Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πρόσωπα’

 Friedel de Adam

 

Ο Δανός Adam Friedel βρέθηκε στην Ελλάδα από το 1821 ως το 1824, λίγο ζωγράφος, λίγο μουσικός και λίγο στρατιώτης, και δίχως καμία πολεμική ικανότητα, παρά τον τίτλο του αντισυνταγματάρχη που επικαλούνταν, γνώρισε από κοντά τον Κολοκοτρώνη, τον Νικηταρά, τον Μαυρομιχάλη, τον Μπότσαρη, τον Δ. Υψηλάντη, τον Κωλέττη, τον Μαυροκορδάτο, τον Βύρωνα, όμως το σημαντικότερο που ‘κανε στη ζωή του ήταν ότι σχεδίασε τις μορφές των αρχηγών της Επανάστασης εκ του φυσικού και φτάνοντας στην Αγγλία, εκτύπωσε και κυκλοφόρησε 24 λιθόγραφα πορτραίτα αγωνιστών (που λιθογράφησε και επιχρωμάτισε ο J. Bouvier σε πολλές εκδόσεις), στο Παρίσι και το Λονδίνο τα έτη 1826 και 1827.

Πορτρέτο της «Ηρωίδας της Μυκόνου» Μαντώς Μαυρογένους, έργο του Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο - Παρίσι, 1827.

Πορτρέτο της «Ηρωίδας της Μυκόνου» Μαντώς Μαυρογένους, έργο του Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Την εποχή εκείνη τα πορτραίτα του  λειτούργησαν ως σύμβολα ελευθερίας, ξεσήκωσαν συνειδήσεις, ενεργοποίησαν διακεκριμένες προσωπικότητες και έγιναν λάβαρα υπέρ της συμπαράστασης στον Αγώνα των Ελλήνων για τον πολύ λαό, σε χώρες όπου οι πολεμικές ιαχές απ’ τη Ρούμελη ή τον Μοριά δεν μπορούσαν ασφαλώς ποτέ να φτάσουν για να ενθουσιάσουν. Σήμερα οι λιθογραφίες του Friedel είναι περιζήτητο αντικείμενο δημοπρασιών.

 

Πηγή

  • ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΥΚΚΙΟΥ – ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ, Adam Friedel. Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 2007.

Read Full Post »

Λαλουκιώτης Ιωάννης (1879-1951)


 

Ιωάννης Λαλουκιώτης (1879-1951)

Ιωάννης Λαλουκιώτης (1879-1951)

Βιομήχανος και ευεργέτης του Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος το 1879 από γονείς αγρότες, τον Νικόλαο και την Ελισάβετ. [1] Ο βιογραφούμενος αποδήμησε στις ΗΠΑ για λίγα χρόνια και επιστρέφοντας ίδρυσε εργοστάσιο υφαντουργίας. Στην αρχή έδινε δουλειά σε γυναίκες, οι οποίες ύφαιναν στα σπίτια τους σε αργαλειούς, που τους κατασκεύαζαν οι τεχνίτες συνήθως εδώ στο Άργος. Στη συνέχεια, σε κτήριο της οδού Ζαΐμη 25, εγκατέστησε σιδερένιους ιστούς, οι οποίοι κινούνταν με ντιζελομηχανή. Αυτό έγινε πριν από τον πόλεμο. Πάντως, τη μεγάλη ανάπτυξη της υφαντουργίας δεν τη γνώρισε λόγω του θανάτου του. Το 1960 περίπου οι σιδερένιοι ιστοί θεωρούνται πια ξεπερασμένοι και ασύμφοροι. Οι παραπάνω αργαλειοί αντικαθίστανται από αυτόματους ηλεκτροκίνητους. [2]

Μετά το θάνατό του ανέλαβε εξ ολοκλήρου την επιχείρηση ο γαμπρός του Γεώργιος Ρασσιάς (1909 – 1995), ο οποίος κατέφθασε στο Άργος από την Κεφαλονιά, εργάστηκε ως έμπορος – πλασιέ στο εργοστάσιο Λαλουκιώτη, και εκτιμώντας ο τελευταίος τις ικανότητές του, τον έκανε γαμπρό, δίνοντάς του τη θετή κόρη του Έλλη. Ο ίδιος, παντρεμένος με την Αρτεμισία, δεν είχε αποκτήσει παιδιά και είχε υιοθετήσει την υπηρέτριά του Έλλη Τσεκούρα.

Το 1947 έδωσε υπόσχεση στον τότε Επίσκοπο Αργολίδας Χρυσόστομο Α΄ Ταβλαδωράκη ότι θα έκτιζε ίδρυμα για τη στέγαση των ορφανών της πόλης. Πράγματι, την επόμενη χρονιά το ορφανοτροφείο ήταν έτοιμο· τα εγκαίνια έγιναν τον Μάιο 1948. Στην εφημερίδα «Σύνταγμα», φ. 2098/8-5-1948, διαβάζουμε:

…Υπό την παρακολούθησιν των συγκινητικών βλεμμάτων πάντων των παρευρισκομένων παρέδωκεν (ο Ι. Λαλουκιώτης) τας κλείδας του ιδρύματος εις τον Μητροπολίτην Αργολίδος κ. Χρυσόστομον, ειπών ότι έχει την πεποίθησιν ότι υπό την άγρυπνον παρακολούθησίν του και το πατριωτικόν ενδιαφέρον του, το ίδρυμα τούτο θέλει καταστεί φωλεά χαράς, στοργής και περιθάλψεως εις τα τρυφερά εκείνα της φυλής βλαστάρια, τα οποία τόσον τα κτυπήματα της Μοίρας, όσον και η αστοργία ασυνειδήτων γονέων αφήνουν μακράν πάσης φροντίδος…

Το ορφανοτροφείο λειτούργησε μέχρι το 1953. Έκτοτε το οίκημα χρησιμοποιήθηκε από τη Μητρόπολη για διάφορες χριστιανικές εκδηλώσεις και για θερινές διακοπές των παιδιών (κατασκηνώσεις) μέχρι το 1981. Από τότε και μέχρι σήμερα λειτουργεί ως γηροκομείο, αφού προστέθηκε και νέα πτέρυγα, η οποία κτίστηκε κυρίως από εθελοντικές προσφορές σε χρήματα και οικοδομικά υλικά.

Ο Ιωάννης Λαλουκιώτης πέθανε στις 16 Μαρτίου 1951 σε ηλικία 72 ετών από καρκίνο.[3]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Από τη Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου (Λ.Π.Θ.). Θα έπρεπε οι γονείς του τουλάχιστον να κατάγονται από τον Λάλουκα (πρβλ. Λεβιδιώτης από το Λεβίδι Αρκαδίας, Αλωνιστιώτης από την Αλωνίσταινα, Τριπολιτσιώτης από την Τρίπολη). Πάντως οι Λαλουκιώτηδες κατάγονταν από τα Βίτολα της Σερβίας ή Μοναστήρι (Σκόπια). Βλ. Οδ. Κουμαδωράκη, Στα χνάρια του χθες, εκδ. Εκ Προοιμίου, σ. 203. Η όμορφη πόλη των Βιτόλων ή Μπιτόλων, με τα πολλά και όμορφα παραδοσιακά κτίσματα, απέχει λίγα μόνο χιλιόμετρα από τη Φλώρινα. Και σήμερα πολλοί Βορειοελλαδίτες την επισκέπτονται για ψώνια επειδή είναι φτηνά!

[2] Βλ. Οδ. Κουμαδωράκη, Στα χνάρια του χθες, εκδ. Εκ Προοιμίου σ. 175. Στο βιβλίο αυτό υπάρχει εκτενές αφιέρωμα για την κλωστοϋφαντουργία Άργους και για το εργοστάσιο Λαλουκιώτη – Ρασσιά (σσ. 168-191).

[3] Προφανώς, αυτό εννοεί η «Ασπίς» (22-4-1951), γράφοντας: Ατυχώς όμως η επάρατος νόσος του έκοψε το νήμα της ζωής. Πάντως, στη Λ.Π.Θ. πιστοποιεί ο ιατρός Φ. Πετρόπουλος ότι ο θάνατός του επήλθεν εκ Γριππώδους Βρογχοπνευμονίας.

 

Πηγή


Read Full Post »

Υφαντή – Κατσαρού Αδαμαντία (1910-1995)

 

Μεγάλη ευεργέτιδα του «Δαναού». Γεννήθηκε στο Άργος και πέθανε στην Αθήνα. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια· οι γονείς της Ανδρέας και Γεωργία Υφαντή ήταν έμποροι. Ήταν παντρεμένη με τον Ελληνοαμερικάνο Γεώργιο Κατσαρό, έμπορο, ο οποίος καταγόταν από τη Λυρκεία και διέμενε στην Αθήνα. Το ζεύγος Κατσαρού δεν είχαν την ευτυχία ν’ αποκτήσουν παιδιά. Η Αδαμαντία Κατσαρού κληροδότησε στο Σύλλογο «Δαναό» μετοχές, χρήματα σε ξένο συνάλλαγμα και δύο ακίνητα, ένα στο Λουτράκι και ένα στην Αθήνα. Ο «Δαναός» την ανακήρυξε μεγάλη ευεργέτιδα και για λόγους ευγνωμοσύνης αποφάσισε να φιλοξενηθεί η προτομή της και να τοποθετηθεί δίπλα στην προτομή του Αγ. Λύγδα.

Τα αποκαλυπτήρια της μαρμάρινης προτομής, έργο του γλύπτη Σ. Φιλιππότη, έγιναν στις 3 Μαΐου 1998, ημέρα εορτής του πολιούχου της πόλης του Άργους, Αγίου Πέτρου και ετήσιας εορτής του «Δαναού», όπως έχει καθιερωθεί.

 

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Γεώργιος Θωμόπουλος (1906-1995)

 

 

Γεώργιος Θωμόπουλος (1906-1995): έμπορος, δημοσιογράφος, συγγραφέας  και Δήμαρχος Άργους (1964-67). Γεννήθηκε στο Άργος. Φοίτησε στη Νομική Σχολή της Αθήνας χωρίς να περατώσει τις σπουδές του. Από νεαρή ηλικία είχε πνευματικές ανησυχίες, ήταν δραστήριος και ιδιαίτερα φιλόδοξος. Διετέλεσε έφορος της βιβλιοθήκης Δαναού και Γεν. Γραμματέας του ίδιου συλλόγου. Το 1934 ίδρυσε τον «φυσιολατρικό, προοδευτικό Σύλλογο Νέα Ζωή.

Ο πρόεδρος του Συλλόγου Ν�α Ζωή, Γεώργιος Θωμόπουλος, με ομάδα του Συλλόγου σε Εθνική Εορτή 1937.

Ο πρόεδρος του Συλλόγου Νέα Ζωή, Γεώργιος Θωμόπουλος, με ομάδα του Συλλόγου σε Εθνική Εορτή 1937.

 

 

Ο Σύλλογος αυτός, με πρόεδρο τον Γ. Θωμόπουλο, ήταν ιδιαίτερα δραστήριος σε μια εποχή μάλιστα που τα πολιτιστικά πράγματα στο Άργος ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Η Νέα Ζωή διοργάνωνε πολύ συχνά εξορμήσεις μέσα και έξω από την Αργολίδα, συναυλίες και διαλέξεις, διέθετε Μουσική Σχολή με αρκετούς μαθητές για την εκμάθηση μουσικών οργάνων με διευθυντή τον μουσικό Ανδρέα Ντόλα, είχε αθλητικό τμήμα, τμήματα ξένων γλωσσών (Γαλλικών-Γερμανικών) και τμήμα Προσκόπων. Σύντομα η Μουσική Σχολή απέκτησε και χορωδία. Για τον εξωραϊσμό του Άργους η Νέα Ζωή φύτεψε πεύκα στο αρχαίο θέατρο. Αρχικά η Νέα Ζωή δεχόταν φιλοξενία στο μέγαρο του Δαναού. Αργότερα απέκτησε δικά της γραφεία σε ενοικιαζόμενο οίκημα κοντά από τον δημοτικό κήπο (εφ. «Ασπίς», φ. 211/1.11.1936).

Ύστερα όμως από τρία χρόνια και πλέον θαυμαστής και αξιοζήλευτης πορείας, ο Σύλλογος πέρασε βαθιά κρίση από την οποία δε συνήλθε ποτέ.

 

Ο Γ. Θωμόπουλος έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον αθλητισμό. Ήταν ιδρυτικό μέλος του αθλητικού Συλλόγου «Αργεύς» (1928). Διετέλεσε, επίσης, Πρόεδρος του «Παναργειακού», ο οποίος, επί προεδρείας Θωμοπούλου, αγωνίστηκε στην Α΄ Εθνική (1957). Επίσης, επί προεδρίας Θωμοπούλου ο «Παναργειακός» κάλεσε τον διάσημο πρωταθλητή ελεύθερης πάλης Τζιμ Λόντο (Χρήστο Θεοφίλου) για μια παλαιστική επίδειξη με τον πρωτοπαλαιστή Πανάγο. Η επίδειξη έγινε στο αρχαίο θέατρο Άργους (1956) και οι εισπράξεις (100.000 δρχ. περίπου) διατέθηκαν για την αγορά οικοπέδου και την ίδρυση σταδίου, το οποίο θεμελίωσε ο Γ. Θωμόπουλος το 1965 ως Δήμαρχος.

 

Το 1954 εκλέγεται Δημοτικός Σύμβουλος με το ψηφοδέλτιο του Ευσταθίου Μαρίνου και διετέλεσε για ένα διάστημα Πρόεδρος του ΔΣ. Έκτοτε ασχολήθηκε χωρίς διακοπή με την ενεργό πολιτική και το 1964 εκλέγεται Δήμαρχος. Είναι η εποχή που πνέει ένας διαφορετικός άνεμος στην πολιτική κονίστρα με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου και την Ένωση Κέντρου στην Κυβέρνηση. Ο λαός επιζητούσε κάποια αλλαγή. Και σε τοπικό επίπεδο ο Γ. Θωμόπουλος κατόρθωσε ν’ αναδειχθεί Δήμαρχος με την ψήφο πολλών κεντρώων και αριστερών ψηφοφόρων. Επί δημαρχίας του επισκευάστηκαν οι περισσότεροι δρόμοι του Άργους και των συνοικιών, διοργανώθηκε γιορτή πορτοκαλιού για τρεις συνεχείς χρονιές, ιδρύθηκε το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου και οργανώθηκε το φεστιβάλ Άργους, στο οποίο συμμετείχαν αξιόλογοι καλλιτέχνες (Άννα Συνοδινού, Θάνος Κωτσόπουλος, Μάνος Κατράκης, Δώρα Στράτου κ.ά.). Το 1967 ο Γ. Θωμόπουλος απομακρύνθηκε από το αξίωμα του Δημάρχου με απόφαση του Υπ. Εσωτερικών Στ. Παττακού της τότε στρατιωτικής κυβέρνησης.

Στις δημοτικές εκλογές που ακολούθησαν (30.3.1975 και 15.10.1978) έλαβε μέρος ως υποψήφιος δήμαρχος, χωρίς να εκλεγεί. Δεν έπαψε, όμως, να ενδιαφέρεται για τα κοινά, όπως φαίνεται από την εφημερίδα του «Αργειακόν Βήμα», η οποία εκδίδεται ανελλιπώς από το 1960 και είναι η μακροβιότερη εφημερίδα του Άργους. Το 1994 δημοσίευσε ένα ογκώδες βιβλίο με τον τίτλο «Αφιέρωμα», όπου φιλοξενούνται διάφορα δημοσιογραφικά του κείμενα, άρθρα, ποιήματα, χρονογραφήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις κ.ά. Στις 29.1.1995, επτά μήνες περίπου πριν από το θάνατό του, ο Δήμος τίμησε «τον πρώην δήμαρχο, δημοσιογράφο και συγγραφέα Γ. Θωμόπουλο» στο Δημαρχείο, όπου και του δόθηκε τιμητική πλακέτα για τα εβδομήντα χρόνια του πολιτιστικού του έργου. Ο Γ. Θωμόπουλος πέθανε στο σπίτι του (Μυστακοπούλου 12) πλήρης ημερών στις 22 Ιουλίου 1995.

 

 

 

Πηγές

 

  

  • Γεωργίου Χρ. Θωμόπουλου, « Αφιέρωμα…», Έκδοση Εφημερίδας  «Αργειακό Βήμα», Άργος 1994.  
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

 

Read Full Post »

Αναπλιώτης Αντώνης (1888-1951)


 

Σκίτσο του Αντώνη Αναπλιώτη που φιλοτέχνησε ο Νίκος Καστανάκης.

Ο Αντώνης Αναπλιώτης (φιλ. ψευδ. του Αντώνη Λεκόπουλου), ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1888 πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη γενέτειρα, όπου τελείωσε το γυμνάσιο το 1902. Εργάσθηκε στο πρωτοδικείο Ναυπλίου και παράλληλα σπούδασε στη Νομική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1908 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, σταδιοδρόμησε ως υπάλληλος του υπουργείου Εσωτερικών και έφθασε ως το Βαθμό του επιθεωρητή. Την πρώτη λογοτεχνική του εμφάνιση έκανε το 1910, τυπώνοντας την ποιητική του συλλογή «Τo Βιολί». Ωστόσο είχε ήδη από το 1907 γράψει το τρίπρακτο δράμα «Ο Πιπιάς», το οποίο τυπώθηκε το 1992 από τη βιβλιοθήκη του Ναυπλίου «Παλαμήδης».

Ασχολήθηκε με την ποίηση, το διήγημα, τη λαογραφία, το θέατρο, το χρονογρά­φημα και έγραψε ποικίλες διατριβές. Στα σαράντα χρόνια της πνευματικής του πορείας συνεργάσθηκε με πολλά έντυπα της επαρχίας και της πρωτεύουσας («Ευβοϊκά Γράμματα», «Εμπρός», «Πρωία», «Νέα Εστία», «Ατλαντίς» Ν. Υόρκης κ.ά.), στα οποία βρίσκεται κατεσπαρμένο μεγάλο μέρος του έργου του. Το θεατρικό του έργο «Ο Πιπιάς» βραβεύθηκε το 1938 στον «Καλοκαιρίνειο Διαγωνισμό».

Ο Αντώνης Αναπλιώτης ήταν ο πρώτος μεγάλος δωρητής της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» και συντάκτης του πρώτου καταλόγου των βιβλίων της, το 1949. Προτομή του κοσμεί την αυλή της Βιβλιοθήκης από το 1957.

Με επιμέλεια του Σπ. Παναγιωτόπουλου, του Γ. Τσουκαντά και του Ν. Δεληβοριά κυκλοφόρησε μεταθα­νάτια (1958) επιλογή της ιδιότυπης ποίησης του Αντώνη Αναπλιώτη με τίτλο «Αναπλίωτικα». Πέθανε στην Αθήνα το 1951.

 

 Μια κριτική για τον ποιητή Αντώνη Αναπλιώτη στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών (1953) 

Επιμέλεια: Γιώργος Ρούβαλης

 

Μια κριτική του τότε εκλεκτού κριτικού Γιώργου Φτέρη που έγινε στη ραδιοφωνική του ομιλία απ’ το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών στις 15-2-53, δύο χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή. Αναδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Σύνταγμα» στις 25 Μαρτίου 1953 με τη φροντίδα του Θ. Κωστούρου.

 

ΜΙΑ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ
ΤΟΥ κ. Γ. ΦΤΕΡΗ

(Όπως υποσχεθήκαμε στο προηγούμενο φύλλο, δίνουμε σήμερα ολόκληρη την ομιλία του εκλεκτού λογίου κ. Γεωργ. Φτέρη, για τον ποιητή μας Α. Αναπλιώτη. Την ομιλία αυτή που έγινε στον Ρ. Σταθμό Αθηνών στις 15-2-53 ο κ. Φτέρης είχε την καλοσύνη να την αποστείλη, μέσω του Λογοτεχνικού συνεργάτου μας κ. Θ. Κωστούρου, στο «ΣΥΝΤΑΓΜΑ».)

 

«Είχεν επάνω σ’ όλο το παρουσιαστικό του κάτι το συμπαθέστατα επαρχιακό, τόσο που να φαίνεται σχεδόν ξένος, σχεδόν νιόφερτος στην Αθήνα, αν κι εδώ εζούσε χρόνια ολόκληρα. Είχεν ακόμη εκείνον τον ειδικό, τον χαρακτηριστικό τόνο στο ντύσιμο που θύμιζε Κυριακή της επαρχίας, όταν είναι κλεισμένα τα μαγαζιά, τα εμπορικά. Κι οι άνθρωποι, ιδίως οι μεσόκοποι που εκφράζουν περισσότερο την ηλικία της επαρχιακής πολιτείας – εν αντιθέσει προς τη νεότητα, που δίνει έναν τόνο επικρατέστερο στα μεγάλα κέντρα – οι Κυριακάτικοι άνθρωποι με την τσάκιση στα παντελόνια και τα κομπολόγια στα χέρια τους, κάνουν τον αργό λικνιστικό περίπατο στην κεντρική πλατεία και χαιρετά ο ένας τον άλλον με οικειότητα. Είχε προπάντων μια γελαστή συστολή, κάτι το ντροπαλά εγκάρδιο στο πρόσωπό του και μαζί μ’ αυτό μια υποχωρητικότητα, μια προκαταβολική συγκατάθεση μέσα στο βλέμμα, βαθειά ανθρώπινη. Ποτέ δεν επρόβαλε στη συζήτηση τον εαυτό του, το έργο του, μ’ όλο που τ’ αγαπούσε τόσο τρυφερά.

Αναπλιώτης (Αντώνης Λεκόπουλος)

Μιλάμε για τον ποιητή Αναπλιώτη, τον Αντώνιο Λεκόπουλο, που ετιμήθη τελευταία στο Ανάπλι η μνήμη του μετά τα αποκαλυπτήρια της προτομής του. Και μιλάμε για να εξάρωμε πρώτα-πρώτα το παράδειγμα. Εννοούμε το γεγονός ότι η επαρχία παίρνει πρωτοβουλίες αυτού του τύπου, αισθάνεται δηλαδή την ανάγκη να τιμήση τους πνευματικούς εκπροσώπους της. Πρόκειται για μια κίνηση που θάπρεπε με κάθε δυνατό τρόπο να ενθαρρυνθεί, για να γίνη συστηματικώτερη και ευρύτερη, όχι μόνον γιατί έτσι μπορούν να αξιοποιηθούν αισθητικά, τουριστικά, διάφορες επαρχιακές πολιτείες. Αλλά και γιατί είναι δίκαιο να αναγνωρισθούν επί τέλους και στην επαρχία – που όσο κι αν παρουσιάζεται εγκαταλελειμμένη αποτελεί πάντα τον πυρήνα, τη ρίζα της ελληνικής ζωής – οι πνευματικοί τίτλοι της. Το νομίζομε, γιατί η ελληνική επαρχία έχει αποκτήσει, όσο καμμιά άλλη επαρχία συγχρόνου τόπου, ένα σύμπλεγμα κατωτερότητος πνευματικής. Της το εδημιούργησε η πρωτεύουσα, όπως έχει συγκεντρώσει, όπως εξακολουθεί να συγκεντρώνη μ’ έναν τρόπο σχεδόν μονοπωλιακό, όλη την πνευματική δραστηριότητα της χώρας και ν’ απορροφά κάθε φλέβα, κάθε ικμάδα ταλέντου που εκδηλώνεται στην περιοχή των επαρχιών. Αυτό κανταντά βέβαια μοιραίο, με τη σημερινή διαμόρφωση της Ελληνικής ζωής, με το γενικώτερα συγκεντρωτικό σύστημα που τη χαρακτηρίζει και με την εγκατάλειψη της επαρχίας στην τύχη της. Ούτε μπορεί ν’ ακολουθήση ο καθένας το παράδειγμα του Μιστράλ και του Φρανσίς Ζαμ – για ν’ αναφέρωμε τους γνωστοτέρους ποιητές, που για χάρη της επαρχίας επεριφρόνησαν και τη διαμονή στο Παρίσι και τη δόξα του Ακαδημαϊκού. Ωστόσο πρέπει να θυμίζεται ότι οι Ελληνικές επαρχίες δεν βγάζουν μόνο προϊόντα για την αγορά, αλλά τροφοδοτούν επίσης τα Ελληνικά γράμματα.

Ότι εκείνες ανανεώνουν διαρκώς τα Ελληνικά γράμματα. Και ότι το Μεσολόγγι, το Αγρίνιο, το Καρπενήσι, ο Έπαχτος με τον Παλαμά, με το Μαλακάση, με το Χατζόπουλο, με τον Παπαντωνίου, με το Βλαχογιάννη, η Καλαμάτα με τον Νικόλαο Πολίτη, τον Καμπίση και τον Αποστολάκη, τα Λεχαινά με τον Καρκαβίτσα, η Σπάρτη με το Μητσάκη, η Μάνη με τους Πασαγιάννηδες – για να μη προχωρήσουμε στα νησιά – έχουν προσφέρει στην πνευματική μας αναγέννηση πολύ περισσότερα από την Αθήνα.

Μιλάμε επίσης για τον Αναπλιώτη, επειδή θέλομε στο πρόσωπό του να τιμήσωμε μια κατηγορία ποιητών που το έργο τους, με το να είναι σε ελάσσονα τόνο τους τοποθετεί στο ημίφωτο, στο βάθος, πίσω από τις προνομιούχες μορφές όπου πέφτει η αντηλιά της δόξης μ’ όλη της την ένταση, είναι οι «MINORES» οι ποιητές που έχουν μια μετριώτερη απήχηση και αναγνώριση στην εποχή τους, κάτι το ωχρό μπροστά στη θαμπωτική λάμψη των άλλων, που τους κάνει μέσα στη γραμματολογία βαθύτατα συμπαθείς. Και που υποχρεώνει την ανθρώπινη μνήμη να μη τους εγκαταλείπη στη λησμονιά, να τους σέβεται.

Είπαμε παραπάνου ότι ο Αναπλιώτης ποτέ δεν επρόβαλε στη συζήτηση το έργο του, μ’ όλο που το αγαπούσε τρυφερά. Και το αγαπούσε ότι όπως κάθε ποιητής αγαπά τη δημιουργία του, σ’ ότι τον εζέστανε, σε ότι τον εγοήτεψε πιο πολύ. Γιατί το έργο του Αναπλιώτη δεν το συνέθεταν λυρικές προσπάθειες λιγώτερο ή περισσότερο επιτυχείς, που αρχίζουν πάντως από καταστάσεις αφηρημένες, αυτές που πλαισιώνουν την πρώτη έμπνευση. Εδώ τα τραγούδια είναι πρωτ’ απ’ όλα βιώματα, μέσα στις φόρμες τους έχει μεταφέρει ο ποιητής το υλικό της ζωής του. Έχει βάλει την τοπογραφία της, την πραγματογνωσία της, την ονοματολογία της τα πάντα. Διαθέτοντας μία εξαίρεση, μία ασφαλεστάτη αναδρομική αίσθηση, κάνει άμεσα τα γεγονότα και τα πρόσωπα που θυμάται, τα παρουσιάζει σχεδόν ζωντανά. Οι άνθρωποί του δεν είναι αόριστοι, ανώνυμοι, τοποθετημένοι μέσα σε πλασματικές περιπτώσεις. Είναι συγκεκριμένοι με τα ονόματά τους, τα μικρά και τα μεγάλα, με τα επαγγέλματά τους, με τα παρατσούκλια τους. Είναι ο Τσορονίκος ο Γουρλής, ο Γιώργος ο Παπαθανάσης, του Νίκου και του Κώστα ο αδερφός, είναι η κυρά Σπύραινα, η «χήρα η κακομοίραινα», ο Μπεκιάρης, ο Παναγιώτης, ο Ψάλτης ο Παβουγαδές, ο Κορομίχης με τον Κορομπίλη «σαράντα χρόνια χρυσοί γειτόνοι και φίλοι».

Είναι ο Γρίντζος, ο Μετζίτης κι ο Μπιτζαξής, που μικρά παιδιά τόσκαζαν απ’ το σχολείο στο μάθημα των γαλλικών. Και όταν τους φώναζε ο καθηγητής:

– Ω με ζ-ανφάν! Ου βου ζ-αλλέ; του απαντούσανε κι οι τρεις:
– Στο Ιτσ-Καλέ! Στο Ιτσ-Καλέ! ώσπου έπαιρναν στο τέλος, όταν εγένοντο οι εξετάσεις:
– Στου Κατελούζου τον καιρό. Τρουά ζερό! Τρουά ζερό!

Ότι γίνεται στ’ Ανάπλι, τα γλέντια, οι μικρές οικογενειακές έγνοιες για τους δύσκολους γάμους των προχωρημένων σε ηλικία κοριτσιών, αθώοι παιδικοί έρωτες, το σχολείο, οι ταβέρνες, οι μπουζουξήδες, οι εκκλησιές, οι ψαλτάδες, τα ψυχοσάββατα, όλα περιγράφονται με ένα λυρικό και μαζί γελοιογραφικό τρόπο γεμάτον συμπάθεια για τον άνθρωπο.

Τελειώνουμε την ομιλία τούτη μ’ ένα χαρακτηριστικό τραγούδι του Αναπλιώτη αφιερωμένο στο «Μιστό».

Εμπήκα στο μιστό
της μοίρας τα γραμμένα
τ’ αναθεματισμένα…
Για κείνο το μιστό
πού νάειθε τσακιστώ
στερήθηκα τ’ Ανάπλι
στερήθηκα και σένα.

Γ. ΦΤΕΡΗΣ

 

Πηγές


  • Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας 1798 – 1957», Αθήνα, 1958.
  •  Κώστα Μιχ. Σταμάτη, « Πελοποννησιακή Λογοτεχνία – Η Λογοτεχνία της Αργολίδας », Αθήνα, 1995.
  • Εφημερίδα «Σύνταγμα».

Read Full Post »

Κουμαδωράκης Οδυσσέας (1952 – 5 Αυγούστου 2022)


 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

Ο Οδυσσέας Κουμαδωράκης γεννήθηκε στη Σαρακήνα Χα­νίων το 1952, αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Κισάμου και σπούδασε φιλολογία στην  Αθήνα. Από το 1977 ζούσε και δίδασκε  στο Άργος. Ήταν νυμφευμένος με τη φιλόλογο Καίτη Γεώργα. Ως φιλόλογος εργάστηκε στο 4ο Γυμνάσιο Άργους· οι μαθητές του τον θυμούνται με θαυμασμό για τις γνώσεις και την κατάρτισή του αλλά κυρίως για τη συμπεριφορά και το ήθος του.

Οι γυμνασιακές και πανεπιστημιακές του σπουδές συνέπεσαν με την περίοδο της δικτατορίας, γι’ αυτό και τα δύο πρώτα του βιβλία («Τα χαμένα δώρα», διηγήματα 1985, και «Ως ελαιόκαρπος», μυθιστόρημα 1986) είναι αντιστασιακού περιεχομένου.

Στη συνέχεια στράφηκε προς την παιδική και νεανική λογοτεχνία κι έγραψε τα παραμύθια: «Ο κόσμος της Καστανούλας», εκδ. Άλμα 1990, «Τα παράξενα ανθρωπάκια οι Δροσουλίτες», εκδ. Άλμα 1992, «Ο κυνηγός των μαργαριταριών», εκδ. Καστανιώτη 1996 και το ιστορικό μυθιστόρημα «Ο εξωλέστατος», εκδ. Δωρικός 1999, που αναφέρεται στη δράση και τη δολοφονία του πρωτεργάτη της Ελληνικής Επανάστασης στην Ύδρα Αντώνη Οικονόμου.

Είχε ασχοληθεί με το θέατρο και είχε γράψει την κωμωδία «Γλυκιά μου Σοφία», η παράσταση της οποίας απέσπασε ειδική διάκριση στους 8ους περιφερειακούς θεατρικούς αγώνες (2002) και το μονόπρακτο «Η συνάντηση», αδημοσίευτο.

Ακόμη, είχε γράψει το βιβλίο «Γνωριμία με το Άργος» με τους μαθητές του από αγάπη προς αυτούς και προς το Άργος, όπου ζούσε και δίδασκε από το 1977. Επανεκδόθηκε συμπληρωμένο και βελτιωμένο με τίτλο «Άργος το Πολυδίψιον», εκδόσεις Εκ Προοιμίου 2007. Το 2010 κυκλοφόρησε  το βιβλίο του  «Στα χνάρια του χθες» από τις εκδόσεις Εκ Προοιμίου.

Είχε δημοσιεύσει ενδιαφέρουσες μονογραφίες και μελέτες σε επιστημονικά και λογοτεχνικά περιοδικά της Αργολίδας.

Το 2006 τιμήθηκε από τον Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός» για την πνευματική και την κοινωνική του προσφορά.

Ο Οδυσσέας Κουμαδωράκης ήταν ένας μαχητής της ζωής. Έπειτα από ισχυρό εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη το 1997, κατάφερε και πάλι να σταθεί στα πόδια του, να επιστρέψει στις σχολικές αίθουσες και τους αγαπημένους του μαθητές και να ασχοληθεί με ιδιαίτερο ζήλο με την ιστορική έρευνα και το συγγραφικό του έργο.

Απεβίωσε το πρωί της Παρασκευής 5 Αυγούστου 2022, σε νοσοκομείο της Αθήνας, σε ηλικία 70 ετών. Η εξόδιος ακολουθία  τελέστηκε την  Κυριακή 7 Αυγούστου στις 12 το μεσημέρι στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους, όπου και ετάφη.

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

 

Το μεγάλο ταξίδι του Οδυσσέα

 

Μάνα κι αν έρθουν οι φίλοι μου
κι αν έρθουν και δικοί μας.
Να μη τους πεις κι απόθανα
να τους βαροκαρδίσεις.
Στρώσε τους τάβλα να γευτούν,
κλίνη να κοιμηθούνε.
Στρώσε τους παραπέζουλα
Να βάλουν τ’ άρματά τους
Και σαν ξυπνήσουν το πρωί
και σ’ αποχαιρετούνε,
πες του τος πως απόθανα.

 

Με τούτο το ηρωικό κρητικό ριζίτικο τραγούδι θα συνοδέψουμε τον συνοδοιπόρο στις πνευματικές και κοινωνικές αναζητήσεις, τον καλό φίλο, τον αγαπητό συνάδελφο, τον καλό και αγαθό άνθρωπο, τον συνειδητά ενεργό πολίτη, τον Οδυσσέα Κουμαδωράκη, που ξεκινά αύριο Κυριακή (7-8-2022) με τις ευχές και την αγάπη όλων το μεγάλο του ταξίδι.

Ο Οδυσσέας Κουμαδωράκης, το 2017, στο χορό της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης.

Απαλλαγμένος από τα δεσμά της καθημερινότητας, χωρίς να είναι πισθάγκωνα δεμένος στο μεσιανό κατάρτι, ελεύθερος να τραγουδάει στην άκρια της πλώρης, αγναντεύοντας στο βάθος να δει να του κουνάνε καλοδεχούμενα χέρια ο Γιάννης Ρηγόπουλος, ο Νικόλας Ταρατόρης, η Κατερίνα Παπαδριανού, ο Γιώργος Αντωνίου και τόσοι άλλοι που έκαναν ήδη το πέρασμα στην αιωνιότητα. Από το 1977 παρουσίαζε την Οδύσσεια στα παιδιά του σχολείου και να τώρα που ήρθε η ώρα, ίδιος ο Οδυσσέας, να ξεκινήσει για το δικό του μεγάλο ταξίδι.

Ήρεμος πάντα, με τη σοφία που του χάριζαν οι εμπειρίες της ζωής, ο Οδυσσέας Κουμαδωράκης ανήκει σ’ εκείνη την ομάδα με τους ξενοτοπίτες που στέριωσαν στην Αργολίδα, εργάστηκαν, έκαναν οικογένεια και άνοιξαν δρόμους στον πολιτισμό.

Όπως πάντα στις περιπτώσεις αυτές, δεν ξεχνάς ποτέ τον τόπο που σε γέννησε και στον οποίο μεγάλωσες. Ο Οδυσσέας δεν ξέχασε τη Σαρακήνα Χανίων, ούτε τον Κίσαμο όπου τελείωσε το Γυμνάσιο πριν έρθει στη Φιλοσοφική Αθηνών. Συχνά πήγαινε εκεί και γύριζε ανανεωμένος για να γεμίσει με τη ζωντάνια του το Άργος που αγάπησε όσο και την ιδιαίτερή του πατρίδα. Συζητούσαμε για την Κρήτη, για τα τραγούδια της, τις ομορφιές της και όλα μετατρέπονταν σε χειροπιαστή έρευνα για κάτι νέο!

Ο Οδυσσέας, εκτός από το αναγνωρισμένο για την ποιότητα εκπαιδευτικό του έργο, είχε ένα πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό βάζοντας στο επίκεντρο τα παιδιά και στη συνέχεια τους μαθητές του. Η έκδοση «Γνωριμία με το Άργος» είναι ίσως η καλύτερη απόδειξη της σύζευξης σχολικής κοινότητας και έρευνας. Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως το έργο αυτό στάθηκε, σε πανελλήνιο επίπεδο, ένας οδηγός για τις σχολικές ερευνητικές ομάδες. Η συνέχεια των εκδόσεων αποτελούν μια πλούσια παρακαταθήκη στην τοπική και εθνική λαογραφία, ιδιαίτερα με το έργο του «Στα χνάρια του χθες» (2010), ενώ είχε προηγηθεί το «Πολυδίψιον Άργος» (2007) που αποτελεί μια βελτιωμένη έρευνα της «Γνωριμίας με το Άργος» και σήμερα παραμένει ένα βιβλίο αναφοράς για την πόλη.

Σημαντικό είναι και το λογοτεχνικό έργο για παιδιά και ενήλικες: «Τα χαμένα δώρα» 1985, «Ως ελαιόκαρπος» 1986, «Ο κόσμος της Καστανούλας» 1990, «Τα παράξενα ανθρωπάκια οι Δροσουλίτες» 1992, «Ο κυνηγός των μαργαριταριών» 1996, «Ο εξωλέστατος» 1999.

Συχνά βέβαια, οι αναφορές στο πλούσιο συγγραφικό του έργο επισκιάζουν δυο άλλες σημαντικές πολιτιστικές προσφορές και δράσεις του: τη θεατρική με τη συμμετοχή του στο θίασο της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης και τη συμμετοχή του στην συντακτική ομάδα της «Αργειακής Γης», ενός εκ των σημαντικότερων περιοδικών εκδόσεων, για την πόλη του Άργους και την Αργολίδα, όπως επίσης και της συμμετοχής του στον «Κύκλο της Αναγέννησης» και το περιοδικό της.

Ο Οδυσσέας Κουμαδωράκης στάθηκε από την πρώτη στιγμή ένας από τους βασικότερους υποστηρικτές για την «Πρόταση» και την «Αργειακή Γη», με επίπονα ωράρια προετοιμασίας αλλά και τη χαρά της δημιουργίας για ένα ζωντανό και ενθουσιώδες κοινό στο θέατρο, για ένα ετήσιο επιστημονικό αποτέλεσμα με την «Αργειακή Γη» αντάξιο των προσπαθειών που καταβάλαμε και της ιστορίας της πόλης του Άργους. Και στις δυο περιπτώσεις, όπως και σε όλες τις υπόλοιπες, ο Οδυσσέας ήταν η ανθρώπινη συνδετική ουσία για όλες και όλους: μειλίχιος, ευγενικός, πράος, άκακος…. Μπορούσαμε να συζητάμε, να σκεφτόμαστε, να φανταζόμαστε, να οργανώνουμε στα χαρτιά και να βρισκόμαστε ξανά στην υλοποίηση των ιδεών και στις δράσεις μας. Η αποκρουστική εικόνα του θανάτου μας λυπεί αλλά δεν μας φοβίζει. Η εικόνα μένει! Το έργο μένει! Μένουν και όσες/όσοι μπορούν και τα μνημονεύουν για να κρατούν ζωντανή της δημιουργική πνοή του Οδυσσέα για τους επόμενους. Μένει κυρίως η οικογένειά του, που έζησε τα χαρούμενα και τα δύσκολα μαζί του για να συντροφεύει τη μνήμη του στο μεγάλο αυτό ταξίδι. Όχι με λύπη, αλλά με τη χαρά της αιώνιας παρουσίας μιας ευγενικής μορφής και ενός ζεστού χαμόγελου…

Τον ακούω εξάλλου ακόμη στην άκρια της πλώρης να συνεχίζει ήρεμα το ριζίτικο τραγούδι αγναντεύοντας στο βάθος:

Στρώσε τους τάβλα να γευτούν,
κλίνη να κοιμηθούνε.
Στρώσε τους παραπέζουλα
Να βάλουν τ’ άρματά τους…

 

Γ. Κόνδης

 

Για τον Οδυσσέα Κουμαδωράκη

 

Με την οριστική αναχώρηση του Οδυσσέα φεύγει ένας από τους εναπομένοντες ελάχιστους λόγιους του Άργους.

Ένας Κρητικός που αφομοιώθηκε τόσο, όχι μόνο με την κοινωνική ζωή αλλά και με την ιστορία και τις αξίες της νεότερης ιστορίας του Άργους, όσο ολίγιστοι γηγενείς Αργείοι.

Τα δύο βασικά του έργα, για τις οδούς και τα μνημεία του Άργους, όπως και για τα παλαιά επαγγέλματα στην πόλη, διασώζουν πολύτιμα στοιχεία ακόμα και για το ευρύ κοινό.

Θα πρέπει να σημειωθεί και η επιμέλεια τελευταίων τόμων της «Αργειακής Γης», αξιόλογου εντύπου που η έκδοσή του ξεκίνησε επί Δημάρχου Νίκου Κολιγλιάτη (με άλλο τίτλο αρχικά).

Ανήσυχο πνεύμα ο Οδυσσέας, έβαλε το δικό του λίθο στην συνέχιση της πνευματικής ζωής του Άργους, σε καιρούς δύσκολους και πνευματικά άνυδρους. Αυτή η συμβολή του δεν πρόκειται να ξεχαστεί.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

 

Read Full Post »

Καραμούντζος Κ. Σπύρος


 

Καραμούντζος Κ. Σπύρος

Ο Σπύρος Κων. Καραμούντζος γεννήθηκε στην Καρυά Αργολίδας. Ως δάσκαλος εργάστηκε σε σχολεία της Ανατολικής Μακεδονίας και της Αττικής. Μετεκπαιδεύτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Υπηρέτησε ως Γραμματέας της Σ.Ε.Λ.Δ.Ε. Αθηνών, ως Προϊστάμενος του 6ου Γραφείου Π.Ε. Ανατολικής Αττικής και ως Σχολικός Σύμβουλος, μέχρι τη συνταξιοδότηση του, στην Εκπαιδευτική Περιφέρεια Ολυμπίας. Ασχολείται με τη λογοτεχνία και ειδικότερα με την ποίηση.

 

Έχουν κυκλοφορήσει εννέα ποιητικές του συλλογές:

Επίσης, κυκλοφορούν το Πεζογράφημα «Λόγια Καρυάς – Παιδικές αναμνήσεις και αναφορές», 2007, μία συνέντευξη «Οι γνώσεις δίνουν φτερά στην έμπνευση», 2011. Υπό έκδοση βρίσκονται οι ποιητικές συλλογές, «Τα Ερωτικά» και τα «Ανάλεκτα».

 

Ο ποιητής Σπύρος Κ. Καραμούντζος στον κήπο του σπιτιού του, στην Καρυά Αργολίδας.

 

Για την ποιητική Συλλογή «Poet’s Garden», που έχει μεταφραστεί στα αγγλικά από τη Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη, από το IPTRC- Κέντρο Έρευνας της Διεθνούς Ποίησης και Μετάφρασης – βραβεύτηκε ως ένας από τους καλύτερους ποιητές στον κόσμο για τη χρονιά 2013.

Το δε περιοδικό «Τhe Word Poets Quarterly», November 8, 2013, στην Κίνα, κυκλοφόρησε με πολλά του ποιήματα μεταφρασμένα στα κινέζικα και με ολοσέλιδη φωτογραφία του στο εξώφυλλο, με τον τίτλο Spiros K. Karamountzos (Greece).

 

Ο ποιητής Σπύρος Καραμούντζος, στο εξώφυλλο του περιοδικού «Τhe Word Poets Quarterly», το Νοέμβριο του 2013.

 

Για το υπόλοιπο συγγραφικό του έργο έχει πολλάκις αποσπάσει επαινετικά σχόλια από διακεκριμένους κριτικούς της λογοτεχνίας. Η Συλλογή μάλιστα «Δροσοσταλίδες – Χαϊκού» και άλλα του ποιήματα έχουν βραβευτεί σε διαγωνισμούς λογοτεχνικών περιοδικών.

Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε πολλές ποιητικές ανθολογίες. Επίσης δημοσιεύονται σε διάφορα περιοδικά και σε λογοτεχνικές σελίδες εφημερίδων εκτός από τα ποιήματα και πεζά του κείμενα.

Ως Λογοτέχνης συμπεριλαμβάνεται στη «Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του Χάρη Πάτση ( 13ος Τόμος) και στην Εγκυκλοπαίδεια WHO IS WHO στην Ελλάδα της Hubner, (3η έκδοση, 2008).

Είναι τακτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της «International Writers Association» ( I.W.A.) και της «World Poets Society» ( W.P.S.)

Πολλά ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Ρωσικά, στα Ιταλικά και στα Κινέζικα, και έχουν δημοσιευτεί σε ξένα περιοδικά και σε ανθολογίες.

 

Read Full Post »

Παξινού Κατίνα (1900 – 1973)


 

Κατίνα Παξινού

Αικατερίνη  Κωνσταντοπούλου – Παξινού. Μεγάλη ηθοποιός του θεάτρου του κινηματογράφου και μουσικός. Ήταν ανεψιά του μεγαλέμπορου  Ηλία Κωνσταντόπουλου [Κωνσταντίνοβιτς], ο οποίος διατηρούσε αλευρόμυλους στον Πειραιά με τον αδελφό του Βασίλη και διακινούσε αλεύρι στο Άργος και σ’ όλη την Πελοπόννησο.

Γεννήθηκε στον Πειραιά, το 1900, κόρη μεγαλοαστικής οικογένειας, και συγκεκριμένα του αλευροβιομήχανου Βασίλη Κωνσταντόπουλου και της Ελένης Μαλανδρίνου. Η οικογένεια της είχε συνολικά επτά παιδιά: πέντε κορίτσια και 2 αγόρια και η Κατίνα ήταν το τέταρτο.

Φοίτησε αρχικά στη Σχολή Χιλ και ακολούθησε η Σχολή Καλογραιών της Τήνου. Λόγω του ζωηρού της χαρακτήρα φοίτησε εσώκλειστη σε σχολείο της Ελβετίας. Σπούδασε μουσική και τραγούδι στο Ωδείο της Γενεύης καθώς και σε άλλες αντίστοιχες σχολές στη Βιέννη και στο Βερολίνο. Παντρεύτηκε τον βιομήχανο Ιωάννη Παξινό, και απέκτησε μαζί του δύο κόρες, την Έθελ και την Ιλεάνα. Ο γάμος της κράτησε 6 χρόνια.

Πρωτοεμφανίστηκε το 1920 στην όπερα του Δημήτρη Μητρόπουλου «Αδελφή Βεατρίκη», στο δημοτικό θέατρο Αθηνών. Η πρώτη εμφάνισή της στο θέατρο ήταν στο έργο «Γυμνή γυναίκα» στο θέατρο Μαρίκας Κοτοπούλη το 1929. Αμέσως καθιερώθηκε ως πρωταγωνίστρια του δραματικού ρεπερτορίου. Τον επόμενο χρόνο (1930) συγκρότησε θίασο με τον Αιμίλιο Βεάκη και τον Αλέξη Μινωτή και εμφανίστηκε στα έργα «Πόθοι κάτω από τις λεύκες» του Ο’ Νηλ και «Ο πατέρας του Στρίντμπεργκ».

Από το 1931 έως το 1940 συμμετείχε στο θίασο του Εθνικού Θεάτρου, το οποίο είχε ιδρυθεί το 1930, και έπαιξε σε έργα του Ίψεν, του Σω, του Ο’ Νηλ, του Χάουπτμαν, του Στρίντμπεργκ, του Όσκαρ Ουάιλντ, του Σίλλερκαι, του Σαίξπηρ αλλά και σε έργα του ελληνικού δραματολογίου (στη θυσία του Αβραάμ του Βιτσέντζου Κορνάρου, στην Τρισεύγενη, του Κωστή Παλαμά κλπ.). Επίσης, συνέβαλε στην αναβίωση της αρχαίας τραγωδίας, ερμηνεύοντας την Κλυταιμνήστρα στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, την Άτοσσα στους Πέρσες του ίδιου τραγικού και τη Φαίδρα στον Ιππόλυτο του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Φώτου Πολίτη και Δημ. Ροντήρη.

Κατίνα Παξινού

Επίσης, η Κατίνα Παξινού με το σύζυγό της Αλέξη Μινωτή συνετέλεσαν πολύ στην καθιέρωση των Επιδαυρίων (1954), αλλά και πριν καθιερωθεί ο θεσμός αυτός «το 1938 για πρώτη φορά στο σύγχρονο κόσμο παίζεται στην Επίδαυρο η Ηλέκτρα του Σοφοκλή με την Κατίνα Παξινού σε σκηνοθεσία Δ. Ροντήρη». Θεωρείται μεγάλη η συμβολή της, καθώς και του συζύγου της, στην επιτυχία και στην οριστική καθιέρωση του φεστιβάλ της Επιδαύρου το 1954.

Με την έναρξη του Β΄ παγκόσμιου πολέμου η Παξινού βρισκόταν στο Λονδίνο. Από εκεί πήγε στην Αμερική, όπου έζησε και εργάστηκε με το σύζυγό της μέχρι το 1952 περίπου. Στην Αμερική, εκτός από τις εμφανίσεις της στο θέατρο, για πρώτη φορά έπαιξε στον κινηματογράφο στις ταινίες «Για ποιον χτυπά η Καμπάνα», που της χάρισε το 1943 το Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου ως η επαναστάτρια Πιλάρ, και «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» (1947). Ήταν η πρώτη μη Αμερικανίδα ηθοποιός που τιμήθηκε με Όσκαρ, όπως και η πρώτη από την Ελλάδα. Το 1947 βραβεύθηκε με το βραβείο Κοκτώ για το κινηματογραφικό έργο Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα.

 

Η Κατίνα Παξινού με το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου. (Getty Images)

 

Επιστρέφοντας πάλι στην Ελλάδα, έπαιξε στο Εθνικό Θέατρο στα έργα: Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα του Λόρκα, Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας του Ντύρενματ κ.α. Εμφανίστηκε αρκετές φορές στο Ηρώδειο και στην Επίδαυρο καθώς και σε ταινίες, «Ο κύριος Αρκάντιν» του Όρσον Γουέλς, 1955, και «Ο Ρόκο και τ’ αδέλφια του» του Βισκόντι, 1960).

Με τη δικτατορία (1967) αποχώρησε από το Εθνικό Θέατρο και συγκρότησε με τον άνδρα της δικό της θίασο. Η τελευταία της εμφάνιση στο θέατρο ήταν στο ρόλο της μάνας στο «Μάνα κουράγιο» του Μπρεχτ και στον κινηματογράφο στην ταινία «Το νησί της Αφροδίτης» (1969).

 

Φωτογραφία της Κατίνας Παξινού στην ηλικία των 30 ετών. Εφημερίδα «Ελληνικόν Θέατρον», (1926-1936): Όργανον Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών. Αθηναϊκή θεατρική εφημερίδα. Φύλλο της 1ης Νοέμβρη του 1930.

 

Η Κατίνα Παξινού, που για μισόν αιώνα εργάστηκε σκληρά, άφησε λαμπρό όνομα στην ιστορία του θεάτρου και του κινηματογράφου. Ήταν μια τέλεια τραγωδός με υψηλά προσόντα και στάθηκε στην κορυφή της ελληνικής θεατρικής ζωής. Είχε τέτοιες ικανότητες, που να μπορεί να ερμηνεύει δραματικούς ρόλους κάθε θεατρικού ύφους και κάθε εποχής, από τους αρχαίους τραγωδούς μέχρι Μπρεχτ και μέχρι Παλαμά. Εξάλλου «η μουσική της καλλιέργεια της επέτρεπε να χρησιμοποιεί τη φωνή της, ώστε να αναδεικνύει με μεγάλη ευαισθησία και εκφραστικότητα τον τόνο, τη μελωδία και τους εσωτερικούς ρυθμούς του ποιητικού λόγου».

Παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Ανώτερο Ταξιάρχη Γεωργίου Α’ και με τον Ανώτερο Ταξιάρχη της Δυτικής Γερμανίας. Τιμήθηκε ακόμη με τον τίτλο της Αξιωματούχου Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλίας και με το Βραβείο «Ιζαμπέλλα Ντ’ Εστέ».

Η Κατίνα Παξινού ήταν ανιψιά του Ηλία Κωνσταντόπουλου και πολλές φορές ερχόταν για διακοπές το καλοκαίρι στο Άργος και έμενε στο αρχοντικό του θείου της, (Κωνσταντοπούλειο Μέγαρο οδός Δαναού 29). Ορισμένοι ντόπιοι διηγούνται όμορφες ιστορίες από την προσωπική ζωή της μεγάλης ντίβας του θεάτρου και του κινηματογράφου. Η Κατίνα Παξινού γεννήθηκε στον Πειραιά, πέθανε στην Αθήνα από την επάρατη νόσο, στις 22 Φεβρουαρίου 1973, καταγόταν από το Άργος. Ήταν Αργειτοπούλα.(;)* 

 Η Κατίνα Παξινού δεν είχε καταγωγή από το Άργος, δεν ήταν Αργειτοπούλα ήταν ανιψιά του Ηλία Κωνσταντόπουλου ο οποίος  ήλθε αρχικά απλά ως έμπορος στο Άργος και παντρεύτηκε εδώ την Αργεία Κωστούλα, κόρη του Γεωργίου Τσαπούρη, Βλ. Σημ. Βιβλιοθήκης.

 

Στα σκαλιά του Αρχοντικού του Ηλία Κωνσταντόπουλου. Από το οικογενειακό αρχείο του κ. Σωτήρη Κοτσοβού, ο οποίος μας δίνει πληροφορίες για τα εικονιζόμενα πρόσωπα: «Στην πίσω σειρά από αριστερά είναι ο Τάκης Μπόμπος, βουλευτής – γερουσιαστής, δίπλα του η Νίτσα Κωνσταντοπούλου, κόρη του Ηλία που παντρεύτηκε στην Πάτρα τον μεγαλέμπορο Μουστάκη, δίπλα της η μητέρα της Κωστούλα Γεωρ. Τσαπούρη, συζ. του Ηλία Κωνσταντοπούλου (αδελφή του παππού μου) και στη πάνω άκρη δεξιά η Κατίνα Κωνσταντοπούλου συζ. του Τάκη Μπόμπου. Εμπρός αριστερά είναι ο Μίμης Κωνσταντόπουλος δικηγόρος, (ο τελευταίος επιζών στην μεταβίβαση του κτηρίου) οι άλλοι δύο δεν είναι της οικογένειας.

 

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Συμπληρωματικές πληροφορίες, για την οικογένεια Κωνσταντόπουλου και την Κατίνα Παξινού,  μας δίνει ο Δικηγόρος και Πρόεδρος του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός» κ. Σωτήρης Κωτσοβός, στενός συγγενής της οικογένειας. (Ο Ηλίας Κωνσταντόπουλος είχε νυμφευθεί την Κωστούλα Τσαπούρη αδελφή του παππού του).]

Το όνομα Κωνσταντόπουλος είναι εξελληνισμός του αρχικού επωνύμου τους, Κωνσταντίνοβιτς. Όνομα που υπάρχει και στον οικογενειακό τάφο τους στο κοιμητήριο της Παναγίας στο Άργος. Ήρθαν στην Ελλάδα οικογενειακά απ’ τον Καύκασο στα τέλη του 18ου αιώνα και εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά, φέρνοντας τότε αρκετά μεγάλα χρηματικά ποσά αλλά και χρυσό. Εξ αυτού στον Πειραιά αλλά και στο Άργος μεταγενέστερα το προσωνύμιό τους ήταν «Χρυσικός».

Απ’ αυτούς ο ένας γιος, ο Βασίλης ίδρυσε επιχείρηση εισαγόμενων σιτηρών από την Ρωσία και στη συνέχεια μετεξελίχθηκε και σε βιοτεχνία προϊόντων αλευρόμυλου που γιγαντώθηκε όμως σχετικά γρήγορα και έγιναν μια γνωστή πανελλήνια επιχείρηση με  τον τίτλο, «Μύλοι Κωνσταντόπουλου», αλλά και κοινωνικά μια ιδιαίτερα εξέχουσα  οικογένεια του Πειραιά. Ο Βασίλης απέκτησε επτά (7) παιδιά, μεταξύ αυτών και η Κατίνα (μετέπειτα Παξινού) αλλά και ο Λευτέρης, παππούς της ζωγράφου Μαρίας Ελευθερουδάκη-Τόλια που ζει στην Επίδαυρο.

Ο άλλος γιος ο Ηλίας, που επίσης ασχολήθηκε με εισαγωγή σιτηρών, ήλθε αρχικά απλά ως έμπορος στο Άργος και παντρεύτηκε εδώ την Αργεία Κωστούλα, κόρη του Γεωργίου Τσαπούρη, με την οποία απέκτησαν έξι παιδιά τον Δημήτρη, τον Βασίλη, τον Γιώργο (λογοτέχνη με το ψευδώνυμο «Δωρικός»), την Δέσποινα (Νίτσα), την Κατίνα και την Δήμητρα (Μιμή).

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 έκτισε το σπίτι του (Κωνσταντοπούλειο) στην  οδό Δαναού με σχέδια Τσίλλερ και στην οδό Τσώκρη το κατάστημα πώλησης σιτηρών – αλεύρων κ.λπ. (σημερινό Ernesto). Το σπίτι τους αυτό, χρησιμοποιήθηκε έκτοτε ως επιταγμένη έδρα της Ιταλικής στρατιωτικής δύναμης, στη συνέχεια ως Αγροτική Τράπεζα, ως Νοσοκομείο, ως Γυμνάσιο Θηλέων κ.λπ. και στεγάζει σήμερα την Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων. Παραχωρήθηκε την δεκαετία του ’90 από τους εν ζωή τότε ιδιοκτήτες του γιούς Δημήτρη, Βασίλη και Γεώργιο στην Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου η οποία και το παραχώρησε στον Δήμο Άργους για πολιτιστικούς σκοπούς. Το κατάστημά του πωλήθηκε λίγο μετά την Κατοχή σε ιδιώτη.

Οι σχέσεις των δύο αδελφών Βασίλη και Ηλία ήταν πάντα άριστες όχι μόνον επαγγελματικά, στην εμπορία σιτηρών /αλεύρων αλλά και οικογενειακά. Στο τεράστιο μάλιστα σπίτι του Ηλία στο Άργος έρχονταν πάντα τα καλοκαίρια τα παιδιά του Βασίλη και ιδίως η Κατίνα που ήταν και η αγαπημένη εξαδέλφη της εδώ Κατίνας του Ηλία, η οποία στην πορεία ήταν και η μόνη που έμεινε στο Άργος αφού παντρεύτηκε τον Βουλευτή αλλά και Γερουσιαστή Τάκη Μπόμπο. Όταν μάλιστα η Κατίνα Παξινού διέπρεπε ως ηθοποιός κάθε χρόνο έμενε στο σπίτι της Κατίνας Μπόμπου (επί της οδού Βασ. Σοφίας – ήδη ιδιοκτησία Μαρίκου) για μερικές μέρες πριν πάει στην Επίδαυρο για τις παραστάσεις της.

 

Πηγή  


Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Ντιάνα Αντωνακάτου – Ζωγράφος – Συγγραφέας


 

 

Ντιάνα Αντωνακάτου

Η Ντιάνα Αντωνακάτου γεννήθηκε στην Κεφαλονιά. Σπούδασε στην Αθήνα, στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών ζωγραφική και χαρακτική. Είχε δασκάλους τον Παρθένη,* τον Κεφαλληνό,** τον Πρεβελάκη.*** Πήρε δίπλωμα ζωγραφικής και θεωρητικών μαθημάτων το 1949. Είναι μέλος του «Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος».

Έλαβε μέρος σε πολλές Πανελλήνιες και πραγματοποίησε πάνω από 30 ατομικές εκθέσεις στην Αθήνα και την Επαρχία. Μέλος γνωστών καλλιτεχνικών σωματείων συμμετείχε σε πολλές ομαδικές που οργανώθηκαν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Δίδαξε για μια 12ετία ως καθηγήτρια καλλιτεχνικών μαθημάτων σε Γυμνάσια της Αθήνας. Σε παράλληλη δράση εικονογράφησε ημερολόγια, εξώφυλλα βιβλίων, περιοδικά, εφημερίδες. Σκηνογράφησε το έργο «Ανταρσία» στο νέο θέατρο του Διαμαντοπούλου. Εκεί ανέβασε και το θεατρικό της έργο «Χρύσα» αποδομένο από τους μαθητές του Γυμνασίου Αθηναϊκή Σχολή. Μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο το βραβευμένο από το υπουργείο Πολιτισμού Θεατρικό της «Μεγίστη Ώρα» με ερμηνεία ηθοποιών του Εθνικού Θεάτρου αρκετές φορές.

Συγχρόνως ανέπτυξε πολύπλευρη πολιτιστική δραστηριότητα στο χώρο Αργολίδας, Κεφαλονιάς και Επτανήσου γενικά. Συνεργάστηκε από το 1958 με ημερήσιες αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά (Ηώς, Αρχιτεκτονική, Ελληνικά θέματα, Ζυγός, Πολιτικά θέματα) με στήλη κριτικής, με χρονογραφήματα, ταξιδιωτικά και λαογραφικά κείμενα. Ανήκε στην «Ένωση Ελλήνων Κριτικών» και Ιστορικών Τέχνης».

Έδωσε πολλές διαλέξεις στην Αθήνα και στην Επαρχία. Συμμετείχε σε Συνέδρια ιστορικού περιεχομένου. Είναι μέλος της «Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών» και ιδρυτικό μέλος του «Κέντρου Μελετών Ιονίου». Το 1982 έγινε ανακοίνωση από τον ακαδημαϊκό κ. Δ. Ζακυνθινό στην Ακαδημία Αθηνών για πορίσματα ερευνών της Αντωνακάτου «περί την ιστορίαν της Μεσαιωνικής Κεφαλονιάς». Εργασία της σχετική έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό «Βυζαντινά» το 1983. Στα πρακτικά του Ε’ Διεθνούς Πανιόνιου Συνεδρίου, Τ.1, 1989. Στο Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, Τ.32, 1989, στα «Κεφαλληνιακά Χρονικά». Τ.8, 1999.

 

Εκδόσεις

 

Έχει η ίδια εκδώσει τα μεγάλα εικονογραφημένα βιβλία: Κεφαλονιά, Επτάνησα, Αργολίδα,  με κείμενα και ζωγραφική δική της. Έχει εκδώσει επίσης και τα «Ελληνικά Μοναστήρια Πελοπόννησος» σε δυο ανεξάρτητους τόμους: Μονές Αργολίδα, Μονές Αρκαδίας, με κείμενα Ντ. Αντωνακάτου-Τ. Μαύρου, εικονογράφηση δική της. Το 1985 παρουσιάζεται το βιβλίο της –λεύκωμα «Μεσσηνία» με κείμενα ζωγραφική της- έκδοση Ροταριανού Συλλόγου Καλαμάτας. Τον Δεκέμβριο του 1988 εκδίδει το βιβλίο της «Ναύπλιο 88». Το 1995 το αφιέρωμά της στο Ναύπλιο «FOLIO” . Έχει επίσης εκδώσει τα διηγήματά της «Ανά τριάκοντα δευτερόλεπτα» και την ποιητική της συλλογή «Έριξε του ήλιου πετριές». Έγραψε και επιμελήθηκε στον οδηγό της Αργολίδας «Αργολίδος Περιήγησις», έκδοση Νομαρχίας. Είναι η πρώτη που έγραψε, εικονογράφησε και εξέδωσε βιβλία λευκώματα αφιερώματα στον ελληνικό χώρο, με λαογραφικό και ιστορικό περιεχόμενο. Υπό έκδοση είναι το βιβλίο της: Αργοστόλι-Ληξούρι 1901-2001.

 

Ντιάνα Αντωνακάτου. Παναγία η Κατακεκρυμμένη, Άργος.

 

Διακρίσεις

 

Τιμητική διάκριση του «Σαλόν ντε λ’ αρ Λίμπο» το 1965 για τη ζωγραφική της. Μετάλλιο της Σοσιετέ «ARTS SCIENCES LETTRES» για τα βιβλία της. Έπαινος του Λυκείου Ελληνίδων για την διάλεξη της «Η Επτανήσια». Έπαινος των «Δώδεκα» για τα διηγήματα της το 1964 με τον τίτλο «Ανά 30’». Έπαινος της Ακαδημίας Αθηνών για τα «Επτάνησα» το 1966. Έπαινος του Υπ. Πολιτισμού για το θεατρικό της έργο «Μεγίστη Ώρα». Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για τα βιβλία της «Αργολίδα, Ναύπλιον», το 1971. Αργυρούν μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών το 1979, για όλη την προσφορά της με αφορμή τις εκδόσεις της για τα «Ελληνικά Μοναστήρια».

Ντιάνα Αντωνακάτου

Πρωτοστάτησε στην πατρίδα της για την δημιουργία τακτικών θερινών εκθέσεων και τη συνένωση των εικαστικών δυνάμεων της Κεφαλονιάς σε ομάδα η οποία λειτούργησε με αισθητικές παρεμβάσεις και ως κοινωνική συμπαραστατική δύναμη σε ορόσημα καλλιτεχνικών αποφάσεων. Όπως για παράδειγμα στη μορφή της αποπεράτωσης του Δημοτικού Θεάτρου «Ο Κέφαλος» στο Αργοστόλι 1993-1994.

Η ίδια με την ομάδα αυτή οργάνωσε και την Α’ έκθεση στην αίθουσα του «Αντίοχος Ευαγγελάτος» με θέμα «Κεφαλλήνες ζωγράφοι και γλύπτες του 18ου και 19ου αιώνα» από 14-1 ως 28-2-1994 και με 135 έργα μουσείων και πινακοθηκών, με παράλληλες ομιλίες και προβολές περί τέχνης. Επίσης και βοήθησε στην οργάνωση της έκθεσης – αφιέρωμα στον Νικόλαο Ξυδιά- Τυπάλδο στα πλαίσια εκθέσεως «Επτανήσιοι Καλλιτέχνες 18ου και 19ου αιώνα» με έργα Εθνικής Πινακοθήκης στον ίδιο χώρο το 1996. Καθώς και στην οργάνωση της αφιερωματικής στον εξαίρετο Κεφαλονίτη ζωγράφο Γιάννη Πεταλούδη έκθεσης ένα χρόνο από το θάνατό του, Σεπτέμβριο 1994, στην ίδια αίθουσα του Θεάτρου. Από το 1990 πραγματοποιεί κάθε Αύγουστο ατομική έκθεση ζωγραφικής στο χωριό Βιλλατώρια περιοχής Ληξουρίου, με θέμα πάντα «τοπίο και άνθρωποι της Κεφαλονιάς», με παράλληλες άλλες πνευματικές εκδηλώσεις στον ίδιο χώρο.

Έχει στενή συνεργασία με το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας ως μέλους του Δ.Σ. και πολλών Επιτροπών του, καθώς και ως συνδιοργανωτής συνεδρίων του. Συγχρόνως συνεχίζει τη δημιουργική της παρουσία τόσο στη ζωγραφική όσο και στο λόγο. Μέλος επίσης της Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδας και του Δ.Σ. της, συμβάλλει στο έργο της.

  

Εκθέσεις ατομικές

 

Από την πρώτη ατομική της έκθεση στην αίθουσα Τέχνης διακρίθηκε για το προσωπικό ύφος της ζωγραφικής της έκφρασης, την αγάπη της στο τοπίο του ελληνικού χώρου και στην αρχιτεκτονική του φυσιογνωμία που άλλαξε σε μια εξέλιξη γοργή χάνοντας τα τοπικά του γνωρίσματα. Το νόημα της ζωγραφικής της πορείας ήταν θαυμασμού και αποχαιρετισμού. Το ίδιο περιεχόμενο αποδόθηκε και στα βιβλία – λευκώματα της. Οι εκθέσεις της που ακολούθησαν είχαν αυτό τον στόχο και ήταν τις περισσότερες φορές πρόδρομοι των βιβλίων της, όπως οι παρουσιάσεις έργων της στις αίθουσες Αθηνών που θα αναφέρουμε: Αίθουσα των εφημερίδων, Βήμα – Νέα, το 1954, αίθουσα Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών 1957, Μεγάλη αίθουσα Παρνασσού 1956, Αίθουσα Ξενοδοχείου Χίλτον, αίθουσα Αρχιτεκτονικής.

 

Ντιάνα Αντωνακάτου - Ναύπλιο

 

Γκαλερί: Αστόρ, Αργώ, Συλλογή, ΑΔΥΤΟΝ, Χρυσοθέμις, Ροτόντα, Θόλος κ.ά. Στις αίθουσες επαρχιών, Ρυθμός (Λάρισα), Γαλλικού Ινστιτούτου (Λάρισα), Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», στη Δημοτική Πινακοθήκη, στη Δημοτική Πινακοθήκη, στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ναυπλιέων (Ναύπλιο), στην αίθουσα Τέχνης (Ναύπλιο), σε κεντρικές αίθουσες του Άργους, στην αίθουσα του «Δασκάλου», «Της Φιλαρμονικής» του Δημοτικού Θεάτρου «Ο Κέφαλος» (στο Αργοστόλι), στο Δημαρχείο Ληξουρίου, στην Καλαμάτα, στο Άργος.

 

Εκθέσεις ομαδικές

 

Εκθέσεις ομαδικές: Μέλος της ομάδας «ΣΤΑΘΜΗ», στο Ζάππειο Μέγαρο, στην Αίθουσα Τέχνης (Θεσσαλονίκη) και αλλού. Μέλος του Σωματείου Ελλήνων Καλλιτεχνών στο Αμερικανικό Ινστιτούτο Αθηνών και αλλού. Μέλος πολλών άλλων πολιτιστικών σωματείων στην Αθήνα και στην Επαρχία.

 

Οι εκδόσεις

 

Οι εκδόσεις της: Για τα βιβλία – λευκώματά της, οι εκδόσεις Κεφαλονιά, Επτάνησα, Αργολίδα, Ελληνικά Μοναστήρια: Μονές (Αργολίδας, Αρκαδίας), Μεσσηνία, Ναύπλιο ’88, Αφιέρωμα στο Ναύπλιο – FOLIO, πραγματοποιήθηκαν από την ίδια, χωρίς βοήθεια χορηγιών. Η έρευνα, η μελέτη και η συγγραφή κειμένων, ήταν πολύχρονη εργασία δική της, καθώς και η επιμέλεια, η συνθετική μορφή των βιβλίων. Σε ένα μακροχρόνιο οδοιπορικό πραγματοποιήθηκε επί τόπου και η εικονογράφησή τους.

Άλλες εικονογραφήσεις- ημερολόγια: Της Αγροτικής Τράπεζας: 1) Περιοχές Ελληνικές με ειδική γεωργική απασχόληση. 2) Αφιέρωμα στην Ελληνίδα Αγρότισσα του Δήμου Ναυπλίου «Η πόλη του Ναυπλίου» 1999. Επίσης, «Τοπία της περιοχής» του Δήμου Ασίνης το 2000. Της χαρτοποιίας Αιγίου, «Κεφαλονιά», του Συλλόγου Αποδήμων Ληξουριωτών: Το Ληξούρι. Πολλά είναι τα εξώφυλλα βιβλίων και καταλόγων με εικονογράφηση της ίδιας.

Δημοσιευμένες ανακοινώσεις της Αντωνακάτου πάνω σε ειδικές ιστορικές έρευνές της για την Αργολίδα και τη Μεσαιωνική Κεφαλονιά, σε πρακτικά συνεδρίων, σε ειδικούς τόμους και σε μεμονωμένες εκδόσεις. Άλλες δημοσιεύσεις: Πολλά άρθρα εικαστικού, ιστορικού, λαογραφικού και κοινωνικού περιεχομένου δημοσιεύθηκαν στον Τύπο και σε γνωστά περιοδικά, Αθηνών και Επαρχίας.

 

 Διαλέξεις

 

Σε διάφορες αίθουσες των Αθηνών, με θέματα πάντα αντιστοίχου περιεχομένου. Για τον Γεράσιμο Στέρη, το 1990 στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη Αργοστολίου, με νέα στοιχεία. Για τον «Ευάγγελο Ποταμιάνο» αγωνιστή του 1821 συνεργάτη του Καποδίστρια με έρευνα ειδική, στο Ιστορικό Εθνολογικό Μουσείο: Στο Ναύπλιο το 1998 (Βιβλιοθήκη). Για την «Αρκαδία» στην αίθουσα της Αρχαιολογικής Εταιρείας κ.ά.

 

Συνέδρια

 

Έλαβε μέρος σε διάφορα διεθνή συνέδρια με ανακοινώσεις της. Οργανωτικό μέλος επίσης στα συνέδρια του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας και ιδιαιτέρως των δυο Συνεδρίων του «Για την εκκλησιαστική Τέχνη στην Ελλάδα σήμερα. Παράδοση – εξέλιξη ως πρόεδρος (Μονή Ελατάδων Θεσσαλονίκη 1993 και Πάτμου 2000). Και το 2001 στο διεθνές συνέδριο για τον Ανδρέα Λασκαράτο, στην Κεφαλονιά.

 Για το ζωγραφικό έργο, τις εκδόσεις και τις ιστορικές της έρευνες, έχουν γράψει και ομιλήσει ακαδημαϊκοί, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, πνευματικοί άνθρωποι, ιστορικοί και κριτικοί της Τέχνης όπως: Ιωάν. Θεοδωρακόπουλος, Δ. Ζακυθυνός, Ροζέ Μιλλιέξ, Π. Χάρης, Καραντώνης, Π. Τέτσης, Σ. Μυριβίλης, Παπανούτσος, Αγγ. Τερζάκης, Αλ. Σολωμός, Σπ. Μπελάς, Π. Παλαιολόγος, Ελ. Κούκκου, Αθ. Καλογεροπούλου, Τατιάνα Σταύρου, Νίκος Αλεξίου, Θαν. Τσουπαρόπουλος, Νίκος Μοσχονάς, Πέλλη Κεφαλά Καρακατσάνη, Δώρα Μαρκάτου, Δημ. Σταμέλος, Παν. Λαλιάτση και πολλοί άλλοι.

 

Δημοσιογραφική και κριτική δράση

 

Έγραψε χρονογραφήματα καθημερινά στον ανεξάρτητο Τύπο, ρεπορτάζ καλλιτεχνικό και κριτικά σημειώματα, καθώς και στις εφημερίδες «Νίκη» και αλλού. Όπως επίσης επί σειρά ετών στα περιοδικά «Ηώς», «Ελληνικά Θέματα», «Αρχιτεκτονική», «Πολιτικά Θέματα», παρακολουθώντας από κοντά το εικαστικό γίγνεσθαι, μέσα στο φαινόμενο των κοινωνικών εξελίξεων.

Η Ντιάνα Αντωνακάτου απεβίωσε σε ηλικία 92 ετών, την Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011.   

 

Υποσημειώσεις


 

 * Ο Κωνσταντίνος Παρθένης (Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, 10 Μαΐου 1878 – Αθήνα, 25 Ιουλίου 1967) ήταν διακεκριμένος  έλληνας ζωγράφος, που με το έργο του έφερε σημαντική αλλαγή στα εικαστικά δρώμενα της Ελλάδας στις αρχές του 20ού αι.

** Ο Γιάννης Κεφαλληνός (Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, 12 Ιουλίου 1894 – Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1957), γνωστός και ως Jean Kefalinos, ήταν διακεκριμένος έλληνας χαράκτης, σχεδιαστής βιβλίων και καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας.

** Ο Παντελής Πρεβελάκης (1909-1986) ήταν κρητικός λογοτέχνης και μελετητής της Τέχνης. Έγραψε ποίηση, θεατρικά έργα, δοκίμια, μελέτες, αλλά είναι κυρίως γνωστός ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της πεζογραφικής γενιάς του 1930.

 

Πηγές


  • Πάνου Λιαλιάτση, «Η Αργολική Λογοτεχνία 1830 – 1993 », Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου  « Ο ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ », 1994.
  • Δικτυακή Πύλη Κεφαλονιάς.

Read Full Post »

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809-1899)


 

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Έδρα της επανάστασης του 1862 ήταν το Ναύπλιο και η ψυχή της μια κυρία. Το παράξενο είναι ότι μ’ αυτήν χόρεψε ο βασιλιάς, όταν έφτασε στην Ελλάδα, τις πρώτες καντρίλλιες του. Η κυρία τούτη, άλλοτε δεσποινίδα Καλλιόπη Καλομογδάρτη, έγινε αργότερα μια από τις αξιολογότερες γυναικείες φυσιογνωμίες της νεότερης Ελλάδας.

Γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν κόρη του προκρίτου Ανδρέα Καλαμογδάρτη. Κατά την έναρξη της επανάστασης κατέφυγε στη Ζάκυνθο με τη μητέρα της και στη συνέχεια στην Αγκόνα της Ιταλίας. Εκεί σπούδασε και έμαθε ιταλικά, γαλλικά και αγγλικά. Το 1824 η οικογένεια της μετακόμισε στο Ναύπλιο, όπου παντρεύτηκε τον Σπύρο Παπαλεξόπουλο, δήμαρχο Ναυπλίου και γερουσιαστή. Σύντομα η Καλλιόπη ξεχώρισε για το πνεύμα της ενώ το σπίτι της είχε μετατραπεί σε φιλολογικό σαλόνι. Προσέφερε μεγάλο μέρος της περιουσίας της στους φτωχούς και στους πρόσφυγες. Τάχθηκε φανερά εναντίον του Όθωνα και έλαβε μέρος σε όλες αντι-Οθωνικές αντιδράσεις. Μετά τον θάνατο του συζύγου της, το 1850, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση για ένα μεγάλο διάστημα. Πρωτοστάτησε στην αποτυχημένη εξέγερση του Ναυπλίου, την 1η Φεβρουαρίου του 1862, γι’ αυτό και καταδιώχθηκε από το παλάτι.

Η κυρία Παπαλεξοπούλου ήταν μια χαριτολόγος ετοιμόλογη γυναίκα. Για να εμποδίσει ένα επεισοδιακό στρατιωτικό πραξικόπημα στο Ναύπλιο, αυτό που προηγήθηκε από την τελευταία επανάσταση ενάντια στο βασιλιά Όθωνα, η κυβέρνηση της Αθήνας έστειλε στην ανήσυχη πόλη και αντιμέτωπο στη δημοκρατική φρουρά της ένα εκστρατευτικό σώμα με Γερμανό διοικητή. Ο στρατηγός Hahn, ο διοικητής, πληροφορημένος ότι οι νεότεροι αξιωματικοί της φρουράς είχαν το στέκι τους στο σπίτι της κυρά Καλλιόπης και ότι συγκεντρώνονταν εκεί με δική της έμπνευση και οδηγία, της έστειλε από το γειτονικό Άργος, όπου είχε περάσει σχεδόν χωρίς αντίσταση, ένα είδος τελεσίγραφου, ζητώντας της να φύγει από την πόλη, γατί τα βασιλικά στρατεύματα θα έμπαιναν στο Ναύπλιο και υπήρχε η πιθανότητα αιματηρών συγκρούσεων. Εξαιτίας της δράσης της, έλεγε ο στρατηγός, δεν θα ήταν η κυρία σε ασφάλεια. Η απάντηση ήταν πάνω – κάτω η ακόλουθη: «Θα μείνω όπου βρίσκομαι. Τα μόνα ζωντανά πλάσματα που φοβάμαι είναι οι ποντικοί, γι’ αυτό τους αφάνισα όλους μέσα στο σπίτι μου».

Λένε ότι ο Hahn, μπαίνοντας στην πόλη με τα στρατεύματά του, συνέλαβε όλους τους συνωμότες, αλλά έστειλε στην Κυρά τον υπασπιστή του για να υποβάλλει τα σεβάσματά του σε μιαν αρχόντισσα πολύ ευγενική, αλλά πολιτικά  παραστρατημένη.

Ύστερα από την εκθρόνιση του Βασιλιά, που έγινε έπειτα στην Αθήνα, ήρθε στην πρωτεύουσα. Οι κάτοικοι την υποδέχτηκαν θριαμβευτικά γεμάτοι ενθουσιασμό. Παρευρέθηκε στην Εθνική Συνέλευση,  όρθιοι οι βουλευτές την χειροκροτούσαν για αρκετή ώρα. Η κυρά – Καλλιόπη ήταν η ίδια η ενσάρκωση του ακατάβλητου δημοκρατικού πνεύματος του ελληνικού λαού.

Την τίμησαν για την δράση της και της απένειμαν τιμητική σύνταξη 500 δρχ. Ύστερα από την επίσκεψη στην πρωτεύουσα και την θριαμβευτική υποδοχή της γύρισε στο Ναύπλιο και δεν βγήκε ποτέ πια από το σπίτι της, στην πλατεία Συντάγματος.

Απεβίωσε στις 8 Φεβρουαρίου του 1899. Ήταν σχεδόν εκατό χρόνων, αλλά το πρόσωπό της έμενε ακόμα αρυτίδωτο.  Εξυμνήθηκε από γνωστούς ποιητές της εποχής όπως από τον Ηλία Καλαμογδάρτη, πρώτο ξάδελφό της, και τον Παναγιώτη Σούτσο.

 

Πηγές


  • Μ. Γ. Λαμπρυνίδης « Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου »,  Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ. Σκόκου,  Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.
  • Δημήτρης Κακλαμάνος, « Ένα πανόραμα της Ελλάδας στο Ναύπλιον », μτφ. Σ. Καρούζου,  Έκδοση, Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 1979.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »