Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Σιώκος Αθανάσιος (Θάνος, 1897-1935)


 

Αθανάσιος Σιώκος

Αντιπλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού από το Ναύπλιο [1] και θύμα του κινήματος της 1ης Μαρτίου 1935 [2]. Υπήρξε Αντιπλοίαρχος- Αρχιεπιστολέας και στο χώρο της δολοφονίας του, στο Ναύσταθμο της Σαλαμίνας, όπου και κατοικούσε, υπάρχει επιτύμβια πλάκα, στην οποία αναγράφεται το εξής κείμενο: «Νόμοις Πατρίδος Πειθόμενος Ευγενής Ανήρ Τήδε Κείται Πεσών Υψηλόν Παράδειγμα Πασίν Αντιπλοίαρχος Β Ναυτικού ΑΘΑΝΑΣΙΩ Χ ΣΙΩΚΩ ΑΡΧΙΕΠΙΣΤΟΛΕΙ Β ΝΑΥΣΤΑΘΜΟΥ ΠΕΣΟΝΤΙ ΩΔΕ ΤΗ 1ΜΑΡΤΙΟΥ 1935. Οι ενόπλοις Αυτού Συνάδελφοι ΑΝΕΘΗΚΑΝ».

Την ημέρα που εξερράγη το κίνημα ειδοποιήθηκε ότι στασιαστές αξιωματικοί έφθασαν στο Ναύσταθμο για να τον καταλάβουν. Αμέσως έδωσε το σήμα του συναγερμού και με το πιστόλι στο χέρι, έσπευσε στον αστυνομικό σταθμό. Εκεί βρήκε τρεις στασιαστές αξιωματικούς, οι οποίοι τον πυροβόλησαν, με αποτέλεσμα να πέσει νεκρός από τις σφαίρες τους.

Πήρε μέρος στους Πολέμους 1917-1918 και στη Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922). Διετέλεσε συντάκτης της «Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας» του 1930.

Υπήρξε Διοικητής μοίρας αντιτορπιλικών και ανθυποβρυχιακών έργων, ενώ το 1919 έφερε στο Ναύσταθμο κατ΄ εντολή της υπηρεσίας του τα γερμανικά υπερτηλεβόλα ΡΥΡ από το Κίελο, ενώ δίδαξε Πυροβολική στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων της Νορβηγίας. Το 1924, βραβεύθηκε για τη μελέτη του  «Η νήσος Ελιγολάνδη» από την Βασιλική Ναυτική Ακαδημία  της Νορβηγίας και το 1930 βραβεύθηκε  από το  Βασιλικό Ναυτικό της Ελλάδας για  το έργο του «Μαθήματα Εξωτερικής Βλητικής και Πυρίτιδων».

Υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις πολλές από τις οποίες είχαν σχέση με το πυροβολικό. Χρημάτισε καθηγητής στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στην έδρα πυροβολικής τα έτη 1921,1923,1931 και 1932.

Έλαβε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επί του Θωρηκτού «Γεώργιος Αβέρωφ» καθώς και στις ναυτικές επιχειρήσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας, επί του Θωρηκτού «Ύδρα» και του αντιτορπιλικού «Ασπίς» και ως κυβερνήτης του τορπιλοβόλου «Αρέθουσα». Επίσης διετέλεσε κυβερνήτης του επίτακτου «Αρχιπέλαγος» και του τορπιλοβόλου «Σμύρνη». Διευθυντής Πυροβολικού του Ναυστάθμου Σαλαμίνας και κυβερνήτης του αντιτορπιλικού «Πάνθηρ» το 1934.

Νυμφεύθηκε την Αγγελική Πεζοπούλου, κόρη του καθηγητή ιατρικής Νικολάου Κ. Πεζόπουλου,  και απέκτησε δύο παιδιά: το Χρήστο Σιώκο, Μάχιμο Αξιωματικό του Βασιλικού Ναυτικού μέχρι και το 1948 και στη συνέχεια – μετά από σπουδές στο Στάνφορντ-  ηλεκτρολόγο – μηχανολόγο και Γενικό Διευθυντή της Καναδικής Τηλεόρασης και την Καίτη Λιακοπούλου, Φιλόλογο, σύζυγο του ιατρού  χειρουργού Κεφαλής και Τραχήλου Αντωνίου Λιακόπουλου. 

Απέκτησε τρία εγγόνια  τον Θάνο Σιώκο κάτοικο Καναδά και τους Τάσο και Θάνο Λιακόπουλο κατοίκους Αθηνών. Πατέρας του αείμνηστου ήρωα ήταν ο Χρήστος Σιώκος, δικηγόρος Ναυπλίου και μητέρα του η Αικατερίνη Οικονομοπούλου εκ Συκιάς Κορινθίας. Δρόμοι στην Αθήνα, στην Καλλιθέα και στο Ναύπλιο έχουν το όνομά του.

 

Υποσημειώσεις


[1] Στον ιστότοπο «aetogenia» αναφέρεται  ότι γεννήθηκε στο Κιάτο το 1897 και ήταν Ναυπλιακής καταγωγής.

[2] Οι πολιτικές εξελίξεις του 1935, καθώς και των επόμενων χρόνων, σημαδεύτηκαν από το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935, με πρωταγωνιστές από τη μια τους βενιζελικούς αξιωματικούς και από την άλλη την αντιβενιζελική κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη. Το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 απέβλεπε στην αποτροπή της παλινόρθωσης της βασιλευόμενης δημοκρατίας. Πίσω από το στόχο αυτό βρισκόταν η επιθυμία των απότακτων βενιζελικών αξιωματικών να ξαναγυρίσουν στο στράτευμα και να προχωρήσουν σε ριζικές εκκαθαρίσεις των αντιφρονούντων, καθώς και η επιδίωξη των πολιτικών της ίδιας παράταξης να επανέλθουν στην εξουσία.

 

Πηγές


 

Read Full Post »

Αμαλία Βασίλισσα της Ελλάδας (1818-1875)


 

Αμαλία, Joseph Karl Stieler (1781 – 1858).

Η Δούκισσα Αμαλία – Μαρία – Φρειδερίκη, του Oldenburg (Ολδεμβούργου), υπήρξε η πρώτη βασίλισσα της Ελλάδας (1836-1862) και σύζυγος του βασιλιά Όθωνα. Ήταν κόρη του Μεγάλου Δούκα Παύλου- Φρειδερίκου – Αυγούστου (Paul Friedrich August, 1783-1853) του Oldenburg και της Σουηδής πριγκίπισσας  Αδελαΐδας (Adelheid von Anhalt – Bernburg, 1800-1820) και γεννήθηκε στο Oldenburg στις 21 Δεκεμβρίου του 1818.  Αν και έχασε την μητέρα της σε μικρή ηλικία, εν τούτοις έτυχε επιμελημένης και αυστηρής μόρφωσης (με ξένες γλώσσες, μουσική, χορό, ζωγραφική, ιππασία, ξιφασκία κ.α.).

Το Νοέμβριο του 1836 παντρεύτηκε τον Όθωνα στην μεγάλη αίθουσα του ανακτόρου του Oldenburg σύμφωνα με το προτεσταντικό και το καθολικό τυπικό. Είχε προηγηθεί η υπογραφή του συμβολαίου του γάμου το οποίο και προέβλεπε την ανατροφή των παιδιών που θα αποκτούσε το ζευγάρι, σύμφωνα με το χριστιανικό ορθόδοξο δόγμα. Στις αρχές του επόμενου χρόνου, μετά από ένα θυελλώδες ταξίδι με την αγγλική φρεγάτα «Portland», έφτασε στον Πειραιά (2/14 Φεβρουαρίου 1837) και έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από το πλήθος, παρά τη δυσφορία που είχε δημιουργήσει η παράλειψη του Όθωνα να ενημερώσει έγκαιρα το λαό για το γάμο του.      

 

Έγχρωμη λιθογραφία που παρουσιάζει την Αμαλία πριν έρθει στην Ελλάδα.

 

Η Βασίλισσα Αμαλία είχε γοητευτική εμφάνιση, ήταν όμορφη, γεμάτη ζωντάνια, πνευματώδης και συγχρόνως ανεπιτήδευτη. Γρήγορα κατέκτησε τους Έλληνες χάρη στην αφοσίωσή της στον Όθωνα και την ευγενική της συμπεριφορά.

Ανέπτυξε σημαντική φιλανθρωπική δράση. Με δική της μέριμνα ιδρύθηκε το «Οφθαλμιατρείο» (1843) και το «Αμαλίειο Ορφανοτροφείο» (1855), ενώ με πρωτοβουλία της χαράχτηκε ο «Βασιλικός Κήπος» και έγιναν οι πρώτες δενδροφυτεύσεις σε πλατείες, λόφους και πεζοδρόμια της πρωτεύουσας. Εξάλλου στον «Πύργο Βασιλίσσης», το κτήμα της στα Νέα Λιόσια, αναπτύχθηκαν πρότυπες καλλιέργειες και κτηνοτροφία. Ιδιαίτερα εκτιμήθηκε επίσης το ότι γρήγορα έμαθε και μίλησε την ελληνική γλώσσα και πραγματοποίησε περιοδείες για να γνωρίσει τη χώρα.

Η Δανέζα Χριστιάνα Λυτ [1]  (Christiane Luth 1817-1900), γυναίκα του εφημέριου της αυλής, Asmus Heinrich Luth (1806-1859) στο βιβλίο της  «Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα» μας δίνει μια περιγραφή της Αμαλίας: 

«Η βασίλισσα ήταν κοντή, όμορφη, με θαυμάσιο παρουσιαστικό. Συμπεριφερότανε με πολλή ζωντά­νια που καταντούσε υπερβολική. Μιλούσε για ένα σωρό πράγματα κι επαινούσε διαρκώς την Ελλάδα, ας ήταν καλά ο Βορράς που πλήρωνε. Μου είπε ότι πολύ σύντομα θα νιώθαμε άνετα σ’ αυτή την τόσο όμορφη χώρα με το θαυμάσιο κλίμα…». 

Οργάνωσε την εθιμοτυπία της αυλής και στην ακολουθία της έδωσε την πρώτη θέση σε Ελληνίδες που ανήκαν σε οικογένειες αγωνιστών του 1821.

 

Η Βασίλισσα Αμαλία με αυλική αμφίεση χορού.

 

Η Βασίλισσα Αμαλία, αρχικά δεν λάμβανε μέρος  στις κρατικές υποθέσεις. Όμως κατά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, για την παροχή συντάγματος, συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο που διέτρεχε ο θρόνος, επενέβη αποφασιστικά και επίμονα και έπεισε τον Όθωνα να  δεχθεί τα αιτήματα των επαναστατών. Μετά από αυτά τα γεγονότα η Αμαλία άρχισε να ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο για την πολιτική και να παρέχει στο σύζυγό της τη βοήθεια που χρειαζόταν για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, λόγω της δύσκαμπτης σκέψης του, της διστακτικότητας στη λήψη αποφάσεων, της βαρηκοΐας του και  της ανικανότητάς του να παίρνει ορθές πολιτικές αποφάσεις. Ήταν οξύνους, λάμβανε γρήγορα αποφάσεις, αλλά σε αντίθεση με τον Όθωνα, ήταν οξύθυμη και παρορμητική.

Η περιγραφή που δίνει ο About Ε. [2] για την Αμαλία, κατά την εποχή εκείνη περίπου, είναι πολύ ενδιαφέ­ρουσα :

«Η Βασίλισσα, είναι γυνή τριάκοντα πέντε ετών, η οποία δεν θα γηράση επί πολύ. Η ευσαρκία της θα την διατήρηση. Είναι φύσις εύρωστος και πληθωρι­κή, προικισμένη με σιδηράν υγείαν. Η ωραιότης της, περί­φημος προ δέκα ετών, διαφαίνεται εισέτι, αν και η λεπτότης των χαρακτηριστικών υπεχώρησεν εις την δύναμιν …,». Και αλλού, διαστέλλων αυτήν από τον σχολαστικό και άβουλο Βασιλέα, τονίζει :«Η Βασίλισσα λαμβάνει ταχέως αποφάσεις. Έχει ιδιότητας αρχηγού στρατιάς. Δεν γνωρίζω εάν σκέπτεται πολύ προτού αποφασίση. Εξάπαντος δεν σκέπτεται επί πολύ. Όλαι αι υποθέσεις θα παρέμενον επί έτη εκκρεμείς, εάν ο Βασιλεύς εβασίλευε μόνος. Κάμνει όμως ένα ταξίδι τριών μηνών δια λόγους υ­γείας και αναχωρών δίδει την αντιβασιλείαν εις την Βασίλισσαν. Η Βασίλισσα λαμβάνει μίαν πένναν και υπογρά­φει, χωρίς να εξετάζη όλους τους νόμους, τους οποίους ο Βασιλεύς εξήτασε χωρίς να τους υπογράψη».

Όμως, οι ενέργειες της, οι αποφάσεις της, οι απολυταρχικές ιδέες της και η μη απόκτηση διαδόχου, μετά από ατυχή αποβολή [3] το 1837, είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργήσει προσωπικούς εχθρούς και να χάσει σιγά-σιγά τη δημοτικότητά της. Άσκησε τέσσερις φορές αντιβασιλεία, κατά τις απουσίες του Όθωνα στο εξωτερικό και αναμίχτηκε (1850-1851) στο ζήτημα διαδοχής.

 

Αμαλία Μαρία-Φρειδερίκη

 

Ωστόσο, η δημοτικότητα της αυξήθηκε σημαντικά χάρη στην περήφανη στάση της κατά τον αγγλικό αποκλεισμό της Ελλάδας (1850) και από το φανατισμό της για τη Μεγάλη Ιδέα, ενισχύοντας τα επαναστατικά κινήματα (1852) του υπόδουλου Ελληνισμού κατά την περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου. Εντυπωσίασε ακόμη τον λαό με τη θαρραλέα της στάση κατά την επιδημία της χολέρας στην Αθήνα το 1854. 

Αλλά μετά τις ανελεύθερες εκλογές του 1861 και τις επεμβάσεις της στα πολιτειακά, όπου αποφάσιζε για πρόσωπα του στρατού και της διοίκησης,  έγινε αντικείμενο σφοδρών επιθέσεων του αντιπολιτευόμενου τύπου, γιατί θεωρήθηκε υπεύθυνη για την παραβίαση των συνταγματικών ελευθεριών.   Μάλιστα στις 6 Σεπτεμβρίου 1861, ο νεαρός Αριστείδης Δόσιος, αντιμοναρχικός και μέλος της Χρυσής Νεολαίας,  αποπειράθηκε να τη δολοφονήσει.

Αμαλία του Oldenburg

Ύστερα από τη Ναυπλιακή Επανάσταση [4] (1 Φεβρουαρίου 1862), η οποία είχε προετοιμαστεί από καιρό και είχε, αν και καλυμμένα, ως σκοπό την εκθρόνιση του Όθωνα, το βασιλικό ζεύγος επιχείρησε, τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, ένα ταξίδι στην Πελοπόννησο για να εξετάσει το πνεύμα και τα παράπονα των επαρχιών, αφήνοντας την πρωτεύουσα στα χέρια των αντιδυναστικών η οποίοι, αναίμακτα, ανέτρεψαν τη δυναστεία (νύχτα της 10 Οκτωβρίου 1862). Όταν το βασιλικό ζεύγος επέστρεψε στον Πειραιά, η Αμαλία μάταια προσπάθησε να πείσει τον Όθωνα να πατάξει την επανάσταση, επιστρέφοντας στη Μεσσηνία και προκαλώντας από εκεί αντιπερισπασμό στους εξεγερμένους. Ο Όθωνας όμως, θέλοντας να αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο και την αιματοχυσία, εγκατέλειψε την Ελλάδα ύστερα από τριαντάχρονη βασιλεία.

Στο Μόναχο έγινε δεκτή με ψυχρότητα από την οικογένεια του συζύγου της. Οι έκπτωτοι βασιλείς εγκαταστάθηκαν στη Βαμβέργη. Παρά την πίκρα της για την έξωσή τους, εξακολούθησε να αγαπάει την Ελλάδα και ως το τέλος της ζωής της δεχόταν στη Βαμβέργη, με χαρά τους Έλληνες που επισκεπτόντουσαν την πόλη.

Στις 26 Ιουλίου 1867, πεθαίνει ο Όθων ύστερα από σύντομη αρρώστα και οχτώ χρόνια αργότερα στις 20 Μαΐου 1875 η νεκρική καμπάνα του καθεδρικού ναού της Βαμβέργης  αναγγέλλει  το θάνατο της Αμαλίας. Η σορός της, όπως και του Όθωνα, βρίσκεται στην κρύπτη της Theatinerkirche (εκκλησία του μοναχικού τάγματος των Θεατίνων) του Μονάχου, που είναι ο τόπος ταφής των μελών της δυναστείας των Wittelsbach. Τη νομισματική της συλλογή από 10.000 νομίσματα χάρισε στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών.

 

Η φορεσιά «Αμαλία»

 

Η ενδυματολόγος Ιωάννα Παπαντωνίου στο βιβλίο της «Η Ελληνική Ενδυμασία | Από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ου αιώνα», γράφει:

Η βασίλισσα Αμαλία δημιούργησε τη λεγόμενη «στολή Αμαλίας». Έξυπνη γυναίκα καθώς ήταν, κατάλαβε πως έπρεπε να πλησιάσει ενδυματολογικά τον «παραξενοντυμένο» λαό της. Δημιούργησε, λοιπόν, ένα ρομαντικό φολκλορικό αυλικό ένδυμα που έμεινε στην ιστορία ως «Αμα­λία» και έγινε η εθνική γυναικεία φορεσιά.

Είναι ένα φόρεμα σε στιλ Biedermeier, με μπούστο καβαδιού και από πάνω το νησιώτικο ζιπούνι, βασιλικά κεντημένο. Στο κεφάλι οι παντρεμένες φορούσαν το πατροπαράδοτο φέσι με το παπάζι, που το κάλυπταν με το μαύρο βέλο των Καθολικών όταν πήγαιναν στην εκκλησία, ενώ οι ανύπαντρες φορούσαν το καλπάκι.Τη φορεσιά αυτή τη φόρεσαν όλες οι αστές στα ελευθέρα Βαλκάνια, ακόμα και στα τουρκοκρατούμενα, μέχρι και το Βελιγράδι.

Είναι, νομίζω, κατανοητό ότι οι διάφορες «αμαλιοποιημένες» φορεσιές ήταν πολλές φορές μια απλή τροποποίηση ενδυμάτων που ήδη υπήρχαν, κυρίως συνόλων με φουστάνι. Είναι χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις της μανιάτικης φορεσιάς και της κυπριακής αστικής ενδυμασίας.

 

Η Αμαλία με Ελληνική φορεσιά που καθιερώθηκε με το όνομά της «στολή Αμαλίας». Κλασσικός πίνακας του γερμανού ζωγράφου Ernst Wilhelm Rietschel (1824-1860), φιλοτεχνήθηκε στην Αθήνα μεταξύ του 1853- 1854, στα βάθος διακρίνεται η Ακρόπολη.

 

Η φορεσιά της Αμαλίας, που καθιερώθηκε ως επίσημη στολή της Αυλής, ήταν βασικά η αστική φορεσιά της Πελοποννήσου που συνηθιζόταν και στην Αθήνα. Το φουστάνι ή καβάδι είναι από πολύτιμη στόφα, συχνά χρυσοΰφαντη, και έχει μπούστο ανοιχτό για να φαίνεται η ολοκέντητη τραχηλιά του πουκάμισου. Το κοντογούνι είναι βελούδινο, συνήθως σε σκούρο χρώμα, χρυσοκέντητο και πάρα πολύ εφαρμοστό.

Στο κεφάλι φοριέται το φέσι ή το καλπάκι. Το φέ­σι, που αρχικά ήταν μεγάλο, το φορούσαν οι παντρεμένες με πολλούς τρόπους, κυρίως όμως σπαστό. Μεγάλη σημασία είχε η φούντα του, το παπάζι, καμωμένη από χρυσές κλωστές, πλεγμένες κοτσίδα, και στολισμένη με μαργαριτάρια ή πούλιες. Τα κοσμήματα ήταν κυρίως ευρωπαϊκής τέχνης, αν και παλιότερα οι Αθηναίες αρχόντισσες φορούσαν στον λαιμό τη χανάκα, κόσμημα από αλυσίδες, απ’ όπου κρέμονταν χρυσά νομίσματα μεγάλης αξίας.

Στα πεδινά, τα βουνίσια και τα παραθαλάσσια χωριά εξακολουθούσαν να κυριαρχούν οι τοπικές φορεσιές, που αυτή την εποχή φαίνεται να αποκρυσταλλώνονται, λίγο πριν αρχίσουν να καταργούνται με τη δεύτερη, πιο δυναμική εισβολή της Δυτικής μόδας. Τη μόδα αυτή την καθιέρωσε η βασίλισσα Όλγα (1867-1913) με σύμμαχο την ελληνική βιομηχανική επανάσταση, που στην περίπτωση του ενδύματος επισημαίνεται με τη ραπτομηχανή, τα φιγουρίνια και τις καλλιγραφίες, αλλά κυρίως με τις σχολές κοπτικής και ραπτικής στα τέλη του 19ου αιώνα.

 

Υποσημειώσεις


[1] Χριστιάνα Λυτ, Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα, Ερμής 1988, Σελ. 32.

[2] Μαρκεζίνης, τόμος 1ος, σελ. 232.   

[3] Η Anita Eichholz στην έκδοση του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών με τίτλο, «Η Βασίλισσα Αμαλία» γράφει: Για την αποβολή μετά από μισό χρόνο γάμου δεν υπάρχει πια καμιά αμφιβολία. Βλ. Hans Rail, Otto von Griechenland, ZBLG 44, τεύχος 1, 1981, σ. 367-380. Martha Schad, Bayerns Königinnen, β΄ διορθωμένη έκδοση 1993, σ. 120· Gisela Niemöller, Die Engelinnen im Schloss-Eine Annäherung an Cäcilie, Amalie und Friederike von Oldenburg, Oldenburg 1997, σ. 75. Ο Niemöller αναφέρει μια σημείωση στη διαθήκη της Αμαλίας από το 1837, ότι σε καμιά περίπτωση δεν θέλει να ερευνηθεί ανατομικά μετά τον θάνατο της και αναφορικά με την αποβολή της. Βλ. προπάντων Kotsowilis: στη σ. 307 βρίσκει κανείς τη χειρόγραφη επιστολή του Όθωνα προς τον πατέρα του Λουδοβίκο Α΄ , στην οποία τον ενημερώνει για την εγκυμοσύνη της συζύγου του. Στη σ. 216 σημειώνει ο Kotsowilis μια χρόνια αρρώστια της Αμαλίας που επισημαίνουν οι Έλληνες γιατροί.

[4] Η μεγαλύτερη και πιο αιματηρή από τις στάσεις της Α’ Δυναστείας, η οποία τερματίστηκε με εκστρατεία και τακτική πολιορκία του Ναυπλίου. Χίλιοι στρατιώτες υπό τους , Αρτέμιο Μίχο, Πάνο Κορωναίο και τον δικαστικό Γεώργιο Πετιμεζά, μαζί με τους περίπου χίλιους πολιτικούς κρατούμενους στην Ακροναυπλία που απελευθερώθηκαν και μερικές εκατοντάδες νέους εθελοντές, ξεκίνησαν αντιδυναστικό αγώνα. Η βασιλική κυβέρνηση του Αθανασίου Μιαούλη έστειλε εναντίον τους στρατό περίπου 7.000 ανδρών. Μέσα Μαρτίου του 1862, η επανάσταση είχε κατασταλεί. Πολλοί από τους επαναστάτες αμνηστεύτηκαν.

 

Πηγές


  • «Η Βασίλσσα Αμαλία 1818-1875», Μουσείον της Πόλεως των Αθηνών, Αθήνα, 2007.
  • Παπαντωνίου Ιωάννα, «Η Ελληνική Ενδυμασία | Από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ου αιώνα», Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 2000.
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Τόμος 1ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα , 1988.
  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», τόμος 1ος,  Εκδόσεις «Πάπυρος», Αθήνα, 1966.
  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ταρατόρης Νικόλας (1954-2021)


 

Νικόλας Ταρατόρης

Είχε σπουδάσει θέατρο στο Κολέγιο Αθηνών Π.Ε.Ε. (Ελληνοαμερικάνικο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα-Κολέγιο Ψυχικού), στο Θέατρο των Αλλαγών και ήταν ακροατής στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, με δάσκαλο τον Κάρολο Κουν.

Είχε κάνει Φωνητική-Τραγούδι με τον Αντόνιο Αρμάνι, Ορθοφωνία- Αγωγή της φωνής με το Νίκο Παπακωνσταντίνου, Υποκριτική – Αυτοσχεδιασμό με τον Ευδόκιμο Τσολακίδη, Υποκριτική – Αυτοσχεδιασμό-Κίνηση – Τεχνική με τον Ηλία Ασπρούδη και Σκηνοθεσία-Υποκριτική με τον Κωνσταντίνο Αρβανιτάκη και το Στάθη Λιβαθινό.

Είχε παρακολουθήσει τα σεμινάρια:

Αρχαίο Δράμα, Νταντά και Σουρεαλισμός, το Ευρωπαϊκό και το Σύγχρονο Ευρωπαϊκό Θέατρο, Ακμή και Παρακμή του Αστικού Θεάτρου, Ρεπερτόριο, το Παράλογο και η Πτώχευση της Λογικής, το Επικό και η Θεωρία της Αποστασιοποίησης, Ανάλυση και Εσωτερική Ανάλυση Θεατρικού Κειμένου, Αλλαγή των Ταυτοτήτων στο Θέατρο της Αβεβαιότητας, από το Επικό Θέατρο στο Θέατρο της Προπαγάνδας, το Κίνημα του Εναλλακτικού Θεάτρου, Ακινησία και Λόγος στο θεατρικό έργο του Σάμουελ Μπέκετ, ο Μετεωρισμός της Ύπαρξης, Ενδυματολογία-Σκηνογραφία-Μουσική-Φωτισμός στα Σύγχρονα Σκηνοθετικά Ρεύματα,  Μακιγιάζ και Φωτισμός με τους Σωτήρη Τσόγκα, Ελένη Καραμπέτσου, Κώστα Φαρμασώνη, Κερασία Σαμαρά, Ηρακλή Λογοθέτη, Κατερίνα Καμπανέλλη, Θόδωρο Τερζόπουλο, Πλάτωνα Ανδριτσάκη, Αντώνη Παναγιωτόπουλο, Σωτήρη Χατζάκη, Νίκο Αρμάο κ.α.

 

Πρόβες στο Αρχαίο Θέατρο Άργους για την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή σε συνεργασία με το «Διάζωμα». Σε πρώτο πλάνο, Αντώνης Σιούτος, Νικόλας Ταρατόρης.

 

Είχε συμμετάσχει ως ηθοποιός ή είχε σκηνοθετήσει έργα των:

Ιάκωβου Καμπανέλλη, Παύλου Μάτεσι, Μποστ, Γιάννη Ρίτσου, Δημήτρη Ψαθά, Σωτήρη Πατατζή, Κώστα Πρετεντέρη, Γρηγόριου Ξενόπουλου, Πάνου Αναστασόπουλου, Κώστα Μουρσελά, Ηλία Καπετανάκη, Αριστοφάνη, Ευριπίδη, Σοφοκλή, Άρθουρ Μίλλερ, Ευγένιου Ιονέσκο, Άντον Τσέχοφ, Στάνισλαβ Στρατίεβ, Σεραφείμ & Ιωακείμ Κιντέρο, Τέννεσυ Ουίλιαμς, Αλέξανδρου Κασόνα, Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα,  Νικολάι Γκόγκολ, Ουίλιαμ Γκίμπσον, Ντάριο Φο, Μπ. Μαρί – Κολτές κ.α.

Είχε σκηνοθετήσει το λαϊκό ορατόριο «Το Άξιον Εστί» των Οδυσσέα Ελύτη και Μίκη Θεοδωράκη, με διευθυντή ορχήστρας και χορωδίας τον Γιάννη Νόνη και με την συμμετοχή της Μαρίζας Κωχ.

Είχε σκηνοθετήσει και δραματοποιήσει πεζά και ποιήματα των Γιάννη Ρίτσου, Πέτρου Πικρού, Τάκη Δόξα, Κώστα Καρακάση, Κώστα Σπηλιώτη, Νάντιας Δανιήλ, Γιάννη Ρηγόπουλου, Άγγελου Αντωνόπουλου, Φώτη Μότση, Κατερίνας Παπανδριανού, Βαγγέλη Κλαδούχου, Άννας Καραβάνου, Σπύρου Καραμούντζου, Μαρίας Βελιζιώτη, Δήμητρας Στεφανοπούλου, Ελένης Σκούμπη, Δέσποινας Πενέση, Βασιλικής Πιπέρου, Φώντα Σταυρόπουλου, κλπ. και είχε κάνει παρουσίαση του αφιερώματος «Ευάλωτη γη» της  ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού.

 

Ο σκηνοθέτης Νικόλας Ταρατόρης και ο θίασος της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης.

 

Είχε σκηνοθετήσει και παρουσιάσει αφιερώματα για τους Νίκο Καββαδία, Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Μανώλη Χιώτη, Βασίλη Τσιτσάνη κλπ. Είχε παρουσιάσει επίσης, το αφιέρωμα για τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου με το δρώμενο «Ο Πόντος Ματώνει» με τη Σοφία Κακαρελίδου. Είχε συμμετάσχει στο χοροθεατρικό δρώμενο «Ο θάνατος του φιλόσοφου» της Μαρίας Κέκκου με την ερευνητική ομάδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών «Δρυός Τόποι».

Είχε διοργανώσει με το Πνευματικό Κέντρο και το Δημοτικό Θέατρο Άργους ημερίδα με θέμα «Γνωριμία με το Θέατρο» και εισηγητές τους Ρίβα Λάββα, Άση Δημητρουλοπούλου, Κωνσταντίνο Ζαμάνη (διδάσκοντες του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου) και τον Ηρακλή Λογοθέτη, διευθυντή του Εθνικού Κέντρου Θεάτρου & Χορού.

Ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής και σκηνοθέτης της «Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης», μέλος του Ελληνικού Ινστιτούτου Αιγυπτιολογίας και της Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Τεχνών Ιχνηλάτες» και ήταν μέλος του Δ.Σ. του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους. Ήταν τακτικό μέλος (director) του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου της UNESCO.

Ο Νικόλας Σοφ. Ταρατόρης ήταν παντρεμένος με την Πίνκα Νάντη και πατέρας δύο γιων.

Απεβίωσε τη Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2021, σε ηλικία 67 ετών. Για αρκετά χρόνια έδινε μάχη με την «επάρατη νόσο».

Η εξόδιος ακολουθία  τελέστηκε την  Τέταρτη  20 Ιανουαρίου 2021 στις 3.30 μ.μ.  στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίου Πέτρου Άργους. Η ταφή έγινε στον κοιμητηριακό ναό Αγίου Νικολάου Άργους.

 

Το μεγάλο ταξίδι του Νικόλα Ταρατόρη

 

Κανένα έργο επί σκηνής δεν έχει καταφέρει να αναπαραστήσει το θάνατο με τρόπο που να πλησιάζει κάπως αυτή τη μεγάλη στιγμή από το χώρο του μυστηρίου. Κι όμως με αμέτρητους τρόπους αναφέρεται, μνημονεύεται, παρουσιάζεται σκηνικά, οργανώνει τη δράση των ηθοποιών, αναπαράγει τη δύναμη των συμβολισμών και προσφέρει στους θεατές το αποτέλεσμα ενός τέλους τραγικού, λυτρωτικού και ίσως αναπόφευκτου. Εκείνο που δεν μπορεί να συλλάβει και πολύ περισσότερο να αποδώσει είναι η πνευματικότητα της στιγμής και της αιωνιότητας. Εκείνο το πέρασμα στον άλλο κόσμο, τον αόρατο, που σημαδεύει την καθημερινότητά μας, συμμετέχει έντονα στις παραδόσεις μας, αλλά μας διαφεύγει το νόημα του αναλλοίωτου που σηματοδοτεί. Ίσως, η μοναδική στιγμή να τον προσεγγίσουμε βαθύτερα είναι όταν ένας άνθρωπος της τέχνης αρχίζει ακριβώς το πέρασμα σ’ αυτό το αιώνιο και αναλλοίωτο. Κι αυτό γιατί ο ίδιος έχει ψηλαφίσει με την τέχνη του το θάνατο, έχει δαμάσει τους συμβολισμούς του και μένει να έρθει η στιγμή να διαβεί στον κόσμο του μυστηρίου ολοκληρώνοντας μονάχος του, χωρίς κοινό, την τελευταία και σπουδαιότερη σκηνή του σεναρίου.

Ο Νικόλας Ταρατόρης σκαρφαλωμένος στη σκαλωσιά ρυθμίζει μια τελευταία φορά τους προβολείς που θα φωτίσουν το δρόμο για το μεγάλο του ταξίδι. Ερωτευμένος με το θέατρο, σκηνοθέτης, τεχνικός, βαφέας, μεταφορέας, πέρα και πάνω απ’ όλα άνθρωπος της δράσης και της προσφοράς, σημάδεψε με την παρουσία του τον πολιτισμό στην Αργολίδα και έφερε το θέατρο κυρίως, αλλά και τη μουσική, την ποίηση και τη λογοτεχνία, κοντά σε όλους. Άνθρωπος του λόγου και του κειμένου, κατάφερνε να ζωντανεύει τις λέξεις και να τις κάνει να γεμίζουν τους χώρους, να δημιουργούν συναισθήματα και να μοιράζεται με τους συνεργάτες και το κοινό του τον πλούτο τους.

Σε διαρκή διάλογο με τον εαυτό του και τους άλλους, αναζητούσε μαζί τους το νόημα του λόγου και της (θεατρικής) πράξης καθώς δούλευε το ένα ή το άλλο σενάριο, καθώς σκεφτόταν το στήσιμο μιας σκηνής, καθώς δινόταν παθιασμένα στην πραγματοποίηση μιας παράστασης, καθώς σκεφτόταν τα πρόσωπα, τα λόγια τους, την κίνησή τους και τα έκανε δικά του λόγια και κίνηση. Είμαι απολύτως σίγουρος πως όσο προετοίμαζε το τελευταίο του ταξίδι, τόσο ο διάλογος με τον εαυτό του γινόταν έντονος για όσα πέρασε και όσα θα μελλούμενα θα δει. Ταυτιζόταν με τη θέση του γέροντα του «Μαράν Αθά» και τον παθιασμένο εσωτερικό του διάλογο, μια εκπληκτική παράσταση – θα το θυμίσω – που πρόσφερε στο αργολικό κοινό και που ίσως δεν θα είχαμε δει ποτέ.

Αν πρέπει να δώσουμε ένα περίγραμμα για το μεγάλο ταξίδι του Νικόλα Ταρατόρη στη ζωή, αυτό θα είχε δυο σημεία: το ρόλο που έπαιξε η Πολιτιστική Αργολική Πρόταση στα πολιτιστικά δρώμενα της Αργολίδας και τις δυνατότητες έκφρασης που προσέφερε σε δεκάδες νέους ανθρώπους αυτού του τόπου.

Ως προς το πρώτο, ας σκεφτούμε αρχικά τις δυο θεατρικές σκηνές που οργάνωσε ο Νικόλας στο Άργος. Δυο σκηνές για το θέατρο, δυο σκηνές στέκια για τον πολιτισμό. Θίασος και χορωδία, κινηματογράφος και εργαστήρια για παιδιά και ενήλικες με εκατοντάδες δράσεις, παραστάσεις, συναυλίες, κοινές παρουσιάσεις, στην Αργολίδα και έξω από τα αργολικά σύνορα. Και μόνο το «Άξιον Εστί» ένα έργο που φαινόταν ακατόρθωτο να παρουσιαστεί για τα μέτρα ενός τοπικού πολιτιστικού συλλόγου, αποτελεί μια μεγάλη προσωπική και συλλογική επιτυχία για την Πρόταση που ταξίδεψε στην Αργολίδα, την Αθήνα και αλλού.

«Ο Αριστοφάνης που γύρισε από τα θυμαράκια» ήταν μια άλλη ξεχωριστή κοινή (θίασος και χορωδία) επιτυχία που καταγράφεται σ’ εκείνες ενός μεγάλου λαϊκού κοινού στους Στρατώνες του Καποδίστρια. Φυσικά δεν θα παραλείψω να σημειώσω τη συνεργασία της Πρότασης με το Διάζωμα και τις δυο μεγάλες επιτυχημένες παραστάσεις στο Αρχαίο Θέατρο του Άργους. Όπως επίσης δεν θα παραλείψω να σημειώσω την μοναδική για τα αργολικά και ευρύτερα ελληνικά χρονικά της παρουσίασης της «Αποκάλυψης του Ιωάννη» μέσα στο ναό του Αγ. Πέτρου.

Όμως, πέρα από αυτές τις σημαντικές επιτυχίες, η μεγαλύτερη απ’ όλες ήταν πως Έλληνες και ξένοι δημιουργοί παρουσιάστηκαν ακόμη και στο πιο μικρό χωριό και έφεραν τον κόσμο στη θέση του θεατρόφιλου κοινού που γευόταν μια πραγματική τέχνη και του δινόταν η ευκαιρία μιας ποιοτικής ψυχαγωγίας. Δεκάδες ώρες δουλειάς μέχρι τη στιγμή που φορτώνονταν τα σκηνικά και οι ενδυμασίες σ’ ένα φορτηγάκι και σε 2-3 αυτοκίνητα για να φτάσει ο Νικόλας και οι συνεργάτες του στην Αλέα, στη Καρυά, στον Αχλαδόκαμπο, στο Άστρος και αλλού, να τα στήσουν για να παρουσιάσουν την παράσταση στους κατοίκους. Εθελοντικά, με αγάπη για τους κατοίκους, με έρωτα για το θέατρο και με ειλικρινή πρόθεση για προσφορά.

Η δεύτερη μεγάλη προσφορά του Νικόλα Ταρατόρη είναι η πόρτα που άνοιξε σε δεκάδες νέους ανθρώπους κυρίως, που αγκάλιασαν την Πρόταση και ανακάλυψαν στη θεατρική σκηνή προσωπικές ικανότητες και δεξιότητες, που ίσως να μην είχαν ποτέ φανταστεί. Η Πρόταση υπήρξε ένα μεγάλο σχολείο έκφρασης για όλες και όλους. Ένα στέκι όπου ανάμεσα στις ατέλειωτες ώρες για πρόβες, φούντωναν οι συζητήσεις για το έργο, έμπαιναν προβληματισμοί, αναλύονταν κινήσεις, εκφράζονταν γνώμες. Το μυαλό δούλευε, η καρδιά άνοιγε, η γλώσσα εκφραζόταν. Φυσικά, η χαρά ήταν απερίγραπτη όταν από μια γεμάτη αίθουσα ο θίασος και ο σκηνοθέτης του εισέπρατταν θερμά παρατεταμένα χειροκροτήματα. Κι έπειτα, ο Νικόλας αναζητούσε στους ντόπιους δημιουργούς τα στοιχεία μιας τοπικής πολιτιστικής παραγωγής για να τα αναδείξει και μαζί τους να αναδείξει τις δυνατότητες τους ίδιου του τόπου.

Ίσως και να μην έγινε απολύτως κατανοητό το έργο του Νικόλα Ταρατόρη και της «Πρότασης». Μερικοί το εκμεταλλεύτηκαν για λόγους δημόσιας προβολής, χωρίς να αναλάβουν απλές, μικρές δεσμεύσεις στήριξης ενός τόσο σημαντικού φορέα. Γι’ αυτό και ο Νικόλας και όλοι στην πρόταση αγωνιούσαν και πάλευαν για τα απολύτως αναγκαία, το ενοίκιο, το ηλεκτρικό…. Η ψυχή τους μπορούσε να κάνει όλα τα υπόλοιπα, τα μεγάλα και ουσιαστικά: να προσφέρει μια πραγματική τέχνη και μια μοναδικά ποιοτική ψυχαγωγία. Ακόμη και στις πρωτοχρονιάτικες πίτες! Ακόμη και στα τσικνίσματα της Τσικνοπέμπτης! Ακόμη και στους αποκριάτικους χορούς!

Είναι φρικτό να φεύγεις όταν έχεις ακόμη πολλά να δώσεις γύρω σου. Όμως κανείς δεν μπορεί να αντιστρέψει αυτό που είναι γραφτό να γίνει. Τέτοιες μέρες προετοιμάζαμε την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας της Πρότασης. Την ευχή την έδινε τελευταία ο παπα-Γιώργης Σελλής μαζί με τις χαρούμενες ατάκες του. Έμελλε και σ’ εκείνον να συνοδέψει το Νικόλα Ταρατόρημε τα λόγια της εξοδίου ακολουθίας:

Ἀνάπαυσον, ὁ Θεὸς τὸν δοῦλόν σου, καὶ κατάταξον αὐτὸν ἐν Παραδείσῳ, ὅπου χοροὶ τῶν Ἁγίων Κύριε, καὶ οἱ Δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς φωστῆρες· τὸν κεκοιμημένον δοῦλόν σου ἀνάπαυσον, παρορῶν αὐτοῦ πάντα τὰ ἐγκλήματα.

Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον· οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα· ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται.

Καλό ταξίδι Νικόλα. Όσο είμαστε όρθιοι θα σε μνημονεύουμε για να παίρνουμε θάρρος και δύναμη από τη δική σου απλότητα και προσφορά. Σε περιμένουν πολλές και πολλοί που έφυγαν και θα καθίσουν ξανά πλάι σου στο γιορτινό τραπέζι. Καλό ταξίδι.

 

Επικήδειος

Γεωργίου Κόνδη

Read Full Post »

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο και στην Αθήνα


 

«Σήμερα ξαναγεννιέται η πατρίδα και ανασταίνεται, όπου ήταν τόσον

καιρόν χαμένη και σβησμένη»

 Μακρυγιάννης

 

Όθωνας

Μ’ αυτά τα θερμά λόγια υποδέχτηκε στο Ναύπλιο ο στρατηγός Μακρυγιάννης το Βαυαρό βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα, ο οποίος γεμάτος με ελληνικά γράμματα, ολίγον βαρήκοος και εμφανώς βραδύγλωσσος, 17ετής, ερχόταν στην Ελλάδα έχοντας ήδη παραλάβει συμβολικώς το Ελληνικό Στέμμα στο Μόναχο. Η Ελλάδα εκείνη την εποχή έβγαινε από μια περίοδο μεγάλης εσωτερικής αναταραχής και ακυβερνησίας, η οποία ακολούθησε τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Η επίσημη ανακοίνωση της τριμελούς «Διοικητικής Επιτροπής του Βασιλείου της Ελλάδος» των Ζαΐμη, Κωλέττη και Μετα­ξά, δεν άφηνε καμία αμφιβολία για τις ελπίδες που είχε εναποθέσει η πατρίδα στο νεαρό Βαυαρό.

 

«Τέλος πάντων, η θεία πρόνοια έφερεν εις τους κόλπους της πατρίδος τον κοινόν σωτήρα των Ελλήνων. Η Α. Μεγαλειότης και Βασιλεύς της Ελλάδος καθώς και η σεβαστή Αντιβασιλεία σήμερον την 30ην Ιανουαρίου κατά τάς ευχάς όλου του έθνους, κατευοδώθησαν αισίως εις τον λιμένα του Ναυπλίου… Έχει ήδη η πατρίς εις τας αγκάλας της τον πολυπόθητον αρχηγόν της· έχει τον μέγα προστάτην της ελευθερίας της· έχει πάσα τάξις των πολιτών την βεβαίαν άγκυραν των δικαίων ελπίδων της. Η δεκάτη ογδόη ημέρα του Ιανουαρίου είναι ημέ­ρα αναγεννήσεως διά το έθνος, ημέρα φέρουσα τον αειθαλή στέφανον των πολυετών και πολυπόνων αγώνων του. Ας δοξάσωμεν μικροί και με­γάλοι τον Ύψιστον ευχόμενοι εκ βάθους καρδίας υπέρ του Ανακτος… και τον βασιλικόν θρόνον εις αιώνας ακλόνητον».

 

Η Διοικητική Επιτροπή του Βασιλείου της Ελλάδας υποδέχεται τον Όθωνα στο Ναύπλιο, 1833. I. B. Dreseli (χαράκτης) – Gustav Kraus (1804-1852) (ζωγράφος, χαράκτης).

Η εφημερίδα «Αθηνά», στο φύλλο του Σαββάτου της 31ης Ιανουαρίου 1833, έδωσε πλήρες ρεπορτάζ για την άφιξη. Το παραθέτουμε σχεδόν αυτούσιο, καθότι δίνει με εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο το κλίμα των ημερών, ένα κλίμα που πολύ γρήγορα θα άλλαζε υπό το φως μιας αυταρχικής και αλαζονικής βαυαρικής αντιβασιλείας.

«30 Ιανουαρίου,

Σήμερον μετά την μεσημβρίαν προσορμίσθησαν ευτυχώς εις τον λι­μένα μας τα συμμαχικά πλοία φέροντα την A.M. τον Βασιλέα της Ελλάδος… συγχρόνως δε και πλοία φορτηγά τα οποία μετέφερον τρεις ημίσειας χιλιάδας βαυαρών στρατευμάτων. Ο λαός του Ναυπλίου υπεροπλίσθη χαράς και αγαλλιάσεως βλέπων τέλος πάντων εν τω μέσω του τον πολυπόθητον βασιλέα. Αφού άραξαν όλα τα πλοία οι εν αυτοίς στρατιώται και λοιποί ενσκεπασθέντες την κεφαλήν αφώναξαν τρις το ούρα. Το εις τα παράλια επισορευμένον και ενθουσιασμένον πλήθος επανέλαβε κατόπιν πολλάκις το Ζήτω ο Βασιλεύς της Ελλάδος. Λέγεται ότι οι εξοχότατοι κόμης του Αρμανσμπεργκ και ο Σύμβου­λος της Επικρατείας κύριος Μάουερ… απέβησαν εις την πόλιν μας α­γνώριστοι και επήγαν προς παρατήρησιν των οίκων των ετοιμασμένων διά την εξοχότητά του. Το εσπέρας έγινεν φωτοχυσία εις όλην την πόλην και διάφορα επι­γράμματα δεικνύοντα την προς την Αυτού Μεγαλειότητα ειλικρινή α­γάπη… εφαίνοντο κολλημένα εις διάφορα μέρη της πόλεως. Η πόλις μας είχεν στολισθεί επί δύο ημέρες με δάφνας και μυρσίνας».

19

«Καμμιά αποβίβασις ούτε στρατευμάτων ούτω άλ­λων σκευών δεν έγινεν σήμερον. Μόνον δε τα μέ­λη της Αντιβασιλείας εξήλθον των πλοίων και πε­ριήλθαν διάφορα μέρη της πόλεως. Απόψε πάλι έ­γινε φωτοχυσία…».

20

«Τα μέλη της προσωρινής κυβερνήσεως διευθύνθησαν σήμερον πριν της μεσημβρίας εις την φρεγάταν Μαδαγασκάρ όπου διαμένει η βασιλική αρχή. Ο ειρημένος κ. Σ. Τρικούπης ιστάμενος εδηλοποιούσε το όνομα και το αξίωμα ενός εκάστου εις τα μέλη της Αντιβασιλείας… εις την τρίτην δε ώραν μετά την μεσημβρίαν, υπήγαν ωσαύτως και εις προσκύνησιν της Α.Μ.».

 

Η αποβίβαση του Όθωνα και του βαυαρικού στρατού στο Ναύπλιο το 1833.
Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Gustav Kraus (1804-1852).

 

Αυτό ήταν εν ολίγοις το πρώτο ημερολόγιο της άφιξης του Όθωνα και των Βαυαρών στην Ελλάδα. Ωστόσο η «Αθηνά», στις ειδήσεις της 18ης Ιανουαρίου, περνάει με λίγες γραμμές και την πολιτική ένταση των ημερών, η οποία παρά τις φωτοχυσίες και τις λαμπρές υποδοχές δεν είναι καθόλου εύκολο να αποκρύβει.

«Πριν ακόμη πλησιάσωσι τα πλοία εις τον λιμέ­να της πόλεώς μας η προσωρινή κυβέρνησις έστει­λε δε επίτηδες εις την βασιλικήν αρχήν την έκθεσιν των τελευταίων θλιβερών συμβάντων του Άργους, τα οποία λέγουσιν έφερον πολλήν βαρυθυμίαν εις την Αυτού Μεγαλειότητα και εις την Αντιβασιλείαν η δε Αντιβασιλεία απάντησεν ότι θέ­λει λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα διά να μη προχω­ρήσει το κακόν περαιτέρω και διά να παύσωσι τα δεινά της Ελλάδος. Λέγεται ότι οι κάτοικοι του Λε­ωνιδίου έδωσαν αναφοράν εις την Βασιλικήν Αρχήν… εναντίον του Δ. Καλλέργη διά τας κατα­χρήσεις του εις εκείνην την πόλιν».

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

 

Είναι φανερό από το πρώτο αυτό ρεπορτάζ πως η Αντιβασιλεία εισερχόταν, ήδη από τη στιγμή της άφιξής της, στο κλίμα μιας εσωτερικής διαμάχης, η οποία φρόντιζε μάλιστα εξ αρχής να εντάξει τη νέα εξουσία σε ένα πλαίσιο εσωτερικού ανταγωνισμού. Η Αντιβασιλεία ήταν υποχρεωμένη να δημιουργήσει συμμαχίες και να εμπλακεί στους οξείς πολιτικούς ανταγωνισμούς στο εσωτερικό, ενώ ταυτόχρονα θα προσπαθούσε να επιβάλει τη δική της εξουσία, και μάλιστα με τρόπο που θα την έφερνε γρήγορα σε αντίθεση με το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου, των αγωνιστών και της κοινής γνώμης.

 

Η άφιξη στην Αθήνα

 

Η βαυαρική Αντιβασιλεία -με μόνη εξαίρεση φυσικά τον Όθωνα και αργότερα την Αμαλία που έμοιαζαν ενθουσιασμένοι από τον καινούργιο τόπο- ποτέ δεν μπόρεσε να αποδεχτεί την πραγματικότητα της νέας Ελλάδας. Η εμμονή στη γερμανική αρχαιολατρία δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να συνδυαστεί με την εικόνα μιας φτωχής Αθήνας που μόλις γινόταν πρωτεύουσα. Η Χριστιάνα Λιτ, μια Δανέζα που έζησε στην Αυλή εκείνη την εποχή, δίνει μια καταπληκτική περιγραφή της βαυαρικής απο­στροφής απέναντι στη σύγχρονη Ελλάδα.

Αμαλία

«Η βασίλισσα ήταν κοντή, όμορφη, με θαυμάσιο παρουσιαστικό. Συμπεριφερότανε με πολλή ζωντά­νια που καταντούσε υπερβολική. Μιλούσε για ένα σωρό πράγματα κι επαινούσε διαρκώς την Ελλάδα, ας ήταν καλά ο Βορράς που πλήρωνε. Μου είπε ότι πολύ σύντομα θα νιώθαμε άνετα σ’ αυτή την τόσο όμορφη χώρα με το θαυμάσιο κλίμα. Αναρωτιέμαι με ποιον τρόπο θα γίνει αυτό. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να συνηθίσουμε σι­γά σιγά σ’ αυτού του είδους τη φυσική ομορφιά, που είναι κάτι το τελείως διαφορετικό απ’ αυτό που εννοούμε ομορφιά στον τόπο μου.

Νόμιζα ότι στο νοτιά θα έβρισκα άφθονη βλάστηση με τροπικά φυτά κι ό,τι άλλο μπορούσε να φανταστεί κανείς. Έπεσα πολύ έξω. Ο Υμηττός, αυτός ο κολοσσός, απλώνεται κάτω από το λαμπερό ήλιο μη έχοντας καθόλου βλάστηση από τη μεριά που βλέπει προς την Αθήνα. Τα χωράφια είναι κατάξερα και το χώμα θεόστεγνο από τη ζέστη. Οι ελαιώνες, μ’ εκείνους τους ροζιασμένους κορμούς και τα σταχτιά φύλλα, δεν έχουν ίχνος δροσεράδας. Οι αμπελώνες είναι γεμάτοι από τη σκόνη που στροβιλίζεται στους χωματόδρομους. Μια θέα απελπιστική. Και να σκεφτεί κανείς ότι σ’ αυτό το χώρο κάποτε μια ολόκληρη πολιτεία βρισκόταν στην ακμή της. Αθήνα, το λίκνο της τέχνης και της επιστήμης. Είναι τόσο καταθλιπτικό να σκάφτεται κανείς πώς ήταν εκείνη την εποχή και πώς είναι τώρα».[1]

Δεν είναι καθόλου υπερβολικό να αποδώσει κανείς τη μετατροπή ενός φιλελεύθερου πολιτικού, όπως ο Αρμανσπεργκ, σε έναν ιδιοτελή και αυταρχικό ηγεμόνα, σ’ αυτή τη βαθιά αποστροφή -το μίσος σχεδόν- απέναντι στην εικόνα της σύγχρονης Αθήνας. Η βαυαρική Αντιβασιλεία ήρθε στην Ελλάδα με την προφανή ιδέα της επιβολής του «πολιτισμού» πάνω σχεδόν σε μια «άθλια φυλή ληστών».

Ένας ολόκληρος κόσμος θεσμών, συμπεριφορών και διαφορετικών στάσεων απέναντι στη ζωή, ο κόσμος της Ελλάδας που έβγαινε από την οθωμανική περίοδο και κουβαλούσε ακόμη τις δικές του αιώνιες σταθερές, θα ερχόταν αμέσως σε σύγκρουση με τη στρεβλή αρχαιολατρική εικόνα που είχε κατασκευάσει για την Ελλάδα ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα.

Αν σ’ αυτή τη σύγκρουση προστεθεί και ο βορειοευρωπαϊκός πολιτικός συντηρητισμός, τότε εύκολα μπορεί κανείς να κατανοήσει τη μανιασμένη αντίδραση της βαυαρικής Αντιβασιλείας απέναντι σε κάθε τι που θυμίζει τη σύγχρονη Ελλάδα του 1833.

 

Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Peter von Hess, «Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο», Ελαιογραφία, 1835. Εδώ ο Όθωνας συνοδευόμενος από το Συμβούλιο της Αντιβασιλείας. Μόναχο.

 

Το βασιλικό ζεύγος ήταν όμως η εξαίρεση, καθώς, υπό την επίδραση κυρίως της Αμαλίας, ποτέ δεν ταυτίστηκε απολύτως με την απέχθεια και τη φιλαυτία του αυλικού περιβάλλοντος. Ο Όθωνας και η Αμαλία προσπάθησαν να συνομιλήσουν με τα δεδομένα που βρήκαν απέναντί τους, να αγαπήσουν τον τόπο και τους ανθρώπους του. Ο «ελέω θεού μο­νάρχης» παρασύρθηκε εν τέλει σε μια συνταγματική μεταρρύθμιση -μιαν εκτροπή από τις πεποιθήσεις του. Και τάφηκε εν τέλει στο Μόναχο, φορώντας ως γνωστόν τη φουστανέλα.

Αυτή η εχθρότητα ωστόσο της πρώτης βασιλικής αυλής της Ελλάδας σφράγισε μοιραία και όλες τις κατοπινές. Και ο διχασμός που επρόκειτο αργότερα να έρθει, είχε και πάλι κάτι από εκείνη την πρώτη πικρή εμπειρία δύο κόσμων τόσο διαφορετικών που τους είχαν ενώσει οι αναγκαιότητες της Ιστορίας.

 

Απόστολος Διαμαντής

Ιστορικός

 

Υποσημείωση


[1] Χριστιάνα Λιτ, Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα, Ερμής 1988, Σελ. 32.

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Όθων Η Αυτού…μικρότης;», τεύχος 13, 13 Ιανουαρίου 2000.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Διάλεξη στο Harvard: «Οι πόλεις και η ύπαιθρος της Πελοποννήσου επί Τουρκοκρατίας»


 

Την Τετάρτη 4 Απριλίου ώρα 20.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη η κυρία Ελένη Αγγελομάτη, Καθηγήτρια Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2012”του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, θα είναι: «Οι πόλεις και η ύπαιθρος της Πελοποννήσου επί Τουρκοκρατίας».

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2012» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών και Ερμιονίδας.

 

Ελένη Αγγελομάτη

 

Ελένη Αγγελομάτη

Πτυχιούχος του Ιστορικού και Αρχαιολογικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Διετέλεσε Διευθύντρια Ερευνών στο Κέντρο Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών, του οποίου εξακολουθεί να είναι άμισθος επιστημονικός συνεργάτης.

Από το 1997 είναι Καθηγήτρια της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού (15ος-19ος αιώνας) στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Είναι επιστημονική υπεύθυνη του Μεταπτυχιακού “Μεθοδολογία κριτικής και έκδοσης των ιστορικών πηγών”.

Έχει δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα για τον περιηγητισμό, τους λογίους της Τουρκοκρατίας, την ιστορία της εκπαίδευσης, την ιστορία των γυναικών, την τοπική ιστορία (Κρήτη, Κέρκυρα). Ενδεικτικά:

  • Μητρώον Α’ Νεκροταφείου Αθηνών. Α’ Ζώνη – Α’ Τμήμα (με την Δέσποινα Τσουκλίδου – Πέννα), 1972.
  • Ιωάννου Σταυριανού (1804-1887), Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αγνώστων αντικειμένων έτι εν τη Ελληνική Ιστορία, 1982.
  • Νικόλας Κριτίας. Βιογραφικά και εργογραφικά, 1984-6.
  • The Eve of the Greek Revival. British Travellers’ Perceptions of Early Nineteenth CenturyGreece,London1990.
  • Ιόνιος Ακαδημία. Το χρονικό της ίδρυσης του πρώτου ελληνικού πανεπιστημίου, 1997.
  • Τα ταξίδια του λόρδου Guilford στην Ανατολική Μεσόγειο, 2000.

 

Read Full Post »

Κατσικογιάννης Χρήστος (;- περ. 1890)


 

Στρατιωτικός. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς γεννήθηκε. Ήταν γιος του στρατηγού Ευστάθιου Κατσικογιάννη* ή Κατσικοστάθη. Ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα του, έγινε κι αυτός αξιωματικός του στρατού. Το 1862, έλαβε μέρος στη Ναυπλιακή Επανάσταση ως ένας εκ των σωματαρχών της φρουράς του Ναυπλίου και συνυπέγραψε επιστολή των επαναστατών προς τις Μεγάλες Δυνάμεις με την οποία ήθελαν οι επαναστάτες να εξηγήσουν τα αίτια και τους σκοπούς της Επανάστασης.

Επεισόδιο από τη Ναυπλιακή Επανάσταση – Κατάληψη των εξωτερικών οχυρώσεων από τον Οθωνικό στρατό (1862).

Μετά την κάθοδο των βασιλικών στρατευμάτων με επικεφαλής τον στρατηγό Χαν, ο Χρήστος Κατσικογιάννης, ως στρατοπεδάρχης της Άρειας Ναυπλίου, αντιστάθηκε σθεναρά. Στις 8 Φεβρουαρίου – μετά την νίκη των επαναστατών- εξέδωσε ημερησία διαταγή με την οποία συγχαίρει τους στρατιώτες του αλλά και θρηνεί για το αδελφικό αίμα που χύθηκε κατά την φονική μάχη.

Την 1η Μαρτίου 1862, το Ναύπλιο βρίσκεται σε οικτρή θέση. Έχει ήδη αρχίσει η πολιορκία της πόλης και των φρουρίων του Ναυπλίου. Ο Αρχηγός Αρτέμης Μίχου συγκαλεί συμβούλιο και ζητά την γνώμη του, αφού πρώτα διαβάζει το τελεσίγραφο του Χαν με το οποίο τους καλεί « όπως εντός 24 ωρών δηλώση, αν η φρουρά και οι πολίται υποτάσσονται άνευ ουδεμιάς συνθηκολογήσεως», και καταθέτει την προσωπική του γνώμη. «…πάσαν περαιτέρω ενέργειαν θεωρώ ματαίαν και ότι άνευ ελπίδος προς ευόδωσιν του σκοπού της επαναστάσεως είναι αμάρτημα να επιμένωμεν εις περαιτέρω δεινά και χύσιν αδελφικού αίματος και προτείνω να ζητηθή γενική αμνηστία».

Τη γνώμη του Αρχηγού ασπάστηκαν όλοι οι παρόντες, εκτός από τον Δ. Γρίβα, τον Θρ. Μάνο, τον Ν. Σμόλεντς, τον Χρ. Γρίβα, τον Αλ. Πραΐδη, τον Γ. Πετιμεζά και βεβαίως τον Χρήστο Κατσικογιάννη. Θεώρησαν ότι είναι νωρίς ακόμη να καταλήξουν σε τέτοια απόφαση και, επειδή δεν μπόρεσαν να πείσουν τους άλλους, αποχώρησαν από το συμβούλιο αγανακτισμένοι.

Ο Όθωνας υπέγραψε μερική αμνηστία στις 8 Μαρτίου 1862. Απ’ αυτήν εξαιρούντο 19 στρατιωτικοί και πολιτικοί μεταξύ των οποίων και ο Χρήστος κατσικογιάννης.

Στις 6 Απριλίου, συνυπέγραψε την απόφαση της εθελουσίας εξορίας, η οποία κατέληγε:«Αποφαινόμεθα: Υποβάλομεν ημάς αυτούς εις την εγκατάλειψιν του πατρώου εδάφους, αναχωρούντες εις την αλλοδαπήν μεθ’ όλων εκείνων, όσοι εκ των ενταύθα θέλουν μας ακολουθήσει ». Στις 10 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα, μετά την θεία λειτουργία, οι εξαιρεθέντες από την αμνηστία, επιβιβάστηκαν στα δύο ξένα πλοία που είχαν σταλεί γι’ αυτόν τον σκοπό και ακολούθησαν τον δρόμο της εξορίας. 

Ο Χρήστος Κατσικογιάννης, ο Αντωνόπουλος, ο Στέλβαχ, ο Μπότσαρης, ο Τριτάκης, ο Γραμματικόπουλος, ο Μάνος, ο Πραΐδης και ο Γρίβας επιβιβάστηκαν στο Αγγλικό πλοίο « Κάστωρ». Τούτο προκύπτει από ευχαριστήρια επιστολή των πιο πάνω προς τον πλοίαρχο. (Ε.Λ.Ι.Α. Αρχείο Οικογένειας Κατσικογιάννη, Φάκελος 1, υποφάκελος 1.3. έγγραφα:45-59).

Μετά την έξωση του Όθωνα έλαβε μέρος στην Β’ Εθνοσυνέλευση και διορίστηκε από αυτήν, ως πληρεξούσιος στην επιτροπή για τη μελέτη του ορθού αριθμού του στρατού. Αναμίχτηκε στα πολιτικά πράγματα της περιόδου και τιμήθηκε με πολλά μετάλλια. Το 1865 ο Χρήστος Κατσικογιάννης διετέλεσε Βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας.

 

Υποσημείωση


* Κατσικογιάννης Ευστάθιος (1793-1836). Ο Ευστάθιος Κατσικογιάννης ή Κατσικοστάθης υπήρξε πρωτοπαλίκαρο του Οδυσσέα Ανδρούτσου τον οποίο ακολούθησε μαζί με τα αδέλφια του στις αρχές του αγώνα. Πολέμησε στο πλευρό του στη Γραβιά, στα Βασιλικά, στην Άμφισσα και συμμετείχε σε μάχες στην Εύβοια, στην Αττική και στην Πελοπόννησο. Κατά την Επανάσταση συντηρούσε δικό του στρατιωτικό σώμα. Προήχθη σε στρατηγό το 1822 και χιλίαρχο το 1828. Μετά την Επανάσταση εντάχθηκε στον τακτικό στρατό. Το 1835 ήταν αντισυνταγματάρχης και έφτασε στο βαθμό του συνταγματάρχη. Πέθανε τον Ιανουάριο του 1836 φέρων τον βαθμό του Συνταγματάρχη στην Εθνοφυλακή της Βασιλικής Φάλαγγας.

 

Πηγές


  • Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

 

Read Full Post »

Πραΐδης Αλέξανδρος (1834 – 12/10/1866)


 

Αλέξανδρος Πραΐδης

Στρατιωτικός. Γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1834 στη Σύρο*. Ήταν γιος του Μακεδόνα στην καταγωγή Γεωργίου Πραΐδη, αγωνιστή της Επανάστασης του 1821. Το καλοκαίρι του 1852 τελείωσε – μεταξύ των αρίστων μαθητών της τάξης του – το «Γυμνάσιο των Αθηνών». Η αγάπη του για το στρατό και η επιθυμία του να γίνει αξιωματικός ήταν τόση ώστε παρά τις δυσκολίες και τις συνεχείς αιτήσεις του πατέρα του το 1852 και 1853 προς τον υπουργό των Στρατιωτικών για την εισαγωγή του στη Σχολή Ευελπίδων, αποδεχόμενος να καταβάλλει το ½ των διδάκτρων, δεν τον απέτρεψαν από το στόχο του. Τελικά, με το από 12 Ιανουαρίου του 1854 βασιλικό διάταγμα του Όθωνα «κατατάσσεται εις την Στρατιωτικήν Σχολήν Ευελπίδων ».

Στις 10 Νοεμβρίου του 1857, μετά τετραετή φοίτηση, εξήλθε πρώτος με τον βαθμό του Ανθυπασπιστή Μηχανικού και τοποθετήθηκε σε μια από τις 10 Στρατιωτικές Διευθύνσεις Μηχανικού που λειτουργούσαν στις πρωτεύουσες των νομών και ασχολούνταν με δημόσια και στρατιωτικά έργα. Στις 10 Αυγούστου 1859 μετατάχθηκε στο πυροβολικό και τοποθετήθηκε στη μοναδική τότε Μοίρα Πυροβολικού. Τον Δεκέμβριο του 1859 έγινε Ανθυπολοχαγός και στις 10 Σεπτεμβρίου 1860 διορίστηκε ως καθηγητής της τοπογραφίας και των καταμετρήσεων, στην Σχολή Ευελπίδων.

Την 1η Σεπτεμβρίου του 1861 πήρε φύλλο πορείας για το Ναύπλιο και ανέλαβε  Υπασπιστής του Οπλοστασίου. Την 1η Φεβρουαρίου του 1862 εκδηλώθηκε η Ναυπλιακή Επανάσταση από την φρουρά της πόλης και η οποία κατέληξε σε αιματηρή σύγκρουση μεταξύ των βασιλικών στρατευμάτων του στρατηγού Χαν και των επαναστατών πολιτικών και στρατιωτικών, με σκοπό την «κατάπτωσιν του ισχύοντος κυβερνητικού συστήματος».

Ο Αλέξανδρος Πραΐδης, εμφορούμενος από αντιδυναστικές ιδέες και υπηρετώντας στο Οπλοστάσιο, υπήρξε πρωτεργάτης της αντιοθωνικής κίνησης και στενός συνεργάτης του αρχηγού της επανάστασης Αρτέμη Μίχου. Έλαβε μέρος σε όλες τις μάχες και τραυματίστηκε δυο φορές.

«Στην πολιορκία του Μύλου Ταμπακόπουλου από τα βασιλικά στρατεύματα, οι υπερασπιστές του εξακολουθούν να αμύνονται και μετά την απώλεια της Άρειας. Ύστερα όμως από τον τραυματισμό του διοικητή τους Αλέξανδρου Πραΐδη και μπροστά στον κίνδυνο να περικυκλωθούν, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη θέση. Υποχωρώντας τακτικά προς το Ναύπλιο προσβάλλονται από νέα τμήματα κυβερνητικών. Μερικοί από αυτούς αιχμαλωτίζονται. Οι περισσότεροι, φέρνοντας στα χέρια τον τραυματισμένο Πραΐδη, ρίχνονται στη θάλασσα και κατορθώνουν να φτάσουν το μεσημέρι στην πόλη, ενώ οι βασιλικοί πυρπολούν τον Μύλο». ( Αναστ. Γούναρης. Η Ναυπλιακή Επανάσταση/ 1 Φεβρουαρίου-8 Απριλίου 1862)

Αλέξανδρος Πραΐδης

Μετά την επικράτηση των Οθωνικών, κάποιοι εκ των επαναστατών πήραν αμνηστία, όχι όμως και ο Πραΐδης, ο οποίος επέλεξε τον δρόμο της αυτοεξορίας, μαζί με άλλους πρωτεργάτες της επανάστασης που κι αυτοί είχαν εξαιρεθεί. Στις 8 Απριλίου 1862, ημέρα Κυριακή του Πάσχα, επιβιβάστηκε  σε ένα από τα δύο ξένα πλοία – που είχαν σταλεί γι’ αυτό τον σκοπό – και έφτασε στην Σμύρνη, όπου και παρέμεινε μέχρι την έξωση του Όθωνα, την 12η του Οκτώβρη 1962. Λίγες μέρες αργότερα επαναπατρίστηκε και επανήλθε στο στράτευμα. Με διαταγή του Υπουργού των Στρατιωτικών, τοποθετήθηκε Διοικητής του 4ου Λόχου του Τάγματος Πυροβολικού. Αργότερα διετέλεσε διοικητής της «Πανεπιστημιακής Φάλαγγος» μέχρι τη διάλυσή της το 1864.

Στις 14 Ιουνίου 1866 ανέλαβε καθήκοντα Υπασπιστή του Υπουργού Στρατιωτικών. Μετά όμως από μικρό διάστημα, στις 21 Αυγούστου,  ξέσπασε η Κρητική επανάσταση από τον Κρητικό λαό που ποτέ δεν είχε αποδεχτεί την υποδούλωση και την κατοχή του νησιού από τους Βενετούς και τους Τούρκους και κήρυξε την ένωση με την Ελλάδα.

Ο Πραΐδης, πάντα δραστήριος και αγωνιστής, έμαθε ότι ο αδελφός του Υπουργού Στρατιωτικών, ταγματάρχης του Γενικού επιτελείου Ιωάννης Ζυμβρακάκης ετοιμαζόταν να κατέβει στην Κρήτη για να λάβει μέρος στον αγώνα, ζήτησε από τον Υπουργό Χαράλαμπο Ζυμβρακάκη την άδεια να ενταχθεί κι αυτός στο Σώμα εθελοντών του αδελφού του. Ο Υπουργός έκανε αποδεκτό το αίτημά του. Το εθελοντικό Σώμα, αποτελούμενο από 275 αξιωματικούς, υπαξιωματικούς, επιστήμονες και φοιτητές, αναχώρησε στα τέλη Σεπτεμβρίου 1866 με το ατμόπλοιο «Πανελλήνιον» και με Κυβερνήτη τον Ν. Σαχτούρη και έφτασε στην περιοχή των Σφακίων το πρωί της 1ης Οκτωβρίου.

Στις δυτικές επαρχίες της Κρήτης που είχαν επαναστατήσει, ο γενικός αρχηγός των Τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων Μουσταφά πασάς, επικεφαλής 45.000 ανδρών, είχε αρχίσει τις επιχειρήσεις κατά του Σελίνου, των χωριών της Κυδωνίας και της επαρχίας Αποκορώνου. Έκαψε και λεηλάτησε 90 περίπου χωριά. Ο Ταγματάρχης Ζυμβρακάκης, που βρισκόταν στο Λουτρό Σφακίων, μόλις έμαθε ότι ο Μουσταφά πασάς μπήκε στην επαρχία Αποκορώνου, μετακινήθηκε αμέσως με το Σώμα των εθελοντών του για να συναντήσει τα Κρητικά Σώματα, στο Βαφέ, όπου το βράδυ της 3ης Οκτωβρίου βρήκε 280 άνδρες με 4 αρχηγούς.

Στις 8 το πρωί της 12ης Οκτωβρίου ο Μουσταφά πασάς, μετά την κατάληψη του χωριού Βάμος και της Μονής καρύδι, άρχισε να προελαύνει κατά των εθελοντών, οι οποίοι κατείχαν τις μεταξύ Μποσνέρου και Αλικάμπου θέσεις. Η υπεροχή του εχθρού ήταν συντριπτική. Σε σύσκεψη που έγινε στο στρατόπεδο των Ελλήνων, οι μεν εθελοντές του Ζυμβρακάκη επέμεναν να δοθεί η μάχη μέχρις εσχάτων στο Βαφέ, οι δε Κρητικοί καπετάνιοι πρότειναν να αποσυρθούν όλοι και να αμυνθούν στα νότια υψώματα του Βαφέ.

Αν και η γνώμη των Κρητών ήταν ορθή, επικράτησε η γνώμη των πρώτων, με την οποία συμφώνησε και ο Ζυμβρακάκης και τα τμήματα κατέλαβαν τις θέσεις τους, χωρίς να κρατήσουν εφεδρείες, λόγω του μικρού αριθμού των μαχητών.

Όταν τα στρατεύματα του Μουσταφά πασά έφτασαν, επακολούθησε μια άγρια φονική μάχη, η οποία κατέληξε σε νίκη των Τουρκοαιγυπτίων. Ο Υπολοχαγός Πραΐδης, επικεφαλής ενός τμήματος εθελοντών, υπερασπιζόταν τους αριστερά από το Βαφέ λοφίσκους μαζί με απόσπασμα Κρητικών υπό τον οπλαρχηγό Κριάρη. Μαχόμενος γενναία αφού απέκρουσε έξι αλλεπάλληλες εχθρικές επιθέσεις και μη δεχόμενος να υποχωρήσει, έπεσε ηρωικά. Μαζί του σκοτώθηκαν άλλοι 16 εθελοντές. Κανείς δεν γνωρίζει πού, πότε και από ποιους θάφτηκε.

Ο Αλέξανδρος Πραΐδης, ο παρά πάντων αγαπώμενος και θαυμαζόμενος νέος, με το παράδειγμά του, έδειξε ότι είναι υπέρτατη τιμή να πεθαίνεις για την Πατρίδα.

 

 Υποσημείωση


* Το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών (Πανδέκτης) αναφέρει  ότι γεννήθηκε στην Αθήνα ενώ, το Εθνικόν Ημερολόγιον Βρετού του 1868, στο Ναύπλιο.

  

Πηγές


  • Νικόλαος Φωτιάδης Αντιστράτηγος ε.α., «Ο θάνατος του Μακεδόνα Υπολοχαγού Αλέξανδρου Πραΐδης κατά την μάχη στο Βαφέ Κρήτης», περιοδικό «Τολμών», Τριμηνιαία έκδοση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ειδικών Δυνάμεων, τεύχος 8, 2003.
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

 

Read Full Post »

Σαχτούρης Δ. Γεώργιος (1783-1841):ο αντιναύαρχος της Ύδρας


 

Γεώργιος Σαχτούρης

Διακεκριμένος ναυμάχος του Αγώνα του 1821, ο Γεώργιος Σαχτούρης γεννήθηκε στην Ύδρα στις 13 Μαΐου 1783, γιος του Δημητρίου Πολύγκαιρου και της Μαρίας Νικολάου Γκίτζα. Η περιπετειώδης νεανική του ηλικία συμπίπτει με την περίοδο της θεαματικής εξέλιξης του νησιού του στον τομέα της ναυτιλίας και του εμπορίου και με τα τεράστια κέρδη που, λόγω του γεγονότος αυτού, συσσωρεύτηκαν στα χέρια των Υδραίων ναυτεμπόρων. Ο πατέρας του, Δημήτρης, εξαίρετος καραβομαραγκός της εποχής, λέγεται ότι έλαβε το προσωνύμιο Σαχτούρης, το οποίο επικράτησε τελικά και ως οικογενειακό επίθετο, από ένα μεγάλο δίστηλο σκαρί 8 τόνων που κατασκεύασε πρώτος στην Ύδρα, μιμούμενος παρόμοια ιστιοφόρα που χρησιμοποιούσαν οι Ιταλοί και που ονόμαζαν σαχτούρια.

Ο Γεώργιος Σαχτούρης από μικρή ηλικία υπηρέτησε σαν τζόβενο (νεαρός μούτσος), για να εξε­λιχθεί αργότερα σε πλοίαρχος. Πολύ νέος παντρεύτηκε την επίσης Υδραία Πανούργια Δημ. Γκιώνη, με την οποία απέκτησε εφτά παιδιά: Μαρία, Δη­μήτριο, Σταμάτιο, Νικόλαο, Μιλτιάδη, Κωνσταντίνο και Θεμιστοκλή.

Το 1819 ο Σαχτούρης είναι ήδη πλοιοκτήτης και καπετάνιος ενός ολοκαίνουργιου βριγαντίνου, της περίφημης «Αθηνάς», που κατασκευάστηκε στο Μαντράκι της Ύδρας. Με το πλοίο του αυτό μεγαλούργησε στον Αγώνα. Λίγες μόνο ημέρες μετά την κήρυξη της Επανάστασης στην Ύδρα, στις 22 Απριλίου 1821, ο Σαχτούρης ακολουθεί τον Γιακουμάκη Τομπάζη, αρχηγό της υδραίικης ναυτικής μοίρας, που μαζί με την ψαριανή και τη Σπετσιώτικη εκπλέουν για την απελευθέρωση της Χίου και της Σάμου.

Γεώργιος Σαχτούρης, Pouqueville, 1840.

Η ατυχούς έκβασης ελληνική αυτή αποστολή αμαυρώθηκε από το τραγικό γεγονός της σύλληψης και λαφυραγωγίας από τα πλοία των Υδραίων Γ. Σαχτούρη και Λ. Πινότση διερχόμενου τουρκικού βρικιού, γεμάτου προσκυνητές και Τούρκους αξιωματούχους, οι οποίοι κατεσφάγησαν με εντολή των δύο πλοιάρχων. Αργότερα η βέβηλη αυτή, διεθνώς κατακριτέα, πράξη θα αποδοθεί από τους υπευθύνους σε κίνηση αντεκδίκησης για τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ και τη σφαγή των Ελλήνων ναυτών του οθωμανικού στόλου στο Μούρτο, οι περισσότεροι από τους οποί­ους ήσαν Υδραίοι.

Το Φεβρουάριο του 1822 ο Σαχτούρης έλαβε μέρος στη ναυμαχία των Πατρών υπό τις εντολές του Ανδρέα Μιαούλη και λίγο αργότερα συνετέλεσε με τη δράση του στη λύση του αποκλεισμού του Μεσολογγίου από τουρκική μοίρα η οποία αναγκάστηκε να καταφύγει στα Δαρδανέλια.

Η δράση της υδραίικης ναυτικής μοίρας την οποία διηύθυνε συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 1823, με ουσιαστικότερη παρουσία του Σαχτούρη από το 1824 και εξής, όπως πλήρως τεκμηριώνεται μέσω του ημερολογίου του πλοίου του «Αθηνά», στο οποίο αναγράφονται και σχολιάζονται από τον ίδιο τα ναυτικά γεγονότα και οι ναυμαχίες εκείνων των χρό­νων.

Ο Γ. Σαχτούρης συμμετείχε στην εκστρατεία της Κάσου (Ιούνιος 1824), ενώ τον ίδιο μήνα, αμέσως μετά την καταστροφή των Ψαρών (21 Ιουνίου 1824), πήρε μέρος στην αναποτελεσματική επιχείρηση για την ανακατάληψη τους.

 

Γεώργιος Σαχτούρης, νίκη κατά θάλασσαν περί την Σάμον. Peter Von Hess.

 

Αποφασιστική υπήρξε και η συμβολή του στη ναυμαχία της Μυκάλης (5 Αυγούστου 1824), ενώ οι πολεμικές του ικανότητες α­ναδείχθηκαν ιδιαίτερα στην περίφημη ναυμαχία του Γέροντα (29 Αυγούστου 1824). Ο Σαχτούρης μαζί με τους Ν. Αποστόλη και Γ. Ανδρούτσο καταναυμαχεί στις 23 Μαΐου 1825 τον τουρκικό στόλο στη ναυμαχία του Καφηρέα και αργότερα συμμετέχει στην εκστρατεία υπέρ του Με­σολογγίου.

 

Γεώργιος Σαχτούρης. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Η νικηφόρα δράση του συνεχίζεται το 1826 με τη συμμετοχή του στη ναυμαχία της Σάμου και της Μυτιλήνης, καθώς και στις άκαρπες προσπάθειες ανεφοδιασμού των αποκλεισμένων του Μεσολογγίου. Το 1827 συμμετέχει στην τολμηρή επιχείρηση των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων υπό τον Κόχραν στην Αλεξάνδρεια για την πυρπόληση του αιγυπτιακού στόλου, ενώ στη συνέχεια δρα, και πάλι υπό τον Κόχραν, στις επιχειρήσεις του Βασιλαδίου, έξω από το Μεσολόγγι.

Γεώργιος Σαχτούρης, Grossi, Νέος Αριστοφάνης.

Η νικηφόρα ολοκλήρωση του ελληνικού ναυτικού Αγώνα και η έλευση του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια σήμαναν τη διοικητική αναδιοργάνωση των ναυτικών πραγμάτων. Στο πλαίσιο αυτό ο κυβερνήτης αναθέτει στον Σαχτούρη την αρχηγία της ναυτικής μοίρας των μεσσηνιακών παραλίων με στόχο την παρεμπόδιση ανεφοδιασμού των φρουρίων Μεθώνης, Κορώνης και Νεοκάστρου και αργότερα τον αποκλεισμό της θαλάσσιας περιοχής από τον Αμβρακικό έως την Κρήτη.

Πιστός θεματοφύλακας της πολιτικής Καποδίστρια, ο «…ήπιος Σαχτούρης» – κατά τον Σπετσιώτη ιστορικό Α. Χατζή-Αναργύρου στα «Σπετσιωτικά» του – συγκρούστηκε επανειλημμένα με τους αντιπάλους του Κυβερνήτη. Παρ’ όλ’ αυτά, αναγκασμένος εκ των πραγμάτων, έλαβε μέρος υπό τις εντολές του Α. Μιαούλη στην καταστροφή του ελληνικού στόλου στον Πόρο, τον Ιούλιο του 1831.

Ο Γ. Σαχτούρης διετέλεσε μέλος της Ναυτικής Υπηρεσίας (1830) και της Επιτροπής Ναυτικών Καταλόγων (1833), μαζί με τους Γ. Ανδρούτσο και Α. Ν. Αποστόλη. Στα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα πήρε το βαθμό του αντιναυάρχου και τοποθετήθηκε ως διευθυντής του Ναυστάθμου στον Πόρο, όπου υπηρέτησε μέχρι το θάνατό του. Πέθανε στην Ύδρα στις 30 Ιανουαρίου 1841 και ενταφιάσθηκε στο ναό της Υπαπαντής.

 

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου – Παύλου

Αννίτα Πρασσά

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

 

Read Full Post »

Κουσκούρη Πολυτίμη (1820-1854) – Βιογραφία & Εργογραφία


 

 

Η δασκάλα Πολυτίμη Κουσκούρη γεννήθηκε στο Μυστρά, τον Νοέμβριο του 1820 και γαλουχήθηκε μέσα σε μια οικογένεια πατριωτών. Πατέρας ήταν ο Ηλίας Κουσκούρης, ένας από τους πρωτεργάτες της Ελληνικής Επανάστασης του ’21 και μητέρα της η Φλωρεντία Κουσκούρη. Ο καθαρισμός των όπλων του πατέρας της και η ανάγνωση  βιβλίων [1] στα «κρυφά», ήταν οι κύριες ενασχολήσεις της νεαρής Πολυτίμης.         

Αν και η Πολυτίμη Κουσκούρη δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των αγωνιστριών του ’21, εργάστηκε με ζήλο και ενθουσιασμό μετά την εθνική ανεξαρτησία. Έτσι, το 1834 γράφτηκε στο Πρότυπο Σχολείο Κορασίων Ναυπλίου. Ήταν μία από τις 134 μαθήτριες που παρακολούθησαν μαθήματα και η αγαπημένη μαθήτρια της διευθύντριας της Σχολής και δασκάλας τότε Πιτταδάκη Ελένης.          

Σε ηλικία δεκαέξι ετών η Πολυτίμη παρουσιάστηκε στην Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή Ναυπλίου και υποβλήθηκε σε εξετάσεις [2] για την απόκτηση του διδασκαλικού πτυχίου. Από τη στιγμή που διορίστηκε, στις 3 Μαΐου 1837 στο Παρθεναγωγείο στο Ναύπλιο, στήριζε την οικογένειά της οικονομικά. Μάλιστα, για να καταφέρει να καλύψει όλες τις οικογενειακές ανάγκες, αφού ολοκλήρωνε τις υποχρεώσεις της στο Παρθεναγωγείο, παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα.

Το σχολείο υπό τη διεύθυνση της Κουσκούρη λειτούργησε τέλεια και χαρακτηρίστηκε ως υποδειγματικό. Το γεγονός επιβεβαιώνει η επίσκεψη της βασίλισσας Αμαλίας, η οποία έμεινε έκπληκτη από την άριστη λειτουργία του και χάρισε στην Πολυτίμη μία «μικράν πόρπην ην έφερεν πάντοτε επί του στήθους της» ως ένδειξη της ευαρέσκειάς της προς τη νεαρή δασκάλα. Επιπλέον, έδωσε εντολή στο Υπουργείο να προαγάγει την Πολυτίμη σε διδασκάλισσα Β΄ βαθμού [3], αφού πρώτα όμως έδωσε εξετάσεις ενώπιον των διευθυντών των δημοτικών σχολείων και των καθηγητών του Γυμνασίου το 1837. 

Στις 10 Απριλίου 1840 βραβεύτηκε από τον διευθυντή των σχολείων της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας του Αρσακείου. Τον Ιούνιο του 1843, η μισθοδοσία της Κουσκούρη μεταβιβάστηκε από το Εκκλησιαστικό Ταμείο στο Δημοτικό Ταμείο Ναυπλίου. Από τότε η διδασκάλισσα σταμάτησε να πληρώνεται, παρ’ όλα τα παρακλητικά έγγραφα που απεύθυνε προς τη Γραμματεία για να λαμβάνει τακτικά το μισθό της. Οι προσπάθειες της έπεσαν στο κενό και λόγω ότι βρισκόταν πλέον σε άθλια οικονομική κατάσταση, ζήτησε τη μετάθεση της από το σχολείο. Η αίτησή της δεν έγινε αποδεκτή, αλλά τελικά στις 3 Οκτωβρίου μετατέθηκε στο δημοτικό σχολείο κορασίων του Πειραιά, όπου ανέλαβε τη διεύθυνσή του.

Η Κουσκούρη έφυγε από το Ναύπλιο αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις στους πολίτες αλλά και στις αρχές του τόπου. Ο ίδιος ο Δήμαρχος Ναυπλίου έστειλε επιστολή, στην οποία εξέφραζε την απώλεια από την απουσία της Κουσκούρη και τη βαθειά ευγνωμοσύνη του προς το πρόσωπο της για το πολύτιμο έργο που είχε πράξει.

Γεωγραφία της Αρχαίας Ελλάδος. Υπό Πολυτίμης Κούσκουρη, 1854.

Συνέχισε την διδασκαλική της καριέρα στον Πειραιά. Τέσσερα χρόνια μετά το καλοκαίρι του 1849 ο Υπουργός Εκκλησιαστικών και ο Διευθυντής των δημοτικών σχολείων εξέφρασαν δημοσίως την ικανοποίησή τους για το έργο της Κουσκούρη και την προβίβασαν στο βαθμό της Επαρχιακής δασκάλας. Δυο χρόνια μετά προσκλήθηκε από το Υπουργείο για να διοργανώσει το πρώτο σχολείο κορασίων που ίδρυσε ο δήμος στην Αθήνα κατά την Οθωνική περίοδο. Την 1η Οκτωβρίου του 1851, ημέρα έναρξης της λειτουργίας της εν λόγω σχολής, ο Υπουργός Παιδείας εξέφρασε δημοσίως την ευχαρίστηση-ικανοποίηση του για το έργο της Κουσκούρη και την προήγαγε στον ανώτερο βαθμό που μπορούσε να πάρει εκείνη την εποχή ένας δάσκαλος ή μία δασκάλα, δηλαδή σε Α΄ τάξης Νομαρχιακή Δασκάλα. 

Η διεύθυνση της σχολής υπό την Κουσκούρη φαίνεται πως ξεπέρασε τις προσδοκίες των αρχών και των πολιτών. Η νεαρή αλλά έμπειρη πια δασκάλα προσέλαβε ικανές και ικανούς δασκάλες/ους και βοηθούμενη από την υποδιευθύντρια Μαριέτα Ανδριέτου, δημιούργησε Νηπιαγωγείο, Αλληλοδιδακτικό και με το πέρας του χρόνου Συνδιδακτικό και τρεις τάξεις του Ελληνικού Σχολείου, από το οποίο έβγαιναν πτυχιούχες μαθήτριες. Επιπρόσθετα, εισήγαγε τα μαθήματα της μουσικής, της ζωγραφικής, του χορού και της γυμναστικής (Ασημάκη, 2007: 55-56, Φουντουκλή, 1890: 2-3).

Ένα χρόνο αργότερα, το 1852, στις πρώτες θερινές εξετάσεις [4] των κοριτσιών, η βασίλισσα Αμαλία βρέθηκε εκεί και εξέφρασε στην Πολυτίμη ξανά την «ευαρέσκειά της για την απόδοση του σχολείου». Επίσης, η Δημοτική Αρχή έστειλε εγγράφως τα συγχαρητήρια στην Πολυτίμη συνοδευόμενο από ένα σπουδαίο χρηματικό ποσό.

Το 1854 η Πολυτίμη αποφάσισε να δεχτεί την υποτροφία της βασίλισσας Αμαλίας για τη μετεκπαίδευσή της σε «εκπαιδευτικά καταστήματα» της Γερμανίας. Ενώ, όμως ετοιμαζόταν για το ταξίδι της, αρρώστησε από την επιδημία της χολέρας και πέθανε σε ηλικία 34 χρονών τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. Όπως μας πληροφορεί η Φουντουκλή, τόσο η οικογένειά της όσο και το έθνος [5] θρήνησε για το χαμό της Πολυτίμης, που υπηρέτησε για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια την εκπαίδευση (Ασημάκη, 2007: 57, Φουντουκλή, 1890: 4).

Από τον επικήδειο λόγο που συντάχθηκε από τον Κ. Δ. Ιωαννόπουλο, συνάδελφου της Πολυτίμης και εκφωνήθηκε στην κηδεία της από τον ίδιο, πληροφορούμαστε πολλά στοιχεία για τις αρετές, τα χαρίσματα και τον χαρακτήρα της Σπαρτιάτισσας. Όπως αναφέρει ο συνάδελφος και φίλος Ιωαννόπουλος, η Πολυτίμη ήταν μια ενάρετη γυναίκα, καταγόμενη από μια έντιμη οικογένεια που είχε μοχθήσει πολύ στο αγώνα κατά την Επανάσταση. Ο συνάδελφός της αναγνώριζε στην Πολυτίμη την έφεση που είχε στη διδασκαλία και παράλληλα στην διοίκηση του σχολείου. Πολλές από τις μαθήτριές της ακολούθησαν το παράδειγμά της και διορίστηκαν δασκάλες.

Η Πολυτίμη Κουσκούρη όπως αναφέρει ο Ιωαννόπουλος είχε συνεχή επαφή με τη νέα γνώση και δεν περιόριζε τη διδασκαλία της στην απλή διάλεξη. Για τον συντάκτη της Νεκρολογίας, η Πολυτίμη, αποτέλεσε άριστη συνάδελφος και ειλικρινής φίλη. Επιπλέον, η Πολυτίμη χαρακτηρίζεται για την χρηστότητα των ηθών της και την πιστή εκπλήρωση των θρησκευτικών της καθηκόντων. Τέλος, ο ομιλητής θεωρεί ότι το συγγραφικό και διδασκαλικό της έργο ωφέλησε το κοινωνικό σύνολο και τίμησε τη ελληνική γυναικεία ευφυΐα (Ιωαννόπουλος, 1855: 436-437).

Η Πολυτίμη γνώριζε Γαλλικά, Ιταλικά και Γερμανικά. Έγραψε πολλά πρωτότυπα άρθρα και μεταφράσεις που εκδόθηκαν στα περιοδικά της εποχής Ευτέρπη (Περί προκαταρκτικής παιδείας, Αθήναι, 1854), Νέα Πανδώρα (Περί της των κορασίων ανατροφής, 1853, Περί της των Αρχαίων Φιλοσοφίας και των διαφόρων αιρέσεων αυτής, 1854, Περί της εκπαιδεύσεως του γυναικείου φύλου, 1853), Χρυσσαλίς και στην Εφημερίς των Μαθητών.

Συγχρόνως, έγραψε και δημοσίευσε πολλά εκπαιδευτικά βιβλία όπως: Περί αλληλοδιδακτικής μεθόδου, 1854 Ο Κυνηγός και Γεωγραφία της Αρχαίας Ελλάδος [6], 1854. Το τελευταίο φαίνεται πώς είναι το σημαντικότερο έργο που έγραψε η Κουσκούρη, το οποίο αφιέρωσε στη βασίλισσα Αμαλία και αντίτυπα αυτού δώρισε επίσης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Αρσάκειο σχολείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας (Ασημάκη, 2007: 56, 59, Ριζάκη, 2007: 55, Φουντουκλή, 1890: 4). 

Πέρα από την επίδοσή της στα γράμματα, ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, τη χειροτεχνία, τη μουσική και τη ραπτική. Μεγάλη αγάπη έτρεφε η Πολυτίμη για τη φύση και λάτρευε τα άνθη. Όπως μας πληροφορεί η Φουντουκλή, το μικρό της δωμάτιο κοιτούσε πάντα σε ένα μικρό κήπο, τον οποίο επισκεπτόταν πριν κοιμηθεί. Λέγεται ακόμα ότι έπαιζε κιθάρα, τραγουδούσε και υμνούσε το Θεό (Φουντουκλή, 1890: 3).

Την Πολυτίμη Κουσκούρη θαύμαζαν [7] οι φιλόλογοι Φίλιππος Ιωάννου και  Σκαρλάτος Βυζάντιος. Επίσης, η συγγραφέας της εποχής Dora dIstria στο σύγγραμμά της Η περιήγησίς μου στην Ανατολή σχολιάζει θετικά το βιβλίο της Κουσκούρη ‘Γεωγραφία της Αρχαίας Ελλάδος’, χαρακτηρίζοντάς το ως «άριστα καταρτισμένον» (Φουντουκλή, 1890: 4).          

Το έργο της Πολυτίμης Κουσκούρη αποτελεί ωδή προς την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, εμπλουτισμένη με διαφωτιστικές επιρροές, όπου σε συνδυασμό με τη σπουδή της φύσης και της αρετής, βοηθά τον άνθρωπο να εξευγενίσει την ψυχή του και μέσω της αλήθειας και της ορθής σκέψης να οδηγηθεί σταδιακά στην ευδαιμονία (Κουσκούρη, 1854: 238-239, 94-96).                

 

Μπούμπουρα Μαρία

Δασκάλα – Ηράκλειο, Κρήτης. 

 

 Υποσημειώσεις


[1] Η Πολυτίμη προμηθευόταν βιβλία και διάβαζε στα κρυφά, παρ’ όλες τις επιπλήξεις της μητέρας της για την εγκατάλειψη της ραπτικής και την παραμέληση των άλλων οικιακών εργασιών. Την εποχή εκείνη η ενασχόληση των γυναικών με τα γράμματα θεωρούταν επιβλαβής και τρόπον τινά πολυτέλεια. Ωστόσο, η διαφωνία της μητέρας δεν κατάφερε να αλλάξει γνώμη στην φιλομαθέστατη κόρη, η οποία είχε άριστη επίδοση στο σχολείο και περνούσε ώρες ατέλειωτες παρέα με τα βιβλία της   (Ασημάκη, 2007: 55, Φουντουκλή, 1890: 2).    

[2] «Η Πολυτίμη ήταν η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που έδωσε εξετάσεις στην τότε εκπαιδευτική επιτροπή, προκείμενου να αποκτήσει δίπλωμα διδασκάλισσας» (Ασημάκη, 2007: 56).

[3] «Ο νόμος του 1834 διαιρούσε το διδακτικό προσωπικό σύμφωνα με τις γνώσεις του σε τρεις κατηγορίες-τάξεις: α) σε διδασκάλους πρωτευουσών, νομών και επαρχιών, β) σε διδασκάλους δήμων Α’ τάξης και γ) σε διδασκάλους δήμων Β’ και Γ’ τάξης. Ανάλογος με το βαθμό ήταν και ο μισθός: 100 δραχμές Α’ τάξης διδάσκαλοι, 80 Β΄ τάξης, 50 Γ’ τάξης» (Κλάδος, 1860: 533).

[4] «Την Κυριακήν εγένετο έναρξις των ενιαυσίων εξετάσεων των μαθητριών του δαπάνη του δήμου Αθηνών συντηρούμενου εκπαιδευτηρίου των κορασίων, διευθυνομένου παρά της Κυρίας Πολυτίμης Κουσκούρη, παρήσαν εν αυταίς αι αρμόδιαι Κυβερνητικαί και Δημοτικαί αρχαί, η εφορευτική και εξεταστική επιτροπή και άλλοι φιλόμουσοι πολίται. Προ των εξετάσεων εξεφώνησεν η Κ. διευθύντρια λόγο, αρμόδιον εις την περίστασιν ταύτην, ευαρεστον εντύπωσιν εις το εκλεπτόν ακροατήριον εμποιήσαντα. Το αποτέλεσμα των εξετάσεων τούτων θέλομεν δημοσιεύσει μετά το πέρας αυτών και την δήλωσιν της περί αυτών κρίσεως της Εξεταστικής Επιτροπής, συγκροτουμένης εκ λογίων και ευϋπόληπτων ανδρών. Και ο ζήλος των διδασκουσών εν τω διδακτηρίω τούτω, και η επιμέλεια των εις τούτο φοιτώντων κορασίων πιστεύομεν ότι θέλει να αποδείξει καρπόν ανάλογον προς τας ευχάς της Σεβ. Κυβερνήσεως και τας προσδοκίας του δήμου και των φιλοτίμως τα αυτού διεπόντων δημοτικών αρχών. Την προσεχή Κυριακήν 13 περαιουμένων των ανωτέρων εξετάσεων διανέμονται τα βραβεία» (Κουσκούρη, 1853: 184).

[5] Μάλιστα το Υπουργείο Εκκλησιαστικών έστειλε συλλυπητήριο έγγραφο στον πατέρας της, υπογεγραμμένο από τον Υπουργό Π. Αργυρόπουλο, με το οποίο επευφημούσε την Πολυτίμη ως την πιο ικανή και πρόθυμη δασκάλα. Επιπλέον, χορήγησε 200 δραχμές στην μικρότερη αδελφή της ως βοήθεια για τις σπουδές της πιθανότατα στη ζωγραφική (Φουντουκλή, 1890: 5).       

[6] Η Γεωγραφία της Π. Κουσκούρη εκδόθηκε το 1854 και είναι αφιερωμένη στη βασίλισσα Αμαλία. Πρόκειται για γεωγραφία της αρχαίας Ελλάδας, που σκοπό έχει να διδάξει τη νεολαία, να αυξήσει το ζήλο για αγώνες έτσι ώστε να ξαναζήσει η Ελλάδα το αρχαίο μεγαλείο. Το βιβλίο διαιρείται σε πέντε μέρη, αναφέρεται αρχικά στην καταγωγή των Ελλήνων και το γεωγραφικό χώρο που ονομαζόταν Ελλάδα, συνεχίζει με τα γεωγραφικά διαμερίσματα ξεκινώντας από την Πελοπόννησο (Πατριδογνωσία). Η Κουσκούρη στον πρόλογο του έργου δε χάνει την ευκαιρία να μιλήσει για την αγωγή των παιδιών, η οποία είναι και αποτέλεσμα της επιρροής που δέχονται οι άνθρωποι μέσα στην κοινωνία. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι για να δημιουργηθεί ένας ανώτερος πολίτης, σ’αυτό συντελούν παράγοντες όπως: οι νόμοι του κράτους όταν οδηγούν στην ευημερία και στην ευτυχία, η οικογένεια, το εύκρατο κλίμα και η θρησκεία (Κουσκούρη, 1854: ε΄- ή).

[7] Από τους συνδρομητές του βιβλίου της «Γεωγραφίας της αρχαίας Ελλάδος» (περίπου τετρακόσιοι τριάντα στον αριθμό), συμπεραίνουμε ότι μια μεγάλη μερίδα πολιτών γνώριζε την Πολυτίμη Κουσκούρη και θαύμαζε το έργο της. Μάλιστα μέσα στον ονομαστικό κατάλογο των συνδρομητών βρίσκουμε τη Μαρία Κόρκ, τον Σκαρλάτο Βυζάντιο και τον Ιωάννη Κοκκώνη. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρουμε ότι τον ίδιο χρόνο (1854) ο Ιάκωβος Ραγκαβής εκδίδει και εκείνος τρίτομο εγχειρίδιο γεωγραφίας «Τα Ελληνικά», ενώ ο Ιωάννης Κοκκώνης είχε εκδώσει βιβλίο γεωγραφίας «Γεωγραφία στοιχειώδης παλαιά και νεοτέρα» από το 1839, τα οποία χρησιμοποιεί η συγγραφέας μας ως πηγές του πονήματός της. Επιπλέον πηγές που χρησιμοποίησε για τη συγγραφή του εν λόγω εγχειριδίου ήταν το λεξικό του Σκαρλάτου, η γεωγραφία του Κούμα και τα έργα των: Στράβων, Παυσανία, Πολύβιου, Ηροδότου, Θουκυδίδη, Thurot  και  Heeren  (Κοκκώνης, 1839, Ραγκαβή, 1854).       

 

Πηγή


  • Γυναικεία Εκπαίδευση, «Η Παιδαγωγός Πολυτίμη Κουσκούρη», Μαρία Μπούμπουρα, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών, Ρέθυμνο, 2011.  

 

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Σμόλεντς ή Σμολένσκης Νικόλαος (1838- 1919)


 

Νικόλαος Σμόλεντς (1838- 1919)

Στρατιωτικός και πολιτικός. Γεννήθηκε το 1838 στην Αθήνα. Ήταν γιος του υποστράτηγου και πολιτικού Λεωνίδα Σμόλεντς, που γεννήθηκε στην Πολωνία από γονείς Έλληνες της Μοσχόπολης Μακεδονίας και ήλθε στην Ελλάδα το 1825 και μεγαλύτερος αδελφός του ήρωα του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, Κωνσταντίνου Σμόλεντς.

Φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων από την οποία απεφοίτησε το 1860 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού Πυροβολικού και συνέχισε τις σπουδές του στο εξωτερικό. Επανερχόμενος στην Ελλάδα κατατάχθηκε στο πυροβολικό ως αξιωματικός.

Το 1862 συμμετείχε στην Ναυπλιακή Επανάσταση κατά του Όθωνα. Υπήρξε στενός συνεργάτης των αρχηγών της Επανάστασης Αρτέμη Μίχου και Πάνου Κορωναίου. Όταν τα βασιλικά στρατεύματα υπό τον στρατηγό Χαν έφτασαν προ των πυλών της πόλης του Ναυπλίου, ο Σμόλεντς συμφώνησε με την γνώμη του Μίχου να ζητηθεί από τον Όθωνα γενική αμνηστία προκειμένου να παραδοθεί ειρηνικά η πόλη.

Ο Σμόλεντς μαζί με 18 ακόμη επαναστάτες στρατιωτικούς και πολιτικούς εξαιρέθηκε από την αμνηστία και ακολούθησε τον δρόμο της αυτοεξορίας αφού προηγουμένως είχε συνυπογράψει την παράδοση του Ναυπλίου στον Χαν

Αργότερα, μετά την επάνοδό του από την εξορία και έχοντας ως παρακαταθήκη την συμμετοχή του στην Ναυπλιακή Επανάσταση αναμίχτηκε στην πολιτική. Το 1895 εκλέχτηκε βουλευτής Αίγινας επί κυβερνήσεως Θ. Δηλιγιάννη και ανέλαβε το υπουργείο των Στρατιωτικών από το οποίο παραιτήθηκε μετά δύο χρόνια γιατί διαφώνησε στην αποστολή στρατού στην Κρήτη.

Διετέλεσε καθηγητής της Στρατιωτικής Σχολής και Διοικητής της Μεραρχίας Στρατού της Ηπείρου το 1897. Αποστρατεύθηκε την 12 Ιουλίου 1905. Πέθανε το 1919 σε ηλικία 81 ετών.

 

Πηγές


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 6ος, Αθήνα, 1930. 
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »