Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

ΚΙΟΣ – ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

Στην Προποντίδα, στο μυχό του Κιανού κόλπου, κοντά στους πρόποδες του Αργαθωνίου όρους στις εκβολές του Κιανού ποταμού, βρίσκεται χτισμένη η πόλη Κίος (γεωγρ.πλάτ. 40 μοίρες 20′, γεωγρ. μήκος 26 μοίρες 48′ ).

      Η Κίος ανήκει στην επαρχία Βιθυνίας. Νότια της Κίου βρίσκεται η οροσειρά του Ολύμπου της Προύσας. Ο Κιανός ή Ασκάνιος ποταμός πηγάζει από την Ασκανία λίμνη και χύνεται στον κόλπο της Κίου. Ανατολικά της βρίσκεται η Ασκανία λίμνη και δυτικά το νότιο τμήμα της Προποντίδας. Η Κίος απέχει από την Κωνσταντινούπολη περίπου 48 ναυτικά μίλια και από την Προύσα περίπου 25 χιλιόμετρα. Βορειοανατολικά της Κίου είναι κτισμένη η φημισμένη Νίκαια και κοντινά παραθαλάσσια μέρη είναι τα περίφημα Μουδανιά (αρχικά λεγόταν Μύρλεια και αργότερα Απάμεια), οι Ελεγμοί, η Σιγή, η Τρίγλεια (αρχαία Βρύλλιον), το Δασκύλειον, η Αρτάκη, η Πέραμος, η Πάνορμος κ.α. Βόρεια του Κιανού κόλπου, το Αργαθώνειο όρος καταλήγει στο Ποσείδιο ακρωτήριο, όπου ήταν κτισμένο το ιερό του θεού Ποσειδώνα. Στο Αργαθώνειο όρος υπάρχει σπήλαιο με πολύ διακοσμητικούς σταλακτίτες.

 

map1g

 

 

     Οι κάτοικοι της ήταν αποκλειστικά Έλληνες, με ελάχιστους Τούρκους, Αρμένιους και Εβραίους. Ο πληθυσμός πριν την καταστροφή ήταν περίπου 15000 κάτοικοι. Η κύρια ασχολία τους ήταν αλιεία, γεωργία, μεταξοσκωληκοτροφία, αλλά υπήρχαν και αρκετοί έμποροι μεταξιού και αγροτικών προϊόντων.

 

fount

 

 

 

 

 

 

Πηγή

 

ΦΟΥΝΔΟΥΚΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, www.musesnet.gr/pages/kios/

Read Full Post »

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809-1899)


 

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Έδρα της επανάστασης του 1862 ήταν το Ναύπλιο και η ψυχή της μια κυρία. Το παράξενο είναι ότι μ’ αυτήν χόρεψε ο βασιλιάς, όταν έφτασε στην Ελλάδα, τις πρώτες καντρίλλιες του. Η κυρία τούτη, άλλοτε δεσποινίδα Καλλιόπη Καλομογδάρτη, έγινε αργότερα μια από τις αξιολογότερες γυναικείες φυσιογνωμίες της νεότερης Ελλάδας.

Γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν κόρη του προκρίτου Ανδρέα Καλαμογδάρτη. Κατά την έναρξη της επανάστασης κατέφυγε στη Ζάκυνθο με τη μητέρα της και στη συνέχεια στην Αγκόνα της Ιταλίας. Εκεί σπούδασε και έμαθε ιταλικά, γαλλικά και αγγλικά. Το 1824 η οικογένεια της μετακόμισε στο Ναύπλιο, όπου παντρεύτηκε τον Σπύρο Παπαλεξόπουλο, δήμαρχο Ναυπλίου και γερουσιαστή. Σύντομα η Καλλιόπη ξεχώρισε για το πνεύμα της ενώ το σπίτι της είχε μετατραπεί σε φιλολογικό σαλόνι. Προσέφερε μεγάλο μέρος της περιουσίας της στους φτωχούς και στους πρόσφυγες. Τάχθηκε φανερά εναντίον του Όθωνα και έλαβε μέρος σε όλες αντι-Οθωνικές αντιδράσεις. Μετά τον θάνατο του συζύγου της, το 1850, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση για ένα μεγάλο διάστημα. Πρωτοστάτησε στην αποτυχημένη εξέγερση του Ναυπλίου, την 1η Φεβρουαρίου του 1862, γι’ αυτό και καταδιώχθηκε από το παλάτι.

Η κυρία Παπαλεξοπούλου ήταν μια χαριτολόγος ετοιμόλογη γυναίκα. Για να εμποδίσει ένα επεισοδιακό στρατιωτικό πραξικόπημα στο Ναύπλιο, αυτό που προηγήθηκε από την τελευταία επανάσταση ενάντια στο βασιλιά Όθωνα, η κυβέρνηση της Αθήνας έστειλε στην ανήσυχη πόλη και αντιμέτωπο στη δημοκρατική φρουρά της ένα εκστρατευτικό σώμα με Γερμανό διοικητή. Ο στρατηγός Hahn, ο διοικητής, πληροφορημένος ότι οι νεότεροι αξιωματικοί της φρουράς είχαν το στέκι τους στο σπίτι της κυρά Καλλιόπης και ότι συγκεντρώνονταν εκεί με δική της έμπνευση και οδηγία, της έστειλε από το γειτονικό Άργος, όπου είχε περάσει σχεδόν χωρίς αντίσταση, ένα είδος τελεσίγραφου, ζητώντας της να φύγει από την πόλη, γατί τα βασιλικά στρατεύματα θα έμπαιναν στο Ναύπλιο και υπήρχε η πιθανότητα αιματηρών συγκρούσεων. Εξαιτίας της δράσης της, έλεγε ο στρατηγός, δεν θα ήταν η κυρία σε ασφάλεια. Η απάντηση ήταν πάνω – κάτω η ακόλουθη: «Θα μείνω όπου βρίσκομαι. Τα μόνα ζωντανά πλάσματα που φοβάμαι είναι οι ποντικοί, γι’ αυτό τους αφάνισα όλους μέσα στο σπίτι μου».

Λένε ότι ο Hahn, μπαίνοντας στην πόλη με τα στρατεύματά του, συνέλαβε όλους τους συνωμότες, αλλά έστειλε στην Κυρά τον υπασπιστή του για να υποβάλλει τα σεβάσματά του σε μιαν αρχόντισσα πολύ ευγενική, αλλά πολιτικά  παραστρατημένη.

Ύστερα από την εκθρόνιση του Βασιλιά, που έγινε έπειτα στην Αθήνα, ήρθε στην πρωτεύουσα. Οι κάτοικοι την υποδέχτηκαν θριαμβευτικά γεμάτοι ενθουσιασμό. Παρευρέθηκε στην Εθνική Συνέλευση,  όρθιοι οι βουλευτές την χειροκροτούσαν για αρκετή ώρα. Η κυρά – Καλλιόπη ήταν η ίδια η ενσάρκωση του ακατάβλητου δημοκρατικού πνεύματος του ελληνικού λαού.

Την τίμησαν για την δράση της και της απένειμαν τιμητική σύνταξη 500 δρχ. Ύστερα από την επίσκεψη στην πρωτεύουσα και την θριαμβευτική υποδοχή της γύρισε στο Ναύπλιο και δεν βγήκε ποτέ πια από το σπίτι της, στην πλατεία Συντάγματος.

Απεβίωσε στις 8 Φεβρουαρίου του 1899. Ήταν σχεδόν εκατό χρόνων, αλλά το πρόσωπό της έμενε ακόμα αρυτίδωτο.  Εξυμνήθηκε από γνωστούς ποιητές της εποχής όπως από τον Ηλία Καλαμογδάρτη, πρώτο ξάδελφό της, και τον Παναγιώτη Σούτσο.

 

Πηγές


  • Μ. Γ. Λαμπρυνίδης « Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου »,  Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ. Σκόκου,  Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.
  • Δημήτρης Κακλαμάνος, « Ένα πανόραμα της Ελλάδας στο Ναύπλιον », μτφ. Σ. Καρούζου,  Έκδοση, Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 1979.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ζυγομαλάς Ιωάννης (1498-1584)


 

O Ιωάννης Ζυγομαλάς και ο υιός και ομότεχνός του Θεοδόσιος (1544-1607) διέγραψαν μια πνευματική πορεία που άφησε πολλά και πλούσια ίχνη και τεκμήρια. Υπηρέτησαν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως σε θέσεις κλειδιά. Εκεί δίδαξαν την αρχαία ελληνική, ενώ αντέγραφαν και διακινούσαν χειρόγραφα με έργα αρχαίων και βυζαντινών συγγραφέων. Είναι γνωστή η αλληλογραφία τους με ευρωπαίους λογίους και περιηγητές, χάρις στην οποία η ουμανιστική Δύση γνώρισε τους Ρωμιούς του 16ου αιώνα, όσο και την τότε ομιλούμενη γλώσσα τους, ως συνέχεια του ελληνισμού της κλασσικής εποχής και του Βυζαντινού κόσμου.

Ο Ιωάννης Ζυγομαλάς (1498-1584) ήταν λόγιος, φιλόλογος, κωδικογράφος, εκκλησιαστικός ρήτωρ και αξιωματούχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Γόνος γνωστής οικογένειας από τo Άργος (το αρχικό όνομά της ήταν Σαγομαλάς), η οποία είναι γνωστή για τις υπηρεσίες της προς τον φράγκο φεουδάρχη του Άργους, Guy d’ Enghien.

Ο ίδιος γεννήθηκε το 1498 στο Ναύπλιο και μαθήτευσε κοντά στον Αρσένιο Αποστόλιο, ο οποίος του δίδαξε τα κλασικά γράμματα και την αρχαία ελληνική γλώσσα και παιδεία. Συνέχισε τις σπουδές του και στο πανεπιστήμιο της Πάδουας, όπου διδάχθηκε και τα λατινικά, κοντά στον Giovanni Foresto. Επέστρεψε στο Ναύπλιο και εργάσθηκε ως εκκλησιαστικός ρήτωρ στην εκεί μητρόπολη, δίδασκε επίσης αρχαία ελληνικά και άσκησε τα καθήκοντα του νοταρίου.

Το 1549 μετακόμισε χωρίς την οικογένεια στην Αδριανούπολη, προσκεκλημένος του τότε μητροπολίτη Ιωάσαφ, για να διδάξει και εκεί τα ελληνικά. Όταν ο Ιωάσαφ χειροτονήθηκε Οικουμενικός Πατριάρχης, ο Ιωάννης τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη. Η υπόλοιπη οικογένεια μετακόμισε εκεί γύρω στο 1555. Ο Ιωάννης ανέλαβε το αξίωμα (οφφίκιον) του «Μεγάλου Ρήτορος του Πατριαρχείου» και το 1576 χειροθετήθηκε από τον Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ τον Τρανό «Μέγας Ερμηνευτής των Γραφών».

Συνέχισε να διδάσκει τα Αρχαία ελληνικά και να αντιγράφει χειρόγραφα κατά παραγγελία. Όπως και ο γιος του Θεοδόσιος Ζυγομαλάς έτσι και ο ίδιος ο Ιωάννης δεν φαίνεται να έλαβε αποφασιστικό μέρος στην ανταλλαγή θεολογικών θέσεων και στην απόπειρα προσέγγισης μεταξύ των λουθηρανών θεολόγων και του Πατριάρχη Ιερεμία Β’ του Τρανού. Από τον γάμο του με την Γρατζιόζα απέκτησε δύο γιους και δύο κόρες. Πέθανε το 1584 στην Κωνσταντινούπολη.

Έργα του είναι:

  • Βίος του Σταυρακίου Μαλαξού, πρωτοπαππά του Ναυπλίου.
  • Επιτομή της ελληνικής Γραμματικής.
  • Διάφορα επιγράμματα στα αρχαία ελληνικά ή τα λατινικά.
  • Προσευχή στην Θεομήτορα για την εορτή της Κοιμήσεως του 1576.
  • Πολυάριθμες επιστολές προς διάφορους παραλήπτες.

 

Πηγές


  • E. Legrand, «Notice biographique sur Jean et Theodose Zygomalas», Παρίσι, 1889.
  • S. Perentidis, «Théodose Zygomalas et sa Paraphrase de la Synopsis minor», Αθήνα, Εκδόσεις Α. Ν. Σάκκουλα, 1994.
  • « Ιωάννης και Θεοδόσιος Ζυγομαλάς / Πατριαρχείο – θεσμοί – χειρόγραφα», Πρακτικά συμποσίου, Ιούνιος 2006, Άργος, Σ. Περεντίδης – Γ. Στείρης (Επιμέλεια), Εκδόσεις «Δαίδαλος», Αθήνα, 2009.  

 

Read Full Post »

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

Φεστιβάλ Επιδαύρου. Τα κορίτσια του χορού, Ιούνιος 1955, εν αναμονή.

Η Αργολική Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, λειτουργεί ως ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός ιστορικού και πολιτιστικού χαρακτήρα. Ο βασικός σκοπός  της είναι η έρευνα, ο εντοπισμός, η συλλογή, η ταξινόμηση, η διάσωση, η μελέτη και η έκδοση αρχειακού υλικού που αφορά στην ιστορική και πνευματική εξέλιξη και ανάπτυξη του νομού Αργολίδας, της Πελοποννήσου αλλά και γενικότερα της Ελλάδας.

Μέσα από την καταγραφή και την ανάδειξη αυτού του υλικού, στοχεύει να καταστήσει κοινωνούς όλους όσοι ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν, να μελετήσουν ή να αξιοποιήσουν αυτόν τον πολιτιστικό και ιστορικό θησαυρό.

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη επιχειρεί να διασώσει, να διατηρήσει, να μελετήσει και να καταγράψει όσα στοιχεία του παρελθόντος ακόμη αχνά διακρίνονται, πριν τα καταπιεί ο χρόνος και η λήθη.

Οι συλλογές της, καλύπτουν πολύπλευρα την ιστορική εξέλιξη και την πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας και ειδικότερα της Αργολίδας, από τους αρχαίους χρόνους μέχρι τις μέρες μας.

Η σημαντικότητά της έγκειται στο γεγονός ότι ήδη κατέχει ιδιαίτερα πλούσιο αρχειακό υλικό που αφορά στην πολιτιστική και ιστορική πραγματικότητα της Ελλάδας, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής πορείας του τόπου.

Ναύπλιο. Άποψις προς Ακροναυπλίαν και Παλαμήδι, δεκαετία 1930.

Την ουσιαστική προσφορά της Βιβλιοθήκης, από τα πρώτα της βήματα, εκτίμησε η Επιτροπή Πολιτών του Νομού Αργολίδας, που την πρότεινε ομόφωνα στον Οργανισμό Πολιτισμού και Αθλητισμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και στις 22 Μαρτίου 2009, της απονεμήθηκε το Βραβείο Πολιτιστικής Προσφοράς 2008, για την συμβολή της στην προώθηση του Πολιτισμού της Αργολίδας, στο διαδίκτυο. Επίσης η ΕΤ1 εκτιμώντας το έργο της, πρόβαλε γι’ αυτήν ένα ειδικό ντοκιμαντέρ – αφιέρωμα.

Συνέδριο Διδασκάλων. Ναύπλιο 1924. ( Αρχείο: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού).

 

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το
φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

 

Άργος, Πλατεία Αγίου Πέτρου. Η Λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το Δημαρχείο, πιθανολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα.

Άργος, Πλατεία Αγίου Πέτρου. Η Λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το Δημαρχείο, πιθανολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα.

 

Καποδιστριακό Άργος. Λίγο πριν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1933 ( Αρχείο: Καλλιόπη Κιτσοπούλου).

Η αξιοπιστία και η συνέπεια της επικροτούνται  από διάφορους πνευματικούς φορείς και ιδρύματα, οι οποίοι συνεργάζονται μαζί της αξιοποιώντας το υλικό της, προκειμένου να εκδώσουν σχετικά βιβλία ή να συμπληρώσουν άλλες μελέτες τους.

 

Άργος. Η οδός Βασ. Κωνσταντίνου (1930;). Στο βάθος διακρίνεται το κάστρο της Λάρισας και η Παναγία η Κατακεκρυμμένη.

 

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου.Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1939;).

 

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1926. Στο βάθος το παλιό καμπαναριό του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου. Φωτογραφία: Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής).

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1926. Στο βάθος το παλιό καμπαναριό του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου. Φωτογραφία: Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς όλων εκείνων που ενδιαφέρονται για τα θέματα που πραγματεύεται και δηλώνει ότι θα σταθεί συμπαραστάτης και αρωγός σε κάθε πρωτοβουλία που σχετίζεται με αυτά.

  Εκδόσεις Εκ Προοιμἰου

Read Full Post »

Κανελλόπουλος Φ. Ηλίας  (1844-1894) 


 

Κανελλόπουλος Φ. Ηλίας

 

Αντιπλοίαρχος του πολεμικού ναυτικού, ιδρυτής της σχολής Ναυτικών Δοκίμων και βουλευτής της επαρχίας Άργους. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ναύπλιο, όπου σπούδασε τα εγκύκλια γράμματα. Στενός συγγενής της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου. Η μητέρα του Αικατερίνη ήταν Αργείτισσα, αδελφή του Σπύρου Παπαλεξόπουλου.

Το 1860 γράφτηκε στη Νομική σχολή. Το 1862 έλαβε μέρος στην αντιοθωνική επανάσταση Ναυπλίου και γι’ αυτό φυλακίστηκε σε πλοίο στην Αίγινα.

Ο Ιω. Αρσένης στην Ποικίλη Στοά του 1895, (σελ. 35) γράφει: « … Ο Η. Κανελλόπουλος ενεγράφη εις τα επαναστατικά μητρώα ως στρατιώτης του Πυροβολικού και ηχμαλωτίσθη κατά την μάχην της 1ης Μαρτίου εις Άρειαν, ενεκλείσθη δε ως αιχμάλωτος εις την φρεγάταν «Ελλάδα» τότε «Αμαλίαν», αυτήν ταύτην ην επί μακρόν μετά έτη εκυβέρνησεν ως κυβερνήτης…»! 

Ο δημοσιογράφος Μάνος Βατάλας γράφει στον «Πυρσό»: «Η ενθουσιώδης ιδιοσυγκρασία του, αλλ’ ασφαλώς και η επ’ αυτού επίδρασις της μετά της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου στενής συγγενείας του, έφεραν αυτόν δρώντα κατά την Ναυπλιακή επανάστασιν».

Μετά την αποφυλάκισή του έλαβε μέρος σε διαγωνισμό (1862) και κατατάχθηκε στο πολεμικό ναυτικό ως δόκιμος. Στη συνέχεια συμπλήρωσε τις σπουδές του στη Γαλλία και Αγγλία κατά διαστήματα και για αρκετά χρόνια.

Το 1883, ως τμηματάρχης προσωπικού στο υπουργείο Ναυτικών, κατόρθωσε να ιδρύσει τη σχολή Ναυτικών Δοκίμων στον Πειραιά, την οποία αρχικά στέγασε στο ατμόπλοιο «Ελλάς», πρώην «Αμαλία». Το επόμενο έτος ανέλαβε τη διεύθυνσή της ο ίδιος. Δίδαξε αρκετά σ’ αυτήν και με τις ικανότητές του, διοικητικές και πνευματικές, τη στήριξε και την οδήγησε σε μεγάλη πρόοδο. Ήταν η ψυχή της. Το Ιούλιο 1890 η κυβέρνηση Δηλιγιάννη τον απομάκρυνε, επειδή ήταν πολιτικός φίλος του Χαρ. Τρικούπη.

Το 1892 πολιτεύτηκε και εκλέχτηκε βουλευτής Άργους (3 Μαΐου) με το κόμμα του Χαρίλαου Τρικούπη. Πέθανε βουλευτής από καρδιακό νόσημα στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου του 1894, όπου και κηδεύτηκε με ιδιαίτερες τιμές. Ήταν μόλις 50 ετών και άγαμος.

Ο Ηλίας Κανελλόπουλος ήταν εξαιρετικά μελετηρός, πολύ μορφωμένος, εμπνευσμένος και ακούραστος αξιωματικός του πολεμικού μας ναυτικού. Τιμήθηκε με πολλά παράσημα στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και έγραψε πολλά βιβλία ναυτικού περιεχομένου, αρκετά από τα οποία διδάσκονταν στη σχολή Ναυτικών Δοκίμων.

   

Πηγές  


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», Αθήνα, χχ.

 

Σχετικά θέματα:  

Read Full Post »

Παναγιωτόπουλος Σπύρος (1894- 1987)

 

    

Ο ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, τεχνοκρίτης και πεζογράφος Σπύρος Παναγιωτόπουλος, γεννήθηκε στο Άργος, όπου και έμεινε ως το 1918. Ασχολήθηκε με το εμπόριο. Το 1919 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Διατέλεσε πολλά χρόνια Σύμβουλος της Λυρικής Σκηνής, Πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών και Αντιπρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, καθώς και της «Ένωσης Κριτικών Τέχνης».

Ασχολήθηκε με την ποίηση, την πεζογραφία και την κριτική εικαστικών τεχνών. Στην Αθήνα συνεργάστηκε με τα φιλολογικά περιοδικά: «Νουμάς», «Μούσα», «Ελληνικά γράμματα», «Παναθήναια», «Παρνασσός» και «Νέα Εστία». Το 1923 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή «Μαϊστράλια» και το 1944 το «Νυχτερινό διαβάτη».

Περάσματα

Ένα κοπάδι κάτασπρα, χιονάτα περιστέρια

τον ήσκιο του εκαθρέφτισε στης στέρνας τα νερά,

κ’ εκείνα αναταράχτηκαν κ’ υψώθηκαν σα χέρια

τα νούφαρα ν’ αδράξουνε τη βιαστική χαρά.

Αλλά του κάκου! Έπέρασαν αυτά γοργά και πάνε

κ’ η θλίψη ξαναγκάλιασε νερά και χλόη κι’ ανθούς.

Ω συ, που όμοια στο διάβα της γεννήθης, πόθε πλάνε,

πνίξου στης Λήθης τώρα πια τους σκοτεινούς βυθούς.

 (απ’ τη συλλογή «Μαϊστράλια» 1923)

Επίσης δημοσίευσε τα πεζογραφήματα:

«Η επιστροφή του ασώτου» (1945), «Η μάχη των Μύλων» (1960), «Ελληνικοί ρυθμοί», «Δημήτριος  Βαρδουνιώτης / Ο ιστορικός» (1961), «Ο στρατηγός Τσώκρης» (1962), «Στην Τροιζήνα μονιασμένοι» (1963), « Άνθρωποι, καιροί και τόποι» (1964), « Ναυτικά Διηγήματα» (1988).

Ακόμη, έγραψε την μονόπρακτη τραγωδία «Ίκαρος» και την κομεντί «Μοντέλο» ενώ το 1929 στο «Θέατρο των Νέων» παίχτηκαν  δύο  μονόπρακτα  θεατρικά  του  έργα,  το « Ένστικτο», δράμα, και η «Κρινιώ», δραματική ηθογραφία. Μετάφρασε έμμετρα ολόκληρο  το έργο του αρχαίου ειδυλλιακού ποιητή Θεόκριτου. Λογοτεχνική δημιουργία του Σπ. Παναγιωτόπουλου είναι σκορπισμένη σε πλήθος περιοδικά κι εφημερίδες.

 

Βιβλιογραφία

Κριτικές για τo έργο του Σπ. Παναγιωτόπουλου έχουν γράφει : Γρ. Ξενόπουλος «Αθηναϊκά Νέα» 6-4-41, 30-8-44, Βλ. Γαβριηλίδης «Ακρόπο­λις», Ψυχάρης «Νουμάς», Σπ. Μελάς «Καθημερινή» και «Εμπρός», Σωτ. Σκίπης «Όρθρος» και «Βραδυνή», Ηλ. Βουτιερίδης «Εμπρός», Στέφ. Δά­φνης «Νέα Ήμερα», Τέλος Άγρας «Μεγάλη Ελλην. Εγκυκλοπαίδεια», Π. Πα­λαιολόγος «Αθηναϊκά Νέα», Μιχ. Ρόδας «Ελεύθερον Βήμα», Ρ. Γκόλφης «Γράμματα», Τ. Μωραϊτίνης «Έθνος», Α. θρύλος «Ν. Εστία» και «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», Αχ. Κύρου «Εστία», Αδ. Παπαδήμας «Νέα Ελληνική Γραμματολογία», Κ. Μεραναίος «Πειραϊκά Χρονικά», Κ. Μπαστιάς «Εβδομάς», Π. Χάρης «Ν. Εστία», Α. Αναπλιώτης «Πρωϊνός Τύπος», Γρ. Κασιμάτης «Παρόν», Γ. Φουσάρας «Νέον Πνεύμα», Κ. Αθάνατος «Ελεύθερος Άνθρωπος», Γερ. Αμπάτης «Πρωΐα», Δ. Π. Οικον. Εγκυκλ. Λεξικόν «Η­λίου», Γιάν. Χατζίνης «Ν. Εστία» κ.ά.

 

Πηγές

  • Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας 1798 – 1957», Αθήνα 1958.
  • Εγκυκλοπαίδεια «Επιστήμη και ζωή».

Read Full Post »

Άργος  


Ιστορική πόλη της Πελοποννήσου και σημαντικό εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο της Αργολίδας.  Είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας του Άργους στο νομό Αργολίδας και είναι η μεγαλύτερη πόλη του νομού με πληθυσμό 24.239 κατοίκους (απογραφή 2001). Μετά την εφαρμογή του νόμου περί συνενώσεων των Δήμων, του γνωστού «Καλλικράτη» ο Δήμος Άργους μετονομάστηκε σε Δήμο Άργους-Μυκηνών και εντάχθηκαν οι πρώην Δήμοι: Μυκηναίων, Κουτσοποδίου, Λυρκείας, Λέρνας και Νέας Κίου. Βρίσκεται σε απόσταση 136 χιλιομέτρων από την Αθήνα  και η απόστασή του από το Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του νομού, είναι 12 χιλιόμετρα.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Το Άργος, η αρχαιότερη συνεχώς κατοικούμενη πόλη της Ευρώπης και της Ελλάδας, παρά τις καταστροφές που υπέστη κατά καιρούς από επιδρομείς και κατακτητές, πάντοτε κτιζόταν στην ίδια θέση. Αυτό βεβαιώνεται και σήμερα από την αρχαιολογική σκαπάνη στα υπό οικοδόμηση οικόπεδα, τα οποία αποκαλύπτουν τη ζωή των παλαιότερων εποχών.

Η θέση της πόλης ήταν ιδανική για δύο κυρίως λόγους. Οι δύο λόφοι, της Ασπίδας (84μ.) και ιδίως της Λάρισας (289μ.), παρείχαν μεγάλη ασφάλεια στους κατοίκους. Παράλληλα, τα δύο αυτά υψώματα εισχωρούν βαθιά στο αργολικό πεδίο και φέρνουν την πόλη κοντά στο Τημένιο, που ήταν ανέκαθεν το επίνειό της.

Έτσι εξηγείται γιατί διαμέσου των αιώνων, παρά τις αλλεπάλληλες διώξεις και καταστροφές, η πόλη επέμενε να ευρίσκεται στην ίδια πάντα θέση. Άμεση συνέπεια αυτής της πραγματικότητας ήταν να μη διατηρηθούν πολλά από τα μνημεία και επιπλέον να καθίσταται δύσκολος ή και αδύνατος ο εντοπισμός τους από τους αρχαιολόγους. [1] Το αρχαίο Άργος εκτεινόταν δυτικά και ΒΔ μέχρι τη Λάρισα και την Ασπίδα, ΝΔ μέχρι και την αρχαία αγορά και ΝΑ μέχρι τον Άγιο Κωνσταντίνο.

Η πόλη υπήρχε σαν οικισμός από τη νεολιθική εποχή. Τα κεραμικά που βρέθηκαν μαρτυρούν ότι στο τέλος της 3ης π.Χ. χιλιετίας υπήρχε σημαντικός οικισμός στην Ασπίδα, ο οποίος αυξήθηκε εντυπωσιακά στις αρχές της επόμενης χιλιετίας. Ανάμεσα στα λείψανα συγκαταλέγονται και ίχνη τείχους, που εντοπίστηκαν στην κορυφή και στη νότια πλαγιά του λόφου, καθώς και μεγάλο νεκροταφείο με τύμβους στις ανατολικές υπώρειες. Επίσης, βρέθηκαν αρκετοί θαλαμοειδείς τάφοι στις Πορτίτσες – αρχ. Δειράδα – στις υπώρειες των δύο λόφων. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν πίθους για την ταφή των νεκρών. Τέτοιοι πίθοι σώζονται στο μουσείο του Άργους.

Κατά τη μυκηναϊκή περίοδο πιθανότατα υπήρχαν ακροπόλεις στη Λάρισα και στην Ασπίδα, ενώ ο οικισμός εξακολουθούσε να απλώνεται προς νότο. Το μυκηναϊκό Άργος εντοπίζεται περίπου στην περιοχή που περικλείεται από τους δρόμους Κορίνθου, Τσώκρη και Καρατζά. Και φαίνεται πως το Άργος ήταν μέχρι το 1.200 π.X. μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της Αργολίδας.

Προϊστορικοί Χρόνοι

Ύστερα από μια σύντομη παρακμή, η οποία συμπίπτει με τη γενικότερη παρακμή του Μυκηναϊκού πολιτισμού, γνώρισε νέα ανάπτυξη μετά την κάθοδο των Δωριέων. Οι περισσότερες πληροφορίες για την ακμή και την έκταση της πόλης προέρχονται από τους τάφους, που εντοπίστηκαν από τη μια άκρη της πόλης μέχρι την άλλη, από τον Ξεριά μέχρι και πέρα από την Παναγία. Η πόλη είχε αρκετή ζωή και ήταν πυκνοκατοικημένη. Η κατάληψη της αργολικής πεδιάδας από τους Δωριείς έγινε περίπου το 1125-1120 π.Χ. [2]   

Οι Δωριείς αυτοί ήταν εξαιρετικά δυναμικοί και εξοπλισμένοι με τα πλέον σύγχρονα όπλα της εποχής τους. Στα μέσα του επόμενου αιώνα κατέλαβαν την υπόλοιπη Αργολίδα, τη Σικυώνα και τη Μεγαρίδα. Από τη διάσπαση των Δωριέων, που εγκαταστάθηκαν στην πεδιάδα του Άργους, προέκυψαν τρία μικρότερα βασίλεια, το βασίλειο του Άργους, το βασίλειο των Μυκηνών και το βασίλειο της Τίρυνθας, με μικρό πληθυσμό, αφού και οι Δωριείς, που είχαν κατακλύσει την Πελοπόννησο, στο σύνολό τους ήταν oλιγάριθμoι (βλ. υποσ. 2 για τον μυθικό Τήμενο).

Το κράτος των Αργείων ξεπέρασε σε δύναμη και έκταση όλα τα άλλα της κεντρικής και βόρειας Πελοποννήσου. Κατέλαβε τη Θυρεάτιδα και την Κυνουρία, προωθήθηκε ως τον Μαλέα και κατέλαβε τα Κύθηρα, δηλαδή σημεία συνοριακά με τη Σπάρτη, για την οποία το Άργος εξελισσόταν έτσι σε πολύ ισχυρό και επικίνδυνο εχθρό. Για την ιστορία του δωρικού Άργους από τη σύστασή του (περ. 1.120 π.Χ.) μέχρι τον 8ο αι. π.Χ. ελάχιστα γνωρίζουμε, όπως την ύπαρξη κεραμικών εργαστηρίων και διάφορες συγκρούσεις με γειτονικά κράτη, όπως με την Κόρινθο και την Ασίνη, την οποία κατέστρεψε στο τέλος του 8ου αι. π.Χ. Επίσης, σχετικά με την κοινωνική οργάνωσή τους, γνωρίζουμε ότι υποχρέωναν τους κατακτημένους να καλλιεργούν τους κλήρους, που μοιράστηκαν σαν κατακτητές, και να τους προσφέρουν σημαντικό μέρος από το εισόδημα. Αυτοί οι «δουλοπάροικοι» στο Άργος ονομάζονταν γυμνήτες. [3]  

Παρόμοια καθεστώτα συναντάμε σ’ όλες σχεδόν τις δωρικές κοινωνίες. Οι γυμνήτες διέφεραν από τους δούλους· οι τελευταίοι θεωρούνταν ιδιοκτησία των ιδιωτών. Το ισχυρό δωρικό Άργος προστατευόταν από τείχη, λείψανα των οποίων εντοπίζονται ακόμα και σήμερα. Οι δύο ακροπόλεις, φυσικά, ήταν οχυρωμένες και συνδέονταν μεταξύ τους με τείχος στον αυχένα.

Εκεί, στις σημερινές Πορτίτσες, ήταν και η σημαντικότερη ίσως πύλη, η πύλη της Δειράδος. Εξάλλου, με βεβαιότητα θεωρούμε ότι από εκεί ήταν η είσοδος προς την πόλη μέχρι τους νεότερους χρόνους (περίοδος 1821). Υπήρχαν άλλες τρεις πύλες, η μία στο ανατολικό άκρο, που οδηγούσε στις Μυκήνες, άλλη μία στο ΝΑ άκρο που οδηγούσε στην Τίρυνθα και η τρίτη στο ΝΔ προς Λέρνη και κεντρική Πελοπόννησο. Το τείχος κατέβαινε από τη ΝΑ πλευρά της Ασπίδας, περνούσε λίγο ανατολικότερα της οδού Κορίνθου και του Αγίου Πέτρου, άφηνε ανατολικά του το σημείο, όπου σήμερα βρίσκεται ο Άγιος Κωνσταντίνος, κατόπιν τραβούσε ΝΔ, αγκάλιαζε όλη την αγορά και ανηφορίζοντας επί της νότιας πλευράς του λόφου της Λάρισας, κατέληγε στο κάστρο της ακρόπολης.

Ιστορικοί Χρόνοι

Η ιστορική περίοδος ουσιαστικά έχει αφετηρία τη βασιλεία του Φείδωνος. Ο Φείδων (7ος αι. π.Χ.), που θεωρείται μακρινός απόγονος του Τήμενου, είναι το πρώτο ιστορικό πρόσωπο του Άργους. Επί της εποχής του η πόλη παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή. Είναι η εποχή της μεγάλης ανάπτυξης πριν από την ανάδειξη της Σπάρτης σε πρώτη δύναμη της Πελοποννήσου. Ο μεγάλος κίνδυνος για το Άργος ήταν η ισχυρή Σπάρτη, η οποία του αμφισβητούσε την ηγεμονία της Πελοποννήσου. Γύρω από αυτό το μακροχρόνιο και αξεπέραστο μίσος διαμορφώνεται η πολιτική του Άργους, η οποία αργότερα θα έχει δημοκρατικούς προσανατολισμούς. Αυτός ήταν ένας πρόσθετος λόγος της οξύτητας μεταξύ των δύο πόλεων.

Μνημονεύονται διάφορες συγκρούσεις, όπως η μάχη του 669 π.Χ. στις Υσιές (Αχλαδόκαμπο), όπου νίκησαν οι Αργείοι, καθώς επίσης και η μάχη του 547 π.Χ. στη Θυρέα (περ. Κυνουρίας) με νικητές τους Σπαρτιάτες. Επίσης, το 494 π.Χ., τότε που χάθηκαν 8.000 Αργείοι στο Άλσος της Σηπείας, η πόλη απειλήθηκε σοβαρά από τον Κλεομένη. Γι’ αυτό και οι σύμμαχοι του Άργους το εγκαταλείπουν, πρώτα οι μακρινοί και ύστερα της Αργολίδας. Γρήγορα όμως θα συνέλθει, θα κυριαρχήσει στην ευρύτερη περιοχή και θα συνάψει συμμαχία με τους Αθηναίους. Κατά τους μηδικούς πολέμους οι Αργείοι έμειναν ουδέτεροι, γιατί δεν ήθελαν προφανώς να αγωνιστούν πλάι στους Λακεδαιμονίους. Αργότερα, στον πελοποννησιακό πόλεμο, ήταν πιστοί σύμμαχοι των Αθηναίων. Μετά το 404 π.Χ. δεν παρουσιάζει αξιόλογη δύναμη. Οι εχθροί εισέρχονται στην πόλη και τη λεηλατούν, όπως ο Πύρρος, ο βασιλιάς της Ηπείρου, το 272, ο οποίος σκοτώθηκε από κεραμίδι, που του έριξε Αργείτισσα στο κεφάλι. Αργότερα το Άργος προσχώρησε στην Aχαϊκή Συμπολιτεία (229 π.Χ.).

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Από τους Ρωμαίους κατελήφθη το 146 π.Χ. Αν κρίνουμε από την ξενάγηση του Παυσανία, το Άργος επί ρωμαιοκρατίας βρισκόταν σε εξαιρετικά καλή κατάσταση. Πότε ακριβώς εκχριστιανίστηκε το Άργος δεν γνωρίζουμε. Ο λατίνος επίσκοπος και εκκλησιαστικός ποιητής Παυλίνος (353 – 431 μ.Χ.) μας πληροφορεί ότι το  χριστιανισμό δίδαξε στο Άργος ο πρωτόκλητος μαθητής του Χριστού Ανδρέας. Ίσως όμως να κήρυξε πρώτος ο Απόστολος Παύλος, όταν βρισκόταν για αρκετούς μήνες στην Κόρινθο. Πιθανότατα, λοιπόν, το Άργος γνώρισε το χριστιανισμό στα μέσα περίπου του 1ου αιώνα.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο το Άργος ήταν άσημο. Βέβαιο είναι ότι λεηλατήθηκε από τους Γότθους του Αλάριχου στο τέλος του 4ου αιώνα, οι οποίοι ξεκίνησαν από τη Θράκη, διέσχισαν τον Ελλαδικό χώρο και κατέληξαν στην Ισπανία, όπου ίδρυσαν το Βησιγοτθικό κράτος. Το Άργος παρουσιάζει εκ νέου αξιόλογη ακμή μετά το 1189, όταν έγινε μητρόπολη με την ένωση των Επισκοπών Άργους και Ναυπλίας.

Το Άργος υπέστη δύο μεγάλες καταστροφές από τους Τούρκους, την πρώτη επί Ενετοκρατίας το 1397 από το στρατηγό Βαγιαζήτ Γιακούβ. Κατεδαφίστηκαν τότε τα τείχη, η πόλη λεηλατήθηκε και πολλοί Αργείοι αιχμαλωτίστηκαν και διακομίστηκαν στη Μικρά Ασία. Η άλλη έγινε το 1463, όταν Έλληνες και Ενετοί δεν μπόρεσαν να σώσουν την πόλη από το νέο κατακτητή, ο οποίος σάρωνε προοδευτικά όλα τα βαλκάνια. Η πρώτη περίοδος της Τουρκοκρατίας κράτησε μέχρι το 1683 και η δεύτερη από το 1715-1821. Τα ενδιάμεσα χρόνια (1683-1715) το Άργος ήταν πάλι υπό Ενετική κυριαρχία.

Το 1821 το Άργος ήταν από τις πρώτες πόλεις που επαναστάτησαν στις 2 Απριλίου, όταν ένοπλο σώμα με επικεφαλή τον Σταματέλο Αντωνόπουλο ανέκοψε την πορεία 300 Τούρκων ιππέων στη Δαλαμανάρα, οι οποίοι κατευθύνονταν προς το Άργος, και τους ανάγκασε να επιστρέψουν στ’ Ανάπλι.

Το Άργος κινδύνευσε και υπέστη τρεις καταστροφές στη διάρκεια της επανάστασης. Πρώτος τη λεηλάτησε και έκανε σφαγές ο Κεχαγιάμπεης μετά τη νίκη του στον Ξεριά (Απρ. 1821). Ακολούθησε η προέλαση του  Δράμαλη  τον Ιούλιο 1822 και τέλος του Ιμπραήμ τον Ιούνιο 1825. Η τελευταία οδυνηρή καταστροφή, που υπέστη ο πληθυσμός του Άργους, ήταν η σφαγή του 1833 από τους Γάλλους.

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας, μεταξύ των ετών, 1861-1874. Σχέδιο του Γάλλου, γραμματέα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα, Herni Belle.

 

Το έτος 1822 το Άργος ήταν έδρα της γενικής διοίκησης. Πολλά γεγονότα, στρατιωτικά και πολιτικά, που σημάδεψαν την πορεία και την εξέλιξη της επανάστασης, συνδέθηκαν με την πόλη μας. Ο Δημήτριος Υψηλάντης την είχε επιλέξει για τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης. Οι αντιπρόσωποι ορκίστηκαν στην παλιά εκκλησία του Αϊ-Γιάννη, που ήταν ημιυπόγεια. Οι εργασίες τελικά έγιναν στη Νέα Επίδαυρο.

Επίσης, στο αρχαίο θέατρο του Άργους έγιναν οι εργασίες της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης επί Καποδίστρια (1829) και μετά τη δολοφονία του ήταν να γίνουν οι εργασίες της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης (Δεκέμβριος 1831), αλλά ήταν τόσο φορτισμένη η ατμόσφαιρα και είχαν φτάσει στα πρόθυρα σύρραξης, που οι εργασίες τελικά πραγματοποιήθηκαν στο Ναύπλιο. Γιατί, όταν οι κυβερνητικοί πληρεξούσιοι ανακήρυξαν τον Αυγουστίνο, αδελφό του Ιωάννη Καποδίστρια, Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβέρνησης, επήλθε οριστική ρήξη με τους «Συνταγματικούς» του Ι. Κωλέττη, που συνεδρίαζαν σε άλλο οίκημα, και μπροστά στη σύρραξη που θα ξεσπούσε, ο πληθυσμός του Άργους έντρομος εγκατέλειπε την πόλη, για να σωθεί.

 

Σήμερα 

Σήμερα, είναι η δεύτερη σε πληθυσμό μεγαλύτερη πόλη της Περιφέρειας Πελοποννήσου, με έντονη εμπορική, βιομηχανική και αγροτική δραστηριότητα. Είναι μια σύγχρονη πόλη, που αναπτύσσεται πολύπλευρα και με δυναμισμό. Καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου και ιδιαίτερα το καλοκαίρι, μπορεί να αποτελέσει προορισμό πολιτιστικού τουρισμού, τόσο για τη γνωριμία με την πόλη, όσο και για τη παρακολούθηση επιλεγμένων καλλιτεχνικών γεγονότων που πραγματοποιούνται σε στεγασμένους αλλά και γοητευτικούς υπαίθριους χώρους, με βασικότερους αυτούς του  Αρχαίου Θεάτρου και του κάστρου της Λάρισας.

 

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

 

  Βρίσκεται στο  κέντρο του μεγαλύτερου Αρχαιολογικού πάρκου του κόσμου, το οποίο περιλαμβάνει τις Μυκήνες (10 χλμ), την Αρχαία Τίρυνθα (6 χλμ), το Ναύπλιο (12χλμ), τη Λέρνα (10 χλμ) , την Επίδαυρο (40 χλμ ) μπορεί να αποτελέσει αφετηρία εξορμήσεων για τη γνωριμία τόσο με τους χώρους αυτούς, όσο και με τις φυσικές ομορφιές της Αργολίδας.

Ως η  αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας, συμμετέχει στο Δίκτυο των Αρχαιότερων Πόλεων της Ευρώπης και αποτελεί το μεγαλύτερο υπαίθριο μουσείο της χώρας, με πολυάριθμα και μοναδικά ευρήματα που τοποθετούνται σε κάθε ιστορική περίοδο των Ελλήνων. Έχει να προτείνει στον επισκέπτη πλήθος μνημείων από τους προϊστορικούς και ιστορικούς χρόνους, μουσεία, ιστορικές εκκλησίες και πλούσια εκκλησιαστικά κειμήλια, την παλιά πόλη, χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, νεοκλασικά κτίρια, κ.λ.π.

 

Βιβλιογραφία

 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινίωτου, « Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων Χρόνων Μέχρις Ημών», Εν Αθήναις, 1892.
  • Ιωάννου Ζεγκίνη, « Το Άργος Δια Μέσου των Αιώνων», Αθήναι, 1957.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις «Εκ προοιμίου», Άργος, 2007.
 
 
 
Υποσημειώσεις

 

[1]  Οι ανασκαφές άρχισαν στις αρχές του 20ου αι. από τον Ολλανδό αρχαιολόγο Βόλγκραφ (Vollgraff). Εντοπίστηκαν τα τείχη και ανασκάφηκε ο προϊστορικός οικισμός και το ιερό του Απόλλωνα και της Αθηνάς στην Ασπίδα. Παράλληλα άρχισε η έρευνα στην αρχαία αγορά και στο θέατρο. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν συστηματικά από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας το 1951 και συνεχίζονται. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η προσφορά του Πωλ Κουρμπέν. Επίσης, τα τελευταία 25 χρόνια Έλληνες αρχαιολόγοι μελετούν κυρίως ιδιοκτησίες ιδιωτών με αρχαιότητες.

 [2] Σύμφωνα με την παράδοση των αρχαίων, οι Δωριείς διαπεραιώθηκαν στην Πελοπόννησο από το Ρίο και ο Τήμενος, προερχόμενος από την Αρκαδία, εισέβαλε στο αργολικό πεδίο –όπως και ο Ιμπραήμ το 1825 – και έδωσε μάχη με τους Αχαιούς στην παραθαλάσσια περιοχή που πήρε το όνομά του. Κατόπιν κατέλαβε το Άργος και τις Μυκήνες και στη συνέχεια επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την Επίδαυρο, την Κόρινθο και τη Σικυώνα. Ο μυθικός Τήμενος θεωρείται ο τρίτος κατά σειρά θεμελιωτής του Άργους μετά το Φορωνέα και το Δαναό.

Ιδρυτής του Άργους φέρεται ο Ίναχος, ο οποίος καταγόταν από παλαιούς Αργείους αποίκους της Αιγύπτου, επέστρεψε από την Αίγυπτο στην πατρίδα των πατέρων του, ίδρυσε το Άργος και έγινε βασιλιάς. Άλλη εκδοχή του μύθου θέλει τον Ίναχο αυτόχθονα. Από αυτόν η περιοχή ονομάστηκε Ιναχία και οι απόγονοί του Ιναχίδες. Επίσης, έδωσε το όνομά του στον ποταμό Ίναχο, ο οποίος στη συνέχεια στέρεψε από την οργή του Ποσειδώνα και το Άργος έγινε «πολυδίψιον», επειδή ο Ίναχος δέχτηκε ως  προστάτισσα θεά της πόλης την Ήρα αντί του Ποσειδώνα. Κατόπιν κυβέρνησε ο γιος του Φορωνεύς, γι’ αυτό και η πόλη ονομάστηκε Φορωνικό άστυ.

Δώδεκα γενιές αργότερα έρχεται από την  Αίγυπτο ο Δαναός με τις πενήντα θυγατέρες του και γίνεται βασιλιάς. Με αφορμή διάφορα κείμενα που βασίζονται στους μύθους για την προέλευση του Δαναού από την Αίγυπτο, μερικοί ιστορικοί «προσπάθησαν να βρουν επιβεβαιωτικά στοιχεία, αλλά παρά τη σοφία που χαρακτηρίζει τις υποθέσεις αυτές, δεν πέτυχαν το στόχο τους» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, τ. Α΄, σ. 362).

Άλλος μύθος θέλει το Δαναό εγγονό του Ίναχου. Κατόπιν βασίλεψε ο γαμπρός του προηγούμενου, ο Λυγκεύς, τον οποίο δεν σκότωσε η γυναίκα του Υπερμήστρα κατά το πρώτο βράδυ του γάμου τους, όπως έπραξαν οι άλλες Δαναΐδες με εντολή του πατέρα τους.

Τα εγγόνια του Λυγκέα και της Υπερμήστρας, ο Ακρίσιος και ο Προίτος, μάλωσαν και μοίρασαν το βασίλειο· ο Προίτος κράτησε την Τίρυνθα και ο Ακρίσιος το Άργος, που αναδείχτηκε ισχυρότερο και ενδοξότερο.

Ο Περσέας ήταν εγγονός του Aκρίσιoυ και γεννήθηκε με θαυματουργικό τρόπο, από την ένωση της Δανάης με το Δία, που την επισκέφτηκε στη φυλακή με τη μορφή χρυσής βροχής. Εγγονή του Περσέα ήταν η Αλκμήνη, η μητέρα του Ηρακλή, στον οποίο ανέθεσε ο Ευρυσθέας επικίνδυνες αποστολές και πραγματοποίησε έτσι τους δώδεκα γνωστούς άθλους του. Μετά το θάνατο του Ηρακλή, οι Ηρακλείδες διώχτηκαν από τον Ευρυσθέα. Εμφανίζονται και πάλι με αρχηγούς τον Τήμενο, τον Κρεσφόντη και τον Αριστόδημο, παιδιά του Αριστομάχου, οι οποίοι κατέλαβαν την Πελοπόννησο. Στη μοιρασιά ο Τήμενος κράτησε το Άργος.

 
 [3] Βλ. Ιστορία του Ελλ. Έθνους, Εκδ. Αθηνών, τ. Β΄, σ. 42.

Read Full Post »

Ναύπλιο


 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

Ναύπλιο, πρωτεύουσα της επαρχίας Ναυπλίας και του νομού Αργολίδας και πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους. Ιδρυτής της πόλης φέρεται ο μυθικός Ναύπλιος, γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης. Προστάτης της πόλης ήταν ο Ποσειδών, ο οποίος με κτύπημα της τρίαινάς του δημιούργησε την πηγή Κάναθο στη σημερινή Αγία Μονή. Εκεί έλουζε η ιέρεια της Ήρας το είδωλο της θεάς και γι’ αυτό πιθανότατα πλάστηκε ο μύθος ότι η Ήρα λουζόταν κάθε χρόνο στην Κάναθο και ανακτούσε την παρθενία της. 

Απόγονος του Ναύπλιου ήταν ο Παλαμήδης, ο πατέρας του οποίου ονομαζόταν επίσης Ναύπλιος και ο οποίος έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο. Αλλά είχε οικτρό τέλος, γιατί λιθοβολήθηκε από τους Έλληνες. Η τραγική του ιστορία απετέλεσε πηγή έμπνευσης για τους τραγικούς και άλλους δημιουργούς της αρχαιότητας. Το κάστρο του Παλαμηδιού σ’ αυτόν οφείλει το όνομά του. 

Ναύπλιο1908, στερεοσκοπική φωτογραφία, by Stereo Travel Co.

Το Ναύπλιο και το Άργος, μια και βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους, είχαν στο πέρασμα των αιώνων περίπου την ίδια μοίρα. Φαίνεται όμως πως από παλιά μάλωσαν, επειδή το Ναύπλιο συμμάχησε με τους Σπαρτιάτες κατά το Β΄ Μεσσηνιακό πόλεμο και τότε κυριεύτηκε από τον Αργείο Δαμοκρατίδα και οι κάτοικοί του εκδιώχθηκαν και εγκαταστάθηκαν στη Μεθώνη.

Το Ναύπλιο έγινε στη συνέχεια επίνειο του Άργους. Πέρασαν πολλά χρόνια χωρίς να παρουσιάσει η πόλη ιδιαίτερη ακμή. Σταχυολογώντας λίγα μόνο γεγονότα, σημειώνουμε ότι το 879 μ.Χ. έγινε έδρα επισκόπου και ότι ο επίσκοπος Λέων το 1149 έκτισε τη γνωστή σε όλους μας Αγία Μονή της Ζωοδόχου Πηγής έξω από την πόλη.

Το 1180 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός διόρισε άρχοντα Ναυπλίου τον ντόπιο Θεόδωρο Σγουρό. Ο γιος του Λέων Σγουρός (1202-1208), έχοντας την πόλη ως πρωτεύουσα της ηγεμονίας του, επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την ανατολική Στερεά Ελλάδα και μέχρι τη Θεσσαλία. Ακολούθησε η Φραγκοκρατία μέχρι το 1388, οπότε το Ναύπλιο παραχωρείται στους Βενετούς, επί της εποχής των οποίων γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Ενισχύθηκε η οχύρωσή του και αυξήθηκε ο πληθυσμός του, γιατί συνέρρευσαν πολλοί άνθρωποι από πολλά μέρη, ιδίως μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Επί Ενετοκρατίας η πόλη έγινε εμπορικό κέντρο και το λιμάνι της παρουσίασε μεγάλη κίνηση.  Το 1540 έπεσε στους Τούρκους ύστερα από τριετή πολιορκία. Κατά την πρώτη τουρκοκρατία μαρτύρησε ο νεομάρτυρας Αναστάσιος (1η Φεβρουαρίου 1655) κοντά στην πλατεία Συντάγματος. Το 1686 οι Ενετοί ξανακέρδισαν την πόλη, όταν την κατέλαβε ο στρατηγός Φραγκίσκος Μοροζίνι, ο οποίος αμέσως οχύρωσε το Παλαμήδι και κατέστησε το Ναύπλιο πρωτεύουσα του Μορέως, της ΒΑ Πελοποννήσου. Τότε ήταν που ονομάστηκε Νάπολι ντι Ρομάνια.

Το 1715 το ξαναπήραν οι Τούρκοι και το κατείχαν μέχρι την άλωση του Παλαμηδιού από τον Στάικο Σταϊκόπουλο στις 30 Νοεμβρίου 1822, ύστερα από τρεις διαδοχικές πολιορκίες συνολικής διάρκειας σχεδόν είκοσι μηνών. Στην πολιορκία είχανε λάβει μέρος πολλοί καπεταναίοι και οπλαρχηγοί, όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ο Τσώκρης, ο Παπαρσένης, ο Δημ. Υψηλάντης, ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ο αδελφός του Νικηταρά Νικόλας Σταματελόπουλος, ο οποίος σκοτώθηκε σε μια έξοδο των Τούρκων τον Αύγουστο 1822, ο Δημ. Μοσχονησιώτης, που πρώτος πάτησε το κάστρο τη νύχτα της 29ης προς την 30ή Νοεμβρίου, και άλλοι.

 

Μπούρτζι. Αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης οχύρωσης της πόλης για πολλούς αιώνες.

 

Από τη θάλασσα πολιορκούσαν τα Σπετσιώτικα καράβια με τη θρυλική Μπουμπουλίνα κι άλλους καπεταναίους. Μετά την άλωση το Ναύπλιο έγινε κέντρο του αγώνα και έδρα της επαναστατικής κυβέρνησης. Στις 7 Ιανουαρίου 1828 αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο ο Ιω. Καποδίστριας και στις 25 Ιανουαρίου 1833 ο Όθωνας. Για πολλά χρόνια είχε καθιερωθεί η εορτή των αποβατηρίων σε ανάμνηση της άφιξης του πρώτου μας βασιλιά.

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Το Ναύπλιο με βασιλικό διάταγμα της 18ης Σεπτ. 1834 έπαψε να είναι πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους. Ο πληθυσμός του Ναυπλίου, ο οποίος προεπαναστατικά ήταν τούρκικος με εξαίρεση λίγες οικογένειες Ελλήνων του «Ψαρομαχαλά», αυξήθηκε σημαντικά. Η αύξηση οφειλόταν και στο γεγονός ότι συνέρρευσαν από διάφορα μέρη πρόσφυγες και μάλιστα από την Κρήτη το 1830, όταν η μεγαλόνησος δεν απελευθερωνόταν με βάση το πρωτόκολλο του Λονδίνου.

Οι Κρήτες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο Τολό και έξω από την πόλη του Ναυπλίου και ονομάστηκε το προάστιό της Πρόνοια από την πρόνοια που έλαβε ο Καποδίστριας για λογαριασμό τους.  Αργότερα το Ναύπλιο έγινε αντιοθωνικό κέντρο. Την 1η Φεβρουαρίου του 1862 εκδηλώθηκε κίνημα στην πόλη με επικεφαλής τους αξιωματικούς Πάνο Κορωναίο, Αρτέμ. Μίχο και άλλους. Συμμετείχαν ακόμα πολλοί επώνυμοι της εποχής. Ανάμεσά τους ήταν και η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, η οποία είχε μετατρέψει το σπίτι της σε αντιδυναστικό κέντρο. Οι επαναστάτες ζητούσαν τη διάλυση της Βουλής και τη συγκρότηση εθνοσυνέλευσης. Η κυβέρνηση απέστειλε στρατό, η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα και οι νεκροί και τραυματίες κι από τις δυο πλευρές ήταν πολλοί. Αυτός ήταν ο τραγικός επίλογος της Ναυπλιακής επανάστασης.

 

Άποψις προς Ακροναυπλίαν και Παλαμήδι, δεκαετία 1930

 

Ο Όθωνας, ως γνωστόν, αναγκάστηκε λίγο μετά να εγκαταλείψει την Ελλάδα (12 Οκτωβρίου του 1862). Το Ναύπλιο είναι μικρή αλλά ζεστή πόλη, από τις ομορφότερες της πατρίδας μας. Συνδυάζει το βουνό με τη θάλασσα και την άγρια ομορφιά με την απλωσιά του κάμπου. Η παλιά πόλη με τα στενά δρομάκια και τα παραδοσιακά σπίτια διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τον παλιό όμορφο παραδοσιακό χρώμα. 

Ναύπλιο, Άγιος Σπυρίδωνας. Frederic Boissonnas (1858-1946)

Από τα πολλά μνημεία της πόλης σημειώνουμε λίγα μόνο, τον Άγιο Σπυρίδωνα (1702), στην είσοδο του οποίου δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας, το μνημείο του Δημ. Υψηλάντη στην πλατεία των Τριών Ναυάρχων, το πρώτο Ελληνικό σχολείο, τον σκαλισμένο σε βράχο λέοντα των Βαυαρών στην Πρόνοια, το παλιό βουλευτήριο και πρώην τζαμί στην πλατεία Συντάγματος, το μέγαρο του μουσείου, ενετικό κτίσμα του Σαγρέδου (1713) που χρησίμευσε αρχικά ως στρατώνας, επίσης μία ακόμα εκκλησία της ίδιας εποχής, του Αγίου Νικολάου (1713), τον ανδριάντα του Καποδίστρια και του έφιππου Κολοκοτρώνη.

 

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

 Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος , ο Αθηναίος ιαματικός ασκητής της Αργολίδος.

 

Όσιος Θεοδόσιος Ο νέος ( Τοιχογραφία παλαιότερης περιόδου)

Ο ένσαρκος Άγγελος και ο άσαρκος άνθρωπος, ο καταφρονητής των τερπνών και των προσκαίρων απολαύσεων και ο ζηλωτής αυτών που διαμένουν στους αιώνες, έζησε τον ένατο αιώνα γεννημένος από ευσεβείς και πλούσιους Αθηναίους. O σπόρος που είχε ρίξει ο Απόστολος Παύλος και είχαν ποτίσει με τους ίδρωτες τους οι Άγιοι των Αθηνών Ιεράρχες, οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες, έδωσε καρποφόρο στάχυ και τον όσιο Θεοδόσιο, αυτόν που από μικρό ή χάρη του Θεού πιάνοντας τον από το χέρι τον έφερε στον κήπο της μοναδικής πολιτείας, στον αγρό της σωτηρίας.

Στην Αργολίδα κάποια μέρα του παρουσιάσθηκε ο θείος Πρόδρομος, και μόνη ή όψη του τον γέμισε από θεία αγαλλίαση. Θεώρησε την παρουσία του ευλογία και ταυτόχρονα υπόδειξη για μίμηση των ασκητικών του παλαισμάτων. Παίρνοντας δύναμη συνέχισε τον αγώνα του και έκτισε ναό στο όνομα του Βαπτιστού του Κυρίου, γύρω από τον όποιο αναπτύχθηκε μοναστήρι με την προσέλευση πολλών μοναχών, που ήλθαν να υποταχθούν στο μεγάλο Αθηναίο ασκητή. Με την πάροδο του χρόνου και την ισάγγελη βιωτή του ο Θεοδόσιος έγινε ταμείο θεϊκών χαρισμάτων και ανεδείχθη ιατρός των νοσούντων, έτσι ώστε να επονομάζεται ιαματικός.

Επειδή όμως ή αρετή πολεμάται, βρέθηκαν μερικοί διαβολείς, οι όποιοι παρουσιάσθηκαν στον τότε επίσκοπο του Άργους, τον άγιο Πέτρο, και τον κατηγόρησαν ως μάγο και απατεώνα. Παρουσιάσθηκε τότε ο όσιος Θεοδόσιος στον ύπνο του Αγίου Πέτρου, που σημειωτέον τότε βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη για επίσκεψη του Πατριάρχη, και του συστήθηκε, για να παύσει να έχει άδικη γι’ αυτόν κρίση. Ταυτόχρονα και ο Πατριάρχης τον ρώτησε αν έχει κάποιο μοναχό Θεοδόσιο στην επαρχία του. Στην καταφατική απάντηση του Αγίου Πέτρου και στην εξιστόρηση της εμφανίσεως του στον ύπνο του, ο Πατριάρχης τον παρεκάλεσε να διαβιβάσει στον Όσιο την ευλογία και εκτίμηση του.

Μετά την επανάκαμψη του Αγίου Πέτρου στο Άργος αποφάσισε αυτός να επισκεφθεί τον τόπο ασκήσεως του οσίου Θεοδοσίου στο χωριό Παναρήτι. Η πληροφορία έφθασε στον Όσιο, που έσπευσε να τον προϋπαντήσει σε μικρή απόσταση από το ασκητήριό του. Σε κάποιο σημείο κάθισε ο Ιεράρχης να ξαποστάσει, οπότε βλέπει να τον πλησιάζει ο όσιος Θεοδόσιος βαστάζοντας στα χέρια του το καλογερικό του σκουφί, μέσα στο όποιο είχε βάλει αναμμένα κάρβουνα και έκαιγε λιβανωτό, αντί θυμιατηρίου και να τον θυμιάζει. Και κατά παράδοξο τρόπο ούτε το σκουφί ούτε το χέρι του Οσίου καιγόταν. Τότε βεβαιώθηκε ο άγιος Ιεράρχης περί της οσιότητας του ασκητού και αφού αντάλλαξε μαζί του ασπασμό εγκάρδιο, τον χειροτόνησε διάκονο και ιερέα.

 

Κλήμα γλυκύκαρπο, που βλάστησε στην Αθήνα
και μέθυσε με το νέκταρ
των αρετών του την πλούσια
γη της Αργολίδος, αποτελεί
ο όσιος ασκητής Θεοδόσιος ο Νέος.

(Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας)
 

 

Ο θείος Θεοδόσιος έφθασε σε βαθύ γήρας και έγινε περιβόητος για την αρετή και τα θαύματα του σ’ όλη τη γύρω περιοχή. Μάλιστα, αξιώθηκε να προβλέψει το θάνατο του τρεις ήμερες πριν και να συγκεντρώσει τους φοιτητές του, για να τους δώσει τις τελευταίες νουθεσίες και εντολές του. Ανάμεσα σ’ αυτούς, που θρηνούσαν για τον πρόσκαιρο αποχωρισμό του, έφυγε για την αιώνια μακαριότητα σιγοψελλίζοντας: «Κύριε, εις χείρας Σου παραθήσομαι το πνεύμά μου» (Λουκ. κγ’ 46). Η κηδεία του οσίου Θεοδοσίου έγινε πάνδημη και με την παρουσία του αγίου Πέτρου και πλήθους ιερέων και μοναχών.

Το σκήνος του αποτέθηκε στο ναό του Τιμίου Προδρόμου και ο τάφος του δείχθηκε πηγή ιαμάτων αστείρευτη στους αιώνες. Παράλυτοι σηκώθηκαν, τυφλοί ανέβλεψαν, άτεκνοι έγιναν εύτεκνοι και πολλοί ασθενείς βρήκαν τη θεραπεία τους. Έτσι αντεδόξασε ο Θεός το δούλο του Θεοδόσιο, που Τον αγάπησε ειλικρινά και Του αφιέρωσε κάθε ικμάδα της γήινης ζωής του. Η μνήμη του τελείται στις 7 Αυγούστου.

 

Πηγή


  • Περιοδικό «Τόλμη», Αύγουστος 2007.

Read Full Post »

Άγιος Αγγελής ο Νεομάρτυρας, ο Αργείος


 

Νεομάρτυς Αγγελής ο Αργείος, τοιχογραφία στον Ιερό Ναό Αγίου Πέτρου Άργους.

Μαρτύρησε στη Χίο.  Η καταγωγή του ήταν από το Άργος της Πελοποννήσου και ζούσε στο Κουσάντασι (Έφεσο) της Μικράς Ασίας. Εργαζόταν ως πρακτικός γιατρός. Ήταν άνθρωπος ήσυχος, ευλαβής, φιλακόλουθος και ελεήμων.

Κάποια μέρα σε μια συνάντηση έτυχε να βρίσκεται ένας Γάλλος άθεος, ο οποίος χλεύαζε τη χριστιανική πίστη. Ο Αγγελής με παρρησία αντέκρουσε τα επιχειρήματα του Φράγκου. Του πρότεινε μάλιστα να μονομαχήσουν, εκείνος πάνοπλος και ο άγιος μόνο με ένα ξύλο, πιστεύοντας πως θα τον νικήσει με τη δύναμη της πίστης. Ο Γάλλος δέχτηκε. Έκαναν μάλιστα και έγγραφη συμφωνία στην πρεσβεία. Ο Αγγελής έτρεξε στον πνευματικό του, εξομολογήθηκε και ζήτησε την ευχή του. Ο πνευματικός πάσχισε να τον αποτρέψει, αλλά ο Αγγελής επέμενε. Έτσι, ο ιερέας του έδωσε τελικά ευλογία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »