Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-33)


 

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33)

Η ειδική περίπτωση και τα γενικότερα προβλήματα

 

Ο σχεδιασμός πόλεων επί Καποδίστρια       

 

Ερευνώντας το ειδικότερο θέμα του σχεδιασμού ελληνικών πόλεων κατά την καποδιστριακή περίοδο και, ιδιαίτερα, στα χρόνια που ο Κυβερνήτης είχε την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας (1828-1831), θα πρέπει καταρχήν να επισημάνουμε ένα γεγονός. Πρόκειται για το άμεσο ενδιαφέρον του στην ανοικοδόμηση των ελληνικών πόλεων με βάση τον ορθολογικό σχεδιασμό, όπως τότε η έννοια αυτή ήταν παραδεκτή και αποδεκτή στην πράξη, αλλά και στην οργάνωση των σχετικών προσπαθειών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανάμεσα στα πρόσωπα που τον ακολουθούν στο ταξίδι του προς την Ελλάδα, στο τέλος του 1827, φρόντισε να συμπεριλάβει τον κερκυραίο «οχυρωματοποιό», κα­ταταγμένο στο γαλλικό στρατό, Σταμάτη Βούλγαρη, τον οποίο και επιφορτί­ζει, ευθύς μετά την άφιξή του, με την αποστολή του σχεδιασμού τουλάχιστο πέντε πόλεων.

Ιωάννης Καποδίστριας

Πέρα, όμως, από αυτό, τόσο από την αποδελτίωση των επιστολών του Iωάννη Καποδίστρια που έχουν εκδοθεί όσο και από ανέκδοτο αρχειακό υλικό, γίνεται προφανές ότι μία από τις προτε­ραιότητες της πολιτικής του ήταν ο σχεδιασμός των πόλεων, στον οποίο έχει άμεση ανάμιξη, με επεμβάσεις του για την προώθηση του σχετικού έργου ή για διάφορες διευθετήσεις. Ως προς το καθαυτό έργο του σχεδιασμού μπορούμε ήδη να αναφέρουμε, εδώ, ότι κατά την καποδιστριακή περίοδο και σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοι­χεία ολοκληρώνονται σχέδια για εννέα ελληνικές πόλεις (για το Άργος συντάσ­σονται δύο, ενώ είχε αρχίσει η προεργασία για άλλο ένα), προχωρεί ο σχεδια­σμός για άλλες επτά, ενώ για άλλες έξη πόλεις έγιναν ενέργειες με σκοπό ν’ αρχίσουν εργασίες σχεδιασμού.

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα σύνολο 22 πό­λεων και 19 σχεδίων, σε ολοκληρωμένη ή μη μορφή, από τα οποία αρκετά εξακολούθησαν, κατά βάση, να ισχύουν για πολλές δεκαετίες μετέπειτα. Η σημασία του σχεδιασμού αυτού αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθούν υπόψη τα τότε, πολύ περιορισμένα σύνορα του ελληνικού κράτους, αλλά και το ότι ο Ιμπραήμ εγκαταλείπει την Πελοπόννησο μόλις τον Αύγουστο του 1828, ότι οι πόλεις της Στερεάς Ελλάδας ελευθερώνονται, στο σύνολό τους, το 1829, αλλά και το ότι, το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο αναγνω­ρίστηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδας, υπογράφηκε τον Φεβρουάριο του 1830.

Θα πρέπει, επίσης, ν’ αναφέρουμε τον αριθμό των μηχανικών και αρχι­τεκτόνων που εργάστηκαν για τον σχεδιασμό πόλεων και την οικοδόμηση δημοσίων κτιρίων (διοικητηρίων, στρατώνων, σχολείων) ή την κατασκευή δη­μοσίων έργων (λιμανιών, μόλων, δρόμων), οι οποίοι φτάνουν τους 29 και έχουν άμεση ευθύνη είτε για τη σύνταξη και παρακολούθηση των σχεδίων είτε για «πολεοδομικές εφαρμογές», όπως θα λέγαμε σήμερα.

Εξάλλου, επί Καποδίστρια, στο πλαίσιο άλλων πολεοδομικών νομοθετημάτων και ρυθμί­σεων, συντάσσεται και το πρώτο κείμενο νόμου για τις αρμοδιότητες των μηχανικών. Είναι καιρός, λοιπόν, ν’ αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια: κατά την καποδιστριακή περίοδο συναντάμε τις απαρχές του σχεδιασμού ελληνικών πό­λεων, τις οποίες θα πρέπει να υπολογίσουμε όχι μόνο στην ποιοτική και πο­σοτική τους διάσταση, αλλά και μέσα στα πολύ περιορισμένα χρονικά όρια κατά τα οποία έλαβαν την ολοκλήρωσή τους. Ακριβώς τα όρια αυτά δείχνουν το μέγεθος του έργου που επιτελέσθηκε, τη συνέπεια και την επιμονή της κρατικής πολιτικής στον τομέα του σχεδιασμού, ενώ, κατάλληλα ερμηνευόμενα τόσο ως προς τη σύλληψη όσο και ως προς την εφαρμογή τους, μας οδηγούν σε πολύ σημαντικά συμπεράσματα για την γενικότερη πολιτική, τους συσχετισμούς δυνάμεων αλλά και το μέτρο της κοινωνικής αποδοχής και συμμετοχής στο «καποδιστριακό πείραμα».

 

Η περίπτωση του Ναυπλίου

Το Ναύπλιο πρωτεύουσα

 

Ήδη από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) το Ναύπλιο ορί­ζεται ως η έδρα της Κυβέρνησης, όπου όμως ελάχιστα παραμένει η «Αντικυ­βερνητική Επιτροπή» (Προσωρινή Κυβέρνηση) και η Βουλή, εξαιτίας των εσωτερικών διαμαχών και της εξέλιξης του επαναστατικού πολέμου. Πρωτεύ­ουσα, με την έννοια της πόλης – έδρας της Διοίκησης, γίνεται, στην πράξη, η Αίγινα, και παραμένει μέχρι τον Αύγουστο του 1829 (αν και η Κυβέρνηση μεταφέρεται, ενδιάμεσα, και στον Πόρο). Από τα μέσα, όμως, του 1828 το τότε Υπουργείο των Οικονομικών μεταφέρεται στο Ναύπλιο όπου, προς το τέλος του 1829, έχουν μετακομίσει όλες οι κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες, ενώ η σχετική κτιριακή υποδομή είχε ήδη αρχίσει να δημιουργείται, εκεί, από τις αρχές του 1828, με πρωτοβουλία του φρουράρχου της πόλης Χάϊντεκ. Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι και επί Καποδίστρια ο ορισμός του Ναυπλίου ως πρωτεύουσας του κράτους είχε χαρακτήρα προσωρινό, στο πλαίσιο των προσδοκιών για εδαφική επέκταση του νεοσύστατου κράτους, τις οποίες είχε κιόλας επιδιώξει να πραγματώσει ο Κυβερνήτης. Με το διάταγμα του Όθωνα, της 18/30 Σεπτεμβρίου 1834, πρωτεύουσα ορίζεται η Αθήνα, από την 1η Δεκεμβρίου 1834.

 

Η κατάσταση στην πόλη

 

Πριν αναφερθούμε στα πρώτα πολεοδομικά μέτρα της καποδιστριακής διοίκησης, θεωρούμε σκόπιμο να δώσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά της εικό­νας που παρουσίαζε η πόλη του Ναυπλίου, στις αρχές του 1828. Για τον σκοπό αυτό νομίζουμε ότι ένα απόσπασμα των Ιστορικών αναμνήσεων του Νικολάου Δραγούμη παρουσιάζει πολύ εύγλωττα τα χαρακτηριστικά αυτά, και οι πλη­ροφορίες που μας δίνει διασταυρώνονται με εκείνες που εντοπίσαμε σε αναφορές του Χάϊντεκ προς τον Καποδίστρια, αλλά και με όσα παρατηρεί και διαβιβά­ζει ο Σταμάτης Βούλγαρης, σε επιστολές του προς τον Καποδίστρια.

 

Ναύπλιο, υδατογραφία, πρώτο μισό 19ου αιώνα

 

Γράφει, λοιπόν, ο Δραγούμης: «Το Ναύπλιον, πόλις όλως τουρκική, τας μεν οδούς είχε στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις, τας δε οικίας ξυλοκτίστους, πολυθύρους, σεσαθρωμένας και πάντη αρρύθμους (……). Αλλά και των κατοίκων ο βίος ην, ως και των λοιπών Ελλήνων, ασιατικός. Ασιατικόν δε λέγων δεν εννοώ τρυφηλόν, διότι όπου λείπει η επιούσιος τροφή, εκεί η τρυφή άγνωστος αλλ’ ότι, πλην της ελληνομόρφου φουστανέλλας, πάντα τα λοιπά εγίνοντο ως και επί Τουρκίας. Εν τοις εργαστηρίοις οι πωληταί, καθήμενοι διασταυρωμένοι τους πόδας χαμαί και αναμένοντες εις μάτην αγοραστάς, εμύζων κατηφείς την άκραν του τσιμπουκίου αυτών. Επώλουν δε πέτρας πυροβολούν, πυρεκβόλα, σπάγγον, βελόνας, ράμμα, θειάφιον, πέτρας της κολάσεως και τα τοιαύτα, πάντα άσημα και ευτελή. Παρέκειντο δε και άλλα εργαστήρια, οίον παντοπωλεία, ραφεία και καφενεία, πολυτιμώτερα και ποικιλώτερα περιέχοντα εξ ανάγκης εμπορεύματα και πλείονας φοιτητάς».

Από άλλες πηγές μαθαίνουμε ότι το Ναύπλιο ήταν εξαιρετικά ακάθαρτη πόλη, ότι το μεγάλο πρόβλημα αποτελούσε το φράξιμο των υπονόμων του, ότι έξω από τη θαλάσσια πύλη του τείχους, προς δυτικά, είχε δημιουργηθεί μικρός οικισμός με καλύβες, ενώ υποθέτουμε ότι ο πραγματικός πληθυσμός του με τους πρόσφυγες και τους φυγάδες που είχαν εισρεύσει στην πόλη, θα πρέπει να ξεπερνούσε τον αριθμό των 5500 κατοίκων που αναφέρεται για το 1829. Μόνον η Πρόνοια, προάστιο στις βόρειες παρυφές της πόλης, τον Ιούνιο του 1828 αναφέρεται ότι αποτελούσε οικισμό 2500 κατοίκων (στοι­χείο της εποχής). Παρά τον σχεδιασμό του Βούλγαρη και του Βαλλιάνου, αλλά και την ενέργεια των σχετικών εργασιών για απόφραξη των υπονόμων, της οποίας την επιστασία ανέλαβε ο Ανδρέας Κάλανδρος, η καθαριότητα εξακολουθεί ν’ αποτελεί πρόβλημα, τουλάχιστο για ορισμένες περιόδους της καποδιστριακής εποχής.

 

Πρώτα πολεοδομικά μέτρα

 

Με πρωτοβουλία του Καποδίστρια συγκροτείται επιτροπή, στις αρχές του 1828, με έργο την καταγραφή του υλικού και της κατάστασης των φρου­ρίων του Ναυπλίου, ενώ δίνεται εντολή στη Δημογεροντία να απογράψει τους κατοίκους. Και το μεν πρώτο έργο ολοκληρώθηκε, το δεύτερο, όμως, συνάντησε δυσκολίες και, πάντως, υπάρχουν κατάλογοι με απογραφή ορισμένων κατοί­κων, κατά επαγγελματικές κατηγορίες, χωρίς άθροισμα και των μελών των οικογενειών τους.

Το Μάιο του 1829 συγκροτείται άλλη επιτροπή, με σκοπό την καταγραφή των ετοιμόρροπων «εθνικών οικιών», ενώ από τις αρχές του 1828, επίσης, αρχίζει το έργο της απόφραξης των υπονόμων, της επισκευής του υδραγωγείου και, γενικά, του καθαρισμού της πόλης, ο οποίος ή δεν είχε ολοκληρωθεί στις αρχές του επόμενου έτους ή ολοκληρώθηκε κάποια στιγμή και ξαναδημιουργήθηκε η ίδια κατάσταση: από επιστολές και εντολές του Καποδίστρια συνάγεται ότι σωροί σκουπιδιών και μπάζα υπάρχουν στους δρόμους της πόλης, ενώ προς το τέλος του 1829, σε άλλη επιστολή του, ο Κυβερνήτης δηλώνει ρητά ότι η Δημογεροντία και οι πολίτες πρέπει να ανα­λάβουν τα οικονομικά βάρη του καθαρισμού.

 

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

 

Το πρόβλημα της ανάληψης των δαπανών από την κεντρική διοίκηση ή από τους κατοίκους της πόλης εξακολουθεί να παραμένει και για το ειδικότερο θέμα της απόφραξης των υπονόμων που, ενώ καθαρίζονται στις αρχές του 1828, εξακολουθεί η εκκρεμότητα της πληρωμής των σχετικών εξόδων ακόμα και μέχρι τις αρχές του 1829, επειδή ελάχιστοι πολίτες κατέβαλαν την δαπάνη που αναλογούσε σε αυτούς. Τέλος, ανάμεσα στα πρώτα μέτρα για πολεοδομικές διευθετήσεις θα πρέπει να συμπεριληφθεί η καταγραφή και επισκευή, μόλις σε είκοσι περίπου μέρες, κατά τις αρχές, πάλι, του 1828, όλων των «εθνικών» οικημάτων της πόλης, με φροντίδα του μηχανικού Ανδρέα Κάλανδρου και διμελούς επιτροπής. Ο Κάλανδρος επιφορτίζεται και με την εφαρμογή του σχεδίου πόλης του Βούλ­γαρη, μέχρι τον Απρίλιο του 1829, οπότε την ευθύνη για πολεοδομικό σχεδια­σμό και για τις πολεοδομικές εφαρμογές αναλαμβάνει ο Βαλλιάνος.

 

Ο Στ. Βούλγαρης και το σχέδιο του 1828

 

Ευθύς μετά την εγκατάσταση του στο Ναύπλιο, τον Ιανουάριο του 1828, ο Βούλγαρης υποβάλλει υπόμνημα στον Καποδίστρια, με έξη προτάσεις, από τις οποίες οι περισσότερες αφορούν τον καθαρισμό της πόλης και την επισκευή του δικτύου ύδρευσης. Εκτός από αυτά, όμως, ο Βούλγαρης προτείνει τόσο την κατάργηση των σαχνισιών (πράγμα που αποδέχεται ο Καποδίστριας, το ενστερνίζεται και επανέρχεται συχνά σ’ αυτό τόσο για το Ναύπλιο όσο και για το ‘Αργος), όσο και την κατεδάφιση των πολυάριθμων καλυβών, έξω από το Ναύπλιο αλλά και μέσα στην πόλη, ενώ παράλληλα προτείνει τη δημιουργία παραπηγμάτων προς το χωριό της Άριας, βορειοανατολικά της πόλης. Η ιδέα αυτή θα πάρει γρήγορα το δρόμο της πραγμάτωσής της και θα δημιουργηθεί το προάστιο της Πρόνοιας, του οποίου το σχέδιο θα συντάξει επίσης ο Βούλ­γαρης.

Ο Καποδίστριας δέχεται, στο σύνολό τους, τις προτάσεις του Βούλγαρη, αλλά υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα πολεοδομικά προβλή­ματα της πόλης με το πρίσμα και την προοπτική σταδιακών βελτιώσεων. Η έγκριση του Καποδίστρια δίνεται στις αρχές Φεβρουαρίου. Παράλ­ληλα, έχουμε στοιχεία για ανάμιξη του Βούλγαρη τόσο στο έργο της απόφρα­ξης υπονόμων όσο και στην επισκευή του δικτύου ύδρευσης, αλλά και στην απογραφή των φρουριακών εγκαταστάσεων και υλικού της πόλης.

 

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

 

Γεγονός είναι ότι στις 30 Απριλίου 1828 ο Βούλγαρης, όπως ο ίδιος γράφει στον Καποδίστρια, έχει ολοκληρώσει την αποτύπωση της πόλης και επάνω στο σχέδιο σημειώνει με κίτρινο χρώμα – σύμφωνα πάντα με τα γραφόμενά του – τις αλλαγές που προτείνει στην υπάρχουσα κατάσταση, με γνώμονα το ενδιαφέρον για την άμυνα του Ναυπλίου και για την ανάπτυξη του εμπο­ρίου. Τις επεμβάσεις του τις αιτιολογεί διαπιστώνοντας την «κακή δόμηση της πόλης» καθώς και το ότι ήταν μισογκρεμισμένη.

Δημιουργεί ευρύτερους δρόμους και πλατείες, διαιρεί την πόλη σε ενορίες και υποδεικνύει ακόμη και τα μνημεία που θα πρέπει να ανεγερθούν. Στις 22 Μαΐου ο Καποδίστριας γράφει στον Βούλγαρη ότι παρέλαβε το σχέδιο και εγκρίνει την ονοματοθεσία των οδών και πλατειών, που εκείνος είχε προτείνει. Την ίδια εποχή, σε οδηγίες του προς τον Έκτακτο Επίτροπο της Αργολίδας, προτείνει να γίνει και η αποτύπωση του ‘Αργους από τον Βούλγαρη, προσθέτοντας ότι οι πολεοδομικές επεμβάσεις θα πρέπει να απο­βλέπουν μόνο σε διόρθωση της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή σε ευθυγραμ­μίσεις οδών και διαμορφώσεις πλατειών και ελεύθερων χώρων.

Το σχέδιο του Βούλγαρη άρχισε να ισχύει ως επίσημο σχέδιο του Ναυ­πλίου, χωρίς να είμαστε σε θέση να καθορίσουμε σε ποιο βαθμό και σε ποια σχέση με τις απόψεις και με τυχόν αντιρρήσεις των κατοίκων. Πάντως, στο γειτονικό ‘Αργος, αντιθέσεις προερχόμενες από ιδιοκτήτες αποτελούν την αιτία για την οποία το σχέδιο Ντεβώ παραμερίζεται ένα χρόνο μετά την έγ­κρισή του. Οπωσδήποτε χρήσιμο είναι να παραπεμφθούμε σε οδηγίες προ­σωπικές του Καποδίστρια, όταν πια ο Βαλλιάνος έχει αναλάβει, τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1829, την πολεοδομική εποπτεία του Ναυπλίου, που φανερώνουν ξεκάθαρα τις δυσκολίες για εφαρμογή ενός αφηρημένου σχεδίου, αλλά και τη θέληση του Κυβερνήτη να χρησιμοποιήσει ενεργά τη δημόσια γη για ορθο­λογικό σχεδιασμό, εκποιώντας ή ανταλλάσσοντας οικόπεδα.

Δεν υπάρχει κανένα σχέδιο που με βεβαιότητα να μπορεί να ταυτιστεί με εκείνο του Βούλγαρη. Διαφανές σχεδίου, δίχως καμιά προσδιοριστική ή χρονολογική ένδειξη, αλλά που συμπίπτει με το εντός των τειχών Ναύπλιο της εποχής και βρίσκεται στα αρχεία του Γαλλικού Στρατού, έχουμε σοβαρές αμφιβολίες για το αν μπορεί να ταυτιστεί με το σχέδιο Βούλγαρη, όπως επι­χειρήθηκε από κάποιον ερευνητή, όχι μόνο γιατί δεν φέρει τα στοιχεία που μνημονεύσαμε παραπάνω (της επιστολής Βούλγαρη), αλλά και γιατί δεν απο­τελεί αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης. Έτσι, για το σχέδιο Βούλγαρη δεν μπορούμε παρά να περιοριστούμε, για την ώρα τουλάχιστο, σε όσα στοι­χεία παρέχει ο ίδιος.

 

Το σχέδιο Βούλγαρη για την Πρόνοια

 

Όπως ήδη σημειώσαμε, ιδέα του Βούλγαρη ήταν, από την αρχή του 1828, να καταργηθούν οι καλύβες μέσα στο Ναύπλιο και έξω από αυτό, και να ανεγερθούν παραπήγματα ΒΑ της πόλης, προς το χωριό Άρια. Από τις 10 Απριλίου ο Καποδίστριας του αναθέτει ρητά τη δημιουργία προαστίου του Ναυπλίου, της Πρόνοιας. Ο ίδιος ο Βούλγαρης σημειώνει ότι στις 5 Μαΐου είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί τα πρώτα παραπήγματα, εκεί, σε «κα­νονικό» σχέδιο, τα οποία κατεδαφίστηκαν με την επιδημία πανούκλας που ενέσκηψε στην περιοχή την εποχή εκείνη, μετά την οποία συνέταξε «σχέδιο διεύρυνσης» του προαστίου. Η πανούκλα εκδηλώθηκε πρώτα στα παραπήγμα­τα όπου, σύμφωνα με πληροφορία της εποχής, είχαν ήδη εγκατασταθεί 2500 άτομα – ενώ, σύμφωνα με τότε καταμέτρηση, 2158 άτομα είχαν εγκαταστα­θεί σε 662 «καλύβες».

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Δυο χρόνια αργότερα, η δόμηση έχει προχωρήσει στο προάστιο, οπότε και υποβάλλεται από κρατικό φορέα στον Κυβερνήτη σχέδιο ψηφίσματος, με το οποίο διασφαλίζεται η ιδιοκτησία του κράτους στη γη της Πρόνοιας και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της σε όσους έκτισαν ή θα έκτιζαν εκεί, αντί καταβολής φόρου ίσου προς το 4% της αξίας του οικοπέδου, μία φορά τον χρόνο, φόρο από τον οποίο θα εξαιρούνταν οι «άποροι και ενδεείς», ενώ αποκλειόταν η πώληση των οικοπέδων, αλλά επιτρεπόταν η μεταβίβαση της χρήσης λόγω προικός.

Είναι πολύ ενδιαφέρον να συγκρίνουμε αυτό το σχέδιο ψηφίσματος με άλλο, που υποβάλλεται από τη Γερουσία, δύο μήνες αργότερα, και με το ψήφισμα που, τελικά, υπογράφηκε από τον Καποδίστρια και εκδόθηκε: οι περιορισμοί μειώνονται αισθητά υπέρ των κατοίκων, των οποίων διευκολύνεται, πλέον, η απόκτηση ιδιοκτησίας, έναντι πέντε δόσεων, ενώ οι αποδεδειγμένα ενδεείς και άποροι απαλλάσσονται από κάθε είδους πλη­ρωμή.

Λίγες μέρες πριν από τη δημοσίευση αυτού του ψηφίσματος γίνεται καταγραφή των κατοίκων του προαστίου και σώθηκε ο κατάλογος κατόχων καλυβών ή οικημάτων σε αυτό. Λίγο αργότερα γίνεται και ακριβής καταμέ­τρηση και εκτίμηση της αξίας της γης, ενώ αριθμούνται 565 οικοδομήματα. Εξίσου σημαντικό είναι, όμως, το ότι, μόλις ένα χρόνο, περίπου, μετά τη δημοσίευση του ψηφίσματος, είχαν κτιστεί ήδη στο προάστιο «ικαναί οικοδομαί», δίχως άδεια.

Η κατάσταση μιας δόμησης «αυθαίρετης», πλέον, θα λέγαμε σήμερα, συνεχίζεται και επεκτείνεται μέχρι το τέλος του 1833, γι’ αυτό και οι Βαυαροί διορίζουν, ειδικά για την Πρόνοια, μηχανικό, με σκοπό να τηρηθεί ακριβώς το σχέδιο. Η ανώμαλη περίοδος εμφυλίου πολέμου, φα­τριασμού και διάλυσης που επικράτησε μετά τον θάνατο του Καποδίστρια ασφαλώς είχε και εδώ τα αποτελέσματά της. Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι και του σχεδίου αυτού του Βούλ­γαρη δεν έχουμε εντοπίσει, μέχρι σήμερα, το πρωτότυπο ή έστω αντίγραφό του, γι’ αυτό και περιοριζόμαστε στις πληροφορίες που δίνει ο ίδιος ή που προέρχονται από αρχειακό υλικό.

 

Οι επεμβάσεις του Θ. Βαλλιάνου

 

Τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1829 ο μηχανικός Θ. Βαλλιάνος ορίζεται επί­σημα αρχιτέκτονας υπεύθυνος για την εφαρμογή του σχεδίου Βούλγαρη. Λίγους μήνες αργότερα, ο Έκτακτος Επίτροπος Αργολίδας τον επιφορτίζει με τη σύνταξη σχεδίου για τη λιθόστρωση των δρόμων της πόλης. Όπως, όμως, φαίνεται από επίσημα έγγραφα, τόσο οι δημοπρασίες ερειπίων «εθνικών οικιών» όσο και η εφαρμογή «πρακτικού σχεδίου» δημιούργησαν συγκρού­σεις και φιλονικίες μεταξύ των ιδιοκτητών και του «δημοσίου ταμείου». Ασφαλώς το γεγονός αυτό θα οδήγησε στη σύνταξη νέου σχεδίου από τον Βαλλιάνο, για το οποίο ξέρουμε ότι συντάχθηκε και ότι, στις αρχές του 1830, επικυρώθηκε από την κυβέρνηση. Το σχέδιο αυτό είχε αντιγραφεί προπολεμικά, μάλλον από επίσημο αντί­γραφο του καποδιστριακού αρχείου, στην Κέρκυρα, και η αντιγραφή αυτή δημοσιεύθηκε από την Τούρκισσα ερευνήτρια Τάνκουτ.

Από την καποδιστριακή διοίκηση διατυπώθηκε, πάντως, σαφώς η ομο­λογία ότι υπήρχε μεγάλη δυσχέρεια να εφαρμοστεί σχέδιο πόλης στο Ναύπλιο. Ίσως για τον λόγο αυτό, την ίδια εποχή, σε επίσημο έγγραφό του προς τον Διοικητή Ναυπλίου, ο Καποδίστριας δίνει εντολή να σχηματιστεί επιτροπή διαιτησίας, από έναν εκπρόσωπο του κάθε φορά θιγόμενου ιδιοκτήτη και έναν εκπρόσωπο της Διοίκησης. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ τους, αρμοδιό­τητα είχε ο Βαλλιάνος, με αποφασιστική, πλέον, γνώμη.

Σημαντικό είναι ότι μέτρα της σύγχρονης εποχής, όπως η εισφορά γης και η ανταλλαγή ιδιωτικής με δημόσια γη, προβλέπονταν ήδη και τότε, με σκοπό να διευκολυνθεί η εφαρμογή του σχεδίου. Θα πρέπει, επίσης, να σημειώσουμε ότι, διχογνωμίες και αντιδράσεις ιδιοκτητών, που γεννήθηκαν αμέσως μετά την τοιχοκόλληση του σχεδίου Βαλλιάνου, προκάλεσαν τη σύσταση άλλης επιτροπής, αποτελούμενης από τον Γκαρνώ, τον Βούλγαρη και δύο πολίτες, που αποφάσισε να εφαρμοστεί το σχέδιο αυτό και διατύπωσε όρους και κανόνες στα πλαίσια ενός διατάγματος εφαρμογής, θα λέγαμε σή­μερα. Ανάμεσα στους όρους αυτούς υπάρχει η σαφής διάταξη για κατεδάφιση όλων των «εξωστέγων» (σαχνισιών), έναντι αποζημιώσεως από τη Διοίκηση.

 

Καταληκτικά

 

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου θέτει ορισμένα γενικότερα ερωτηματικά, πριν επιχειρηθεί να δοθούν απαντήσεις ή να εξαχθούν γενικά συμπεράσματα. Τα ερωτηματικά αυτά ενισχύονται από τα στοιχεία που παραθέσαμε στη με­λέτη μας για τον σχεδιασμό του ‘Αργους επί Καποδίστρια, αλλά και από το αρκετά πλούσιο υλικό για τον σχεδιασμό της Πάτρας, την ίδια εποχή. Το μάλλον φτωχό υλικό για τον σχεδιασμό άλλων πόλεων δεν νομίζουμε ότι διαφοροποιεί αισθητά τα ερωτήματα αυτά. Προηγουμένως θα πρέπει να πούμε ότι αποτελεί, πλέον, δεδομένο η θέληση του ίδιου του Καποδίστρια και της Διοίκησής του να εφαρμοστούν σύγχρονες, για την εποχή, πολεοδομικές αντιλήψεις, όπως τις εξέφραζαν οι μηχανικοί που έλαβαν ενεργό μέρος στον σχεδιασμό ελληνικών πόλεων.

Δηλαδή, να εφαρμοστεί ένα σύστημα ευθυγραμμίσεων δρόμων, δημιουργίας πλα­τειών και ελεύθερων χώρων, με θέση δεσπόζουσα για τα δημόσια κτίρια. Δεδομένο, επίσης, είναι ότι το σύστημα αυτό ακολουθήθηκε σε όλη την καθαρό­τητά του για τον σχεδιασμό νέων πόλεων ή νέων τμημάτων πόλεων, ενώ για τις επεμβάσεις στα παλαιά και δομημένα τμήματα πόλεων έγινε σαφώς μετριασμός του, πάντοτε, όμως, στα πλαίσια μιας πρόθεσης να μπει κάποια «τάξη» στην τότε πολεοδομική πραγματικότητα. Με την προοπτική αυτή, η αντίθεση προς τα σαχνισιά εκδηλώθηκε έντονα, για λόγους υγιεινής (αερι­σμός δρόμων κλπ.), αλλά και με σαφή ιδεολογική φόρτιση (κατάργηση «τουρκοπόλεων», εξευρωπαϊσμός). Αναντίρρητο είναι, επίσης, ότι αποτέλεσε επι­θυμία κατοίκων πολλών πόλεων, ιδίως των κατεστραμμένων από τον επανα­στατικό πόλεμο, να αποκτήσουν σχέδιο «τακτικόν».

Από κει και πέρα, η μελέτη των συγκρούσεων γύρω από την εφαρμογή σχεδίων σε παλαιά τμήματα πόλεων θέτει πρώτα απ’ όλα το θεμελιακό ερώτη­μα του κατά πόσο το συγκεντρωτικό σύστημα του Καποδίστρια λειτούργησε και στον τομέα του σχεδιασμού πόλεων όπως σε άλλους τομείς, αλλά και το κατά πόσο πρόθεσή του ήταν να λειτουργήσει ή όχι με τον ίδιο τρόπο. Οι συμβιβαστικές διαδικασίες που καθιερώθηκαν και ακολουθήθηκαν στην εφαρμογή των διαφόρων σχεδίων μας πείθουν για την ύπαρξη διαλόγου, αλλά και για την επιδίωξη του διαλόγου αυτού από την πλευρά της Διοίκησης, ιδιαίτερα μετά την αντίδραση ιδιοκτητών. Άλλο ερώτημα, που νομίζουμε ότι πρέπει να τεθεί, είναι το αν η αντίδραση των πολιτών – ιδιοκτητών ή ιδιοποιητών γης στα παλαιά τμήματα πόλεων προέρχεται από οθωμανικές καταβολές, τόσο στο θέμα της γαιοκτησίας όσο και στο πεδίο των νοοτροπιών – οπότε θα πρέπει να καθορίσουμε και το ποιες.

Εξίσου σημαντικό θεωρούμε το ερώτημα του ποια ήταν η αξία της γης την εποχή αυτή, ποια τυχόν υπεραξία δημιουργείτο με τον σχεδιασμό, αλλά και πως η τυχόν υπεραξία γινόταν αντιληπτή από τους ίδιους τους ιδιοκτή­τες. Τα στοιχεία που εντοπίσαμε και μελετήσαμε (αιτήσεων ή διαμαρτυριών πολιτών για θιγόμενα συμφέροντά τους) μαρτυρούν μάλλον για μιαν εμμονή σε εντελώς στατικήν αντίληψη της ιδιοκτησίας, που μέχρι και σήμερα εξακολουθούμε να συναντάμε σε ανάλογες συγκρούσεις, με αφορμή ανάλογες προ­σπάθειες σχεδιασμού, αλλά και η οποία δεν στερείται κάποιου «δυναμικού» υπόβαθρου, δηλαδή παρωχημένων, έστω, κερδοσκοπικών υπολογισμών. Θα πρέπει, βέβαια, να εντοπίσουμε και κάτι άλλο, δηλαδή την ανυπαρξία μελε­τών για το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, δηλαδή την αξία και τις τιμές γης, με τις τυχόν διακυμάνσεις τους.

Αφήσαμε τελευταίο ένα γενικότερο ερώτημα. Ο σχεδιασμός της καποδιστριακής διοίκησης μήπως θα πρέπει να ενταχθεί σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο προσπαθειών της για τη δημιουργία αστικών δομών (και αντιλήψεων) ή για ενίσχυσή τους στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος; Αν εξετάσουμε συνολικά την κατάσταση, τότε θεωρούμε ότι η προσπάθεια αυτή, παρ’ όλες τις συγκρούσεις, είχε μπει σε καλό δρόμο. Για άλλη μια φορά ξανάρχεται, έτσι, στην επιφάνεια η σύγκρουση των καθυστερημένων στρωμάτων του ελληνικού πληθυσμού, κατόχων μέχρι τον Καποδίστρια της πραγματικότητας της εξουσίας στον τότε ελλαδικό χώρο, με μια Διοίκηση που εξέφραζε, στη θέληση και με την πράξη, την τάση του εκσυγχρονισμού. Το περίεργο είναι ότι, στη σύγκρουση αυτή, επώνυμα μέλη του πλέον αστικοποιημένου στρώματος του πληθυσμού βρέθηκαν με το μέρος των πρώτων, για δικούς τους λόγους, βέβαια. Αλλ’ ήδη περνάμε σ’ ένα άλλο πεδίο έρευνας…

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος – Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμονας

 

Πηγή


  • Βασίλη Κ. Δωροβίνη, «Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33) / Η ειδική περίπτωση και τα γενικότερα προβλήματα», Ανάτυπο από τα Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΗ της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1985.

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η απεργία του 1933 στο Άργος


 

Συμβολή στην ιστορία του αγροτικού και συνδικαλιστικού κινήματος στην Αργολίδα

Η απεργία του 1933 στο Άργος

 

Γενικά προλογικά

 

Η ιστορία του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος αποτελεί, σήμε­ρα, σε όλες τις χώρες του κόσμου, ιδιαίτερο κλάδο της ιστορικής έρευνας. Στην Ελλάδα, εξαιτίας των γνωστών περιπετειών που ακολούθησαν το τέ­λος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ιστορικός αυτός κλάδος ουδέποτε ανα­πτύχθηκε μέχρι σήμερα και οι προσπάθειες, συστηματικές αυτή τη φορά, για έρευνα και συγκέντρωση υλικού, χρονολογούνται εδώ και μόλις μερικά χρόνια, με πρωτοβουλία μεμονωμένων επιστημόνων, και εντελώς πρόσφα­τα της ΓΣΕΕ, καθώς και ομάδας επιστημόνων – ερευνητών. Οπωσδήποτε, η πρώτη προσπάθεια για συγγραφή ιστορίας για το θέμα, με γνωστές, πια, τις αδυναμίες της εποχής, των συνθηκών και του συγγραφέα, οφείλεται στον Γιάννη Κορδάτο («Ιστορία του εργατικού κινήματος»), ενώ από τα πιο πρόσφατα έργα εκείνο του Θ. Κατσανέβα πραγματεύεται τη σύγχρονη εξέλιξη του κινήματος (εκδ. το 1981). Οφείλουμε, επίσης, να μνημονεύσουμε το έργο του Γιώργου Κουκουλέ, που κυκλοφόρησε το 1984 («Για μια ιστορία του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος»), το οποίο θα αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμο για τις μεθοδολογικές αρχές που προτείνει (βλ. και ομώνυμο άρθρο του στο «Αντί» της 29-10-82, όπου παρέχονται με συντομία κύριοι άξονες του βιβλίου του).

 

Γενικά για την Αργολίδα

 

Εργάτριες σε συσκευαστήριο, 1966.

Θα ήταν περίεργο, με όσα ειπώθηκαν παραπάνω, να έχει γραφεί μια τοπική ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος στην Αργολίδα. Σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας μας, τέτοιο κίνημα δεν φαίνεται να αναπτύ­χθηκε ιδιαίτερα πριν από την τελευταία δεκαετία, αλλ’ αυτό δε σημαίνει, βέβαια, ότι δεν υπήρξε ούτε ότι δεν έχει, σήμερα, σημασία να ερευνηθεί, ως μια σημαντική πλευρά της κοινωνικής ιστορίας του Νομού μας. Κι όμως, στον τοπικό τύπο, του οποίου ολοκληρώσαμε την αποδελτίωση, δεν βρήκα­με ούτε μία ανάλυση ή, έστω, σύντομο ιστορικό σημείωμα για το θέμα αυτό. Επομένως, μένει ν’ αρχίσουν όλα από την αρχή! Βασικά, ν’ αναζητηθούν ζωντανά, ακόμα, πρόσωπα που είχαν μιαν οποιαδήποτε συμμετοχή στο συνδικαλιστικό κίνημα του Νομού, τυχόν σημειώσεις ή αρχεία οργανώ­σεων ή και στελεχών, κάθε είδους σχετικό έντυπο (προκηρύξεις κ.λπ.).

Από την πλευρά – μας, στην αποδελτίωση του τοπικού τύπου φροντίσαμε να συγκροτήσουμε, με το υλικό που βρήκαμε, μια χωριστή ενότητα, με πολύ διασπασμένο και κατεσπαρμένο υλικό, μικρό σε αριθμό και όγκο. Εφό­σον υπάρξει στο Νομό μελλοντικά κάποια σοβαρή εκδοτική προσπάθεια, με ενδιαφέρον για τοπικά θέματα και προβλήματα, ασφαλώς θα προβούμε στην ανατύπωση και σχολιασμό όλου αυτού του υλικού. Στο μεταξύ, απο­τελεί βασικό έργο και καθήκον, νομίζουμε, του Εργατοϋπαλληλικού Κέ­ντρου των πόλεων του Νομού, η μέριμνα για την έρευνα και συλλογή του όλου υλικού που αναφέραμε. Το έργο αυτό πρέπει ν’ αρχίσει το συντομότε­ρο δυνατό αφού πρόσωπα φεύγουν και άλλων η μνήμη αδυνατίζει.

 

Απεργίες και η απεργία του 1933

 

Στις μέρες μας έχει αναφερθεί, από σύγχρονους ιστορικούς, το επεισόδιο της πρώτης απεργίας τεχνικών του ελληνικού τύπου, που έγινε στο Ναύπλιο, το 1826, με κύριο υποκινητή της τον Κωνστ. Τόμπρα, τυπογράφο από τις Κυδωνίες της Μ. Ασίας, πρωτοπόρο της τυ­πογραφίας στη σύγχρονη Ελλάδα, ο οποίος εγκαταστάθηκε και έμεινε στο Ναύπλιο για πολλές δεκαετίες, ιδρύοντας και το ομώνυμο τυπογραφείο. Αλλά, βέβαια, μια τέτοια απεργιακή κίνηση δεν συνιστά, από μόνη της, συνδικαλιστικό κίνημα.

Στον τοπικό τύπο βρίσκουμε πληροφορίες για τις συνθήκες εργα­σίας. Έτσι, στο «Άργος» της 7-8-1915 δημοσιεύεται άρθρο του δικηγό­ρου Γ. I. Μουτζουρίδη, όπου κάτω από τον εύγλωττο τίτλο «περί σωματε­μπορίας εν Ελλάδι» ο συγγραφέας και πρόεδρος, τότε, της σχολής για άπο­ρα παιδιά στο Ναύπλιο, καταγγέλει το γεγονός ότι νοικιάζονταν, με ετήσιο μίσθωμα 100-150 δραχμών και με παροχή μόνο ξερού ψωμιού, παι­διά σε στιλβωτήρια (τη στιγμή που η εργασία του καθενός απέφερε 2-4 δρχ. την ημέρα, δηλ. πάνω από 1.000 δρχ. το χρόνο…), από πράκτορες που γύριζαν τα χωριά και, κάποτε, πετύχαιναν τη «μίσθωση» αυτή από τους γονείς των παιδιών.

Επισημαίνει, επίσης, την αδιαφορία της πολιτείας για το γεγονός, καθώς και για τη μόρφωση των παιδιών αυτών σε νυχτερινές σχολές. Αλλά και για απεργιακές κινήσεις υπάρχουν δημοσιευμένες στον τύπο πληροφορίες από τις αρχές του 20ού αιώνα. Στο «Άργος», πά­λι, βρίσκουμε την είδηση για μεγάλη απεργία σιδηροδρομικών, σε πανελλήνια κλίμακα, την οποία ακολούθησαν συλλογικά οι εργαζόμενοι στους σταθ­μούς του Άργους και των Μύλων. Απεργοσπάστες, όμως, υπάλληλοι των ΣΠΑΠ έκαναν να λειτουργήσει αμαξοστοιχία, που έφθασε από την Καλα­μάτα στο Άργος («Άργος», φ. της 24-9-1906). Εκεί έγινε δεκτή με απο­δοκιμασίες από τους απεργούς, χωρίς να θίξουν κανένα. Τότε, κάποιος ο­πλισμένος επιβάτης πυροβόλησε με το μάλινχέρ του και παραλίγο να υπάρ­ξει νεκρός. Ο δράστης διέφυγε μόλις το λυντσάρισμα από χωροφύλακες που επενέβησαν και τον παρέδωσαν στη Δικαιοσύνη. Η αμαξοστοιχία, όμως, κατέληξε στο Ναύπλιο και οι επιβάτες έφυγαν… με πλοίο για τον Πειραιά.

Πληροφορίες συγκεκριμένες για συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων βρίσκουμε, πάντως, δημοσιευμένες μετά το 1925. Ταυτό­χρονα, από δημοσιεύματα, διαπιστώνουμε και τις αντιδράσεις των εργοδο­τών, όπως των μελών του «Εμποροβιομηχανικού Συλλόγου» που είχε πρωτοσυσταθεί από τα τέλη του 19ου αιώνα. Από την πλευρά της ιστορίας των νοοτροπιών, είναι ενδεικτικές αντιδράσεις όπως ανώνυμου (κι αυτό πολύ ενδεικτικό!…) αναγνώστη της εφημερίδας «Τελέσιλλα» (16-3-1930), που αποδοκιμάζει έντονα τις «κοινωνικές προσμίξεις» στις δημόσιες εκδηλώσεις.

Η περίπτωση της απεργίας του 1933 στο Άργος παρου­σιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρώτα απ’ όλα επειδή σημειώνεται σε κλάδο βιομηχανικής παραγωγής που αναπτύχθηκε από τους πρώτους (αν όχι πρώτος) στο Νομό, δηλαδή σε υφαντουργείο. Σημειώνουμε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε υπόψη μας μέχρι σήμερα, οι πρώτες υφαντουρ­γικές μονάδες στο Νομό (των αδελφών Διαμαντόπουλου στο Άργος) φαί­νεται ότι δημιουργήθηκαν προς το τέλος της δεκαετίας του 1880 (αναφέρο­νται, για πρώτη φορά, σε εμπορικό οδηγό του 1892). Κατά δεύτερο λόγο, επειδή οι εργαζόμενοι ήταν γυναίκες – και είναι γνωστό το χαμηλό επίπεδο εργασιακής χειραφέτησής τους σε μικρά αστικά κέντρα, όπως το Άργος.

Τέλος, η περίπτωση παρουσιάζει ενδιαφέρον και για το ότι αποτελεί το μόνο γεγονός του συνδικαλιστικού κινήματος στο Νομό για το οποίο έχουμε όχι μόνο πληροφορίες ακριβείς, αλλά και σαφείς τοποθετήσεις από δύο διαφορετικά όργανα του Άργους, δηλαδή τις εφημερίδες «Ασπίς» και «Αργειακά Νέα» – η πρώτη προσκείμενη στη βενιζελική παρά­ταξη και η δεύτερη σαφώς στο Λαϊκό κόμμα.

Βέβαια, οι πληροφορίες που δίνονται δεν εκφράζονται από τα δρώντα πρόσωπα, τις εργαζόμενες και τους εργοδότες. Δεν έχουμε, έτσι, άμεση γνώση των δικών τους θέσεων. Όμως, η πληροφόρηση των δύο εφημερίδων είναι τέτοια, ώστε να μπορού­με να ανασυστήσουμε τα γεγονότα, τα αιτήματα και τη στά­ση εργαζομένων – εργοδοτών, αλλά και τις παραπέρα συ­νέπειες.

Εκτός, όμως, από αυτά, η αρθρογραφία της «Ασπίδας» και των «Αργειακών Νέων» εί­ναι σημαντικό στοιχείο και για κάτι άλλο: μας επιτρέπει ν’ αναλύσουμε τη νοοτροπία και την πολιτική θέση (που είναι και κοινωνική) των προσκείμενων σε δύο πολιτικές παρατάξεις τις εποχής, οι οποίοι, βέβαια, δεν είναι μόνον οι αρθρογράφοι των δύο εφημερίδων. Πολύ συζήτηση έγινε για την απεργία στην πόλη και δεν είναι άστοχο να υποθέσουμε βάσιμα ότι στα άρθρα που γράφτηκαν «πέρασαν» αντιλήψεις και θέσεις που εκφράζανε πολύ περισσότερους από τους δημοσιογράφους (οι δημοσιογράφοι, τότε, ή­ταν σχεδόν αποκλειστικά, στον τοπικό τύπο, επαγγελματίες σε άλλη εργα­σία – συνήθως ελεύθερο επάγγελμα – δεν «ζούσαν» από την εφημερίδα). Τελικά, φθάνουμε, έτσι, να εντοπίσουμε τις ιδεολογικές διεργα­σίες που προκλήθηκαν στην πόλη από την απεργία, ενώ θα πρέπει να θυμίσουμε ότι στην κυβέρνηση βρισκόταν το Λαϊκό Κόμμα κι ότι, πριν μερικούς μήνες, είχε εκδηλωθεί και παταχθεί το κίνημα των βενιζελικών αξιωματικών, ενώ από μία πενταετία είχε ψηφιστεί ο περίφημος νόμος για το «ιδιώνυμο».

 

Τα γεγονότα

 

Πρώτη η «Ασπίδα» (29-10-33) ανέφερε το γεγονός της απεργίας, με σχόλιο εναντίον της, για να επανέλθει άλλες δύο φορές, με σχόλιο της 5-11-33 και κύριο άρθρο – σχόλιο στο ίδιο φύλλο, όπου πήρε, πλέον, πολύ διαφορετική θέση. Από την πλευρά τους, τα «Αργειακά Νέα » δημοσίευσαν σε δύο φύλλα (1 και 16-11-33) δύο πληροφοριακά άρθρα με σχόλια έντονα κατά της απεργίας. Από την αρθρογραφία αυτή διαγράφονται τα εξής γεγονότα. Στο υφαντουργείο Ρόκα και αδελφών Παζιώτα απολύθηκε μία εργάτρια για λό­γους που δεν αναφέρονται. Η απόλυση αυτή αποτέλεσε και την αιτία της απεργίας, στην οποία προβλήθηκαν και άλλα αιτήματα, με σχετικό υπόμνημα (οκτάωρο, αύξηση ημερομισθίων κ.α.).

Από την «Ασπίδα » δίνεται, μάλιστα, η πληροφορία ότι οι εργάτριες εργάζονταν περισσότερο από το κανονικό χωρίς να αμείβονται καλά (έπαιρναν 15-19 δρχ. την ημέρα, με τις οποίες, υποστήριζε η εφημερίδα, δεν μπορούσαν να ζήσουν). Η απεργία κράτησε πάνω από τέσσερις μέρες, αλλά έγινε άμε­ση επέμβαση των αστυνομικών και δικαστικών αρχών, με αποτέλεσμα να παραπεμφθούν, όπως φαίνεται, για αυτόφωρο αδίκημα (παρεμπόδιση εργα­σίας) τέσσερις εργάτριες, που πρωτοστατούσαν στην απεργία, καθώς και οκτώ εργάτες ως υποκινητές.

Οι πρώτες καταδικάστηκαν σε 15 ήμερη και οι τελευταίοι σε 25ήμερη φυλάκιση. Από την ειδησεογραφία συ­μπεραίνουμε ότι η απεργία έληξε μετά από αυτή την επέμβαση, χωρίς να γίνουν δεκτά τα αιτήματα. Στην «Ασπίδα», μάλιστα, της 5-11-33 γίνεται λόγος για πραγματικό ανθρωποκυνηγητό της χωροφυλα­κής κατά των απεργών μέχρι μέσα στα σπίτια τους και για «μέτρα βίας». Από το άλλο μέρος, δεν φαίνεται να υπήρχε οργανωμένο σωματείο στο εργοστάσιο, αφού γίνεται λόγος για απουσία «επιτροπής» που να «δια­χειρίζεται υπευθύνως τα ζητήματα» των εργατριών (δεν θίγεται, όμως, και το αν, με τις τότε συνθήκες, υπήρχε δυνατότητα για συγκρότηση παρό­μοιας «επιτροπής»), ενώ αναφέρεται ισχυρισμός των εργοστασιαρχών ότι μέχρι την τέταρτη μέρα της απεργίας «δεν είχον ιδέαν αιτημάτων των εργατών και εργατριών».

Τέλος, επισημαίνεται ότι οι απεργές εμπόδισαν απεργοσπάστριες να ερ­γαστούν, πράγμα που έδωσε και την αφορμή για την επέμβαση της χωρο­φυλακής, ενώ, ως προς την απήχηση της απεργίας στην πόλη, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι υπήρξε έντονη, αν κρίνουμε από την επιθετική, σχεδόν πανικόβλητη αρθρογραφία των «Αργειακών Νέων» και από την αντιφατική καθησυχαστική βεβαίωση της «Ασπίδας» (ότι επρόκειτο για «μικρό επεισόδιο, ασήμαντον καθεαυτό»), που κράτησε, όμως για μέρες σε αγωνία εργάτες και εργοδό­τες, αλλά και κύριο άρθρο και σχόλιο στο ίδιο αυτό φύλλο της εφημερίδας που, «φρονίμως ποιούσα», φρόντισε να μην επανέλθει, πια, στα γεγονότα αυτά.

Πάντως, με πρόχειρες διασταυρώσεις γνωμών ανθρώπων που έζησαν την εποχή και ανεξάρτητα από τις τότε πολιτικές και κοινωνικές τοποθετή­σεις τους, μπορούμε με ασφάλεια να συμπεράνουμε ότι η απεργία αυτή προκάλεσε έντονα συναισθήματα και πέρα από ‘Αργος, στο Ναύπλιο και αλλού. Ο αποκλεισμός του εργοστασίου και των γύρω δρόμων από τους απεργούς και ο τρόπος που επιλέχθηκε, τότε, για την επίλυση μιας εργα­σιακής σύγκρουσης, εξαιρετικά βίαιος όπως φαίνεται, ήταν φυσικό ν’ απο­τελέσει γεγονός πρώτης σημασίας. Μένει να ερευνηθεί, καθώς είναι ευνόη­το, το ποια επιρροή είχε η απεργία αυτή και η συγκεκριμένη αντίδραση των εργοδοτών στη μετέπειτα πορεία του όποιου συνδικαλιστικού κινήμα­τος, στην πόλη και στο Νομό.

 

Η ιδεολογική αντιμετώπιση

 

Τόσο από την «Ασπίδα» (έμμεσα), όσο και από τα «Αργειακά Νέα» (άμεσα και απρο­κάλυπτα) γίνεται λόγος για ανάμιξη στελεχών του ΚΚΕ Άργους (συγκε­κριμένα του Αντ. Γιατρά) στην κήρυξη της απεργίας, ως υποκινητών και εμπνευστών. Είναι χαρακτηριστική για την εποχή η ταύτιση εργατικού – συνδικαλιστικού κινήματος και κομμουνιστικού κόμματος (είναι αλήθεια ότι την ταύτιση αυτή η «Ασπίδα» την αποφεύγει ρητά, θεωρώντας την κομμουνι­στική παρεμβολή περισσότερο σαν ενδεχόμενο, οργανωτικό, βέβαια κίνδυ­νο). Από κει και πέρα, όμως, οι αρθρογράφοι των δύο εφημερίδων διαφορο­ποιούνται σε μεγάλο βαθμό. Η διαφοροποίηση αυτή μαρτυρεί ότι και στο Άργος, οι διαφορές ανάμεσα στο βενιζελισμό και στον παραδοσιακό συντη­ρητικό κόσμο, με αφορμή μια τοπική κοινωνική σύγκρουση, «λειτούργησαν» αμέσως και ότι δύο διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές τοποθετήσεις διαγράφηκαν ξεκάθαρα και σχεδόν άμεσα.

Από το ένα μέρος η συλλογιστική της «Ασπίδας»: μετά μια ενστικτώδη, θα λέγαμε, αρνητική αντίδραση στην αρχή, παίρνεται μια ξεκάθαρη θέση. Ναι, είχαν δίκιο να απεργήσουν οι εργάτριες, οι εργοδότες αντί να προσφεύ­γουν σε μέτρα βίας πρέπει «να εξετάσουν τα πράγματα βαθύτερον» και να πάρουν τα κατάλληλα μέτρα για να βελτιωθεί η θέση «των κοριτσιών που εργάζονται για την ανάπτυξη αυτής της ωραίας για την πόλη μας βιομηχα­νίας».

Χαρακτηρίζει, βέβαια, την απεργία «αψυχολόγητον και ανοργάνωτον», αλλά και κατακρίνει τη στάση της Αστυνομίας, που με τα μέτρα βίας οδηγεί «εις τα άκρα και θα εξαναγκάσει τας συντηρητικάς εργατρίας, χωρίς να το θέλουν, να ριφθούν εις τας αγκάλας του κομμουνισμού». Από το άλλο μέρος, η αντίδραση των «Αργειακών Νέων»: κομμουνιστικός δάκτυλος πίσω απ’ όλα, αδιαφορία των αστυνομικών οργάνων (παρ’ όλο που «και άλλοτε επεστήσαμεν την προσοχήν της αστυνομίας επί της λανθανούσης Κομμουνιστικής κινήσεως εν τη πόλει μας»), αλλά τελικά επέμβασή τους σωστική, αφού «διέλυσε τας αντάρτιδας». Τη «γραμμή» αυτή θα ακολουθή­σει, άλλωστε, η εφημερίδα στα γενικότερα πολιτικά θέματα μέχρι το τέλος της έκδοσης της, πληροφορώντας, ανάμεσα στα άλλα, στο φύλλο της της 15-11-1934, ότι ο Αντ. Γιατράς εκτοπίστηκε στον Αγ. Ευστράτιο.

Κλείνουμε τούτο το άρθρο αντιγράφοντας κατά λέξη και δίχως σχόλια το εξής από την «Ασπίδα», μετά είκοσι περίπου χρόνια (φύλλο της 17-7-1955): «Και άλλοτε εγράψαμεν ότι εργάται και εργάτριαι που συνωστίζονται κάθε βράδυ στην πλατεία της Γούβας προς εξεύρεσιν εργασίας, και την κυκλοφορίαν δυσχεραίνουν με κίνδυνο δυστυχημάτων και εις τα γύρω κατα­στήματα εμποδίζουν την ομαλή κίνηση των πελατών των και συνεστήσαμεν την καθιέρωσιν ειδικού χώρου συγκεντρώσεώς των εις την όπισθεν πλατεία των Στρατώνων με την μερίμνη της Δημοτικής αρχής, ανέγερσιν ειδικών στεγάστρων μετά καθισμάτων. Επαναλαμβάνομεν την υπόδειξίν μας δια να λείψη εν άτοπον και εις κίνδυνος δυστυχημάτων».

Η εικόνα αυτή φέρνει στο νου ίσως πολύ προγενέστερες εποχές, ίσως τον αμερικάνικο Νότο της «Καλύβας του Μπάρμπα – Θωμά». Στην εποχή μας, βέβαια, μεσολαβεί και ο «κίνδυνος δυστυχημάτων»…

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Περιοδικό «ελλέβορος», τεύχος 3-4, Άργος, Φθινόπωρο 1986 – Χειμώνας 1987.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Γεωργικός Συνεταιρισμός (1913)


   

Συμβολή στην ιστορία του αγροτικού και συνδικαλιστικού κινήματος στην Αργολίδα

Ο πρώτος Γεωργικός Συνεταιρισμός (1913)

 

Η ανάπτυξη των γεωργικών συνεταιρισμών κατά τα τελευταία χρόνια στο Νομό Αργολίδας και, ιδιαίτερα, των συνεταιρισμών εσπεριδοειδών ε­πιβάλλει να μελετηθούν οι ρίζες του θεσμού στον γεωγραφικό αυτό χώρο, αλλά και γενικότερα η όλη εξέλιξη και η διαμόρφωση του αγροτικού κινή­ματος. Δεν πρόκειται να φιλολογήσουμε, όπως δεν φιλολογήσαμε ποτέ, για την αξία και τον ρόλο της ιστορίας. Απλώς θυμίζουμε ότι όσοι δεν μπο­ρούν ή δεν θέλουν να επισημάνουν, να ερμηνεύσουν και να καταλάβουν την εξέλιξη των διαφόρων κοινωνικών δεδομένων είναι καταδικασμένοι είτε να δρουν με θολές αντιλήψεις στον εγκέφαλό τους (και με ευνόητο το αποτέ­λεσμα), είτε να ακολουθούν, και μόνον, τα γεγονότα.

Προσεκτική μελέτη κειμένων περιηγητών ή ταξιδιωτών που περνούν α­πό την Αργολίδα, αναλυτική ανάγνωση του τοπικού τύπου καθώς και συλ­λογή και ερμηνεία των στατιστικών στοιχείων που περιέχονται σε επίσημες εκδόσεις (όπως του Μανσόλα) μας δίνουν μιαν εικόνα τόσο για το είδος και την εναλλαγή των καλλιεργειών, όσο και για τις συνθήκες εργασίας. Δυσκολότερο είναι να διαπιστωθεί, ακόμη, η αναλογία πληθυσμού και κλήρου γης, η οποία πάντως, σε μη βιομηχανοποιημένο Νομό όπως της Αργολίδας, α­σφαλώς παρουσίαζε δυσαναλογία και εδώ. Τα κύματα μετανάστευσης που άρχισαν, προς την Αμερική κυρίως, από το τέλος του 19ου αιώνα (στο Άργος έφτασαν να λειτουργούν μεταναστευτικά γραφεία) αποτελούν ένα σίγουρο δείκτη για την ύπαρξη και την έκταση της δυσαναλογίας αυτής.

 

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

 

Κέντρο της αγροτικής Αργολίδας παρουσιάζεται το Άργος, τονίζοντας ότι, ακόμα κι όταν γίνεται και κέντρο βιο­μηχανικό, δεν παύει να διατηρεί τον αγροτικό χαρακτήρα του, μέχρι την αρχή της δεκαετίας του 1960. Πολλοί κάτοικοί του, ενώ ασκούν διάφορα επαγγέλματα (κυρίως ελευθέρια), διατηρούν αγροτική ιδιοκτησία και εργάζονται και ως αγρότες ή ως διαχειριστές αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο, το ότι ο πρώτος αγροτικός συνεταιρισμός ιδρύεται στο Άργος, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα στοιχεία που εντοπίσαμε, κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, όταν η συνεταιριστική κίνηση έχει ήδη αρχίσει στην Ελλάδα και διατυπώνεται και δημοσιεύεται το πρώτο βασικό νομοθέτημα για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς (ο νόμος 602/31-12-1914).

 

Οι πρωτεργάτες και οι σκοποί

 

Τόσο στην εφημερίδα «Άργος», του Ανάργυρου Τημελή, όσο και στη «Δαναΐδα», του Δ. Δεσμίνη, αντλούμε τις πληροφορίες για την ίδρυση, τη δράση και τις δυσκολίες του πρώτου αυτού συνεταιρισμού, κατά τα έτη 1913-1914. Έτη που αρχίζουν με τη νικηφόρα, και για την Ελλάδα, τροπή των Βαλκανικών πολέμων, η οποία δημιουργεί ένα γενικότερο κλίμα αισιοδοξίας, αλλά καταλήγουν στην αρχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που προ­καλεί βαθιάν αναστάτωση και διχασμό στη χώρα, ενώ αποψιλώνει την Αρ­γολίδα από τον βασικό ενεργό πληθυσμό (ο πληθυσμός του Άργους πέφτει σε κάτω από δέκα χιλιάδες, διοικητικά η πόλη μετατρέπεται από Δήμο σε κοινότητα και μόλις το 1925 επανέρχεται στο καθεστώς του Δήμου).

Τον Ιούνιο, λοιπόν, του 1913 αναγγέλλεται στο «Άργος» η ίδρυση του συνεταιρισμού, που φέρει τον τίτλο «Οικονομικός Συνεταιρισμός Αργολί­δος». Ψυχή του είναι ο Ευάγγελος Σ. Σακολέβας, που εκλέγεται και πρόε­δρός του, Γραμματέας του ο Παν. Δεδεβέσης, ταμίας ο Χαρ. Μαυράκης και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου οι Νικ. Παλαιολόγος, Σπ. Μαρκεσίνης, Γεώργ. Ντάνος, Ιω. Μέτζας, Αδ. Μπαρακάρης, Ιω. Παπασπυρόπουλος, Κων. Ρόκιζας, Ιω. Γ. Μακρυπουκάμισος και Αλέξ. Ζερβός. Όπως βλέπουμε από τα ονόματα αυτά, η συμμετοχή μελών έγινε και από τις δύο επαρχίες, Άργους και Ναυπλίου. Την εποχή αυτή, ως πιο σημαντικά προβλήματα στον τομέα της γεωρ­γίας στο Νομό παρουσιάζονται εκείνα των αγροζημιών και της άρ­δευσης του αργολικού, πεδίου.

Για τις πρώτες, όχι μόνο η αρ­θρογραφία στον τοπικό τύπο είναι συχνή και πυκνή, αλλά και δημόσιες συγκεντρώσεις και συσκέψεις με μεγάλη συμμετοχή πραγματοποιούνται, ήδη από τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα. Νομίζουμε ότι το φαινόμενο των αγροζημιών αξίζει να μελετηθεί ιδιαίτερα, όντας βέβαιοι ότι η έρευνά του θα μας διαφωτίσει για σειρά άλλων και πολύ σπουδαίων θεμάτων της κοινωνικής ιστορίας του Νομού. Για το δεύτερο πρόβλημα, το αρδευτικό, η σοβαρότατη αρθρογραφία στη «Δαναΐδα» και οι ενέργειες του ίδιου του Δεσμίνη, ο οποίος φτάνει να συντάξει, με ομάδα, «Νομοσχέδιον πε­ρί αρδεύσεως του Αργολικού πεδίου» (για το οποίο ενδια­φέρθηκε ο τότε αγροτικός ηγέτης, στέλεχος της κυβέρνησης Βενιζέλου και Γεν. Γραμματέας του Υπουργείου Εθν. Οικονομίας Αλέξ. Μυλωνάς) υποδεικνύουν ότι έφτανε σε οξύτατη φάση, για μια ακόμα φορά στην ιστορία.

Δεν θα πρέπει να μας εκπλήξει, λοιπόν, το ότι η καταπολέμηση των αγροζημιών και γενικότερα, η αγροτική ασφάλεια εμφα­νίζεται ως «το σπουδαιότερον ζήτημα» και ως βασικός στόχος του νεοσύ­στατου συνεταιρισμού, στην ειδησεογραφία του τύπου.

Στις 20 Απριλίου 1914 οργανώνεται, στην αίθουσα του «Δαναού», και η πρώτη συγκέντρωση του συνεταιρισμού για το θέμα αυτό. Πέρα, όμως, από αυτά, το διαθέσιμο πληροφοριακό υλικό δείχνει ότι ο συνεταιρισμός, από τον Οκτώβριο, ήδη, του 1913, παίρνει τα πρώτα «τε­χνικά» μέτρα για εξυπηρέτηση των μελών του, δημιουργώντας «δελτίον κτημάτων», για πώληση ή αγορά, καθώς και «δελτίον αγορα­στών», «με πάσαν εχεμύθειαν», όπως δηλώνεται σε σχετική ανακοίνωσή του, που δημοσιεύεται στις 29-10-1913.

Αλλ’ από την ίδρυσή του κιόλας, αναγγέλλονται και οι άλλοι στό­χοι του, οι οποίοι δεν διαφέρουν από εκείνους των εντελώς σύγχρονων αγροτικών συνεταιρισμών. Μνημονεύουμε ειδικότερα τη βελτίωση των καλλιεργειών με «νεότερες μεθόδους», την «ευχερή και εύωνον προμήθειαν των εις τους γεωργούς κτηματίας χρησίμων εργαλείων και ειδών», την «συγκεντρωμένην πώλησιν των προϊόντων προς βελτίωσιν των τιμών έπ’ ωφελεία των παραγωγών», αλλά και, βέβαια, «την μελέτην του ζωτικωτάτου και προέχοντος ζητήματος της αρδεύσεως του Αργολικού πεδίου».

Η παρουσία του Σακολέβα φαίνεται ότι υπήρξε καταλυτική, τόσο για την οργάνωση του συνεταιρισμού όσο και για τη διατύπωση των αιτημάτων. Όπως αναφέρει, άλλωστε, το «Άργος» (της 18-6-1913), σε αυτόν οφείλεται η ιδέα και πρωτοβουλία για την ίδρυσή του, και η εφημερίδα τον χαρακτηρίζει ως «συμπολίτης μας από τριετίας παρακολουθών τα των συ­νεταιρισμών εν γένει, και μετ’ επιμελείας διαδίδων αυτήν» (ενν. την πρω­τοβουλία).

Ο ίδιος, άλλωστε, σε άρθρο του στο «Άργος» (της 24-3-1914), αναγ­γέλλοντας ότι ο Ο.Σ.Α. «ήτοι ο Γεωργικός, αρχίζει από τούδε την δράσιν του» (οπότε συμπεραίνουμε ότι οι δυσκολίες είχαν ήδη αρχίσει, από τα γεγονότα που αναφέραμε: εννέα μήνες από την ίδρυσή του και ακόμα δεν έχει «αρχίσει δράσιν»), διατυπώνει με σαφήνεια τους σκοπούς. Η κατοχύρωση της αγροτικής ασφάλειας προτάσσεται, βέβαια, αλλά θα πρέπει να προσέξουμε ότι εντοπίζει το ενδιαφέρον του και, μάλιστα, ρητά στους «μη έχοντας ή προστατεύοντας πολλά ζώα», τονίζοντας την ανά­γκη να κινητοποιηθούν οι ίδιοι, αλλιώς «δεν πρέπει να παραπονούνται εναντίον ουδενός, ούτε να αδικώσιν άλλον, ειμή εαυτούς».

Διατυπώνει, όμως, και τους άλλους σκοπούς, δηλαδή την προμήθεια θειικού χαλκού, την από κοινού αγορά «των γεωργικών ειδών», ενώ «το σπουδαιότερον έργον» είναι «η κοινή πώλησις των προϊόντων» «κυρίως της σταφίδος και των καπνών, εις τους οίκους της καταναλώσεως απ’ ευθείας, άνευ εμπόρων και μεσιτών». Και προσθέτει με αισιοδοξία ότι «πάντα ταύτα, τα οποία τινές νομίζουσι πολύ δύσκολα, έχουσι γίνει αλλού ευκολώτατα, και χωρίς παράδειγμα αποτυχίας. Υπάρχουν χιλιάδες συνεταιρισμοί τοιούτοι, κατορθώσαντες να πλουτίσωσιν άπαντες». Από όσα εκθέσαμε, και από όσα δημοσιεύθηκαν επιπλέον στον τύπο της εποχής, θεωρούμε ότι ο Σακολέβας προχώρησε με σύνεση, με πρακτικό πνεύμα και με ρεαλισμό. Η πολεμική περίοδος όμως που, όπως είπαμε, έγινε, πια, καθοριστική για κάθε ειρηνική και προοδευτική προσπάθεια, σημάδεψε και την εξέλιξη του συνεταιρισμού.

 

Το τέλος… αλλά και η συνέχεια

 

Μαγκανοπήγαδο στην πεδιάδα του Άργους.

Σε άρθρο του «Άργους» της 20 Δεκεμβρίου 1914, όταν έχει, πλέον, κηρυχθεί ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, δημοσιεύεται ότι, δυο μέρες πριν, είχαν έρθει στο Άργος, για να εξετάσουν την κατάσταση του συνεταιρισμού, ο Επιθεωρητής Γεωργίας του Υπουργείου και ο Νομογεωπόνος Αργολιδοκορινθίας. Το κρατικό ενδιαφέρον, που εκδηλώθηκε ευθύς από τα πρώτα βή­ματά του, ιδιαίτερα και προσωπικά από τον τότε Υπουργό Εθνικής Οικο­νομίας Ανδρ. Μιχαλακόπουλο με πολύ ενθουσιώδες τηλεγράφημά του που είχε δημοσιευθεί στη «Δαναΐδα», συνεχίστηκε, όπως φαίνεται, αμείωτο. Στο «Άργος» γίνεται σαφώς λόγος για «αδράνεια» του συνεταιρισμού, «διό­τι ήρχισε την ίδρυσίν του εν μέσω πολέμου και η εμπόλεμος παρούσα κατάστασις και ο φόβος προκειμένης επιστρατεύσεως βεβαίως εμποδίζει σπου­δαίος την εξακολούθησιν την ιδρύσεως», πράγμα που, όπως τονίζει, συνέβη και με άλλους συνεταιρισμούς.

Για τον λόγο αυτό, οι δύο «εξελεγκταί» όχι μόνο δικαιολόγησαν την «προσωρινήν ανακοπήν της ιδρύσεως», αλλά και έδωσαν συγχαρητήρια στους ιδρυτές για την μέχρι τότε δράση τους και τη διαφώτιση των πολι­τών, υποσχόμενοι ότι το Υπουργείο θα συνέχιζε να τους «συνδρομή πολλαχώς». Η εφημερίδα υπογραμμίζει το ότι επίκειται η ψήφιση του νόμου για τους συνεταιρισμούς, ενώ ανέφερε ότι ο Επιθεωρητής «παρέστησε την ωφέλειαν των ενωθέντων παντού εις Συνεταιρισμούς και πωλούντων και διευθυ­νόντων τα προϊόντα των άνευ εμπόρων και μεσιτών».

Με τις περιπέτειες και τις διακοπές του τοπικού τύπου, με τη μόνη εφημερίδα του Νομού που συνέχισε κανονικά την έκδοσή της (το «Σύ­νταγμα», του Ναυπλίου) να μην υπάρχει σε καμιά βιβλιοθήκη και να περιμένει, σε σώματα δεμένα και σε χέρια ιδιωτών, την αγορά ή τη δωρεά της στον «Παλαμήδη», δεν είναι δυνατό να παρακολουθήσουμε την παραπέ­ρα πορεία του συνεταιρισμού. Σύμφωνα, όμως, με μαρτυρίες γέρων, σήμε­ρα, αγροτών, φαίνεται ότι ο «Ο.Σ.Α.» δεν κατάφερε να επιζήσει στην οκτα­ετία πολέμων και εθνικών περιπετειών που άρχιζε.

Το αγροτικό και συνεταιριστικό κίνημα δεν έσβησε, όμως, στο Νομό. Μετά τον πόλεμο και τη Μικρασιατική καταστροφή, η έκδοση της «Αγροτικής Αργολίδος», εφημερίδας των γεωργοκτηματιών της περιφέ­ρειας του Άργους (1926 έως 1932;), που εξελίσσεται σε κανονική τοπική εφημερίδα, μας επιτρέπει να αντλήσουμε πολλές πληροφορίες για την κίνη­ση των αγροτών. Αλλά και από άλλες εφημερίδες της εποχής μαθαίνουμε σημαντικά γεγονότα, όπως τη σύγκληση Παναργολικού Γεωργικού Συνε­δρίου το 1929, ή ανταλλαγές γνωμών γύρω από τη σκοπιμότητα των συνε­ταιρισμών, το 1932. Το 1933, μάλιστα, διαπιστώνεται η ύπαρξη πολλών συνεταιρισμών στην Αργολίδα, ενώ προχωρούν οι προσπάθειες για την σύ­μπηξη της πρώτης Ένωσής τους, (ιδρύεται το 1938).

Δεν είναι τυχαίο, ασφαλώς, ότι πάλι στον τομέα του τύπου, της έκδοσης της «Αγροτικής Αργολίδος» προηγείται εκείνη της «Κτηματικής», «οργάνου των κτη­ματιών του Άργους» με διευθυντή του Ευθ. Σμυρνιωτάκη και με μάλλον λιγόζωο βίο (στην Εθνική Βιβλιοθήκη σώζονται οκτώ φύλλα της, το 8ο κυκλοφορεί λίγους μήνες πριν από το 1ο της «Αγροτ. Αργολίδος»). Πάντως, όμως, η μεγαλύτερη ανάπτυξη του συνεταιριστικού κινήματος εκδηλώνεται μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και θυμίζουμε ότι το πρώτο συνεταιριστικό εργοστάσιο (η «Ρέα») αρχίζει να λειτουργεί το 1949. Η μεγάλη ώθηση, όμως, δίνεται από το 1974 και μετά, με την εμφάνιση του κινήματος για ίδρυση αγροτικών συλλόγων καθώς και του πρώτου συνεταιρισμού εσπεριδοειδών, που ιδρύεται την εποχή εκείνη στην Πυργέλλα. Τούτο, όμως, αποτελεί, πλέον, ένα άλλο κεφάλαιο της ιστορίας, που ακόμα γράφεται.

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Περιοδικό «ελλέβορος», τεύχος 3-4, Άργος, Φθινόπωρο 1986 – Χειμώνας 1987.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ναύπλιο 1836 – Hermann von Pückler – Muskau


  

Επίσκεψη του γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ στο Ναύπλιο το 1836.

 

Fürst Pückler-Muskau. Λιθογραφία, von Wilhelm Devrient, 1838.

Ο πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ – Μούσκαου (Hermann von Pückler – Muskau, 1785-1871), γεννημένος κόμης, ήταν από το 1811, οπότε πέθανε ο πατέρας του, κυρίαρχος δύο μικρών ηγεμονιών, του Μούσκαου και του Μπράνιτς (Branitz), οι οποίες ενσωματώθηκαν το 1815 στην Πρωσία. Απέκτησε τον τίτλο του πρίγκιπα το 1822 με τη μεσολάβηση του πεθερού του, του καγκελάριου της Πρωσίας φον Χάρντενβεργκ (von Hardenberg), αλλά δεν έφθασε ποτέ στον επιθυμητό στόχο του να γίνει διπλωμάτης. Έγινε όμως, «από τη μία μέρα στην άλλη» και «χωρίς να καταλάβει πώς» ένας πετυχημένος και δημοφιλής συγγραφέας. Το πρώτο βιβλίο του, αποτελούμενο από 4 τόμους, εκδόθηκε το 1830/31. Σε αυτό περιγράφει το ταξίδι του στην Αγγλία και τη Σκωτία κατά τα έτη 1826-29.

Το 1835 ο Πύκλερ ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι του προς την Αφρική και την Ανατολή, το οποίο διήρκησε πάνω από εξίμιση χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφτασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Συνέχισε το ταξίδι του στην Αίγυπτο, έφθασε μέχρι τη Συρία και διαμέσου των Ιεροσολύμων, της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινουπόλεως γύρισε τελικά στην Ευρώπη.

Κατά τις περιηγήσεις του στην Ελλάδα το 1836 ο Πύκλερ δεν αφήνει σχεδόν κανένα τόπο απ’ έξω. Πολύπλευρος και ανοικτός χαρακτήρας όπως είναι, όλα προκαλούν το ενδιαφέρον του και πολλά τον ενθουσιάζουν. Εκτός από τους κλασσικούς τόπους επισκέπτεται περίφημα ή και άγνωστα τοπία: το Μαραθώνα π.χ. και το Σούνιο, αλλά και ένα μέρος στην νότια άκρη του Ταΰγετου, πάνω στον κόλπο του Μαραθονησίου (κόλπος της Λακωνίας), όπου, κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε να τοποθετηθεί η πρωτεύουσα της Ελλάδας, αν μόνο και μόνο η ομορφιά θα μέτραγε σαν κριτήριο για την εκλογή αυτή. Στην Αθήνα ο Πρίγκιπας Πύκλερ που ανήκει στην πιο υψηλή κοινωνία βρίσκει όλες τις πόρτες ανοικτές. Είναι καλεσμένος του Βασιλιά Όθωνα και συναντάει το Βασιλιά Λουδοβίκο της Βαυαρίας, που επισκέπτεται την εποχή εκείνη το γιο του Όθωνα στην Ελλάδα.

Η Αργολίδα είναι ένας σταθμός του τρίμηνου μεγάλου γύρου του Πύ­κλερ σε όλη την Πελοπόννησο. Για λίγες μέρες, το Μάιο του 1836, μένει και στο Ναύπλιο. Ας μη περιμένουμε όμως μια συστηματική περιγραφή της πόλης. Το στιλ αφήγησης του Γερμανού πρίγκιπα σε όλα τα βιβλία του, με το οποίο είχε κερδίσει ένα ευρύ και πιστό αναγνωστικό κοινό, αποτελεί ένα μίγμα από προσωπικές παρατηρήσεις και σκέψεις, περιγραφές προσωπικοτήτων ή τοπίων, αφηγήσεις μεγάλων ιστορικών ή και μικρών καθημερινών συμβάντων και άλλα πολλά.

Ακολουθεί, στην ελληνική μετάφρασή μου, το κεφάλαιο που αναφέρεται σε αυτή την επίσκεψη στο Ναύπλιο. Είναι παρμένο από το βιβλίο του Πύκλερ που εκδόθηκε στη Γερμανία το 1840/41 και έχει τον τίτλο «Νότιο – Ανατολική Πινακοθήκη» (Suedoestlicher Bilderssal, τόμ. 3ος, σσ. 139-153).

 

Ναύπλιο – Hermann von Pückler – Muskau

 

«Ο δρόμος δύο ωρών από εδώ (Μυκήνες) μέχρι το Ναύπλιο περνάει συνεχώς από ωραία καλλιεργημένα χωράφια. Όταν φθάσαμε στο νέο κατασκευασμένο δρόμο του Άργους, που είναι όμως σε κακή κατάσταση, περάσαμε από μια φάρμα μοντέλο την οποίαν ίδρυσε η Κυβέρνηση και την εμπιστεύθηκε στον λοχαγό Βεχ (Weech), που είναι γνωστός σαν συγγραφέας βιβλίων για τη Βραζιλία. Η λεπτομερή επίσκεψη των Μυκηνών με είχε καθυστερήσει τόσο πολύ που έφθασα ίσια πριν κλείσει η πύλη της πόλεως (του Ναυπλίου) στις 8 μ.μ. Διότι με βάση ενός αγαπητού παιχνιδιού του στρατού της εποχής μας το Ναύπλιο διοικείται και σε καιρό ειρήνης σαν να ήταν όλη η χώρα σε εξέγερση ή σαν να πλησίαζε ένας τούρκικος στρατός. Φυσικά η επικοινωνία υποφέρει πολύ λόγω της υπερβολικής αυστηρότητας της διάταξης αυτής. (Σημειωτέο είναι ότι παλαιότερα οι πύλες έκλειναν κιόλας στις 6 μ.μ.).

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

Εγώ προσωπικά αισθάνθηκα έντονα τις συνέπειες αυτού του μέτρου, διότι στο μεγάλο ξενοδοχείο που κατέβηκα, όπου άλλωστε σπάνια πια κατεβαίνουν ξένοι και για αυτό το λόγο ο ξενοδόχος δεν κρα­τάει προμήθειες από τρόφιμα, δεν βρήκα πια τίποτε να φάω. Το Ναύπλιο έχει χάσει σχεδόν εντελώς τον ελληνικό χαρακτήρα του και μοιάζει – με τους πολλούς στρατιώτες στο γερμανικό στιλ και με τα χρώματα της Βαυαρίας – με μία βαυαρική πόλη φρουράς. Εκτός από αυτό το Ναύπλιο είναι ο κύριος στρατιωτικός χώρος του Βασιλείου, με ένα μεγάλο οπλοστάσιο. Έχει καλούς λιθόστρωτους δρόμους, έναν ωραίο κόλπο, ένα στεφάνι από γαλάζια βουνά γύρω από την καρποφόρα πεδιάδα και πολύ κοντά, από πάνω του, το ρομαντικό Παλαμήδι, το πιο υπερήφανο κάστρο των υπέροχων Βενετών, οι οποίοι είχαν διαλέξει το Ναύπλιο σαν πρωτεύουσα του Μοριά. Από την πλευρά της θάλασσας βλέπει κανείς το δεύτερο πιο χαμηλό κάστρο, το Ιτς – Καλέ, και στο λιμάνι, με τριγύρω τη θάλασσα, στο βράχο κτισμένο το Μπούρτζι.

Ως προς την έλλειψη όλων των αγαθών τα οποία βρίσκει κανείς σε κάθε μεσαία ευρωπαϊκή πόλη και ως προς την ακρίβεια όλων των αναγκαίων πραγμάτων – τουλάχιστον για τον ξένο – το Ναύπλιο βρίσκεται περίπου στο ίδιο επίπεδο με την Αθήνα. Στο «Hotel d’ Europe» πλήρωσα για δύο δωμάτια για κυρίους και δύο δωμάτια για υπηρέτες 28 φράγκα την ημέρα και για το πολύ λιτό μεσημεριανό γεύμα πλήρωσα 6 φράγκα κατά άτομο, χωρίς το κρασί.

Επειδή τη δεύτερη μέρα της διαμονής μου στο Ναύπλιο (σήμερα δηλαδή) είχα να γράψω επιστολές και να κάνω μερικές επισκέψεις, το βράδυ μου έμεινε μόνο λίγος καιρός για να επισκεφθώ την εκκλησία στην πόρτα της οποίας δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας. Μερικά σημεία του τοίχου δείχνουν ακόμη τα ίχνη των σφαιρών που έριξαν οι στρατιώτες της συνοδείας του στους δολοφόνους. Ο παπάς, αυτόπτης μάρτυρας όλων αυτών των συμβάντων, μου επιβεβαίωσε όλες τις λεπτομέρειες τις οποίες έχω περιγράψει πιο πάνω στους αναγνώστες μου[i].

Όταν γύρισα στο ξενοδοχείο βρήκα εκεί έναν Έλληνα που μου έδειξε το περιεχόμενο δύο μεγάλων δερμάτινων σακιδίων: Ήταν επεξεργασμένοι λίθοι αξίας πάνω των 100.000 δραχμών, όπως και πολλά νομίσματα και άλλα περίεργα. Ανάμεσά τους υπήρχαν μερικά αρχαία, για τα οποία ζήτησε 2000 δραχμές – μεταξύ άλλων ένα δήθεν δακτυλίδι σφραγίδα του Μεγάλου Κωνσταντίνου! Ένα πολύτιμο εγχειρίδιο του τελευταίου Έλληνα Αυτοκράτορα αποδείχθηκε αληθινό λόγω της ανάγλυφης χρυσής επιγραφής του. Η παινεμένη ποιότητα του λεπιδιού του όμως δεν άντεξε στο περσικό μου εγχειρίδιο και έπαθε, στη δοκιμή που κάναμε, μια βαθιά εγκοπή. Έτσι αγόρασα μόνο μερικούς λίθους για να παρηγορήσω τον Έλληνα. Μεταξύ των γνωριμιών που έκανα κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας πρέπει να αναφέρω τον διοικητή της πόλεως αντισυνταγματάρχη Στοϊερτς (Steuerz), ο οποίος είναι, λόγω της απουσίας του στρατηγού Γκόρντον (Gordon), προσωρινός Γενικός Διοικητής της Πελοποννήσου.

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

 

Είναι Γερμανός πολεμιστής από καλή πάστα που διακρίθηκε πολλές φορές με τις δράσεις του και που συνδέει με όλα αυτά τους πιο αξιαγάπητους και ευγενικούς τρόπους. Έτσι έγινε, δικαίως, ένα γενικά δημοφιλές πρόσωπο. Μια εξ ίσου πιστή απεικόνιση της πιο μεγάλης γλυκύτητας στο γερμανικό εθνικό χαρακτήρα είναι η κόρη του, Μαντάμ Καρπυνύ (Karpuny) η οποία, με τη γλυκιά και εμψυχωμένη ομορφιά της, δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από τη σύγκριση με οποιαδήποτε Ελληνίδα.

Επίσης ο ταγματάρχης του τόπου, κύ­ριος Τουρέ (Touret), Γάλλος στρατιωτικός από την εποχή του Ναπολέοντα και ένας από τους πιο παλαιούς φιλέλληνες, με περιποιήθηκε με όλη τη χαριτωμένη ζωηρότητα που χαρακτηρίζει το έθνος του. Οι Γάλλοι γίνονται τόσο αξιαγάπητοι κυρίως διότι έχουν σε κάθε στιγμή όλη τη νοημοσύνη τους διαθέσιμη για τη χρήση, ενώ εμείς (οι Γερμανοί) την κουβαλάμε μαζί μας στην βαλίτσα μας, και όταν θέλομε να την χρησιμοποιήσουμε πρέπει να τη βγάλουμε κομμάτι κομμάτι. Αυτή η ιδέα περνάει συχνά από το νου μου και αν τυχόν την έχω εκφράσει κιόλας αλλού, ας μου συγχωρεθεί, παρακαλώ, η επανάληψη – προς χάριν της αλήθειας. Στο Βαυαρό πρόξενο, κύριο Στρογκ (Strong), συνάντησα έναν ευχάριστο κύκλο όμορφων και μορφωμένων κυριών και ο νέος κόμης Μπότμερ (Bothmer), τον οποίον γνώρισα εκεί, ήταν ο γιος μίας πολύτιμης φίλης μου από τα παλαιά χρόνια – τι ευχάριστη ανάμνηση που κάνει πάντοτε καλό στην ευαίσθητη ψυχή.

 

21η  Μαΐου [1836]

Ο τρόπος ζωής μου έχει αλλάξει ριζικά σε αυτό το ταξίδι (στην Ελλάδα). Έτσι π.χ. σηκώνομαι τώρα δέκα ώρες πιο νωρίς απ’ ότι σηκωνόμουν συνήθως στην Αθήνα, δηλαδή αντί στις 3 το απόγευμα στις 5 το πρωί. Τουλάχιστον από αυτή την άποψη η θλιβερή μου ψυχική κατάσταση που κόντευε να μου κλέψει εντελώς τον ύπνο [ii], συνέβαλε ευεργετικά σε αυτή την επανάσταση στις συνήθειές μου, και αυτό, πράγματι, προσφέρει διάφορα πλεονεκτήματα στον ταξιδιώτη. Έτσι σήμερα στις 5.30 π.μ. μπόρεσα να δω το πυροβολικό που είχε φθάσει σε παράταξη μπροστά από το ξενοδοχείο μου, στην Πλατεία των Πλατάνων (στην οποία δεν λείπει τίποτε άλλο παρά πλατάνια). Αποτελείτο από δύο πεδινές πυροβολαρχίες και μια ορεινή πυροβολαρχία και ήταν έτοιμο να ξεκινήσει για άσκηση, αλλά περίμενε μία ώρα τα πολεμοφόδια που – δεν ξέρω για ποίο λόγο – αργούσαν. Κυρίως για να δω σε άσκηση την ορεινή πυροβολαρχία την οποίαν κουβάλαγαν μουλάρια, ακολούθησα, μετά από λίγη ώρα, την πομπή και την πρόφθασα όταν είχε πάρει την πρώτη θέση της, όχι μακριά από το φράκτη των σφαιρών.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

 

Ο αντισυνταγ­ματάρχης Χυτς (Huetz) που κατείχε την αρχηγία είναι μόνο ανθυπολοχαγός στη Βαυαρία και όταν θα εγκαταλείψει την προσωρινή υπηρεσία του εδώ, στην πατρίδα του θα επιστρέψει στο παλαιό του αξίωμα. Αυτός είναι ένας παράξενος κανονισμός τον οποίον συναντάμε εδώ γενικά. Δεν κολακεύει ούτε τους Έλληνες ούτε τους φιλέλληνες και για τους Βαυαρούς το τέλος δεν είναι τόσο ευχάριστο. Ο υπουργός πολέμου, υποστράτηγος φον Σμάλτς (von Schmaltz) είναι στην πατρίδα του μόνο αντισυνταγματάρχης. Και όταν ο τέως διοικητής της πρωτεύουσας συνταγματάρχης Λύντερ (Lueder) εγκατέλειψε την Ελλάδα – ήμουν τότε εδώ – κάποιος έλεγε αστειευόμενος πως έσπευσε πίσω στην πατρίδα του για να ξαναπάρει τη θέση του σαν λοχαγός από το φόβο μήπως γίνει στρατηγός στην Ελλάδα. Εκτός από αυτό οι αξιωματικοί αυτοί έχουν μεγάλα χρηματικά πλεονεκτήματα. Παίρνουν ένα πολύ μεγαλύτερο μισθό στην Ελλάδα και όταν, μετά από δύο χρόνια, λήγει η σύμβασή τους θα επιστρέψουν δωρεάν, θα λάβουν για έξι μήνες ακόμη τον ελληνικό μισθό, ανάλογα με το ελληνικό αξίωμά τους, και επί πλέον, με την πρώτη μέρα της επιστροφής τους αρχίζει εκ νέου ο βαυαρικός μισθός, ανάλογα με το βαυαρικό βαθμό. Με αυτό τον τρόπο πολλοί αξιωματικοί μπόρεσαν, σε μικρό χρονικό διάστημα, να πληρώσουν τα χρέη που είχαν κάνει στη Βαυαρία και απελευθερωμένοι – στο κόστος της Ελλάδας – από τις στενοχώριες τους μπόρεσαν να ξαναδούν την αγαπημένη πατρίδα τους.

Ο αντισυνταγματάρχης λοιπόν στην Ελλάδα και ο ίδιος ανθυπολοχαγός στη Βαυαρία, ο οποίος αντιπροσώπευε αυτό το διπλό αξίωμα με ένα ασυνήθιστο μεγαλείο, ήταν φανερά ένας στρατιώτης με πολύ πάθος και ήταν συνεχώς τόσο απασχολημένος που μόνο με δυσκολία μπορούσε κανείς να του πάρει λίγες λέξεις. Γι’ αυτό υπήρχαν και λόγοι διότι πολλά δεν πήγαν όπως τα ήθελε. Η εξυπηρέτηση των πυροβόλων από τους Έλληνες πυροβολητές – στους οποίους τελευταία ο βαυαρικός κανονισμός ασκήσεως έχει αντικαταστήσει τον προηγούμενο γαλλικό κανονισμό – ήταν προφανώς αργή και συχνά πολύ αδέξια. Επί πλέον συνέβηκε το εξής γελοίο πράγμα ότι μερικά φυσίγγια ήταν κατά λάθος γεμισμένα με πυροτεχνήματα αντί με πυρίτιδα και τα πυροβόλα έφτυναν, χωρίς πολύ κρότο, πολύχρωμες φλόγες – προς μεγάλη φρίκη του αρχηγού.

Η άσκηση για τη διάταξη της οποίας ο αντισυνταγματάρχης δεν με τίμησε με ενημέρωση, συνέχισε μέχρι το χωριό Μέλισσα, μιάμιση ώρα από το Ναύπλιο, και πρέπει να ομολογήσω -προς τιμή της αλήθειας— ότι επίσης το ορεινό πυροβολικό δεν διακρίθηκε ιδιαίτερα. Δεν ξέρω για ποίο λόγο, ή μήπως με το σκοπό να ασκούνται τα μουλάρια, το πυροβολικό έψαχνε πάντοτε τους πιο μακρινούς και δύσκολους δρόμους, χωρίς να υπήρχε καμία ανάγκη. Επί πλέον τα ζώα ήταν τόσο άσχημα φορτωμένα ώστε στο πιο αξιολύπητο μεταξύ τους το κανόνι με τη σέλλα κρεμόταν σαν ένας σάκος τροφίμων στο πλευρό του και ήταν σχεδόν αδύνατο το κακόμοιρο το ζώο να σκαρφαλώνει τα βράχια. Στην τελευταία τοποθέτηση των τριών πυροβόλων που παρακολούθησα φαίνεται ότι ο ίδιος ο αξιωματικός δεν μπορούσε να συμφωνήσει με τον εαυτόν του: Μετά από μερικά ανεβοκατεβάσματα τα τοποθέτησε τελικά ένα – ένα στις κορυφές τριών λόφων που ήταν αρκετά μακριά ο ένας από τον άλλο. Από εκεί τα απόμακρα απομονωμένα μικρο-πυροβόλα, τα οποία επί πλέον δεν ρίπτουν πλήρεις σφαιρών οβίδες (διότι ο κάλυκάς τους δεν αντέχει στην πιο δυνατή φόρτωση πλήρων οβίδων), δύσκολα θα είχαν προκαλέσει πολλή ζημιά σε έναν υποθετικό εχθρό.

Επίσης η προσωπική εκφώνηση των κατά λέξη διαταγών από το διοικητή του πυροβολικού προς τα τρία μακρινά σημεία είχε κάτι ευτράπελο και δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε μία αληθινή μάχη, όπως και τώρα δημιούργησε, αναπόφευκτα, αρκετή σύγχυση. Ουσιώδες μέρος της άσκησης ήταν, όπως μου φάνηκε, το πρωινό στη Μέλισσα και εκεί συνέβηκε ένα άλλο κωμικό περιστατικό: την ίδια στιγμή που το ένα πυροβόλο έριξε προς την κατεύθυνση του κάρου των τροφίμων, αυτό μισοκάθησε λόγω μίας βλάβης και έπρεπε να ξεφορτωθεί έτσι ώστε δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι το κανόνι είχε ρίξει κάτω το κάρο. Αυτό το συμβάν που καθυστέρησε κατά πολύ το πρωινό και στο οποίο χάθηκε το πιο μεγάλο μέρος της γαβάθας με σαλάτα, έδωσε αφορμή στην εύθυμη νεολαία που με συνόδευε και στους αξιωματικούς της φρουράς που ήταν όπως εγώ μόνο θεατές, σε ατέλειωτα αστεία και οξείς σαρκασμούς. Και έτσι φθάσαμε καλπάζοντας σαν μία εμπροσθοφυλακή που δεν είχε το νου της ούτε στον φίλο που ακολουθεί ούτε στον αόρατο εχθρό μπροστά της στη Μέλισσα.

Αυτό το μέρος έχει μία πρωτότυπη όψη. Ας φανταστεί κανείς μία κοιλάδα σε μορφή καζανιού, περικυκλωμένη από άσπρα βουνά, στο κέντρο της οποίας βρίσκονται τα υπολείμματα ενός βενετικού υδραγωγείου και που είναι εξ ολοκλήρου σκεπασμένη με ένα δάσος των πιο φρέσκων και πολλαπλών πράσινων τόνων, γεμάτο λουλούδια όλων των χρωμάτων. Συκιές, λεμονιές και μουριές, οι τελευταίες γεμάτες με μαύρα ώριμα φρούτα, το άνθος της ροδιάς με την κόκκινη λάμψη, η φραγκοσυκιά με τα χρυσά λουλούδια, η ροζ πικροδάφνη και το σκούρο χαρούπι και ενδιάμεσα πλεγμένες οι κληματαριές. Όλα αυτά αποτελούσαν το ελκυστικό δασάκι. Και στο γρασίδι το οποίο άρδευε μία δροσερή πηγή, μερικές ομάδες από παλικάρια γύριζαν δέκα με δώδεκα ολόκληρα αρνιά σε ξύλινες σούβλες επάνω στη χόβολη. Άλλοι Έλληνες είχαν τοποθετήσει – αυτή τη φορά όσο το δυνατόν σε καλύτερη θέση – κατά μήκος των δέντρων, τις σειρές μπουκαλιών τους με ρακί (ελληνικό οινόπνευμα), ρετσινάτο κρασί (τοπικός οίνος) και δροσερό νερό.

Σε αυτό το σημείο, πριν φθάσει ακόμη το νικηφόρο σώμα με το λιγομίλητο διοικητή του, για να αρχίσει το γεύμα, εγώ αποχαιρέτησα το εύθυμο πλήθος που με είχε συνοδεύσει και πήγα, καθέτως στα βουνά προς την κατεύθυνση του Πόρτε Λεόνε (Τολό) που απέχει περίπου δύο ώρες. Είναι ένα γραφικά τοποθετημένο λιμάνι στην ανατολική ακτή της Πελοποννήσου, όπου βρίσκονται στη μέση της πεδιάδας τα υπολείμματα ενός βενετικού κά­στρου μέσα σε ένα πλούσιο κάμπο σταφίδας και όπου ένας ψηλός πύργος επάνω σε ένα απομονωμένο βράχο στη θάλασσα – με τη θέα ανοικτή σε όλες τις πλευρές – κυριαρχεί ολόκληρη την περιοχή.

Από εδώ ένα χαριτωμένο μονοπάτι οδηγεί πρώτα από την ακτή με άμμο και μετά από απότομα βράχια σε μία νεόκτιστη κωμόπολη, της οποίας τα περιβόλια γεμάτα από θάμνους επεκτείνονται μέχρι ψηλά στα βουνά. Μέσα στη θάλασσα πολλά απόκρημνα νησιά, των οποίων μερικά φέρουν παλαιά γκρεμισμένα οχυρά, οι πολλαπλές κυματιστές γραμμές της ακτής μέχρι την Επίδαυρο και δίπλα της οι κορυφές των βουνών με τις πρωτότυπες πέτρινες μορφές τους, που μοιάζουν με κορμούς από κοντόχοντρα δέντρα, η ακίνητη σοβαρότητα και το άγριο μεγαλείο αυτής της φύσης μου άφησαν μία βαθιά εντύπωση.

Γύρισα μέσα από τα βουνά της οροσειράς και έμεινα για μία ώρα περίπου πιασμένος σε ένα φαλακρό πέτρινο λαβύρινθο μέχρι να βγω στην άλλη πλευρά του Παλαμηδίου όπου η πεδιάδα της Αργολίδας, λάμποντας στον πιο φωτεινό ήλιο, άνοιξε πάλι μπροστά μου. Ιδιαίτερα παράξενα φάνηκαν από αυτό το σημείο τα στρογγυλεμένα βράχια που σηκώνονται σαν νησιά έξω από τους κινούμενους κάμπους σταριού και μεταξύ των οποίων τα κυκλώπεια τείχη της αρχαίας Τίρυνθας ξεχωρίζουν πριν από όλα. Η ημέρα ήταν πολύ ζεστή, αλλά στην Πελοπόννησο ένας φρέσκος αέρας δροσίζει τις πιο πολλές φορές την ατμόσφαιρα. Αυτό κάνει το κλίμα της χώρας ευχάριστο το καλοκαίρι, το χειμώνα όμως – όπως το αισθάνθηκα αρκετά έντονα – είναι πολύ δυσάρεστο.

Μου έμεινε πολύ λίγος καιρός για ένα γρήγορο γεύμα μέχρι να φθά­σει ο διοικητής της πόλεως για να με συνοδεύσει στην επίσκεψή μου στο Παλαμήδι. Για να αποφύγουμε την κουραστική σκάλα που οδηγεί από την πόλη μέχρι την κορυφή, κάναμε με τα άλογά μας ένα γύρο επάνω στα βουνά και μπήκαμε από την αντίθετη πλευρά στο φρούριο. Το χτίσιμό του είναι παράξενο και μερικά από τα τείχη του είναι κτισμένα επάνω στους αρχαίους τοίχους. Εξ άλλου λόγω του ονόματος Παλαμήδι, που προέρχεται προφανώς από τον Παλαμήδη της αρχαίας εποχής, μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπήρχε πάντοτε ένα φρούριο εδώ.

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Το εσωτερικό αποτελείται από τρεις ψηλές ντάπιες εντελώς ξεχωριστές η μια από την άλλη. Η κάθε μια περικυκλώνεται από ένα εξωτερικό και ένα εσωτερικό τείχος έτσι ώστε μπορεί να αμυνθεί ξεχωριστά όταν οι άλλες ντάπιες έχουν κιόλας πέσει.  Η εξωτερική οχύρωση προς την πλευρά της θάλασσας είναι αρκετά χαμηλή και αποτελεί το πιο αδύνατο σημείο του φρουρίου, συγχρόνως όμως προσφέρει την πιο όμορφη θέα, από τον κρημνό γεμάτο φραγκοσυκιές στην προεξέχουσα γλώσσα γης του Ιτς – Καλέ με την ανατολική θάλασσα και τα νησιά της, όπως και τους πρόποδες του βουνού που επεκτείνονται μέσα στη θάλασσα.

Και το σύνολο αυτό, με τη γοτθική αρχιτεκτονική των διαφόρων οχυρωμάτων στην πρώτη γραμμή, μοιάζει με ένα θαυμάσιο πίνακα που το έχουν βάλει μέσα σε ένα κάδρο. Και επάνω σε όλα αυτά σηκώνεται σαν ένα έμβλημα του κλίματος του Νότου (όπως έλεγε ποιητικά ο κόμης Πέκιο [Pechio]) ένας ψηλός φοίνικας. Οι Βενετοί είχαν σκοπό να ανατινάξουν τα βράχια στο πόδι του Παλαμηδίου για να χωρίσουν το Παλαμήδι από το Ιτς – Καλέ δια μέσου μίας θαλασσινής διώρυγας και συγχρόνως να ενώσουν τα δύο κάστρα με μια σκεπασμένη γέφυρα, μια κολοσσιαία επιχείρηση που ήταν ήδη μισοτελειωμένη, όταν τα πολιτικά γεγονότα έβαλαν τέλος στην κυριαρχία των Βενετών στο Μοριά.

Στο Παλαμήδι υπάρχουν δεξαμενές κτισμένες από τους Τούρκους,30 ποδιών μάκρους και6 ποδιών φάρδους. Όμως μόνο σαράντα κανόνια είναι τοποθετημένα, ενώ θα χρειαζόταν διπλάσιος αριθμός περίπου για μια στοιχειώδη άμυνα του φρουρίου.

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

Με την ευκαιρία της επίσκεψης μου των φυλακισμένων οι οποίοι κρατιούνται εδώ εξαιρετικά καλά και καθαρά, ξαναβρήκα τους καλούς μου φίλους, τους Χονδρογιάννηδες. Οι δύο έγιναν πολύ χοντροί και του Σωτήρη του έθρεψαν εντελώς οι πληγές. Ο μικρότερος αδελφός του τον έχει ξεπεράσει τώρα κατά πολύ και μόνο στη φυλακή, όπως φαίνεται, έχει φθά­σει στο τελικό ύψος του και έχει γίνει ένας από τους πιο ωραίους άντρες που μπορεί κανείς να βρει.

Οι δύο με αναγνώρισαν αμέσως και με καλωσόρισαν με την πιο μεγάλη χαρά και εγώ απάντησα σε αυτή την κολακευτική υποδοχή με ένα μικρό δώρο. Προφανώς δεν φοβόντουσαν πολύ την απόφαση του δικαστηρίου στην δική τους υπόθεση και ήταν σε καλό κέφι [iii]. Μετά με οδήγησαν σε έναν αρχηγό 102 χρονών, τον Μήτρο Πέτροβα, ο οποίος φυλακίζεται εδώ, λόγω εξέγερσης στη Μεσσηνία, για 20 χρόνια!!. Πάντως συντηρείται πολύ καλά και μοιάζει με ένα εξηντάρη. Ο φύλακας μας είπε ότι αυτός ο κρατούμενος, με όλη τη ζωηρότητά του, παραπονιόταν με την πιο μεγάλη ανυπομονησία για το γεγονός ότι δεν του επιτρεπόταν να δεχθεί γυναικεία συντροφιά.

Είναι γνωστό ότι και ο Κολοκοτρώνης και ο Κολιόπουλος κρατήθηκαν σε αυστηρή φυλάκιση εδώ για ένα ολόκληρο χρόνο, ότι μετά καταδικάστηκαν σε θάνατο από δικαστές των οποίων μερικοί δρούσαν κάτω από βίαιο εξαναγκασμό και ότι τώρα, στολισμένοι με το παράσημο του Σωτήρα, χαίρονται της ιδιαίτερης χάρης της Μεγαλειότητος του Όθωνα, ο Κολοκοτρώνης σαν Σύμβουλος Επικρατείας και ο Κολιόπουλος σαν συνταγματάρχης των δέκα τμημάτων της νέας οργανωμένης φάλαγγας.

Όταν στο γυρισμό κατεβήκαμε από την πολύ κουραστική σκάλα με τις πολλές στροφές, συναντήσαμε το διοικητή του Παλαμηδίου ο οποίος, αφού είχαμε ανταλλάξει μερικές κουβέντες, γύρισε πάλι πίσω για να μου προσφέρει, όπως σε μια κυρία, ένα μπουκέτο λουλουδιών, μια ευγένεια που με παραξένεψε εκ μέρους ενός διοικητή φρουρίου, αλλά αυτό είναι μέρος των ελληνικών εθίμων.»

 

Ρεγγίνα Quack – Μανουσάκη

Εισαγωγή – μετάφραση

(Επιμέλεια του ελληνικού κειμένου: Ελένη Στοϊκοβιτς – Κοββατζή)

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2004.

 
 
Υποσημειώσεις


[i] Από τη «Νότιο Ανατολική Πινακοθήκη» του Πύκλερ, τόμος 2ος, σσ. 270-272: Στην Αθήνα, το Μάρτιο του 1836, ο Πύκλερ γνώρισε τον κύριο Κατακάζη, έναν πολύ μορφωμένο Έλληνα στην υπηρεσία των Ρώσων. Αυτός ήταν προσωπικός φίλος του Καποδίστρια και σχετικά με τη δολοφονία του, διηγήθηκε στον Πύκλερ τα εξής: «Ένα πράγμα είναι σίγουρο, το, ότι (ο Καποδίστριας) έλαβε μερικές μέρες πριν από τη δολοφονία του πολλές πληροφορίες, οι οποίες δεν άφηναν καμία αμφιβολία ανα­φορικά με τους σκοπούς των Μαυρομιχαλέων, δηλαδή ότι αυτοί είχαν αγοράσει όπλα στο Ναύπλιο κτλ. Παρά ταύτα ο Πρόεδρος δεν επιχείρησε απολύτως τίποτε εναντίον τους. Βαρυσήμαντη και συγχρόνως συγκινητικά ανθρώπινη και γεμάτη αρ­χαίου ηρωισμού ήταν η συμπεριφορά του εκείνη την άτυχη μέρα. Όταν πλησίασε την πόρτα της εκκλησίας είδε τους φανατικούς δολοφόνους που στέκονταν δίπλα της. Έγινε χλωμός και έκανε μισό βήμα πίσω, μετά χαμήλωσε το κεφάλι και πήγε γρήγο­ρα και με σταθερό βήμα προς τη σκοτεινή μοίρα του. Τα τυφλά εργαλεία της μοίρας του έπεσαν αμέσως επάνω του και με μια πιστολιά στο σβέρκο του και ένα κτύπημα εγχειριδίου στο πλευρό του έθεσαν τέρμα στη τόσο γεμάτη δράσεων ζωή του Κυβερ­νήτη.» – Σχετικά με τη δολοφονία του Καποδίστρια ο αφηγητής, κύριος Κατακάζης, διηγήθηκε στον Πύκλερ ακόμα τα εξής: Ο Καποδίστριας είχε προαισθανθεί από πο­λύ νωρίς το βίαιο τέλος του, και κάποτε είχε πει ότι ο πρώτος εκδικητής του θα εί­ναι το πιστό και πολύ αφιερωμένο παλικάρι του, που τον συνόδευε παντού, του οποίου έλλειπε το ένα χέρι. Στην τελική καταστροφή του Καποδίστρια στο Ναύπλιο αυτή η προφητεία έγινε πραγματικότητα: Εκείνο το παλικάρι κράτησε, με το άκρον απομένον του χεριού του τον πεσόντα και πλήγωσε πρώτος, με το εγχειρίδιό του, τον δολοφόνο που τον είχαν ήδη συλλάβει.

[ii] Το Μάιο του 1836 ο Πύκλερ είχε εγκαταλείψει την Αθήνα απότομα, πιθανώς εξ αιτίας μίας άτυχης ερωτικής περιπέτειας.

[iii] Ο Πύκλερ είχε γνωρίσει τους αδελφούς από τη διαβόητη οικογένεια ληστών Χοντρογιάννη το Φεβρουάριο του 1836, όταν επισκέφθηκε μαζί με το νομάρχη των Πα­τρών την κορβέττα του Κανάρη. Είχαν οδηγηθεί εκεί, αφού είχαν πιαστεί σε μια λη­στεία στο σπίτι του κυρίου Μεσηνέζη στη Βοστίτσα (σήμερα Αίγιο). Το περιστατικό αυτό είχε ως εξής: Ο Πύκλερ, μετά από μια διαμονή πέντε εβδομάδων στην Πάτρα, ήθελε να φύγει για να συνεχίσει την περιοδεία του στην Ελλάδα. Ο επόμενος σταθμός του ήταν η Βοστίτσα, όπου τον περίμενε ο πιο πλούσιος γαιοκτήμονας της περιοχής, ο κύριος Μεσηνέζης για να τον φιλοξενήσει. Απρόοπτα ο Πύκλερ καθυστέρησε την αναχώρησή του, διότι τα δύο σκυλιά του είχαν εξαφανιστεί. Να που το βράδυ της προ­γραμματισμένης άφιξής του συνέβηκε η επίθεση των ληστών στο σπίτι του κυρίου Με­σηνέζη, με άγριες ανταλλαγές τουφεκιών και πολλούς τραυματίες. Τελικά τρεις αδελ­φοί Χοντρογιάννη και δύο άλλα μέλη της συμμορίας συνελήφθηκαν. Ο Πύκλερ ακού­γοντας όλη αυτή την ιστορία ήταν πεπεισμένος ότι αυτός ο ίδιος ήταν ο κύριος στό­χος της ληστείας, δηλαδή ότι οι ληστές ήθελαν να πιάσουν ένα ξένο με κύρος σαν όμηρο, για να ζητήσουν εκβιαστικά την απελευθέρωση δύο άλλων αδελφών Χοντρο­γιάννη που κρατιόνταν τότε στο Παλαμήδι.

Read Full Post »

Δημοτική Νεοκλασική Αγορά Άργους


  

Γενικά

Νεοκλασική Αγορά

Αποτελεί ένα από τα ωραιότερα νεοκλασικά κτίσματα της πόλης του Άργους. Κτίστηκε το 1889 επί Δημαρχίας του γιατρού Σπήλιου Καλμούχου, παρά τις έντονες αντιδράσεις της δημοτικής αντιπολίτευσης. Τα σχέδια εκπόνησε ο αρχιτέκτονας (γεωμέτρης) Πάνος Καραθανασόπουλος.  Πρόκειται για ένα μεγάλο και συμμετρικό κτίριο που είναι ένα από τα ομορφότερα κτίσματα στην πόλη.  Είναι επίμηκες και χωρίζεται από δύο διαδρόμους κάθετους μεταξύ τους, ένα στενό κι ένα φαρδύτερο, που οδηγούν στις τέσσερεις εξόδους και χωρίζουν το κτίριο σε τέσσερα όμοια τεταρτημόρια.

Εκείνες που περισσότερο εντυπωσιάζουν είναι οι θαυμάσιες καμάρες στις οποίες απολήγει ο φαρδύς διάδρομος. Τρεις σε κάθε μακρά πλευρά. Από την ανέγερσή του μέχρι σήμερα λειτουργεί ως αγορά και στεγάζει 24 καταστήματα τα οποία διαχειρίζεται ο Δήμος Άργους- Μυκηνών. Έξι σε κάθε τεταρτημόριο. Η μία μακρά πλευρά του « βλέπει» προς την υπαίθρια λαϊκή αγορά και τους στρατώνες του Καποδίστρια ενώ η άλλη στην οδό Δημητρίου Τσώκρη.   

Το 1989 το κτίριο αναστηλώθηκε με την ευθύνη του Αργείου αρχιτέκτονα Κώστα Μακρή και λίγο αργότερα τοποθετήθηκε πάνω από τους διαδρόμους διαφανές στέγαστρο, για πρακτικούς λόγους αλλά και για την προστασία του κτιρίου από τις διαβρώσεις. Το κτιριακό αυτό συγκρότημα που έχει κρατήσει την αρχική του μορφή, εκτός από το πηγάδι που υπήρχε στο κέντρο του και το οποίο έχει πλέον επιχωματωθεί, έχει χαρακτηριστεί δύο φορές διατηρητέο, από το ΥΠ.ΠΟ. και το ΥΧΟΠ ( Διάταγμα Πλυτά – Τρίτση, 1982).

   

Η δημοτική νεοκλασική αγορά του Άργους (1889 -1989)


 

Ακολουθούν αναλυτικότερα και ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα  άρθρα του Δικηγόρου- Ιστορικού Βασίλη Δωροβίνη, που δημοσιεύτηκαν στα τεύχη 29 και 35 του περιοδικού « Αρχαιολογία και Τέχνες», το Δεκέμβριο του 1988 και τον Ιούνιο του 1990 αντίστοιχα.

 

Το κτίριο της νεοκλασικής αγοράς αποτελεί ένα από τα καλύτερα δείγματα έντεχνης αρχιτεκτονικής του νεότερου Άργους και ασφαλώς ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα επιτεύγματα της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα.

Θεωρώ ότι είναι αναγκαίο ν’ αρχίσου­με να ασχολούμαστε με το ιστορικό της αρχιτεκτονικής δραστηριότητας, σε δημοτικό επίπεδο και για δημοτι­κά κτίρια, ιδιαίτερα προς το τέλος του 19ου αιώνα, όχι μόνον επειδή ση­μειώνεται σε πολλές πόλεις, τόσο της ηπειρωτικής όσο και της νησιωτι­κής Ελλάδας, ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για γενικευμένο φαινόμε­νο και επομένως άξιο να μελετηθεί καθ’ εαυτό, από την πλευρά της ιστορίας της αρχιτεκτονικής και, μάλιστα, του νεοκλασικισμού, όπως μεταφυτεύτηκε περιφερειακά, αλλά επειδή ενδιαφέρει και από την πλευ­ρά της γενικότερης κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας.

 

Δημοτική Νεοκλασική Αγορά Άργους, Ντιάνα Αντωνακάτου, 1967.

 

Πράγματι, η αρχιτεκτονική αυτή δραστηριότητα συμπίπτει με μια προσπάθεια για δημιουργία αστικής υποδομής στις επαρχιακές πόλεις και, ιδιαίτερα, σε αυτές που μέχρι τότε διατηρούσαν έντονο χαρακτήρα αγροτικών κέν­τρων όπως το Άργος ή ο Πύργος. Ασφαλώς, δεν είναι τυχαίο ότι πρω­τοβουλίες για την προώθηση αυτής της δραστηριότητας παίρνουν δή­μαρχοι και δημοτικά συμβούλια με υπεροχή του στοιχείου των ελευθέ­ρων επαγγελματιών και των εμπόρων και ότι συχνά η προώθηση αυτή, στο ιδεολογικό επίπεδο, γίνεται στο όνο­μα του εκσυγχρονισμού και της ανάγκης εξόδου από την μέχρι τότε κατάσταση, που συχνά ταυτίζεται με την καθυστέρηση. Οι αντιθέσεις που προκαλούν, εδώ ή εκεί, τέτοιες πρω­τοβουλίες φέρνουν, ακριβώς, στην επιφάνεια αντιθέσεις του κοινωνικού υποστρώματος, με άμεση αντιστοιχία προς το ιδεολογικό επίπεδο.

Τα στοιχεία που παραθέτω και ανα­λύω στην πρώτη αυτή ενότητα προέρχονται από τα πρακτικά του δημοτικού συμβουλίου Άργους, που ευτυχώς σώθηκαν από την καταστρο­φή του δημοτικού αρχείου η οποία ενεργήθηκε κατά καιρούς, και από την αποδελτίωση του τύπου της Αρ­γολίδας, που έχω ολοκληρώσει πριν μερικά χρόνια. Επιβοηθητικά, χρησιμοποίησα στοιχεία από τα περιηγητι­κά βιβλία του γιατρού Χ. Π. Κορύλλου και του Σπ. Παγανέλη, που πέρασαν από το Άργος λίγο μετά την οικοδό­μηση της αγοράς. Σε κύριο άρθρο της εφημερίδας «Άργος» εντοπίζουμε για πρώτη φορά την πληροφορία ότι ο δήμαρ­χος Καλμούχος πήρε την πρωτοβου­λία για την ανέγερση της αγοράς, την ανακαίνιση του δημαρχείου και την προσθήκη οικήματος σε αυτό (πρόκειται για το κτίριο προς ΒΑ, επί της οδού Βασ Σοφίας, όπου μέχρι πρόσφατα στεγαζόταν το «Οικονομι­κό» Γυμνάσιο). Γράφει το «Άργος»:

«Ο ημέτερος δήμαρχος κ. Καλμούχος από πολλού ήδη χρόνου μελετά και εργάζεται φιλοτίμως περί δημοτικών έργων προς εξυγίανσιν και ανάπτυξιν της πόλεως και του δήμου εν γένει (….) Όπως όλοι οι προοδευτικοί συμπολίται μας αναμολογούν και ο δήμαρχος εμβριθώς έγνω η πόλις μας έχει ανάγκην και συμφέρον μέγιστον να οικοδομηθώσι καταστήματα επί ασκεπών δημοτικών γηπέδων και δημοτική αγορά πάρα την πλατεία του στρατώνος, χάριν της καθαριότητος και αναπτύ­ξεως της πόλεως. Έργα όμως είνε αδύνατον να γίνουν άνευ χρημάτων και χρήματα δεν περισσεύουν προς τοιούτους σκοπούς εκ του προϋπολογισμού του Δήμου. Εν­τεύθεν παρίσταται ανυπέρβλητος η ανάγκη δα­νείου δρχ. 100 χιλ. ου οι τόκοι και χρεωλύσσια έσονται ελάσσονα των εκ των έργων αυτών δημοτικών προσόδων κατ’ ασφαλείς και θετικούς υπο­λογισμούς. Δια τούτο ο δήμαρχος αφού δια μηχανικού κα­τήρτισε τους αναγκαίους προϋπολογισμούς, ήλθεν εις συνεννοήσεις προς κεφαλαιούχους των Αθηνών και μετ’ αποτελέσματα των ενεργειών του ευάρεστα εισήγαγε το ζήτημα εις το δημοτικόν συμβούλιον κατ’ αυτάς. Δυστυχώς το δημοτικόν συμβούλιον ευρέθη εις πολύ παραδόξους διαθέσεις. Και οι μεν προτάσεις του δημάρχου εψηφίσθησαν, άτε ούσαι κοινωφε­λείς και κάλλισται, προς τιμήν της πλειοψηφίας του συμβουλίου εκ των 18 όμως συμβούλων ευρέθησαν 8 οίτινες ανέταξαν σφοδρά πείσμονα και εμπαθή αντίδρασιν εις ουδένα σπουδαίον λόγον στηριζομένην και ελαυνομένην εκ φατριατικού καθαρώς ανταγωνισμού. Το παράδοξον δε είνε, ότι η μειοψηφία ανεγνώρισε την χρησιμότητα των εν λόγω έργων απέκρουσεν όμως το δάνειον δηλ. ησπάσθη τον σκοπόν αλλ’ ηρνήθη τα μέσα της πραγματοποιήσεώς του».

Και το άρθρο του «Άργους» καταλή­γει τονίζοντας, ότι θα αποτελέσει «έγκλημα» κατά της πόλης και του μέλλοντός της η άρνηση παρομοίων ευεργετικών έργων, εκφράζοντας την ευχή ότι η δημοτική μειοψηφία δεν θα βρει υποστηρικτές στην πόλη. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το τό­τε «Άργος» (λίγα χρόνια αργότερα εκδόθηκε άλλη εφημερίδα, με τον ίδιο τίτλο) ήταν η πρώτη εφημερίδα, που εκδόθηκε σε λίγο – πολύ τακτά διαστήματα στην πόλη, και αρχισυντάκτη είχε τον προοδευτικό δικηγό­ρο και ιστορικό του νεότερου Άρ­γους Δημ. Βαρδουνιώτη.

Σε άλλη τοπική εφημερίδα στον «Αγαμέμνονα», και ενώ από την πλευρά του δημοτικού συμβουλίου είχαν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες για τη σύναψη δανείου, δημοσιεύτηκε ενάμιση μήνα αργότερα, επιστολή με αρχικά ονόματος (Γ.X.Μ.), όπου αποκηρύσσεται μετά βδελυγμίας το άρθρο του «Άργους», ως …υβριστικό, σε τόνο επιθετικό και δημαγωγι­κό δίχως στοιχεία που να τεκμηριώ­νουν πραγματικά τις αντιρρήσεις κατά της ανέγερσης της αγοράς.

Οι αντιρρήσεις αυτές στηρίζονται αόρι­στα στο ότι τα έσοδα από την αγορά θα είναι πολύ λιγότερα από το ποσό του δανείου και εκείνο των τόκων – τοκοχρεολυσίου το οποίο θα βαρύνει συνεχώς τα οικονομικά του Δή­μου. Επίσης θεωρείται ότι θα υπάρ­ξει αδυναμία καθαρισμού της αγο­ράς από έλλειψη «πηγαίου ύδατος». Και καταλήγει το άρθρο με υβριστική επίθεση κατά του Βαρδουνιώτη. Το «ύφος» και το «ήθος» αυτής της επί­θεσης θυμίζει έντονα, και μετά εκατό χρόνια εντελώς παρόμοια στάση της πλέον οπισθοδρομικής μερίδας της πόλης σε πρόσφατους αγώνες για την πολιτιστική της κληρονομιά και για τον εκσυγχρονισμό της. Αλλά θυ­μίζει βέβαια και ανάλογη στάση στις γενικότερες κομματικές διαμάχες της χώρας μας. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι οι αντιρρήσεις αυτές, που ασφαλώς ταυτίζονταν με εκείνες της δημοτι­κής αντιπολίτευσης στο θέμα, αγνο­ούσαν τις νεότερες εξελίξεις ως προς το δάνειο αλλά και προσπαθού­σαν να προκαταλάβουν την κοινή γνώμη ως προς την καθαριότητα.

Δεν βρήκαμε στις πηγές στοιχεία αλλά ξέρουμε καλά ότι στο κέντρο του δα­πέδου της αγοράς δημιουργήθηκε πηγάδι και επομένως, είχε βρεθεί νερό. Το πηγάδι αυτό σφραγίστηκε πρόσφατα και είναι εμφανέστατη η διάμετρός του από το τσιμεντένιο κλείσιμο του στομίου του. Ήδη, όμως το δημοτικό συμβούλιο είχε προχωρήσει σε τελική απόφαση για την οικοδόμηση και για σύναψη δανείου, με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Από τα πρακτικά της συνε­δρίασής του της Κυριακής, 17 Ιου­λίου 1888, μας γίνεται γνωστό ότι εί­χε προηγηθεί το με αρ. 80 «ψήφισμά» του, με το οποίο εντελλόταν ο δή­μαρχος να συνάψει δάνειο για τα εξής έργα: «κατασκευή δημοτικής αγοράς εν τη ενταύθα πλατεία του στρατώνος του ιππικού», «δημοτι­κών καταστημάτων ανατολικώς του δημαρχικού καταστήματος» και « σι­δηράς στοάς κατά την άνω λεγομένην της κύλεως αγοράν».

Στην ίδια συνεδρίαση ο δήμαρχος αναγ­γέλλει ότι ήρθε σε διαπραγματεύσεις με το διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας στην Αθήνα οι οποίες και κατάληξαν σε συμφωνία για σύναψη δανείου 100.000 δρχ. με τόκο 7% και τοκοχρεολύσιο 1% ετησίως με εξόφληση του σε δυο δόσεις (1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου). Η πληρωμή των δόσεων αυτών προτεινόταν από το δήμαρχο να γίνεται με γραπτώς συνομολογούμενη υποχρέωση του ενοικιαστή δη­μοτικών φόρων όπως ήταν μέχρι και τότε θεσμικά δυνατό και συγκεκρι­μένα του φόρου « επί των εισκομιζομένων ωνίων» και του «δασμού επί των εμπορευμάτων». Με την ενοικία­ση των δημοτικών φόρων ο ανάδοχος ανελάμβανε, έτσι, την πληρωμή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων στο υπο­κατάστημα της Εθν. Τράπεζας, στο Ναύπλιο.

Το δημοτικό συμβούλιο έκανε δε­κτούς τους όρους αυτούς και έδωσε εντολή στο δήμαρχο κατά την ίδια συνεδρίασή του, να συνάψει το δά­νειο χρησιμοποιώντας ως υπεγγύηση τους παραπάνω δημοτικούς φό­ρους, αλλά για μετά την έκδοση της διακηρύξεως της μειοδοτικής δημο­πρασίας κατασκευής των τριών οικο­δομημάτων ώστε να αποφευχθεί η άμεση επιβάρυνση του Δήμου με πληρωμή τόκων. Η σύναψη του δανείου βρισκόταν υπό την έγκριση της Νομαρχίας.

 

Η αγορά στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, από δελτάριο με στοιχεία εκδότη «Satrap».

 

Από επικριτικό άρθρο του «Αγαμέ­μνονα», στο φύλλο που μνημονεύσαμε, μαθαίνουμε πρόσθετα ότι η από­φαση για την ανέγερση των κτιρίων λήφθηκε με ψήφους 10 προς 8, αλλά και ότι ο Νομάρχης ενέκρινε ταχύτα­τα τη σύναψη του δανείου όπως και κονδύλι 500 δρχ. για να καλυφτούν τα έξοδα του δημάρχου στην υπόθε­ση αυτή πράγμα που προκάλεσε ιδιαίτερα τη μήνυ του αρθρογράφου.

Ο «Αγαμέμνων» επανήλθε λαύρος, με δυο μεγάλα κύρια άρθρα του κατά της σύναψης του δανείου, επι­χειρηματολογώντας αντιφατικά υπέρ της ενέργειας άλλων και χρησιμότε­ρων έργων υποδομής στην πόλη και, ταυτόχρονα, υπογραμμίζοντας ότι ο Δήμος… δεν έχει χρήματα. Από τα άρθρα αυτά προέρχονται και τα πρόσθετα στοιχεία ότι το δάνειο ήταν δεκαετούς διαρκείας και ότι η ανέγερση των κτιρίων προβλεπόταν να ολοκληρωθεί σε τρία χρόνια.

 

Η διαδικασία για την ανέ­γερση και η ολοκλήρωση του κτιρίου

 

Από τα προηγούμενα δημοσιεύματα του «Αγαμέμνονα» μαθαίνουμε ότι υπήρχε «δημοτικός γεωμέτρης» (μη­χανικός) στο Δήμο, ο Πάνος Καραθανασόπουλος, ο οποίος «σχεδιαγραφούσε» για την κατασκευή της αγο­ράς και, μάλιστα, σε θέση όχι ακρι­βώς επί της πλατείας των Στρατώνων του Καποδίστρια. Από τις πηγές δε γίνεται διόλου σαφές ποιος εκπόνη­σε τα σχέδια για τα κτίρια και, μάλι­στα, της αγοράς η οποία, σύμφωνα με πρόχειρες εκτιμήσεις αρχιτεκτό­νων, ανάγεται σε τεχνοτροπία του Τσίλλερ. Έρευνες σε κατάλοιπα σχέ­δια του Τσίλλερ, στην Εθνική Πινακο­θήκη, δεν απέδωσαν αποτέλεσμα. Στα εναπομένοντα δημοτικά αρχεία του Άργους δεν υπάρχει, πλέον, κα­νένα σχετικό σχέδιο. Και είναι πολύ περίεργο το ότι ούτε στον τοπικό τύ­πο, ούτε και στα σωζόμενα πρακτικά συνεδριάσεων του δημοτικού συμ­βουλίου βρήκαμε την παραμικρή, έστω, νύξη για τον αρχιτέκτονα του έργου.

Τέλος Νοεμβρίου του 1888 έχει πε­ρατωθεί «πάσα προπαρασκευαστική εργασία προς κατασκευήν λαμπράς αγοράς εν Άργει», ενώ στο τέ­λος Δεκεμβρίου εξακολουθούσαν οι μειοδοτικές προσφορές, που είχαν φτάσει στα 16% για την αγορά και στα 17% για τα καταστήματα. Σε πρακτικό συνεδρίασης του δημοτι­κού συμβουλίου της 4 Ιανουαρίου 1889 βρίσκουμε ότι αποφασίστηκε η κατακύρωση του διαγωνισμού υπέρ του εργολάβου και τελευταίου μειο­δότη Αγγελή Σακκά, με προσφορά 17%, με εγγυητή τον Αργίτη Παντελή Σαγκανά (από τους ιδιοκτήτες του πρώτου σύγχρονου, για την εποχή ξενοδοχείου της πόλης «Των ξέ­νων», στην πλατεία του Αγ. Πέτρου, που λειτούργησε ανελλιπώς μέχρι πρόσφατα). Στην ίδια απόφαση μνη­μονεύεται και η τελική εγκριτική από­φαση του Νομάρχη για τα έργα με αριθμό 7778/1-10-1888.

Για άγνωστους λόγους και ενώ, κα­θώς φαίνεται είχαν αρχίσει τα έργα οικοδομής, σημειώνεται αλλαγή ερ­γολάβου και στον «Αγαμέμνονα» της 2-5-89 υπάρχει η είδηση ότι, « η κατα­σκευή της Νέας Αγοράς κατεκυρώθη αντί δρχ. 55.000 εις τον εκ Ναυ­πλίου εργολάβον κ. Βουγιούκαν, υποχρεούμενον να αποπερατώση αυ­τήν εντός 6 μηνών». Στο μεταξύ είχε αποπερατωθεί η κατεδάφιση «παρα­πηγμάτων λαχανοπωλείων εν τω χώρω των οποίων ανεγερθήσεται» η δημοτική αγορά και εγκρίνεται η εκ­ποίηση των υλικών τους.

 

Η αγορά πριν την αναστήλωση του 1988.

 

Έτσι, γίνεται γνωστό ότι στη θέση όπου οικοδομήθηκε η αγορά και επί της πλα­τείας των Στρατώνων είχαν προαναγερθεί εμπορικά παραπήγματα, σε δρόμο που από τότε μέχρι σήμερα εί­ναι από τους εμπορικότερους του Άργους (οδός Τσώκρη) και από τους λίγους όπου έχει διασωθεί μεγάλο μέρος της παραδοσιακής αρχιτεκτο­νικής, παρά τις «φιλότιμες» παραλή­ψεις της Επιτροπής Αρχιτεκτονικού Ελέγχου του ΥΠΕΧΩΔΕ και τις άδει­ες που έχει, προφανώς, παράσχει για ανέγερση ντουβαριών. Την 1η Μαΐου 1889 κατατίθεται ο θε­μέλιος λίθος της αγοράς, (ενώ λί­γες μέρες αργότερα δημοσιεύεται στον «Αγαμέμνονα» το εξής σχόλιο:

« Κατά την ανασκαφήν των θεμελίων της Νέας Αγοράς μας ανευρέθη αρχαίον πλατύ τείχος εκτισμένον δι’ ογκολίθων, το οποίον ο εργολάβος εξακολουθεί καταστρέφων διά δυναμίτιδος, προς χρησιμοποίησιν των λίθων».

Αν ο ευφάνταστος και αντιπολιτευόμενος τον Καλμούχο «Αγαμέμνων» υπερέβαλε, ίσως, προς τη χρήση….δυναμίτιδας, δε νομίζω να αποτελεί φανταστικό εφεύρημά του η είδηση για το τείχος: με το ξύσιμο, σε ορισμένα σημεία, των παλαιών σοβάδων ήρθε σε φως η λιθοδομή της αγοράς, όπου χρησιμοποιήθηκαν διαφόρων μεγεθών λίθοι, και μεταξύ τους βρίσκονται κάποιοι των διαστάσεων λίθων ογκώδους κατασκευής. Έρευνες, με ηλεκτρομαγνητική μέθοδο που ενήργησε ειδικός για λογαριασμό της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, με σκοπό τον εντοπισμό του αρχαίου τείχους του Άργους, φαίνεται να το εντοπίζει και στην περιοχή της Αγοράς – Στρατώνων. Η πληροφορία του «Αγαμέμνονα» δεν φαίνεται επομένως, να είναι ανακριβής. Ο Σπ. Παγανέλης, στο οδοιπορικό του εν μέρει, την υιοθετεί περνώντας από το Άργος κατά την εποχή που οικοδομείται η αγορά και γράφει συγκεκριμένα, δημιουργώντας και νέα παραλλαγή:

« Ο εργολάβος της εν τη πόλει ταύτη οικοδομουμένης δημοτικής αγοράς έγνω να χρησιμοποιήση δια την οικοδομήν αρχαιοτάτους ογκολίθους οίτινες εν σχήματι αρχαίου ιερού είχον ανευρεθή πάρα τινα αγρόν μικρόν απωτέρω του Άργους παρά τας όχθας του Χαράδρου ποταμού. Ευτυχώς φιλόμουσοι και φιλότιμοι πολίται κατόρθωσαν να ματαιώσωσι το κακούργημα και να σώσωσι, καθ’ α ήλπισαν, το ιερό η το ηρώον εκείνο όπερ ανασκάπτων τον αγρόν αυτού, εύρεν αγρότης τις και ούτινος τους λίθους εβουλεύθη να βεβηλώση και εξευτελίση ο εργολάβος, αγνοών ίσως τίνος κακού καθίστατο πρόξενος. Η θέσις, ένθα είχε ανακαλυφθή το ιερόν και το ιερόν τούτο, συμπίπτει προς την περιγραφήν, ην εν το ΚΕ’ κεφαλαίω των «Κορινθιακών» αυτού δίδωσιν ο Παυσανίας»(….) «Και τις οίδεν αν δεν το κατέστρεψαν. Εκφράζω δε μετ’ οδύνης τον φόβον τούτον διότι, ούτε έσπευσα εκεί, εις την υποδειχθείσαν θέσιν, μετά του ζηλωτού και υπέρ της αρχαίας παιδεύσεως και καλλιτεχνίας ενθουσιώντος χρηστού και φιλομούσου πολίτου κ. Δ. Βαρδουνιώτου, εφόρου του εν Άργει Μουσείου, ουδέ ίχνος του σεβασμίου οικοδομήματος εύρομεν, όπερ, κατά την από μνήμης περιγραφήν ιδόντων, αποτελείτο υπό του περιβόλου του ιερού, όστις ην ισόπλευρος εκ λευκού λίθου και άθικτος, εκ του διπλού ιερού εκ λίθου πορώδους χρώματος γης, αποτελουμένου, και εκ πολλαπλών σειρών λίθων αλλεπαλλήλως τεθειμένων».

Ο Παγανέλης ελεεινολογεί την αδιαφορία των δημοτικών αρχών και των πολιτών του Άργους για την καταστροφή του μνημείου και καλεί την Κυβέρνηση και την Αρχαιολογική Εταιρεία να παρέμβουν. Φυσικά, δε φαίνεται να δόθηκε συνέχεια στο πράγμα, οπότε πιθανόν και να διευκρινίζονταν πολλές λεπτομέρειες. Οι εργασίες για την αγορά συνεχίστηκαν. Πριν υψωθούν οι τοίχοι του κτιρίου, νέα εμπλοκή. Από σχόλιο του «Αγαμέμνονα» πληροφορούμαστε ότι ο φρούραρχος Άργους και διοικητής της στρατιωτικής μονάδας στους Στρατώνες του Καποδίστρια Μεντζελόπουλος, γνωστοποιεί στην Κυβέρνηση ότι ο δήμαρχος δίχως άδεια κατέλαβε μέρος της πλατείας των Στρατώνων και οικοδομεί την αγορά, παραγγέλλεται έρευνα στο Νομάρχη και αυτός, τελικά, αποφαίνεται ότι «καταπατάται μεν αληθώς η πλατεία του δημοσίου, παρεμποδίζονται τα γυμνάσια του ιππικού, το οποίον θα αναγκασθή να αναχωρήση του Άργους (επισείει την απειλή ο «Αγαμέμνων»), ασχημίζεται η πόλις, βλάπτονται τα μαγαζεία, απειλούνται νόσοι κλπ. (βοά και πάλι η εφημερίδα), αλλά πρέπει να υποκύψωμεν εις την θέλησιν του κ. δημάρχου διότι χάνει… την υποληψίν του και διότι… ό,τι έγινεν έγινε».

Το είπε μάλιστα και Γαλιστί, φέτα κομπλιού (fait accompli) (sic). Και το θέμα σταματά εδώ, και, βέβαια, ο στρατός παραμένει στους Στρατώνες μέχρι το…1968. Νέα εμπλοκή δημιουργείται από νέα αλλαγή του προσώπου του εργολά­βου. Από το με αρ. 150 πρακτικό της συνεδρίασης της 11 Ιουνίου 1889 του δημοτικού συμβουλίου, μαθαίνουμε ότι στις 16 Απριλίου ο Ν. Μπουγιούκας είχε υποβάλει αίτηση στο Δήμο και ζητούσε την υποκατάστασή του από τον εργολάβο Κωνστ. Θεωνά στον οποίο είχε εκχωρήσει συμβο­λαιογραφικά τα δικαιώματά του.

Το συμβούλιο αποφαίνεται ότι δια της αιτήσεως «ουδαμώς παραβλάπτονται τα συμφέροντα του Δήμου, αφού αι προς τον Δήμον υποχρεώσεις του εργολάβου Ν. Μπουγιούκα και του εγγυητού του μένουσιν ακέραιοι και αμετάβλητοι», και εγκρίνει την αντικατάσταση. Φαίνεται ότι ο Καλμούχος, γνωρίζον­τας καλά τα πνεύματα και την κακοβουλία, αποφάσισε να υπερβεί κάθε υπαρκτό και πιθανό εμπόδιο και, έτσι, από νέο σχόλιο του αιώνιου «Αγαμέ­μνονα» που γκρινιάζει και ελεεινολογεί, πληροφορούμαστε ότι «πάντες οι εργαζόμενοι εις την κατασκευήν έτερων καταστημάτων διέκοψαν την εργασίαν και εργάζονται αυτού» (στην αγορά). Και ήδη, το έργο προχωρεί προς το τέλος του, όπως φαίνεται από νέο σχόλιο της εφημε­ρίδας:

«Το κτίριο της νέας αγοράς βαίνει προς το τέλος του χάριν της ιστορίας των συγχρόνων πολιτικών μας πρέπει να αναγραφή εν τη εφημερίδι ταύτη ότι επί της στέγης ετέθησαν τα λεπτότερα και ευ­τελέστερα των ξύλων τα λεγόμενα καδρονάκια, ότι το ύψος του κτιρίου και των θυρών αυτού είναι κατά 25 εκατοστά του μέτρου χαμηλώτερον του εγκεκριμένου σχεδίου και ότι σκέψις εγένετο και απόφασις ελήφθη παρά τοις δημαρχικοίς όπως πληρωθώσιν εις τον εργολάβον 10.000 δραχμαί περιπλέον διότι δήθεν ζημιούται».

Η οικοδόμηση φαίνεται ότι ολοκλη­ρώθηκε προς το τέλος του 1889. Ο Χ. Κορύλλος, που επισκέφτηκε το Άρ­γος την εποχή εκείνη, κάνει λόγο για τη «νεόδμητον και αρκούντως ευρύχωρον δημοτικήν αγορά», ενώ σε νέο σχόλιο του «Αγαμέμνονα», της 2ας Μαΐου 1890. διαβάζουμε: «Προ δυο περίπου μηνών μεγαλόσχημος εξ Αθηνών επιτροπή αποτελουμένη υπό του κ. Σουλή και άλλων παρέλαβε την Νέαν Αγοράν της πόλεώς μας».

H εφημερίδα επαναλαμβάνει, όπως και σε μεταγενέστερο σχόλιό της, τις καταγγελίες για ευτελή υλι­κά και μείωση των προβλεπομένων από το σχέδιο υψών, τονίζοντας ότι « ελλείπει η δια πλακών επίστρωσίς τις» (παρατήρηση ακριβής) και ότι «αι στήλαι εκτίσθησαν εκ κοινού λίθου ενώ έπρεπε να κατασκευασθούν εκ Πεντελησίου μαρμάρου. Δια τούτο οι αρμόδιοι οφείλουν να δημοσιεύσουν τους όρους του σχεδίου και το πρακτικόν της παραδόσεως χάριν της υπολήψεώς των και προς άρσιν των υπονοιών του Κοινού». Πράγμα που δεν έγινε. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η ίδια εφημερίδα επισημαίνει την έλλειψη αφοδευτηρίων στην αγορά, τα οποία έχουν υποκαταστήσει οι αίθουσες κάποιων καταστημάτων της.

 

Η σύγχρονη περιπέτεια της αγοράς

 

Νεοκλασική Αγορά Άργους

Η αγορά λειτουργεί μέχρι σήμερα χωρίς να έχουμε εντοπίσει κάποιες σαφείς πληροφορίες για έργα συντή­ρησής της επί ένα, περίπου, αιώνα. Γερνάει, σοβάδες πέφτουν, ακροκέ­ραμα ιδιοποιούνται, ενώ το 1972 ο Δήμος προχωρεί σε «αναμόρφωση» της πλατείας του Στρατώνα, κόβον­τας όλα τα αιωνόβια δέντρα, τσιμεντώνοντας τα πάντα και μετατρέποντας το χώρο μεταξύ Στρατώνων και αγοράς σε έρημο.

Την ίδια εποχή αρχίζει κάποια κίνηση για οικοδόμηση…«Διοικητηρίου» στο Άργος. Ως πρώτος «στόχος» επιλέγεται ο χώρος της αγοράς (ακολούθησαν εκείνος των Στρατώνων και, αργότερα, του Δημαρχείου. Απόηχος αυτός της κίνησης, υπό μορφή «παραπόνου» για­τί δεν επιτράπηκε η κατεδάφισή της, υπάρχει ακόμα και σε επίσημα έγγρα­φα του δημάρχου Δ. Μπόνη ( 1975-1978).  Οι συγκεκριμένες αυτές απειλές και πόθοι για κατεδάφιση του κτιρίου, οδήγησαν την Αρχαιολο­γική υπηρεσία Ναυπλίου να φρο­ντίσει για την προστασία του και, έτσι, την άνοιξη του 1974 κηρύχτηκε μνημείο.

Ό,τι, όμως, δεν κατάφεραν οι «κατεδαφιστές» άρχισε να επιτελείται από την κρατική αδιαφορία και τον πρω­τογονισμό της δημοτικής αρχής Άρ­γους ιδίως των δυο περιόδων της εκλογής του Γ. Πειρούνη αγροτικού εισοδηματία (1978-1986). Επανειλημμένα στον τοπικό τύπο επισημάνθηκε ότι ακόμα και τμήματα τοίχων και οροφών άρχισαν να καταρρέουν από έλλειψη συντή­ρησης, ενώ σε κάθε νέα ενοικίαση καταστήματος, και μέχρι σήμερα, κά­θε «ρέκτης» επιχειρηματίας ακολου­θεί δικό του «ρυθμό» αναστήλωσης, με αποτέλεσμα, το όλο κτίριο να πα­ρουσιάζει την εικόνα μιας μεγάλης κουρελούς.

Ο ίδιος ο Γ. Πειρούνης δεν παύει να «προγραμματίζει» αόριστα τη «συν­τήρηση και εξωραϊσμό της Δημοτικής Αγοράς», πριν ακόμα γίνει δήμαρχος. Αλλά και αρχίζει η «μεγάλη πο­ρεία» για την αναστήλωση, που συνε­χίζεται επί μια δεκαετία. Κλείνουμε αυτό το άρθρο με επισήμανση των κυριοτέρων «σταθμών» της, στηριζόμενοι αποκλειστικά σε επίσημα στοιχεία.

Τον Ιούνιο του 1977 δημοσιεύεται στον τοπικό τύπο ανακοίνωση του δημάρχου Δ. Μπόνη, όπου κατά λέξη αναφέρεται ότι, στο Υπουργείο Πολι­τισμού, « η μελέτη της γενικής ανακαινίσεως περατούται αυτή την εβδομάδα, το δε ύψος ταύτης ανέρ­χεται εις το ποσόν των 4.000.000 δρχ.» Ο τύπος εκφράζει φόβους για κατάρρευση του κτιρίου και ο δήμαρχος, με νέα επίσημη ανακοίνω­σή του και στο γνωστό του στιλ ανα­φέρει ότι « Ο Αρχιτέκτων κ. Τσουβές μας είπε ότι η μελέτη ολοκληρώθηκε και ανήλθε (sic) εις το ύψος των 7.000.000 και ήδη θα προωθηθή η με­λέτη δια να εγκριθή από αρμόδιο Συμβούλιο. Εμείς την ερχόμενη εβδομάδα θα ενεργήσουμε και πάλι δια την ταχείαν περαίωση του θέμα­τος».

Νεοκλασική Αγορά Άργους

Αρχές 1978 και τίποτε δεν έχει προ­χωρήσει, ενώ Αργίτες στέλνουν υπό­μνημα στο υπουργείο και ζητούν να αναστηλωθεί και το πηγάδι, στη μέση της αγοράς. Ο τότε υπουργός Πολιτι­σμού Γ. Πλυτάς, με έγγραφό του προς το Δήμο δηλώνει ότι δέσμευσε για το 1978, 3 εκατομμύρια για το έρ­γο αναστήλωσης αλλά τα οποία οφείλουν να απορροφηθούν μέχρι το τέλος του έτους (ο Δήμος είχε αναλάβει τα σχετικά συνεργεία) πράγμα που δημιουργεί απορημένα ερωτημα­τικά. Κάποιες αναστηλωτικές ερ­γασίες αρχίζουν, περνάει και το 1978, ενάμισι εκατομμύριο δαπανάται και τα έργα καρκινοβατούν, «δι αυτεπι­στασίας του Δήμου». Αποτελεί, στην προκειμένη περίπτωση, το παράδειγμα της Αγοράς του Άργους ένα λαμπρό στοιχείο για το τι σημαίνει «αποκέντρωση» – ξεφόρτωμα αρμο­διοτήτων σε πλάτες αναρμόδιων, ενώ οι κεντρικές υπηρεσίες εξακολου­θούν να είναι ανεπαρκείς. Επανει­λημμένα ο τύπος ρωτά, ο δήμαρχος κωφεύει και, τελικά, στο τέλος Μαΐου του 1979, σε συνέντευξή του δηλώνει κατά λέξη ότι επισκέφ­τηκε το Υπουργείο και ότι « ο λόγος της διακοπής ως είπον ήτο η έλλειψη μελέτης. Υποσχέθηκαν ότι θα αρχί­σουν εργασίες τον Απρίλιον ή Μάιον. Παρουσιάστηκε δυσκολία ειδικευμέ­νων τεχνιτών. Από πλευράς δημοτι­κής Αρχής εζητήθη η αναπαλαίωσις να γίνει από συνεργείο 15 τουλάχι­στον τεχνιτών και όχι με 2 η 3 άτομα, όπως το καλοκαίρι».

Φτάνουμε αισίως στο 1981, τόσο ο τοπικός όσο και ο αθηναϊκός τύπος, απηχώντας διαμαρτυρίες τοπικών συλλόγων, διαμαρτύρονται για τις κα­θυστερήσεις, κάποιες εργασίες ψιλοαρχίζουν για να ξανασταματήσουν γρήγορα, ενώ εξακολουθεί να μην υπάρχει η παραμικρή επίσημη ενημέρωση. Νέες διαμαρτυρίες συλ­λόγων, νέα έκκληση του δημάρχου και το Πάσχα του 1982 η νέα Υπουργός Πολιτισμού (Μελίνα Μερκούρη) κατεβαίνει αυτοπροσώπως στο Άργος και, μεταξύ άλλων υπόσχεται να περατωθούν τα έργα. Νέες δηλώσεις του δημάρχου κάνουν λόγο για πρόγραμμα σε δυο φάσεις ενώ ακόμα και στον αθηναϊκό τύπο δημοσιεύεται ανακοί­νωση του ΥΠ.ΠΟ., κατά την οποία διατίθεται κονδύλι 15 εκατομμυρίων για τα έργα αναστήλωσης. Νέες ελπίδες αλλά και δυσπιστία στο Άρ­γος αφού η «γούνα είναι», πια «καμμένη».

Στο μεταξύ, γίνονται αναμισθώσεις καταστημάτων, οπότε και ενεργούνται «αναστηλώσεις», κατά το δοκούν, δίχως να προκαλούν την παραμικρή δραστική επέμβαση των κρατικών υπηρεσιών, παρά τις καταγ­γελίες. Οι σχετικές κατασκευές χαρακτηρίζονται αυθαίρετες, αλλά παραμένουν ως έχουν μέχρι σήμερα. Μέχρι το τέλος του 1987 απραξία και αυθαίρετες νέες επεμβά­σεις, νέων ενοικιαστών, καταγγέλ­λονται συνεχώς και από κάθε πλευρά του τοπικού τύπου, δίχως κανένας να συγκινείται.

Από το 1986 εκλέγεται νέα δημοτική Αρχή, υπάρχει πλήρης «ομοψυχία» στο δημοτικό συμβούλιο και γι’ αυτό και για άλλα θέματα, ο νέος δήμαρ­χος Δημ. Παπανικολάου ξαναπαίρνει το δρόμο του ΥΠ.ΠΟ.. απ’ ό,τι εκεί­νος αναφέρει δεν υπάρχει ολοκλη­ρωμένη μελέτη στο Υπουργείο για αναστήλωση του κτιρίου, γίνεται πρόταση να σκεπαστεί η αγορά, στα κενά της, και το δημο­τικό συμβούλιο παίρνει απόφαση να ανατεθεί η πλήρης μελέτη αναστή­λωσης, σε συμφωνία και με οδηγίες του ΥΠ.ΠΟ., στον τοπικό αρχιτέκτονα Κώστα Μακρή, που μετείχε στη μελε­τητική ομάδα του ΥΠ.ΠΟ του 1978 για την αναστήλωση των Στρατώνων Καποδίστρια.

Πλήρης μελέτη, τό­σο αποτύπωσης όσο και αναστήλωσης του κτιρίου παραδόθηκε το Σεπτέμβριο και εγκρίθηκε από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεότερων Μνη­μείων του ΥΠ.ΠΟ., τον Οκτώβριο του 1988. Τελειώνουμε ένα μικρό ιστορικό χρο­νικό της οικοδόμησης και της τύχης ενός από τα σημαντικότερα κτίρια της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής στον ελλαδικό χώρο. Αν αυτό το άρθρο πήρε μια ασυνήθιστη έκταση, νομίζω ότι είναι χρήσιμο για να διαπι­στώσει από κοντά και με στοιχεία ο αναγνώστης από ποιους δαιδάλους, αντικειμενικούς και ψυχολογικών αντιδράσεων περνούσε η οικοδόμη­ση παρόμοιων κτιρίων, αλλά και από ποιους (και χειρότερους) λαβυρίν­θους αδιαφορίας, κρατικής αναποτε­λεσματικότητας, πολιτικής αναισθη­σίας και τοπικής ασχετοσύνης εξακο­λουθεί να περνά κάθε προσπάθεια για σύγχρονη συντήρηση παρόμοιων κτιρίων στην επαρχία.

  

Νεότερα στοιχεία για τη νεοκλασική Αγορά του Άργους

 

Ο Μάνος Μπίρης, αρχιτέκτων και Επίκουρος Καθηγητής στο ΕΜΠ, σε δικές του έρευνες, εντόπισε από άλλη πλευρά το ίδιο όνομα, δηλαδή του Πάνου Καραθανασόπουλου, και σε σχετικό σημείωμα που του ζήτησα να μου στείλει σημειώνει τα εξής:

«Απ’ όσο γνωρίζουμε, ο μηχανι­κός Πάνος Καραθανασόπουλος ήταν ένας από τους επιδέξιους χειριστές της «σχολής» του Τσίλλερ – ίσως και συνεργάτης του – και δυστυχώς δύο από τα πιο γνωστά έργα του στην Αθήνα δεν υπάρχουν πια. Το ένα ήταν το μεγάλο ξενοδο­χείο «Ακταίον» του Νέου Φαλή­ρου που κτί­σθηκε λίγο μετά το 1900 για τον τραπεζίτη I. Πεσματζόγλου, με όλα τα μορφολογικά χαρακτηρι­στικά της βιεννέζικης σχολής του αναγεννησιακού κλασικισμού. Το άλλο ήταν το μέγαρο της πολύ γνωστής στους παλαιούς Αθηναί­ους «Στοάς Πεσματζόγλου», ίσως λίγο μεταγενέστερο του πρώτου, που βρισκόταν επί της οδού Πανεπιστημίου, ακριβώς απέναντι από την Εθνική Βιβλιο­θήκη (στη δημοσιευόμενη φωτο­γραφία είναι το πολυώροφο κτί­ριο στο δεξιό άκρο).

Στο ισόγειό του στεγαζόταν το περίφημο φαρμακείο Δαμβέργη, και είχε μεγάλο τοξωτό θύρωμα της στοάς, πλαισιωμένο από κίονες. Βεβαίως η ταύτιση του έργου του Καραθανασόπουλου, και ιδιαίτε­ρα η σχέση του με το κομψό και λειτουργικό συγκρότημα της αγοράς του Άργους, απαιτεί πε­ρισσότερη έρευνα. Πάντως, η μορφολογία του κτιρίου καθώς και στοιχεία που ήδη ανέφερες στο άρθρο σου συγκλίνουν προς την άποψη ότι το κτίριο αυτό εί­ναι δημιούργημα του Αθηναίου μηχανικού» (Αθήνα, 31-3-1990).

Αυτά ως προς την αρχιτεκτονική του κτιρίου. Εκτός από τις φωτο­γραφίες που ευγενικά μου παρα­χώρησε ο κ. Μπίρης για το παρόν άρθρο, δημοσιεύεται σ’ αυτό προπολεμική φωτογραφία της Αγοράς, από ταχυδρομικό δελτά­ριο που είχε τυπώσει ο εγκατε­στημένος στο Άργος φωτογρά­φος Κυριακίδης (γνωστός με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Απελ­λής»), την οποία μου παραχώρη­σε η αρχιτέκτων και φίλη κ. Μ. Αδάμη – την ευχαριστώ και από εδώ θερμά.

 

Προπολεμική φωτογραφία της Αγοράς, του φωτογράφου Κυριακίδη (Απελή).

 

Όπως είχα σημειώσει στο προη­γούμενο άρθρο μου, τα σχέδια για την αναστήλωση της Αγοράς συνέταξε ο Αργίτης αρχιτέκτο­νας Κώστας Μακρής. Τα σχέδια αυτά εγκρίθηκαν από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠ.ΠΟ. στο τέλος του 1988 και από τότε, με αυτεπιστασία του Δήμου Άργους, άρχισε να επιδιορθώνεται η στέγη του κτιρίου, με χρήση παλαιών κεραμι­διών.

 

Όψη οδού Τσώκρη. Σχέδιο – πρόταση Κώστα Μακρή

Όψη οδού Τσώκρη. Σχέδιο – πρόταση Κώστα Μακρή

 

Μόλις στις 10 Οκτωβρίου 1989, και μετά από δημοπρασία της 22 Αυγούστου 1989, υπογράφηκε μεταξύ του δημάρχου Άρ­γους και του αρχιτέκτονα του Άργους Παναγιώτη Αθ. Θεοφίλη σύμβαση «κατασκευής έργου» για τα έργα αναστήλωσης (αρ. πρωτ. Δήμου Άργους 10472). Τα έργα άρχισαν αμέσως.

Θα πρέπει να προσθέσω ακόμη ότι στο Κ. Σ. Νεωτέρων Μνημείων είχε υποβληθεί μελέτη κατα­σκευής σκέπαστρου στον εσωτε­ρικό, ακάλυπτο χώρο της Αγο­ράς, καθώς και επικάλυψης του δαπέδου της – και για τα θέματα αυτά, που είχαν τεθεί ευθύς με την αρχική κατασκευή του κτι­ρίου, παραπέμπω στο προηγού­μενο άρθρο.

 

Όψη παρόδου οδού Τσώκρη. Σχέδιο – πρόταση Κώστα Μακρή

 

Το Κ.Σ.Ν.Μ., με κατά πλειοψηφία απόφασή του της 8-2-1990, ενέκρινε την κατασκευή στεγάστρου αλλά όχι και τη μελέτη επίστρωσης με πλάκες του δα­πέδου (τα σχέδια και για τα δύο ήταν της αρχιτέκτονος Ερμίνας Λειβαδίτη – Θεοφίλη, για το στέ­γαστρο είχαν ληφθεί υπόψη υπο­δείξεις της Δ/νσης Αναστήλωσης Νεωτ. Μνημείων), για τον λόγο ότι «δεν προσαρμοζόταν στο ύψος και στις αναλογίες» του κτι­ρίου. Το Συμβούλιο δεν διατύπω­σε συγκεκριμένες συστάσεις ή υποδείξεις, όπως απεναντίας έκαμε για το στέγαστρο (σχετικό το έγγραφο της Δ/σης Πολιτιστι­κών Κτιρίων και Αναστηλώσεως Νεωτ. Μνημείων του ΥΠ.ΠΟ., με αριθμό 4703/175/ 5-3-1990).

Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Πάνος Καραθανασόπουλος, από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες του τέλους του 19ου – αρχών του 20ου αιώνα, είχε αναλάβει την εκπόνηση του σχεδίου του Ιερού Ναού της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής στο Κεφαλάρι, καθώς και τα σχέδια του κτιρίου της « Εμπορικής Σχολής» Άργους, δίπλα στο Δημαρχείο.

  

Πηγές


  • Βασίλης Δωροβίνης, «Η δημοτική νεοκλασική αγορά του Άργους (1889 -1989)», Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες» τεύχος 29, Δεκέμβριος 1988.
  • Βασίλης Δωροβίνης, «Νεότερα στοιχεία για τη νεοκλασική Αγορά του Άργους», Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες» τεύχος 35, Ιούνιος 1990.
  • Βασίλης Δωροβίνης, «Η νεοκλασική αγορά του Άργους / καταχρήσεις και χρήσεις», Εφημερίδα, « ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ», Δεκέμβριος 2008.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις « Εκ Προοιμίου», Άργος, 2007.

Read Full Post »

Σύνταγμα (Τύπος) 1892-1970


  

Εφημερίς Πολιτική Δικαστική και των Ειδήσεων. Ναύ­πλιο, Ιούν. 1892-1970, αρ. φ. 1-3022 (8 Ιουν. 1969). «Ιδρυ­τής: Παναγ. Ιω. Ιατρός, διευθυντής – ιδιοκτήτης: Στυλ. Ν. Κωστόπουλος» (από τις 8 Ιουλ. 1928). «Ιδρυτές: +Σωτ. Ιω. Ιατρός, Παν. Ιω. Ιατρός, +Στυλ. Ν. Κωστόπουλος. Ιδιοκτήτες: Αφοί Στυλ. Κωστόπουλοι. Διευθυντής: Θά­νος Θ. Αναγνωστόπουλος» (από τις 23 Ιαν. 1944).

Από 22 Οκτ. 1950 εναλλάσσονται τα ίδια άτομα στις διευθυντικές θέσεις της εφημερίδας. Οι υπότιτλοι αλλάξουν, χωρίς να διαφέρει το νόημα. Εβδομαδιαία («Εκδίδεται κατά Κυριακήν»), τετρασέλιδη, τετράστηλη (συνήθως η πρώτη σελίδα) και πεντάστηλη, διαστάσεων 45×31 εκ. δισέλιδη και εξάστηλη, διαστάσεων 48,5χ34 εκ. (από τις 23 Ιαν. 1949). Τιμή φύλλου: 2 δρχ. (από τις 4 Ιουν. 1939), 500 δρχ. (από τις 23 Ιαν. 1949), 1000 δρχ. (από τις 22 Οκτ. 1950), 1 δρχ. (από την 1η Ιαν. 1956). Συνδρομές: ετήσια «εν Ναυπλίω δραχ. 50, εν λοιπή Ελλάδι [δραχ.] 60», 75 δρχ. (από τις 4 Ιουν. 1939), 30000 δρχ. (από τις 23 Ιαν. 1939), 50000 δρχ. (από τις 2 Οκτ. 1955 και 50 δρχ. από την 1η Ιαν. 1956)· ετήσια εξωτερικού 3 δολ. (από τις 8 Ιουλ. 1928), 15 δολ. (από τις 23 Ιαν. 1949). Γραφεία: έναντι Νομαρχίας (από τις 8 Ιουλ. 1928). Γραφεία – τυπογραφείο: πλατεία Τριών Ναύαρχων (από τις 4 Ιαν. 1931) και μεταπολεμικά στην οδ. Βασιλέως Κωνστα­ντίνου (όπου σήμερα το κατάστημα «Κουμούτση»).

Η μακροβιότερη εφημερίδα της Αργολίδας. Την εποχή που εκδόθηκε, το Ναύπλιο είχε χάσει την οικονομική σημασία του, λόγω της ανάπτυξης του Πειραιά και του σιδηροδρόμου. Από πληροφορίες σχετικά με την ίδρυσή της από «αφηγήσεις του Αντ. Λεκόπουλου, Παν. Ιατρού και […] του Αλέκου [Μουτζουρίδη]» από το επετειακό άρθρο (5 Ιουν. 1938, αρ. φ. 1945) για τη συμπλήρωση των 47 χρόνων κυκλοφορίας, το Σύνταγμα εκδόθηκε τον Ιούνιο 1892, όταν είχαν εκλείψει άλλες εφημερίδες στο Ναύπλιο ή αντιμετώπιζαν προβλήματα έκδοσης, καλύπτοντας «μία πραγματική έλλειψι και μία πραγματική ανάγκη».

Ως «Ιδρυτής […] πραγματικός, εμπνευστής» του Συντάγματος αναφέρεται ο δικηγόρος Διονύσιος I. Ιατρού ή «Νιόνιος Τζανίνος», γνωστός ως Μιγάς εξαιτίας του καθολικού του δόγματος, έχοντας την τυπογραφική στήριξη του αδελφού του Σωτήρη. Λίγα χρόνια αργότερα αναλαμβάνει την εφημερίδα ο αδελφός τους Παναγιώ­της. Το 1926 περιέρχεται στον Στέλιο Κωστόπουλο, ο οποίος μια δεκαετία περίπου αργότερα ανακαινίζει τις εγκαταστάσεις. Τυπογραφεία και γραφεία παραμένουν στο ισόγειο της «μεγάλης οικίας των Ιατρού ή των Τζανίνων» που βρισκόταν «Λοξά, αντίκρυ στο Παλάτι του Όθωνα». Η «αδιάλειπτη και συνεχής» έκδοσή της με τους «μακροχρόνιους αγώνες» της «συνετέλεσαν στην προαγωγή της πόλεως».

 

Σύνταγμα - Εφημερίς Πολιτική Δικαστική και των Ειδήσεων, 1899.

 

Ως στόχος τίθεται εξαρχής η εξυπηρέτηση των αναγκών και συμφερόντων του Ναυπλίου και της Αργολίδας. Το τρίπτυχο «Πατρίς – Θρησκεία – Οι­κογένεια» αποτελεί το σταθερό της σύμβολο. Γλώσσα της είναι άλλοτε η καθαρεύουσα και άλλοτε η δημοτική. Τάσσεται με το Λαϊκό Κόμμα, υποστηρίζει τον Παναγή Τσαλδάρη και τον ντόπιο εκπρόσωπο του Ιωάννη Μουτζουρίδη. Αντιπολιτεύεται σκληρά τον Ελ. Βενιζέλο σε όλη την τελευταία πρωθυπουργία του: η εκλογική του νίκη θεωρείται «πραξικοπημα­τικός τερματισμός» της δημοκρατίας που θα προκαλέσει θανάσιμους κλυδωνισμούς για τη χώρα. Οι ενδεχόμενες φιλοβασιλικές της απόψεις δεν έγινε δυνατόν να ανιχνευθούν λόγω απώλειας των πε­ρισσότερων φύλλων της. Ωστόσο με το άρθρο «Ο κίνδυνος επί θύραις» καλεί σε λήθη των πολιτικών παθών και προτρέπει τα δύο μεγάλα κόμματα σε συνεργασία (αναφέρεται από τη Ναυπλιακή Ηχώ, 17 Μαΐου 1936, αρ. φ. 519).

Κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας στηρίζει το καθεστώς, που σώζει τη χώρα από «τριβόλους και ακάνθας κομμουνιστικάς». Αναπαράγει συνεχώς την ειδυλλιακή εικόνα μιας χώρας όπου επικρατεί ομόνοια και ευημερία. Προβάλλει τα στελέχη του καθεστώτος και τις οργανώσεις του και ανατυπώνει άρθρα από τις εβδομαδιαίες εφημερίδες των Λόχων Αρρένων-Θηλέων της EON (Εθνική Οργάνωση Νεολαίας).

Η επιθετική στάση απέναντι στους Φιλελεύθερους φέρνει το Σύνταγμα σε σύγκρουση με το «ρυπαρόφυλλο» της Ναυπλιακής Ηχούς. Αιτία αποτελούν οι προστριβές των δύο κομματικών παρατάξεων σχετικά με τον δήμο, αλλά και η γενικότερη πολιτική κατάσταση.

Από τα φύλλα της Ναυπλιακής Ηχούς φαίνεται ότι η αντιπαλότητα αυτή υποχωρεί παραμονές της 4ης  Αυγούστου. Όμως αναζωπυρώνεται πάλι, μέχρι την ιταλική επίθεση. Τότε οι σχέσεις των δύο εφημερίδων εισέρχονται σε περίοδο σύμπνοιας πια. Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, το Σύνταγμα καλύπτει τις εξελίξεις του μετώπου. Στις 20 Απριλίου 1941, τέσσερις μέρες πριν από τη συνθηκολόγηση της στρατιωτικής ηγεσίας, η «Δ/σις της Εφημερίδος» δηλώνει την πρόθεσή της να αποφύγει τη διακοπή, της έκδοσης.

 

Σύνταγμα - Εφημερίς Πολιτική Δικαστική και των Ειδήσεων, 1951.

 

Επανακυκλοφορεί στο τέλος του Εμφυλίου. Ενδιαφέρεται σχεδόν αποκλειστικά για τοπικά θέματα. Πολιτικά, καλύπτει κυρίως τις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις των Βασίλη Κόκκινου και Δημήτρη Α. Σαγιά για τον δημαρχικό θώκο του Ναυπλίου, υποστηρίζοντας μία τον ένα και μία τον άλλο˙ η τοποθέτηση αυτή την ωθεί να αντιπολιτεύεται την εφ. Αργοναυπλία.

Παρακολουθεί τις δραστηριότητες της βασιλικής οικογένειας. Υποστηρίζει τον «Στρατάρχην» Παπάγο ως θεμέλιο της ομαλότητας. Επικρίνει έντονα «τους της Αντιπολιτεύσεως εκπροσώπους» και «τους της Σοβιετίας υπηρέτας». Εγκωμιάζει την κυβέρνηση Κ. Καραμανλή. Τον Ιούλιο 1965 με κύριο άρθρο της ονομάζει τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου «Ο Δικτάτωρ», συμπληρώνοντας ότι «Η χώρα εσώθη τον έσχατον κίνδυνον να γίνη Άγιος Δομίνικος χάρις εις την αποφασιστικότη­τα του Βασιλέως». Η δικτατορία της 21ης Απριλίου χαιρετίζεται με διθυραμβικά άρθρα ως «συνισταμέ­νη των προσδοκιών του λαού μας».

Η ύλη αποτελείται κυρίως από ειδήσεις της τοπικής κοινωνίας. Όταν όμως κρίνεται σκόπιμο, η γενικότερη – πολιτική κατά κύριο λόγο – κατάσταση γίνεται αντικείμενο του κύριου άρθρου στην πρώτη σελίδα. Οι τοπικές ειδήσεις κατατάσσονται στις στήλες «Χωρίς Τίτλο», «Επιφανείς Ναυπλιείς», «Ζητήματα και Πράγματα» κάτω από τον υπέρτιτλο «Ναυπλιακή ζωή» της δεύτερης σελίδας, όπου δημοσιεύονται επίσης επιστολές αναγνωστών, τα κοινωνικά και οι μικρές αγγελίες. Η τρίτη σελίδα, «Τα γεγονότα της Εβδομάδος», περιέχει τη στήλη «Ζωή και Κίνησις» και ανταποκρίσεις από τις κωμοπόλεις του νομού. Διαφημίσεις αποτελούν την τελευταία σελίδα. Υπάρχει ακόμη το εβδομαδιαίο χρονογράφημα, στήλες με ύλη αθηναϊκή, άρθρα πατριδογνωστικού ενδιαφέροντος, μόνιμη θρησκευτική στήλη, «Φιλολογικά Σημειώματα», ρήσεις και «Δια­λεχτοί Στίχοι», διηγήματα σε συνέχειες. Σποραδικά δημοσιεύονται ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Μεταπολεμικά, το Σύνταγμα δημοσιεύει διηγήματα, ποιήματα και ευθυμογραφήματα, επιφυλλίδες, μελέτες, κριτική βιβλίου, αλλά και θρησκευτική στήλη. Η στήλη «Ζητήματα και Πράγματα» περιέχει σχολιασμένες ειδήσεις, κυρίως τοπικές. Η δεύτερη σελίδα περιλαμβάνει ανακοινώσεις, τα «Κοινωνικά» και τη στήλη «Ματιές» για μικρότερες αυτή τη φορά ειδήσεις του Ναυπλίου. Οι λιγότερο ή περισσότερο περιστασιακοί συνεργάτες υπογράφουν με το όνομά τους, τα αρχικά τους ή με ψευδώνυμο.

Για τη μακρά συνεργασία του ξεχωρίζει ο δικηγόρος Πραξιτέλης Γ. Μουτζουρίδης. Δημοτικός σύμβουλος, συγγενής βουλευτή και υπουργού του Λαϊκού Κόμματος και βουλευτής ο ίδιος, αποτελεί έναν από τους βασικούς αρθρογράφους. Ο Θ. Θ. Αναγνωστόπουλος κρατά τη στήλη «Επίκαιρα Σημειώματα» στο κάτω μέρος της πρώτης σελίδας και μετά την αντικατάστασή του στη διεύθυνση της εφημερίδας. Τακτικότατος συνεργάτης είναι ο δικηγόρος Ηλίας Χ. Μπέζας, υπογράφοντας το κύριο άρθρο τις περισσότερες φορές. Ο Α. Π. Τσακόπουλος συνεισφέρει άρθρα ιστορικού – επετειακού και λαογραφικού ενδιαφέροντος. «Ο Αητονύχης» υπογράφει τη μόνιμη στήλη «Σατιρικός Στίχος».

 

Σπύρος Ταλιέρης

Πηγή


  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974», τόμος Δ΄, Αθήνα, 2008.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Θανατική ποινή: Η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Ελλάδα


 

Το θέμα της καταργήσεως ή διατηρήσεως της θανατικής ποινής δεν παύει να προκαλεί, κατά καιρούς, συζητήσεις στη χώρα μας, αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα. Ο αθηναϊκός τύπος «κάλυψε», φέτος, την σχετική ανταλλαγή απόψεων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, που κατέληξε στη διατύπωση γνώμης υπέρ της αναβολής κάθε θανατικής εκτελέσεως στα κράτη – μέλη· εκτενής συζήτηση για το θέμα θα γίνει σύντομα. [ Σημ. Βιβλ. Η παρούσα ανακοίνωση του Βασίλη Δωροβίνη έγινε το 1981].

Πριν μερικούς μήνες, επίσης, πρόταση νόμου για την κατάργησή της δεν κατάφερε να περάσει από την μικτή κοινοβουλευτική επιτροπή Δικαιοσύνης, πέντε ολόκληρους μήνες αφότου είχε κατατεθεί. Στην πράξη, βρισκόμαστε μπροστά σε μία παράδοξη κατάσταση, που συνίσταται στην αποφυγή επιβολής ή εφαρμογής της ποινής αυτής επί μία, περίπου, δεκαετία, ενώ στο νομοθετικό επίπεδο εκδηλώνεται, για την ώρα, σαν επικρατέστερη η τάση για διατήρησή της.

Οι ληστές της σφαγής στο Δήλεσι μετά τη σύλληψή τους, χαλκογραφία βρετανικού περιοδικού.

Η κατάσταση αυτή, τόσο από την πλευρά της προληπτικής ποινικής πολιτικής, όσο και από καθαρά κοινωνιολογική άποψη, δεν νομίζουμε ότι ανταποκρίνεται, πλέον, στην παραμικρή συνειδητή άσκηση μιας οποιασδήποτε «τακτικής», αλλά σε μιαν αντίφαση και σε ένα χάσμα ανάμεσα στην κοινωνική πραγματικότητα και στη συγκεκριμένη στάση των ελληνικών δικαστηρίων, από το ένα μέρος, και την έλλειψη θάρρους και ρεαλισμού των αρμοδίων νομοθετικών οργάνων. Το άρθρο αυτό γράφτηκε με στόχο να συμβάλει, όσο μπορεί, στην άρση της παραπάνω αντιφάσεως, δείχνοντας ότι, από τα πρώτα «βήματά της» στη χώρα μας, μετά την Επανάσταση του ΄21, η ποινή του θανάτου, και όταν ακόμα προκάλεσε, κάποτε, θεαματική προσέλευση του «κοινού» (στις περιπτώσεις που εφαρμόστηκε «παραδειγματικά», λ.χ. η τιμωρία των ληστών του Δήλεσι και η υστερία που δημιούργησε), είναι πολύ αμφίβολο, πλέον, το ότι συνάντησε την αποδοχή του ελληνικού λαού και των φωτισμένων εκπροσώπων του.

Δεν κάνουμε λόγο για κανενός είδους «φρονηματισμό»: τέτοια, κάπως απλοϊκή αντίληψη, δικαιολογεί το, ίσως, πριν από την επανάσταση της ψυχολογίας του βάθους (ψυχανάλυσης) και του γόνιμου προβληματισμού που προκάλεσε. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι, στις μέρες μας, η εφαρμογή της ποινής του θανάτου έφτασε να γίνεται με δύο μορφές: ή με ελάχιστους μάρτυρες, «δια το νομότυπον του πράγματος» (οπότε ανταποκρίνεται — επιμένουμε όχι σαν ΑΡΧΗ, αλλά σαν ΕΦΑΡΜΟΓΗ, και έχουμε το λόγο μας γι΄ αυτό — στην εντελώς αφηρημένη ιδέα της «Δικαιοσύνης», με κρατικό, πλέον, περίβλημα, και στο εντελώς αμφισβητήσιμο «δικαίωμα» του κράτους να εφαρμόζει το νόμο του ΤALIO) ή σε θέα του κοινού και του «λαού», οπότε, σύμφωνα με τις γνώσεις και την συνειδητότητα που έχουμε σήμερα, προκαλεί και διεγείρει αλγολαγνικές τάσεις σε αυτόν (με κανένα αισθητό, στατιστικά, «φρονιματιστικό» αποτέλεσμα).

Το πρώτο είδος εφαρμογής είναι εκείνο των λεγομένων «ανεπτυγμένων» χωρών, ενώ το δεύτερο είδος συναντάται στις χώρες του λεγομένου «Τρίτου Κόσμου», με πρόσφατα και «θεαματικά» παραδείγματα εκείνα της Λιβερίας και της Σαουδικής Αραβίας. Τούτο δεν σημαίνει ότι, στην πρώτη περίπτωση, δεν εμφανίζονται τα φαινόμενα της δεύτερης (για την εκτέλεση του Γκάρυ Γλίλμορ – 1976 -,  στην Πολιτεία Γιούτα των Η.Π.Α., πλήθος υποψηφίων εκτελεστών διαγκωνίζονταν για να επιλεγούν στο εκτελεστικό απόσπασμα, όχι, βέβαια, «κατακαιόμενοι» από τις επιταγές κάποιας «ιδέας δικαιοσύνης»), ούτε και ότι, στη δεύτερη περίπτωση, δεν εμφανίζεται, μόνιμα και επίμονα, η αντίληψη της ίδιας, αφηρημένης κρατικής Δικαιοσύνης, και των «δικαιωμάτων» της (αδιάφορο αν «επαναστατικώ» η μη «δικαίω»).

Θα θέλαμε να συμπληρώσουμε αυτή την εισαγωγική σημείωση με την διευκρίνιση ότι ευνόητο είναι πως το άρθρο τούτο γράφεται από πρόσωπο που έχει πεισθεί για την αναγκαιότητα να καταργηθεί, στις μέρες μας, η ποινή του θανάτου στην Ελλάδα. Αν φθάσαμε σε αυτήν την ενδόμυχη πεποίθηση, δεν είναι από αφηρημένη θεωρητική τοποθέτηση ούτε (μόνο) από γενική ηθική αποτίμηση. Είναι, και από έρευνες, ιστορικές και κοινωνιολογικές, που δείχνουν ξεκάθαρα, πλέον, ότι στη χώρα μας, τουλάχιστο, η ποινή του θανάτου βασικά δεν έγινε δεκτή από το λαό, σε περιόδους σχετικής πολιτικής ισορροπίας και νηφαλιότητας, εννοείται, και δεν έδρασε «φρονιματιστικά» η «παραδειγματικά».

Αν κάποιο «παράδειγμα» δόθηκε, αυτό ήταν ενός κρατικού μηχανισμού που έφθανε στο ίδιο επίπεδο (η και χειρότερο) με όσους είχαν προσβάλει βάναυσα ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια ή το κοινωνικό σύνολο.

Το υλικό το οποίο επιλέξαμε για το άρθρο αυτό προέρχεται από τέσσερεις πηγές: για την καποδιστριακή περίοδο, από συστηματική αποδελτίωση της «Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος» (1828 – 1831), δηλαδή της τότε Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και από εξίσου συστηματική αποδελτίωση των φακέλλων της Γενικής Γραμματείας της Επικρατείας (είδους γραφείου του Πρωθυπουργού, με τα σημερινά δεδομένα), της ίδιας περιόδου, που βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

Για την μετέπειτα περίοδο και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, το υλικό προέρχεται από πλήρη αποδελτίωση του τοπικού τύπου της Αργολίδας καθώς και από άρθρα που εντοπίσαμε για το θέμα σε «Ημερολόγια» της εποχής (ειδικότερα, στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» του Σκόκκου). Το ότι, για την δεύτερη περίοδο, στρέψαμε την προσοχή μας προς την Αργολίδα και, ειδικότερα, προς το Ναύπλιο, είναι, βέβαια, ζήτημα ερευνητικής επιλογής, παράλληλα όπως, ανταποκρίνεται και σε ένα δεδομένο: το Ναύπλιο αποτέλεσε, κατά την περίοδο αυτή, τον κύριο τόπο εκτελέσεων (γίνονταν στο Παλαμήδι, ενώ ο πύργος στη νησίδα Μπούρτζι χρησιμοποιόταν σαν κατοικία των δημίων). Η στάση, επομένως, της τοπικής κοινής γνώμης απέναντι στην εφαρμογή της θανατικής ποινής αποτελεί πολύτιμο κοινωνιολογικό «δείκτη» για την «υποδοχή» της στη χώρα μας.

 

Καποδιστριακή περίοδος

 

Μετά την έλευση του Καποδίστρια στην Ελλάδα (7 Ιανουαρίου 1828) και επί τρία, σχεδόν, χρόνια δεν φαίνεται να εκτελέσθηκε θανατική ποινή, τουλάχιστον σύμφωνα με τις πηγές που αναφέραμε. Είναι, μάλιστα, ενδιαφέρον να μνημονεύσουμε δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, από τις οποίες η μία αφορά ανθρωποκτονία «εκ παραδρομής και απροσεξίας» και η δεύτερη μετατροπή θανατικής ποινής, ώστε να καταδείξουμε ποιο ήταν το γενικότερο πνεύμα της σωφρονιστικής πολιτικής κατά τα τρία, αυτά, χρόνια.

Στην πρώτη περίπτωση, του κατηγορουμένου Γεωρ. Παρασκευά, που είχε σκοτώσει τον Δημ. Γεωργίου, η Στρατιωτική Επιτροπή που δίκαζε, τότε, παρόμοια αδικήματα σύμφωνα με την διαταγή αρ. 457 του Καποδίστρια, αποφαίνεται στις 28 Φεβρουαρίου 1828 ότι, σύμφωνα με την απολογία του κατηγορουμένου, με μαρτυρικές καταθέσεις, αλλά και «παρατηρήσασα και τα συνοδεύοντα το έγκλημα περιστατικά», ο φόνος διαπράχθηκε «ουχί εκ προμελέτης» και τιμωρεί τον φονέα ως εξής: «καταδικάζει τον διαληφθέντα ένοχον… εις την εφεξής ποινήν κατά τον Μθ’ παράγραφον του κώδηκος των νόμων. Εξ ολόκληρους μήνας από της σήμερον να ευρίσκεται υπό παιδείαν, τους μεν πρώτους τρεις εξ αυτών φέρων άλυσσον εις τους πόδας να δουλεύη παστρεύων τας ακαθαρσίας της πολιτείας Ναυπλίου, εις στηλίτευσιν της κακίας και παράδειγμα των ατακτούντων, τους λοιπούς τρεις μήνας να μένη εις την φυλακήν κατά συνέχειαν». Ταυτόχρονα, το δικαστήριο επιβάλει και αποζημίωση προς όφελος της χήρας και του ορφανού του Δημ. Γεωργίου  ([1]).

Παλαμήδι: Από το 1890-1913 λειτούργησε σαν αποκλειστικό μέρος των εκτελέσεων με γκιλοτίνα.

Στη δεύτερη περίπτωση, με την αρ. 13317 πράξη του της 5 Ιουλίου 1829, ο Κυβερνήτης μετατρέπει θανα­τική ποινή, που είχε επιβληθεί από το Πρωτόκλητο Δικαστήριο των Δυτικών Σποράδων στον πλοίαρχο Κων. Καρά και στους «συντρόφους» του (υποθέτουμε για πειρατεία), θεωρώντας ότι «τα εγκλήματα τούτων είναι της σκληρός ανάγκης και των εκ του πολέμου δεινών, μάλλον, ή της κακής διαθέσεως αυτών αποτε­λέσματα˙ Λαβόντες οίκτον δια τας απόρους και αθλίας οικογενείας αυτών, απειλουμένας παντελή όλεθρον και καταστροφήν, εκτελουμένης της αποφάσεως». Σύμφωνα με την πράξη του Κυβερνήτη, οι καταδικα­σμένοι «απολύονται της θανατικής ποινής, αλλά θέλουν κρατείσθαι μέχρι δευτέρας διαταγής υπό φύλαξιν εις το εν Μονεμβασία φρούριον»  ([2]).

Μόλις προς το τέλος του έτους 1830 επισημαίνουμε, στην «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος», την πρώτη εκτέλεση  θανατικής  ποινής («κεφαλικής ποινής»). Συνολικά, τρεις φορές και μόνο τούς δύο τελευταίους μήνες του 1830 βρίσκουμε εκθέσεις εκτελέσεων ([3]), από τις οποίες η πρώτη γίνεται στη Σκόπελο, η δεύ­τερη στην Καλαμάτα και η τρίτη στα Σάλωνα.

Χαρακτηριστικό είναι ότι οι εκτελέσεις γίνονταν δημόσια, αφού ο μελλοθάνατος εγκλειόταν σε ναό της περιοχής μαζί με ιερέα, για συνεχή εξομολόγηση επί μία ημέρα, μετάνοια και συγχώρηση. Και στις τρεις περιπτώσεις εκτελεστές ήταν τρεις άνδρες της τοπικής φρουράς, που πυροβολούσαν εξ επαφής, ενώ ήταν παρούσες και οι τοπικές αρχές.

Τα αδικήματα, για τα οποία είχε επι­βληθεί η θανατική ποινή, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, σήμερα, σαν ειδεχθή: κλοπή και, κατόπιν, φόνος τριπλός, στην πρώτη περίπτωση, τριπλός φόνος και ληστεία σε πλοίο («φονοπειρατία»), στη δεύτερη περίπτωση, και εξαιρετικά δόλια ανθρωποκτονία και ληστεία, στην τρίτη περίπτωση (με επιβαρυντικό το ότι ο δολοφόνος πήρε μέρος σε συνωμοσία για από­δραση κρατουμένων, μετά τη σύλληψή του). Ο Κυβερνήτης είχε αρνηθεί, και στις τρεις περιπτώσεις, να χορηγήσει χάρη. Από τις σχετικές εκθέσεις, που δημοσιεύθηκαν αυτούσιες στην «Γενική Εφημερίδα», μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η φύση του εγκλήματος και ο παραδειγματισμός ήταν τα αποφασιστικότερα κριτήρια για την τελική επιβολή της θανατικής ποινής.

Το περίεργο είναι ότι και οι τρεις εκτελέσεις γίνονται σε διάστημα 34 ήμερων (15, 28 Οκτωβρίου και 17 Νοεμβρίου 1830, αντίστοιχα). Τα εγκλήματα είχαν τελεσθεί στις 28 και 6 Μαρτίου 1830, και το 1826, αντίστοιχα. Δεν ξέρουμε αν οι τρεις εκτελέσεις ανταποκρίνονταν σε κάποιαν ιδιαίτερη σκοπιμότητα σωφρονιστικής πολιτικής της εποχής εκείνης. Η «Γενική Εφημερίς» δεν αναφέρει και καμία ιδιαίτερη κρίση, ούτε για την τυχόν αναγκαιότητα της ποινής, ούτε για τον τρόπο επιβολής της.

Από μια πρώτη αποδελτίωση του υπολοίπου τύπου της περιόδου αυτής δεν αποκομίζουμε άλλα στοιχεία για το θέμα. Μπορούμε, λοιπόν, να συμπεράνουμε ότι κατά την καποδιστριακή περίοδο η θανατική ποινή δεν εφαρμόστηκε συστηματικά (άλλωστε, μόλις ένα μήνα, σχεδόν, πριν από τη δολοφονία του, ο Κυβερνήτης μετέτρεψε σε «δεκαετή φυλακήν» άλλη θανατική καταδίκη ([4]) και, μάλιστα, να υποθέσουμε βάσιμα πως χρησιμοποιήθηκε μόνο σαν εντελώς εξαιρετικό μέτρο.

Παράλληλα, δεν διαθέτουμε βάσιμο και αντικειμενικό στοιχείο που να συνηγορεί για το ότι η ποινή αυτή και η εφαρμογή της βρήκαν συνεχή αποδοχή στον ελληνικό λαό: η εκτέλεση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, ενός από τους δολοφόνους του Κυβερνήτη, και η ομόθυμη αποδοχή της από τον λαό, υπήρξε μία εξαιρετική περίπτωση, που δεν είναι δυνατό να μας οδηγήσει σε γενικά συμπεράσματα.

 

Η μετέπειτα περίοδος (μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα)

 

Με την έλευση του Όθωνα, εισάγεται σαν τρόπος εκτελέσεως η λαιμητόμος ([5]) και καθιερώνεται το «λει­τούργημα» του δημίου. Σύμφωνα με εμπεριστατωμένο άρθρο του Μιχ. Λαμπρυνίδη για το θέμα ([6]), «η λαιμητόμος, άμα ως απεβιβάσθη εις Ναύπλιον, κατήρξατο πάραυτα του απαισίου αυτής έργου (…)». Η πρώτη θανατική εκτέλεση έγινε (δημόσια), στο προάστειο Πρόνοια του Ναυπλίου, με δήμιο Γάλλο και βοηθούς του ένα Βούλγαρο και έναν Ιταλό, και αποκεφαλίστηκε ο ληστοπειρατής Μητρομαργαρίτης. Αμέσως μετά η λαιμητόμος στάλθηκε στο Μεσολόγγι, όπου αποκεφαλίστηκαν εννέα ληστές, αφού προηγουμένως αντιστάθηκαν κατά των δημίων και τους κακοποίησαν.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε και την άμεση αποχώρηση του Γάλλου δημίου, ο οποίος αντικαταστάθηκε από Αλβανό, που ορκίστηκε να «εκπληρεί ακριβώς το εμπιστευθέν εις αυτόν χρέος». Η επίσημη αυτή όρκισή του προκάλεσε, όπως γράφει ο Λαμπρυνίδης, «την αγανάκτησιν των Ορθοδοξούντων». Ο νέος δήμιος προέβη στην πρώτη του εκτέλεση στο Άργος (καρατόμηση τριών ληστών), «υπό τα όμματα πλήθους λαού, μετά ζωηράς συγκινήσεως και φρίκης παρακολουθήσαντος το απαίσιον θέαμα μεθ΄ ο οι εκτελεσταί του Νόμου, αποδοκιμαζόμενοι και λιθοβολούμενοι ωδηγήθησαν υπό ασφαλή στρατιωτικήν συνοδείαν εις Ναύπλιον και ενεκλείσθησαν εις το επιθαλάσσιον φρούριον, ένθα καθωρίσθη έκτοτε ο τόπος της παραμονής αυτών, μη επιτρεπομένης της εξόδου αυτών ή κατά τας εκτελέσεις».

Ο αλβανός δήμιος και ο αλγερινός βοηθός του, μετά οκταετή «υπηρεσία», θέλησαν να εγκαταλείψουν, μετά από σχετική άδεια, την Ελλάδα, με το «προϊόν του αιμοχαρούς αυτών επαγγέλματος»: μόλις απομακρύνθηκαν από την πόλη δολοφονήθηκαν, χωρίς κανείς ν’ αγγίξει τα χρήματά τους που, με τα πτώματά τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα.

 

Εκτέλεση θανατικής ποινής με γκιλοτίνα, Γαλλία, 1793.

 

Ο Λαμπρυνίδης σημειώνει ότι «η έμφυτος αποστροφή του Έλληνος προς το απεχθές έργον του Δημίου περιήγαγεν επί αρκετόν χρόνον εις απεργίαν το νέον όργανον των θανατικών εκτελέσεων (…). Η τοιαύτη δυσχέρεια περί την στρατολογίαν των χειριστών της λαιμητόμου εξηνάγκασε την Κυβέρνησιν να προκαλέση την επιψήφισιν συμπληρωματικού Νόμου της 28ης Ιουνίου 1846, καθ’ ον «η θανατική ποινή εκτελείται δια της λαιμητόμου και δια τουφέκισμου ». Πλην και η πρόνοια αύτη της Πολιτείας προσέκοψε προ της ακάμπτου δυσφορίας των Ελλήνων στρατιωτών, αποστεργόντων να γένωνται όργανα εκτελέσεων κοινών καταδίκων όθεν εδέησε μετά πολλής δυσκολίας και δι’ υποσχέσεως προσθέτου αμοιβής κατά πάσαν αποκοπτομένην κεφαλήν καταδίκου να στρατολογώνται έκτοτε οι Δήμιοι μεταξύ των εξωλεστέρων δολοφόνων, των ορρωδούντων προ του ικριώματος». Και τελειώνει με την παρατήρηση ότι στα σαράντα, περίπου, πρώτα χρόνια της εφαρμογής της θανατικής ποινής με καρατόμηση, δεν βρέθηκε ούτε ένας από τους ληστές που εκτελέστηκαν να σώσει τη ζωή του, αποδεχόμενος το ρόλο του δημίου.

Η τελευταία αυτή παρατήρηση επιβεβαιώνεται και από μαρτυρίες ξένων που επισκέφθηκαν την Ελλάδα προς το τέλος του 19ου αι. αρχές του 20ου. Έτσι γ.π. ο Γκαστόν Ντεσάν ([7]) γράφει ότι «ποτέ δεν βρέθηκε στην Ελλάδα αξιοπρεπής άνθρωπος να γίνει δήμιος» και σημειώνει ότι ένας κατάδικος προτίμησε να εκτελεστεί παρά να γίνει δήμιος. Αλλά και στο μνημειώδες έργο των Μπώ – Μποβύ και Μπουασονά ([8]), αναφέρεται μία επίσκεψη που έγινε στο κατάλυμα του δημίου (Μπούρτζι) και δηλώνεται ότι ο δήμιος προκαλεί απέχθεια στους Έλληνες, ενώ σαν αριθμός εκτελέσεων κατ’ έτος στο Ναύπλιο (αποκλειστικός, τότε, τόπος εκτελέσεων) αναφέρεται εκείνος των εικοσιπέντε, κατά μέσον όρο, αποκεφαλισμών.

 

Παλαμήδι: Φωτογραφία από τις φυλακές, Φρεντ Μπουασονά, αρχές του 1900.

 

Ας προχωρήσουμε, όμως, στο ποια απήχηση είχε η εκτέλεση της θανατικής ποινής στον τοπικό τύπο της Αργολίδας, από το 1833 μέχρι το 1900. Τον Ιανουάριο του 1834 εκτελείται ένας κατάδικος για τριπλό φόνο, και η εφημερίδα «Σωτήρ» ([9]) εκθειάζει την γενναιότητά του, τόσο κατά τη δίκη όσο και κατά την εκτέλεσή του, χωρίς να αναφέρει το παραμικρό για τον τυχόν «παραδειγματισμό» του πλήθους (πράγμα που, κατά κανόνα, χαρακτηρίζει και τα επόμενα αποσπάσματα που θα αναφέρουμε). Η ίδια εφημερίδα αναφέρει αργότερα  ([10]) την πρώτη… απειλή απεργίας του δημίου στο Ναύπλιο, με αίτημα μισθολογική αύξηση που πέτυχε, τελικά, πράγμα που προκάλεσε περιφρονητικά σχόλια άλλης εφημερίδας (της «Αθηνάς») για τον υπουργό Κ. Σχινά.

Στον «Σωτήρα» των αρχών του 1835 ([11]) βρίσκουμε πρωτοσέλιδο άρθρο με τον τίτλο «Κατάργησις της ποινής του θανάτου» και με θέμα σχετική πρόταση βέλγου βουλευτή, που συνάντησε ευνοϊκή αντίδραση. Αναφερόμενος στη σχετική συζήτηση που έγινε στη βελγική Βουλή, αποκαλεί εχθρούς της προόδου τους οπαδούς της ποινής του θανάτου και καταλήγει: «ας ομολογήσωμεν ότι τοιαύτα επιχειρήματα είναι γελοιώδη, και όλως διόλου ανόητα. Και μ’ όλον τούτο τοιαύτα είναι τα κυριώτερα όπλα, τα όποια οι εχθροί των προόδων του ανθρωπίνου πνεύματος συνήθως μεταχειρίζονται δια να υποστηρίξουν τας τερατώδεις δοξασίας των, και να εμποδίσουν την ανάπτυξιν του πολιτισμού και όλων των φιλανθρώπων αρχών του αιώνος μας. Εις έλλειψιν του ορθού λόγου, προσφυέστερα δεν ημπορούν να εύρουν».

Ξύλινη λαιμητόμος της εποχής του Όθωνα. Εγκληματολογικό Μουσείο. Ιατρική Σχολή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με την επανάσταση κατά του Όθωνα, που άρχισε στο Ναύπλιο, ο «Συνταγματικός Έλλην» γράφει ότι «ο λαός, την εσπέραν της Δευτέρας έκαυσε την λαιμητόμον εν πομπή, δείξας το προς την θανατικήν ποινήν μίσος του. Έπραξε πράξιν αξίαν του ΙΘ’ αιώνος» ([12]). Είναι σαφής η επίδραση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, που ενέπνευσαν, άλλωστε, και τον κύκλο των δημοκρατικών της πόλεως, με επικεφαλής την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου.

Λίγα χρόνια αργότερα, στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Αργολίς» ([13]) δημοσιεύεται πεντάστηλο άρθρο του αργίτη δικηγόρου και ιστορικού Δημ. Βαρδουνιώτη, του άλλου σημαντικού ιστορικού του Νομού και σύγχρονου, σχεδόν, του Λαμπρυνίδη, με τον τίτλο «Περί της κηδείας των υφισταμένων την ποινήν του θανάτου».

Στο άρθρο καυτηριάζεται το ότι οι μελλοθάνατοι «μόλις φθάσωσι εις τον τόπον της καταδίκης κηδεύονται ζώντες και κατόπιν παραδίδονται εις τας χείρας του δημίου», καθώς και το ότι συνοδεύονται από ιερέα που συμμετέχει, έτσι, στη διαδικασία της εκτελέσεως, και σημειώνεται ότι « (…) ο ημέτερος Νομοθέτης, θεμένος ως βάσιν της ποινής την εκφόβησιν κατά την θεωρίαν του Φαϋερβάχ (…)’ η επιστήμη και η πείρα κατέδειξαν το επισφαλές της τοιαύτης θεωρίας, ήτις πολλάκις επιφέρει όλως άλλοια αποτελέσματα» (…). Αφού δεν δυνάμεθα να καταργήσωμεν την ποινήν του θανάτου, ας απλοποιήσωμεν τουλάχιστον αυτήν, συμφώνως προς τας ιδέας του χριστιανισμού, της φιλανθρωπίας και του σημερινού πολιτισμού».

Τον επόμενο χρόνο, στην ίδια εφημερίδα ([14]), διατυπώνεται το έξης σχόλιο (πρωτοσέλιδα) για την εκτέλεση τριών ληστών στο Μεσολόγγι: «Τα δυστυχή ταύτα όντα προσήχθησαν εις το σφαγείον με μεγίστην αυτών αταραξίαν και υπέστησαν τον αλγεινόν θάνατον ζητωκραυγάσαντα υπέρ του βασιλέως ημών και της δικαιοσύνης. Έως πότε η κοινωνία θα γίνηται θεατής τοιαύτης ανθρωποσφαγής;»

Αλλά και στην εφημερίδα «Ανεξαρτησία» του Ναυπλίου, δημοσιεύονται σχόλια το 1873 ([15]), στην αρχή σαφώς κατά της ποινής του θανάτου («οι ποινικολόγοι τι φρονούσι περί της εν Ελλάδι θανατικής ποινής; Αύτη συνέστειλε τα εγκλήματα ή τουναντίον επέτεινεν αυτά;»), έπειτα, όμως, μετά από μία μητροκτονία στα Κύθηρα, τάσσεται υπέρ της ποινής, ερχόμενη σε σύγκρουση με τον Βαρδουνιώτη που, στο φ. 194 της «Αργολίδος», ελεεινολογεί την ύπαρξή της «εις τον 19 αιώνα  υπερμεσούντα».

Η «Ανεξαρτησία» φαίνεται να εμμένει στην ίδια θέση όταν, το 1884([16]), παρατηρεί: «Αι θανατικοί εκτελέσεις εξακολουθούσιν, ή δε περιλάλητος λαιμητόμος μετά των θυμάτων και των δημίων περιέρχεται τα διάφορα μέρη. Πανταχόθεν αποκρούεται το μέτρον αυτό της Κυβερνήσεως η ποινή του θανάτου είναι αναγκαία, αλλ’ ανάγκη να εκτελήται αμέσως και σοβαρώς, άνευ βασάνων και αγριοτήτων». Είναι προφανές, και από προηγούμενα παρόμοια σχόλια της ίδιας εφημερίδας, ότι οι εκτελέσεις δεν γίνονταν «αμέσως» και «απλώς», από την αδεξιότητα, κυρίως, του δημίου, που ήταν, πλέον, έλληνας βαρυποινίτης, την εποχή εκείνη, ο Δ. Μπεκιάρης από το Άργος, ο οποίος μετά τη «θητεία» του διέπραξε και πάλι φόνο ([17]).

Θα τελειώσουμε με ένα γεγονός που, προς το τέλος του 19ου αι., το 1896, προκάλεσε αποτροπιασμό στην Αργολίδα, όπως φαίνεται από το άρθρο που θα μνημονεύσουμε, αλλά και όπως μαρτυρεί η προφορική παράδοση που ακόμα διασώζεται σε δύο, τουλάχιστον, αυτόπτες μάρτυρες που επιζούν στο Νομό. Τον Αύγουστο του 1896 εκτελούνται, δημόσια πάντα, στο Παλαμήδι δεκαπέντε κατάδικοι ληστές. Στην εφημερίδα «Δαναός» του Άργους και στο φύλλο της 8 Σεπτεμβρίου δημοσιεύεται πρωτοσέλιδο άρθρο, με τον τίτλο «Διδάγματα αποκεφαλισθέντων». Είναι το πρώτο (και τελευταίο) άρθρο στον τοπικό τύπο που μνημονεύει τον «διδακτικό» ρόλο της θανατικής ποινής, ενώ σημειώνεται ότι οι εκτελέσεις αυτές προκάλεσαν σχόλια του τύπου σε όλο τον κόσμο και δίνονται εκτενή αποσπάσματα δηλώσεων των «μετανοησάντων κακούργων».

Εκτέλεση θανατικής ποινής με γκιλοτίνα.

Στο ίδιο, όμως, φύλλο του «Δαναού» δημοσιεύεται και άρθρο του Βαρδουνιώτη, με τον τίτλο «Το Παλαμήδιον ως τόπος θανατικών εκτελέσεων», όπου το πνεύμα του γράφοντος είναι πολύ διαφορετικό, ενώ σημειώνεται πως οι εκτελέσεις προκάλεσαν εξέγερση των πνευμάτων στο Ναύπλιο, όπου οι κάτοικοι, με αναφορά τους, ζήτησαν «ν’ απαλλαγώσι τοιούτου άχθους και άγους» και προτείνουν να μεταφερθεί αλλού ο τόπος εκτελέσεων. Ο Βαρδουνιώτης συντάσσεται με την πρόταση αυτή και σημειώνει συγκεκριμένα ότι «είνε δε εσχάτη ασέβεια και άρνησις των ιερών και οσίων του Εθνικού εκείνου αγώνος η μεταβολή του Παλαμηδίου εις σφαγείοντων αποκεκηρυγμένων υπό της κοινωνίας κακούργων».

Στον ίδιο «Δαναό», την 25 Ιουλίου 1903, σε σχόλιο με αφορμή τις καρατομήσεις που συνεχίζονταν στο Παλαμήδι, σημειώνεται, πια, ότι «δυστυχώς ουδεμία παρατηρείται ελάττωσις της εγκληματικότητος ούτε με τας καρατομήσεις, ούτε με τας πολυχρονίους φυλακίσεις»: η ιδέα του ανώφελου και αντίθετου προς την πρόοδο θεσμού επεκτείνεται, πλέον, πολύ μακρύτερα και θίγει ένα άλλο θέμα που, στις μέρες μας, γίνεται και πάλι επίκαιρο στην Ελλάδα, τόσο για την συλλογιστική των ποινικολόγων όσο και για την κοινή γνώμη.

Με το υλικό που παρουσιάσαμε και σχολιάσαμε νομίζουμε ότι γίνεται καταφανές ότι η ποινή του θανάτου, κατά την περίοδο της καποδιστριακής διοικήσεως σπάνια εφαρμόστηκε, ασφαλώς από δυσπιστία των διοικούντων για την δήθεν αποτελεσματικότητά της, ενώ στη μετέπειτα περίοδο και μέχρι την αρχή του 20ου αιώνα δεν βρήκε ποτέ την αποδοχή της κοινής γνώμης του κυρίου τόπου εκτελέσεων και προκαλούσε συνεχώς πολύ σκεπτικισμό ως προς την αποτελεσματικότητά της. Άλλες μελέτες, προς ανάλογη κατεύθυνση, ασφαλώς θα μπορούσαν να μας δώσουν μια σφαιρικότερη εικόνα της κοινωνικής αντιδράσεως των Ελλήνων απέναντι στην ποινή του θανάτου. Η «δειγματοληψία», όμως, που παραθέσαμε δείχνει, νομίζουμε, επαρκώς ότι, από ιστορική και κοινωνική άποψη, βασικά η αντίδραση τους υπήρξε αρνητική.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος – Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμονας

 

Υποσημειώσεις


[1] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 10.3.1828.

[2] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 11.9. 1829.

[3] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλα της 12.11.1828, της 17.12 και της 31.12.1830.

[4] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 9.9.1831 η μετατροπή έγινε με διάταγμα της 21.8.1831.

[5] Ποινικός Νόμος της 18 Δεκεμβρίου 1833, άρθρο 5.

[6] «Ο ι πρώτοι δήμιοι εν Ελλάδι», στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» του Σκόκκου, του 1916. Το άρθρο γράφηκε τον Μάιο του 1915, δηλαδή λίγο πριν από τον θάνατο του διακεκριμένου νομικού και ιστορικού του Ναυπλίου. Για τους πρώτους δημίους βλ. επίσης, Ανδρ. Σκανδάμη, «Οι τελευταίοι έλληνες δήμιοι στο Μπούρτζι» (εφημ. «Ο τύπος της Αργολιδοκορινθίας», της 15 Μαρτίου και 6, 13 και 20 Απριλίου 1958), καθώς και Μιχ. Κ. Πετροχείλου «Το Μπούτρζι» (στο περιοδικό «Αμυμώνη», αρ. 13/1961).

[7] Gaston Deschamps: «La Grèce d’au­jourd’hui», Παρίσι, 1897, σελ. 169.

[8] Daniel Baud – Bovy και Fred. Bois­sona s : «La Grèce par monts et par vaux», Αθήνα – Γενεύη, 1910, σελ. 54.

[9] Φύλλα της 14 και 21.1.1834.

[10] Φύλλο της 19.8.1834.

[11] Φύλλο της 7.3.1835.

[12] Φύλλο της 23.2.1862.

[13] Φύλλο της 2.5.1870.

[14] Φύλλο της 14.1.1871.

[15] Φύλλα των 24 Φεβρουαρίου, 3 Μαρτίου, 5 Μαΐου και 12 Ιουνίου 1873.

[16] Φύλλο της 6.7.1884.

[17] Εκτενές σχετικό άρθρο στην «Αργολίδα» της 12.5.1886.

 

Πηγή


  • Βασίλη Κ. Δωροβίνη, Θανατική ποινή: Η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Ελλάδα, «Νομικό Βήμα», τεύχος 29, Αθήνα, 1981.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

«Ημερολόγιο» φυλακών της πόλης του Ναυπλίου


   

«Ημερολόγιο» φυλακών της πόλης του Ναυπλίου

 Μια παράλληλη ζωή

 «Αντιλαλούν δυο φυλακές

τ΄ Ανάπλι κι ο Ιτς Καλές…».

 

Αντωνιάδης Μπάμπης*

 

Στα δύο κάστρα της πόλης του Ναυπλίου «φιλοξενηθήκαν» για χρόνια μέρος των φυλακών  της σύγχρονης Ελλάδας. Το κάστρο Παλαμηδίου και αργότερα το Ιτς Καλέ ή Ακροναυπλία  ήταν οι χώροι που έγιναν ονομαστοί  από την λειτουργία των φυλακών. Στο Παλαμήδι οι οχυρωματικές εγκαταστάσεις έγιναν στην Β΄ Ενετική περίοδο. Το κάστρο αποτελείται από οχτώ προμαχώνες που πήραν από τους αρχαίους έλληνες ονόματα ή ονόματα Αγίων. Σε δύο από αυτούς, στον προμαχώνα Μιλτιάδη και στον προμαχώνα Αγ Ανδρέα λειτούργησαν φυλακές.

Στην Ακροναυπλία τα πρώτα κατάλοιπα οχύρωσης τα συναντάμε στα τέλη του  4ου π.Χ ή αρχές του 3ου π.Χ αιώνα. Πάνω από το τείχος με την πολυγωνική τοιχοδομία θεμελιώνουν οι Βυζαντινοί, αργότερα οι Φράγκοι. Η Ακροναυπλία χωρίζεται τότε σε δύο κάστρα, το Ρωμέικο δυτικά και το Φράγκικο ανατολικά. Η Α και η Β Ενετοκρατία ολοκληρώνουν την οχύρωση του βράχου. Η οχύρωση του Παλαμηδίου  όμως θα εκμηδενίσει την αμυντική σημασία της Ακροναυπλίας. Με την απελευθέρωση, την Καποδιστριακή περίοδο άρχισαν εργασίες επισκευής των υφιστάμενων κτηρίων και κατασκευή στρατιωτικών κτηρίων (νοσοκομείο) στην Ακροναυπλία.

 

Παλαμήδι

 

Στο Κάστρο Παλαμηδίου στεγάστηκαν οι πρώτες φυλακές μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Δεν έχουμε ακριβή ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας των φυλακών. Οι φυλακισμένοι στεγάζονται στον προμαχώνα του Μιλτιάδη οι βαρυποινίτες και στον Αγ. Ανδρέα όσοι έχουν καταδικαστεί σε μικρότερες ποινές. «Από δεκαπέντε χρονών και κάτω δικασμένοι».

1829. Γενική επισκευή κτηρίων στην  Ακροναυπλία που είχαν κτιστεί το 1706 από την Β΄ ενετοκρατία. Κατασκευή στρατιωτικού νοσοκομείου και εκκλησίας στην Ακροναυπλία.

  

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

1830. Σε έκθεση του 1830 για τις φυλακές Παλαμηδίου, της «επί του Δικαίου Γραμματείας προς τον Διοικητήν Ναυπλίας», αναφέρεται ότι οι Κώνστας Δήμου, Πέτρος Γεωργίου και Πάνος Σταμάτης, «φυλακισμένοι ενταύθα, εξαιτούνται ενδύματα, διά να σκεπάσωσι την γυμνότητά των»!

1830 – Δεκέμβριος. Απόφαση της Γερουσίας για την βελτίωση των φυλακών διαίρεσή τους  σε τρία διαφορετικά τμήματα. 1. δια τους «χρηματικώς ωφειλέτας» 2. δια τους «εγκαλούμενους δι εγκλήματα» 3. δια «τους καταδίκους». Επίσης ορίζεται ότι «εκάστη φυλακή περιέχει μιαν αίθουσαν εις την οποίαν οι κρατούμενοι οφείλουν να εργάζωνται την τέχνην ή το επιτήδευμά των».  (Γενική Εφημερίς της Ελλάδος 20/12/1830)

1829-1830. Και το Μπούρτζι χρησιμοποιείτε σαν φυλακή, (αποφάσεις δικαστηρίων με ποινή φυλακίσεως «εν τω Βουρτζίο Ναυπλίου».

 

Ναύπλιο, Μπούρτζι.

 

1833 – Μάιος. Η πρώτη θανατική εκτέλεση με τη Γκιλοτίνα (Καρμανιόλα) γίνεται στην Πρόνοια. Εκτέλεση ληστοπειρατού του  Γεωργίου Μητρομαργαρίτου.

1833. Στα τέλη το 1833 ορίζεται η καστρονησίδα Μπούρτζι τόπος παραμονής των δημίων. Δεν επιτρέπεται η έξοδός τους παρά μόνο κατά την διάρκεια των εκτελέσεων. Ο πρώτος δήμιος είναι ο Χασάν Αρναούτ Αλβανός καταδικασμένος εις θάνατον λόγο ληστειών. (Ορκίστηκε σαν δήμιος 20/10/1833 με οχταετή θητεία).

1834 – Μάιος. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης οδηγείται στις φυλακές  Παλαμηδίου για να  αποφυλακιστεί μετά από 11 μήνες.

1834. Η Ακροναυπλία ορίζεται αυστηρά σαν στρατιωτική βάση και ένα μέρος μόνο χρήσιμο για φυλακές με έκδοση σχετικού ΦΕΚ. Ταυτόχρονα ο Όθωνας διατάσσει  τη γενική επισκευή των κτηρίων.

1835. Ο Μάουρερ επισκέπτεται τις φυλακές Παλαμηδίου, κατά τη διάρκεια της υπουργίας του. Διαπίστωσε τη θλιβερή κατάσταση, που απέδωσε χαρακτηριστικά με τη φράση, «οι κρατούμενοι βρίσκονται μέσα σε βρωμερούς υπονόμους, ανάμεσα στα ίδια τους τα περιττώματα».

1835. Το πετρόκτιστο ενετικό κτήριο δυτικά του Παλαμηδίου χρησιμοποιείται ως εργοστάσιο των φυλακών και οι έχοντες μικρές ποινές δουλεύουν εργαλεία υφαντικής για κατασκευή κλινοσκεπασμάτων και στρατιωτικών κουβερτών. Το κτήριο ονομαζόταν «ποινητήριο» ή «το κατάστημα», επειδή μετά από τις εργασίες ανακατασκευής του το 1899 μετετράπη σε κατάστημα των φυλακών μέχρι το κλείσιμο των φυλακών Παλαμηδίου. Τη δεκαετία του 1950 το κτήριο κατεδαφίστηκε.

 

Το κτήριο στο Παλαμήδι που λεγόταν «το μαγαζάκι».

 

1847. Οι εφημερίδες της μετακαποδιστριακής εποχής περιγράφουν με τα μελανότερα χρώματα την άθλια κατάσταση των φυλακών του Ναυπλίου. «Είναι, απερίγραπτος η κατάστασις αυτών, η δυσωδία είναι τοσαύτη, ώστε και θηρία, αν έκλειε τις εκεί, έπρεπε να απολεσθώσιν. Άνθρωποι κατάγυμνοι ευρίσκονται δεδεμένοι δι’ αλύσων εις καθύγρους και ζοφώδεις ειρκτάς. Ω φρίκη! Οποία ευθύνη βαρύνει τους κ.κ. Εισαγγελείς απέναντι της Δικαιοσύνης και της φιλανθρωπίας, απέναντι της ηθικής, απέναντι της ανθρωπότητος…» (εφημ. «Συντηρητική», 22 Ιουνίου 1847).

1850. Ο Γάλλος ιππότης Apper, που μελέτησε τις συνθήκες διαβίωσης των φυλάκων εντοπίζει το ρεμπέτικο τραγούδι στα κάτεργα των φυλάκων του Παλαμηδιού.

1868. Ο Ερρίκος Σλήμαν επισκέπτεται τις φυλακές Παλαμηδίου και περιγράφει την τραγική κατάσταση των φυλακισμένων.

1880. Λειτουργούν  στην Ακροναυπλία οι κεντρικές αποθήκες ιματισμού του στρατού (Σαρτορία). Κάθε Δεύτερα έπαιρναν το μπόγο κάτοικοι της πόλης του Ναυπλίου, έραβαν στο σπίτι τα ρούχα, τα παρέδιναν το Σάββατο και έπαιρναν αμοιβή ανά κομμάτι. Οι εργαζόμενοι μπορεί να έφταναν μέχρι τους πεντακόσιους. Το 1883 μεταφέρθηκε η Σαρτορία στον Πειραιά. Το 1890 επανέρχεται στο Ναύπλιο, με πολιτική παρέμβαση του βουλευτή Φαρμακόπουλου, αλλά το Απρίλιο του 1894 μεταφέρεται και πάλι στον Πειραιά. Στις αρχές του 1897 επανιδρύονται στο Ναύπλιο οι αποθήκες ιματισμού του στρατού και εγκαθίστανται στα κτήρια κοντά στα πέντε αδέλφια. Το 1903 εστάλη μια κοπτική μηχανή για να ράβει φουστανέλες ευζώνων. Μετά από λίγους μήνες αφού έληξαν οι εκλογές, μεταφέρθηκε η μηχανή στον Πειραιά και σταμάτησε η λειτουργία των αποθηκών ιματισμού. Η μεταφορά και  η λειτουργία της αποθήκης ιματισμού έχουμε ανάλογα με τις πολιτικές πιέσεις της εποχής.

 

18 Οκτωβρίου 1890, από «Τα εικονογραφημένα νέα του Λονδίνου» σκίτσο με τον

Άγνωστος συγγραφέας αναφέρει σε κείμενο που δημοσιεύτηκε το 1890 σε αγγλικό περιοδικό (Tο δημοσίευμα συνοδεύεται από ενδιαφέροντα σκίτσα, όπου ξεχωρίζει η φυλακή του «Mιλτιάδη») : «Mία από τις κυριότερες δημόσιες φυλακές για καταδίκους Έλληνες εγκληματίες έχει κτιστεί μέσα στα χαλάσματα ενός παλιού βενετικού κάστρου. (…) Mια ανάβαση χιλίων πέτρινων σκαλοπατιών ή ένας περίπατος μέσα από έναν ελικώδη καρόδρομο φέρνει τον επισκέπτη στην πύλη του παλιού κάστρου, όπου ένας από τους φύλακες θα διαταχθεί να τον ξεναγήσει στο χώρο (…) Oι φυλακισμένοι είναι συνωστισμένοι σε ανοιχτές αυλές, οι οποίες περιβάλλονται από κτίρια μέσα στα οποία οι φυλακισμένοι στεγάζονται τη νύχτα. Από τις οροφές των κτιρίων αυτών οι επισκέπτες μπορούν να δουν τη σκηνή κατά κάποιο ανάλογο τρόπο με εκείνον του να κοιτάζεις τις αρκούδες μέσα στο λάκκο. Yπάρχουν δύο τέτοιες αυλές, η μία κοντά στην πύλη, για εγκληματίες που εκτίουν ποινές φυλάκισης μικρότερες των 20 χρόνων, και η άλλη, η «Φυλακή του Mιλτιάδη», η οποία είναι για βαρυποινίτες και για εκείνους που έχουν καταδικαστεί σε θάνατο.

Νύχτα και ημέρα οι φυλακισμένοι επικοινωνούν ελεύθερα μεταξύ τους. Δεν φορούν καμιά ομοιόμορφη στολή, ούτε απασχολούνται σε καμία χρήσιμη εργασία. Είναι όμως ελεύθεροι να κατασκευάζουν μικρά αντικείμενα από ξύλο, κόκκαλο και σύρμα, για να περνούν την ώρα τους. Aυτά τα σηκώνουν ψηλά, μέσα σε κουτιά, και τα προσφέρουν σε όποιους επισκέπτες εμφανίζονται με διάθεση να τα αγοράσουν. Tα κέρδη από τις πωλήσεις τα ξοδεύουν είτε στα τυχερά παιχνίδια είτε στην αγορά κάποιων πολυτελών πραγμάτων, όπως φρούτων ή καπνού ή εργαλείων για την κατασκευή των εμπορευμάτων τους. Ένας κατάδικος είχε την επιχειρηματική σκέψη να ανοίξει ένα καφενείο (Aγνώστου συγγραφέως, «Mια ελληνική φυλακή καταδίκων», μτφ.- επιμ. Oικον. Aναστ. Δ. Σαλαπάτα, Δελτίο Iστορικών Mελετών Nαυπλίου , 94 (Mάρτιος 1996) σ. 77).

  

Ακροναυπλία 1884 Νοέμβριος

 

Από τον Απρίλιο του 1883 μέχρι και το 1886 λειτουργούσε το τρίτο Διαρκές Στρατοδικείο στη Λάρισα. Για τις ανάγκες έκτισης των ποινών των στρατιωτικών, ιδρύθηκαν οι Στρατιωτικές Φυλακές της Ακροναυπλίας (Νοέμβριος 1884), στις οποίες εξέτιαν την ποινή τους όσοι καταδικάζονταν σε ποινές μεγαλύτερες των 3 μηνών.

1885. Ίδρυση του 8ου πεζικού συντάγματος στο Ναύπλιο. Στεγάζεται στην Ακροναυπλία.

1885.  Στην Ελλάδα υπάρχουν 24 φυλακές με 5.487 κρατούμενους.

1888. Στον τοπικό τύπο αναφέρεται ο αριθμός των φυλακισμένων στο Ναύπλιο. Βαρυποινίτες στον προμαχώνα Μιλτιάδη 123 με ποινές οι περισσότεροι   ισόβια και ένας σε θάνατο. 153 στον Άγιο Ανδρέα. Στο Βουλευτικό 173 και στις φυλακές Ακροναυπλίας 221 στρατιωτικοί. (εφημ ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ 6/1888)

Ο Γ. Π. Παρασκευόπουλος σε ταξίδι του στο Ναύπλιο το 1895 περιγράφει την παρουσία των γυναικών στις φυλακές του Βουλευτικού με τρόπο αποκαλυπτικό.

«Δια να μη μείνει παραπονεμένον και το αδύνατον φύλον, ας το ακολουθήσωμεν όπου το ρίψει η μοίρα του, έστω και εις τας φυλακάς ακόμη. Εντός οικήματος ευπρεπούς, οικοκυρευμένου- πράγμα φυσικόν αφού κατοικούν γυναίκες – υψηρόφου και ετοιμόρροπου, ευρίσκονται δέκα ή δώδεκα ατυχή αμαρτωλά πλάσματα κατηγορούμενα επί παιδοκτονία, μοιχεία, κλοπή, διγαμία, συζυγοκτονία, μητροκτονία! Ένα μπουκέτο χρυσών πράξεων. Και τι κρίμα!

Είδα κοράσιον δεκαεξαετές, ευμελές, στρογγυλοπρόσωπον, με δυο μαύρα σβησμένα κάρβουνα για μάτια, με επιμελή κόμμωσιν και μιαν φούσταν γαλάζιου χρώματος πολύπτυχον, συμπαθές και σεμνόν την φυσιογνωμίαν, συγκινούν με το παραπονετικό της τακερόν βλέμμα, κατηγορούμενον, διατί νομίζετε; Επί εραστοκτονία! Κι εσκέφθην: Πώς τέτοια συμπαθής κεφαλή να κρύπτει στην καρδιά τόσον αποτρόπαιον πάθος! Μια άλλη δε πάλιν ήτο … έγκυος και επρόκειτο να γίνει η μετακομιδή της δια τα περαιτέρω…

Εννοείται ότι εις τας φυλακάς αυτάς ούτε φρουρός ή κλητήρ ή αστυφύλαξ. Μόνον μια γραία τας επιτηρεί, χρησιμεύουσα δι’ αυτάς ως μήτηρ, αδελφή, οικονόμος».

1890. Ορίζεται το Ναύπλιο ως αποκλειστικό μέρος των εκτελέσεων (γκιλοτίνα).  

Ξύλινη λαιμητόμος της εποχής του Όθωνα. Εγκληματολογικό Μουσείο. Ιατρική Σχολή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

1891. Επίσκεψη στο Ναύπλιο και στις φυλακές του Α. Καρκαβίτσα. Συγκλονίζεται από απάνθρωπη κατάσταση που βλέπει. Οι εντυπώσεις του δημοσιεύονται στο περιοδικό «ΕΣΤΙΑ» το 1892.  Αναφορά για παίξιμο μπουζουκιού στις φυλακές. Αναφορά για τατουάζ στο σώμα φυλακισμένου.

1897- Φεβρουάριος Το 8ο σύνταγμα, που στεγάζεται στα κτήρια της Ακροναυπλίας, έχει τετρακόσιους άνδρες και αξιωματικούς.

1897- 28 Απριλίου. Μεταφέρονται  με τρένα 28 κρατούμενοι Τούρκοι αιχμάλωτοι από την Ήπειρο στην Ακροναυπλία. (Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897).

1897-3 Μαΐου.  Άλλοι 96 κρατούμενοι Τούρκοι μεταφέρθηκαν με πλοίο στο Ναύπλιο και οδηγήθηκαν στην Ακροναυπλία.

1897. Ορίζεται το Ναύπλιο έδρα ταξιαρχίας που στεγάζεται  στην Ακροναυπλία.

1900 -Νοέμβριος.  Κλείνει σαν φυλακή το κτήριο του Βουλευτικού. Από το 1862 μέχρι το 1900 το κτήριο του Βουλευτικού χρησιμοποιήθηκε ως χώρος προφυλάκισης. Το Φεβρουάριο του 1903 στο κτήριο στεγάζεται για πρώτη φορά το  Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. (Δ. Γεωργόπουλος, Το αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου).

1913. Παύει  να  λειτουργεί η λαιμητόμος η οποία μεταφέρεται στο οπλοστάσιο. (κτήριο που βρισκόταν στο χώρο όπου σήμερα είναι το Λύκειο και το Α΄ Δημοτικό σχολειό).

1923-23 Αυγούστου.  Κλείνουν οι φυλακές του Παλαμηδίου και οι κρατούμενοι μεταφέρονται στην Αίγινα και στην Αθήνα.

1925. Ιδρύονται οι Αγροτικές φυλακές της Τίρυνθας.

1929. Καθιερώνεται νομικά ως τρόπος εκτέλεσης αποκλειστικά ο τυφεκισμός.

1929. Ψηφίζεται το «ιδιώνυμο», νόμος 4249/25-25-7-29, «δίωξη όχι μόνο των πράξεων αλλά και κυκλοφορίας και μετάδοσης ιδεών που επεδίωκαν την ανατροπή του ισχύοντος κοινωνικού καθεστώτος».

1930Ιούνιος. Κλείσιμο των φυλακών του Λεονάρδου (κτήριο δίπλα από το βουλευτικό) και μεταφορά των κρατουμένων στις αγροτικές φυλακές της Τίρυνθας.

1930. Γκρεμίζεται το οπλοστάσιο και μπαίνει ο θεμέλιος λίθος για το Γυμνάσιο. Η γκιλοτίνα μεταφέρεται στο Εγκληματολογικό Μουσείο στην Αθήνα που βρίσκεται μέχρι σήμερα.

1934. Λειτουργεί με ηλεκτρικό  το κτήριο της Ακροναυπλίας.

1934-30 Οκτωβρίου. Ο πρώτος ποινικός κρατούμενος στις φυλακές με καταδίκη για τυμβωρυχία. (ΓΑΚ Ναυπλίου)

1935-13 Απριλίου. Οι πρώτοι πολιτικοί κρατούμενοι στην Ακροναυπλία Οδηγούνται στην φυλακή οι Βενιζελικοί αξιωματικοί που συμμετείχαν στο λεγόμενο πραξικόπημα ενάντια στον Κονδύλη. Το αποτυχημένο πραξικόπημα έγινε 1η Μαρτίου 1935. Συνολικά  φυλακίστηκαν στην Ακροναυπλία 206 αξιωματικοί. Η εκκαθάριση των Βενιζελικών αξιωματικών στο στρατό και την αστυνομία με το λεγόμενο πραξικόπημα Κονδύλη, έπαιξε καθοριστικό ρόλο τα επόμενα χρόνια σε σχέση με τον εμφύλιο. (ΓΑΚ Ναυπλίου)

 

Κωνσταντίνος Παπαδογιάννης. Φυλακές Ακροναυπλίας 1935.

 

19352 Δεκεμβρίου.  Αποφυλακίζονται οι φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί κρατούμενοι.

Φυλακές Ακροναυπλίας 1935. Κωνσταντίνος Παπαδογιάννης.

1935. Η επιτροπή τουρισμού της πόλης του Ναυπλίου μιλάει για ανέγερση μεγάλη τουριστικής μονάδας στο Ιτς Καλέ.

1936. Κατατίθεται η διατριβή του Schaeffer που αφορά τις οχυρώσεις στην Ακροναυπλία. (Γερμανός αρχιτέκτονας που μελέτησε την Ακροναυπλία και σχεδίασε την μετατροπή της καστρονησίδας Μπούρτζι σε ξενοδοχείο).

1936-18 Σεπτεμβρίου. Δημοσιεύεται ο αναγκαστικός νόμος 117 «περί μέτρων καταπολέμησης του Κουμμουνισμού και των συνεπειών», ακολουθώντας το πνεύμα του Ιδιώνυμου.

1936. Προβληματισμός για τις φυλακές και το διαχωρισμό ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες φυλακισμένων. Ο Γλυκοφρύδης, γενικός επόπτης φυλακών, προτείνει τη δημιουργία φυλακής μόνο για κουμουνιστές, ώστε να μην επηρεάζουν πολιτικά τους ποινικούς κρατούμενους. Αναγκαία σημείωση, ο Γλυκοφρύδης ήταν οπαδός του ΧΙΤΛΕΡ.

1937-3 Φεβρουαρίου. Έναρξη λειτουργίας φυλακών Ακροναυπλίας. Η άποψη του Μανιαδάκη ήταν να βρίσκονται σε διαφορετικούς χώρους των πολιτικών με τους ποινικούς κρατούμενους, χωρίς επαφή.

 

Περιγραφή του κτηρίου της φυλακής της Ακροναυπλίας

 

330 σκαλιά οδηγούν από τα σκαλοπάτια (ο δρόμος πίσω από το Αρχαιολογικό Μουσείο) στην φυλακή μέχρι την πύλη του Σαγγρέδου. Περνάμε ένα χώρο σαν τούνελ και φτάνουμε σε ένα επίπεδο, όπου βρίσκονται τα μονώροφα κτήρια της φυλακής. Περνώντας τη σιδερένια πόρτα, βγαίνεις σε ένα μεγάλο ανηφορικό προαύλιο  που περιβάλλεται από μάνδρα. Στο βάθος βρίσκεται το κτήριο των φυλακών.

Όταν πρωτοϊδρύθηκαν οι φυλακές υπήρχε μια ταμπέλα που έγραφε «Κουμμουνιστικαί Φυλακαί Ακροναυπλίας» και έπειτα από διαμαρτυρίες των πολιτικών κρατουμένων ότι δεν είναι φυλακισμένοι αλλά εξόριστοι άλλαξε η πινακίδα και έγινε «Στρατόπεδον συγκεντρώσεως κομμουνιστών Ακροναυπλίας» Η είσοδος του κηρίου ήταν θολωτή και η πόρτα μεγάλη και ξύλινη.

 

Κάτοψη των φυλακών Ακροναυπλίας από βιβλίο Α. Φλουντζή.

Κάτοψη των φυλακών Ακροναυπλίας από βιβλίο Α. Φλουντζή.

Οι σκάλες ήταν πέτρινες και αργότερα  ξύλινες και έβγαινες σε ένα χολ με εμβαδό 8*10 που συνέδεε τους δύο θαλάμους, διαστάσεων 33μ μήκος, 11 πλάτος και5 μέτραύψος, με επτά παράθυρα στην κάθε πλευρά. Μια σειρά από ξύλινες κολώνες στη μέση κρατούσε το ταβάνι.

Κατά μήκος ήταν καρφωμένα σανιδένια ράφια, που έβαζαν βαλίτσες και κρεμούσαν ρούχα οι έγκλειστοι.  Στα ράφια έβαζαν και τα πιάτα τα τσίγκινα, τα κουταλοπήρουνα, το ψωμί και ότι άλλο φαγώσιμο. Νιπτήρες και τουαλέτες υπήρχαν σε πρόσκτισμα. Σε κάθε θάλαμο διακρίνονταν  τέσσερεις σειρές ράντζα δυο – δυο κολλητά, με μια απόσταση ανάμεσα στις δυάδες 20-24 πόντους. Κάθε θάλαμος «φιλοξενούσε» από 140 έως 150 φυλακισμένους. Οι θάλαμοι δεν διέθεταν  καμία θέρμανση. Η θέα ήταν και αυτή ένα πρόβλημα. «Νεκροταφείο ζωντανών» όπως την χαρακτηρίζει ο Μ. Γλέζος.

 

Εσωτερικά ο θάλαμος των φυλακών.

 

 Οργάνωση των πολιτικών κρατουμένων στη φυλακή της Ακροναυπλίας

 

Δημήτρης Γληνός

Σε κάθε θάλαμο υπήρχε θαλαμάρχης και υποθαλαμάρχης,  τους οποίους πρότειναν οι κρατούμενοι με την σύμφωνη γνώμη της διοίκησης της φυλακής. Από συνελεύσεις θαλάμων εκλεγόταν ένα επταμελές η εννεαμελές γραφείο και ανέθετε σε κάθε μέλος δουλειά. Ταυτόχρονα υπήρχε κομματική επιτροπή η οποία λειτουργούσε ως μια σκιώδης εξουσία. Τα μέλη της  δεν εκλέγονταν αλλά διορίζονταν και ήταν μυστική από του υπόλοιπους κρατούμενους. Σύνθημα Ακροναυπλίας «Άκου βλέπε σώπα».

193725 Μαρτίου. Ο πρώτος θάλαμος είχε 70 πολιτικούς κρατούμενους.

1937- 7 Μαΐου. Εγκαινιάζεται ο τρίτος θάλαμος με εξόριστους από Ανάφη και Φολέγανδρο.

1937- Μάιος. Ο Δ. Γληνός, ο μεγάλος δάσκαλος, στην Ακροναυπλία. Εγκαταστάθηκε στον Β΄ θάλαμο που έμεναν οι διανοούμενοι, προερχόμενος από εξορία σε νησί (έφυγε από την Ακροναυπλία 28-12-38 για Σαντορίνη). Οργανώθηκε προαύλιο μελέτης, που οι κρατούμενοι το ονόμασαν προαύλιο Γληνού. Με πρόταση του Γληνού συγκροτήθηκαν καλλιτεχνικές επιτροπές ανά θάλαμο, για τις ατέλειωτες βραδινές ώρες που οι θάλαμοι ήταν κλειστοί. Οργάνωσε και την πρωινή γυμναστική.

 

Το προαύλιο διαβάσματος ονομαζόμενο «Γληνού».

 

Πολιτιστική ζωή στην Ακροναυπλία

 

Στην Ακροναυπλία οι πολιτικοί κρατούμενοι είχαν χορωδία, μαντολινάτα, θεατρικές ομάδες και παίχτηκαν τα έργα: «Ο Φιλάργυρος», «ο Αρχοντοχωριάτης», «Ρήγας Φεραίος», «Ο γιατρός Κνοκ», «οι Φοιτητές», «Υπηρέτης δύο αφεντάδων». Γίνονταν αγώνες σκάκι και τάβλι. Γιορτάζονταν με επισημότητα όλες οι γιορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα, 25 Μαρτίου. Η ορχήστρα της φυλακής είχε 12-14 όργανα, 2 βιολιά, 3 μαντολίνα και 6-8 κιθάρες.

1938-11 Φεβρουαρίου. Ο αναγκαστικός νόμος 117 1075/1938, αντικαθιστώντας τον προηγούμενο νόμο, θέσπισε αυστηρότερες διατάξεις και όρους εγκλεισμού των αριστερών πολιτών.  Πρώτο μέτρο ήταν οι δηλώσεις μετανοίας.

1938- 8 Μαρτίου. Απομόνωσαν στο θάλαμο Ε 35 κρατούμενους. Ανάμεσά τους τα στελέχη, Ιωαννίδης, Πορφυρογέννης, Θέος, Λουλές, Κ. Τσίρκας κ.α., χωρίς καμία επαφή με τους υπόλοιπους κρατούμενους, με δικό τους προαύλιο. Οι πολιτικοί κρατούμενοι επικοινωνούσαν με σημειώματα τοποθετημένα  σε γυάλινο σωληνάριο κινίνου. Το έβαζαν μέσα στην ζύμη και τα έψηναν μαζί με το ψωμί που είχαν σημαδέψει για να σταλούν στην απομόνωση.

1938-4 Αυγούστου. Το Ναύπλιο γιορτάζει τα δύο χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά και οι φωνές και τα τραγούδια  ακούγονται μέχρι την Ακροναυπλία.(περιγραφή  Πορφύρη). Στα τέλη του 1940 εβδομήντα (70) χωροφύλακες φύλαγαν την Ακροναυπλία.

1940. Συζητήσεις μεταξύ τροτσκιστικών ομάδων μέσα στην Ακροναυπλία για τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο μεταξύ ΕΟΚΔΕ με ηγέτη τον Π. Πουλιόπουλο και την ΚΔΕΕ που είχε εκπρόσωπο τον Στίνα. Οι εισηγήσεις του Πουλιόπουλου γράφτηκαν με το χέρι του Χ. Αναστασιάδη και ήταν 240 σελίδες. Τα χειρόγραφα αυτού του ιδιότυπου συνέδριου σώζονται στα αρχεία του ΕΛΙΑ και στο Μουσείο Μπενάκη.

 

Καταφύγιο στην Ακροναυπλία

 

Με την έναρξη του πολέμου, μετά από  διαβήματα κρατουμένων κατασκευάστηκε καταφύγιο στην Ακροναυπλία από εργολάβο, με εξόρυξη στο βουνό μήκους20 μέτρων, πλάτους2 μέτρωνκαι ύψους 1.80. Σκεπάστηκε  με ξύλα και χώμα. Στο καταφύγιο έμπαινες από πόρτα του Γ΄ θαλάμου.

 

Η νότια πλευρά του κτηρίου της Ακροναυπλίας που κατασκευάστηκε και το καταφύγιο.

 

 1940- 29 Οκτωβρίου. Υπόμνημα στην κυβέρνηση από τους έγκλειστους στις φυλακές για να σταλούν οι κρατούμενοι στο μέτωπο να πολεμήσουν.

1940- 6 Νοεμβρίου. Δεύτερο υπόμνημα για να πάνε οι κρατούμενοι στο μέτωπο.

1940-13 Νοεμβρίου. Τρίτο υπόμνημα για το μέτωπο χωρίς απάντηση.

 

Ιταλοί αιχμάλωτοι στο Ναύπλιο

 

Το στρατιωτικό νοσοκομείο στην Ακροναυπλία.

1941. Με την έναρξη του πολέμου στο ελληνοαλαβανικό μέτωπο Ιταλοί αιχμάλωτοι μεταφέρονται και στο Ναύπλιο.  Οι τραυματισμένοι Ιταλοί στρατιώτες νοσηλεύονται στο στρατιωτικό Νοσοκομείο στην Ακροναυπλία. Από 2-1-1941 έως 7-4-1941 οι Ιταλοί φαντάροι που πέθαναν στο στρατιωτικό νοσοκομείο ήταν δέκα. Οι Ιταλοί αιχμάλωτοι ήταν φυλακισμένοι στα κτήρια «Πέντε Αδέλφια».

1941-6 Απριλίου. Τα Γερμανικά στρατεύματα εισβάλουν στο ελληνικό έδαφος.

1941-15 Απριλίου. Τα πρώτα αγγλικά αυτοκίνητα με Άγγλους και Νεοζηλανδούς φτάνουν στο λιμάνι Ναυπλίου για να αποβιβαστούν σε πλοία.

1941-15 Απριλίου. Τα Γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την Αθήνα.

1941-25 Απριλίου. Αποχώρηση Άγγλων και Νεοζηλανδών από το λιμάνι του Ναυπλίου. Εμφάνιση και βομβαρδισμός από τα στούκας του λιμανιού.

1941-26 Απριλίου. Έκρηξη στο λιμάνι από τον βομβαρδισμό των πλοίων που θα χρησιμοποιούσαν οι Άγγλοι και οι Νεοζηλανδοί κατά την αποχώρηση.  Οι κρατούμενοι παρακολουθούν από ψηλά όλες τις επιχειρήσεις. Μεγάλες ζημιές στα κτήρια των φυλακών και στην πόλη του Ναυπλίου από τις εκρήξεις λόγω της ανατίναξης  πλοίων στο λιμάνι Ναυπλίου και ανοικτά τις Αρβανιτιάς.

1941- 28 Απριλίου. Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το Ναύπλιο. Οι λιγοστοί χωροφύλακες που είχαν παραμείνει στη θέση τους παραδίδουν τους πολιτικούς κρατούμενους στους Γερμανούς. Οι κρατούμενοι απαιτούν να κατέβει η Γερμανική σημαία από την Ακροναυπλία με το επιχείρημα ότι μπορεί να  θεωρηθεί από τους Άγγλους στρατόπεδο και βομβαρδιστεί. Οι Γερμανοί παρέδωσαν την φύλαξη της Ακροναυπλίας στους Ιταλούς. Με Ιταλική διοίκηση οι έλληνες χωροφύλακες έμειναν στην θέση τους και φύλαγαν τους πολιτικούς κρατούμενους.

1941-Μάιος. Απελευθέρωση 27 κρατουμένων της Ακροναυπλίας με παρέμβαση του βούλγαρου πρεσβευτή με το επιχείρημα ότι ήταν Σλαβομακεδόνες.

1941–1942. Η περίοδος της μεγάλης πείνας. Οι περισσότεροι κάτοικοι αλλά και φυλακισμένοι πέθαιναν  κυρίως από πείνα αλλά και από φυματίωση. Τα συνολικά θύματα από την Γερμανοϊταλική κατοχή, συμπεριλαμβανομένων και των εκτελέσεων και των θανάτων από στην περιοχή του Δήμου Ναυπλίου, ήταν εκατόν ογδόντα (180) άτομα. Από αυτά εκατόν δέκα τρείς (113)  πέθαναν από πείνα και καχεξία. Από αυτούς  τριάντα πέντε (35)  ήταν από τις φυλακές. Από τους πολιτικούς κρατούμενους τρία άτομα και τριάντα δύο (32) από τους ποινικούς κρατούμενους.

 

Η κηδεία του Ακροναυπλιώτη Μάγκου που πέθανε από «εξάντληση συνέπεια υποσιτισμού», 18 Μαΐου 1942, στην φυλακή και κηδεύτηκε στο νεκροταφείο Ναυπλίου. Πήραν άδεια και παραβρέθηκαν συγκρατούμενοι.

 

1942-Μάρτης. Η πρώτη παρουσία  ενίσχυσης από τον Ερυθρό Σταυρό με τρόφιμα για τους κρατούμενους. Μοίρασαν ένα κιλό στο κάθε κρατούμενο  σταφίδα, φιστίκια, φασόλια.  Οι επιστολές των κρατούμενων τους μήνες που είχαν προηγηθεί στις οικογένειές τους περιγράφουν την τραγική τους κατάσταση στις φυλακές. Κάθε επιστολή και ένα «SOS». Η απάντηση τις περισσότερες φορές από τις οικογένειες:«πεινάμε».

19427 Μαΐου. Μεταφέρονται 22 φυματικοί στο σανατόριο Πέτρα Ολύμπου.

1942-Σεπτέμβρης. Αρχίζει η διάλυση της Ακροναυπλίας με μεταφορά κρατουμένων σε στρατόπεδα.

1943. 100 πολίτες του Ναυπλίου έχουν κλειστεί στις φυλακές της Ακροναυπλίας από τους Ιταλούς στο χώρο του στρατιωτικού νοσοκομείου. Κατά τη διάρκεια της κατοχής το Στρατιωτικό νοσοκομείο έγινε χώρος φυλακής. Σαν νοσοκομείο οι Ιταλοί λειτούργησαν το κτήριο του Α΄ Δημοτικού σχολείου. Οι αντάρτες που συλλαμβάνονται φυλακίζονται στο χώρο του παλαιού νοσοκομείου. 

1943-27 Φεβρουαρίου. Μεταφέρονται στο σανατόριο Σωτηρία οι τελευταίοι φυματικοί κρατούμενοι της Ακροναυπλίας. Αργότερα θα αποδράσουν από το σανατόριο.

 

Τι επακολούθησε…

 

19436 Ιουνίου. 58 Ακροναυπλιώτες εκτελούνται από τους Ιταλούς στο Κούρνοβο.

1943-12 Δεκεμβρίου. 4 Ακροναυπλιώτες εκτελούνται  στο Χαϊδάρι.

1944-1 Μαΐου. 160 Ακροναυπλιώτες (από τους 200 που συνολικά εκτελέστηκαν)  εκτελούνται από τους Γερμανούς στην Καισαριανή.

Η παράδοση των πολιτικών κρατούμενων από τους έλληνες χωροφύλακες στους Γερμανούς είναι ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου στην Ελλάδα. Οι κρατούμενοι στις φυλακές δεν είχαν διαπράξει κανένα ποινικό έγκλημα. Στις φυλακές ήταν για τις ιδέες τους και φυλακίστηκαν  με βάση το ιδιώνυμο του 1929.

 

Συνολικά από τους 625 Ακροναυπλιώτες εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς 239.

 

194414 Σεπτεμβρίου. Αποχώρηση Γερμανών από το Ναύπλιο.

1944-5 Οκτωβρίου. Τα στρατεύματα του  ΕΛΑΣ μπαίνουν  στο Ναύπλιο.

1944-29 Οκτωβρίου. Επιτροπή από το ΚΚΕ επισκέπτεται την Ακροναυπλία και βλέπει έγκλειστο το Διοικητή των φυλακών Βαζιτάρη.

1945- 18 Ιανουαρίου. Αποχώρηση ανταρτών από το Ναύπλιο. «Συμφωνία της Πλάκας».

 

12 Φεβρουαρίου 1945 –  Συμφωνία της Βάρκιζας

 

1946. Επαναλειτουργία των φυλακών της Ακροναυπλίας. Η Ακροναυπλία έχει 700 άνδρες και 20 γυναίκες. Οργάνωση της φυλακής με συνεργεία από τσαγκάρηδες, ξυλουργείο ραφείο, καθαριότητα και μαθήματα.  Πολιτισμός: ανέβηκαν τρία θεατρικά  έργα μέσα στην φυλακή. Μάλιστα το θεατρικό έργο, «ο κατά φαντασία ασθενής»,  παρακολούθησαν και προσωπικότητες της πόλης του  Ναυπλίου. Στη φυλακή υπήρχε απαγόρευση εφημερίδων.

 

Οι φυλακές της Ακροναυπλίας.

 

Στο τέλος του 1947 οι κρατούμενοι έφτασαν τους 900 και δόθηκε εντολή να αποσυμφορηθούν οι φυλακές. Έγιναν πολλές μεταγωγές πολιτικών κρατουμένων στην Γυάρο. Οι θανατοποινίτες στις φυλακές ξεπέρασαν τους 100. Η Οργάνωση της φυλακής στηριζόταν στην Επιτροπή Ομάδας συμβίωσης και στους θαλαμάρχες. Ήταν μεγάλη στο τέλος 1947 αρχές 1948 η κίνηση σε κρατούμενους. Δεν προλάβαιναν οι φυλακισμένοι να γνωριστούν μεταξύ τους.

1947-Φεβρουάριο. Λειτουργεί ένας Θάλαμος με ποινικούς και οι υπόλοιποι τρεις με πολιτικούς κρατούμενους.

1947-1948-1949. Τριακόσιες υπολογίζονται οι  γυναίκες κρατούμενες που πέρασαν από την Ακροναυπλία. Στεγάζονται σε κτήριο ανατολικά του κεντρικού κτηρίου των φυλακών της Ακροναυπλίας.

1948-19 Φεβρουαρίου. Εκτέλεση έντεκα  κρατουμένων στην μάνδρα της ανατολικής πλευράς του νεκροταφείου Ναυπλίου.  Με πρόσχημα τη  μεταγωγή, τους οδήγησαν σε εκτέλεση. Επειδή ήταν διάχυτος ο φόβος για εκτέλεση οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας έβαλαν σκοπούς. Περιγραφή κρατούμενου: Άκουσα το χάραμα ένα μαζικό τραγούδι από πολύ μακριά . Δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω τα λόγια Δεν θυμάμαι ακριβώς πιο ήταν. Ήταν  το τραγούδι αυτών που πήγαιναν για εκτέλεση.  

 

Η είσοδος στο κτήριο των φυλακών.

 

1948-22 Ιουνίου. Εκτέλεση άλλων τεσσάρων κρατουμένων της Ακροναυπλίας στο Νεκροταφείο Ναυπλίου.  Στάση των φυλακισμένων για την παύση εκτελέσεων. Στην διάρκεια της διαμαρτυρίας των κρατουμένων εκτελέστηκαν δύο κρατούμενοι με πυροβόλα όπλα μέσα στους θαλάμους.

1948-22 Ιουνίου. Απεργία πείνας για δέκα μέρες από τους κρατούμενους για να μην γίνονται εκτελέσεις, σε συνεργασία και συντονισμό με τις φυλακές Αβέρωφ.

1948-30 Οκτωβρίου. Μεταγωγή εκατό  θανατοποινιτών με πλοίο από την Ακροναυπλία στην Κρήτη. Αποβίβαση στη  Σούδα και  μετάβαση στις φυλακές Χανίων.

1950. Μετά τις εκλογές επιτρέπεται να μπει στην φυλακή φωτογράφος για φωτογραφίες. Μεταφορά 50 κρατουμένων στις γυναικείες φυλακές που υπήρχαν μόνο δέκα γυναίκες σε ένα θάλαμο.

1950-Αρχές. Φυλακισμένοι αντάρτες από τον Δημοκρατικό στρατό και ποινικοί στο ίδιο χώρο. Σύνολο 600 άτομα.

1960- 10 Ιουνίου. Χαρακτηρισμός της Ακροναυπλίας με ΦΕΚ σε Τουριστικό δημόσιο κτήμα.

1961- 18 Ιουνίου.  Εγκαίνια της ξενοδοχειακής μονάδας  ΞΕΝΙΑ.

1962-19 Οκτωβρίου. Ανάθεση στον ΕΟΤ της διοικητικής διαχείρισης της Ακροναυπλίας με ΦΕΚ.

1963- Χριστούγεννα. Άρχισαν να φεύγουν από τις φυλακές οι πολιτικοί κρατούμενοι.

1966-Φεβρουάριος. Έκλεισαν οι Φυλακές της Ακροναυπλίας. Η πόλη του Ναυπλίου διαμαρτύρεται γιατί χάνεται άλλη μια Δημόσια υπηρεσία από την πόλη.

1968-28 Οκτωβρίου. Πρόταση Δεϊλάκη (Αρχαιολόγος στο Μουσείο Ναυπλίου) για Μουσείο Χριστιανικών και Ενετικών Αρχαιοτήτων στο κτήριο των πρώην φυλακών της Ακροναυπλίας.

1970- 16 Μαρτίου. Αρχίζει η κατεδάφιση φυλακών. Η τοπική κοινωνία ζητά την  δημιουργία ξενοδοχείου.

1971-15 Μαρτίου. Η άποψη της Αρχαιολογίας: «Πλην των καθαρώς αρχαιολογικών αντιρρήσεων η ανέγερση ξενοδοχείων επί των μνημείων είναι αντιτουριστική. Διότι, όταν το μνημείο χάσει την οντότητά του, παύει να είναι μνημείο και όταν παύσει να είναι μνημείο παύει να προσελκύει και το επισκέπτη». Εκφράστηκε από τη Φανή Δροσογιάννη Επιμελήτρια Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

1973. Ο Άγγελος Τερζάκης σε άρθρο του «Οίστρος ακολασίας», στο ΒΗΜΑ παρεμβαίνει για την κατεδάφιση του κτηρίου των φυλακών. «Πόσα ωραία θα μπορούσαν να έχουν γίνει χωρίς να σχετίζονται με την καταστροφή που είναι κατά κανόνα ανεπανόρθωτη. Ευτυχώς η πολιτεία του Ναυπλίου αντέχει ακόμα αντιστέκεται σιωπηρά με  τραυματισμένη την αξιοπρέπεια της προαιώνιας αρχοντιάς». 

1973.  Ανοίγουν οι δικαστικές φυλακές Ναυπλίου στην είσοδο της πόλης από το Άργος.

Η ιστορία της «πόλης των φυλακών» συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.   

Τη φυλακή της Ακροναυπλίας, ένα ανθρώπινο μνημείο της Ελληνικής ιστορίας, ενώ έστεκε επιβλητικά πάνω από την πόλη, η πόλη δεν την «έβλεπε». Όποιος ξεφυλλίσει τον τοπικό τύπο από το 1935 έως το 1960 θα δει ελάχιστες αναφορές για την φυλακή που «φιλοξένησε» χιλιάδες ανθρώπους. Η αξιοποίηση, η τουριστική προοπτική ήταν ο στόχος της πόλης. Σπάνια γίνεται αναφορά για τους ανθρώπους που στοιβάζονταν σε άθλιες συνθήκες. Τέλος το κλείσιμο των φυλακών συνοδεύτηκε από το πάγιο (κατά καιρούς) αίτημα της πόλης του Ναυπλίου να μην στερηθεί η πόλη άλλη μια δημόσια υπηρεσία…

Ας επισημάνουμε άλλη μια φορά ότι στην φυλακή της Ακροναυπλίας κατά βάση βρέθηκαν άνθρωποι, όχι επειδή είχαν διαπράξει κάποιο ποινικό αδίκημα, αλλά για τις πολιτικές  τους απόψεις.

 

* Γεννήθηκα και πέρασα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου κάτω από τις φυλακές της Ακροναυπλίας. Δύο πράγματα θυμάμαι έντονα: τον περίεργο ήχο  που έβγαινε από το βουνό και  τη σκοπιά του χωροφύλακα που φύλαγε τους κρατούμενους. Πέρασαν πολλά χρόνια για να  μάθω  από αφηγήσεις ότι ο ήχος δεν ήταν της παιδικής μου φαντασίας, προερχόταν  από τα τσίγκινα πιάτα που κτύπαγαν οι κρατούμενοι στα σίδερα της φυλακής. Ο χωροφύλακας της σκοπιάς  ήταν η  μόνιμη απειλή της μάνας μας, όταν δεν έτρωγα το φαγητό μου. Ο χωροφύλακας  άμεσα  απαντούσε ότι θα κατέβαινε κάτω αν δεν έτρωγα. Και αμέσως άδειαζα το πιάτο μου.

 Ίσως η τραυματική παιδική εμπειρία της απειλής του χωροφύλακα  μου έχει προσθέσει σήμερα παραπανίσια κιλά. …….

Το κείμενο αυτό είναι γραμμένο για τους ανθρώπους που θέλουν να δουν όλες τις πλευρές της ιστορίας της πόλης του Ναυπλίου.

Βιβλιογραφία


 

  • «Ακροναυπλία», Γ. Μανούσακα, εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ, 1978.
  • «Αναμνήσεις», Α. Στίνας,  εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ, 1985.
  • «Άστραψε φως η Ακροναυπλία», Β. Μπαρτζιώτα, εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, 1986.
  • «Μια ζωή επαναστάτης», Μ. Ράπτης Πάμπλο, εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ, 1985.
  • «Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες», Α. Φλουντζή, εκδόσεις Θεμέλιο, 1979.
  • «Απομνημονεύματα», Β. Κλαδούχος, εκδόσεις ΑΡΓΟΣ, 1995.
  • «Ακροναυπλία», Β. Γιαννόγκωνα, έκδοση 1963.
  • «Κείμενα για τον πολιτισμό την ιστορία και την πολιτική», Κ. Πορφύρης, εκδόσεις ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ, 2008.
  • ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑ 1940, Τετράδια Ακροναυπλίας, από αρχείο Χ. Αναστασιάδη,  Επιμ. Δ. Λιβιεράτος, Εκδόσεις ΕΝΟΤΗΤΑ, 2006.
  • Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας, Π. Βόγλης, εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, 2002.
  • «Η ΝΑΥΠΛΙΑ», Μ. Λαμπρινίδη, έκδοση 1975.
  • Οι φυλακές του Ναυπλίου, Α. Καρκαβίτσα,  εκδόσεις ΡΟΕΣ, 2009.
  • ΙΣΤΟΡΙΚΑ Ελευθεροτυπίας,  4/12/2003, Η Ιστορία των φυλακών.
  • ΙΣΤΟΡΙΚΑ Ελευθεροτυπίας,  8/4/2004, Τόποι εκτελέσεων. 
  • ΝΑΥΠΛΙΑΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ V,  2004.
  • Δελτίο του Τοπικού ιστορικού αρχείου Ναυπλίου, τεύχος 77.
  • Ελλέβορος, τεύχος 11.
  • Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 373, τεύχος 377.
  • Περιοδικό ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, τεύχος 82.
  • Τοπικός τύπος
  • ΣΥΝΤΑΓΜΑ 13/2/66.
  • Εφημερίδα Ενημέρωση 1/6/2001.
  • Δημοσίευση, Ναύπλιο Ακροναυπλία της Μ. Καρδαμίτση –Αδάμη.
  • Ημερολόγιο ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ 1995  με αφιέρωνα στην Ακροναυπλία.
  • Αρχείο Δ΄ Εφορείας Προϊστορικών Και Κλασικών Αρχαιοτήτων.
  • Γενικά Αρχαία του Κράτους,  Ναύπλιο.
  • Αι φυλακαί επί Καποδίστρια, Μ. Τούρτογλου, Επιτηρίς του αρχείου της ιστορίας του ελληνικού δικαίου, 1954.
  • Οι πρώτοι δήμιοι εν Ελλάδι, Μ. Λαμπρινίδη, ημερολόγιο Σκόκου, 1916.

 Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »