Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Το Άξιον Εστί στο Μπουσουλοπούλειο θέατρο Άργους


 

Πρόσκληση

Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟΘΕΑΤΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΥ ΑΡΓΟΥΣ,

           με ιδιαίτερη χαρά σας καλούν στο Μπουσουλοπούλειο θέατρο Άργους,

 την Κυριακή 7 Μαρτίου,  στις 8 το βράδι…

για να απολαύσετε και να χαρείτε το κορυφαίο λαϊκό ορατόριο των

Οδυσσέα Ελύτη και Μίκη Θεοδωράκη ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.

 

 

Η χορωδία της πολιτιστικής Πρότασης, επιχειρεί με οδηγό της τον  Μαέστρο κ. Νόνη να σας ξεναγήσει στα υψίπεδα της ένθεης μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη και την μυροφόρο ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη.

Κυριακή 7 Μαρτίου  2010. Βραδιά μέθεξης και νυχτερινής περιπλάνησης

στον κόσμο του Ελύτη. Αυτόν τον κόσμο τον μικρό, τον Μέγα.

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Read Full Post »

Η Φραγκοκκλησιά (Καθολική Εκκλησία Μεταμόρφωσης του Σωτήρος), καταγραφικό σχέδιο του Γερμανού Αρχιτέκτονα  Ludwig Lange, περίπου το 1834.

 

L. Lange, Η Φραγκοκκλησιά.

Read Full Post »

Η βυζαντινή εκκλησία στο Κάστρο του Άργους (Εκκλησία της Θεοτόκου)


 

Όπως έχουμε διαπιστώσει, σε ελάχιστους είναι γνωστό ότι στο Κάστρο του Άργους διατηρούνται, ακόμα, τα ερείπια της βυζαντινής εκκλησίας του 12ου αιώνα, ενώ είναι ακόμα λιγότερο γνωστό ότι αυτής της εκκλησίας προϋπήρξε άλλη, σε άλλη θέση μέσα στο κεντρικό περίβολο του φρουρίου, ίχνη της οποίας έχουν επισημανθεί στις μέρες μας. Το 1987 είδε το φως της δημοσιότητας η πρώτη αρχιτεκτονική μελέτη του  ναού του 12ου αιώνα, στον ετήσιο τόμο επιστημονικών μελετών που εκδίδει η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών.

Συγγραφέας του άρθρου είναι ο καθηγητής της ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του Ε.Μ.Π. Χαράλαμπος Μπούρας. Από τη σημαντική αυτή μελέτη μεταφράσαμε για τον «Ελλέβορο» το εισαγωγικό μέρος και τα συμπεράσματά του,  που είναι πιο προσιτά για το ευρύ κοινό.

Β. Κ. Δωροβίνης

 

Βυζαντινός Ναός 12ος αι. μ.Χ.

«Το μόνο μεσαιωνικό μνημείο που διατηρήθηκε στο εσωτερικό του κεντρικού περιβόλου του φρουρίου του Άργους (Λάρισα) είναι ο μικρός ναός της Παναγίας, σήμερα σε ερειπιώδη κατάσταση. Αν και το μνημείο δεν αγνοήθηκε εντελώς από τους αρχαιολόγους (σημείωση του συγγραφέα αναφέρεται σε μελέτες των Β. Κόντη, Ν. Παπαχατζή, Κέβιν Άντριους, Β. Φόλγκραφ και Αντ. Μπον), η αρχιτεκτονική του δεν μελετήθηκε μέχρι σήμερα, ενώ θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως σημείο αναφοράς αφού χρονολογείται με πλήρη ακρίβεια ( έτος 1174).

Ο Βίλχελμ Φόλγκραφ (Vollgraff) υπήρξε ο πρώτος που μνημόνευσε την εκκλησία της Παναγίας, όταν στο τέλος της δεκαετίας του 1920 πραγματοποίησε βαθειές (και καταστροφικές) ανασκαφές στο εσωτερικό του φρουρίου, όπου έψαχνε για τα προϊστορικά ανάκτορα του Άργους ( ο Χαράλαμπος Μπούρας  σημειώνει ότι, έτσι, φαίνεται ότι εξαφανίστηκαν, τότε, ένα τζαμί, μια  καθολική εκκλησία και η κατοικία του διοικητή του φρουρίου). Διέλυσε τα υπολείμματα μεσαιωνικών οικοδομών καθώς και όλα τα υποκείμενα στρώματα, απογυμνώνοντας, σε όλη την επιφάνεια της ακρόπολης, τον φυσικό βράχο. Το έδαφος του ναού τρυπήθηκε μέχρι το βάθος των 2, περίπου, μέτρων και, έτσι, τα θεμέλια του, ξεκαθαρισμένα σε όλο το ύψος τους, βρίσκονται σήμερα πολύ φθαρμένα. Ο Φόλγκραφ δεν δημοσίευσε παρά μόνο φωτογραφίες της εκκλησίας: μία γενική άποψη της, τέσσερα γλυπτά και μια επιγραφή.

Τελικά, αρνήθηκε να συσχετίσει αυτή την επιγραφή με τον ναό, που παραδόξως θεώρησε ως ενετικό. Πολύ αργότερα (1969), ο Αντουάν Μπον, που μελέτησε το φράγκικο κάστρο και του οποίου έδωσε ένα γενικό σχέδιο, δημοσίευσε φωτογραφίες του μνημείου, για το οποίο είχε ήδη αναγνωρίσει ότι η ημερομηνία κατασκευής του δίδεται από την επιγραφή. Το κείμενο της τελευταίας είναι το ακόλουθο: «Ανεκτίσθη  ο πάνσεπτος ναός της υπεραγίας Θεοτόκου παρά του Θεοφιλεστάτου επισκόπου ιμών Άργους κε Ναυπλίου βασηλέβοντος Μανοΐλ δεσπότου του Κομνηνού παρφηρογςννήτου επισκόπου δε ημόν Κυρού Νικύτα έτους ηχπβ’».

Και καταλήγει ο Χ. Μπούρας:

«Σύμφωνα με την αφιερωτική επιγραφή του 1174, η εκκλησία ιδρύθηκε από τον επίσκοπο του τόπου. Τίποτε δεν επιτρέπει να  σκεφθούμε ότι επρόκειτο για το καθολικό ενός μοναστηριού: η ύπαρξη μοναστηριού στο εσωτερικό ενός βυζαντινού φρουρίου φαίνεται εντελώς απίθανη. Ακόμα κι αν οι διατηρούμενες σήμερα οχυρώσεις  της Λάρισας χρονολογούνται στον 13ο αιώνα (δυστυχώς δεν υπάρχει λεπτομερειακή μελέτη του φρουρίου του Άργους) είναι σίγουρο ότι το βυζαντινό φρούριο που χρησίμευε ως φρούριο του οικισμού που, όπως και σήμερα, εκτεινόταν στην πεδιάδα, υψωνόταν στο ίδιο μέρος.

Η μακρόχρονη αντίσταση που πρόβαλε, λίγα χρόνια υστερότερα, αυτό το φρούριο στη φράγκικη κατάκτηση, δείχνει καλά την ισχύ του (αντίθετα προς την αδυναμία της πόλης).

Όπως οι πηγές μας δείχνουν ότι ήταν δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για τους πολίτες να διεισδύουν στα βυζαντινά φρούρια, είναι σχεδόν βέβαιο ότι το ίδιο ίσχυε στο Άργος  και, επομένως, ότι η εκκλησία της Θεοτόκου είχε κτιστεί για τη φρουρά κι ότι δεν ήταν καθολικό μονής.

Η λέξη «ανεκτίσθη», με την οποία αρχίζει το κείμενο της επιγραφής, θα πρέπει, ίσως, να συσχετισθεί με την πρώτη τρίκογχη βασιλική που πιθανότατα βρισκόταν σε ερείπια του 1174 και από την οποία ελάχιστα απομένουν σήμερα. Η ύπαρξη μιας τόσο μεγάλης εκκλησίας στο εσωτερικό του Κάστρου του Άργους θα πρέπει, ίσως, να εξηγηθεί με την αναδίπλωση της πόλης στο εσωτερικό του φρουρίου, ειδικά κατά μια περίοδο μεγάλης ανασφάλειας, τον 7ο ή 8ο αιώνα. Ορισμένα γλυπτά μέλη  γύρω από τη θέση αυτής της βασιλικής θα έπρεπε, ίσως, να αποδοθούν σε αυτήν, εξαιτίας της παλαιότητάς τους.

Ο επικεφαλής της εκκλησίας, επίσκοπος Νικήτας, που διοικούσε την επισκοπή Ναυπλίου και Άργους, ενοποιημένη από το 1166, μας είναι γνωστός από τον «Συνοδικόν της Ορθοδοξίας».

Στον κατάλογο τον επισκόπων προηγείται ενός Ιωάννη υπό τον οποίο, το 1189, η επισκοπή προήχθη στο βαθμό της μητρόπολης. Αν κρίνουμε από την  αδεξιότητα και τα ορθογραφικά λάθη της επιγραφής, ο Νικήτας δεν ανήκε στους γραμματισμένους κληρικούς της μεσοβυζαντινής περιόδου. Η διαφορά φαίνεται καθαρά από τη σύγκριση με την αφιερωτική επιγραφή που συντάχθηκε είκοσι πέντε χρόνια νωρίτερα, από ένα προκάτοχό του, τον Λέοντα, για την Αγία Μονή Ναυπλίας».  

  

Πηγή


 

  • Περιοδικό, «Ελλέβορος», τεύχος 8, Άργος, 1991. 

Χαράλαμπος Μπούρας, η περίληψη της ανακοίνωσης στο 6ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας & Τέχνης: Η Εκκλησία της Θεοτόκου στο Κάστρο του Άργους

Χαράλαμπος Μπούρας, η ανακοίνωση στο Bulletin de correspondance hellénique. Volume 111, livraison 1, 1987: L’Église de La Théotokos de la citadelle d’Argos

Read Full Post »

Η συμβολή της αρχαίας Ελλάδας στον αγώνα του ΄21 (διάλεξη)


 

O Σύλλογος Αργείων « O ΔΑΝΑΟΣ» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την  Κυριακή  7  Μαρτίου 2010  και ώρα 6.30΄ μ.μ. θα φιλοξενήσει στο Βήμα του, τον Γενικό Γραμματέα του Ιστορικού, Φιλολογικού και αδελφού Συλλόγου  «Ο ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ»  Καθηγητήν  Κύριον  Διονύση  Χ.  Καλαμάκη.

 Το θέμα της ομιλίας του, επίκαιρο με την επικείμενη εορτή της   25ης Μαρτίου, είναι:

                  «Η συμβολή της αρχαίας Ελλάδας στον αγώνα του ΄21».

Η παρουσία σας αποτελεί πάντα ιδιαίτερη τιμή, για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

Καλαμάκης Χ. Διονύσιος


 

O κ. Διονύσιος Χ. Καλαμάκης από το 1989 μέχρι το 1999 εργάσθηκε ως Αναπληρωτής Καθηγητής στο Γυμνάσιο του Κολλεγίου Αθηνών. Από το 1991 έως το 1992 δίδαξε ελληνική γλώσσα στο τμήμα αλλοδαπών της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Από της εκλογής του ως Λέκτορας του Τομέα Βυζαντινής Φιλολογίας και Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών δίδαξε στο τμήμα Φιλολογίας, στο τμήμα Ιστορίας- Αρχαιολογίας και στο τμήμα Φ.Π.Ψ. Ταυτόχρονα βοήθησε το διοικητικό έργο του Τομέα.

Στο κέντρο των ενδιαφερόντων του βρίσκεται η έρευνα του πρωτογενούς υλικού της Βυζαντινής Φιλολογίας και, κατ’ ακολουθίαν, η κριτική έκδοση αγνώστων ή πλημμελώς εκδιδομένων κειμένων. Την 11.04. 1997 εξελέγη Επίκουρος Καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και την 14.05.1997 Ειδικός Γραμματεύς του Φ.Σ. «Παρνασσός».

Έχει συμμετάσχει σε περισσότερα από 20 συνέδρια, ελληνικά και διεθνή. Έχει δημοσιεύσει 19 επιστημονικές εργασίες, ανάμεσα στις οποίες είναι:

  • «Λεξικά των Επών Γρηγορίου του Θεολόγου μετά γενικής θεωρήσεως της πατερικής λεξικογραφίας» ( Διδ. Διατριβή, 1987).
  • «Ανθολόγιον εκ των έργων Αυγουστίνου Ιππώνος εξελληνισθέν υπό Δημητρίου του Κυδώνη», Μονογραφία 1996.
  • 45 λοιπά δημοσιεύματά του είναι εγκατεσπαρμένα σε ελληνικά και ξένα φιλολογικά περιοδικά.

Είναι μέλος 13 Συνδέσμων, Συλλόγων και Εταιριών, μεταξύ των οποίων βρίσκονται:

Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός ( Κοσμήτωρ της Σχολής, μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «Παρνασσός» και Επιμελητής Δημοσιευμάτων και Αρχείων του Συλλόγου από το 1988, Γενικός Γραμματέας από το 2000).

Εταιρία Ελλήνων Φιλολόγων ( Κοσμήτωρ 1995 και Ταμίας 1996-2000).

Η εν Αθήναις Επιστημονική Εταιρία ( Σύμβουλος από το 2000 έως σήμερα).

Εταιρία Βυζαντινών Σπουδών ( Ταμίας από το 2000- 2006).

Σύνδεσμος των εν Αθήναις Αιγινητών ( Πρόεδρος από το 1999 έως σήμερα).

Χόμπυ του η Βυζαντινή μουσική και η μελέτη της Ευρωπαϊκής τέχνης.

            

Read Full Post »

Η Κυβέρνηση στο Κρανίδι (1823)


Στα τέλη Νοεμβρίου 1823 το Βουλευτικό καταφεύγει στο Κρανίδι για να βρίσκεται πιο κοντά στα ναυτικά νησιά που το υποστήριζαν. Από εκεί κηρύσσει παράνομο το Εκτελεστικό και κηρύσσει νέο, με επικεφαλής τον υδραίο μεγαλοκαραβοκύρη Γεώργιο Κουντουριώτη και μέλη τους Παναγιώτη Μπόταση, Ιωάννη Κωλέττη, Νικόλαο Λόντο και Ανδρέα Ζαΐμη. Έτσι, δημιουργούνται δύο πόλοι εξουσίας, ο ένας με έδρα το Κρανίδι («Κυβερνητικοί») και ο άλλος με έδρα την Τριπολιτσά («Αντικυβερνητικοί»). Η μία κυβέρνηση κατηγορούσε την άλλη ως παράνομη, ενώ και οι δύο προκήρυξαν εκλογές για την ανάδειξη νέου Βουλευτικού.

Οι «Αντικυβερνητικοί» κατηγορούσαν τους «Κυβερνητικούς» ότι θέλουν να παραδώσουν την Ελλάδα στους Άγγλους, ενώ οι «Κυβερνητικοί» εξέφραζαν τους φόβους για τις δικτατορικές τάσεις των στρατιωτικών, που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των «Αντικυβερνητικών». Η πλάστιγγα έγειρε εύκολα υπέρ των «Κυβερνητικών», που είχαν τη δύναμη και τον πλούτο. Συσπείρωναν τους νησιώτες εφοπλιστές και κεφαλαιούχους, τους περισσότερους ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, το μεγαλύτερο μέρος των πελοποννησίων γαιοκτημόνων, τους Έλληνες του εξωτερικού και τους περισσότερους φιλέλληνες. Ο Κολοκοτρώνης μπορεί να ήταν η ψυχή των «Αντικυβερνητικών», αλλά οι δυνάμεις που τον υποστήριζαν ήταν περιορισμένες.

  

Κουντουριώτης Γεώργιος, λιθογραφία, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα, 1863.

Η Β’ Εθνική Συνέλευση είχε συνέλθει στο Άστρος της Κυνουρίας από τις 30 του Μάρ­τη του 1823 και είχε τελειώσει στις 18 του Απρίλη του ίδιου χρόνου. Αταξία, ανωμαλία και έλλειψη αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ανάμεσα στους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς που την απαρτίζανε, χαρακτήρισαν τις συνεδριάσεις της. Οι διαφορές μεταξύ των δυο κομμά­των είχαν αρχίσει πριν ακόμη από τη συνέλευση:  

«Οι πολιτικοί, οι έχοντες επιρροήν εν ταις επαρχίαις των, εστρατολόγουν και εζώννυαν το ξίφος· τούτο, ως προείρηται, δυσηρέστει τους οπλαρχηγούς, θεωρούντας αυτούς άρπαγας των δικαιωμάτων αυτών και πλεονέκτας· επεθύμουν δε οι οπλαρχηγοί, ως και επί της εν Επιδαύρω συνελεύσεως, να τους περιορίσωσιν εις τα πολιτικά καθήκοντά των, και κυρίως εις το να τροφοδοτώσι τα στρατεύ­ματα δια των εισοδημάτων των επαρχιών˙ επειδή δε επί των επαναστάσεων, τουτέστιν εν καιροίς καθ’ους δεν ισχύει ο νόμος, το ξίφος διαλέγεται άριστα περί πάντων, ήθελαν οι πολεμικοί, ιδιοποιούμενοι μόνοι το ξίφος, να έχωσι τους πολιτικούς υποχειρίους των».[i]

Μια από τις αποφάσεις της συνέλευσης του Άστρους ήταν η κατάργηση των κεντρικών Αρχών του Μοριά και της Ανατολικής και της Δυτικής Ελλάδας, όπως και η κατάργηση του τίτλου του αρχιστράτηγου που είχε ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης και που διατάχτηκε από τη συνέλευση να παραδώσει τα κάστρα του Αναπλιού, καθώς και τα έγγραφα τα σταλμένα απέξω, προς τις ελληνικές αρχές: «Ο Κολοκοτρώνης παρέδωκε τα έγγραφα, αλλ’ απεποιήθη την παράδοσιν των φρουρίων επί λόγω ότι η συνέλευσις δεν ήτο κυβέρνησις και ότι επί τη προσεχεί συστάσει αυτής τα παρέδιδε».[ii]

Η Εθνική Συνέλευση του Άστρους άρχισε και τελείωσε κάτω από την επιρροή του κόμ­ματος των πολιτικών και έδωσε όλες τις εξουσίες σ’ αυτούς, πράγμα που προξένησε αγανά­κτηση στους στρατιωτικούς, με συνέπεια να δημιουργηθεί κρίσιμη κατάσταση που οδηγού­σε σε εμφύλια σύρραξη, κάτι που για την ώρα τουλάχιστο αποφεύχθηκε την τελευταία στιγ­μή.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές το Εκτελεστικό ή Νομοτελεστικό, κόμμα των πολεμικών, μπήκε στ’ Ανάπλι, παρά τις αντιρρήσεις του Βουλευτικού, κόμματος των πολιτικών, που εγκαταστάθηκε στο Άργος. Το Νομοτελεστικό εγκαταστάθηκε στ’ Ανάπλι στις 25 του Νοέμ­βρη του 1823.

Το Νομοτελεστικό επηρεαζόταν άμεσα από τον Κολοκοτρώνη. Αλληλοκατηγορίες άρχισαν ανάμεσα στα δυο κόμματα. Οι βουλευτές που είχαν εγκατα­σταθεί στο Άργος χαρακτήριζαν τους στρατιωτικούς του Αναπλιού παράνομους. Η ίδια κατηγορία απευθυνόταν και από τ’ Ανάπλι προς το Άργος. Έτσι καταλήξανε στις αλληλοκαθαιρέσεις.

Οι νομοτελεστικοί του Αναπλιού αποφάσισαν να προλάβουν την καθαίρεση διαλύο­ντας τα μέλη του βουλευτικού του Άργους:  

«Φοβούμενοι δε και την εαυτών έκπτωσιν εκήρυτταν ότι οι εν Άργει βουλευταί ενήργον εκτός του νόμου, ελλείποντος του απαιτουμένου αριθμού· απέστειλαν δε την επαύριον εις Άργος τον φρούραρχον Ναυπλίου Πάνον Κολοκοτρώνην, τον Νικήταν και τον Τσόκρην ίνα διαλύσωσι την βουλήν και συλλάβωσι τους πρωταιτίους ως ερεθίζοντας κατά του νομοτελεστικού τους άλλους βουλευτάς».[iii]

Στο μεταξύ στο χωριό Μέρμπακα γίνονταν προσπάθειες για συμφιλίωση και συμβιβασμό των δυο κομμάτων, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι οι τρεις στρατιωτικοί μαζί με οπλι­σμένους άντρες κατευθύνθηκαν στο Άργος: «Οι σταλέντες υπήγαν εις το Άργος εν συνοδεία 200 στρατιωτών, επάτησαν το βουλευτήριον διαρκούσης της συνεδριάσεως, ήρπασαν τα αρχεία και διεσκόρπισαν τους βουλευτάς υβρίζοντες, απειλούντες και αίροντες χείρα επί τινας αυτών˙ επάτησαν δε δια νυκτός και οικίας βουλευτών και μη ευρόντες τους ενοικούντας τας εγύμνωσαν».[iv]

Τελικά τα αρχεία σώθηκαν, γιατί ο πολιτάρχης του Άργους Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος, γιος του θρυλικού Ζαχαριά, μπόρεσε και τα πήρε επιτήδεια από τα χέρια του γυναικαδελ­φού του Νικηταρά και τα παρέδωσε στη βουλή, απόπου για ένδειξη ευγνωμοσύνης δέχτηκε ένα σπαθί.

 Ὀμως οι αποσταλμένοι από τ’ Ανάπλι, μετά τη διάλυση της βουλής, δεν φρόντισαν να πάρουν μέτρα, ώστε να μη μπορούν να ξανασυγκεντρωθούν οι βουλευτές που είχαν δια­σκορπιστεί, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια και την πτώση τους. Έτσι οι βουλευτές μπόρε­σαν και συνεννοήθηκαν και φύγανε κρυφά από το Άργος, άλλοι από τη στεριά και άλλοι από τη θάλασσα, και συγκεντρώθηκαν στο Κρανίδι: «…επροτίμησαν δε τον τόπον εκείνον ως επί της Πελοποννήσου και υπό την επίσκεψιν της Ύδρας και των Σπετσών, ων οι κά­τοικοι ήσαν του φρονήματος αυτών».[v]

Ο Λαμπρυνίδης, αναφερόμενος σε τούτο το γεγονός, γράφει ότι στο Κρανίδι μαζεύτη­καν οι βουλευτές και οι φίλοι τους Υδραίοι και Σπετσιώτες και καθαίρεσαν μέλη του Εκτε­λεστικού. Οι καθαιρεμένοι έφυγαν τότε από τ’ Ανάπλι και πήγαν στην Τριπολιτσά. Εκεί κα­θαίρεσαν τους βρισκόμενους στο Κρανίδι. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνουν δυο κυβερνήσεις, η μια στην Τριπολιτσά και η άλλη στο Κρανίδι.[vi]  Αυτά τον Μάρτη του 1824.

Ο Τρικούπης μας δίνει περισσότερες πληροφορίες: «Αφού συνήλθαν ένθεν κακείθεν εις την κωμόπολιν εκείνην, διεκήρυξαν επισήμως την 3 Δεκεμβρίου τα εν Αργεί συμβάντα και τα αίτια δια μετέβησαν εκεί. Ασμένως εδέχθησαν την διακήρυξίν των αι ναυτικαί νήσοι και τους ενθάρρυναν να μη αφήσωσι το έργον των ατελές, αλλά να καθαιρέσωσι και τα λοιπά μέλη του νομοτελεστικού ως παρανόμως εργαζόμενα και να εκλέξωσι νέα. Εμψυχωθέντες οι βουλευταί υπό της πανδήμως εκφρασθείσης ταύτης γνώμης των νησιωτών, και βλέπο­ντες ότι πάσα απόπειρα συμβιβασμού ήτο ματαία και ότι πάσα ελπίς επιστροφής των νομοτελεστών εις τα καθήκοντά των εξέλιπεν, εκάθηραν την 6 Ιανουαρίου 1824 και τον πρόεδρον του νομοτελεστικού Μαυρομιχάλην και το μέλος αυτού Χαραλάμπην».[vii]

Μετά την πλήρη καθαίρεση του νομοτελεστικού, στο Κρανίδι αποφασίστηκε η σύσταση κυβέρνησης όπου προσκλήθηκαν να πάρουν μέρος και οι Σπετσονυδριώτες. Έτσι εκλέχτηκε πρόεδρος της κυβέρνησης ο Γιώργης Κουντουριώτης, αφού ο μεγαλύτερος αδελφός του Λάζαρος δεν αποδέχτηκε. Εκλέχτηκαν επίσης ως μέλη ο Παναγιώτης Μπότασης και ο Νι­κόλας Λόντος και διατηρήθηκαν στη θέση τους τα δυο παλιά μέλη του νομοτελεστικού Ζαΐμης και Κωλέττης, που είχαν τα ίδια φρονήματα με τους βουλευτές του Κρανιδιού.

Πρώτη ενέργεια των νέων νομοτελεστών ήταν να καλέσουν τις επαρχίες, που οι βου­λευτές τους είχαν αποχωρήσει και είχαν καθαιρεθεί, να προβούν στην εκλογή άλλων βου­λευτών και να τους στείλουν στο Κρανίδι.

Στο μεταξύ οι νομοτελεστές του Αναπλιού προβαίνανε στις δικές τους ενέργειες: «Οι δε εν Ναυπλίω νομοτελεσταί, μαθόντες την καθαίρεσίν των, συμπαρέλαβαν τους εκεί ομόφρονάς των βουλευτάς, μετέβησαν εις Τριπολιτσάν και εκάλεσαν και ούτοι τας επαρχίας των εν Κρανιδίω βουλευτών εις εκλογήν και αποστολήν άλλων αντ’ εκείνων επί συγκροτή­σει νέου βουλευτικού».[viii]

Αποτέλεσμα λοιπόν των διαφορών, της ασυνεννοησίας και της φιλοδοξίας για το προ­βάδισμα μεταξύ των μελών του βουλευτικού και του νομοτελεστικού, ήταν ο σχηματισμός δυο κυβερνήσεων: «…ώστε εσυστήθησαν δυο κυβερνήσεις η μεν εν Κρανιδίω, η δε εν Τριπο­λιτσά και αποκαλούμεναι αμοιβαίως παράνομοι».[ix]

Πολλές προσπάθειες συμβιβασμού είχανε γίνει στο μεταξύ, χωρίς να επιτευχθεί συμφι­λίωση. Ο Υψηλάντης, που εκείνο τον καιρό είχε αποτραβηχτεί στην Τριπολιτσά, πήγε κι αυτός στο Κρανίδι με την ελπίδα να πετύχει κάποιο συμβιβασμό, αλλά τίποτε δεν μπόρεσε να πετύχει. Και στο μεταξύ τα σημάδια εμφύλιου πολέμου πλήθαιναν στην αναστατωμένη ατμόσφαιρα του Μοριά. Η κατάσταση περιπλέχτηκε ακόμη περισσότερο με την προσχώρηση στην κυβέρνηση του Κρανιδιού του Δικαίου Παπαφλέσα, που έφυγε νύχτα από την Τριπολιτσά, όπου και ήταν υπουργός των εσωτερικών στην εκεί κυβέρνηση, αποδυναμώνοντας έτσι τους ομόφρονές του.

Μέσα στην ταραγμένη ατμόσφαιρα ο Κολοκοτρώνης έδωσε οδηγίες στο γιο του Πάνο να παραδώσει τ’ Ανάπλι στους Ζαΐμη και Λόντο, με το όρο πως, παράλληλα με την παρά­δοση, η κυβέρνησή τους θα πλήρωνε τους μισθούς των στρατιωτών που ήσαν στα φρούρια. Έτσι η κυβέρνηση έφυγε από το Κρανίδι και εγκαταστάθηκε στ’ Ανάπλι, κηρύσσοντάς το πρωτεύουσά της. Μέσα στην όλη αυτή κατάσταση άρχισαν συγκρούσεις σε διάφορα μέρη του Μοριά, που δεν άργησαν να εξελιχτούν σε εμφύλιο πόλεμο.

 

Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.

  

Υποσημειώσεις


  

 [i] Τρικούπης ο.π. τομ. 3, σ. 35.

 [ii] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 36

 [iii] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 74.

[iv] Στον ίδιο και στο ίδιο.

[v] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 75.

[vi] Λαμπρυνίδης, Οι Αλβανοί, σ. 249.

[vii] Τρικούπης ο.π. τομ. 3, σ. 75.

[viii] Στον ίδιο ο.π. τομ.3, σ. 76.

[ix] Στον ίδιο και στο ίδιο.

Read Full Post »

Άργος  – Φραγκίσκου  Πουκεβίλ (Pouqueville, François Charles Hugues Laurent)   


 

 

Ο  Φιλέλληνας Φραγκίσκος Πουκεβίλ (1770-1838) γνώρισε για πρώτη φορά την Ελλάδα ως αιχμάλωτος των Τούρκων, όταν επιστρέφοντας από την Αίγυπτο όπου είχε ακολουθήσει τον Ναπολέοντα, συνελήφθη από Αλγερινούς πειρατές οι οποίοι τον παρέδωσαν στους Τούρκους στην Πύλο.

 Στην συνέχεια μεταφέρθηκε στην Τρίπολη και το Ναύπλιο, όπου παρέμεινε έγκλειστος περίπου οκτώ μήνες.  Στο διάστημα αυτό ο Πουκεβίλ είχε την ευκαιρία να μάθει την νεοελληνική γλώσσα και να συγγράψει το πεντάτομο έργο του « Ταξίδι στο Μοριά, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αλβανία και σε πολλά άλλα μέρη της οθωμανικής αυτοκρατορίας». (Voyage en Moree, a Constantinople, en Albanie et dans plusiers autres parties de l’ empire ottoman). Το έργο εκδόθηκε το 1805 στο Παρίσι. 

Το 1820 εκδίδει στο Παρίσι το νέο πεντάτομο έργο του, «Ταξίδι στην Ελλάδα» (Voyage dans la Grece),  το οποίο  γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό. Το συναρπαστικό περιεχόμενο με αρχαιολογικό υλικό, με ιστορικά γεγονότα της εποχής εκείνης, με Δημοτικά τραγούδια και περιγραφές των εθίμων, με στοιχεία για τον πληθυσμό και την οικονομική ζωή του τόπου αλλά και έκθεση για την πανίδα της χώρας, τονώνουν τα αισθήματα συμπάθειας των αναγνωστών προς την δοκιμαζόμενη Ελλάδα.

Σ’ αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο αναφέρεται σε πολλές περιοχές της Ελλάδας μεταξύ των οποίων και στην Αργολίδα, με αρκετές σημαντικές λεπτομέρειες.

 Στο κείμενο που ακολουθεί  ο Πουκεβίλ περιγράφει την επίσκεψή του στο Άργος. 

  

Οργισμένος όταν είδε τον Ίναχο να παραχωρεί την Αργολίδα στην Ήρα, ο Ποσειδώνας εκδικήθηκε στερώντας την περιοχή από τα νερά της. Κι έτσι, στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν ένα φαινόμενο που επέρχεται κάθε χρόνο, οι άνθρωποι επινόησαν ένα θαύμα. 

Το φαινόμενο είναι απολύτως φυσιολογικό, αφού  ο ποταμός αυτός, που δεν είναι παρά ένας χείμαρρος, διακόπτει τη ροή του μόλις περάσει η εποχή των βροχών. Καθώς  όμως τα πάντα στην Ελλάδα περιβάλλονταν από ένα πέπλο  μυστήριου, η φαντασία των ποιητών, των πρώτων δηλαδή ιστοριογράφων της, άφησε να παρεισφρήσουν μέσα στις αφηγήσεις τους και ορισμένοι μύθοι, πίσω από τους οποίους κρύβονταν μερικά φαινόμενα απολύτως φυσιολογικά. 

Το γεγονός αυτό με κάνει να πιστεύω ότι, σε πολύ απώτερους χρόνους, η περιλαμβανομένη μεταξύ της Τίρυνθος και του στομίου του Ίναχου ακτή είχε κατακλυστεί απ’ αυτό τον ποταμό, κι ότι εκείνος, εκχειλίζοντας, είναι πιθανόν να διαμόρφωσε μια λίμνη, η στάθμη της οποίας ανήλθε ως το ύψος του Άργους. 

Ένα συγκεκριμένο φαινόμενο συνηγορεί υπέρ αυτού του γεγονότος, ότι δηλαδή (πληροφορία που μου παρείχαν οι ίδιοι οι κάτοικοι της περιοχής) παρατηρείται ένας εποχιακός κατακλυσμός, ο οποίος, αφού προκαλέσει επί πέντε χρόνια πλημμύρες στα περίχωρα της Μαντινείας, σταματά αιφνιδίως, και τότε τα νερά, περνώντας μέσα από υπόγειες διώρυγες, διοχετεύονται στην πεδιάδα του Άργους, κατακλύζοντας όλη την έκταση επί ένα χρόνο, όσο δηλαδή διάστημα απαιτείται για την απορροή τους στη θάλασσα. 

Αν η εκχείλιση των νερών από τις υψηλότερες κοιλάδες προς τη λεκάνη της Αργολίδας είχε πράγματι συμβεί κατά την προϊστορική εποχή, μια εποχή στην οποία επέστρεψε και πάλι η σύγχρονη Ελλάδα, εξαιτίας  του εκβαρβαρισμού της, θα ήταν επόμενο η δόνηση εκείνη ν’ αποδοθεί στον Ποσειδώνα, ένα θεό που ταρακουνά τη γη. Αποτέλεσμα της δόνησης εκείνης ήταν να αποτραβηχτούν από την Αργολίδα τα νερά, χωρίς ν’ απαλλαγεί μολαταύτα η περιοχή από τη νοσηρή ατμόσφαιρα, τη δημιουργούμενη και σήμερα ακόμη από τα έλη της. Ας μην ερμηνεύουμε όμως τους μύθους με εικασίες, και ας επανέλθουμε στην ιστορική και περιγραφική τροχιά μας. 

Το Άργος, η αγαπημένη πόλη  θεών και ηρώων, η γενέτειρα ωραίων γυναικών και καθαρόαιμων κελήτων, που καυχιόταν άλλοτε ότι είχε ηγεμόνες της το Φορωνέα, τον Πελασγό, τον Ιάσωνα, τον Αγήνορα και τον παντοδύναμο Αγαμέμνονα, αρκείται σήμερα στον απροσδιόριστο ρόλο της έδρας μιας επαρχίας. 

Είχε σε τέτοιο βαθμό ξεπέσει,  ώστε αδυνατούσε ήδη στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουλιανού ν’ αντεπεξέλθει τόσο στη συντήρηση των δημοσίων κτιρίων της, όσο και στα έξοδα των Ισθμίων. Από την εποχή εκείνη και μετέπειτα παρήκμαζε ολοένα και περισσότερο, εξαιτίας μάλιστα  και των αναταραχών που αφάνιζαν συνεχώς την Ελλάδα. Μολαταύτα, ο ανώνυμος δημιουργός του έπους για τον πόλεμο των Φράγκων στο Μοριά, παρομοιάζει το Άργος μ’ ένα στρατόπεδο σκηνών μέσα στην πεδιάδα, στους πρόποδες ενός όρους που στέφεται από ένα φρούριο. 

Φαίνεται ότι απότομα το Άργος περιέπεσε σε μαρασμό, αφού δεν ήταν πλέον  παρά ένας σκελετός όταν περιήλθε στον κλήρο του Θεοδώρου, αδελφού του αυτοκράτορα της Ανατολής Εμμανουήλ, ο οποίος και το εκχώρησε στη Βενετία. 

Κατόπιν, το Άργος λεηλατήθηκε από τον Βαγιαζήτ, και σύμφωνα  μ’ όσα αναφέρει κάποιος ιστορικός, έστω κι αν οι αριθμοί  είναι κάπως διογκωμένοι, ο κατακτητής αυτός απήγαγε τριάντα χιλιάδες αιχμαλώτους, με τους οποίους εποίκισε τη Μικρά Ασία. 

Τέλος το Άργος, έχοντας και πάλι περιέλθει, συνεπεία μιας περίπλοκης κληρονομιάς, στη Marie d’ Enghien, η τελευταία παραιτήθηκε εκχωρώντας την πόλη στους Βενετούς. Η πόλη δεν άργησε να περάσει στα χέρια των μωαμεθανών, οι οποίοι και  την απέσπασαν οριστικά από τους Βενετούς. 

Το όνομα του Άργους, το συνυφασμένο μ’ όλα τα ιστορικά γεγονότα, αναγράφηκε στα Εκκλησιαστικά Χρονικά την εποχή που ο πρώτος επίσκοπός της πόλης ο Άγιος Περιγένης, μαχόταν εναντίον των αιρετικών, επειδή εκείνοι ισχυρίζονταν ότι ο Χριστός, δηλαδή ο Μεσσίας, ήταν ο Σεθ. 

Στο μνημόνιο του Ιεροκλή, η έδρα του Άργους αναφέρεται ως η πεντηκοστή έδρα της Ελλάδας, ενώ ο  Λέων ο Σοφός τη σημειώνει ως τη δεύτερη επισκοπή, την υπαγόμενη στη μητρόπολη της  Κορίνθου. Κατά τη φραγκική κατοχή, η Ρώμη τοποθέτησε εκεί Λατίνους επισκόπους, οι οποίοι όμως αποχώρησαν μόλις το Άργος περιήλθε στην κατοχή των Τούρκων. 

Όταν ήμουν εγώ εκεί, την πόλη του Βασιλέα των Βασιλέων κυβερνούσε ο πρωτότοκος γιος του Αχμέτ, του πρώην πασά του Μοριά, στα χέρια του οποίου βρέθηκα ως αιχμάλωτος πολέμου το 1798. Μετά την επιστροφή μου στην Ελλάδα, είχα κάποτε την ευκαιρία να προσφέρω βοήθεια σ’ αυτό το σατράπη, όταν εκείνος κατέφυγε ως πρόσφυγας στη Λάρισα της Θεσσαλίας  (αν και το γεγονός αυτό δεν τον εμπόδισε να πεθάνει σε άθλια κατάσταση). 

Τώρα συναντούσα και πάλι, καθισμένο πάνω στο θρόνο των Πελοπιδών, ένα από τα παιδιά του, κι αυτό σήμαινε ότι είχε ευνοηθεί από την τύχη περισσότερο απ’ ό,τι θα περίμενα. Είχα μια ελπίδα ότι δεν θα με είχε ξεχάσει, επειδή όμως όταν εγώ τον πρωτοσυνάντησα, εκείνος κατείχε το ταπεινό αξίωμα του σταβλίτη του Βέλη Πασά, προσποιήθηκε πως τάχα δεν με αναγνώριζε, απαξιώντας να μου διαβιβάσει ακόμη και τους χαιρετισμούς του. Αλλά έτσι είναι η ζωή, οι τυχάρπαστοι αποδεικνύονται αχάριστοι. Δεν κατάφερα ωστόσο να εξηγήσω τη συμπεριφορά του δολερού Αβραμιώτη, που με εγκατέλειψε ξαφνικά στη γωνία του δρόμου, αν και μου είχε υποσχεθεί ότι θα με ξεναγούσε. 

Όταν επέστρεψα στο κατάλυμά μας, βρήκα να μας περιμένουν εκεί οι Έλληνες ιεράρχες που μας είχαν καλοδεχτεί την προηγούμενη μέρα. Έδειχναν κάπως συνοφρυωμένοι, και δεν άργησα να μάθω την αιτία. Ένας απ’ αυτούς είχε πληροφορήσει το δραγουμάνο μου, κάτω από απόλυτη εχεμύθεια, «ότι λόγω κάποιας αναταραχής, ο βασιλιάς  είχε εγκαταλείψει το Παρίσι κι υπήρχε κίνδυνος η φρίκη της αναρχίας να σαρώσει και πάλι τη Γαλλία!» Αν και ήμουν συνηθισμένος σε κάτι τέτοιες ειδήσεις, τις οποίες ορισμένοι σύμμαχοι  διασπείρουν για να μας κάνουν να ξεπληρώνουμε βίαια τα λάθη ενός και μόνο ανθρώπου, μολαταύτα τα μάτια μου βούρκωσαν κι είχα την αίσθηση ότι θα πέθαινα από τον καημό μου. 

Μόνο όποιος έζησε στην ξενιτιά γνωρίζει πόσο βαθιά σε πληγώνουν όλα όσα σχετίζονται με το καλό της πατρίδας σου. Για αρκετή ώρα βρισκόμουν σε κατάσταση απελπισίας και ένιωθα ότι μοναδική γιατρειά στο πόνο μου θα ήταν να επανέλθω στις ενασχολήσεις μου. 

 

 

Voyage dans la Grece

 

Άργος – Επισήμανση ορισμένων ερειπίων του 

 

Ο Fourmont μας κατέλιπε μια αρκετά ακριβή αν και κακοσχεδιασμένη άποψη του Άργους: τα ερείπια της πόλης εντοπίζονται στη σωστή τους θέση, αλλά η περιγραφή τους  περιέχει αοριστίες. 

Όταν αυτός ο περιηγητής πέρασε από το Άργος, ήταν ήδη πολύ δύσκολο να ταυτίσει κανείς όλα όσα απέμεναν από την πόλη: γι’ αυτό κι εκφράζεται πολύ επιφυλακτικά. Αφού ο ίδιος περιπλανηθεί  πρώτα στα λατομεία, τα οποία έχει επικρατήσει να θεωρούνται ως οι φυλακές της Δανάης , καταπιάνεται με την ερμηνεία του Παυσανία. 

Αλλά και ο Chandler δεν στάθηκε τυχερότερος, ενώ ήταν γραφτό ο κ. Gell να φέρει στο φως μια αρχαιοτάτη, σωζόμενη μέσα στην ακρόπολη της Λαρίσσης επιγραφή, την οποία δεν κρίνουμε απαραίτητο να μνημονεύσουμε εδώ. Όπως όμως μας λέει και ο βάρδος των Μαρτύρων, ούτε η ακρόπολη ούτε και ίδια πόλη ανταποκρίνονται πλέον  στο μεγαλείο του ονόματος του Άργους. Η εξαθλίωση της πόλης συναγωνίζεται σε μέγεθος την αλλοτινή της λάμψη. Πιο εύκολο, επομένως, είναι να εικάσουμε ποια θα ήταν η θέση των υδραγωγείων, του σταδίου και του ναού του Λυκίου Απόλλωνα, όπου διαβάζουμε και σήμερα ακόμη μια αφιέρωση, απ’ ό,τι να περιγράψουμε τα όσα έχουμε μπροστά στα μάτια μας. 

Στη σκιά των κυπαρισσιών, δίπλα σ’ ένα τζαμί που λέγεται ότι οικοδομήθηκε πάνω στα θεμέλια του ναού της Νικηφόρου Αφροδίτης, μου έδειξαν ένα υπέρθυρο το οποίο ένας Ιρλανδός είχε μεταφέρει εδώ από τις Μυκήνες, με την πρόθεση να το στείλει στη Αγγλία. 

Στους δρόμους, κοντά στο Μεντρεσέ (τουρκικό ιεροδιδασκαλείο) διέκρινα κίονες από μάρμαρο και γρανίτη. Ο Έλληνας που έκανε χρέη δραγουμάνου μου είχε μια τέτοια διαίσθηση, ώστε ήταν σε θέση να μου υποδείξει από ποιο ακριβώς οικοδόμημα προέρχονταν οι κίονες εκείνοι, καθότι απ’ ότι ίδιος έλεγε  μπορούσε να διαβάσει ως και μέσα από τη σκόνη. 

Ιδού, έλεγε ότι απέμεινε από το ανάκτορο του Αγαμέμνονα. Ο βασιλεύς  των ανθρώπων, όταν  εγκατέλειψε την οικογενειακή εστία για ν’ αναλάβει  την αρχηγεία των στρατευμάτων της συμπολιτείας κατά της Τροίας, δεν ανέθεσε την φύλαξη της γυναίκας του σ’ ένα από τα ποταπά εκείνα πλάσματα στα οποία οι Ανατολίτες εμπιστεύονται την αρετή των γυναικών τους. 

Η Κλυταιμνήστρα είχε στο πλευρό της έναν αοιδό,  που γνώριζε πώς ν’  αξιοποιεί σωστά τη μουσική και την ποίηση. Αυτή η λεπτομέρεια μας δίνει μια ιδέα του πώς ήταν η εποχή εκείνη, όταν τα ήθη ήταν  τέτοια,  ώστε εξυμνώντας  με τους στίχους του την αρετή, ο ποιητής  κατάφερνε να συγκρατήσει με τον καλύτερο τρόπο την ορμή των παθών. 

Ο Αίγισθος πέτυχε ν’ αποπλανήσει την Κλυταιμνήστρα μόνο αφού σκότωσε το θεϊκό αοιδό, τον επιφορτισμένο με την προστασία της αγνότητά της. Εδώ συνέχιζε ο δραγομάνος, ήταν ο τάφος του Δαναού, ενώ πιο πέρα υπήρχε ένας βωμός του Υέτιου Δία. Αναγνωρίζουμε τους ναούς της Ήρας, της Ανθείας και της Λητούς στο δρόμο προς την Τίρυνθα, όπου διακρίνονται επιπλέον και την  υπόγεια διέξοδο από την οποία διοχετεύονταν στη θάλασσα τα νερά που  πλημμύριζαν άλλοτε την Αργολίδα. 

Είχε αρχίσει να μου απαριθμεί το  γενεαλογικό δένδρο του Φορωνέως, μνημονεύοντας τον Παυσανία, το Μελέτιο και τον Απόστολο Παύλο, καθότι, ο Απόστολος Παύλος δεν απουσιάζει ποτέ από καμία αφήγηση των Ελλήνων, ώσπου εγώ τον παρακάλεσα, και κάπως απότομα μάλιστα, να σωπάσει. 

Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι που μας κάνουν να πιστεύουμε  ότι  ο ναός της Ακραίας Ήρας, ήταν κτισμένος στην ανατολική γωνία του βράχου εκείνου που, στεφανωμένος από την ακρόπολη της Λάρισσας, ορθώνεται στο σημείο όπου οι χριστιανοί ίδρυσαν τη μονή της Κατηχουμένης, μια μονή αφιερωμένη στην Παρθένο του Άργους. 

Καθώς ήμουν εξουθενωμένος από την κόπωση και τις σκοτούρες, έκρινα φρόνιμο ν’ αναπαυτώ λίγη ώρα στο γυμνάσιο, όπου και θα είχα την ευκαιρία να συνδιαλεχτώ με τους δασκάλους. Ένας απ’ αυτούς, πιο ξύπνιος από τον ξεναγό μου, μάντεψε τι ήταν εκείνο που αναζητούσα, και με οδήγησε στα σπίτια οπού υπήρχαν επιγραφές, τις οποίες κι εγώ αντέγραψα. Αγόρασα από εκείνον και αρκετά  νομίσματα, και σ’ αυτά τελικώς περιορίστηκαν τα αρχαιολογικά μου ευρήματα στο Άργος. 

 

Ο πληθυσμός της πόλης και της επαρχίας της 

 

Η σύγχρονη πόλη του Άργους, κτισμένη σε μια  πεδιάδα στους πρόποδες των βουνών, δεσπόζει  πάνω από τον κόλπο του Ναυπλίου, καθώς και πάνω από έναν αχανή και απογυμνωμένο από  κάθε είδους βλάστηση κάμπο. Δεν είναι σπάνια εδώ τα πηγάδια, κι αν και το έδαφος του Άργους θεωρείται γενικά άγονο, δικαίως η πόλη εξακολουθεί να είναι ονομαστή για τις άφθονες πηγές της. 

Τα χαμηλά κι εξωτερικά ασπροασβεστωμένα σπίτια, δικαιολογούν προφανώς κι αυτά την ετυμολογία της, όμως οι κάτοικοι της δεν είναι πλέον οι απόγονοι των γενναιόψυχων  εκείνων Ελλήνων που πολέμησαν κάτω από τη σημαία των Ατρειδών στις όχθες του Σκαμάνδρου. 

Οι Σκυπετάροι, οι επονομαζόμενοι από τους ιστορικούς Ηπειρώτες, είναι οι σημερινοί κάτοικοι μιας ένδοξης όσο και η Σπάρτη πόλης. Προσκολλημένοι στους Βενετούς ως εφεδρικά τάγματα, πότε υπερασπιστές του Μοριά και πότε κατακτητές του, αλλά πάντοτε πιστοί στη χριστιανική θρησκεία, οι ξένοι αυτοί συγκροτούν έναν πληθυσμό δέκα χιλιάδων ανθρώπων, που χρόνο με το χρόνο αυξάνεται και προοδεύει. 

Χάρη στην καθαριότητα, τη γενναιότητα και την εργατικότητά τους, ξεχωρίζουν ανάμεσα σ’ όλους τους κάτοικους της χερσονήσου. Όπως κι οι αρχαίοι Αργείοι, έτσι κι αυτοί εκτρέφουν άτια, όχι πλέον καθαρόαιμα και προοριζόμενα για τους αγώνες του ιπποδρόμου, αλλά βαρβάτα και γεροδεμένα, κατάλληλα για τις αγνές γεωργικές εργασίες. 

Οι ασχολίες αυτές δεν είναι αρκετές για ν’ απορροφήσουν εξ ολοκλήρου την εργατικότητα εκείνων των  ανθρώπων, γι’ αυτό και τους συναντάμε σε κάθε γωνιά του Μοριά όπου υπάρχουν αγροί για εκχέρσωση. Η δραστηριότητα τους αυτή τους φέρνει, ανάλογα με τις εποχές, πότε στην Πάτρα, πότε στην Ήλιδα, ακόμη και στα νησιά του Ιονίου. Ωστόσο, παραμένουν πάντοτε Σκυπετάροι, ζουν σε μια κλειστή κοινωνία , συμπαρίστανται ο ένας στις ανάγκες του άλλου, και δεν παραλείπουν να προσκομίζουν κάθε χρόνο όλες τις οικονομίες τους στην οικογενειακή εστία. 

Άλλοτε, το κράτος του Άργους περιελάμβανε την Επιδαυρία, την Τροιζηνία, την Ερμιονίδα, την κυρίως Αργολίδα και την Κυνουρία. Συνόρευε επομένως προς βορρά με την Κορινθία, ενώ προς τα δυτικά και τη μεσημβρία με την Αρκαδία και τη Λακωνία. Η νεώτερη οροθέτησή του στέρησε από το Άργος την Επιδαυρία καθώς και την Τροιζηνία υπαγόμενες τώρα πλέον στην Κόρινθο, ενώ η επαρχία του Ναυπλίου αφαίρεσε  από το Άργος την Ερμιονίδα, αλλά και το ευρισκόμενο στην αριστερή όχθη του Ίναχου τμήμα της κοιλάδας. Ακρωτηριασμένο κατ’ αυτό τον τρόπο, το βιλαέτι του Άργους δεν αριθμεί παρά μόνο δώδεκα χωριά συγκεντρωμένα στα περίχωρα της πόλης. Αλλά όπως συμβαίνει με όλες τις διαμελισμένες αυτοκρατορίες, που η δικαιοδοσία τους επεκτείνεται και σε επαρχίες σχηματίζουσες θύλακες μέσα σε εδάφη τα οποία έπαψαν να τους ανήκουν, έτσι και η πόλη των βασιλέων εξακολουθεί να διατηρεί κυριαρχικά δικαιώματα πάνω σε ορισμένες εγκατασπαρμένες στην Αρκαδία και ως τα βάθη της Λακωνίας κώμες. 

Επειδή σ’ αυτή την επαρχία τα πάντα ενέχουν ιστορικό χαρακτήρα, έκρινα σκόπιμο να παραθέσω εδώ έναν αναλυτικό πίνακα όλων των εξαρτωμένων  απ’ αυτή κωμοπόλεων και χωριών, έτσι ώστε να είναι εφικτή η σύγκριση ανάμεσα στο άλλοτε βασίλειο του Αγαμέμνονα, και στη σημερινή κατάσταση αυτής της επαρχίας. Πώς όμως θα βρούμε στα σημερινά λιμάνια της Αργολίδας, τόσες νήες όσες κυβερνούσε ο Διομήδης και οι αρχηγοί που συμμάχησαν μαζί του στην ένδοξη εκστρατεία του; Τι απέγιναν όσοι λαοί τάχτηκαν κάτω από τη σημαία τους; Η Τίρυνθα, η Ερμιόνη, η Ασίνη, η Τροιζήνα, η Ειώνη, που ούτε τη σκόνη τους δεν αναγνωρίζουμε πλέον, μας δίνουν την απογοητευτική λύση σ’ αυτό το ερώτημα γιατί είναι φανερό ότι τα πάντα έχουν εκφυλιστεί κάτω από το σιδερένιο ρόπαλο που κυβερνά αυτή την ιστορική γη. 

Η αραιοκατοικημένη αυτή περιοχή καθώς κι ο πληθυσμός των άμεσα υπαγομένων στο Άργος χωριών, βρίσκεται στην ειδική δικαιοδοσία ενός πασά με δυο ουρές, διαμένοντος στο Ναύπλιο. 

Ο προκαθήμενος της εκκλησίας  είναι ένας μητροπολίτης, ο οποίος βρισκόταν άλλοτε υπό την σκέπην της μητρόπολης Μονεμβασίας, και φέρει τον τίτλο του Μητροπολίτη Αναπλίας και Άργους. Τα εισοδήματα του, σημαντικότερα απ’ ό,τι  θα περίμενε κανείς κρίνοντας  από το μέγεθος της επαρχίας, του επιτρέπουν να κατέχει μια αξιοπρεπή θέση ανάμεσα στους ιεράρχες της Πελοποννήσου, όπου η κληρονομιά του Κυρίου ποτίζεται τώρα πλέον μόνο με δάκρυα και με το αίμα των ένδοξων μαρτύρων. 

  

Πηγές 


 

  • Pouqueville, Francois Charles Hugues, «Voyage dans la Grece», Paris : Chez Firmin Didot, Pere et Fils,1820.
  • Φραγκίσκου  Πουκεβίλ, «Ταξίδι στην Ελλάδα / Πελοπόννησος», Εκδόσεις Αφων Τολίδη, Αθήνα, 1997. 

 

Διαβάστε ακόμη: 

Read Full Post »

Κριτζάς Β. Χαράλαμπος 


 

 Επίτιμος Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου,  τέως Επιμελητής Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Κριτζάς Β. Χαράλαμπος

Ο Χαράλαμπος Β. Κριτζάς γεννήθηκε το 1944 στο Ηράκλειον της Κρήτης, όπου και τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας) και έχει κάνει επί διετία μεταπτυχιακές σπουδές στην Επιγραφική και Διαλεκτολογία στο Παρίσι (Ecole Normale Superieure, Universite de Paris I, Ecole Pratigue des Hautes Etudes, Ive Section).

Από  το 1970, μετά από σχετικό διαγωνισμό, είναι μέλος της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Έχει υπηρετήσει διαδοχικά στη Δ’ Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολιδοκορινθίας (1970 – 1977), στο Τμήμα Αρχαιολογικών Χώρων του Υπουργείου Πολιτισμού (1978 – 1981), στη Γ’ Εφορεία Αρχαιοτήτων Αθηνών (1983 – 1987), στην ΚΓ’ Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηρακλείου και το αντίστοιχο Μουσείο ως προϊστάμενος (1988 – 1993), ενώ από τον Ιανουάριο του 1994 ανέλαβε την διεύθυνση του Επιγραφικού Μουσείου. Συνταξιοδοτήθηκε το έτος 2005.

Εκτός από τις ανασκαφικές εκθέσεις για τις πολυάριθμες, κυρίως σωστικές ανασκαφές που έχει πραγματοποιήσει, τα περίπου 90 επιστημονικά του δημοσιεύματα αφορούν κυρίως σε θέματα επιγραφικής και υποβρύχιας αρχαιολογίας. Έχει λάβει μέρος σε πολλά Συνέδρια και έχει δώσει κατά καιρούς διαλέξεις σε ελληνικά και ξένα Πανεπιστήμια.

Είναι Εταίρος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας, μέλος του Comite της  Association Internationale  d’ Epigraphie Grecgue et Latine, μέλος της Association des Etudes Grecgues, αντεπιστέλλον μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, ιδρυτικό μέλος του Ινστιτούτου Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών, μέλος της Εταιρίας Κρητικών Ιστoρικών Μελετών, καθώς και άλλων μορφωτικών σωματείων.

  

Αρχαιολογικά δημοσιεύματα 


           

 Α. Μελέτες

 

  • «Το βυζαντινόν ναυάγιον Πελαγοννήσου – Αλοννήσου», Αρχαιολογικά Ανάλεκτα Αθηνών (ΑΑΑ), IV, 2 (1971), 176 – 182.
  • «Νέα εκ της πόλεως Επιδαύρου», ΑΑΑ, V,2 (1972), 186 – 199.
  • «Ηρακλής Πανκάμης», Αρχαιολογική Εφημερίς 1973, 106 – 119.
  • «Μυκηναϊκό πηγάδι με σκελετούς στο Άργος», Πρακτικά του Α΄Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμ. Β΄(1976), 173 – 180.
  • «Κατάλογος πεσόντων από το Άργος», ΣΤΗΛΗ, Τόμος εις μνήμην Ν. Κοντολέοντος, (1979), 497 – 510.
  • «Η υποβρύχια αρχαιολογία στην Ελλάδα», ειδικό κεφάλαιο στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Hans Wolf Rackl, Βουτιά στα περασμένα, Αθήναι (1978), 414 – 429.
  • «Muses delphiques à Argos», BCH, Suppl. VI [Études Argiennes], (1980), 195 – 209.
  • «Νεώτερες έρευνες για τον εντοπισμό της Ελίκης», Αρχαία Ελίκη, Πρακτικά του Α΄Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου διά την Αρχαίαν Ελίκην, Αίγιον 14 – 16 Δεκεμβρίου 1979, [Αθήνα (1981)], 97 – 104.
  • «Remarques sur trois inscriptions de Cynourie», BCH CIX, (1985), 709 – 716.
  • «Κόλιξ – κύλιξ», Ηόρος V, (1986), 162 – 165.
  • «Boupyga – Kassotis», BCH CX-II, (1986), 611 – 617.
  • «Το πρώτο μεγαρικό όστρακον», Ηόρος V, (1987), 59 – 73.
  • «Νέα ανάγνωση της IG IV2 1, 711», Ηόρος VI, (1988), 65 – 67.
  • «Τα ταξίδια μιας αργείτικης υδρίας», Πρακτικά του Β΄Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986 [Αθήναι (1989)], 161 -166.
  • «Remarks on an inscribed anchor stock from Aegina (IG IV, 176)», in H.Tzalas (ed.), TROPIS I (=Proceedings of the 1st Symposium on Ship Construction in Antiquity, Piraeus 1985), [1989], 203 – 206.
  • «Κατάλογος πεσόντων από τα Μέγαρα», Φίλια Έπη εις Γ.Ε.Μυλωνάν, τόμ. Γ΄, Αθήναι (1989), 167 – 187.
  • «Στα Χίλια Οχτακόσα Ογδοήντα Εννέα…», Παλίμψηστον Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ηρακλείου, 9/10, (Δεκ. 1989 / Ιούν. 1990), 239 – 262.
  • «Recherches sur les amphores crétoises II: Les centres de fabrication d’amphores en Crète Centrale» (en collaboration avec J. – Y. Empereur et A. Marangou), BCH CXV (1991), 481 – 523.
  • «Aspects de la vie politique et économique d’Argos au Ve siècle avant J.– C.», in M. Piérart (éd.), Polydipsion Argos. Argos de la fin des palais mycéniens à la construction de l’État classique, BCH, Suppl. XXII, (1992), 231 – 240.
  • «Δύο επιγράμματα από το Πετρί Νεμέας», Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου για την Αρχαία Θεσσαλία στη μνήμη του Δημήτρη Ρ. Θεοχάρη, Βόλος 1987, [Αθήνα (1992)], 398 – 413.
  • «Κρητικές επιγραφές», Κρητικά Χρονικά, τόμ. Λ΄(1990), 7 – 17.
  • «Παλαιοχριστιανική επιγραφή από τη Γόρτυνα», ΛΟΙΒΗ, εις μνήμην Ανδρέα Γ. Καλοκαιρινού, Ηράκλειον (1994), 253 – 260.
  • «Ἀνὴρ φέρων ταῦρον. Επιγραφικά σχόλια σε ένα μνημείο της αγοράς του Άργους», Πρακτικά του Ε΄Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Ναύπλιο, 6 – 10 Σεπτ. 1995, Αθήναι (1997), 33 – 42.
  • «Επισκόπιση των επιγραφικών μαρτυριών για σχέσεις Κύπρου και Αργολίδος – Επιδαυρίας», Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου «Κύπρος και Αιγαίο στην Αρχαιότητα», Λευκωσία, 8 – 10 Δεκ. 1995, [Λευκωσία (1997)], 313 – 322.
  • «Νέα επιγραφικά στοιχεία για την ετυμολογία του Λασυθίου», Πεπραγμένα του Η΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Ηράκλειον, 9 – 14 Σεπτ. 1996, [Ηράκλειο (2000)], 81 – 97.
  • «Nouvelle inscription provenant de l’Asclépieion de Lebena (Crète)», Annuario della Scuola Archeologica di Atene, vol. LXX – LXXI (1992 – 93) [1998], 275 – 290.
  • «Νέο δικαστικό πινάκιο από την Αθήνα», ΤΙΜΑΙ, τιμητικός τόμος Ιω. Τριανταφυλλόπουλου, Αθήνα (2000), 101 – 107.
  • «La dédicace argienne attribuée à Wriknidas», PHILOKYPROS, Mélanges O. Masson, [MINOS Suppl. 16], Salamanca (2000),191 – 195.
  • «Αναθηματική επιγραφή από τη Χερσόνησο», ΣΗΜΑ Μενελάου Παρλαμά, Αθήνα (2002), 267 – 280. Για την ίδια επιγραφή βλ. τροποποιημένο άρθρο «A new dedicatory inscription of imperial times from Chersonesos, Crete», Acta XII Congressus Internationalis Epigraphiae Graecae et Latinae, Barcelona, Sept. 2002,[2007], 793 – 796.
  • «Nuova copia da Gortina del trattato fra Gortinii, Hierapytnii e Priansii», EPIGRAPHICA, Atti delle Giornate di Studio di Roma e di Atene in memoria di Margherita Guarducci (1902 – 1999), Roma (2003), 107 – 125.
  • «Ρωμαϊκό επιτύμβιο ανάγλυφο από την περιοχή Τυμπακίου – Γόρτυνος», Atti del Congresso Internationale «Creta Romana e Protobizantina», Iraklion, 23 – 30 settembre 2000, Padova, (2004), vol. III/2, 1089 – 1102. Συνοπτικά το ίδιο άρθρο στα αγγλικά «A roman funerary stele with a representation of a ship from the Tymbaki area in Crete»,  ΕΝΑΛΙΑ VI, (2002), 66 – 72.
  • «Αναθηματικό βάθρο λαμπάδος», Αττικαί Επιγραφαί. Πρακτικά Συμποσίου εις μνήμην Adolf Wilhelm (1864 – 1950), (επιμ. Α. Ματθαίου), Αθήναι (2004), 271 – 289.
  • «The “bilingual” inscription from Psychro (Crete). A coup de grâce», ΜΕΓΑΛΑΙ ΝΗΣΟΙ. Studi dedicate a Giovanni Rizza per il suo ottantesimo compleanno, vol. I, Catania (2005), 255 – 261.
  • «Επιτύμβια επιγραφή από το Ναό Αγίων Πάντων Αμπελοκήπων (Αθηνών)», ΘΩΡΑΚΙΟΝ, τόμος εις μνήμην Παύλου Λαζαρίδη, Αθήνα (2004), 205 – 218.
  • «Νέο τεμάχιο της συνθήκης Λυττίων και Ολουντίων του 111/110 π.Χ. (IC I, XVIII, 9) από τη Χερσόνησο» (ευρεία περίληψη ανακοίνωσης), Πεπραγμένα του Θ΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Ελούντα, Οκτ. 2001, τόμ. Α5, [Ηράκλειο (2006)], 267 – 272.
  • «Απολογισμός και προοπτικές των κρητολογικών ερευνών. Οι ιστορικοί χρόνοι», Πεπραγμένα του Θ΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Ελούντα, Οκτ. 2001, τόμος Κεντρικών Εισηγήσεων, [Ηράκλειο (2006), 169 – 192.
  • «Sur quelques noms argiens rares ou nouveaux», XXXX Nommer les hommes XXXX, Athènes déc. 2002 (sous presse).
  • «Ενδείξεις αρχαίας λατρείας στην κορυφή της Ίδης», Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου «Ο Μυλοπόταμος από την αρχαιότητα ως σήμερα», Οκτ. 2006 (επιμ. Ειρ. Γαβριλάκη, Γ. Τζιφόπουλος), τόμ. ΙΙΙ, Αρχαίοι Χρόνοι. Ιδαίο Άντρο, [Ρέθυμνο (2006)], 183 – 203.
  • «Literacy and Society. The case of Argos», Proceedings of the International Symposium on Ancient Mediterranean World, Tokyo 16 – 18 Apr. 2004, KODAI 13/14 (2003/2004), 53 – 60.
  • «Οι χαλκοί ενεπίγραφοι πίνακες του Άργους», Αργειακή Γη 3 (Δεκ. 2005), 13 – 26.
  • «Nouvelles inscriptions d’Argos: les archives des comptes du trésor sacré (IVe siècle av. J. – C.», CRAI 2006 I, 397 – 434. Ελληνική μετάφραση του ίδιου άρθρου στα Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής «Sur les pas de W. Vollgraff / Στα βήματα του W. Vollgraff», Αθήνα 2003, (επιμ. Α. Μπανάκα, S. Huber) (υπό εκτύπωση).
  • «Ετυμολογικές παρατηρήσεις σε νέα επιγραφικά κείμενα του Άργους», Φωνής χαρακτήρ εθνικός. Actes du Ve Congrès International de dialectologie grecque (Athènes 28 – 30 sept. 2006), (sous la direction de M.B. Hatzopoulos) [ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 52], Athènes (2007), 135 – 160.
  • «Οβολοί αργολικοί», Κερμάτια φιλίας. Τιμητικός τόμος για τον Ιωάννη Τουράτσογλου, (επιμ. Δ. Ευγενίδου κα.), Αθήνα (2009), Α, 9-23.
  • «Αττικό επιτύμβιο επίγραμμα», Ψηφίδες. Μελέτες ιστορίας, αρχαιολογίας και τέχνης στη μνήμη της Στέλλας Παπαδάκη – Oekland, Ηράκλειο (2009), 61-72.
  • «Κύπρο – αργολικά», Τιμητικός τόμος Ινούς Νικολάου. (υπό εκτύπωση).
  • «Κρητικές επιγραφές ΙΙ», Ηόρος ΩΩΩ (υπό εκτύπωση).
  • «New Names from Argos», τιμητικός τόμος Elaine Matthews. (υπό εκτύπωση).
  • «Συνθήκη Λυττίων και Ολουντίων», Πεπραγμένα Ι΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Χανιά 2006 (υπό εκτύπωση).
  • «Φοινικήια Γράμματα: Νέα αρχαϊκή επιγραφή από την Έλτυνα» (υπό εκτύπωση).
  • «Επιγραφικές ενδείξεις για την ιππάφεσιν του ιπποδρόμου των Δελφών», τιμητικός τόμος Φανουρίας Δακορώνια (υπό εκτύπωση).

  

Β. Χρονικά – ανασκαφικές εκθέσεις – συνεργασίες σε λεξικά – διάφορα

  • «Αρχαιότητες και μνημεία Αργολιδοκορινθίας», Αρχ. Δελτίον 27 (1971), Χρονικά, Β1, 192 – 219.
  • «Αρχαιότητες και μνημεία Αργολιδοκορινθίας», Αρχ. Δελτίον 28 (1972), Χρονικά, Β1, 122 – 135.
  • «Αρχαιότητες και μνημεία Αργολιδοκορινθίας», Αρχ. Δελτίον 29 (1973 – 74), Χρονικά, Β2, 212 – 249.
  • «Αρχαία θέατρα Αργολιδοκορινθίας», THESPIS 7 (1973).
  • «Σύντομο χρονικό των ερευνών στο Άβατο Επιδαύρου», στο τεύχος Η στοά του Αβάτου στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου, (επιμ. Β.Λαμπρινουδάκης, έκδοση ΥΠΠΟ), Αθήνα (1987), 11 – 14.
  • «Δία, σκιαγραφία μιας ερημονήσου», Ναυτική Παράδοση, τόμ. 1, τεύχ. 2 (1988), 8 – 9.
  • «Υποβρύχια αρχαιολογία στην Ελλάδα», [εναρκτήρια ομιλία στο 31ο Συνέδριο CIESM (=Comité International pour l’exploration scientifique de la Méditerranée), Αθήνα, 1988], Ναυτική παράδοση, τόμ. 1, τεύχ. 6, (1988), 8 – 12.
  • «Συνέχιση της αναγνωριστικής έρευνας [στο ναυάγιο Δοκού] (1977)», Ενάλια, τόμ. 1, τεύχ. Β (1988),10 – 11.
  • «L’organisation territoriale de l’archéologie en Grèce», in V. Negri (éd.), L’organisation territoriale de l’archéologie en Europe. Actes des rencontres européennes de l’archéologie, Montpellier 22 – 23 – 24 mai 1991, [Paris (1992)], 105 – 111.
  • «Αρχαίων νόστοι», Μέντωρ 32, (1994), 211 – 214.
  • «ΚΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων», Αρχ. Δελτίον 47 (1992)[1997], Χρονικά, Β2, 555.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 49 (1994), Χρονικά, Β1, 16 – 17.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 50 (1995), Χρονικά, Β1, 16 – 18.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 51 (1996), Χρονικά, Β1, 19 – 22.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 52 (1997), Χρονικά, Β1, 19 – 21.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 53 (1998), Χρονικά, Β1, 18 – 19.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 54 (1999), Χρονικά, Β1, (υπό εκτύπωση).
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 55 (2000), Χρονικά, Β1, 34-35.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 56 (2001), Χρονικά, Β1, (υπό εκτύπωση).
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 57 (2002), Χρονικά, Β1, (υπό εκτύπωση).
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 58 (2003), Χρονικά, Β1, (υπό εκτύπωση).
  •  Περί τα 100 λήμματα νέων ονομάτων της Αργολίδος στο Lexicon of Greek Personal Names, vol. III A, (P.M.Fraser, E Matthews eds.) Oxford (1997).
  • «Ο ψυχολογικός παράγοντας στη θεραπεία των ασθενών κατά την αρχαιότητα: μερικά παραδείγματα», Η ψυχανάλυση, τεύχ. 2 (1996).
  • «Ευτυχία Καλή. Στοιχεία για τα ευετηριακά έθιμα των Αρχαίων», Αρχαιολογία, τεύχ. 65, (Δεκ. 1997), 74 – 80.
  • «The Archaeological Sites and Monuments as Elements for Sustainable Development», in M.J. Scoullos (ed.), “Environment and Society. Education and Public Awareness for Sustainability”.Proceedigs of the Thessaloniki International Conference Organized by UNESCO and the Government of Greece (8 – 12 Dec. 1997), Athens (1998), 688 – 689.
  • «Το Επιγραφικό Μουσείο», Αρχαιολογία, τεύχ. 73 (Δεκ. 1999), 107 – 110.
  • «Η Αρχαιολογία στον ελλαδικό χώρο κατά τον 20ο αιώνα», στον τόμο «Η Ελλάδα στο γύρισμα του εικοστού αιώνα» των Εκπαιδευτηρίων Γείτονα, Αθήνα (2000), 341 – 351.
  • Λήμματα για επιγραφές στον κατάλογο της έκθεσης «Κρήτη – Αίγυπτος. Πολιτιστικοί δεσμοί τριών χιλιετιών» (επιμ. Α. Καρέτσου κα.), Ηράκλειο (2000).
  • Λήμματα για επιγραφές στον κατάλογο της έκθεσης «Η πόλη κάτω από την πόλη», (επιμ. Λ. Παρλαμά, Ν. Σταμπολίδης), Αθήνα (2000).
  • Λήμματα για επιγραφές στον κατάλογο της έκθεσης «Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο», (επιμ. ΩΩΩΩΩ), Αθήνα (2002).
  • Λήμμα για επιγραφές στον κατάλογο της έκθεσης «Αρχαίες ελληνικές επιγραφές τεχνολογικού περιεχομένου», (επιμ. Επιγραφικό Μουσείο), Αθήνα (2002), 52 – 61.
  • Κεφάλαια του βιβλίου The Greek Script / Die griechische Schrift,Αθήνα (2001). Ελληνική έκδοση Η Ελληνική Γραφή, Αθήνα (2002).
  • Εισαγωγικό κεφάλαιο και λήμματα στο βιβλίο Η Ελληνική Γραφή. Κατάλογος Εκθέσεως Αντιγράφων (ελληνικά και αγγλικά), Αθήνα (2002).
  • «Les Programmes éducatifs du Musée Épigraphique», Acta XII Congressus Internationalis Epigraphiae Graecae et Latinae, Barcelona, Sept. 2002,[2007], 797 – 800.
  • Εισαγωγικό κεφάλαιο για τη γραφή στον κατάλογο εκθέσεως του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης (Ιδρυμα Ν. Γουλανδρή) «Πλόες», (επιμ. Ν. Σταμπολίδης), Αθήνα (2003).
  • Λήμματα στον κατάλογο Ελληνική και Ρωμαϊκή Γλυπτική από τις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη, (επιμ.Σ,Βλίζος), Αθήνα (2004).
  • «Illegale Archäologie –die Situation in Griechenland», στα Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου Illegale Archäologie?, Berlin 23 – 25.5.2003, (W.-D. Heilmeyer, J.-C. Eule eds), Berlin (2004), 178 – 180.
  • Κεφάλαιο “Fortune et infortune” στο ThesCRA, troisième niveau, XXXXX (σε συνεργασία με τον Μ. Βουτυρά) ΧΧΧΧΧ. (υπό εκτύπωση).

  

Γ. Νεκρολογίες

 

  • «Peter Throckmorton, an Odysseus of the Deep», ΕΝΑΛΙΑ Suppl. 2 (1991), 15 – 23. [Ελληνική μετάφραση στη Ναυτική Παράδοση, τόμ. 3, τεύχ. 10 (1991), 10 – 13.
  • «Το μεγάλο ταξίδι ενός αρχαιολόγου. Νικόλαος Πλάτων (1909 – 1992)», περιοδικό Η Λέξη, 108 (1992), 275 – 276.
  • «Επιτύμβιο στον Doro Levi, Κρητικά Χρονικά, τόμ. Λ΄(1990), 162 – 164
  • «Σέμνη Παπασπυρίδη – Καρούζου (1897 – 1994)». ΕΝΑΛΙΑ IV (1992), 35.
  • «Paul Courbin», περιοδικό Αναγέννηση, τεύχ. 319 (Ιούν. 1994) και ημερήσιος τύπος του Άργους.
  • «J.-Y. Cousteau», ΕΝΑΛΙΑ V (1993) [1998], τεύχη 1/2, 42 – 45.
  • «Δημήτρης Πλάκας, ο Δάσκαλος», στον τόμο Δημήτρης Πλάκας, ο μάγος δάσκαλος. Μνήμης χάριν, Βιβλιοθήκη Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, Αθήνα 2001, 31 – 35.
  • «Νίκος Τσούχλος», ΕΝΑΛΙΑ VII (2003),22 – 24.
  • «Μαρία Αναγνωστοπούλου», ΕΝΑΛΙΑ VII (2003), 11 – 12.

Read Full Post »

Οι Καθολικοί στο Ναύπλιο


 Υπό Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη

Ιεροκήρυκος Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος

  

Γενικά εισαγωγικά


  

Δεν είναι παράξενο να αναζητήσουμε ιστορικά τους καθολικούς στο Ναύπλιο, δηλαδή να διερευνήσουμε την ιστορία της λατινικής ιεραρχίας, των καθολικών εφημερίων, μοναχικών ταγμάτων, αλλά και απλών πιστών της Ρωμαιοκαθολικής, άλλως λεγομένης Δυτικής Εκκλησίας, στο Ναύπλιο. Η ιστορική αυτή πόλη, διετέλεσε επί σειρά αιώνων, υπό Φραγκική και Ενετική κατοχή. Είχαμε εδώ Φραγκοκρατία από το 1212 – 1389 και στη συνέχεια Ενετοκρατία από το 1389 – 1540 και κατόπιν τη Β’ Ενετοκρατία από το 1686 – 1715.

Κατά τα 357 συνολικά ξενικής κατοχής, υπό κυριάρχους του Ρωμαιοκαθολικού Χριστιανικού δόγματος, επόμενο ήταν να οργανωθεί εδώ τοπική λατινική Εκκλησία και μάλιστα να χρησιμεύσει, ως γέφυρα προέλασης των δυτικών συνηθειών και επεκτατικών σχεδίων.

Από την πολιτική ιστορία[i] γνωρίζουμε, ότι μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204), η Πελοπόννησος εκληρώθη στους Ενετούς. Επειδή αυτοί δεν είχαν χερσαίες δυνάμεις, ανέλαβε την κατάκτηση της κληρωθείσης χερσονήσου, ο Βονιφάτιος Μαρκίων Μομφερρατικός και στη συνέχεια, άλλοι Φράγκοι ιππότες.

Αυτοί έθεσαν, ως πρωταρχικούς στόχους τους, την κατάκτηση των φρουρίων Ναυπλίου, Άργους και Κορίνθου. Το πράγμα όμως δεν ήταν εύκολο, όσο εδέσποζε σ’ αυτούς, ο Βυζαντινός άρχοντας Λέων Σγουρός. Όμως μετά το θάνατο του, το 1209, οι Ναυπλιείς παρεχώρησαν δια συνθήκης, που έγινε το 1212, προς τον Γοδοφρείδο Α’ Βιλλαρδουΐνο, ένα αυτοτελές τμήμα της πόλης, καθώς και το αντίστοιχο ανατολικό φρούριο. Έκτοτε αρχίζει η Φραγκική κυριαρχία επί του Άργους και Ναυπλίου, υπό την αυθεντία μάλιστα, των μεγάλων Δουκών των Αθηνών, του οίκου de la Roche, στους οποίους τελικά περιήλθαν οι δύο πόλεις.

Εν τω μεταξύ συναντούμε μόνιμα εγκατεστημένους  στο Ναύπλιο  ή περιστατικά διακινούμενους καθολικούς, όπως σποραδικά αναφέρονται σε συμβολαιογραφικά και άλλα έγγραφα. Είναι ακόμη γνωστό, ότι Χιώτες μετανάστες, καθολικοί στη συντριπτική τους πλειοψηφία, εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο, συνολικά 76 οικογένειες ή 211 ψυχές, όπως μαθαίνουμε από την βενετική απογραφή 1700[ii].

 

1. Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

  

Η Καθολική εκκλησία και νοσοκομείο στο Ναύπλιο


 

 α’. Nerio Acciajoli 

Με την ιστορία του Ναυπλίου, συνδέεται και ο εκ Φλωρεντίας Νέριος ή Ραινιέρος Ακκιαγιόλης (Acciajoli)[iii]. Κύριος της Καστελανίας Κορίνθου και Βαρώνος Βοστίτζης. Ο Αιμ. Λεγκράν στη βιογραφία των Ιωάννου και  Θεοδοσίου  Ζυγομαλά, παραθέτει σε υποσημείωση της 1ης σελίδας τα επόμενα:

« Ο τελευταίος Γάλλος, όστις εβασίλευσεν επί του Άργους και Ναυπλίου ην  ο Guy dEngien, ου η θηγάτηρ νυμφευθείσα Ενετόν παρέσχε τη Ενετική Πολιτεία την ευκαιρίαν να υπαγάγη υπό την κυριαρχίαν  αυτής και το μικρόν τούτο κράτος της μοναδικής κληρονόμου αντί ετησίας χορηγίας κατά το Χρονικόν του Δωροθέου τω 1389· πλήν δεν διήρκεσεν επί πολύ, διότι ο Νέριος Άκκιαγιόλλης και ο γαμβρός του Κάρολος Τόκκος κατέλαβον τας δύο ταύτας αρχοντίας (του Άργους και Ναυπλίου), των οποίων ο Μιχαήλ Ζυγομαλάς εξεπλήρου τα καθήκοντα του υπουργού των Οικονομικών».

Κατά τη γνώμη άλλων χρονογράφων, ο Νέριος Ακκιαγιόλης κατέλαβε το Ναύπλιον και πριν την εκχώρησή του στους Ενετούς.

Ο Νέριος Ακκιαγιόλης, αιχμαλωτίσθηκε από τους Καταλανούς και αναγκάσθηκε να ζητήσει παρέμβαση των Ενετών, αφού πρώτα παραιτήθηκε από κάθε εξουσία, που είχε στο Ναύπλιο.

Μετά τη σύντομη αιχμαλωσία του (1393 – 1394), αφού ελευθερώθηκε, πέθανε στην Κόρινθο την 1ην Νοεμβρίου 1394· λίγο πριν, είχε συντάξει διαθήκη, στις 17 Ιουλίου 1394, στην οποία ανέφερε, ότι κληροδοτεί ολόκληρη την εν Άργει κινητή και ακίνητη περιουσία του, για την ίδρυση του Νοσοκομείου των πτωχών στο Ναύπλιον[iv].

Στην ίδια διαθήκη, ορίζει υπεύθυνο για τη διοίκηση της «‘Ημετέρας Μονής των Καλογραιών του Ναυπλίου» τον Επίσκοπο Άργους και  δηλώνει, ότι η Μονή αυτή των Καλογραιών Ναυπλίου, θα εισφέρει και οικονομικούς πόρους στο Νοσοκομείο.

 

β’. Η Φραγκοκλησιά

Η Μονή των Δυτικών Καλογραιών, η οποία ήταν « περιώνυμος»[v], βρισκόταν εκεί όπου τώρα υπάρχει ο καθολικός Ναός,  ο οποίος διαθέτει: κελιά, αποθήκες, στοές, στέρνα, πρεσβυτέριο.

Δηλαδή η κτιριακή του συγκρότηση, ξεπερνά τις απαιτήσεις ενός απλού Ναού[vi]. Η Φραγκοκλησιά, όπως είναι γνωστός ο καθολικός Ναός του Ναυπλίου, είχε και ανάλογη οχυρωματική επάρκεια, διότι βρισκόταν έξω απ’ τα τείχη  των κάστρων της Ακροναυπλίας.

Βέβαια, όταν τον 15ο αιώνα τ’ Ανάπλι της Α’ Ενετοκρατίας, επεκτείνεται με επιχωματώσεις έξω από τα τείχη, η Φράγκικη Εκκλησία ενσωματώνεται με τη νέα πόλη. Σίγουρα θα λειτουργούσε, τουλάχιστον ως Ναός και στη Β’ Ενετοκρατία. Αλλά λίγα χρόνια πριν από την Επανάσταση (1821), ξέρουμε ότι ερειπωμένη πια μετατρέπεται σε τζαμί, από την χήρα του Αγά Δερβενιώτη. Οι επεμβάσεις φαίνονται: ο πολύ χαμηλός και μεγάλος τρούλος, το στρογγυλό σχήμα κοντά στο Ναό,  όπου η βάση του μιναρέ.

 

L. Lange, Η Φραγκοκκλησιά.

 

Η Φραγκοκλησιά του Ναυπλίου, βρίσκεται  στην ανωφέρεια του ιστορικού κέντρου της πόλης. Είναι αφιερωμένη στη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος» και ο μόνος Ναός στο Ναύπλιον, που διατηρεί εξωτερικά τη πέτρινη δομή του.

Στην εσωτερική πόρτα, φέρει γραμμένα (1841) ονόματα φιλελλήνων, που έπεσαν στον απελευθερωτικό αγώνα[vii]. Στο Ιερό Βήμα, σώζεται αντίγραφο της «Sacra Familia»του Ραφαέλε Σάντι. Η εικόνα, είναι δώρο του Βασιλιά της Γαλλίας Λουΐ Φιλίπ, ο οποίος είχε επίσης δωρίσει, μια όμορφη απεικόνιση της Μεταμόρφωσης κι ένα υψηλό ξύλινο θυσιαστήριο, που έχει την επιγραφή: «ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ, 1843[viii]».

Η Εκκλησία έχει σχήμα τετραγωνικό και κάθε εσωτερική πλευρά, έχει μήκος 8,5 μ. Βγαίνοντας από την Εκκλησία, προς  τα δεξιά, υπάρχει η είσοδος υπόγειας κρύπτης. Στην κρύπτη αυτή υπάρχουν επιγραφές, τις οποίες κατέγραψε η καθηγήτρια Βασιλική Θ. Καραγιάννη και αναφέρονται σε ονόματα  αποθανόντων καθολικών του Ναυπλίου:

 +   

ANNA GRUND

KUPFERBERG ATHANASIUS GRUND

MORTUUM NAUPLIA (E)

 ANNO 1877

REQUIESCANT IN PACE

+

LE COLONEL FABVIER

OFFICIER FRANCAIS

 +

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΡΓΟΛΟΓΟΣ

ΙΕΡΕΥΣ 1821 – 1907

ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ

ΕΝ ΚΥΡΙΩ ΤΑ ΟΣΤΑ ΠΡΟΣΦΙ

ΛΩΝ ΤΕΚΝΩΝ ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΑΙ

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΙΕΡΟΥ ΠΡΙΝΤΕ

ΖΗ ΑΠΟΘΑΝΟΝΤΩΝ ΕΝ ΝΑΥ

ΠΛΙΩ ΤΟ 1873 ΚΑΙ 1878

 +

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΝΤΑΙ ΤΑ ΟΣΤΑ ΤΟΥ

ΤΕΘΝΕΩΤΟΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ

ΔΟΜΕΝΙΚΟΥ ΣΑΡΓΟΛΟΓΟΥ ΕΚ ΣΥΡΟΥ

ΑΠΟΘΑΝΟΝΤΟΣ ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩ ΤΗΝ

27 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΤΟΥ 1881

+

ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ ΕΝ ΚΥΡΙΩ

ΤΑ ΟΣΤΑ ΠΡΟΣΦΙΛΟΥΣ ΜΗΤΡΟΣ  ΟΡ

ΣΟΥΛΑΣ ΠΛΟΥΡΙΔΕΛ ΚΑΙ ΚΙΚΙΛΛΙ

 ΑΣ ΑΛΕΝ ΑΠΟΘΑΝΟΥΣΑΙ ΕΝ  ΝΑΥ

ΠΛΙΩ ΤΗ 2 ΚΑΙ 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 

1868 ΑΜΦΟΤΕΡΑΙ ΕΚ ΤΕΡΓΕΣΤΗΣ

  +

ΕΝ ΤΟΥΤΩ

ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ ΕΝ ΚΥΡΙΩ ΤΑ

 ΟΣΤΑ ΠΡΟΣΦΙΛΟΥΣ ΜΗΤΡΟΣ ΚΑΙ ΚΑΛΗΣ

ΣΥΖΥΓΟΥ ΡΟΖΑΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΙΑΤΡΟΥ

ΕΚ ΜΕΛΙΤΗΣ ΑΠΟΘΑΝΟΥΣΗΣ ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩ

ΤΗ 24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ….

+

R(EGGIA) CORAZZATA LEPANTO

PENSO BENIAMINO

MARINAIO ITALIANO

NATO LI 8  MARZO 1866 IN CHIOGGIA

MORTO  IL  14 8BRE 1889 IN NAYPLIA

 Ι

 COMPAGNI

 

Πάνω από την είσοδο του Ναού, βρίσκεται επιγραφή, στην οποία διαβάζουμε:

 +

ΑΙΩΝΙΑ

 Η ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ

Η ΑΝΑΠΑΥΣΙΣ ΤΟΥ ΤΕΘΝΕΩΤΟΣ

ΟΘΩΝΟΣ Α’

ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

1867

ΕΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΙΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΡΓΟΛΟΓΟΣ

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

Ο Γεώργιος Σαργολόγος (1821 – 1907), του οποίου σώζεται επιβλητική φωτογραφία στον χώρο της υποδοχής της Φραγκοκλησιάς, ήταν εφημέριος των Καθολικών του Ναυπλίου κατά τα έτη 1849 – 1907.

Στο εσωτερικό της Εκκλησίας, υπάρχουν στο αριστερό δάπεδο δυο μαρμάρινοι τάφοι με επιγραφές. Εκεί διαβάζουμε: 

 

+

HIER RUHEN

ANNA GRUND GEB. WILD

AUS KUPFERBERG IN BOEHMEN

GEST. IN NAYPLIA D:25 APR. 1877

  

ALT 29 JAHRE

UND

ATHANASIUS GRUND

GEB. 15 OCT 1876. GEST:25 FEBR. 1877

REQUISCANT IN PACE 

JOSEF GRUND DER TREUE GATTE

 

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ

ΑΝΝΗ ΘΥΓΑΤΗΡ ΔΟΜΕΝΙΚΟΥ ΦΡΕΡΡΗ

ΓΕΝΝΗΘΕΙΣΑ ΤΗ 1 ΙΟΥΝΙΟΥ 1865

ΚΑΙ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΑ ΤΗ 21 ΜΑΡΤΙΟΥ 1881

 

Υπάρχει ακόμα μια επιγραφή πάνω απ’ το κάγκελο της εισόδου στα Ελληνικά και στα Ιταλικά, που αναφέρει: «ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΙΟ, ΤΩΝ ΛΑΤΙΝΩΝ ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ». Στην εξωτερική αριστερή πλευρά της Εκκλησίας, βρίσκεται μια άλλη μαρμάρινη επιγραφή στα ιταλικά[ix]:

 

ALLA VENERATA MEMORIA DELL’AVO

GAVRE PIETRO NEGRI

 AGENTE DIPLOMATIKΟ E CONSOLE GENERALE

DI S.M. IL RE DI SARDEGNA

QUI DECEDUTO IL 10 OTTOBRE 1834

 

I NEPOTI

ENRICO NEGRI DI LAMPORO

GONSOLE GENERALE DIS. M. IL RE   D’ ITALIA

ETTORE NEGRI DI LAMPORO 

MAGGIORE DI STATO MAGGIORE

GIUSEPPE NEGRI DI LAMPORO

GAPITANO D’ ARTIGLIERIA

POSERO

NELL’ ANNO 1903.

 

Στην κρύπτη του καθολικού Ναού, υπάρχει επιτοίχιο ανάγλυφο, με θέμα: 

«Φιλέλληνες μάχονται υπέρ των Ελλήνων», το οποίο φιλοτέχνησε ο γλύπτης Νικόλαος Δαγούλης. Η παράσταση έχει διαστάσεις 1,10Χ2,20 μ. Περιλαμβάνει 14 μορφές Ελλήνων, Φιλελλήνων, Τούρκων και πέντε άλογα σε ώρα μάχης.

Στο αριστερό μέρος της παράστασης, βλέπουμε την εξέγερση των Ελλήνων και Φιλελλήνων και στο δεξιό την άτακτη φυγή των Τούρκων. Στο κέντρο  δύο έφιπποι αγωνιστές, ο Έλληνας με υψωμένο το γιαταγάνι και ο Φιλέλληνας να δείχνει κάποιο ακαθόριστο στόχο. Ένας τρίτος σηκώνει θριαμβευτικά τη γαλανόλευκη. Η σύνθεση καταλήγει σε τόξο, με θριαμβεύουσες τις μορφές του Έλληνα και του Φιλέλληνα.

Το 1839, όπως  θα δούμε στην οικία παράγραφο, η Φραγκοκλησιά που είχε μετατραπεί σε μουσουλμανικό τέμενος, δωρίθηκε απ’ το Βασιλιά Όθωνα, για να χρησιμεύσει και πάλι σε καθολικό Ναό του Ναυπλίου, προς εξυπηρέτηση των πιστών του Ρωμαιοκαθολικού δόγματος της περιοχή. Ως καθολικός Ναός λειτουργεί μέχρι τις ημέρες μας, κυρίως για τους πολλούς τουρίστες, που κατακλύζουν τους θερινούς μήνες το Ναύπλιο και την ευρύτερη παραθαλάσσια περιοχή.

  

γ’. Το καθολικό Νοσοκομείο.

Όπως είδαμε, ο εκ Φλωρεντίας Νέριος ή Ραινιέρος Ακκιαγιόλης, με διαθήκη του, την οποία είχε συντάξει την 17η Ιουλίου 1394, κληροδότησε την εν Άργει κινητή και ακίνητη περιουσία του, υπέρ της ιδρύσεως Νοσοκομείου στο Ναύπλιο, το οποίο βρισκόταν, στους βορειοδυτικούς πρόποδες της Ακροναυπλίας. Έτσι το Ναύπλιο με δαπάνες του Άρχοντα του Δουκάτου των Αθηνών, Νέριου Ακκιαγιόλη του 1ου, απέκτησε το πρώτο στην Ελλάδα Νοσοκομείο των πτωχών. [x]

Το Νοσοκομείο αυτό, κτίστηκε κοντά στον προμαχώνα «Των Πέντε Αδελφών» και ανακαινίσθηκε απ’ τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Οι Ενετοί, διατήρησαν το Νοσοκομείο σε λειτουργία, όταν εξουσίαζαν το Ναύπλιο. Αυτό είναι το δεύτερο Νοσοκομείο Ναυπλίου, στα χρόνια της παλιγγενεσίας. Το άλλο ήταν το στρατιωτικό, που βρισκόταν στην Ακροναυπλία, σε θέση ανατολικά του Ωρολογίου, όπου σήμερα το εκκλησάκι των «Αγίων Αναργύρων» και το «χαμάμι».

Και το Νοσοκομείο των πτωχών, για μια περίοδο γίνεται στρατιωτικό.

Όμως, μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, το Σεπτέμβρη του 1834, εκκενώνεται απ’ τους στρατιωτικούς και διατίθεται τον Ιούλιο του 1836 στο Δήμο Ναυπλίας, για να χρησιμεύσει πάλι σε πολιτικό Νοσοκομείο. Από το καλοκαίρι του 1836, λοιπόν, επαναλειτουργεί το Νοσοκομείο Ναυπλίου ως πολιτικό νοσηλευτικό ίδρυμα, με πρώτη εφορευτική επιτροπή, (αδελφάτο) τους Γ. Μ. Αντωνόπουλο ( Δήμαρχο), Βελισσάριο Παυλίδη και Ηλία Βάβουλα[xi].

Εκεί οι Ενετοί ίδρυσαν ναΐσκο, στον περίβολο του Νοσοκομείου. Σήμερα δε σώζεται απ’ το όλο κτιριακό συγκρότημα, του ιστορικού αυτού νοσηλευτικού ιδρύματος, παρά το εκκλησάκι « Άγιοι Απόστολοι», παρεκκλήσιο επί των ημερών μας, της παλαιάς ενορίας του Ναυπλίου, της Παναγίας, στην οποία βρίσκεται και η ιστορική ελιά, που συνδέεται με το μαρτύριο του Αγίου Αναστασίου, Νεομάρτυρος, του Ναυπλιέως (1655).

Το εκκλησάκι των Αγίων Αποστόλων, είναι χωστό στην κατωφέρεια του βράχου της Ακροναυπλίας, και κατανύσσει τους προσκυνητές με το ξύλινο τέμπλο και τις όμορφες εικόνες του, που είναι εξαιρετικής τέχνης. Οι εικόνες αυτές, μεγάλου σχήματος, προέρχονται απ’ το Ναό της Αγίας Σοφίας Ναυπλίου και χρονολογούνται, αρχές του 19ου αιώνα.

  

Τα Καθολικά μοναχικά τάγματα στο Ναύπλιο


  

Στα χρόνια της Α’ Τουρκοκρατίας (1540 – 1689), που ακολούθησαν την Ενετοκρατία, δεν παρέμεινε σημαντικός αριθμός καθολικών κληρικών, στο Ναύπλιο.[xii]

Στα 1642 ιδρύθηκε Μοναστήρι των καπουκίνων μοναχών[xiii], που παρέμεινε και μέσα στο 18ον αιώνα εκτός από τη μικρή περίοδο, της δεκαετίας 1650 – 1660. Η αποστολή των μοναχών, εστόχευε στη διαποίμανση των καθολικών του Ναυπλίου και των πληρωμάτων των καθολικών πλοίων[xiv], που έφθασαν στο λιμάνι του Ναυπλίου και ακόμη στην επιδίωξη, να δημιουργήσουν σχέσεις με την τοπική εδώ Εκκλησία.

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, 1687.

Όσον αφορά στο Μοναστήρι των καπουκίνων μοναχών στο Ναύπλιο[xv], είναι πιθανό να στεγάζονταν στο διώροφο κτίριο, δίπλα απ’ το Ναό του Αγίου Γεωργίου. Η άποψη της Σέμνης Καρούζου, ότι πρόκειται για «γυναικομονάστηρο», αμφισβητείται, αφού υπάρχει, όπως έχουμε ήδη αναφέρει η ισχυρή παράδοση  ότι λειτουργούσε η Φραγκοκλησιά, ως γυναικείο Μοναστήρι»[xvi].

Η αρχιτεκτονική δόμηση, του Καθεδρικού Ναού Αγίου Γεωργίου Ναυπλίου, επιτρέπει να συμπεράνουμε, ότι ο Ναός αυτός ήταν αρχικά καθολικός. Τόσο το Ιερό Βήμα όσο και ο νάρθηκας, είναι μεταγενέστερες προσθήκες και αυτό γίνεται αντιληπτό ακόμη και σήμερα, εάν παρατηρηθεί η κεραμοσκεπή του Ναού και το πώς ακουμπάει ο εξωτερικός τοίχος του Ιερού Βήματος, στο κυρίως σώμα του Ναού, που δίνει την εντύπωση, ότι το Ιερό είναι μεταγενέστερο προσάρτημα[xvii]. Επίσης υπάρχει δίοδος, που συνδέει το Ναό με το γειτονικό κτίριο, στο νότιο τοίχο του Ναού, η οποία ανακαλύφθηκε τυχαία, όταν επρόκειτο να γίνει εγκατάσταση θέρμανσης. Όλα αυτά, μας επιτρέπουν να υποθέσουμε, πως εδώ βρισκόταν Μοναστήρι, πιθανώς των καπουκίνων μοναχών[xviii].

Οι καπουκίνοι, χρησιμοποιούσαν αυτό το μοναστήρι τους στο Ναύπλιο και ως κέντρο διοργάνωσης εκκλησιαστικών αποστολών. Εκτός από τους καπουκίνους, δεν ήταν λίγοι και οι περαστικοί μοναχοί άλλων  μοναχικών ταγμάτων προς άλλα μέρη της Πελοποννήσου, ιδιαίτερα προς την Πάτρα.

Σημαντική περίπτωση, είναι και εκείνη των πατέρων Ιησουϊτών, που πέρασαν απ’ το Ναύπλιο στα 1640[xix]  και που είναι η πρώτη προσπάθεια των Ιησουϊτών, για μόνιμη εγκατάσταση, στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Ο ερχομός τους στο Ναύπλιο έγινε τυχαία και η παραμονή τους εδώ, κράτησε μόνο τρία χρόνια.

Επίσης, έχουμε εδώ και τη γυναικεία Μονή, στην οποία αναφέρεται η διαθήκη του Νέριου Ακκιαγιόλη, για την οποία ήδη μιλήσαμε στο κεφάλαιο με τίτλο: «η Φραγκοκλησιά».

Τέλος, να σημειωθεί η παρουσία στο Ναύπλιο Ουρσουλινών[xx] καλογραιών, οι οποίες ίδρυσαν εδώ σχολείο στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, με μαθήτριες από το Ναύπλιο, αλλά και την ευρύτερη περιοχή.

Πρόκειται για την λεγόμενη «Γαλλική Σχολή». Οι  πέντε συνολικά Ουρσουλίνες  μοναχές, εγκεταστάθησαν από τα μέσα του 1916, στο διώροφο κτίριο μεταξύ οδού 25ης Μαρτίου (Πρόνοια) και Ασκληπιείου στην «Ενδεκάτη», όπως φαίνεται σε φωτογραφία δημοσιευμένη στο βιβλίο με τίτλο «Το Ναύπλιο», της Σέμνης Καρούζου (εκδ. Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1979). Το κτίριο σήμερα δε σώζεται, αφού  στη θέση του έχει ανεγερθεί πολυκατοικία.

Εδώ, οι μικρές μαθήτριες διδάσκονταν γαλλικά, κέντημα, εργόχειρο, ραπτική και μουσική. Οι μαθήτριες ήταν είτε εσωτερικές (οικότροφες) είτε εξωτερικές.

Η «Γαλλική Σχολή» έκλεισε απότομα το 1920. Μια μεταδοτική μολυσματική αρρώστεια  ετρόμαξε μοναχές, παιδιά, και κηδεμόνες και το σχολείο έκλεισε. Οι Ουρσουλίνες μοναχές, απ’ όπου πέρασαν άφησαν το φως της παιδείας και καλές εντυπώσεις με όσους συνεργάστηκαν.

Αξίζει να αναφερθούμε δι’ ολίγων και στη Ναυπλιώτισσα καθολική μοναχή Σεβαστιανή Ιατρού (1915 – 1990), του τάγματος του Αγίου Ιωσήφ. Υπηρέτησε ως καθηγήτρια φιλόλογος, στη Σχολή Saint Josef την οποία και διηύθυνε. Απ’ το γραφείο αλλά και την έδρα διδασκαλίας της, που βρίσκονταν στην Αθήνα (αρχικά στην οδό Χαριλάου Τρικούπη και από το 1979 στην Πεύκη Αμαρουσίου) ευεργέτησε αμέτρητες ψυχές. Το στοργικό της ενδιαφέρον, απήλαυσαν πολλά παιδιά από το Ναύπλιο, τόσο κατά τις σπουδές τους, όσο και μετά την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Γι’ αυτό και η μνήμη της παραμένει σεβαστή, μεταξύ των παλαιών κατοίκων της παληάς πόλης του Ναυπλίου.

  

Σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Καθολικών στο Ναύπλιο


 

Φραγκοκρατία (1212 – 1389)

Επί Φραγκοκρατίας, εγκαταστάθηκε πλήρως λατινική ιεραρχία στα εκκλησιαστικά πράγματα. Οι Ορθόδοξοι ιεράρχες παραγκωνίσθηκαν ή διώχθηκαν απ’ τις επαρχίες τους, για να πάρουν τη θέση τους λατίνοι αρχιεπίσκοποι και επίσκοποι. Αυτοί πάλι, δεν ήταν και οι καλύτεροι κληρικοί[xxi], που έστελνε η Ρώμη, γι’ αυτό και η επίδραση τους στους γηγενείς  ορθοδόξους ήταν μικρή. Το Ναύπλιο και η γύρω περιοχή, υπάγονται πλέον στη δικαιοδοσία του λατίνου Επισκόπου Άργους, ο οποίος εξαρτάται απ’ τον λατίνο αρχιεπίσκοπο Κορίνθου.

 

Α’ Ενετοκρατία (1389 – 1540)

Κατά τη διάρκεια της Α’ Ενετοκρατίας, η παρουσία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ήταν συνεχής, μέσω των απεσταλμένων της Αγίας Έδρας. Ο λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου είχε, την υποστήριξη της ομόδοξης πολιτικής Αρχής, βαρύνουσα παρουσία στην περιοχή, με έδρα, από το 1397, στο Ναύπλιο αντί του Άργους.

Γνωστός λατίνος Επίσκοπος Άργους κατά την Ενετοκρατία, είναι ο Ενετός Sesundus Nani[xxii]. Περί τα  τέλη του 1420, η περιοχή του Ναυπλίου, εσείστηκε από φοβερή καταιγίδα, η οποία προξένησε πολλές ζημιές στα κτίρια της πόλης.

Στις 21 Ιανουαρίου 1421, πρωτοστατούντος του λατίνου  Επισκόπου Secundi Nani, μεταφέρονται τα Ιερά λείψανα του Αγίου Πέτρου Άργους, από το Άργος στο Ναύπλιο. Στο «Χρονικό Σύντομο»[xxiii] αναφέρεται:  «τω στλκθ’ , νεμήσει ιδ’, ‘Ιανουαρίου κα’. ημέρα γ’, Σιγουντονάνης, επίσκοπος Λατίνων, μετακόμισε τα τίμια λείψανα του οσιωτάτου Πέτρου, επισκόπου Ναυπλίου και Άργους, από Άργους εις την επισκοπήν Ναυπλίου».

Έκτοτε, είμεθα σε αναζήτηση για τα λείψανα του Αγίου Πέτρου, δεδομένου ότι η μνήμη του παραμένει ζωηρή στη συνείδηση των Αργείων και των Ναυπλιέων, με επίκεντρο το Καθεδρικό Ναό του Άργους και την Ιερά Μονή οσίου Θεοδοσίου. Εδώ σώζεται η «Συνάντηση», που θυμίζει την ιερά συνάντηση, κατόπιν ενυπνίου, του Αγίου Πέτρου μετά του οσίου Θεοδοσίου του Νέου ( 10ος αι. μ.Χ.)

Δεν έχουν σταματήσει οι προσπάθειες, για ανεύρεση των ιερών λειψάνων του Αγίου Πέτρου Άργους. Ο Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβος έχει κάνει πολλά ταξίδια στη Βενετία, παραστάσεις στο Βατικανό, για το σκοπό αυτό. Ο ίδιος είναι σε συνεργασία με επιστήμονες ιστορικούς και αρχαιολόγους, για την ανεύρεση και επιστροφή των λειψάνων.

Ο Nani αρχιερατεύει μεταξύ των ετών 1421 – 1424. Εν όσω ζούσε, είχε αποδεχθεί την νομική κατάσταση, η οποία υφίστατο επί ορθοδόξων στην «Αγία Μονή» Αρείας Ναυπλίου.

Δέχθηκε, δηλαδή, να παραμείνει ανενόχλητος στην ηγουμενία της Αγίας Μονής, ο ηγούμενος που είχε εκλεγεί χωρίς την έγκριση του και ο διάδοχος του στην ηγουμενία, να εκλέγεται, από μόνους τους μοναχούς της Μονής, χωρίς ανάμιξη του οικείου Επισκόπου.

Κατά της αποφάσεως αυτής, ανεφέρθη στις Ενετικές Αρχές, ο διάδοχος του Nani, ο λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου Bartholomaeus, ο οποίος απαίτησε την αναγνώριση, υπέρ εαυτού, του δικαιώματος διορισμού ηγουμένου της «Αγίας Μονής».

Η αξίωση αυτή οδηγήθηκε ενώπιον της Συγκλήτου και ο δόγης της Ενετίας, Φραγκίσκος Foscari, εκοινοποίησε την ληφθείσα απόφαση, δια του από 24ης Δεκεμβρίου 1437 εγγράφου του, προς τον «εξουσιαστήν και καπετάνον» Ναυπλίου Ιωάννην Barbo, αρμόδιο για την εφαρμογή των αποφασισθέντων[xxiv].

Η μαρτυρία του εγγράφου αυτού, έχει μεγάλη σημασία, για τις σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Καθολικών στην περιοχή. Σ’ αυτό, ο Λατίνος Επίσκοπος επιδιώκει να επισείει την ποινή της απελάσεως, με τη βοήθεια μάλιστα των Οργάνων της Πολιτείας, όταν μοναχοί ή πρόσωπα, που έχουν γενικά εκκλησιαστική ιδιότητα, είναι ανεπιθύμητα στην περιοχή της δικαιοδοσίας του.

Οι μοναχοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αποκαλούνται «αδελφίσκοι» και χαρακτηρίζονται με κάποια περιφρόνηση, ως επίφοβοι, αιρετικοί[xxv].

Αυτή η πληροφορία είναι σημαντική, διότι δεν έχουμε άλλες μαρτυρίες, για ανοικτή ρήξη και επεισόδια, μεταξύ Ελλήνων Ορθοδόξων κληρικών και λατίνων κοσμικών ή εκκλησιαστικών αρχόντων. Έτσι αυτό το πρόβλημα του λατίνου Επισκόπου Αργολίδας, είναι ενδεικτικό και συνιστά αξιοπρόσεκτη μαρτυρία για τη σοβούσα, έστω και υπολανθάνουσα μορφή, κρίση μεταξύ κληρικών των δύο ομολογιών.

( Σημείωση Αργολικής Βιβλιοθήκης. Το παρόν κείμενο έχει γραφεί προγενέστερα από την εύρεση και Μετακομιδή των Αγίων Λειψάνων του Αγίου Πέτρου, Επισκόπου Άργους του Σημειοφόρου και Θαυματουργού στο Άργος και στον Ιερό ομώνυμο Ναό, όπου και φυλάσσονται, από την 19η Ιανουαρίου του 2008).

  

Β’ Ενετοκρατία (1686 – 1715).

Στις 20 Αυγούστου 1686, κατά την γνωστή εκστρατεία του Μοροζίνη, το Ναύπλιο κυριεύτηκε και πάλι από τους Ενετούς, οι οποίοι εγκατέστησαν εδώ, νέα πολιτικοστρατιωτική διοίκηση, γνωστή με το όνομα Regno di Morea, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο ( Napoli di Romania, «eccelentissima«, όπως την αποκαλούσαν οι Ενετοί)[xxvi] .

Στο Ναύπλιο μετατίθεται, ο μέχρι τότε Επίσκοπος Χίου Leonardo Balsarini, με τον τίτλο του «Αρχιεπισκόπου Κορίνθου». Οι Ενετοί αποκαθιστούν την λατινική ιεραρχία, ανεχόμενοι παράλληλα, την Ελληνική ιεραρχία, με τους ιερείς και τα μοναστήρια της Ορθόδοξης  Εκκλησίας.

 

α’ . Η έκθεση Corner.

Αξίζει εδώ να αναφερθεί η έκθεση του  Giacomo Corner, γενικού Προβλεπτή Πελοποννήσου, την οποία συνέταξε στις 23 Ιανουαρίου 1691, για χρήση της Γερουσίας[xxvii].

Περιγράφει εκεί ο Corner με μελανά χρώματα, την πνευματική κατάσταση της Πελοποννήσου, υποτιμώντας τον Ορθόδοξο Κλήρο, αλλά και μερικούς καθολικούς κληρικούς. Ενδιαφέρον παρουσιάζει στην έκθεση αυτή, η περιγραφή της ειρηνικής πολιτικής προς την Ορθόδοξη Εκκλησία, που είχαν προγραμματίσει να εφαρμόσουν οι Ενετικές Αρχές, κατά την παραμονή τους στο Ναύπλιο, με κύριο στόχο να μη δημιουργηθεί δυσαρέσκεια στο λαό, προφανώς προ της απειλής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που είχε βλέψεις στην περιοχή. Ο αγώνας τότε μεταξύ Τούρκων και  Ενετών, ήταν η κυριαρχία στο Αιγαίο, για το οποίο έγιναν οι γνωστοί Ενετοτουρκικοί πόλεμοι. Οι Ενετοί συμπεριφέρονταν  στον εντόπιο πληθυσμό ηπιώτερα, για να έχουν φυσικά την υποστήριξή τους.

Ο Corner υπόσχεται, ότι δε θα αφαιρεθούν οι περιουσίες των Εκκλησιών, αλλά και το ίδιο το Κράτος θα βοηθήσει στην επισκευή τους. Απέναντι στον Ορθόδοξο Κλήρο, συνιστά διπλωματική στάση, δηλαδή ήπια και διαλλακτική. Αλλά όπως πάντα, η πράξη διαφέρει της θεωρίας. Δηλαδή, η αρχή της συμφιλιωτικής πολιτικής επισκιαζόταν πολλές φορές, από την αρχή «βασιλικώτερος του βασιλέως»!

  

β’. Τα εκκλησιαστικά ακίνητα και η ορθόδοξη ενορία του Μέρμπακα

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο σφετερισμός των εκκλησιαστικών κτημάτων της Μονής «Οσίου Θεοδοσίου» και της περιουσίας του μοναστηριού, επί Αργολίδος Αμβροσίου[xxviii].

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία.

Όπως προκύπτει από έγγραφο παραστατικό στοιχείο, της λεγομένης εκκλησιαστικής Βενετικής Απογραφής, επί γενικού Διοικητού του Ναυπλίου Francisco Grimani, o Φραγκίσκος Μοροζίνης, παρεχώρησε μετά την κατάκτηση της περιοχής, με επίσημο έγγραφό του, της 9ης Δεκεμβρίου 1688, προς  τον προερχόμενο εκ Κρήτης Επίσκοπο Ρεθύμνης Αθανάσιο Χορτάτση, τη Μονή «Αγίου Θεοδοσίου», για να τη νέμεται, ως πόρον ζωής «και ακόμη το μετόχι, ονομαζόμενο Παναγία εις του Μέρμπακα», που υπήγετο στη Μονή «Αγίου Θεοδοσίου».

Ο Αθανάσιος όμως Χορτάτσης, Επίσκοπος Ρεθύμνης, που εκμεταλλεύθηκε δια βίου, την εκκλησιαστική αυτή περιουσία, αλλά και ανακαίνισε τα κτίρια της Μονής «Αγ. Θεοδοσίου» όταν γέρασε, παρεχώρησε με συμβολαιογραφική πράξη της 9ης Ιουνίου 1694, τη Μονή «Αγίου Θεοδοσίου»  και το μετόχι της «Παναγίας Μέρμπακα» στον ανεψιό του Φραγκίσκο Χορτάτση.

Η πράξη αυτή διασφαλίστηκε επίσημα, με το από 12 Οκτωβρίου 1701, διάταγμα του Giacomo da Mosto,  Γενικού Προνοητού Πελοποννήσου στο Ναύπλιο. Με το διάταγμα αυτό παραχωρήθηκε  η Μονή και το μετόχι, στο Φραγκίσκο Χορτάτση, στον πατέρα του Εμμανουήλ και γενικά στην οικογένεια του Χορτάτση, σε αναγνώριση των υπηρεσιών τους, προς τη Βενετική Πολιτεία.

Έτσι τα εκκλησιαστικά αυτά κτήματα πέρασαν στη νομή της βενετόφιλης οικογένειας Χορτάτση. Με το ίδιο διάταγμα ορίστικε ότι, μετά το θάνατο του Επισκόπου Αθανασίου Χορτάτση, για να διατηρηθεί η κατοχή των δύο κτημάτων από την οικογένεια των Χορτάτσηδων, ηγούμενος θα γινόταν, ο Μελέτιος Χορτάτσης , αδελφός του Φραγκίσκου Χορτάτση.

Η ευφυής αυτή μεθόδευση ευδοκίμησε, όχι όμως χωρίς διαμαρτυρίες των τοπικών Εκκλησιαστικών Αρχών των Ορθοδόξων και κυρίως του Μητροπολίτου Αργολίδος Αμβροσίου[xxix]. Αφορμή των διαμαρτυριών υπήρξε η ορθόδοξη ενορία του χωριού Μέρμπακα, που βεβαίως ανήκε πάντα στην κανονική αρχιερατική εποπτεία του ορθοδόξου Μητροπολίτου Ναυπλίου και Άργους, ο οποίος τώρα εμποδιζόταν στην άσκηση των αρχιερατικών δικαιωμάτων του στην περιοχή, δηλαδή να διορίζει και εποπτεύει τον εφημέριο του Μέρμπακα, αφού οι Χορτάτσηδες διεκδικούσαν και την ενορία του Μέρμπακα, που συνεφάπτοταν με το μετόχι το οποίο ενέμοντο.

Η υπόθεση έφθασε στον Γενικό Προνοητή της θάλασσας Alvice Moncenigo. Ο Αμβρόσιος ζητά αποκατάσταση των αρχιερατικών του δικαιωμάτων. Την 8 Ιανουαρίου 1711 εκδίδεται διαταγή του Alvice Moncenigo υπέρ των Χορτάτσηδων, όπου ορίζεται, ότι το ενοριακό κανονικό δικαίωμα του οικισμού του Μέρμπακα, ανήκει στο μετόχι της Παναγίας, της οποίας ο εφημέριος θα λειτουργεί και στην ενοριακή εκκλησία του χωριού.

Ο Αμβρόσιος προσφεύγει στις Ενετικές Αρχές του Ναυπλίου κατά της αποφάσεως (Ιούνιος 1711) ενώ υποβάλλεται και αναφορά είκοσι Μερμπακιτών (Ιούλιος 1711), με  την οποία υπενθυμίζονται συγκεκριμένα γεγονότα της εκεί ενοριακής ζωής και άλλες ειδήσεις της εκκλησιαστικής πρακτικής, που έδειχναν τη συνέχεια της αρχιερατικής εποπτείας του Ορθοδόξου Μητροπολίτου Αργολίδος  επί της  ενορίας του Μέρμπακα.

Η έφεση του Αμβροσίου διεβιβάσθη από τον ρέκτορα Ναυπλίου, Pelegrin Pasgualigo,προς το Συμβούλιο των 40, στη Βενετία και κοινοποιήθηκε στον προεστό του Μέρμπακα και προς τους Χορτάτσηδες. Στη Βενετία παρακολούθησε ο Αργολίδος Αμβρόσιος την υπόθεση στενά, δια του ειδικού απεσταλμένου του, ιερέως Ιωάννου Κληματαρά, πρωτεκδίκου Ναυπλίου, μέχρι το Νοέμβριο του 1713. Ο δικαστικός αυτός αγώνας, που ήταν μακρός και πολυέξοδος, εστέφθη υπό επιτυχίας και ήταν ανάλογος προς τη γνωστή και εξ άλλων πηγών, ισχυρή προσωπικότητα του Αμβροσίου.

Ο Μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους Αμβρόσιος  [xxx], μετά την ήττα των Ενετών στην Πελοπόννησο και την επικράτησή των Τούρκων (1715) αιχμαλωτίσθηκε και δε γνωρίζουμε τι ακριβώς απέγινε. Μένει όμως το μνημόσυνο του, ως ζηλωτού και καλού Ιεράρχου[xxxi]. Πάντως απ’ όσα προαναφέραμε, φαίνεται καθαρά, ότι οι σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Καθολικών στο Ναύπλιο, δεν ήταν πάντα ανέφελες.

  

Η τύχη Καθολικών πιστών και ιδρυμάτων επί τελευταίας Τουρκοκρατίας και ελευθέρας Ελλάδας (1715 και εξής)


  

Στα 1781, υπήρχαν συνολικά εκατό (100) καθολικοί πιστοί, στην Αθήνα , το Ναύπλιο, την Κορώνη και την Πάτρα. Στο Ναύπλιον παρέμειναν λιγοστές οικογένειες, που ασχολούνταν με το εμπόριο και με διπλωματικές αντιπροσωπείες της Γαλλίας, της Βενετίας και άλλων Ευρωπαϊκών Κρατών.

Η κατάσταση αυτή, ανατρέχει σε όλη την Τουρκοκρατία (1711 – 1822), μέχρι που ήρθε ο πρώτος Βασιλιάς του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους, ο καθολικός το θρήσκευμα Όθωνας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, το 1833.

Το Βασιλιά Όθωνα συνόδευε σημαντικός αριθμός καθολικών Βαυαρών. Υπολογίζεται πως ήταν μαζί του χίλιοι οκτακόσιοι πενήντα (1850) Βαυαροί, κυβερνητικοί, άλλοι τιτλούχοι, στρατιωτικοί, αυλικοί[xxxii], οι οποίοι μετακόμισαν στην Αθήνα, όταν το 1834 μεταφέρθηκε εκεί η έδρα της πρωτεύουσας. Σε ανεπίσημη απογραφή του καθολικού πληθυσμού στα 1834, μετά την εγκατάσταση του Όθωνα στην Αθήνα, έχουμε ακόμη στο Ναύπλιο εκατόν είκοσι (120) πιστούς του καθολικού Δόγματος[xxxiii] .

Το 1839, ύστερα από αίτηση του Επισκόπου των Δυτικών Λουδοβίκου Μαρία Blanchis, Επισκόπου Σύρου, που είχε την ποιμαντική φροντίδα των καθολικών πιστών της Ελλάδας, σε περιοχές που δεν υπήρχαν λατίνοι Επίσκοποι, όπως στο Ναύπλιο, δωρίθηκε από τον Όθωνα το τέως μουσουλμανικό Τέμενος, δηλαδή η λεγόμενη «Φραγκοκλησιά» στην πλαγιά της Ακροναυπλίας, για να μετατραπεί σε Καθολικό Ναό του Ναυπλίου.

Στο Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ. Α. Κράτους, και στους φακέλους : ΔΗΜ 1.1/Π 35 (1839) και ΔΗΜ 1.1/12 32β (1838), βρίσκουμε τη σχετική αλληλογραφία, για την παραχώρηση του τζαμιού στους Δυτικούς, τους Καθολικούς του Ναυπλίου.

Βλέπουμε στο υπ’ αριθ, 4998/28 Αυγούστου 1838 έγγραφο του Διοικητού Αργολίδος, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίου, ότι « κατόπιν αιτήσεως του εν Σύρω Επισκόπου των Δυτικών, απευθυνόμενης προς την επί των Εκκλησιαστικών Βασιλικήν Γραμματείαν, ο Δήμαρχος προσκαλείται, βάσει και της υπ΄αριθ.12021 διαταγής επί των Εσωτερικών Γραμματείας», να κάμει αίτηση, ώστε να παραχωρηθεί στους πιστούς του Δυτικού Δόγματος το παραπάνω τζαμί ή κάποιο άλλο κατάλληλο απ’ όσα υπάρχουν προς ανέγερσιν Ναού « κατά τον νόμον περί προικοδοτήσεως». Ο Διοικητής παρακαλεί τον Δήμαρχο, να έχει την αίτηση του, το ταχύτερο, για να την υποβάλλει εις την «επί των Εσωτερικών Γραμματείαν» Το Τέμενος χαρακτηρίζεται ως «το υπό τον Ιτσκαλέ ερείπιον τζαμίου».

Σε έγγραφο της 7 Νοεμβρίου 1838, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίας, ο εφημέριος των καθολικών Ναυπλίου, ιερέας Πέτρος Πριβιλέγγιος, αποστέλλει κατάλογο των « όσων έγραψε έως τώρα» καθολικών, εκατόν είκοσι εννέα (129) ονόματα, που βρίσκονται στο Ναύπλιο και επιφυλάσσεται να στείλει και άλλον με ονόματα των υπόλοιπων Καθολικών του Ναυπλίου.

Με το από 20 Φεβρουαρίου/ 4 Μαρτίου 1839 Βασιλικό  Διάταγμα, παραχωρείται «εις τους ενταύθα διαμένοντας ή ως δημότας εις τον Δήμον Ναυπλίας καταγραφέντας Δυτικούς» η οικοδομή του τζαμιού, που βρίσκεται «εντός του φρουρίου πλησίον του Ίτσκαλέ».

Με το από 31 Μαρτίου/ 12 Απριλίου 1839 έγγραφο του, ο ιερέας Πέτρος Πριβιλέγγιος, με την ιδιότητα του εφημέριου των καθολικών Ναυπλίου, ευχαριστεί και εκ μέρους των πιστών του Δυτικού Δόγματος τον Δήμαρχο Ναυπλίου, «δια την φιλοκαλίαν και προσπάθειαν», την οποία κατέβαλε ως προϊστάμενος του Δήμου Ναυπλιέων, προς επιδίωξη του σκοπού τους, δηλαδή για ίδρυση καθολικού Ναού.

Με το από 3 Μαΐου 1839 έγγραφο, ο Δήμαρχος Ναυπλίου Γ. Μ. Αντωνόπουλος , διατάσσει τον Δημοτικό Αστυνόμο, να διώξει όσους κατοικούν εις τα «χαμώγια του υπό τον Ίτσκαλέ τζαμίου», δίνοντας τους μόνο τρεις (3) ημέρες προθεσμία, για να βρουν άλλα καταλύματα, διότι το τζαμί αυτό, εχορηγήθη εις τους καθολικούς δια της Κυβερνήσεως, για να ανιδρύσουν Ναόν του Δόγματός τους.

Στην παραχώρηση συνέβαλε, ο προσωπικός φίλος του Βασιλιά, Γάλλος συνταγματάρχης Α. Ιλαρίων Touret[xxxiv]. Ο Ναός επισκευάζεται λόγω των ζημιών από τα επαναστατικά γεγονότα και ανοικοδομείται πρεσβυτέριο, για κατοικία του εκάστοτε εφημερίου. Τα εγκαίνια του ναού έγιναν στα 1840 από τον εφημέριο Φραγκίσκο Κούκουλα  και αφιερώθηκε στη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος». Την εποχή εκείνη το Ναύπλιον συγκέντρωνε τριακόσιους (300) περίπου καθολικούς[xxxv], Έλληνες και ξένους. Οι δεύτεροι ανήκαν στο σώμα των Βαυαρών  στρατιωτών, που είχαν συνοδεύσει τον Όθωνα.

Θα πρέπει εδώ να αναφερθούμε, στους Βαυαρούς στρατιώτες, που συνόδευσαν τον Όθωνα κατά την άφιξή του στο Ναύπλιο. Βρισκόμαστε στα 1833. Ο Όθωνας εγκαθίσταται στο Ναύπλιο και τη φρούρηση της πόλης αναλαμβάνει πλέον η Βαυαρική Βασιλική Φρουρά, ενώ η γαλλική φρουρά εγκαταλείπει το Ναύπλιο, με τις ευχές των πολιτών.

Ο Βαυαρικός στρατός, εκτός από τις συνηθισμένες στρατιωτικές υπηρεσίες ασχολείτο και με διάφορα κοινωφελή έργα, που τότε είχε επείγουσα ανάγκη ο τόπος: συμπλήρωσε τις επισκευές οχυρωμάτων των φρουρίων, έχτισε πέτρινη σκάλα με 960 σκαλιά στη Βορειοδυτική πλευρά του Παλαμηδίου, κάνοντας έτσι ευκολώτερη την επικοινωνία με την πόλη του Ναυπλίου.

Έφιαξε «Οπλοστάσιο» στο Ναύπλιο με ειδικούς ξένους τεχνίτες, ιδίως Βαυαρούς, ενώ κατασκεύασε την πρώτη αμαξιτή οδό που συνέδεε το Ναύπλιο με το Άργος (12 χλμ.) και εργάσθηκε για την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης σ’ όλο το Κράτος.

Στους Βαυαρούς στρατιώτες, που αποστρατεύτηκαν, δόθηκε στην Αρχαία Τίρυνθα «εθνική γή» για να φιάξουν δικό τους συνοικισμό. Όμως ο συνοικισμός αυτός, που είχε ονομασθεί «Νέα Τίρυνς» δεν έμελλε να ευδοκιμήσει, διότι οι κάτοικοι του Βαυαροί, αποδεκατίστηκαν από τον τύφο και την ελονοσία ή και από άλλες αρρώστιες, που προέκυψαν στην περιοχή. Ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης, στο έργο του «Ναυπλία» ( Αθήναι 1950, σελ315) μιλάει περί «πυρετών» κακοήθων, λαβόντων χαρακτήρα, ένεκα καταχρήσεως οπωρών αώρων ως επί το πολύ». Από τους επιζήσαντες, ελάχιστοι επέστρεψαν στη Βαυαρία. Οι ίδιοι εγκατεστάθησαν στο Ναύπλιο και στην Πρόνοια, ενώ μερικοί απ’ αυτούς αργότερα πήγαν στην Αθήνα. Από το συνοικισμό των Βαυαρών, δεν απέμεινε αξιόλογο ίχνος.

Την 6η Φεβρουαρίου 1836, ο Βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος, ήλθε στην Ελλάδα, για να επισκεφθεί το γιό του τον Όθωνα. Επισκέφθηκε το Ναύπλιο και έγινε επίσημα δεκτός στην είσοδο της πόλης, απ’ το Δημοτικό Συμβούλιο Ναυπλίου και το Δήμαρχο Σπύρο Παπαλεξόπουλο, ο οποίος τον προσφώνησε. Τότε, προς τιμήν του Λουδοβίκου δόθηκε επίσημος χορός στη μεγάλη αίθουσα « Βουλευτικού» Ναυπλίου.

Ο Βασιλιάς Λουδοβίκος, σε ανάμνηση της Βαυαρικής αποικίας, διέταξε να ιδρυθεί περιφανές αναμνηστικό μνημείο, επί του βράχου που υπάρχει βορειοανατολικά της Πρόνοιας, στους πρόποδες του οποίου είχαν ταφεί οι Βαυαροί στρατιώτες, όσοι είχαν πεθάνει από επιδημία τύφου τα έτη 1833 – 34.

Λαμβάνοντας τη διαταγή αυτή, ο γλύπτης Κρίστιαν Ζίγκλερ, με δαπάνη του Βασιλιά, ελάξευσε στο βράχο Λέοντα κοιμώμενο, όμοιο με εκείνον, που έστησαν οι Ελβετοί στη Λουκέρνη, προς τιμήν των συμπατριωτών τους, που είχαν σκοτωθεί στη Γαλλική Επανάσταση (1789).

 Ο Λέων παριστάνεται να κοιμάται ήρεμα και στα πόδια του υπάρχει επιγραφή, στη γερμανική γλώσσα:

DIE

OFFIZIERE UND SOLDATEN

 DER

KOENIGLICHEN BAYERISCHEN BRIGADE

IHREN KAMERADEN

 +

 1833 UND 1834

ZUR VOLLENDUNG GEBRACHT

DURCH

LUDWIG KOENIG VON BAYERN

 

Η επιγραφή στα ελληνικά σημαίνει:

ΟΙ

 ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ

 ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΒΑΥΑΡΙΚΗΣ ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ ΤΟΥΣ

 +

1833 – 1834

ΤΕΛΕΙΩΘΕΝΤΑΣ

ΔΙΑ

ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΒΑΥΑΡΙΑΣ:

(εννοείται αφιερώνουν το παρόν μνημείον)

 

Τα αποκαλυπτήρια του «Λέοντα των Βαυαρών», έγιναν την 16η Νοεμβρίου 1841 και είναι χαρακτηριστικό το ειδοποιητήριο του Βασιλικού Επιτρόπου προς το Δήμαρχο Ναυπλίου, το οποίο βρίσκεται στο ιστορικό αρχείο Ναυπλίου (ΔΗΜ 1.1 *Ψ50,1841):

 

« Ο Αντισυνταγματάρχης Χότζ

Προς

Το Δημαρχείον Ναυπλίας

Ο υποφαινόμενος έχει την τιμήν να ειδοποιήση την Δημαρχίαν Ναυπλίας, ότι αύριον εις τάς 11 ώρας π.μ. θέλει αποκαλυφθή το παρά της Α.Μ.

του Βασιλέως της Βαβαρίας Λουδοβίκου Ι προς ανάμνησιν των του επιβοηθητικού Στρατού αποθανόντων Βαβαρών τιθέμενον μνημείον είς Πρόνοιαν.

Παραδίδω λοιπόν, ως Βασιλικός Επίτροπος, το μνημείον τούτο της Δημαρχίας από την ώραν της ξεσκεπάσεως προς υπεράσπισιν κατά κάθε είδους φθοράς και του οποίου επομένως η μεγαλοπρεπής κατασκευή θέλει χρησιμεύσει ως στολισμός της πόλεως Ναυπλίας, ως το πρώτον έργον τοιούτου είδους, μετά παρέλευσιν αιώνων, εις την νέαν αναγενηθείσαν Ελλάδα.

 

Ναύπλιον τη 15η Νοεμβρίου 1841

Ο Επίτροπος

ΧΟΤΖ ΑΝΤΙΣΣΕΤΟΣ 

  

Η Καθολική εκκλησία σήμερα στο Ναύπλιο


 

Όπως φαίνεται καθαρά από ξενικά ονόματα των καθολικών  του Ναυπλίου το έτος 1838, που κατέγραψε ο τότε εφημέριος  του Πέτρος Πριβιλέγγιος και επικύρωσε δια την ακρίβειαν ο Δήμαρχος Ναυπλίου Γ. Μ. Αντωνόπουλος, δεν υπήρχαν  ντόπιοι καθολικοί, παρά ελάχιστοι. Οι ξένοι καθολικοί  του Ναυπλίου απέθαναν, πολλοί μάλιστα  άτεκνοι και  οι περισσότεροι ακολούθησαν τον Όθωνα στην  Αθήνα.

Σύμφωνα  με πηγές της Καθολικής Εκκλησίας, στο Ναύπλιον σήμερα, διαμένουν περίπου δέκα (10) οικογένειες, που ανήκουν στο Καθολικό Δόγμα. Οι λατρευτικές τους ανάγκες, εξυπηρετούνται στον καθολικό Ναό της «Μεταμορφώσεως» από εφημέριο, που έρχεται εδώ σε τακτά διαστήματα. Επίσης στον ίδιο Ναό, εκκλησιάζονται οι αλλοδαποί της ευρύτερης περιοχής, δηλαδή τουρίστες, εργάτες κλπ.

Η Διεύθυνση Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού, ανέλαβε ως αρμόδια την ανακαίνιση της αψίδας των Φιλελλήνων, ενώ χρηματοδοτεί ως ιδιοκτήτρια τις επισκευές του Ναού, ο οποίος έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο Μνημείο.

Ζωηρό ενδιαφέρον για την αξιοποίηση των Μνημείων αυτών, έχει εκδηλώσει και ο Δήμος Ναυπλιέων. Ο χώρος φωταγωγήθηκε και ευπρεπίστηκε, ενώ χρηματοδοτήθηκε και η κατασκευή της γλυπτής παράστασης με θέμα: «Φιλέλληνες μάχονται υπέρ Ελλήνων», για την οποία ήδη έχουμε μιλήσει. Η παράσταση εγκαινιάσθηκε στις 23 Ιουνίου 1990, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Καθολικών της Αθήνας κ.κ. Νικολάου, από τον τότε Δήμαρχο Ναυπλιέων κ. Γεώργιο Τσούρνο.

  

Επιλεγόμενα


 

Από τη μελέτη, που προηγήθηκε, εξάγονται ορισμένες εξηγήσεις, σχετικά με το φαινόμενο, της μη ύπαρξης καθολικών, σήμερα στο Ναύπλιο.

Η εμφάνιση εδώ πιστών του λατινικού Δόγματος είδαμε, ότι σχετιζόταν αρχικά με εμπορικές δραστηριότητες περιστασιακού χαρακτήρα. Οι Ενετοί, έχοντας κυρίως εμπορικά ενδιαφέροντα, κινούνταν, όπου έκριναν, ότι τα συμφέροντα τους εξυπηρετούνταν καλύτερα. 

Η στάση των Ενετικών Αρχών επί Ενετοκρατίας, έναντι των Ελλήνων Ορθοδόξων, θα πρέπει να ερμηνευθεί και πολιτικά. Η διστακτικότητα των Ενετών  έναντι της Ορθόδοξης εκκλησίας, ήταν και πολιτική επιλογή, για την διατήρηση της κυριαρχίας στον τόπο. Η Καθολική Εκκλησία, κάθε άλλο παρά είχε λόγους να αρνηθεί τις ευκαιρίες που δίνονταν για επέκταση των εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών της. Μ’ αυτό τον τρόπο η πλειονότητα των Ελλήνων Ορθοδόξων, βλέπει με καχυποψία τις κινήσεις της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία ιστορικά συνδέθηκε με τον κατακτητή ( Φράγκο ή Βενετό).

Η ευκαιρία που δίνεται για ανάπτυξη του λατινικού στοιχείου, με τον ερχομό των Βαυαρών που συνόδευσαν τον Όθωνα, εξανεμίζεται, καθώς αυτοί οι ακόλουθοι του Βασιλιά, εγκαθίστανται στη νέα πρωτεύουσα, την Αθήνα μαζί με τον Όθωνα.

Εδώ θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι οι κάτοικοι του Ναυπλίου, καλού και ευγενούς χαρακτήρος, ήταν ευκατάστατοι και πεπαιδευμένοι. Η ελληνική γλώσσα, εκφράζονταν εδώ, στην πιο καθαρή και γλαφυρή της έκφραση, ενώ είναι γνωστές και οι εμπορικές επιδόσεις των κατοίκων Ναυπλίου[xxxvi].

Πιο συγκεκριμένα δεν υπήρχαν σημεία επαφής μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών. Αρκεί να αναλογισθεί κανείς τη διαφορά γλώσσας, νοοτροπίας, αγωγής και κυρίως φρονήματος.

Άλλο το ορθόδοξο φρόνημα και άλλο το λατινικό.

Εξάλλου σοβούσε δυσπιστία, επιφυλακτικότητα μέχρι περιφρόνησης και από τις δύο πλευρές. Ας θυμηθούμε, την έκφραση «αδελφίσκοι» για τους Ορθόδοξους μοναχούς, στο έγγραφο του Φραγκίσκου Foscari, που εξετάσαμε παραπάνω. Ενδεικτικό είναι το γεγονός του σφετερισμού της Μοναστικής περιουσίας της Μονής «Οσίου Θεοδοσίου» από τους Δυτικούς, επί Αργολίδος Αμβροσίου, για το οποίο ήδη έχουμε μιλήσει. Αυτά, μαζί με τον παραγκωνισμό των Αρχιερέων, νομίζουμε, ότι εξηγούν την ανωτέρω εικόνα των Ορθοδόξων και Καθολικών στην Ναυπλία.

Η κατάσταση αυτή ήταν αναγκαστικά ανεκτή, λόγω της πολιτικής συγκυρίας. Οι κρατούντες ήταν καθολικοί· τι μπορούσαν να κάνουν οι Ορθόδοξοι; Απλά ανέμεναν την ανεξαρτησία και όταν αυτή ήλθε, έστω με αλλαγή πάλι ξένου καθεστώτος, έσπευσαν να αποκαταστήσουν, την Ορθόδοξο Εκκλησιαστική Διοίκηση.

Δηλαδή μετά τη Φραγκοκρατία και την Α’ Ενετοκρατία και την παράδοση του Ναυπλίου στους Τούρκους δια συνθήκης, το επόμενο ακριβώς έτος (1541) έγινε ο διορισμός Μητροπολίτου Ναυπλίου, κατόπιν αιτήματος των Ναυλιέων, προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αφού η Αργοναυπλία ήταν Εκκλησιαστική επαρχία του Οικουμενικού Θρόνου, όπως και οι άλλες Μητροπόλεις της Πελοποννήσου μέχρι το 1833, οπότε έχομε την ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας του νεοελλαδικού κρατιδίου.

Βέβαια, καθ’ όλο το διάστημα της Ρωμαιοκρατίας, υπήρχε αντίδοση μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών. Όταν όμως απεμακρύνθησαν οι Καθολικοί κατακτητές κατέρρευσε και το όλο πλέγμα των αναγκαστικών σχέσεων Ορθοδόξων και Καθολικών, διότι ακριβώς έλειπε ο εσωτερικώς ιδεολογικός σύνδεσμος.

Για τον  αυτόν λόγο εξέλειπαν και οι Καθολικοί από την περιοχή. Πάντως, ο ιστορικός αυτός διάλογος στην περιοχή του Ναυπλίου, μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών, έχει προσδώσει στην πόλη, μια αναμφισβήτητη ιδιαιτερότητα, ιστορική, πνευματική και πολιτιστική.

                                                                       

Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος ΙΙΙ, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1998.  

 

Υποσημειώσεις


 

[i] Βλέπε Α. Savvides, Nauplion in the Byzantine and Frankish periods (Ανάτυπον) εις Πελοποννησιακά, τομ.  ΙΘ’ (1991 – 1992). Επίσης βλέπε Σοφίας Δοανίδου, «Το πριγκιπάτο της Αχαΐας» (1205 – 1460), Σύλλογος προς διάδοσιν  ωφέλιμων βιβλίων, Αθήνα 1989.

[ii]  Βλέπε Βασ. Παναγιωτόπουλου, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, Αθήνα 1985, σ. 140. Γ. Αθ. Χώρα, « Η Αγία Μονή Άρειας Ναυπλίου», εν Αθήναις 1975, σ. 95 επ.

[iii] Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρινίδου, « Η Ναυπλία», Αθήναι 1950, σ. 52 επ.

[iv]  Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδου, ό.π., σ. 57 επ. Πρβλ. Γ. ΑΘ. Χώρα, Μουσική παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο ( 18ος – 20ος αιώνας), εκδ. του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον 1994, σ. σ. 34, 35.

[v] Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδου, ό.π., σ. 58. Ντιάνας Αντωνακάτου, Ναύπλιο 88, κείμενα και εικόνες, Αθήνα 1988, σ. 218.

[vi] Βλέπε Ντιάνας Αντωνακάτου, ό.π.,σ. 218. Πάνου Λιαλιάτση, «Το Ναύπλιον», Τουριστικός οδηγός, Ναύπλιο 1972, σ. 52.

[vii]Την αψίδα ανήγειρε ο φιλέλληνας και προσωπικός φίλος του Όθωνα, Γάλλος συνταγματάρχης Α. Ιλαρίων Touret. Περιέχει 280 ονόματα φιλελλήνων αγωνιστών. Τα αποκαλυπτήρια  έκαμε ο επίσκοπος Blanchis, την Κυριακή της Πεντηκοστής του 1841.

[viii] Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδου, ό.π.,σ.328. Επίσης Μ. Φώσκολου, « Η  Καθολική Εκκλησία  Άργους – Ναυπλίου» εις Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τομ.Ι (1992) , εκδ. Δήμου Ναυπλιέων, σ. 43. Επίσης Ντιάνας Αντωνακάτου, ό.π., σ. 218.

9 Βλέπε Μ. Ρούσου – Μηλιδώνη, « Το Μνημείο Φιλελλήνων στο Ναύπλιο», Ανάτυπο απ’ το περιοδικό «Σύγχρονα Βήματα», τεύχ. 68, Αθήνα 1991.

[x] Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδου, ό.π., σ σ. 57, 58.

[xi] Βλέπε Ιωάννας Δ. Λιάτα, «Το Δημοτικό Νοσοκομείο Ναυπλίου από την ίδρυση του, μέχρι το 1851», Εργασία στο μάθημα της Ιστορίας της Ιατρικής Α. Ε. Μ. 15. 185, Θεσσαλονίκη 1983.

[xii]Βλέπε Μ. Φώσκολου, ό.π., σ. 39. 

[xiii] Βλέπε Π. Γρηγορίου, « Σχέσεις Καθολικών και Ορθοδόξων», Αθήναι 1958, σ. 319.

[xiv] Βλέπε Απ. Ε. Βακαλόπουλου, «Ιστορία του νέου Ελληνισμού» τόμ. Γ’, Θεσσαλονίκη 1968, σσ. 404 κ. επ. και 430.

[xv] Βλέπε Μ. Ρούσου – Μηλιδώνη, «Φραγκισκανοί – Καπουκίνοι», Αθήνα 1996, σ. 267.

[xvi] Βλέπε Ντιάνας Αντωνακάτου, «Ναύπλιο 88», Κείμενα και εικόνες, Αθήνα 1988, σ. 218.

[xvii] Βλέπε Ντιάνας Αντωνακάτου, ό.π., σ. 206.

[xviii]  Ο τελευταίος καπουκίνος μοναχός στο Ναύπλιο (1821) ονομαζόταν Πολύκαρπος και ήταν από τη Σμύρνη.

[xix] Βλέπε Απ. Ε. Βακαλοπούλου, ό.π., σ. 430. Επίσης Μ. Ρούσσου – Μηλιδώνη «Ιησουΐτες στον Ελλαδικό χώρο», εκδ. Κ.Ε.Ο., Αθήναι 1991, σ. 217.

[xx] Βλέπε Γ. Αθ. Χώρα, «Μουσική παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο ( 18ος –20ος αιώνας)», έκδ. του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον 1994, σ. 54.

[xxi] Ο Δ. Ζακυθινός, παρατηρεί ότι δεν έλειψαν από το λατινικό κλήρο και πρόσωπα με παιδεία και φιλολογικά ενδιαφέροντα. Βλέπε  Le Despotat grec de Moree, τ. Π σ. 41.

[xxii] Βλέπε Μ. Φώσκολου, ό.π.., σ.33.

[xxiii] Βλέπε Κ. Θ. Κυριακοπούλου, Αγίου Πέτρου, επισκόπου Άργους, βίος και λόγοι, εν Αθήναις 1976, σσ. 490 – 491.

[xxiv] Βλέπε εκτενέστερα Γ. Αθ. Χώρα, ό.π., σσ. 104 κ. επ. και περί του νομικού καθεστώτος διοικήσεως της Μονής από της βυζαντινής εποχής και κατά παράδοσιν επί βενετοκρατίας και στην συνέχεια μέχρι σήμερα, σσ. 219 κ. επ..

[xxv]  «… sunt etiam sidi vicini  guidam heretici gui dicuntur fraticelli, qui libenter subventerent patriam illam ad majores erores ex greco ritu…». Βλέπε Γ. Αθ. Χώρα, ό.π., σσ. 253.

[xxvi]  Βλέπε Σέμνης Καρούζου, Το Ναύπλιο, Αθήνα 1979. σσ. 28, 63.

[xxvii]Βλέπε Μ. Φώσκολου, ό.π., σσ. 40, 41.

[xxviii]Βλέπε Γ. Αθ. Χώρα, ό.π., σ. 127. Επίσης Γ. Αθ. Χώρα, « Η Μονή Οσίου Θεοδοσίου του Νέου Αργολίδος», Αθήνα 1994, σ. 24. 

 [xxix] Βλέπε Περ. Ζερλέντου, « Η εν Πελοποννήσω Ελληνική Εκκλησία επί Ενετών, έτεσι 1685 – 1715», εκδ. οίκος  Γ. Ι. Βασιλείου, εν Αθήναις 1921, σ. 19.

[xxx] Βλέπε Μ. Λαμπρνίδου, ό.π., σ, 98.

[xxxi] Τα περί δίκης Αμβροσίου, βλέπε λεπτομερέστερα εις Μ. Ι. Μανούσακα, Τα έγγραφα των Χορτάτσηδων της Σμύρνης  (Συλλογή Whittall), «Μικρασιατικά Χρονικά» τόμ. Ι, (1963), σ.σ. 9 – 86.

[xxxii] Βλέπε Μ. Φώσκολου. « Η καθολική Εκκλησία  Άργους – Ναυπλίου» εις Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμ Ι, 1992, σ. 43, όπου και παραπομπή.

[xxxiii] Βλέπε Μ. Φώσκολου. ό.π., σ. 43. Πρβλ. Γ. Αθ. Χώρα, Οι ξένοι στο Ναύπλιον κατά την εθνικήν παλιγγενεσίαν  (1821 – 1831), «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙ (1995), σσ. 7 – 32.

[xxxiv] Βλέπε Μ. Φώσκολου, ό.π., σ.44.

[xxxv] Βλέπε Μ. Ρούσσου – Μηλιδώνη, « Το μνημείο Φιλελλήνων στο Ναύπλιο», Ανάτυπο από το περιοδικό Σύγχρονα Βήματα, τεύχος 68, Αθήνα 1991, σ. 226.

[xxxvi] Βλέπε Γ. Αθ. Χώρα,  Η Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου, εν Αθήναις 1975, σ. 126.

Read Full Post »

Ευάλωτη γη –  Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού


 

Ο  Σύλλογος Πολιτιστική Αργολική Πρόταση, η Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Πολιτισμού Άργους και το Βιβλιοπωλείο «Εκ Προοιμίου » , σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου:

 

Ευάλωτη γη

της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού

στο Επιμελητήριο Αργολίδας, το Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010 στις 7.30 το βράδυ.

Ομιλητές:

Δημήτρης Καλαϊτζίδης, Δ/ντής Ραλλείου Σχολής Πειραιά ειδικευμένος στην περιβαλλοντική εκπαίδευση, Αντιπρόεδρος, Λούλα Κέρτσικωφ, επιχειρηματίας, Γεν. Γραμματέας, Βασίλης Δωροβίνης, δικηγόρος – πολιτικός επιστήμων και ιστορικός, νομικός σύμβουλος και μέλος του ΔΣ της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού.

Παρουσίαση: Νικόλας Ταρατόρης

 

Περιγραφή


 

Ο αιώνας στον οποίο μόλις εισήλθαμε είναι, κατά κοινή ομολογία, ο πλέον κρίσιμος στην ιστορία του ανθρώπινου είδους από περιβαλλοντικής πλευράς. Η φύση γίνεται αντικείμενο βίαιης εκμετάλλευσης, οι πόροι της λεηλατούνται χωρίς σχεδιασμό, χωρίς πρόνοια. Έχουμε αρχίσει να αντιλαμβανόμαστε επιτέλους, ότι το θέμα του περιβάλλοντος, που κάποτε θεωρείτο περιθωριακή μέριμνα, σήμερα διαπερνά όλους τους τομείς.

Εκκινώντας, από το όραμα μερικών νέων, φωτισμένων ανθρώπων η «Ελληνική Εταιρεία» εργάζεται άοκνα επί τριάντα πέντε χρόνια για να περισώσει, να διαφυλάξει, να προστατεύσει το φυσικό περιβάλλον και την πολιτισμική κληρονομιά του τόπου μας. Κα παράλληλα δημιουργεί νέες συλλογικότητες, συστρατεύει ανθρώπους σε ένα κοινό σκοπό, ευαισθητοποιεί ενημερώνοντας και εκπαιδεύει ανθρώπους σε ένα κοινό σκοπό, ευαισθητοποιεί ενημερώνοντας και εκπαιδεύει ευαισθητοποιώντας, διαρρηγνύει τέλος το κέλυφος της απάθειας και παλεύει να καλύψει, με όσα μέσα διαθέτει, τα κενά της αδιαφορίας.

Περιέχονται τα κείμενα:


  

Οι προκλήσεις της εποχής μας
– Δημήτρης Λάλας, «Διλήμματα της κλιματικής αλλαγής»
– Γεράσιμος Αράπης, «Έδαφος και νερό»
– Δάφνη Μαυρογιώργου, «Όταν η ομορφιά κινδυνεύει…»
– Σταύρος Μαμαλούκος, «Αρχιτεκτονική κληρονομιά: Ώρα μηδέν»
– Γιάννης Μ. Μιχαήλ, «Προς μια αειφόρο χωροταξική πολιτική»
– Κρίτωνας Αρσένης, «»Η ομορφιά θα σώσει…» το Αιγαίο;»
– Βασίλης Κ. Δωροβίνης, «Το επίμαχο άρθρο 24»
– Γιάννης Παλαιοκρασσάς, «Ενέργεια»
– Μάνθος Σανταμούρης, «Κτίρια και περιβάλλον: Μια βεβαρημένη σχέση»
– Δημήτρης Καλαϊτζίδη, «Η αναπόδραστη αναγκαιότητα της γενικευμένης περιβαλλοντικής εκπαίδευσης»
– Μιλτιάδης Τσοσκούνογλου, «Το οικολογικό αποτύπωμα των μεταφορών»
– Θεοδώρα Λαζαρέτου, «Φορολογική μεταρρύθμιση για το περιβάλλον»

Ιστορικά στιγμιότυπα

– Λυδία Καρρά, «Η φλόγα που δεν έσβησε»
– Μαρία Λιαρίκου, «Τα πρώτα βήματα»
– Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννου, «Ο άνθρωπος, ιερεύς της κτίσεως»
– Ριχάρδος Σωμερίτης, «Οι πρώτοι αγώνες για τη σωτηρία της Πλάκας»
– Μιχαήλ Σκούλλος, «Διασώζοντας το δελφικό τοπίο»
– Γιάννης Λύρας, «Για την Ύδρα»
– Κωνσταντίνος Καλλιγάς, «Φθάνει πια!»
– Αθηνά Κακούρη, «Η νέα μάχη του Μαραθώνα»
– Βάσω Λυμπερίδη, «Η ιστορία του κοινού μας σπιτιού»

 

Φύση

– Κώστας Σταματόπουλος, «Τατόι: Μακρύς αγώνας, αβέβαιη έκβαση»
– Ηλίας Νέλλας, «Στις μακρινές Πρέσπες…»
– Νίκος Γερμαντζίδης, «Για να μη νοσταλγήσουμε τη «Φωνή της Αμερικής»»
– Θοδωρής Σαρρής, «Το περιβαλλοντικό τρενάκι του Νέστου»
– Amanda Simpson, «Σκυριανό αλογάκι: Σύμβολο ελευθερίας»
– Επαμεινώνδας Ευεργέτης, «Παρνασσός: Άνθη των θεών»
– Γιώργος Τσεκούρας, Γιώργος Πολίτης, «Να το πάρει το ποτάμι»

Αρχιτεκτονική και πολιτισμός
– Χαράλαμπος Μπούρας, «Η τράπεζα της Μονής του Οσίου Λουκά»
– Ειρήνη Γρατσία, «Προστατεύοντας την αρχιτεκτονική κληρονομιά»
– Βούλα Μποζινέκη-Διδώνη, «Τα διλήμματα των παραδοσιακών οικισμών»
– Γιώργος Ποταμιάνος, «Σκόρπιες σκέψεις γύρω από τη συλλογή Στέρη»
– Ανδρέας Συμεών, «Τα διατηρητέα της Διονυσίου Αεροπαγίτου»
– Γιώργος Ντουνιάς, «Πλάκα: Η μάχη συνεχίζεται…»
– Μανώλης Βουρνούς, «Χίος: Νέα Μονή και Παναγία Κρίνα»
– Ευτέρπη Μακρή, «Θεσσαλονίκη: Αμφίδρομη σχέση με το παρελθόν»

Δημιουργώντας υποδομές
-Αργ. Μπακιρτζής, Ι. Σωτηρίου-Δωροβίνη, Π. Μ. Κουφόπουλος, «Προσωπικές μαρτυρίες»
– Βιβιάννα Α. Μεταλληνού, «Στο σταυροδρόμι των πολιτισμών»
– Συνεντεύξεις με τους Θ. Κουρουζίδη, Κ. Τσαουσίδου, Κ. Καρβούνη, Α. Μπούφη, «Όταν οι  πολίτες ενεργοποιούνται τοπικά: Δράση σε όλη τη χώρα»

Ποιότητα ζωής και περιβαλλοντικά προβλήματα:
– Κώστας Βασιλάκης, «Περιβάλλον και ποιότητα ζωής»
– Άκης Παπασαράντης, «Φιλοπάππου: Η προφύλαξη ενός ελεύθερου χώρου»
– Πέτρος Γκίκας, «Δεν υπάρχει νερό για πέταμα»
– Σάντρα Βλαντού, «Στου γιαλού τα βοτσαλάκια…»
– Μιχάλης Πρώιος, «Λατομεία: Οι πληγές της γης»
– Νίκη Γαϊτάνη, «Το αστικό μικροκλίμα: Το παράδειγμα του Ψυρρή»
– Κωνσταντίνος Αντωνιάδης, «Η αυτοκρατορία των χωματερών…»

Και πέραν των συνόρων…
– Anna Lea, «Ο θησαυρός των αηδονιών»
– Ιωάννα Στεριώτου, «Για να μην πέσουν τα τείχη…»
– Φανή Μαλλούχου-Tufano, «Europa Nostra: Βραβεύοντας τους πρωτοπόρους»
– Βασιλική Κονιόρδου, «Όταν οι λαοί συνεργάζονται…»

Η δύναμη του εθελοντισμού
– Στάθης Ποταμίτης, «Ελληνική Εταιρεία: Μια ασυνήθιστη δομή
– Λούλα Κέρτσικωφ, «Από τις επιχειρήσεις στο περιβάλλον»
– Φώφη Νεοφύτου, «Όσοι φίλοι, προσέλθετε!»
– Λία Γεωργοπούλου, «Το κοινό μας σπίτι»
– Μαριάννα Μόσχου, «Με αρωγό την Αθήνα»
– Θεόδωρος Παπαλεξόπουλος, «Εταιρική κοινωνική ευθύνη»
– Τάσος Λεβέντης, «Υλοποιώντας το όραμα»
– Χρύσα Πολίτου, Απόστολος Λέτσιος, «Η περιβαλλοντική συνείδηση του Έλληνα»
– Δημήτρης Παπαθανασίου, «Από σχολείου άρξασθε…

Read Full Post »

Γένεση των σεισμών και σεισμική επικινδυνότητα (διάλεξη) 

 


 

   

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις. 

  

 Την Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010 και ώρα 6.30 το απόγευμα στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου θα ομιλήσει: 

                                                                                                       

Ο κ. Ιωάννης Καταρτζής  

Γεωλόγος 

με θέμα: 

«Γένεση των σεισμών και σεισμική επικινδυνότητα». 

Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο. 

  

  

Βιογραφικό σημείωμα  


 

  • Γεννήθηκε στην Αθήνα
  • Αποφοίτησε  από το 11ο Λύκειο Περιστερίου
  • Απέκτησε Πτυχίο Γεωλογίας  του  Τμήματος  Γεωλογίας, της Σχολής  Θετικών Επιστημών του Εθνικού  Καποδιστριακού  Πανεπιστημίου Αθηνών 
  • Απέκτησε Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ωκεανογραφίας ολοκληρώνοντας με επιτυχία το Διατμηματικό Μεταπτυχιακό Ενδεικτικό Ωκεανογραφίας στη Σχολή   Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου  Αθηνών.
  • Έλαβε πιστοποίηση στη χρήση Η/Ύ και στις νέες τεχνολογίες από το  Τμήμα Πληροφορικής των Α.Τ.Ε.Ι. Πειραιώς.
  • Απέκτησε πιστοποίηση στην Εκπαίδευση Ενηλίκων από τη Γ.Γ.Δ.Β.Μ. του ΥΠ.Ε.Π.Θ.
  • Εργάσθηκε ως καθηγητής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης  σε Ιδιωτικά Εκπαιδευτήρια καθώς και σε Φροντιστήρια της  Αθήνας.
  • Από το 2005 είναι μόνιμος καθηγητής  Φυσικών Επιστημών σε Δημόσια Σχολεία της Δευτεροβάθμιας .
  • Από το 2007 είναι Καθηγητής Επιστημονικού Γραμματισμού στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας Ναυπλίου
  • Ήταν εισηγητής  στο πρόγραμμα «Διαχείριση κινδύνων, κρίσεων και αντιμε-τώπιση εκτάκτων αναγκών» που πραγματοποιήθηκε στο Άργος από το Κ.Ε.Ε  Άργους, υπό την εποπτεία της Γ.Γ.Ε.Ε. Η εισήγησή του αφορούσε στο φαινόμενο των σεισμών και στα μέτρα αντιμετώπισης πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την εκδήλωση του σεισμικού γεγονότος
  • Εισηγητής  στο πρόγραμμα  «Οικολογία και περιβάλλον», που πραγματο-ποιήθηκε στις Δικαστικές Φυλακές Ναυπλίου και στις Αγροτικές Φυλακές Ν. Τίρυνθας .Το πρόγραμμα  υποστηρίχτηκε από το Κ.Ε.Ε. Άργους , υπό την εποπτεία της Γ.Γ.Ε.Ε.
  • Ήταν  Μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής του Επιστημονικού Συμποσίου με θέμα : « Ο ανθρωπισμός μέσα από τη φιλοσοφία των Φυσικών Επιστημών» που πραγματοποιήθηκε στο Ναύπλιο το Μάρτιο του 2007 από την Ένωση Ελλήνων Φυσικών .
  • Υπήρξε ο κύριος εισηγητής στην ημερίδα που διοργάνωσε το Ε.Κ.Φ.Ε. Αργολίδας με  Θέμα: «Γένεση σεισμών και σεισμική επικινδυνότητα» που πραγματοποιήθηκε στο Ναύπλιο τον Μάρτιο του 2008.
  • Ήταν εισηγητής με θέμα : «Διερεύνηση της σχέσης μεταξύ  του αισθητηριακού τρόπου: αντίληψης ενός φαινόμενου, έκφρασης της αντίστοιχης εμπειρικής γνώσης, και της μεταγνωστικής αναφοράς του», στο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε από το Παιδαγωγικό Τμήμα  Προσχολικής Εκπαίδευσης του  Πανεπιστημίου Κρήτης και τη Παιδαγωγική Εταιρεία Ελλάδας, στην  Πανεπιστημιούπολη Γάλλου στο  Ρέθυμνο, στις  22 & 23 Μαΐου 2009. Αντικείμενο – θέμα του συνεδρίου : «Εκπαίδευση και Επιμόρφωση του Εκπαιδευτικού».

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »