Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Μόρα Βαλεσή  (Η Οθωμανική Διοίκηση στην Πελοπόννησο)   


 

Κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, η Πε­λοπόννησος χωριζόταν σε ευρύτερες περιφέρειες, σαντζάκια, μερικές από τις οποίες (Μυστράς, Ναύ­πλιο) είχαν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου, του καπουδάν πασά. Κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία όμως (1716-1821), η Πελοπόννησος αποτέλεσε ξεχωριστό πασαλίκι, με διοικητή πασά που έδρευε στην Τριπολιτσά, η ο­ποία αναδείχθηκε έτσι σε ισχυρό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώ­σεις, όπως π.χ. ήταν η περίοδος της Αλβανοκρατίας (1770-1779) μετά την εξέγερση των Ορλοφικών (1769-1770), η έδρα μεταφέρθηκε εξ ανάγκης στο Ναύπλιο, το πολεμικό λιμάνι του οποίου βρισκόταν υπό την άμεση προστασία του οθωμανικού στόλου.

Ο καπουδάν πασάς Γαζή Χασάν Τζεζαερλή

Ο τίτλος του πασά της Πελοποννήσου ήταν Μόρα Βαλεσή (Mora valisi), δηλαδή βαλής (διοικητής) του Μοριά, και συγκέντρωνε στο πρόσωπό του ευ­ρύτατες αρμοδιότητες διοικητικές, στρατιωτικές και οικονομικές. Επρόκειτο για αξίωμα με μεγάλο κύ­ρος και υψηλές απολαβές, το οποίο ανατέθηκε κα­τά καιρούς σε σημαντικές προσωπικότητες της ο­θωμανικής εξουσίας, όπως π.χ. στον Μουχσινζαντέ Μεχμέτ πασά που είχε διατελέσει μέγας βεζί­ρης, στον Γαζή Χασάν Τζεζαερλή, που υπήρξε ε­ξαιρετικά επιτυχημένος αρχιναύαρχος του οθωμανικού στόλου, στο γυναικάδελφο του σουλτάνου Σελίμ Γ’, Μουσταφά Περισάν πασά κ.ά.

 Ως στρατιωτικός διοικητής (serasker, beylerbey, muhafiz), ο Μόρα Βαλεσή είχε την ευθύνη όχι μό­νο της υπεράσπισης της Πελοποννήσου από τυχόν εξωτερικούς κινδύνους ή εσωτερικές ανατρεπτικές κινήσεις, αλλά και της ενίσχυσης του οθωμανικού στρατού με τις στρατιωτικές δυνάμεις του Μοριά σε όποιο σημείο της αυτοκρατορίας κρινόταν απαραί­τητο από την Υψηλή Πύλη. Έτσι, το 1810 ο Βελή πασάς διατάχθηκε να ενισχύσει τον οθωμανικό στρατό στον Δούναβη κατά τη διάρκεια πολέμου με τη Ρωσία, ενώ το 1821 ο Χουρσίτ ανέλαβε την ηγε­σία του αγώνα για την καταστολή της ανταρσίας του Αλή πασά των Ιωαννίνων.

Επειδή η Πελοπόννη­σος αποτελούσε μεθόριο περιοχή για το οθωμανικό κράτος, και μάλιστα στο θαλάσσιο χώρο όπου γενι­κά κυριαρχούσαν οι ιταλικές ναυτικές πόλεις και ι­διαίτερα η Βενετία, η σημασία της στρατιωτικής της υπεράσπισης ήταν μεγάλη και ο πασάς, στον οποίο ανετίθετο, προαγόταν συνήθως, αν δεν κατείχε ήδη το αξίωμα αυτό, σε πασά τριών ιππουρίδων, ενώ σε πολλά άλλα πασαλίκια του κράτους οι πασάδες δι­οικητές είχαν μόνο δύο ιππουρίδες. Η ιππουρίδα (tug) δεμένη στο επάνω μέρος του κονταριού του πασά ήταν δηλωτική του στρατιωτικού του βαθμού. Οι διοικητές φρουρίων μεγάλης στρατηγικής ση­μασίας, όπως ήταν το Ναύπλιο και η Μεθώνη, εί­χαν κι αυτοί το βαθμό του πασά, όμως με μόνο δύο ιππουρίδες.

Εκτός από τη στρατολόγηση, συντήρηση και δια­τήρηση σε διαρκή πολεμική ετοιμότητα των στρα­τιωτικών σωμάτων της Πελοποννήσου, ο Μόρα Βα­λεσή όφειλε να μεριμνά και για τη συντήρηση των οχυρωματικών έργων της επαρχίας του. Οι υποχρε­ώσεις αυτές ήταν εξαιρετικά πολυδάπανες και έ­πρεπε να καλυφθούν από τα φορολογικά έσοδα της περιοχής, πράγμα το οποίο, ειδικά σε καιρό πολέμου, οδηγούσε σε υπέρογκη και συχνά ανεξέλε­γκτη φορολόγηση του τοπικού πληθυσμού, ο οποί­ος μέσω της κοινοτικής του αυτοδιοίκησης προσπα­θούσε να επιτύχει μειώσεις με την υποβολή στην Υψηλή Πύλη σχετικών αιτήσεων. Στις περιπτώσεις αυτές, ο πασάς φρόντιζε να διασκεδάζει τις εις βάρος του εντυπώσεις δωροδοκώντας αξιωματού­χους των ανακτόρων, με τους οποίους διατηρούσε φιλική σχέση, και κατηγορώντας τους διαμαρτυρό­μενους κατοίκους για στασιαστικές προθέσεις.

Σε καιρό ειρήνης, όταν οι ανάγκες σε στρατιωτικές δυ­νάμεις μειώνονταν, ο πασάς επιχειρούσε συνήθως να απολύσει μέρος των στρατιωτών που είχε στρα­τολογήσει για τις ανάγκες του πολέμου. Εκείνοι ό­μως (οι λεγόμενοι σεϊμένηδες, seymen) αντιδρούσαν βίαια για την απόλυσή τους και την απώλεια του μισθού τους (λουφές, ulufe) και συνιστούσαν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και για τον ίδιο τον πασά, ο οποίος αναγκαζόταν σε πολλές περιπτώσεις να υποχωρήσει στις αξιώσεις τους σε βάρος πάντοτε της τοπικής οικονομίας.

Είναι χαρακτηριστικό της οικονομικής επιβάρυνσης που προκαλούσε η παρουσία των στρατιωτικών αυτών δυνάμεων στον πληθυσμό, η θεσμο­θετημένη από το οθωμανικό κράτος πρακτική να διατρέφονται και γενικώς να φιλοξενούνται επί τρεις ημέρες με κάθε δυνατή άνεση από τον ντόπιο πληθυσμό οι στρατιώτες που συνόδευαν ως φρουρά τον Μόρα Βαλεσή σε κάθε περιοδεία του στην ενδοχώρα. Το κόστος μιας τέτοιας φιλοξενίας μπο­ρούσε να φθάσει, κατά τις πηγές της εποχής, και σε 15.000 γρόσια, ποσόν εξαιρετικά μεγάλο, αν ληφθεί υπόψη ότι ένα αρνί κόστιζε την ίδια περίοδο περίπου 3 γρόσια.

Οι στρατιωτικές δικαιοδοσίες του Μόρα Βαλεσή ποίκιλλαν ανάλογα με την ιστορική συγκυρία και την προσωπική πολιτική επιρροή του στα ανάκτο­ρα. Παράγοντας περιοριστικός της δικαιοδοσίας του ήταν ο ναυτικός χαρακτήρας της Πελοποννήσου, νοουμένης από τη σχετική οθωμανική νομοθεσία ως νήσου, της οποίας τα παράλια φρούρια ανήκαν περισσότερο στη δικαιοδοσία του καπουδάν πασά, δηλαδή του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου.

Περιηγητές του τέλους της Τουρκοκρατίας αναφέ­ρουν ότι ο πασάς δεν είχε δικαίωμα να επιθεωρήσει τα φρούρια ούτε να χορηγήσει άδεια επίσκεψής τους σε τρίτους (π.χ. Ευρωπαίους επισκέπτες) χωρίς την έγγραφη σύμφωνη γνώμη της κεντρικής εξουσίας. Η προτίμηση, εξάλλου, των πασάδων για την Τριπολιτσά ως έδρα της εξουσίας τους, πρέπει να ο­φειλόταν εν μέρει και στη σχετική ανεξαρτησία που αισθάνονταν εκεί, μακριά από την επιτήρηση του καπουδάν πασά.

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Σε ό,τι αφορά τις διοικητικές του αρμοδιότη­τες, ο πασάς της Πελοποννήσου είχε όλη τη δικαιοδοσία του σουλτάνου σε τοπικό επί­πεδο. Περιστοιχιζόταν, όπως ο σουλτάνος, από «υπουργικό συμβούλιο» Οθωμανών α­ξιωματούχων, το «διβάνιο», που ήταν το ανάλογο της Υψηλής Πύλης για τα δεδομένα του πασαλικιού. Επίσης, συνεργαζόταν στενά με τους εκπροσώ­πους της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, μουσουλμά­νους και χριστιανούς, στους οποίους ανέθετε την ευ­θύνη της κατανομής και είσπραξης των φόρων από τις περιοχές που αντιπροσώπευαν, καθώς και την ε­νημέρωση των συμπατριωτών τους για τις αποφάσεις της οθωμανικής εξουσίας.

Ο πασάς εξέδιδε έγγραφες αποφάσεις, τους λεγόμενους «ορισμούς» (buyuruldu), που οι ελληνικές πηγές αποκαλούν «μπουγιουρντιά», για όλα τα διοικητικά θέματα. Για την επικοινωνία του με τους χριστιανούς κατοί­κους της Πελοποννήσου, που αποτελούσαν και τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, αλλά και για τη δυνατότητα συνεννόησης με ξένους επι­σκέπτες, ο πασάς στηριζόταν στις υπηρεσίες του ε­πίσημου διερμηνέα, του δραγομάνου του Μορέως, ο οποίος υποστηριζόταν με τη σειρά του από ειδική γραμματεία, συχνά όμως συνέτασσε ο ίδιος στην ελληνική γλώσσα έγγραφα διοικητικού ενδιαφέροντος, δείγματα των οποίων έχουν διασωθεί σε οικογενειακά αρχεία κοτζαμπάσηδων, όπως π.χ. στο αρχείο της οικογένειας Περούκα στο Άργος.

Οι διοικητικές αποφάσεις του πασά έπρεπε να είναι σύμφωνες με την ισχύουσα οθωμανική νομο­θεσία και η νομική τους ορθότητα ελεγχόταν από τους τοπικούς καδήδες, που εκτός από ιεροδικαστές ήταν και νομικοί του σύμβουλοι. Ωστόσο, ο πα­σάς είχε δικαστικές αρμοδιότητες ευρύτερες εκεί­νων που είχαν οι ιεροδικαστές, κατ μάλιστα σε σο­βαρά ποινικά ζητήματα ή ζητήματα που αφορούσαν διαφορές μεταξύ κατοίκων διαφορετικών καζάδων (περιφερειών δικαιοδοσίας των τοπικών καδήδων) ή κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους των τοπικών αρ­χών.

Παρά το γεγονός ότι η επιβολή θανατικής ποινής περιλαμβανόταν στις δικαιοδοσίες του, ο Μόρα Βαλεσή συνήθως επέβαλλε πρόστιμο (curum/τζερεμέ) και μάλιστα υψηλό, το οποίο καρ­πωνόταν κατά κανόνα ο ίδιος.

Η σημαντικότερη ίσως πλευρά των αρμοδιοτήτων του πασά ήταν η δημοσιονομι­κή. Την οθωμανική εξουσία ενδιέφεραν κυρίως δύο πλευρές της επαρχιακής δι­οίκησης: η τήρηση της τάξης και η εί­σπραξη των φόρων.

Δεδομένου ότι η δεύτερη προ­καλούσε τις μεγαλύτερες δυσαρέσκειες και τη μεγαλύτερη αγανάκτηση ανάμεσα στους υπηκόους, και μάλιστα στους χριστιανούς, οι οποίοι επωμίζονταν και το μεγαλύτερο βάρος της φορολογίας, η αυστηρή επιτήρηση του πληθυσμού και καταστολή της όποιας εκδήλωσης δυσφορίας από την πλευρά των υπηκόων αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της δημοσιονομικής λειτουργίας της διοίκησης του πασαλικιού.

Για την άσκηση της λειτουργίας αυτής, ο πασάς στηριζόταν κυρίως στη συνεργασία των τοπικών προκρίτων, που τους καλούσε συχνά για σύ­σκεψη στην Τριπολιτσά και τους παρείχε δικαιώματα ένοπλης συνοδείας και φορολογικής απαλ­λαγής, ως ένδειξη της σπουδαιότητας του ρόλου τους. Η καλλιέργεια καλής σχέσης με τους ισχυ­ρούς χριστιανούς προκρίτους αποτελούσε δείγμα πολιτικής ικανότητας και διορατικότητας του Μόρα Βαλεσή, γιατί η επιρροή των ανθρώπων αυτών ξε­περνούσε πολύ συχνά τα όρια της ιδιαίτερης πατρίδας τους και έφθανε μέσω των αντιπροσώπων τους (βεκίληδων) στην Κωνσταντινούπολη, όπου μπορούσαν να προσεγγίζουν προσωπικότητες του σουλτανικού περιβάλλοντος και να επαινούν ή να ψέγουν τον πασά για τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του.

Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι, παρά την ύπαρ­ξη λεπτομερούς σχετικής νομοθεσίας, την αυστηρή τήρηση της οποίας απαιτούσαν κατά καιρούς σουλτανικά φιρμάνια και επιστολές του μεγάλου βεζίρη από την Κωνσταντινούπολη, που στόχευαν στον περιορισμό των αυθαιρεσιών και της υπερβο­λικής επιβάρυνσης των υπηκόων με δυσβάστα­κτους φόρους και αγγαρείες, οι τοπικές οθωμανι­κές αρχές ήταν ουσιαστικά ασύδοτες και σε πολλές περιπτώσεις αξίωναν την είσπραξη χρηματικών ποσών πολλαπλάσιων από εκείνα που προβλέπονταν από τις ισχύουσες διατάξεις.

Αυτή η πρακτι­κή εντάθηκε κατά τον τελευταίο αιώνα της Τουρκοκρατίας, λόγω και της παρακμής του κράτους που επέτρεπε στους τοπικούς διοικητές να παρα­κάμπτουν, ως ένα βαθμό, τις εντολές της Υψηλής Πύλης. Κυρίως όμως ήταν απότοκη του δημοσιο­νομικού συστήματος της οθωμανικής διοίκησης, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση ανέθετε κάθε χρόνο την είσπραξη των φόρων με πλειοδοτικό διαγωνισμό σε ενδιαφερόμενους μουσουλμάνους α­ξιωματούχους.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως η Πελοπόννη­σος και η Κύπρος, ο ανάδοχος που προέκυπτε από το διαγωνισμό αυτό αναλάμβανε ταυτόχρονα και το αξίωμα του διοικητή της Πελοποννήσου, γινόταν δηλαδή Μόρα Βαλεσή (η αρχική του όμως ιδιότη­τα ως αρμόδιου για την είσπραξη των φόρων του πασαλικιού ήταν muhassil μουχασίλης). Και ε­πειδή, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το εν­διαφέρον του μουχασίλη για την επαρχία της οποί­ας τη διοίκηση είχε αναλάβει ήταν μόνο κερδο­σκοπικό, ανέθετε με υπεκμίσθωση σε τρίτους τη διοίκησή της, ενώ ο ίδιος παρέμενε στην πρωτεύου­σα του κράτους για να διατηρεί τις υψηλές του ε­παφές που θα του επέτρεπαν να κερδίσει και τον επόμενο πλειοδοτικό διαγωνισμό.

Το ίδιο ίσχυε και με άλλα αξιώματα, όπως π.χ. του καδή και του βοεβόδα (που η δικαιοδοσία τους εξαντλούνταν στα γεωγραφικά όρια του καζά, δηλαδή της περιφέρει­ας που αντιστοιχούσε περίπου σε σημερινό νομό ή επαρχία). Οι αλλεπάλληλες αυτές υπεκμισθώσεις αξιωμάτων, ο χαρακτήρας των οποίων ήταν κυρίως φοροεισπρακτικός, συνέβαλαν στην υπερβολική αύξηση των φορολογικών υποχρεώσεων των υπη­κόων. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το περιθώριο αυθαιρε­σιών από την πλευρά του πασά ήταν ευρύ. Έχοντας δικαιοδοσίες ανάλογες με του σουλτάνου σε τοπικό επίπεδο, φάνταζε στα μάτια των υπηκόων ως παντοδύναμος και ανεξέλεγκτος δυνάστης.

Στην πραγματικότητα όμως η εξουσία του υπέκειτο σε πολλούς περιορισμούς και η διάρκεια της θητείας του σπάνια υπερέβαινε το ημερολογιακό έτος. Αντικαταστάσεις και καθαιρέσεις πασάδων πριν από την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης ετήσιας θητείας τους ήταν συχνό φαινόμενο στην οθωμανι­κή διοίκηση της Πελοποννήσου.

Ανταγωνιστές του Μόρα Βαλεσή στη διεκδίκηση του αξιώματος και των απολαβών του μπορούσαν εύκολα να τον διαβάλουν στο σουλτανικό περιβάλλον ως ύποπτο για έλλειψη νομιμοφροσύνης προς την κεντρική εξουσία ή μπορούσαν να δωροδοκήσουν αξιωματούχους της Υψηλής Πύλης, ώστε να «προσέξουν» περισσότερο τις αναφορές που υπέβαλλαν οι δυσαρεστημένοι υπήκοοι για τις αυθαιρεσίες του πα­σά και να σπεύσουν να ανταποκριθούν στο αίτημα της αντικατάστασης του πασά από άλλον.

Ειδικά στις περιπτώσεις που κάποιος πασάς επιδείκνυε υπερβολική και αδικαιολόγητη σκληρότητα σε βά­ρος εκπροσώπων της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, η συμπεριφορά του μπορούσε να επισύρει την οργή του σουλτάνου και την παραδειγματική τιμωρία του πασά. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αλήμπεη, που για τη σκληρότητα της διοίκησής του καταδικάστηκε σε θάνατο και αποκεφαλίστη­κε στην Κωνσταντινούπολη τον Απρίλιο του 1788, παρά το γεγονός ότι διέθετε ισχυρές διασυνδέσεις ως άνθρωπος του στενού περιβάλλοντος του πανί­σχυρου καπουδάν πασά Γαζή Χασάν Τζεζαερλή.

Σοβαρή μείωση του κύρους του αξιώματός του υ­πέστη, εξάλλου, ο πασάς της Πελοποννήσου μετά την εξέγερση των Ορλοφικών και κατά την περίο­δο της Αλβανοκρατίας που ακολούθησε, οπότε ο σουλτάνος, για να αντιμετωπίσει την έκρυθμη κατάσταση που προκάλεσαν οι Αλβανοί στον Μοριά, ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη ειδική υπηρεσία εποπτείας της διοίκησης του Μοριά, με επικεφα­λής τον «επιστάτη του Μορέως» (Μόρα ναζίρη).

Στον επόπτη αυτόν, καθώς και σε άλλους αξιωματούχους της πρωτεύουσας, απευθύνονταν συχνά, ι­δίως κατά της δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, εκπρόσωποι ισχυρών Πελοποννήσιων Οθωμανών προκρίτων, που συνεννοούνταν και συνεργάζονταν συγκυριακά με τους ομολόγους τους χριστιανούς κοτζαμπάσηδες, και από κοινού ενεργούσαν για την αντικατάσταση πασά που δεν ήταν της αρεσκεί­ας τους. Για την αντιμετώπιση του κινδύνου αυτού, ο πασάς αναγκαζόταν να διαθέτει μεγάλα χρηματικά ποσά, ώστε να δωροδοκεί πρόσωπα-κλειδιά στο σουλτανικό περιβάλλον, όπως επίσης και να επιδιώκει συμμαχίες με τους πολιτικούς αντιπάλους των κατηγόρων του σε τοπικό επίπεδο, εμπλεκόμε­νος αναγκαστικά σε τοπικές διαμάχες και «κομματικές» φατρίες.

Ο Βελή πασάς μάλιστα, γιος του Αλή των Ιωαννίνων, που κυβέρνησε τον Μοριά α­πό το 1807 έως το 1812, τήρησε, ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του, α­κόμη και προσωπική διπλωματική πολιτική συνάπτοντας φιλικούς και οικονομικούς δε­σμούς με ισχυρούς Άγγλους της εποχής, μέσω των οποίων εξασφάλιζε την υποστήριξη του Άγγλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, σε μια εποχή κατά την οποία η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε έντονη την ανάγκη της αγγλικής υποστήριξης απέναντι στον κίνδυνο που αντιπροσώπευε για την ακεραιότητά της η Ρωσία αλλά και η Γαλλία του Ναπολέοντα.

Οι στρατιώτες, τους οποίους στρατολογούσε ο πα­σάς εκτάκτως σε περιόδους εκστρατειών ή εσωτερικών ταραχών και στη συνέχεια τους απέλυε για λόγους οικονομίας ή για να προσλάβει άλλους α­φοσιωμένους στο πρόσωπό του, στην περίπτωση που αναλάμβανε για πρώτη φορά τα καθήκοντά του και δεν ήθελε να διατηρήσει τους φρουρούς του προκατόχου του, αποτελούσαν επίσης μεγάλο πο­νοκέφαλο για τον εκάστοτε πασά, καθώς μετατρέπονταν, μετά την απόλυσή τους, σε ταραχοποιά στοιχεία και έδιναν στην κεντρική εξουσία την, συχνά βάσιμη, εντύπωση ότι ο πασάς αδυνατεί να επιβά­λει την τάξη στην περιφέρειά του.

Σε ορισμένες πε­ριοχές του πασαλικιού, εξάλλου, η δικαιοδοσία του Μόρα Βαλεσή ήταν σχεδόν τυπική, εφ’ όσον οι πε­ριοχές αυτές αποτελούσαν αφιερώματα (βακούφια) σε μουσουλμανικά ευαγή ιδρύματα ή είχαν δοθεί ως ισόβιες επικαρπίες σε στενούς συγγενείς του σουλτάνου, οι οποίοι είχαν ασφαλώς τον πρώτο λό­γο στα εσωτερικά ζητήματα των περιοχών αυτών.

Οι «πονοκέφαλοι» της εξουσίας δεν εμπόδιζαν πάντως τον πασά να ζει μέσα στη χλιδή και να συμπεριφέρεται ηγεμονικά. Είναι πολύ ενδιαφέρου­σες και γραφικές οι περιγραφές του αυλικού πρω­τοκόλλου του πασά της Πελοποννήσου που άφησαν Ευρωπαίοι περιηγητές, οι οποίοι κατά καιρούς τον επισκέφθηκαν.

Πολυάριθμοι αξιωματούχοι και προσωπικοί φρουροί, γραμματείς και αγγελιαφό­ροι, υπηρέτες και ακόλουθοι, συνιστούσαν ένα πο­λύχρωμο μωσαϊκό, που ζούσε και κυκλοφορούσε στο σεράι, για να προστατεύει, να υπηρετεί και να διασκεδάζει τον πασά και την πολυάριθμη οικογένειά του, που περιλάμβανε, όπως και του σουλτάνου, πολυμελές χαρέμι και παιδιά. Επικεφαλής της προσωπικής του φρουράς ήταν ο σιλιχτάραγας, τελετάρχης του σεραγιού ο σελάμ αγάς, σταβλάρχης ο μιραχόρ, θησαυροφύλακας ο χαζνεντάραγας, αρχιθαλαμηπόλος ο κιλερτζήμπασης, υπεύθυνος προμηθειών ο μασράφ εφέντης, αρχιμάγειρος ο αστσίμπασης και υπεύθυνος για τη φύλαξη του χαρεμιού ο χαρέμ κεχαγιάς.

Πολλοί άλλοι κατώτεροι αξιωματούχοι και απλοί στρατιώτες ή υπηρέτες βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές των προαναφερθέντων, έτοιμοι να εκτελέσουν οποιαδήποτε επιθυμία του πασά, αλλά και να εκμεταλλευθούν στο έπακρο τη «θέση» τους, αξιώνοντας από τους υπηκόους οικονομικά και άλ­λα οφέλη, που τελικά συνιστούσαν είδος φορολό­γησης πολύ μεγαλύτερο και περισσότερο δυσβάστακτο από τους επίσημους φόρους.

Ο ίδιος ο πασάς, παρά τις πολλαπλές οικονομικές του υποχρεώσεις, για τη διατήρηση και την ετήσια ανανέωση της θητείας του στο αξίωμα του Μόρα Βαλεσή, συγκέντρωνε τελικά τεράστια ποσά, που προέρχονταν από την άγρια εκμετάλλευση του εισοδήματος των χριστιανών υπηκόων του.

Με ασήμαντες αφορμές δήμευε περιουσίες προκρίτων (π.χ. περιπτώσεις Μπενάκη και Παπατσώνη από τον Βελή πασά) ή άλλων ευκατάστατων χριστιανών, συμμετείχε σε επιχειρήσεις λαθραίας εξαγωγής σιτηρών από την Πελοπόννησο (η παραγωγή της οποίας σύμφω­να με το νόμο έπρεπε να διατίθεται για τον επισιτισμό της Κωνσταντινούπολης και να μην εξάγεται σε άλλες χώρες), επέβαλλε υψηλά πρόστιμα και έκτακτους φόρους με αφορμή διάφορα γεγονότα και αξίωνε ποικίλα «δώρα» (piskes, πεσκέσια) από τους υπηκόους για τον ίδιο και τους υφισταμένους του.

Τα ποσά που αναφέρονται από τις σχετικές πη­γές είναι πραγματικά αστρονομικά. Ειδικά για τον Βελή πασά, που ο ίδιος καυχιόταν ότι «διψούσε ό­χι για αίμα αλλά μόνο για χρήματα», αναφέρεται ότι αποκόμισε κατά την πενταετή θητεία του στο α­ξίωμα επτάμισι εκατομμύρια γρόσια. Αλλά η επιβολή της οικονομικής αυτής αφαίμαξης των ραγιάδων δεν απείχε πολύ από την κυριολεκτική αφαίμαξή τους και είναι βέβαιο ότι συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην έκρηξη της Επανάστασης στον Μοριά το Μάρτιο του 1821.            

 

Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών,

Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

 

Πηγή

 
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η άλωση της Τριπολιτσάς », τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

 


Read Full Post »

Γρίβας Θεοδωράκης (Πρέβεζα, 1797 – Μεσολόγγι, 1862)


 

Προσωπογραφία του Οπλαρχηγού και Στρατηγού Θεόδωρου Γρίβα

Οπλαρχηγός στην Επανάσταση του 1821 και στρατιωτικός στις πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους. Γιος του Δημητρίου (Δράκου) Γρίβα, ήταν από το 1815 αρματολός στη Ρούμελη και στην εφηβική του ηλι­κία υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Με την έναρξη του Αγώνα, από την Αιτωλία, όπου βρισκόταν, άρχισε τη δράση του: στα τέλη Μαΐου 1821 πολέμησε στη μάχη του Βραχωρίου (Αγρινίου) δίπλα σε άλ­λους οπλαρχηγούς (Δημήτρη Μακρή, Αθανάσιο Ραζηκότσικα και Αλέξη Βλαχόπουλο).

Τον Αύγου­στο του ίδιου χρόνου πήρε μέρος στη μάχη του Γηροκομειού Πατρών και συνέχισε σε άλλες περιοχές τις επιθέσεις εναντίον των Τούρκων. Επικεφαλής τμήματος, που είχε οργανώσει ο ίδιος, ακολούθησε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στη μά­χη του Πέτα (Ιούνιος 1822) και μετά την αποτυχία της επιχείρησης αυ­τής πέρασε στην Πελοπόννησο, αφού προηγουμένως κατόρθωσε να αποκρούσει αποτελεσματικά τις τουρκικές επιθέσεις.

Στα μέσα Νοεμβρίου 1822 ο Γρί­βας μπήκε στο πολιορκημένο Μεσο­λόγγι, για να ενισχύσει την άμυνά του, και μετά τη λύση της πολιορ­κίας ξαναγύρισε στην Πελοπόννη­σο. Συνεργάστηκε τότε με τον Κο­λοκοτρώνη, στο πλευρό του οποίου στάθηκε και κατά το μεγαλύτερο διάστημα του εμφύλιου πολέμου του 1824 – 25. Στα αμέσως επόμε­να χρόνια ο Γρίβας μεταπήδησε στο αντίπαλο στρατόπεδο και όταν έληξαν οι εργασίες της Τρίτης Εθνικής Συνέλευσης (άνοιξη 1827) κατέλα­βε το Παλαμήδι, επιδιώκοντας την αύξηση της επιρροής του στα πελοποννησιακά πράγματα.

Μετά την άφιξη του Καποδίστρια (1828), ο Γρί­βας παρέδωσε το Παλαμήδι στον κυβερνήτη και συμφιλιώθηκε με τους αντιπάλους του, η στάση του όμως κατά τα τελευταία χρόνια του Αγώνα και ιδιαίτερα η τυραννική συ­μπεριφορά του είχε προκαλέσει την αγανάκτηση της στρατιωτικής μερί­δας, αλλά και των κατοίκων της Αρ­γολίδας. Μετά την άφιξη του βασιλιά ‘Οθωνα (Ιαν. 1833) η Αντιβασιλεία αγνό­ησε το Γρίβα και τον απέκλεισε από την απονομή τιμητικών διακρίσεων, εκείνος όμως όταν τον Αύγουστο του 1834 εκδηλώθηκαν ταραχές στη Μεσσηνία, προσφέρθηκε να πο­λεμήσει τους «αντάρτες».

Σε συ­νεργασία με το Χατζηχρήστο και άλλους παλαιούς οπλαρχηγούς κα­τέστειλε την εξέγερση και απελευ­θέρωσε Βαυαρούς που είχαν συλ­ληφθεί από τους Μανιάτες. Το Φεβρουάριο επίσης του 1836 συνερ­γάστηκε για την καταστολή ανταρ­σίας που ξέσπασε στην Ακαρνανία. Η δράση του ως την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 δεν εί­ναι γνωστή, είναι όμως βέβαιο ότι πήρε μέρος στην Εθνική Συνέλευση που ψήφισε το Σύνταγμα του 1844.

Οπαδός πια του «γαλλικού» κόμ­ματος και αντίπαλος του Αλέξαν­δρου Μαυροκορδάτου, ο Γρίβας ορ­γάνωσε κίνημα εναντίον του στην Ακαρνανία τον Απρίλιο του 1844, αλλά κατά την πρωθυπουργία του «γαλλόφιλου» Ιωάννη Κωλέττη, το 1847, ύψωσε τη σημαία της ανταρ­σίας στο χωριό Περατιά της Ακαρ­νανίας (παλαιά έδρα των Γριβαίων), όπου πολιορκήθηκε και με δυσκολία κατόρθωσε να διαφύγει στα Επτά­νησα.

Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου (1853-55), όταν ξέσπασαν (1854) απελευθερωτικά κινήματα στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και την Ήπειρο, ο Γρίβας, αφού παραιτή­θηκε από το βαθμό του στρατηγού, που του είχε στο μεταξύ απονεμη­θεί, ανέλαβε την αρχηγία του αγώνα στην Ήπειρο, όπου πολέμησε επί μήνες.

Υπήρξε επίσης ένας από τους κύριους πρωτεργάτες της εξέ­γερσης που κατέληξε στην έξωση του Όθωνα: από την Ακαρνανία, όπου βρισκόταν στις αρχές Οκτω­βρίου 1862, σχεδίαζε να κατευθυν­θεί στην Αθήνα με το στρατιωτικό σώμα που για το σκοπό αυτό είχε οργανώσει. Στο Αγρίνιο όμως πλη­ροφορήθηκε την εξέγερση στην ελ­ληνική πρωτεύουσα και παρέμεινε στο Μεσολόγγι με μικρή δύναμη 500 ανδρών. Στην προσωρινή κυβέρνηση, που σχηματίστηκε μετά την έξωση με πρόεδρο το Δημήτριο Βούλγαρη ο Γρίβας δε συμπεριλήφθηκε και γι’ αυτό χολωμένος αποφάσισε να βαδί­σει εναντίον της πρωτεύουσας και να διεκδικήσει την εξουσία.

Η κυβέρνηση ανέθεσε τότε στον Μπενιζέλο Ρούφο και στον Επαμεινώνδα Δεληγεώργη να συναντήσουν το Γρίβα στο Μεσολόγγι και να του ανακοινώσουν την απόφασή της «να αποδώση εις τον γενναίον αντιστράτηγον τον βαθμόν του στρατάρχου, τον ανώτατον στρατιωτικόν βαθμόν των πεπολιτισμένων εθνών». Η κυ­βερνητική αντιπροσωπεία όμως βρήκε άρρωστο το Γρίβα, που πέθανε στις 24 Οκτωβρίου 1862. Γιος του ήταν ο Δημήτριος Γρίβας ο οποίος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1829.

Ο Γρίβας, όπως προκύπτει από όσα είναι ως τώρα γνωστά, υπήρξε ανυπότακτος αλλά και ασταθής στις πολιτικές του θέσεις. Διαπνεόταν από φιλελεύθερες ιδέες, που το υπόβαθρό τους δεν είναι σαφές, και σε ορισμένες περιπτώσεις επη­ρεάστηκε από προσωπικά πάθη. Αποτελεί οπωσδήποτε μια ιδιότυπη περίπτωση του Αγώνα του 1821 και των χρόνων του Όθωνα, που δεν έχει ως τώρα μελετηθεί.

 

Βασίλης Σφυρόερας

Ιστορικός – Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή


  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Μουσικοδιδάσκαλοι – πρωτοψάλτες στο Ναύπλιο (1825-1833)


Το μουσικό κενό, που προέκυπτε από την μη συστηματική διδασκαλία της Μουσικής στην πόλη του Ναυπλίου, κάλυψαν μερικώς μουσικοδιδάσκαλοι πρωτοψάλτες. Οι μουσικοί αυτοί, κατά κανόνα της Σχολής Κωνσταντινουπόλεως, μετά μικρά διδακτική θητεία επί Καποδίστρια στα Σχολεία της Αίγινας, έζησαν ως μουσικοδιδάσκαλοι και πρωτοψάλτες στο Ναύπλιο, κατά τα Οθωνικά χρόνια και τελικά μετοίκησαν στην Αθήνα, όπου δίδαξαν σε πρωτεύοντα εκεί εκπαιδευτικά ιδρύματα και διηύθυναν τον εκκλησιαστικό χορό της Αγίας Ειρήνης, πρώτου καθεδρικού ναού των Αθηνών.

Δηλαδή ακολούθησαν οι μουσικοδιδάσκαλοι αυτοί την ιστορική και κοινωνική συγκυρία της Νεωτέρας Ελλάδος, κατά την οποία η Αίγινα, το Ναύπλιο και τελικά η Αθήνα απετέλεσαν κέντρα της πολιτικής, διοικητικής και κοινωνικής ζωής και έγιναν διαδοχικά πόλοι έλξεως διανοουμένων, εκπαιδευτικών, εμπόρων, στρατιωτικών, πολιτικών και άλλων ανήσυχων και φιλοπρόοδων πολιτών, οι οποίοι και αυτοί με την σειρά τους ακολουθούσαν τα γυρίσματα της ζωής.

Παλαιότερο πρωτοψάλτη γνωρίζομε στο Ναύπλιο τον Πασχάλη Παΐσιο και ξέρομε τόσα μόνον περί αυτού, όσα διασώζει η σημείωση του απογραφέως της γενικής απογραφής των κατοίκων Ναυπλίου (1825), όπου συμπεριλαμβάνεται με την ένδειξη: «Πασχάλης Παΐσιος μουσικός, ψάλτης του Αγίου Γεωργίου», δηλαδή του καθεδρικού ναού Ναυπλίου.

 

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

 

Επί Καποδίστρια δίδασκε βυζαντινή μουσική και έψαλλε στο Ναύπλιο ο Κωνσταντίνος Κηρύκου. Ο ίδιος είχε συνεχή δραστηριότητα επί τεσσαρακονταετία σε διάφορα μέρη.  Μετά την αποχώρησή του από το Ναύπλιο έψαλλε στην Σύρο και τελικά στην Αθήνα ως αριστερός ψάλτης του καθεδρικού τότε Ναού της Αγίας Ειρήνης. Ο Κηρύκου διορίσθηκε, με διάταγμα του Όθωνος (12-24 Φεβρουαρίου 1843), διδάσκαλος της Μουσικής, βοηθός του καθηγητού Ζαφ. Ζαφειροπούλου στο Διδασκαλείο Αθηνών, μετά τον θάνατο του βοηθού διδασκάλου ιεροδιακόνου Θεοδώρου Ρεοντάκη, «αντί μισθού 70 δραχμάς κατά μήνα». Παράλληλα δίδασκε στην Ριζάρειο Σχολή, μέχρις ότου τον διδέχθη εκεί ο Άνθιμος Νικολαΐδης [1].

Την ίδια εποχή με τον Κ. Κηρύκου, δρα στο γειτονικό Άργος ως μουσικοδιδάσκαλος και πρωτοψάλτης του καθεδρικού ναού του Αγίου Πέτρου ο Παναγιώτης Αγαθοκλέους. Ο Αγαθοκλέους, γεννημένος στον Αίνο και αναθρεμμένος στην Κίο της Μικράς Ασίας είναι πολύ κατηρτισμένος μουσικός, δίδαξε και συνέγραψε «Θεωρητικόν της εκκλησιαστικής μουσικής», που εξεδόθη στην Αθήνα το 1855, δια του τυπογραφείου Χ. Νικολαΐδου, του Φιλαδελφέως [2]. 

Τον Νοέμβριο 1832 εγκατεστάθη στο Ναύπλιο, προερχόμενος από την Αίγινα, ο σπουδαίος Ζαφείριος Απ. Ζαφειρόπουλος. Ο Ζαφειρόπουλος, γνωστός και ως «Ζαφείριος ο Σμυρναίος», είχε αποφοιτήσει της Πατριαρχικής Μουσικής Σχολής Κωνσταντινουπόλεως και είχε διδάξει στο Αϊβαλί της Σμύρνης, από δε το 1826 κατέφυγε με άλλους Μικρασιάτες στην Αίγινα, όπως πολλοί τότε άφησαν τα τουρκοκρατούμενα μέρη για να εγκατασταθούν στην ελεύθερη Ελλάδα. Εδώ διωρίσθη ο Ζαφειρόπουλος μουσικοδιδάσκαλος των παιδιών του Ορφανοτροφείου, που συνέστησε ο Καποδίστριας για να περιμαζέψη τα ορφανά του πολέμου και να εξασφάλιση εκεί την μόρφωση και την αγωγή τους.

Ήταν μάλιστα παράλληλα στην Αίγινα μουσικοδιδάσκαλος, αλλ’ αυτός της ευρωπαϊκής μουσικής, ο Αθανάσιος Αβραμιάδης, ενώ ο περίφημος Γεώργιος ο Λέσβιος, εισηγητής του ομώνυμου νέου συστήματος γραφής της βυζαντινής μουσικής, διωρίσθη, από τους πρώτους μήνες του 1828 πρώτος μουσικοδιδάσκαλος του πρώτου Σχολείου Εκκλησιαστικής Μουσικής, που ιδρύθη στην Αίγινα με διάταγμα του Καποδίστρια.

Μετά τον θάνατο του κυβερνήτη (1831) και από τα προβλήματα, που ανέκυψαν στην συνέχεια μεταξύ Εφορευτικής Επιτροπής, καθηγητών και μαθητών και τα οποία τελικά οδήγησαν στο κλείσιμο του Ορφανοτροφείου, ο Ζαφειρόπουλος δυσαρεστημένος και έχοντας προσωπικές αφορμές υπέβαλε την παραίτησή του και προτίμησε το Ναύπλιο. Εδώ τον συναντούμε πρωτοψάλτη «εις την πρωτεύουσαν των εν Ναυπλίω εκκλησιών» δηλαδή τον μητροπολιτικόν Ιερόν Ναόν Αγίου Γεωργίου. Από αναφορά του, της 30 Νοεμβρίου 1832, μαθαίνομε ότι ο Ζαφειρόπουλος αντιμετώπισε στο Ναύπλιο οικονομικά και πρόσθετα δυσάρεστα οικογενειακά προβλήματα. Γι’ αυτό εζήτησε αύξηση του μισθού του, αλλά προσέκρουσε στην αρνητική διάθεση των επιτρόπων του ναού, που έφθασαν μέχρι και να τον παραιτήσουν.

Επενέβησαν όμως «διάφοροι εκ των επισημοτέρων κατοίκων του Ναυπλίου με συγκεκριμένην πρότασιν: «αφού η εκκλησία αδυνατή, να διορισθή ο Ζαφειρόπουλος επίσημος κρατικός μουσικοδιδάσκαλος, πληρωνόμενος από το Κρατικόν Ταμείον». Η σωζόμενη, από 30 Δεκεμβρίου 1832, αναφορά  [3], υπογράφεται από μεγάλα γνωστά ονόματα: Ν. Πονηρόπουλος, Αθ. Σέκερης, Α. Κονδάκης, Ν. Οικονόμου, Ηλίας Ασημακόπουλος, Αναγνώστης Δηλιγιάννης, Κανέλος Καστόρχης, Πανούτσος Νοταράς, Ρήγας Παλαμήδης, Ν. Αλεξόπουλος, Σ. Σπηλιωτόπουλος κ.α.

Υπέρ του Ζαφειροπούλου συνηγόρησε με χωριστό έγγραφό του προς τον Υπουργόν ο Δαμαλών Ιωνάς, εκκλησιαστικός τότε τοποτηρητής Ναυπλίου και Άργους. Ο τότε Υπουργός Παιδείας, Ιακωβάκης Ρίζος – Νερουλός υιοθέτησε την πρόταση των Ναυπλιωτών και εισηγήθη να επαναδιορισθή ο Ζαφειρόπουλος «με ανάλογον μισθόν, χορηγούμενον από την Κυβέρνησιν, δημόσιος της εκκλησιαστικής μουσικής διδάσκαλος εις την καθέδραν της Κυβερνήσεως, υποχρεούμενος να διδάσκη την τέχνην ταύτην αμισθί εις τους καλλιφωνοτέρους των μαθητών του ενταύθα αλληλοδιδακτικού σχολείου και άλλους όσοι έχουν έφεσιν και διάθεσιν προς το επάγγελμα τούτο, υποχρεουμένους όμως και αυτούς να συγχοροστατούν μετ’ αυτού εις την εκκλησίαν, όπου θέλει εκτελεί συγχρόνως και τα χρέη του πρωτοψάλτου. Τον δε μισθόν, τον οποίον ελάμβανεν από την εκκλησίαν να προσκληθούν παρά της Γραμματείας ταύτης οι Επίτροποι να τον δίδουν εις τον αριστερόν ψάλτην, προς αποφυγήν των κακοφωνιών και χασμωδιών, αι οποίαι χωρίς τούτου δεν θέλουν λείψει από την εκκλησίαν»[4].

Δηλαδή έπασχε τότε και το Ναύπλιο από κακή μουσική, που οφείλονταν στην μουσική αμάθεια ή ημιμάθεια των «αυτοχειροτόνητων» και εθελοντών ψαλτών, συνηθισμένο φαινόμενο της εποχής εκείνης, όπως πληροφορούμεθα από περιηγητές, που περιγράφουν τελετές και εορτές σε ορθόδοξους ναούς των πόλεων και της υπαίθρου.

Τελικά η συνδυαστική πρόταση του Υπουργού Παιδείας έγινε ομόφωνα δεκτή από τα μέλη της Διοικητικής Επιτροπής, Ανδρέα Ζαΐμη, Ιωάννη Κωλέττη και Ανδρέα Μεταξά, που υπογράφουν με την ένδειξη: «Εγκρίνει (η Διοικητική Επιτροπή) να προσδιορισθή εις τον κύριον Ζαφείριον Ζαφειρόπουλον λόγω μισθού μουσικοδιδακτικού φοίνικες εκατόν πεντήκοντα αρ. 150 κατά μήνα». Πάντως ο μισθός αυτός συνέχιζε να είναι χαμηλός, όταν σκεφθούμε ότι τα χρόνια εκείνα ο περίφημος διδάσκαλος του Γένους Γεώργιος Γεννάδιος έπαιρνε στην Αθήνα 500 γρόσια τον μήνα, ο δε μουσικοδιδάσκαλος Γεώργιος ο Λέσβιος απαιτούσε για το διδακτικό του έργο 1.200 γρόσια τον μήνα.

Στο τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου  [5] βλέπομε ότι τον επόμενο χρόνο (1834) αύξησαν τον μισθό του Ζαφειρόπουλου σε 160 δραχμές και ότι του έδωσαν γραπτές «ομολογίες», χρεωστικά δηλαδή έγγραφα, για οφειλόμενα χρήματα από καθυστερούμενους μισθούς του. Στην από 10 Ιανουαρίου 1833 κοινοποίηση του διορισμού του, ο Υπουργός καλεί τον Ζαφειρόπουλο να αναλάβη αμέσως τα καθήκοντά του και «να φροντίση εγκαίρως περί της εκλογής των μαθητών του, κοινοποιών συγχρόνως δι’ ιδιαιτέρας του προσκλήσεως τον καιρόν και τον τόπον, εις τον οποίον θέλει παραδίδει τα μαθήματα της τέχνης του».

Το Υπουργείο αισθάνθηκε τότε εντονώτερη την ανάγκη καλής μουσικής, εν όψει της τελετής – δοξολογίας της επισήμου υποδοχής του Όθωνος, στην οποία σαφώς η ψαλτική του Ζαφει­ρόπουλου συνέβαλε θετικά. Και επί πλέον ανέμενε το Υπουργείο να χρησιμεύση «η όλη περί τον Ζαφειρόπουλον μουσική κίνησις ως φυτώριον παραγωγής μουσικών».

Του έγραφε χαρακτηριστικά ο Υπουργός:

«Η Γραμματεία, πεπεισμένη περί της ικανότητός σου, δεν αμφιβάλλει, Κύριε, ότι θέλεις αναδείξη εν δέοντι μαθητάς ικανούς να διαδώσωσι και εις άλλας του βασιλείου επαρχίας την αναπόφευκτον προς την εκκλησιαστικήν ευπρέπειαν μουσικήν τέχνην, κατά το παραδεδεγμένον προ χρόνων εις την εκκλησίαν σύστημα».

Σώζεται ακόμη η ευχαριστήριος επιστολή (12 Ιανουαρίου 1833) του Ζαφειρόπουλου, με την οποία αποδέχεται το διορισμό του και βεβαιώνει για τις προθέσεις του να εργασθή εντός και εκτός του Ναού, προς διάδοση της βυζαντινής μουσικής. Γράφει μάλιστα ότι ετοίμαζε ανακοίνωση, με την οποία θα καλή τους βουλομένους να μάθουν μουσική, ζητεί χώρο διδασκαλίας και προτείνει γι’ αυτό «την κατά τον ‘Αγιον Γεώργιον οικίαν… ως χωρητικήν ούσαν και δια τούτο κατάλληλος να χρησιμεύση και ως τόπος της των μουσικών μαθημάτων παραδόσεως».

Πρόκει­ται για το λεγόμενο σε άλλα έγγραφα «το οσπήτιον», το συνεφαπτόμενο του Αγίου Γεωργίου ή αλλού «τα κελλία του Αγίου Γεωργίου» [6] «που επακουμβούν εις την αυτήν εκκλησίαν», τα οποία όμως η αμεριμνησία των υπευθύνων άφησε, τα τελευταία χρόνια, να καταρρεύσουν, ευτυχώς μό­νον η στέγη τους. Το πόσο δικαίωσε ο Ζαφειρόπουλος «τας χρηστάς ελπίδας» του υπουργού, φαίνεται από την μετέπειτα σταδιοδρομία του και την πρόοδο των μαθητών του, που ανεδείχθησαν στο Ναύ­πλιο και μετά στην Αθήνα σε μουσικολογιώτατους πρωτοψάλτες.

 

Γεώργιος Αθ. Χώρας

Δρ Θεολογίας τ. Διευθυντής Υπ. Παιδείας

  

Υποσημειώσεις

 [1] Βλέπε, Γ.Α.Κ. – Υπ. Παιδείας, Φάκ. 164.10 «Σχολή Εκκλησ. Μουσικής Αθηνών» (ενότης 1883-1848. Πρβλ. Γ. Παπαδοπούλου, Συμβολαί εις την Ιστορίαν της παρ’ ημίν εκκλησιαστικής μουσικής, σ. 451.

 [2] Γ. Παπαδοπούλου, όπου ανωτέρω, σ. 444.

 [3] Βλέπε Γ.Α.Κ. – Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 54 (Νοέμβριος 1832), Υποφάκ. «Εκκλησιαστικά» και Φάκ. 55 (Δεκέμβριος 1832), Υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[4] Βλέπε Γ.Α.Κ. – Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 56 (Ιανουάριος 1833), Υποφάκ. «Εκκλησιαστικά».

[5] Βλέπε εις Τοπ. Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Εκκλησιαστικά, Φάκ. 6 (Δημογεροντίας Ναυπλίου). Πρβλ. Τρ. Σκλαβενίτη, Ευρετήριο Δημοτικού Αρχείου Ναυπλίου 1828-1899, Αθήνα 1894, σ. 5.

[6] Βλέπε εις Γ.Α.Κ. – Υπ. Εσωτερικών, Φάκ. 94 (την από 21 Ιουνίου 1827 αναφοράν πολιτών Ναυπλίου). Πρβλ. την από 4 Σεπτεμβρίου 1824 αναφοράν «των εν Ναυπλίω ιερέων», προς το Υπουργείον της Θρησκείας και ομοίαν από 18 Οκτωβρίου 1824 και έγγραφο του Υπουργού Ανδρούσης Ιωσήφ υπ’ αριθ. 87 της 21 Οκτωβρίου 1824, εις Γ.Α.Κ. – Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 6, Υποφάκ. «Εκκλησιαστικά» (έγγραφον 4380/9 Μαρτίου 1826). Πρβλ. Φάκ. 53 (Σεπτέμβριος 1832) και Φάκ. 50 (Ιούνιος 1832).

 

Πηγή


 

  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.

 

Σχετικά θέματα:

 

  

Read Full Post »

Ένας τεκές και ένα καφενείο στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης και ανεξαρτησίας στις  Θέρμες του Άργους


 

 Στο  Άργος διατηρήθηκαν σημαντικά αρχαία μνημεία, τα οποία εντυπωσίαζαν ανά του αιώνες τους περιηγητές  και κέντριζαν τη φαντασία των κατοίκων. Σε  ένα από αυτά, στις ρωμαϊκές θέρμες με το Σαραπείο, δίπλα στο Αρχαίο θέατρο,  λειτουργούσε από την πρώτη Τουρκοκρατία τεκές,  ισλαμικό «μοναστήρι», χώρος προσευχής και μυστικιστικής λατρείας των Μπεκτασήδων. 

 

[…] Στη βόρεια πλευρά των Θερμών και αμέσως ανατολικά του μεγάλου σωζόμενου πλίνθινου Σαραπείου, τουλάχιστον από τον 18ο αιώνα μ.Χ. υπήρχε ένα μεγάλο διώροφο τούρκικο σπίτι κατά τους ξένους περιηγητές (Μ. Sève, ό.π., 27), το οποίο όμως ήταν μουσουλμανικό λατρευτικό κτίριο, τεκές, όπως θα γίνει φανερό στη συνέχεια. Το κτίριο αυτό, κατασκευασμένο με σαχνισία και χαγιάτι, απεικονίζει σε σχέδιο του Βρετανικού Μουσείου 1811-1812 ο περιηγητής Cockerell.  

 

Τεκές και τμήμα του Σαραπείου από βορειοδυτικά (σχ. Ch. Cockerell).

 

Το κτίριο αυτό είχαν επισκεφθεί ο περιηγητής Dodwell το 1805 και αναφέρει υπόγειο με καμάρα και o Pourtalés το 1817, ο οποίος αναφέρει δάπεδο με μωσαϊκό, προφανώς των Θερμών, πάνω στο οποίο είχε κτιστεί το «τούρκικο σπίτι». Από το κτίριο αυτό μπορούσε κανείς να εισέλθει σε υπόγειο κτιστό καλοκατασκευασμένο χώρο, τον οποίο αναφέρει και o Foucherot το 1780.

Προφανώς ο Pourtalés εννοεί την μεγάλη υπόγεια κτιστή δίοδο στη βόρεια πλευρά των Θερμών, η οποία την εποχή αυτή ήταν ορατή, ενώ το δυτικό τμήμα της διόδου αυτής σώζεται μέχρι σήμερα σε καλή κατάσταση και αποτελούσε υπόγειο του τεκέ. Το υπόγειο σώζεται μέχρι σήμερα καθώς και η στενή αψιδωτή δίοδος στη νότια πλευρά με κτιστή μικρή κλίμακα, μέσω της οποίας επικοινωνούσε με το ισόγειο του κτιρίου. Ωστόσο το τούρκικο αυτό κτίριο, όπως προκύπτει από τις πηγές, δεν ήταν ένα «σπίτι» κάποιου Τούρκου, αλλά ένα θρησκευτικό, μουσουλμανικό λατρευτικό κτίριο. Το κτίριο αυτό κατεδαφίστηκε το πιθανότερο κατά την Επανάσταση του 1821 αλλά το υπόγειο του διατηρείται σε σχετικά καλή κατάσταση μέχρι και σήμερα.

Ο Διονύσιος Πύρρος στα χρόνια της Επανάστασης, αφού είχε ήδη κατεδαφιστεί το κτίριο, στα «Αργολικά», αντλώντας πληροφορίες από τους κατοίκους του Άργους, αναφέρει ότι:

 

«… κάτωθεν του υπογείου τούτου προλαβόν οι Τούρκοι είχαν προσκύνημα τι αυτών, κάτωθεν αυτού είναι δρόμος τις υπόγαιος εκ πλίνθων οπτών υπάγων εις μάκρος (εννοεί την υπόγεια βόρεια δίοδο των Θερμών). Τα υπόγεια ταύτα ανέσκαψε και αναποδογύρισε ο περίεργος Βελή Πασάς της Ηπείρου, πλην ουδέν εύρεν ειμή κολώνας τινας και μάρμαρα..» (Ανδ. Κεραμίδα, Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, ΑΡΓΟΛΙΚΑ, Άργος 1981,53).

 

Ο σωζόμενος υπόγειος χώρος του «τούρκικου» – μουσουλμανικού κτιρίου στα χρόνια της Επανάστασης και της Ανεξαρτησίας έφερε την ονομασία από τους Αργείτες ξεναγούς «παλαιός τεκές» (M. Séve, ό.π.28). Ο τεκές είναι ισλαμικό «μοναστήρι», χώρος προσευχής και μυστικιστικής λατρείας των Μπεκτασήδων. Ως γνωστόν στο Ισλάμ δεν υπάρχουν μοναστήρια και μοναχοί, όπως στον Χριστιανισμό.

Οι Μπεκτασήδες ήταν ισλαμική αίρεση, συγκερασμός σιιτικών στοιχείων με δοξασίες χριστιανικών αιρέσεων, η οποία ήταν πολύ διαδεδομένη στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και λάτρευαν το θεό με χορό και μουσική. Γίνεται φανερό ότι το ονομαζόμενο από τους περιηγητές τούρκικο σπίτι ήταν ισλαμικό «μοναστήρι» Μπε­κτασήδων, τεκές. Οι Μπεκτασήδες ήταν οργανωμένοι σε θρησκευτικά τάγματα, σε «μοναστήρια», τεκέδες δερβίσηδων και είχαν στην κατοχή τους σημαντικές εκτά­σεις γης (βακούφια).

Στο υπόγειο πολυτελώς διαμορφωμένο σωζόμενο χώρο του ισλαμικού τεκέ προφανώς κατέβαινε η ομήγυρις μουσουλμάνων Μπεκτασήδων και πριν από την τέλεση της λατρείας, έκαιγαν λιβάνι για την κατάλληλη προετοιμασία. Είναι αξιοσημείωτο ότι από την επίδραση του ισλαμικού τεκέ η λέξη υιοθετήθηκε από τους περιθωριακούς ρεμπέτες για τις μυστικές, και πριν τον πόλεμο, απαγορευμένες συνάξεις σε υπόγεια με τους αργιλέδες, το χασίσι και τον καπνό, για τη δημιουργία του κατάλληλου κλίματος που απαιτούσαν τα ρεμπέτικα τραγούδια της εποχής.

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

Ότι πρόκειται για θρησκευτικό ισλαμικό τεκέ Μπεκτασήδων, ενισχύεται από το ότι ο λατρευτικός αυτός χώρος κτίστηκε δίπλα στο άφθονο νερό του υδραγωγείου από το Κεφαλάρι, διότι οι μουσουλμάνοι θεωρούν απαραίτητη στα θρησκευτικά κτίρια την ύπαρξη κρήνης, αναβλύζοντος νερού, συντριβανιού κτλ, για τους καθαρμούς, το οποίο σχετίζεται με τον παράδεισο. Οι αιρετικοί Μπεκτασήδες, ως γνωστόν, δεν τελούσαν την λατρεία τους στα τζαμιά.

Αλλά η ύπαρξη μουσουλμανικού «μοναστηριού», τεκέ, στο Άργος ενισχύεται και από κατάστιχο σπιτιών του Άργους στα αρχεία της Βενετίας του 1698, όπου αναγράφεται μεταξύ των άλλων, ως «vacuffi» που επεξηγείται ως Convento di Turchi, δηλαδή μοναστήρι των Τούρκων. (Ανακοίνωση Κ. Ντόκου, Απογραφή του πληθυσμού και των κτισμάτων του Άργους κατά την Βενετοκρατία, 1698, Ημερίδα ΒΕΝΕΤΙΑ-ΑΡΓΟΣ 11 Οκτωβρίου 2008).

Convento, ως γνωστό είναι το μοναστήρι για τους χριστιανούς, αντίστοιχο με διαφορές όμως με τον τεκέ της μουσουλμανικής αίρεσης των Μπε­κτασήδων, ο οποίος σωζόταν κατά την απογραφή της δεύτερης Βενετοκρατίας το 1698 και δεν είχε κατεδαφιστεί. Φαίνεται λοιπόν πολύ πιθανόν ότι ο τεκές της Πρώτης Τουρκοκρατίας που διατηρήθηκε και καταγράφεται στα κατάστιχα του Άργους της Δεύτερης Βενετοκρατίας το 1698 βρισκόταν στην ίδια θέση με τον τεκέ της Δεύτερης Τουρκοκρατίας, τον οποίο απεικονίζει o Cockerell το 1811-1812, προφανώς ανακαινισμένο.

Ότι υπήρχαν Μπεκτασήδες σε μεγάλο αριθμό στην Αργολίδα, όχι μόνο κατά την πρώτη Τουρκοκρατία, όπως προκύπτει από το παραπάνω έγγραφο των αρχείων της Βενετίας, αλλά και κατά την δεύτερη Τουρκοκρατία, αποδεικνύεται και από μία σημαντική αναθηματική μουσουλμανική επιγραφή σε βρύση της δεύτερης Τουρ­κοκρατίας στο Ναύπλιο, στην πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα, στη γωνία της οδού Ποταμιάνου:

 

«… Στους πιστούς Bektashis και στο ένατο τάγμα ο άξιος σύντροφος, ο χαρισματικός στο λόγο Μαχμούτ Αγάς ακολουθώντας το δρόμο του Θεού, έκτισε αυτήν την όμορφη κρήνη για τα άλογα και προσέφερε το πιο καθαρό βάλσαμο στις διψασμένες άρρωστες καρδιές. Ενώνοντας το «ZA» σαν νερό. Ω! Hafiz διάβασε την ημερομηνία. Από την κρήνη του Μαχμούτ, πιες το νερό της ζωής που ευφραίνει την ψυχή». Έτος 1734-1735. (Ντ. Αντωνακάτου, Ναύπλιο 1988, Αθήνα 1988,42).

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι στον Αη-Γιάννη στην Πρόνοια, όπου αργότερα ήταν η εξοχική κατοικία του Ιωάννη Καποδίστρια, υπήρχε ένας τεκές όπου εμόναζε ένας δερβίσης (Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α’). Πολλοί Τούρκοι Αγάδες και στρατιωτικοί αρχηγοί και στρατιώτες που εγκαταστάθηκαν στην Αργολίδα και την Πελοπόννησο κατά την δεύτερη Τουρκοκρατία φαίνεται ότι ήταν Μπεκτασήδες.

O Hajii Bektash ήταν ο ιδρυτής του τάγματος των Δερβίσηδων στην Καππαδοκία, στο οποίο ανήκαν και οι Γενίτσαροι. Τη μεγάλη σφαγή των Γενιτσάρων του 1820 ακολούθησε ο χαλασμός των πιστών της αίρεσης των Bektashi. Μπεκτασήδες υπάρχουν και σήμερα στην Θράκη και στην Τουρκία.

Ο διατηρούμενος υπόγειος αυτός λατρευτικός χώρος του τεκέ, ο οποίος διατηρεί το μεγαλύτερο τμήμα του επιχρίσματος, ήταν επισκέψιμος στο κοινό μετά την κατεδάφιση του κυρίως κτιρίου κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και έφερε το όνομα «παλαιός τεκές» (M. Séve, ό.π., 28).

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο περιηγητής Swan το 1825 μνημονεύει τα graffiti ονομάτων και επωνύμων που είχαν χαράξει οι επισκέπτες, τα οποία αποτελούν ένα μοναδικό άγνωστο ντοκουμέντο της επανάστασης του 1821 και της Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας. Ο τεκές καταλάμβανε, όπως προκύπτει από τα σωζόμενα επιχρίσματα – κονιάματα τουλάχιστον τρεις μεγάλους ορθογώνιους χώρους στα βορειοδυτικά των Θερμών, το χώρο του δυτικού σωζόμενου υπόγειου τμήματος της βόρειας υπόγειας διόδου των Θερμών ως τη διαμορφωμένη σήμερα πρόσβαση στο αρχαίο Θέατρο, με την οποία επικοινωνούσε με μικρή αψιδωτή δίοδο.

Από το χώρο των Θερμών και του τεκέ αυτού διερχόταν υδραγωγείο με πολύ νερό, που διοχετευόταν ανατολικότερα, κατά μήκος της βόρειας υπόγειας διόδου των Θερμών, που σώζεται μέχρι σήμερα. Από το μουσουλμανικό τεκέ διασώθηκε σε καλή κατάσταση μόνο το αψιδωτό υπόγειο με το μεγαλύτερο τμήμα των επιχρισμάτων ανοιχτόχρωμου χρώματος, κατασκευασμένο από ασβεστοκονίαμα και ανακατεμένο με άχυρα για να αυξηθεί η σταθερότητα και η αντοχή του. Σήμερα παρά την στεγανότητα του υπογείου, λόγω της υγρασίας, το χρώμα του επιχρίσματος ποικίλει με την ωχροκίτρινη, ανοιχτοπράσινη και μαύρη πατίνα στη νότια πλευρά, όπου βρίσκεται η είσοδος.

 

Υπόγειος Τεκές

 

Η βόρεια υπόγεια δίοδος των Θερμών, όπως προκύπτει από τη γκραβούρα του Α. Ravoisé (1829) (Μ. Sève ό.π., 44. πιν.12), με κατεύθυνση Α – Δ είχε προ πολλού καταρρεύσει στο μεγαλύτερο τμήμα της αψιδωτής οροφής της, εκτός από το δυτικότερο διατηρημένο τμήμα της, μήκους 8.40 μ. και ήταν ορατή. Όπως προκύπτει μετά από προσεκτική εξέταση της μεγάλης ποσότητας σταλαγμιτικού υλικού που έχει δημιουργηθεί στις δύο ανώτερες εσωτερικές ράχες των κάθετων τοίχων της σωζόμενης υπόγειας διόδου, προφανώς δημιουργήθηκε από τη χρόνια συνεχή ροή νερών, πάνω από την υπόγειο δίοδο.

 

Υπόγειο του τεκέ

 

Τμήμα του πήλινου υδραγωγείου, που μετέφερε νερό σώζεται πάνω από το δυτικότερο σωζόμενο τμήμα της υπόγειας διόδου. Η συνεχής διαρροή νερού προφανώς αποτέλεσε την κύρια αιτία κατάρρευσης της οροφής της βόρειας υπόγειας διόδου. Το σωζόμενο δυτικότερο τμήμα της βόρειας υπόγειας διόδου μήκους 8.40 μ. Α-Δ και εσωτερικού πλάτους 1.75 μ. και αρχικού ύψους 2.50 μ. είχε διαμορφωθεί σε υπόγειο του μουσουλμανικού τεκέ της δεύτερης Τουρκοκρατίας (1715-1821), το οποίο ονομαζόταν στα χρόνια της Ανεξαρτησίας «παλαιός τεκές» (Μ. Sève  ό.π., 27) (φωτ.4).

Για το σκοπό αυτό είχε κτιστεί η ανατολική πλευρά του υπογείου με τοίχο από πέτρες και ασβεστοκονίαμα σωζόμενου ύψους 1.50 μ., πλάτους 1.75 μ. και πάχους 0.50 μ. Προφανώς ο τοίχος αυτός έκλεινε όλο το διαμορφωμένο ύψος της υπόγειας διόδου διαστάσεων 2.28×1.75 χ 8.40 μ. Στο ανώτερο τμήμα του κτιστού τοίχου θα υπήρχε παράθυρο για να μπαίνει φως στο υπόγειο. Το διαμορφωμένο δάπεδο του υπογείου βρίσκεται 0.40-0.50 μ. ψηλότερα από το αρχικό σωζόμενο χαμηλότερο δάπεδο της υπόγειας διόδου, που διατηρείται ανατολικότερα, στο δάπεδο της οποίας υπάρχει κτιστός αγωγός παροχέτευσης ανατολικότερα των νερών των πηγών του Κεφαλαρίου.

Στο μέσο της νότιας πλευράς του υπογείου υπάρχει καμαρωτό άνοιγμα ύψους 1.70 μ. και πλάτους 0.76 μ. με ένα πλατύσκαλο, που επικοινωνούσε με το αντίστοιχο ισόγειο ανώτερο δωμάτιο του τεκέ, όπου ελάμβανε χώρα η κυρίως μυστική λατρεία των Μπεκτασήδων. Στο μεγαλύτερο τμήμα του υπογείου υπάρχει επίχρισμα πάχους 1,5-2 εκ. από λευκό ασβεστοκονίαμα ανακατεμένο με άχυρο, το οποίο λόγω της χρόνιας υγρασίας στη νότια πλευρά του η πατίνα έχει χρώμα, που ποικίλει κατά περιοχές από ανοιχτόχρωμο, πρασινωπό ως μαύρο.

Στο ψηλότερο τμήμα των πλαϊνών τοίχων του αψιδωτού υπογείου, κατασκευασμένου με ρωμαϊκά τούβλα, υπάρχουν ορθογώνια ανοίγματα στους τοίχους, δοκοθήκες, διαστάσεων 15×13 εκ. και 20×20 εκ. στερέωσης της ξυλοδεσιάς κατασκευής των Θερμών. Στο σωζόμενο επίχρισμα του υπογείου, στις μεγαλύτερες επιφάνειες διατηρείται σε καλή κατάσταση μεγάλος αριθμός χαραγμένων ονομάτων και επωνύμων ελληνικών και ξένων, καθώς και αρκετές εγχάρακτες χρονολογίες που προσδιορίζουν χρονολογικά την περίοδο χάραξής τους. Τα graffiti του υπογείου αυτού αναφέρει ήδη ο Swan από το 1825. Οι εγχάρακτες χρονολογίες κυρίως σε μεγάλο αλλά και σε μικρό μέγεθος αναγράφουν τα έτη 1822, 1825, 1830, 1831, 1833. Εκτός εξαιρέσεων τα ονόματα – επώνυμα αναγράφονται κυρίως με κεφαλαία μεγάλα γράμματα, αλλά και με μικρά γράμματα, ενώ μερικά μεγαλογράμματα ονόματα-επώνυμα περικλείονται με εγχάρακτο ελλειψοειδή κύκλο.

Ελληνικά ονόματα – επώνυμα: Στην οροφή του υπογείου εντός ελλειψοειδούς κύκλου αναγράφεται με κεφαλαία γράμματα όνομα και επώνυμο με χρονολογία: «ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ 1833, Οκτωβρίου 18». Στη νότια πλευρά του υπογείου τα graffiti λόγω της υγρασίας είναι δυσανάγνωστα. Στη βόρεια πλευρά διακρίνονται με σαφήνεια πολλά επώνυμα και ονόματα όπως, «ΣΑΡΤΗΣ» «ΝΙΚΟ­ΛΑ»  (εντός ελλειψοειδούς κύκλου 0.75×0.50 μ.), με δυσανάγνωστο το επώνυμο, «Ιωαννίδης 1822»  (με μικρά γράμματα), «Δ. Ιωαννίδης», «Αναγνώστης Αντώνιος», «ΙΑΤΡΙΔΗΣ», «ΣΠΗΡΟΣ 1831».

Υπάρχουν και άλλα ελληνικά ονόματα δυσανάγνωστα. Για την ασφαλή ανάγνωσή τους είναι απαραίτητο να γίνει καθαρισμός και συντήρηση του επιχρίσματος. Τα ονόματα είναι χαραγμένα κυρίως στη βόρεια πλευρά που βρίσκεται απέναντι από την είσοδο.

 

Η ανατολική πλευρά του υπογείου του τεκέ κτισμένη με τοίχο (από ανατολικά).

  

Ξένα ονόματα – επώνυμα: Από τα ονόματα αυτά σημαντικός αριθμός είναι με επιμέλεια και προσεκτική εγχάραξη σε βάθος του επιχρίσματος, κυρίως με μεγάλα κεφαλαία καλογραμμένα γράμματα. Στη βόρεια πλευρά εντός ελλειψοειδούς κύκλου με χρονολογία 1831 είναι χαραγμένο το όνομα ενός Αμερικανού: «R.CALDER, USA 1831». Πάνω από το όνομα αυτό εντός του κύκλου με μικρότερα κεφαλαία γράμματα είναι χαραγμένο το όνομα «ΣΠΗΡΟΣ, 1831», το οποίο αναφέραμε παραπάνω. Η καλύτερα χαραγμένη αυτή επιγραφή φέρει σημαντικές πρόσφατες φθορές, από νεώτερους επισκέπτες, προφανώς από παιδιά της περιοχής, των οποίων προφανώς τραβούσε την προσοχή και τους προκαλούσε ο καλλιτεχνικός τρόπος χάραξης της επιγραφής.

Το πιθανότερο πρόκειται για κάποιο αμερικανό, Φιλέλληνα των χρόνων της Ανεξαρτησίας και πρέπει να ερευνηθεί η ταυτότητα του προσώπου. Άλλα καλογραμμένα με κεφαλαία γράμματα επώνυμα στη βόρεια πλευρά σώ­ζονται τα εξής: «RIEUX», ύψος γραμμάτων 7-8 εκ., «SVIN», «DOODD 1825», «CHIND». Τα επώνυμα «R.CALDER, USA 1831», «RIEUX», «SVIN» έχουν όμοιο επιμελημένο τρόπο χάραξης κα προφανώς χρονολογούνται όλα στην ίδια εποχή, το 1831.

 

Βόρεια πλευρά υπογείου: «R. CALDER, USA, 1831», «ΣΠΗΡΟΣ, 1831».

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι δίπλα στο επώνυμο SVIN είναι χαραγμένος σταυρός εξαγνισμού. Με μικρά ευδιάκριτα γράμματα στη βόρεια πλευρά του υπογείου με αντιστοιχία άνω και κάτω είναι γραμμένα δύο γερμανικά επώνυμα «Halle» και «Schaeffer». Είναι πολύ πιθανό το πρώτο όνομα να αναφέρεται στον περιηγητή K.Haller von Hallerstein που επισκέφτηκε το Άργος το 1811-1812. Στη βόρεια πλευρά υπάρχει επίσης εγχάρακτο και το σλαβικό επώνυμο; ΣΤΡΟΗΖΙΝΚΟΒ (ΣΤΡΟΗ [ρήμα] = χτίζω) με την κατάληξη ΖΙΝΚΟΒ (= κτίστης;).

Είναι επίσης πολύ σημαντικό ότι στη βόρεια πλευρά σώζεται το μεγαλύτερο τμήμα του επωνύμου «Dumon[ce]l», το οποίο είναι προφανώς το όνομα του Γάλλου περιηγητή (Th) Du Moncel, ο οποίος γνωρίζουμε ότι επισκέφτηκε το Άργος και τις Θέρμες το 1845, όταν ήταν εικοσιτεσσάρων ετών (M. Sève ό.π., 48, πιν.17) και μεταξύ των άλλων σχεδίασε μία σημαντική γκραβούρα με τις Θέρμες και το Θέατρο του Άργους, στην οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια.

Το εγχάρακτο αποσπασματικά σωζόμενο επώνυμο του περιηγητή Du Moncel αναγνώρισε πρώτος ο ανασκαφέας των Θερμών P. Aupert. Επίσης στη βόρεια πλευρά αναγράφονται οι λέξεις «DEI AVI». Αλλά στο υπόγειο αυτό έχουν χαραχθεί και νεώτερα ελληνικά και ξένα ονόματα από το 1973 και εξής κατ’ απομίμηση και την παράδοση των παλαιότερων εγχάρακτων ονομάτων, κατά την χρονική περίοδο της ανασκαφικής έρευνας των Θερμών, όπως «ARGENTINA» «FAGIA 1973», «J. HOOS» (με μονόγραμμα τα αρχικά γράμματα J και Η), «ΜΑΡΙΑ-ΓΙΑΝΝΑ», «ΜΑΡΙΝΑ- ΜΑΚΗΣ», «ΓΙΩΡΓΟΣ 26/4/75». Σήμερα για λόγους προστασίας ο χώρος αυτός δεν είναι επισκέψιμος.

Τα εγχάρακτα ονόματα του υπογείου του παλιού τεκέ-μουσουλμανικού «μοναστηριού», το οποίο συνέχισε να υπάρχει και μετά την κατεδάφισή του, το πιθανότερο στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, καθώς και οι εγχάρακτες ασφαλείς χρονολογίες 1822, 1825, 1830, 1831, 1833, που συνδυάζονται συνήθως με εγχάρακτα ονόματα και επώνυμα μας οδηγούν με ασφάλεια στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και στην πρώτη περίοδο της Ανεξαρτησίας ως το 1845, όπου αναγνωρίζεται με ασφάλεια το όνομα του Γάλλου περιηγητή (Th) Du Moncel.

Η χρονολόγηση των περισσότερων τουλάχιστον graffiti αυτών από το 1822 ως το 1845 ή και λίγα χρόνια αργότερα ως το 1850, φαίνεται ότι βρίσκεται κοντά στην πραγματικότητα. Ωστόσο τα περισσότερα ονόματα το πιθανότερο έχουν χαραχθεί στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και τα πρώτα χρόνια της Ανεξαρτησίας 1822-1833. Η αναγραφή των ονομάτων της χρονικής αυτής περιόδου σχετίζονται προφανώς με τα κρίσιμα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, με τα πλήθη των Φι­λελλήνων που βρίσκονταν στην Ελλάδα και επισκέπτονταν το χώρο, καθώς και των Αγωνιστών του 1821.

Ο υπόγειος τεκές λόγω της θρησκευτικής λατρείας των Μουσουλμάνων, διατηρημένος σε καλή κατάσταση, τραβούσε την προσοχή των Ελλήνων και ξένων επισκεπτών και αποτελούσε προφανώς ένα θρησκευτικό μυστηριακό αξιοθέατο αλλοθρήσκων. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα αναγραφόμενα ονόματα εκτός από την ελληνική γλώσσα είναι ονόματα – επώνυμα στην αγγλική, γαλλική, γερμανική αλλά και σλαβική γλώσσα και φανερώνουν την εθνικότητα, προέλευση των επισκεπτών που κατέφθαναν στην Ελλάδα κατά την Ελληνική Επανάσταση και την πρώτη περίοδο της Ανεξαρτησίας της πατρίδας μας.

Ωστόσο πρέπει να επισημάνουμε ότι στο Θέατρο του Άργους, από τις 11 Ιουλίου 1829 ως τις 6 Αυγούστου 1829 έλαβε χώρα η Δ’ εν Άργει Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση υπό τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Από τα πλήθη των Ελλήνων συνέδρων και ακροατών Ελλήνων και αλλοδαπών κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα στο χώρο αυτό, κάποιοι προφανώς χάραξαν το όνομά τους στον υπόγειο τεκέ.

Για τις ανάγκες της συνέλευσης στο χώρο της ορχήστρας του θεάτρου, σε ψηλότερο επίπεδο διότι το θέατρο δεν είχε ανασκαφεί ακόμα, κατασκευάστηκε μία μεγάλη ορθογώνιου σχήματος σκηνή με αψιδωτή διαμόρφωση προς τα δυτικά, προφανώς κατασκευασμένη με το ίδιο ακριβώς σωζόμενο σχέδιο του σωζόμενου ναού του Σαράπη των Θερμών, όπου συνεδρίαζαν οι 236 συνολικά πληρεξούσιοι του Έθνους, όπως εικονίζεται η σκηνή σε μια μοναδική γκραβούρα του A. Ravoisié (1829), M. Sève ό.π., 44, πιν.12). Τα πλαϊνά τοιχώματα της σκηνής ήταν ανοιχτά και τη συνεδρίαση παρακολούθησαν πολλοί ακροατές καθισμένοι στα λαξευτά στο βράχο εδώλια του αρχαίου θεάτρου.

Είναι αξιοσημείωτο ότι μεταξύ των άλλων σημαντικών ψηφισμάτων η Δ’ Εθνοσυνέλευση στο Θέατρο του Άργους με το αρ. I ψήφισμα, απαγόρευσε την εξαγωγή αρχαιοτήτων από τη χώρα (Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών 1975, 525 κ.ε.), στον ίδιο χώρο όπου το 1810 είχαν ανασκαφεί από το Βελή Πασά του Ναυπλίου και πουληθεί στον Άγγλο αξιωματούχο, Frederic North, συνολικά 16 αρχαία αγάλματα με το υπέρογκο ποσό των 1000 βενετικών τσεγκινίων, όπως αναφέρει ο Γάλλος πρόξενος Fauvel.

 

Καφενείο

Φαίνεται λοιπόν ότι κατά την Δ’ Εθνική Συνέλευση (11 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1829) ο υπαίθριος χώρος των Θερμών είχε χρησιμοποιηθεί ως καφενείο για την εξυπηρέτηση των πολλών συνέδρων αλλά και ακροατών της Δ’ Εθνοσυνέλευσης. Στη συνέχεια, μετά την Δ’ Εθνοσυνέλευση ένας χώρος των Θερμών, προφανώς εντός του μεγάλου σωζόμενου ναϊκού ρωμαϊκού κτιρίου του Σάραπη, προφανώς συνέχισε να λειτουργεί ως καφενείο για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών των σημαντικότερων μνημείων του Άργους, των Θερμών και του αρχαίου Θεάτρου.

Η άποψη αυτή ενισχύεται καταλυτικά από τη γνωστή μοναδική γκραβούρα του περιηγητή (Th) Du Moncel, που είχε επισκεφθεί το Άργος το 1845 και έχει χαράξει το επώνυμό του στον υπόγειο τεκέ. Στην σημαντική γκραβούρα του 1845 εικονίζεται η γενική άποψη της Λάρισας του Άργους από τα νοτιοανατολικά. Σε πρώτο πλάνο εικονίζονται οι Θέρμες, το Σαραπείο σε πλήρη λεπτομέρεια και σε δεύτερο πλάνο το αρχαίο Θέατρο, ο λόφος και το κάστρο της Λάρισας.

 

Άργος. Αρχαίο Θέατρο, Ρωμαικά Λουτρά, Κάστρο της Λάρισας.

 

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι εικονίζεται κάτω δεξιά στη γκραβούρα η ανατολική σωζόμενη καμαρωτή δίοδος, όπου βρίσκεται ο υπόγειος τεκές και από πάνω στο ύπαιθρο πέντε ανδρικές μορφές. Οι τρεις μορφές εικονίζονται καθιστές, δύο φουστανελοφόροι δεξιά και αριστερά και στο μέσο ένας παπάς. Η δεξιά καθιστή μορφή απολαμβάνει τον αργιλέ. Πίσω από τις καθιστές μορφές υπάρχουν δύο όρθιες ανδρικές μορφές με φουστανέλες. Και οι πέντε μορφές εικονίζονται σε σκηνή θερμής συνομιλίας γύρω από ένα χαμηλό κυκλικό αντικείμενο – σοφρά; (χαμηλό τραπέζι).

Νότια του ψηλού σωζόμενου τοίχου του Σαραπείου εικονίζεται όρθια ανδρική μορφή. Οι μορφές εικονίζονται στο ύπαιθρο σε μια ήρεμη ρομαντική σκηνή σχόλης και ανάπαυσης στα 1845 μέσα στο μυθικό-πραγματικό αρχαιολογικό χώρο του Άργους. Οι εικονιζόμενες μορφές προφανώς δεν είναι περιηγητές αλλά ντόπιοι κάτοικοι του Άργους, το πιθανότερο γνωστοί και φίλοι του περιηγητή. Η γκραβούρα αυτή του Τh. Du Μοncel του 1845, όταν επισκέφτηκε το Άργος ενισχύει καταλυτικά την άποψη ότι στις Θέρμες και στο χώρο του σωζόμενου Σαραπείου κατά τους χρόνους της Ανεξαρτησίας λειτουργούσε ένα καφενείο, που ζωντάνευε το χώρο και ξεδιψούσε τους επισκέπτες.

Στους υπόγειους τοίχους του τεκέ σώζεται ένας μοναδικός άγνωστος μέχρι τώρα κατάλογος ονομάτων και επωνύμων Ελλήνων και ξένων επισκεπτών, μέσα από τα οποία μπορούμε να ψηλαφίσουμε μια πολύ σημαντική περίοδο της Νεώτερης Ιστορίας της πατρίδας μας και του Άργους, στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, της Δ’ Εθνοσυνέλευσης του 1829 και της Ανεξαρτησίας.

Οι εγχάρακτες αυτές επιγραφές – ντοκουμέντα μας φέρνουν συνειρμικά στο νου την σωζόμενη υπογραφή του σαλπιγκτή της Ελευθερίας Ρήγα Βελεστινλή στον τοίχο της ταβέρνας των Ελλήνων στη Βιέννη. Τα ονόματα αυτά είναι περισσότερα από τα παραπάνω που αναφέραμε αλλά απαιτείται να γίνει ο αναγκαίος καθαρισμός και συντήρηση, με αποτέλεσμα να αποκαλυφθούν και άλλα ονόματα και επώνυμα κατά την περίοδο της Επανάστασης και Ανεξαρτησίας.

Στο χώρο αυτό του Άργους συνυπάρχει διαχρονικά μέσα από τα σωζόμενα αρχαία μνημεία το παλιό – αρχαίο, ρωμαϊκό και μεσαιωνικό παρελθόν, η Τουρκοκρατία με τους νεώτερους χρόνους της Ελληνικής Επανάστασης και Ανεξαρτησίας. Έχει γίνει πλέον συνείδηση στους ερευνητές ότι πρέπει να ερευνούμε και να γνωρίζουμε όχι μόνο το αρχαίο αλλά και το πρόσφατο παρελθόν ενός τόπου για την καλύτερη κατανόηση της ιστορίας των πραγμάτων και του εαυτού μας.

Αξίζει εδώ να υπενθυμίσουμε ότι τα αρχαία μνημεία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της ελληνικής συνείδησης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και στην δημιουργία του ευρωπαϊκού φιλελληνικού ρεύματος, το οποίο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην μεταστροφή της πολιτικής των ευρωπαϊκών κρατών υπέρ της Ελληνικής Ανεξαρτησίας. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ότι με την Ελληνική Επανάσταση του 1821 κερδίσαμε το πολυπόθητο αγαθό της Ελευθερίας, επίτευγμα του αρχαίου ελληνικού τρόπου αντίληψης της ζωής, η οποία ανέτρεψε το πολιτικό σκηνικό της Ευρώπης με την Ιερή Συμμαχία και άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση των λαών και την δημιουργία των κρατών της Ευρώπης και του σύγχρονου κόσμου.

Η συντήρηση, η ανάδειξη και η αποτελεσματική προστασία του μοναδικού αυτού σπάνιου υπόγειου κατάγραφου μνημείου και των Θερμών αποτελεί υποχρέωση όλων μας και της Δημοτικής Αρχής του Άργους. Τα μνημεία υπάρχουν μέσα στο χρόνο και σε κάθε εποχή διατηρούν τη μνήμη από το παρελθόν στο παρόν, ποτέ δεν ήταν αποκομμένα από το απώτερο και το κοντινό παρελθόν και αξίζουν την προσοχή και την προστασία όλων μας.

Αλλά η διατήρηση των μνημείων εκτός από τη συντήρησή τους και την ανάδειξή τους, προϋποθέτει και τη διατήρηση και ανάπλαση του περιβάλλοντος χώρου, που αποτελεί την αναγκαία ατμόσφαιρα, μέσα στην οποία τα μνημεία θα εξακολουθούν να υπάρχουν στον ιστορικό χρόνο. Τέλος, κρίνουμε απαραίτητο να επισημάνουμε ότι ο μοναδικός αυτός αρχαιολογικός χώρος του Άργους είναι και ένας «καθαγιασμένος» χώρος από τις διαφορετικές λατρείες, θρησκείες και θεότητες, που λατρεύτηκαν διαχρονικά μέσα στον ιστορικό χρόνο.

Η αρχαία ελληνική θρησκεία θεοποίησε τις φυσικές δυνάμεις και εξανθρώπισε τον τρόπο λατρείας προς το θεό, δημιούργησε μια ισορροπία στη σχέση ανθρώπων με το θείο και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των μεταγενέστερων θρησκειών. Στο χώρο των Θερμών και του Θεάτρου λατρευόταν ο Δίας, οι ηρωικές λατρείες (αντίστοιχες των αγίων) των Διοσκούρων, του Ηρακλή, του Ερασίνου, του Ασκληπιού και η αιγυπτιακή θεότητα του Σαράπη.

Η αρχαία ελληνική θρησκεία και φιλοσοφία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της χριστιανικής θρησκείας. Ο χώρος στη συνέχεια μετατράπηκε σε εκκλησία, χριστιανικό χώρο λατρείας, για να εξαγνιστεί από τα «είδωλα», σύμφωνα με την θρησκευτική αντίληψη των εκπροσώπων της νέας θρησκείας. Ωστόσο στο θεοκρατικό Βυζάντιο, η ισορροπία του ανθρώπου με το θείο διαταράχτηκε με σοβαρότατες επιπτώσεις στην ιστορική του πορεία και εξέλιξη. Η ισορροπία «αποκαταστάθηκε» με την στροφή στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό.

Τέλος, η διαδεδομένη στα χρόνια της Τουρ­κοκρατίας αιρετική λατρεία των Μπεκτασήδων ήταν ένας συνδυασμός σιιτικών στοιχείων, χριστιανικών «αιρετικών» δοξασιών και αρχαίων διονυσιακών στοιχείων. Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι η περιοχή των Θερμών και του Θεάτρου του Άργους είναι ένας ιστορικός – ιερός χώρος και αξίζει τον έμπρακτο σεβασμό όλων.

  

Χρίστος Πιτερός,

Αρχαιολόγος Δ΄ ΕΚΠΑ

  

Πηγή


  • «Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 4, Δεκέμβριος 2008.

Read Full Post »

Τρικούπης Χαρίλαος  (1832-1896)


 

Η Οικογένεια Τρικούπη


 

Μεσολόγγι. Πολλή η δόξα του στα χρόνια του Μεγάλου Αγώνα. Η θυσία των γενναίων υπερασπιστών του και η ηρωική έξοδος της 10ης Απριλίου κέρδισαν τον θαυμασμό του κόσμου. Σ’ αυτή την μαρτυρική πόλη φύτρωσαν οι ρίζες πολλών επιφανών οικογενειών. Πρώτη ανάμεσά τους και η πιο βαθιά, η πιο γερή, η οικογένεια Τρικούπη. Φτάνει στο 1700 περίπου, ίσως και παλαιότερα. Τότε υπολογίζεται η γέννηση του Γιωργάκη Τρικούπη.

Ο γιος του Ματθαίος ή Μάνθος, ήταν πλοίαρχος. Του άρεσε η μουσική και η ποίηση και γενικά αναφέρεται ως ένα άτομο ιδιαίτερα καλλιεργημένο. Από το γάμο του με την Ρήνα Κουρκουμέλη, απέκτησε δυο γιούς. Τον Ιωάννη ( 1750-1824) και τον Ασημάκη ή Συμεών (1753-1822). Ο Ασημάκης σπούδασε ιατρική και φιλοσοφία στην Ιταλία και πέθανε κατά την δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου.

 

Ο Ιωάννης Τρικούπης (1750-1824)


 

Παππούς του Χαρίλαου. Τα πρώτα του γράμματα έμαθε στο Μεσολόγγι, με δάσκαλο τον Παναγιώτη Παλαμά. Στην Ιθάκη και στην Πάτρα έμαθε Ιταλικά και Γαλλικά. Στην Πάτρα, γνώρισε τον Μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γαβριήλ. Μεταξύ των δυο ανδρών αναπτύχθηκε ισχυρή φιλία. Όταν ο Γαβριήλ εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, με το όνομα Γαβριήλ Δ΄ο Ιωάννης Τρικούπης τον ακολούθησε στην νέα του θέση.

Γύρω στο 1780 επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου παντρεύτηκε την Αλεξάνδρα Παλαμά, της μεγάλης Μεσολογγίτικης οικογένειας, διαδεχόμενος παράλληλα τον πατέρα του στις εμπορικές δραστηριότητές του. Συγχρόνως όμως – όπως κι εκείνος – ασχολήθηκε με τα κοινά. Εξελέγη αρχικά Προεστός της πόλης.

Λόγω της μόρφωσης αλλά και του ακέραιου χαρακτήρα του, έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από τους πατριώτες του. Κατάφερε με την εργατικότητα και την συνεχή προσπάθεια να αυξήσει την πατρική περιουσία και να αναδειχτεί ως ένας από τους σπουδαιότερους επιχειρηματίες της εποχής του.

Αργότερα βέβαια αυτή την περιουσία διέθεσε – σχεδόν όλη- για τις ανάγκες του Αγώνα. Σε μεγάλη ηλικία πια, σχεδόν εβδομήντα χρονών, μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία. Στα χρόνια του Αγώνα, εξελέγη πρόεδρος των Δημογερόντων και μετά έφορος. Με την σύζυγό του, απέκτησαν εννιά παιδιά. Τον Σπυρίδωνα, τον Αναστάσιο, τον Μάνθο, τον Κωνσταντίνο, τον Απόστολο, τον Νικόλαο, τον Θεμιστοκλή, την Ειρήνη και την Μαρία.

Ο Κωνσταντίνος και ο Μάνθος πέθαναν ηρωικά μαχόμενοι στο Μεσολόγγι. Για τον Νικόλαο και τον Αναστάσιο δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία. Η Ειρήνη παντρεύτηκε τον Ιωάννη Ραζηκότσικα και η Μαρία τον Δήμαρχο Μεσολογγίου Δημήτριο Καψάλη.

 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873)


 

Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Μαθήτευσε στην Σχολή των Παλαμάδων, όπως και ο πατέρας του. Αργότερα στην Πάτρα έμαθε Ιταλικά, Αγγλικά και Γαλλικά και προσελήφθη ως υπάλληλος του εκεί αγγλικού προξενείου. Με την βοήθεια του Άγγλου λόρδου Guilford – του οποίου υπήρξε φίλος και γραμματέας- μετέβη στη Ρώμη και σε άλλα κέντρα της Ευρώπης για ανώτερες σπουδές. Η Επανάσταση του 1821 όμως τον απορρόφησε ολοκληρωτικά, οδηγώντας τον στην απόφαση να εγκαταλείψει την θέση του εφόρου και οργανωτή της Ιονίου Ακαδημίας στην Κέρκυρα, την οποία είχε ιδρύσει ο Guilford και να συμμετάσχει, μαζί με τον πατέρα του, στην εκστρατεία του Μαυροκορδάτου, το 1822.

Στην έξοδο της 10ης Απριλίου, ο αδελφός του Κωνσταντίνος σκοτώθηκε ενώ ο ίδιος κατέφυγε στο Ναύπλιο, όπου εγκαταστάθηκε στο χωριό Αβδίμπεη, το οποίο είχε αγοράσει από την πολιτεία και στο οποίο παρέμεινε πέντε χρόνια. Μετείχε στην πρώτη γραμμή της πολιτικής κίνησης, υπηρετώντας την πατρίδα από διάφορες υψηλές θέσεις και αναδείχτηκε ένας από τους σπουδαιότερους άνδρες του έθνους.

Ο Τρικούπης παντρεύτηκε το 1826 την Αικατερίνη Μαυροκορδάτου, αδελφή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, η οποία έφτασε στο Ναύπλιο από την Κωνσταντινούπολη όπου ζούσε με την Μητέρα της και την αδελφή της, διωγμένη από τους Τούρκους. Απέκτησαν έξι παιδιά. Τα δύο πέθαναν σε βρεφική ηλικία και τα άλλα δύο σε εφηβική. Επέζησαν μόνο ο Χαρίλαος και η Σοφία.

 

Ο Χαρίλαος Τρικούπης (1832-1896)


 

Ο Χαρίλαος Τρικούπης γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 11 Ιουλίου του 1832. Πατέρας του ήταν ο πολιτικός, διπλωμάτης και ιστορικός Σπυρίδων Τρικούπης και μητέρα του η Αικατερίνη Μαυροκορδάτου, αδελφή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, του αριστοκράτη πολιτευτή της Επανάστασης.

Ο Ιστορικός Δ. Κ. Βαρδουνιώτης,  στο φύλλο 16  της  7ης Απριλίου  1896 της  εφημερίδας

« ΔΑΝΑΟΣ» αναφέρει ότι ο Χαρίλαος Τρικούπης γεννήθηκε στο Άργος το 1830

και όχι το 1832, όπως γράφεται.

Ολόκληρο το κείμενο παρατίθεται στο τέλος του άρθρου.

 

Χαρίλαος Τρικούπης

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος υπήρξε στενός φίλος του Σπυρίδωνα Τρικούπη. Η συμπάθεια και η εκτίμηση του προς το πρόσωπο του, ήταν τόσο μεγάλη που του πρότεινε να του δώσει ως σύζυγο την αδελφή του, που τότε βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Σπυρίδων Τρικούπης όμως δεν αποδέχτηκε την πρόταση αμέσως, λέγοντας στον φίλο του ότι: « Δεν θα ηδύνατο να συνδεθή δια γάμου ή μετά γυναικός την οποίαν θα εγνώριζεν εκ του πλησίον και μετά της οποίας θα τον συνέδεεν αίσθημα αγάπης και εκτίμησις». Όμως και η Αικατερίνη Μαυροκορδάτου, στην οποία έγραψε ο αδελφός της για τα προτερήματα του Τρικούπη, απάντησε περίπου με τον ίδιο τρόπο.

Όταν αργότερα, στα τέλη του 1825 η Αικατερίνη, καταδιωκόμενη από τους Τούρκους κατάφερε να διαφύγει με την βοήθεια της Αγγλικής Πρεσβείας, έφτασε στο Ναύπλιο, ολόκληρη η πόλη κατέβηκε στο λιμάνι να την υποδεχτεί και να την συνοδεύσει μέχρι το σπίτι του αδελφού της. Ο Τρικούπης λόγω της πρότασης του Μαυροκορδάτου περί γάμου, απόφυγε να πλησιάσει. Αλλά η πρώτη συνάντηση δεν άργησε. Αμέσως οι δύο νέοι ένοιωσαν αμοιβαία συμπάθεια και πολύ γρήγορα κατέληξε στο γάμο που έγινε στο Ναύπλιο στις 7 Ιανουαρίου του 1826.

Τον Ιούλιο του 1832 που γεννήθηκε το πρώτο παιδί τους, η μητέρα του διαβάζοντας την Ελληνική ιστορία θεώρησε το όνομα Χαρίλαος ως το καταλληλότερο για τον γιο της. Ο ναύαρχος Μιαούλης που βάπτισε το νεογέννητο, έδωσε το όνομα συμφωνώντας με την επιθυμία της μητέρας.   

 

Τα πρώτα νεανικά χρόνια

 

Αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα στο Ναύπλιο, ο πατέρας του τον έστειλε στην Αθήνα, για να φοιτήσει στο Γυμνάσιο στο οποίο γυμνασιάρχης ήταν ο Γεώργιος Γεννάδιος κυρίως όμως είχε καθηγητή τον Γρηγόριο Παπαδόπουλο, ο οποίος του ανέπτυξε την αγάπη προς τα κλασσικά γράμματα. Όταν λοιπόν έδινε απολυτήριες εξετάσεις, ο Χαρίλαος έπρεπε να γράψει σχετική έκθεση. Επέλεξε να γράψει για τον Θουκυδίδη και το σύστημα της πολιτείας. Η έκθεση αυτή προκάλεσε τον θαυμασμό των καθηγητών του, οι οποίοι διέβλεψαν στο πρόσωπό του ένα λαμπρό επιστήμονα. Αλλά και στα μαθηματικά ήταν άριστος. Ικανότητα που θα του χρησίμευε αργότερα ως πρωθυπουργού και διαχειριστή των οικονομικών της Ελλάδας.

Ο Τρικούπης, ως φοιτητής της  Νομικής Σχολής του Εθνικού Πανεπιστημίου έδειξε την προτίμησή του προς το Ρωμαϊκό δίκαιο, επιλογή που πέραν των άλλων, τον ανέδειξε σε σπουδαίο λατινιστή. Μετά τρία χρόνια φοίτησης, πήγε στο Παρίσι, όπου γράφτηκε στη Νομική. Συμφοιτητή του εκεί είχε τον Γεώργιο Κοζάκη Τυπάλδο, o οποίος υπήρξε ένας από τους τελευταίους προσωπικούς του φίλους.

Ποιοι ήταν καθηγητές του στο εκεί πανεπιστήμιο δεν είναι γνωστό, αλλά όλοι είχαν παραδεχτεί την φιλομάθειά του και την πρόωρη για την ηλικία του  ευφυΐα. Υπάρχει επιστολή του Υπουργού Blaris προς τον τότε Πρεσβευτή της Ελλάδας στο Παρίσι στρατηγό Καλλέργη, στην οποία του εκφράζει την πεποίθηση ότι ο νεαρός φοιτητής στο μέλλον θα διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο στα πολιτικά πράγματα της πατρίδας του.

Ο Τρικούπης πέρα από τις νομικές σπουδές, ασχολήθηκε και με άλλες μελέτες. Κυρίως τον ενδιέφερε η φιλοσοφία του τότε κατ’ εξοχήν φιλοσόφου Hebert Spencer. Κατά τις εξετάσεις του για να πάρει το δίπλωμά του, υπέβαλε και ανέπτυξε προφορικά την θέση του περί του γάμου και της προίκας. (Du contrat de marriage en general et specialement du regime dotal). ( Περί του συμβολαίου γάμου γενικά και ειδικά περί της προικοδότησης).

 

Η Διπλωματική του πορεία

 

Χαρίλαος Τρικούπης

Τόσο μεγάλη ήταν η επιτυχία και η αποδοχή της εργασίας αυτής, ώστε αν και ήταν ξένος, προσελήφθη ως ένας εκ των γραμματέων του Δικηγορικού Συλλόγου, του οποίου πρόεδρος ήταν ο διάσημος ρήτορας και πολιτευτής Berryer. Πότε ακριβώς αναχώρησε για την Αγγλία δεν είναι γνωστό. Τότε πρεσβευτής στο Λονδίνο ήταν ο πατέρας του και ο Χαρίλαος αρχικά υπηρέτησε ως ιδιαίτερος γραμματέας του. Κατόπιν διορίστηκε επίσημος γραμματέας της πρεσβείας (1856) όπως αυτό προκύπτει από τον επίσημο κατάλογο του διπλωματικού σώματος του Λονδίνου.

Μάλιστα αναφέρεται ότι στα πρώτα χρόνια της υπηρεσίας του, υπήρξε ένας εκ των πρωτεργατών της δημιουργίας της νέας διπλωματικής λέσχης του St. James. Στην τότε διπλωματική λέσχη οι μεν προϊστάμενοι των υπηρεσιών μπορούσαν να γραφτούν μετά από απλή αίτηση, ενώ οι γραμματείς έπρεπε να κριθούν και ή να εκλεγούν ή να απορριφθούν.

Αφορμή για την ίδρυση της νέας λέσχης υπήρξε η απόρριψη του Αντιπροέδρου της Βουλής των Ελλήνων Βουδούρη, που εκείνο τον καιρό διέμενε στην Αγγλία. Ο Τρικούπης θίχτηκε ως Έλληνας, συνεννοήθηκε με τον γραμματέα της Ιταλικής πρεσβείας κόμη Corti και έτσι προέκυψε η νέα λέσχη.

Μια σημαντική στιγμή της βραχύχρονης διπλωματικής του πορείας, υπήρξαν οι διαπραγματεύσεις του με την Αγγλική κυβέρνηση για την συνθήκη των Ιονίων Νήσων. Στις 6 Ιουνίου του 1863 ο Βασιλιάς της Αγγλίας δέχτηκε σε επίσημη ακρόαση την πρεσβεία της Ελλάδας, με την παρουσία των πρεσβευτών της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας.

Η Ελληνική πρεσβεία πρόσφερε στον ανεψιό του, Γουλιέλμο Γεώργιο το Ελληνικό στέμμα. Ο Βασιλιάς τους ανήγγειλε ότι « κατά τας διαπραγματεύσεις μετά των τριών Μεγάλων Δυνάμεων οίτινες τόσον συντόνως συνέβαλαν εις την ίδρυσιν του Ελληνικού Βασιλείου, διετήρησαν δε πάντοτε ζωηρόν το υπέρ της ευμερίας αυτού ενδιαφέρον, εξηρτήσαμεν την αποδοχήν του Στέμματος εκ της προσαρτήσεως των Ιονίων Νήσων εις το Ελληνικόν Βασίλειον» και πρόσθεσε ότι πιστεύει ότι η προσάρτηση αυτή θα πραγματοποιηθεί σε πολύ σύντομο χρόνο.

Η προσφώνηση του προέδρου της αντιπροσωπείας ένδοξου γέροντα ναυάρχου Κανάρη, κατέληγε με την εξής συγκινητική φράση. « Το απ’ εμοί, Μεγαλειότατε, έζησα αρκετά, ώστε κατόπιν τοιαύτης ημέρας να επαναλάβω το του Συμεώνος: Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα».  

Στις 25 Ιουνίου 1863 ο λόρδος Ράσσελ, υπουργός των εξωτερικών της Αγγλίας, διαβίβασε τα πρωτόκολλα της παραχώρησης των Ιονίων νήσων, που είχαν υπογραφεί στο Λονδίνο, και τα οποία με επιμονή ζητούσε ο Έλληνας υπουργός των εξωτερικών. Όμως στο σχέδιο της συνθήκης, που ανακοινώθηκε στους αντιπροσώπους των πέντε Δυνάμεων, από τον υπουργό Ράσσελ, υπήρχαν δύο όροι.

 

Ο πρώτος, πρότεινε την ουδετερότητα των Νήσων, ενώ ο δεύτερος υποχρέωνε την Ελλάδα να γκρεμίσει τα φρούρια της Κέρκυρας. Ο σύμβουλος του νεαρού Βασιλιά, κόμης Σπόννεκ, όταν πληροφορήθηκε τις δεσμεύσεις αυτές, απευθυνόμενος προς τον πρέσβη της Αγγλίας στην Κοπεγχάγη Sir D. Paget, διατύπωσε την απορία του μόνο για τον πρώτο όρο, αφού για τον δεύτερο δεν είχε αντιρρήσεις ούτε αυτός.

Ο Βασιλιάς Γεώργιος αναφερόμενος στο δυσμενές κλίμα που θα διαμορφωνόταν στο κοινοβούλιο της Ιονίου πολιτείας, όταν θα μάθαινε τους όρους και το οποίο θα επηρέαζε την ψήφο της για την προσάρτηση, θεωρούσε ως απαραίτητη προϋπόθεση την προσάρτηση, πριν αυτός αναχωρήσει για την Ελλάδα, ενώ ο κόμης Σπόννεκ έλεγε ότι εφόσον η προσάρτηση είναι πραγματική, δεν κατανοούσε πως τα Ιόνια Νησιά θα ήταν ουδέτερα, χωρίς να επεκταθεί αυτή η ουδετερότητα σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Στις 7/19 Οκτωβρίου 1863 η Ιόνιος Βουλή ψήφισε την μεταβίβαση της κυριαρχίας των Νήσων στο Βασιλιά των Ελλήνων, ενώ την 8/20 Οκτωβρίου, έκανε έκκληση προς την Βασίλισσα Βικτωρία για την διατήρηση των φρουρίων της Κέρκυρας αφού η ίδια ως προστάτιδα είχε διαθέσει κολοσσιαία ποσά για την ανέγερση των φρουρίων, προκειμένου να εξασφαλίσει το νησί από επιθέσεις και επιδρομές. Τον Ιανουάριο του 1864 η αγγλική κυβέρνηση, διαβίβασε προς τον πρέσβη της Αγγλίας στην Αθήνα, το σχέδιο της συνθήκης για την εκχώρηση των Ιονίων, η οποία επρόκειτο να συνομολογηθεί μεταξύ των τριών προστάτιδων Δυνάμεων της Ελλάδας.

Σε έγγραφό του, της 28 Ιανουαρίου 1864, προς τον πρέσβη, ο λόρδος Ράσσελ εξηγούσε τους λόγους για τους οποίους ζητείτο να συνομολογηθεί με τους ρητούς όρους α) της κατεδάφισης των οχυρών των Νήσων β) η ουδετερότητα αυτών και γ) της διατήρησης των προνομίων των Αυστριακών εμπόρων.  Οι όροι αυτοί προκάλεσαν αληθινή θύελλα εθνικής φιλοτιμίας. Όμως ο λόρδος Ράσσελ, σε ανακοίνωσή του προς τον Σκάρλετ, ανέφερε ότι αυτή ήταν η αμετάκλητη θέληση της Αυστρίας. Με τις από 25 Οκτωβρίου 1863 εντολές του, ο λόρδος Ράσσελ είχε επιφορτίσει τον Σκάρλετ να ζητήσει επειγόντως από την Ελληνική κυβέρνηση να αποστείλει στο Λονδίνο πληρεξούσιο υπουργό, προκειμένου να διαπραγματευτεί τους όρους της συνθήκης.

Ο Σπυρίδων Τρικούπης είχε παραιτηθεί από τη θέση του πρέσβη στα τέλη του 1862 και την διεύθυνση της πρεσβείας είχε αναλάβει ως επιτετραμμένος Γραμματεύς ο Χαρίλαος Τρικούπης. Όμως, κι αυτός είχε εν τω μεταξύ παραιτηθεί γιατί είχε εκλεγεί αντιπρόσωπος της Ελληνικής Κοινότητας του Λονδίνου στην εθνική συνέλευση, η οποία είχε συγκληθεί μετά την εκθρόνιση του Όθωνα.

Τόσο δε μεγάλη υπήρξε η εμπιστοσύνη και η εκτίμηση της Κυβέρνησης προς τον Χαρίλαο Τρικούπη, ώστε αντί να αποστείλει υπουργό, ανέθεσε σ΄αυτόν να επιστρέψει στο Λονδίνο και να διαπραγματευτεί την συνθήκη, οι όροι της οποίας είχαν ξεσηκώσει τον κόσμο και της παλαιάς Ελλάδας αλλά και των Ιονίων Νήσων.

Η ευθύνη για έναν τριαντάχρονο νέο διπλωμάτη ήταν πολύ μεγάλη και το καθήκον του βαρύτατο. Οι οδηγίες προς τον Τρικούπη, της 13 Νοεμβρίου 1863, έφταναν μέχρι του σημείου να λένε ότι το μόνο που μπορούσε να δεχτεί ήταν η απαγόρευση κάθε εκχώρησης οιουδήποτε τμήματος της Κέρκυρας και ο αφοπλισμός όχι όμως η κατεδάφιση των φρουρίων. Διαφορετικά ο Έλληνας πληρεξούσιος δεν έπρεπε να υπογράψει την συνθήκη.

 « Η δημόσια γνώμη εις την Ελλάδα και το αίσθημα της εθνικής φιλοτιμίας, έλεγεν έγγραφον του υπουργού Εξωτερικών προς τον Τρικούπην, δεν επέτρεπεν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν να υπογράψη την ιδίαν εαυτής καταδίκην. Εάν τα διαδιδόμενα είναι αληθή ( περί των όρων της συνθήκης) μη υπογράψετε. Επαναλαμβάνω: μη υπογράψετε. Ακολουθήσατε πιστώς τας ημετέρας οδηγίας μη εισακούοντες κανένα».

Η κυβέρνηση απέκρουε όχι μόνο τον όρο της κατεδάφισης των φρουρίων αλλά και τον όρο περί ουδετερότητας των νησιών. Ο Τρικούπης εν τω μεταξύ είχε αναλάβει σοβαρή διπλωματική εκστρατεία. Αναθέρμανε – με την ευγλωττία του – παλιές συμπάθειες, αναζωπύρωσε τον φιλελληνισμό και με κάθε τρόπο υπενθύμιζε την ύπαρξη της Ελλάδας, η οποία είχε – ως φαίνεται- λησμονηθεί.

Δαπανούσε όλη του την δραστηριότητα και πειστικότητα. Αν και ο λόρδος Ράσσελ κατά την πρώτη τους συνάντηση άφησε να υπονοηθεί ότι « cetait a prendre ou a laisser». (Μπορούσες να πάρεις ή να αφήσεις). Ο Χαρίλαος Τρικούπης επαναλάμβανε συνεχώς ότι του έχει ανατεθεί από την κυβέρνηση η διαπραγμάτευση και όχι απλά η υπογραφή της συνθήκης.

Η πανίσχυρη και ισχυρογνώμων Αυστρία άρχισε να υποχωρεί από τις 21 Νοεμβρίου. Ο λόρδος Ράσσελ φαινόταν να κάμπτεται, εκτός του όρου της κατεδάφισης των φρουρίων. Στις 9 Δεκεμβρίου ο Έλληνας αντιπρόσωπος μιλά πρώτη φορά για την πιθανότητα κάποιων μεταβολών στους όρους της συνθήκης και στις 16 Δεκεμβρίου ο υπουργός των εξωτερικών διαβιβάζει εμπιστευτικά προς τον Τρικούπη, το πρώτο σχέδιο της συνθήκης.

Η Αυστριακή διακοίνωση προς την Αγγλική κυβέρνηση είναι γραμμένη ελάχιστα φιλική προς την Ελλάδα. Αλλά ουσιαστικά αποτελούσε υποχώρηση. « Η ελληνική κυβέρνησις, ανέφερε η διακοίνωση, ουδέν έχει δικαίωμα επί των Ιονίων Νήσων. Θα οφείλει αυτάς εις την γενναιοφροσύνην της Αγγλίας. Να θέτη τις όρους εις δώρον, τον οποίον προσφέρει είναι φυσικόν. Αλλά να υπαγορεύη τους όρους του δώρου, το οποίον λαμβάνει, ο λαμβάνων τούτο, αποτελεί αληθώς αδικαιολόγητον αξίωσιν».

Οι άλλες κυβερνήσεις επέμεναν. Η Αυστρία δέχτηκε στο τέλος να υποχωρήσει υπό την προϋπόθεση να κατεδαφιστούν τα φρούρια και να χαρακτηριστούν τα Επτάνησα ουδέτερα. Μετά από μακρές και επίπονες συζητήσεις, όπου εξετάστηκε ακόμη και η πλήρης ουδετερότητα της Ελλάδας, ο Τρικούπης οδήγησε τις μεγάλες δυνάμεις να καταλήξουν στην συνθήκη της 14ης Νοεμβρίου 1863 και το πρωτόκολλο της 25ης Ιανουαρίου 1864 που υπεγράφη μεταξύ Αυστρίας, Γαλλίας, Μεγάλης Βρετανίας, Πρωσίας, και Ρωσίας και το οποίο παραχωρούσε τα Ιόνια Νησιά στην Ελλάδα υπό περιορισμούς, τους οποίους  η διπλωματική ικανότητα του Τρικούπη είχε καταστήσει ιδιαίτερα ήπιους σε σχέση με τους αρχικούς.

 

Η πολιτική του σταδιοδρομία

 

Ο Χαρίλαος Τρικούπης, μετά την ολοκλήρωση του έργου του ήλθε στην Ελλάδα. Παραιτήθηκε από το Διπλωματικό σώμα και το 1865 εκλέχτηκε για πρώτη φορά βουλευτής Μεσολογγίου. Μολονότι δεν εντάχτηκε σε κανένα κόμμα, αναγνώριζε την ικανότητα και την αξία του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, ο οποίος είχε απορρίψει τον « νοσηρό » ρομαντισμό με τον οποίο λειτουργούσε η ελληνική πολιτική και κυρίως η εξωτερική πολιτική του κράτους.

Έτσι, το 1866 έγινε μέλος της κυβέρνησης Κουμουνδούρου ως υπουργός των εξωτερικών. Δύο είναι οι αγορεύσεις του κατά την περίοδο αυτή. Η πρώτη αφορούσε στη υποστήριξη της πολιτικής της κυβέρνησης και η δεύτερη, (1η Δεκεμβρίου 1867) το Κρητικό ζήτημα.

Το Κρητικό ζήτημα, ήταν ο λόγος που η κυβέρνηση Κουμουνδούρου ανετράπη μετά ένα χρόνο και η Ελλάδα περιέπεσε σε μεγάλη κρίση, από την οποία εξήλθε υλικά και οικονομικά γονατισμένη, λόγω των ανώφελων θυσιών υπέρ της απελευθέρωσης της Κρήτης, αλλά και ηθικά μειωμένη λόγω της προσχώρησης της στο πρωτόκολλο του Παρισιού το 1869.

Το 1872 ιδρύθηκε το «Πέμπτον κόμμα » που το αποτελούσαν οι: Χαρίλαος Τρικούπης, Κ. Λομβάρδος, Αθ. Πετμεζάς, Κ. Σαράβας και μερικοί άλλοι πολιτευτές. Αν και ο Τρικούπης ήταν ο νεότερος όλων, μετά την υποχώρηση ακόμη και του ίδιου του παλαίμαχου Λομβάρδου, ο οποίος είχε πρωταγωνιστήσει υπέρ της ένωσης της Επτανήσου, αναγνωρίστηκε ως αρχηγός του νέου κόμματος.

  

Τις πταίει;

  

Χαρίλαος Τρικούπης, λιθογραφία 1892

Το 1874 δημοσιεύτηκε  στους  «Καιρούς»  το  ιστορικό  άρθρο «Τις πταίει»  και  το επόμενο «Παρελθόν και Ενεστώς» στα οποία τόνιζε την ανάγκη της συμμόρφωσης του πολιτεύματος στους θεσμούς του γνήσιου κοινοβουλευτισμού και κατέκρινε την πολιτική του Στέμματος, η οποία – όπως υποστήριζε – δημιουργούσε την πολιτική αστάθεια και « ανεκηρύσσετο ως δόγμα του ελληνικού κοινοβουλευτισμού η δεδηλωμένη ».

Τα άρθρα αυτά και κυρίως το πρώτο, αν και μπορούσε να χαρακτηριστεί περισσότερο ως ακαδημαϊκή διάλεξη παρά ως επίθεση και ασέβεια προς το πρόσωπο του Βασιλιά, διώχτηκε ποινικά. Ο Π. Καννελλίδης, ως συντάκτης των « Καιρών» κλήθηκε για ανάκριση ως συγγραφέας των άρθρων. Πλην όμως, γρήγορα βρέθηκαν μπροστά στην αλήθεια. Ο Τρικούπης ανέλαβε την ευθύνη και η δικαιοσύνη αναγκάστηκε να τον προφυλακίσει για μικρό διάστημα αφού απαλλάχτηκε με βούλευμα.

Παρ’ όλα αυτά, το 1875 ο Βασιλιάς κάλεσε τον Τρικούπη και του ανέθεσε τον σχηματισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης. Διέλυσε την Βουλή και προκήρυξε εκλογές οι οποίες για πρώτη φορά από τότε που η Ελλάδα έγινε ανεξάρτητη, πραγματοποιήθηκαν με παραδειγματική ελευθερία. Ο Τρικούπης παραιτήθηκε αμέσως μετά την διενέργεια των εκλογών, κατά τις οποίες το κόμμα του, εκτός από την ηθική απέκτησε και ουσιαστική δύναμη, εκλέγοντας 25 περίπου βουλευτές.

Το 1877, λόγω της Ανατολικής κρίσης, συγκροτήθηκε οικουμενική κυβέρνηση υπό τον ναύαρχο Κανάρη και ο Χαρίλαος Τρικούπης επανήλθε στους γνώριμους από παλιά χώρους του υπουργείου των εξωτερικών. Σ’ αυτή την κρίσιμη περίοδο, ίσως θα μπορούσε κάποιος να καταλογίσει στην κυβέρνηση ως λάθος την μη συμμετοχή της Ελλάδας στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο. Θα μπορούσε αν είχε πράξει διαφορετικά και είχε εμπλακεί στον πόλεμο, να προλάβει την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και να είχε ελευθερώσει την Θεσσαλία, ολόκληρη την Ήπειρο και ίσως ακόμη και την Κρήτη.

Όμως η βαθειά αντιπάθεια του ελληνικού έθνους κατά της σλαβικής επικράτησης και οι υποσχέσεις της Αγγλίας για την προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων, ήταν οι βασικοί λόγοι που η Ελλάδα δεν έλαβε μέρος στον συγκεκριμένο πόλεμο.

Οι υποσχέσεις αυτές ίσως εκμαιεύτηκαν στην συνάντηση του Τρικούπη με τον πρέσβη της Αγγλίας τον Σεπτέμβρη του 1877, κατά την οποία ζητήθηκαν διαβεβαιώσεις  ότι η Ελλάδα      « δεν θα καθίστατο συνένοχος επαναστατικών κινημάτων» στις παραμεθόριες επαρχίες.

Την ιστορία της διαπραγμάτευσης αυτής θα προσπαθήσουμε να εκθέσουμε πιο κάτω μια και δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή. Ο Τρικούπης ( σύμφωνα με επίσημο τηλεγράφημα του Άγγλου πρέσβη προς τον κόμη Derby, 9 Ιουνίου 1877) απάντησε ότι « Η Ελλάς ήτο διατεθειμένη να τηρήση αυστηράν ουδετερότητα, εκτός εάν αι περιστάσεις την ηνάγκαζον να αναλάβη άλλην στάσιν». Αλλά συγχρόνως ο Έλληνας υπουργός αναφέρει ότι « δεν εφρόνει ότι η Ελληνική Κυβέρνησις ήτο υποχρεωμένη να εξέλθη της οδού αυτής, όπως προλάβη επαναστατικά κινήματα μεταξύ Ελλήνων υπηκόων της Τουρκίας, εάν επίστευεν, ότι τοιαύτα κινήματα ήτο δυνατόν να προαγάγωσι τα γενικά συμφέροντα του Ελληνισμού».

Και ο Άγγλος πρέσβης πρόσθετε: « Συνοπτικώς ειπείν, ο κ. Τρικούπης αναλαμβάνει να προβή και πέραν των διεθνών υποχρεώσεων, των αυστηρώς επιβαλλομένων εις την Ελλάδα και υπόσχεται να προλάβη εξεγέρσεις εις τας γειτονικάς επαρχίας, υπό τον όρον, ότι θα λάβη την υπόσχεσιν της Μεγάλης Βρετανίας, ότι, όταν επιστή η ώρα των διαπραγματεύσεων της ειρήνης, εφ’ ων η κυβέρνησις της Α.Μ. προσδοκάται, ότι θα ασκήσει σημαντικήν επίδρασιν, θα καθορισθή ότι υφίσταται ελληνικόν ζήτημα ενώπιον της Ευρώπης, ουχ ήττον ως αν ελληνικόν ζήτημα είχε προκύψει δια της εξεγέρσεως πασών των ελληνικών επαρχιών».

Ο Τρικούπης υπήρξε απολύτως θετικός σε ότι ζητούσε. Ζητούσε την ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους της Αγγλίας ότι θα εξασφάλιζε στο Ελληνικό Έθνος θέση ισότητας σε σχέση με τους Σλάβους γείτονες του. Και δήλωνε ότι χωρίς αυτής της εγγύησης η θέση της Ελλάδας θα ήταν δυσχερέστερη σε σύγκριση με οποιοδήποτε άλλο κράτος που θα επηρέαζε ο πόλεμος αυτός.

Ποια ήταν η απάντηση του λόρδου Derby στον σαφή αυτόν όρο του «do ut des» (δίνω για να δώσεις) φαίνεται καθαρά στο έγγραφό του προς τον πρέσβη της Αγγλίας, της 2ας Ιουλίου 1877: « Η κυβέρνησις της Α.Μ. δεν δύναται να δώση διαβεβαιώσεις, εν σχέσει προς τα γεγονότα τα δυνάμενα να προκύψωσιν εκ της διαλύσεως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εις την Ευρώπην. Κατά την γνώμην της, θα ήτο ανάρμοστον και πρόωρον να αποβλέψη τις εις τοιούτον ενδεχόμενον ως ο διαμελισμός των υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν εδαφών. Είναι όμως ετοίμη να διαβεβαιώση την ελληνικήν κυβέρνησιν ότι εφόσον εξαρτάται εξ αυτής, θέλει, όταν επιστή ο χρόνος της διευθετήσεως των εκ του πολέμου μελλόντων να προκύψωσι ζητημάτων, μετελθει πάσαν αυτής επιρροήν δια να εξασφαλίση εις τον ελληνικόν πληθυσμόν των τουρκικών επαρχιών πάσας τας διοικητικάς μεταρρυθμίσεις, αι οποίαι θ’ απεφασίζοντο υπέρ της οιασδήποτε άλλης εθνικότητος».   

Συμβούλευαν επίσης την Κυβέρνηση να μην ευνοήσει επαναστατικά κινήματα στις παραμεθόριες περιοχές « τα οποία ουδέν άλλο αποτέλεσμα ηδύνατο να έχωσι ή να επαυξήσωσι την δυστυχίαν και τας δηώσεις του πολέμου και να ζημιώσωσι τους πληθυσμούς, τα συμφέροντα των οποίων η ελληνική κυβέρνησις επεθύμει να εξασφαλίση».

Η υπόσχεση βέβαια ήταν αόριστη και καθόλου ικανοποιητική ως προς τις εγγυήσεις της Αγγλίας για το μέλλον. Εκτός απ’ αυτό οι πιέσεις προς την Ελλάδα εντάθηκαν από τον νέο πρέσβη της Αγγλίας Wyndham, ο οποίος όμως δεν κατάφερε να αποσπάσει άλλη υπόσχεση από τον Τρικούπη παρά μόνον ότι δεν θα υποστηρίξει επαναστατικά κινήματα « επί του παρόντος» χωρίς ποτέ να αποκηρύξει ή να αποθαρρύνει τα επαναστατικά κινήματα στη Θεσσαλία και την Ήπειρο που ήδη είχαν ξεκινήσει.

Από την άλλη, ο Ρώσος πρέσβης Σαβούρωφ, επιχειρούσε, κυρίως γιατί η Ρωσική εκστρατεία αντιμετώπιζε μεγάλες δυσχέρειες, να παρασύρει την Ελλάδα στον πόλεμο, υποσχόμενος την έντονη υποστήριξη στις ελληνικές αξιώσεις. Στην προσπάθειά του όμως αυτή είχε αντιμέτωπο όλο τον πολιτικό κόσμο της χώρας και μόνο ο Βασιλιάς Γεώργιος υποστήριζε την εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο, επικοινωνώντας προσωπικά με τον Ρώσο διπλωμάτη.

Όταν η οικουμενική κυβέρνηση ανατράπηκε υπό τους λιθοβολισμούς των παραθύρων των υπουργών από το πλήθος, το ίδιο πλήθος επευφημούσε τον βασιλιά στην πλατεία των ανακτόρων. Όμως αυτές οι εκδηλώσεις δεν ήταν ικανές να μεταβάλουν την ροή των γεγονότων.

Όχι μόνο γιατί η πολιτική γνώμη δεν επιθυμούσε και δεν ευνοούσε την συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό των Σλάβων αλλά και γιατί η Ελλάδα δεν ήταν έτοιμη για τέτοια περιπέτεια. Παρά τους φόβους και την αγωνία για τις επιτυχίες του Ρωσικού στρατού, η Ελλάδα τήρησε μέχρι το τέλος την ουδετερότητά της. Η πρόχειρη εκστρατεία του Δομοκού στο τέλος του πολέμου και μετά την ανακωχή, ήταν μια σκηνοθετημένη ενέργεια της κυβέρνησης που διαδέχτηκε την οικουμενική προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα να παρασταθεί  στο επικείμενο συνέδριο.

Δεν είχε λοιπόν η Ελλάδα άλλη βάση ενεργειών παρά μόνον την ασαφή υπόσχεση της Αγγλίας περί της υποστήριξης των ελληνικών δικαιωμάτων. Όταν όμως διαδέχτηκε τον Άγγλο πρέσβη ο λόρδος Βήκονσφηλντ μετά του Σώλσβαρυ η κυβέρνηση άκουσε την περίφημη φράση: « ότι η ελληνική κυβέρνησις πλήρως παρεννόησε τας ευρωπαϊκάς απόψεις».

Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος έληξε με την παταγώδη παραίτηση της οικουμενικής κυβέρνησης και λίγο αργότερα πραγματοποιήθηκε το συνέδριο του Βερολίνου. Η κυβέρνηση Κουμουνδούρου που εν τω μεταξύ είχε αναλάβει, έστρεψε το ενδιαφέρον της προς τον Τρικούπη, επιθυμώντας αυτός να σταλεί στο Βερολίνο ως υπερασπιστής των ελληνικών θέσεων και συμφερόντων λόγω της δυτικής μόρφωσης του και της γλωσσομάθειάς του.

Αλλά αυτή η αποστολή ματαιώθηκε μυστηριωδώς. Ίσως γιατί ο Τρικούπης κατάλαβε ότι στο συνέδριο του Βερολίνου θα κυριαρχούσε η Αγγλική πολιτική τουλάχιστον όσον αφορά την Ανατολική Μεσόγειο. Πράγματι, η Γερμανία δεν απέβλεπε παρά μόνον στην απόκρουση του Σλαβισμού, γι’ αυτό επεδίωκε την ενίσχυση της Αυστροουγγαρίας. Η Γαλλία ήταν ακόμη πολύ αδύνατη για να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και η Ρωσία εξαντλημένη από τους αιματηρούς πολέμους μόλις στεκόταν στα πόδια της και μάλλον συρόταν στο συνέδριο παρά προσερχόταν με την θέλησή της. Και βέβαια δεν είχε κανένα λόγο να υποστηρίξει τα ελληνικά συμφέροντα ή τις ελληνικές θέσεις.

Υπάρχει όμως και η φήμη ότι ο Τρικούπης, προκειμένου να αναλάβει την ευθύνη του εκπροσώπου της Ελλάδας, έθεσε τον όρο, ότι εφόσον δεν ικανοποιούντο οι αξιώσεις των Ελλήνων ο Βασιλιάς Γεώργιος θα υπέβαλε την παραίτησή του από τον θρόνο. Η κυβέρνηση αρνήθηκε τον όρο που έθεσε ο Τρικούπης κι έτσι ποτέ δεν του ανατέθηκε η αποστολή.     

Επικεφαλής της αποστολής ανέλαβε ο υπουργός εξωτερικών Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ο οποίος άρχισε την περιοδεία του από την Ρωσία. Τα αποτελέσματα του συνεδρίου για την Ελλάδα ήταν ασήμαντα. Όπως είπε αργότερα ο λόρδος Βήκονσφηλντ μιλώντας στο Αγγλικό Κοινοβούλιο « η Ελλάς είχεν εστραμμένα προς άλλην κατεύθυνσιν τα βλέμματα», εννοώντας με τον υπαινιγμό αυτό ότι η ελληνική αποστολή, διατύπωσε τις αξιώσεις της Ελλάδας με ρομαντική υπερβολή επιμένουσα στην Μεγάλη Ιδέα, διεκδικώντας κι αυτή ακόμη την Κωνσταντινούπολη αλλά προς το παρόν θα ήταν ικανοποιημένη με την παραχώρηση της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Κρήτης.

Έτσι, η ελληνική « παρεξήγησις του έργου του συνεδρίου» όπως με ειρωνικό σαρκασμό αναφέρθηκε για την Ελλάδα στην αγόρευσή του ο λόρδος Βήκονσφηλντ έδωσε αφορμή στην Αγγλία να μην πραγματοποιήσει  σχεδόν τίποτα από όσα είχε αφήσει να πιστέψουν οι Έλληνες  και ο Τρικούπης το 1877.

Χρειάστηκε η διπλωματική ικανότητα και η ευστροφία του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου για να εξασφαλιστεί η απελευθέρωση της Θεσσαλίας και ένα μικρό μέρος της Ηπείρου. Οι μακροχρόνιες και αγωνιώδεις διαπραγματεύσεις οι οποίες κατέληξαν στην απόκτηση της ελευθερίας της Θεσσαλίας, βρήκαν τον Τρικούπη σε διάσταση με την κυβέρνηση Κουμουνδούρου παρασύροντας την κοινή γνώμη εναντίον της.

Της εξέγερσης αυτής επωφελήθηκε ο πανέξυπνος πρωθυπουργός για να φθάσει σε περιορισμένη αλλά όχι ασήμαντη επιτυχία των εθνικών σκοπών αφού η έλλειψη προετοιμασίας και οι προλήψεις  από τις οποίες δεν μπόρεσε η ελληνική πολιτική να απαλλαγεί, την κρίσιμη εκείνη ώρα, εμπόδισαν την Ελλάδα να παραβρεθεί στο συνέδριο του Βερολίνου ως σύνεδρος αλλά να γίνει δεκτή ως απλός ικέτης.

Μετά την κατάληψη της Θεσσαλίας έγιναν εκλογές σε όλο το κράτος και η κυβέρνηση Κουμουνδούρου ηττήθηκε και μάλιστα κυρίως  από τις ψήφους των Θεσσαλών. Ο Τρικούπης ο οποίος ήταν αρχηγός του άλλου μεγάλου κόμματος, ανήλθε στην εξουσία πανηγυρικά με επιτελείο που το αποτελούσαν εξέχουσες προσωπικότητες όπως ο Δ. Ράλλης, ο Αθ. Πετμεζάς και ο Δημ. Γρίβας.

Μετά από λίγους μήνες ο Κουμουνδούρος ασθένησε σοβαρά. Ο Τρικούπης πλέον παρέμεινε απόλυτος κυρίαρχος του πολιτικού πεδίου, έχοντας ως αντίπαλο των Θεόδωρο Δηλιγιάννη ο οποίος όμως διέθετε μικρές δυνάμεις.

 

Έργα

 

Η τετραετία αυτή θα μείνει ως το πρώτο και σπουδαιότερο βήμα της εισόδου της Ελλάδας στην κατηγορία των προηγμένων ευρωπαϊκών εθνών. Ανάπτυξη των φυσικών πόρων με την δημιουργία σιδηροδρόμων και κατασκευής οδών. Σημαντική αύξηση των δημοσίων εσόδων. Αναδιοργάνωση και ενίσχυση του στρατού και του στόλου, των οποίων η κακή κατάσταση υπήρξε η κύρια αφορμή της έλλειψης δύναμης διεκδίκησης των εθνικών αξιώσεων τις οποίες έφερε στην επιφάνεια ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος αν και κινδύνεψε να ταφεί κάτω από την βαριά πλάκα της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, την οποία ανέτρεψαν με τις ενέργειές τους δύο όχι και τόσο « φιλελληνικών» πολιτικών όπως ο Βήκονσφηλντ και ο λόρδος Σώλσβαρυ, που μάλλον είχαν την φήμη « μισελλήνων».

 

Η ελληνική βουλή στα τέλη του 19ου αιώνα (πίνακας του Ν. Ορλώφ 1930)

 

Η μετάκληση ξένων αποστολών, στρατιωτικής υπό τον στρατηγό Βοσσέρ, ναυτικής υπό τον ναύαρχο Λεζέν, μηχανικής υπό τον αρχιμηχανικό Ροντέλ, ήταν μια επιλογή που έδειχνε την στενή πνευματική συγγένεια του Τρικούπη προς την γαλλική νοοτροπία. Η ναυπήγηση τριών θωρηκτών έκαναν την Ελλάδα ναυτικό παράγοντα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η παραχώρηση της διάνοιξης της διώρυγας του Ισθμού στο γαλλικό συνδικάτο Τυρ, υπήρξε μια από τις σημαντικότερες αποφάσεις του Τρικούπη. Γενικά επικράτησε ένα πνεύμα δημιουργίας και ανακαίνισης της χώρας.

Αλλά αυτή η προσπάθεια του Τρικούπη απαιτούσε βαριές και ασυνήθιστες θυσίες. Ο λαός και κυρίως ο πιο συντηρητικός,  άρχισε να αμφισβητεί την κυβέρνηση και να εκφράζει τις επιφυλάξεις του. Έτσι, στις εκλογές της 7ης  Απριλίου 1885 ο Τρικούπης έχασε κατά κράτος και στη νέα Βουλή διέθετε μόνο 60 βουλευτές. Αναχώρησε τότε στο εξωτερικό και το πραξικόπημα της Ανατολικής Ρωμυλίας, το οποίο προκάλεσε τον ολιγοήμερο Σερβοβουλγαρικό πόλεμο, τον βρήκε στο Λονδίνο. Η Ελληνική κυβέρνηση δίσταζε και αμφιταλαντευόταν  εμπρός στο μεγάλο αυτό πρόβλημα.

Είναι γνωστό ότι αν τον Σεπτέμβριο του 1885 ήταν πρωθυπουργός ο Τρικούπης θα προχωρούσε με « ότι είχε και δεν είχε» στην κατάληψη της γραμμής του Βερολίνου, δημιουργώντας τετελεσμένα γεγονότα, τα οποία θα τύχαιναν της αποδοχής των συνέδρων του Βερολίνου, αφού θα ήταν εκ των προτέρων εγκεκριμένα.

Δεν αναφέρθηκε όμως καθόλου στο ζήτημα αυτό ούτε εξ άλλου μπορούσε στο συμπόσιο που παρέθεσαν οι παλιοί του φίλοι, της ελληνικής Κοινότητας του Λονδίνου. Αλλά αυτή την έννοια είχε η περίφημη φράση του: « Τέσσαρα μόλις  έτη από της προσαρτήσεως της Θεσσαλίας, η επαρχία αύτη, την οποίαν ελυμαίνετο έως τότε η αναρχία και η κακοδιοίκησις, είναι επίσης ασφαλής, ως και οιαδήποτε αγγλική κομητεία».

   

Επιστράτευση

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ο Τρικούπης, έβρισκε την χώρα να καλεί σε επιστράτευση όποιον μπορούσε να σηκώσει όπλο. Δεν τολμούσε όμως να πάρει απόφαση να κάνει κάτι. Εξ άλλου η πρώτη μεγάλη ευκαιρία είχε περάσει πλέον. Η Τουρκία μετά την νίκη της Βουλγαρίας κατά των Σέρβων είχε ουσιαστικά παραιτηθεί από τις σκιώδεις απαιτήσεις της επί της Ανατολικής Ρωμυλίας και είχε στρέψει το ενδιαφέρον της προς την Ελλάδα που απειλούσε αλλά δεν τολμούσε. Ο τουρκικός στρατός που συγκεντρώθηκε στην παραμεθόριο ήταν περισσότερος και καλλίτερα οργανωμένος από τον ελληνικό.

Πέρασε λοιπόν έτσι ο χειμώνας του 1885 και σχεδόν η άνοιξη με μια Ελλάδα πάνοπλη, που εξαντλείτο συνεχώς οικονομικά αλλά δεν είχε το θάρρος ούτε να προχωρήσει ούτε να υποχωρήσει.

Η αβεβαιότητα αυτή και ο συνεχώς επαπειλούμενος πόλεμος ο οποίος όμως ποτέ δεν πραγματοποιούνταν εκνεύριζε την Ευρώπη ολόκληρη. Πάρθηκε λοιπόν απόφαση αποκλεισμού με πρωτοβουλία της Αγγλίας, η οποία διέθεσε πολυάριθμο στόλο, υπό την αρχηγία του γιου της βασίλισσας Δούκα του Εδιμβούργου. Η Ιταλία, η Γερμανία και η Αυστροουγγαρία συμμετείχαν στον αποκλεισμό με μικρές όμως δυνάμεις. Η Γαλλία αφού απέστειλε το περίφημο προς την Ελλάδα τηλεγράφημα « Soyez prudents. Εcoutez la voix dune Puissance amie…» (Να είσαστε συνετοί. Ακούστε την φωνή μιας μεγάλης φιλικής δύναμης) δεν έλαβε μέρος στον αποκλεισμό, ο οποίος όμως και χωρίς αυτήν ήταν πραγματικός και στενός.

Παράλληλα, μετά από ένα τυχαίο επεισόδιο μεταξύ των αντιμέτωπων στρατών, οδήγησαν σε αιματηρές συγκρούσεις στα σύνορα. Οι πρέσβεις που βρίσκονταν στην Αθήνα επιβιβάστηκαν στα πολεμικά πλοία, μετά δε από τον σχηματισμό του άχρωμου υπουργείου Βάλβη, ο Δηλιγιάννης καταψηφίστηκε στη βουλή και όλοι οι μέχρι τότε υποστηρικτές του προσχώρησαν στις τάξεις του κόμματος του Τρικούπη ο οποίος πλέον εκλήθη να σχηματίσει νέα Κυβέρνηση. 

 

Εκλογές του 1886

 

Ο νέος πρωθυπουργός ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας διαμαρτυρόμενος έντονα προς τις Δυνάμεις, οι οποίες ενώ επέτρεπαν στον τουρκικό στρατό να επιτίθεται, απαγόρευαν στους Έλληνες να στείλουν βοήθεια και εφόδια στα δικά τους στρατεύματα. Ξενυχτούσε στο τηλεγραφείο στέλνοντας τηλεγραφήματα στα σύνορα, κανόνισε όπως μπορούσε καλλίτερα το ατυχές επεισόδιο, διέλυσε την επιστρατεία και ανέλαβε να ξεκαθαρίσει τα πράγματα και να απαλλάξει την χώρα από μια πολυδάπανη αναστάτωση.

Ήταν τόσο μεγάλη η επιβολή του, ώστε ανάγκασε την Βουλή να ελαττώσει τον αριθμό των μελών της από 240 σε 150, να ψηφίσει το σύστημα της ευρείας περιφέρειας, να αυξήσει την φορολογία και τέλος να δεχτεί να διαλυθεί χωρίς διαμαρτυρίες.

 Μετά τις εκλογές του 1886, ο Τρικούπης σχημάτισε νέα κυβέρνηση αφού το κόμμα του θριάμβευσε. Η νέα κυβερνητική τετραετία υπήρξε η αποκορύφωση της εσωτερικής και οικονομικής αναδιοργάνωσης που είχε εγκαινιάσει. Έθεσε τα θεμέλια της οικονομικής νομοθεσίας του κράτους, εφόσον οι πόροι που διέθετε το επέτρεπαν, έστρεψε την προσοχή του στην ανάπτυξη των πλουτοπαραγωγικών δυνάμεων, αύξησε τα έσοδα του προϋπολογισμού φτάνοντας τα στα 90 εκατομμύρια, αλλά παράλληλα δημιούργησε πολύ σκληρές αντιδράσεις από τους αντιπάλους του.

Έτσι, όταν τον Οκτώβριο του 1889, μετά την λήξη της κυβερνητικής του θητείας, προκηρύχτηκαν εκλογές, ο Τρικούπης ηττήθηκε και η δύναμη του κόμματος του μειώθηκε. Η αντιπολίτευση εκλήθη να σχηματίσει κυβέρνηση.

 

Οικονομική κατάσταση

 

Η οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε επικίνδυνα, το νόμισμα υποτιμήθηκε και η ακρίβεια ήταν δυσβάστακτη. Ο βασιλιάς, την Καθαρά Δευτέρα του 1892, ζήτησε την παραίτηση της κυβέρνησης Δηλιγιάννη. Παρά τις αντιδράσεις και τις διαμαρτυρίες της Βουλής για την παρέμβαση του βασιλιά, η κυβέρνηση παύτηκε και δόθηκε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον πολιτευτή Κωνσταντόπουλο, ενώ η Βουλή διαλύθηκε και προκηρύχτηκαν εκλογές τον Μάιο του 1892.

Ο Τρικούπης επανήλθε θριαμβευτικά στην αρχή. Τα αποτελέσματα της επιστρατείας του 1885 ήταν πλέον φανερά. Η οικονομική κατάσταση χειροτέρεψε. Το δάνειο που ο πρωθυπουργός προσπάθησε να πάρει, στέλνοντας τον υπουργό των Εσωτερικών στην Αγγλία, δεν εγκρίθηκε. Και είτε γιατί ο Τρικούπης κατάλαβε ότι η κυβέρνησή του ήταν αποδυναμωμένη είτε γιατί ο βασιλιάς είχε αποσύρει την εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπό του, η κυβέρνησή του παραιτήθηκε την άνοιξη του 1893. Την  διαδέχτηκε η κυβέρνηση των Σωτηρόπουλου- Ράλλη.

 

Βιογραφία Χαρίλαου Τρικούπη (Φυλλάδιο 1892)

 

Το φθινόπωρο του 1893, ο Τρικούπης που διατηρούσε ακόμη την μειοψηφία, ζήτησε και ανέλαβε και πάλι την Κυβέρνηση. Υπήρξαν τότε πολλοί που κατέκριναν την απόφασή του. Αλλά θα έπρεπε να γνωρίζει κανείς την βαθύτερη ψυχολογία του, η οποία τον οδήγησε και πάλι στην κυβέρνηση. Δεν ήταν βέβαια η ματαιοδοξία της αρχηγίας. Ήταν η συναίσθηση του καθήκοντος ή ίσως και η πλάνη ότι μπορούσε ακόμη να σώσει την κατάσταση. Όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως αυτός προσδοκούσε. Αφού επιχείρησε να τακτοποιήσει τα θέματα του δανείου αφού η προηγούμενη κυβέρνηση είχε αθετήσει δανειακές υποχρεώσεις, ήλθε σε συνεννόηση με τους δανειστές εκτός από τον όρο που αυτοί έθεταν σχετικά με την διανομή των περισσευμάτων των υπεγγύων προσόδων, θεωρώντας ότι η αποδοχή αυτού του όρου καθιέρωνε εξωτερικό έλεγχο τον οποίο ο Τρικούπης δεν ήθελε να δεχτεί.

Το 1895, κάτω από το βάρος της δυσμένειας της κοινής γνώμης των ξένων και την εχθρική στάση της Αυλής, αποχώρησε από την εξουσία κι αυτή την φορά οριστικά. Κάποιες εχθρικές προς το πρόσωπό του ενέργειες και η άχρωμη κυβέρνηση που τον διαδέχτηκε, προκάλεσαν την προσωπική του αποτυχία στις εκλογές και τον οδήγησαν στην παραίτησή του από την πολιτική.

  

Το τελευταίο ταξίδι

 

Αναχώρησε τότε στο εξωτερικό προκαλώντας την συγκίνηση όχι μόνο των φίλων του γιατί όλοι κατάλαβαν ότι αποχωρούσε από την πολιτική σκηνή της χώρας μια κολοσσιαία προσωπικότητα, ένας δυσαναπλήρωτος ηγέτης του οποίου η ψυχή και η διάνοιά του ταυτίστηκαν με τα υψηλότερα ιδανικά του έθνους. Ακλόνητη όμως έμεινε η πεποίθησή του στο μέλλον της Ελλάδας και του Ελληνισμού.

Ιστορική έχει μείνει η φράση του « Η Ελλάς θέλει να ζήση και θα ζήση». Αν και λιγότερη γνωστή αλλά το ίδιο σημαντική είναι εκείνη με οποία ενθάρρυνε και ενίσχυε τον αποκαρδιωμένο λαό σε στιγμές κρίσης: « Εφόσον η εθνική ψυχή παραμένει άκαμπτος και εις το βάθος αυτής ανθεί η ελπίς, τίποτε δεν εχάθη». Ίσως μόνο μια φορά να απογοητεύτηκε αλλά χωρίς μνησικακία, ήταν όταν δεν εκλέχτηκε ούτε απλός βουλευτής του Μεσολογγίου. Ήταν ίσως ο λόγος που τον οδήγησε στην παραίτηση από την πολιτική και την εκούσια εξορία του.

Διερχόμενος από την Κέρκυρα, συναντήθηκε με έναν από τους πιο πιστούς του οπαδούς, τον οποίο εκτιμούσε βαθειά για την ορθή του κρίση και ο οποίος τον διαδέχτηκε στην αρχηγία του κόμματος, τον Γεώργιο Θεοτόκη.

 

Ο φωτογράφος Σόλωνας Βάθης, φωτογραφίζει τον Τρικούπη στο ατελιέ του στο Παρίσι.

 

Τον Απρίλιο του 1896, ο Τρικούπης προσβλήθηκε από ποδάγρα, από την οποία υπέφερε συχνά. Είχε φτάσει στις Κάννες προερχόμενος από το Nervi της Ιταλικής Ριβιέρας, όπου παραχείμαζε. Λίγες ώρες μετά την άφιξη της αδελφής του Σοφίας, ο Χαρίλαος Τρικούπης πέθανε. Ο Τρικούπης έμελλε να τελειώσει την ένδοξη ζωή του στα ξένα και μάλιστα σε ένα δωμάτιο Ξενοδοχείου. Είχε κάτι από αρχαία τραγωδία η σκηνή του θανάτου του.

Η αδελφή του, η οποία έμεινε στο πλευρό του σε όλη του την ζωή, προσπαθώντας να απαλύνει τις πικρίες, τις στενοχώριες και τις ενοχλήσεις  που ήταν συνυφασμένες με την πορεία ενός πολιτικού, μαζί με τον εξάδελφό τους Κωνσταντίνο Τρικούπη, συνόδευσαν την σορό του Τρικούπη στην Αθήνα. Η κηδεία του υπήρξε μία εκδήλωση όχι μόνον βαρύτατου πένθους, όχι μόνον μεταμέλεια ενός ολόκληρου λαού, αλλά και δέους για το αβέβαιο μέλλον του τόπου.

Η Ελλάδα αισθανόταν εκείνη την στιγμή, που η νεκρική πομπή πορευόταν προς το Α΄ Νεκροταφείο, ότι γινόταν φτωχότερη σε ηθική δύναμη, σε πολιτική ηγεσία, σε αυτοπεποίθηση και ασφάλεια. Τον νεκρό ακολούθησαν σε εκείνη την τελευταία διαδρομή, χιλιάδες δακρυσμένου κόσμου, φίλων και αντιπάλων.

Ο χαρακτήρας του Τρικούπη, υπήρξε ιδιαιτέρως ισχυρός. Θεληματική η ένταση των σκοπών του, σπουδαία η διορατικότητά του, ακλόνητη η θέλησή του, γεωμετρική η πειθαρχία του πνεύματος του και ακατάβλητο το φυσικό και ψυχικό του θάρρος.   

                 

 

Ο Χαρίλαος Τρικούπης,  Αργείος

( Περίεργος βιογραφική σημείωσις)

 

 Πολύς εγένετο κατ’ αυτάς λόγος και ενταύθα περί του αοιδίμου Χαριλάου Τρικούπη. Ηθέλησα να εξακριβώσω την παράδοσιν περί του τόπου της γεννήσεως αυτού έξ όσων δε εζήτησα πληροφορίας μόνον εις ηδυνήθη μετά θετικότητος να ικανοποιήση την περιέργειάν μου ούτος δε είνε ο εις πολύν δικαστικόν κόσμον γνωστός γηραιός κ. Εμμανουήλ Σωτηρόπουλος, αρχαίος δικηγόρος και συμπολίτης μας, μηδόλως όμως δικηγορών από πολλών ετών. Ο Κύρ – Μανώλης είνε υπερογδοηκοντούτης, ζη δε, ως άλλος Διογένης, ο Σινωπεύς φιλόσοφος.

Έχει ισχυράν μνήμην, ως εξ άλλων περιστάσεων γνωρίζω. Εν τούτοις δημοσιεύω μεν πιστώς όσα μοί διηγήθη, υπ’ ευθύνην του όμως. Διότι εγώ μεν τα πιστεύω προχείρως, αφήνω δε εις άλλους να ελέγξωσι την ακρίβειαν αυτών. Ιδού, τι διηγήθη μοι ο αφελής αλλ’ ευσυνείδητος γέρων.

« Ο πατήρ του Τρικούπη Σπυρίδων Τρικούπης ήλθεν εις Ναύπλιον τω 1824. Ηγόρασε παρά της τότε Κυβερνήσεως το χωρίον Αυβδήμπεη. Το χωρίον δε αυτό επώλησε μετά τινα έτη τω 1828-1830 εις τους επιφανείς Ναυπλιείς Γ. Αντωνόπουλον, Γ. Κωστάκην και Μιχ. Ιατρόν, αντί φοινίκων, ισοδυναμούντων προς δραχ. 14-16.000 περίπου.

Δια του χρηματικού δε ποσού τούτου, έκτισε τας εν Ναυπλίω και Άργει δύο οικίας του. Κατά το έτος 1830, εν ω μόλις είχε περατωθή η οικοδομή της ενταύθα οικίας του, κατώκει δε εν Άργει εν τινι πενιχρώ οικίσκω, εγεννήθη εν αυτώ ο υιός του Χαρίλαος. Κατά το 1830 λοιπόν και εν Άργει και ουχί το 1832, εν Ναυπλίω, ως πολλάκις εγράφη και λέγεται. Αλλ’ η σαθρότης του οικίσκου ηνώχλει την λεχώ μητέρα του και εδέησε να μετενεχθή αύτη μετά του νεογνού εις την μεγάλην ενταύθα νεόδμητον οικίαν του.

Ο Σπ. Τρικούπης ην τότε αντικυβερνητικός Αγγλόφρων˙ ων υπό την δυσμένειαν του Κυβερνήτου Ιω. Καποδιστρίου και χάριν υγείας κατώκει οικογενειακώς εν Άργει. Κατώκουν δε τότε εν Άργει και πολλοί αντικυβερνητικοί, ως ο Μαυροκορδάτος, ο Νέγρης, ο Πολυζωΐδης και άλλοι διαπρεπείς πολιτικοί άνδρες του καιρού εκείνου. Πάντες ούτοι, ανήκοντες εις την κατά του Κυβερνήτου αντιπολίτευσιν, συνήρχοντο εις την οικίαν του Τρικούπη και εκεί διεσκέπτοντο και εκανόνιζον τα πολιτικά των σχέδια και διαβήματα.

Τα συνωμοτικά αυτά συμβούλια έφθασαν εις τας ακοάς του Κυβερνήτου, όστις διέταξε τον αρχηγόν του Ιππικού Δημ. Καλλέργην να εκτοπίση εξ Άργους τον Τρικούπην και Μαυροκορδάτον, τους κορυφαίους δηλ. της κατ’ αυτού αντιπολιτεύσεως. Ο Καλλέργης έδραμε προς εκτέλεσιν της διαταγής μετά στρατιωτικών εις την οικίαν του Τρικούπη. Αλλ’ ο Τρικούπης εξήλθεν εις τον εξώστην, κρατών εις χείρας το νήπιον τέκνον του και επιδεικνύων αυτό τω Καλλέργη και τοις περί αυτόν, εζήτησεν ολιγοήμερον αναβολήν, έως ου σαραντίση η λεχώ σύζυγός του. Ο Καλέργης επείσθη και συγκατετέθη.

Μετ’ ολίγας ημέρας εσαράντισεν η λεχώ και ο Σπ. Τρικούπης εβάπτισεν ενταύθα τον πολυφίλητον υιόν του. Το βάπτισμα ετελέσθη εις τον ενταύθα ναόν του αγίου Κωνσταντίνου, εγγύτατα της οικίας του Τρικούπη κείμενον, πανάρχαιον Βυζαντινόν ναόν, μεταβληθέντα επί Τουρκοκρατίας εις τζαμίον, και τότε εγκαινιασθέντα υπό του αρχιμανδρίτου Καισαρίου και του αρχιερέως πρώην Ηλιουπόλεως Ανθίμου. Το βάπτισμα αυτό εγένετο μεγαλοπρεπέστατον, ως εκ της εξοχωτάτης κοινωνικής και πολιτικής περιωπής του Σπ. Τρικούπη.

Εκλήθησαν και παρευρέθησαν εις αυτό όλαι οι εξοχότητες της εποχής και πάντες οι δημογέροντες της επαρχίας Άργους. Το μυστήριον του βαπτίσματος ετέλεσεν ο αρχιερεύς Άνθιμος και ανάδοχος ην ο μέγας και ονομαστός αρχιεπίσκοπος Βρεσθένης, φίλος του Τρικούπη, όστις ωνόμασε το παιδίον Χαρίλαον. Ο Κύρ –Μανώλης βεβαιοί, ότι παρευρέθη και αυτός εις το βάπτισμα και επήρε μαρτυριάτικα.

Μετ΄ολίγας ημέρας ο αρχηγός του Ιππικού Καλλέργης, εκτελών την διαταγήν του Κυβερνήτου, εξετόπισε τον Τρικούπην και Μαυροκορδάτον και δι’ ενός πλοιαρίου απέστειλεν αυτούς εις Μήλον. Τότε η οικογένεια του Τρικούπη μετώκησεν εις Ναύπλιον. Εν Μήλω διέμειναν εξόριστοι ένα μήνα περίπου, μεθ’ ον ήλθον εις Ύδραν, ένθα ην το κέντρον της κατά του Κυβερνήτου αντιδράσεως και εκεί συνειργάζοντο μετά του Κουντουριώτου και άλλων αντικυβερνητικών.

Μετά το φόνον του Καποδιστρίου ο Τρικούπης , επανήλθεν εις Ναύπλιον παρά τη οικογένεία του, ιδίως δε οπόταν επεκράτησαν οι λεγόμενοι Συνταγματικοί. Εν Ναυπλίω διέμεινε και μετά την έλευσιν του βασιλέως Όθωνος και όταν η πρωτεύουσα του Κράτους μετετέθη εις Αθήνας, μετώκησε και αυτός  εκείσε μετά της οικογενείας του».

Τοιαύτη είνε η διήγησις του γηραιού κ. Σωτηρόπολου περί του τόπου της γεννήσεως του αοιδίμου Χαριλάου Τρικούπη, όστις αποδεικνύεται ούτως Αργείος. Ο κ. Σωτηρόπουλος συνιστά να ερευνηθή η περιβόητος  δικογραφία του τις πταίει δια να εξακριβωθή, που κατέθεσεν, ότι εγεννήθη ο Χαρίλαος Τρικούπης, ότε ανεκρίθη και κατεδιώχθη. Επίσης δε και το Μητρώον του Πανεπιστημίου μας, εις ο είνε εγγεγραμμένος.

Πάντα ταύτα δημοσιεύω μετ’ επιφυλάξως και χάριν των περιέργων. Προσθέτω δε, ότι οι εν Αθήναις και ιδίως οι δημοσιογράφοι, δύνανται και πρέπει να εξακριβώσωσι την αλήθειαν αυτών εκ των ανδρών του Αγώνος, όσοι αν τοιούτοι επιζώσι και εκ των εφημερίδων της εποχής εκείνης και άλλων πηγών, ας δύνανται να εύρωσιν εν Αθήναις.

Δ. Κ. Βαρδουνιώτης                                                                                                             

 

Στο φύλλο 17/2η σελίδα της 14ης Απριλίου 1896 της εφημερίδας « Δαναός» ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης επανέρχεται με συμπληρωματική σημείωση, ενώ η εφημερίδα αναφέρει την είδηση της κηδείας του Χ. Τρικούπη.

 

Ο νεκρός του Χαριλάου Τρικούπη μετακομισθείς εκ Καννών της Γαλλίας ετάφη την παρελθούσαν Πέμπτην παρά τους τάφους του πατρός και μητρός του εν Αθήναις, άνευ πομπών, άνευ στρατιωτικών παρατάξεων, άνευ στεφάνων και μουσικών, άνευ των επικηδείων και επιταφίων και των άλλων ματαίων επιδείξεων, αλλά μόνον μετά σεμνής εκκλησιαστικής πομπής. Αυτή ήτο η τελευταία θέλησίς του.

***

Εις συμπλήρωσιν της βιογραφικής σημειώσεως, ην εν τω προηγουμένω φύλλω εδημοσιεύσαμεν, προσθέτομεν σήμερον και ότι ο Σπυρίδων Τρικούπης μετά την βάπτισιν του περιφιλήτου υιού αυτού Χαριλάου, ανήγειρεν εις το ανατολικόν βάθος του κήπου της ενταύθα οικίας του ναΐσκον, μέχρι τούδε σωζόμενον και φερώνυμον του φιλτάτου υιού του. Το ναΐδριον αυτό ανηγέρθη, φέρον το όνομα του Αγίου Χαραλάμπους.          

***                                  

Την παρελθ. Πέμπτην, καθ’ ην εκηδεύετο εν Αθήναις ο αοίδιμος Χαρίλαος Τρικούπης, το εν Ναυπλίω Εφετείον προ πάσης εργασίας του, προτάσει του εισαγγελεύοντος δικηγόρου κ. Γ. Μουτζουρίδου και παρακλήσει του δικηγορικού συλλόγου, διέλυσε την συνεδρίασιν εις ένδειξιν πένθους και τιμής προς την μνήμην του εκλιπόντος επιφανεστάτου πολιτικού ανδρός και εξοχωτάτου μέλους του επιστημονικού κόσμου.

                                                        

Στο φύλλο 19/2η σελίδα της28ης  Απριλίου 1896 στην εφημερίδα « Δαναός» ο ιστορικός Δ. Βαρδουνιώτης σε συμπληρωματική σημείωση του αναφέρει:

 

Συνεπεία των εν τω αριθ. 16 του «Δαναού» γραφέντων περί του τόπου της γεννήσεως του αοιδίμου Χ. Τρικούπη, εγράφη εν τη «Ακροπόλει» ότι ο Χ. Τρικούπης ενώπιον του πρώην βουλευτού Άργους κ. Ιω. Ζωγράφου, ταγματάρχου της Χωροφυλακής, προτείναντος αυτώ μετά την 16 Απριλίου να εκτεθή εν Άργει, εκείνου παραιτουμένου είπεν, ότι ούτε εγεννήθη εν Άργει, ούτε εγκατάστασιν έχει ενταύθα.

Μετά ταύτα όμως ο κ. Ιω. Ζωγράφος, εν Μεσολογγίω ήδη ως εκ την υπηρεσίας του διατρίβων έγραψεν ενταύθα ότι, ότε προέτεινε τω Χ. Τρικούπη να εκτεθή, ως υποψήφιος βουλευτής Άργους, αυτού παραιτουμένου, ιδού τι είπεν αυτώ ο αοίδιμος Χ. Τρικούπης.

« Δικαίωμα να εκτεθώ λόγω εγκαταστάσεως δεν έχω. Έχω όμως τοιούτο λόγω γεννήσεως και το Άργος θεωρείται τόπος της γεννήσεως μου. Διότι, ότε ο πατήρ μου διέστη προς τον Καποδίστριαν, η οικογένειά μου μετώκησεν εις Άργος, όπου ο πατήρ μου δι’ έλλειψιν καταλλήλου οικίας, ωκοδόμησε την και νυν καλουμένην οικίαν Τρικούπη. Κατόπιν όμως, ένεκα απειλουμένων ταραχών εν Άργει, προσωρινώς και προς ασφάλειαν η οικογένειά μας κατέφυγεν εις Ναύπλιον, όπου και εγεννήθην. Της τάξεως δε αποκαταστάσης, επανήλθομεν και διεμείναμεν εις Άργος».

Αύτη εστίν η μαρτυρία του αξιοτίμου κ. Ιω. Ζωγράφου και ταύτα είπεν αυτώ ο αοίδιμος ανήρ. Όθεν, ο Χ. Τρικούπης, ως τόπον της γεννήσεως του εθεώρει το Άργος. Ταύτα δε συμφωνούσιν εν πολλοίς προς όσα διηγήθη ημίν ο γηραιός δικηγόρος κ. Εμμ. Σωτηρόπουλος και προεδημοσιεύσαμεν. (Δ. Κ. Βαρδουνιώτης )    

    

 

Πηγές


 

  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Γεώργιος Τσοκόπουλος, «Χαρίλαος Τρικούπης», Εκδοτικόν Κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, Εν Αθήναις, 1896. 
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα,  2009.                                                                                                    
  • Εφημερίδα,« ΔΑΝΑΟΣ»,  φύλλο 16  της  7ης Απριλίου & φ. 17 και 19, 1896, Άργος .

 

 

Read Full Post »

Η μουσική στα σχολεία του Ναυπλίου (1826)


 

«Στην αρχαιότητα το να αγνοούσε κανείς μουσική,

εθεωρείτο σαν μια έλλειψη της εκπαιδεύσεώς του»   (Ρ. Ρολλάντ)

 

Το πρώτο συστηματικό σχολείο, στο Ναύπλιο, είναι το «Αλληλοδιδακτικόν» συνεστήθη το 1826, με πρωτοβουλία της εκεί Φιλανθρωπικής Εταιρείας υπό την προεδρεία του Π. Πατρών Γερμανού και εστεγάσθη στο τζαμί της Πλατείας Συντάγματος, με δάσκαλο τον ιεροδιάκονο Νεόφυτο Νικητόπουλο, που μετετέθη το 1829 με τους μαθητές του, κυρίως ορφανόπαιδα, στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας για να κατάληξη αργότερα στην γενέτειρά του Δημητσάνα. Στο σχολείο όμως του Ναυπλίου δεν εδιδάσκετο η Μουσική.

Μάλιστα στις 26 Ιουλίου του κρίσιμου έτους της Επαναστάσεως 1826 (επιδρομή Ιμπραήμ – έξοδος Μεσολογγίου) έγινε ευρεία συζήτηση μεταξύ των μελών της Φιλανθρωπικής Εταιρείας για το μάθημα της Μουσικής, μετά από εμπεριστατωμένη εισήγηση του εκ των μελών της περιφήμου διδασκάλου του Γένους, Γεωργίου Γενναδίου. «Ο Γ. Γεννάδιος επρόβαλεν ως αναγκαίον εις την εξημέρωσιν της ψυχής της νεολαίας να ευρεθή διδάσκαλος δια να παραδίδη την μουσικήν εις το σχολείον. Ο κ. Γ. Γλαράκης (μετέπειτα Υπουργός Παιδείας) δεν ήτο αυτής της γνώμης, παρασταίνων ότι η σημερινή των Ελλήνων μουσική δεν έχει την δύναμιν να εξημερώνη τα πάθη. Έμεινεν όμως η πρόταση αύτη να εξετασθή, όταν της Εταιρείας οι πόροι γίνωσι σημαντικώτεροι και προς το παρόν να περιωρισθή το σχολείον εις μόνην την παράδοσιν των πινάκων της αναγνώσεως»[1].

Εν τω μεταξύ απέθανε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, τα οικονομικά χειροτέρευσαν και το μάθημα της Μουσικής, ανεξάρτητα από τις μουσικές προτιμήσεις του Γλαράκη, εφαίνετο ανεπίτρεπτη πολυτέλεια για την τότε πραγματικότητα. Γι’ αυτό και δεν αναφέρεται στα σωζόμενα προγράμματα διδασκομένων μαθημάτων, ούτε στις εκθέσεις πεπραγμένων των δασκάλων της εποχής, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων [2].

 

Από τη μουσική ζωή της γενιάς του 1821.

 

Πράγματι, με τα αλληλοδιδακτικά σχολεία εστόχευεν η Κυβέρνηση να δοθούν στους μικρούς μαθητές στοιχειώδεις γνώσεις και ηθική μόρφωση – φρονηματισμός, ανάλογα με τις υπάρχουσες δυνατότητες και τις κοινωνικές ανάγκες. Κύρια, λοιπόν, μαθήματα ωρίστηκαν: η Αριθμητική, η Κατήχηση, η Ιχνογραφία – το Σχέδιο, για να γίνουν μελλοντικά οι μαθητές καλοί τεχνίτες, η Καλλιγραφία για να γίνουν καλοί γραμματικοί – στελέχη των Δημοσίων Υπηρεσιών. Δεν υπήρχαν τότε γραφομηχανές, ούτε πολύγραφοι και φωτοτυπίες. Το δε σχολικό πρόγραμμα διέφερε από σχολείου σε σχολείο, ανάλογα με τις τοπικές δυνατότητες: έλλειπαν τα αναγκαία εποπτικά μέσα, η κατάρτιση μάλιστα των όσων ονομάστηκαν, μετά κάποιες εξετάσεις, «διδάσκαλοι» ήταν διαφορετική. Έτσι μοιραίος η διδασκόμενη ύλη μεταξύ των Σχολείων ήταν διαφορετική.

Ο Καποδίστριας σε παρόμοιες περιπτώσεις έλεγε: «Με ό,τι χώμα έχομε, τέτοια κανάτια θα κάνωμε». Πάντως και όπου εδιδάσκετο η Μουσική ήταν η πατροπαράδοτη βυζαντινή – εκκλησιαστική Μουσική.

Με νότες βυζαντινής μουσικής έγραφαν τότε τα δημοτικά και τα κοσμικά τραγούδια οι μουσικοί – διδάσκαλοι της εποχής [3]. Η μουσική αυτή, σε όσες λίγες περιπτώσεις ευρήκαμε, διδάσκονταν σαν μάθημα προαιρετικό και μάλιστα όχι πάντοτε από τον κανονικό γραμματοδιδάσκαλο αλλά και από εξωσχολι­κό, κατηρτισμένο μουσικά κληρικό ή λαϊκό, που προσφέρονταν και εθελοντικά. Από τον αριθ­μό των μαθητών της Μουσικής, που δίδουν οι σχετικές εκθέσεις, φαίνεται ότι το μάθημα δεν πα­ρακολουθεί όλη η τάξη του Σχολείου. Παρόμοια περίπτωση έχομε στο Ναύπλιο με τον μουσικο­διδάσκαλο Ζαφείριο Ζαφειρόπουλο, πρωτοψάλτη του Αγίου Γεωργίου Ναυπλίου (1832-1837).

 

Σκηνή από τη μουσική ζωή των Ελλήνων του 18ο αιώνα.

 

Μόνιμο πρόβλημα των δασκάλων ήταν τότε ο χαμηλός μισθός τους και η καθυστερούμενη καταβολή του, ανάλογα με την ανέχεια του Εθνικού Ταμείου. Κατά την επίσημη από 29 Νοεμβρίου 1829 έκθεση του «κατά την Αργολίδα εκτάκτου Επι­τρόπου» (Διοικητού) Κωνσταντίνου Ράδου, προς τον Κυβερνήτη, λειτουργούσαν τότε στο Ναύπλιο «εν Σχολείον Αλληλοδιδακτικόν Κεντρικόν και δυο Ελληνικά ιδιαίτερα και επί τούτοις εν κορασίων»[4].

Αλλ’ ούτε και στο Σχολείο Θηλέων της γνωστής μας και από άλλες πη­γές Χανιώτισσας δασκάλας Ελένης Δανέζη ούτε στο ιδιωτικό σχολείο αργότερα της Γαλλίδας Volmèrange διδάσκεται η Μουσική, ενώ διδάσκεται, εκτός από τα μαθήματα που προαναφέραμε, το κέντημα. Τέσσαρες πάντως συνεχίζουν να είναι οι εκπαιδευτικές μονάδες στο Ναύπλιο και το έτος 1830, με γνωστούς διδασκάλους τον Σμυρνιό Αλέξανδρο Ησαΐα, τον Λεωνιδιώτη Γεώργιο Λιόνδα, ενώ περί το τέλος του 1833 ιδρύεται, με διάταγμα του Όθωνος, το «Βασιλικόν Γυμνάσιον Ναυπλίου» με προσαρτημένο σε αυτό «Ελληνικόν Σχολείον».

Ούτε όμως στον οργανισμό του Σχολείου αυτού, ούτε στις εκθέσεις επιθεωρήσεως Σχολείων συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των δι­δασκομένων και εξεταζομένων μαθημάτων η Μουσική και για τον έξης βασικό λόγο: έλειπαν οι μουσικοδιδάσκαλοι και τα οικονομικά κίνητρα. Έτσι, λοιπόν, το μάθημα της Μουσικής παρέ­μενε ακόμη πολυτέλεια για την Ναυπλιακή σχολική παιδεία, αλλά και γενικώτερα, όπως επίσης προαιρετικά παραμένουν τα μαθήματα της Ιχνογραφίας και της Ζωγραφικής (1841).

Ο εκ των μελών της Αντιβασιλείας Γεώργιος Λουδοβίκος Μάουρερ το ομολογεί ρητώς, αναφερόμενος στην σύσταση του Γυμνασίου Ναυπλίου: «Ψάχναμε για καθηγητές!».

Και λέει ακόμη ότι, όσους ευρήκαν, οι μισοί τελικά δεν απεδέχθησαν τον διορισμό τους, με διάφορες δικαιολογίες ο καθέ­νας. Έτσι, συνεχίζει ο Maurer, «αρχίσαμε πάλι να ψάχνουμε για καθηγητές». Τελικά λειτούργησε το Γυμνάσιο Ναυπλίου, το επόμενο έτος 1834, αλλά με ελλείψεις και δεν φαίνεται να διδά­σκεται η Μουσική ούτε και τα επόμενα χρόνια[5]. Για πρώτη φορά βλέπομε καθηγητή της Ωδικής στο Γυμνάσιο Ναυπλίου με την εκπαιδευτική αλλαγή του σχολικού έτους 1929-1930, οπότε κατηργήθη ο θεσμός του Ελληνικού Σχολείου και συνεχωνεύθη με το Γυμνάσιο, που έγινε πλέον Εξατάξιο.

Τότε διωρίσθη στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, μετά εκατό έτη ελευθέρου βίου, καθηγητής της Ωδικής, το δε επόμενο σχολικό έτος και καθηγητής Τεχνικών Μαθημάτων. Ήσαν δε, κατά χρονολογική σειρά, οι παληοί καθηγηταί Ωδικής στο Γυμνάσιο Ναυπλίου: η καθηγήτρια Μ. Καρύδη, ο καθηγητής Κ. Παπαδόπουλος και ο καθηγητής Γρ. Καρίπης, τον όποιο διεδέχθη ο Βασίλειος Χαραμής. Ο διορισμός, το 1939, του Β. Χαραμή και η συνεχής έκτοτε σχολική και εξωσχολική του μουσική δραστηριότητα συνιστούν σταθμό στην πνευματική ιστορία του Ναυπλίου.

 

Σκηνή από τη μουσική ζωή των Ελλήνων του 18ο αιώνα, Paris,1858.

 

Η Μουσική πάντως, ως υποχρεωτικό μάθημα, εδιδάχθη από τα Καποδιστριακά χρόνια στα Σχολεία [6] της Αίγινας: Κεντρικό Σχολείο (1830) και Ορφανοτροφείο και επί Όθωνος στο Διδασκαλείο της Αθήνας (1834), δηλαδή στα παραγωγικά δασκάλων ανώτερα εκπαιδευτήρια και τούτο έχει μεγάλη σπουδαιότητα. Δηλαδή, όταν οι απόφοιτοι των Διδασκαλείων αυτών ανελάμβαναν διδακτικά καθήκοντα σε κατά τόπους σχολεία, προσέφεραν στα παιδιά, εκτός προγράμματος, ανάλογα με τον προσωπικό τους ενθουσιασμό και την μουσική τους κατάρτιση, αυθόρμητη μουσική διδασκαλία. Έπ’ αυτού έχομε συγκεκριμένες μαρτυρίες. Μόνον μη ζητήσωμε παρτιτούρες και άλλα τεκμήρια, γιατί αρχικά έλλειπαν από τα στοιχειώδη Σχολεία τα στοιχειώδη βιβλία, εκτός από μερικές στερεότυπες εκδόσεις Ελλήνων Αρχαίων Συγγραφέων και διότι η εθελοντική μουσική προσφορά, για την οποία μιλούμε, είχε εμπειρικό χαρακτήρα, όπως συμβαίνει στα Δημοτικά Σχολεία μέχρι των ημερών μας [7], όπου τα τραγούδια διδάσκονται χωρίς μουσικές νότες.

Πάντως, ο δημοδιδάσκαλος Ναυπλίου Ν. Ψαραύτης, τον Απρίλιο 1839, συμπληρώνοντας το σωζόμενο standard έντυπο με τίτλον: «Έλεγχος της μηνιαίας καταστάσεως του Σχολείου» [8] αναφέρει ότι επί συνόλου 161 μαθητών, οι 10 διδάσκονται Μουσική. Τούτο γινόταν προφανώς από τον ίδιον ή από άλλον διδάσκοντα, που είχε εν τω μεταξύ ευρεθή και εδίδασκε το προαιρετικό μάθημα της Μουσικής. Μη λησμονούμε ότι είχαμε πολύ ενωρίτερα του 1839 τους πρώτους αποφοίτους του Διδασκαλείου της Αίγινας και συνέχεια της Αθήνας, όπου καταρτίζονταν και στην Μουσική. Ούτε ακόμη στον προγενέστερο πίνακα «παραδόσεως κινητού υλικού του αυτού ως ανωτέρω σχολείου» περιλαμβάνεται κανένα μουσικό όργανο, παρ’ εκτός «εις κώδων και μία συρίστα» (έτος 1829).

Στην «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» (Εν Αιγίνη, 24 Νοεμβρίου 1828), διαβάζομε ότι ο γνωστός Γάλλος νομοδιδάσκαλος Henri Auguste Dutróne, σύμβουλος (1828-1830) του Καποδίστρια σε εκπαιδευτικά ζητήματα, «επισκεφθείς κατά τον παρελθόντα Οκτώβριον τα εν Ναυπλία Σχολεία και επικοινωνήσας μετά καθηγητών και μαθητών», εζήτησε επειδή η επιθεώρηση του εκάλυψε το μεγαλύτερο μέρος του ωραρίου εργασίας «να σχολάσωσιν το επίλοιπον της ημέρας οι μαθηταί» ενωρίτερα του κανονικού. Τότε «οι παίδες του αλληλοδιδακτικού σχολείου επεριπάτησαν έξω της πόλεως και έψαλλον θρησκευτικούς και πατριωτικούς ύμνους», τους οποίους προφανώς είχαν διδαχθή από τον διδάσκαλό τους, να ψάλλουν «εν χορώ», δηλαδή ομαδικά.

Δώδεκα από τους καλλιφωνότερους μαθητές του ίδιου αλληλοδιδακτικού σχολείου προετοιμάστηκαν επειγόντως από τον πρόσφατα διωρισμένο πρωτοψάλτη στον Άγιο Γεώργιο Ναυπλίου και «εσυγχοροστάτησαν» εκεί μαζί του στο αναλόγιο, την ήμερα της δοξολογίας για την υποδοχή του Όθωνος (25 Ιανουαρίου 1833).  

Επίσης, κατά τις λαμπρές εορτές στο Ναύπλιο για την δευτέρα επέτειο των «αποβατηρίων» του Όθωνος (25 Ιανουαρίου 1835), στις οποίες παρευρέθη και ο ίδιος «αι μαθήτριαι του Παρθεναγωγείου έψαλλαν τον βασιλικόν ύμνον και προσήνεγαν Αυτώ στέφανον», γράφει ο ιστορικός της πόλεως Μιχαήλ Λαμπρυνίδης.

Κατά τον ίδιον απομνημονευτή, είχε συσταθή στο Ναύπλιο από 8 Απριλίου 1834 «Δημοτική Λέσχη», δηλαδή ένα εντευκτήριο των πολιτών, «όπου δις της εβδομάδος επαιάνιζε και η στρατιωτική μουσική»[9]. Επομένως οι Ναυπλιώτες είχαν τότε έναν ευχάριστο τόπο φιλικής συναναστροφής μέσα σε ατμόσφαιρα μουσικής. Τούτο ήταν ακόμη μια ευκαιρία μουσικής παιδείας στο Ναύπλιο της Οθωνικής περιόδου.

 

Γεώργιος Αθ. Χώρας

Δρ Θεολογίας τ. Διευθυντής Υπ. Παιδείας

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ξ. Αναστασιάδου, Γεωργίου Γενναδίου βίος – έργα – επιστολαί. Αθήναι 1926. σσ. 295-296.

[2] Ελένης Μπελιά, Η Εκπαίδευσις εις την Λακωνίαν και την Μεσσηνίαν κατά την Καποδιστριακήν περίοδον, σσ. 97, 98, 169. 163.

[3] Βλέπε προχείρως Betrand Bouvier. Δημοτικά τραγούδια από χειρόγραφο της Μονής Ιβήρων, Αθήνα 1960. Πρβλ. Μάρκου Δραγούμη, Το φαναριώτικο τραγούδι, επίμετρο εις Άντειας Φραντζή, Μισμαγιά. Ανθολόγιο Φαναριώτικης Ποίησης, κατά την έκδοση Ζήση Δαούτη (1818), Αθήνα 1993, όπου γίνεται λόγος για τραγούδια κοσμικά, γραμμένα από άρχοντες πρωτοψάλτες σε βυζαντινή παρασημαντική και για συλλογές «διαφόρων τραγωδίων εις χορόν παλαιών τε και νέων», που συναντούμε γραμμένες συνήθως ανώνυμες σε τεύχη. Τα χειρόγραφα αυτά διαφόρων μερακλήδων περιέχουν τους στίχους αλλά και τονισμένους σε βυζαντινές νότες κοσμικών τραγουδιών, χορευτικών και άλλων- πρόκειται για κείμενα, που αναβλύζουν τα αισθήματα των ανθρώπων της εποχής.

[4] Απ. Δασκαλάκη , Τα περί Παιδείας, μέρος Α’, Αθήναι 1968, σ. 535.

[5] Γ. Λ. Μάουρερ – μτφρ. Όλγ. Ρομπάκη, Ο Ελληνικός Λαός, σσ. 527, 533, 538. Γ. Δεμοίρου, Ιστορία του Γυμνασίου Ναυπλίου. Αθήναι 1939, σσ. 18. 66, 30, 69, 72. 73, 117, 128, 129.

[6] Βλέπε Δαβίδ Αντωνίου. Τα προγράμματα της Μέσης Εκπαιδεύσεως (1833-1929), τόμ. Α’, Αθήνα 1987, σσ. 12, 23,33,72-81.

[7] Με την αναδιάρθρωση των Σχολείων κατά τον Νόμο της 6/18 Φεβρουαρίου 1834 ενομοθετήθη η υποχρεωτική φοίτηση των παιδιών από 7-12 ετών στα Δημοτικά Σχολεία, Φύλλον 11 της Εφημ. Κυβερνήσεως (σσ. 73-87). Τότε καθιερώθη μεταξύ των υποχρεωτικών μαθημάτων να διδάσκωνται και «γνώσεις φωνητικής μουσικής» και η ρύθμιση αυτή εφηρμόσθη σε μεγάλη κλίμακα εμπειρικά. Πρβλ. Μάουρερ, όπου ανωτέρω, σ. 535. 538.

[8] Βλέπε Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, (Παράρτημα Γ. Α. Κράτους),  Φακ. Ρ36 (2) (έτ. 1839), υποφάκ. «Αλληλοδιδακτικόν Σχολείον Ναυπλίας).

[9] Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σσ. 325, 327.

 

Πηγή


  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Γκούρας Ιωάννης (Παρνασσίδα, 1791 – Αθήνα, 1826)


 

Γκούρας Γιάννης

Αγωνιστής του 1821. Συγγενής του αρματολού (γέρο) Πανουργιά, από τον οποίο είναι πιθανό ότι μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, είχε υπηρετήσει πριν από την Επανάσταση στο αρματολίκι του Οδυσσέα Ανδρούτσου και είχε ανα­λάβει κατά την προετοιμασία του Αγώνα δύσκολες αποστολές. Με την έκρηξη της Επανάστασης ο Γκούρας στρατολόγησε 700 περί­που άνδρες από την περιοχή της Παρνασσίδας και στις 23 Μαρτίου 1821, ύστερα από επιστολή του Ανδρούτσου προς τους Γαλαξιδιώτες, συναντήθηκε μαζί του. Στις 27 Μαρ­τίου με τον Πανουργιά και με οπλαρ­χηγούς των Γαλαξιδιωτών βάδισαν εναντίον της Άμφισσας (Σάλωνα), που την κατέλαβαν ύστερα από τε­τράωρο αγώνα.

Στις 8 Μαΐου ο Γκούρας πολέμησε στο πλευρό του Ανδρούτσου στο Χάνι της Γραβιάς και μετά την επιτυχία των Ελλήνων κατευθύνθηκε, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, προς την Υπάτη (Πατρατζίκι), που η κατάληψή της θεω­ρήθηκε αναγκαία για την ανατροπή των τουρκικών σχεδίων. Στη θέση Αετός, κοντά στο χωριό Καστανιά, περικυκλώθηκε από τους Τούρκους και ύστερα από σκληρή μάχη κατόρ­θωσε να διαφύγει και συνέχισε την παρενοχλητική του δράση εναντίον των δυνάμεων του Ομέρ Βρυώνη. Στις 26 Αυγούστου ο Γκούρας βρισκόταν στα Βασιλικά, όπου είχε σπεύσει για να ανακόψει την προ­έλαση των Τούρκων του Μπεϋράν πασά προς τη Βοιωτία και την Πελο­πόννησο, και στη μάχη που ακολού­θησε διακρίθηκε για τη στρατηγική του ικανότητα και την ανδρεία του.

Σύμφωνα με επιστολή του Ανδρού­τσου προς τους Μεσολογγίτες, στη μάχη αυτή «ο Γκούρας ξεσπαθώντας και μεθώντας από τον πόλεμο, το θρήνος οπού έκαμεν τις διηγήσεται». Αμέσως ύστερα σχεδίασε με τον Ανδρούτσο και το (γέρο) Δυοβουνιώτη εκστρατεία εναντίον της Υπάτης, που όμως ματαιώθηκε. Τρεις μήνες αργότερα ο Γκούρας πήρε μέρος στη συνέλευση των Σαλώνων, (15 Νοεμβρ. 1821), από την οποία προήλθε η «Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος», που είχε συνταχθεί από το Θεόδω­ρο Νέγρη. Κατά τη σύγκρουση του Οδυσσέα Ανδρούτσου με τον «Άρειο Πάγο» που ελεγχόταν από το Νέγρη, ο Γκούρας αρνήθηκε να αντικαταστήσει τον Ανδρούτσο στην ηγεσία των στρατευμάτων της Λιβα­δειάς, όπως του πρότεινε ο Φαναριώτης πολιτικός.

Όταν ο επικη­ρυγμένος Ανδρούτσος αμνηστεύτηκε, διόρισε τον Γκούρα (Αύγ. 1822) φρούραρχο της Ακρόπολης των Αθηνών και στη θέση αυτή έμει­νε, με ελάχιστα διαλείμματα, ως το 1824. Κατά το διάστημα αυτό η στά­ση του απέναντι στους Αθηναίους υπήρξε αυταρχική και τυραννική: στην προσπάθειά του να επιβληθεί συνέλαβε και φυλάκισε προκρίτους και άλλους κατοίκους, που αντιδρού­σαν στα σχέδια του, και στις 23 Ιου­νίου 1823 διέταξε τη θανάτωση του προκρίτου Νικολάου Σαρρή, που είχε αντισταθεί στις βιαιότητες των στρατιωτών του Γκούρα.

Στη διάρκεια του εμφύλιου πολέ­μου ο Γκούρας εντάχθηκε στην παράταξη του Κουντουριώτη και του Κωλέττη, και στις 23 Νοεμβρίου 1824, ύστερα από πρόσκλησή τους, εισέβαλε στην Πελοπόννησο  επικεφαλής ρουμελιώτικων στρατευμάτων για να κτυπήσει τους «αντικυβερνητικούς».

Ο ικανός στρατιωτικός ηγέτης, που στις αρχές Ιουλίου 1824 είχε κατα­τροπωθεί τους Τούρκους του Ομέρ πασά της Καρύστου στο Μαραθώνα, στρεφόταν τώρα εναντίον παλαιών συμπολεμιστών του, λεηλατούσε [είχε σωρεύσει τεράστια περιουσία, όχι μόνο από τη λαφυραγωγία, αλλά και από κάθε διαθέσιμη πηγή] στο πέρασμά του τα χωριά και ταπεί­νωνε πολιτικούς του αντιπάλους, που αναζητούσαν καταφύγιο στη δυτική Στερεά Ελλάδα. Μετά την εξουδετέρωση των αντι­πάλων της η κυβέρνηση Κουντου­ριώτη διόρισε τον Γκούρα (20 Φεβρουαρίου 1825) αρχηγό «των στρατοπέδων της Ανατολικής Ελλάδος» παραγκωνίζοντας οριστικά τον Ανδρούτσο, που είχε κατηγορηθεί για συνεννοή­σεις με τους Τούρκους, και συγκε­κριμένα για «συμφωνία» με τον Ομέρ πασά.

Ο Γκούρας με διαταγή της κυβέρνησης του Ναυπλίου, βάδισε τότε εναντίον του Οδυσσέα, που αφού αντιστάθηκε, αναγκάστηκε τελικά να παραδοθεί στο παλιό πρωτοπαλί­καρό του. Ο Γκούρας τον έστειλε στην Αθήνα με συνοδεία και στις 5 Ιουνίου με διαταγή του προς τον οπλαρχηγό του Ιωάννη Μαμούρη και δυο ακόμη άνδρες, ο Ανδρού­τσος, που είχε φυλακιστεί στον Πύρ­γο (Γουλά) δεξιά στην είσοδο των Προπυλαίων, θανατώθηκε. Για να θεωρηθεί μάλιστα ότι σκοτώθηκε στην προσπάθειά του να δραπετεύ­σει, ρίχτηκε στο λιθόστρωτο του να­ού της Απτέρου Νίκης.

Κατά την τελευταία φάση της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογ­γίου (1825 – 26), ο Γκούρας κατόρ­θωσε να ανακόψει προσωρινά την προέλαση τουρκικών στρατευμάτων από την ανατολική Στερεά στην Πελοπόννησο. Αποσύρθηκε κατόπιν στην Αθήνα και ενώ είχε την ευθύνη για την άμυνα ολόκληρης της Αττι­κής προτίμησε να κλειστεί στην Ακρόπολη, πιστεύοντας στην καίρια σημασία της θέσης για την εξέλιξη του Αγώνα.

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Ακρόπολης από τον Κιουταχή, τη νύκτα της 30ής Σε­πτεμβρίου προς την 1η Οκτωβρίου 1826, ο Γκούρας σκοτώθηκε και κη­δεύτηκε την επομένη από τους άν­δρες του μπροστά στον Παρθενώνα. [Στις 12 Ιανουαρίου 1827 τουρκικές βόμβες έπεσαν πάνω στη σκεπή του Ερεχθείου, η οποία κατέρρευσε και καταπλάκωσε την οικογένεια Γκούρα. Νεκρές ανασύρθηκαν η Ασήμω  σύζυγος του Γκούρα,  η αδελφή της Κάρμαινα με τα τρία παιδιά της, μία ανεψιά του Γκούρα και μία υπηρέτρια].

 

Βασίλης Σφυρόερας

Ιστορικός – Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Πηγή


  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

Read Full Post »

Η Κήρυξη της Επανάστασης στη Μάνη

 

  

Η Φιλική Εταιρεία προετοιμαζόταν για μια παμβαλκανική επανάσταση κατά του οθωμανικού ζυγού και γι’ αυτό ξεκίνησε από τη Μολδοβλαχία υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, το Φεβρουάριο του 1821. Στις προεπαναστατικές ενέργειες της ηγεσίας της εταιρείας ήταν η προετοιμασία και της κυρίως  Ελλάδας, όπου είχαν αποσταλεί πολλοί Φιλικοί.

Η σημασία της Μάνης για την Επανάσταση είχε επισημανθεί πολύ έγκαιρα και όχι βεβαίως τυχαία. Το μαχητικό πνεύμα των κατοίκων, το υψηλό πολεμικό τους φρόνημα, η αυτονομία της περιοχής και η απουσία τουρκικής εξουσίας ήταν ευνοϊκοί παράγοντες για την επιτυχία της πολεμικής εξέγερσης. Στις παραμονές του Αγώνα υπήρχαν εκεί ένοπλα σώματα υπό την ηγεσία έμπειρων αρχηγών και αρκετοί Φιλικοί είχαν μεταβεί για να προετοιμάσουν το έδαφος.

Ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος προεπαναστατικά βρισκόταν στη Ζάκυνθο, μνημονεύει στα απομνημονεύματά του ότι στις 6 Ιανουαρίου 1821 έφθασε στην Καρδαμύλη «εις του πατρικού φίλου Παναγιώτη Μούρτζινου» και μέχρι το Μάρτιο φρόντιζε για την εσωτερική ηρεμία λόγω των αντιζηλιών που υπήρχαν μεταξύ των τοπικών, ισχυρών και πολυάριθμων οικογενειών.  [1] Η συνένωση αυτή και η ομόνοια μεταξύ των αρχηγών ήταν απαραίτητη για την επιτυχία του Αγώνα.

Εν τω μεταξύ η αποτυχία της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία οδήγησε στην Εθνική Ελληνική Επανάσταση που ξεκίνησε από την Πελοπόννησο. Ήδη από τις αρχές Μαρτίου και πριν ακόμη οριστεί η ημέρα της έναρξης των πολεμικών επιχειρήσεων, παρατηρείται επαναστατικός αναβρασμός που όλο και δυνάμωνε, παρά τα μέτρα εκφοβισμού των Τούρκων με τις συλλήψεις ομήρων και την κράτηση των αρχιερέων και προκρίτων στην Τρίπολη μετά τη γνωστή παραπλανητική πρόσκληση.  [2]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Μπέης της Μάνης. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας το 1822. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

Στη Μάνη υπήρχε διχογνωμία ως προς τον κατάλληλο χρόνο έναρξης της Επανάστασης. Στην Ανατολική Μάνη από τις αρχές Μαρτίου επικρατούσε απροκάλυπτη πολεμική κινητοποίηση με τη στρατολόγηση ανδρών και την προμήθεια πολεμοφοδίων. Στη Δυτική Μάνη, που τελούσε υπό την άμεση επιρροή του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, επικρατούσε μια φαινομενική τάξη λόγω των δισταγμών του τελευταίου, ο οποίος ανησυχούσε πως οποιαδήποτε πρόωρη και ασυντόνιστη κίνηση των ντόπιων θα προξενούσε στρατιωτική επέμβαση των Τούρκων και ακύρωση της όλης προσπάθειας. Τους φόβους του αυτούς εξέφρασε και εγγράφως στις 11 Μαρτίου προς τους Πιέρρο-Μαγγιόρο και Γεωργάκη Γρηγοράκηδες, γιους του παλιού μπέη της Μάνης.  [3]

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (1773-1848) ήταν ο τοπικός ηγεμόνας από το 1815 όταν ανέλαβε από το σουλτάνο το αξίωμα του μπέη της Μάνης (εξ ου και Πετρόμπεης), τίτλο που μέχρι τότε κατείχε ο Θεοδωρόμπεης Γρηγοράκης, ο οποίος είχε καθαιρεθεί. Χάρη στο αξίωμα αυτό και στις αναμφισβήτητες ικανότητές του, ο Πετρόμπεης κατάφερε να επιβληθεί στην περιοχή τόσο στους Έλληνες όσο και στους Τούρκους και να αποκτήσει μεγάλη επιρροή. Από το 1818 είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία από τον Κυριάκο Καμαρινό και αργότερα μύησε και ο ίδιος τους κυριότερους αρχηγούς της Μάνης. Υπήρξε συνετός και έμπειρος αρχηγός, ένθερμος πατριώτης, διορατικός και δεν ενθουσιαζόταν εύκολα.

Οι διαβεβαιώσεις του Παπαφλέσσα για επέμβαση της Ρωσίας στην επικείμενη ελληνική ένοπλη εξέγερση με την κήρυξη ρωσοτουρκικού πολέμου και την αποστολή ένοπλης δύναμης στην Ελλάδα και για την ύπαρξη πληθώρας οικονομικών μέσων δεν έπειθαν το διστακτικό Μαυρομιχάλη, ο οποίος προσπαθούσε να διασταυρώσει τις πληροφορίες του από τον Καποδίστρια και την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας. Πίστευε ότι οποιαδήποτε βεβιασμένη και ασυντόνιστη κίνηση θα έβαζε σε μεγάλο κίνδυνο την όλη προετοιμασία.

Οι τουρκικές αρχές ήδη υποψιάζονταν τον Πετρόμπεη εξαιτίας της απειθαρχίας του να συλλάβει τον Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα και σχεδία­ζαν την αντικατάστασή του από τη θέση του μπέη. Ο τελευταίος ξεγέλασε τις ανησυχίες του εχθρού με την αποστολή του γιου του Αναστάση στην Τρίπολη στη σχετική πρόσκληση των Τούρκων.

Στα μέσα Μαρτίου στο λιμάνι του Αρμυρού κατέ­πλευσε το πλοίο με τα πολεμοφόδια που είχαν στείλει οι Φιλικοί της Σμύρνης. Ο πολυμήχανος Παπαφλέσσας σκέφτηκε να κάνει συμμέτοχο το δι­στακτικό Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και του ζήτησε να εκδώσει άδεια εκτελωνισμού του φορτίου. Έτσι, σε περίπτωση αποκάλυψης του πραγματικού πε­ριεχομένου του, ο Πετρόμπεης θα βρισκόταν εκτε­θειμένος στους Τούρκους ως συνεργός των επαναστατών.

Πράγματι, όταν η μεταφορά του φορτίου α­πό ένοπλους χωρικούς έγινε γνωστή στον Σουλεϊμάν αγά Αρναούτογλου, βοεβόδα της Καλαμάτας, οι πρόκριτοι προφασίστηκαν ότι μετέφεραν λάδι και ότι αναγκάζονταν να είναι ένοπλοι για τον κίν­δυνο των ληστών. Ο Αρναούτογλου τότε ανήσυχος ζήτησε ενισχύσεις από τον Πετρόμπεη, ο οποίος έ­στειλε στις 20 Μαρτίου στην Καλαμάτα το γιο του Ηλία  [4] επικεφαλής σώματος 150 Μανιατών για να προστατέψει την πόλη.

Σύμφωνα με τον Ιωάννη Φιλήμονα, οι αρχιερείς και πρόκριτοι της Αχαΐας, που είχαν συνέλθει στη Λαύρα, πρότειναν στον Πετρόμπεη «την προκαταρκτικήν κίνησιν των Λακωνικών όπλων», επι­σημαίνοντας τα πλεονεκτήματα της περιοχής λόγω του ιδιότυπου πολιτικού καθεστώτος και της πολε­μικής εμπειρίας των κατοίκων.

Οι Μανιάτες ο­πλαρχηγοί ήταν πλέον πεπεισμένοι για την επί­σπευση των πολεμικών επιχειρήσεων. Σύμφωνα δε με τοπική παράδοση, στις 17 Μαρτίου στην Αρεόπολη – Τσίμοβα οι καπεταναίοι της Μάνης με επι­κεφαλής τον Κατσάκο Μαυρομιχάλη κήρυξαν την Επανάσταση και έγινε δοξολογία στο ναό των Ταξιαρχών. Παράδοση που επιβεβαιώνεται από τις πληροφορίες του Φιλήμονος και του Ιωάννη-Γενναίου Κολοκοτρώνη, γιου του Θεόδωρου. Κατά τον Κολοκοτρώνη, οι Έλληνες «διενοούντο περί της ενάρξεως του πολέμου» και «όθεν την 17ην Μαρτίου οι πρόκριτοι της Μάνης συνεννοήθησαν να λάβωσι τα όπλα κατά των Τούρκων».

Στη μικρή πλατεία μπροστά από το ναό, στη θέση «Κοτρώνι», υψώθηκε η επαναστατική σημαία που είχε κατασκευαστεί πρόχειρα από λευκό ύφασμα και μαύρο σταυρό. Σύμφωνα με την ίδια παράδοση και όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, οι ιερείς ευλόγησαν τη σημαία και οι οπλαρχηγοί, μεταξύ των οποίων και ο Πετρόμπεης, ορκίστηκαν ότι θα αγωνιστούν για την ελευθερία του έθνους. Η ημέρα της 17ης Μαρτίου έχει κηρυχθεί από το κράτος ως τοπική εθνική εορτή της Αρεόπολης.

Η επιλογή της περιοχής αυτής για την κή­ρυξη της Επανάστασης δεν κρίθηκε τυ­χαία, αφού η Τσίμοβα – Αρεόπολη ήταν επί ηγεμονίας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη η «πολιτική πρωτεύουσα» της Μάνης, ο εκεί μεγάλος πύργος του αποτελούσε το διοικητή­ριό του και εκεί έμεναν τα ισχυρότερα μέλη της οι­κογένειάς του. Επίσης η Τσίμοβα αποτέλεσε το κέ­ντρο του επαναστατικού αγώνα της Μάνης. Στη συνέχεια άρχισε η πολεμική προετοιμασία και οργανώθηκαν δύο στρατιωτικά τμήματα, της Ανατολικής και της Δυτικής Μάνης, τα οποία έ­δρασαν χωρισμένα, αλλά ταυτόχρονα υπό τους το­πικούς τους αρχηγούς, το μεν πρώτο προς Λακε­δαίμονα και το δεύτερο προς Καλαμάτα.

Στα γεγονότα της Δυτικής Μάνης πρωτοστάτησε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Δεδομένου ότι οι τοπικές τουρκικές δυνάμεις είχαν αποσυρθεί στην εκστρατεία υπό τον Χουρσίτ πασά εναντίον του Αλή πασά, ο Αρναούτογλου διέθετε μόνο μια μι­κρή, αλλά εμπειροπόλεμη δύναμη 100 ανδρών, η οποία θα μπορούσε να κρατήσει την άμυνα της πό­λης για κάποιο διάστημα μέχρι την άφιξη ενισχύ­σεων.

 

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, «ο Μαυρομιχάλης επανιστά την Μεσσηνίαν».

 

Ήταν συνεπώς κατάλληλη η ευκαιρία να καταληφθεί η Καλαμάτα και με όσο το δυνατό λιγότερες απώλειες. Ο Πετρόμπεης ζήτησε από τους Παπαφλέσσα, Κεφάλα και Αναγνωσταρά να κατα­λάβουν τους λόφους γύρω από την Καλαμάτα και να οχυρωθούν εκεί. Η προαναφερθείσα όμως πα­ρουσία των Μανιατών του Ηλία Μαυρομιχάλη εν­θάρρυνε τα ένοπλα σώματα της Μεσσηνίας, τα ο­ποία ανυπομονούσαν να εισέλθουν πρόωρα στην πόλη προδίδοντας τα σχέδια των συμπατριωτών τους. Οι πρόκριτοι της πόλης τότε, σε συνεννόηση με τον Πετρόμπεη, συμβούλευσαν τον Αρναούτο­γλου να ζητήσει τη βοήθεια του ίδιου του Πετρό­μπεη, όπως και έγινε.

Το μεσημέρι της 22ας Μαρ­τίου μια στρατιά 2.500 ανδρών με επικεφαλής τον Πετρόμπεη εξόρμησε προς τις πεδιάδες της Μεσ­σηνίας. Μαζί του ήταν πολλά μέλη της οικογένει­άς του, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και καπετάνιοι της Δυτικής Μάνης: ο Μούρτζινος, οι Καπετανάκηδες, οι Κουμουντουράκηδες, ο Παναγιώτης Βενετσανάκος, ο Κυβέλος, ο Χριστέας κ.ά. Το πρωί της επόμενης μέρας είχαν πλέον εισέλθει στην Καλαμάτα, μαζί τους ήταν οι Παπαφλέσσας, Αναγνωσταράς, Νικηταράς και οι άλλοι οπλαρχη­γοί που φυλούσαν τους γύρω λόφους, αφού πρώτα απέκοψαν κάθε προσπάθεια διαφυγής των Τούρ­κων προς Τρίπολη. Ο Αρναούτογλου παρέδωσε την πόλη χωρίς αντίσταση, έπειτα από σχετικό πρωτόκολλο και αφού διασφαλίστηκε η ζωή των Τούρκων.

Το μεσημέρι της 23ης Μαρτίου, στις όχθες του χειμάρρου Νέδωνος και μπροστά από τη βυζαντι­νή εκκλησία των Αγίων Αποστόλων έγινε πανη­γυρική δοξολογία, κατά την οποία 24 ιερείς και ιε­ρομόναχοι ευλόγησαν τις σημαίες των αγωνιστών και τους όρκισαν για τον απελευθερωτικό αγώνα. Ακολούθησε σύσκεψη των οπλαρχηγών και των προκρίτων, κατά την οποία αποφασίστηκε η σύστα­ση επαναστατικής επιτροπής, της «Μεσσηνιακής Γερουσίας» ή «Συγκλήτου», με σκοπό το συντονι­σμό του επαναστατικού αγώνα. Η ηγεσία δόθηκε στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ο οποίος έλαβε τον τίτλο του «αρχιστράτηγου των σπαρτιατικών δυ­νάμεων».

Την ίδια μέρα ο Πετρόμπεης, ως πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας, απέστειλε «προειδοποίησιν εις τας ευρωπαϊκάς αυλάς», γνωρίζο­ντας την Επανάσταση των Πελοποννησίων και ζη­τώντας βοήθεια για την Ελλάδα «εκ της οποίας και υμείς εφωτίσθητε […] όσον τάχος την φιλάνθρωπον συνδρομήν και διά χρημάτων και διά ό­πλων, και διά συμβουλής», διαβεβαιώνοντας για την έμπρακτη απόδειξη της ευγνωμοσύνης της. Η «προειδοποίησις» αυτή αποτελεί το πρώτο διπλω­ματικό έγγραφο της επαναστατημένης Ελλάδας προς τις ξένες δυνάμεις.

 

Η προκήρυξη του Πέτρου Μαυρομιχάλη και της Μεσσηνιακής Συγκλήτου. (Αρχεία υπουργείου Εξωτερικών Μεγάλης Βρετανίας)

 

Ένα δεύτερο κείμενο της Γερουσίας υπογεγραμ­μένο από τον Πετρόμπεη απευθυνόταν, το Μάιο του ίδιου χρόνου, προς τους Αμερικανούς πολίτες. Το κείμενο αυτό στάλθηκε μέσω του Αδαμάντιου Κο­ραή στον Αμερικανό καθηγητή του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και γερουσιαστή  Έντουαρντ Έβερετ και αποτελεί την πρώτη προσπάθεια κινητοποίησης των αμερικανικών φιλελληνικών αισθημάτων.  [5]

Στην Ανατολική Μάνη οι πολεμικές επιχειρή­σεις άρχισαν ταυτόχρονα με τη Δυτική. [6] Στην Ανατολική Μάνη υπήρχαν πάνω από 1.500 Βαρδουνιώτες Τούρκοι, πολύ γενναίοι και έμπειροι πολε­μιστές, οχυρωμένοι σε πύργους. Αυτοί συχνά αναστάτωναν την Πελοπόννησο και τις ίδιες τις τουρ­κικές αρχές «άλλοτε ως αντιπολιτευόμενοι άλλο­τε ως αντάρται, ενίοτε δε και ως λησταί». [7] Επίσης το φρούριο του Μυστρά ήταν πολύ καλά οχυρωμέ­νο από πολυάριθμους Τούρκους. Υπό τις συνθήκες αυτές η κατάσταση ήταν δύσκολη για τους Ανατολι­κούς Μανιάτες και η αντίσταση των Τούρκων θα καθυστερούσε πολύ τις επιχειρήσεις στην Πελο­πόννησο.

Έτσι, ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης (αδελφός του Πετρόμπεη και συγγενής των Γρηγοράκηδων), ο οποίος (όπως και οι άλλοι οπλαρχηγοί) διατη­ρούσε καλές σχέσεις με τους Βαρδουνιώτες, άρχι­σε σκόπιμα να διαδίδει ότι έρχονται ευρωπαϊκές (φράγκικες) ενισχύσεις, γεγονός που θορύβησε τους Τούρκους, οι οποίοι άρχισαν με τις οικογένει­ές τους να εγκαταλείπουν τους πύργους τους, είτε «μικροψυχήσαντες» είτε φοβούμενοι ότι δεν θα άντεχαν σε μακρόχρονη πολιορκία. Καθώς έφευγαν διέδωσαν τον πανικό τους σε όλη τη Λακεδαίμονα.

Από τις 20 Μαρτίου οι Γρηγοράκηδες μαζί με άλ­λους οπλαρχηγούς της Ανατολικής Μάνης (Π. Κοσονάκο, I. Κατσούλη κ.ά.) είχαν αρχίσει να συ­γκροτούν πολεμικά σώματα και κατευθύνονταν προς το Μαραθονήσι-Γύθειο, όπου ύψωσαν την ε­παναστατική σημαία στις 22 Μαρτίου.

Στη συνέχεια ορισμένα πολεμικά σώματα στράφηκαν προς την Κυνουρία για να ενι­σχύσουν την πολιορκία της Τρίπολης, ενώ τα μεγαλύτερα προς την πεδιάδα του Έλους για την πολιορκία του ισχυρότατου φρουρί­ου της Μονεμβασίας. Η κατάληψή του είχε μεγάλη σημασία για την πορεία της Επανάστασης λόγω του θαλάσσιου αποκλεισμού των Τούρκων από εκείνη την πλευρά. Στις 28 Μαρτίου, έπειτα από δοξολογία που τέλεσε ο επίσκοπος Έλους Άνθιμος, άρχισε η από ξηράς πολιορκία, και λίγες μέρες αργότερα ο θαλάσσιος αποκλεισμός.

  

Αννίτα  Ν. Πρασσά

Δρ. Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας,

προϊσταμένη Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Υποσημειώσεις


 [1]  Άπαντα Κολοκοτρώνη, εισαγ. – επιμ. Έλλη Αλεξίου, Αθήνα (Ιστορικές Εκδόσεις 1821), τ. 2, σ. 277.

 [2] Απόστ. Β. Δασκαλάκης, «Η προπαρασκευή της Ελληνικής Επαναστάσεως εις την Λακωνίαν», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Α’ (1972), σ. 1-72. 

[3] Για την επανάσταση στη Μάνη, βλ. Απόστ. Β. Δασκαλάκη, «Η έναρξις της Επαναστάσεως και τα πρώτα επαναστατικά γεγονότα εις την Λακωνίαν», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Β’ (1975), σ. 5-62 και Έφης Αλλαμανή, «Έναρξη της Επαναστάσεως στην Ελλάδα. Εξάπλωση και τοπική επικράτησή της», Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ’, σ. 87-91, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[4] Γι’ αυτόν, βλ. Δικαίου Β. Βαγιακάκου, «Ηλίας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλης», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Β’ (1972), σ. 223-243.

[5] Σχετικά βλ. Θάνου Βαγενά και Ευρ. Δημητρακοπούλου, Αμερικανοί φιλέλληνες εθελοντές στο Εικοσιένα, Αθήνα 1949, σ. 8-13.

[6] Για την επανάσταση στην Ανατολική Μάνη, βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Πολιορκία και άλωσις της Μονεμβασίας υπό των Ελλήνων τω 1821, Αθήναι 1874, σ. 56 επ., Δασκαλάκη, ό.π., σ. 41 επ., όπου και αποσπάσματα σύγχρονων με τα γεγονότα πηγών.

[7] Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως  (έκδ. Β’, 1978), τ. Α’, σ. 68.       

Πηγή


 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « 1821 Η κήρυξη της Επανάστασης», τεύχος 229, 24 Μαρτίου 2004.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Δωρής Φίλιππος


 

Ομότιμος Καθηγητής Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών – Δι­κηγόρος. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 1942. Είναι γιος του Ευάγγελου Δωρή από το Άργος, διαπρεπούς νομικού και μέλους του νομικού συμβουλίου του Κράτους, συγγραφέα σημαντικών μελετών, όπως του δικαίου των Αρχαιοτήτων, πρώην Πρόεδρου του Συλλόγου Αργείων « ΑΤΡΕΥΣ».

Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1964.  Δικηγόρος Αθηνών από το 1967, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Μονάχου (1972). Καθηγητής του Αστικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.  Συγγραφέας μεγάλου αριθμού νομικών μελετών (εγχειριδίων, μονογραφιών, ερμηνευτικών συμβολών σε συλλογικά έργα, άρθρων σε νομικά περιοδικά και σε τιμητικούς τόμους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, σχολίων σε δικαστικές αποφάσεις, γνωμοδοτήσεων κ.ά.) στους τομείς κυρίως του αστικού και του ευρύτερου ιδιωτικού δικαίου, με έμφαση σε ζητήματα περιορισμών της συμβατικής ελευθερίας, δικαίου της αντιπροσωπείας, δικαίου της πώλησης, εμπράγματων ασφαλειών, εξειδικεύσεων της καλής πίστης, ιδίως στο πεδίο προστασίας του κα­ταναλωτή, επιδράσεων συνταγματικά προστατευόμενων θεμελιωδών αρχών, όπως η αρχή της αναλογικότητας στο πεδίο του ιδιωτικού δι­καίου, καθώς επίσης στους τομείς της μεθοδολογίας και φιλοσοφίας του δικαίου.  

Επίτιμος διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Δημο­κρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης από το 2006. Πρόεδρος της Ένωσης Αστικολόγων επί 3ετία και επίτιμος πρόεδρος αυτής από το 2008.  Διετέλεσε Διευθυντής του Τομέα Αστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του Νομικού Βήματος από το 1981 έως το 2005, μέλος μεγάλου αριθμού νομοπαρασκευαστικών επιτροπών, όπως για το Εθνικό Κτηματολό­γιο, το πλασματικό ενέχυρο και το νέο δίκαιο της πώλησης.

Υπήρξε επί μακρών επίσης σύμβουλος επί θεμάτων νομοθετικής πολιτικής του Εθνικού Κτηματολογίου και μέλος του Νομικού Συμβουλίου της Εμπορικής Τράπεζας. Έχει συμμετάσχει, ως εισηγητής ή μέλος, σε μεγάλο αριθμό ελληνικών και διεθνών συνεδρίων στο γνωστικό αντικείμενο της επιστήμης του και ως διαιτητής ή επιδιαιτητής σε εγχώριες και διεθνείς διαιτησίες. Γνωρίζει άριστα την Γερμανική, την Γαλλική και την Αγγλική.

 

Πηγή


  • Έκδοση Εγκυκλοπαιδειών Προσωπικοτήτων, «Who is Who στην Ελλάδα της Hübner», 5η Έκδοση, 2010. 

Read Full Post »

Δεληγιάννης Κανέλλος (Λαγκάδια Γορτυνίας, 1780 – Αθήνα, 1862) 


 

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

 

Αγωνιστής του 1821 και πολιτικός, συγγραφέας Απομνημονευμάτων. Γεννήθηκε το 1780 στα Λαγκάδια της Γορτυνίας και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Δημητσάνα και στην Κωνσταντινούπολη. Τα πρώτα γράμματα διδάχτηκε από τον επίσκοπο Ακόβων Δανιήλ, κατόπιν μητροπολίτη Τριπόλεως.  Ήταν ο πέμπτος γιος του Ιωάννη Μωρόγιαννη. Έγινε μάλιστα προεστός μετά τον αποκεφαλισμό του πατέρα του. Ήταν αδελφός του προέδρου της Γερουσίας στην περίοδο του Όθωνα Αναγνώστη Δεληγιάννη. Ως χαρακτήρας ήταν πιο ήπιος και διαλλακτικός από τον αδελφό του.

Στα Απομνημονεύματα ο Κανέλλος εν συντομία αναφέρει σχετικά με τη γέννησή του τα εξής: « … εγεννήθην κατά το έτος 1780, Φεβρουαρίου 14, εις την πατρίδα μου κωμόπολιν των Λαγκαδιών της επαρχίας Γόρτυνος ή Καρύταινας και ανετράφην εις αυτήν. Εκεί εδιδάχθην και μικρά τινα μαθήματα εκ του σχολείου της Δημητσάνης παρά του Επισκόπου Ακόβων Δανιήλ, υπάρχοντος κατ’ αρχάς οικοδιδασκάλου της οικογενείας μας το οποίον προήξεν ο πατήρ μας εις αυτήν την υψηλήν θέσιν».

Για τη νεανική του ζωή οι πληροφορίες είναι πενιχρές, τις παραμονές όμως της Επανάστασης βρισκόταν στην Κων­σταντινούπολη με τον αδερφό του Αναγνώστη. Ο ίδιος γράφει στα Απομνημονεύματά του ότι «… ευρισκό­μενος εν και ήμισυ έτος εις Κων­σταντινούπολιν και λαβών σχέσεις μετά του Πελοποννησίου Παναγιώτου Σέκερη και δι’ αυτού μετά του Κουμπάρη και του Αλ. Μαύρου εκατηχήθη παρά του πρώτου εις το μυστήριον της Εταιρείας».

Στον κατά­λογο, εντούτοις, των Φιλικών του Αρχείου Σέκερη, αναγράφεται ότι ο Κανέλλος Παπαγιαννόπουλος (Δε­ληγιάννης) μυήθηκε στην Τριπολιτσά από τον Παναγιώτη Αρβάλη στις 10 Σεπτεμβρίου 1819. Στη συνέχεια από τον Κανέλλο Δεληγιάννη μυή­θηκαν οι αδερφοί του Δημήτριος και Κωνσταντίνος.

Το Φεβρουάριο του 1821 ο Κα­νέλλος Δεληγιάννης συναντήθηκε στα Λαγκάδια με τον Παπαφλέσσα, με τον οποίο διαφώνησε για τη δυ­νατότητα άμεσης έναρξης του Αγώ­να, όπως ο ίδιος γράφει. Στις 23 Μαρτίου όμως με τους αδερφούς του και με τους Πλαπουταίους κήρυξε την Επανάσταση στη Γορτυνία και πολιόρκησε τους Τούρκους στην Καρύταινα. Στις 7 Απριλίου 1821 συμμετέχει στη συγκρότηση ενός από τα πρώτα στρατόπεδα των επαναστατών στην Πιάνα, τον ίδιο μήνα παίρνει την κρίσιμη απόφαση να εξοντωθούν οι μουσουλμάνοι των Λαγκαδιών, προκειμένου να αποκλειστεί κάθε δυνατότητα συνδιαλλαγής με τους Τούρκους. Αναλαμβάνει την εφορεία της Καρύταινας και παραδίδει την αρχηγία του στρατοπέδου στο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.  

Συμμετέχει ενεργά στην πολιορκία και κατάληψη της Τριπολιτσάς, ελευθερώνεται ο αδελφός του Θεόδωρος, που ήταν όμηρος των Τούρκων, αλλά πεθαίνει μετά από λίγο από τις κακουχίες που υπέστη κατά την φυλάκισή του.

Στην Α΄ Εθνοσυνέλευση εκλέγεται μέλος του εκτελεστικού και το Μάρτιο του 1822 παίρνει μέρος στην πολιορκία του κάστρου της Πάτρας και ένα μήνα αργότερα εκστρατεύει στη Δυτική Ελλάδα όπου λαμβάνει μέρος στη μάχη του Πέτα (2 Ιουνίου), στην οποία οι ελληνικές δυνάμεις ηττήθηκαν. Ονομάζεται από την Προσωρινή Διοίκηση  στρατηγός  (17 Μαΐου 1822) και αναλαμβάνει την εκστρατεία στη Στερεά Ελλάδα, όπου επιδεικνύει ιδιαίτερες ικανότητες.

Στη διάρκεια της Επανάστασης, ο Δεληγιάννης συγκρούστηκε με τους Κολοκοτρωναίους – οι οποίοι προεπαναστατικά υπήρξαν «κάποι» που προσέφεραν στρατιωτικές υπηρεσίες στην οικογένεια των Δεληγιάννηδων έναντι αμοιβής – εξαιτίας της αυτονόμησης του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και του ρόλου του ως στρατιωτικού ηγέτη. Οι πολιτικές σχέσεις αυτού του τύπου, όπως λόγου χάρη των Δεληγιανναίων με τους Κολοκοτρωναίους, εκείνη την περίοδο και ιδιαίτερα κατά τους εμφύλιους πολέμους χαρακτηρίζονταν από αστάθεια.

Είναι αξιοσημείωτο ότι, ο Κανέλλος Δεληγιάννης συναίνεσε στην ανάθεση ηγετικού στρατιωτικού ρόλου στον Κολοκοτρώνη, μάλιστα το Μάιο του 1823 σε μια απόπειρα σύναψης συμμαχίας μεταξύ των δύο ισχυρών οικογενειών αρραβωνιάζει την κόρη του με τον μικρό γιό του Θ. Κολοκοτρλωνη, Κολίνο, όμως  ο λιγότερο διαλλακτικός αδελφός του Αναγνώστης ήταν εξαρχής αντίθετος στην ανάθεση τέτοιων αξιωμάτων σε πρόσωπα έξω από την κοινωνική ομάδα των προκρίτων.

Διετέλεσε πληρεξούσιος στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους εκπροσωπώντας τους στρατιωτικούς, όπως και στη Γ’ Εθνοσυνέλευση – Επίδαυρος 1826 και Τροιζήνα 1827 – καθώς και στην Α’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση, μετά την αλλαγή του πολιτεύματος το 1843-1844. Στράφηκε κατά των ευρωπαϊκής παιδείας πολιτικών που ήρθαν στην Ελλάδα μετά την έκρηξη της Επανάστασης για να αναλάβουν ηγετικούς ρόλους. Επίσης, εναντιώθηκε εξαρχής στον ηγετικό ρόλο του Δημήτριου Υψηλάντη, τον οποίο θεωρούσε υπεύθυνο και, για την άφιξη εκείνων.

Επιπλέον διαμαρτυρήθηκε έντονα για την ανάληψη της προεδρίας του Βουλευτικού από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον Ιούλιο του 1823. Μετά το 1824 συμμάχησε με τον Ιωάννη Κωλέττη και εντάχθηκε στο «γαλλικό» κόμμα. Αποσύρθηκε από την πολεμική δράση μετά την ήττα των Πελοποννησίων στο δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Μάλιστα, αφού συνελήφθη από την κυβέρνηση Κουντουριώτη, όπως και ο Κολοκοτρώνης, κρατήθηκε στη Μονή του Προφήτη Ηλία της Ύδρας.

Παρά τις αντιρρήσεις του Κουντουριώτη, ελευθερώθηκε με την αμνηστία που δόθηκε το Μάιο του 1825, όταν ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ πασάς απειλούσε την Πελοπόννησο. Ήταν ανάμεσα σε εκείνους που υπέγραψαν την «πράξη υποτέλειας» προς την Αγγλία το καλοκαίρι του 1825. Το 1827, κατά την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, συγκρούστηκε με τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Γεώργιο Κουντουριώτη για το θέμα της διανομής των εθνικών γαιών, οι οποίες πριν από την Επανάσταση βρίσκονταν στην ιδιοκτησία των Οθωμανών.

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους παρέμεινε στο «γαλλικό» κόμμα και αναμίχθηκε στην πολιτική ζωή. Κατά τη δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο, υπήρξε βοηθός του Σκώτου εισαγγελέα Εδουάρδου Μάσσον στη  διεξαγωγή των ανακρίσεων εναντίον του Γέρου του Μοριά  την περίοδο της Αντιβασιλείας, το 1834, όταν ο τελευταίος κατηγορήθηκε για συνωμοσία του «ρωσικού» κόμματος κατά του Όθωνα. Αργότερα, ωστόσο, και ο ίδιος ο Κανέλλος Δεληγιάννης φαίνεται πως προσχώρησε στο «ρωσικό» κόμμα για κάποιο διάστημα.

Στις εκλογές που ακολούθησαν την ψήφιση του Συντάγματος του 1844, το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, συμμάχησε εκλογικά στη Γορτυνία με το Γενναίο Κολοκοτρώνη και το Δημήτριο Πλαπούτα, αφού άφησε πίσω τις διαμάχες τους από την περίοδο της Επανάστασης. Βρήκαν μάλιστα τους οπαδούς τους ανάμεσα στο φτωχό αγροτικό πληθυσμό, καταφερόμενοι κατά των «Φράγκων» και των «φραγκοφορεμένων», στηριζόμενοι στη σχετική άγνοια και τις προκαταλήψεις των οπαδών τους.

Το Δεκέμβριο του 1844, μετά την επικράτηση του «γαλλικού» κόμματος στις βουλευτικές εκλογές που προηγήθηκαν, και την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ιωάννη Κωλέττη, ο Κανέλλος Δεληγιάννης εκλέχθηκε πρόεδρος της Βουλής στις 20 Δεκεμβρίου 1844, διαδεχόμενος τον προσωρινό πρόεδρο Νικηταρά. Η θητεία του έληξε ένα χρόνο αργότερα στις 31 Οκτωβρίου 1845.

Τα Απομνημονεύματά του, παρόλο το πάθος και την υπερβολή που τα χαρακτηρίζουν, αποτελούν χρήσιμη πηγή για την κατανόηση των εσωτερικών διαδικασιών, των σχέσεων και των αντιλήψεων που διακατείχαν πολλούς στον αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία. Στα κείμενά του προσπαθεί ταυτόχρονα να αποκαταστήσει την τιμή της οικογένειάς του, όπως και της κοινωνικής ομάδας των προυχόντων της Πελοποννήσου στην οποία ανήκε.

Αυτό το έκανε στρεφόμενος κατά των στρατιωτικών αρχηγών και ιδίως του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που δεν έπαυε να βλέπει αφ’ υψηλού, αλλά και κατά των «ξενόφερτων» πολιτικών που επιδίωκαν την εισαγωγή δυτικών θεσμών στη μετεπαναστατική Ελλάδα. Τα Απομνημονεύματα  άρχισε να τα γράφει σε ηλικία 74 χρονών, το 1854. Τα χειρόγραφα παρέμειναν ανέκδοτα μέχρι το 1957, όταν εκδόθηκαν σε τρεις τόμους.

Από  τον γάμο του με τη Αθανασία Αναγν. Παπατσώνη, απέκτησε μια κόρη, τη Μαρία, την οποία έχασε το 1854. Πρόκειται για την επτάχρονη κοπέλα που αρραβωνιάστηκε τον δωδεκάχρονο γιο του Κολοκοτρώνη.  Αργότερα η Μαρία παντρεύτηκε τον Διονύσιο Χρυσοσπάθη,  γιο του φιλικού και αγωνιστή Ηλία Χρυσοσπάθη.

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης μετά την εγκατάσταση της βασιλείας στο ελληνικό κράτος διετέλεσε συνταγματάρχης – ακόλουθος, Νομοεπιθεωρητής Μεσσηνίας και συνταξιοδοτήθηκε με τον τίτλο του Αντιστράτηγου. Επίσης στις 20 Δεκεμβρίου 1844 εκλέχτηκε πρόεδρος της Βουλής. Το 1859 το Ελληνικό κράτος αποφασίζει να του χορηγήσει ένα είδος σύνταξης ως αναγνώριση για την συνολική προσφορά του στο αγώνα της ανεξαρτησίας. Πέθανε στην Αθήνα το 1862 σε ηλικία 82 ετών.  

 

Πηγές 


 

  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  •  Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.
  •  Στάθης Κουτρουβίδης, «Κανέλλος Δεληγιάννης», Ιστορική Βιβλιοθήκη, Τα Νέα, Αθήνα, 2010.
  •  Κωστής Παπαγιώργης, «Κανέλλος Δεληγιάννης», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2001.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »