Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πρόσωπα’

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος – Το γενεαλογικό του δένδρο


 

Εγεννήθηκα εις τα 1770 Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής. Εγεννήθηκα εις ένα βουνό εις ένα δένδρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι».

 

Κωσταντής Ιω. Κολοκοτρώνης, ο πατέρας του Θοδωράκη, προσθέτει αμέσως στην αυτοβιογραφία του ο Θοδωράκης, ήταν αρχηγός των αρματολών στην Κόρινθο. Σύζυγο είχε λάβει τη θυγατέρα τού καπετάν Κωστάκη από την Αλωνίσταινα, τη Ζα­μπία ή Ζαμπέτα. Και απέκτησε τέκνα αρσενικά τέσσερα και μία θυγατέρα. Πρωτότοκος ο Θοδωρά­κης, υστερότοκος ο Γιάννης, αποκαλούμενος Ζορ­μπάς (+1806 στο μοναστήρι Αιμυαλών). Ενδιάμεσοι: Χρίστος, Νικόλας.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Με πατέρα αφοσιωμένο στα κλεφταρματολικά, μια κατατρεγμένη οικογένεια φυσικό ήταν να μετα­κινείται, να κρύβεται και να καταζητείται. Με την περιοχή Λεονταρίου υπήρχε δεσμός παλαιός της οι­κογενείας και εκεί σε κάποιο κρησφύγετο η Ζαμπία Κολοκοτρώνη έφερε στη ζωή τον πρωτότοκο γιο της κάτω από ένα δένδρο. Ήταν τα όρια τριών περιοχών: Μεγαλοπόλεως, Μεσσηνίας και Λακωνίας. Εκεί βρισκόταν ένα χωριό Ρουπάκι, κοντά στο Τουρκολέκα του Νικηταρά. Το χωριό ερημώθηκε, ως φαί­νεται, στα μέσα του 16ου αιώνα, σκόρπισαν οι κά­τοικοι κι ένας απ’ αυτούς έφθασε στα ορεινά του Φαλάνθου, στο βορινό και δυσπρόσιτο Λιμποβίσι. Αυτός πρέπει να ήταν ο γενάρχης των Κολοκοτρωναίων. Σχετικά αφηγείται ο Θοδωράκης: «Ένας από το Ρουπάκι, αφού εχάλασε το χωριό του, ήλθε εις το Λιμποβίσι εις τον πρώτον του χω­ρίου εδώ και 300 χρόνους. Αυτός εφάνη έξυπνος και ο δημογέροντας τον έκαμε γαμβρόν του, ελέγετο Τζεργίνης». Επεξηγεί ο αφηγητής ότι με το όνομα Τζεργίνης ευρίσκονταν στη Μεσσηνία περίπου 60 οικογένειες. Και είναι τούτο ένδειξη ι­στορικότητας.

Από την πειστική αφήγηση του Θ. Κολοκοτρώ­νη έρχεται στο φως η αρχή της οικογενείας του, η συνέχεια της οποίας φαίνεται να έχει μυθικό χαρα­κτήρα, στηριζόμενη στην οικογενειακή παράδοση, αλλά δεν αποκλείεται στον πυρήνα της παραδόσε­ως να κρύπτονται ιστορικά στοιχεία. Γιος του Τζεργίνη ο ωραίος Δημητράκης, αιχμά­λωτος των Αλβανών και δέσμιος, διαγωνίστηκε με τους βασανιστές του στο πήδημα αλυσοδεμένος, με συμφωνία να ελευθερωθεί αν νικήσει. Έγινε το στοίχημα, ο Δημητράκης κέρδισε κι ελευθερώθηκε. Το στοίχημα ήταν ένα πήδημα αλυσοδεμένου. Ίσως στον πυρήνα της αφήγησης να κρύβεται η α­ποτελεσματική τόλμη δέσμιου, που κατόρθωσε να δραπετεύσει. Άξιος θαυμασμού πλέον και ικανός ο Δημητράκης Τζεργίνης έχει παρουσία. Παντρεύε­ται, αποκτά δύο τέκνα: Χρόνης, Λάμπρος. Κάποιος υπολογισμός μπορεί να τοποθετήσει χρονολογικώς όσα γίνονται στα τέλη του 16ου αιώνα. Αρχές του 17ου τα δυο παιδιά μεγαλώνουν. Ο Λάμπρος, κατά την παράδοση της οικογενείας, πνίγηκε νέος στη λίμνη του Φενεού, αλλ’ άφησε τέκνα.

Πιο γνωστός ο Χρόνης. Χροναίοι οι απόγονοί του. Ο τρίτος γιος του Δημητράκη Τζεργίνη, ο Δήμος, στερεώνει α­λυσίδα. Είναι προπάππος του Θ. Κολοκοτρώνη. Αναδύεται λοιπόν από τα βάθη της παράδοσης μέσα στο Λιμποβίσι ένας Τζεργίνης. Διακλαδίζε­ται η οικογένεια. Ξεχωρίζει ο γιος του Δημητράκη. Είτε γιος είτε εγγονός. Δήμος κι αυτός. Πιο πιθα­νόν είναι να πρόκειται για εγγονό, γιατί ο αφηγού­μενος τα οικογενειακά Θ. Κολοκοτρώνης τον Δήμο αναφέρει γαμπρό του καπετάν Χρόνη από το Χρυσοβίτσι και τον συνδέει με όσα γίνονται από τον Μοροζίνι, δηλαδή γύρω στα 1680. Τα γενόμενα τό­τε φαίνεται πως συνετέλεσαν ν’ αλλάξει επώνυμο η οικογένεια Τζεργίνη. Ο γιος του Δήμου εμφανί­ζεται ως Μπότσικας, που κατά την εξήγηση του α­φηγητή Θ. Κολοκοτρώνη σήμαινε μαυριδερός.

Ο Χρυσοβιτσιώτης καπετάν Χρονάς, ο πεθερός του Δήμου, πρέπει να ήταν καπετάνιος, συνεργαζόμενος με τους Ενετούς. Γέροντας πλέον, όταν ξαναγύριζαν οι Τούρκοι και οι Ενετοί αναγκάζονταν να εγκατα­λείψουν τον Μοριά, ο γερο – Χρόνης (ή Χρονάς) προέβαινε σε απίθανες ενέργειες, που μαρτυρούν, αν μη τι άλλο, τις φιλοενετικές εξαρτήσεις του. Πληροφορητής πάλι ο ίδιος ο Θοδωράκης: «Οι Χρυσοβιτσιώται, Λιμποβιστώται και οι Αρκουδορρεματίται επήγαν και επολέμησαν εις του Ντάρα τον Πύργο 6.000 Τούρκους… Αυτοί εχαλάσθησαν και εγλύτωσε ο Μπότσικας…».

Το επεισό­διο είναι μαρτυρημένο. Και ο Δήμος Μπότσικας εί­ναι ο γενάρχης της οικογένειας. Αναφέρεται ο γιος του Ιωάννης, γεροδεμένος άνδρας, με γλουτούς γε­μάτους. Ένας Αλβανός μόλις τον είδε, είπε: «Βρε, τι μπιθεκούρας είναι αυτός!».

Το νόημα αυτής της λέξης αποδίδει η ελληνική λέξη Κολοκοτρώνης. Και επικράτησε έκτοτε, με τον πρώτο γνωστό πλέ­ον Κολοκοτρώνη, τον Ιωάννη, που άφησε απογό­νους, αλλά είχε σκληρή τύχη. Σε κάποια συμπλο­κή αιχμαλωτίστηκε, βασανίστηκε και βρήκε θάνα­το αγχόνης στην Ανδρούσα.

Ο Θοδωράκης στην α­φήγησή του παρατηρεί ότι οι Κολοκοτρωναίοι δεν είχαν φυσικό θάνατο. Αναφέρονται πέντε παιδιά του Γιάννη Κολοκο­τρώνη: Αναγνώστης, Κωσταντής, Βασίλης, Αποστόλης, Γιώργης. Ο Βασίλης χάθηκε νωρίς. Οι Αποστόλης και Γιώργης βρήκαν αγωνιζόμενοι με­τά τα Ορλοφικά το θάνατο. Γλίτωσε ο Αναγνώστης, αλλά η δράση του δεν μαρτυρείται με λεπτομέρει­ες. Πάντως είχε τρία παιδιά, γενναία και ηρωικά. Οι δύο είναι κατ’ όνομα γνωστοί, Γεωργακλής και Κουντάνης· έπεσαν ηρωικά στον κατατρεγμό των κλεφτών το 1806, στη γνωστή ενέδρα στο Σαπολίβαδο. Ο άλλος γιος του Αποστόλη είχε τ’ όνομα του παππού του, Γιάννης, γνωστός με την επωνυμία Ντασκούλιας. Γλίτωσε καταφεύγοντας στη Ζάκυν­θο. Ο Αναγνώστης είχε καταφύγει στη Μάνη, όπου έκανε σπίτι. Όταν τ’ αδέρφια του σκοτώθηκαν στον Πύργο του Παναγιώταρου, μετά την εξόντωση των Αλβανών, ο θείος του ορφανού Θοδωράκη τον προστάτευσε, αλλά τελικώς έπεσε κι αυτός στο Λεοντάρι σε ηλικία 52 ετών.

Απέμεινε από τα τέκνα του Γιάννη Κολοκο­τρώνη ο δευτερότοκος Κωσταντής, ο πατέ­ρας του Θοδωράκη. Δεν επιβεβαιώνεται λανθάνουσα πληροφορία για έναν άλλο του αδελφό, που δημιούργησε οικογένεια και είναι γνωστή με την επωνυμία Τζολάκης.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Κολοκοτρώνης εν Λέρνη συναγείρει τους νικητάς του Δράμαλη. Peter Von Hess.

Ο Κωσταντής όμως αναδείχθηκε ο επίσημος διάδοχος του πατέρα του, άξιος πολεμιστής και πασίγνωστος ως καπόμπασης στην Κορινθία. Τον παρουσιάζει ο Θοδωράκης, υπερήφανος για την ανδρειοσύνη του: «μονοκόκκαλος, δυνατός, ογλήγορος, μ’ ένα καθάριο άτι δεν τον έπιανες, 33 χρόνων, μέτριος, μαυρομάτης, λιγνός». Ο Κωσταντής Κολοκοτρώνης με τη Ζαμπία (κόρη του καπετάν Κωστάκη από την Αλωνίσταινα) απέ­κτησαν 5 τέκνα, 4 γιους και μια κόρη. Καθολική υ­πήρξε η δράση της οικογενείας, αλλά και βαρύ το τίμημά της. Ο Κωσταντής υπήρξε ο κυριότερος συντελεστής της εξόντωσης των Αλβανών που λυμαί­νονταν την Πελοπόννησο μετά την αποτυχία της ε­ξέγερσης του 1770, σε συνεργασία με τον Τούρκο ναύαρχο Χασάν πασά Τζεζάερλη, το 1779. Το επό­μενο έτος όμως ο ίδιος ο Χασάν πασάς επολιόρκησε τον ήρωα των Τρικόρφων Κωσταντή Κολοκοτρώνη μαζί με τον περίφημο Παναγιώταρο, στον Πύργο του τελευταίου στην Καστανιά, και στις 19 Ιουλίου 1780 την αντίστασή τους έθραυσε και τους εξόντωσε.

Ήταν 10 ετών ο Θοδωράκης, όταν εξοντώθηκε ο καπετάνιος πατέρας του και τον παρέλαβε η καπε­τάνισσα μητέρα του Ζαμπία με το θείο του Αναγνώ­στη, θα μεγαλώσει και θ’ ανδρωθεί με το όπλο στο χέρι, ως κάπος, κλέφτης και αρματολός πελοπον­νησιακού τύπου, επικεφαλής δικής του ομάδας πα­λικαριών, θα τον κατατρέχουν Τούρκοι και κοτζαμπάσηδες. Παντρεμένος με την Αικατερίνη Καρούζου από ηλικία 20 ετών, νοικοκύρης με σπίτι, κτήματα, ε­λιές, έπαιζε το διπλό παιχνίδι του κλεφταρματολού.

Απέκτησε τρία αγόρια: τον Πάνο, που θα σκοτωθεί στον εμφύλιο πόλεμο το 1825, τον Ιωάννη – Γενναίο και τον Κωνσταντίνο – Κολίνο. Και τρεις θυγατέρες, καλοπαντρεμένες. Με την κατά των κλεφτών εκ­στρατεία των Τούρκων το 1806 ο Κολοκοτρώνης οι­κογενειακώς θα εγκατασταθεί στη Ζάκυνθο και θ’ αγωνίζεται επί 15 χρόνια για να μεγαλώσει τα παι­διά του, αλλ’ εκεί θα θάψει τη σύζυγό του. Στη Ζά­κυνθο η διαμονή του είναι γεμάτη με πολεμική δράση. Φίλος με τον Λαλαίο Τουρκαλβανό Αλή Φαρμάκη, κινήθηκε με ομάδα σε βοήθειά του, ενώ τον καταδίωκε ο Βελή πασάς Πελοποννήσου.

Εξάλλου διεξήγε συνεννοήσεις με το Γάλλο ναύ­αρχο Ντονζελό (Donzelot) για συνεργασία και εκ­δίωξη των Τούρκων από την Πελοπόννησο. Τέλος, κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό με το βαθμό του καπετάνιου και προαγόμενος έφθασε στο βαθμό του μαγγιόρου (ταγματάρχη), υπηρετώντας μέχρι το 1818. θα συνοψίσει ο ίδιος τα της παραμονής του στην Επτάνησο: «36 χρόνων ήμουν, όταν επήγα στη Ζάκυνθο, 50 χρόνους είχα, όταν εβγήκα στην Επανάστασι».

Τον βρήκαν οι Φιλικοί εκεί και ο περίφημος Αναγνωσταράς τον εμύησε την 1η Δε­κεμβρίου 1818. Και εκείνος έσπευσε να κατηχήσει τον πρωτότοκο γιο του Πάνο αμέσως. Η εθνική δράση του Θ. Κολοκοτρώνη δεν χωρά­ει σε λίγες σελίδες, θ’ αναδειχθεί ο αρχηγός των ό­πλων, θα καταγάγει θριάμβους στην Τριπολιτσά, στα Δερβενάκια, στον αγώνα κατά του Ιμπραήμ, θα φυλακιστεί από την κυβέρνηση Κουντουριώτη, θ’ αποκτήσει εξώγαμο με μια μοναχή στην Ύδρα, τον υστερότοκο νέο Πάνο. Θα δικαστεί και θα καταδι­καστεί εις θάνατον από την Αντιβασιλεία. Θα επι­ζήσει. Και θα τερματίσει τον επίγειο βίο του το 1843, τιμημένος και δαφνοστεφανωμένος.

 

Ιωάννα Κ. Γιανναροπούλου

Ιστορικός

  

Βιβλιογραφία


Αποκλειστικά μελετήματα δύο του Τ. Αθ. Γριτσοπούλου περιέχουν ζωηρά την εικόνα του Θ. Κολοκοτρώνη, με πλούσια βιβλιογραφία:

1. Τα Απομνημονεύματα του Θ. Κολοκοτρώνη, «Πελοποννησιακά», τ. ΙΔ’ [1981, σσ. 1-112 (αναδημοσιεύεται ως Εισαγωγή στη φωτομηχανική επανέκδοση των Απομνημονευμάτων του Θ. Κολοκοτρώνη από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα 1981)].

2. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», τεύχος 127, 21 Μαρτίου 2002.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Κεραμίδας Κ. Δημήτριος


 

Ο Παιδοχειρουργός Δημήτριος Κεραμίδας γεννήθηκε στο Άργος. Πρωτότοκος γιός του χειρουργού Κωνσταντίνου Δ. Κεραμίδα και της Αλίκης Κεραμίδα. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Άργους, γράφτηκε κατόπιν εξετάσεων στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αποφοίτησε με βαθμό «λίαν καλώς» και ειδικεύτηκε σε δυο ειδικότητες, Γενικής Χειρουργικής και Παιδοχειρουργικής την οποία ασκεί. Παντρεμένος με την ιατρό αιμοπαθολογοανατόμο Δήμητρα Αναγνώστου  και έχει μία κόρη φιλόλογο-γλωσσολόγο.

Τίτλοι

-Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών (1967)

-Υφηγητής Χειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1978)

-Καθηγητής Παιδοχειρουργικής του Πανεπιστημίου Πατρών  (εκλογή 1998)

-Fellow of European Board of Pediatric Surgery(1997)

Νοσοκομειακή Θητεία

Έχει εργασθεί επί σειρά ετών στα δύο Νοσοκομεία  Παίδων Αθηνών, Επιμελητής στο Αγλαΐας Κυριακού και  Διευθυντής στο Αγία Σοφία  καθώς και στο νοσοκομείο Νοrwich στην Αγγλία

Επίσης έχει εργασθεί ως υπότροφος ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας (University of Southern California,Los Angels,USA)  την περίοδο 1973-1974.

Εκπαιδευτικό Έργο

Έχει εκπαιδεύσει μεγάλο αριθμό ιατρών ειδικευομένων στη Παιδοχειρουργική, από τους οποίους πολλοί έχουν εκπονήσει Διδακτορικές διατριβές υπό την επίβλεψή του, καθώς και φοιτητές της ιατρικής.

Ερευνητικό Έργο

Στο ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται πρωτότυπες μελέτες σε πειραματόζωα οι οποίες είχαν κλινική εφαρμογή στον άνθρωπο. Επτά  έχουν δημοσιευτεί στο εξωτερικό και αναφέρονται στους τόμους του Citations Index Medicus (USA).

Χειρουργικές Τεχνικές

Έχει δημοσιεύσει στο εξωτερικό τα αποτελέσματα δικών του χειρουργικών επεμβάσεων που έγιναν αποδεκτές και  εφαρμόστηκαν  σε  κέντρα του εξωτερικού :

1) Τεχνική συντηρητικής εγχείρησης τραυμάτων του σπληνός : Surgery 1980

2) Τεχνική επανεμφύτευσης των ουρητήρων : Pediatr Surg 1980 και Br J Urol 1993

3) Τεχνική αφαίρεσης συγγενών κύστεων του προστάτη : Br J Urol 1995

4) Τεχνική διόρθωσης του περιφερικού υποσπαδία: Eur J Pediatr Surg 1995

5)Τεχνική διασφιγκτηριακής και διαορθικής διακοπής της συγγενούς ορθοκολπικής επικοινωνίας : Eur J Pediatr Surg 1997                                    

Δημοσιεύσεις

Έχει δημοσιεύσει  252 εργασίες από τις οποίες οι 57 σε ξένα επιστημονικά περιοδικά και έχει συγγράψει, κατόπιν προσκλήσεως,  κεφάλαια της  ειδικότητάς του σε τρία ξένα συγγράμματα:

1) Hypospadias Surgery,Heidelberg, Springer 2003

2) Liver and Βiliary Tract Surgery, Wien-N.York, Springer 2006

3) History of Surgical Pediatrics, N Jersey-London, W.Scientific,2009

Επίσης έχει συγγράψει κεφάλαια παιδοχειρουργικής σε πανεπιστημιακά βιβλία και σε βιβλία της Ελληνικής Χειρουργικής Εταιρείας.

Ανακοινώσεις σε Στρογγυλές Τράπεζες

Έχει 161 διαλέξεις και συμμετοχές σε στρογγυλές τράπεζες και  314 ανακοινώσεις ή συμμετοχές σε ανακοινώσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Βιβλιογραφικές Παραπομπές σε Εργασίες του (Citations)

Ξένα βιβλία παιδοχειρουργικής περιλαμβάνουν βιβλιογραφικές παραπομπές σε εργασίες του. Οι αναφορές ξένων επιστημονικών  περιοδικών στις εργασίες του ανέρχονται σε εκατοντάδες.

Μέλος Συντακτικών Επιτροπών Επιστημονικών Περιοδικών

1) Μέλος της συντακτικής Επιτροπής του European Journal of Pediatric Surgery

2) Κριτής (Referee) στο Journal of Pediatric Surgery

3) Μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της «Ελληνικής Χειρουργικής»

4) Διευθυντής Σύνταξης της «Ελληνικής Χειρουργικής»

Μέλος Επιστημονικών Εταιρειών

Έχει διατελέσει :

1) Πρόεδρος της Mediterranean Association of Pediatric Surgeons

2) Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Χειρουργών Παίδων

3) Πρόεδρος της Ελληνικής Χειρουργικής Εταιρείας

4) Εκπρόσωπος της Ελληνικής Εταιρείας Χειρουργών Παίδων στο Ευρωπαικό Συμβούλιο Παιδοχειρουργών

5) Μέλος της British Association of Pediatric Surgeons

6) Ιδρυτικό μέλος της International Society of Pediatric Surgical Oncology

Κοινωνικό Έργο

1) Εκτέλεση χειρουργικών επεμβάσεων, ως εθελοντική προσφορά, σε  παιδιά της Λωρίδας της Γάζας στη Παλαιστίνη, κατόπιν προσκλήσεως της Οργάνωσης Medecins du Monde, 1998.

2) Εθελοντική προσφορά και εκτέλεση χειρουργικών επεμβάσεων, κατόπιν προσκλήσεων στο Μακάριο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, στην Κύπρο.

 

Read Full Post »

Παπαδόπουλος Σπ. Δημήτριος (1889-1983)


 

Ο Αντιστράτηγος Δημήτριος Παπαδόπουλος γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 15 Δεκεμβρίου 1889 και ήταν δευτερότοκος γιος του εκ Καλαμάτας γενικού αρχιάτρου (συνταγματάρχη) Σπυρίδωνα Ι. Παπαδόπουλου (Καλαμάτα 2 Ιουλίου 1853 – Ναύπλιο 15 Δεκεμβρίου 1930) και της συζύγου του Ελένης (Ναύπλιο, 1857-1949), κόρης του Ναυπλιώτη ιερέα Νικ. Καμαριώτου [1]. Ο Σπυρίδων Ι. Παπαδόπουλος κατετάγη στην Στρατιωτική Υγειονομική Υπηρεσία το 1878 ως δόκιμος ανθυπίατρος, μετεκπαιδεύτηκε στο Παρίσι, έλαβε μέρος  στις μεθοριακές συμπλοκές του 1886, συμμετείχε στον Πόλεμο του 1897 [2] και διατέλεσε για πολλά χρόνια Διευθυντής του Στρατιωτικού Νοσοκομείου Ναυπλίου, που ήταν εγκατεστημένο από παλαιότερα στην Ακροναυπλία [3] (σήμερα σώζονται ελάχιστα ερείπια).

 

Το παλαιό Στρατιωτικό Νοσοκομείο, δεκαετία 1930.

 

Ο Σπυρίδων Παπαδόπουλος, αρχίατρος ήδη, αποστρατεύτηκε μετά από αίτησή του στις 6 Ιουλίου 1911, ανακλήθηκε όμως, κατά τους Πολέμους 1912-1913 και ανέλαβε την διεύθυνση της Υγειονομικής Υπηρεσίας της νεοσύστατης IV Μεραρχίας [4] και αργότερα των στρατιωτικών νοσοκομείων διακομιδής στην Φιλιππιάδα και μετά στην Καστοριά, στη συνέχεια δε του Επίτακτου Νοσοκομείου Αθηνών (Μέγαρο Αρσάκειου Εκπαιδευτηρίου), το οποίο διηύθυνε και μετά την λήξη του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου. Για τις υπηρεσίες του κατά τους δυο Πολέμους προήχθη κατ’ εκλογή σε έφεδρο γενικό αρχίατρο (24 Μαρτίου 1914).

Ο Δημήτριος Παπαδόπουλος είχε μεγαλύτερο αδελφό τον Ιωάννη (Παρίσι 13 Ιουνίου 1887 – Πέτσοβο 15 Ιουλίου 1913), απόφοιτο της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων (τάξη 1908), ο οποίος ως υπολοχαγός πυροβολικού σκοτώθηκε κατά τον Ελληνο-Βουλγαρικό Πόλεμο στη μάχη του Πετσόβου (Ύψωμα 1378) και μικρότερους,  τον Άγγελο (Καλαμάτα 1893 – Αθήνα 1973), λαμπρό νομικό, συγγραφέα, πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας και Νομάρχη Αιτωλίας και Ακαρνανίας [5], και τον Αθανάσιο (Ναύπλιο 1900 – Αθήνα 1971), πλοίαρχο γιατρό Π.Ν., καθώς και δυο αδελφές.

Ο Δημήτριος Παπαδόπουλος μαθήτευσε στα σχολεία της πόλης, κατετάγη στην Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων στις 10 Οκτωβρίου 1907 και μετά πενταετείς σπουδές απεφοίτησε ως ανθυπολοχαγός πυροβολικού στις 26 Ιουνίου 1912. Μετείχε των Βαλκανικών Πολέμων ως ουλαμαγός πεδινού πυροβολικού (3η Πυροβολαρχία της I Μοίρας του 2ου Συντάγματος Πεδινού Πυροβολικού: διοικητής συνταγματάρχης πυροβολικού Λεωνίδας Παρασκευόπουλος).

Μετά την λήξη των Πολέμων προήχθη σε υπολοχαγό (25 Σεπτ. 1913) και τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος (1 Ιαν. 1915). Ακολούθως προήχθη σε λοχαγό β’ (25 Μαρτ. 1915), σε λοχαγό α’ (5 Οκτ. 1915) και σε ταγματάρχη (13 Δεκ. 1917). Στη συνέχεια μετείχε του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (Μακεδονικό Μέτωπο) ως διοικητής μοίρας ορειβατικού πυροβολικού (τιμήθηκε τότε με τον ελληνικό, τον γαλλικό και τον βελγικό Πολεμικό Σταυρό), της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ως διοικητής μοίρας πεδινού πυροβολικού και ακολούθως μοίρας ορειβατικού πυροβολικού, και τιμήθηκε με το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας.

Αντισυνταγματάρχης από τις 26 Αύγουστου 1923, θεωρήθηκε ότι μετείχε του «αντιπλαστηρικού» κινήματος που εκδηλώθηκε σχεδόν αμέσως το 1923, από τους φιλελεύθερους (βενιζελικούς) υποστράτηγους Γεώργιο Λεοναρδόπουλο (1867-1936) και Παναγιώτη Γαργαλίδη (1870-1948), με αποτέλεσμα να αποταχθεί μετά από Απόφαση της Επανάστασης στις 28 Νοεμβρίου 1923 και να παραμείνει εκτός στρατεύματος μέχρι τις 2 Ιουνίου 1927, όταν βάσει Ψηφίσματος της Βουλής των Ελλήνων (20/22 Δεκεμβρίου 1926) αποφασίστηκε περιορισμένη αποκατάσταση των για πολιτικούς λόγους απομακρυνθέντων αξιωματικών [6].

Αφού ανακλήθηκε, στις 2 Ιουνίου 1927 [7], προήχθη σε συνταγματάρχη στις 31 Δεκεμβρίου 1927 αναδρομικά από 18 Σεπτεμβρίου 1925, από τότε δηλαδή που είχαν προαχθεί νεότεροί του, και φοίτησε στο Κέντρο Ανώτερης Στρατιωτικής Εκπαίδευσης (Αθήνα), κέντρο σπουδών που συστήθηκε ειδικά μετά  από πρόταση της γαλλικής Στρατιωτικής Εκπαιδευτικής Αποστολής με σκοπό την γενική θεωρητική προπαρασκευή των συνταγματαρχών δια τον βαθμό του υποστρατήγου, καθώς και στο Κέντρο Ανώτερων Στρατιωτικών Σπουδών (Γαλλία-Βερσαλλίες).

Ως συνταγματάρχης διετέλεσε διοικητής συντάγματος πυροβολικού, Αρχηγός Πυροβολικού του Β’ Σώματος Στρατού και Διευθυντής Πυροβολικού στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Στο βαθμό του υποστρατήγου προήχθη την 21η Μαρτίου 1934 και υπηρέτησε ως Αρχηγός Πυροβολικού του Α’ Σώματος Στρατού (Αθήνα, 1934-1935), ως διοικητής μεραρχίας (1935-1938), και ως Επιθεωρητής (Αρχηγός) Πυροβολικού (Αθήνα, 1938-1939). Σε αντιστράτηγο προήχθη την 30η Ιανουαρίου 1940 και τοποθετήθηκε Διοικητής του Β’ Σώματος Στρατού, με έδρα την Λάρισα.

Στον Πόλεμο 1940-41, το Β’ Σώμα Στρατού επί διοίκησης  Δημ. Παπαδόπουλου (επιτελάρχης ο συνταγματάρχης πεζικού Δημήτριος Μαχάς, 1893-1975) υπαγόταν αρχικά, δηλ. μεταξύ 30ης Οκτωβρίου και 30ης Νοεμβρίου 1940, στο Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (αντιστράτηγος Ιω. Πιτσίκας, 1881-1975), ακολούθως, δηλ. μεταξύ 30ης Νοεμβρίου 1940 και 11ης Φεβρουαρίου 1941, στο Γενικό Στρατηγείο, και τέλος, μεταξύ 12ης Φεβρουαρίου και 5ης Μαρτίου 1941, στο νεοσύστατο Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου (αντιστράτηγος Μάρκος Δράκος, 1888-1975). Υπό το Β’ Σώμα Στρατού υπήχθησαν διαδοχικά και κατά διαστήματα μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων επτά μεραρχίες (I, IV, V, VI, XI, XV, XVII) και δυο ταξιαρχίες (V, Ιππ.) [8].

Υπό την ευθύνη και την ανώτερη διεύθυνση του Β’ Σώματος Στρατού διεξήχθησαν οι επιχειρήσεις Πίνδου και επετεύχθη η απώθηση των ιταλοαλβανικών στρατευμάτων στον κεντρικό τομέα και εν συνεχεία οι επιθετικές επιχειρήσεις που απέληξαν στην κατάληψη της Ερσέκας και της Μπόροβας (21 Νοεμβρ.), της Πρεμετής (5 Δεκ.), της γραμμής Τσερεβόντε – Ντομπρούσια (26 Δεκ.), του κόμβου της Κλεισούρας (Ιαν. 1941) και της κορυφογραμμής της Τρεμπεσίνας (Ιαν. 1941) [9]. Ενώ προπαρασκευαζόταν ή βρισκόταν σε εξέλιξη σχεδιασθείσα από το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου κοινή επιθετική ενέργεια των Α’ και Β’ Σωμάτων Στράτου και ενώ αναμενόταν από ώρα σε ώρα η «Μεγάλη Εαρινή Επίθεση» των ιταλικών στρατευμάτων με κύριο άξονα τον κεντρικό τομέα στο Μέτωπο της Βορείου Ηπείρου, συνεκλήθη (5 Μαρτίου) σύσκεψη των αντιστράτηγων στην Αθήνα και στο Γενικό Στρατηγείο.

Ο Διοικητής του Α’ Σώματος Στρατού αντιστράτηγος Γεώργιος Κοσμάς (1884-1964), ο οποίος μετείχε στην εν λόγω σύσκεψη, περιέγραψε στο βιβλίο του: Ελληνικοί Πόλεμοι τα διατρέξαντα [10]. « Συγκεκριμένως εζητήθη τότε η γνώμη των αντιστρατήγων περί του δέοντος γενέσθαι εν περιπτώσει παραλλήλου γερμανικής επιθέσεως. Ταύτα εν συνεχεία συσκέψεων και συζητήσεων της ελληνικής ανωτάτης πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας μετά των αφιχθέντων εις Αθήνας Βρετανών πολιτικών και στρατιωτικών. Ας σημειωθή ότι το περιεχόμενον των ελληνοβρετανικών πολιτικών συζητήσεων μόλις προσφάτως εγνωστοποιήθη» (1980) [11].

Πορεία μεταγωγικών του στρατού στον ποταμό Δεβόλη. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

Οι αντιστράτηγοι Μ. Δράκος, Δ. Παπαδόπουλος και Γ. Κοσμάς, όταν και αυτοί ρωτήθηκαν, φέρεται ότι εξέφρασαν την γνώμη ότι εν όψει γερμανικής επίθεσης θα ήταν σκοπιμότερο να μη βρίσκεται επί ελληνικού εδάφους βρετανική ένοπλη δύναμη και μάλιστα τόσον ασθενής ώστε μόνον ευκαιρία και δικαιολογία για την επιτιθέμενη Γερμανία να συνιστά. Αντιθέτως θα έπρεπε να αφεθούν μόνες οι ελληνικές δυνάμεις να αποκρούσουν την γερμανική επίθεση και να πέσουν επί του πεδίου της μάχης και της τιμής προ του κολοσσιαίου σε αριθμό και μέσα επιτιθέμενου, αλλά να έχουν στερήσει αυτόν από «πάσης» δήθεν διπλωματικής ή πολεμικής δικαιολογίας. Έτσι κι αλλιώς η βρετανική συμβολή, στερημένη ικανής αεροπορικής υποστήριξης, δεν επρόκειτο να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια.

Βεβαίως, η βρετανική σκέψη ήταν διαφορετική. Αν πραγματοποιείτο το σχέδιο έγκαιρης υποχώρησης των ελληνικών δυνάμεων από την Βόρειο Ήπειρο, την άνω του Αλιάκμονος Δυτική Μακεδονία και την λοιπή Μακεδονία και Θράκη αμαχητί (εγκαταλείποντας στην τύχη τους ελληνικά εδάφη και πληθυσμούς) και συγκέντρωσής τους στην περιοχή των Τεμπών για να αμυνθούν και να δημιουργήσουν για σύντομο μόνο διάστημα σταθερό μέτωπο, όπως κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (υπό τελείως όμως διαφορετικές συνθήκες), οι Βρετανοί θα ήσαν ικανοποιημένοι επιτυγχάνοντες εν συνεχεία σταδιακή υποχώρησή τους μέχρι του Ταινάρου (όπου θα εγκαταλείποντο τα ελληνικά στρατεύματα), γιατί θα κέρδιζαν και ημέρες ακόμη έναντι της επίθεσης του Άξονα κατά της Αλεξάνδρειας. Λόγω του απερίγραπτου φόβου από την προέλαση των γερμανοϊταλικών στρατευμάτων υπό τον στρατάρχη Erwin Rommel (1891-1944) [12]στην Αίγυπτο και της πιθανής προσβολής της περιοχής των πετρελαίων και των Ινδιών από Βορρά (Καυκάσου) και Δυσμών, επιθυμούσαν οι Βρετανοί την παράταση των ελληνοϊταλικών επιχειρήσεων με κάθε θυσία.

Περί των θεμάτων αυτών βρίθουν συνταρακτικών πληροφοριών οι σελίδες του βιβλίου του στρατηγού Γεωργίου Κοσμά, αλλά και οι δημοσιευθείσες αναμνήσεις του Πρίγκηπα Πέτρου (1908-1980) [13], λοχαγού τότε, συνδέσμου του Γενικού Στρατηγείου μετά των εν Ελλάδι Βρετανικών στρατιωτικών Αρχών. Εν πάση περιπτώσει και εν συνεχεία των διατυπωθεισών γνωμών τους οι αντιστράτηγοι Μ. Δράκος, Δ. Παπαδόπουλος και Γ. Κοσμάς θεωρήθηκαν ως διαφωνούντες προς τις απόψεις του Γενικού Στρατηγείου, αντικαταστάθηκαν αψυχολόγητα και επιβλαβώς την 6η Μαρτίου κατόπιν διαταγής τούτου και ετέθησαν κατά την 7η Μαρτίου 1941 σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία [14].

Ουσιαστικά αποκεφαλίσθηκε η ανώτατη ηγεσία του κεντρικού τομέα δυο ημέρες προ της εκδήλωσης της αναμενόμενης ιταλικής Εαρινής Επίθεσης. Ευτυχώς άλλοι, ικανότατοι επίσης, Έλληνες στρατηγοί, οι οποίοι αντικατέστησαν τους αποστρατευθέντες, μετά σκληρό βεβαίως αγώνα, συνέτριψαν τις ιταλικές δυνάμεις και εξευτέλισαν τις διοικήσεις τους. Την διοίκηση του Β’ Σώματος Στρατού ανέλαβε ως διοικητής της III Μεραρχίας ο υποστράτηγος Γ. Μπάκος (1892-1945), με επιτελάρχη τον συνταγματάρχη πεζικού Θρασ. Τσακαλώτο (1897-1989). Οι τρεις αποστρατευθέντες στρατηγοί επανήλθαν στην ενεργό δράση την 20η Μαΐου 1941 μετά από απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας υποστράτηγου Γ. Μπάκου [15]. Λίγο αργότερα ο Δ. Παπαδόπουλος τοποθετήθηκε Πρόεδρος του Ανωτάτου Στρατιωτικού Συμβουλίου, το οποίο ανέλαβε τις κρίσεις των μετασχόντων του Πολέμου αξιωματικών.

Ο Δ. Παπαδόπουλος επί Κατοχής αποτέλεσε ιδρυτικό μέλος της συσταθείσης την 20η Μαΐου 1943, από τον τέως Αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο και την ανώτατη ηγεσία του Πολέμου, αντιστασιακής Οργάνωσης «Στρατιωτική Ιεραρχία» (πλην του αντιστράτηγου Μάρκου Δράκου, ο οποίος δήλωσε απλώς ιδεολογική συμπαράσταση [16], καθώς και αυτών που ανέλαβαν καθήκοντα υπουργού αντιστράτηγων Γ. Τσολάκογλου (1886-1948) και Π. Δεμέστιχα (1885-1960), μη κληθέντων) [17]. Η Οργάνωση εντός ελάχιστου χρόνου απετέλεσε σπουδαίο έργον. Εν τούτοις η σύσταση αυτής δεν ήταν αρεστή στους παράγοντες που βρίσκονταν στη Μέση Ανατολή.

Το έργο της εν λόγω αντιστασιακής Οργάνωσης ανεστάλη απότομα, γιατί μετά από ένα δίμηνο ακριβώς (20 Ιουλίου 1943), άγνωστο από ποιόν καταδοθέντες, συνελήφθησαν υπό των Γερμανικών Αρχών Κατοχής οι μετέχοντες της διοίκησης της Οργάνωσης πέντε αντιστράτηγοι (πλην του Δ. Παπαδόπουλου) και μεταφέρθηκαν στη Γερμανία, όπως είναι γνωστό [18]. Ο λόγος για τον οποίο ο Δ. Παπαδόπουλος δεν συνελήφθη δεν είναι ευρύτερα γνωστός. Βεβαίως τελούσε υπό συνεχή παρακολούθηση. Προφανώς αφέθηκε ως «δόλωμα», ώστε μέσω των κινήσεων του, αφού αυτός παρέμεινε κατά το Καταστατικό ως Αρχηγός της Οργάνωσης, να διαπιστωθεί ο αμέσως επόμενος κύκλος ηγετικών προσώπων.

Υποψιαζόμαστε ότι η σύλληψη των πέντε αντιστράτηγων πρέπει να συσχετισθεί προς τα επακολουθήσαντα εσωτερικά γεγονότα, αναρωτιόμαστε δε μήπως η σύλληψη αυτή προκλήθηκε χάριν τούτων. Το θέμα δεν είναι του παρόντος. Πρέπει να ερευνηθεί. Βέβαιο είναι ότι η Οργάνωση συνέχισε να δρα με αρχηγό τον Δ. Παπαδόπουλο και επιτελάρχη τον τέως μέραρχο υποστράτηγο Κωνσταντίνο Παπακωνσταντίνου (1885-1973), με βοηθό του Αρχηγού τον τότε αντισυνταγματάρχη πυροβολικού και κατόπιν αντιστράτηγο, λόγιο στρατιωτικό, Ξέρξη Λίβα (1899-1965) [19], καθώς και ότι η δομή της συνέβαλε σπουδαία στην στελέχωση και την δράση της συγχρόνως με την αποχώρηση των Γερμανικών Στρατευμάτων, εκδηλωθείσης επίσημα Στρατιωτικής Διοίκησης Αττικής, υπό τον τότε υποστράτηγο (και κατόπιν αντιστράτηγο) Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλο (1891-1962) [20].

Όπως και αν έχουν τα πράγματα, μετά την εγκατάσταση της εν αποδημία Κυβέρνησης στην  Αθήνα και κατά τις αρχές Μαρτίου 1945, όλοι πλην ενός (Μάρκου Δράκου) οι αντιστράτηγοι της Νίκης και πάντες πλην τριών οι μάχιμοι υποστράτηγοι, ετέθησαν από την τότε Κυβέρνηση Νικ. Πλαστήρα εις τον Πίνακα Β’, δηλαδή τον Πίνακα των εκτός ενεργείας και οργανικών θέσεων αξιωματικών, εν αναμονή της αποστρατείας των (5 Μαρτίου 1945).

Μερικοί απ’ αυτούς βρισκόντουσαν ακόμη ως όμηροι στη Γερμανία, όπως οι αντιστράτηγοι Κ. Μπακόπουλος, Π. Δέδες και Γ. Κοσμάς και ο υποστράτηγος Β. Βραχνός, άλλοι δε είχαν ήδη σκοτωθεί κατά τα Δεκεμβριανά [21]. Ασφαλώς η πράξη αυτή (συνδεόμενη πολιτικά προς την συμμετοχή ή την συμπάθεια των παραμερισθέντων το 1945 στο «αντιπλαστηρικό» Κίνημα του 1923) θα ικανοποίησε τους ηττημένους Ιταλούς στρατηγούς του 1940-41, αν πληροφορήθηκαν, βεβαίως, τα διατρέξαντα, και θα εξέπληξε και θα εκπλήσσει κάθε αντικειμενικό ιστορικό κριτικό. Ηένταξη στον Πίνακα Β’ ακυρώθηκε αργότερα, αλλά το γεγονός δεν συνοδεύτηκε και με ανάθεση καθηκόντων στους δικαιωθέντες, τούτο δε για πολιτικούς λόγους αναγόμενους στις αντιλήψεις της εποχής.

Ο αντιστράτηγος Δημήτριος Παπαδόπουλος αποστρατεύθηκε τελικά την 13η Μαΐου 1946 [22]. Τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό α’ τάξης (4 Μαρτίου 1941), το Μετάλλιο Εξαίρετων Πράξεων (30 Οκτωβρίου 1945) και με το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας (30 Οκτωβρίου 1945). Ως απόστρατος τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Γεωργίου Α’ μετά ξιφών (4 Ιανουαρίου 1947) για την εν γένει προσφορά του κατά τον Πόλεμο και την Κατοχή. Επίσης κρίθηκε ως επαξίως διοικήσας μεγάλη μονάδα κατά τον Πόλεμο 1940-1941 και έτυχε ισοβίως ειδικής σύνταξης (ίσης προς τον μισθό ενεργείας). Εν συνεχεία έζησε αφανώς ως ιδιώτης. Κάτοχος της γαλλικής, της αγγλικής και της γερμανικής γλώσσας, αφιερώθηκε στην μελέτη [23].

Απεβίωσε στην Αθήνα την 5η Δεκεμβρίου 1983, κηδεύθηκε (όχι δημοσία δαπάνη) στον Ιερό Ναό των Αγίων Θεοδώρων του Α’ Δημοτικού Νεκροταφείου Αθήνας και ενταφιάστηκε στο Δημοτικό Νεκροταφείο Ναυπλίου, στην πόλη όπου γεννήθηκε. Ο Δημήτριος Παπαδόπουλος είχε νυμφευθεί στο Ναύπλιο την Μαρία Βαζιργιατζίκη από την Μακεδονία. Παρέμεινε άτεκνος. Στο Ναύπλιο δόθηκε το όνομα του πρόσφατα σε οδό της πόλης. [24]

 

 

Υποσημειώσεις


[1] Η Ελένη Παπαδοπούλου ήταν εγγονή του επίσης ιερέα Παναγιώτου Καμαριώτου (Τρίπολη 1785 – Ναύπλιο 1853), ενταφιασμένου όπισθεν και αριστερά του Ιερού Ναού του Γενεσίου της Θεοτόκου στο Ναύπλιο. Ο Παν. Καμαριώτης, καθώς και ο γιος του Νικ. Καμαριώτης, υπήρξαν εφημέριοι του Ναού τούτου (ο δεύτερος μεταξύ 1855 και 1887). Αλλά και ο γεν. αρχίατρος Σπυρίδων Παπαδόπουλος ήταν γιος ιερέα, του Παπα-Ιωάννου Σπυρίδωνος Παναγιωτόπουλου από τα Σωτηριάνικα Οιτύλου, που έχει ταφεί  στον Ιερό Ναό της Υπαπαντής της Καλαμάτας. Και οι δυο οικογένειες εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο και τα μέλη των πολιτογραφήθηκαν Ναυπλιείς.

[2] Ως γιατρός του 8ου Συντάγματος Πεζικού (Ναυπλίου) στο Μέτωπο της Θεσσαλίας. Βλ. Εκθεσις της A.B.Υ. του Διαδόχου επί των πεπραγμένων του Στρατού Θεσσαλίας κατά την εκστρατείαν του 1897, υποβληθείσα εις το Υπουργείον των Στρατιωτικών (Πιστοτάτη ανατύπωσις της Επισήμου Εκθέσεως του Διαδόχου), Εν Αθήναις 1899, σελ. 584. Στην ανατύπωση αυτή και όχι στην πρωτότυπη (μετά παραρτημάτων) έκδοση παραπέμπουμε λόγω της σπάνιος της τελευταίας και της δυσκολίας του αναγνώστη να συμβουλευθεί αυτήν.

[3] Το Νοσοκομείο τούτο ανασυγκροτήθηκε επί του Φρουρίου της Ακροναυπλίας επί ανωτέρας διοίκησης των τακτικών στρατευμάτων υπό του τότε συνταγματάρχη Karl von Heideck. Tο Νοσοκομείο στεγάστηκε σε παλαιό ερείπιο που βελτιώθηκε για τον σκοπό αυτόν. Βλ. σχετικώς εν Α. Μάμουκα, Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, τομ. ΙΑ’, Εν Αθήναις 1852, σελ. 610-611. Σώζονται μέχρι σήμερα ερείπια του, σε πλήρη εγκατάλειψη.

 [4] Η IV Μεραρχία συγκροτήθηκε τον Ιανουάριο 1912 σύμφωνα με τον Νόμο Γ’^Ε’ (3995) της 7ης Ιανουαρίου 1912 περί συνθέσεως του ενεργού στρατού ( Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Α’ 15(17 Ιαν. 1912), σελ. 82) και το Βασ. Διάταγμα της 7ης Ιανουαρίου 1912 περί εκτελέσεως του Νόμου Γ ^ h Ε’ /1912 ( Εφημερίς της Κυβερ­νήσεως, φ. Α’ 60 (15 Φεβρ. 1912), σελ. 377-422). Διοικητής της IV Μεραρχίας κατά τους Πολέμους 1912-1913 ήταν ο υποστράτηγος πυρ. Κωνσταντίνος Μοσχόπουλος (1853-1942), αργότερα αντιστράτηγος. Για την δράση της IV Μεραρχίας και των μονάδων της βλ. προχ. Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ., Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913, Εν Αθή­ναις 1987. Η IV Μεραρχία αποκλήθηκε «Πτερωτή» (κατ’ άλλους «Σιδηρά») λόγω της ταχείας προέλασής της. Η δράση της IV Μεραρχίας και κατά τις επιχειρήσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, της Μικρασιατικής Εκστρατείας και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε λαμπρά. Σήμερα εδρεύει στην Τρίπολη. Φερώνυμος του Κ. Μοσχοπούλου οδός στο Ναύπλιο δεν υπάρχει.

 [5] Στον Άγγελο Σπ. Παπαδόπουλο οφείλεται και η στην ελληνική γλώσσα μετάφραση του διαπρεπούς νομικού Walter G. Jellinek (1885-1955) έργου του: Εισαγωγή εις το Διοικητικόν Δίκαιον (μετά σχολίων και προσθηκών περί του εν Ελλάδι κρατούντος δημοσίου δικαίου και της περί αυτού ελληνικής νομολογίας), Εν Αθήναις 1939, και Του Αυτού, Διοικητικόν Δίκαιον, τομ. Β’, τεύχ. 1ον, Εν Αθήναις 1944, και τομ. Β’, τεύχ. 2ον, Εν Αθήναις 1955. Ο γράφων χαίρει γιατί έχει στο νομικό τμήμα της βιβλιοθήκης του το βιβλίο τούτο με αφιέρωση του παλαιού συναδέλφου Άγγελου Σπ. Παπαδόπουλου.

[6] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Α’ 440 (27 Δεκ. 1926), σελ. 3463-3464.

[7] Πρ. Διάταγμα της 2ας Ιουνίου 1927, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Γ’ 102 (2 Ιουν. 1927), σελ. 491. Ο Δημ. Παπαδόπουλος κατετάγη στον Πίνακα Α’ (επαναφερομένων στην ενέργεια).

[8] Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον. Το τέλος μιας Εποποιίας. Απρίλιος 1941, Εν Αθήναις 1959, σελ. 313-316.

[9] Βλ. ανωτ. υποσημ. 8.

[10] Βλ. αντιστρατήγου Γ. Κοσμά, Ελληνικοί Πόλεμοι, Εν Αθήναις 1967, σελ. 69-72.

[11] Υπ. Εξωτερικών, 1940 – 41. Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα, Εν Αθήναις 1980.

[12] Βλ. προχείρως Hans Gert von Esebeck, Ρόμμελ. Το γερμανικόν AfricaKorps, μετάφρ. Γ. Κ. Γαζή, Εν Αθήναις 1958. Η περί του Ρόμμελ και της πολεμικής δραστη­ριότητάς του βιβλιογραφία είναι μεγάλη.

[13] Πρίγκηπος Πέτρου, Ημερολόγια Πολέμου 1940-1941, Α’, ‘Εν Αθήναις 1997, εκδ. Ιδρύματος Γουλανδρή-Χόρν.

[14] Βλ. αντιστράτηγου Θρασ. Ι. Τσακαλώτου, 40 Χρόνια Στρατιώτης της Ελλά­δος, τόμ. Α’, Εν Αθήναις 1960, σελ. 160-164.

[15] Βλ. Νομ. Διάταγμα υπ’ αριθμ. 63 της 15ης Μαΐου 1941, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Α’ 171 (15 Μαΐου 1941), σελ. 826-827.

[16] Ο αντιστράτηγος Μ. Δράκος, γόνος σημαντικού οίκου της Ηπείρου, διακριθέν­τος κατά τους Αγώνες του Έθνους, ήταν κατ’ ουσία σύγχρονος του Αλ. Παπάγου. Προήχθη σε υποστράτηγο μετά τρίμηνο από της αντίστοιχης προαγωγής του Παπάγου και σε αντιστράτηγο μετά απ’ αυτόν. Προφανώς δεν λησμόνησε ότι όσο διαρκούσε ο πόλεμος άδικα αποστρατεύθηκε και δεν επιθυμούσε προσωπική συνεργασία μετά του εν απο­στρατεία πλέον τέως Αρχιστράτηγου.

[17] Βλ. Γ. Κοσμά, Ελληνικοί Πόλεμοι, σελ. 72-74.

[18] Βλ. αντιστρατήγου Κ. Θ. Μπακοπούλου, Η ομηρία των πέντε αντιστρατήγων. Η ζωή των – Στρατόπεδα συγκεντρώσεως, Εν Αθήναις 1948. Βλ. και Γ. Κοσμά, Ελλη­νικοί Πόλεμοι, σελ. 72-75.

[19] Βλ. υποστρατήγου Ξ. Λίβα, Η Αιγηίς, Κοιτίς των Αρείων και του Ελληνισμού, Εν Αθήναις 1956.

[20] Βλ. συνταγματάρχου Κ. Β. Κοζάνη, Θα ζήσωμε ελεύθεροι ως Έλληνες. Ιστορικά έγγραφα του Στρατηγού Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλου, Εν Αθήναις 1978.

[21] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Γ’ 47 (8 Μαρτ. 1945), σελ. 149.

[22] Κατά τα Δεκεμβριανά εκτελέστηκαν ο υποστράτηγος Αγαμέμνων Μεταξάς (Δεκ. 1944), διοικητής μεραρχίας στον Πόλεμο, και ο υποστράτηγος Γ. Μπάκος (6 Ιαν. 1945). Επίσης εκτελέστηκε ο εκ των υποστρατήγων του Πολέμου (αντιστράτηγος εν αποστρατεία από το 1942 λόγω ορίου ηλικίας) Χρήστος Καβράκος (8 Δεκ. 1944).

[23] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Γ’ 131 (13 Μαΐου 1946), σελ. 797. Μαζί με αυτόν ετέθησαν τότε σε αποστρατεία και οι έτεροι αντιστράτηγοι του Πολέμου Μ. Δράκος, Δ. Παπαδόπουλος, Π. Δέδες. Ο Ι. Πιτσίκας είχε καταληφθεί υπό του ορίου ηλικίας τω 1943. Ο Γ. Τσολάκογλου και ο Π. Δεμέστιχας είχαν καθαιρεθεί τότε λόγω της συμμετοχής τους στην Κυβέρνηση εν καιρώ Κατοχής. Ο Γ. Κοσμάς είχε καταληφθεί υπό του ορίου ηλικίας την 1η Ιανουαρίου 1946. Αργότερα (1953) ο Π. Δεμέστιχας ετέθη και αυτός σε αποστρατεία στις 13 Μαΐου 1946. Μερικά στοιχεία περί της σταδιοδρομίας του Δ. Παπαδοπούλου βλ. και κείμενα του αντιστράτηγου Χρήστου Σ. Φωτοπούλου, Επιτ. Γενικού Επιθεωρητού Στρατού, Αξιωματικοί και Ανθυπασπιστές του Στρατού και Δόκιμοι του Πολεμικού Ναυτικού που αποφοίτησαν από την Σχολή (: Στρ. Σχολή Ευελπίδων) κατά την περίοδο 1828-1912, εκδ. Σ.Σ. Ευελπίδων, Εν Βάρη Αττικής 1996, σελ. 235.

[24] Βλ. Δ. Παπαδοπούλου, Αναμνήσεις ενός Πυροβολητού, Εν Αθήναις 1976. Είμαστε βέβαιοι ότι σώζεται σημαντικό αρχείο του Στρατηγού. Ορισμένα εκ των αντικειμένων του έχουν προσφερθεί στο παράρτημα του Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου. Αξιοσημείωτη αρχιτεκτονικά είναι η σωζόμενη στο Ναύπλιο οικογενειακή οικία Παπαδόπουλου  στην οδό Λαμπρινίδου.

 

Πηγή


  • Γεώργιος Δ. Δημακόπουλος, «Οι Ναυπλιείς Αντιστράτηγοι Δημήτριος Παπαδόπουλος και Βασίλειος Βραχνός», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΙΙ (1998), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

 

Read Full Post »

Μπούκουρας Κ. Μάριος


 

Μάριος Κ. Μπούκουρας

Ο Μάριος Μπούκουρας, Καθηγητής Ορθοπεδικής Χειρουργικής, γιος του Κωνσταντίνου και της Κλοτίλδης Μπούκουρα, γεννήθηκε στο Άργος στις 26 Οκτωβρίου του 1920. Ο πατέρας του όπως και ο παππούς του ήταν γιατρός και συγγρα­φέας με έντονη κοινωνική δραστηριότητα. Η μητέρα του ήταν επίσης πολύ μορφωμένη. Αδελφός του, ήταν ο Ιάσονας Μπούκουρας*.  Ο Μάριος Μπούκουρας τελείωσε το Γυμνάσιο με άριστα και στη συνέχεια γράφτηκε στη Ιατρική Σχο­λή του Πανεπιστημίου της Αθήνας απ’ όπου και απε­φοίτησε με τιμητική διάκρι­ση. Από το 1946 έως το 1950 υπηρέτησε  στον Ελληνικό Στρατό και βρέθηκε στη πρώ­τη γραμμή του εμφυλίου, όπου προσέφερε τις υπη­ρεσίες του ως γιατρός.

Το 1954 πήρε την ειδικότητα του χειρουργού ολοκληρώνοντας παράλληλα το διδακτορικό του. Το 1955, αναζητώντας καινούριους ορίζοντες, έφυγε για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί, και συγκεκριμένα στο Νοσοκομείο της Κομητείας Cook, άσκησε την ορθοπεδική χειρουργική και πολύ σύντομα συνεργάστηκε με τον διακεκριμένο ορθοπε­δικό χειρουργό του Σικάγο Donald Miller. Λίγο καιρό αφού είχε εγκατασταθεί στο Σικάγο, γνώρισε την Τέσσυ Ντούλα την οποία και παντρεύ­τηκε το 1956. Το 1961 οι οικογένεια Μπούκουρα μετακόμισε στο Τολέδο της πολιτείας του Οχάιο όπου ο Μάριος Μπούκουρας άσκησε την ορθοπεδική στο Ιατρι­κό Κέντρο St Vincent Mercy, μαζί με άλλους διακεκριμέ­νους συναδέλφους του (ανάμεσά τους και ο Ho­ward Rosenblatt, παλιός του φίλος από το Νοσοκομείο στο Cook).

Ήταν ιδιαιτέρα προικισμένος για­τρός και χειρουργός και κέρδισε την αγάπη και εκτί­μηση του κόσμου χάρη στην αφοσίωση στους ασθενείς του, στην φροντίδα που τους παρείχε και πάνω απ’ όλα στην ακεραιότητά του. Προσέφερε πάντα ανιδιο­τελώς τόσο τις γνώσεις του όσο και ψυχολογική και συναισθηματική στήρι­ξη σε όσους τα είχαν ανά­γκη και έγινε παράδειγμα προς μίμηση, χάρη ακριβώς σ’ αυτήν την ανιδιοτέλειά του. Ως επιστήμονας και ορ­θοπεδικός χειρουργός α­πετέλεσε πρότυπο γιατί κα­τάφερε να συνδυάσει την επιστήμη με την ανθρωπιά, κάτι που σπανίζει στην επο­χή της υψηλής τεχνολογίας που ζούμε.

Η προσφορά του στη μόρφωση και εκπαίδευση νέων γιατρών κατά τη διάρ­κεια ολόκληρης της ζωής του ήταν σημαντική. Όταν δημιουργήθηκε η Ιατρική Σχολή του Οχάιο στο Τολέ­δο, ήταν ανάμεσα στους πρώτους που του δόθηκε η έδρα του καθηγητή ορθοπεδικής χειρουργικής. Προσέφερε απλόχερα τον χρόνο και τις γνώσεις του ως χειρουργός, διδά­σκοντας ειδικευόμενους στην ορθοπεδική, νοσοκόμες και φοιτητές της Ιατρι­κής, θεωρούμενος απ’ όλους ένας από τους καλυ­τέρους καθηγητές. Επίσης συμμετείχε στον σχεδιασμό λειτουργικού νάρθηκα γό­νατος για το ίδρυμα F. Μ. Douglas στο Ιατρικό ΚέντροSt Vincent, δουλειά που ενέπνευσε πολλά ιατρικά άρθρα και που οδήγησε στο να σχεδιαστούν δυο ακόμα λειτουργικοί νάρθη­κες γόνατος.

Ήταν μέλος πολλών ιατρικών συλλόγων και ταυτόχρονα είχε έντονα κοινωνική δρά­ση. Η προσωπική του ζωή ήταν επικεντρωμένη στην οικογένειά του και του φί­λους του. Ιδιαιτέρα ταλα­ντούχος κιθαρίστας ο ίδιος – η αγάπη του για τη μουσι­κή ήταν μεγάλη – υπήρξε ιδιαίτερα υπερήφανος όταν η κόρη του Ann εμφανίστη­κε ως σολίστ στο πιάνο σε συναυλία της συμφωνικής ορχήστρας του Τολέδο.

Μετά τη συνταξιοδότησή του, ασχολήθηκε με το διάβασμα, την ποδηλασία, το σκάκι και τα ταξίδια. Το σπίτι της οικογένειας Μπούκουρα στο Άργος ή­ταν από τους αγαπημένους του προορισμούς. Η κολύμ­βηση ήταν επίσης ανάμεσα στις αγαπημένες του ενα­σχολήσεις, το 1936 άλλω­στε είχε συμμετάσχει με την Ελληνική ομάδα κολύμ­βησης στους Ολυμπιακούς του Βερολίνου. Προς το τέλος της ζωής του ήταν περιτριγυρισμέ­νος από την οικογένειά του. Την επί 54 χρόνια γυναίκα του Τέσσυ, τα παι­διά του Dean και Ann και τα εγγόνια του Nicholas, Gina, Jason, Christopher και Ana­stasia. Ο Μάριος είχε επίσης μια ιδιαιτέρως στενή συγ­γενική σχέση με τον Δρ. Αλέξανδρο Ντούλα, γυναικάδελφό του. Ακόμα και όταν οι δυνά­μεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν δεν έχασε την αίσθηση του χιούμορ, την αγάπη του για τους άλλους και για τη ζωή. Παρέμεινε μέχρι το τέλος ένας Ευγενής. Πέθανε στις 20 Δεκεμβρίου του 2010 σε ηλικία 91 ετών, στη Νάπολη της Φλόριντα των Ηνωμένων Πολιτειών.

* Ο Ιάσων Κωνσταντίνου Μπούκουρας γεννήθηκε το 1914 στη Λυρκεία ( Κάτω Μπέλεσι). Ο πόλεμος τον πρόλαβε να σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πολύ νωρίς οργανώθηκε στην Αντίσταση. Για τη δράση του αυτή κρατήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Τρικάλων από τον Οκτώβριο του 1942 ως τον Απρίλιο του 1943. Εξελέγη αντιπρόσωπος από την Αργολίδα για τη Συνέλευση των Κορισχάδων μαζί με τον δάσκαλο Παναγιώτη Ξύδη.  Εκτελέστηκε στις 19 Ιουνίου 1944.

 

Πηγή


  • Εφημερίδα « Αργειακόν Βήμα», Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Βραχνός Βασίλειος (1887 – 1971)


 

Βραχνός Βασίλειος

Έλληνας στρατιωτικός. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1887. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πήρε μέρος σε όλους τους πολέμους από το 1912 μέχρι το 1922. Το 1940 έγινε υποστράτηγος και διορίστηκε διοικητής της 1ης Μεραρχίας Πεζικού. Μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, έσπευσε σε βοήθεια του Αποσπάσματος Πίνδου και συνέβαλε στην ήττα της Μεραρχίας Αλπινιστών Τζούλια. Στη διάρκεια της Κατοχής ήταν ένας από τους ιδρυτές της αντιστασιακής οργάνωσης «Άγνωστος Μεραρχία». Συνελήφθη και εκτοπίστηκε πρώτα στην Ιταλία και μετά στη Γερμανία. Απελευθερώθηκε το 1945. Το 1946 προήχθη σε αντιστράτηγο και το 1948 αποστρατεύτηκε.

Εξελέγη βουλευτής Αργολιδοκορινθίας το 1951 και Ναυπλίας το 1952 με τον Ελληνικό Συναγερμό. Το 1954 ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος τον διόρισε υφυπουργό Εξωτερικών.

Πέθανε κατά τον ύπνο του, στην Αθήνα, έπειτα από δηλητηρίαση λόγω φωταερίου. Ο Β. Βραχνός, ετών 84ων, βρέθηκε νεκρός,  από την κόρη του μαζί με τη σύζυγό του, Μαρίκα Λάμπρου, και το καναρίνι τους στο υπόγειο διαμέρισμά τους, στις 7 Μαρτίου 1971. Το αέριο είχε διαφύγει από τους αγωγούς που διέρχονταν από τα θεμέλια της πολυκατοικίας όπου διέμενε το ζεύγος.

 

Η είδηση του θανάτου του Βασιλείου Βραχνού στην εφημερίδα, «Μακεδονία» 1971-03-09.

 

Τιμήθηκε μεταξύ άλλων με τους Μεγαλόσταυρους της Γιουγκοσλαβίας και της Αιθιοπίας. Ο Βασίλειος Βραχνός έγραψε απομνημονεύματα, τα οποία δεν ολοκληρώθηκαν λόγω του θανάτου του.

.

Πηγή


  • National Geographic, «1940-41 Ελλάδα, η Πρώτη Νίκη», Αθήνα, 2000.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Γεώργιος Η. Κόνδης


 

Ο κος Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, στο βήμα του «Δαναού».

Ο Γεώργιος Η. Κόνδης είναι Κοινωνιολόγος. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Κοινωνική Ανθρωπολογία. Είναι διδάκτωρ Κοινωνικών Επιστημών του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβαίν (Βέλγιο).

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά, εργάστηκε στο Βέλγιο και εγκαταστάθηκε στην Αργολίδα το 1988. Συμμετέχει στη σύνταξη περιοδικών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Βραβεύεται το 2005 από τη Γ.Γ. Επικοινωνίας/Ενημέρωσης για την έρευνα «Ο κόσμος της εργασίας: Όψεις, Χρόνοι, Χώροι».

Έχει παρουσιάσει σε Συνέδρια, Επιστημονικές Ημερίδες και περιοδικά κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές έρευνες καθώς και αρχειακό υλικό σε Δημόσιες Εκθέσεις. Έχει αναλάβει  παρουσιάσεις ατομικών και συλλογικών έργων. Έχει εκδώσει μελέτες, έναν τουριστικό οδηγό και πολλές ερευνητικές εκθέσεις και επιστημονικές ανακοινώσεις σε συνέδρια.

Εργάστηκε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου και το ΑΤΕΙ Καλαμάτας ως Επιστημονικός Συνεργάτης και στην Εκπαίδευση Ενηλίκων ως Διευθυντής του ΣΔΕ Ναυπλίου. Επιλέχθηκε, το 2018, ως Οργανωτικός Συντονιστής Εκπαιδευτικού Έργου στην Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Πελοποννήσου και σήμερα ανήκει στο διδακτικό δυναμικό του Τμήματος Παραστατικών και Ψηφιακών Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Ενδεικτικές μελέτες και βιβλία που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα:

 

  • «Από την Αυτοκρατορία στο Εθνικό Κράτος. Σχήματα πολιτικής έκφρασης και χώροι κοινωνικής οργάνωσης στην Ελλάδα (1760-1860)», διδακτορική διατριβή, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβαίν, σειρά 395, Louvainla-Neuve, 2003.
  • Περίγραμμα οργάνωσης του δημόσιου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας, εκδ. ΔΑΝΑΟΣ, Άργος, 2003.
  • «Από την εφημερίδα στο βιβλίο: Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό στο Άργος του 19ου αιώνα», εκδ. ΔΑΝΑΟΣ, Άργος, 2004.
  • «Τουριστικός Οδηγός Άργους», Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού Άργους, 2008.
  • Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις στην εκπαίδευση ενηλίκων (Δ. Γ. Μαγριπλής, Γ. Η. Κόνδης):  «Θεωρητικές προσεγγίσεις και παραδείγματα για τις σύγχρονες οπτικές οργάνωσης της εκπαίδευσης ενηλίκων». Πλάτων, Περιοδικό της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, τ. 6, 2010-2011.
  • Ειδική αγωγή και εκπαίδευση: «Το χρονικό της ίδρυσης του πρώτου Ειδικού σχολείου στον Δήμο Τριφυλίας της περιφέρειας Πελοποννήσου»  (Δ. Γ. Μαγριπλής, Γ. Η. Κόνδης, Λ. Μωράκου):  η εμπειρία της ειδικής αγωγής μέσα από την παρουσίαση ενός συγκεκριμένου σχολείου. Πλάτων, Περιοδικό της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, τ. 6, 2010-2011.
  • Πολιτισμική διαχείριση στην εκπαίδευση (Γ. Η. Κόνδης, Δ. Γ. Μαγριπλής): Θεωρητικές προσεγγίσεις και παραδείγματα προγραμμάτων σχετικά με τη διαχείριση της έννοιας «πολιτισμός» στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Σημασία και κοινωνικές προεκτάσεις. Πλάτων, Περιοδικό τα Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, τ. 6, 2010-2011.
  • «Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα», εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2011.
  • «Εμείς και οι Άλλοι. Η περίπτωση του ανταγωνισμού Άργους-Ναυπλίου», στο: Δημήτριος Γ. Μαγριπλής (επιμ), «Πολιτισμός και διαφορετικότητα: Εμείς και άλλοι», εκδ. Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη, 2011.
  • «Τετράδιο Πολέμου 1940», εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2012.
  • «Με τη ματιά στο χρόνο», εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος 2013.
  • «Εκπαίδευση και σχολικό δίκτυο στην Αργολίδα κατά την Οθωνική περίοδο», εκδ. Πνευματικό Ίδρυμα «Ιωάννης Καποδίστριας», Ναύπλιο, 2013.
  • «Εκπαιδευτικός εκσυγχρονισμός και πολιτικο-κοινωνική πραγματικότητα. Βήματα, ασυνέχειες και αντιθέσεις στην κατασκευή της έννοιας του ενεργού πολίτη», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2016.
  • Παράδοση και πολιτισμός στην Περιφέρεια. Ο ρόλος των πολιτιστικών συλλόγων. 1 Το Λύκειο Ελληνίδων Άργους, εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2017.
  • «Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας», Εκδ. Δήμος Άργους-ΚΕΔΑΜ, Άργος, 2018.
  • Το Λύκειο των Ελληνίδων στην Αργολίδα. 50 χρόνια Λυκείου Ελληνίδων Άργους (1965-2015), εκδ. Δεδεβέση, Άργος, 2018.
  • Jean  -Nicolas MAQUART (1786-1856). Intendant militaire en Morée (1829-1830): Versailles – Paris, 2020.
  • Η Αθήνα στην Ελληνική Επανάσταση. Αθηναϊκό Ημερολόγιο 2021. εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα, 2021.
  • Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean–Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828 – 1831), υπό έκδοση.

 

Read Full Post »

Κρίσεις Ευρωπαίων Ιστορικών και Διπλωματών για την Διπλωματική Σταδιοδρομία του  Ιωάννου Καποδίστρια


  

Η διπλωματική και πολιτική σταδιοδρομία του Ιωάννου Καποδί­στρια ουσιαστικά αρχίζει το 1801 μέσα στο νεοσύστατο μικρό επτανησιακό κράτος, στην «Δημοκρατία των Επτά Ηνωμένων Νήσων», που αναγνωρί­σθηκε με την συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως του 1800, και την επικύ­ρωση του πρώτου συντάγματος, του «Βυζαντινού».

Ιωάννης Καποδίστριας. Εικόνα από λιθογραφία του Μύλλερ, σχέδιο εκ του φυσικού. Φέρει την υπογραφή του Καποδίστρια με τη φράση: «Αυτό που με κολακεύει περισσότερον είναι να ζήσω εις την ανάμνησιν των ανθρώπων ». Η λιθογραφία επανεκτυπώθηκε στην Καρλσρούη με σκοπό τα έσοδα από τις πωλήσεις να διατεθούν υπέρ του Αγώνα των Ελλήνων.

Τότε ανατέθηκε στο νε­αρό γιατρό Ιωάννη Καποδίστρια από την Επτανησιακή Γερουσία, το έργο της εφαρμογής του συντάγματος στα Ιόνια νησιά. Η  ανάληψη του δυσκό­λου αυτού έργου απεκάλυψε τις σπάνιες διπλωματικές ικανότητές του. Το 1803 εξελέγη Γενικός Γραμματέας της Επτανήσου Πολιτείας, με πολλές και ουσιαστικές υπευθυνότητες. Στα καθήκοντά του περιελήφθησαν, τόσο η διεκπεραίωση όλων των εξωτερικών και διπλωματικών υποθέσεων όσο και η αναγνώριση και διασύνδεση του μικρού κρατιδίου, με τις ευρω­παϊκές χώρες, οπότε για πρώτη φορά ήλθε σε επαφή με την ευρωπαϊκή διπλωματία.

Όταν το 1807, με την συνθήκη του Τιλσίτ, τα Επτάνησα περιήλθαν, για δεύτερη φορά, στην κατοχή των Γάλλων. Ο Καποδίστριας αρνήθηκε να συνεργασθεί μαζί τους και δέχθηκε ευχαρίστως την πρόσκληση του τσάρου της Ρωσίας Αλεξάνδρου να υπηρετήσει στη ρωσική διπλωματία. Πίστευε ότι υπηρετώντας την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας, θα βοηθούσε ουσιαστικώτερα την πατρίδα του, στην απελευθέρωσή της[1]. Τον Ιανουάριο του 1809 έφθασε στην Πετρούπολη και αμέσως διορίσθηκε Σύμβουλος της Επι­κρατείας, στο τμήμα των Εξωτερικών Υποθέσεων της Ρωσίας.

Το πρώτο ουσιαστικό βήμα της διπλωματικής προαγωγής του έγινε το 1811, όταν διορίστηκε στη ρωσική πρεσβεία της Βιέννης και εν συνεχεία ανέλαβε την διεύθυνση του διπλωματικού γραφείου του Ρώσου ναυάρχου Τσιτσαγκώφ στο Βουκουρέστι και στο Δούναβη, όπου συνεχιζόταν ο ρωσοτουρκικός πόλεμος. Η σύντομη παραμονή του σ’ αυτή τη θέση στάθηκε αποφασιστική για τη μετέπειτα λαμπρή σταδιοδρομία του.

Ανέλαβε εντελώς εμπιστευτικές αρμοδιότητες, που τις χειρίστηκε με σπάνια διπλω­ματική ευστροφία. Έπρεπε να φροντίσει για την επικύρωση της συνθήκης του Βουκουρεστίου του 1812, που την θεωρούσε εντελώς ανεφάρμοστη και καταστρεπτική για τους λαούς της βαλκανικής Χερσονήσου – Σέρβους, Βλάχους, Μολδαβούς – τους οποίους η Ρωσία εγκατέλειπε, ακόμα μια φο­ρά, στην τουρκική υποδούλωση και εκδικητικότητα. Τότε για πρώτη φορά ο Καποδίστριας ήλθε σε άμεση επαφή με την τουρκική διπλωματία και γνώρισε τις πολιτικές μεθόδους που ακολουθούσε η Πύλη[2].

Ο Τσιτσαγκώφ εντυπωσιασμένος από τις προτάσεις και ενέργειες του Έλληνα διπλωμάτη έγραφε: «Άνθρωπος με αξιαγάπητο χαρακτήρα, με οξυδερκή κρίση. Ειλικρινά λυπόμασταν, γιατί έπρεπε να εγκαταλείψουμε τα σχέδια και τις προτάσεις που μας είχε προτείνει, τις τόσο εμπεριστατω­μένες και χρήσιμες. Ο κόμης Καποδίστριας, που δεν απελπιζόταν ποτέ, για τις μελλοντικές εξελίξεις, πρότεινε να μου απευθύνει ένα Υπόμνημα, όπου θα εξέθετε όλες τις απόψεις του» για τους βαλκανικούς λαούς[3].

Το υπόμνημα αυτό, όταν έφθασε στα χέρια του Ρώσου αυτοκράτορα, τον εντυπωσίασε. Κάλεσε αμέσως τον Καποδίστρια στη Φραγκφούρτη, όπου βρισκόταν, τον αντάμειψε κατά πολλούς τρόπους, δείχνοντας εμπρά­κτως την εύνοιά του και του ανέθεσε την διεκπεραίωση ενός από τα πιο δύσκολα προβλήματα, που απασχολούσαν τότε την Ευρώπη: Την ενοποίη­ση της διηρημένης σε μικρά κρατίδια «καντόνια» Ελβετίας, την οποία «ο γαλλικός δεσποτισμός είχε υποδουλώσει», όπως του είπε, και την οποία έπρεπε να σώσουν από την επικίνδυνη για την ενοποίηση της Ευρώπης γαλλική επιρροή του Ναπολέοντα.

Η αγάπη του Καποδίστρια για τα «δη­μοκρατικά καθεστώτα», όπως του είπε ο τσάρος, τον έπεισε ότι ήταν ο μόνος ικανός να αναλάβει την «ευαίσθητη αυτή αποστολή» με επιτυχία[4]. Ο  Αλέξανδρος γράφοντας στον Ελβετό καθηγητή του Laharpe, στις 8 Ιανου­αρίου 1814, ανέφερε ότι ανέθεσε αυτή την κρίσιμη διπλωματική υπόθεση στον Καποδίστρια, γιατί τον εκτιμούσε ως «αξιέπαινο άνδρα για την αρε­τή του και για τις φωτισμένες και φιλελεύθερες απόψεις του»[5].

Η αποστολή του Καποδίστρια στην Ελβετία ήταν πραγματικά από τις δυσκολώτερες διπλωματικές υποθέσεις εκείνης της κρίσιμης περιόδου: Η Ελβετική Ομοσπονδία έπρεπε να συνδεθεί με τον Συνασπισμό των Με­γάλων Δυνάμεων, να ενοποιηθούν και οργανωθούν τα ανεξάρτητα μεταξύ τους καντόνια της Ελβετίας και να εξουδετερωθούν τα αντιμαχόμενα συμφέροντά τους, να αποσπασθεί ή χώρα από τη γαλλική επιρροή και να εξα­σφαλισθεί η συμμετοχή της Ομοσπονδίας στην βασική συζήτηση για την αναθεώρηση του Ελβετικού συντάγματος.

Ο Καποδίστριας έπρεπε να κατανικήσει την έντονη αντίδραση των αριστοκρατών, που δεν ήθελαν την ενοποίηση και να τους πείσει ότι το εθνικό συμφέρον επέβαλε να συνεργα­σθούν και να συμπράξουν με τους δημοκράτες για τη συγκρότηση γενικής συνελεύσεως, που θα ρύθμιζε τα όρια και κυρίως τα δικαιώματα ισοπολιτείας όλων των καντονίων.

Με εύστοχους διπλωματικούς χειρισμούς και με την τεράστια προσωπική επιρροή και το κύρος που ασκούσε στους συνομιλητές του κατόρθωσε να φέρει εις πέρας κατά τον καλύτερο τρόπο τη δύσκολη αυτή αποστολή: «Η ομοσπονδιακή Δίαιτα κατάρτισε το ομο­σπονδιακό Σύνταγμα, που εκείνος το συνέταξε, και αντιπροσωπεία των καντονιών θα πήγαινε στη Βιέννη, όπου θα άρχιζε το συνέδριο, για να το επικυρώσουν οι σύμμαχοι ηγεμόνες. Θα επιστρέφονταν επίσης στην Ελβε­τία, οι επαρχίες που κατείχαν ακόμα τα αυστριακά στρατεύματα», όπως ο ίδιος ο Καποδίστριας έγραφε στον πατέρα του[6]. Και πρόσθετε: «Η ολο­κλήρωση μιας τόσο πολύπλοκης διαπραγματεύσεως μου στοίχισε πάμπολ­λα βάσανα και ταξίδια και εκθέσεις και σύνταξη κειμένων συνταγμάτων και πολλά άλλα σχέδια».

Η Ελβετία ευγνωμονούσα τον αντάμειψε ποικιλοτρόπως. Αρκετά καντόνια της Ελβετίας τον ανεκήρυξαν επίτιμο πολίτη[7]. Ο Ελβετός δι­πλωμάτης και ιστορικός Pictet de Rochemont θα γράψει με ενθουσιασμό:

 

«Τι μπορούμε να κάνουμε για τον εξαίρετο Έλληνα Καποδίστρια, τον φοί­νικα της διπλωματίας;… Χωρίς αυτόν η Ελβετία θα είχε εξ ολοκλήρου ανατραπεί… Αν ξαναπεράσει από τη Γενεύη χτυπήστε όλες τις καμπάνες των εκκλησιών μας και χαιρετίσετε τον ερχομό του με τους κεραυνούς των πυροβόλων μας»[8].

 

Ένας άλλος διπλωμάτης, ο Roveréa, που παρακολούθη­σε από κοντά τους αγώνες του Καποδίστρια για την ενοποίηση της Ελβε­τίας και τη σύνταξη του συντάγματός τους, γράφει: «Ο Έλληνας αυτός πρεσβευτής της Ρωσίας, που δίκαια έχαιρε της ειλικρινούς εμπιστοσύνης του τσάρου, είχε αποκτήσει τεράστιο κύρος, που το διετήρησε καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, με την γλυκύτητα και ευγένεια των τρό­πων του και με τις μεγάλες προσωπικές του αρετές. Στην προσπάθειά του να συνδιαλλάξει και συμβιβάσει τους «διεφθαρμένους» αριστοκράτες κατη­γορήθηκε απ’ αυτούς ότι υπεστήριξε υπέρμετρα τους αντιπάλους τους, «τους φιλελευθέρους»[9]. Και πράγματι ο Καποδίστριας είχε έλθει σε σύγ­κρουση με την αριστοκρατική τάξη, που δεν ήθελε την ενοποίηση των με­γάλων και πλουσίων καντονιών με τα πτωχά αγροτικά.

Και αυτός ακόμη ο μεροληπτικός απέναντι στον Καποδίστρια και στην Ελλάδα Gobineau, αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι η δικαιοσύνη απαιτούσε να ειπεί ότι κατά την παραμονή του στην Ελβετία «με μεγάλη διπλωματική επιτηδειότητα χειρίσθηκε το δύσκολο αυτό πρόβλημα και δι­καίως απέκτησε δικαιώματα στην ευγνωμοσύνη όλων των καντονίων, λόγω των φιλελευθέρων ιδεών του, οι οποίες του εξασφάλισαν τον θρίαμβο»[10].

Άλλοι μεγάλοι σταθμοί της διπλωματικής σταδιοδρομίας στην Ευρώ­πη του Καποδίστρια ήταν το συνέδριο της Βιέννης, 1814-1815, το συνέδριο στο Παρίσι και τα συνέδρια στο Aachen, Troppau και Laybach. Ο ίδιος ο τσάρος Αλέξανδρος κάλεσε τον Καποδίστρια, στο συνέδριο της Βιέννης: «Δεν έχω άλλον διπλωμάτη, τόσον ικανό, που θα είχε τη δύναμη να αντιμετρηθεί και να παλαίσει στις μάχες με τον Αυστριακό Metternich, που θα δοθούν στη Βιέννη», είπε στη Ρωξάνδρα Στούρτζα, την Ελληνίδα Κυρία επί των τιμών της τσαρίνας Ελισάβετ[11].

Στη Βιέννη είναι ο επίσημος πληρεξούσιος της Ρωσίας, σε όλα τα θέ­ματα. Αγωνίζεται να θέσει προς συζήτηση το θέμα των Επτανήσων, που ήδη τα κατείχαν οι Άγγλοι και το θέμα της απελευθερώσεως της Ελλά­δος, που ήταν και το δυσκολώτερο. Το θέμα των Ιονίων, έπειτα από τις σφοδρές αντιδράσεις του Αυστριακού Metternich και της Αγγλίας κάπως διευθετήθηκε – με τις τότε επικρατούσες δυσμενείς συνθήκες – με την υπογραφή της Συνθήκης για τα Ιόνια Νησιά, που οριστικοποιήθηκε και υπογράφηκε στις 5 Νοεμβρίου 1815 στο Παρίσι.

Τα Επτάνησα θα παρέ­μεναν δυστυχώς στην «προστασία» της Αγγλίας, διατηρώντας το συνταγματικό τους πολίτευμα[12]. Το γενικώτερο πρόβλημα της Ελλάδος δεν μπό­ρεσε να το εγγράψει επίσημα προς συζήτηση στο συνέδριο της Βιέννης, το κατέστησε όμως διπλωματικά γνωστό και το διεθνοποίησε, μέσω της Φι­λομούσου Εταιρείας, που ίδρυσε στη Βιέννη, κατά την διάρκεια των συ­ζητήσεων. Και αυτό ήταν μια μεγάλη διπλωματική επιτυχία, μέσα στο τόσο αρνητικό κλίμα[13].

Οι ευρωπαίοι διπλωμάτες, που συμμετείχαν στο Συνέδριο της Βιέν­νης, χαρακτήρισαν τον Καποδίστρια ως «μέγα Ευρωπαίο διπλωμάτη»[14]. Ο J. C. Eynard, ο Ελβετός διπλωμάτης και μεγαλοτραπεζίτης έγραφε στο Ημερολόγιό του: «Ο Καποδίστριας με τη διπλωματική του μεγαλοφυΐα, σύντομα κατέλαβε μία από τις πιο εξέχουσες θέσεις των πρωταγωνιστών του Συνεδρίου της Βιέννης στις διαπραγματεύσεις όλων των δυσκόλων προβλημάτων[15]. Ο Γερμανός ιστορικός Η. Treitschke, παρακολουθώντας τους παράλληλους αγώνες του Καποδίστρια, κατά τη διάρκεια του Συνε­δρίου, για την απελευθέρωση της σκλαβωμένης πατρίδας του, γράφει χαρακτηριστικά: «Ο Έλληνας διπλωμάτης χρησιμοποιούσε, με σπάνιους δι­πλωματικούς χειρισμούς, όλο το κύρος του από την υψηλή θέση του για την απελευθέρωση της Ελλάδος»[16].

Η περίφημη για την εποχή «Revue Encyclopédique de Paris» σχολιάζοντας τη δράση του Καποδίστρια για τη πνευματική άνοδο της πατρίδας του, έγραφε: «Κανένας άλλος δεν εργάστηκε τόσο αποτελεσματικά όσο ο κόμης Καποδίστριας… ο οποίος χρησι­μοποίησε όλους τους τρόπους για να αυξήσει τα μέσα της μορφώσεως και εκπαιδεύσεως των νεαρών Ελλήνων, διευκολύνοντας με κάθε τρόπο τις σπουδές τους. Με τη γενναιοδωρία που τον χαρακτήριζε ενίσχυσε την ίδρυ­ση της Ακαδημίας των Ιονίων Νήσων»[17].

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Στο Συνέδριο του Παρισιού, το καλοκαίρι του 1815, όπου οι νική­τριες Δυνάμεις θα συζητούσαν το θέμα της ηττημένης Γαλλίας, μετά την οριστική ήττα του Ναπολέοντα, ο Καποδίστριας πραγματικά διέπρεψε με τις επαναστατικές προτάσεις του. Η Αυστρία, Πρωσία και Αγγλία επέμε­ναν ότι έπρεπε να ληφθούν αυστηρές κυρώσεις, εδαφικές, οικονομικές και στρατιωτικές εναντίον της Γαλλίας, φθάνοντας μέχρι και τον διαμελισμό της[18].

Μόνος ο Καποδίστριας είχε εντελώς αντίθετη γνώμη. Στο υπόμνημα που συνέταξε υποστήριζε ότι με την ήττα του Ναπολέοντα και τον τερμα­τισμό των πολυχρόνων πολέμων, οι σκοποί των συμμάχων είχαν εκπληρωθεί. Επομένως έπρεπε να μεταχειρισθούν την νικημένη χώρα με ήπιο τρό­πο, γιατί μονάχα έτσι θα εδραιωνόταν η τάξη και η ειρήνη σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο. Η Γαλλία έπρεπε να παραμείνει ισχυρή δύναμη, γιατί με το πιο δημοκρατικό πολιτικό της σύστημα θα αποτελούσε σημαντικό παράγοντα δι­πλωματικής ισορροπίας απέναντι στον απολυταρχικό δεσποτισμό της Αυστρίας και Πρωσίας. Πίστευε ακόμα ότι ευεργετώντας τη Γαλλία θα εξα­σφάλιζε τη φιλία της σε περίπτωση ρωσοτουρκικού πολέμου, που θα τον επεδίωκε, προκειμένου να απελευθερωθεί η Ελλάδα.

Παρά τις τεράστιες αντιδράσεις οι απόψεις του Καποδίστρια επεκράτησαν, εξασφαλίζοντας την ευγνωμοσύνη της Γαλλίας. Ο υπουργός των Εξωτερικών της Γαλλίας δούκας de Ridelieu έγραψε στον τσάρο Αλέξαν­δρο: «Έπειτα από μακρές και θλιβερές συζητήσεις, υπογράψαμε τη συμ­φωνία για τη μείωση των πολεμικών αποζημιώσεων εκ μέρους της Γαλλίας προς τις νικήτριες δυνάμεις. Ο πληρεξούσιος της Υμετέρας Μεγαλειότητος (ο Καποδίστριας) υπήρξε ανυπολόγιστα πολύτιμος για μας και του οφείλουμε εξολοκλήρου τον επιτευχθέντα μετριασμό. Είμαι βέβαιος ότι ο κόμης Καποδίστριας, στις προσπάθειές του, υπερέβη κατά πολύ τις οδηγίες που είχε λάβει από Σας. Παρακαλώ την Υ.Μ. να μη δυσαρεστηθεί απέναν­τί του»[19].

Ο Γάλλος διπλωμάτης κόμης Molet δεν θα διστάσει να γράψει κατηγορηματικά: «Εάν η Γαλλία είναι ακόμη Γαλλία, το οφείλει κυριολε­κτικά σε δύο ανθρώπους, που τα ονόματά τους δεν πρέπει ποτέ να τα ξε­χάσει. Στον Αλέξανδρο και στον Υπουργό του των Εξωτερικών Καποδί­στρια»[20]. Και ο Γάλλος ιστορικός Pasquier, εξαίροντας την ανυπολόγιστη προσφορά του Καποδίστρια προς τη Γαλλία, θα γράψει: «Ο κόμης Καπο­δίστριας πρόσφερε στη Γαλλία την πιο μεγάλη και σημαντική εκδούλευση»[21]. Ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ΙΗ’, θέλοντας να δείξει εμπρά­κτως την ευγνωμοσύνη του στον Έλληνα διπλωμάτη, που με τη σθεναρή στάση του έσωσε τότε τη Γαλλία, του έστειλε επιστολή «με τις ωραιότερες φράσεις του κόσμου», όπως αναφέρει η Ρωξάνδρα Στούρτζα-Edling στα Απομνημονεύματά της, και του πρόσφερε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Ο Καποδίστριας όμως αρνήθηκε κατηγορηματικά να το δεχθεί[22].

Στο Συνέδριο του Aachen (Aix la Chapelle), τον Σεπτέμβριο του 1818, ο Καποδίστριας υπήρξε από τις πιο εξέχουσες φυσιογνωμίες και κατέπλη­ξε τους Ευρωπαίους διπλωμάτες με τις ριζοσπαστικές, δημοκρατικές και φιλελεύθερες απόψεις του, για την εποχή εκείνη, ως προς το θέμα των δι­καιωμάτων των μικρών κρατών[23]. Βασικός στόχος του Καποδίστρια ήταν να αναγνωρισθεί στους μικρούς λαούς το δικαίωμα να αντιμετωπίζουν τα εθνικά τους προβλήματα με τη συνεργασία των μεγάλων κρατών και να μη επεμβαίνουν εκβιαστικά τα τελευταία στα εσωτερικά των μικρών. Με τον τρόπο αυτό θα άνοιγε ο δρόμος για την υπόδουλη Ελλάδα.

Οι προσπάθειες αυτές του Καποδίστρια προκάλεσαν τις έντονες αντιδράσεις του Metternich και του Υπουργού των Εξωτερικών της Αγγλίας Castlereagh, οι οποίοι δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να δοθούν δικαιώματα στους μικρούς λαούς[24]. Όλοι όμως τότε οι αυτοκράτορες και οι βασιλείς – εκτός από τον Άγγλο – του απένειμαν τα μεγαλύτερα παράσημα και τιμητικές διακρί­σεις, για τις λαμπρές διπλωματικές επιτυχίες του[25].

Άγνωστη, μα λαμπρή σελίδα στην όλη διπλωματική σταδιοδρομία του Καποδίστρια, αποτελούν οι πολύχρονοι αγώνες του για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής των Μαύρων και την κατάργηση του επαίσχυντου δου­λεμπορίου στις ακτές της Αφρικής[26]. Τα συνέδρια του Troppau και Laibach, από το φθινόπωρο του 1820 μέχρι το τέλος της ανοίξεως του 1821, υπήρξαν από τις πιο δύσκολες, μα και λαμπρές περιόδους της διπλωματικής σταδιοδρομίας του Καποδίστρια και το προανάκρουσμα του τέλους στη θέση του Υπουργού των Εξωτε­ρικών στη Ρωσία. Κύριο θέμα των συνεδρίων ήταν η αντιμετώπιση της εκρηκτικής καταστάσεως που επικρατούσε στην Ευρώπη από τη κήρυξη επαναστατικών κινημάτων στην Ισπανία και την Ιταλία[27]. Οι ευρωπαϊκές μεγάλες Δυνάμεις πήραν εντελώς αντιδραστική στάση και αποφάσισαν να καταπνίξουν με τη βία κάθε επαναστατικό κίνημα.

Ο Καποδίστριας, γνωρίζοντας τον επαναστατικό αναβρασμό που επικρατούσε στην Ελλάδα, και το κίνημα που ετοίμαζε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, αγωνιούσε, μήπως από τη μια στιγμή στην άλλη εκραγεί η ελληνική επανάσταση. Έπειτα από την απόφαση που είχαν πάρει οι μεγάλες Δυνάμεις, θα ήταν η χειρότερη ώρα. Πρώτη του ενέργεια ήταν η υποβολή ενός υπομνήματος, όπου αντέκρουε τις θέσεις του δεσπο­τικού Metternich, που ήταν ο κύριος υποστηρικτής της ένοπλης επεμβάσε­ως σε κάθε επαναστατικό κίνημα των μικρών και καταπιεζομένων λαών.

Ο Καποδίστριας αντίθετα υποστήριζε ότι αυτά έπρεπε να αντιμετωπίζονται με σταδιακές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις θεμελιωμένες στον διάλογο, ανά­μεσα στους μικρούς και στους μεγάλους. Απέκλειε εντελώς τη βίαιη κατα­στολή και υποστήριζε την παραχώρηση «λαϊκής ελευθερίας» και «πολιτικής και εθνικής ανεξαρτησίας» και μιας «καινούργιας τάξης πραγμάτων», η οποία για να είναι βιώσιμη έπρεπε απαραιτήτως να προβλέπει την παραχώρηση συνταγμάτων και συνταγματικών ελευθεριών στα μικρά κράτη, έστω και αρχικά περιορισμένων.

Η  φιλελεύθερη όμως και επαναστατική, για εκείνη την εποχή φωνή του Έλληνα διπλωμάτη, πνίγηκε ακόμα μία φορά από τα καταπιεστικά συμφέροντα των μεγάλων[28], αφήνοντας τον Καποδίστρια πικραμένο και απογοητευμένο «για την ανίατη αρρώστια του δεσποτισμού της γηραιάς Ευρώπης», όπως έγραφε.

Ως προς τα ελληνικά κινήματα, πού ξέσπασαν εν τω μεταξύ, ο Καποδίστριας έδωσε μια από τις σκληρότερες μάχες της ζωής του και κατήγαγε μια από τις λαμπρότερες διπλωματικές νίκες – ίσως τη λαμπρότερη – παρά την λυσσώδη αντίδραση του Metternich: Με Ισχυρά επιχειρήματα δια­φοροποίησε εντελώς τα ελληνικά επαναστατικά κινήματα, χαρακτηρίζοντάς τα – όπως και ήταν – εθνικοαπελευθερωτικά από τον βάρβαρο τουρκικό ζυγό, ενώ τα άλλα, απέβλεπαν στην αποτίναξη απολυταρχικών καθεστώ­των, οπότε δεν μπορούσαν να εφαρμόσουν εναντίον της Ελλάδος τα ίδια βίαια μέτρα. Τότε πραγματικά «έσωσε την Ελλάδα επαναστάσαν», όπως γράφει ο ιστορικός Ν. Σπηλιάδης[29].

Η παρουσία του Καποδίστρια στα δυο αυτά συνέδρια ήταν από τις πιο εντυπωσιακές και μοναδικές, όπως αναγνώρισαν όλοι οι σύνεδροι και οι Ευρωπαίοι ιστορικοί, οι σύγχρονοι και μεταγενέστεροι. Παραθέτω ελά­χιστες γνώμες και κρίσεις από το πλήθος, προτάσσοντας – για ευνόητους λόγους –  μια εντυπωσιακή κρίση του Metternich για τον μεγάλο πολιτικό του αντίπαλο: «Σε όλες τις διπλωματικές μάχες οι δικές μου απόψεις επικρατούν κατά το 85%. Με το υπόλοιπο όμως 15% ο Καποδίστριας κατορ­θώνει να είναι ο ουσιαστικός νικητής!…». Και σε άλλη περίπτωση θα γράψει: «Ο μόνος αντίπαλος που δύσκολα ηττάται είναι ο απόλυτα έντιμος άνθρωπος. Και τέτοιος είναι ο Καποδίστριας»[30]. Τον μισούσε και τον πολεμούσε σαν πολιτικό αντίπαλο. Τον θαύμαζε όμως σαν ικανό διπλωμάτη και άνθρωπο.

Ο Γάλλος Ιστορικός F. Huillier γράφει: «Επί επτά χρόνια η προσω­πικότητα του Καποδίστρια θα δεσπόζει στην ευρωπαϊκή διπλωματία με την άφθαστη δεξιοτεχνία του και με την αληθινή φυσική και ηθική ομορφιά του, που αγωνιζόταν να δημιουργήσει ένα κόσμο, που θα τον αποτελούσαν άνθρωποι τόσο τέλειοι σαν τον ίδιο…»[31]. Ο Ιστορικός Κ. Nicolson γράφει: «Η πιο ηγετική, επιβλητική και ανθρώπινη φυσιογνωμία στα συνέδρια της Ευρώπης, που συνήρπαζε τους πάντες με τα ισχυρά και βαθειά μελετημένα επιχειρήματά του, ήταν ο Καποδίστριας»[32]. Ο διπλωμάτης και ιστορικός Fr. Gentz γράφει: «Ο κόμης Καποδίστριας… είναι homme d’ honneur, με ακεραιότητα δοκιμασμένη, σε όλες τις υποθέσεις της Ευρώπης, ειλικρινής φίλος για κάθε τι το όμορφο «καλός κι αγαθός», ψυχή ευγενής και υπεράνω συμφερόντων, πνεύμα ανε­πτυγμένο και διαπεραστικό, με μόνιμη επιδίωξη μιας καλύτερης τάξης πραγμάτων… και πάνω απ’ όλα με μία απέραντη αγάπη για την πατρίδα του»[33].

Ο Ρώσος ιστορικός Gr. Ars επισημαίνει: «Σε όλα τα στάδια της εξαιρετικής και μοναδικής διπλωματικής σταδιοδρομίας του στη Ρωσία και στην Ευρώπη ο Καποδίστριας δεν έπαυσε ποτέ να είναι πρώτα ο Έλληνας πατριώτης και να βρίσκεται πάντοτε στο πλευρό της αγωνιζομένης πατρί­δας του»[34]. Ο ίδιος σε άλλο σημείο του έργου του γράφει ότι «ο Καποδίστριας σε όλους τους αγώνες και τις προσπάθειές του για τη μορφωτική και πνευματική αναγέννηση της Ελλάδος η κοσμοθεωρία του ήταν επηρεα­σμένη κυρίως από την κίνηση του διαφωτισμού». «Ο Καποδίστριας πρέσβευε πάντοτε τις φιλελεύθερες ιδέες και έδινε μάχες με τους αντιπάλους του, που πήγαζαν μεν από τον βαθύ του πόθο, που τον ενέπνεε στο να βοηθήσει τη σκλαβωμένη πατρίδα του, αναμφίβολα όμως ήταν ειλικρινείς και το αληθινό πιστεύω του» (Ch. Webster)[35]. «Ο Καποδίστριας ένοιωθε βαρειά ικανοποίηση δουλεύοντας επάνω σε κείμενα συνταγμάτων και αγωνιζόταν για την εφαρμογή τους στους μι­κρούς λαούς» (L. Lebzeltern, αυστριακός διπλωμάτης)[36].

Και μια γυναικεία κριτική, από τις πολλές, για τον Καποδίστρια: «Ο ισορροπημένος χαρακτήρας του και η ικανότητα που διαθέτει στο να κατανοεί σε βάθος όλα τα διεθνή προβλήματα, του δίνουν τη δυνατότητα να ασκεί επιβολή σε όλα τα θέματα που αναλαμβάνει… Το βλέμμα του είναι διαπεραστικό και περίσκεπτο, η ψυχή του ενός φιλοσόφου, που τα πάντα τον απασχολούν και για τα πάντα έχει τις πιο σωστές σκέψεις και λύσεις, που δεν διστάζει να αναγνωρίσει ότι τίποτε στον κόσμο δεν έχει μεγάλη αξία, αν το απογυ­μνώσεις από το πνεύμα… Είναι εντελώς αλλιώτικος, ξεχωριστός από όλους τους ανθρώπους του πνεύματος…» (Κόμισσα Lulu Thurheim)[37].

Και τέλος ή κρίση και ο χαρακτηρισμός του Καποδίστρια από ένα με­γάλο συγγραφέα και τον τότε μόνιμο γραμματέα της γαλλικής Ακαδημίας, τον Abel François Villemain[38]: «Εάν υπάρχει σε όλο τον κόσμο μια αυθεν­τική ευγένεια, που να ξεχωρίζει… από την πνευματική διορατικότητα, από την απλότητα στην όλη συμπεριφορά, από την βαθύτητα του λόγου και της σκέψης, κανένας άλλος άνθρωπος δεν υπήρξε τόσο ευγενής και τόσο διο­ρατικός στη σύλληψη των προβλημάτων όσο ο κόμης Καποδίστριας… Η συνέχεια των γεγονότων απέδειξε ότι δεν είχε μονάχα αρχοντιά και αξιο­πρέπεια και βαθύτατη ευθυκρισία και αξιολόγηση των γεγονότων, αλλά και ηρωισμό ψυχής… Στο πρόσωπό του αναγνωρίζει κανείς ένα φιλόσοφο, πα­θιασμένο για τις τέχνες, ένα διανοούμενο γεμάτο πνευματική καλλιέργεια. Μιλώντας για την ομορφιά της αρχαίας φιλολογίας, ξαναεύρισκε την αγω­νιζομένη πατρίδα του, που από πολλά χρόνια αγωνιζόταν και πάσχιζε να την ελευθερώσει, υπηρετώντας στη ρωσική αυλή…».

 

Ελένη Κούκκου

 

 

Υποσημειώσεις


[1] Αρχείον Καποδίστρια Α’, Κέρκυρα 1976, 24: «υπηρετών τη πατρίδα μου, υπηρετούν συγχρόνως και την Ρωσίαν, επί τω μεγάλω σκοπώ να προφυλάξω την Ελλάδα από τους πειρασμούς της γαλλικής πολιτικής», θα γράψει στο περίφημο Υπόμνημά του, του 1826. Βλ. και Ελένης Κούκκου, Ιστορία των Επτανήσων από το 1797, μέχρι την αγγλοκρατία. 4η  έκδοση, Αθήνα 2001, το ειδικό κεφάλαιο, για το «Βυζαντινό Σύνταγμα».

[2] Περισσότερα βλ. Ελένης Κούκκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο Άνθρωπος – ο διπλωμάτης, έκδ. 14, Αθήναι 2001, 41 κ.ε., όπου και άλλη βιβλιογραφία.

[3] Βλ. C. Lahovary, Mémoires de lAmiral Paul Tchitchagof en 1812, Paris 1909, 406. -G. Ars,Ο Καποδίστριας και το ελληνικό απελευθερωτικό κίνημα, 1809-1822, Moskva 1976, 301: «Ο Καποδίστριας δεν έπαιζε καθόλου τον ρόλο ενός απλού εκτελεστικού οργάνου. Το εφευρετικό του μυαλό προσανατολιζόταν στην αναζήτηση τρόπων, που θα του εξασφάλιζαν την επιτυχία των στρατιωτικών και διπλωματικών του σχεδίων», στα ρωσικά.

[4] Βλ. Patricia Kennedy-Grimsted, «Capodistrias and a «New Order» for restoration Europe: «The liberal ideas» of a Russian Foreign Minister 1814-1822», The Journal of Modern History 40 (1968) 173.

[5] N. Mikhailovich, L’empereur Alexander ler…, St. Petersburg, 1912, I, 340. Για την πολύπλευρη δράση του Καποδίστρια στην Ελβετία βλ. S. Lascaris, Capodistrias avant la revolution grecque, Lausanne 1918. Βλ. και Ελένης Κούκκου, Ο Καποδίστριας και η Παιδεία, 1803-1822, Α’ Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, εκδ. 2η , Αθήναι 1986, πολλαχού.

[6] Π. Ενεπεκίδη, Ιωάννης Καποδίστριας, 176 γράμματα προς τον πατέρα τον, 1809-1820, Αθήναι 1972, 181-182.

[7] Τα ψηφίσματα της ανακηρύξεώς του ως επιτίμου πολίτη της Ελβετίας, βλ. Ελένης Κούκκου, Ο Καποδίστριας και Η Παιδεία, Α’ Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, έκδ. 2η , Αθήνα 1986, 158 κ.ε.

[8] Βλ. S. Lascaris, Capodistrias avant la Révolution grecque, 85 κ.έ., Roveréa, Mémoires, t. IV, Paris 1848, 253.

[9] Comte de Gobineau, Deux Etudes sur la Grèce moderne, Capodistrias, le Royaunne des Hellènes, Paris 1905, 20.

[10] Τον χρόνο 1991, με την συμπλήρωση 700 χρόνων από τη σύσταση του ελβετικού κράτους η ελβετική πρεσβεία των Αθηνών οργάνωσε σημαντικές τιμητικές εκδηλώσεις ευγνωμοσύνης προς τον Καποδίστρια, τόσο στην γενέτειρά του, την Κέρκυρα, όσο και στην Αθήνα.

[11] Comtesse Edling (Stourtza), Mémoires, Moscou, 1888, 143.

[12] Βλ. Ελένης Κούκκου, Ιστορία των Επτανήσων από το 1797μέχρι την αγγλοκρατία, 4η έκδοση, Αθήνα 2001, 197 κ.ε.

[13] Ελένης Κούκκου, Η Φιλόμουσος Εταιρεία…, πολλαχού. – Π. Ενεπεκίδη, ΡήγαςΥψηλάντηςΚαποδίστριας, Αθήναι 1965, 190 κ.ε.

[14] Ε. Μαυράκη, Ο Καποδίστριας και η εποχή του, Αθήναι, 10. – Π. Πετρίδη, Η διπλωματική δράσις του Ιωάννου Καποδίστρια υπέρ των Ελλήνων, 1814-1831, Θεσσαλονίκη, 1974, 48, όπου και άλλη βιβλιογραφία.

[15] J. G. Eynard, Der danzenze Kongress, Berlin 1923, 74, 102, 112.

[16] Η. Treitschke, Der Wiener Kongress, 16.

[17] Τόμος III, 1819, 372.

[18] Βλ. επιστολή του Καποδίστρια προς τον Η. Stein, της 28 Ιουλίου 1815, στον G. Pertz, Das Leben des Ministers Freiherrn vom Stein, Berlin 1855, IV, 482.

[19] Βλ. στον Ε. Μαυράκη, ό.π., 16.

[20] Βλ. στον C. Grunwald, Alexander Ier, le Tzar mystique, Paris 1955, 249.

[21] Mémoires, publics par le duc d’Audiffret-Pasquier, Paris 1893, III, 429.

[22] Καποδίστρια, Επιστολαί διπλωματικαί, διοικητικαί…, μετάφρ. Μ. Σχινά, Α’, Αθήναι 1841, 37. – R. Stourdja-Edling, Mémoires, Moscou 1888, 244-246, 247.

[23] Βλ. R. Stourdja-Edling, ό.π., 249 ε. – J. Petropoulos, Politics and Statecraft…, Princeton – New Jersey 1968, 108.

[24] Βλ. Η. Kissinger, Grossmacht-Diplomatie, μετάφρ. Η. Jordan, Dusseldorf 1962, 261.-Π. Πετρίδη, ό.π., 94.

[25] Βλ. D. Arliotti, La vita di G. Capodistria, Corfu 1859, 54. – Ελένης Κούκκου, «Ο ανέκδοτος κατάλογος των υπαρχόντων του… Καποδίστρια», Δελτίον Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος (Δ.Ι.Ε.Ε.), 15 (1961), 71-72.

[26] Για το θέμα αυτό βλ. Hélène Koukkou, «Mémoire de Jean Capodistrias sur la suppression du trafic des Maures», Δ.Ι.Ε.Ε. 25 (1982) 5-14.

[27] Βλ. Καποδίστρια, Επιστολαί, A’, 43. – S. Lascaris, ό.π., 100 ε. – Ε. Κούκκου, ό.π., 110 ε.

[28] Τα κινήματα της Ισπανίας και Ιταλίας και κυρίως της Νεαπόλεως, πνίγη­καν στο αίμα από τα αυστριακά στρατεύματα. Βλ. Ε. Κούκκου, ό.π., 111 κ.ε. όπου και η άλλη βιβλιογραφία. Για τις ριζοσπαστικές συνταγματικές απόψεις του Καποδίστρια βλ. και Patricia Grimsted-Kennedy, ό.π., πολλαχού.

[29] Απομνημονεύματα, Αθήναι 1857, Α’, 6.

[30] Mémoires, III, 531, 549, 589, κ.ά.

[31] De la Sainte Alliance…, Paris1954, A’, 28.

[32] The congress of Vienna…,London 1946, 241.

[33] Βλ. Prokesch-Osten, Geschichte du Abfalls der Griechen…, Wien 1867, II, 89.

[34] Ο Ι. Καποδίστριας και το ελληνικό απελευθερωτικό κίνημα 1809-1822, Moskva 1976, στα ρωσικά. Του ιδίου, «Ioani Kapodistria ν Rossii», Voprosy Istorii 5 (1976), 319 ε., 309 κ.ά.

[35] The Congress of Vienna…,London 1934 , 91.

[36] Patricia Grimsted-Kennedy, ό.π., 183 ε.

[37] Mein Leben, 1913, II, 223.

[38] Souvenirs contemporains, 473, στον Lys. Oeconomos, Essai sur la vie de comte Capodistrias…, Toulouse-Paris 1926, 16 κ.ε.

 

 

Πηγή


  • Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

 

Διαβάστε ακόμη:

  

Read Full Post »

Ντόντουελ Έντουαρντ  – Edward Dodwell (1767 – 1832)


 

 

Edward Dodwell

Ο Edward Dodwell, υπήρξε ζωγράφος, περιηγητής, αρχαιοδίφης και συγγραφέας. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Γεννήθηκε το 1767 στο Δουβλίνο, σπούδασε φιλολογία και αρχαιολογία στο Trinity College του Cambridge και συνέχισε τις σπουδές του αποκτώντας το πτυχίο του Bachelor of Arts. Κάτοχος σημαντικής περιουσίας, χωρίς επαγγελματική υποχρέωση, επιδίδεται απερίσπαστος στη μελέτη των πολιτισμών της Μεσογείου.

Επισκέφτηκε την Ελλάδα τρεις φορές:  το 1801, το 1805 και το 1806. Το 1819  εξέδωσε το, «A Classical and Topographical Tour through Creece», μια λεπτομερής έκθεση των ταξιδιών του σε δύο μεγάλους τόμους, που αποτελεί πολύτιμη πηγή πληροφοριών πάνω στις συνθήκες ζωής της Ελλάδας πριν τον αγώνα για την ανεξαρτησία. Συνοδευόταν από τον προσωπικό του ζωγράφο τον Ιταλό Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. Το Δεκέμβριο του 1805 βρίσκεται στην Κόρινθο και από εκεί επισκέπτεται το Άργος, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Επίδαυρο, το Κρανίδι και άλλες περιοχές της Αργολίδας.  Για  τις εντυπώσεις του στην Αργολίδα αφιερώνει 100 περίπου σελίδες, στον δεύτερο τόμο του έργου του.     

Όπως λέει και ο τίτλος, η εργασία του Dodwell ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος της,  τοπογραφική και αρχαιολογική σε έκταση. Έχοντας αποκτήσει μια τυπική κλασσική εκπαίδευση στο Trinity College, του Cambridge, ήταν ικανός να εφαρμόσει τη γνώση του πάνω στις πηγές σε αρχαιολογικά θέματα για να συλλέξει ένα τεράστιο όγκο υλικών που το κατηγοριοποίησε με τρόπο λεπτομερή και πολυμαθή.

Στη γερμανική του μετάφραση το, «A Classical and Topographical Tour through Creece», 1821,  περιλαμβάνει τριάντα έγχρωμα χαρακτικά με τοπία της χώρας. Η ακρίβεια στην απόδοση των τοπίων, των αρχαίων ερειπίων και των ανθρωπίνων μορφών με τις ενδυμασίες τους καθιστούν τις γκραβούρες του πραγματικές μαρτυρίες της εποχής. Η ακρίβεια και η παρουσία χρώματος καθιστά, δύο αιώνες μετά τη δημιουργία τους, τα έργα του Ντόντουελ δυσεύρετα και πολύτιμα.

Το δεύτερο έργο του «Views in Creece», εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1821, με πολλές γκραβούρες, δίνοντας  έτσι μια ολοκληρωμένη άποψη της Ελλάδας του 19ου αιώνα.

Με την ολοκλήρωση των περιηγήσεών του ζει στην Ιταλία, κυρίως  στη Ρώμη και τη Νεάπολη, ευνοούμενος του Βατικανού. Το 1830 όταν εξερευνά τα όρη της Ιταλίας προσβάλλεται από σοβαρή ασθένεια από την οποία και πέθανε στις 13 Μαΐου 1832 στη Ρώμη. Η τριάντα χρόνια νεότερη σύζυγός του Theresa, κόρη του Count Giraud, έγινε γνωστή σαν η «όμορφη» κόμισσα του Spaur, και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή της παπικής πόλης.

Η τελευταία του δουλειά, «Views and Descriptions of Cyclopian or Pelasgic Remains in Italy and Creece », κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, στο Λονδίνο το 1834.

Πηγές


 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Ζωγράφου Ευγενία (1878 – 1963)


 

Ευγενία Ζωγράφου, τσιγκογραφία, Σκόκος Κωνσταντίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα, 1900.

Ευγενία Ζωγράφου, θεατρική συγγραφέας, πεζογράφος και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1878, κόρη του Λυκούργου Ζωγράφου. Σε παιδική ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στην Αθήνα, όπου φοίτησε στο Παρθεναγωγείο και, μαθήτρια ακόμη, δημοσίευσε το ποίημα «Η Μπίλιω», μετά από παρότρυνση του Αριστομένη Προβελέγγιου.

Έγραψε άρθρα, δοκίμια, διηγήματα, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Υπήρξε διευθύντρια της «Ελληνικής Επιθεώ­ρησης» (1907-1942), συνεργάστηκε επίσης με τα έντυπα Ακρόπολις, Σκριπ, Άστυ, Ατλαντίς, Εμπρός κ.α. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1912 εργάστηκε ως εθελόντρια νοσοκόμα, ενώ από το 1921 ως το 1922 διετέλεσε διευθύντρια του στρατιωτικού περιοδικού «Νίκη» με εντολή του Υπουργείου Εξωτερικών. Η τελευταία μνεία στο όνομά της ως διευθύντριας της Ελληνικής Επιθεωρήσεως υπάρχει στο τεύχος του Ιανουαρίου του 1946, όπου αναγράφεται και η διεύθυνσή της στην Αθήνα, Μενάνδρου 83.

Στην εφημερίδα «Ακρόπολις», όπου δημοσιογραφούσε, έκανε το πρώτο εργατικό ρεπορτάζ. Μια φωνή νεαράς Ελληνίδας δημοσιογράφου από την «Ακρόπολι» του Βλάσση Γαβριηλίδη το 1898:

«Αλλά κύριοι εργοστασιάρχαι, δεν θα θεραπεύσητε το κακόν τούτο; Ιδρύσατε συσσίτια και ευεργετήσατε, χωρίς να χάσετε τι, τας χιλιάδας των πτωχών εργατίδων. Αι εργάτιδες πεινούν. Το ξερό ψωμί και η μισή ρέγγα, το ξερό ψωμί και το λίγο τυράκι, το ξερό ψωμί και το ένα πορτοκάλι ή το λίγο σταφύλι, δεν θεραπεύουν την πείνα τους».

 Η πρώτη Ελληνίδα δημοσιογράφος εργατικού ρεπορτάζ, η Ευγενία Ζωγράφου, με το καρνέ στο χέρι, ζητεί πληροφορίες από τους βιομηχάνους του Πειραιά (1898) για τη ζωή και τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργατριών τους.  Στην ιστορία της ελληνικής δημοσιογραφίας, η Ευγενία Ζωγράφου κατέχει ίσως την πρώτη θέση στο λεγόμενο εργατικό ρεπορτάζ, που το αναπτύσσει με θέσεις και λογοτεχνικό στυλ. Πέθανε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 1963.

Εργογραφία

Πεζογραφία

Διηγήματα, Αθήνα, τυπ. Α.Αποστολόπουλου, 1896.
Διηγήματα, 1898.
Διηγήματα, 1900.
Η Γκούραινα, Αθήνα, Α.Ζ. Διαλησμάς, χ.χ.

Θέατρο

Η Μοναχή, [1894] (θίασος Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου)
Ο εξιλασμός, [1895] (θέατρο Παράδεισος)
Η κλεφτοπούλα, [1899] (θέατρο Νεαπόλεως)

Όταν λείπει το χρήμα, [1908]
Η Τζένυ με το γέλιο της
Το στοίχημα
Η Άνοιξη

 

 

Ευγενία Ζωγράφου: Μια λησμονημένη μορφή των γραμμάτων μας

 

Μαριέττα Ιωαννίδου, Ανακοίνωση στην Η’ Επιστημονική Συνάντηση του Τμήματος Φιλολογίας του Α.Π.Θ. (Μάρτιος 1997, Θεσσαλονίκη).

  

Οι αστυφύλακες, οι οποίοι είχον ταχθεί χθες παρά την είσοδον του θεάτρου των «Ποικιλιών», εκραύγαζον διαρκώς: Ένας ένας. κύριοι! Ένας. ένας! Δεν είναι δυνατόν να μπείτε όλοι μαζί!

Τοιαύτην πραγματικώς εφαίνετο έχων διάθεσιν ο κόσμος, ο κόσμος, ο συρρέων και κατακλύζων τη στοάν του θεάτρου, να εισέλθει όλος διαμιάς, με δίψαν, με ανυπομονησίαν να ίδη το νέον «περίεργον φαινόμενον» το οποίον προανήγγειλαν τα προγράμματα – εν δράμα γραφέν υπό κόρης νεαράς και ωραίας.

Από της ενάτης η αίθουσα ήτο πλήρης και θορυβώδης.[…]

Επί τέλους αίρεται η αυλαία. Προσοχή και ενδιαφέρον, και εφ’ όσον εκτυλίσσεται το δράμα, το ενδιαφέρον και ο ενθουσιασμός κορυφούται. Οι ηθοποιοί καλούνται επί της σκηνής επανειλημμένως, ήδη δε από της δευτέρας πράξε­ως εμφανίζεται, χειραγωγούμενη υπό της κ. Παρασκευοπούλου και η συγγραφεύς, κομψή, χαριέσσα, μετά προφανούς συγκινήσεως χαιρετώσα τους χειροκροτούντας θαυμαστάς της. Διότι – είναι περιττόν να είπωμεν-, ευθύς εξ αρχής, η δεσποινίς Ζωγράφου απέκτησε θαυμαστάς, και μάλιστα ενθουσιώδεις. Αυτοί την απεθέωσαν εις το τέλος. Την εκάλεσαν επί της σκηνής πολλάκις, μετά χα­ράς δε την είδον στεφανουμένην διά στεφάνου εξ ανθέων, απτού πλέον δείγματος της όλης επιτυχίας. Και ο κόσμος απήλθε καταγοητευμένος.

Το  απόσπασμα που παρέθεσα προέρχεται από άρθρο της Εστίας της 3ης Μαΐου 1894, χάρη στο οποίο πληροφορήθηκα, πριν από μερικά χρόνια, την ύπαρξη της θεατρικής συγγραφέως, πεζογράφου και δημοσιογράφου Ευγενίας Ζωγράφου, που γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1878 και πέθανε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 1963.

Μετά το πέρας των πανεπιστημιακών σπουδών μου, οι γνώσεις μου σχετικά με τις Ελληνίδες συγγραφείς του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαε­τιών του 20ού περιορίζονταν σε τρία μόνον ονόματα: την Πηνελόπη Δέλτα, τη Γαλάτεια Καζαντζάκη και την Καλλιρρόη Παρρέν, της οποίας το «Λύκειο Ελληνίδων» είχα επισκεφτεί κάποτε τυχαία την Αθήνα. Στη διάλεξη που παρακολούθησα εκεί, η ομιλήτρια αναφέρθηκε και στα πεζά της Παρρέν, όταν όμως την επομένη αναζήτησα τα έργα της στη βιβλιοθήκη που στεγάζεται στο ίδιο κτίριο, πληροφορήθηκα πως δεν υπήρχε εκεί ούτε ένα αντίτυπο κι ότι έπρεπε να ψάξω στους τόμους της Εφημερίδος των Κυριών, όπου προδημοσιεύτηκαν σε συνέχειες. Περιττό μάλλον να προσθέσω ότι από τη σειρά των τόμων έλειπαν τουλάχιστον οι μισοί και απ’ αυτούς πάλι ένα σωρό σελίδες είχαν κάνει φτερά.

Το γεγονός αυτό πάντως μου κίνησε την περιέργεια σχετικά με τις «γρά­φουσες» του περασμένου αιώνα και την τύχη τους, περιέργεια που εξελίχθητε σε επιστημονικό ενδιαφέρον. Ένα ενδιαφέρον συναρπαστικό, αλλά και απίστευτα χρονοβόρο, ιδιαίτερα για τον Νεοελληνιστή που ζει στην άλλη άκρη της Ευρώπης και στις μέρες που καταφέρνει να βρεθεί στην Ελλάδα για τον σκοπό αυτό αντιμετωπίζει τη σκληρή πραγματικότητα της λειτουργίας βιβλιοθηκών και αρχείων, προπάντων όταν έχει την ατυχία να ενδιαφέρεται για προπολεμικό υλικό…

Είχα διαβάσει κάπου ότι «η ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, έτσι όπως την έγραψαν οι ιστορικοί της εποχής, κατάντησε να μοιάζει με τις μονές του Αγίου Όρους όπου θηλυκό κανενός είδους δεν εισχωρεί». Θαρρώ ότι το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για τις Ιστορίες της Ελληνικής Λογοτεχνίας, όσον αφορά τον 19ο αιώνα: ονόματα γυναικών απουσιάζουν εντελώς ή αναφέρονται μόνον ένα  -δύο, χωρίς άλλα στοιχεία.

Σε δυο – τρεις περιπτώσεις Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, του Γιάννη Κορδάτου (1962) και του Νίκου Παππά (1973) για παράδειγμα, οι συγγραφείς τους αφιερώνουν ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στις «Ελληνίδες στη Λογοτεχνία», δημιουργώντας έτσι μια ξεχωριστή κατηγορία ποιητών και πεζογράφων με μοναδικό κοινό χαρακτηριστικό το φύλο τους. Ίσως κιόλας να ήθελαν με τον τρόπο αυτό να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στην περίφημη écriture feminine. Όπως και να ναι βέβαια, ακόμα και η περιθωριοποίηση είναι προτιμότερη από την αποσιώπηση…

Είναι γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια στροφή του ενδιαφέροντος πολλών Νεοελληνιστών προς τις αρχές της πεζογραφίας μας. Μέσα στη γενική αυτή κίνηση και χάρη στις έρευνες που γίνονται στα πλαίσια των «gender studies» (ο όρος αντικατέστησε τον αμφιλεγόμενο «women studies») ευνοήθηκαν και μερικές γυναίκες: Η ήδη αρκετά γνωστή Καλλιρ­ρόη Παρρέν, αλλά και η Ευανθία Καίρη, η συγγραφέας του πρώτου νεοελλη­νικού δράματος γραμμένου από γυναίκα (Νικήρατος, 1826), η ζωγράφος Ελένη Μπούκουρη-Αλταμούρα (1821-1900) και η άγνωστη, τραγική περίπτωση της Ελισσάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου έγιναν μέχρι και αντικείμενο ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών, αφιερωμάτων σε εφημερίδες, άρθρων, διαλέξεων και μεταφράσεων (Η Αυτοβιογραφία της Μαρτινέγκου μεταφράστηκε όχι μόνο στα αγγλικά μα και στα ολλανδικά!)

Μια διδακτορική διατριβή ανέσυρε από τη λησμονιά το έργο μιας σπουδαίας Κωνσταντινοπολίτισσας διηγηματογράφου, της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, και μια θεατρική παράσταση ενός πειραματικού θιάσου στην Αθήνα «ανέβασε» ένα έργο μιας εντελώς άγνωστης συγγραφέως, της Μαρίας Μηχανίδου.

Ίσως να υπάρχουν και μερικές άλλες περιπτώσεις που μου διαφεύγουν, αλλά οπωσδήποτε πρόκειται για σποραδικές προσπάθειες που σηματοδοτούν όμως μια καλή αρχή. Υπάρχει πλήθος ακόμα υλικού που παραμένει άγνωστο και ανεκμετάλλευτο: ποιήματα, διηγήματα, θεατρικά βρίσκονται σκόρπια σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Στα «αζήτητα» υπάρχουν και περιοδικά της Κωνσταντινούπολης και της Αθήνας, που εκδίδονταν από γυναίκες και περιέχουν πολύτιμο υλικό όχι μόνο για τον μακρύ και επίπονο αγώνα της Ελληνίδας για χειραφέτηση, αλλά και για την προσφορά της στη λογοτεχνική παραγωγή της Νεότερης Ελλάδας.

Ευγενία Ζωγράφου, τσιγκογραφία, Ποικίλη Στοά.

Ας εστιάσουμε όμως την προσοχή μας στην Ευγενία Ζωγράφου που αποτελεί το αντικείμενο της διδακτορικής μου διατριβής και αυτού του άρθρου. Σε αρκετούς ίσως γνωστή ως δημοσιογράφος – διευθύντρια του περιοδικού Ελληνική Επιθεώρηση (1907-1942) – με διευθυντή σύνταξης από το 1920, από την ίδρυση της «Καλλιτεχνικής Συντροφιάς» και μετά δηλαδή, τον Άγγελο Δόξα. Η λογοτεχνική της δραστηριότητα όμως παραμένει ξεχασμένη και άγνωστη.

Ποια ήταν λοιπόν αυτή η τόσο ξεχωριστή για την εποχή της Αναπλιώτισσα; Ελάχιστα τα στοιχεία που κατάφερα ως τώρα να συγκεντρώσω για την ίδια και έτσι αναγκαστικά, η γνωριμία μαζί της έγινε μέσα από τη συγγραφική της δραστηριότητα ή, για να ακριβολογήσω, απ’ το μεγαλύτερο μέρος του έργου της, μια και δεν έχω βρει ακόμη όλα τα διηγήματα και τα θεατρικά της. Τελικά, αυτή η έλλειψη στοιχείων για την ιδιωτική ζωή του συγγραφέα ίσως ν’ αποτελεί  ευτύχημα για τον ίδιο, όπως πολλοί υποστηρίζουν, επειδή θα κριθεί με αποκλειστικό γνώμονα το έργο του.

Κοινό χαρακτηριστικό όλων των άρθρων που αναφέρονται στα πεζά και στα θεατρικά της Ευγενίας Ζωγράφου είναι ο θαυμασμός και η απορία για το πώς είναι δυνατόν να συνδυάζεται τόση φυσική και πνευματική ομορφιά στην ίδια νεαρή γυναίκα. Ακούστε, για παράδειγμα, πώς ο Κ. Πωπ κάνει το πορτρέτο της:

«Όταν μου λέγουν: – Γνωρίζετε την κυρίαν τάδε που γράφει; Μου έρχεται να απαντήσω αμέσως: – Όχι, αλλά φαντάζομαι πώς θα είναι. Μαύρη ή ξανθή ξεπλυμένη, με μαύρους όνυχας, με άσχημα δόντια, με μύτην  μεγάλην ή χωρίς μύτην, με στόμα μοχθηρίας ή στόμα όμοιον με του αράπη του μύθου, που το εν χείλος έφθανεν εις τον ουρανόν και το άλλο εθώπευε την γην. Με σώμα καμπουριασμένο, με πόδας ραιβούς, με στήθος… άνευ στήθους, μη έχουοαν τίποτε το γυναικείον εις την ψυχήν και τον νουν, όπως και εις την μορφήν. […]

Η δεσποινίς Ζωγράφου όμως συνέτριψεν την πρόληψιν, ότι μια εύμορφη δεν δύναται ν’ ασχοληθεί με τα γράμματα… Πλάσμα αβρότατον, λιγυρά εικοσαετίς δεσποινίς, […] με πλούσιαν ελαφρώς κάστανήν κόμην, ροδόλευκον επιδερμίδα, εύθυμον και ανοικτόκαρδον την όψιν, με κάτι αφελές και αθώον και γλυκύ, περιχυμένον εις ολόκληρον την φυσιογνωμίαν της. Το ωραίον φύλον της χρεωστεί πολλά. Πρώτον διότι το αντιπρο­σωπεύει επαξίως ως μορφή. Δεύτερον διότι κατεκρήμνισε το ασάλευτον οι­κοδόμημα της κοινής γνώμης, ότι μία γυνή διά να ασχοληθεί εις τα γράμματα, πρέπει να είναι τουλάχιστον σαράντα ετών, ουδέποτε δε εύμορφη».

Και ο Σουρής της αφιέρωσε στίχους στο «Ρωμηό» του. χαρακτηρίζοντας την ως την «ωραιότερα μες στας άλλας τας γράφουσας», που «θα δείξει στον Ροΐδη ότι τάχει  τετρακόσια», αναφερόμενος στη γνωστή διαμάχη Ροΐδη – γραφουσών. Ως «αξία παντός επαίνου η δεσποινίς Ζωγράφου» αναφέρεται, τόσο σχετικά με τα επτά θεατρικά της έργα όσο και με τους τρεις τόμους διηγημάτων της που κυκλοφόρησαν το 1896, 1898 και 1900 αντίστοιχα, με τον τίτλο Διηγήματα.

Το πρώτο της θεατρικό, το τρίπρακτο δράμα Η Μοναχή, ιστορικό, βυζαντινής εποχής, πρωτοπαίχτηκε το 1894 σε θέατρο της πλατείας Ομονοίας από το θίασο της Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου και η επιτυχία του ήταν τόσο μεγάλη ώστε οι παραστάσεις επαναλήφθηκαν και το 1895. Το ίδιο πε­τυχημένες ήταν και οι παραστάσεις του δεύτερου ιστορικού της δράματος, της Κλεφτοπούλας, που αναφερόταν στον ξεσηκωμό του ’21 και «ανέβηκε» για πρώτη φορά στο θέατρο Νεαπόλεως το 1899.

Τα πέντε θεατρικά που ακολούθησαν, Ο Εξιλασμός, Όταν λείπει το χρήμα, Η Τζένη με το γέλιο της, Το στοίχημα και το μονόπρακτο Η Άνοιξη, ήταν κοινωνικά δράματα – δύο απ’ αυτά μεταφράστηκαν στ’ αγγλικά και γαλλικά κι ένα στα ιταλικά, ενώ το Όταν λείπει το χρήμα ξανανέβηκε το 1912 στο Θέατρο της Κυβέλης. Το κοινό αποθέωνε τη συγγραφέα καλώντας τη στη σκηνή και στεφανώνοντας τη με άνθη, ενώ οι κριτικοί της εποχής την αποκαλούσαν «Ελληνίδα Γεωργία Σάνδη».

Στα δεκατέσσερα συνολικά διηγήματα που δημοσιεύτηκαν στις τρεις ομώνυμες συλλογές, δεσπόζουν τα γυναικεία πρόσωπα, νεαρής κυρίως ηλικίας, που ζουν στην Αθήνα, στη με πολύ γοργό ρυθμό μεταλλασσόμενη κοινωνία της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα. Τα δύο βασικά θεματικά μοτίβα, που αποτελούν «κοινό τόπο» στα περισσότερα διηγήματα της Ζωγράφου, είναι: πρώτον, η εξαρτημένη θέση και η παθητική στάση των γυναικών στην οικογένεια, στον έρωτα, στην κοινωνία και, δεύτερον, η κοινωνική αδικία που συντελείται λόγω της εκμετάλλευσης των αδύναμων και φτωχών από μερικούς αδίστακτους και επιτήδειους.

Είναι φανερό πως η Ζωγράφου συμμερίστηκε από νωρίς τις προσπάθειες για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας, που μετά τον πόλεμο του 1897 θα βρουν υποστήριξη απ’ όλους τους νέους λογοτέχνες «παίρνοντας το σχήμα μιας ορισμένης κατακραυγής για κοινωνική αλλαγή», που ο Γουνελάς ονομάζει «σοσιαλιστική συνείδηση». Το «κατηγορώ» της συγγραφέως στρέφεται ενάντια σ’ όσους εκμεταλλεύονται αδίστακτα τους οικονομικά αδύνατους και τους απροστάτευτους, ιδιαίτερα τις γυναίκες.

Ο Μάνθος, ο πρωταγωνιστής στο ομώνυμο διήγημα, ένα από τα ωραιότερα της συλλογής του 1896, που πρωτοδημοσιεύτηκε ως επιφυλλίδα στην καθημερινή Εστία με τον τίτλο Ο Λιράς, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:

 «Ότε [ο Μάνθος] έφθασεν εκεί, ως θηρίον εισήλθεν εις την απορφανωθείσαν οικογένειαν, των πάντων την εξεγύμνωσεν, έλαβε το εικοσαπλούν του χρέους των και πενομένην άστεγον την έρριψεν εις τους δρόμους.

Η χήρα, πτωχή ασθενής γυνή, είδε να της παίρνει ένα, ένα όλα τα πράγματα του φτωχικού της, δεν παρεπονέθει, δεν έκλαυσε, πλην όταν επρόκειτο ο Μάνθος να φύγει, εγονάτισε και τον παρακάλεσε κλαίουσα και ασπαζόμενη τους πόδας του, να της αφήσει ένα σκέπασμα διά το ασθενές παιδί της και το ασημένιον δαχτυλίδι των αρραβώνων της, τον απλούν κρίκον της αγάπης της. Πλην εκείνος της απάντησε σκληρώς φεύγων: (απόσπασμα)

– Ο κρίκος θα κάνει στο χρυσικό παράδες και το βαμβάκι που ναι στο πάπλωμα, στον αργαλειό πανί».

Η μοναξιά, η απογοήτευση που φτάνει στην απόγνωση, η καταπίεση, η αδικία και η περιφρόνηση που βιώνουν οι περισσότεροι πρωταγωνιστές, μαζί με το άγχος για τη συγκέντρωση της προίκας και το έντονο «κατηγορώ» της συγγραφέως για το θεσμό αυτόν και τα δεινά που συχνά επιφέρει, παρουσιάζονται πολύ γλαφυρά στα διηγήματα και στα θεατρικά της Ζωγρά­φου.

Πιστεύω πως πίσω από πολλούς πρωταγωνιστές των έργων της βρίσκονται υπαρκτά πρόσωπα που η ίδια συνάντησε κατά τη διάρκεια του εργατικού ρεπορτάζ, του πρώτου στην Ελλάδα, που διεξήγαγε το 1898 με εντολή του Βλάσση Γαβριηλίδη, για την εφημερίδα Ακρόπολη, σε εργοστάσια του Πειραιά, όπου οι γυναίκες δούλευαν «μέχρι και δωδεκάωρο τη μέρα για το ήμισυ του κανονικού ημερομισθίου».

Το 1904, τρία χρόνια πριν αρχίσει την έκδοση της Ελληνικής Επιθεώρησης, εκδίδει το 717 σελίδων ιστορικό μυθιστόρημα Η Γκούραινα, ήτοι η γυναίκα του στρατηγού Γκούρα, το οποίο πρέπει να είχε νωρίτερα δημοσιευτεί ως επιφυλλίδα, όπως υποθέτω από μια σύντομη σημείωση στο τέλος του βιβλίου.

Η Γκούραινα αναφέρεται στην εποχή του Αγώνα, συγκεκριμένα στην περίοδο 1817-1826, με βασική πρωταγωνίστρια, όπως μαρτυρά και ο τίτλος, την κοτσαμπασοπούλα Ασημίνα Λοιδωρίκη, που αγαπά τον φτωχό κι ορφανό Γιώτη Κότσαρη· ο πατέρας και ο αδελφός της την αναγκάζουν να παντρευτεί τον Γιάννη Γκούρα, φρούραρχο της Ακρόπολης. Με τις περιπλανήσεις του Γιώτη και του Γκούρα – τα γυναικεία πρόσωπα κινούνται κυρίως σε εσωτερικούς χώρους – ο παντογνώστης αφηγητής έχει την ευκαιρία να περιγράψει σημαντικά ιστορικά γεγονότα της Επανάστασης, με στοιχεία που, όπως αναφέρει η συγγραφέας σε υποσημειώσεις, δανείζεται από τον Σουρμελή και τον Βλαχογιάννη.

Στην κεντρική ιστορία ενσωματώνονται και άλλες δύο δευτερεύουσες, η μια «με πρωταγωνιστές τον ήρωα Νικόλαο Σαρρή και την Τουρκάλα αγαπημένη του και η άλλη με κάποιον Γάλλο φιλέλληνα και την Ελληνογαλλίδα  κόρη ενός προξένου. Τα νήματα των τριών αυτών ιστορικών πλέκονται τεχνικά μεταξύ τους και μετά το θάνατο του Σαρρή και του Γκούρα και την ανάληψη  της αρχηγίας του Κάστρου από την ηρωική Γκούραινα, οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές συναντιούνται στην Ακρόπολη και συμπορεύονται προς το τραγικό, για τους περισσότερους απ’ αυτούς τέλος.

Το μυθιστόρημα έχει όλα τα «κλασικά» χαρακτηριστικά ενός ιστορικού μυθιστορήματος: χρονική απόσταση ανάμεσα στο συγγραφέα και στον ιστορικό χρόνο της αφήγησης, αληθινό ιστορικό πλαίσιο, ο κεντρικός πρωταγωνιστής ο Γιώτης είναι πρόσωπο πλασματικό και όχι ιστορική προσωπικότητα, αναπαριστά τις συνήθειες και τη νοοτροπία της περιόδου στην οποία αναφέρεται.

Η συγγραφέας έχει την ευκαιρία όχι μόνο να προσφέρει ευχαρίστηση στον αναγνώστη, αλλά και να τον διδάξει. Να του υπενθυμίσει τον αποσιωπημένο μεγάλο ρόλο και τη συμμετοχή των γυναικών στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ελλάδας και ταυτόχρονα να σκιαγραφήσει τρία γυναικεία πορτρέτα – σύμβολα, προσφέροντας πρότυπα συμπεριφοράς, κανόνες ζωής και ηθικές αξίες:

α) την ηρωίδα Γκούραινα, που είναι «χαρακτήρ ατίθασος, αποφασιστικός, ζωηρός και γενναίος, καρδία άφοβος», «{…} που εγνώριζε και να απαντήσει και να υπερασπιστεί. Προπάντων δε εγνώριζε και το δίκαιον της να τo καταστήσει σεβαστόν, αφού ήξευρεν και το άδικόν της, να το υποστηρίξει», όπως μας πληροφορεί ο αφηγητής και όπως η ηρωίδα αποδεικνύει αναλαμβάνοντας τη διοίκηση του Κάστρου της Ακρόπολης

β) τη γυναίκα που είναι «ωραία, ζωηρά, φιλόγελος, αλλά και φιλέκδικος, αγρία και απερίσκεπτος… με ψυχή σκληρά και εκδικητική» που οδηγεί τον εαυτό της και άλλους στην καταστροφή – και γ) την «πνευμα­τώδη και θαρραλέα γυναίκα», που αποκτά συνείδηση της μειονεκτικής της θέσης και προσπαθεί να διεκδικήσει τη βελτίωση της.

Παρ’ όλο που τελικά επέρχεται με κάθαρση απολύτως σύμφωνη με τις ηθικές αξίες της εποχής – θάνατος για τις δύο πρωταγωνίστριες που, με διαφορετικό τρόπο η καθεμία, ξεπέρασαν τα επιτρεπτά όρια, συμβατικός γάμος για την τρίτη, που αποκτώντας συνείδηση της μειονεκτικής της θέσης ως γυναίκας, προσπάθησε να διεκδικήσει τη βελτίωση της -, η συγγραφέας επεμβαίνει συχνά και αποπειράται κάποια περισσότερο τολμηρή πρόταση, πέρα από τις αποδεκτές από το κοινωνικό σύνολο αξίες.

Είναι φανερό ότι πιστεύει στο σημαντικό ρολό του λογοτέχνη στην «ιδεολογική χειραφέτηση», στη διαμόρφωση μιας άλλης  κοινωνικής ηθικής, στην πραγματοποίηση μιας κοινωνικής μεταρρύθμισης. Ιδωμένο από την άποψη αυτή H Γκούραινα  είναι φανερό ότι ξεφεύγει από τα συνηθισμένα ελληνικά ιστορικά λαϊκά μυθιστορήματα, όπως τα ονομάζει ο Απόστολος Δούρβαρης, που γνώρισαν μεγάλη ακμή μετά την επονείδιστη ήττα του 1897.

Εδώ πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα που, καταφεύγοντας στην ανάμνηση του γνήσιου ηρωικού στοιχείου, αποπειράται να συμβάλει στην προβολή της γυναίκας-ηρωίδας στον Αγώνα για την Ανεξαρτησία. Συγχρόνως η συγγραφέας του προσπαθεί να αξιοποιήσει λογοτεχνικά, όπως έκανε και θεατρικά, τις θέσεις της τόσο σχετικά με το «γυναικείο ζήτημα» όσο και με το θέμα της κοινωνικής αδικίας και της διαφοράς των τάξεων – η πλούσια κοτζαμπασοπούλα κι ο έρωτας της για τον φτωχό δουλευτή, ο άρχοντας Σαρρής που αποφασίζει να γίνει κτίστης, η κόρη του προξένου που επιθυμεί να εργαστεί για να βοηθήσει οικονομικά τον ξεπεσμένο αριστοκράτη – αγαπημένο της.

Πρέπει επίσης να αναφέρω ότι Η Γκούραινα είναι, απ’ όσο ξέρω, το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα γραμμένο από γυναίκα, αν εξαιρέσουμε τη νουβέλα Ο Αλέξιος, ή τελευταίαι ημέραι των Ψαρών της Αγγελικής Πάλλη, που γράφτηκε στα ιταλικά το 1827 και μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1860 από τον Ζακύνθιο Σπυρίδωνα Μονδίνο.

Ένα δεύτερο μυθιστόρημα της Ζωγράφου, με τον τίτλο Ελένη, άρχισε να δημοσιεύεται στην Ελληνική Επιθεώρηση το 1936, αλλά η δημοσίευση του σταμάτησε μετά από δύο τεύχη και είναι άγνωστο εάν ολοκληρώθηκε ποτέ. Τόσο όμως σ΄ αυτό όσο και στα σκόρπια σε διάφορα περιοδικά διηγήματα της, όπως άλλωστε και στα διάφορα δημοσιεύματα της, ο κοινωνικός προβληματισμός αποτελεί τον θεματικό και νοηματικό πυρήνα.

Δίνοντας το βάρος αποκλειστικά στα γυναικεία πρόσωπα του έργου της, η Ζωγράφου θέλει ίσως να υπογραμμίσει πως η κοινωνική απελευθέρωση θα πραγματοποιηθεί από τη γυναίκα.

Κλείνοντας, μπορούμε να πούμε ότι, αν η Παρρέν (1861-1940) είναι η πρωτοπόρος της «αστικής χειραφέτησης» της γυναίκας – η ίδια ήταν μια ευκατάστατη αστή, φανατική μοναρχική και αντιβενιζελική -, η ομότεχνη της Ζωγράφου, πιο ριζοσπαστική, έχει το προβάδισμα στη «σοσιαλιστική χειραφέτηση». Αντιμετωπίζει το «γυναικείο ζήτημα» σε συνάρτηση με την απάνθρωπη κοινωνική υποδομή και το συνδέει με το εργατικό κίνημα – το πρώτο «ορθόδοξο» μαρξιστικό έργο που κυκλοφόρησε το 1892 στα ελληνικά, Γυνή και κοινωνισμός, του Α. Bebel αναφέρεται στα «εργατικά ρεπορτάζ» της.

Την ίδια αντιμετώπιση του γυναικείου ζητήματος, σε συνάρτηση με κοινωνικούς προβληματισμούς, θα συναντήσουμε, λίγα χρόνια αργότερα, και εκ μέρους του Κ. Χατζόπουλου (Ο Πύργος του Ακροπόταμου, 1908) και του Κ. Θεοτόκη (Η Τιμή και το Χρήμα, 1912), των συγγραφέων που αναφέρονται παντού ως «οι εισηγητές του κοινωνικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα». (Αυτός ο διαφορετικός πολιτικός προσανατολισμός των δύο γυναικών- πρωτοπόρων του ελληνικού φεμινιστικού κινήματος υπήρξε πιθανόν η αιτία της εντελώς τυπικής και, όπως φαίνεται, αυστηρά επαγγελματικής μεταξύ τους σχέσης).

Μέσα στην πρόσφατη αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για την παλαιότερη λογοτεχνική παραγωγή, νομίζω πως αξίζει τον κόπο να ξαναγίνει γνωστή η άγνωστη πεζογράφος και θεατρική συγγραφέας Ευγενία Ζωγράφου να ακουστεί η αποσιωπημένη φωνή της, να γίνει ορατό το κρυμμένο έργο της που, ενώ εξυμνήθηκε όταν πρωτοδημοσιεύτηκε και πρωτοπαίχτηκε, μετά λησμονήθηκε ή απορρίφθηκε χωρίς καν να μελετηθεί. Και ελπίζω να της δοθεί, έστω κι αργά, η θέση που της ανήκει στην επίσημη ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

 

Μαριέττα Ιωαννίδου 

Καθηγήτρια του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών

του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ.

 

 

Υποσημειώσεις


1. Ε. Moutzan-Marünengou, Gekooide dromen. Autobiografie van een Griekse ten tijde van de Verlichtmg. (Εγκλωβισμένα όνειρα. Αυτοβιογραφία μιας Ελληνίδας το καιρό του Διαφω­τισμού). Groningen, 1992.

2. Γ. Παπακώστας. Η ζωή και το έργο της Α. Παπαδοπούλου. Αθήνα 1980.

3. Μ. Μηχανίδου. Νέα Εφεϋρεσις γάμου. Δημοτικό θέατρο Καλλιθέας, 1η παράσταση: 9 Νοεμβρίου 1994.

4. Ο Χ. Λ. Καράογλου, Το περιοδικό Μούσα (1920-1923). Ζητήματα Ιστορίας της Νεοελλη­νικής Λογοτεχνίας. Αθήνα 1991, αναφέρει και δυο τεύχη του 1944 και 1946 (σ. 18),

5. Στην εφημερίδα Ακρόπολη. 18 Σεπτεμβρίου 1899.

6. Χ. Δ. Γουνελάς, Η σοσιαλιστική συνείδηση στην ελληνική λογοτεχνία 1897-1912. Αθήνα 1984.

7. Ε. Ζωγράφου. «Πώς εργάζονται οι γυναίκες μας» (1898), στα Δημοσιεύματα. Αθήνα 1903. σ. 32-64.

8. Α. Δούρβαρης. Ο Αριστείδης Ν. Κυριάκος και το λαϊκό ανάγνωσμα. Αθήνα 1992.

9. Β. Θεοδωροπούλου – Λιβαδά. Αγγελική Πάλλη – Βαρθολαμαίη και το έργο της, Αθήνα 1939· μια δεύτερη μετάφραση του ίδιου έργου έγινε από τη Σωτηρία Αλιμπέρτη και δημοσιεύτηκε στην Οικογένεια Αθηνών το 1898.

10. Η προσκόλληση της Παρρέν, τα χρόνια του μεσοπολέμου, στο συντηρητισμό και η εμμονή της σε θέσεις και πρακτικές της πρώτης περιόδου του φεμινιστικού κινήματος συντέ­λεσαν ώστε να θεωρηθεί τελικά ως η εκπρόσωπος του «αστικού φεμινισμού», (βλ. Σ.Ι. Μιχαλιάδου. Η Κ. Παρρέν. Σάμος 1940 και το αναμνηστικό τεύχος Πεντηκονταετηρίς της δράσεως της ιδρύτριας και Προέδρου του Λυκείου των Ελληνίδων Καλλιρρόης Παρρέν (1886-1936). Αθήνα 1936).

 

Βιβλιογραφία


  • Πάνου Λιαλιάτση, «Η Αργολική λογοτεχνία 1830-1993», Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», αρ. 2. 1994. σ. 58.
  • Μ. Ιωαννίδου, «Το πρώτο ελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα γραμμένο από γυναίκα», στη Νέα Εστία.
  •  Μ. Ιωαννίδου, «Η Γκούραινα της Ευγ. Ζωγράφου· ένα αγνοημένο μυθιστόρημα μιας λησμονημένης συγγραφέως», στο Διαβάζω, αρ. 363, Μάιος 1996, σ. 70-77.

 

Read Full Post »

Λαμπροπούλου Δήμητρα


 

Λαμπροπούλου Δήμητρα

Η εκπαιδευτικός – συγγραφέας Δήμητρα Λαμπροπούλου, γεννήθηκε και μεγάλω­σε στο Ναύπλιο. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στην Αθήνα και το Παρίσι και διδάσκει πάνω από  25 χρόνια στο Κολλέγιο Αθηνών.

Αφοσιωμένη πάντα στην εκπαιδευτική της προσπά­θεια, πλησιάζει τα παιδιά με μια έμφυτη ευαισθησία, κατανόηση και αγάπη. Η προσφορά της υπερβαίνει τις τυπικές γνώσεις και τα στενά πλαίσια της διδασκαλίας του αντικειμένου της. Αντλώντας από τη δική της εμπειρία, γνωρίζει στα παιδιά τις αληθινές αξίες και τα βοηθάει, φέρνοντάς τα πιο κοντά στην εξερεύνηση του εσωτερικού τους κόσμου.

Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει τα πιο κάτω έργα της:

«Μια ζωή ένα όνειρο», εκδόσεις Απόπειρα, 2010 (τρίτη ανατύπωση). Δεκαέξι σύντομες αυτοβιογραφικές εξιστορήσεις, που προσφέρουν την ευκαιρία στη Δήμητρα Λαμπροπούλου να μιλήσει στους νέους αλλά και σε όσους έχουν διάθεση να ξεφύγουν από την πεζότητα και την ισοπέδωση της καθημερινής ρουτίνας. 

«Τα παιδιά γράφουν παραμύθια», εκδόσεις Απόπειρα, 2011 (τρίτη ανατύπωση). Δίγλωσση έκδοση ( Ελληνικά – Γαλλικά). Γραμμένο μαζί με τα παιδιά, διασκευασμένο σε δύο γλώσσες, τους δίνει την ευκαιρία να  μάθουν μια ξένη γλώσσα μέσα από μια δημιουργική αλλά και διασκεδαστική διαδικασία, που τα οδηγεί στην ορθή χρήση του γλωσσικού τους εργαλείου.    

«Ταξιδεύοντας στην Τέχνη», δίτομο, εκδόσεις Απόπειρα, 2010. Ένα ταξίδι σε χώρους που είναι πηγές πολιτισμού: στη Φλωρεντία, για να γνωρίσουμε τα Ουφίτσι, στο Παρίσι, για να γνωρίσουμε το Λούβρο, το Μουσείο Ορσαί, το Κέντρο Πομπιντού, και τέλος, στη Νέα Υόρκη για να γνωρίσουμε το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (ΜοΜΑ), με σκοπό να παρακολουθήσουμε την πορεία της Τέχνης από την κλασική έως την μοντέρνα μορφή της.   

«Κυνηγώντας τον κλέφτη», εκδόσεις Απόπειρα, 2012. Nουβέλα παιδική/εφηβική δίγλωσση (ελληνικά/γαλλικά). Όλα τα παιδιά χαίρονται τις διακοπές και περιμένουν με ανυπομονησία να έρθει η μέρα που θα αφήσουν πίσω τη ρουτίνα της καθημερινότητας για να ξεχαστούν στον όμορφο κόσμο της φύσης… μακριά από την πολύβουη πολιτεία. Αλλά τι συμβαίνει όταν ξαφνικά κάποιος κλέφτης θέλει να χαλάσει αυτές τις όμορφες μέρες;

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »