Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Ρέπουλης Εμμανουήλ (1863-1924)


 

Δημοσιογράφος και βουλευτής. Είχε εκλεγεί τρεις φορές: 1899, 1905 (και τις δυο με το κόμμα του Γεωργίου Θεοτόκη), 1923 (με τους Φιλελευθέρους) και ήταν ένας από τους βουλευτές της ομάδας των Ιαπώνων (1906-1908). Είχε γίνει υπαρχηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων. Είχε χρηματίσει Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών, Γενικός Διοικητής Μακεδονίας, αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, υπουργός Εσωτερικών, υπουργός Οικονομικών (1915).

Ο Εμμανουήλ Ρέπουλης γεννήθηκε το 1863, στο Κρανίδι Αργολίδας. Η οικογένεια του, αν και δεν ήταν σε ιδιαίτερα καλή οικονομική κατάσταση, ανήκε στις πιο έγκριτες οικογένειες της περιοχής. Πατέρας του ήταν ο Παντελής Ρέπουλης (ή Λιέπουρης), ναυτικός, και μητέρα του η Παρασκευή, το γένος Λάμπρου. Ήταν το τρίτο κατά σειρά παιδί της πολυμελούς οικογένειας και είχε τέσσερις αδερφούς και δύο αδερφές. Πρώτος σταθμός στην πνευματική του ζωή, υπήρξε το Σχολαρχείο του Κρανιδίου το μόνο που διέθετε εκείνη την εποχή το Κρανίδι. Εκεί έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Εκεί, διαπέρασε την ψυχή η φρεσκάδα της θάλασσας και του αλατιού που τού ‘στελνε η Κοιλάδα απ’ τα παράθυρα.

 

Φωτογραφία από το βιβλίο, Εμμανουήλ Ρέπουλης, «Κείμενα – Επιστολές – Άρθρα – Ομιλίες », Έκδοση Δήμου Κρανιδίου, 2001.

 

Έπειτα συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Ναύπλιο και στην Αθήνα. Ο νεαρός τότε Ρέπουλης παρέδιδε δωρεάν μαθήματα στον ανιψιό του κ. Αργυρόπουλου, με μοναδικό αντίτιμο το καθημερινό του φαγητό, εκεί φαίνεται η φτώχεια που τον μάστιζε και ο δυνατός του χαρακτήρας που δεν λύγισε ποτέ, στο γνωστό εστιατόριο «Έλαφος», που ανήκε στην ιδιοκτησία του θείου του κ. Αργυρόπουλου.

Μετά από την φοίτηση του στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, γράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ασχολείται με τη δημοσιογραφία. Εργάζεται ως διορθωτής, από το 1889, στην εφημερίδα, την λεγόμενη, «Καθημερινή» του κ. Λάμπρου. Ύστερα από ένα χρόνο γίνεται αρχισυντάκτης της άλλης γνωστής εφημερίδας εν ονόματι «Ακροπόλεως» και μαζί με τον Βλάση Γαβριηλίδη διευρύνουν τους ορίζοντές τους στα βιομηχανικά και εμπορικά ζητήματα της χώρας, εκείνη η περίοδος σημειώνεται ως η απαρχή της ακμής της καριέρας του.

Ο Ρέπουλης ήταν ο πρώτος δημοσιογράφος που κατέκρινε μέσα από τα άρθρα του τη συναλλαγή, τις παλαιοκομματικές μεθόδους, τη βία των χωροφυλάκων, τη στρατοκρατία, τις παρεκτροπές των φιλοβασιλικών αξιωματικών και γενικά τα παραπτώματα της εποχής, τα οποία κανείς δεν τολμούσε να κρίνει, από εκεί φαινόταν ο δίκαιος χαρακτήρας του. Τη δημοσιογραφία δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Θεωρούσε ότι ήταν ένα από τα σημαντικότερα όπλα, που μπορούσε ν’ αφυπνίσει το λαό, να τον προβληματίσει, να τον αναγκάσει να πάρει τις τύχες στα χέρια του. Αργότερα συνεργάστηκε και με τις εφημερίδες «Εστία», «Νέον Άστυ» και «Σκριπ». Επίσης αρθρογραφούσε σε πολλά περιοδικά, όπως την «Ελλάδα» του κ. Σ. Ποταμιάνου.

Η οξεία παρατηρητικότητα που διέθετε, η ικανότητα του να αντιλαμβάνεται το ουσιώδες, η φιλομάθεια, το ήθος, η εργατικότητα και οι υψηλές αισθητικές του επιλογές, αναδείχθηκε ως ταλαντούχος δημοσιογράφος και καλλιτέχνης και ως ένας από τους ικανότερους και πιο έντιμους πολιτικούς της γενιάς του. Το όνομα του δεν έμεινε στην ιστορία μόνο μέσα από τις στήλες των εφημερίδων και των περιοδικών.

 

Η πολιτική του δράση

 

Το 1899 εκλέγεται βουλευτής Ερμιονίδος, η παρουσία του στο Ελληνικό Κοινοβούλιο γίνεται ιδιαίτερα αισθητή. Η φύσει δημοκρατική σου συμπεριφορά, η ιδέα ανιδιοτελούς προσφορά, η πρωτοποριακή σκέψη, η υπευθυνότητα και τα σπάνια διοικητικά του προσόντα τον έταξαν στην υπηρεσία του λαού, τον οποίο υπηρέτησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Ο τότε Πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης, διαβλέποντας τα ραγδαία εξέλιξη , του αναθέτει την εισήγηση του προϋπολογισμού του Κράτους, όπου ο Ρέπουλης εισηγείται προτάσεις νεωτεριστικές.

Μετά την εκλογική του αποτυχία, στην Ερμιονίδα το 1903, διορίζεται Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών. Διαφωνεί όμως με τις συνεχείς επεμβάσεις της φαυλοκρατίας στο έργο του και παραιτείται ύστερα από λίγο χρόνο. Το 1905 εκλέγεται και πάλι βουλευτής, αλλά αποσχίζεται σχεδόν αμέσως από το κόμμα του Θεοτόκη και προσχωρεί στην ομάδα των «Ιαπώνων» που έχει πρόγραμμα νεωτεριστικό. Οι ανακαινιστές όμως (Γούναρης, Παπαδάκης, Βζίκης, Αλεξανδρής, ε τον Στέφανο Δραγούμη στη ηγεσία) δεν καταφέρνουν να επιβληθούν παρά τις μαχητικές τους προσπάθειες και διαλύονται απογοητευμένοι. Ο Ρέπουλης μόνος, μαζί μ’ έναν- δυο άλλους συντρόφους του, επιμένει, αγωνίζεται, εξακολουθεί να ασκεί κριτική, και δραστηριοποιείται στην κίνηση που οδηγεί στην Επανάσταση του 1909.

Όταν πλησίασε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, το 1910, πίστεψε ότι οι οραματισμοί και οι αγώνες του θα αποκτούσαν οντότητα μόνο αν στήριζε με όλες του τις δυνάμεις το μεγάλο ηγέτη. Έτσι ανακηρύχθηκε υπαρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Και πράγματι οι Φιλελεύθεροι βρήκαν στο πρόσωπο του τον ακρογωνιαίο λίθο που θα στήριζε την ιδεολογία τους, ενώ εκείνος κατόρθωσε να ντυθεί με σάρκα και οστά, τα μέχρι τότε μεγαλεπήβολα σχέδια του. Από το 1910 μέχρι το 1915 διοικεί το Υπουργείο Εσωτερικών, και διορίζεται για ένα χρονικό διάστημα Γενικός Διοικητής Μακεδονίας. Τότε συντάσσει και το περίφημο διάγγελμα τους βασιλέώς Κωνσταντίνου (1913) με το οποίο κηρύσσεται Ελληνοβουλγαρικός πόλεμος.

Οι λόγοι του στο επαναστατικό κράτος της Θεσσαλονίκης για τα Νοεμβριανά του 1916, για το θάνατο του υποστράτηγου Φικιώρη στην Κρήτη και για τον «Αγγλικόν πολιτισμόν εντός Ελληνικού πλαισίου», παρέμειναν στην ιστορία. Ως υπουργός Εσωτερικών εισάγει το νόμο «Περί Δήμων και Κοινοτήτων». Το 1915 αναλαμβάνει το Υπουργείο Οικονομικών, και από το 1917 μέχρι το 1920, επιστρέφει στο Υπουργείο Εσωτερικών.

Μετά τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του Ελευθέριου Βενιζέλου στις 31 Ιουνίου 1920, στην Αθήνα ξεσπούν ταραχές και προετοιμάζονται δολοφονίες επιφανών αντιβενιζελικών προσώπων. Ο Εμμ. Ρέπουλης, αντιπρόεδρος, τότε, στη Κυβέρνησης, διατάσσει να συλληφθούν και να φυλακιστούν όλοι οι απειλούμενοι, ενώ αναθέτει την προστασία τους σε ισχυρή φρουρά, με διοικητή της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Αλλά η ενωμένη Αντιβενιζελική Παράταξη είναι η νικητήρια των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου του 1920. Μετά την εκλογική ήττα, ο Ρέπουλης κατηγορείται για μετριοπάθεια που οδήγησε στην αποτυχία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Έτσι στις 5 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, αναχωρεί μαζί με τον Βενιζέλο, αυτοεξόριστοι και οι δύο, για το Παρίσι, τον τόπο της εξορίας τους.

Το 1923 εκλέγεται και πάλι βουλευτής, αλλά αυτή τη φορά δεν προσήλθε στη Βουλή, για λόγους υγείας. Ο Εμμ. Ρέπουλης, «ο αναπολόγητος» της Ελληνικής Βουλής, κατά την έκφραση του Κώστα Αθάνατου, πεθαίνει το 1924, στη γενέτειρα του το Κρανίδι, από καρδιακό νόσημα. Η συμβολή του στο μεταρρυθμιστικό έργο του Βενιζέλου υπήρξε αποφασιστική. Όλα τα νομοσχέδια που έγιναν νόμοι του κράτους, έχουν τη σφραγίδα της δικής του προσωπικότητας. Ο ίδιος ο αρχηγός των Φιλελευθέρων τον προόριζε για διάδοχο του, στην αρχηγία του Κόμματος. Διότι ο Εμμ. Ρέπουλης είχε στην πρώτη γραμμή προτεραιότητας τα λαϊκά συμφέροντα και όχι τα προσωπικά. Τελευταία είχε εξομολογηθεί στους φίλους του: «Η μοίρα μου ήτο να δουλέψω δύο κυρίους αυταρχικούς, οι οποίοι όλο εταξίδευαν και με άφηναν αντικαταστάτη των: Τον Βλάσην Γαβριηλίδην και τον Βενιζέλον, και οι οποίοι μου εζητούσαν δι’ όλα ευθύνας. Ως δημοσιογράφος είχα τον Γαβριηλίδην ταξιδεύοντα διαρκώς και διά τηλεγραφημάτων του ζητοΰντα δι’ όλα παρ’ εμού ευθΰνας διά το τάδε και τάδε ζήτημα. Και ο Βενιζέλος από μένα εζητουσεν ευθΰνας…»

 

 

Πηγή


  • Εμμανουήλ Ρέπουλης, «Κείμενα – Επιστολές – Άρθρα – Ομιλίες », Έκδοση Δήμου Κρανιδίου, 2001.

 

Read Full Post »

Κουντουριώτης Γεώργιος (1782-1858)

 

 

Γεώργιος Κουντουριώτης - Karl Krazeisen

Γεώργιος Κουντουριώτης - Karl Krazeisen

Πρόκριτος και μεγαλονοικοκύρης της Ύδρας. Υπολογίζεται ότι τα μισά καράβια απ’ όσα διέθετε η Ύδρα το 1821, ήταν δικά του και του αδελφού του Λαζάρου.* Ο Γεώργιος Κουντουριώτης εμφανίζεται στο πολιτικό προσκήνιο για πρώτη φορά στα τέλη του 1823, όταν ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος πείθει τους Κουντουριώτες ν’ αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας. Μαζεύτηκαν τότε όλοι της φατρίας του Μαυροκορδάτου και του Κωλέτη στο Κρανίδι και εξέλεξαν παράνομα άλλη κυβέρνηση  – άλλο εκτελεστικό σώμα– με πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Ως πρωθυπουργός, λοιπόν, της επαναστατημένης Ελλάδας ο Γεώργιος Κουντουριώτης δεν κατόρθωσε να κάμει ούτε ένα καλό. Επί πρωθυπουργίας του ξέσπασε ο εμφύλιος, για τον οποίο δούλεψε από το παρασκήνιο μεθοδικά ο Μαυροκορδάτος και η φατρία του. Μίσθωσαν στρατεύματα από τη Ρούμελη, πληρώνοντάς τα με τα χρήματα του δανείου, τα οποία μόλις είχαν έρθει από την Αγγλία. Όσα χρήματα δε σπαταλήθηκαν στον εμφύλιο, δόθηκαν στους Υδραίους ως αποζημίωση για τον πόλεμο, κρατώντας οι Κουντουριωταίοι τη μερίδα του λέοντος για τον εαυτό τους. Συνέλαβαν τον Κολοκοτρώνη και τον φυλάκισαν στην Ύδρα. Το 1824 κατέστρεψαν οι Τούρκοι την Κάσο και τα Ψαρά. Τα στρατεύματα του Ιμπραήμ έσβησαν σχεδόν την επανάσταση στην Κρήτη κι αποβιβάστηκαν στον Μοριά. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης διόρισε τότε αρχιστράτηγο κάποιο ναυτικό, τον καπετάνιο Κυριάκο Σκούρτη, ο οποίος έδινε στους στρατιώτες ναυτικά παραγγέλματα. Ο Κολοκοτρώνης κουνούσε το κεφάλι κι έλεγε πως «δεν απομένει παρά να διορίσουν τον γέρο – Νοταρά ναύαρχο στη θέση του Μιαούλη».

 

 

 

Ο Γεώργιος Κουντουριώτης, πάλι, με χρυσοστόλιστο άλογο, πήγε  να πολεμήσει τον Ιμπραήμ, αλλά τον παρακρατούσαν δυο δούλοι από δεξιά κι αριστερά, για να μην πέσει. Και πριν αντικρίσει τον εχθρό, αρρώστησε κι επέστρεψε στ’ Ανάπλι κι ύστερα έφυγε για την Ύδρα, διατηρώντας όμως το αξίωμά του. Κάτω από τέτοιες συνθήκες κωμικοτραγικές και τέτοιες γελοιοποιήσεις ηττήθηκε το στράτευμα στο Κρεμμύδι κι ο Σκούρτης κρυβότανε μην τον σκοτώσουν οι στρατιώτες από την οργή τους, που χάθηκαν τότε 500 πατριώτες.  Τότε έπεσε κι ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι με 300 παλικάρια, ποτίζοντας με αίμα το δένδρο της ελευθερίας και με την ελπίδα ότι θα έβαζαν μυαλό εκείνοι που εξουσίαζαν τότε. Οπότε και αποφάσισαν να χορηγήσουν αμνηστεία και να στείλουν τον Κολοκοτρώνη εναντίον του Ιμπραήμ.

 

Όμως, οι Κουντουριώτες δε συνετίστηκαν από τα λάθη και τις συμφορές, ούτε από την πτώση του Μεσολογγίου. Γιατί τότε, τον Απρίλιο του 1826, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση που άρχισε τις εργασίες της στην Επίδαυρο και τις συνέχισε στην Τροιζήνα, απογύμνωσε τον Γεώργιο Κουντουριώτη από τα αξιώματά του. Αλλά αυτός αντιστάθηκε με πείσμα στην εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη. Οι Κουντουριώτες, ο Μαυροκορδάτος, ο Κωλέτης αντιλαμβάνονταν πως ο Καποδίστριας θα ήταν πολιτικός με πυγμή, που δεν θα θύμιζε τον Δημ. Υψηλάντη, και πως θα έχαναν τα τρανά αξιώματα. Τελικά όμως ψηφίστηκε η πρόταση του Κολοκοτρώνη και ο Καποδίτριας ήρθε στην Ελλάδα.

 

Η Ύδρα ήταν το πρώτο και δυναμικότερο αντικαποδιστριακό κέντρο. Εκεί κατέφευγαν οι δυσαρεστημένοι, οι αντιπολιτευόμενοι, οι υπονομευτές και συνωμότες. Οι Κουντουριώτηδες, όπως και οι Μαυρομιχαλαίοι, δεν εννοούσαν να ξεχάσουν τα παλιά τους προνόμια ή να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούσαν. Έτσι, καλλιεργήθηκε βαρύ κλίμα κατά του Καποδίστρια μέχρι που δολοφονήθηκε. Για τη δολοφονία δεν πρέπει να θεωρούνται άμοιροι ευθυνών οι Κουντουριώτηδες, όπως και για τη δολοφονία του Αντ. Οικονόμου, τον οποίο σκότωσαν οι μισθοφόροι του Ανδρέα Λόντου στον Ξεριά, έξω από το Άργος.

 

Λάζαρος Κουντουριώτης

Λάζαρος Κουντουριώτης

Οι Κουντουριώτηδες προσέφεραν πολλά στον αγώνα. Η προσφορά τους θεωρείται τεράστια, αφού διέθεταν ολόκληρο στόλο και οι στέρνες των σπιτιών τους ήταν γεμάτες χρυσάφι. Η συμβολή τους στην απελευθέρωση της πατρίδας θεωρείται τεράστια. Οι ιστορικοί εκτιμούν πως το θαύμα του 1821 δε θα είχε αίσιο τέλος χωρίς τη συμμετοχή του ναυτικού. Είναι αλήθεια βέβαια ότι δεν την ήθελαν την επανάσταση. Όταν ο Οικονόμου κατέλαβε βίαια την εξουσία και ξεσήκωσε το νησί, έκαναν την ανάγκη φιλοτιμία και μετά την πτώση του Οικονόμου, ρίχτηκαν στον αγώνα αναγκαστικά. Όλα αυτά βέβαια δεν μειώνουν το μέγεθος της προσφοράς. Στον πολιτικό τομέα όμως διέπραξαν πολλά σφάλματα, που έβλαψαν πολύ την επανάσταση και την πατρίδα. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης έγινε επί Καποδίστρια μέλος του «Πανελληνίου» και «Πρόβουλος της Οικονομίας», αλλά παραιτήθηκε, για να κάνει αντιπολίτευση. Επί βασιλείας του Όθωνα κατέλαβε διάφορα υψηλά αξιώματα. Εκλέχτηκε πληρεξούσιος Ύδρας στην Εθνοσυνέλευση του 1843, βουλευτής και γερουσιαστής. Πέθανε στην Αθήνα με το αξίωμα του Προέδρου της Γερουσίας.

 

Εγγονός του Γεωργίου Κουντουριώτη ήταν ο ένδοξος ναύαρχος των βαλκανικών πολέμων Παύλος Κουντουριώτης,** ο οποίος στήριξε το Βενιζέλο μαζί με τον στρατηγό Παν. Δαγκλή (1916-1917) και αργότερα έγινε ο πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1924).

 

Υποσημειώσεις

 

* Ο Λάζαρος Κουντουριώτης (1769 – 1852) ήταν γιος του Αναγνώστη Κουντουριώτη και της Μαρίας Κοκκίνη. Λόγω της εγκατάστασης του πατέρα του στη Γένουα για εμπορικούς λόγους ο Λάζαρος, ως πρωτότοκος γιος, ανέλαβε όλες τις ευθύνες της οικογένειας από τα δεκατέσσερά του χρόνια. Μετά το θάνατο του πατέρα του έγινε διαχειριστής της οικογενειακής περιουσίας. Το 1803 παντρεύτηκε τη Σταματίνα Ευαγγελίδη και απέκτησε μαζί της δεκατρία παιδιά.

Αναμίχθηκε νωρίς στα δημόσια πράγματα του τόπου του επιδεικνύοντας διοικητικές ικανότητες. Μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο Κουντουριώτη στήριξε τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας με όλες του τις δυνάμεις, τόσο με σημαντικές οικονομικές προσφορές όσο και με τη συμμετοχή των πλοίων της οικογένειας στις πολεμικές ναυτικές ελληνικές επιχειρήσεις. Αν και δεν πολιτεύτηκε ποτέ, παρά τις προτάσεις που του έγιναν, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις του Αγώνα και, χάρη στον προσηνή χαρακτήρα του, απολάμβανε την εκτίμηση των συμπατριωτών του και όλων των Ελλήνων. Κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 31) ο Ιωάννης Καποδίστριας τον διόρισε προσωρινό διοικητή της Ύδρας ως «πρώτο των προκρίτων», ενώ το 1844 ο Όθων τον διόρισε γερουσιαστή, αξίωμα που διατήρησε μέχρι το θάνατό του.

Μέλη της οικογένειας Κουντουριώτη διακρίθηκαν κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, στην Επανάσταση του 1821 και κατά την περίοδο του ελεύθερου ελληνικού κράτους ως τα πρόσφατα χρόνια. Από τα πιο αξιόλογα όμως μέλη της υπήρξαν ο αδελφός του Λαζάρου, Γεώργιος Κουντουριώτης (1782-1858), πρόεδρος του Εκτελεστικού Σώματος κατά την  Επανάσταση και πρωθυπουργός (1848) και ο εγγονός του τελευταίου, ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας (1924-1929).

** Παύλος Κουντουριώτης (Απρίλιος 185522 Αυγούστου 1935). Ναύαρχος, εγγονός του Γεώργιου Κουντουριώτη, γεννημένος στην Ύδρα. Πήρε μέρος σε επιχειρήσεις κατά την Κρητική επανάσταση και το Β’ Βαλκανικό πόλεμο. Διετέλεσε υπουργός Ναυτικών στις κυβερνήσεις Ζαΐμη και Σκουλούδη και  υπασπιστής του βασιλιά. Καθώς διαφώνησε με την πολιτική που υπερασπιζόταν ο τελευταίος, συντάχθηκε στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας κι αργότερα υπήρξε μέλος της τριμελούς Προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης όπου κατείχε τη θέση του υπουργού Ναυτικών απ’ το 1916 ως το 1919. Πέθανε τον Αύγουστο του 1935.

 

 

 

«… Προσκυνισμούς του κυρ Λάζαρου (Kουντουριώτη) και ειπέτε του να προσπαθήση δια μπουρλότα, που αυτά είναι η μόνη μας σωτηρία, όσα περισσότερα ημπορέσετε και ο πασάς ας φλυαρή όσο θέλει. Όταν, όμως, μπουρλότα δεν έχομε, κάμνει ό,τι θέλει. Και μην υποστηρίζεσθε εις τα πολεμικά μας, ότι χωρίς μπουρλότα ουδέν ωφελούσι. Πασχίσατε δια μπουρλότα, να μη χάσωμε τους πολυχρονίους κόπους μας και έχομε αντί της ελευθερίας μας το όνειδος όλων των εχθρών…»

(Απόσπασμα από γράμμα του Tομπάζη προς το Γ. Kουντουριώτη)

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007. 

  • Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος

Read Full Post »

Τσακόπουλος Π. Αναστάσιος  (1876-1967)

 

 

ΤσακὀπουλοςΓεννήθηκε στο Άργος το 1875 ή κατά μία άλλη εκδοχή το 1876. Πέθανε στις 8 Αυγούστου του 1967 σε ηλικία 92 χρονών. Ο Τάσος Τσακόπουλος ήταν δάσκαλος και είχε σύζυγο την επίσης δασκάλα Ελευθερία Τσίγκα από την Ύδρα. Απέκτησαν τρία παιδιά. Δυο αγόρια και μια κόρη. Τον Αρίσταρχο, την Έλλη και τον Πέτρο. Η Έλλη πέθανε βρέφος και ο Πέτρος σε μικρή ηλικία. Απέμεινε ο Αρίσταρχος ως παρηγοριά και στήριγμα των πικραμένων γονέων του. Η καταγωγή του Τσακόπουλου ήταν από την Νεστάνη της Αρκαδίας. Μακρινοί πρόγονοι του ήταν αγωνιστές της επανάστασης του 1821. Μπορεί να έζησε, να αγάπησε και να έγραψε για το Άργος αλλά πάντα ενδιαφερόταν για την Αρκαδία και έγραφε και γι᾽αυτήν και την ιστορία της.

 

Ο Τάσος Τσακόπουλος, η γυναίκα του Ελευθερία και ο γιός του Αρίσταρχος. Τρίπολη 1932.

Ο Τάσος Τσακόπουλος, η γυναίκα του Ελευθερία και ο γιός του Αρίσταρχος. Τρίπολη 1932.

Υπάρχουν δημοσιευμένα άρθρα του στον τοπικό τύπο του  Άργους, αλλά και σε εφημερίδες του Ναυπλίου και της Τρίπολης. Άρχισε να δημοσιεύει άρθρα του πολύ νωρίτερα από τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο ενώ παραμένει άγνωστο το πλήθος των δημοσιευμάτων του. Ο Τσακόπουλος ήταν προσωπικός φίλος με έναν άλλο σπουδαίο Αργείο. Τον Δημήτρη Βαρδουνιώτη. Εκείνος παρακίνησε τον Τσακόπουλο να ασχοληθεί με την ιστορία και την Λαογραφία του Άργους. Υπήρξε σπουδαίος ιστοριοδίφης και ερευνητής. Διέσωσε πολλές πληροφορίες για τα ήθη και τα έθιμα του Άργους. Κατέγραψε στιχουργήματα και τραγούδια της Αργολίδας και της Αρκαδίας και  χαρτογράφησε τα ιστορικά οικήματα της πόλης. Το μεγάλο όμως ενδιαφέρον του απορρόφησε η Ελληνική Επανάσταση του ᾽21, καθώς και η καταγραφή των εκκλησιών και μονών της Αργολίδας. Έζησε για πολλά χρόνια στο νοικιασμένο από τον Παπαμήτσο παλιό σπίτι, που βρισκόταν νοτιότερα από τον Κινηματογράφο Ορφέα ενώ στα βαθιά του γεράματα μετακόμισε με την σύζυγο του σε διαμέρισμα οικοδομής, ακριβώς απέναντι από την είσοδο της εκκλησίας Αγίας Αικατερίνης, στην πλατεία Βλάσση, όπου και πέθανε.

« …ο Τάσος Τσακόπουλος θα πρέπει να θεωρηθεί, τώρα με την απόσταση του χρόνου, ως ένας πολύτιμος ιστοριοδίφης που μετά τον θάνατο του Βαρδουνιώτη κράτησε αναμμένη την λαμπάδα του ενδιαφέροντος για την τοπική και τη γενική ιστορία, ενώ διέσωσε, σε εποχή μάλιστα λήθης και αδιαφορίας, πλήθος στοιχείων της τοπικής ιστορίας και λαογραφίας».

( Βασίλης Δωροβίνης. Νομικός –Ιστορικός).

 

Από δεξιά προς αριστερά: Ο Τάσος Τσακόπουλος, ο τότε δήμαρχος Άργους Κ. Μπόμπος, οι πρίγκιπες Ανδρέας και Χριστόφορος και η σύζυγος του Χριστόφορου έξω από το Δημαρχείο Άργους το 1936.

Από δεξιά προς αριστερά: Ο Τάσος Τσακόπουλος, ο τότε δήμαρχος Άργους Κ. Μπόμπος, οι πρίγκιπες Ανδρέας και Χριστόφορος και η σύζυγος του Χριστόφορου έξω από το Δημαρχείο Άργους το 1936.

Τα αρχεία του πατέρα του διατήρησε ως κόρη οφθαλμού ο μονάκριβος γιος του Αρίσταρχος ή Μπέης, και τα οποία στην συνέχεια και λίγο πριν τον θάνατό του, εμπιστεύθηκε στον οικογενειακό φίλο του και εκλεκτό πολίτη του Άργους, Δικηγόρο, Πολιτικό Επιστήμονα και Ιστορικό Βασίλη Δωροβίνη.  Ο Βασίλης Δωροβίνης, αφού τα αρχειοθέτησε κατά είδος, τα δώρισε στο Γενικό Αρχείο του Κράτους- Αρχεία Ν. Αργολίδας και το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα , ανάλογα με την θεματολογία κάθε ενότητας. Τα αρχεία είναι στην διάθεση όλων των ενδιαφερομένων που επιθυμούν να πληροφορηθούν ότι έχει σχέση με τον Τάσο Τσακόπουλο, τα άρθρα του και γενικά το έργο του.

 

Έργα του:

 

Περιεχόμενα: α) Ο Παλαιός Ναός του Αγίου Πέτρου β) Ο Μητροπολιτικός Ναός του Αγίου Πέτρου γ) Ο Ναός του Αγίου Νικολάου στην πλατεία Άργους δ) Ο Αργείος όσιος Λεόντιος ο Μυροβλήτης ε) Ο βίος του Αγίου Πέτρου Άργους

Περιεχόμενα: α) Ο Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους β) Ο Ναός των Εισοδίων  της Θεοτόκου – Πορτοκαλλούσας γ) Ο Ναός του Τιμίου Προδρόμου Άργους

Περιεχόμενα: Ο Εν Κεφαλαρίω Άργους Ιερός Ναός της Ζωοδόχου Πηγής

Περιεχόμενα: α) Το Μοναστηράκι του Αγίου Θεοδοσίου του νέου β) Ο εν Παλαμηδίω ιερός ναΐσκος του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου γ) Το εν Δερβενακίοις ιερόν ναΐδριον του Αγίου Μάρτυρος Σώζοντος δ) Η κηδεία του Αρχιμανδρίτου και Πρωτοσυγγέλου Α. Πιτσάκη

Περιεχόμενα: α) Το Μονύδριον του Αγίου Νικολάου Ελληνικού Άργους β) Το Μονύδριον του Ιερομονάχου Θεοκλήτου «Η Γέννησις του Κ.Η.Ι. Χριστού»  γ) Ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου Άργους δ) Ο ναΐσκος της Αγίας μεγαλομάρτυρος Μαρίνης ε) Ο βίος του νεομάρτυρος Αγγελή του Αργείου ζ) Προφήται – Σίβυλλαι – Το Μαντείον των Δελφών περί της ελεύσεως του Κ.Η.Ι.

Στα Αρχεία του Κράτους και μάλιστα στο κουτί 3 (Σύνολο 15) υπάρχει ο Α΄τόμος από τα « Ιστορικά και Λαογραφικά σημειώματα. Συμβολαί εις την Ιστορίαν- Λαογραφίαν». Εκεί περιέχονται σημειώσεις για τον Β΄τόμο του « Ιστορικά και Λαογραφικά σημειώματα»  που δεν εκδόθηκε ποτέ.

 

Πηγή


 

Ένθετο αφιέρωμα στην εφημερίδα «Τα Νέα της Αργολίδας» Ιούλιος 2004. Κοινή εκδήλωση Π.Λ.Ι. Ναυπλίου & Γ.Α.Κ.- Αρχείου Νομού Αργολίδας με θέμα: Τάσος Τσακόπουλος. Το αρχείο του, ιστορική μνήμη και ιστορία. ( Δωρεά του αρχείου από τον Βασίλη Δωροβίνη). Εισηγητής: Βασίλης Δωροβίνης – Επιμέλεια: Μαρία Βελιώτη –   Προλογίζει: Μιμή Φυρογένη

 

Read Full Post »

Παπαφλέσσας (1787-1825)

 

 

Παπαφλέσσας. Η γκραβούρα  φιλοτεχνήθηκε στο Παρίσι έπειτα από επιθυμία του Κωνσταντίνου Γιάγκου Φλέσσα (καπετάνιου) νομικού και βουλευτή Μεσσηνίας, εγγονό του Νικήτα Φλέσσα, για να κατασκευαστεί η προτομή του.

Παπαφλέσσας. Η γκραβούρα φιλοτεχνήθηκε στο Παρίσι έπειτα από επιθυμία του Κωνσταντίνου Γιάγκου Φλέσσα (καπετάνιου) νομικού και βουλευτή Μεσσηνίας, εγγονό του Νικήτα Φλέσσα, για να κατασκευαστεί η προτομή του.

Γεώργιος Δημητρίου Φλέσσας μετέπειτα Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας).  Αρχιμανδρίτης, από τους κορυφαίους αγωνιστές του 1821, ένθερμος οπαδός της επαναστατικής ιδέας. Γεννήθηκε στην Πολιανή Μεσσηνίας, γιος του Δημητρίου Φλέσσα και της Κωνσταντίνας Ανδροναίου δεύτερης γυναίκας του Δημητρίου Φλέσσα και  το 28ο και τελευταίο παιδί της οικογένειας. Φοίτησε στη Σχολή Δημητσάνας, μετά το τέλος των σπουδών του, πιθανώς το 1816, έγινε μοναχός στη Μονή Βελανιδιάς στην Καλαμάτα. Εκεί ήρθε σε ρήξη με την ιεραρχία και αναγκάστηκε να φύγει για να εγκατασταθεί στη Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Ρεκίτσας, μεταξύ Λεονταρίου και Μυστρά. Οι προσωπικές του διαμάχες δεν είχαν όμως τέλος. Λόγω κτηματικών διαφορών συγκρούστηκε με έναν ισχυρό Τούρκο της περιοχής και αναγκάστηκε να εκπατρισθεί. Στη νέα του προσωρινή πατρίδα, την Κωνσταντινούπολη, φιλοξενήθηκε εγκαρδίως από τους εκεί συμπατριώτες του. Επί πατριαρχίας Γρηγορίου Ε’* (1745-1821) ο Παπαφλέσσας χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης με το εκκλησιαστικό Οφφίκιο «Δικαίος». Στις 21 Ιουνίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παναγιώτη Αναγνώστου (Αναγνωσταρά) και ανέλαβε τη σημαντική αποστολή της κατήχησης των κατοίκων των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών με το συνθηματικό όνομα Αρμόδιος. Όταν πλέον επέστρεψε στην Πελοπόννησο κατείχε ήδη το πνεύμα του αγωνιστή. Με δεκάδες έγγραφα της Φιλικής Εταιρείας στα χέρια του ξεκίνησε μια σειρά ομιλίες ευαγγελιζόμενος την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον ζυγό των Τούρκων. Ο ηγετικός του χαρακτήρας και οι πρωτοβουλίες του αυτές ανησύχησαν πολλούς προύχοντες, οι οποίοι δεν ήθελαν να διαταραχθεί η τάξη και οι Τούρκοι να προβούν σε αντίποινα. Πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι σκέφθηκαν να τον συλλάβουν και να τον παραδώσουν στα χέρια του εχθρού. Ο Παπαφλέσσας όμως διαισθάνθηκε τον κίνδυνο και φρόντισε να περιορίσει τη δράση του στους απλούς χωρικούς, οι οποίοι τον προστάτευαν, γοητευμένοι από τον χαρισματικό ηγέτη τους. Τον Ιανουάριο του 1821 στη Βοστίτσα, στο Αίγιο, ο Παπαφλέσσας κάλεσε συνέλευση, όπου και έθιξε τα μείζονα θέματα της χώρας. Μίλησε περί ελευθερίας και δικαιωμάτων, περί πνεύματος και ελληνικότητας και υποστήριξε την Επανάσταση. Μια επανάσταση την οποία αποδοκίμασαν πολλοί από τους συμμετέχοντες υποστηρίζοντας ότι το έδαφος δεν ήταν έτοιμο ακόμη. Ο Παπαφλέσσας τότε σήκωσε επιδεικτικά την επιστολή που είχε στείλει ο Υψηλάντης τονίζοντας την αναγκαιότητα της άμεσης έναρξης του αγώνα. Χωρίς όμως ανταπόκριση.

Ύστερα διέσχισε το Μοριά περνώντας  και δεν ησύχασε μέχρι την έκρηξη της επανάστασης, που τον βρίσκει στην Καλαμάτα. Η πόλη αυτή ελευθερώθηκε στις 23 Μαρτίου.  Από τον Μάρτιο του 1821 ως και τη μάχη στο Μανιάκι το 1825, όπου σκοτώθηκε, πρωταγωνίστησε σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις αλλά και σε πολιτικές δραστηριότητες. Στις περιοδείες του στην Αρκαδία, στη Γορτυνία, στην Ολυμπία, στην Αργολίδα και στην Κορινθία κινήθηκε με σκοπό να στρατολογήσει τους εκεί πληθυσμούς. Στην Αργολίδα, κατά την προσπάθειά του να εμποδίσει την προέλαση του Κεχαγιά Μπέη, εγκαταλείφθηκε από τους άοπλους και άπειρους χωρικούς που τον συνόδευαν και αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο κάστρο του Άργους, όπου και αντιμετώπισε τους Τούρκους. Στον επόμενο του προορισμό, στην Καρύταινα, ο τουρκικός στρατός ερχόμενος από την Τρίπολη ανάγκασε τον ίδιο και τον Κολοκοτρώνη να καταφύγουν στη Μεσσηνία, ενώ τον Ιούλιο του 1821 στα Μεγάλα Δερβένια της Μεγαρίδας μαζί με άλλους οπλαρχηγούς κατόρθωσε να παρεμποδίσει την είσοδο του τουρκικού στρατού του Ομέρ Βρυώνη στην Πελοπόννησο.

Η μάχη στο Μανιάκι

Η μάχη στο Μανιάκι

Τον Δεκέμβριο του 1821 έγινε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και έλαβε μέρος στην Α’ Γενική Συνέλευση της Επιδαύρου, στη Β’ Εθνική Συνέλευση του Άστρους και την 1η Ιουλίου 1823 ανέλαβε το υπουργείο Εσωτερικών. Στον εμφύλιο πόλεμο βρέθηκε αντίπαλος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, παρ’ ότι στο παρελθόν είχε πολεμήσει μαζί του. Στο πλευρό της κυβέρνησης Γ. Κουντουριώτη κυνήγησε τους Κολοκοτρωναίους, ενώ οι ένοπλες συγκρούσεις μαζί τους καθώς και με άλλους αγωνιστές της Επανάστασης αποτελούν γκρίζες σελίδες στην ιστορία του έθνους κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο. Παρ’ όλα αυτά, όταν ο Ιμπραήμ απείλησε σοβαρά την έκβαση της Επανάστασης, ο ίδιος ο Παπαφλέσσας πρότεινε την αποφυλάκιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και άλλων αντικυβερνητικών. Η απελευθέρωσή τους όμως δεν έγινε εγκαίρως. Ο Παπαφλέσσας έσπευσε στο Μανιάκι, το οποίο μετά την πτώση του Νεοκάστρου (11 Μαΐου 1825) αποτελούσε στόχο των Αιγυπτίων, όπου συγκέντρωσε αρχικά 1.500 άνδρες, από τους οποίους τελικά έμειναν μόνο 500. Κυκλωμένος από 3.000 ιππείς και πεζούς απέρριψε την πρόταση άλλων οπλαρχηγών να μετακινηθεί σε πιο ασφαλή θέση. Στην οκτάωρη αυτή μάχη ο Παπαφλέσσας έπεσε νεκρός μαζί με τους περισσότερους άνδρες του.

 

 

Ο Παπαφλέσσας προσέφερε τις μεγαλύτερες υπηρεσίες στην ιερή υπόθεση πριν το ξέσπασμα της επανάστασης σαν μπουρλοτιέρης των ψυχών. Χωρίς αυτόν – λένε μερικοί– ίσως να μην άναβε η επαναστατική φλόγα. Ξετρέλαινε τους ενθουσιασμένους, έπειθε τους διστακτικούς, πολεμούσε τους αντίθετους. Διαλαλούσε ότι μια μεγάλη δύναμη κρύβεται πίσω από τους Φιλικούς, εννοώντας τη Ρωσία. Ήταν έξυπνος, ενθουσιώδης, τολμηρός. Αυτές οι αρετές καθώς και το σχήμα του τον έκαναν ανεπανάληπτο για την προεπαναστατική του δράση.

 

 

Μανιάκι

 

 

Μανιάκι. Ελαιογραφία του Α. Γεωργιάδη, 1960.

Μανιάκι. Ελαιογραφία του Α. Γεωργιάδη, 1960.

Στις 20 Μαΐου δόθηκε η πολυθρύλητη μάχη του Μανιακίου στην οποία έπεσε ηρωικά ο Παπαφλέσσας και όσοι από τους συντρόφους του, περίπου πεντακόσιοι  είχαν μείνει πιστοί. Η μάχη αυτή μπορεί να ήταν άτυχη για τα Ελληνικά όπλα, αλλά ο ηρωισμός  και η αυτοθυσία του Φλέσσα είχε σαν αποτέλεσμα την τόνωση του ηθικού του λαού και τον ξεσηκωμό του.

 

 

Συνήθως η μάχη του Μανιακίου συγκρίνονται με εκείνη των Θερμοπυλών και τη θυσία του Λεωνίδα. Ο Λεωνίδας έπεσε πειθαρχώντας στους νόμους της Σπάρτης . Υποχρεώθηκε να μείνει « τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι» Ο Παπαφλέσσας δεν υποχρεώθηκε από κανένα. Πήγε μόνος να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ. Μπορούσε να φύγει χωρίς φόβο διασυρμού η τιμωρίας. Αντιμετώπισε παλικαρίσια τον εχθρό και τον θάνατο, και εδώ έγκειται το μεγαλείο της ψυχής και της αυτοθυσίας του. Κράτησε τον όρκο που έδωσε μπαίνοντας στη Φιλική Εταιρία και έδωσε το αίμα του για την απελευθέρωση της πατρίδας. Δεν γνωρίζουμε εάν υπάρχει άλλο τέτοιο παράδειγμα στην ιστορία υπουργού και μάλιστα μη πολεμικού υπουργείου να πέφτει στο πεδίο της τιμής και του καθήκοντος προς την πατρίδα. Είναι απόλυτα σωστή η άποψη του Μίμη Η. Φερέτου ότι το κράτος δεν τον τίμησε όσο έπρεπε, αφού τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του τα οστά του καθώς και των άλλων αγωνιστών έμεναν άταφα στο λόφο του Μανιακίου.  Αλλά και η κυβέρνηση Κουντουριώτη δεν έκανε τα δέοντα για τιμήσει τον υπουργό της.

 

Αρκέστηκε στην εφημερίδα της « Ο φίλος του νόμου» να γράψει την 1η Ιουνίου:

 

  « Μεταξύ των ηρωικως πεσόντων ελλήνων είς την κατά το Μανιάκι της Αρκαδίας μάχην μανθάνομεν ότι είναι ο υπουργός των Εσωτερικών  κύριος Γρηγόριος Δικαίος και ο στρατηγός Κεφάλας. Και οι δυο άνδρες των οποίων η αξιότης και γενναιότης απεδείχθησαν είς διαφόρους καιρίας περιστάσεις της πατρίδος. Αιωνία των η μνήμη».

Αυτό ήταν όλο. Πάρα ταύτα , και όσα γράφτηκαν κατά καιρούς ο Παπαφλέσσας κατέλαβε εξέχουσα θέση στη συνείδηση του λαού που ξέρει περισσότερο από τον καθένα να αξιολογεί τους ηγέτες του.

 

Δημοτικό Τραγούδι για τη μάχη στο Μανιάκι

 

Του Φλέσσα η μάνα κάθεται στης Πολιανής την ράχη,
τα Κοντοβούνια αγνάντευε και τα πουλιά ρωτάει:

– Πουλάκια μ’ κι αηδονάκια μου, που ‘ρχεσθε στον αέρα,
μην είδατε το στρατηγό, τον Φλέσσα αρχιμανδρίτη;

– Στα Κοντοβούνια πέρασε και στα Σουλιμοχώρια,
και παλληκάρια μάζωνε όλους Κοντοβουνίσιους.
τα μάζωξε, τα σύναξε τα ‘καμε τρεις χιλιάδες.
Κάθονταν και τ’ αρμήνενε σαν μάνα σαν πατέρας:
– Εμπρός, εμπρός, μωρέ παιδιά, στο Νιόκαστρο να πάμε,
να κάμωμ’ έναν πόλεμο με τούς στραβαραπάδες
κι αν δεν σας ντύσω μ ά λ α μ α, Φλέσσα να μην με πούνε.

Και ο Κεφάλας τώλεγε, και ο Κεφάλας λέγει:
– Τού Μισιριού η Αραπιά στο Νιόκαστρο είν’ φερμένη
– Σιώπα, Κεφάλα, μην το λες, και μην το κουβεντιάζης,
να μην τ’ ακούσ’ η Διοίκησις, λουφέδες δεν μας στείλη,
να μην τ’ ακούσουν τα ο ρ δ ι ά, μ ε ν τ ά τ ι δεν ελθούνε
να μην τ’ ακούσουν τα παιδιά, και τα λιγοκαρδίσης.

Ακόμη λόγος έστεκε και συτυχιά κρατιέται,
κι η Αραπιά τους έζωσε μια κoσαργιά χιλιάδες.
– Άϊντε, παιδιά, να πιάσωμε στο Ερημομανιάκι.
Κι αρχίσανε τον πόλεμο απ’ την αυγή ως το βράδυ.
Μπραϊμης βάνει την φωνή, λέγει του παπά Φλέσσα.

– Εύγα, Φλέσσα, προσκύνησε με ούλο σου τ’ ασκέρι.

– Δεν σε φοβούμ’ Μπραήμ πασά, στο νουν μου δεν σε βάνω
κι εμέ μ ε ν τ ά τ ι μώρχονται οι Κολοκοτρωναίοι
Και στα ταμπούρια πέσανε αυτοί οι Αραπάδες.

Ο Φλέσσας βάνει μια φωνή και λέγει των στρατιωτών του
– Τώρα παιδιά θα σας ειδώ αν είστε παλληκάρια.
Και τα σπαθιά τραβήξανε και κάμνουν το γιουρούσι.
Μια μπαταριά του ρίξανε πικρή φαρμακωμένη.

Υποσημείωση

* Γρηγόριος Ε΄ διετέλεσε τρεις φορές Οικουμενικός Πατριάρχης. Εθνομάρτυρας και  άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η μνήμη του οποίου τιμάται στις 10 Απριλίου.

Γεννήθηκε το 1746 στη Δημητσάνα από φτωχούς γονείς. Το κοσμικό όνομά του ήταν Γεώργιος Αγγελόπουλος. Μετά τις βασικές σπουδές στο χωριό του, το 1756 πήγε στην Αθήνα για δύο χρόνια. Ένας θείος του, ο οποίος ήταν νεωκόρος σε ναό στη Σμύρνη, τον βοήθησε να σπουδάσει στο Γυμνάσιο της πόλης για πέντε χρόνια. Από την παιδική του ηλικία είχε σχέση με τη Μονή Φιλοσόφου της Αρκαδίας, μέσω της οποίας ενισχύθηκε ο έμφυτος ασκητισμός του. Έτσι, εκάρη μοναχός στις Στροφάδες και πήρε το όνομα Γρηγόριος. Αφού σπούδασε θεολογία και φιλοσοφία στην Πατμιάδα Σχολή, επέστρεψε στη Σμύρνη, όπου χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Προκόπιο, του οποίου έγινε και αρχιδιάκονος. Γρήγορα χειροτονήθηκε ιερέας και κατόπιν έγινε πρωτοσύγγελος. Το 1785 ο Προκόπιος εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης, οπότε ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε επίσκοπος και τον διαδέχθηκε στη Μητρόπολη Σμύρνης. Από αυτή τη θέση ανέπτυξε πλούσια δραστηριότητα, η οποία τον έκανε ευρύτερα γνωστό. Έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο κήρυγμα και την κοινωνική δράση, ασχολούμενος ιδίως με την παιδεία του ποιμνίου του.

Τον Μάιο του 1797, μετά το θάνατο του Προκοπίου, ο Γρηγόριος εξελέγη διάδοχός του ως Γρηγόριος Ε΄. Η πατριαρχία του συνέπεσε με μια δύσκολη περίοδο και δεν ήταν καθόλου ανέφελη. Το 1798 εκθρονίστηκε και εξορίστηκε, οπότε αποσύρθηκε στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1806 επανεξελέγη Πατριάρχης, αλλά το 1808 εκθρονίστηκε και πάλι, εξορίστηκε στην Πρίγκηπο και κατόπιν κατέφυγε εκ νέου στο Άγιο Όρος. Στις 15 Δεκεμβρίου 1818 εξελέγη για τρίτη φορά Πατριάρχης και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο του 1819.

Κατά τη διάρκεια της τρίτης αυτής πατριαρχίας του ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ο Πατριάρχης, όπως και οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και της Μικράς Ασίας, παρέμεινε πιστός στον Σουλτάνο και αρνήθηκε να συμμετάσχει στη Φιλική Εταιρεία. Τελικά αναθεμάτισε τους επαναστατημένους Έλληνες, αν και λέγεται ότι ακύρωσε μυστικά το ανάθεμα, φήμη η οποία προκάλεσε την οργή του Σουλτάνου. Έτσι, μετά τη λειτουργία του Πάσχα (10 Απριλίου 1821) συνελήφθη, κηρύχθηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε. Το απόγευμα της ίδιας μέρας απαγχονίστηκε στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου παρέμεινε κρεμασμένος για τρεις ημέρες, εξευτελιζόμενος από τον όχλο. Κατόπιν, μια ομάδα Εβραίων αγόρασαν το πτώμα του, το περιέφεραν στους δρόμους και το έριξαν στον Κεράτιο κόλπο. Ένας Κεφαλονίτης πλοίαρχος, ονόματι Νικόλαος Σκλάβος, βρήκε το σκήνωμα και το μετέφερε στην Οδησσό, όπου και ετάφη στον ελληνικό ναό της Αγίας Τριάδος. Από εκεί ανακομίστηκε στην Αθήνα, 50 χρόνια μετά, και έκτοτε φυλάσσεται σε μαρμάρινη λάρνακα στο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών. Η κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου απαγχονίστηκε ο Γρηγόριος Ε΄, παραμένει κλειστή και σφραγισμένη μέχρι και σήμερα, σε ένδειξη τιμής. Στο Πατριαρχείο εισέρχεται κανείς από τότε μόνο από τις πλάγιες πύλες. (Βικιπαίδεια) 

 

Πηγές

 

  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.  
  • Ελένη Φλέσσα « Οι Φλεσσαίοι της Αργολίδας »,  υπό Έκδοση.
  • Α. ΖΕΝΑΚΟΣ, «Οι Αντίπαλοι», Εφημερίδα το Βήμα, Κυριακή 6 Απριλίου 2003.
  • Οικουμενικό Πατριαρχείο

  

Read Full Post »

Τζώρτζ Τζάρβις (George Jarvis, 1797-1828)


 

Ο πρώτος αμερικανικής καταγωγής φιλέλληνας. Γεννήθηκε στην Αλτόνα της Δανίας. Σήμερα η Αλτόνα είναι ένα προάστιο του Αμβούργου της Γερμανίας. Πατέρας του Jarvis ήταν ο Benjamin Jarvis (Βενιαμίν Τζάρβις), Αμερικανός έμπορος από την Νέα Υόρκη, ο οποίος ανέλαβε στη συνέχεια καθήκοντα Προξένου των ΗΠΑ στην Αλτόνα της Δανίας. Μητέρα του η Γερμανίδα Maria Carolina Dede (Μαρία-Καρολίνα Βέντε).

Ο Jarvis είχε λάβει κλασσική παιδεία, ήταν λάτρης του Ελληνικού πολιτισμού, και όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση μεταβλήθηκε σε ενθουσιώδη οπαδό της. Επηρεάσθηκε από το Γερμανικό φιλελληνικό ρεύμα και είχε έντονη δράση ως φοιτητής, στο Πανεπιστημίου στο οποίο σπούδαζε στην Χαϊδελβέργη. To 1821 ήταν ήδη ένας μορφωμένος νέος ο οποίος μιλούσε Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά.

Τον Νοέμβριο του 1821 αποφασίζει να μεταβεί στην Ελλάδα. Μετά από ένα μεγάλο και δύσκολο ταξίδι, με το Σουηδικό πλοίο «Trondjem» που είχε προορισμό την Ελλάδα, και έφθασε στην Ύδρα στις 3 Απριλίου 1822. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ίδιο πλοίο μετέφερε στην Ελλάδα, έναν άλλο από τους ιδιαίτερα γενναίους και εμβληματικούς Φιλέλληνες, τον αξιωματικό του Βασιλικού Ναυτικού του Ηνωμένου Βασιλείου, τον Frank Abney Hastings.

Όταν έφθασε στην Ελλάδα, παρουσιάσθηκε στην κυβέρνηση στην Κόρινθο, και κατατάχθηκε στο Ελληνικό ναυτικό, υπό τον Γιακουμάκη Τομπάζη και τον Αντώνη Ραφαήλ, καπετάνιο της κορβέτας «Θεμιστοκλής». Επίσης ανέπτυξε στενή φιλία με τον Υδραίο Δημήτριο Βούλγαρη (μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας) και τον Έλληνα έμπορο και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, Εμμανουήλ Ξένο. Με το Ελληνικό ναυτικό έλαβε μέρος σε 13 ναυμαχίες και πολεμικές επιχειρήσεις. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ο Τουρκοφάγος (1782 ή 1787-1849)


 

Νικηταρά –Νικηταρά

Πού ᾽χεις στα πόδια σου φτερά

και στην καρδιά ατσάλι.

 

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Ο Νικηταράς γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα των Πισινών Χωριών του Μυστρά (σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας), στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας όπως μας διηγείται ο ίδιος στα απομνημονεύματά του που κατέγραψε ο Γεώργιος Τερτσέτης.

«Εγεννήθηκα εις ένα χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα (Αναστάσοβα) αποδώθε από του Μυστρά προς την Καλαμάτα. Ο προπάππος μου ήτον Προεστός και ο πατέρας μου έφυγε δεκαέξι χρόνων και επήγε με τα στρατεύματα τα Ρούσικα στην Πάρο και ήτον πολεμικός. Τον εσκότωσαν εις την Μονεμβασιά μαζί με έναν αδελφό και μ’ έναν κουνιάδο μου. Από ένδεκα χρόνων, μαζί με τον πατέρα μου, έσερνα άρματα. Ετουφέκισα ένα Τούρκο στο Λεοντάρι…».

Ο Φωτάκος στο βιβλίο του «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών», αναφέρει ότι τόπος γεννήσεως του ήταν το  χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του πατέρα του, στο χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας της επαρχίας Μεγαλουπόλεως, του Νομού Αρκαδίας.

Πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας. Η μητέρα του Σοφία Καρούτσου ήταν αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Νικηταράς λοιπόν ήταν ανιψιός του Γέρου του Μωριά.

Εντεκάχρονος, βγήκε στο αρματολίκι ακολουθώντας τον πατέρα του. Αργότερα εντάχθηκε στο «μπουλούκι» του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Κοντά του έμαθε τα μυστικά της πολεμικής τέχνης, ξεχωρίζοντας για την ανδρεία και την ευρωστία του. Ήταν ψηλός, μελαχρινός, πρώτος στο πήδημα και γρήγορος στο τρέξιμο. Η αλληλοεκτίμηση και η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ του Καπετάνιου και του Νικηταρά, οδήγησαν τελικά στον γάμο του  με την κόρη του Ζαχαριά, την  Αγγελίνα.

Το 1805, στο μεγάλο διωγμό των κλεφταρματολών, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στην Ζάκυνθο. Έκτοτε,  δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Την αφοσίωση του Νικηταρά προς τον θείο του ο λαός την είπε με δύο λόγια. «Μπροστά πηγαίνει ο Νικηταράς και πίσω ο Κολοκοτρώνης»  αλλά και θέλοντας να τονίσουν την στενή και άρρηκτη σχέση των δύο ανδρών έλεγαν: «Η κεφαλή ήτο του Κολοκοτρώνη και η χειρ του Νικηταρά ».

Εκείνο τον καιρό τα Επτάνησα τα εξουσίαζαν οι Ρώσοι. O Νικηταράς εντάχθηκε στο ρωσικό στρατό και με το τάγμα του πολέμησε εναντίον του Ναπολέοντα στην Ιταλία. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ζάκυνθο και υπηρέτησε αυτή την φορά τους Γάλλους, που στο μεταξύ είχαν καταλάβει το νησί με την συνθήκη του Τίλσιτ.

Στις 18 του Οκτώβρη του 1818  – ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα – μυήθηκε στη Φιλική εταιρεία από τον Ηλία Χρυσοσπάθη. Με συντροφιά τον Αναγνωσταρά και αργότερα τον Δ. Πλαπούτα, περιόδευσε την Πελοπόννησο κατηχώντας πολλούς στο μεγάλο μυστικό και ετοιμάζοντας τον λαό για τον επερχόμενο ξεσηκωμό.

Με την έκρηξη της επανάστασης, μαζί με τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς μπήκε στην Καλαμάτα, στις 23 του Μάρτη του 1821. Είχε ενστερνισθεί βαθιά τις απόψεις και τα σχέδια του θείου του και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη της Τρίπολης που τότε ήταν το Διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο.

Στις 12-13 του Μάη επικεφαλής 800 ανδρών συμμετείχε στην νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι. Αμέσως μετά και ενώ κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο με 200 μόλις άντρες, προέκυψε η ανάγκη να αντιμετωπίσει στα Δολιανά, ισχυρή Τουρκική δύναμη 6.000 ανδρών υπό τον Κεχαγιάμπεη, υποστηριζόμενη και από πυροβόλα. Ήταν 18 του Μάη του 1821. Εκεί απέδειξε στο έπακρο τον ηρωισμό του και την σπάνια στρατιωτική του αρετή και ικανότητα. Κατάφερε να τους προξενήσει τεράστια  καταστροφή και σχεδόν να τους αποδεκατίσει.

Έντρομοι οι Τούρκοι σκορπίστηκαν στις γύρω ρεματιές για να γλυτώσουν, εγκαταλείποντας τα ζώα και τα πυροβόλα τους στα χέρια των Ελλήνων. Ο Νικηταράς, βλέποντας τους να φεύγουν τους φώναζε : «Σταθήτε Πέρσαι να πολεμήσωμε» και μάλιστα τους αποκαλούσε Περσιάνους.

Αν στη μάχη στο Βαλτέτσι διακρίθηκε για την ανδρεία του, στην μάχη των Δολιανών, η ιστορία τον πήρε στα φτερά της. Οι επευφημίες των συντρόφων του έφτασαν ίσαμε τα ουράνια και για πρώτη φορά, βγαλμένο απ’ τις καρδιές των συναγωνιστών του, ακούστηκε το παρατσούκλι που θα τον συνόδευε σε όλη του την ζωή. Με αυτό πέρασε στην ιστορία. Με αυτό έμεινε στη συνείδηση και την ψυχή των Ελλήνων.

 

Νικηταράς, ακουαρέλα, έργο του Δανού ζωγράφου, το 1836, Martinus Rørbye (1803-1848).

 

Στρατηγός Νικηταράς ο Τουρκοφάγος

 

Με τις μάχες των Δολιανών και των Βερβένων, προξενήθηκαν ιδιαίτερα σοβαρές ζημιές στους Τούρκους – που αναγκάστηκαν να κλειστούν στην Τρίπολη – ξανάδωσαν κουράγιο  στους ξεσηκωμένους ραγιάδες, και προετοίμασαν το κλίμα για την άλωση της πρωτεύουσας του Μωριά, που πραγματοποιήθηκε στις 23 Σεπτέμβρη 1821, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά, την στρατηγική του Κολοκοτρώνη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ίσυλλος

 

Ποιητής από την Επίδαυρο. Έζησε το 300 π.Χ. Στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου, βρέθηκε πλάκα με έξι ποιήματά του, εκ των οποίων το ένα ήταν αφιερωμένο στον « Απόλλωνα και τον Ασκληπιόν». Από αυτό το ποίημα ενισχύεται η παράδοση της Θεσσαλικής καταγωγής του Ασκληπιού.

 

Σύμφωνα λοιπόν με τον Ισύλλο, ο Φλεγύας δεν ήρθε από την Θεσσαλία στην Πελοπόννησο αλλά ήταν από την Επίδαυρο.  Παντρεύτηκε όμως γυναίκα από την Θεσσαλία, την ωραία Κλεοφήμη, κόρη της Μούσας Ερατώς και του Μάλου.

 

Από την Κλεοφήμη ο Φλεγύας απέκτησε μια κόρη, την Αίγλη ( Άσγλη), η οποία ονομάστηκε Κορωνίς. Ο Απόλλωνας την είδε, την ερωτεύτηκε και κοιμήθηκε μαζί της. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Ασκληπιός.

 

Τα ποιήματα αυτά γραμμένα σε πλάκα ύψους 1,27 και πλάτους 0,53 τα βρήκε ο αρχαιολόγος Παναγής Καββαδίας, στις ανασκαφές  του 1884.

 

 

Πηγή

 

  • Παναγής Καββαδίας, « Το ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών», Αθήνησιν, 1900.

Read Full Post »

Φωτάκος ή Φώτιος Χρυσανθόπουλος (1798-1878)

 

Αγωνιστής του 1821, υπασπιστής του Θ. Κολοκοτρώνη και απομνημονευματογράφος. Ο πατέρας του ήταν ο ιερέας παπα – Γιαννάκης,  γι’ αυτό και τ’ αδέρφια του (Αναγνώστης, Κωνσταντίνος, Παναγιώτης και Νικόλαος) ονομάσθηκαν Παπαγιαννακόπουλοι, ενώ ο Φωτάκος διατήρησε το πατρικό επώνυμο Χρυσανθόπουλος. Στην ιστορία  έμεινε γνωστός ως Φωτάκος.

Γεννήθηκε στα Μαγούλιανα* Γορτυνίας. Διδάχτηκε τα πρώτα του γράμματα στο χωριό του με δάσκαλο τον Αγάπιο. Κατόπιν πήγε στη Βυτίνα, όπου είχε δάσκαλο τον Παρθένιο. Επειδή όμως ήταν πολύ ζωηρό, σκληρό και φιλόνικο παιδί, ο πατέρας του φοβούμενος μη φιλονικήσει με τους Τούρκους, τον έστειλε στη Ρωσία, στο Κισνόβι της Βεσσαραβίας ως εμποροϋπάλληλο. Ήταν η εποχή που η Φιλική Εταιρεία όλο και δυνάμωνε με τη μύηση στο μυστικό πολλών ομογενών. Ο Φωτάκος εγκαταλείπει τη δουλειά του και μεταβαίνει στην Οδησσό, όπου το 1814 είχε ιδρυθεί η Φιλική Εταιρεία, και γίνεται φιλικός. Στη συνέχεια παίρνει εντολή να μεταβεί στα Λαγκάδια Γορτυνίας, για να συναντήσει τον πρόκριτο Κανέλλο Δεληγιάννη και να τον ενημερώσει για τις εξελίξεις και για την ημέρα του γενικού ξεσηκωμού.

 

Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος. Προτομή στο χωριό Μαγουλιανά.

 

Τον Οκτώβριο του 1820 ο Φωτάκος, συντροφιά με τον φίλο του και συναγωνιστή Δημήτριο Αρκαδινό, φτάνει στην Ύδρα και στη συνέχεια οι δύο άνδρες μεταβαίνουν στο Ναύπλιο, για να κατασκοπεύσουν, προσποιούμενοι ο Φωτάκος τον ευρωπαίο γιατρό και ο Αρκαδινός τον διερμηνέα. Στη συνέχεια ο Φωτάκος περνώντας από το Άργος, φτάνει στην Τρίπολη με χίλιες προφυλάξεις και μιλώντας Ρώσικα, έρχεται σε επαφή με Τριπολιτσιώτες φιλκούς, κατόπιν μεταβαίνει στο χωριό του, τ’ αγαπημένα του Μαγούλιανα, και στη συνέχεια στο αρχοντικό του Δεληγιάννη στα Λαγκάδια. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τόμπρας Κωνσταντίνος – Ο πρώτος Έλληνας τυπογράφος στην Επανάσταση του 1821

 

Στις 8 Ιουνίου 1821, ο Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) αποβιβάστηκε   στην Ύδρα, απεσταλμένος του αδελφού του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ως υπεύθυνος για την προετοιμασία της επανάστασης των Ελλήνων κατά των Τούρκων στην Πελοπόννησο. Είχε φέρει μαζί του  όπλα και πολεμικό υλικό κι ένα πλήρες  μικρό τυπογραφικό πιεστήριο , το οποίο είχε πάρει από την Τεργέστη, όπου πέρασε πριν έρθει στην Ύδρα. Ο Ειρηνίδης (Ομιλία περί του εφευρέτου της τυπογραφικής τέχνης …, Μετατύπωσης εκ της «Μερίμνης, σελ.31) περιγράφει τούτο ως εξής :   

Το πιεστήριον του Υψηλάντου

Το πιεστήριον του Υψηλάντου

«Το πιεστήριον ήτο ξύλινον με δύο σιδηράς πλάκας , ων η άνω είχε το ήμισυ μέγεθος της κάτω , διο και το πάτημα ήτο διπλούν εις την τύπωσιν εκάστου φύλλου χάρτου. Εχώρει δε η κάτω πλαξ οκτώ σελίδας εις 8ον» και «τα στοιχεία του τυπογραφείου του Υψηλάντου ήσαν των 12 στιγμών, προμηθευμένα εκ Βενετίας ή Λειψίας. Όλα τα φωνήεντα (και τα κεφαλαία) ήσαν χαρακτά, ήτοι είχον χωριστά τα πνεύματα και τους τόνους, οίτινες προσαρμοζόμενοι εις τα χαρακτά λεγόμενα απετέλουν τον κορμόν αυτών ισοπαχή με τα άτονα, διο και αι γραμματοθήκαι, ελλειπόντων των τονουμένων, ήσαν μικραί και επομένως ευμετακόμιστοι».  

 Δυστυχώς όμως κανένας Έλληνας τυπογράφος δεν υπήρχε  ώστε να λειτουργήσει το τόσο απαραίτητο για τις ανάγκες της προετοιμασίας του αγώνα τυπογραφείο. Αναζητώντας επειγόντως τυπογράφο , ο Δ. Υψηλάντης πληροφορήθηκε από τον Υδραίο Ναύαρχο Γιακουμάκη (Ιάκωβος) Τομπάζη ή Τουμπάζη (1792-1829 ) ότι στα Ψαρά σώθηκε  και  ευρίσκετο ο Τυπογράφος Κωνσταντίνος Τόμπρας . Αμέσως έδωσε διαταγή στον Τομπάζη να φύγει με πλοίο και να φέρει στον Κ. Τόμπρα στην Πελοπόννησο όπως και έγινε. Ο Κ. Τόμπρας με τον Αναστάσιο Νικολαίδη ήρθαν στην Υδρα .

Ο Κωνσταντίνος Τόμπρας ήταν από τις Κυδωνίες (σημερινό Αϊβαλί )  της Μικράς Ασίας. Ήταν σπουδαστής στην Ακαδημία των Κυδωνιών όταν επισκέφτηκε τις Κυδωνίες ο μεγάλος Γάλλος τυπογράφος  Αμβρόσιος Διδότος (DIDOT) . Ο σχολάρχης της Ακαδημίας των Κυδωνιών Γρηγόριος Σαράφης οι Καθηγητές και μερικοί πλούσιοι πατριώτες Έλληνες εκμεταλλεύτηκαν την παρουσία του Διδότου στην πόλη τους και αποφάσισαν να ιδρύσουν Τυπογραφείο. Έτσι με δαπάνες της πλούσιας οικογένειας Σαλτέλλη στάλθηκε  στο Παρίσι  το 1817, ο Κωνσταντίνος Τόμπρας για να μάθει στο τυπογραφείο του Διδότου την τυπογραφική Τέχνη, ώστε  να την εισαγάγει στην πατρίδα του και να λειτουργήσει η τυπογραφία στις Κυδωνίες. Πράγματι ο Κ. Τόμπρας έμαθε στο Παρίσι από τον Διδότο (DIDOT) την τυπογραφική τέχνη και την κατασκευή τυπογραφικών στοιχείων. Συνέχισε τις σπουδές του στη Βιέννη όπου διδάχθηκε την αλληλοδιδακτική μέθοδο (Παιδαγωγικά). Έτσι το 1819 γύρισε στην πατρίδα του έχοντας μαζί του τυπογραφικά μηχανήματα, με Ελληνικά τυπογραφικά στοιχεία και με δαπάνες των υιών του προύχοντα Χατζή Παρασκευά  Σαλτέλλη έστησε στις Κυδωνίες το πρώτο Ελληνικό τυπογραφείο, σε ένα κτήριο στην αυλή της εκκλησίας της λεγόμενης « Ορφανή Παναγιά».

Το τυπογραφείο λειτούργησε μέχρι την καταστροφή της πόλης  από τους Τούρκους ( 3 Ιουνίου 1821), έχοντας σαν βασικό συνεργάτη του τον συμπατριώτη του Κώστα Δημίδη. Ο ίδιος σώθηκε την τελευταία στιγμή από την μανία των Τούρκων και διέφυγε στα Ψαρά μαζί με τους ανιψιούς του Ιωάννη Τόμπρα και Αναστάσιο Νικολαϊδη που του είχε βοηθούς και μαθητές στην τέχνη του. Δυστυχώς όμως δεν έσωσε από την καταστροφή το τυπογραφείο.

Στα δύο αυτά χρόνια όμως έκανε σπουδαίο έργο. Στο τυπογραφείο του τυπώθηκαν 7 βιβλία διαφόρου περιεχομένου, όπως η δίτομη ελληνική γραμματική του Γρηγόρη Σαράφη και «Αι συμβουλαί προς την θυγατέρα μου» του J. N. Bouilly σε μετάφραση Ευανθίας Καϊρη. Το πρώτο κείμενο που τύπωσε ήταν ποίημα του Δημ. Κων. Μπαρμπάγου του Κυδωνέως , αφιερωμένο στο δάσκαλο του Αμβρόσιο Διδότο ( H ελεύθερη Ελλάδα τίμησε τον Διδότο και ένας κεντρικός δρόμος στα Εξάρχεια στην Αθήνα φέρει το όνομά του). Τα βιβλία που έβγαλε ο Κώστας Τόμπρας δείχνουν τεχνική αρτιότητα που φανερώνει την άριστη γνώση της τέχνης του. Τα τυπογραφικά στοιχεία του Κώστα Τόμπρα είναι τα μόνα εφάμιλλα των ευρωπαϊκών. Ο Κώστας Τόμπρας  έγινε διάσημος όχι μόνο για τις τυπογραφικές του ικανότητες, αλλά και για τη γενική του μόρφωση και γνώση που τον κατέστησαν αντικείμενο θετικών σχολίων από μεγάλους  Έλληνες της εποχής του.

Ο Τυπάλδος σε επιστολή του προς τον Εμμ. Σαλτέλλη (του χορηγού των σπουδών του Κ. Τόμπρα και χρηματοδότη του τυπογραφείου του), του γράφει :

 «…Δεν ευρίσκω αξιότερον έπαινον δια την αρετήν σου. Η τοιαύτη πράξις (να γίνει χορηγός) δεικνύει πόσον ωφελήθεις από την σοφίαν των διδασκάλων των Κυδωνιών. Η εκλογή του τυπογράφου( Κ. Τόμπρας) φανερώνει και νουν και ορθή κρίσιν…» «…Πρώτος και μόνος (Ο Κώστας Τόμπρας ) φέρει την τυπογραφία στην πατρίδα …».

Σε γράμμα του Αδαμάντιου Κοραή σε Χιώτες συμπατριώτες του να βιαστούν να φτιάξουν τυπογραφείο στη Χίο, διαβάζουμε :

 

« …Αγαθή τύχη …καλόν ότι μέλλεις να κηρύξεις την τυπογραφία της πατρίδος . Είπε τους επιτρόπους να γράψωσι προς τους εκεί να τυπώσωσι χωρίς αναβολήν  μικρόν τι, ο,τι κι αν ήναι μέρος ή τεμάχιον συγγραφέως τινός χρήσιμον εις το Γυμνάσιον …τούτο σε λέγω, διότι προς το τέλος του παρόντος μηνός αναχωρεί εδώ(από το Παρίσι) ο Γραικός τυπογράφος των Κυδωνιών (Κ. Τομπρας) οπλισμένος με χαρακτήρες και το ευτυχέστερον με την τέχνη όχι μόνο να το συνθέτει, αλλά και να τους εξαναχύνει όταν τριφθώσι…»

  (Ζήλιες και ανταγωνισμοί πριν την επανάσταση!! Βιάζεται ο Κοραής να τυπώσουν κάτι οι συμπατριώτες του Χιώτες , πριν τους προλάβουν οι Κυδωνιάτες πρώτοι. Οι Κυδωνιάτες με τον Κ. Τόμπρα όμως πήραν τα πρωτεία και τη δόξα.)

Κυδωνίαι ή Αϊβαλί. Πατρίς του τυπογράφου της «Σάλπιγγος» Κωνσταντίνου Τόμπρα.

Κυδωνίαι ή Αϊβαλί. Πατρίς του τυπογράφου της «Σάλπιγγος» Κωνσταντίνου Τόμπρα.

 

 

Όταν ο Κ. Τόμπρας έφτασε στην Ύδρα ο Δημήτρης  Υψηλάντης είχε φύγει και ήταν στα Βέρβαινα, όπου ήταν το στρατηγείο του. Μαζί του κουβαλούσε συσκευασμένο σε κιβώτια και φορτωμένο σε μουλάρια το τυπογραφείο που είχε μεταφέρει από την Τεργέστη, προκαλώντας την περιέργεια των αγωνιστών για το μυστήριο που έκρυβαν τα κιβώτια.
Εκεί τον συνάντησε ο Κ. Τόμπρας και αποφάσισαν να στηθεί στην Καλαμάτα το τυπογραφείο το πρώτο σε  Ελληνικό έδαφος. Εκεί με τυπογράφο τον Κώστα Τόμπρα και Διευθυντή Σύνταξης το Θεόκλητο Φαρμακίδη (1784-1860), τυπώθηκε η πρώτη ελληνική εφημερίδα «Ελληνική Σάλπιξ», την 1η Αυγούστου 1821.

Όταν οι Έλληνες πήραν την Τριπολιτσά, ο Κ. Τόμπρας πήρε διαταγή να πάρει το τυπογραφείο  και να το πάει σε αυτήν. Η κατάσταση όμως εκεί ήταν τόσο ρευστή και επικίνδυνη, που αποφάσισαν ότι το τυπογραφείο έπρεπε να φύγει και να εγκατασταθεί στο Άργος. Στο Άργος μάταια προσπάθησε ο Τόμπρας να λειτουργήσει το τυπογραφείο. Ένοπλα σώματα ατάκτων δημιουργούσαν προβλήματα στην πόλη του Άργους και εμπόδιζαν το στήσιμο και την ομαλή απρόσκοπτη λειτουργία του τυπογραφείου. Επιπλέον στο Άργος ο Κ. Τόμπρας αρρώστησε βαριά.  Έτσι μετά την παράδοση της Κορίνθου στον Κολοκοτρώνη και τον Υψηλάντη τον Γενάρη του 1822, με απόφασή της η Α΄Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου (οι εργασίες της ξεκίνησαν στον Αι Γιάννη του Άργους )  μεταφέρθηκε η έδρα  της Κεντρικής Διοίκησης στην Κόρινθο και μαζί με αυτήν και το τυπογραφείο που το εγκατέστησαν στο σπίτι του Θεοχαράκη, όπου έφτασε ένα δεύτερο  μικρό τυπογραφείο, που είχαν παραγγείλει στην Ευρώπη. Δυστυχώς όμως η υγεία του Τόμπρα , δεν του επέτρεπε να εργασθεί  και έτσι  είχαμε τώρα στην Ελλάδα δύο τυπογραφεία και κανένα τυπογράφο!! Τελικά ο βοηθός και ανιψιός του Τόμπρα Αναστ. Νικολαϊδης μαζί με τον ιστορικό συγγραφέα Ιωάννη Φιλήμωνα, κατόρθωσαν να λειτουργήσουν το τυπογραφείο , έως ότου έγινε καλά ο Τόμπρας και ανέλαβε ξανά τη διεύθυνσή του. Εκεί τυπώθηκαν σημαντικές για το Έθνος εκδόσεις:

Το πιεστήριο του πρώτου Εθνικού Τυπογραφείου στο Ναύπλιο. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Το πιεστήριο του πρώτου Εθνικού Τυπογραφείου στο Ναύπλιο. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Το πρώτο Σύνταγμα ή «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος». Τα πρώτα δημόσια έγγραφα, όπως προκηρύξεις και διαταγές της Κυβέρνησης, ο Οργανισμός των Ελληνικών Επαρχειών, των Ελληνικών Δικαστηρίων, η Διακήρυξη που όριζε τα εθνικά χρώματα και τις ελληνικές σημαίες των «κατά γήν και κατά θάλασσαν δυνάμεων». Εκεί ακόμα τυπώθηκε κι ένας χάρτης χαλκογραφημένος πάνω σε λεπτό μεταξωτό πανί. Όμως το πρώτο αυτό Εθνικό τυπογραφείο ελληνικό έδαφος που γνώρισε τόσες περιπέτειες και μετακινήσεις ( Ύδρα- Βέρβαινα – Καλαμάτα – Άργος – Κόρινθος) δεν υπήρξε για πολύ. Τον Ιούλιο του 1822 περνώντας ο Δράμαλης από την Κόρινθο για το Άργος, το κατάστρεψε. Ο Κώστας Τόμπρας ήταν στο Άργος και σώθηκε μαζί με τα τυπογραφικά στοιχεία. Στα μετέπειτα χρόνια μέχρι τη δημιουργία του επίσημου Ελληνικού Κράτους, ο Κώστας Τόμπρας είναι ο τυπογράφος της Κεντρικής  Διοίκησης σε διάφορα τυπογραφεία της, κύρια με έδρα το Ναύπλιο. Το 1828 ιδρύει στο Ναύπλιο μαζί με τον Κώστα Δημίδη, το πρώτο ιδιωτικό τυπογραφείο στην Ελλάδα. Μετά την απελευθέρωση την Ελλάδας από τους Τούρκους και τη μεταφορά της Πρωτεύουσας από το Ναύπλιο στην Αθήνα , ο Κώστας Τόμπρας εργάστηκε σε διάφορα τυπογραφεία της χώρας, έχοντας δημιουργήσει όλα αυτά τα χρόνια αρκετούς μαθητές ικανούς πλέον να συνεχίσουν το έργο του. Ένα έργο που ξεκίνησε και σφράγισε την Ιστορία της  σύγχρονης Ελληνικής  τυπογραφίας. 

Γεώργιος Γιαννούσης.

 

  

Βιβλιογραφία  

Ν. Ε. ΣΚΙΑΔΑΣ, « ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑΣ»,ΕΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG, ΑΘΗΝΑ 1976.

Κ. ΣΠΑΝΟΣ, «ΣΑΛΠΙΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑ, ΑΘΗΝΑ 1975.

ΕΝΩΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ «ΧΘΕΣ-ΣΗΜΕΡΑ-ΑΥΡΙΟ 1939/1989».

 

 

 

 

Read Full Post »

Σοφία ντε Μαρμπουά Λεμπράν  – Sophie de Marbois-Lebrun (1785-1854)

 

 

Sophie de Marbois-Lebrun

Sophie de Marbois-Lebrun

Η MarieAnneSophie Marbois (Δούκισσα της Πλακεντίας), γεννήθηκε στις 2 Απριλίου του 1785, στη Φιλαδέλφεια της Αμερικής και πέθανε στις 14 Μαΐου του 1854 στην Αθήνα, μετά από μια ασυνήθιστη και γεμάτη γεγονότα ζωή. Ήταν κόρη του Γάλλου γενικού συμβούλου Francois Barbe de Marbois και της Αμερικανίδας Elisabeth More. Η Sophie Marbois παντρεύτηκε το 1802 με το Γάλλο αξιωματικό AnneCharles Lebrun (1775-1859) στο Παρίσι. Χώρισαν 30 χρόνια αργότερα, το 1831. Δύο χρόνια μετά το γάμο απόκτησαν μια κόρη, την CarolineEliza (1804-1837). Το 1804 έγινε ο πεθερός της Σοφίας Λεμπρέν υπουργός οικονομικών στην κυβέρνηση του Ναπολέοντα και το 1806 το δόθηκε το δουκάτο της Piacenza, στη βόρεια Ιταλία. Η Σοφία και ο Κάρολος Λεμπρέν απόκτησαν τον τίτλο de Plaisance το 1809. Η Σοφία και η Ελίζα ταξίδεψαν μερικούς μήνες στην Ιταλία το 1825 και το 1827 επισκέφτηκαν τη Ρώμη, όπου συνάντησαν τον Ιωάννη Καποδίστρια (1777-1831) που ήταν αντιπρόσωπος της επαναστατικής κυβέρνησης της Ελλάδας. Η συνάντηση αυτή είχε αποφασιστική σημασία για τη Sophie de Plaisance, που από τότε έδωσε πολλές φορές χρήματα για να βοηθήσει την επανάσταση για την απελευθέρωση της Ελλάδας.

 

Αλληλογραφούσε με τον Καποδίστρια και αποφάσισε να επισκεφτεί την Ελλάδα συνεπαρμένη και από τον φιλελληνισμό που επικρατούσε εκείνη την εποχή στο Παρίσι. Συμμετείχε ενεργά στο συντονισμένο κίνημα των Γάλλων φιλελλήνων και ενίσχυσε οικονομικά την τότε νεοσύστατη δημοτική εκπαίδευση και ανέλαβε την επιμόρφωση 12 θυγατέρων αγωνιστών. Το Δεκέμβριο του 1829 ταξίδεψε μαζί με την κόρη της, δία μέσου της Κέρκυρας και της Πάτρας, στην πόλη όπου έδρευσε τότε η κυβέρνηση, το Ναύπλιο. Εκεί έφτασαν στις 3 Ιανουαρίου του 1830 και έμειναν σχεδόν ένα χρόνο. Το 1831 έμεινε ένα χρονικό διάστημα στην Αίγινα και επένδυσε χρήματα στην αγορά γης, μέσα και γύρω από την Αθήνα. Στις 16 Μαΐου του 1831, πήγαν οι δυο γυναίκες στη Ζάκυνθο και τον Οκτώβριο η Σοφία γύρισε στη Ρώμη, όπου έμαθε για τη δολοφονία του Καποδίστρια στις 9 Οκτωβρίου του 1831. Η Σοφία επιθυμούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα και μετά από μία σύντομη περίοδο στη Φλωρεντία ξαναγύρισε, στην Αθήνα. Δεν επισκέφτηκε ποτέ πια τη Γαλλία, αλλά αλληλογραφούσε όλη τη ζωή της με τον πρώην άντρα της.

 

Η Σοφία και η Ελίζα έμειναν το 1833 στο ξενοδοχείο της Ευρώπης, στην οδό Αιόλου, αλλά το 1834-35 έχτισε δικό της σπίτι στα νοτιοδυτικά προάστεια της Αθήνας στην οδό Πειραιώς, κοντά στην τότε πλατεία των στρατιωτικών ασκήσεων.

Το σπίτι ήταν χτισμένο από ξύλο με δυο πατώματα και υπόγειο. Αμέσως μετά το 1835-37, έκανε ένα μεγάλο ταξίδι στο Λίβανο και τη Συρία μαζί με την κόρη της, που πέθανε στη Βηρυττό, από στηθικό νόσημα πιθανώς οφειλόμενο στην εξάπλωση της πανώλης.. Η Δούκισσα δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει το χαμό της αγαπημένης της κόρης και βαλσάμωσε το κορμί της Ελίζας, με το οποίο επέστρεψε στην Αθήνα. Τοποθέτησε το άψυχο σώμα της στο υπόγειο της προσωρινής κατοικίας της στην οδό Πειραιώς, το οποίο είχε μετατρέψει σε παρεκκλήσιο, έχοντας υπ’ όψη να το θάψει σε μεγαλοπρεπή Ναό που σκόπευε να χτίσει στην Πεντέλη.

Robert Lefevre, 1818, προσωπογραφία της Δούκισσας της Πλακεντίας.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Raoul Malherbe που επισκέφτηκε τον Ιούνιο του 1843 τη Σοφία, περιέγραψε το σπίτι σαν ένα άσχημο ξύλινο κτίριο που βρισκόταν στα περίχωρα της Αθήνας με θέα στο γυμνό αττικό τοπίο και κοντά σ’ ένα καινουργιοκτισμένο θέατρο. Το θέατρο Sansoni ιδρύθηκε το 1840. Το ξύλινο σπίτι της Σοφίας ήταν δίπλα από το σπίτι του Γερμανού γλύπτη Christian Heinrich Siegel (1808-1883) που ονομαζόταν «Die Burg» και ήταν σπίτι ατελιέ του. Στο πρώτο πάτωμα έμενε ο εφημέριος της αυλής της βασίλισσας Αμαλίας από το Holstein της Δανίας, ο Asmus Heinrich Luth (1806-1859) από το Σεπτέμβριο του 1842 μέχρι το Μάρτιο του 1843, σ’ ένα μεγάλο διαμέρισμα πέντε δωματίων με μπαλκόνι, κουζίνα, αυλή και κήπο.

 

Η γειτονική αυτή σχέση με τη Σοφία περιγράφηκε από τη γυναίκα του εφημέριου, την Christiane Luth, το γένος Fischer (1817-1900) στα ημερολόγιά της από την Αθήνα τα οποία έχουν εκδοθεί σε βιβλία. Η οικογένεια έμεινε στην Αθήνα στα 1839-52. Η αδελφή της Christian, η Hanne Fisher (1819-1910) έζησε με την οικογένεια Λυτ όλα τα χρόνια  που έμεινε στην Αθήνα και έγραψε τις αναμνήσεις της από τη ζωή της στην Αθήνα, όταν ήταν 70 χρονών και έμενε στο Kolding Δανίας.

 

Γράφει μεταξύ των άλλων: «δίπλα μας έμενε η Γαλλίδα Δούκισσα Πλακεντίας, μια ιδιόμορφη γυναίκα, χωρισμένη από τον άντρα της και πολύ πλούσια….».

Το σπίτι της Σοφίας κάηκε το Δεκέμβριο του 1847. Η ίδια δεν ήταν στο σπίτι, αλλά το φέρετρο της κόρης της που ήταν ακόμα στο υπόγειο. Πιθανόν η ίδια να είχε μόλις μετακομίσει στα «Ιλίσσια». Η φωτιά έχει περιγραφεί σε πολλά λογοτεχνικά έργα, επίσης και από τον Κριστιάνε Λυτ, σ’ ένα από τα ημερολόγιά της που δεν έχουν εκδοθεί, από την περίοδο που έμεναν στην Αθήνα. Σημειώνει: «Παρασκευή 19/31 Δεκεμβρίου: Το βράδυ, στη δυνατή καταιγίδα, κάηκε το σπίτι της Δούκισσας της Πλακεντίας και μαζί μ’ αυτό το βαλσαμωμένο σώμα της κόρης της. Όπως συνήθως, δεν υπήρχε κανείς να βοηθήσει, εκτός από αυτούς που ήθελαν να κλέψουν και βεβαίως, δεν υπήρχε νερό. Η Δούκισσα παρακαλούσε όλους να σώσουν το σώμα της κόρης της, αλλά κανένας δεν τολμούσε να πάει στο υπόγειο».

Η Δούκισσα της Πλακεντίας θεωρείτο εκκεντρική προσωπικότητα, με πολλούς μύθους να περιβάλλουν το πρόσωπό της και να τη συσχετίζουν με τους ληστές που κατοικούσαν στην αττική ύπαιθρο και ταλάνιζαν την Αθήνα. Στην αρχή απαρνιέται την Ορθοδοξία και ασπάζεται την Ιουδαϊκή θρησκεία. Οι κοινωνικές συναναστροφές και οι πολιτικές ιδέες της την οδήγησαν να εισάγει στην Ελλάδα μια νέα θεοκρατική κοινωνική οργάνωση μεταβάλλοντας το μέγαρό της των Ιλισίων σε κέντρο διάφορων ελλήνων και ξένων λογίων, διανέμοντας κτήματα και τίτλους ευγενείας σε εξέχουσες μεν ελληνικές οικογένειες, στερούμενη όμως από τη πρότερη αγαθοποιό κοινωφελή δράση της. Αυτό είχε ως συνέπεια να αποξενωθεί ακόμα περισσότερο. Τον Ιούνιο του 1846 η Σοφία φέρεται να αιχμαλωτίστηκε από τον Λήσταρχο Μπίμπιση αλλά ελευθερώθηκε ύστερα από επέμβαση των Χαλανδριωτών. Αυτής ακολούθησαν άλλες ιστορίες, αναδιαρθρώνοντας κάθε φορά ιστορικά γεγονότα. Γεγονός πάντως είναι πως με δικά της έξοδα ανακατασκεύασε το 1854 τη Συναγωγή στη Χαλκίδα, ενώ συνέχισε με δικά της έξοδα τη δεύτερη έκδοση των «Χρονικών» του Μεσολογγίου.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής της δεν δεχόταν καμία επίσκεψη εκτός από τη Δεσποινίδα των Τιμών της Βασίλισσας Αμαλίας, τη Φωτεινή Μαυρομιχάλη, την οποία και η ίδια είχε αναθρέψει, και την κόρη του ήρωα του Μεσολογγίου Χρήστου Καψάλη. Απεβίωσε το 1854 σε ηλικία 64 χρονών. Ετάφη μαζί με την κόρη της στον Πύργο της στη Πεντέλη, αφήνοντας πίσω της μια σημαντική ιστορία στη συμβολή του φιλελληνισμού, καθώς και σημαντικά κειμήλια που κληροδότησε στο Ελληνικό Δημόσιο, πολλά από τα οποία διαχειρίστηκε ο Γεώργιος Σκουζές*. Λέγεται ότι ο τάφος της διασώθηκε μέχρι και το 1946 όταν κάποιοι ασυνείδητοι τον κατέστρεψαν.

 

Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο

 

Η ιστορία του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου αρχίζει το 1884 με την ίδρυση της ΧΑΕ. Κύριο μέλημα των ιδρυτών της ΧΑΕ ήταν η δημιουργία Μουσείου Χριστιανικής Αρχαιολογίας. Πρωταγωνιστικός υπήρξε ο ρόλος ενός από τους ιδρυτές της, του Γεωργίου Λαμπάκη. Το Μουσείο επίσημα ιδρύεται το 1914 και έως το 1923 όπου άνοιξε για το κοινό διοικείται από Εφορευτική Επιτροπή με Διευθυντή τον Αδαμάντιο Αδαμαντίου. Οι συλλογές της ΧΑΕ, που εμπλουτίστηκαν τόσο από αγορές και δωρεές έργων, όσο και από την κατάθεση κειμηλίων, τα οποία προέρχονταν από μονές της Ελλάδας και από διαλυμένες ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, στεγάστηκαν σε αίθουσα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

 

Villa Ilissia

Villa Ilissia

Το 1930 το Μουσείο εγκαταστάθηκε οριστικά στη Villa Ilissia, ένα συγκρότημα κτηρίων κοντά στις όχθες του Ιλισού, το οποίο κτίσθηκε από τον αρχιτέκτονα Σταμάτιο Κλεάνθη** το 1848, για τη Γαλλίδα Sophie de Marbois-Lebrun, Δούκισσα της Πλακεντίας. Το μέγαρο των Ιλισίων είναι στην πραγματικότητα ένα συγκρότημα κτιρίων. Το κεντρικό κτίριο, επενδεδυμένο εξωτερικά με μάρμαρο, αποτελείται από δύο ορόφους και υπόγειο. Πρόκειται για ένα κτίσμα που διακρίνεται για την απλότητα και την αυστηρή συμμετρία του και που υψώνεται επιβλητικό στο βάθος της αυλής, το περίγραμμα της οποίας συμπληρώνεται από δύο χαμηλές πλευρικές πτέρυγες, που προορίζονταν για βοηθητικές χρήσεις, και από το κτίριο με τον πυλώνα της εισόδου. Στο κτιριακό συγκρότημα συνδυάζονται στοιχεία του κλασικισμού όπως η επικράτηση της οριζόντιας γραμμής και οι χαμηλοί κλειστοί πύργοι, δτοιχεία του ρομαντισμού, όπως οι αψιδωτές στοές στις δύο όψεις του κεντρικόυ κτιρίου και η προβολή της στέγης. Η οικοδόμηση της Villa Ilissia κατοικήθηκε από τη Δούκισσα μέχρι το θάνατό της , το 1854. Αργότερα το συγκρότημα περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, στέγασε για τρία χρόνια τη Σχολή Ευελπίδων και, στη συνέχεια άλλες στρατιωτικές αρχές, έως ότου συνδεθεί στη συνείδηση χιλιάδων επισκεπτών, με τη νέα μουσειακή του χρήση ως το χώρο του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου της Αθήνας.


Η εξωτερική μορφή του κτιρίου παρέμεινε περίπου όπως είχε σχεδιαστεί από τον Κλεάνθη, ενώ το εσωτερικό του προσαρμόστηκε στις ανάγκες της νέας του χρήσης, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου και σύμφωνα με τις μουσειολογικές αντιλήψεις του τότε διευθυντή του Μουσείου, Γεώργιου Σωτηρίου, ο οποίος οργάνωσε την έκθεση, που συνεχώς εμπλουτιζόταν με νέα αποκτήματα, με επιστημονικά κριτήρια και της προσέδωσε διδακτικό χαρακτήρα και σηματοδότησε την πορεία του Μουσείου. Οι μεγαλύτερες επεμβάσεις έγιναν στο ισόγειο του κτιρίου όπου τρεις αίθουσες διαμορφώθηκαν σε χαρακτηριστικούς τύπους ναών της παλαιοχριστιανικής, βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου, ενώ τα αντικείμενα και ιδίως τα γλυπτά, τοποθετήθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να παραπέμπουν στα κτίρια στα οποία ανήκαν. Στον άνω όροφο εκτέθηκαν, χρονολογικά και κατά ρυθμούς εικόνες και μικροτεχνήματα με κριτήριο την ταξινόμηση κατά συλλογές. Στην αριστερή πτέρυγα του συγκροτήματος παρουσιάστηκαν όλοι σχεδόν οι εικονογραφικοί τύποι της βυζαντινής ζωγραφικής, ενώ η δεξιά περιελάμβανε χειρόγραφα και αντίγραφα γλυπτών, μωσαικών και τοιχογραφιών.Η διαμόρφωση της αυλής έγινε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρη. Η μουσειολογική προταση αυτή του Γ. Σωτηρίου, ο οποίος παρέμεινε διευθυντής ως το 1960 παρέμενε (εκτός από μία αίθουσα στην αριστερή πτέρυγα του Μουσείου με χρηματοδότηση του σχεδίου Μάρσαλ το 1952) σε μεγάλο βαθμό αμεταβλητη εως το 2003.


Από το 1960 έως και σήμερα διακεκριμένοι επιστήμονες όπως ο Μανόλης Χατζηδάκης (1960-67, 1974-75), Αναστάσιος Ορλάνδος (1967-73) διετέλεσαν διευθυντές του Μουσείου συμβάλοντας στην όλο και περαιτέρω οργάνωση,εξέλιξη και καθιέρωσή του ως ένα από τα σημαντικότερα μουσεία στον ελληνικό χώρο. Σημαντικές μεταρρυθμίσεις αποτέλεσαν η κτιριακή αύξηση στο συγκρότημα του ΒΧΜ,το 1979 με την παραχώρηση του διώροφου κτιρίου όπου εγκαταστάθηκε ένα χρόνο μετά η σπουδαιότατη Συλλογή Δ. Λοβέρδου και επιμέρους τροποποιήσεις στο κτίριο διοικήσεως.

Νικόλαος Κωνστάντιος, αρχαιολόγος – μουσειολόγος

 

Υποσημειώσεις  

* Ο Γεώργιος Σκουζές (17811884) ήταν έμπορος και τραπεζίτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα και καταγόταν απο παλιά Αθηναϊκή οικογένεια. Ασχολήθηκε με τις επιχειρήσεις και τον τραπεζικό κλάδο. Αρχικά εγκαταστάθηκε στην Τεργέστη όπου απέκτησε μεγάλη περιουσία και στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα όπου ίδρυσε πολλές τράπεζες μεταξύ των οποίων την Εθνική, την Ιονική, την Βιομηχανική κ.α. Επίσης ενίσχυσε οικονομικά τις κρητικές επαναστάσεις ενώ ήταν και μέλος της Κρητικής Εταιρείας. Απεβίωσε στην Αθήνα και παιδιά του ήταν οι Αλέξανδρος και Παύλος Σκουζές.

** Ο Σταμάτης Κλεάνθης ήταν ένας από τους επιφανέστερους Έλληνες αρχιτέκτονες του 19ου αιώνα, δημιουργός αρκετών χαρακτηριστικών κτιρίων της Αθήνας. Γεννήθηκε το 1802 στο Βελβενδό Κοζάνης. Έντάχθηκε στον Ιερό Λόχο από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, αλλά αιχμαλωτίστηκε απο τους Τούρκους στη μάχη του Δραγατσανίου. Δραπέτευσε και κατόπιν πήγε στο Βερολίνο όπου σπούδασε αρχιτεκτονική. Υπήρξε λάτρης των αναγεννησιακών μορφών, τις οποίες απέδιδε με καλαισθησία και λιτότητα. Το 1828 μαζί με τον συνάδελφό του Έντουαρντ Σάουμπερτ ήρθαν στην Ελλάδα όπου ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας τους ανέθεσε την ευθύνη για τον σχεδιασμό δημοσίων κτιρίων. Το 1833 εκπόνησαν το πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, το οποίο όμως δεν τέθηκε τελικά σε εφαρμογή γιατί κρίθηκε ως πολυδάπανο. Τα ονομαστότερα κτίρια του Κλεάνθη ήταν:

  • Ο Γοτθικός ναός για την Αγγλικανική παροικία στην καρδιά της πρωτεύουσας, στην οδό Φιλελλήνων.
  • Το μέγαρο της Αγγλικής πρεσβείας στη πλατεία Κλαυθμώνος, που πλέον έχει κατεδαφιστεί.
  • Το μέγαρο της Κοντέσσας Θεοτόκη στην οδό Σωκράτους.
  • Το παρά τον Ιλισσό μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας (Villa Ilissia) (1848) που έχει μετατραπεί σε Βυζαντινό Μουσείο.
  • Ο πύργος της Δουκίσσης Πλακεντίας στη Πεντέλη.
  • Το «Καστέλλον της Ροδοδάφνης».
  • Η διαμορφωμένη από τον ίδιο οικία του στην Πλάκα, όπου στεγάστηκε τα πρώτα 4 χρόνια της λειτουργίας του (18371841) το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Πηγές

  • Περιοδικό Αρχαιολογία και τέχνες « Τα κτίρια της Δούκισσας της Πλακεντίας στην Αθήνα», Ida Haugsted,  Τεύχος 29, Δεκέμβριος 1988.
  • Υπουργείο Πολιτισμού.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »