Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πρόσωπα’

Ζεγκίνης Ερν. Ιωάννης (1917-1998)


  

Ζεγκίνης Ερν. Ιωάννης (1917-1998)

Ζεγκίνης Ερν. Ιωάννης (1917-1998)

Γεννήθηκε στο Άργος το 1917 και πέθανε στην Αθήνα το 1998. Καταγόταν από πολύ παλιά οικογένεια που ήταν ενεργή από τον 18ο  αιώνα. Προσπάππος του και ομώνυμός του, αποτελεί μέλος της τριμελούς δημογεροντίας της πόλης (με τον Αλμπανόπουλο και τον Μοθωνιό) στα τελευταία χρόνια της Επανάστασης και στα πρώτα του Καποδίστρια. Κάνει σπουδές Νομικής και περνά από το 1945 στον εισαγγελικό κλάδο (κατέληξε εισαγγελέας Εφετών).

Συνέγραψε το «Άργος δια μέσου των αιώνων» ( Α΄ έκδοση 1948, Θεσσαλονίκη, Β΄ έκδοση 1968, Πύργος και η Γ΄ έκδοση 1996, Αθήνα ). Το έργο αυτό αποτελεί συλλογή πληθώρας ιστορικών στοιχείων για την πορεία του Άργους ανά τους αιώνες, με συνθετικά κεφάλαια για ορισμένες περιόδους, και στηρίζεται σε δημοσιευμένες μελέτες και μονογραφίες, αλλά και σε πληροφορίες περί Άργους από αρχαία κείμενα.

Ο Ζεγκίνης  δημοσίευσε και  δύο  αυτοτελείς  νομικές  μελέτες,  « Το έγκλημα και η γυναίκα» ( 1951) και « Η δίκη του Γ. Τερτσέτη» ( 1960), ενώ νομικά άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε νομικά περιοδικά και ιστορικές επιφυλλίδες του στον τοπικό τύπο.

  

Πηγή


  • Ανέκδοτο δοκίμιο του Βασίλη Δωροβίνη « Νεότεροι Αργείοι ιστορικοί και ιστοριοδίφες».

 

 

Read Full Post »

Λυσιάνασσα


 

Γνωστή κι’ ως  Λυσίππη ή Λυσιμάχη. Κόρη του Πολύβου και της Μερόπης, γυναίκα του Ταλαού – γιου του Βίαντα- βασιλέα του Άργους. Είναι η μητέρα του περίφημου Άδραστου, που κληρονόμησε τον πάππο του Πόλυβο κι’ έγινε μετά βασιλέας του Άργους*.

  

Υποσημείωση

* Αφορμή στάθηκε η δολοφονία του Πρώνακτα, γιου του Ταλαού, απ’ τον Αμφιάραο και τους Αναξαγορίδες και η εκδίωξη του Άδραστου – αδελφού του δολοφονηθέντος – απ’ το Άργος. Ο Άδραστος βρίσκει καταφύγιο στον παππού του Πόλυβο που τον κάνει διάδοχό του. Από κει επιστρέφει στο Άργος με δύναμη, αλλά ο πόλεμος αποφεύγεται.  

Ο Αμφιάραος συμφιλιώνεται με τον Άδραστο και παντρεύεται την αδελφή του Αδράστου, Εριφύλη.

 

Πηγές


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  
  • Παυσανίου, «Ελλάδος Περιήγησις/Κορινθιακά – Λακωνικά»,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2004.

 

Read Full Post »

Καλλέργης Δ. Εμμανουήλ  (1835-1909)


 

  Σπανίως η τύχη εξύφανε τόσον γλυκύπικρον δράμα δια την ζωήν ενός θνητού. Ο Εμμανουήλ Καλλέργης, αφ’ ου ανεπτύχθη και εμορφώθη λαμπρώς και κατέστη έτοιμος να υπηρετήσει την πατρίδα, τότε ακριβώς εχάθη. Ο κακός δαίμων εφθόνησε τον τρισόλβιον θνητόν, όπως εφθόνησαν οι θεοί τον Βελεροφόντην, θελήσαντα ν’ αναβή μετά του Πηγάσου εις τον Όλυμπον, και τον μεν πτερωτόν ίππον του ανήρπασαν και κατέταξαν εις τους αστερισμούς, αυτόν δε κατέρριψαν εις την γην δια να διέλθη πλάνητα και οικτρόν τον υπόλοιπον βίον.

 Δ.Κ. Βαρδουνιώτης.

(Μη μας κακίσετε για την ορθογραφία. Η λογική του διαδικτύου μας υποχρεώνει να αποδίδουμε έτσι ορισμένα κείμενα).

Στις 17 Απρίλη του 1835 ο στρατηγός Καλλέργης και η σύζυγός του Σοφία, φέρνουν στον κόσμο ένα πανέμορφο αγόρι. Τον Εμμανουήλ.

Ο στρατηγός Δημήτριος Καλλέργης πανευτυχής διανύει την πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής του. Αγαπητός από όλους τους Έλληνες για την προσφορά του στον ιερό αγώνα, απολαμβάνει την ικανοποίηση ότι η πατρίδα αναγνώρισε τις θυσίες στις οποίες υποβλήθηκε για την ελευθερία της. Αργότερα, όταν ο Εμμανουήλ θα γίνει 8 χρονών, ο στρατηγός θα πρωταγωνιστήσει μαζί με τον Μακρυγιάννη και άλλους αξιωματικούς στον αγώνα για την απόκτηση Συντάγματος. Ο Όθωνας που αρχικά αντιδρούσε, αναγκάστηκε να ενδώσει και να δεχτεί να αποκτήσει η Ελλάδα το πρώτο της Σύνταγμα. Ένας ακόμη λόγος για να τον αγαπήσει και να τον δεχτεί ως μεγάλο πατριώτη και αγωνιστή ο Ελληνικός λαός. Αργότερα, διορίζεται υπουργός των Στρατιωτικών, Πρεσβευτής κ.λ.π.

Η Μητέρα του Σοφία, ήταν κόρη του μεγάλου προύχοντα της Κορινθίας Θεοχάρη ή Θεοχαράκη Ρέντη, που υπήρξε α΄και εξ απορρήτων Γραμματέας και ομογάλακτος* του Τούρκου διοικητή της Κορίνθου Κιαμήλ Μπέη. Παρά την θερμή φιλία του με τον Μπέη της Κορίνθου και την προσφορά των υπηρεσιών του, όταν η πατρίδα τον χρειάστηκε ανταποκρίθηκε άμεσα και χωρίς δεύτερη σκέψη. Το 1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρία από τον Αντώνιο Πελοπίδα. Το 1820 η Φιλική Εταιρία και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης τον διόρισαν   « Γενικόν Επίτροπον των πραγμάτων» της « Πελοποννησιακής Εφορείας». Το 1821 και ενώ έχει ξεσπάσει η επανάσταση εκλέχτηκε δυο φορές Γερουσιαστής της « Πελοποννησιακής Γερουσίας» και συμμετείχε στην Α΄Εθνοσυνέλευση που πραγματοποιήθηκε στο Άργος, την 1η Δεκεμβρίου 1821. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Κορίνθου όταν ο Κεχαγιάμπεης αναχώρησε και συνεργάστηκε για την δημιουργία αρτοποιείων στις Κεγχρεές και στα Εξαμίλια για τις ανάγκες του στρατού. Τον ίδιο χρόνο έδρασε και στα Τρίκορφα συνεργαζόμενος με τους Α. Υψηλάντη, Π.Π. Γερμανό, Ασημ. Ζαΐμη, Παν. Νοταρά κ.α. Τελικά, θυσιάζοντας τα πάντα στον αγώνα, πέθανε πάμπτωχος το 1825 στα Τρίκαλα Κορινθίας σε ηλικία μόλις 42 χρόνων.

* Πατέρας του Θεοχάρη, ήταν ο προύχοντας Χρήστος Ρέντης ο οποίος συνδεόταν με βαθειά φιλία με τον πατέρα του Κιαμήλ, Νουρή Μπέη. Ήταν τόση η φιλία των δύο ανδρών, ώστε από κοινού αποφάσισαν και ανέθεσαν τον θηλασμό των γιών τους στην ίδια τροφό.

Η Σοφία Καλλέργη, υπήρξε διάσημη για την σπάνια ομορφιά της, την μόρφωσή της και τα πλούτη της. Ένεκα αυτών των προσόντων η Σοφία έγινε το μήλο της έριδας μεταξύ των σημαντικότερων νέων της περιοχής. Την ερωτεύτηκε παράφορα ο ήρωας του αγώνα και γιος του μεγιστάνα της Κορινθίας Σωτήρη Νοταρά, Ιωάννης Νοταράς. Ωραίος ως αρχαίος θεός, γενναίος, πλούσιος και με το αξίωμα του στρατηγού, γνωστός με τον χαρακτηριστικό τίτλο Αρχοντόπουλο, αποτελούσε τον ιδανικό σύζυγο για την χαριτόβρυτη κόρη του Θεοχαράκη Ρέντη.

Όμως και άλλος Νοταράς, ο Παναγιωτάκης ερωτεύτηκε την Σοφία. Κι αυτός σημαντικός. Αντιστράτηγος κι αργότερα υπασπιστής του Όθωνα.

Για την καρδιά λοιπόν της ωραίας Σοφίας, ξέσπασε πόλεμος μεταξύ των δύο αντεραστών. Το 1826, κάηκε δυο φορές το Σοφικό και το πανέμορφο δάσος των πεύκων της Σολυγείας, η Ζάχολη, η Καστανιά, η Λαύκα και άλλες περιοχές ενώ σκοτώθηκαν περίπου 2000 Κορίνθιοι.

Νικητής από τον ολέθριο εμφύλιο και άδικο πόλεμο, βγήκε ο Ιωάννης Νοταράς. Μνηστεύθηκε την Σοφία αλλά δεν πρόλαβε να κάνει το γάμο. Σκοτώθηκε στο Φάληρο, μαζί με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, στην φονική μάχη του Φαλήρου.

Αργότερα, παντρεύτηκε τον φίλο του αρραβωνιαστικού της στρατηγό Δημήτριο Καλλέργη και έζησε μαζί του αρμονική και ευτυχισμένη ζωή. Παρακολούθησε όλη την πολιτική ιστορία της ελεύθερης πλέον Ελλάδας μέχρι τον θάνατο του στρατηγού το 1868.

 

Εμμανουήλ Καλλέργης


 

 Εμμανουήλ Καλλέργης μαθητής στην στρατιωτική σχολή Saint-Cyr. Φωτογραφία από το Περιοδικό, « Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Εμμανουήλ Καλλέργης μαθητής στην στρατιωτική σχολή Saint-Cyr. Φωτογραφία από το Περιοδικό, « Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Ο Εμμανουήλ Καλλέργης έχει υπέροχα παιδικά χρόνια. Σε ηλικία 17 ετών και ενώ ακόμη είναι μαθητής του Γυμνασίου Ναυπλίου, ο πατέρας του τον στέλνει στο Παρίσι. Γίνεται δεκτός με αγάπη και ιδιαίτερη χαρά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και μετά αυτοκράτορα της Γαλλίας Ναπολέοντα τον Γ΄που είναι στενός φίλος του πατέρα του. Ο νεαρός Εμμανουήλ, εύσωμος, ευθυτενής, ωραιότατος και ιδιαίτερα ευφυής, εγγράφεται στην περίφημη και αριστοκρατική στρατιωτική σχολή του Αγίου Κύρου. Είναι αρχές του 1853. Σε έξι μήνες γνωρίζει και μιλάει την Γαλλική γλώσσα ως μητρική. Παρακολουθεί τα μαθήματα της σχολής με προσοχή και επιμέλεια και το 1855 ολοκληρώνει τις σπουδές του με άριστα. Με την φροντίδα του αυτοκράτορα, εισάγεται στη σχολή των Γενικών Επιτελών, στην οποία φοιτά για δυο χρόνια. Τελειώνοντας τις σπουδές του κατατάσσεται για δυο χρόνια στα περίφημα Ιππικά συντάγματα των Ουσσάρων και των Δραγώνων. Το 1859, μετά από 7 χρόνια σπουδών, είναι πλέον έτοιμος να υπηρετήσει την πατρίδα. Φτάνει στην Ελλάδα, δίνει εξετάσεις στον στρατό, αριστεύει και κατατάσσεται στο Πυροβολικό ως Ανθυπολοχαγός. Είναι η 11η Δεκεμβρίου 1859.

 Δυστυχώς, δεν έμεινεν εν τη πατρίδι, όπου ανέμενεν αυτόν λαμπρόν μέλλον ως εκ της οικογενειακής περιωπής και της εξόχου προσωπικής μορφώσεως και αξίας του. Χαιρέκακος και φθονερά ειμαρμένη ώθει αυτόν προς την Γαλλίαν, προς ην τω ενέπνευσεν απαρηγόρητον νοσταλγίαν, δια να τον χάση δια παντός η Ελλάς, ήτις τότε έμελλε να δρέψη τους καρπούς των σπουδών του, συνάμα δε να καταστρέψη και αυτόν δια παντός.  

                                                                                                                        Δ.Κ.Βαρδουνιώτης.

Ο Εμμανουήλ, δεν θέλει να παραμείνει στην Ελλάδα. Επιθυμεί να επιστρέψει στο Παρίσι. Προσπαθεί και καταφέρνει να τοποθετηθεί στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Παρίσι ως στρατιωτικός ακόλουθος. Μάλιστα, εκείνη την εποχή Πρέσβης είναι ο πατέρας του.(1859).

Τον Δεκέμβριο του 1860, προάγεται στον βαθμό του Υπολοχαγού και μετατίθεται στο σώμα των Γενικών Επιτελών. Από τις αρχές του χρόνου όμως η ζωή του Εμμανουήλ, κυλά σαν όνειρο. Νεαρός, 25 χρόνων, κομψότατος και πολύ ωραίος, πνευματώδης και λεπτός στους τρόπους, δεξιοτέχνης κιθαρίστας και δεινός χορευτής, γιος στρατηγού και πρεσβευτή, ευνοούμενος του αυτοκράτορα, αγαπητός και αποδεκτός από τους αριστοκράτες της Γαλλίας, περνά μια ζωή πολυτελή, γεμάτη ατέλειωτες διασκεδάσεις.

Μάλιστα, η αυτοκράτειρα Ευγενία προτιμά να χορεύει μαζί του, στους ατέλειωτους χορούς του παλατιού. Δείχνει απροκάλυπτα την ιδιαίτερη συμπάθεια που τρέφει για τον ωραίο Έλληνα. Κι αυτός δεν μένει ασυγκίνητος. Την άνοιξη του 1861, ο Εμμανουήλ ερωτεύεται παράφορα την αυτοκράτειρα. Η συμπεριφορά του, ανεξέλεγκτη πλέον,  δημιουργεί πρόβλημα στην αυλή. Όλοι στο παλάτι φοβούνται το σκάνδαλο που μπορεί να ξεσπάσει.

Ο Γραμματέας του αυτοκράτορα αναγκάζεται να ειδοποιήσει τον πατέρα του και πρεσβευτή – που ήταν σε άδεια στην Ελλάδα- για την προκλητική και χωρίς όρια διαγωγή του γιού του. Ο στρατηγός Καλλέργης φροντίζει αμέσως να επιστρέψει ο Εμμανουήλ στην Ελλάδα και παράλληλα παρακαλεί τον Υπουργό των Στρατιωτικών Δημήτριο Βότσαρη, να τον ανακαλέσει από την θέση του στο Παρίσι. Στις 2 Ιουνίου του 1861, ο Εμμανουήλ Καλλέργης επιστρέφει στην Ελλάδα και τοποθετείται στην διάθεση του Υπουργείου Στρατιωτικών.

Ο αθεράπευτος έρωτας του για την αυτοκράτειρα της Γαλλίας τον παρέσυρε σε καταστάσεις δυσάρεστες και οδυνηρές. Το Αρχηγείο – κατανοώντας την ψυχική του αδυναμία- φρόντισε να τον μεταθέσει διαδοχικά στη Διλοχία των Σκαπανέων, στη Σχολή Ευελπίδων, στα Στρατηγεία ανατολικής και δυτικής Ελλάδας κ.α.

Ο θάνατος του πατέρα του το 1867, επιβαρύνει περισσότερο την υγεία του. Έρχεται στο Ναύπλιο, όπου παραμένει μέχρι το 1869. Το 1869 η μητέρα του Σοφία τον φέρνει στο Άργος, στο οποίο θα ζήσει μέχρι το τέλος της ζωή του.

Τίποτα δεν στάθηκε ικανό να βελτιώσει τα πράγματα. Είναι πάντα περίλυπος και δυστυχής. Το 1869 τίθεται σε διαθεσιμότητα. Το 1872 σε αργία. Το 1878 προάγεται σε Ταγματάρχη των Γενικών Επιτελών. Το 1886, η ασθένειά του κρίνεται ανίατη και αποστρατεύεται. Μετά απ’ αυτά, ο Εμμανουήλ πάσχει πλέον από βαριά μελαγχολία που με τον χρόνο και τα γεγονότα, επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο και μετατρέπεται σε μανία καταδίωξης. Έχει συχνές κρίσεις που τον εξουθενώνουν.

Ο χρόνος δεν λειτουργεί ευεργετικά για τον- πάλαι ποτέ- λαμπρό αξιωματικό. Ζει μια ζωή μονότονη και άχαρη. Η μόνη παρηγοριά του είναι η κιθάρα του. Όσο κι αν τον κατέβαλε η ασθένειά του, ο χαρακτήρας του παρέμεινε αναλλοίωτος. Μέχρι το τέλος υπήρξε πνευματώδης, ευγενικός με τους ανθρώπους, προσηνής κι ευχάριστος. Οι παρέες της πόλης επεδίωκαν πάντα την συντροφιά του. Κι αυτός τους αποζημίωνε με την κιθάρα του και το τραγούδι του. Μολονότι τα οικονομικά του ήταν σε άθλια κατάσταση, ποτέ δεν δέχτηκε βοήθεια από κανένα. Πάντοτε αξιοπρεπής, περιφρονούσε τις απολαύσεις και τις πολυτέλειες, ξεπερνώντας τις στερήσεις με αξιοθαύμαστη υπομονή και στωικότητα.

Τεσσαράκοντα όλα έτη διήλθε πάσχων τας φρένας. Ουδέποτε ελησμόνησε την ευγένειαν της συμπεριφοράς του, την αξιοπρέπειαν του και την υπερηφάνειαν της καταγωγής του. Πάντοτε εστερείτο χρημάτων, διότι ήτο εις άκρον φιλάνθρωπος και ελευθέριος, ως εκ της νόσου του δε, ουδέποτε εμερίμνησε περί της ιδίας του  συντηρήσεως και των αναγκών του. Οι εν Αθήναις κάλλιστοι ανεψιοί του κ.κ. Δημ. Και Ιω. Καλλέργαι εφρόντιζον πάντοτε περί αυτού φιλοστόργως και αφειδώς. Αλλ’ αυτός δια της ελευθεριότητος του κατώρθωνε να ήνε πάντοτε απένταρος! Τα θυλάκια του ήσαν πίθος των Δαναίδων. 

Δ.Κ.Βαρδουνιώτης.

Αυτή είναι η πικρή ιστορία του Εμμανουήλ Καλλέργη. Μια ιστορία ζωής, έρωτα, πάθους, τρέλας, θανάτου. Ο Εμμανουήλ αγάπησε τόσο, ώστε να αγνοήσει την κοινωνία, να αδιαφορήσει για όσα άλλοι μάχονται, να περιφρονήσει τα πλούτη και την δόξα, επιλέγοντας να ζήσει στον δικό του κόσμο, τον κόσμο του ρομαντισμού, της θυσίας, της αιματηρής αγάπης.

Έζησε στο πατρικό του σπίτι. Το μέγαρο Καλλέργη που κτίστηκε επί Καποδίστρια. Στον μεγάλο και περιποιημένο κήπο του, περνούσε πολλές ώρες απομόνωσης και στοχασμών. Μισή ώρα πριν πεθάνει τραγουδούσε ένα χαρούμενο, ελαφρύ τραγουδάκι. Την Λουλούκα.

Τον ακριβέστερον όμως και μελαγχολικώτερον χαρακτηρισμόν και επίλογον της όλης ζωής του έδωκεν αυτός ο ίδιος εις μία φράσιν. Συνομιλών προ τινος καιρού μετά του ανεψιού του κ. Δημ. Καλλέργη τω είπεν˙” Είμην πρώτος εις το Παρίσι και τελευταίος εις το Άργος”.                                             

Δ.Κ.Βαρδουνιώτης.

 

Πηγές


  • Αργολικόν Ημερολόγιο 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων.Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.
  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
  • Δωροβίνης Κ. Βασίλης, «Το Καλλέργειο (Παλάτιον της Κυβερνήσεως) στο Άργος / 160 χρόνια από την οικοδόμησή του», Περιοδικό: Αρχαιολογία & Τέχνες, τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Read Full Post »

Ιωάννης -Αλέξανδρος Mπυσόν (Buchon, Jean Alexandre,1791-1846)


 

Buchon, Jean Alexandre (;)

Το 1840-1841 είχε επισκεφθεί την Αργολίδα ο Γάλλος συγγραφέας και ιστορικός Ιωάννης – Αλέξανδρος Mπυσόν (J.-A. Buchon). Αποτέλεσμα του ταξιδιού του και των μελετών του στην Ελλάδα υπήρξε το βιβλίο του Ηπειρωτική Ελλάς και ο Mοριάς, που εκδόθηκε το 1843.

Πιο συγκεκριμένα, τον Ιούλιο του 1841 επισκέπτεται το Άργος, όπου βλέπει τις θέρμες και το αρχαίο θέατρο, αλλά ενδιαφέρεται κυρίως για το κάστρο. Τότε εργαζόταν για τη μεσαιωνική Ελλάδα, κατά κύριο λόγο αναζητούσε γραπτά τεκμήρια για την περίοδο της Φραγκοκρατίας και ιδίως για το Πριγκιπάτο του Μοριά. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει από το να διατυπώνει οξυδερκείς παρατηρήσεις για την αναζήτηση της νεοελληνικής ταυτότητας, λίγα μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωση από τον τούρκικο ζυγό. Πρώτος ανακάλυψε, μετέφρασε και εξέδωσε την ελληνική παραλλαγή του Χρονικού του Μορέως κατά τον Παρισινό κώδικα, συνοδεία σημειώσεων και μέρους του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου. Πρόκειται για την πρώτη έκδοση του Χρονικού, «La Grèce continentale et la Morée».

Εκπονεί επίσης το παρακάτω σχέδιο, το οποίο δημοσιεύεται στο: «Atlas des Nouvelles recherches historiques sur la principauté française de Morée et ses hautes baronies. Fondées à la suite de la quatrième croisade. Formant la deuxième partie de cet ouvrage, et servant de complément aux Éclaircissements historiques généalogiques et numismatiques sur la principauté française de Morée, et au voyage dans la Morée, la Grèce continentale, les Cyclades et les Isles ioniennes», par J. A. Buchon, Paris, 1843.

 

Άργος – Κάστρο των Φράγκων βαρώνων του Άργους από τον οίκο των Enghien, 1843. Σχέδιο του Jean – Alexandre Buchon (1791-1846).

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Κολίνος – Κωνσταντίνος (1810-1848)


 

Το 1810, στη Ζάκυνθο όπου ζούσαν, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και η γυναίκα του Αικατερίνη Καρούσου, αποκτούν το τρίτο τους παιδί, τον Κωνσταντίνο. Ήταν η δύσκολη εποχή που οι σκληροί διωγμοί των Τούρκων  ανάγκασαν τον Γέρο του Μοριά να μεταφέρει την οικογένειά του στην Ζάκυνθο. Εδώ, ο Κωνσταντίνος μαθαίνει τα πρώτα γράμματα από την φιλόξενη οικογένεια Ρώμα που φροντίζει και υποστηρίζει όλες εκείνες τις οικογένειες των αγωνιστών που καταδιωγμένοι ζητούν άσυλο και προστασία στα Επτάνησα.

Την προσωνυμία Κολίνος, του την κληροδότησαν κάποιοι αριστοκρατικοί κύκλοι του νησιού που συνήθως μιλούσαν Ιταλικά. Προφανώς, προέρχεται από την συγκοπή της γνωστής λέξης πικολίνο. ( Μικρό).

Ο Κολίνος είναι προκομμένο και ευγενικό παιδί. Ανατρέφεται και μορφώνεται από τους προστάτες του με ιδιαίτερη επιμέλεια και φροντίδα. Το 1823 όμως αφήνει την Ζάκυνθο και ακολουθεί την οικογένειά του στην Πελοπόννησο.

Όταν το 1824 δολοφονείται  ο μεγάλος αδελφός του Πάνος,* μετά από εντολή του Πατέρα του, αναλαμβάνει την αρχηγία του στρατιωτικού σώματος, που διοικούσε μέχρι τότε ο Πάνος. Ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών.  Το 1825, όταν ο εχθρός καίει την Πελοπόννησο, ο Κολίνος διακρίνεται για τις αρετές και τις ικανότητές του, ως Φρούραρχος της Τριπολιτσάς. Μετά την άλωση κι ενώ η οικογένεια του Κολοκοτρώνη αποτραβιέται στα ορεινότερα του Μοριά, ο Κολίνος κατατάσσεται ως εθελοντής στο στρατό του Φαβιέρου και σε λίγο,  προάγεται σε αξιωματικό του ιππικού.

Το 1826 πηγαίνει στην Κέρκυρα, όπου για τρία χρόνια αφιερώνεται στη μελέτη της Ελληνικής, Ιταλικής και Γαλλικής γραμματολογίας. Μετά ταξιδεύει στο Παρίσι και σπουδάζει  νομικά, για τέσσερα χρόνια ενώ παράλληλα είναι και υπασπιστής το βασιλιά Λουδοβίκου Φίλιππου.

Το  1836 ξαναγυρίζει στο Μοριά. Το  1836 διορίζεται ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών. Το  1838 Γραμματέας του Συμβουλίου Επικρατείας. Το  1839 εκλέγεται Πρόεδρος του επαρχιακού συμβουλίου της Γορτυνίας.

Το 1843 παντρεύεται την Ραλλού Καρατζά, εγγονή από την Μητέρα της, του  Υψηλάντη και αποκτά 4 παιδιά. Τρία κορίτσια κι ένα αγόρι. Την ίδια χρονιά εκλέγεται πληρεξούσιος Γορτυνίας και τον άλλο χρόνο βουλευτής, όπου ψηφίζεται αντιπρόεδρος της Βουλής. Το 1847 διορίζεται Υπουργός Δικαιοσύνης, ενώ εξακολουθεί να εκλέγεται βουλευτής. Το 1848 διορίζεται Υπουργός επί του Βασιλικού Οίκου και των Εξωτερικών.

Στις 31 Δεκεμβρίου 1848, σε ηλικία 38 μόλις ετών, απεβίωσε.

  

Υποσημείωση


 * Δολοφονήθηκε στις 21 Νοεμβρίου του 1824 στο χωριό Θάνα της Τρίπολης από τους κυβερνητικούς και το κρανίο του φυλάσσεται στο Εθνολογικό Μουσείο. Ήταν παντρεμένος με την κόρη της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας.

 

Πηγή

  •    Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα (1771-1825)


 

Η καπετάνισσα του Εικοσιένα Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, έργο του Adam Friedel. Λιθογραφία. Σχέδιο εκ του φυσικού, Λονδίνο, 1824.

Η θρυλική καπετάνισσα της Επανάστασης, κόρη του πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της Σκεύως από την Ύδρα. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όταν η μητέρα της είχε μεταβεί, για να συναντήσει τον φυλακισμένο σύζυγό της. Το 1788 παντρεύτηκε τον Δημ. Γιάννουζα από τις Σπέτσες και απέκτησε μαζί του τρία παιδιά. Χάθηκε όμως, πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών (1797) και η Μπουμπουλίνα ξαναπαντρεύτηκε το 1801 τον επίσης σπετσιώτη αλλά και πολύ πλούσιο καραβοκύρη Δημ. Μπούμπουλη, με τον οποίο απέκτησε άλλα τρία παιδιά. Μα και η δική του τύχη δεν ήταν καλύτερη, γιατί κι αυτός σκοτώθηκε πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών το 1811.  

Με το όνομα του δεύτερου άνδρα της έμεινε στην ιστορία. Επειδή ο άνδρας της Μπούμπουλης ήταν ρωσόφιλος, κινδύνευσε μετά τον θάνατό του να χάσει η Μπουμπουλίνα την περιουσία της. Κατέφυγε τότε στο Ρώσο πρέσβη Στρογγάνοφ στην Πόλη, συνάντησε τη σουλτάνα Βαλιδέ και κατόρθωσε να γλιτώσει την περιουσία της από τη δήμευση.

Ήταν δραστήρια και πολύ δυναμική γυναίκα. Μπόρεσε και μεγάλωσε την περιουσία του άνδρα της κι έχτισε άλλα τρία πλοία, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε ο «Αγαμέμνων» για το μέγεθός του και την ομορφιά του. Είχε 18 κανόνια και ήταν φτιαγμένο για ν’ αντέχει κάθε είδους κακουχία. Ίσως να ήταν, επίσης, η μοναδική γυναίκα που γνώριζε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας και όταν ξέσπασε η επανάσταση, ήταν πανέτοιμη.

Διέθεσε τα καράβια της και τον πλούτο της για τον αγώνα. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τ’ Αναπλιού. Όταν κάποια στιγμή οι καπεταναίοι της στεριάς έκαμαν πίσω και έλυσαν την πολιορκία, η Μπουμπουλίνα ξεμπάρκαρε στους Μύλους, καβάλησε άσπρο άλογο, έφτασε στο Άργος και έδωσε θάρρος στους μαχητές. Ντυμένη ανδρικά και ζωσμένη τ’ άρματα, έμοιαζε με ηρωίδα των παραμυθιών. Ήταν ψηλή, επιβλητική, με υψηλό φρόνημα, με θερμό πατριωτισμό. Τους έδωσε πολεμοφόδια, τους ψύχωσε και η πολιορκία ξανάρχισε. Αργότερα τη συναντάμε στην πολιορκία της Μονεμβασιάς και μετά στην Τρίπολη με τους στεριανούς. Εκεί ήταν, όταν έπεσε η Τρίπολη, πλάι στον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα. Ύστερα επέστρεψε πάλι στην πολιορκία τ’ Αναπλιού.

Όταν οι Έλληνες πήραν τ’ Ανάπλι (30-11-1822), έμεινε εκεί, ζώντας με τη μικρή περιουσία που της είχε μείνει. Πάντρεψε την κόρη της Ελένη με τον Πάνο, το γιο του Θ. Κολοκοτρώνη, που ήταν τότε φρούραρχος Ναυπλίου. Άρχισε μετά ο εμφύλιος. Ο Πάνος παρέδωσε την πόλη στο νέο εκτελεστικό με εντολή του πατέρα του, για να αμβλυνθούν τα πνεύματα κι οι αντιθέσεις. Η Μπουμπουλίνα τέθηκε υπό διωγμόν. Οι Κουντουριωταίοι την ανάγκασαν να εγκαταλείψει τ’ Ανάπλι και να εγκατασταθεί στις Σπέτσες. Από πείσμα ξαναγύρισε. Και τότε ο Γ. Κουντουριώτης έστειλε τον αστυνόμο στο σπίτι του Νικηταρά, όπου έμενε, και την έδιωξε πάλι.

Έκτοτε έμενε στις Σπέτσες πικραμένη. Τόσο είχε μοχθήσει και είχε αγωνιστεί για την απελευθέρωση του Ναυπλίου κι όμως της απαγόρευαν να μένει εκεί. Από τις Σπέτσες παρακολουθούσε τα θλιβερά γεγονότα του εμφυλίου. Ο γαμπρός της Πάνος σκοτώθηκε (13 Νοεμβρίου 1824) έξω από την Τρίπολη. Ο συμπέθερός της Θ. Κολοκοτρώνης φυλακίστηκε στην Ύδρα. Ο γιος της Γιάννης Γιάννουζας* είχε σκοτωθεί στη μάχη του Ξεριά Άργους, πολεμώντας εναντίον του Κεχαγιάμπεη.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Φεβρουάριος του 1825 βρίσκει τη Μπουμπουλίνα να ζει στο σπίτι της στις Σπέτσες, άνευ σχεδόν περιουσίας, πικραμένη με τις έριδες των πολιτικών και την έκβαση του αγώνα. Στις 12 Φεβρουαρίου αποβιβάζεται σχεδόν ανενόχλητος στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ με 4.400 άντρες, δύναμη που οι Έλληνες ευκολότατα μπορούσαν να κατατροπώσουν εάν δεν σπαράσσονταν τότε μεταξύ τους από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Η δύναμη αυτή του Ιμπραήμ, ήταν το προγεφύρωμα της κύριας εισβολής που ακολούθησε και είχε σαν αποτέλεσμα την ανακατάληψη από τους Τούρκους του μεγαλύτερου και πάλι μέρους της Πελοποννήσου και τη σφαγή και τυραννία του πληθυσμού της για σχεδόν ακόμη τρία χρόνια. Μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ, οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι βγάζουν τον Κολοκοτρώνη από την φυλακή και του αναθέτουν την αρχιστρατηγία.

Η φιλοπατρία της Μπουμπουλίνας υπερισχύει όλων των άλλων συναισθημάτων της, της πικρίας της δηλαδή, και ενώ κάνει πάλι προετοιμασίες για να λάβει μέρος στον καινούργιο αγώνα εναντίον του Ιμπραήμ, έρχεται το αναπάντεχο τέλος της. Η ηλιοκαμένη κόρη της θάλασσας πέφτει νεκρή από Σπετσιώτικο βόλι, στις 22 Μαΐου 1825 στο σπίτι του πρώτου άντρα της, του  Γιάννουζα. Αιτία; Μια λογομαχία της με άτομα από την οικογένεια Κούτση, λόγω της απαγωγής της κόρης του Χριστόδουλου Κούτση, Ευγενίας, από τον γιο της Μπουμπουλίνας Γεώργιο Γιάννουζα. Τα σκληρά και αμείλικτα λόγια της Καπετάνισσας είναι αρκετά για να οπλίσουν τελικά το χέρι, του αγνώστου λόγω σκότους, δολοφόνου.

Ήταν λοιπόν τραγικό και άδοξο το τέλος αυτής της γυναίκας που μέσα της ξεχείλιζε, πιο ισχυρή από όλα τα άλλα, η αγάπη για την πατρίδα. Το όνομά της του οποίου η φήμη απλώθηκε σε όλο τον κόσμο και συνδέθηκε τόσο με την  πολιορκία του Ναυπλίου, αντηχεί ακόμα επάνω από τον κρότο των τηλεβόλων. Επί γενεές απόγονοι της Μπουμπουλίνας υπηρέτησαν πιστά την πατρίδα μέσα από τις τάξεις του Πολεμικού ναυτικού. Έντεκα κατευθείαν απόγονοί της υπήρξαν ανώτεροι αξιωματικοί. Δύο από αυτούς αποστρατεύθηκαν με το βαθμό του υποναυάρχου και άλλοι δύο με το βαθμό του ναυάρχου. Τρεις από αυτούς ασχολήθηκαν αργότερα με την πολιτική και υπηρέτησαν ως βουλευτές και υπουργοί. Οι Ρώσοι μετά τον θάνατό της, της απένειμαν τον τίτλο της «Ναυάρχου», έναν τίτλο με παγκόσμια μοναδικότητα για γυναικεία μορφή. Επίσης ως ένδειξη τιμής, σε πολλούς δρόμους σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας έχει δοθεί το όνομά της.

Το 1959 γυρίστηκε ταινία βασισμένη στη ζωή της ηρωίδας. Ο τίτλος της ήταν Μπουμπουλίνα και την ομώνυμη ηρωίδα υποδύθηκε η Ειρήνη Παππά.

 

Το Αρχοντικό της Μπουμπουλίνας


Το Αρχοντικό της Μπουμπουλίνας κτίστηκε περί τα τέλη του 17ου αιώνα από Μαυριτανό αρχιτέκτονα. Το περίγραμμα του κτιρίου αν το κοιτάξουμε από ψηλά είναι σχήματος Π. Το σχήμα αυτό για την αρχιτεκτονική των Σπετσών εκείνης της εποχής, υποδείκνυε την σπουδαιότητα του ιδιοκτήτη. Οι περισσότεροι προύχοντες του νησιού είχαν σπίτια σχήματος Π.

Η σκαλιστή πιστόλα της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας. Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.

Το Αρχοντικό έχει ισόγειο και δύο ορόφους. Εξωτερική πέτρινη σκάλα συνδέει τη μπροστινή εσωτερική αυλή με τον πρώτο όροφο. Μετατράπηκε το 1991 από τον ιδιοκτήτη και απόγονο της ηρωίδας, Φίλιππο Δεμερτζή – Μπούμπουλη, σε μουσείο, το οποίο υποδέχεται πλήθος επισκεπτών. Σε αυτό μπορεί κανείς να δει συλλογή όπλων, επιστολές και άλλα αρχεία, παλιά βιβλία, πορτραίτα της Μπουμπουλίνας, προσωπικά της αντικείμενα, έπιπλα, διακρίσεις που τις είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις και πολλά άλλα.

 

Ο ιστορικός και αυτόπτης μάρτυρας Ανάργυρος Χατζή- Αναργύρου γράφει:


 

«…μάλιστα δε το σπάνιο γεγονός εις τα χρονικά των εθνών, μία γυνή να επιστρατεύση, γυνή πλουσία, αποφασίσασα και πλοία και χρήματα και υιούς ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της πατρίδος να προσφέρη. Αυτή δε η γυνή είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, την οποίαν τα έθνη ανευφήμησαν και εχαιρέτισαν ως ηρωίδα. Ήτο δε πράγματι λεοντόθυμος. Το 1821, Δεκεμβρίου 4, εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, το ενθυμούμεθα, επιβαίνουσα σε ίδιον πλοίο της, μόνη διέταξε την έφοδο εις τας λέμβους κατά του φρουρίου.  

Αύται δε επιτίθενται, αλλ’ αι σφαίραι και οι μύδροι από των επιθαλασσίων προμαχώνων τας κανονοστοιχίας χαλαζηδόν επιπίπτοντες, υποχρεούν τους ανδρείους της να υποχωρήσωσι προς ολίγον. Εξανίσταται τότε η Αμαζών, επισκοπούσα από των εδωλίων της νήος, και τους βοά …Είσθε λοιπόν γυναίκες και όχι άντρες; Εμπρός! Οι αξιωματικοί την υπακούουν, μάχονται, θνήσκουν, επανελθόντες εις την τάξιν, αλλ’ εις μάτην, το φρούριο διά θαλάσσης ήτο απόρθητον. Διό μετέβη εις την ξηράν και εκεί εστρατήγει μέχρι της παραδόσεως του Ναυπλίου, τη 30 Νοεμβρίου 1822, συμμετέχουσα των έργων της πολιορκίας, οδηγούσα τα παλικάρια της, χορηγούσα τους θησαυρούς της.»

 

*Η προέλαση των Τούρκων στο Άργος και ο θάνατος του Γιάννη Γιάννουζα


 

Σε όλο αυτό το διάστημα, ο οθωμανός διοικητής της Πελοποννήσου Μεχμέτ Χουρσίτ πασάς βρισκόταν στην Ήπειρο, στην εκστρατεία κατά του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Όταν όμως πληροφορήθηκε τις κινήσεις των Ελλήνων, έστειλε, στις αρχές Απριλίου, τον κεχαγιά του, Μουσταφά μπέη με 3.500 άνδρες για να καταπνίξουν την εξέγερση στην Πελοπόννησο.

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα, «η Βοβολίνα αποκλείει την Ναυπλίαν».

Μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα οι εμπειροπόλεμοι αυτοί Αλβανοί προήλασαν ταχύτατα στο εσωτερικό της Πελοποννήσου, έκαψαν τη Βοστίτσα και διέλυσαν την πολιορκία του Ακροκορίνθου. Αμέσως μετά επιτέθηκαν στο Άργος και αιφνιδίασαν τον απροετοίμαστο πληθυσμό. Επακολούθησαν σφαγές και αιχμαλωσίες μαχητών και αμάχων.

Στις 24 Απριλίου, στην προσπάθεια του να αναχαιτίσει τον στρατό του Μουσταφά, ένα ολιγομελές σώμα Αργείων και Σπετσιωτών αποδεκατίστηκε σε μία μάχη στο πέρασμα του χειμάρρου Ξηριά, στα περίχωρα της πόλης. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο γιος της Μπουμπουλίνας, ο Γιάννης Γιάννουζας.

Το συγκεκριμένο περιστατικό μνημονεύει ως «αληθή φρικτό πόλεμο» ο Εμμανουήλ Κωνσταντίνου, αυτόπτης μάρτυς και πρωτόπειρος αγωνιστής της ένοπλης ομάδας που είχε σταλεί από τον Κολοκοτρώνη για να υποστηρίξει όσους μάχονταν στην περιοχή. Μετά την ήττα των Ελλήνων, οι πολεμιστές του Κεχαγιάμπεη μπήκαν στο Άργος, θανάτωσαν αμάχους, λεηλάτησαν περιουσίες. Όσοι κατόρθωσαν να διαφύγουν στους Μύλους βρήκαν προστασία στη μικρή ελληνική δύναμη που στρατοπέδευε εκεί, υπό τον Θ. Κολοκοτρώνη, τον Π. Μαυρομιχάλη, την Μπουμπουλίνα και άλλους οπλαρχηγούς, ενώ αναφέρεται ότι αρκετές οικογένειες μεταφέρθηκαν με διάφορα πλοιάρια στις Σπέτσες.

Η αποτυχία αυτή προκάλεσε την προσωρινή διάλυση της πολιορκίας του Ναυπλίου, ενώ τα τουρκικά στρατεύματα κατευθύνθηκαν σχεδόν ανενόχλητα προς την Τριπολιτσά, όπου έφθασαν στις 6 Μαΐου 1821. Μνημονεύοντας τον θάνατο του Γιάννουζα, ο ολλανδός  Tairbout de Marigny γράφει  ότι η Μπουμπουλίνα έτρεξε επιτόπου για να περισώσει  τα λείψανα του γιου της, γιατί οι Τούρκοι είχαν κόψει το κεφάλι του.

 «Προσπαθεί , ανάμεσα στα πτώματα, να τον αναγνωρίσει και με το ίδιο της το χέρι θυσιάζει τρεις Τούρκους στο βωμό του. Η ίδια η Μπουμπουλίνα ενημέρωσε τη Διοίκηση των Σπετσών για το θλιβερό γεγονός με αυτά τα λόγια: «Ο γιος μου είναι νεκρός αλλά το Άργος έμεινε στα χέρια μας’’ (…)  Ύστερα από την υποχώρηση των Τούρκων έκοψε μερικά κομμάτια από την ενδυμασία των σκοτωμένων  Τούρκων και τα φύλαξε  ως κειμήλια».

Μαυροφορεμένη, με μαύρο μαντήλι στο κεφάλι τη γνώρισε τότε και ο Kosterus, ένας γερμανός αξιωματικός στρατιωτικός που ταξίδεψε το 1821 από τη Μασσαλία για τον Μοριά· «μ’ όλο που πολλά από όσα γράφονται γι’ αυτή είναι υπερβολικά, πρόκειται για πραγματική πατριώτισσα», γράφει στο χρονικό του.

Μετά τον θάνατο του γιου της, η Μπουμπουλίνα επανήλθε με περισσότερο πείσμα στην πολιορκία του Ναυπλίου με τον «Αγαμέμνονα» που τώρα κυβερνούσε ο Αντώνιος Παργιανός. Παρέμεινε εκεί τουλάχιστον ως τον Αύγουστο του 1822. ( Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», σελ. 51-52)

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.
  • Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», Εκδόσεις «Τα Νέα», Αθήνα, 2010.

 

Διαβάστε ακόμα:


 

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος (1805 -1868)

 

 

 

Kolokotronis Gennaios

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δευτερότοκος γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αγωνιστής και στρατηγός. Γεννήθηκε στη Στεμνίτσα και μεγάλωσε στη Ζάκυνθο, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του εξαιτίας των διωγμών που είχαν εξαπολυθεί το 1806 εναντίον της κλεφτουριάς. Εκεί έμαθε και λίγα γράμματα.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση, έφυγε με τον αδερφό του Πάνο κρυφά από τη Ζάκυνθο και αποβιβάστηκαν στην Ηλεία (25 Μαρτίου). Δεν άργησαν τα δυο αδέλφια να πάρουν το βάπτισμα του πυρός, πολεμώντας στον Πύργο εναντίον των Λαλαίων Τούρκων. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης δεν άργησε να δοξαστεί. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς πλάι στον πατέρα του. Ήταν θαρραλέος και ριψοκίνδυνος. Σε μια μικροσυμπλοκή έξω από τα τείχη της Τριπολιτσάς αιχμαλώτισε ένα γιγαντόσωμο αράπη, κοντός αυτός, με το σπαθί του και τον οδήγησε στο στρατόπεδο. Όλοι γέλασαν και θαύμασαν το νεαρό Γιάννη. «Είσαι γενναίος!» του είπε ο Κανέλλος Δεληγιάννης. Και του έμεινε· από τότε όλοι τον έκραζαν Γενναίο.

Ο Γενναίος δεν ησύχασε μέχρι το τέλος της επανάστασης. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τ’ Αναπλιού, της Κορίνθου, της Πάτρας. Πέρασε απέναντι στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, ήρθε πίσω στα Δερβενάκια (26 Ιουλίου) αλλά αργά το βράδυ, όταν η μάχη είχε σιγαλιάσει. Κυνήγησε όμως στην Κορινθία τα υπολείμματα του Δράμαλη. Άλλες λαμπρές στιγμές από τη δράση του είναι εκείνες εναντίον του Ιμπραήμ· μαζί με τον Κανέλλο Δεληγιάννη, τους Τριπολιτσιώτες και τους Γορτύνιους πολέμησε στη μάχη της Τραμπάλας με σπάνια καρτερικότητα και παλικαριά.

Τώρα πια έχει μεγαλώσει – είναι μόλις 21 χρονών –  και αρχίζουν να φαίνονται οι ηγετικές του ικανότητες. Έτρεξε και στην Αττική στο πλευρό του Καραϊσκάκη και πολέμησε εναντίον του Κιουταχή. Και ξαναγύρισε πάλι στο Μοριά εναντίον του Ιμπραήμ. Όπου τον καλούσε η φωνή της πατρίδας και του χρέους έτρεχε αδιάκοπα. Ο πατέρας του καμάρωνε για λογαριασμό του.

 

Ο Γενναίος ήταν πολύ τολμηρός. Όταν οι Υδραίοι είχανε φυλακίσει τον πατέρα του, σχεδίαζε να αιχμαλωτίσει το Γεώργιο Κουντουριώτη. Ήταν λίγο πριν δοθεί αμνηστεία στον Γέρο, αν και το σχέδιό του είχε προδοθεί. Ο Γενναίος ήτανε πάντα στο πλευρό του πατέρα του και αργότερα επίσης στο πλευρό του Καποδίστρια, τον οποίο λογάριαζε και υποστήριζε.

 

Επί Όθωνος χρημάτισε υπασπιστής του βασιλιά, γερουσιαστής και το 1862 πρωθυπουργός. Όταν ξεκίνησε η Ναυπλιακή Επανάσταση, έφτασε στους Μύλους Αργολίδας, με μικρή στρατιωτική δύναμη, βουλευτές, γερουσιαστές και ανθρώπους με πολιτικό κύρος, οι οποίοι εξαπολύθηκαν στις επαρχίες με σκοπό να ματαιώσουν νέες εξεγέρσεις.   

Τον Οκτώβριο του 1862, όταν  βρέθηκε ανάμεσα στον επαναστατημένο λαό και τον βασιλιά, δεν έστρεψε τα όπλα εναντίον του λαού, όπως τον συμβούλευαν κάποιοι.  «Ουδέποτε χάριν του πρωθυπουργικού χαρτοφυλακείου θα κηλιδώσω τας ολίγας υπηρεσίας εμού και της οικογενείας μου με αδελφικόν αίμα…», είπε. Εξάλλου από πιο πριν, βλέποντας τη δυσαρέσκεια του λαού και την προεπαναστατική κίνηση, είχε υποβάλει την παραίτησή του στον Όθωνα, αλλά δεν έγινε δεκτή. Εντούτοις αναγκάστηκε να φύγει στο εξωτερικό σαν «παλατιανός» πρωθυπουργός κι όταν ξαναγύρισε μέσα στην ίδια χρονιά (1862), η νέα κυβέρνηση τον ανάγκασε να ξαναφύγει. Αργότερα (1863) επιστρέφει οριστικά στην Αθήνα, όπου και πεθαίνει από ανίατη αρρώστια (1868).

Ο Γενναίος παντρεύτηκε το 1828 τη Φωτεινή,* την αδερφή του Κίτσου Τζαβέλα, και απέκτησε δυο γιους και πέντε θυγατέρες. Με τα λίγα γραμματάκια που ήξερε έγραψε απομνημονεύματα, που εκδόθηκαν όμως πολύ αργότερα (1955). Ο ίδιος δημοσίευσε πολύτιμα έγγραφα και επιστολές του Αγώνα (1856) με τον τίτλο «Ελληνικά υπομνήματα». Η εργασία αυτή σαν πρωτογενής ιστορική πηγή στάθηκε πολύτιμη για την ιστορική έρευνα.

 

 

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης  γράφει:

 

 
Γύρω στα μέσα Ιουνίου ήρθαν στα Τρίκορφα και οι γιοί του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, ο μεν Πάνος εικοσαετής σχεδόν, ντυμένος και οπλισμένος καλά, ο δε Γιάννης, που ονομάστηκε από εμένα Γενναίος, δεκαεξαετής σχεδόν και αυτός, αλλά επειδή ως εκείνη την εποχή ήταν μούτζιος στο καράβι του Σπετσιώτη Μπόταση ήταν ντυμένος με ναυτικό παντελόνι και Ζακυνθινή ναυτική ζακέτα, γεμάτα με κατράμι, ρούχα βρώμικα και άθλια και ήταν άοπλος.
Έγραψα αμέσως στον γαμπρό μου Αντωνόπουλο στην Δημητσάνα και του έκαναν αμέσως φουστανέλες και τα υπόλοιπα ελληνικά ρούχα. Εκείνες τις μέρες είχαν φονευτεί μερικοί Τούρκοι και πήραμε κάποια όπλα, από τα οποία πήρα ένα ζευγάρι αργυρές πιστόλες, χρυσωμένες παλάσκες, ένα τουφέκι, ένα σπαθί και μ’ αυτά έντυσα και όπλισα τον Γιάννη Κολοκοτρώνη.
Και έπειτα από λίγες μέρες διόρισα τον μεν Πάνο, έπειτα από επίμονη απαίτηση του πατέρα του, να πάει στις κωμοπόλεις της επαρχίας μου με διαταγή μου, του έδωσα και είκοσι στρατιώτες για να επιτηρεί δήθεν τους φούρνους για να βγάζουν καλό ψωμί για τα στρατόπεδα των Τρικόρφων… Αυτός δεν είχε κλίση στα στρατιωτικά, ούτε ο πατέρας του ήθελε να βρίσκεται μέσα στους κινδύνους, αλλά να είναι μακριά από το κακό.
Ο δε Γενναίος, που ήταν αδύνατης κατασκευής ως νεαρός, έμενε με τον πατέρα του στο στρατόπεδο, ώστε μια μέρα γύρω στα τέλη Ιουνίου, που έγινε μια αψιμαχία κοντά στον Άγιο Βλάσιο ανάμεσα σε μας και τους Τούρκους, έτρεξε και αυτός και βρέθηκε σε εκείνη την αψιμαχία. Όταν αυτή τελείωσε τον είδα και ρώτησα τους στρατιώτες πότε πήγε εκεί και μου είπαν ότι τους ακολούθησε όταν αυτή άρχισε. Τότε τους είπα ότι ο Γιάννης είναι γενναίος. Εύγε του. Και αυτό σαρκαστικά κατά την συνήθεια.

Έτσι οι στρατιώτες αστειευόμενοι και ονομάζοντας αυτόν σαρκαστικά «Γενναίο», του έμεινε αυτό το επίθετο και ήδη ονομάζεται Γενναίος Κολοκοτρώνης και κατέχει τις υψηλότερες θέσεις της βασιλείας και του κράτους, δηλαδή στρατηγός, υπασπιστής, γερουσιαστής, αυλάρχης, ανώτερος ταξιάρχης, φέροντας στο στήθος τα παράσημα όλων των αυτοκρατόρων και βασιλέων, πολυκτήμων με εθνικά κτήματα και με τριπλές και τετραπλές λαμπρές οικίες, που ποτέ η γενιά του και οι πρόγονοί του δεν απέκτησαν, ούτε μια ασήμαντη καλύβα, και εμείς είμαστε άστεγοι, πένητες και ακτήμονες, περιφρονημένοι και παραγκωνισμένοι.

 

 Κανέλλος Δεληγιάννης – Απομνημονεύματα

 

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

 

Οὗτος ἐπανελθὼν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον εἰς τὴν Πελοπόννησον μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1821 ἐβγῆκεν κατὰ πρῶτον εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας. Ἦτο δὲ νέος πολὺ, ὄχι μεγαλείτερος  τῶν 17 ἐτῶν. Ἔτυχε τότε νὰ γίνεται πόλεμος μὲ τοὺς Λαλαίους Τούρκους πρὸς τοὺς κατοίκους τοῦ Πύργου, ἀρχηγοῦντος τοῦ Χαραλάμπους Βιλαέτου, καὶ ὁ Γενναῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὸν πόλεμον αὐτόν, καὶ ἐπολέμησεν ὡσὰν παιδὶ ὅπου ἦτον. Ἐκεῖθεν ἀνεχώρησε καὶ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου ἀνέβη εἰς τὸ Βαλτέτσι, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Κατ᾿ ἀρχὰς ἐπήγαινε πότε εἰς τὸ Χρυσοβίτσι καὶ τὴν Πιάναν, καὶ πότε παρηκολούθει τὸν ἐξάδελφόν του Νικήταν Σταματελόπουλον, καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἤθελεν ἐπήγαινεν. Ἦτον ἀκούραστος, καὶ ἔτρεχεν ἐπάνω κάτω, ἐσυντρόφευεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ μολύβι ἀπὸ τὸ Ἄργος, καὶ ἀναλόγως τῆς ἡλικίας του ἔδειχνε ζῆλον καὶ προθυμίαν μεγάλην. Ἀνακατεύετο δὲ καὶ εἰς τοὺς ἀκροβολισμοὺς τοὺς γενομένους κατὰ τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Μετὰ δὲ ταῦτα ὑπῆγεν εἰς τὸν Κορινθιακὸν κόλπον μετὰ τοῦ πρίγκηπος Ὑψηλάντου…

 

  

 

Υποσημείωση

 

* Η Φωτεινή Τζαβέλα – Κολοκοτρώνη ήταν πρώτη κυρία της χώρας. Γεννήθηκε στο Σούλι και ήταν κόρη του Φώτου Τζαβέλα. Το 1828 παντρεύτηκε τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη, γιο του Θεόδωρου. Ύστερα απο πρόσκληση του Όθωνα έγινε κυρία επι των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας, θέση στην οποία παρέμεινε για αρκετό καιρό φορώντας πάντα την παραδοσιακή σουλιώτικη φορεσιά. Το 1862, έτος που ανέλαβε την πρωθυπουργία ο άντρας της, έγινε η πρώτη κυρία της χώρας.

Μαζί με τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη απέκτησε δύο γιούς, τον Θεόδωρο, γνωστό και ως Φαλέζ, και τον Κωνσταντίνο καθώς και πέντε κόρες, την Γεωργίτσα Πετιμεζά, την Αικατερίνη Ροδίου, την Ελένη Ζώτου, την Ζωΐτσα Μανώτου και την Ευφροσύνη που έμεινε ανύπαντρη.

 

Πηγές

 

  • Δεληγιάννη Κανέλλου, «Απομνημονεύματα», εκδόσεις, Πελεκάνος, Αθήνα 2005.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

 Λύκος Γεώργιος  ή Χελιώτης – Οπλαρχηγός

 

Η καταγωγή του  Γεωργίου Λύκου ή Χελιώτη ήταν από το Χέλι (Αραχναίο) της Αργολίδας. Έδρασε προεπαναστατικά αλλά κυρίως κατά την Επανάσταση. Ο Κλεφταρματολός Α. Γρηγοριάδης από την Μεσσηνία στα κείμενά του αναφέρει ότι:  Όταν το Φεβρουάριο του 1805 οι Κλέφτες και Αρματολοί της Πελοποννήσου νικήθηκαν κατά κράτος από τον Μώρα – Βαλή της Τριπολιτσάς, Βελή πασά ( γιό του Αλή πασά των Ιωαννίνων) μεταξύ των αγωνιστών ήταν και ο Λύκος. Αυτός, και άλλοι διασωθέντες ( Θ. Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Κεφάλας, Πετμεζάς, Δαγρές κ.ά)  κατάφυγαν αρχικά στη Λακωνία και κατόπιν μέσω  Γυθείου, έφτασαν στις 18 Μαρτίου του 1805 στα Κύθηρα.

Εκεί, κατετάγησαν ως μισθοφόροι στον Ρωσικό στρατό. Αργότερα πήγαν στα Επτάνησα όπου και παρέμειναν μέχρι την ημέρα που κηρύχτηκε η Επανάσταση. Τότε,  όλοι γύρισαν στις πατρίδες τους. Ο Γεώργιος Λύκος αναδείχθηκε ένας από τους πιο γενναίους οπλαρχηγούς του Αγώνα, κυρίως υπό τις διαταγές του Γενικού Αρχηγού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με το χαρακτηριστικό όνομα Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης.

 

Στο εγερτήριο σάλπισμα, ο Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης, συγκρότησε στρατιωτικό τμήμα από 90 Χελιώτες και έλαβε μέρος στην πρώτη πολεμική ενέργεια των Ελλήνων στην Αργολίδα. Την πολιορκία του Ναυπλίου στις 4 Απριλίου 1821. Μετά την πολιορκία, αφού ενώθηκε με τους Κορίνθιους αγωνιστές, δημιούργησε χιλιαρχία με την οποία έδωσε πολλές μάχες στην Κορινθία, Αργολίδα, Μεγαρίδα, Δερβενοχώρια  και την Στερεά Ελλάδα.

Τον Απρίλιο του  ̉21 με την κάθοδο του Κεγιάμπεη στην Κόρινθο και την πολιορκία της Ακροκορίνθου, τον βρίσκουμε υπερασπιστή του κάστρου και λίγο αργότερα πυρπολητή του παλατιού του Κιαμήλ Μπέη. Στα τέλη Μαΐου, συνδράμει τους συναγωνιστές του έξω από το Ναύπλιο που με επικεφαλής τον Νικήτα Σταματελόπουλο, δέχονται ισχυρές πιέσεις από τους Τούρκους του Ναυπλίου.  Τρέπει σε φυγή τους Τούρκους και ελευθερώνει όσους Χριστιανούς είχαν αιχμαλωτισθεί..

Στα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη διαβάζουμε: Στείλαμεν μ̉ άλλους εκατό τον γενναίον Γιωργάκη Χελιώτη, άξιον πολεμιστή και τίμιον Πατριώτη…

Σε όλο το διάστημα του Αγώνα τον συναντάμε να πολεμά ηρωικά τους κατακτητές.

 

Στην πολιορκία και κατάληψη της Τριπολιτσάς στις 23/09/1821.

Στο Κριεκούκι  στα τέλη Ιουλίου 1821.   

Στις 01/04/1822 στην Αγία Μαρίνα και την  Στυλίδα.    

Στη μάχη που δόθηκε στο κάστρο του Άργους, στις 22 και 23 Ιουλίου του 1822.     

Στο Αγιονόρι. ( Μάχη των Δερβενακίων).

 

Ο Παναγιώτης Μπιμπής γράφει:

 

Έτσι ο Δράμαλης 27 προς 28 Ιουλίου 1822 με 14.000 στρατό πέρασε ανενόχλητος την κλεισούρα του Μπερμπατιού με κατεύθυνση προς το Αγιονόρι. Κατά τα ξημερώματα της 28ης Ιουλίου μεταξύ των υψωμάτων « Ρουμάνια Θανάση» και «Μεγάλο Τραχώνι» όπου βρισκόταν το Στρατιωτικό σώμα των Κορινθίων με αρχηγό τον Καπετάν Γεωργάκη Χελιώτη, κτύπησε πρώτος την εμπροσθοφυλακή του Δράμαλη. Ο Χελιώτης αφού αποσύρθηκε με το σώμα του, φρόντισε να ειδοποιήσει τον Νικηταρά ότι οι Τούρκοι πλησιάζουν.

 

Στο βασιλικό Κορινθίας στις 12 Αυγούστου 1822, στην Περαχώρα τον Σεπτέμβριο, και στην Κουρτέσα στις 28 Νοεμβρίου 1822.

 

Στις 5 Ιανουαρίου του1823 μαζί με τον Παναγιώτη Γεραρή αποδεκατίζουν τους Τούρκους στην  Ακράτα και τα Μαύρα λιθάρια, κοντά στο Δερβένι. Στην δεύτερη πολιορκία της Ακροκορίνθου. Στις 19 Οκτωβρίου 1823 μαζί με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τον Στάϊκο Σταϊκόπουλο, καταφέρνουν να υπογραφεί η παράδοση του κάστρου από τους Τούρκους. Ο Κολοκοτρώνης ορίζει τον Γιωργάκη Χελιώτη, φρούραρχο της Ακροκορίνθου. Με τον Νοταρά στην πολιορκία της Πάτρας στις 25 Οκτωβρίου 1824 και στην μάχη του Χαιδαρίου, ως αρχηγός του σώματος του Ιωάννη Νοταρά.( 6/8/1826). Στους τρεις πύργους στις 20 Φεβρουαρίου του 1827, δίνει χείρα βοηθείας στον αποκλεισμένο από τον Κιουταχή, Δημήτριο Καλλέργη. Στις 22 Μαρτίου 1827 ο Καραϊσκάκης διατάσσει επίθεση κατά των θέσεων των Τούρκων στο Φάληρο. Σε βοήθεια του ήρωα, έρχονται οι Οπλαρχηγοί  Γιωργάκης Χελιώτης, Μέλλος και Σισίνης.

Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη οι Πελοποννήσιοι αγωνιστές με αρχηγούς τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Γιωργάκη Χελιώτη, ξεκινούν για την Πατρίδα τους. Οι Τούρκοι τους ακολουθούν και στην Ελευσίνα, επιτίθενται κατά των Ελλήνων. Οι Έλληνες πολεμούν όρθιοι. Τρέπουν σε φυγή τους Τούρκους. Παίρνουν τον δρόμο για την Πελοπόννησο, αφήνοντας τον Χελιώτη με αρκετούς άνδρες ως οπισθοφυλακή.

 

Στις αρχές Ιουλίου 1827 στο χωριό Πασάκους, κοντά στο Μέγα Σπήλαιο, λίγοι αγωνιστές υπό τον Βασίλειο Πετμεζά, δέχονται επίθεση από 6000 Τούρκους. Μπροστά στις υπέρτερες δυνάμεις του εχθρού τα σώματα του Πετμεζά που είχαν στο μεταξύ ενισχυθεί από 500 Αργείους στρατιώτες αναγκάζονται να υποχωρήσουν. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 17 Ιουλίου, στον Άγιο Ιωάννη στο χωριό Τσετσεβά της Βοστίτσας ( Αίγιο) οι Έλληνες με Αρχηγούς τον Φεϊζόπουλο και τον Καπετάν Γιωργάκη Χελιώτη, μετά από πεισματώδη μάχη, νικούν και κατορθώνουν να διώξουν τους Τούρκους. Οι απώλειες των Τούρκων υπήρξαν σοβαρότατες.

 

Το 1832, μετά την δολοφονία του Καποδίστρια πραγματοποιήθηκε εμφύλια σύρραξη μεταξύ των Ελλήνων. Φρούραρχος στην Ακροκόρινθο ήταν ο Γιωργάκης Χελιώτης με 600 Κορίνθιους. Ανήκε στους Καποδιστριακούς. Μετά από ισχυρή πίεση από τους Αντικαποδιστριακούς, αναγκάστηκε να υπογράψει συνθήκη και να παραδώσει το φρούριο στους Γάλλους. Πήγε στην Τρίπολη και ενώθηκε με τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Καποδιστριακούς.

Μετά την Επανάσταση και την αναγνώριση της Ελεύθερης Ελλάδας από τις μεγάλες δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, το Σεπτέμβριο του 1829, οι αγωνιστές γυρίζουν στα σπίτια τους.

Η Πολιτεία συγκροτεί επιτροπή αρμόδια για την απονομή σύνταξης ή χορήγηση κάποιου βοηθήματος ή ακόμη και ηθικής αμοιβής στους αγωνιστές. Αυτή η επιτροπή αναγνωρίζει την πολύτιμη προσφορά  του Γιωργάκη Χελιώτη προς την Πατρίδα. Όμως, μολονότι του είχε απονεμηθεί ο βαθμός του Αντιστράτηγου κατά την εκστρατεία στην Αττική, η επιτροπή τον κατέταξε στην Βασιλική Φάλαγγα με τον βαθμό του Ταγματάρχη και με μισθό 10.000 γρόσια τον μήνα.

Αργότερα, η γυναίκα του Μπήλιω, διαμαρτυρήθηκε έντονα προς την επιτροπή για την αδικία. Ο Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης είχε καταταγεί τρίτος στον πίνακα των Κορινθίων  Οπλαρχηγών, μετά τον Γιαννάκη Νοταρά  και Παναγιωτάκη Νοταρά.

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΥΚΟΣ.

Ο καπετάνιος ούτος ήταν από το χωρίον Χέλι. Υπηρέτησεν δε την πατρίδα στρατιωτικώς εντός και εκτός της Πελοποννήσου, παρακολουθών πάντοτε τον στρατηγόν Νικήταν Σταματελόπουλον. Πολύ δε συνετέλεσεν εις την πολιορκίαν της Κορίνθου, και ιδίως επί της εποχής του Δράμαλη κατά την περίφημον μάχην του Αγιονόρι, όταν ο Δράμαλης επέστρεψεν από την Αργολίδα εις την Κόρινθον.         

 

Πηγές

  • Παναγιώτη Ι. Μπιμπή, « Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους», Άργος 2002. 
  • Ηλίας Χρ. Ξενοφώντας, «Ο τέως Δήμος Κλεωνών Κορινθίας 19ος – 20ος αιώνας», Αθήνα, 2003.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Αλίκη Φακούρα, « Από την Οθωμανική στην Ελληνική Πόλη. Οι λειτουργίες της πόλης του Ναυπλίου 1715-1833. Κοινωνία, οικονομία και διοίκηση», Διπλωματική εργασία, Αθήνα, 2006.

 

ΑΙΤΗΣΙΣ Μπίλιως Λύκου

ΑΙΤΗΣΙΣ Μπίλιως Λύκου

Read Full Post »

Άρμανσπεργκ Ιωσήφ Λουδοβίκος (1787 – 1853)


  

 

Κόμης Ιωσήφ Λουδοβίκος Άρμανσμπεργκ

Ο Ιωσήφ Λουδοβίκος Κόμης του Άρμανσπεργκ (γερμ. Joseph Ludwig Graf von Armansperg) γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1787 και πέθανε στις 22 Μαρτίου του 1853. Ήταν Βαυαρός πολιτικός και πρόεδρος του συμβουλίου της Αντιβασιλείας, που ορίστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις να συνοδεύσει το μελλοντικό Βασιλιά Όθωνα στην Ελλάδα και να ασκήσει εξ ονόματός του την εξουσία έως την ενηλικίωσή του.

Ο Άρμανσπεργκ γεννήθηκε στο Κέτζτινγκ (Kötzting) της Κάτω Βαυαρίας και πέθανε στη έπαυλή του στο Ντίγκεντορφ. Καταγόταν από σπουδαίο παλαιό οίκο ευγενών και από 26 ετών εισήλθε σε κρατικές διοικητικές υπηρεσίες, όταν έμπλεος υπέρ της γερμανικής ελευθερίας έσπευσε το 1813 να συναντήσει το βαυαρικό στρατό και να προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες. Μετά τη συνομολόγηση ειρήνης στο Παρίσι του ανατέθηκε η διοίκηση του διαμερίσματος των Βοσγίων και στη συνέχεια όλων των μεταξύ του Ρήνου και Μεύσιδας χωρών. Όταν κλήθηκε στο συνέδριο της Βιέννης, υπερασπίστηκε με πάθος τα συμφέροντα της Βαυαρίας.

Το 1816 και το 1817 μετείχε στο έργο των επιτροπών του Ρήνου και του Δούναβη, από όπου άρχισε να ασχολείται με διεθνή θέματα. Αργότερα διορίστηκε νομάρχης και επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για την οικονομική ανάπτυξη, ενώ το 1820 διορίστηκε διευθυντής του γενικού λογιστηρίου του κράτους. Στη συνέχεια εκλέχτηκε βουλευτής, αλλά για ελάχιστες ψήφους δεν εξελέγη πρόεδρος της βουλής, πέτυχε όμως τη θέση του αντιπροέδρου, όπου και διακρίθηκε ως σπουδαίος ρήτορας. Υπό την ειδικότητα αυτή τέθηκε επικεφαλής της αντιπολίτευσης των συντηρητικών φιλελευθέρων υποστηρίζοντας ένθερμα τη δημιουργία δημοτικών συμβουλίων για πρώτη φορά στη χώρα.

Όταν ανήλθε στο βαυαρικό θρόνο ο πατέρας του Όθωνα, ο Λουδοβίκος Α’, τον κάλεσε να αναλάβει την αναδιοργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών του κράτους. Έτσι, όλοι σχεδόν οι διοργανωτικοί νόμοι που ακολούθησαν ήταν έργο του Άρμανσπεργκ, με συνέπεια να καταλάβει τη θέση του συμβούλου επικρατείας αναλαμβάνοντας επίσης υπουργός των Οικονομικών και των Εσωτερικών. Ως υπουργός των Οικονομικών πέτυχε την τελωνειακή ένωση όλων των τότε γερμανικών χωρών -που θεωρείται και η πρώτη που σημειώθηκε στην Ευρώπη— και ταυτόχρονα την οικονομική ανόρθωση της Βαυαρίας. Παρά ταύτα αντιδρώντας συστηματικά στις διάφορες απαιτήσεις της παπικής αυλής προκάλεσε το μίσος της παπικής καμαρίλας, του Μονάχου και του συνόλου σχεδόν του καθολικού κλήρου, που αντιδρούσαν σε κάθε φιλελεύθερο νέο θεσμό που εισήγαγε.

Κατάληξη αυτού του συνεχούς πολέμου ήταν η απώλεια του χαρτοφυλακίου του, αλλά ο βασιλιάς για να τον ανταμείψει για το τεράστιο έργο που είχε επιτελέσει τον εξέλεξε πρέσβη στο Λονδίνο, θέση που τελικά ο Άρμανσπεργκ δεν αποδέχθηκε και προτίμησε την οριστική απόσυρση του από τα δημόσια πράγματα, ιδιωτεύοντας στα κτήματα του.

Από το 1828 όμως διατελούσε ισόβιος σύμβουλος επικρατείας, καθώς και ισόβιο μέλος της Γερουσίας της Βαυαρίας. Το 1832, έπειτα από παράκληση του βασιλιά της Βαυαρίας, δέχτηκε να κατέβει στην Ελλάδα ως μέλος της πενταμελούς Αντι­βασιλείας, της οποίας και του ανατέθηκε η προεδρία. Άλλα μέλη της Αντιβασιλείας ήταν ο καθηγητής Γεώργιος Λουδοβίκος φον Μάουρερ και ο υποστράτηγος Καρλ Βίλχελμ ‘Ειντεκ.

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

 

Ο Άρμανσπεργκ έφτασε στην Ελλάδα, μαζί με τον Όθωνα και τα άλλα μέλη, στις 6 Φεβρουαρίου 1833 στο Ναύπλιο, συνοδευόμενος από τη σύζυγο του και τις ωραίες κόρες του – με τη μεγαλύτερη από τις οποίες ο Όθωνας δημιούργησε και ερωτική σχέση. Όταν όμως αυτό έγινε γνωστό, ο Άρμανσμπεργκ κατηγορήθηκε έντονα από τους πολιτικούς του αντιπάλους για προσβολή στο πρόσωπο του βασιλιά, καθώς υποκίνησε το γιατρό του στέμματος Βίτμερ να πιστοποιήσει ότι η διανοητική και οργανική ιδιοσυστασία του Όθωνα δεν επέτρεπαν γάμο, προκειμένου αυτός να παραμείνει κυρίαρχος στη διοίκηση της Ελλάδας. Παρ’ όλα αυτά και για όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως σχετικά με τις επιτυχείς δραστηριότητες στην πατρίδα του, ο Άρμανσμπεργκ ούτε τόσο ευγενής στους τρόπους του ήταν ούτε διπλωμάτης και βεβαίως ούτε υποστηρικτής των γραμμάτων και των τεχνών.

Ο απολυταρχικός τρόπος της διακυβέρνησης του δημιούργησε έντονες αντιδράσεις: αφενός εντός του νεοσύστατου βασιλείου, ειδικότερα όταν στράφηκε εναντίον των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης, που διαφωνούσαν με την πολιτική του, ανάμεσα σε αυτούς και τον Κολοκοτρώνη, που φυλάκισε και οδήγησε σε μία σκηνοθετημένη δίκη με την κατηγορία της εθνικής προδοσίας, αφετέρου, εκτός της Ελλάδας δημιουργώντας πλείστα διπλωματικά επεισόδια, κυρίως εθιμοτυπικά με την έκδηλη φιλοαγγλική πολιτική του. Μάλιστα, ο Μάουερ έφτασε στο σημείο δημόσια να τον καταγγείλει ως «διδάσκαλον της ραδιουργίας».    

Μετά την ενηλικίωση του Όθωνα ανέλαβε πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου (αρχικαγκελάριος) στις 20 Μαΐου 1835. Κατά τη μετάβαση του Όθωνα στη Βαυαρία προκειμένου να νυμφευθεί την Αμαλία η διακυβέρνηση του ήταν ακόμη πιο απολυταρχική. Έτσι, όταν ο Όθωνας επέστρεψε συνοδευόμενος από τον Ρούντχαρτ, αμέσως παύτηκε από τη θέση και το αξιώμά του, το 1837, προς κατευνασμό τόσο των Ελλήνων όσο και των έντονων, εναντίον του, διαβημάτων της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Ρωσίας για την υπέρμετρα αγγλόφιλη πολιτική του.

Ο Άρμανσπεργκ στη συνέχεια επέστρεψε στη Βαυαρία με την οικογένεια του το Μάρτιο του 1837 και τελώντας υπό τη δυσμένεια του στέμματος ιδιώτευε μέχρι το θάνατό του το 1853.

 

Πηγή


  • National Geographic, «Ηγέτες της Ελλάδας 1822-2011», Αθήνα, 2012.

 

Read Full Post »

Καποδίστριας Ιωάννης (1776-1831)

 

 

Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.

Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.

Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831): Έξοχος διπλωμάτης, πολιτικός και πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα από γονείς ευγενείς. Ο πατέρας του Αντώνιος Καποδίστριας, που ήταν δικηγόρος και πολιτικός, αλλά και η μητέρα του Διαμαντίνα το γένος Γονέμη κατάγονταν από ευγενείς οικογένειες και ήταν γραμμένοι στη Χρυσή Βίβλο, το περίφημο Λίμπρο ντ’ Όρο (Libro d’ Oro). Ο Ιωάννης Καποδίστριας μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στην Κέρκυρα, σπούδασε ιατρική στο περιώνυμο τότε πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Εκεί είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει και μαθήματα νομικής και φιλοσοφίας. Στην Ιταλία ήταν τότε πολύ διαδεδομένες οι επαναστατικές ιδέες της Γαλλικής επανάστασης. Ο Καποδίστριας, όντας από τη φύση του φιλελεύθερος, δέχτηκε τα μηνύματα αυτά και έθεσε αργότερα τον εαυτό του στην υπηρεσία του λαού, προσφέροντας τις υπηρεσίες του ως επιστήμονας, αφιλοκερδώς πολλές φορές, και ως πολιτικός.

Επανήλθε στην πατρίδα του την Κέρκυρα το 1797 σε ηλικία 21 ετών και δεν άργησε να διακριθεί. Ίδρυσε την «Εταιρία των Φiλων», έναν φιλολογικό σύλλογο με έντονη πνευματική και πολιτιστική δράση, και τον «Εθνικό Ιατρικό Σύλλογο», τον πρώτο μέχρι τότε στα ελληνικά χρονικά. Διορίστηκε διευθυντής στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Κέρκυρας, που ιδρύθηκε μετά τη Ρωσοτουρκική παρέμβαση στα Επτάνησα (1800).

Από το 1801 ήδη άρχισε να έχει ανάμειξη στην πολιτική. Διετέλεσε Γραμματέας της Ιονίου Πολιτείας και ως υπεύθυνος της εκπαίδευσης (έφορος) ίδρυσε 40 σχολεία και φρόντισε για την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας της Ιονίου πολιτείας. Το 1807 η Γερουσία του ανέθεσε την οχύρωση και άμυνα της Αγίας Μαύρας (Λευκάδας), την οποία απειλούσε ο Αλή Πασάς. Και τότε απέδειξε πως δεν ήταν μόνο έξοχος διπλωμάτης και πολιτικός, αλλά ότι διέθετε και σπάνια οργανωτικά και στρατιωτικά προσόντα. 

Ρωξάνδρα Στούρτζα – Edling Λιθογραφία. Από την συλλογή του Πρίγκιπος Anatole Gagarine

Ρωξάνδρα Στούρτζα – Edling Λιθογραφία. Από την συλλογή του Πρίγκιπος Anatole Gagarine

Δεν άργησε, όμως, να εγκαταλείψει την αγαπημένη του Κέρκυρα, που τόσο νοσταλγούσε στη συνέχεια, και να πάει στην Αγία Πετρούπολη (1809) προσκεκλημένος του Τσάρου. Εκεί γνώρισε και τη Ρωξάνδρα Στούρτζα,* που διετέλεσε κυρία επί των τιμών της αυτοκράτειρας Ελισάβετ, συζύγου του τσάρου Αλεξάνδρου του Α´, είναι «η μόνη γυναίκα που αγάπησε» ο Ιωάννης Καποδίστριας,  ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας.

Ο Τσάρος Αλέξανδρος ο πρώτος τον διόρισε αμέσως στο υπουργείο Εξωτερικών. Το Σεπτέμβριο του 1811 ο Καποδίστριας διορίστηκε στη ρωσική πρεσβεία στη Βιέννη και το Μάρτιο του 1812 διευθυντής της Γραμματείας του Διπλωματικού Τμήματος στο Βουκουρέστι. Μετά τη μάχη της Λειψίας τον Οκτώβριο του 1813, ο τσάρος τον διόρισε υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας και του ανέθεσε να λύσει το πρόβλημα της πολιτικής ενοποίησης της Ελβετίας, ένα πρόβλημα που δεν είχαν κατορθώσει να λύσουν όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι διπλωμάτες. 

Η πολιτική του καριέρα στη Ρωσία συμπίπτει με σημαντικά γεγονότα στην Ευρώπη, καθοριστικά πολλές φορές για την τύχη των λαών. Η συμβολή του Καποδίστρια στη διαμόρφωση του πολιτικού χάρτη της Ευρώπης από το 1814 ως το 1822, υπήρξε μεγάλη. Ιδίως η αναγνώριση της Ελβετίας από τις μεγάλες δυνάμεις ήταν δική του επιτυχία.

Γι’ αυτό και τιμήθηκε ως επίτιμος πολίτης στη Γενεύη, στη Λοζάνη και στο Καντόνι του Πο σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες του προς την Ελβετία. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2009 πραγματοποιήθηκαν και τα αποκαλυπτήρια προτομής του Καποδίστρια στη Λωζάννη της Ελβετίας, παρουσία της Ελβετίδας υπουργού Εξωτερικών Μισελίν Καλμί – Ρέι και του Ρώσου ομολόγου της Σεργκέι Λαβρόφ.

Η σύγκρουσή του όμως με τον Καγκελάριο της Αυστρίας Μέτερνιχ, ο οποίος ήταν η ψυχή της Ιερής Συμμαχίας, δεν άργησε να φανεί. Η πάλη των δύο ανδρών σε διπλωματικό επίπεδο ήταν σφοδρή. Ο Καποδίστριας εξωθούσε τον Τσάρο σε πόλεμο εναντίον της Τουρκίας και στην επίλυση του Ανατολικού ζητήματος με τα όπλα. Έτσι, θα ελευθερωνόταν και η Ελλάδα. Ο Μέτερνιχ πάλι τον ανάγκαζε να μένει πιστός στις αποφάσεις της Βιέννης (1815) και στις αρχές της «Ιερής Συμμαχίας» για τη διατήρηση της «νομιμότητας» στην Ευρώπη με τη δίωξη των φιλελεύθερων ιδεών και την κατάπνιξη κάθε απελευθερωτικού κινήματος.

Ο Καποδίστριας, εκτιμώντας ότι το πολιτικό κλίμα της Ευρώπης ήταν αρνητικό για την Ελληνική υπόθεση, αρνήθηκε να δεχτεί την πρόταση των φιλικών να ηγηθεί της επανάστασης. Με το ξέσπασμα της επανάστασης, διαφοροποιήθηκε πολύ από την επίσημη πολιτική της Ρωσίας και γι’ αυτό απομακρύνθηκε με εύσχημο τρόπο· πήρε άδεια επ’ αόριστον τον Αύγουστο 1822, εγκαταστάθηκε στην Ελβετία και από εκεί δεν έπαψε να εργάζεται για την ελληνική υπόθεση με το πλήθος των γνωριμιών του και το μεγάλο κύρος που διέθετε.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

 

Τα χρόνια πέρασαν και οι αγώνες των Ελλήνων απέδωσαν καρπούς. Κατά την Γ΄ εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827), ύστερα από πρόταση του Κολοκοτρώνη, ο Καποδίστριας εκλέγεται να κυβερνήσει τη μικρή τότε ελεύθερη Ελλάδα για επτά χρόνια. Στις 7 Ιανουαρίου 1828 ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας έφτασε στο Ναύπλιο και κατόπιν πήγε στην Αίγινα, που θα ήταν προσωρινή πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους. Ο Ιωάννης Καποδίστριας κλήθηκε να συστήσει κράτος από το μηδέν.

Τα σύνορα δεν είχαν καθοριστεί. Ο πόλεμος δεν είχε λήξει. Η χώρα μας ήταν ήδη χρεωμένη στους Άγγλους από τα δάνεια, που είχαν δαπανηθεί στις ανάγκες του πολέμου αλλά και στον εμφύλιο. Η εικόνα που παρουσίασαν οι τότε υπουργοί στον κυβερνήτη ήταν φρικτή. Δεν υπήρχαν ούτε δικαστήρια ούτε δικαστές. Δεν υπήρχε ούτε στρατός, ούτε πολεμοφόδια.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας άρχισε αμέσως το τεράστιο έργο που τον περίμενε. Αναδιοργάνωσε το στρατό και το στόλο και ανακατέλαβε τη Δυτική και Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Με τη συνθήκη που θα υπογραφόταν θα ευνοούνταν οι περιοχές που είχαν πολεμήσει με επιτυχία. Επίσης, έφτασαν Γαλλικά στρατεύματα υπό τον Μαιζόν για την απομάκρυνση των Τουρκοαιγυπτίων του Ιμπραήμ από το Μοριά. Σε διπλωματικό επίπεδο έδωσε σκληρές μάχες, για να κερδίσει ό,τι καλύτερο για την πατρίδα. Αναδιοργάνωσε την επαρχιακή διοίκηση και έθεσε τις βάσεις της οικονομίας. Νοιάστηκε για τη γεωργία, που την εμπλούτισε με νέες καλλιέργειες (πατάτας), για την κτηνοτροφία, το εμπόριο, τη ναυτιλία.

Έκοψε το πρώτο νόμισμα, τον ασημένιο φοίνικα, εκπόνησε το πρώτο δασμολογικό και φορολογικό σύστημα. Έθεσε τις βάσεις της εκπαίδευσης με πολλά σχολεία αλληλοδιδακτικά, στα οποία οι πιο προχωρημένοι μαθητές δίδασκαν τους υπόλοιπους υπό την εποπτεία του δασκάλου, και άλλα χειροτεχνίας, δηλαδή πρακτικής κατεύθυνσης. Στην Αίγινα ιδιαίτερα, ίδρυσε ορφανοτροφείο με διευθύντρια τη Μαντώ Μαυρογένους, όπου βρήκαν περίθαλψη και προστασία 600 ορφανά, καθώς επίσης και το Κεντρικό Σχολείο, οι απόφοιτοι του οποίου προορίζονταν για ανώτερες σπουδές. Επίσης, ίδρυσε το Πρότυπο Αγροκήπιο και τη Γεωργική σχολή Τίρυνθας. Στον τομέα της δικαιοσύνης έθεσε τις βάσεις απονομής δικαίου με τη δημοσίευση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και πολλών νόμων, με την ίδρυση πρωτοδικείων στις έδρες των νομών, ειρηνοδικείων στις κωμοπόλεις, καθώς και εφετείων. Το έργο που επιτελέστηκε στα τριάμισι χρόνια διακυβέρνησής του μέχρι τη δολοφονία του ήταν τεράστιο και πρωτοφανές.

Η αντίδραση κατά του κυβερνήτη ήταν από την αρχή σχεδόν έντονη και συνεχώς αυξανόμενη. Στην προσπάθειά του να δημιουργήσει κεντρική εξουσία και να θέσει τις βάσεις για την οικονομία, βρήκε αντιμέτωπους τους άρχοντες, που αντιπροσώπευαν την παλιά αριστοκρατία. Οι πρόκριτοι φοβούνταν ότι θα έχαναν τα παλιά τους προνόμια και την εξουσία τους και γι’ αυτό δεν εννοούσαν να υπακούουν στα κελεύσματα του νεοσύστατου κράτους. Δεν εννοούσαν π.χ. ότι έπρεπε να πληρώνουν φόρους. Και όχι μόνο τούτο, αλλά ζητούσαν υπέρογκα ποσά ως πολεμική αποζημίωση για όσα είχαν χαλάσει κατά τη διάρκεια του αγώνα.

Οι Κουντουριώτηδες από την Ύδρα ζητούσαν τόσο πολλά για τα καράβια τους που είχαν καταστραφεί, για τους μισθούς των πλοιάρχων και πληρωμάτων και για άλλα ακόμη, που ο Αγώνας γι’ αυτούς θα ήταν κερδοσκοπική επιχείρηση, αν η κυβέρνηση είχε να τους αποζημιώσει. Το ίδιο κάνανε κι οι Σπέτσες και τα Ψαρά. Κι εκείνος που υποδαύλιζε την αντικαποδιστριακή τακτική ήταν ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος, ο πρώτος και μεγαλύτερος πολιτικάντης της νεότερης ιστορίας μας, ο οποίος έβλεπε να του γλιστρούν μέσα από τα χέρια τα τρανά αξιώματα. Το νησί της Ύδρας ήταν το μεγαλύτερο αντικαποδιστριακό κέντρο, όπου προσέφευγαν οι δυσαρεστημένοι και συνωμότες. Άλλο κέντρο ήταν η Μάνη των Μαυρομιχάληδων.

 

Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Λιθογραφία.

 

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27-9-1831 από τον Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, αδερφό και γιο αντίστοιχα του Πετρόμπεη,** έχει υπερτονιστεί από τους ιστορικούς. Την εγκληματική ενέργεια όμως δεν πρέπει να ερμηνεύουμε με βάση τα προσωπικά πάθη των δραστών. Ίσως να μην το αποτολμούσαν, εάν η ατμόσφαιρα δεν ήταν τεταμένη και αν δεν υπήρχε τόσο το πλήθος ανθρώπων, που φανερά επιθυμούσαν το θάνατο του κυβερνήτη.

Είχαν φτάσει στο σημείο να μαζεύουν χρήματα για το σκοπό αυτό κρυφά. Και ως ηθικούς αυτουργούς δεν πρέπει να θεωρούμε μόνο τη φάρα των Μαυρομιχαλαίων, τους Κουντουριώτηδες, τον Μαυροκορδάτο και άλλους, καθώς επίσης και την υδραίικη εφημερίδα «Απόλλων», η οποία πανηγύριζε για τον θάνατο του κυβερνήτη κι ύστερα έπαψε να εκδίδεται, επειδή είχε εκπληρώση τον προορισμό της.

Έχει υποστηριχθεί ότι καταλυτικό ρόλο στη δολοφονία του διαδραμάτισαν οι ξένες δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο φάκελος για τη δολοφονία του Καποδίστρια στα αρχεία του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών παρέμενε, τουλάχιστον έως το Σεπτέμβριο του 2014, ακόμη απόρρητος.

Στον σχεδιασμό της συνομωσίας φαίνεται πως πρωτοστάτησε ο Γάλλος στρατηγός Gerard, διοικητής τότε του τακτικού στρατού που επιχείρησε να οργανώσει ο ίδιος ο Καποδίστριας. Δύο ολόκληρους μήνες πριν από τη δολοφονία, οι αξιωματικοί του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο στις μεταξύ τους συζητήσεις δεν αμφέβαλλαν καθόλου, ότι πλησίαζε η ημέρα της δολοφονίας, ή απλώς της ανατροπής, του Κυβερνήτη.

Κατά τον Γιάννη Κορδάτο, η οικονομική κρίση, και η απόρριψη των αγγλικών και γαλλικών οικονομικών προτάσεων εκ μέρους του, οδήγησαν τις δύο τελευταίες «προστάτιδες δυνάμεις» να οργανώσουν τη δολοφονία του ρωσόφιλου Καποδίστρια, χρησιμοποιώντας τους Υδραίους και τους Μανιάτες. Κατά τον Βασίλη Κρεμμυδά, που μελέτησε το αρχειακό υλικό της υπόθεσης, κύριο ρόλο έπαιξε η Γαλλία, ενώ ελάχιστες είναι οι ενδείξεις ότι αναμίχθηκε η Βρετανία. Η τελευταία ενδεχομένως γνώριζε τη συνωμοσία αλλά δεν παρενέβη να την εμποδίσει.

Στη συνέχεια όλοι κατάλαβαν το μέγα σφάλμα, αλλά ήταν πια αργά.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν ακέραιος χαρακτήρας, έντιμος και θερμός πατριώτης και ανιδιοτελής. Αρνήθηκε σύνταξη από τη Ρωσία, για να μη θεωρηθεί μισθοδοτούμενος από τους ξένους. Αρνιόταν τον μισθό του. Δυο φορές θέλησαν να του κόψουν κάποια χορηγία, για να έχει τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως αρχηγός κράτους προς τους ξένους, τη μια το «Πανελλήνιο» (η Κυβέρνηση), την άλλη η Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829). Και τις δυο φορές αρνήθηκε. Ξόδεψε όλη του την περιουσία για τις ανάγκες της πατρίδας. Πούλησε ακόμα και τις πολύτιμες πέτρες από τα παράσημά του. Και ήταν πολύ λιτοδίαιτος, όσο έβλεπε τη χώρα βουτηγμένη στα ερείπια και σε φρικτή ανέχεια. Ο λαός τον αγαπούσε υπερβολικά και θρήνησε πολύ για το χαμό του.

  

Υποσημειώσεις  

 

* Έβλεπα τον Καποδίστρια όλες τις ημέρες στο σπίτι μας, στη Βιέννη, στα δείπνα που οργάνωνε η μητέρα μου. Ανάμεσα στους άλλους προσκαλεσμένους μας. Έπειτα από τα τόσα γράμματα που μου είχε στείλει από την Ελβετία, όπου μου φανέρωνε το ενδιαφέρον του για μένα, με τόσες τρυφερές εκφράσεις, ότι θα του ήμουν απαραίτητη για την ευτυχία της ζωής του, ότι δεν έβλεπε την ώρα να με συναντήσει για να μου ειπεί προφορικά, «διά ζώσης», όσα δεν μπορούσε να μου γράψει, περίμενα με αγωνία αυτή την ώρα. Εκείνος, όμως, πάντοτε αφάνταστα μελαγχολικός, μου μιλούσε με ανεξήγητη ψυχρότητα όσο ποτέ. Και όταν εγώ του απαντούσα με γλυκύτητα ή με τη σιωπή της λύπης, εκείνος γινόταν πιο απόμακρος… Η αγωνία μου είχε γίνει αβάσταχτη…».

  Οι γραμμές αυτές είναι της Ρωξάνδρας Στούρτζα.

** Αν ο καθένας από εσάς (και ομιλώ δι’ εκείνους που κατέχουν τας πρώτας θέσεις εις την πολιτικήν ζωήν της χώρας) με εβοήθει ολίγον και καλοπίστως, λησμονών δια μίαν στιγμήν τα προσωπικά του συμφέροντα, το έργον μου θα εγίνετο περισσότερον εύκολον δι’ εμέ και περισσότερον καρποφόρον δια την Πατρίδα… 

 Προς τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη,   Μάιος 1828

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Ελένης Ε. Κούκκου « Ιωάννης Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Στούρτζα. Μια ανεκπλήρωτη αγάπη». Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996.
  • Κωνσταντίνου Τσάτσου, « Ιωάννης Καποδίστριας – Διακόσια χρόνια από την γέννησή του 1776 – 1976 », Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 1976.
  • Ιωάννης Καποδίστριας, « Κείμενα»,  Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 1976.

 

Σχετικά θέματα

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »