλιές γνωστές καμπάνες συναντώνται τον όγδοο αιώνα. Η κατασκευή τους είναι χονδροειδής και αποτελείται από μεταλλικές πλάκες, συναρμολογημένες με σφυρηλατημένα καρφιά, όπως οι κατοπινοί λέβητες. Αργότερα επικράτησε η κατασκευή τους από χυτό ορείχαλκο άριστης ποιότητας. Η χρήση χρυσού ή ασημιού για καλύτερη ηχητική απόδοση ελέγχεται.

Το καμπαναριό είναι η θέση από όπου αντηχεί η καμπάνα με τη γλυκιά φωνή της. Στην Ανατολική Εκκλησία η θέση του καμπαναριού είναι στη δυτική πλευρά του ναού, ενσωματωμένο σ’ αυτόν ή σε ξεχωριστό κτίσμα, φτιαγμένο από πέτρα, μάρμαρο ή, σπανιότερα, σίδηρο. Ο αριθμός των καμπάνων ποικίλλει. Τα τελευταία χρόνια έκαναν την εμφάνιση τους οι ηλεκτρικές καμπάνες, καθώς και τα ρολόγια στις τέσσερις πλευρές των καμπαναριών, που χτυπούν και δείχνουν την ώρα.

 

Κείμενο: Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σελλής

Έρευνα – φωτογραφίες : Γιώργος Αντωνίου

  

Πηγή


Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό, « Η Ορθοδοξία είναι η Εκκλησία »  


  

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  13  Μαρτίου 2011  και ώρα 7 μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα μιλήσει:

 

Ο  Πανοσιολογιώτατος  Αρχιμανδρίτης

  π. Αστέριος  Χατζηνικολάου

Προϊστάμενος  Αδελφότητος  Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ» με θέμα:

« Η Ορθοδοξία είναι η Εκκλησία».

 

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

 

Κυριακή της Ορθοδοξίας


  

Την Κυριακή της Ορθοδοξίας γιορτάζουμε τον αιώνιο θρίαμβο της Εκκλησίας, δια μέσου των αιώνων, που συνεχίζεται εντυπωσιακά και στην εποχή μας.  Σήμερα ο μεγαλύτερος κίνδυνος που διατρέχουμε, είναι να επηρεασθούμε από τη νοοτροπία του διαθρησκειακού και διαχριστιανικού συγκρητισμού, που υποστηρίζει, εν ονόματι μάλιστα μιας αμφιβόλου ποιότητος και κίβδηλης αγάπης, ότι όλοι είμαστε περίπου το ίδιο. Μέσα στην σύγχρονη παγκόσμια σύγχυση, αλλοιώνονται τα κριτήρια της αλήθειας.

Όμως μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η αληθινή, οργανική και αδιάσπαστη συνέχεια της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας του Χριστού. Είναι η Εκκλησία των αγίων Αποστόλων και των θεοφόρων Πατέρων, είναι το σώμα του Χριστού, είναι « στύλος και εδραίωμα της αληθείας», είναι η μία Εκκλησία.

Το χρέος μας είναι να μελετούμε την αλήθεια της Ορθοδόξου Πίστεώς μας και να τη μεταφράζουμε σε ζωή. Να ακολουθούμε το πρότυπο και τη μαρτυρία των Αγίων μας. Να διακρίνουμε με ευαισθησία τα σημεία των καιρών και να μένουμε αμετακίνητοι στην αλήθεια.

Η μάχη της αλήθειας με το ψεύδος εισέρχεται σήμερα στην πιο κρίσιμη φάση της. « Εσχάτη ώρα εστί» ( Α΄ Ιωάν. β΄18). Οι πλάνες και οι αιρέσεις θα σβήσουν. Ο Χριστός και η αλήθειά Του θα μένουν στον αιώνα. Διότι ο αιώνιος λόγος Του « εξήλθεν νικών και ίνα νικήση» (Αποκ. στ΄ 2).

 

Read Full Post »

Θεοφάνεια στο Κρανίδι Αργολίδας


 

«Εν Ιορδάνη Βαπτιζομένου Σου Κύριε…»

Μεγάλη εορτή του Χριστιανισμού, σε ανάμνηση της Βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (ή Βαπτιστή). Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 6 Ιανουαρίου και είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου, που ξεκινά με τα Χριστούγεννα. Λέγεται, επίσης, Επιφάνεια και Φώτα.

 

Η Βάπτιση του Ιησού Χριστού

Την παραμονή των Φώτων λένε τα κάλαντα και τους δίνουνε μαζέδες σαρακοστιανούς, γιατί δεν τρώνε την παραμονή των Φώτων, για να πιουν αγιασμό. Και τους δίνανε βέβαια την κότα* με τον φιόγκο στον λαιμό. Και μετά τις γιορτές μαζευόντουσαν όλοι ή έξω στα περιβόλια ή σ’ ένα σπίτι και τις τρώγανε και γλεντάγανε.

*[ Τα κάλαντα τα λέγανε όλη την ημέρα τα παιδιά. Το βραδάκι πηγαίνανε τα νέα ανδρόγυνα, στα σπίτια, και τα λέγανε, και τους δίδανε άρα (=καρύδια), λεφτοκάρα (=φουντούκια), ρεμπεμπλιά (=στραγάλια αφράτα). Τους δίνανε παλιά και από μια κότα, με κόκκινο φιόγκο στο λαιμό].      

 

Σήμερις τα Φώτα κι ο φωτισμός

και χαρά μεγάλη τ’ αφέντη μας

(και τον Ιησού μας ο βαφτισμός).

Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό

είν’ η Παναγία η Δέσποινα

με τα θυμιατούρια στα δάχτυλα

και τον Άγιο Γιάννη παρακαλεί:

Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε,

δύνασαι να βαφτίσεις Θεού παιδί;

Δύναμαι και θέλω και προσκυνώ

και τον Κύριό μας παρακαλώ)!

Καλημέρα, καλημέρα

Και πάντα καλημέρα, φωνάζανε από γύρω.

***

Σήμερον τα Φώτα κι ο φωτισμός

και χαρά μεγάλη τ’ αφέντη μας!

Καλημέρα, καλημέρα

και πάντα καλημέρα!

Σήμερα βαπτίζεται ο Χριστός

εις τον Ιορδάνη τον ποταμό.

Καλημέρα, καλημέρα

και πάντα καλημέρα!

 

Ο αγιασμός άρχιζε από τις τέσσερις το πρωί. Έχει πολλά ευαγγέλια. Και μετά γυρίζει ο παπάς στα σπίτια κι αγιάζει. Έρχεται με δυο παιδιά, με τον σταυρό και το βασιλικό στο χέρι. Το ένα παιδί κρατά­ει την κανάτα με το νερό, το άλλο κρατάει ταγάρι και του ρίχνουνε πορτοκάλια, μανταρίνια και του δίνουνε και λεφτά. Ο κάθε παπάς πάει στην ενορία του, αλλά πάνε και σ’ άλλες.

Οι καλικάτζαροι φεύγουν την παραμονή που έρχεται ο παπάς με την αγιαστούρα και πάνε στα βουνά. Φεύγουν από την καμινάδα, αφού ο παπάς τους διώχνει. Και παίρνανε ένα ξύλο μακρύ και δένανε πάνω μια ντ(ο)ροβάτα (=θάμνος αγκαθωτός, που χρησιμοποιείται σαν σκούπα) και σκουπίζαμε την καμινάδα και λέγαμε:

 

Ντάλιεν καλκτσάρετ ντ λ-μνν

ε δε θόινν

κάκε γιαμ, κάκε μαθόννε

μαρ μπουκν πρτ τ’ ινιζόνε

(= Βγαίνουν οι καλικάτζαροι στ’ αλώνια

και λένε, τόσο είμαι, τόσο με λένε,

παίρνω ψωμί, για το Θεό).

 

Των Φώτων είναι που βαφτίζεται ο Χριστός. Εκείνη την ημέρα ρίχνουνε τον σταυρό στην κολυμπήθρα. Όποιος ήθελε να δει που τον ρίχνανε στη θάλασσα, πήγαινε ή στο Χέλι ή στην Κοιλάδα κι εκεί πέφτανε στη θάλασσα και πιάνανε τον σταυρό. Και μετά, αυτοί που τον πιάνανε, τον γυρνούσανε στο χωριό, στα σπίτια, και τους δίνανε λεφτά. Τα βάζανε στον δίσκο. Αλλά δώθε, που δεν έχει θάλασσα κοντά τον ρίχνανε στην κολυμπήθρα.

Με τον αγιασμό ραντίζανε τα χωράφια και το σπίτι, όποιος ήθελε. Γιατί παίρνανε αγιασμό από την εκκλησία σε μποτιλίτσες.  Αλλά δεν έκανε να ρίξεις απ’ αυτό στη στέρνα, γιατ’ είναι μεγάλος αγια­σμός. Μια φορά ένας είχε ρίξει και την άδειασε όλη. Ή θα τον αφήσεις όλο το χρόνο στην εικόνα, με το καντήλι ακοίμητο ή θα τον χύσεις σ’ ένα μέρος που να μην πατιέται.

Την άλλη μέρα πάλι, είναι γιορτή. Γιορτάζει ο νουνός του Χρι­στού και γίνεται στην εκκλησία πανήγυρις.

Του Αγίου Τρύφωνος ραντίζουνε με αγιασμό τ’ αμπέλια. Ρίχνου­νε και στα βαρέλια. Και κείνη την ημέρα κλαδεύουνε τ’ αμπέλια. Της Υπαπαντής, στις 2 Φεβρουαρίου, άλλοτε ήτανε η γιορτή της μητέρας. Και γιορτάζανε κι οι μπακάληδες. Κάνανε μεγάλη αρτο­κλασία και μέχρι τώρα. Άλλα χρόνια γυρνούσανε και γλεντούσανε με βιολιά. Πιστεύανε ότι ο Άγιος Χαράλαμπος έδιωξε την ακρίδα. Και υπάρχει εκκλησία του Αγίου και την ημέρα της γιορτής μαζευότανε κόσμος και γινότανε πανηγύρι.

 

 Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγονλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

Πηγή


  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

Read Full Post »

Ιερά Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Νέας Επιδαύρου


 

Στην περιοχή της Επιδαύρου, Παλιάς και Νέας, ανήκουν τρία μοναστήρια, που η ιδρυτική τους ιστορία είναι συνδεμένη σε κοινή μοίρα: της Παναγίας της Πολεμάρχας, της Παναγίας στο Καλάμι και των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Σε διάστημα μισού αιώνα, από την αρχή του 15ου, ο ίδιος μοναστικός πυρήνας δημιούργησε τα τρία αυτά μοναστηριακά κέντρα.

Από την Πολεμάρχα, που βρίσκεται σε πευκόφυτη ερημική ακρογιαλιά βόρια της Π. Επιδαύρου, κυνηγημένοι οι πρώτοι μοναχοί – ιδρυτές της από τους πειρατές, εγκατάλειψαν τη μισοτελειωμένη μονή τους και ζήτησαν καταφύγιο στο «Καλάμι», τόπο που βρίσκεται κοντά στο σημερινό χωριό Αδάμι της Ναυπλίας. Εκεί έχτισαν τη νέα μονή. Αργότερα ξαναγύρισαν στην περιοχή της Νέας Επι­δαύρου. Με παράκληση των κατοίκων και σε χτήματα χαρισμένα από τους ντόπιους, θεμελιώνουν νοτιοδυτικά από την κωμόπολη την τρίτη τους μονή, γύρω στο 1450: ένα μικρό ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών και τα κελλιά τους. Η Μονή συνεχίζει τη ζωή της, αν και ως το 1814 δεν έχουμε για την ιστορία της γραφτά γνωστά στοιχεία. Μόνο σ’ ένα σιγίλλιο του 1593 (του Ιερεμία Β’), όπου ανανεώνεται το σταυροπήγιο της Μονής Ταξιαρχών, συναντούμε το όνομά της. [1]

 

Ιερά Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Νέας Επιδαύρου

 

Στα 1814, έτος που σημαδεύει την αρχή μιας σοβαρής περιπέτειας στη λειτουργική ζωή της, η Μονή έχει πολλά κελλιά και μεγάλη περιουσία: μια απόδειξη για την ανάπτυ­ξή της και στα προηγούμενα χρόνια.

Ωστόσο, ένα χρέος της Μονής από 11.000 γρόσια, προς έναν ιδιώτη Αναστάσιο Κιζάνη από τον Πόρο, δημιουργεί την αρχή μιας διαμάχης που κράτησε από το 1814 ως το 1878.  Αργότερα και με την παράκληση των μοναχών, ένας προεστός Κορίνθιος, ο Θεοχάρης, δέχεται να πληρώσει αυτός το χρέος, με την βεβαίωση ότι θα του δοθεί πίσω από την ίδια τη Μονή. Και τότε, ένας ιερομόναχος Αμβρόσιος, από το Λιγουριό, που ανήκε στη Μονή Σινά, επιτήδειος και κακόβουλος, καταφέρνει να πείσει τον Θεοχάρη, να του μετρήσει ο ίδιος – ο Αμβρόσιος – τα λεφτά του μοναστηριακού χρέους, και με τον όρο να συντάξει ο Κορίνθιος προεστός αναφορά προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Μιαν αναφορά όπου όλοι οι κάτοικοι της περιοχής των Ταξιαρχών θα ζητούσαν την υπαγωγή της Μονής – σταυ­ροπηγιακής ως τότε – στη Μονή Σινά, με την ψεύτικη δικαιολογία ότι ένας μόνο και ανάπηρος μοναχός ζούσε εκεί, ενώ μόναζαν τότε δώδεκα καλόγεροι στην Ταξιαρχών.

Έτσι ο πονηρός Αμβρόσιος κατάφερε, με σιγιλλιώδες γράμμα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, να σκορπίσει τους ανίσχυρους μοναχούς και να διαφεντέψει την περιουσία της Μονής Ταξιαρχών, ξεπουλώντας πολλά από τα ζώα της, χωράφια, αμπέλια και οικόπεδα στην Π. Επίδαυρο. Και το 1817, ύστερα από τρία χρόνια, αφού έκλεψε ό,τι πολύτιμο υπήρχε, και τους τίτλους ιδιοκτησίας, παράτησε νύχτα το μοναστήρι μ’ ολάνοιχτες τις πόρτες του.

Από τότε αρχίζουν οι αγώνες διαφόρων ιεραρχών με έγγραφα προς την Ιερά Σύνοδο για να ξαναεπανέλθει η Μονή στην Αρχιεπισκοπή Αργολίδος. Η Μονή Σινά ωστόσο διεκδίκησε με πληρεξούσιο τα δικαιώματά της πάνω στη Μονή Ταξιαρχών, ως το 1878. Μέχρις ότου, το θέμα που ταλαιπώρησε τόσο το Μοναστήρι των Ταξιαρχών, έληξε με έγγραφο της Ι.Σ. (17.5.1878): «…ουδεμία ενέργεια ως λαβούσης πέρας της υποθέσεως». [2]

 

 

Προς τη Μονή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Όμως στο μεταξύ έχει αρχίσει η παρακμή. Με Β.Δ. στις 18.3.1874 έχει υπαχθεί – μαζί μ’ όλη την κτηματική της περιουσία – στη γειτονική Μονή Αγνούντος, όπου μένει για 12 χρόνια.

Πάλι με Β.Δ. στις 13.7.1886 οι μοναχοί μετοικούν από την Αγνούντος στην Ταξιαρχών. Όμως η Μονή φθίνει ολοένα. Το 1904, οι καλόγεροι είναι μόνο τέσσερις. Από το 1913 ως το 1917, είχε την τύχη η Μονή να αποκτήσει ηγούμενο το διάκονο Αθανάσιο Μπίκο, θεολόγο – αργότερα καθηγητή στο Άργος. Ο Μπίκος προσπάθησε να συγκρατήσει τη διάλυση. Σ’ αυτόν χρωστάει η Μονή Ταξιαρχών τον Κώδικά της. Τον συγκρότησε από τα έγγραφα και τις σημειώσεις, που υπήρχαν στα αρχεία της.

Η παρακμή ωστόσο συνεχίζεται και στην Ταξιαρχών και στην Αγνούντος. Το 1936 συγχωνεύεται με τη Μονή Καρακαλά και Ταλαντίου – έδρα στη Μονή Καρακαλά. Το 1939 αλλάζει πάλι η έδρα και επιστρέφει στην Ταξιαρχών, που έχει μεγαλύτερη περιουσία. Το 1940 γίνεται αυτοτελής: Ταξιαρχών- Αγνούντος. Τέλος το 1945, στις 22 Σεπτεμβρίου με Β.Δ. μετατρέπεται σε γυναικεία. Οι μοναχοί πηγαίνουν στου Καρακαλά.

Στη Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών έχουν εγκατασταθεί τέσσερις μοναχές, με ηγουμένη την Ειρήνη Σαμιώτου. Γενικός επόπτης και εφημέριος της Μονής, ο αδελφός της ηγουμένης, Θεόκλητος Σαμιώτης. Μείναν τρία χρόνια. Ύστερα έφυγαν για να ιδρύσουν στη Λάρισα του Άργους δικό τους μοναστικό κέντρο.

Στη Μονή Ταξιαρχών έρχεται ηγουμένη η μοναχή Χριστονύμφη Παναγιωτοπούλου. Από τότε, με την υποστήριξη του Μητροπολίτη Αργολίδος Χρυσοστόμου και με τη δραστηριότητα του γυναικείου μοναχισμού, αρχίζει μια νέα περίοδος της Μονής. Μπορεί να πει κανείς ότι μια νέα εντελώς μονή χτίζεται, νέα κτιριακά συγκροτήματα διαμορφώνονται. Το κακό, όπως πάντα, που χτίζονται πάνω στα παλιά. Έτσι η σημερινή μορφή του Μοναστηριού δεν έχει καμμιά σχέση με την πρώτη εκείνη του 15ου αιώνα. Η νέα μονή έχει καλύψει την παλιά. Μόνο το φυσικό περιβάλλον μένει, αλλά κι’ αυτό αλλαγμένο. Κήποι, περιβόλια, νέα δέντρα, και προπαντός η άσφαλτος, έχουν μεταβάλει το τοπίο. Από τις πλημμύρες του 1947, είχε καταρρεύσει ο παλιός ναός.

Για να χτισθεί ο νέος, να γίνουν επιδιορθώσεις και προσθήκες, εκποιήθηκαν δυο κτήματα. Σήμερα μόνο τα κελλιά της νοτιοδυτικής πλευράς, επιδιορθωμένα κι’ αυτά, έχουν κάποια σχέση με τα παλιότερα. Λίγα μέτρα απόσταση από τον περίβολο της Μονής και ΒΔ, πρόσφατα επιδιορθωμένος, διατηρείται ο μικρός ναός του Αγίου Γεωργίου, ταφικό παρεκκλήσι των Ταξιαρχών και το αρχαιότερο σήμερα χτίσμα του.

Σε επιγραφή, που βρίσκεται στο εσωτερικό του ναού, πάνω στο δυτικό τοίχο του, σε ύψος περίπου 2μ. και δεξιά από τη θύρα εισόδου, υπάρχει η χρονολογία της ανακαί­νισής του: 1597. Από την αγιογράφησή του, σώζεται μόνο η τοιχογρα­φία της κόγχης του ιερού: η Πλατυτέρα και κάτω οι Ιεράρχες. Όλες οι άλλες επιφάνειες των τοίχων είναι ασβεστωμένες με επιμέλεια.

 

Οι Άγιοι Γρηγόριος ο θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος 16ος αιώνας.

 

Ο Δημ. Καρακατσάνης, θεολόγος, με ανακοίνωσή του σχετικά με την ακριβή χρονολόγηση του ναϋδρίου στο Διεθνές Συνέδριο Αγνούντος, Α’ Ημερίς Βυζαντινού Πο­λιτισμού, 12.10.1975, διατυπώνει την άποψη, ότι η ανέγερ­σή του πρέπει να τοποθετηθεί μεταξύ 1420-1430. Τα πορίσματα της έρευνας του Καρακατσάνη στηρίζονται στη μορφή του ναού, στην επιγραφή αλλά και στην αποκάλυψη, κατά τον καθαρισμό της επιγραφής και την απόξεση του τοίχου, δευτέρου στρώματος τοιχογράφησης.

Δεν έχει ακόμη  εξακριβωθεί αν υπάρχει και κάτω από την Πλατυτέρα, αυτή η πρώτη, το πιθανότερο, αγιογράφηση του ναού. Η επιγραφή μετά τον καθαρισμό, έχει έτσι:

ανεκαινίσθη κ[αι] ιστορήθη

ο θείος και πάνσεπτος ναός

ούτος του αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος

γεωργίου του τροπεοφόρου δια συνδρομής

κ[αι] εξόδου του τιμηοτάτου άρχοντος

κυρ γι  (Πλάγγι

ανάκι  αμα συμβίας ος κ[αι] των τέκτων αυτών

ης ψυχηκήν αυτών σωτηρίαν κ[αι] των αυτών γονέων – έτος …

Ινδικτιώνος Οκτωβρίου 25

Μέσα στα οπωροφόρα και τις ελιές, πάνω από την εθνική οδό Κορίνθου – Επιδαύρου, 2 χλμ. από το χωριό Δήμαινα, βρίσκεται χτισμένη σ’ ένα ευχάριστο φυσικό πλαίσιο, 34 χλμ. από το Ναύπλιο και κοντά στη Ν. Επίδαυρο. Μικρές ρεματιές, πλατάνια, ελιές, πεύκα, σ’ όλη την περιοχή της Επιδαύρου, συνθέτουν ένα πολυποίκιλο πράσινο, αληθινή ξεκούραση του ταξιδιώτη που έρχεται μέσα από το Λιγουριό. Η Μονή Ταξιαρχών, όπως και η Αγνούντος, έγιναν με τη νέα εθνική οδό από τα πιο πολυσύχναστα μοναστήρια της Αργολίδας.

Το αίθριο της Μονής Ταξιαρχών μας υποδέχεται πάντα γεμάτο επισκέπτες. Αυτό το αίθριο βρίσκεται μέσα σε παραλληλόγραμμο (40X50), δημιουργημένο από διώροφα κελλιά. Μόνο στην ανατολική πλευρά του τα χτίρια είναι ισόγεια. Εκεί βρίσκονται οι αίθουσες υποδοχής, το Ηγουμενείο, οι βιβλιοθήκες. Στην προέκταση αυτής της πλευράς τελευταία έχει χτισθεί επίμηκες και διώροφο το ζωγραφείο, με εννιά παράθυρα προς το δρόμο.

Στο κέντρο του αίθριου το νέο καθολικό, φρεσκοβαμμένο ως τα κεραμίδια του, έχει σχήμα ελεύθερου σταυρού με τρούλλο και διαστάσεις 8,50X8 μ. περίπου. Τα τρία σκέλη του σταυρού έχουν επιφάνειες επίπεδες και μόνο το τέταρτο (του ιερού) είναι ημικυκλικό. Η είσοδός του στη δυτική πλευρά προφυλάσσεται από ένα μικρό προστώο, στηριγμένο σε δυο κολόνες μαρμάρινες. Πάνω από την είσοδο υψώνεται το δίλοβο κωδωνοστάσιο. Ο τρούλλος, μεγάλος σε διάμετρο με μικρό ύψος το τύμπανό του, μοιάζει να είναι βυθισμένος μέσα στο σταυρό: μόλις και εξέχουν με αγωνία τα δεκάξη τοξωτά παράθυρά του. Εσωτερικά ο τρούλλος στηρίζεται σε τέσσερις αψίδες. Ο φωτισμός του ναού εξασφαλίζεται από επιμήκη τοξωτά παράθυρα, τρία σε κάθε πλευρά: στη βόρια, στη νότια και στην ανατολική (του ιερού). Ακόμη και από τα 16 επίσης τοξωτά, του τρούλλου. Το φως περνάει από τα μικρά, στρογγυλά τους ανοίγματα.

Ο ναός, αγιογραφημένος το 1952, από τους αδελφούς Κάτσωνα και τον Ιερομόναχο Μάξιμο, με τεχνική δυτικών επιδράσεων, χωρίς προσωπική δύναμη έκφρασης. Στη βιβλιοθήκη υπάρχουν πολλά χειρόγραφα, βιβλία με θρησκευτικά κείμενα, παλιά βιβλία βυζαντινής μουσικής, όπως κι’ ένα τρίπτυχο 17ου—18ου αιώνα.

Η μεγάλη κτηματική περιουσία, η προστασία της εκκλησίας και ο γυναικείος ζήλος, όχι μόνο ζωντάνεψαν, αλλά έδωσαν λάμψη στη Μονή. Ο δρόμος πρόστεσε την εύκολη μεταφορά του προσκυνητή ή του απλού επισκέπτη, αφαιρώντας τη γαλήνη. Η Μονή Ταξιαρχών έγινε ένα πολυσύχναστο πέρασμα. Οι αδελφές είναι είκοσι δυο, με ηγουμένη τη Χριστονύμφη.

Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή, περίπου, στα τέλη του 1969. Το 2006, η αδελφότητα της Μονής την εξέλεξε Ηγουμένη, διαδεχόμενη την Γερόντισσα Χριστονύμφη (Παναγιωτοπούλου), την Μακαρία Μαστρογιάννη η οποία εκοιμήθη στις 7 Οκτωβρίου 2024. Σήμερα, Ηγουμένη της Μονής είναι Παντάνασσα Κουμπαρούλη. Ο αριθμός των γυναικών – μοναχών ανέρχεται στις δέκα τέσσερες (14).

Τις πρωτοείδαμε μια καυτή μέρα του Αλωνάρη, του 1969, να παλεύουν σαν αγρότισσες στο μέγα αγώνα του ψωμιού, με τις αλωνιστικές μηχανές και τους εργάτες. Με τη γκρίζα στολή της δουλειάς, τις ανοιχτόχρωμες ποδιές και ψάθινα καπέλλα, στο χέρι το δικριάνι, αγωνίζονταν ισοδύναμα με τούς άντρες – ευκίνητες, ακαταπόνητες: Μακρίνα, Ξένη, Θεοδότη, Ταξιαρχία, Σαλώμη, Χριστονύμφη, Χριστοδούλη, Φιλοθέη, Νεκταρία, Παρθενία, Αγνή, Μελάνη, Φεβρονία, Μαγδαληνή, Τιμοθέα, Θεοκτίστη, Ευπραξία, Μακαρία, Αικατερίνη, Μαριάμ, Συγκλητική.

 

Οι μοναχές συγκεντρωμένες στο μικρό ζωγραφείο – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Ξαναείδαμε τις μοναχές συγκεντρωμένες στο μικρό ζωγραφείο – δεν είχαν ακόμη μεταφερθεί στο μεγαλεπήβολο νέο. Στο φωτεινό και οργανωμένο εκείνο πρώτο εργαστήριο, καθιστές ή όρθιες εμπρός στα καβαλέτα τους, οι περισσότε­ρες νέες κοπέλλες κι’ όμορφες. Στα χαρακτηριστικά τους η προσοχή και η προσήλωση στο έργο. Στο βλέμμα εκείνη η αναγάλλια, που δίνει η δημιουργική εργασία. Η αδελφή Φεβρονία καθοδηγούσε, η ηγουμένη επέβλεπε. Η αγιογράφησή τους δεν είχε έξαρση, είχε όμως επιμέλεια. Κάποιος μοναχός Αγιορείτης τους είχε δώσει μαθήματα.

Ο Αντώνιος Οικονόμου  [3], Υδραίος πλοίαρχος και φιλικός, αρχηγός της επανάστασης στην Ύδρα, φυλακίσθηκε στις αρχές του Εικοσιένα, στο Μοναστήρι των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Με ψήφισμα της 9.5.1822, η προσωρινή διοίκησις της Ελλάδος απαλλάσσει το Μοναστήρι της αποδεκατώσεως. Η περιοχή ονομάζεται «Νέα Επίδαυρος».  [4] 

«Το βουλευτικόν εθεσπίσατο και το εκτελεστικόν επεκήρυσε τάδε:

Α! Η Πεδιάς να ονομασθή Νέα Επίδαυρος.

Β! Η Ν. Επίδαυρος να ονομασθή πόλις και εις τον αριθμόν των πόλεων να καταριθμηθή.

Γ! Οι πολίτες Επιδαύριοι να μην υπόκεινται εις την αποδεκάτωσιν· η δε εξαίρεσις αύτη να περιορίζεται εις όσους μόνον ευρέθησαν έχοντες κτήματα κατά τον Μάρτιον μήνα του αωηβ έτους».

Ανάμεσα στα έγγραφα του φακέλλου του Μοναστηριού Ταξιάρχες (έγγραφα 476) υπάρχει αναγραφόμενη συχνά η ιδιότητά του: «Μετόχιον του θεοσεβάστου όρους Σινά των Ασωμάτων της Πιάδος… Και η υπογραφή των πατέρων π.χ. Γεράσιμος Σιναΐτης…» Το Μοναστήρι Ταξιαρχών σημειώνεται «διατηρούμενον».

Για Β’ Δέκατο του 1833 καταγράφονται δρχ. 640,76. Για Β’ δέκατο του 1834 δρχ. 1800. Δηλαδή ποσό μεγαλύτερο από κάθε άλλο μοναστήρι της Αργολίδας και της Κορινθίας. [5] Το 1834/27.12 (Νόμος περί Συστάσεως Δήμων) αναφέρεται ότι έχει 37 κατοίκους. Το 1859 σε κατάσταση της Ι.Σ. προς το Υπουργείο, η Μονή εμφανίζεται «ωργανισμένη» [6].

Η Μονή Ταξιαρχών Νέας Επιδαύρου γιορτάζει στις 8 Νοεμβρίου, την ημέρα της σύναξης των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ.

Επικοινωνία: Τηλ. 27530-31142 & 31182 – Νέα Επίδαυρος Αργολίδας, ΤΚ 210 59.

 

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.

 

Υποσημειώσεις


[1] Δ. Α. Ζακυθηνού, Ανέκδοτα Πατριαρχικά έγγραφα των χρόνων της Τουρκοκρατίας, «Ελληνικά» 1-3, σ. 131.

[2] Αρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας, 1961, σσ. 51—74.

[3]  Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύ­ματα, Αθήναι 1857.

[4] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φακ. 224, Άγιοι Ταξιάρχαι εν Επιδαύρω.

[5] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά-Σύμμικτα, Φακ. 213, Πίναξ συναχθέντων χρημάτων, [1835], αύξων αριθμός 4.

[6] Α. Μάμουκα, Τα Μο­ναστηριακά, Αθήναι 1859.

Read Full Post »

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Αυγού Αργολίδας


  

Η παλαιοτάτη αυτή Ιερά Μονή του Αγίου Δημητρίου , έχει ανοικοδομηθεί σε απότομη πλευρά της οροσειράς των Διδύμων και βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το χωριό Δίδυμα της Ερμιονίδας. Σήμερα η Μονή δεν έχει μοναχούς, λειτουργείται μερικές φορές το χρόνο εκτός από την εορτή του (Αγίου Δημητρίου) στις 26 Οκτωβρίου και την εορτή των Αγίων Θεοδώρων το Σάββατο της Α΄ Εβδομάδος των Νηστειών (φυλάσσεται ιερά εικόνα των Αγίων στη μονή) , από τον εφημέριο της ενορίας των Διδύμων και ιερείς των γύρω περιοχών. Η μονή δεν φαίνεται από τον κεντρικό δρόμο που πηγαίνει για τα Δίδυμα.  Από τη διασταύρωση που υπάρχει η πινακίδα, η μονή απέχει περίπου 8 χιλιόμετρα. Ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Ύδρας – Σπετσών –  Αιγίνης – Ερμιονίδος & Τροιζηνίας.

 

Το Μοναστήρι του Αυγού, λεπτομέρεια, Ντιάνα Αντωνακάτου

«Βράχια» λένε οι ντόπιοι τη θέση που είναι χτισμένη η Μονή Αυγού. Και ίσως είναι η απρόσιτη αυτή θέση, που έχει κρατήσει την αρχαιότατη Μονή του Αγίου Δημητρίου άγνωστη για τους πολλούς και έχει διαφυλάξει τη μορφή της του 11ου αιώνα. Πάνω από τη χαράδρα του Ράδου (Μπεντενιού), στις βορινές πλαγιές του όρους Αυγού (853 μ.), σε απόκρημνους και θεόρατους βράχους σφηνωμένη, καθηλώνει τη ματιά, καθώς την πρωτοαντικρίζει κανείς μέσα στη σιωπή και στην εγκατάλειψη, να φθείρεται με το βάρος εννιά αιώνων πάνω της.

Ανήκει στις μεσαιωνικές αρχαιότητες του τόπου και βρίσκεται στα χέρια της απλής και ανεύθυνης ευλάβειας των χωριών, που την διαφεντεύουν και την διεκδικούν (Ιρια, Καρνεζαίικα, Δίδυμα) και στην άγνοια των πιστών τους. Ούτε καν «διατηρητέον μνημείον». (Επίσημα άγνωστη, πριν τη δώσει σε μελέτη του το 1935 ο Γ. Σωτηρίου). Ωστόσο έχει αγιογραφίες στους ναούς της, καθώς και στοιχεία αρχιτεκτονικά του 11ου αι. και γενικά η δομή της Μονής Αυγού παραμένει ένα κλασσικό σύνολο μονής των βράχων, που συγκροτήθηκε από μικρότερες και αρχαιότε­ρες σκήτες.

Μια ευχάριστη, ίσως και η πιο ξεκούραστη, διαδρομή, για το Αυγό, είναι μέσα από τα Ίρια Ναυπλίας. Σε μια απόσταση 2 χλμ. από το χωριό Καρνεζαίικα, αρχίζει ένας καρόδρομος κοντά στο ποτάμι, το Ράδο, και οδηγεί προς τη Μονή. Οκτώ χλμ. περίπου απόσταση. Ανά­μεσα σ’ ελιές και περιβόλια, πάντα δίπλα στο ποτάμι, ενώ στα νότια της διαδρομής ογκώνεται η μεγάλη οροσειρά που σχηματίζεται από τα Ίρια: φυσικό όριο της Ναυπλίας με την Ερμιονίδα. Σιγά σιγά το μαλακό τοπίο, που αφήσαμε στην πεδιάδα των Ιρίων, γίνεται αδρό και επιβλητικό με την ορεινή χαραδρωμένη του σύσταση.

Η Μονή ξεχωρίζει από μακριά, μέσα στον ίσκιο του βορινού προσανατολισμού της. Μια ώρα πορεία μας φέρνει κοντά της. Δέκα χλμ. περίπου από την Τραχειά, ένας άλλος δρομος είναι πιο εύχρηστος για τον επισκέπτη, που ταξιδεύ­ει την επαρχιακή οδό Ναύπλιο Κρανίδι. Αυτός ο δρομάκος ο αγροτικός διακλαδώνεται στα δεξιά πάνω στο οροπέδιο της Μαρίτσας – κοντά στη διασταύρωση για το χωριό Ράδο – και οδηγεί σε κατοικίες κτηνοτρόφων της περιοχής.

Στη διαδρομή του, μια χαριτωμένη χαρούμενη φύση ξεδιπλώνεται ανάμεσα σε εύφορους καλλιεργημένους λοφί­σκους, πάνω από τη χαράδρα του Μπεντενιού. (Είκοσι χιλιόμετρα ο μεγάλος χείμαρρος, που εκβάλλει στα Ίρια, ξεκινάει από το χωριό Μπεντένι – ακατοίκητο πια — μεταφερμένο ανατολικότερα με την ονομασία Μπάφι – χτισμένο στα πόδια της ομώνυμης ακρόπολης. (Το Μπεντένι – τούρκικο φρούριο – περιβάλλεται από πελασγικά τείχη κι’ άγνωστο έμεινε το αρχαίο του όνομα).

Το μονοπάτι, γι’ αυτόν που δεν θα το ακολουθήσει σωστά, γίνεται πολύωρο κι’ επίπονο, καθώς συνεχίζει όλο προς τη δύση. (Γι’ αυτό πρέπει να ζητηθεί κοντά στου Σαράντου του Ανάργυρου το μαντρί). Στο φυσιολάτρη πεζοπόρο, αν βοηθάει μαζί μια ωραία ανοιξιάτικη ήμερα, θ’ αποκαλυφθεί ένα μοναδικό πανόρα­μα. Μια φύση που αλλάζει λίγο λίγο μορφή κι’ από ήμερη και πεδινή, μεταβάλλεται σε άγρια, περήφανη, βουνίσια έξαρση, πάνω από τα χείλη των βράχων της χαράδρας.

[ Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή περίπου το 1969 ] .

Κάτω βαθειά μαζί του συμπορεύονται βιαστικά τ’ αφρισμέ­να νερά. Φως διάφανο, αέρας ανάλαφρος και ευωδιαστός, χρώμα πασίχαρο, της άγριας βουνίσιας βλάστησης η άνθηση κι’ ανάμεσα η μορφή των βράχων σε σχήματα εναλλασσόμε­να, ανθρωπομορφικά, ποικίλλουν τις εντυπώσεις και βοη­θούν το σκαρφάλωμα πάνω σε ρουμανιασμένα μονοπάτια, δυσκολοπέραστα για τον ξένο και τον αμάθητο. Στο τέλος σχεδόν της παραστρατημένης πορείας, σ’ ένα αναπάντεχο ξάνοιγμα – οροπέδιο λουλουδιασμένο, καταμεσίς ένα κομ­μάτι βράχου σ’ ανθρώπινο ανάστημα, μ’ ανθρώπινη λαξευ­μένη μορφή, δημιούργημα φυσικό, απολιθωμένη σύσπαση γεωλογική, στερεώνει τα κουρασμένα από την τρίωρη ανά­βαση βήματα: μοιάζει σαν τοποθετημένο σε πάρκο γλυπτό σύγχρονου καλλιτέχνη… (Κοντά στη Μονή Αυγού ένα άλλο εύρημα, ένα μήνυμα χιλιετιών στο πέρασμά μας: ένα απολι­θωμένο κέρατο ελαφιού… Αν σύμφωνα με του Ησίοδου το μέτρημα, υπολογίσουμε ότι η έλαφος ζει χίλια και πλέον χρόνια, το ελάφι εκείνο του Αυγού ήταν ένα μήνυμα από το βάθος τριών ή τεσσάρων χιλιάδων χρόνων, το λιγότερο).

 

Η Μονή του Αγίου Δημητρίου Αυγού

 

Σ’ αυτή τη δεύτερη διαδρομή, το Μοναστήρι μένει αθέατο ως το τέλος της, κι’ η αναμονή σκαρφαλώνει κι’ αυτή μαζί με τον επισκέπτη ένα ανέβασμα ανυπομονησίας. Μπορεί να είναι μια τρίτη διαδρομή το μονοπάτι που πήρε το 1935 ο Γ. Σωτηρίου, όπως μας το δίνει η ίδια του η περιγραφή: «Από του γραφικού παρά το Κρανίδιον χωρίου της Αργολίδος Δίδυμοι (κ. Δίδυμα), μετά τρίωρον δύσβατον πορείαν δια μέσου των τραχέων και ανύδρων βουνών του Αυγού, φθάνει τις εις την διαλελυμένην και όλως έρημον σήμερον αρχαιοτάτην Μονήν.. [1] 

Το πρώτο σημάδι της Μονής, από όποιο δρόμο και να βρει κανείς, είναι μια μισογκρεμισμένη στέρνα. Κοντά, πάνωθέ της, τα ερείπια ενός χτιρίου, άγνωστης χρήσης – ίσως βοσκών κατοικία. Στον κατηφορικό δρόμο προς τη Μονή, έξω από τον κύριο χώρο και αντίκρυ της, δεύτερο χτίσμα, διώροφο λιθόχτιστο, ακέραιο και νεότερης κατασκευής. Η μακριά πλευρά του προς τη Μονή, με τρία τοξωτά άνισα παράθυρα πάνω, και στο ισόγειο ένα άλλο μικρό άνοιγμα και μια μεγάλη τοξωτή πόρτα. Στη θύρα εισόδου από τη στενή ΒΑ πλευρά και στο ανώφλι της, χαραγμένη σε πωρόλιθο η χρονολογία: 1875. Ξενώνας μοιάζουν τα δυο δωμάτιά του και το ισόγειό του στάβλοι.

Πριν από τον περίβολο της Μονής χτίσματα ερειπωμένα δεξιά και αριστερά μας. Απέναντι ο τοίχος του περίβολου κάθετος στο πέρασμα και στερεωμένος στα βράχια, έχει ένα άνοιγμα, μια μεγάλη θύρα εισόδου – με θυρόφυλλα μέχρι λίγα χρόνια πριν – με κόγχη πάνω από το ανώφλι της. Μέσα το αίθριο (προαύλιο): άνετο, σχηματισμένο από τη γωνία που διαρθρώνει το σύνθετο και περίπλοκο οικοδόμημα της Μονής, στηριγμένο πάνω στην ανάλογη γωνιώδη υποδοχή των βράχων.

Εντυπωσιακή με τη στοιχειωμένη δραματική της όψη φανερώνεται η Μονή. Γκρίζο, ώχρα και κόκκινο σκουριάς το χρώμα της λιθοδομής της, προστατεύεται από τους άγριους ομοιόχρωμους βράχους, με τις κοσμογονικές συσπάσεις τους απολιθωμένες, όπως έμειναν σε κάποια στιγμή πτώσης, χαμένη στην αιωνιότητα των γεωλογικών μεταβολών. Και μοιάζει φωτοστεφανωμένη από το ασημένιο φως της ανατολής, που περιτρέχει τις κορφές ψηλά των βράχων της: οι πλευρές τους, κάθετες, σκοτεινές κατέρχονται ως τα βάθη της χαράδρας -γιγάντιες αρθρώσεις της δημιουργίας. Το σχήμα και οι όγκοι της Μονής καθαρογραμμένοι μέσα στον ίσκιο του βορινού της προσανατολισμού, ένας συγκινητικός χαιρετισμός αιώνων. Προς τη δύση της το μεγαλόπρεπο ξάνοιγμα κατά τα Ίρια, τη θάλασσα και τα αχνογάλαζα βουνά του Ναυπλίου.

 

Ιερά Μονή Αυγού

 

Στ’ ανατολικά της αυλής ένα ανυψωμένο επίπεδο, μια πρόσβαση με βαθμίδες, οδηγεί στη μικρή θύρα εισόδου της Μονής. Δεύτερη πόρτα της, στο χαμηλότερο προς Δ επίπεδο, οδηγούσε σε χώρους βοηθητικούς. Μια σκάλα με εννέα σκαλοπάτια ανεβάζει στον πρώτο όροφο, που τον χωρίζει κατά μήκος ένας διάδρομος: τα τέσσερα κελλιά της βόριας πλευράς έχουν διατηρηθεί, της νότιας έχουν ερειπωθεί.

Μια δεύτερη σκάλα με δέκα τρία σκαλοπάτια οδηγεί στο δεύτερο όροφο με τον ίδιο διαχωριστικό διάδρομο, τα τέσσερα κελλιά προς την αυλή και προς το βράχο μερικά ερειπωμένα. Σ’ αυτό τον όροφο σώζεται το καθολικό της Μονής.

επιστημονική περιγραφή του Γ. Σωτηρίου θα βοηθήσει στην αρχαιολογική εξέταση του μνημείου, στην αναγνώριση των αρχιτεκτονικών του στοιχείων. Και η μελέτη τους όπως και τα συμπεράσματά της, στη χρονολογική τοποθέτηση των ναών της Μονής Αυγού, αφού γραπτή μαρτυρία δεν υπάρχει. Θα χρησιμεύσει κατά ένα μεγάλο μέρος και στη δική μας περιγραφή).

Στο τέλος του διαδρόμου λίγα σκαλιά φέρνουν στο δισυπόστατο ναό, που κατέχει μικρό ακανόνιστο τετράγωνο χώρο, ύψους τριών περίπου μέτρων. Ο ναός αυτός αφιερωμένος στον Άγιο Δημήτριο και στην Αγία Θεοδώρα, είναι λαξεμένος κατά τις τρεις πλευρές του μέσα στο βράχο. Μόνον η βόρια και λίγο από τη δυτική είναι χτισμένη έξω το σπήλαιο. Ο χτιστός αυτός τοίχος αποτελεί και την πρόσοψη του ναού και έχει μία μόνον είσοδο, όπως αναφέραμε, στην άκρη του διαδρόμου δεξιά.

Εσωτερικά τα τοιχώματα του βράχου, που στερεώνουν τις άλλες τρεις πλευρές του ναού, ήταν ντυμένα με τοιχοδομία και κονίαμα, και αγιογραφημένα σύγχρονα με το ναό. Όμως μια πυρκαγιά – ίσως όταν εγκαταλείφθηκε η Μονή – κατάστρεψε το ξυλόγλυπτο επίχρυσο τέμπλο (ακόμη το θυμόνταν μισοκαμένο οι γέροντες Διδυμιώτες γύρω στο 1935), μαύρισε τις τοιχογραφίες και έρριξε τα κονιάματα: έτσι φάνηκε και η τοιχοδομία ολόκληρη από πλίνθους καλοκαμωμένους. Τώρα οι τοίχοι είναι σοβαντισμένοι, υπάρχουν μόνο φορητές εικόνες και το τέμπλο είναι από σανίδες.

Από το αρχαίο πρώτο μαρμάρινο τέμπλο, ένα τμήμα (το μισό) θωρακίου με διάκοσμο σταυρό «εκ πλέγματος» και «ακάνθους», που θυμίζει ανάλογα του Όσιου Λουκά, και που το θέμα του σταυρού κάτω από τόξο είναι σύνηθες σ’ όλες τις περιόδους της βυζαντινής τέχνης, χρησιμεύει για σκαλοπάτι στη σκάλα του ναού.

Ο μεγαλύτερος ναός, που κατέχει το εσωτερικό της σπηλιάς, αποτελείται από τετράγωνο χώρο, τον κυρίως ναό, στεγασμένο με μεγάλο βυζαντινό σταυροθόλιο. Οι διασταυ­ρωμένες ακμές του χαμηλώνουν ως το 1,30 μ. από το δάπεδο.

Αυτός ο κυρίως ναός επικοινωνεί με το έξω από τη σπηλιά τμήμα του ναού, μέσα από ένα δίλοβο άνοιγμα, στηριγμένο πάνω σ’ ένα κίονα ιωνικό – μέλος αρχαίου χτιρίου. Στην όψη των τόξων του ανοίγματος, μαυρισμένες τοιχογραφίες – στηθάρια αγίων – βεβαιώνουν ότι ιστορήθηκαν μαζί με το χτίσιμο του ναού.

Το Ιερό Βήμα αυτού του ναού καλύπτεται με ωοειδή θόλο και είναι τρίκογχο κατά τούτη τη διάταξη: το Διακονι­κό δεξιά το αντικαθιστά απλή κόγχη, προς Α στο μέσον η μεγάλη κόγχη και αριστερά η Πρόθεση έχει δικό της διαμέρισμα, σαν μικρό παρεκκλήσι με τοξωτή πυλίδα για είσοδο. Έχει ακόμη δυο κόγχες και στεγάζεται με ημισφαι­ρικό θολίσκο, στηριγμένο σε τέσσερα τρίγωνα πλίνθινα. Τα τόξα στις κόγχες είναι οξυκόρυφα. Ο δεύτερος μικρός ναός της Αγίας Θεοδώρας, προς Β και κοντά στο διάδρομο του δευτέρου ορόφου, είναι χωρι­σμένος σε τρεις τετράγωνους χώρους: το Ιερό του Βήμα, αγιογραφημένο με τοιχογραφίες του 17ου αιώνα, χωρίζεται με χτιστό τέμπλο και στεγάζεται με καμάρα που φέρεται από νότο προς βορά, ενώ ο κυρίως ναός με καμάρα εγκάρσια από ανατολή προς δύση. Ο τρίτος χώρος στεγάζεται με οκτάγωνο τρούλλο. Είναι αυτός που προβάλλει από το όλο οικοδόμημα της Μονής έξω, με οκτώ παράθυρα, τα φωτιστι­κά ανοίγματα του ναού. Με ακόμη ένα κοντά στη σκάλα ανόδου προς Δ.

Έντεκα σκαλιά στην ανατολική γωνία του διαδρόμου φέρνουν πάνω από το δισυπόστατο ναό ένα είδος ταράτσας η σκεπή του γύρω από τον τρούλλο και εμπρός του προς Β υψώνεται η στέγη της καμάρας του μικρού ναού της Αγ. Θεοδώρας, δίρρυτη οξυκόρυφη. Στην πρόσοψη, μια κόγχη με εικόνα του Αγίου Δημητρίου στο κοίλωμά της, και ένα μικρό δίλοβο παράθυρο στο κάτω μέρος. Ανάμεσα κόγχη και παράθυρο μια πλάκα εντοιχισμένη (0,40X0,40) με ανάγλυφο σταυρό. Ο τρούλλος και το τύμπανο της καμάρας είναι σοβαντισμένα: τα μόνα λευκά τμήματα στο συγκρότημα της Μονής.

 

Τοιχογραφία - Άγιος Πέτρος Ιερομάρτυρας, Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας.

 

Μια σκάλα λαξεμένη στο βράχο, στο ανατολικό πάλι άκρο του διαδρόμου, οδηγεί σ’ ένα άλλο σπήλαιο χωρισμένο σε δυο τμήματα, αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση Σωτήρος (αργότερα οστεοθήκη). Στο πρώτο τμήμα υπάρχουν δεξιά πάνω στο βράχο τοιχογραφίες: η Παναγία, η Αγία Άννα, η Αγία Κυριακή, ολόσωμες, τέχνης του 11ου αιώνα. Στη ΒΑ γωνία, από το κελλί εισέρχεται κανείς σε άλλο σπήλαιο με «ηχεία», πιθανό παρεκκλήσι κι’ αυτό. Αυτά τα σπήλαια υπήρξαν ασκητήρια, που συγκρότησαν φαίνεται τον 11ο αιώνα τη Μονή.

Οι θόλοι των ναών της Μονής με την πλινθοκατασκευή τους βεβαιώνουν για την ίδρυση των ναών τον 12ο αιώνα. Γιατί μόνο ναοί του 11ου και ίσως μέρους του 12ου αι. έχουν τους θόλους πλινθόκτιστους (Δαφνί). Στην Ελλάδα μετά επικρατούν οι λιθόκτιστοι. Επίσης τα σταυροθόλια και οι θολίσκοι είναι, σαν χρήση, χαρακτηριστική του 11ου αιώνα μόνο στην Ελλάδα. Το τρίκογχο του ιερού απαντά σε ναούς του 11ου αιώνα. Τέλος οι τοιχογραφίες της Μεταμορφώσεως είναι του 11ου αιώνα.

 

 

Η Μονή Αυγού φαίνεται να λειτουργούσε κατά το μεσαίω­να. Ο Βενετός μηχανικός Φ. Βαντέϋκ στο Catastico του (1700) αναφέρει ότι η Μονή είχε: 16 καλογήρους και ισαρίθμους υπηρέτες, 127 άλογα, 3000 πρόβατα, 800 γίδια κλπ.

Ο ηγούμενος της Μονής του Αυγού, που πολέμησε στην πολιορκία του Ναυπλίου, [2] σκοτώθηκε στις 10.4.1821 όταν βγήκαν οι Τούρκοι από το κάστρο ξαφνικά και αιφνιδίασαν τους Έλληνες πολιορκητές που γλεντούσαν το Πάσχα τους. [3]

[ Σημείωση Βιβλιοθήκης: Η Μονή θα συμμετάσχει στην ελληνική επανάσταση και οι μοναχοί της θα στρατεύθουν στο πλευρό του Παπαρσένη. Ο Κρανιδιώτης ηγούμενος της Μονής Διονύσιος Βούρ(λ)γαρης θα πολεμήσει στην πολιορκία του Ναυπλίου και ανήμερα το Πάσχα (10 Απριλίου 1821) θα αιχμαλωτισθεί από του Τούρκους και θα κρεμαστεί στο Παλαμήδι. Σε έγγραφο της δημογεροντίας Ναυπλίου (1824), προς το στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη, υπογράφει και ο «ηγούμενος του Αυγού Ανανίας», ενώ ένα χρόνο αργότερα (1825) το μοναστήρι θα πυρποληθεί από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Το έτος 1833, στη Μονή κατοικεί ένας μόνο μοναχός και η περιούσια της έχει παραμεληθεί. Τον επόμενο χρόνο με το βασιλικό διάταγμα του Όθωνα η μονή θα διαλυθεί (Πέτρος Σαραντάκης, «Αργολίδα / Οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια της», Εκδόσεις ΟΙΑΤΗΣ, 2007) ].  

Δυστυχώς τα αρχεία της Μονής Αυγού καταστράφηκαν μετά τη διάλυσή της, το 1834. Κατά προφορική μαρτυρία του ηγουμένου της Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου Μακαρίου, ο τελευταίος μοναχός της Μονής Αυγού πέθανε στο νησάκι Παραπόλα.

Στοιχεία που έχουμε από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους μας δίνουν μιαν εικόνα του Μοναστηριού. Μέσα σε πίνακα το 1833 σημειώνεται ότι έχει: Πατέρες 1, υπηρέτες 3, καλλιεργήσιμη γη στρεμ. 330, ακαλλιέργητη στρ. 1700, αμπελώνες στρ. 40, ελαιόδενδρα 5660, περιβόλια 1, ελαιοτριβείον 1, Μύλους 1,1/2, αιγιδοπρόβατα 300, νομαδικά 43, ζώα φορτηγά 4, Μετόχια 2, χαλκός οκ. 70. Κι’ ενώ έχει ετήσιο εισόδημα δρχ. 5000, έχει ένα χρέος 500 δρχ.  [4]

Από την ίδια κατάσταση διαπιστώνουμε ότι: Η οικοδο­μή, περιέχουσα είκοσι δωμάτια, είναι στερεά… Το περιβόλι περιέχει στρέμματα δέκα αλλά όλα χέρσα. Οι αμπελώνες αν καλλιεργηθώσι, αντί 250 μπότζαις, τας οποίας δίδουν σήμερον, μπορούν να δώσουν 2500. Ο δε ελαιών αντί 2000 ημπορεί να δώση 4000. Από εκποιήσεις κτημάτων καταγράφεται το ποσό των 6485 δρχ. και από ενοικιάσεις δρχ. 1160, της διαλυμένης Μονής. [5] Υπάρχουν πολλά έγγραφα γύρω από ενοικιάσεις κτη­μάτων της Μονής, χρέη ενοικιαστών, χρέη μοναχών, διενέξεις μακροχρόνιες κ.ά.  [6] Έγγραφα 109, 1834-1842, που αφορούν και παλιότερες υποθέσεις.

 

Παραδόσεις για τη Μονή

 

Είναι ο μύθος γνωστός και κοινός γύρω από την επικύρωση του τόπου που διαλέχτηκε για την ίδρυση κάθε μονής. Είναι πάντα τα εργαλεία των μαστόρων που μετατο­πίζονται κάθε βράδι και βρίσκονται το πρωί σ’ άλλο μέρος: αυτό που δεν το διαλέγει η ανθρώπινη, αλλά η θεία βουλή. Το ίδιο έγινε κατά την παράδοση και για τη Μονή Αυγού. Άλλον τόπο είχαν διαλέξει οι ιδρυτές, τούτον που στέριωσε το μοναστήρι προτιμούσαν τα εργαλεία και ο Άγιος Δημήτριος. Για να βεβαιωθούν οι χριστιανοί έρριξαν ένα αυγό πάνω από τα βράχια: αυτό έπεσε στη θέση της Μονής, άθικτο. Γι’ αυτό, λένε, και την ονόμασαν Αυγό.

 

Το Μοναστήρι του Αυγού

 

Τον Άγιο Δημήτριο όλα τα χωριά γύρω τον θεωρούν πολύ θαυματουργό και στοργικό, έτοιμο να σκύψει πάνω στις αγροτικές τους αγωνίες. Τον φροντίζουν: έχουν καθα­ρή την εκκλησιά του κι’ αναμμένα τα καντήλια του. Ωστόσο, μας είπαν οι Διδυμιώτες, μεγάλη γιορτή κάνουν της Αγίας Θεοδώρας. Είναι κι’ αυτή θαυματουργή. Στην εικόνα της κολλάνε νομίσματα, βάζοντας στο νου μιαν ευχή. Αν κολλήσει το νόμισμα, η ευχή θα πραγματοποιηθεί… Γιορτάζουν ακόμη στη Μονή Αυγού κάθε Σεπτέμβρη, τον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο. Κι’ έρχονται με ταξίματα πολλά από την Ασίνη, το Τολό, το Δρέπανο.

 

Η ονομασία της

 

Όσο όμορφη κι’ αν είναι η παράδοση για της πίστης το άθραυστο αυγό, που έδωσε το όνομα στο μοναστήρι, δεν εμποδίζει την αναζήτηση για μια άλλη προέλευση, λιγότερο ρομαντική.

Είναι πιο εύκολο ίσως να αποδοθεί στην ονομασία του όρους Αυγού. Και μπορεί να δόθηκε πολύ αργότερα από την ίδρυση της Μονής. Η ονομασία «Αυγό» απαντιέται συχνά στο Μωριά και βαφτίζει βουνό γυμνό. Στη Βόριο Ήπειρο έλεγαν τη γυμνή κορφή «Βέ» (αυγό). Μάλε αρβανίτικα σημαίνει κορυφή. Μαλεβέ = βουνοκορφή γυμνή (σαν αυγό).

Έτσι έχουμε στην Κυνουρία, τον Πάρνωνα που ακόμα οι ντόπιοι τον ονομάζουν Μαλεβέ η Μαλεβό, όπως και το Μαλεβό στο Αρτεμίσιο. Στη Μάνη το γυμνό χωράφι το έλεγαν «μαλεβό». Η ίδια έννοια στην ελληνική ονομασία αυγό είναι επίσης συχνά δοσμένη. Όπως: το Αυγό = βουνό της Ασίνης Ναυ­πλίας, το Αυγό, λόφος Κορινθίας και το ομώνυμο χωριό κοντά. Ακόμη το γυμνό οξυκόρυφο νησάκι των Κυθήρων, Αυγό. Και το δικό μας όρος Αυγό της Αργολίδας, που ανήκει στην οροσειρά των Διδύμων.

Όση κι’ αν είναι η ευλάβεια των περιοίκων για τη Μονή Αυγού, δεν είναι αρκετή. Ούτε εκείνη η κατάλληλη, που έχει ανάγκη ένα βυζαντινό μνημείο κι’ ο ναός του. Ένας ανάμεσα στους ελάχιστους που έχουμε του 11ου αιώνα ναούς: σε μια περιοχή κοντά, Ίρια και Τραχειά, σημαντική και στην αρχαιότητα και στο μεσαίωνα, σύμφωνα με τα λείψανα αρχαίων κάστρων και μικρών βυζαντινών ναών. Η ωραία Μονή του Αυγού, που μοιραία πηγαίνει στον αφανισμό της, αξίζει μιας ιδιαίτερης φροντίδας αρχαιολογι­κής, τη συντήρηση, σαν πολύτιμο διατηρητέο μνημείο. Και ίσως ανάμεσα σε τόσες ψυχές που αναζητούν τη λύτρωση στη μοναξιά και στην αυτοσυγκέντρωση – ακόμη και στην εποχή μας – μπορούσαν να βρεθούν κάποιοι να χρησιμέψουν κάτοικοι – φὐλακές της.

 

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  



Πηγή

 
  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.

 

Υποσημειώσεις

 

[1] Γ. Σωτηρίου, Μονή Αυγού παρά τους Διδύμους της Αργολίδος, «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος», (1935), σσ. 457-464.

 [2] Η Μονή είχε κι΄ άλλον ηγούμενο αγωνιστή, τον Αρχιμανδρίτη Διονύσιο  από την Καλλίπολη. Στην κατάληψη του Παλαμηδίου 29.11.1822, πάνω από στη Μπεζεριάν τάπια, έσπασε το πόδι του, μένοντας για πάντα χωλός.  

 [3] Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σσ. 198-199.

 [4] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, φακ. 213, Κατάστιχος Πίναξ [1833], Ναυπλία 1.

[5] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, φακ. 213. Πίναξ συναχθέντων χρημάτων, [1835], αύξων αριθμός 2.

[6] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φακ. 220, Νομός Αργολίδος και Κορινθίας, Επαρχία Ναυπλίας, Άγιος Δημήτριος Αυγού.

Read Full Post »

Ιερά Μονή Αγίου Θεοδοσίου του Νέου (Παναρίτη Αργολίδας)


 

Η Μονή του Οσίου ή Αγίου Θεοδοσίου του Νέου κατέχει για την τοπική ευλάβεια μια ιδιαίτερη θέση. Η ίδρυσή της δεν αποδίδεται σε κοινό θνητό ή απλό ιερωμένο, αλλά σ’ ένα άσημο ως τότε μοναχό, που ήρθε νέος από την Αθήνα, γύρω στο 880, άγιασε και πέθανε σ’ αυτόν τον τόπο, αφήνοντας κατά την παράδοση, τη μνήμη της χριστιανικής του ζωής και των θαυμάτων του.

 Μαζί με το σύγχρονό του Άγιο Πέτρο – Επίσκοπο του Άργους – ο Όσιος Θεοδόσιος διασφαλίζει για τους ντόπιους την προσέγγιση προς ένα δικό τους μεσολαβητή: τη σιγουριά που προσφέρει στην πίστη ο τοπικός Άγιος. Προνομιούχα από θέση και θέα η Μονή, προβάλλεται στον επισκέπτη στο τέρμα ενός βατού χωματόδρομου, τέσσερα μόνο χλμ. από το χωριό Παναρίτη – 14 περίπου χλμ. τόσο από το Άργος όσο και από το Ναύπλιο.

 

Μονή του Αγίου Θεοδοσίου – Πίνακας της Ντιάνας Αντωνακάτου.

  

Εντυπω­σιακό – με τις νεότερες προσθήκες – το χτιριακό της συγκρότημα φανερώνεται φωτεινό μέσα από ένα σκιερό σύδεντρο και δεσπόζει πάνω από μαλακούς καλλίγραμμους λόφους στ’ ανατολικά του Αργολικού κάμπου. Έχοντας ανεμπόδιστα εμπρός όλη την πεδινή έκταση με την καλλιεργημένη της συμμετρία, μέχρι το Άργος και ως τις οροσειρές της δύσης, που φράζουν το τοπίο και το Νομό, το Μοναστήρι ζυγιάζεται μετωπικά: μια πλούσια αρχιτεκτονική σύνθεση από τρεις ναούς, κελλιά και ξενώνες.

Πρόλογος του Αγίου Θεοδοσίου, ένα μικρό κάτασπρο εκκλησάκι, χτισμένο σε ύψωμα, στ’ αριστερά της ανόδου του επισκέπτη και 500 περίπου μέτρα πριν από το προαύλιο της Μονής, είναι η «Συνάντησις». Αφιέρωμα στη μνήμη της πρώτης συνάντησης του Επισκόπου του Άργους Πέτρου και του Οσίου Θεοδοσίου – στον ίδιο τόπο που κατά την παράδοση πραγματοποιήθηκε. Εδώ, προϋπάντησε τον Άγιο ο Όσιος, κρατώντας για θυμιατό στα χέρια το σκούφο του με κάρβουνα αναμμένα χωρίς να καίγεται – πάντα σύμφωνα με την τοπική παράδοση. Η μνήμη του συμβάντος γιορτάζεται από το 1956, την πρώτη Κυριακή ύστερα από τις 3 του Μάη – γιορτή του Αγίου Πέτρου. Μερικά πέτρινα σκαλοπάτια οδηγούν στο μικρό ναό. Στη βάση τους ένα προσκυνητάρι. Όλος ο λόφος, με σκάλες, τοίχους, κολονάκια, αψίδες, προσκυνητάρια και ναό, μοιάζει παραφορτωμένος, δίχως βάρος καλαισθησίας.

 

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Αγιογράφοι: Βασίλης Δήμας – Γιώργος Αγγελής. Τοιχογραφία. Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους.

 

Εμπρός από την κεντρική είσοδο της Μονής, μια φυσική πλατεία προστατευμένη βορειοδυτικά από λόφους, ισκιασμένη από ψηλόκορμη λεύκα και πυκνόφυλλες χαρουπιές, δροσερό καλωσόρισμα το καλοκαίρι, απάγγιο ζεστό το χειμώνα, προδιαθέτει εγκάρδια και εξουδετερώνει την ψυχρότητα, που αναδίνουν πάντα τα νεόχτιστα και τα επιδιορθωμένα χτίρια. Έτσι κάτω από τα φυλλώματα πρωτοπαρουσιάζεται σαν καλλιγραφημένη ζωγραφιά το παρεκκλήσι του Τιμίου Προδρόμου – δεξιά και πριν από την πύλη.

Πρώτος πυρήνας της Μονής, λέγεται πως χτίστηκε από τον Όσιο Θεοδόσιο: απ’ αυτό το εκκλησάκι εκπορεύτηκε η ακτινοβολία και η επιρροή, που άσκησε στους ντόπιους σαν άγιος «θαυματουργός και ιαματικός». Οι διαστάσεις του τώρα είναι 3,15 Χ 2,90 μ. και οι διάφορες ανακαινίσεις έχουν καλύψει τη μορφή, που θα είχε στις αρχές του 10ου αιώνα. Ανθισμένο προαύλιο και τοίχοι γύρω το απομονώνουν, μέσα στο χαμηλότερο επίπεδό του. Κοντά του μαστορεμένη επί Τουρκοκρατίας μια κρήνη γραφική, στερεμένη, μαρτυράει την ύπαρξη νερού – πρωταρχικό στοιχείο για την ίδρυση μοναστηριού. (Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως το 1946 εργάτες, σκάβοντας, βρήκαν έξω από τον περίβολο της Μονής και προς Ν χτιστό πηγάδι με θαυμάσιο νερό πηγής: απ’ αυτό υδρεύεται η Μονή τώρα).

Πάνω από τον Τίμιο Πρόδρομο και στο πέρασμα πάντα προς την κεντρική είσοδο, δεξιά, είναι ο τάφος του Μητροπολίτου Αργολίδος Ιωάννου Παπασαράντη (1874-1942) ευεργέτη και ανακαινιστή της Μονής, που βοήθησε στη μετατροπή της το 1942, σε ανεξάρτητη γυναικεία. Έμμετρη επιγραφή σε πλάκα μαρμάρινη (0,50×0,90) είναι εντοιχισμένη αριστερά από την πύλη.

 

ΤΗΝ ΕΝΔΟΞΟΝ ΠΟΤΕ ΜΟΝΗΝ ΘΕΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

ΕΝ ΤΗ ΠΑΡΟΔΩ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΕΙΣ ΠΑΡΑΚΜΗΝ ΕΛΘΟΥΣΑΝ

ΒΛΕΠΕ ΚΑΙ ΑΥΘΙΣ ΘΑΛΛΟΥΣΑΝ Ω ΞΕΝΕ ΚΑΙ ΑΝΘΟΥΣΑΝ

ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗΝ ΜΕΜΝΗΣΩ ΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

ΤΗΝ Δ’ ΟΥΤΟΣ ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΕΝ ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

ΙΝΑ ΠΑΝΤΙ ΕΥΚΛΕΗΣ Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

ΕΤΕΙ ΧΙΛΙΟΣΤΩ ΕΝΝΕΑΚΟΣΤΩ (sic) 

ΤΕΣΣΕΡΑΚΟΣΤΩ ΜΗΝΙ ΤΟΥ ΙΟΥΝΙΟΥ

 

(Η συγκινητική αφέλεια των απλοϊκών στίχων της επιγραφής θα πρέπει ίσως να τοποθετηθεί στην κρίση του μέλλοντος χρόνου, για τους επισκέπτες που θάρθουν να την διαβάσουν π.χ. ύστερα από δυο αιώνες. Γιατί όσο ο ιστορικός προβολέας φωτίζει μακρινότερες αποστάσεις, τόσο η αλήθεια των συμβάντων έρχεται και μεγεθύνεται σαν σημασία. Πόσες ανορθόγραφες κτιτορικές επιγραφές στέκονται πολύτιμες περγαμηνές και φωτίζουν με την ταπεινή ιστόρη­σή τους την αναζήτησή μας, μέσα σε σκοτεινές πτυχές του φευγάτου χρόνου).

Σημείωση Βιβλιοθήκης. Στον ίδιο χώρο, βρίσκεται και ο τάφος του Μακαριστού Μητροπολίτη Αργολίδας Χρυσοστόμου Β΄( Δεληγιαννόπουλου), μετά από δική του επιθυμία. Εις μνήμή του υπάρχει και η προτομή του.  Ο Χρυσόστομος Β΄απεδήμησε εις Κύριον στις 4 Ιουλίου του 1985, μετά από οξύ έμφραγμα.

Υφαντήριο – Ντιάνα Αντωνακάτου

Πριν διαβούμε την κεντρική θύρα και τα έντεκα σκαλοπάτια της, δεξιά μέσα στο προαύλιο, μια μικρή πόρτα μας φέρνει στο εργαστήριο (υφαντήριο) των καλογραιών: εκεί και οι εργαλειοί τους, μια από τις πιο λειτουργικές απασχολήσεις της γυναικείας μοναστικής ζωής.

Το αίθριο ενός μοναστηριού, ο περιφραγμένος εσωτερικός υπαίθριος χώρος, αυτός που δημιουργείται γύρω από το καθολικό του, τον κύριο ναό του δηλαδή, και από τα χτίρια που τον περιβάλλουν, αυτή η ίδια του η αυλή, κλείνει την εσωτερική του μορφή: την καρδιά του μοναστικού χώρου. Σε πολλά μοναστήρια αναδίνει μια βαθιά ψυχικότητα – στα γερασμένα χαρακτηριστικά της αυτή η μορφή κρατάει τα χνάρια του καιρού που πέρασε.

Η αυλή του Αγίου Θεοδοσίου παλιά είταν πλακόστρω­τη. Το 1970, με όλο το τσιμεντάρισμά της, βαστούσε ακόμη τις νοικοκυρεμένες της διαστάσεις. Απλωνόταν ηλιόλουστη και ανθισμένη μπροστά απ’ το παλιό χτίριο των κελλιών, από τους βοηθητικούς χώρους, στο ίδιο επίπεδο με τις πόρτες τους και ερχόταν και αγκάλιαζε το καθολικό (δισυπόστατος εδώ ο ναός), στολίζοντάς το μ’ ένα φροντισμένο κηπάκι. Από το 1973 το ανατολικό μέρος της αυλής, που είχε φυσικό τείχος το βουναλάκι πίσω, σκάφτηκε βαθειά και εκεί σ’ όλο το μήκος υψώθηκαν τα νέα κελλιά. Η μορφή του αίθριου άλλαξε, οι διαστάσεις διευρύνθηκαν, το νέο χτίριο με το μέγεθος και το ανυψωμένο του επίπεδο δεσπόζει: ισόγειο ταπεινό απέναντί του το παλιό, των πρώτων 11-12 κελλιών. Κι’ ανάμεσά τους, οι δυο μικροί ναοί μ’ όλη την ανακαίνισή τους, διατηρούν τις μετρημένες αναλογίες της βυζαντινής καταγωγής τους.

Ο πρώτος προς Β είναι αφιερωμένος στη Μεταμόρφωση, ο δεύτερος, κύριος και μεγαλύτερος, στον Άγιο Θεοδόσιο. Οι δυο ναοί, ενωμένοι, στέκονται σε ψηλότερο από την αυλή επίπεδο – αριστερά στον εισερχόμενο. Στον κοινό τους πρόναο οδηγούν τέσσερα σκαλιά. Από εκεί, άλλα τέσσερα σκαλοπάτια φέρνουν εμπρός στις ομοιόμορφες ξυλόθυρές τους (1,20×2,50). Πάνω από τη θύρα του Αγίου Θεοδοσί­ου, μια εντοιχισμένη πλάκα (0,40X0,60) έχει ανάγλυφο σταυρό. Και οι δυο ναοί, κεραμοσκέπαστοι με τρούλλους, παρουσιάζουν διαφορές αρχιτεκτονικές. Ο οκτάγωνος τρούλλος του Αγίου Θεοδοσίου – με τα οκτώ του φωτιστικά ανοίγματα – ανέρχεται μέσα από την τετράγωνη σε σχήμα σκεπή του, σαν τύμβος. Ενώ ο τρούλλος της Μεταμορφώσε­ως, με τέσσερα φωτιστικά ανοίγματα, είναι χαμηλότερος και κυκλικός.

Όσιος Θεοδόσιος Ο νέος ( Τοιχογραφία παλαιότερης περιόδου)

Εσωτερικά ο ναός του Αγίου Θεοδοσίου έχει μήκος 5 μέτρα και πλάτος 2,80. Ο τρούλλος του στηρίζεται σε δυο πεσσούς: αυτοί χωρίζουν τον κυρίως ναό από το Ιερό Βήμα. Και σε μια αψίδα που διαχωρίζει τον ναό από τον νάρθηκα. Η κεντρική προς Δ θύρα, μια άλλη προς τη νότια πλευρά και τα παραθυράκια του τρούλλου φωτίζουν το μικρό χώρο. Ακόμη και τα ανοίγματα του ναού της Μεταμορφώσεως προσθέτουν φως. Γιατί ο κοινός τοίχος των δυο ναών σχηματίζεται με δίλοβο τοξωτό άνοιγμα. Τα δυο του τόξα (το ένα 1,90, το άλλο 1,05μ.) επιτρέπουν όχι μόνον την επικοινωνία αλλά και τον αλληλοφωτισμό, δίνοντάς τους συγχρόνως και όψη δισυπόστατου ναού.

Του Αγίου Θεοδοσίου έχει σύγχρονη αγιογράφηση. Ό,τι είχε απομείνει από την παλιότερη, είταν ο Παντοκράτορας που κατάπεσε με την τελευταία ανακαίνιση. Αγιογραφημένος πολύ αργότερα από το χτίσμα (και πιθανόν πάνω σε προγενέστερη εικόνα), εικονιζόταν μέσα σε νέφη, με την επιγραφή «ο Κύριος Πάντων» και με ανοιχτό ευαγγέλιο, όπου υπήρχε με μικρογράμματη γραφή γραμμένο, ένα ιερό κείμενο. [i]

Από γραφτές μαρτυρίες [ii] φαίνεται ότι και οι δυο ναοί είταν αγιογραφημένοι. Αλλά χρόνος και εγκατάλειψη, ευπρεπισμός και άσπρισμα, επιδιόρθωση και ανακαίνιση, είναι μερικοί από τους κινδύνους, που έχουν καταστρέψει και απειλούν τις παλιές αγιογραφίες. Τώρα από το 1968, ο Άγιος Θεοδόσιος και η Μεταμόρφωση είναι αγιογραφημένοι από δυο σύγχρονους ζωγράφους, κατά τη βυζαντινή αντίληψη που τη διαχωρίζει η προσωπικότητα του καθενός. Η κτιτορική επιγραφή (1,10 X 0,35 μ) «εφ’ υγροίς» στο υπέρθυρο, διαβάζεται:

 

Ο ΙΕΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

 ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΙΣΤΟΡΗΘΗ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ

 ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Β’ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΤΗΣ

 ΜΟΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΟΓΡΑΦΩΝ

 ΤΑΚΗ Β. ΠΑΡΛΑΒΑΝΤΖΑ ΚΑΙ ΜΑ­ΡΙΑΣ Γ. ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

 ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 1966

 ΠΡΕΣΒΕΙΑΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΟΥ ΒΟΗΘΗΣΟΝ ΚΥΡΙΕ ΤΟΥΣ ΔΟΥΛΟΥΣ

 

Ο ναός της Μεταμορφώσεως έχει εσωτερικές διαστάσεις 2,80 X 5μ. Έχει μαρμάρινο τέμπλο. Μέχρι το ύψος 1,40 στους τοίχους, φέρει ορθομαρμαρώσεις. Από κει και πάνω είναι κατάγραφος. Στο υπέρθυρο επιγραφή (0,12 Χ 0,40) αναγράφει το δωρητή των διακοσμήσεων:

ΔΩΡΕΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

ΘΕΟΔΩΡΟΥ  ΧΛΙΑΠΑ

Η θύρα, το τοξωτό παράθυρο της βόριας πλευράς και τα τέσσερα του τρούλλου, φωτίζουν το ναό.

Στην αντικατάσταση του δαπέδου των δυο ναών – το 1964 – βρέθηκε τάφος παλιός, με οστά. Θεωρήθηκαν από τις Αδελφές της Μονής σαν τα οστά του Αγίου Θεοδοσίου, καθώς υπήρχε παράδοση, ότι ευλαβείς χριστιανοί τα είχαν μεταφέρει και κρύψει εκεί. Τώρα φυλάγονται σε αργυρόγλυπτη θήκη – τάμα Ναυπλιώτισας – μέσα στο ναό του Αγίου Θεοδοσίου. Σ’ ένα άλλο τάφο βρέθηκε επίσης ένας σκελετός μ’ ένα ζωνάρι καλά διατηρημένο. Θεωρήθηκε, ζωνάρι του Αγίου, μεταφέρθηκε στην Αγία Μονή Ναυπλί­ου κι’ από εκεί χάθηκαν τα ίχνη του.

Πάνω από τη σκεπή του κοινού πρόναου, μεγάλη εικόνα του Οσίου. Στη ΝΔ γωνία, ένα μικρό μονόλοβο κωδωνοστάσιο. Οι δυο αυτοί ναοί της Μονής χαρακτηρίζονται αρχαιότεροι από τους άλλους του 12ου αιώνα της Αργολί­δος: Χώνικα, Μέρμπακα και Αγίας Μονής.

Νότια και έξω από τον περίβολο, υπάρχουν διάφοροι βοηθητικοί χώροι και ένας φούρνος. Τριγύρω πεταμένα εδώ και κει διάφορα μέλη αρχιτεκτονικά αρχαίου χτίσμα­τος – ίσως ιερού – θωράκια, κιονίσκοι κ.ά. Τα μονοπάτια είναι ακόμη, σπαρμένα με λείψανα θαλάσσιας ζωής – αχιβάδες, πεταλίδες, όστρακα. Είναι γνωστό ότι εκατομμύρια χρόνια πίσω, στις κοσμογονικές διαμορφώσεις του ελληνικού χώρου, η θάλασσα είχε καλύψει ολόκληρη την πεδιάδα του Άργους. Τα υψώματα της Τίρυνθος, του Ναυπλί­ου αποτελούσαν νήσους… Αργότερα οι ποταμοί εσχημάτισαν την Αργολική πεδιάδα, χώρα ποταμογενή.

Το μονοπάτι μας κατευθύνει, μαλακό κι’ ευκολοπερπάτητο πάντα κατά τα νότια της Μονής, όπου η Σκήτη: το πρώτο καταφύγιο του μοναχού Θεοδοσίου στην Αργολίδα. Το μέρος και τώρα, ύστερα από 1100 χρόνια, είναι μοναχιασμένο, κρυφό κι’ απάνεμο. Τα δέντρα του, πορτοκαλιές κι’ άλλα καρποφόρα, καρπίζουν πρώιμα. Και το κυπαρίσσι του, μοναδικό στην πυκνότητά του, υψώνεται σα δέηση ευχαριστίας στο γαλάζιο και σημαδεύει τούτη την ευλογημένη μικρή ρεματιά. Μέσα σ’ ένα φυσικό κοίλωμα της πλαγιάς της, είναι η Σκήτη: 7×2,50 οι πλευρές και το ύψος 2,40 μέτρα. Η απλότητα και η φυσικότητα της κρύπτης εκείνου του φτωχού ερημίτη έχουν καλυφθεί από τους μετασχηματισμούς, που η ευλάβεια έδωσε κατά καιρούς. Μαρμαρένιος τώρα ναΐσκος με επιδεικτική διακόσμηση και ψυχρή τεχνική σύγχρονων υλικών, αφιερωμένος στο όνομα του Τιμίου Σταυρού – δαπάνη του Μητροπολίτου Χρυσόστομου Β’ Αργολίδος – τιμά την ευλαβική μνήμη, αλλά δεν ενθαρρύνει καθόλου την φαντασία σ’ ένα ταξίδι ταπεινής κατάνυξης.

Η Μονή είναι κοινοβιακή. Το πώς είναι γυναικεία, το μαρτυράει στην πρώτη ματιά, η φροντισμένη όψη, η καθαριότητα, η φιλανθία, η ανακαινιστική και η διακοσμητική διάθεση και προπαντός το δημιουργικό πάθος με τις μεγα­λόσχημες επιτεύξεις.

Για τη θεμελίωση και αποπεράτωση των νέων μεγαλόπρεπων κελλιών χρειάστηκε φυσικά ο υλικός πρώτος πυρήνας: το κληροδότημα της αδελφής Τιμοθέας Μπενιά, που άφησε στη Μονή πεθαίνοντας το πατρικό της σπίτι στον Πειραιά. (Ένα εκατομμύριο δραχμές σε αντιπαροχή και δυο καταστήματα πήρε ή Μονή). Χρειάστηκαν ακόμη και 750.000 δραχμές: τις απέδωσε ένας έρανος γεμάτος ζήλο, που οργάνωσε η Μητρόπολη Αργολίδος.

Χρειάστηκε, ακόμη περισσότερο, εκείνη η γεμάτη έξαρση προσφορά των καλογραιών, η επίπονη σωματική εργασία – τις παρακολουθήσαμε να κουβαλούν τα μπάζα ακαταπόνητες – η πεισματική επιμονή που ξεπερνάει κάθε γυναικεία αντοχή, φτάνει να φέρει σε πέρας το έργο. (Αξιοθαύμαστη όσο και καταλυτική δύναμη του γυναικείου μοναχισμού – πολλές φορές εξαφανίστηκε το παλιό, άξιο να μείνει «διατηρητέο», σχήμα των χτισμάτων για να θαφτεί κάτω από το αδόκιμο η και ακαλαίσθητο καινούριο. Αυτή η δύναμη θα μας απασχολήσει κι’ αλλού και ως προς τη λειτουργική ωφελιμότητα ή όχι των δημιουργημάτων της και σαν ψυχολογικό φαινόμενο).

Στο φούρνο, για τον άρτο τον επιούσιο – Ντιάνα Αντωνακάτου

Ηγουμένη της Μονής Αγίου Θεοδοσίου είναι η Θεοδώ­ρα Χαμπάκη [1970] από την Αθήνα, με μόρφωση και συγγραφική ικανότητα. Την αδελφότητα αποτελούν οι μοναχές: Ολυμπιάς, Θεοδοσία, Ειρήνη, Φρειδερίκη.

Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή στα τέλη του 1969. Σήμερα, Ηγουμένη της Μονής είναι η Φοίβη Κωνσταντινίδου. Ο αριθμός των γυναικών – μοναχών ανέρχεται στις δέκα επτά (17).

Μικρή περιουσία κτηματική, ο οβολός των πιστών, συμπληρώνουν με το κληροδότημα εκείνο τα έσοδα της Μονής. Τα πανηγύρια επίσης βοηθούν. Γιορτάζουν του Σωτήρος, τις 6 και 7 Αυγούστου. (Περιουσία φαίνεται να μην είχε ή τουλάχιστον να μην της είχε απομείνει γύρω στο 1835. Σε επίσημη κατάσταση καταγράφεται στα διαλυμένα μοναστήρια. Το ποσόν που εισπράχθηκε από τις ενοικιάσεις των κτημάτων του είναι μικρότερο απ’ όλων των άλλων μοναστηριών: 144 δρχ. Τα ελαιόδενδρά του είχαν «συνενοικιασθεί» από τον ηγούμενο). [iii] Σε άλλη κατάσταση καταγράφεται: το Μοναστήριον Αγίου Θεοδοσίου του χωρίου Παναρίτι της Επαρχίας Ναυπλίας έχει: Πατέρες 1, Καλλιεργημένη γη κατά στρέμματα 350, ακαλλιέργητος 350, ελαιόδενδρα 80, Κήποι 1, ετήσιον κύριον εισόδημα εις δραχμάς 200.

Αλλά και ακόμη νωρίτερα φαίνεται ότι είναι φτωχό και ρημαγμένο: «Επιστολή από α’ Μαΐου αωιγ (1817) του Ναυπλίου (Μητροπολίτου) Γρηγορίου προς τον Δ. Περούκαν εις Κ/πολιν, δι’ ής γράφει, ότι…

 

«Το μοναστηράκι του Αγίου Θεοδοσίου εις το Ανάπλι και εις χωρίον Κατσίγκρι έκπαλαι ευρίσκεται υπό την εξουσίαν των κατά καιρόν αρχιερέων… και έμεινεν ανεπιμέλητον και απροστάτευτον τοσαύτα έτη και κατεπατήθη υπό των γειτνιαζόντων εκεί ολίγον κατ’ ολίγον… ήδη εσηκώθη ένας επικατάρατος μεϊμέταγας Κακουτάκης λεγόμενος και ζητεί να καταπάτηση τον ήμισυν τόπον του μοναστηρίου ήμερον και άγριον… και (τω γρά­φει) να ερευνήσει εις τον Βασιλικόν χασνέ τα πρώτα συναίτια όπου έγινε φέτι ο Μωρέας, όπου είναι καταγραμ­μένα όλα τα σύνορα του κάθε τόπου και εκεί να εύρη τω μοναστήριον του Αγίου Θεοδοσίου, καζάς Ναυπλίου πλησί­ον του χωρίου Κατσίγκρι και από αυτό το μέρος να μας ευγάλη ένα σουρέτι δευτέρι να φανερώνη καταλεπτώς τα σύνορα του μοναστηρίου καθώς είναι και παλαιόθεν κατα­γραμμένα και να φροντίση (μετά τούτο) να έκδοθή και ο βασιλικός προσκυνητικός ορισμός περί τούτου…. και αναπαρακαλώ γίνουν αυτά όσον τάχος.. Γράφω περί τούτου και προς τον έφορόν μου άγιον Εφέσου, όπως φροντίση και η σεβασμιότης του… Ευχέτης διάπυρος και όλος πρόθυμος, Ο Ναυπλίου Γρηγόριος».[iv]

 

Το μοναστήρι συνέχισε τη ζωή του, πιθανόν με διακοπές λειτουργίας. Γιατί το 1833 – σύμφωνα με το Νόμο περί Δήμων 27/12/1833 – η Μονή είχε 12 οικογένειες και 50 κατοίκους. Από αναφορά του μητροπολίτου Αργολίδος Κυρίλλου προς την Ι. Σ. (13.3.1834), φαίνεται πως της έχει μείνει ένας μόνο μοναχός «εκ Πριέλας» (Πυργέλλας) και ότι είχε περιουσία 200 στρέμματα καλλιεργήσιμα, 80 ελιές και 1500 στρέμματα βοσκότοπους.

Το 1835 η περιουσία της εκποιείται και περιέρχεται στο κράτος. Το 1885 ο Μηλιαράκης την βρίσκει ερειπωμένη. [v] Το 1904 εξακολουθεί να είναι «διαλελυμένη», όπως αναφέρεται σε έγγραφο του Μητροπολίτου Αργολίδος Νικάνδρου. Το 1952 (Απόφασις Υπ. παιδείας 23243/6.2.1952), η Μονή χαρακτηρίζε­ται «διατηρητέον μνημείον».

Για τη ζωή και τα θαύματα του Οσίου Θεοδοσίου έχει γράψει ο Νικόλαος Μαλαξός, που στάθηκε Πρωτοπαππάς στην τελευταία τριετία της Α’ Ενετικής Κυριαρχίας στο Ναύπλιο, 1538-1540. Γιος του ιερέα Σταυράκη, παντρεμέ­νος με κόρη ιερέα, ευγενής, πλούσιος και μορφωμένος, προικισμένος με δυνατό συγγραφικό ταλέντο και ρητορία – ιεροκήρυκας – γεννημένος στο Ναύπλιο, φίλος των Ενετών, έζησε στη Βενετία, Κρήτη και Ζάκυνθο όπου και πέθανε πριν το 1594. Συνέθεσε ακολουθίες, μεγαλυνάρια, τροπάρια, βίους αγίων. Έγραψε: «Βίος και θαύματα του Οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών και Ιαματικού Θεοδοσίου, γεννηθέντος κατά το ΩΞΒ’ – 862 – έτος από Χριστού, συγγραφείς παρά του ιερού Νικολάου Μαλαξού και πρωτοπαπά της πόλεως Ναυπλίου».

Το κείμενο αυτό υπάρχει [vi] σε έκδοση του 1803 του Ελληνικού Τυπογραφείου της Βενετίας, Νέον Εκλόγιον με βίους 36 Αγίων και Οσίων από το 66 μ.Χ. μέχρι το 1686 και στις σελίδες 183-192. Σ’ αυτό το κείμενο του Μαλαξού εξαίρονται τα πολλά θαύματα του Οσίου, μερικά τα έζησε ο ίδιος και η οικογένειά του. Έναν αιώνα σχεδόν πριν από το κείμενο του Μαλαξού, το 1480, η Μονή αναφέρεται σε ενετικό έγγραφο. [vii]

 

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

 

Υποσημειώσεις


 [i] Αρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Η εκκλησία Άργους και Ναυπλίας, Τομ. Β’, Άργος 1961, σ. 17.

 [ii] Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Ιστορικά και Λαογραφικά Σημειώματα, Αθήναι 1953, σ. 161.

 [iii] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, Φακ. 213, Πίναξ συναχθέντων χρημάτων 1835, αύξων αριθμός 5.

[iv] Γ.Α.Κ. Μοναστηριακά, φακ. 227, Μονή Αγ. Θεοδοσίου.

[v] Αντωνίου Μηλιαράκη, Γεωγραφία Πολιτική Νέα και Αρχαία του Νομού Αργολί­δος και Κορινθίας, εν Αθήναις 1886.

[vi] Διον. Κ. Στραβολέμου: Ο θεοφόρος και ιαματικός Θεοδόσιος, Αθήναι 1974, σ. 27.

[vii] Κ. Ν. Σάθα – Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμ. Δ, Paris 1883, σ. 144.

 

Πηγές


  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.
  • Διονύσιος Χ. Στραβόλεμος, «Ο Αργολίδος Χρυσόστομος ο Β’  Δεληγιαννόπουλος / Βίος και προσφορές του », Έκδοσις Χριστιανικής Αδελφότητος Άργους «Η ΑΓΙΑ ΜΑΚΡΙΝΑ», Θεσσαλονίκη, 1985.  
  • Ιστότοπος Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »