Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Πάσχα στον Άγιο Αδριανό (Κατσίγκρι)

 

 

 

Οι προετοιμασίες για το Πάσχα, ή τη Λαμπρή, όπως την έλεγαν, ξεκινούσαν με το άσπρισμα. Αγόραζαν ασβέστη (χωρή) και άσπριζαν τα σπίτια μέσα και έξω. Τα δάπεδα των σπιτιών ήταν από χώμα. Έφτιαχναν πηλό και σε τακτά χρονικά διαστήματα έκαναν επάλειψη. Τις αυλές, που ήταν μεγάλες και τις λέρωναν οι κότες και τα υπόλοιπα κατοικίδια ζώα, τις σκούπιζαν με θυμάρι. Ο πατέρας έπαιρνε τα παπούτσια των παιδιών που είχαν χαλάσει και τα πήγαινε στον τσαγκάρη (μπαλωματή). Μπαλωματής στο χωριό ήταν ο Ανάστασης Αναγνωστόπουλος ή μάστρο – Αναστάσης.

 

Στολισμός Επιταφίου γύρω στα 1970.

Στολισμός Επιταφίου γύρω στα 1970.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα έφτιαχναν τα πασχαλινά κουλούρια και τα γαλο-κούλουρα που τα έτρωγαν και για ψωμί. Τη Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τα κόκκινα αυγά και τη Μεγάλη Παρασκευή οι κοπέλες του χωριού ξεκινούσαν από το πρωί το στόλισμα του επιτάφιου.

 

 

Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, όλο το χωριό πήγαινε στον επιτάφιο. Οι άντρες της μεγάλης ηλικίας πήγαιναν ο καθένας στη δική του θέση, στο δικό του στασίδι. Αυτό δεν το παραβίαζε κανείς. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου πήγαιναν να κοινωνήσουν ή να μεταλάβουν, όπως έλεγαν. Πήγαιναν τμηματικά, γιατί δεν είχαν όλα τα παιδιά παπούτσια. Πήγαιναν μερικά πρώτα, γυρνούσαν και μετά πήγαιναν τα υπόλοιπα.

 

Το Μεγάλο Σάββατο έσφαζαν τα αρνιά, τα έγδερναν και το απόγευμα έπαιρναν τα δέρματα και τα πήγαιναν στην εκκλησία. Ο παπάς με τους επιτρόπους τα πουλούσαν και με τα χρήματα που έπαιρναν συντηρούσαν την εκκλησία. Το βράδυ της Ανάστασης τα αγόρια έπαιρναν μαζί τους από ένα αυγό και ένα κουλούρι. Με το Χριστός Ανέστη που έλεγε ο παπάς έβγαιναν έξω, τσούγκριζαν τα αυγά και τα έτρωγαν γιατί η μεγάλη νηστεία τα έκανε να μη μπορούν να περιμένουν. Γυρνώντας από την εκκλησία, η μάνα είχε έτοιμη τη μαγειρίτσα και όλη η οικογένεια έτρωγε.

 

Ανήμερα το Πάσχα έβαζαν ψητό στο φούρνο και το μεσημέρι καθόταν η οικογένεια στο τραπέζι. Ο παππούς έπαιρνε το μαχαίρι και έβγαζε προσεκτικά την πλάτη του αρνιού. Από την πλάτη του αρνιού έβλεπαν αν θα είχαν χαρά, αρρώστια ή και θάνατο. Τρώγοντας και πίνοντας κρασί έρχονταν  στο κέφι. Όλο το χωριό μαζευόταν στο προαύλιο της εκκλησίας και ξεκινούσε το γλέντι με τα πασχαλινά τραγούδια.

 

Σήμερα Χριστός Ανέστη

 

 

Σήμερα Χριστός Ανέστη

μες στους ουρανούς ευρέθη

σήμερα και οι παπάδες

με κεριά και με λαμπάδες.

 

Σήμερα τα παλικάρια

στέκονται σαν τα λιοντάρια

σήμερα και τα κορίτσια

στέκονται σαν κυπαρίσσια.

Σήμερα κι οι παντρεμένες

είναι λαμπροφορεμένες.

 

 

Του μπροστινού θέλω να πω

 

 

Του μπροστινού θέλω να πω

ωραίο τραγουδάκι

γιατί είναι το κορμάκι του

σαν το κυπαρισσάκι.

 

Τράβα το χορό με νάζι γιατί

 είσαι ωραίος και σου μοιάζει.

Τράβα το χορό με νιότη

όμορφε Κατσιγκριώτη.

Τράβα το πανάθεμα σε

τα σκαρπίνια μη φοβάσαι.

 

Να’ μουνα και τι να’ μουνα

μαντήλι του χεριού σου

κορδέλα του καπέλου σου

κλειδί του ρολογιού σου.

Να’ μουνα στη γη βελόνι

να πατάς να σ’ αγκυλώνει.

 

 

 

Γιορτή Μυροφόρων

 

 

Δεκαετία του 50. Εορτή των Μυροφόρων στο μοναστήρι Αγ. Δημήτριος.

Δεκαετία του 50. Εορτή των Μυροφόρων στο μοναστήρι Αγ. Δημήτριος.

Μετά το Πάσχα, στη γιορτή των Μυροφόρων ανέβαιναν στα γαϊδουράκια και άλλοι με τα πόδια και πήγαιναν στη Μονή Καρακαλά. Το μοναστήρι ήταν ανδρικό, μετά το 1960 όμως έγινε γυναικείο. Μετά τη Θεία Λειτουργία έπαιρναν τα φαγητά που είχαν φέρει μαζί τους, κάθονταν κάτω από τα δέντρα, έτρωγαν και έπιναν. Γλεντούσαν ως το απόγευμα και ξεκινούσαν έπειτα για το χωριό.

 

 

 

Πηγή

 

 

  • Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος, « Ένα χωρίο γράφει την ιστορία του, Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός », Έκδοση, Δημοτικό σχολείο Αγίου Αδριανού, 2002.

 

Read Full Post »

Αναφορογράφοι του Ναυπλίου

 

 

Στην μόλις απελευθερωμένη Ελλάδα, όταν ακόμη ήταν πρωτεύουσα το Ναύπλιο, πολύς απλός κόσμος έπρεπε για διάφορους λόγους να προσφύγει στην Κυβέρνηση. Είτε για να υποβάλει κάποια αναφορά είτε για να απαιτήσει την επίλυση κάποιου προβλήματος.

 

Αδήριτη λοιπόν προέκυψε η ανάγκη της αναζήτησης κάποιων μορφωμένων ανθρώπων που θα ανελάμβαναν την σύνταξη αυτών των εγγράφων. Έτσι, δημιουργήθηκαν οι αναφορογράφοι, κάτι σαν τους αιτησιογράφους που μέχρι πριν λίγα χρόνια συναντούσαμε καθισμένους στα μικρά φορητά γραφειάκια τους, στις εισόδους των διαφόρων Δημοσίων υπηρεσιών.

 

Στην πλατεία του Ναυπλίου λοιπόν, « κατασκηνούντες παρά την σκιεράν πλάτανον » άκουγαν με ύφος σπουδαίο και τρανό τους ενδιαφερόμενους και έγραφαν στηρίζοντας το χαρτί στο δεξιό τους γόνατο.

 

Θα πρέπει να πούμε ότι ενίοτε, οι αναφορογράφοι έπαιζαν και το ρόλο του συμβολαιογράφου ή και του δικηγόρου, όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν.

 

«Πάντων όμως εξείχεν ο εκ Καισαρείας Αναστάσιος Μαυροκέφαλος». Αυτός ξεχώριζε γιατί διέθετε ευχέρεια στην σύνταξη των κειμένων, είχε ανεπτυγμένη αντίληψη και κατανοούσε εύκολα τα αιτήματα των πολιτών, αλλά κυρίως χρησιμοποιούσε φράσεις ή λέξεις παρμένες από την αρχαία ελληνική ή ακόμη και δημιουργούσε από μόνος του νέες σύνθετες φράσεις, που εξυπηρετούσαν το κείμενο του.  

 

Αργότερα, όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Αθήνα, οι Αθηναίοι που γνώριζαν καλά  τον Μαυροκέφαλο, τον  συναντούσαν  να  περιφέρεται  στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης « ως ζών μνημείον της απλοϊκότητος, της πενίας και της σπαργώσης ενεργείας της εποχής εκείνης ».

 

 

Στον Ν. Δραγούμη διαβάζουμε:

 

 

« Καθωράιζε δε τα πέριξ της πλατείας (του Ναυπλίου) και έτερόν τι πνευματικώτερον, η παρουσία λέγω αναφορογράφων, οίτινες κατασκηνούντες παρά την σκιεράν πλάτανον  ηκροώντο ηγεμονικώς τους προσερχομένους και έγραφον, στηρίζοντες τον χάρτην επί του δεξιού γόνατος, αναφοράς και άλλα έγγραφα. Σημειωτέον δε ότι οι τότε αναφορογράφοι επείχον και συμβολαιογράφων και δικηγόρων τόπον.

Πάντων όμως εξείχεν ο εκ Καισαρίας Αναστάσιος Μαυροκέφαλος, αυτός ο και σήμερον περιφερόμενος εις Αθήνας, ως ζών μνημείον της απλοικότητος, της πενίας και της σπαργώσης ενεργείας της εποχής εκείνης, και εξείχε διά τα πρεσβεία του επαγγέλματος, την ανώτεραν αξίαν, την περί το αντιλαμβάνεσθαι και συντάττειν ευχέρειαν, και την χρήσιν λέξεων ή φράσεων αρχαιοτύπων ή περιέργως συνυφασμένων τις ηγνόει τότε το όνομα του και σήμερον αναξιοπαθούντος Α. Μαυροκεφάλου». Ιστορικαί αναμνήσεις, 1879 τόμος Α΄ σελ. 108.

 

 

Πηγές

 

  • Σωτηρίας Ι. Αλιμπέρτη, « Μαντώ Μαυρογένους», Αθήναι, Τύποις Στεφ. Ν. Ταρουσόπουλου, 1931.
  • Ν. Δραγούμη, « Ιστορικαί αναμνήσεις», 1879, τόμος Α΄σελ. 108.

 

 

Read Full Post »

Φλέσσας  Μ. Κωνσταντίνος (1919 -1982)

 

 

Γεννήθηκε το 1919 στο Ναύπλιο Αργολίδας. Ήταν το τρίτο στη σειρά παιδί του δάσκαλου  Μιχαήλ Κων/νου Φλέσσα από την Καρυά Αργολίδας και της Κωνσταντίνας Νικολάου Ζουγλή από το Κοφίνι. Τελειώνοντας το δημοτικό σχολείο Ναυπλίου το 1930 μετοικεί στην Αθήνα λόγω μεταθέσεως του πατέρα του. Το 1939 αποφοιτά από την Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία με βαθμό λίαν καλώς 8,50 . Το ίδιο έτος διορίζεται στο δημοτικό σχολείο Κολχικής Φλωρίνης.

 
 

Σχολή εφέδρων Αξιωματικών Σύρου Κ. Φλέσσας. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Σχολή εφέδρων Αξιωματικών Σύρου Κ. Φλέσσας. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

 

Το 1941 έπειτα από επιλογή κατατάσσεται στην σχολή εφέδρων αξιωματικών Σύρου. Ένα χρόνο αργότερα λαμβάνει φύλλο πορείας από την παραπάνω σχολή για να καταταγεί στο  τάγμα πεζικού Ιωαννίνων. Μετά την εισβολή του Γερμανικού στρατού και την κατάρρευση του μετώπου καλείται να επιστρέψει στην υπηρεσία του. Έπειτα από ένα ταξίδι το οποίο κράτησε δέκα έξι ημέρες και κάτω από άθλιες συνθήκες οι οποίες του προκάλεσαν ισχυρό αναπνευστικό πρόβλημα ζητά απόσπαση την οποία και πέτυχε για το δημοτικό σχολείο Αγίου Αδριανού Αργολίδας στο οποίο διδάσκει τα σχολικά έτη 1942-1943 & 1943-1944. Μετά την ανασύσταση του Ελληνικού κράτους το 1945 καλείται να υπηρετήσει το υπόλοιπο της στρατιωτικής του θητείας. Ενώ υπηρετεί, κατηγορείτε για: α) συναναστροφές με αριστερούς, β)  βιαιοπραγία κατά ανωτέρου, δικάζεται και στέλνεται στη Μακρόνησο* για περίπου ένα χρόνο, με τον επίσης δάσκαλο και συντοπίτη του Χρήστο Δωροβίνη από το Άργος. Μεσολαβεί ο εμφύλιος πόλεμος . Για τις νικηφόρες μάχες και τις επιτυχίες του στρατού εναντίον των ανταρτών στο Γράμμο και στο Βίτσι, προτάθηκε και τιμήθηκε με το δίπλωμα του πολεμικού σταυρού. Ο ίδιος δεν θεώρησε ηρωική πράξη και επιτυχία την εξόντωση «πολεμικών αντιπάλων» σε περίοδο αδελφοκτόνου πολέμου και αρνήθηκε να το παραλάβει, αν και αντιλαμβανόταν τις επιπτώσεις της άρνησης που θα σηματοδοτούσαν την μετέπειτα πορεία του. Απολύεται από τον στρατό το 1949 έχοντας συνολική θητεία πέντε έτη με τον βαθμό του έφεδρου Υπολοχαγού Πεζικού. Με το τέλος του Εμφυλίου παρουσιάζεται και πάλι στην Κολχική Φλωρίνης. Το 1950 μετατίθεται στο 1/τάξιο δημοτικό σχολείο Κουρκουλών, της εκπαιδευτικής περιφέρειας Ιστιαίας.

 

 

 
 

Δημοτικό σχολείο Λίμνης Ευβοίας Κ. Φλέσσας 1960. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Δημοτικό σχολείο Λίμνης Ευβοίας Κ. Φλέσσας 1960. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Το ίδιο έτος συγγράφει με τον δάσκαλο πατέρα του Μιχαήλ και την επίσης  δασκάλα αδελφή του Θεοδοσία ,το αναγνωστικό της δευτέρας δημοτικού με τίτλο «ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ», που λόγω του αιφνιδίου θανάτου του πατέρα του δεν εκδόθηκε.. Στο προσωπικό του αρχείο υπάρχει και μια σειρά ανέκδοτων εργασιών με τους τίτλους 1) Ο παιδικός φόβος, 2) Η ανάγνωσις είς τάς Β.Γ.Δ.! τάξεις, 3)Επωφελής χρησιμοποίησις του εκτός της κυρίως διδασκαλίας χρόνου.. «Διαλείμματα, ελεύθερα απογεύματα, εκδρομαί» 4) Περί διανοίας, 6) Ανάπτυξις και Ισχύς της μνήμης  καθώς και ένα χειρόγραφο ορθογραφικό και ερμηνευτικό λεξικό της δημοτικής. Το 1956 μετατίθεται στο δημοτικό σχολείο Λίμνης Ευβοίας . Το ίδιο έτος παντρεύεται την Καλλιόπη Αγγελή Τζουτζά και το 1957 αποκτούν δύο παιδιά.

 

 
 

Όρθιος με το μαντολίνο ο Κώστας Φλέσσας και καθιστός με την κιθάρα ο Γρηγόρης Μπιθικότσης στη Μακρόνησο το 1948. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Όρθιος με το μαντολίνο ο Κώστας Φλέσσας και καθιστός με την κιθάρα ο Γρηγόρης Μπιθικότσης στη Μακρόνησο το 1948. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Ο δάσκαλος πέρα από την πνευματική του κατάρτιση διέθετε και εξαιρετικό ταλέντο και αγάπη στην μουσική. Χρησιμοποιούσε με ιδιαίτερη ικανότητα τα έγχορδα κυρίως μουσικά όργανα και σε συνδυασμό με την  δυνατή σε ένταση και καλλιεργημένη φωνή του διοργάνωνε αξέχαστες μουσικές βραδιές με τις παρέες του . Είτε αυτό γινόταν κάτω από το φεγγαρόφωτο στον πλάτανο της Ελιτσάς στην Καρυά, η στα παλιά ταβερνάκια της Πλάκας στην Αθήνα παρέα με τον συνεξόριστο  και φίλο του Γρηγόρη Μπιθικότση (στο ξεκίνημα του ),  ή στη Λίμνη Ευβοίας την δεύτερη πατρίδα του συντροφιά με ανθρώπους κάθε ηλικίας. Συνταξιοδοτείτε έχοντας περίπου τριάντα χρόνια υπηρεσίας  το 1973 με τον βαθμό του Διευθυντή. Πεθαίνει το 1982 στην Αθήνα σε ηλικία 63 ετών δημιουργώντας μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό στην οικογένεια του, στα αδέλφια του αλλά και στον κοινωνικό και φιλικό του περίγυρο αφήνοντας σε όλους μια γλυκιά και συγκινητική ανάμνηση.

 

 

 

Υποσημείωση

 

* Στην Μακρόνησο, ένα άγονο νησί 15 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ξεκίνησε η λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης με εισήγηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού προς το υπουργείο Στρατιωτικών στις 19 Φεβρουαρίου 1947. Στο αρχικό εισηγητικό σημείωμα που συντάχθηκε μετά τις εκλογές της 1-4-1946, αναφέρεται επί λέξει: «Αποφασίζεται ο περιορισμός των αριστερών στρατευσίμων εις ορισμένα στρατόπεδα δια να υποστούν αποτοξίνωσιν. Όλες οι στρατιωτικές μονάδες δέον όπως εκκαθαρισθούν από αριστερίζοντες ή υπόπτους αριστερισμού».

Αφού δόθηκε η σχετική έγκριση στις 3 Απριλίου, στάλθηκαν στην Μακρόνησο στις 26 Μαΐου κατόπιν εντολής του τότε αρχηγού ΓΕΣ Κ. Βεντήρη, οι πρώτοι «σκαπανείς» που θα υλοποιούσαν το έργο και την «προσπάθεια επαναφοράς αυτών εις τους κόλπους της φιλτάτης πατρίδος» με διαφόρους «επωφελείς εργασίας». Στην αρχή, οι εκτοπισμένοι ήταν αριστεροί ή απλά δημοκρατικοί στρατιώτες που εξέτιαν τη θητεία τους χωρίς όπλο. Η Μακρόνησος λειτούργησε με αυτό τον τρόπο ως το 1958.

Ο Υπουργός Εσωτερικών που έδωσε την εντολή για τη λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης της Μακρονήσου ήταν ο Χριστόφορος Στράτος. Ο Στράτος ανήκε στη γνωστή οικογένεια που στη συνέχεια κατείχε την Πειραική – Πατραϊκή. Οι πολιτικοί της εποχής χαιρέτησαν τη λειτουργία αυτού του σωφρονιστικού ιδρύματος. Για παράδειγμα, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος αναφέρθηκε σε αυτό ως «αναρρωτήριο ψυχών», «συνέχιση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού», «Εθνική κολυμβήθρα» και «Νέα Εδέμ στα μάτια της ελληνικής Ιστορίας». Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ανέφερε ότι «στη Μακρόνησο αναγεννάται η Ελλάς ωραιοτέρα στην ψυχή των Ελλήνων».

Οι κρατούμενοι ήταν κατά κύριο λόγο πολίτες, άνδρες, γυναίκες αλλά και παιδιά τους, οι οποίοι είχαν ηγηθεί ή συμμετάσχει στην Εθνική Αντίσταση, κατά τη διάρκεια της σκοτεινής περιόδου του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Η άοπλη στρατιωτική θητεία, ενός παράδοξου για την εποχή θεσμού, αποσκοπούσε όχι απλά στον έλεγχο της εμφυλιοπολεμικής στράτευσης των ανδρών αλλά στην ολοκληρωτική εξαφάνιση του προοδευτικού κινήματος, καθώς συνοδευόταν από βασανιστήρια μεγάλης βαναυσότητας.

Η Μακρόνησος δεν ήταν απλώς ένας τόπος εξορίας. Η σκληρότητα των βασανιστηρίων που έλαβαν χώρα εκεί κάνει φανερό ότι επρόκειτο για ένα οργανωμένο σύστημα εξόντωσης. Με πρόσχημα την «αναμόρφωση» των κρατουμένων, ασκούνταν σωματική και ψυχολογική βία ώστε να καμφθεί η συνείδηση και το φρόνημά τους με σκοπό να αποκηρύξουν με γραπτές «δηλώσεις μετανοίας» τα φρονήματά, τις ιδέες ή τα ιδανικά τους. Ακολουθούσαν επιστολές που θα έπρεπε να συντάξει ο «ανανήψας» και οι οποίες απευθύνονταν στο δάσκαλο του χωριού του, τον παπά ή τον κοινοτάρχη με το ίδιο περιεχόμενο, αλλά και ομιλίες προς τους υπόλοιπους φαντάρους με τις οποίες θα διατράνωνε την πίστη του στα ιδανικά της πατρίδας και θα πιστοποιούσε την μεταμέλειά του όπως και την αποκήρυξη του «εαμοσλαυισμού» κ.λ.π. Όλα τα παραπάνω είχαν φυσικά σα στόχο την πλήρη καταρράκωση του «μεταμεληθέντος», ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι στη συνέχεια θα του δινόταν όπλο και θα τον έστελναν στο μέτωπο της εμφύλιας σύρραξης, κατά του Δημοκρατικού Στρατού (ΔΣΕ).

Να σημειωθεί ακόμη ότι η πλήρης επανένταξη απαιτούσε συχνά και την επίδειξη ιδιαίτερης σκληρότητας από τον «ανανήψαντα» προς τους «αμετανόητους» πρώην συντρόφους του, η οποία εάν δεν ήταν αρκούντως πειστική, προκαλούσε άγρια αντίδραση των φρουρών και την εξαρχής απαίτηση για όλα τα προηγούμενα. Με τον τρόπο αυτό, οι υπεύθυνοι του στρατοπέδου εξασφάλιζαν τη δημιουργία φανατισμένων «γενιτσάρων» (όπως τους αποκαλούσαν όσοι έμεναν αμετακίνητοι στα πιστεύω τους) που αδημονούσαν να οπλισθούν και να πάνε «εθνικά αναβαπτισμένοι» στο μέτωπο. (Βικιπαίδεια)

 

Πηγή

 

 

  • Ελένη Φλέσσα, « Φλεσσαίικες  ρίζες από την Πολιανή Μεσσηνίας στην Καρυά Αργολίδας και η Ιστορία του τέως Δήμου Λυρκείας »,  υπό Έκδοση.

 

  

Read Full Post »

Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου – Παράρτημα Ναυπλίου

 

To διατηρητέο    νεοκλασικό κτίριο της οδού Σιδηράς Μεραρχίας αρ. 23, κτίστηκε το έτος 1905. σε σχέδιο Τεκτονικής Κ. Π. Χαντζάρα, όπως αναγραφεί εντοιχισμένη μαρμάρινη  επιγραφή και χρησιμοποιήθηκε από τον ιδιοκτήτη του γυναικολόγο ιατρό και μετέπειτα Δήμαρχο Ναυπλιέων Γεώργιο Μηναίο ως κατοικία και ιδιωτική κλινική. Μεταγενέστερα, όταν έπαυσε η λειτουργία της κλινικής, στεγάστηκαν διαδοχικά στο κτίριο η  έδρα της 4ης Σιδηράς Μεραρχίας, το Νοσοκομείο Ναυπλίου,  Ανώτερα Διοίκηση  Χωροφυλακής και τελευταία, η ταβέρνα με τίτλο ο Νικόλας. Το κτίριο περιήλθε στην κυριότητα του Δήμου Ναυπλιέων, ύστερα  από  αναγκαστική  απαλλοτρίωση και το 1997, παραχωρήθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη  για να λειτουργηθεί ως παράρτημα της. Η υποδειγματική ανακαίνιση του κτιρίου και ο μουσειολογικός εξοπλισμός του έγινε οπό το Κοινωφελές Ίδρυμα  Ωνάση.

 

Εθνική Πινακοθήκη Παράρτημα Ναυπλίου. Φωτ. Μ. Πετρόπουλος, περιοδικό Ναύδετο.

Εθνική Πινακοθήκη Παράρτημα Ναυπλίου. Φωτ. Μ. Πετρόπουλος, περιοδικό Ναύδετο.

 

 

Παράρτημα Ναυπλίου

 

 

«Το παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης στο Ναύπλιο ιδρύθηκε το 2004, επί διευθύνσεως Μαρίνας Λαμπράκη – Πλάκα και με πρωτοβουλία του επιφανούς Ναυπλιέως και ε.τ. Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Αποστόλου Μπότσου. Το κτίριο, το οποίο παραχωρήθηκε από τον Δήμο Ναυπλιέων, ανακαινίστηκε και εξοπλίστηκε μουσειολογικά από το Κοινωφελές Ίδρυμα  Ωνάση. Στο διατηρητέο νεοκλασικό κτίριο που στεγάζεται, διαθέτει μόνιμη συλλογή με έργα εμπνευσμένα από τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων (Θ. Βρυζάκης, Φ. Μαργαρίτης, Διον. Τσόκος, Ν. Λύτρας, Ν. Γύζης, κ.α.). Σκοπός  αυτής της ζωγραφικής είναι να απομνημονεύσει τα ηρωικά κατορθώματα των Ελλήνων αφαιρώντας τους  ωστόσο τον ρεαλιστικό τoυς χαρακτήρα και ανάγοντάς τα σε μια σφαίρα ιδανική.

 

ΠινακοθήκηΗ έκθεση των έργων ζωγραφικής διαρθρώνεται σε πέντε ενότητες οι οποίες καλύπτουν θέματα ή απεικονίζουν ιστορικά συμβάντα, των οποίων η εικονογραφία διαμορφώθηκε ενώ η τέχνη του 19ου αιώνα εξελισσόταν τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Το στοιχείο που πάνω απ’ όλα έδινε φτερά στη φαντασία αυτών των ρομαντικών δημιουργών ήταν η δραματική σειρά αντιπαραθέσεων, που εμπεριείχε η Ελληνική Επανάσταση. Ο αγώνας των Ελλήνων ενάντια στους Τούρκους συμβόλιζε τη σύγκρουση του Πολιτισμού με τη Βαρβαρότητα, του Σταυρού με την Ημισέληνο, της Ελευθερίας με την Καταπίεση.

 

Οι  περισσότερες σκηνές προδίδουν την προσπάθεια του καλλιτέχνη να συγκινήσει, να υπογραμμίσει τις ψυχικές συγκρούσεις, το πάθος και τα συναισθήματα των ηρώων, να διδάξει και να παραδειγματίσει το θεατή. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ιστορικά γεγονότα αναπλάθονται με ένα οικείο, ηθογραφικό ύφος, που μεταφέρει αμεσότερα στο θεατή το δράμα των πρωταγωνιστών. Το παράρτημα διαθέτει και μια αίθουσα περιοδικών εκθέσεων που εναλλάσσονται χαρίζοντας στο μουσείο το δυναμισμό και το θέλγητρο που πρέπει να το χαρακτηρίζουν. Παράλληλα με τα ζωγραφικά έργα, η έκθεση συμπληρώνεται με γλυπτά, με αντικείμενα καθημερινής χρήσης, και οπλισμό των αγωνιστών αποδεικνύοντας το εύρος της διάδοσης των εικονογραφικών θεμάτων του Αγώνα».

 

Λαμπρινή Καρακούρτη – Ορφανοπούλου

Ιστορικός Τέχνης Εθνικής Πινακοθήκης  

 

Εθνική Πινακοθήκη

 

ΠινακοθήκηΗ Εθνική Πινακοθήκη δημιουργήθηκε κατόπιν δωρεάς του νομικού Αλεξάνδρου Σούτζου, που το 1896 άφησε την περιουσία του στο κράτος με σκοπό τη δημιουργία ενός Μουσείου Καλών Τεχνών. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 28 Ιουλίου του 1900, ξεκίνησε να λειτουργεί η Πινακοθήκη με το ζωγράφο Γεώργιο Ιακωβίδη, στη θέση του Εφόρου. Λειτούργησε αρχικά εκθέτοντας 258 έργα από τις συλλογές του Πολυτεχνείου (στο οποίο είχε δημιουργηθεί λίγα χρόνια πριν μια μικρή πινακοθήκη) και του Πανεπιστημίου. Τον επόμενο χρόνο εντάχθηκαν και τα 107 έργα της συλλογής του Α. Σούτζου, τα οποία είχε επίσης κληροδοτήσει στο ελληνικό κράτος. Μέχρι το 1939 στεγάστηκε στο κεντρικό κτίριο του Πολυτεχνείου, και μετά τον πόλεμο άλλαξε πολλές φορές στέγη. Το 1976 εγκαταστάθηκε στο σημερινό κτίριο, που κατασκευάστηκε με σχέδια των αρχιτεκτόνων Παύλου Μυλωνά και Δημήτρη Φατούρου. Το Ίδρυμα Ωνάση χρηματοδότησε ένα νέο παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης στο Ναύπλιο, ενώ τα γλυπτά αποκτήσανε ένα δικό τους κτίριο με την Εθνική Γλυπτοθήκη η οποία βρίσκεται κοντά στη λεωφόρο Κατεχάκη, στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις του Γουδή.

 

Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου – Παράρτημα Ναυπλίου
Σιδηράς Μεραρχίας 23, Ναύπλιο
Τηλ. 27520 2 1915, 2 1935
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα, Πέμπτη, Σάββατο 10.00-15.00
Τετάρτη, Παρασκευή 10.00-15.00 & 17.00-20.00
Κυριακή 10.00-14.00 Τρίτη κλειστά
Είσοδος ελεύθερη την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα.

 

 

Πηγές

 

  • Περιοδικό «Ναύδετο », τεύχος 1, σελ. 12 – 19
  • Ιστότοπος –  Εικονική Περιήγηση στο Ναύπλιο
  • Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου

Read Full Post »

Μάρκου Γεώργιος, ο Αργείος Αγιογράφος


 

Ο Γεώργιος Μάρκου γεννήθηκε γύρω στα 1690. Βέβαια, σχετικά με την γέννηση του δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο. (Ο  Κώστας Δανούσης παίρνοντας υπόψη του ότι το πρώτο γνωστό του έργο, το καθολικό της Μονής Πετράκη, χρονολογείται το 1719, υπολογίζει ότι θα πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 1690). Έζησε στην Αττική, όπου πιθανόν ολοκλήρωσε την μόρφωσή του, αλλά επισκέφθηκε το Άγιο Όρος και την Βενετία. Το γιατί εγκαταστάθηκε στην Αττική δεν είναι εύκολο να εξακριβωθεί. Μια λογική υπόθεση είναι το γεγονός ότι εκεί οι αρχές του ΙΗ’ αιώνα συμπίπτουν με το ξεκίνημα μιας νέας εποχής, μετά την αποτυχη­μένη εκστρατεία και προσωρινή κατοχή της Αθήνας από το Μοροζίνη (1688). Οι κάτοικοι επιστρέφουν, ο πληθυσμός πυκνώνει και οι νέες εκκλησίες που κτίζο­νται ή οι παλαιότερες που ανακαινίζονται, έχουν ανάγκη από διακόσμηση. Τις νέες καλλιτεχνικές ανάγκες έρχονται να καλύψουν τεχνίτες από άλλες περιοχές, αφού στον τομέα αυτό η τοπική παράδοση ήταν αρκετά φτωχή. Τα έργα του είναι επηρεασμένα – όχι πάντα – από την τεχνοτροπία των Κρητικών αγιογράφων του 16ου και 17ου αιώνα.

 

«Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής», Γεώργιος Μάρκου. Καθολικό της Μονής των Ασωμάτων Ταξιαρχών, γνωστό ως Καθολικό της Μονής Πετράκη.

 

Γνωστά έργα του Γεωργίου Μάρκου είναι:

 

Α. Οι τοιχογραφίες τμήματος του καθολικού της Μονής Πετράκη[1] το 1719. Σ’ αυτόν αποδίδεται μόνον ο κυρίως ναός. Το ιερό ανήκει σε άγνωστο παλαιότερο ζωγράφο, ενώ ο νάρθηκας είναι νεότατο έργο. Η παρουσία του Μάρκου στο μνημείο αυτό επιβεβαιώνεται από την παράδοση, η οποία όμως γίνεται απο­δεκτή από όλους τους ιστορικούς της μεταβυζαντινής τέχνης, εκτός από τη Μ. Σωτηρίου, η οποία προτιμά να το αποσιωπήσει[2]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μποβόπουλος Δ. Κωνσταντίνος (1874-1948)

 

 

ΜποβόπουλοςΓεννήθηκε το 1874. Ο πατέρας του Δημήτρης Μποβόπουλος ήταν Ιερέας στον Ι. Ν. Αγίου Βασιλείου Άργους, Σπούδασε στο Ανώτατο Μετσόβιο Πολυτεχνείο Αθηνών, στο οποίο και δίδαξε για δέκα χρόνια εικαστικά και καλλιγραφία, ως Καθηγητής Πανεπιστημίου. Όταν επέστρεψε στο Άργος, εγκαταστάθηκε στο πατρικό του σπίτι, στην οδό Βλάσση 22, όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Εργάστηκε ως καθηγητής Καλλιτεχνικών και συνταξιοδοτήθηκε από το Μπουσουλοπούλειο Γυμνάσιο το 1941. Παντρεύτηκε την Παρασκευή Κατσούλη από τη Νεμέα και απέκτησαν τρεις κόρες: την Δήμητρα, την Πηνελόπη και την Κατερίνα. Η Δήμητρα, σύζυγος του αειμνήστου εργοστασιάρχη Δημητρίου Μπόνη, έχει αποβιώσει. Η Πηνελόπη, είναι σύζυγος του αειμνήστου Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών Βασιλείου Τραγουστή.

 

Στα έργα του χρησιμοποιούσε την τεχνική του λαδιού και στη θεματική και τεχνοτροπία ήταν επηρεασμένος από την δυτική τέχνη της Αναγεννήσεως. Σύμφωνα με το προσωπικό του ημερολόγιο, είναι καταγεγραμμένες εξακόσιες εικόνες σε διάφορους ναούς στην Αργολίδα. Χαρακτηριστική είναι η αγιογραφία του τέμπλου του παλαιού Ιερού Ναού του Αγίου Βασιλείου στο Άργος, που απεικονίζει την Παναγία, τον Ιησού Χριστό και τον Άγιο Ιωάννη. Σήμερα, το έργο αυτό βρίσκεται στους Αγίους Πάντες, στο υπόγειου του νέου Ιερού Ναού του Αγίου Βασιλείου. Ο Κωνσταντίνος Μποβόπουλος έφυγε από τη ζωή το 1948, σε ηλικία 74 ετών.

 

Read Full Post »

Μετασίδης Θ. Ιωάννης (1922-2008)

 

 

 

ΜετασίδηςΑγιογράφος. Γεννήθηκε στο Ταφκέντ της Ρωσίας το 1922. Σε ηλικία 18 ετών η οικογένεια επέστρεψε στην Ελλάδα, εφόσον αποφάσισαν ότι επιθυμούν να παραμείνουν Έλληνες υπήκοοι. Τα πρώτα χρόνια εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά και το 1939 ήρθαν στις Φυστικιές Άργους. Το 1946 παντρεύτηκε την επίσης, ελληνορωσίδα – πρόσφυγα Ζωή Πολατίδου και απέκτησαν δύο κόρες: την Ελισάβετ (1967) σύζυγο του Γεωργίου Χιόνη, κάτοικο Δαλαμανάρας και την Ελένη (1969) σύζυγο του Βασιλείου Δωροβίνη, κάτοικο Άργους. Μετά τον γάμο του και μέχρι το τέλος της ζωής του κατοικούσε στο Αργός, στην οδό Εθνάρχου Μακαρίου 40, όπου υπάρχει το σπίτι και το εργαστήρι του.

 

Ένα από τα μαθήματα του Γυμνασίου και του Λυκείου στην Ρωσία, ήταν η Ζωγραφική και η Αγιογραφία. Έτσι, ο Ιωάννης Μετασίδης διδάχθηκε την τέχνη, την αγάπησε και την δούλεψε μόνος του με συνέπεια και μεράκι. Αγιογράφησε την πρώτη του εικόνα, «την Παναγία και τον Χριστό«, το 1946. Σήμερα η εικόνα αυτή ανήκει στην κόρη του κα Ελένη Βασιλείου Δωροβίνη. Η τελευταία εικόνα που αγιογράφησε ήταν Ό Μέγας Αρχιερεύς«, παραγγελία ομογενών ιερέων για Ορθόδοξο Ιερό Ναό σε πόλη της Αμερικής. Αντίγραφο της εικόνας αυτής, τοποθέτησε στο μνημείο της συζύγου του. Έχει αγιογραφήσει εικόνες σε ξύλο και μουσαμά, για τους Ιερούς Ναούς: Αγίου Βασιλείου, Αγ. Νικολάου (νεκροταφείο), Αγίας Κυριακής, Αγίας Αικατερίνης, Παναγίας Πορτοκαλούσας, Παναγίας στο Κεφαλάρι Άργους, Παναγίας στο Κεφαλάρι Αχλαδοκάμπου, Θεομάνας Νέας Κίου, Αγίου Παντελεήμονα Δαλαμανάρας, κ.ά. Φορητές εικόνες του υπάρχουν και στο εκκλησάκι του Νοσοκομείου Άργους. Ο Ιωάννης Μετασίδης έφυγε από την ζωή τον Ιανουάριο του 2008, σε ηλικία 86 ετών, ένα χρόνο νωρίτερα είχε φύγει από την ζωή και η σύζυγος του.

 

Read Full Post »

Ζωγράφος Μ. Παναγιώτης (1856-1910)


 

Αγιογράφος. Ο Παναγιώτης Ζωγράφος γεννήθηκε στο Άργος της Αργολίδας το 1856 και απεβίωσε την 27 η Αυγούστου του 1910 όπως φαίνεται από το Μητρώο Αρρένων του Δήμου Άργους με αύξοντα αριθμό 15. Παντρεύτηκε την Αγγελική Κεραμίδα και απέκτησαν 5 παιδιά, 4 κορίτσια τις Αθηνά, Μαγδαληνή, Ελένη, Ματίνα και ένα γιό τον Μιχαήλ Ζωγράφο (1897).

Ζωγράφος Μιχαήλ γιός του Παν. Ζωγράφου (1897-1972)

Ήταν αυτοδίδακτος λαϊκός ζωγράφος τις πρώτες διδαχές τις πήρε από τον πατέρα του Μιχαήλ που ήταν και αυτός ζωγράφος. Η καταγωγή του τελευταίου πρέπει να ήταν από το χωριό Σάγκα (κοντά στη  Τρίπολη) και αυτό πιθανολογείται διότι χρησιμοποιούσαν  (και οι δύο ) το προσωνύμιο «Σαγκιώτης».

Την εποχή εκείνη η έκφραση της ζωγραφικής τέχνης είχε σαν κύρια παρουσίαση την αγιογραφία. Αποτελούσε  ασφαλώς και έκφραση θεοσέβειας των απλοϊκών ανθρώπων του 19ου αιώνα. Οι δυσκολίες για την κατασκευή μιας εικόνας ήταν μεγάλες και ο σύγχρονος άνθρωπος με δυσκολία μπορεί να τις φαντασθεί. Πρώτα έπρεπε να γίνει η κατασκευή  του πλαισίου και η  επεξεργασία του ξύλου επάνω στο οποίο θα ζωγραφίζονταν η εικόνα εάν ήταν βέβαια  φορητή  ή του τοίχου εάν ήταν νωπογραφία. Αυτό απαιτούσε πολύ χρόνο και προσπάθεια. Σε αυτό το στάδιο την περισσότερη δουλειά την έκαναν  οι βοηθοί που δεν ήταν άλλοι από τα παιδιά του. Αλλά και η παρασκευή χρωμάτων ήταν άλλο πρόβλημα.

Ο Παντοκράτωρ, φορητή εικόνα έργο του Παν. Ζωγράφου, ιδιωτική συλλογή.

Τότε τα χρώματα δεν ευρίσκοντο στο  εμπόριο αλλά τα έφτιαχναν μόνοι τους από φυσικά υλικά  (φυτικά και ζωικά) όπως από τον κρόκο αυγού για το κίτρινο και άλλα από τα λουλούδια. Στη αγιογραφία όμως βασικό ρόλο παίζει και ένα άλλο χρώμα αυτό του χρυσού. Η προμήθεια αυτού του πολύτιμου μετάλλου για την παραγωγή του ομώνυμου χρώματος ήταν και δύσκολη και δαπανηρή. Συχνά αποτελούσε σημείο τριβής και διαφωνιών μεταξύ των πελατών που έκαναν τις παραγγελίες των εικόνων και των ζωγράφων που τις εκτελούσαν. Μια τέτοια διαφωνία σώζεται μέχρι σήμερα σε ένα εξώδικο που έκανε ο Παναγιώτης Ζωγράφος  κατά του εφημέριου του Ιερού Ναού του Τιμίου Προδρόμου  στο Άργος στις 27 Οκτωβρίου 1888.

Παναγία η γλυκοφιλούσα, φορητή εικόνα έργο του Παν. Ζωγράφου, ιδιωτική συλλογή.

 

Τα έργα του Παναγιώτη Ζωγράφου βρίσκονται σε πάρα πολλούς ναούς τις Αργολίδας. Ολοκληρωμένη καταγραφή δεν έχει γίνει ακόμα ο εγγονός του, με το ίδιο όνομα, έκανε μια προσπάθεια το 2008 έχοντας την πολύτιμη   και την αμέριστη συμπαράσταση της Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων του νομού Αργολίδας καθώς και την έγκριση του Σεβασμιότατου Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Ιακώβου. Η έρευνα δεν ολοκληρώθηκε αλλά έφερε στην δημοσιότητα αρκετά έργα του ζωγράφου. Ο Δήμος Άργους τίμησε την μνήμη του λαϊκού ζωγράφου (καθώς και άλλων συγχρόνων Αργείων) με  μια έκθεση στις 9-18 Μαρτίου 2009.

Από τεχνοκριτικής άποψης τα έργα του έχουν έντονο μεταβυζαντινό στυλ με λαμπερά ζωηρά χρώματα και μορφές εμπνευσμένες από την ρωσική σχολή, μεγαλοπρεπή  πλούσιο ρουχισμό  με έντονες  χαρακτηριστικές πτυχώσεις.

Πηγή


  • Αρχείο: Παναγιώτη Ζωγράφου, εγγονού του.  

Read Full Post »

Διαβάστε το πλήρες βιογραφικό της εικαστικού και χαράκτριας Δήμητρας Σιατερλή, στον σύνδεσμο:  

https://argolikivivliothiki.gr/2025/11/10/dimitra-siaterli/

 

 

Read Full Post »

Ρέπουλης Εμμανουήλ (1863-1924)


 

Δημοσιογράφος και βουλευτής. Είχε εκλεγεί τρεις φορές: 1899, 1905 (και τις δυο με το κόμμα του Γεωργίου Θεοτόκη), 1923 (με τους Φιλελευθέρους) και ήταν ένας από τους βουλευτές της ομάδας των Ιαπώνων (1906-1908). Είχε γίνει υπαρχηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων. Είχε χρηματίσει Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών, Γενικός Διοικητής Μακεδονίας, αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, υπουργός Εσωτερικών, υπουργός Οικονομικών (1915).

Ο Εμμανουήλ Ρέπουλης γεννήθηκε το 1863, στο Κρανίδι Αργολίδας. Η οικογένεια του, αν και δεν ήταν σε ιδιαίτερα καλή οικονομική κατάσταση, ανήκε στις πιο έγκριτες οικογένειες της περιοχής. Πατέρας του ήταν ο Παντελής Ρέπουλης (ή Λιέπουρης), ναυτικός, και μητέρα του η Παρασκευή, το γένος Λάμπρου. Ήταν το τρίτο κατά σειρά παιδί της πολυμελούς οικογένειας και είχε τέσσερις αδερφούς και δύο αδερφές. Πρώτος σταθμός στην πνευματική του ζωή, υπήρξε το Σχολαρχείο του Κρανιδίου το μόνο που διέθετε εκείνη την εποχή το Κρανίδι. Εκεί έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Εκεί, διαπέρασε την ψυχή η φρεσκάδα της θάλασσας και του αλατιού που τού ‘στελνε η Κοιλάδα απ’ τα παράθυρα.

 

Φωτογραφία από το βιβλίο, Εμμανουήλ Ρέπουλης, «Κείμενα – Επιστολές – Άρθρα – Ομιλίες », Έκδοση Δήμου Κρανιδίου, 2001.

 

Έπειτα συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Ναύπλιο και στην Αθήνα. Ο νεαρός τότε Ρέπουλης παρέδιδε δωρεάν μαθήματα στον ανιψιό του κ. Αργυρόπουλου, με μοναδικό αντίτιμο το καθημερινό του φαγητό, εκεί φαίνεται η φτώχεια που τον μάστιζε και ο δυνατός του χαρακτήρας που δεν λύγισε ποτέ, στο γνωστό εστιατόριο «Έλαφος», που ανήκε στην ιδιοκτησία του θείου του κ. Αργυρόπουλου.

Μετά από την φοίτηση του στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, γράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ασχολείται με τη δημοσιογραφία. Εργάζεται ως διορθωτής, από το 1889, στην εφημερίδα, την λεγόμενη, «Καθημερινή» του κ. Λάμπρου. Ύστερα από ένα χρόνο γίνεται αρχισυντάκτης της άλλης γνωστής εφημερίδας εν ονόματι «Ακροπόλεως» και μαζί με τον Βλάση Γαβριηλίδη διευρύνουν τους ορίζοντές τους στα βιομηχανικά και εμπορικά ζητήματα της χώρας, εκείνη η περίοδος σημειώνεται ως η απαρχή της ακμής της καριέρας του.

Ο Ρέπουλης ήταν ο πρώτος δημοσιογράφος που κατέκρινε μέσα από τα άρθρα του τη συναλλαγή, τις παλαιοκομματικές μεθόδους, τη βία των χωροφυλάκων, τη στρατοκρατία, τις παρεκτροπές των φιλοβασιλικών αξιωματικών και γενικά τα παραπτώματα της εποχής, τα οποία κανείς δεν τολμούσε να κρίνει, από εκεί φαινόταν ο δίκαιος χαρακτήρας του. Τη δημοσιογραφία δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Θεωρούσε ότι ήταν ένα από τα σημαντικότερα όπλα, που μπορούσε ν’ αφυπνίσει το λαό, να τον προβληματίσει, να τον αναγκάσει να πάρει τις τύχες στα χέρια του. Αργότερα συνεργάστηκε και με τις εφημερίδες «Εστία», «Νέον Άστυ» και «Σκριπ». Επίσης αρθρογραφούσε σε πολλά περιοδικά, όπως την «Ελλάδα» του κ. Σ. Ποταμιάνου.

Η οξεία παρατηρητικότητα που διέθετε, η ικανότητα του να αντιλαμβάνεται το ουσιώδες, η φιλομάθεια, το ήθος, η εργατικότητα και οι υψηλές αισθητικές του επιλογές, αναδείχθηκε ως ταλαντούχος δημοσιογράφος και καλλιτέχνης και ως ένας από τους ικανότερους και πιο έντιμους πολιτικούς της γενιάς του. Το όνομα του δεν έμεινε στην ιστορία μόνο μέσα από τις στήλες των εφημερίδων και των περιοδικών.

 

Η πολιτική του δράση

 

Το 1899 εκλέγεται βουλευτής Ερμιονίδος, η παρουσία του στο Ελληνικό Κοινοβούλιο γίνεται ιδιαίτερα αισθητή. Η φύσει δημοκρατική σου συμπεριφορά, η ιδέα ανιδιοτελούς προσφορά, η πρωτοποριακή σκέψη, η υπευθυνότητα και τα σπάνια διοικητικά του προσόντα τον έταξαν στην υπηρεσία του λαού, τον οποίο υπηρέτησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Ο τότε Πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης, διαβλέποντας τα ραγδαία εξέλιξη , του αναθέτει την εισήγηση του προϋπολογισμού του Κράτους, όπου ο Ρέπουλης εισηγείται προτάσεις νεωτεριστικές.

Μετά την εκλογική του αποτυχία, στην Ερμιονίδα το 1903, διορίζεται Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών. Διαφωνεί όμως με τις συνεχείς επεμβάσεις της φαυλοκρατίας στο έργο του και παραιτείται ύστερα από λίγο χρόνο. Το 1905 εκλέγεται και πάλι βουλευτής, αλλά αποσχίζεται σχεδόν αμέσως από το κόμμα του Θεοτόκη και προσχωρεί στην ομάδα των «Ιαπώνων» που έχει πρόγραμμα νεωτεριστικό. Οι ανακαινιστές όμως (Γούναρης, Παπαδάκης, Βζίκης, Αλεξανδρής, ε τον Στέφανο Δραγούμη στη ηγεσία) δεν καταφέρνουν να επιβληθούν παρά τις μαχητικές τους προσπάθειες και διαλύονται απογοητευμένοι. Ο Ρέπουλης μόνος, μαζί μ’ έναν- δυο άλλους συντρόφους του, επιμένει, αγωνίζεται, εξακολουθεί να ασκεί κριτική, και δραστηριοποιείται στην κίνηση που οδηγεί στην Επανάσταση του 1909.

Όταν πλησίασε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, το 1910, πίστεψε ότι οι οραματισμοί και οι αγώνες του θα αποκτούσαν οντότητα μόνο αν στήριζε με όλες του τις δυνάμεις το μεγάλο ηγέτη. Έτσι ανακηρύχθηκε υπαρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Και πράγματι οι Φιλελεύθεροι βρήκαν στο πρόσωπο του τον ακρογωνιαίο λίθο που θα στήριζε την ιδεολογία τους, ενώ εκείνος κατόρθωσε να ντυθεί με σάρκα και οστά, τα μέχρι τότε μεγαλεπήβολα σχέδια του. Από το 1910 μέχρι το 1915 διοικεί το Υπουργείο Εσωτερικών, και διορίζεται για ένα χρονικό διάστημα Γενικός Διοικητής Μακεδονίας. Τότε συντάσσει και το περίφημο διάγγελμα τους βασιλέώς Κωνσταντίνου (1913) με το οποίο κηρύσσεται Ελληνοβουλγαρικός πόλεμος.

Οι λόγοι του στο επαναστατικό κράτος της Θεσσαλονίκης για τα Νοεμβριανά του 1916, για το θάνατο του υποστράτηγου Φικιώρη στην Κρήτη και για τον «Αγγλικόν πολιτισμόν εντός Ελληνικού πλαισίου», παρέμειναν στην ιστορία. Ως υπουργός Εσωτερικών εισάγει το νόμο «Περί Δήμων και Κοινοτήτων». Το 1915 αναλαμβάνει το Υπουργείο Οικονομικών, και από το 1917 μέχρι το 1920, επιστρέφει στο Υπουργείο Εσωτερικών.

Μετά τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του Ελευθέριου Βενιζέλου στις 31 Ιουνίου 1920, στην Αθήνα ξεσπούν ταραχές και προετοιμάζονται δολοφονίες επιφανών αντιβενιζελικών προσώπων. Ο Εμμ. Ρέπουλης, αντιπρόεδρος, τότε, στη Κυβέρνησης, διατάσσει να συλληφθούν και να φυλακιστούν όλοι οι απειλούμενοι, ενώ αναθέτει την προστασία τους σε ισχυρή φρουρά, με διοικητή της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Αλλά η ενωμένη Αντιβενιζελική Παράταξη είναι η νικητήρια των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου του 1920. Μετά την εκλογική ήττα, ο Ρέπουλης κατηγορείται για μετριοπάθεια που οδήγησε στην αποτυχία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Έτσι στις 5 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, αναχωρεί μαζί με τον Βενιζέλο, αυτοεξόριστοι και οι δύο, για το Παρίσι, τον τόπο της εξορίας τους.

Το 1923 εκλέγεται και πάλι βουλευτής, αλλά αυτή τη φορά δεν προσήλθε στη Βουλή, για λόγους υγείας. Ο Εμμ. Ρέπουλης, «ο αναπολόγητος» της Ελληνικής Βουλής, κατά την έκφραση του Κώστα Αθάνατου, πεθαίνει το 1924, στη γενέτειρα του το Κρανίδι, από καρδιακό νόσημα. Η συμβολή του στο μεταρρυθμιστικό έργο του Βενιζέλου υπήρξε αποφασιστική. Όλα τα νομοσχέδια που έγιναν νόμοι του κράτους, έχουν τη σφραγίδα της δικής του προσωπικότητας. Ο ίδιος ο αρχηγός των Φιλελευθέρων τον προόριζε για διάδοχο του, στην αρχηγία του Κόμματος. Διότι ο Εμμ. Ρέπουλης είχε στην πρώτη γραμμή προτεραιότητας τα λαϊκά συμφέροντα και όχι τα προσωπικά. Τελευταία είχε εξομολογηθεί στους φίλους του: «Η μοίρα μου ήτο να δουλέψω δύο κυρίους αυταρχικούς, οι οποίοι όλο εταξίδευαν και με άφηναν αντικαταστάτη των: Τον Βλάσην Γαβριηλίδην και τον Βενιζέλον, και οι οποίοι μου εζητούσαν δι’ όλα ευθύνας. Ως δημοσιογράφος είχα τον Γαβριηλίδην ταξιδεύοντα διαρκώς και διά τηλεγραφημάτων του ζητοΰντα δι’ όλα παρ’ εμού ευθΰνας διά το τάδε και τάδε ζήτημα. Και ο Βενιζέλος από μένα εζητουσεν ευθΰνας…»

 

 

Πηγή


  • Εμμανουήλ Ρέπουλης, «Κείμενα – Επιστολές – Άρθρα – Ομιλίες », Έκδοση Δήμου Κρανιδίου, 2001.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »