Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Συγγραφέας’

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Νίκος Καζαντζάκης, στα Ίχνη του Ανθρώπου και του Δημιουργού


 

 Οι Εκδόσεις Καζαντζάκη πραγματοποιούν την Τετάρτη 26 Οκτωβρίου Συμπόσιο με θέμα «Νίκος Καζαντζάκης, στα Ίχνη του Ανθρώπου και του Δημιουργού». Το Συμπόσιο θα πραγματοποιηθεί στο Πολιτιστικό Κέντρο UIndy Athens (πρώην Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν), με ώρα έναρξης 10.30 π.μ.

 

Νίκος Καζαντζάκης

Στις 26 Οκτωβρίου του 2011 συμπληρώνονται 54 χρόνια από τον θάνατο του οικουμενικού Έλληνα συγγραφέα, Νίκου Καζαντζάκη. Με αφορμή τη σημαντική αυτή επέτειο, οι εκδόσεις Καζαντζάκη διοργανώνουν συμπόσιο μνήμης και τιμής με τίτλο «Νίκος Καζαντζάκης, στα Ίχνη του Ανθρώπου και του Δημιουργού», το οποίο θα διεξαχθεί στην Αθήνα την Τετάρτη, 26η Οκτωβρίου 2011, ανήμερα της 54ης επετείου θανάτου του συγγραφέα, στο Πολιτιστικό Κέντρο του UIndy Athens (πρώην Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν)
Μάρκου Αυρηλίου 5, Πλατεία Αέρηδων, Πλάκα.

Σκοπός του Συμποσίου είναι να τιμήσει τη μνήμη του απροσκύνητου και ασυμβίβαστου Ανθρώπου – Ψηλορείτη της Κρήτης, που έμελλε να καθιερωθεί ως κλασσικός συγγραφέας στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα, και ο οποίος δόξασε, όσο λίγοι άνθρωποι των Γραμμάτων και των Τεχνών, την Ελλάδα και τον Ελληνισμό.

Στο Συμπόσιο θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά η νέα έκδοση των Εκδόσεων Καζαντζάκη, Λήμματα του Νίκου Καζαντζάκη στο Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη [1927-1930], μέσα από την οποία αναδεικνύεται μια από τις λιγότερο γνωστές πτυχές του πνευματικού έργου του μεγάλου Έλληνα δημιουργού και στοχαστή: ο Εγκυκλοπαιδικός Καζαντζάκης.

Στο Συμπόσιο επίσης θα παρουσιαστεί το έργο του Νίκου Καζαντζάκη στην Ιταλία, μέσα από τη σύγχρονη ιταλική μετάφραση του μυθιστορήματος Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, για το οποίο θα μιλήσει ο μεταφραστής και εκδότης του βιβλίου στην Ιταλία, νεοελληνιστής και εκδότης επίσης του ευρωπαϊκού περιοδικού ποίησης Poesia, κ. Nicola Crocetti. Το Συμπόσιο θα τιμήσουν με την συμμετοχή τους, μεταξύ άλλων, διακεκριμένοι Πανεπιστημιακοί Καθηγητές, το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, εκπρόσωποι της διεθνούς κοινότητας, και μέλη του εγχώριου και διεθνούς τύπου. Πληροφορίες: 210 3642829.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Όταν οι μικροί άνθρωποι γράφουν τη Μεγάλη Ιστορία: Τετράδιο Πολέμου 1940


 

Προδημοσίευση για το νέο βιβλίο του Κοινωνιολόγου Γεωργίου Κόνδη, «Τετράδιο Πολέμου 1940».

 

 «Εις τας 28/10/40 εκειρίχθη η επιστράτευση ημέρα Δευτέρα. Και στης 29/10/40 έφιγα για να πάο να καταταγώ. Αφού πήγα στο άργος στην πλατέα του αγίου Πέτρου εμπήκα στο αυτοκήνητο με άλα πολλά παιδιά και κατεβήκαμε στο Ναύπλιον. Εκεί πήγα με τον Γεώργιον Σωτηρόπουλον, τον Κωνσταντίνον Σοτηρόπουλον, τον Ιωάννην Παπαδόπουλον, τον Βασείλειον Μπούριν…»

«… αφού είχε νιχτόση καλά νάσου ένα φορτηγό το σταματάμε και μας πίρε και ολονυχτίς τον δρόμο τη να έβλεπες το ένα μέρος και το άλο του δρόμου ήταν γεμάτο αυτοκίνητα εγγλέζικα τουμπαριζμένα και πόσα σηναντάγαμε και έφευγαν για την καλαμάτα έος το άργος που ήρθα στην 1 η όρα και 500 θα απαντήσαμε. Εντέλη στην 1 η όρα κατέβηκα στο άργος και τόκοψα στα πόδια και το προΐ με τον ίλιο έφθασα στο χοριό στο σπίτι αλά ήταν όλη χομένη στης τρούπες από τους βονβαρδισμούς και τρόμαξα να τους ενθαρίνο να τους συνγγεντρόσο να μαζευτούν στο σπήτη. Και τεληόνη το βίος του ελινοϊταλικού πολέμου. Τέλος».

 

Δημήτριος Σιώτος: Κληρωτός του 1936, έφυγε για το μέτωπο όπως χιλιάδες άλλοι πατριώτες με την επιστράτευση (28/10/1940).

Αρχή και τέλος ενός μέρους της Μεγάλης Ιστορίας, γραμμένη από έναν απλό άνθρωπο, τον Δημήτριο Ι. Σιώτο από τα Σταθέικα του Δήμου Άργους – Μυκηνών. Η μαρτυρία για μια ένδοξη αλλά ξεχασμένη περίοδο της πάλης του ελληνικού λαού ενάντια στον φασισμό και τον ολοκληρωτισμό, δεν αποτελεί απλά ιστορικό γεγονός ή καταγραφή πολεμικών συμβάντων.

Ξεπερνά τα όρια των μεγάλων ιστορικών γεγονότων και δίνει το λόγο στους πρωταγωνιστές, σ’ εκείνους που ξεκινώντας με το χαμόγελο στα χείλη, από την Καρυά, τα Σταθέικα, τη Φρουσούνα, το Άργος και το Ναύπλιο, το Λυγουριό, το Κρανίδι και τα γύρω χωριά, όπως και από ολόκληρη τη χώρα, έδιναν σώμα και ψυχή σ’ έναν αγώνα που έμελλε να τους κατατάξει στους καταλόγους των Ηρώων της Μεγάλης Ιστορίας. Με όπλα των βαλκανικών πολέμων, με ελάχιστη τροφή, χιλιάδες Έλληνες πατριώτες αντιμετώπισαν νικηφόρα έναν ιταλικό στρατό ασύγκριτα πιο ισχυρό και οργανωμένο.

Ο Δημήτριος Ι. Σιώτος περιγράφει τις μάχες που δόθηκαν αλλά και πολλές λεπτομέρειες από την καθημερινότητα του μετώπου: την προσπάθεια εξεύρεσης τροφής, την αντιμετώπισή τους από τους ντόπιους πληθυσμούς, την άφιξη στον Πειραιά, τη νοσηλεία στην Αθήνα, την επιστροφή στο σπίτι που συμπίπτει, χωρίς να το γνωρίζει με την είσοδο του γερμανικού στρατού στο Άργος. Το τετράδιο του Δημητρίου Ι. Σιώτου συμπληρώνουν οι ενθυμίσεις ενός από τους επιζώντες μαχητές του Έπους της Αλβανίας, του Γεωργίου Νανόπουλου που δίνει συμπληρωματικές πληροφορίες για πρόσωπα και τοποθεσίες.

 

Τετράδιο Πολέμου 1940

 

Πρόκειται για μια κριτική έκδοση σημειώσεων για τον πόλεμο που γράφονται  «εν θερμώ». Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιούνται πολλές από τις σημειώσεις ή τα ημερολόγια του 1940 που έχουν ήδη εκδοθεί σε μια κριτική έκδοση ενός «Τετραδίου Πολέμου».

Ενθύμιον από το Νοσοκομείο Τριπόλεως.

Από την άποψη αυτή, η έρευνα του Γεωργίου Κόνδη παρουσιάζει ένα πλούσιο βιβλιογραφικό υλικό που στηρίζεται στις καταγραφές των ίδιων των πρωταγωνιστών.  Η έρευνα του συγγραφέα επεκτάθηκε στα αρχεία του Δήμου Άργους και του τοπικού τύπου για την περίοδο αυτή. Παρατίθενται τα πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων και οι πληροφορίες που προέρχονται από το Πρωτόκολλο του Δήμου, οι οποίες έχουν ταξινομηθεί σε θεματικές κατηγορίες. Το ίδιο συμβαίνει και με μια σειρά από άρθρα της εποχής που έρχονται στο φως για πρώτη φορά,  καθώς επίσης και στην αναζήτηση στοιχείων για Αργολιδείς που χάθηκαν στο μέτωπο.   

Η παρουσίαση του «Τετραδίου Πολέμου» υποστηρίζεται από κείμενα και φωτογραφίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και έγραψαν γι’ αυτά καθώς επίσης και από την παράθεση στοιχείων αναζήτησης για όσους έμειναν στα βουνά της Αλβανίας. Τέλος για πρώτη φορά παρατίθεται ολόκληρο το «Τετράδιο» και η μεταγραφή του με κάποιες αλλαγές που υποβοηθούν την ανάγνωση.

Η έρευνα αποτελεί ένα μοναδικό ιστορικό αρχείο για την Αργολίδα του 1940 και εμπλουτίζει την εθνική βιβλιογραφία για την περίοδο αυτή. Είναι τέλος, ένας οφειλόμενος φόρος τιμής, ένα χρέος,  σε όσους αγωνίστηκαν για την ελευθερία και την πρόοδο της πατρίδας. Είναι ίσως το μόνο χρέος που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να παραγραφεί.

  Γεώργιος Η. Κόνδης, «Τετράδιο Πολέμου 1940»,

 Εκδόσεις, Εκ Προοιμίου, Άργος.  

 

 

Read Full Post »

Ντόντουελ Έντουαρντ – «Προς το Άργος», 1805


 

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του.   

Το Δεκέμβριο του 1805 βρίσκεται στην Κόρινθο και από εκεί επισκέπτεται το Άργος, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Επίδαυρο, το Κρανίδι και άλλες περιοχές της Αργολίδας.  Για  τις εντυπώσεις του στην Αργολίδα αφιερώνει 100 περίπου σελίδες, στον δεύτερο τόμο του έργου του με τίτλο  «A Classical and Topographical Tour through Creece», το οποίο εξέδωσε το 1819 στο Λονδίνο. Ας πάρουμε μια εικόνα του Άργους, λίγα χρόνια πριν τον αγώνα για την ανεξαρτησία…

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

[…] Πλησιάζοντας το Άργος η θέα ήταν ιδιαίτερα μεγαλειώδης. Οι βράχοι της ακρόπολης υψώνονταν κοντά στα δε­ξιά μας, με ένα μοναστήρι χτισμένο πάνω σε μια μυτερή κορφή ενός από­κρημνου γκρεμού, στ’ αριστερά μας ή­ταν μια στρογγυλή προεξοχή μετρίου ύψους, πιθανόν ο …λόφος. Μπροστά μας ήταν η πόλη του Άργους, σε κοντι­νή απόσταση από τον κάμπο και τον κόλπο.

Πήγαμε στο χάνι, το οποίο ήταν πιο βρόμικο απ’ ότι ο νους μπορεί να συλλάβει και γι’ αυτό υποχρεωθήκαμε να μείνουμε στο σπίτι ενός τρελού Έλ­ληνα ο οποίος μας φέρθηκε με ευγέ­νεια και φροντίδα αλλά μας αποσπού­σε με το θόρυβο και τ’ αστεία του, κα­θώς η τρέλα του ήταν απ’ το εύθυμο και αβλαβές είδος. Οι Τούρκοι έδει­χναν μεγάλο σεβασμό σε τρελούς και μανιακούς σχεδόν όπως στους αγίους και πίστευαν πως ήταν κάτω από την άμεση προστασία του προφήτη τους. Σ’ έναν τρελό Έλληνα συμπεριφέρο­νται πολύ καλύτερα απ’ ότι σε έναν γνωστικό Έλληνα, και κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες το να κάνεις τον τρελό έ­δειχνε σοφία και υποπτεύθηκα ότι ο τρελός οικοδεσπότης μας δεν ήταν α­νόητος.

Αυτή η κάποτε τιμημένη πόλη, αυτόν τον καιρό δεν έχει ούτε τους μισούς κατοίκους απ’ όσους έχει η Αθήνα. Οι κάτοικοί της δεν υπερβαίνουν τους 5.000, η πλειονότητα των οποίων είναι Έλληνες. Το Άργος καταλαμβάνει ένα τελείως επίπεδο χώρο στο Νότιο – Ανατολικό πρόποδα της αρχαίας ακρόπο­λης. Τα σπίτια είναι μικρά και χαμηλά αλλά μαζί με πολλούς κήπους είναι α­πλωμένα σ’ αρκετό χώρο, έχουν την μορφή ενός σκόρπιου χωριού. Αυτή η πόλη έχει δυο τζαμιά και πολ­λές εκκλησίες και διοικείται από έναν αγά ο οποίος έχει σαράντα χωριά στην εξουσία του.

Τα περισσότερα απ’ τα αρχαία μνημεία με τα οποία το Άρ­γος ήταν τόσο πλούσια και μεγαλόπρεπα στολισμένο έχουν εξαφανιστεί τόσο, ώστε μπαίνοντας στην πόλη ο ταξιδιώτης νιώθει την ανάγκη να ρωτή­σει που είναι οι τριάντα ναοί, τ’ ακριβά μνήματα, το γυμναστήριο, το στάδιο και τα πολλά μνημεία που έχει περι­γράψει ο Παυσανίας. Έχουν εξαφανι­στεί για πάντα, αφού για τα περισσό­τερα δεν βρίσκεται ούτε ίχνος. Η σιω­πηρή καταστροφή του χρόνου, ή το οργισμένο μένος των βαρβάρων έχει ι­σοπεδώσει τα πάντα. Εκτός απ’ το Θέατρο, την Ακρόπολη και μερικές μάζες Ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής. Το Θέατρο βρίσκεται στο νότιο – ανατολικό πρόποδα της Ακρόπολης. Τα καθίσματα, τα οποία είναι λαξεμένα στο βράχο, είναι καλά διατηρημένα, και είναι θαυμαστών διαστάσεων.

Μπροστά από το θέατρο είναι ένας με­γάλος Ρωμαϊκός τοίχος από τούβλο, που τώρα ονομάζεται «Παλαιό Τεκκέ», ο ένας Τούρκος αγάς, που ανυπομο­νούσε να επιδείξει τις γνώσεις του πά­νω στις αρχαιότητες, και την ίδια στιγ­μή να μεταδώσει πληροφορίες, με βε­βαίωσε ότι προηγούμενα ήταν το σε­ράι, ή το παλάτι ενός βασιλιά του Άρ­γους και αυτό που νόμιζα πως ήταν θέ­ατρο, ήταν το ντιβάνι του. Ένας άλλος Τούρκος, ωστόσο, που ήταν παρών, διόρθωσε το φίλο του και είπε ότι ήταν «χτισμένο για δέκα χιλιάδες (αγριο­γούρουνα;) Έλληνες, που συνήθιζαν να συγκεντρώνονται σ’ αυτό με το σκο­πό να ακούσουν ανθρώπους να τρα­γουδούν και να χορεύουν και να γε­λοιοποιούν τους εαυτούς τους».

Μπήκαμε στο σπίτι ενός Τούρκου κοντά στα ερείπια και οδηγηθήκαμε σε ορισμένα υπόγεια θολωτά δώματα στρωμένα με χοντρό μωσαϊκό σε μαύρο και άσπρο χρώμα. Η διάβασή μας σ’ ένα πέρασμα σταμάτησε από ένα νεώτερο τοίχο, μας βεβαίωσαν ότι συ­νεχιζόταν για πολύ κάτω από τη γη και τελείωνε σε κάποια άλλα ερείπια από τούβλο όπου βρίσκεται επίσης ένα ό­μοιο πάτωμα.

Ο Απολλόδωρος, ο Παυ­σανίας και άλλοι, αναφέρουν το υπό­γειο οικοδόμημα του Ακρίσιου και το μπρούτζινο «θάλαμο», στον οποίο η κόρη του Δανάη ήταν φυλακισμένη. Στην εποχή του Παυσανία περιείχε το μνημείο του Κρότωπου και το ναό του Βάκχου. Εφόσον δεν μπορούσαμε να προχω­ρήσουμε άλλο σ’ αυτό το πέρασμα, γυ­ρίσαμε στο θέατρο κοντά στο οποίο παρατηρήσαμε μια λεπτή μάζα από τείχος απ’ την καλά συνδεδεμένη πο­λυγωνική κατασκευή. Σε δυο από τα τείχη υπάρχουν χαραγμένες επιγρα­φές, οι οποίες όμως έχουν διαβρωθεί τόσο ώστε μόνο τα παρακάτω γράμ­ματα μπορούν να διαβαστούν:

Ε- ΙΤΕΛΙΔΕ             ΑΔΩΜΠΑΝ

ΔΑ- Λ- ΣΙΕΣΑΤΟ       ΣΟΑ

Α- ΟΙΠΑΤΕΙΑ

Πάνω απ’ το πρώτο υπάρχει ένα α­νάγλυφο σχεδόν κατεστραμμένο, που προφανώς απεικονίζει δυο γυναικείες μορφές σε καθιστή στάση. Αυτές οι ε­πιγραφές φαίνονται πολύ μεταγενέ­στερες από την κατασκευή του τεί­χους. Αυτό το ερείπιο τώρα ονομάζε­ται Λυμιάρτη. Λίγο ψηλότερα στο λόφο της ακρό­πολης υπάρχει ένα ερείπιο από τού­βλο χτισμένο πάνω σ’ ένα επίπεδο, λαξεμένο βράχο. Ένα από τα εσωτερικά τείχη περιέ­χει ένα κυκλικό κοίλωμα για άγαλμα, το οποίο ίσως μια ανασκαφή να φέρει στο φως.

Μερικά χρόνια αφού είχα κάνει αυτό το οδοιπορικό στην Ελλά­δα, ο Βελή Πασάς, διοικητής του Μο­ριά, διέταξε μια ανασκαφή κοντά στο θέατρο, όπου ανακαλύφθηκαν δεκαέξι μαρμάρινα αγάλματα και προτομές σε καλή κατάσταση, ιδιαίτερα ένα της Α­φροδίτης και ένα άλλο του Ασκληπιού. Δεν ήταν ούτε στο μισό απ’ το αληθινό μέγεθος. Σε ένα από τα αγάλματα υ­πήρχε η επιγραφή ΑΤΤΑΛΟΣ. Ο Παυ­σανίας αναφέρει έναν Αθηναίο γλύπτη μ’ αυτό το όνομα ο οποίος έφτιαξε το άγαλμα του Απόλλωνα Λυκείου στο Άρ­γος.

Οι πιο διάσημοι γλύπτες στο Άργος ήταν ο Αγελάδας, ο Ελάδας, ο Πολύ­κλειτος, ο Φράδμων, Ασεπόδορος, Α­ντιφάνης και Μουκίδας. Διάφορα χρυσά μετάλλια από τον Αυτοκράτορα Βαλεντανό βρέθηκαν ε­πίσης σ’ ένα τάφο κοντά σε αυτό το σημείο.

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας Άργους. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Η Ακρόπολη βρίσκεται σε μια μυτε­ρή βραχώδη ανηφοριά, σε αρκετό ύψος: οι τοίχοι και οι πύργοι φαίνονται εντυπωσιακοί από χαμηλά: αλλά πλη­σιάζοντας αυτό τα οικοδομήματα ο τα­ξιδιώτης απογοητεύεται καθώς ανακα­λύπτει το μεγαλύτερο μέρος τους ν’ α­ποτελείται από μικρές πέτρες και τσι­μέντο, έργο του Μεσαίωνα. Ανεβήκαμε από ένα μονοπάτι και παρατηρήσαμε πολύ λίγα ίχνη στο δρόμο μας, παρ’ ότι ο Παυσανίας ανα­φέρει ένα στάδιο και πέντε ναούς μέσα στην ακρόπολη ή στο δρόμο προς αυτήν.

Απ’ αυτούς τους ναούς ο πιο δοξα­σμένος ήταν αυτός της Αθηνάς, στον οποίο υπήρχε ο τάφος του Ακρίσιου. Υπάρχουν ακόμη πάνω στην Ακρόπολη ορισμένα ερείπια πολυγωνικής κατασκευής, τα οποία πιθανώς είναι τα Κυ­κλώπεια τείχη που αναφέρονται από τον Ευριπίδη. Δεν έχουμε λόγους να υ­ποθέσουμε ότι τα καλά συνδεδεμένα πολύγωνα δεν περιέχονταν σ’ αυτήν την ονομασία, όπως τα απομεινάρια της τραχιάς, και λιγότερο πολύπλοκης Τιρυνθιακής μορφής. Ο Ευριπίδης έχει ορισμένα κείμενα σχετικά με την Κυκλώπεια δομή αυτής της πόλης, τα οποία αναφέρονται σε υποσημείωση. Αυτός ο τρόπος δομής σημειώνεται κι από διάφορους άλλους συγγρα­φείς, πιο συγκεκριμένα τον Απολλόδω­ρο, Στράβωνα, Σενέκα, Στάτιο και τον Παυσανία, αλλά ο τελευταίος είναι ο μόνος όπου συγκεκριμένα τον περι­γράφει, όταν μιλάει για τα τείχη της Τί­ρυνθας. Επίσης γίνεται κάποια νύξη απ’ τον Βιργίλιο.

Ο Πλίνιος λέει ότι σύμφωνα με τον Α­ριστοτέλη, οι πύργοι εφευρέθηκαν α­πό τους Κύκλωπες, και σύμφωνα με το Θεόφραστο, από τους Τιρύνθιους. Ο σχολιαστής του Στάτιου ισχυρίζεται πως ό,τι ήταν αξιοθαύμαστο για το με­γάλο του μέγεθος λεγόταν ότι φτιά­χτηκε από τους Κύκλωπες. Η μεγάλη δυσκολία, ωστόσο, είναι να πούμε με βεβαιότητα ποιοι ήταν οι Κύκλωπες – από που κατάγονται και σε ποια περί­οδο ήκμασαν. Δεν θα κάνω μεγάλη συζήτηση πάνω σ’ αυτό το θέμα, ελπίζοντας ότι θα διε­ρευνηθεί πλήρως από τον πληροφορη­μένο υποστηρικτή αυτού του συστήμα­τος, όπου η δουλειά του, η οποία ανα­μένεται διακαώς, χωρίς αμφιβολία θα ρίξει φως σ’ αυτό το σκοτεινό και για πολύ παραμελημένο τμήμα της προϊ­στορίας.. Προς το παρόν, αρκεί να πα­ρατηρήσουμε ότι ο Στράβων είχε τόσο μπερδεμένες ιδέες για τους Κύκλωπες 18 αιώνες πριν, όσο έχουμε εμείς σή­μερα. Λέει ότι ήταν επτά στον αριθμό, κι ότι ήρθαν από τη Λυσία. Ο σχολιαστής του Ευριπίδη, ωστόσο, διατηρεί την άποψη ότι ήταν ένα έθνος από τη Θράκη, που ονομάστηκε έτσι από έ­ναν απ’ τους βασιλιάδες τους κι ότι ή­ταν οι καλύτεροι «Τεχνίται» την εποχή που έζησαν.

Φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτε­ρα επιδέξιοι στην κατασκευή στρατιω­τικών φρουρίων, και στο να διασκορπί­σουν την αρχιτεκτονική τους γνώση σ’ όλη την Ελλάδα και σε πολλά μέρη της Ιταλίας, της Σικελίας και της Ισπανίας. Σ’ αυτές τις χώρες υπήρχαν αποικίες από τους Πελασγούς της Ελλάδας, οι οποίοι έμαθαν την τεχνική της στρα­τιωτικής κατασκευής από τους Θρά­κες, αλλά είναι πιο πιθανό ότι οι Κύ­κλωπες οι ίδιοι ήταν Πελασγοί, οι οποί­οι εγκαταστάθηκαν στην Πελο­πόννησο, γιατί είναι γενικά παραδεκτό ότι ήταν ξένοι και όχι αυτόχθονες. Υπάρχουν διάφορα ερείπια αρχαί­ων τειχών στην Ακρόπολη του Άργους, που απαρτίζονται από δεύτερης τε­χνοτροπίας, ή καλά συνδεδεμένα πο­λύγωνα, αλλά όχι το παραμικρό ίχνος της τραχιάς Τιρυνθιακής τεχνοτροπί­ας. Αν τα τείχη κατασκευάζονταν αρχι­κά απ’ αυτές τις τραχιές και ανθεκτι­κές μάζες, δεν θα ήταν δυνατόν να εί­χαν καταστραφεί τόσο ολοκληρωτικά και να μην μείνει ούτε μια πέτρα. Και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τα τείχη που υπάρχουν και σήμερα είναι τα ίδια μ’ αυτά που ο Ευριπίδης αποδίδει στους Κύκλωπες.

Τα τείχη περικλείουν την κορυφή της Ακρόπολης, και το σύγχρονο Κάστρο, που αποτελείται α­πό προμαχώνες και πύργους χτισμέ­νους με μικρές πέτρες και ασβεστόλασπη υψώνεται πάνω στ’ αρχαία ερεί­πια, στα οποία τα χαμηλότερα μέρη α­πό ορισμένους κυκλικούς ή τετράγω­νους πύργους είναι ορατά. Η Ακρόπο­λη είναι εντελώς έρημη, χωρίς κατοί­κους. Η θέα έχει μεγάλο ενδιαφέρον και έ­κταση αλλά το θέαμα από μεγάλο ύψος είναι πιο γραφικό. Ολόκληρος ο κάμπος του Άργους, με την πρωτεύου­σα, τα χωριά και τον κόλπο, με τις Μυ­κήνες, την Τίρυνθα και τη Ναυπλία μπορεί να διακριθεί όπως σ’ ένα χάρ­τη. Το όρος Τράπεζα (;) κοντά στη Νε­μέα είναι επίσης ορατό.

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

Κατεβήκαμε από έναν άλλο δρόμο, και σε μισή ώρα φτάσαμε στο θέατρο. Υπήρχαν δυο ακροπόλεις στο Άργος, από τις οποίες η κυριότερη πάνω από το θέατρο, ονομάζονταν Λάρισα και Α­σπίς: χρωστούσαν η πρώτη το όνομα στην κόρη του Πελασγού και η δεύτε­ρη στο παιχνίδι της Ασπίδας, το οποίο τελείτο εδώ. Το δεύτερο κάστρο βρισκόταν σε μια βραχώδη κορυφή μετρίου ύψους, βορειοανατολικά της Λάρισας: αυτός πρέπει να είναι ο λόφος του Φορονέως καθώς δεν υπάρχει άλλο ύψωμα στο Άργος, ή στην κοντινή περιοχή, κατάλ­ληλο για τη θέση ενός φρουρίου. Το μοναστήρι, το οποίο βρίσκεται πάνω σ’ έναν απότομο βράχο, στη βό­ρεια πλευρά της Λάρισας, προφανώς έχει την τοποθεσία ενός αρχαίου να­ού. Κάτω από το μοναστήρι υπάρχουν μερικά σπήλαια, που περιέχουν πηγή νερού, το οποίο πιθανόν βρίσκει διέξο­δο από υπόγεια περάσματα, κάτω στην κωμόπολη, όπου τροφοδοτεί πη­γάδια και κρήνες.

Ο Παυσανίας αναφέρει έναν ναό στο Άργος αφιερωμένο στον Κηφισό, κάτω από τον οποίο έτρεχε αυτός ο ποταμός. Ο ναός του Απόλλωνα ήταν στο δρό­μο προς τη Λάρισα και βρισκόταν σ’ έ­να σημείο που ονομαζόταν Δειράς, α­πό τη θέση του στην άκρη ενός βρά­χου, η οποία ανταποκρίνεται στη θέση του μοναστηριού.

Ο Φουρμόντ περιγράφει μια υπόγεια είσοδο, η οποία λέει διαπερνά 3000 βήματα το βράχο της Λάρισας, όπου ανοίγεται μέσα από ένα σκούρο πέ­τρωμα, γεμάτο απολιθωμένες αχιβά­δες: λέει ότι το πέρασμα είναι τελείως ευθύ, αλλά έχει κοιλώματα σε κάθε πλευρά, όχι απέναντι το ένα στο άλλο. Ο Πλούταρχος μας πληροφορεί ότι ο Κλεομένης άνοιξε τα υπόγεια περά­σματα κάτω από την Ασπίδα, και έτσι μπήκε στην πόλη.

Η ακόλουθη πολύ αρχαία επιγραφή βρίσκεται στη Λάρισα. Φαίνεται ν’ αποτελείται από κύρια ονόματα. Είναι σημαντικά διαβρωμένη, αλλά τα παρακάτω ονόματα μπορούν να αποκρυπτογραφηθούν: Σθενέλαος – Ιπομεδων – Αρχέμιχος – Άδραστος – Βορθανόρας – Κρήτος – Ομίντονος – Δεστόμαχος. Φαίνεται ότι υπάρχουν άλλα επτά ονόματα τα οποία είναι μη αναγνώσιμα…

Η προσέγγιση προς το Άργος προ­στατευόταν από δυο μακρά τείχη, που εκτείνονται προς τη θάλασσα, όπως στην Αθήνα, την Ελευσίνα, τα Μέγαρα, την Κόρινθο και την Πάτρα. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Αλκιβιάδης συμ­βούλεψε τους Αργείτες να ενώσουν την πόλη τους με τη θάλασσα με μα­κρά τείχη. Και γι’ αυτό το σκοπό τους έστειλε χτίστες από την Αθήνα. Κατα­σκευάστηκαν στον δέκατο – πέμπτο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου. Βρίσκουμε ότι το Άργος ήταν εξαρ­τημένο στις Μυκήνες από πολύ παλιά, τουλάχιστον την εποχή του Περσέα.

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

Ο Βασιλιάς των Μυκηνών ονομαζόταν α­πό τον Όμηρο «ο βασιλιάς πολλών νη­σιών και ολόκληρου του Άργους», το οποίο, μερικοί είναι της γνώμης, ση­μαίνει ολόκληρη την Πελοπόννησο. Ο Αγαμέμνονας αύξησε το βασίλειό του, κατακτώντας την Λακωνία και την Κορινθία.

Η ίδρυση του Άργους από τον Ίναχο πιθανόν έλαβε χώρα περίπου 232 χρόνια μετά απ’ αυτήν της Σικιώνας, τα οποία αναλογούν σε 1856 χρό­νια πριν από την εποχή μας. Ήταν για πολύ καιρό η πιο ακμάζουσα πόλη στην Ελλάδα, και εμπλουτίστηκε με το εμπόριο της Ασσυρίας και της Αιγύ­πτου. Στον καιρό του Στράβωνα ακόμα συνέχισε να είναι μια από τις πρώτες πόλεις στην Πελοπόννησο, και λόγω της γονιμότητας του εδάφους του, και τα πλεονεκτήματα της θέσης του, πι­θανόν δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ ως την εποχή του Βαγιαζήτ.

Σήμερα, ολό­κληρος ο κάμπος είναι πολύ ανθυγιει­νός τους Φθινοπωρινούς μήνες, και η ελονοσία προκαλεί μεγαλύτερη συμ­φορά σ’ αυτήν την όμορφη περιοχή απ’ αυτούς που συνέβησαν από τη Λερναία Ύδρα, ή το λιοντάρι της Νεμέ­ας. Βρίσκουμε ότι το Άργος και η Ναυ­πλία ανήκαν, κατά τον δέκατο τέταρτο αιώνα, στον Πιέτρο ντι Φεντερίκο Κορ­νάρο, έναν ευγενή Βενετό: μετά το θά­νατό του η χήρα του Βόννη(;) ή Μαίρη ντ’ Ενγκιέν, τα παρεχώρησε στη δημο­κρατία της Βενετίας το 1388, με τη γη τους και τα φρούρια τους, για το σύνο­λο των 700 Βενετικών δουκάτων σε χρυσό, όπου θα πληρώνονταν σ’ αυτήν ετησίως, εκτός από τα 2000 δουκάτα σε χρυσό κατά την πράξη της εκχώρη­σης. Το έτος 1397, το Άργος κατελήφθει από τον Βαγιαζήτ. Τότε ερημώθη­κε τελείως και τα τείχη του καταστρά­φηκαν. Ξαναχτίστηκε από τους Βενε­τούς – από τους οποίους το πήραν οι Τούρκοι το 1463- και αφού το ξαναπή­ραν οι Βενετοί, την ίδια χρονιά επανα­κτήθηκε από τους Τούρκους.

Ο ποταμός Ίναχος του οποίου η α­ποξηραμένη κοίτη είναι ένας σύντομος δρόμος για τα βορειοανατολικά του Άργους, τροφοδοτείται με παροδικές πλημμύρες μόνο μετά από δυνατές βροχές, κι όταν λειώνουν τα χιόνια στα γύρω βουνά. Η πηγή του σύμφωνα με τον Στράβωνα ήταν στο όρος Λούρκιο, κοντά στην Κυνουρία, και σύμφωνα με τον Παυσανία, στο όρος Αρτεμίσιον. Α­κόμα και τον μήνα Δεκέμβριο, όταν ή­μουν στο Άργος δεν υπήρχε σταγόνα νερό στο κανάλι του, και όπως ο Ισμένος και ο Ιλισσός, έχει πιο συχνά ακου­στεί για τη γλιστερή απαλότητα ή την ορμητική βιασύνη του ρεύματός του στην ποιητική φαντασία, παρά στην πραγματικότητα της ύπαρξης. Ήταν πράγματι στην καλύτερη μορφή του, τίποτα περισσότερο από ένας τυχαίος χείμαρος και γι’ αυτό ονομάστηκε χαραδρώδης από τον Στράβωνα. Το τωρινό του όνομα είναι Ζέρια, λέξη που αποδίδεται στην αποξηραμένη κοίτη του. Πηγάζει περίπου δέκα μίλια από το Άργος, σε ένα μέρος που ονομάζε­ται Μούσι, στο δρόμο προς την Τριπολιτσά στην Αρκαδία. Το χειμώνα μερι­κές φορές κατεβαίνει από τα βουνά σε μια κυλιόμενη μάζα, όπου κάνει σημα­ντική ζημιά στην πόλη. Ο Λουκιανός παρατηρεί ότι τα ποτάμια πεθαίνουν ό­πως οι άνθρωποι και οι πόλεις, και ότι ο Ίναχος δεν έχει αφήσει ούτε ίχνη για να θυμίζουν την εξαφανισμένη ζωτικό­τητά του.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, το πρώτο όνομα του Ίναχου ήταν Καρμάνωρ, το οποίο άλλαξε σε Αλιάκμων, α­πό την ονομασία του Τιρύνθιου ήρωα που χάθηκε στο ρεύμα του. Ο Ίναχος, ένας γιος του Ωκεανού, έπειτα πνίγηκε σ’ αυτόν και του έδωσαν το όνομά του. Ο Στράβων δικαιώνει το Άργος από τον κάποτε παροιμιώδη καταλογισμό ζήτησης νερού, βεβαιώνοντας ότι είναι καλά τροφοδοτούμενο, και αναφέρο­νται μερικές πηγές μέσα στην πόλη.

Σήμερα υπάρχουν διάφορα αρχαία και νεώτερα πηγάδια στο Άργος και σε σχεδόν κάθε τμήμα της πόλης και της κοντινής περιοχής, νερό βρίσκεται, χωρίς σκάψιμο σε σημαντικό βάθος. Ο Παυσανίας παρατηρεί ότι δεν υ­πάρχει άλλο νερό απ’ αυτό της Λέρνας σ’ αυτό το μέρος της περιοχής κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών. Φαίνεται να έχει ξεχάσει το μόνιμο ρεύμα του Ερασίνου, το οποίο είναι πολύ πιο κοντά στο Άργος από τη λί­μνη της Λέρνας.

Στη συνέχεια ο περιηγητής επισκέπτεται τον Ερασίνο, τη Λέρνα, τις Μυκήνες, το Ναύπλιο  και σχεδόν ολόκληρη την Αργολίδα…

 

Μετάφραση: Αφροδίτη Ιωαν. Μπιμπή

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αναγέννηση», τεύχος 382, Απρίλιος 2002.

 

Σχετικά θέματα: 

 

Read Full Post »

Γεώργιος Η. Κόνδης


 

Ο κος Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, στο βήμα του «Δαναού».

Ο Γεώργιος Η. Κόνδης είναι Κοινωνιολόγος. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Κοινωνική Ανθρωπολογία. Είναι διδάκτωρ Κοινωνικών Επιστημών του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβαίν (Βέλγιο).

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά, εργάστηκε στο Βέλγιο και εγκαταστάθηκε στην Αργολίδα το 1988. Συμμετέχει στη σύνταξη περιοδικών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Βραβεύεται το 2005 από τη Γ.Γ. Επικοινωνίας/Ενημέρωσης για την έρευνα «Ο κόσμος της εργασίας: Όψεις, Χρόνοι, Χώροι».

Έχει παρουσιάσει σε Συνέδρια, Επιστημονικές Ημερίδες και περιοδικά κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές έρευνες καθώς και αρχειακό υλικό σε Δημόσιες Εκθέσεις. Έχει αναλάβει  παρουσιάσεις ατομικών και συλλογικών έργων. Έχει εκδώσει μελέτες, έναν τουριστικό οδηγό και πολλές ερευνητικές εκθέσεις και επιστημονικές ανακοινώσεις σε συνέδρια.

Εργάστηκε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου και το ΑΤΕΙ Καλαμάτας ως Επιστημονικός Συνεργάτης και στην Εκπαίδευση Ενηλίκων ως Διευθυντής του ΣΔΕ Ναυπλίου. Επιλέχθηκε, το 2018, ως Οργανωτικός Συντονιστής Εκπαιδευτικού Έργου στην Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Πελοποννήσου και σήμερα ανήκει στο διδακτικό δυναμικό του Τμήματος Παραστατικών και Ψηφιακών Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Ενδεικτικές μελέτες και βιβλία που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα:

 

  • «Από την Αυτοκρατορία στο Εθνικό Κράτος. Σχήματα πολιτικής έκφρασης και χώροι κοινωνικής οργάνωσης στην Ελλάδα (1760-1860)», διδακτορική διατριβή, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβαίν, σειρά 395, Louvainla-Neuve, 2003.
  • Περίγραμμα οργάνωσης του δημόσιου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας, εκδ. ΔΑΝΑΟΣ, Άργος, 2003.
  • «Από την εφημερίδα στο βιβλίο: Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό στο Άργος του 19ου αιώνα», εκδ. ΔΑΝΑΟΣ, Άργος, 2004.
  • «Τουριστικός Οδηγός Άργους», Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού Άργους, 2008.
  • Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις στην εκπαίδευση ενηλίκων (Δ. Γ. Μαγριπλής, Γ. Η. Κόνδης):  «Θεωρητικές προσεγγίσεις και παραδείγματα για τις σύγχρονες οπτικές οργάνωσης της εκπαίδευσης ενηλίκων». Πλάτων, Περιοδικό της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, τ. 6, 2010-2011.
  • Ειδική αγωγή και εκπαίδευση: «Το χρονικό της ίδρυσης του πρώτου Ειδικού σχολείου στον Δήμο Τριφυλίας της περιφέρειας Πελοποννήσου»  (Δ. Γ. Μαγριπλής, Γ. Η. Κόνδης, Λ. Μωράκου):  η εμπειρία της ειδικής αγωγής μέσα από την παρουσίαση ενός συγκεκριμένου σχολείου. Πλάτων, Περιοδικό της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, τ. 6, 2010-2011.
  • Πολιτισμική διαχείριση στην εκπαίδευση (Γ. Η. Κόνδης, Δ. Γ. Μαγριπλής): Θεωρητικές προσεγγίσεις και παραδείγματα προγραμμάτων σχετικά με τη διαχείριση της έννοιας «πολιτισμός» στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Σημασία και κοινωνικές προεκτάσεις. Πλάτων, Περιοδικό τα Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, τ. 6, 2010-2011.
  • «Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα», εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2011.
  • «Εμείς και οι Άλλοι. Η περίπτωση του ανταγωνισμού Άργους-Ναυπλίου», στο: Δημήτριος Γ. Μαγριπλής (επιμ), «Πολιτισμός και διαφορετικότητα: Εμείς και άλλοι», εκδ. Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη, 2011.
  • «Τετράδιο Πολέμου 1940», εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2012.
  • «Με τη ματιά στο χρόνο», εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος 2013.
  • «Εκπαίδευση και σχολικό δίκτυο στην Αργολίδα κατά την Οθωνική περίοδο», εκδ. Πνευματικό Ίδρυμα «Ιωάννης Καποδίστριας», Ναύπλιο, 2013.
  • «Εκπαιδευτικός εκσυγχρονισμός και πολιτικο-κοινωνική πραγματικότητα. Βήματα, ασυνέχειες και αντιθέσεις στην κατασκευή της έννοιας του ενεργού πολίτη», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2016.
  • Παράδοση και πολιτισμός στην Περιφέρεια. Ο ρόλος των πολιτιστικών συλλόγων. 1 Το Λύκειο Ελληνίδων Άργους, εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2017.
  • «Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας», Εκδ. Δήμος Άργους-ΚΕΔΑΜ, Άργος, 2018.
  • Το Λύκειο των Ελληνίδων στην Αργολίδα. 50 χρόνια Λυκείου Ελληνίδων Άργους (1965-2015), εκδ. Δεδεβέση, Άργος, 2018.
  • Jean  -Nicolas MAQUART (1786-1856). Intendant militaire en Morée (1829-1830): Versailles – Paris, 2020.
  • Η Αθήνα στην Ελληνική Επανάσταση. Αθηναϊκό Ημερολόγιο 2021. εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα, 2021.
  • Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean–Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828 – 1831), υπό έκδοση.

 

Read Full Post »

Ντόντουελ Έντουαρντ  – Edward Dodwell (1767 – 1832)


 

 

Edward Dodwell

Ο Edward Dodwell, υπήρξε ζωγράφος, περιηγητής, αρχαιοδίφης και συγγραφέας. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Γεννήθηκε το 1767 στο Δουβλίνο, σπούδασε φιλολογία και αρχαιολογία στο Trinity College του Cambridge και συνέχισε τις σπουδές του αποκτώντας το πτυχίο του Bachelor of Arts. Κάτοχος σημαντικής περιουσίας, χωρίς επαγγελματική υποχρέωση, επιδίδεται απερίσπαστος στη μελέτη των πολιτισμών της Μεσογείου.

Επισκέφτηκε την Ελλάδα τρεις φορές:  το 1801, το 1805 και το 1806. Το 1819  εξέδωσε το, «A Classical and Topographical Tour through Creece», μια λεπτομερής έκθεση των ταξιδιών του σε δύο μεγάλους τόμους, που αποτελεί πολύτιμη πηγή πληροφοριών πάνω στις συνθήκες ζωής της Ελλάδας πριν τον αγώνα για την ανεξαρτησία. Συνοδευόταν από τον προσωπικό του ζωγράφο τον Ιταλό Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. Το Δεκέμβριο του 1805 βρίσκεται στην Κόρινθο και από εκεί επισκέπτεται το Άργος, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Επίδαυρο, το Κρανίδι και άλλες περιοχές της Αργολίδας.  Για  τις εντυπώσεις του στην Αργολίδα αφιερώνει 100 περίπου σελίδες, στον δεύτερο τόμο του έργου του.     

Όπως λέει και ο τίτλος, η εργασία του Dodwell ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος της,  τοπογραφική και αρχαιολογική σε έκταση. Έχοντας αποκτήσει μια τυπική κλασσική εκπαίδευση στο Trinity College, του Cambridge, ήταν ικανός να εφαρμόσει τη γνώση του πάνω στις πηγές σε αρχαιολογικά θέματα για να συλλέξει ένα τεράστιο όγκο υλικών που το κατηγοριοποίησε με τρόπο λεπτομερή και πολυμαθή.

Στη γερμανική του μετάφραση το, «A Classical and Topographical Tour through Creece», 1821,  περιλαμβάνει τριάντα έγχρωμα χαρακτικά με τοπία της χώρας. Η ακρίβεια στην απόδοση των τοπίων, των αρχαίων ερειπίων και των ανθρωπίνων μορφών με τις ενδυμασίες τους καθιστούν τις γκραβούρες του πραγματικές μαρτυρίες της εποχής. Η ακρίβεια και η παρουσία χρώματος καθιστά, δύο αιώνες μετά τη δημιουργία τους, τα έργα του Ντόντουελ δυσεύρετα και πολύτιμα.

Το δεύτερο έργο του «Views in Creece», εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1821, με πολλές γκραβούρες, δίνοντας  έτσι μια ολοκληρωμένη άποψη της Ελλάδας του 19ου αιώνα.

Με την ολοκλήρωση των περιηγήσεών του ζει στην Ιταλία, κυρίως  στη Ρώμη και τη Νεάπολη, ευνοούμενος του Βατικανού. Το 1830 όταν εξερευνά τα όρη της Ιταλίας προσβάλλεται από σοβαρή ασθένεια από την οποία και πέθανε στις 13 Μαΐου 1832 στη Ρώμη. Η τριάντα χρόνια νεότερη σύζυγός του Theresa, κόρη του Count Giraud, έγινε γνωστή σαν η «όμορφη» κόμισσα του Spaur, και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή της παπικής πόλης.

Η τελευταία του δουλειά, «Views and Descriptions of Cyclopian or Pelasgic Remains in Italy and Creece », κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, στο Λονδίνο το 1834.

Πηγές


 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Μαλτέζος Διογένης (1932-2019)


                                                                                                           

Διογένης Μαλτέζος

Ο Δάσκαλος και λογοτέχνης Διογένης Μαλτέζος γεννήθηκε στον Ίναχο του Άργους το 1932. Σπούδασε παιδαγωγικά. Το 1960 ίδρυσε μαζί με την σύζυγό του Χριστίνα και τον αδελφό του Δημήτρη, ιδιωτικό σχολείο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα «Πρότυπα Εκπαιδευτήρια Αφων  Μαλτέζου», προσφέρανε και συνεχίζουν να προσφέρουν τις πολύτιμες και υψηλού επιπέδου υπηρεσίες τους στην παιδεία του τόπου μας.

Δάσκαλος έγινε από αγάπη προς τα παιδιά. Κοιτάζοντας μέσα στην ψυχή τους, προσπάθησε να γνωρίσει και την δική του ψυχή. Στο δύσκολο τούτο έργο – όπως ο ίδιος λέει- πνευματικοί του οδηγοί στάθηκαν η σοφία των προγόνων μας και η ευαγγελική αλήθεια.

« …Θέλω να σας θυμίσω ότι ο Αισχύλος ζει τον 5ο  αιώνα π.Χ.˙ ότι αυτά που θα πει αποτελούν ανθρώπινη σοφία˙ ότι δεν τίθεται ελληνική σοφία ή χριστιανική αλήθεια. Δεν τίθεται διαζευκτικά το θέμα κάτι τέτοιο θα ήταν ολέθριο λάθος. Θα τεθεί ως εξής: το ελληνικό πνεύμα είναι ανθρώπινη προσπάθεια, ανεπανάληπτη, που οργάνωσε το νου του ανθρώπου. Και η χριστιανική αλήθεια είναι αλήθεια εξ αποκαλύψεως, είναι χάρη και δωρεά του Θεού. Αυτή την αλήθεια το ελληνικό πνεύμα την υιοθέτησε και την βοήθησε να διαδοθεί. Και όταν οι καιροί άλλαξαν και η αλήθεια στέριωσε, τότε το ελληνικό πνεύμα κοντά της βρήκε καταφύγιο». (Από την διάλεξή του στον «Δαναό» στις 27 Φεβρουαρίου 2005, με θέμα: Αισχύλος, ο οραματιστής ενός δικαιότερου κόσμου).

Νωρίς διαπίστωσε ότι όλη η πνευματική κίνηση που πήρε το όνομα Δυτικός Πολιτισμός ήταν σχόλια πάνω στα δύο αυτά πνευματικά μεγέθη. Όμως τα σχόλια αυτά τον βοήθησαν να φτάσει στο βαθύτερο νόημα της ανθρώπινης σοφίας και της αποκεκαλυμμένης αλήθειας.

Ήταν ευτυχής όταν μπορούσε, μέσω του τύπου ή του ραδιοφώνου, να μοιράζεται τα πνευματικά αγαθά με άλλους. Σ’ αυτούς τους άλλους – μαθητές, αναγνώστες και ακροατές- οφείλει πολλά- όπως ο ίδιος τονίζει- γιατί έπρεπε κάθε μέρα να βελτιώνεται για να είναι άξιος του ενδιαφέροντός τους. Κι αυτή η ακοίμητη λαχτάρα για βελτίωση συνεχίζεται ακόμη. Γιατί όπως είπε κάποιος μεγάλος Ποιητής μας, « Αλίμονο, είν’ υψηλή, το βλέπω, πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα».

Ο Διογένης Μαλτέζος έχει εκδώσει – εκτός από ποιητικές  συλλογές και μπροσούρες – το βιβλίο « Εφήμερα και αιώνια», Φεβρουάριος 2003, εκδόσεις Ελλέβορος.  Μια συλλογή 110 κειμένων που έχουν ένα κοινό γνώρισμα. « Μέσα σ’ όλα υπάρχει μια κρυφή νοσταλγία για κάτι «άλλο», που δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Αυτό το «άλλο» πολλοί το είπαν αιωνιότητα ». Πολυγραφότατος. Άρθρα του έχουν φιλοξενηθεί σε όλες σχεδόν τις εφημερίδες του Άργους όλα αυτά τα χρόνια προσφοράς του.

Μελίρρυτος στις εκπομπές του στο ραδιόφωνο της Ιεράς Μητρόπολης Αργολίδας, συγκινεί με τον ήπιο λόγο του και «διδάσκει» τους αρχαίους τραγικούς. Τουλάχιστον τριάντα έργα τους έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα. Επίσης, έχει επιμεληθεί και  παρουσιάσει σε 10 τουλάχιστον συνέχειες το « Άσμα Ασμάτων» του Σολομώντα, σε μετάφραση του ιδίου, σχόλια και παρατηρήσεις.

Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών, την Τετάρτη 27 Μαρτίου του έτους 2019.

 

Read Full Post »

Ζωγράφου Ευγενία (1878 – 1963)


 

Ευγενία Ζωγράφου, τσιγκογραφία, Σκόκος Κωνσταντίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα, 1900.

Ευγενία Ζωγράφου, θεατρική συγγραφέας, πεζογράφος και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1878, κόρη του Λυκούργου Ζωγράφου. Σε παιδική ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στην Αθήνα, όπου φοίτησε στο Παρθεναγωγείο και, μαθήτρια ακόμη, δημοσίευσε το ποίημα «Η Μπίλιω», μετά από παρότρυνση του Αριστομένη Προβελέγγιου.

Έγραψε άρθρα, δοκίμια, διηγήματα, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Υπήρξε διευθύντρια της «Ελληνικής Επιθεώ­ρησης» (1907-1942), συνεργάστηκε επίσης με τα έντυπα Ακρόπολις, Σκριπ, Άστυ, Ατλαντίς, Εμπρός κ.α. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1912 εργάστηκε ως εθελόντρια νοσοκόμα, ενώ από το 1921 ως το 1922 διετέλεσε διευθύντρια του στρατιωτικού περιοδικού «Νίκη» με εντολή του Υπουργείου Εξωτερικών. Η τελευταία μνεία στο όνομά της ως διευθύντριας της Ελληνικής Επιθεωρήσεως υπάρχει στο τεύχος του Ιανουαρίου του 1946, όπου αναγράφεται και η διεύθυνσή της στην Αθήνα, Μενάνδρου 83.

Στην εφημερίδα «Ακρόπολις», όπου δημοσιογραφούσε, έκανε το πρώτο εργατικό ρεπορτάζ. Μια φωνή νεαράς Ελληνίδας δημοσιογράφου από την «Ακρόπολι» του Βλάσση Γαβριηλίδη το 1898:

«Αλλά κύριοι εργοστασιάρχαι, δεν θα θεραπεύσητε το κακόν τούτο; Ιδρύσατε συσσίτια και ευεργετήσατε, χωρίς να χάσετε τι, τας χιλιάδας των πτωχών εργατίδων. Αι εργάτιδες πεινούν. Το ξερό ψωμί και η μισή ρέγγα, το ξερό ψωμί και το λίγο τυράκι, το ξερό ψωμί και το ένα πορτοκάλι ή το λίγο σταφύλι, δεν θεραπεύουν την πείνα τους».

 Η πρώτη Ελληνίδα δημοσιογράφος εργατικού ρεπορτάζ, η Ευγενία Ζωγράφου, με το καρνέ στο χέρι, ζητεί πληροφορίες από τους βιομηχάνους του Πειραιά (1898) για τη ζωή και τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργατριών τους.  Στην ιστορία της ελληνικής δημοσιογραφίας, η Ευγενία Ζωγράφου κατέχει ίσως την πρώτη θέση στο λεγόμενο εργατικό ρεπορτάζ, που το αναπτύσσει με θέσεις και λογοτεχνικό στυλ. Πέθανε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 1963.

Εργογραφία

Πεζογραφία

Διηγήματα, Αθήνα, τυπ. Α.Αποστολόπουλου, 1896.
Διηγήματα, 1898.
Διηγήματα, 1900.
Η Γκούραινα, Αθήνα, Α.Ζ. Διαλησμάς, χ.χ.

Θέατρο

Η Μοναχή, [1894] (θίασος Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου)
Ο εξιλασμός, [1895] (θέατρο Παράδεισος)
Η κλεφτοπούλα, [1899] (θέατρο Νεαπόλεως)

Όταν λείπει το χρήμα, [1908]
Η Τζένυ με το γέλιο της
Το στοίχημα
Η Άνοιξη

 

 

Ευγενία Ζωγράφου: Μια λησμονημένη μορφή των γραμμάτων μας

 

Μαριέττα Ιωαννίδου, Ανακοίνωση στην Η’ Επιστημονική Συνάντηση του Τμήματος Φιλολογίας του Α.Π.Θ. (Μάρτιος 1997, Θεσσαλονίκη).

  

Οι αστυφύλακες, οι οποίοι είχον ταχθεί χθες παρά την είσοδον του θεάτρου των «Ποικιλιών», εκραύγαζον διαρκώς: Ένας ένας. κύριοι! Ένας. ένας! Δεν είναι δυνατόν να μπείτε όλοι μαζί!

Τοιαύτην πραγματικώς εφαίνετο έχων διάθεσιν ο κόσμος, ο κόσμος, ο συρρέων και κατακλύζων τη στοάν του θεάτρου, να εισέλθει όλος διαμιάς, με δίψαν, με ανυπομονησίαν να ίδη το νέον «περίεργον φαινόμενον» το οποίον προανήγγειλαν τα προγράμματα – εν δράμα γραφέν υπό κόρης νεαράς και ωραίας.

Από της ενάτης η αίθουσα ήτο πλήρης και θορυβώδης.[…]

Επί τέλους αίρεται η αυλαία. Προσοχή και ενδιαφέρον, και εφ’ όσον εκτυλίσσεται το δράμα, το ενδιαφέρον και ο ενθουσιασμός κορυφούται. Οι ηθοποιοί καλούνται επί της σκηνής επανειλημμένως, ήδη δε από της δευτέρας πράξε­ως εμφανίζεται, χειραγωγούμενη υπό της κ. Παρασκευοπούλου και η συγγραφεύς, κομψή, χαριέσσα, μετά προφανούς συγκινήσεως χαιρετώσα τους χειροκροτούντας θαυμαστάς της. Διότι – είναι περιττόν να είπωμεν-, ευθύς εξ αρχής, η δεσποινίς Ζωγράφου απέκτησε θαυμαστάς, και μάλιστα ενθουσιώδεις. Αυτοί την απεθέωσαν εις το τέλος. Την εκάλεσαν επί της σκηνής πολλάκις, μετά χα­ράς δε την είδον στεφανουμένην διά στεφάνου εξ ανθέων, απτού πλέον δείγματος της όλης επιτυχίας. Και ο κόσμος απήλθε καταγοητευμένος.

Το  απόσπασμα που παρέθεσα προέρχεται από άρθρο της Εστίας της 3ης Μαΐου 1894, χάρη στο οποίο πληροφορήθηκα, πριν από μερικά χρόνια, την ύπαρξη της θεατρικής συγγραφέως, πεζογράφου και δημοσιογράφου Ευγενίας Ζωγράφου, που γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1878 και πέθανε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 1963.

Μετά το πέρας των πανεπιστημιακών σπουδών μου, οι γνώσεις μου σχετικά με τις Ελληνίδες συγγραφείς του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαε­τιών του 20ού περιορίζονταν σε τρία μόνον ονόματα: την Πηνελόπη Δέλτα, τη Γαλάτεια Καζαντζάκη και την Καλλιρρόη Παρρέν, της οποίας το «Λύκειο Ελληνίδων» είχα επισκεφτεί κάποτε τυχαία την Αθήνα. Στη διάλεξη που παρακολούθησα εκεί, η ομιλήτρια αναφέρθηκε και στα πεζά της Παρρέν, όταν όμως την επομένη αναζήτησα τα έργα της στη βιβλιοθήκη που στεγάζεται στο ίδιο κτίριο, πληροφορήθηκα πως δεν υπήρχε εκεί ούτε ένα αντίτυπο κι ότι έπρεπε να ψάξω στους τόμους της Εφημερίδος των Κυριών, όπου προδημοσιεύτηκαν σε συνέχειες. Περιττό μάλλον να προσθέσω ότι από τη σειρά των τόμων έλειπαν τουλάχιστον οι μισοί και απ’ αυτούς πάλι ένα σωρό σελίδες είχαν κάνει φτερά.

Το γεγονός αυτό πάντως μου κίνησε την περιέργεια σχετικά με τις «γρά­φουσες» του περασμένου αιώνα και την τύχη τους, περιέργεια που εξελίχθητε σε επιστημονικό ενδιαφέρον. Ένα ενδιαφέρον συναρπαστικό, αλλά και απίστευτα χρονοβόρο, ιδιαίτερα για τον Νεοελληνιστή που ζει στην άλλη άκρη της Ευρώπης και στις μέρες που καταφέρνει να βρεθεί στην Ελλάδα για τον σκοπό αυτό αντιμετωπίζει τη σκληρή πραγματικότητα της λειτουργίας βιβλιοθηκών και αρχείων, προπάντων όταν έχει την ατυχία να ενδιαφέρεται για προπολεμικό υλικό…

Είχα διαβάσει κάπου ότι «η ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, έτσι όπως την έγραψαν οι ιστορικοί της εποχής, κατάντησε να μοιάζει με τις μονές του Αγίου Όρους όπου θηλυκό κανενός είδους δεν εισχωρεί». Θαρρώ ότι το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για τις Ιστορίες της Ελληνικής Λογοτεχνίας, όσον αφορά τον 19ο αιώνα: ονόματα γυναικών απουσιάζουν εντελώς ή αναφέρονται μόνον ένα  -δύο, χωρίς άλλα στοιχεία.

Σε δυο – τρεις περιπτώσεις Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, του Γιάννη Κορδάτου (1962) και του Νίκου Παππά (1973) για παράδειγμα, οι συγγραφείς τους αφιερώνουν ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στις «Ελληνίδες στη Λογοτεχνία», δημιουργώντας έτσι μια ξεχωριστή κατηγορία ποιητών και πεζογράφων με μοναδικό κοινό χαρακτηριστικό το φύλο τους. Ίσως κιόλας να ήθελαν με τον τρόπο αυτό να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στην περίφημη écriture feminine. Όπως και να ναι βέβαια, ακόμα και η περιθωριοποίηση είναι προτιμότερη από την αποσιώπηση…

Είναι γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια στροφή του ενδιαφέροντος πολλών Νεοελληνιστών προς τις αρχές της πεζογραφίας μας. Μέσα στη γενική αυτή κίνηση και χάρη στις έρευνες που γίνονται στα πλαίσια των «gender studies» (ο όρος αντικατέστησε τον αμφιλεγόμενο «women studies») ευνοήθηκαν και μερικές γυναίκες: Η ήδη αρκετά γνωστή Καλλιρ­ρόη Παρρέν, αλλά και η Ευανθία Καίρη, η συγγραφέας του πρώτου νεοελλη­νικού δράματος γραμμένου από γυναίκα (Νικήρατος, 1826), η ζωγράφος Ελένη Μπούκουρη-Αλταμούρα (1821-1900) και η άγνωστη, τραγική περίπτωση της Ελισσάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου έγιναν μέχρι και αντικείμενο ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών, αφιερωμάτων σε εφημερίδες, άρθρων, διαλέξεων και μεταφράσεων (Η Αυτοβιογραφία της Μαρτινέγκου μεταφράστηκε όχι μόνο στα αγγλικά μα και στα ολλανδικά!)

Μια διδακτορική διατριβή ανέσυρε από τη λησμονιά το έργο μιας σπουδαίας Κωνσταντινοπολίτισσας διηγηματογράφου, της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, και μια θεατρική παράσταση ενός πειραματικού θιάσου στην Αθήνα «ανέβασε» ένα έργο μιας εντελώς άγνωστης συγγραφέως, της Μαρίας Μηχανίδου.

Ίσως να υπάρχουν και μερικές άλλες περιπτώσεις που μου διαφεύγουν, αλλά οπωσδήποτε πρόκειται για σποραδικές προσπάθειες που σηματοδοτούν όμως μια καλή αρχή. Υπάρχει πλήθος ακόμα υλικού που παραμένει άγνωστο και ανεκμετάλλευτο: ποιήματα, διηγήματα, θεατρικά βρίσκονται σκόρπια σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Στα «αζήτητα» υπάρχουν και περιοδικά της Κωνσταντινούπολης και της Αθήνας, που εκδίδονταν από γυναίκες και περιέχουν πολύτιμο υλικό όχι μόνο για τον μακρύ και επίπονο αγώνα της Ελληνίδας για χειραφέτηση, αλλά και για την προσφορά της στη λογοτεχνική παραγωγή της Νεότερης Ελλάδας.

Ευγενία Ζωγράφου, τσιγκογραφία, Ποικίλη Στοά.

Ας εστιάσουμε όμως την προσοχή μας στην Ευγενία Ζωγράφου που αποτελεί το αντικείμενο της διδακτορικής μου διατριβής και αυτού του άρθρου. Σε αρκετούς ίσως γνωστή ως δημοσιογράφος – διευθύντρια του περιοδικού Ελληνική Επιθεώρηση (1907-1942) – με διευθυντή σύνταξης από το 1920, από την ίδρυση της «Καλλιτεχνικής Συντροφιάς» και μετά δηλαδή, τον Άγγελο Δόξα. Η λογοτεχνική της δραστηριότητα όμως παραμένει ξεχασμένη και άγνωστη.

Ποια ήταν λοιπόν αυτή η τόσο ξεχωριστή για την εποχή της Αναπλιώτισσα; Ελάχιστα τα στοιχεία που κατάφερα ως τώρα να συγκεντρώσω για την ίδια και έτσι αναγκαστικά, η γνωριμία μαζί της έγινε μέσα από τη συγγραφική της δραστηριότητα ή, για να ακριβολογήσω, απ’ το μεγαλύτερο μέρος του έργου της, μια και δεν έχω βρει ακόμη όλα τα διηγήματα και τα θεατρικά της. Τελικά, αυτή η έλλειψη στοιχείων για την ιδιωτική ζωή του συγγραφέα ίσως ν’ αποτελεί  ευτύχημα για τον ίδιο, όπως πολλοί υποστηρίζουν, επειδή θα κριθεί με αποκλειστικό γνώμονα το έργο του.

Κοινό χαρακτηριστικό όλων των άρθρων που αναφέρονται στα πεζά και στα θεατρικά της Ευγενίας Ζωγράφου είναι ο θαυμασμός και η απορία για το πώς είναι δυνατόν να συνδυάζεται τόση φυσική και πνευματική ομορφιά στην ίδια νεαρή γυναίκα. Ακούστε, για παράδειγμα, πώς ο Κ. Πωπ κάνει το πορτρέτο της:

«Όταν μου λέγουν: – Γνωρίζετε την κυρίαν τάδε που γράφει; Μου έρχεται να απαντήσω αμέσως: – Όχι, αλλά φαντάζομαι πώς θα είναι. Μαύρη ή ξανθή ξεπλυμένη, με μαύρους όνυχας, με άσχημα δόντια, με μύτην  μεγάλην ή χωρίς μύτην, με στόμα μοχθηρίας ή στόμα όμοιον με του αράπη του μύθου, που το εν χείλος έφθανεν εις τον ουρανόν και το άλλο εθώπευε την γην. Με σώμα καμπουριασμένο, με πόδας ραιβούς, με στήθος… άνευ στήθους, μη έχουοαν τίποτε το γυναικείον εις την ψυχήν και τον νουν, όπως και εις την μορφήν. […]

Η δεσποινίς Ζωγράφου όμως συνέτριψεν την πρόληψιν, ότι μια εύμορφη δεν δύναται ν’ ασχοληθεί με τα γράμματα… Πλάσμα αβρότατον, λιγυρά εικοσαετίς δεσποινίς, […] με πλούσιαν ελαφρώς κάστανήν κόμην, ροδόλευκον επιδερμίδα, εύθυμον και ανοικτόκαρδον την όψιν, με κάτι αφελές και αθώον και γλυκύ, περιχυμένον εις ολόκληρον την φυσιογνωμίαν της. Το ωραίον φύλον της χρεωστεί πολλά. Πρώτον διότι το αντιπρο­σωπεύει επαξίως ως μορφή. Δεύτερον διότι κατεκρήμνισε το ασάλευτον οι­κοδόμημα της κοινής γνώμης, ότι μία γυνή διά να ασχοληθεί εις τα γράμματα, πρέπει να είναι τουλάχιστον σαράντα ετών, ουδέποτε δε εύμορφη».

Και ο Σουρής της αφιέρωσε στίχους στο «Ρωμηό» του. χαρακτηρίζοντας την ως την «ωραιότερα μες στας άλλας τας γράφουσας», που «θα δείξει στον Ροΐδη ότι τάχει  τετρακόσια», αναφερόμενος στη γνωστή διαμάχη Ροΐδη – γραφουσών. Ως «αξία παντός επαίνου η δεσποινίς Ζωγράφου» αναφέρεται, τόσο σχετικά με τα επτά θεατρικά της έργα όσο και με τους τρεις τόμους διηγημάτων της που κυκλοφόρησαν το 1896, 1898 και 1900 αντίστοιχα, με τον τίτλο Διηγήματα.

Το πρώτο της θεατρικό, το τρίπρακτο δράμα Η Μοναχή, ιστορικό, βυζαντινής εποχής, πρωτοπαίχτηκε το 1894 σε θέατρο της πλατείας Ομονοίας από το θίασο της Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου και η επιτυχία του ήταν τόσο μεγάλη ώστε οι παραστάσεις επαναλήφθηκαν και το 1895. Το ίδιο πε­τυχημένες ήταν και οι παραστάσεις του δεύτερου ιστορικού της δράματος, της Κλεφτοπούλας, που αναφερόταν στον ξεσηκωμό του ’21 και «ανέβηκε» για πρώτη φορά στο θέατρο Νεαπόλεως το 1899.

Τα πέντε θεατρικά που ακολούθησαν, Ο Εξιλασμός, Όταν λείπει το χρήμα, Η Τζένη με το γέλιο της, Το στοίχημα και το μονόπρακτο Η Άνοιξη, ήταν κοινωνικά δράματα – δύο απ’ αυτά μεταφράστηκαν στ’ αγγλικά και γαλλικά κι ένα στα ιταλικά, ενώ το Όταν λείπει το χρήμα ξανανέβηκε το 1912 στο Θέατρο της Κυβέλης. Το κοινό αποθέωνε τη συγγραφέα καλώντας τη στη σκηνή και στεφανώνοντας τη με άνθη, ενώ οι κριτικοί της εποχής την αποκαλούσαν «Ελληνίδα Γεωργία Σάνδη».

Στα δεκατέσσερα συνολικά διηγήματα που δημοσιεύτηκαν στις τρεις ομώνυμες συλλογές, δεσπόζουν τα γυναικεία πρόσωπα, νεαρής κυρίως ηλικίας, που ζουν στην Αθήνα, στη με πολύ γοργό ρυθμό μεταλλασσόμενη κοινωνία της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα. Τα δύο βασικά θεματικά μοτίβα, που αποτελούν «κοινό τόπο» στα περισσότερα διηγήματα της Ζωγράφου, είναι: πρώτον, η εξαρτημένη θέση και η παθητική στάση των γυναικών στην οικογένεια, στον έρωτα, στην κοινωνία και, δεύτερον, η κοινωνική αδικία που συντελείται λόγω της εκμετάλλευσης των αδύναμων και φτωχών από μερικούς αδίστακτους και επιτήδειους.

Είναι φανερό πως η Ζωγράφου συμμερίστηκε από νωρίς τις προσπάθειες για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας, που μετά τον πόλεμο του 1897 θα βρουν υποστήριξη απ’ όλους τους νέους λογοτέχνες «παίρνοντας το σχήμα μιας ορισμένης κατακραυγής για κοινωνική αλλαγή», που ο Γουνελάς ονομάζει «σοσιαλιστική συνείδηση». Το «κατηγορώ» της συγγραφέως στρέφεται ενάντια σ’ όσους εκμεταλλεύονται αδίστακτα τους οικονομικά αδύνατους και τους απροστάτευτους, ιδιαίτερα τις γυναίκες.

Ο Μάνθος, ο πρωταγωνιστής στο ομώνυμο διήγημα, ένα από τα ωραιότερα της συλλογής του 1896, που πρωτοδημοσιεύτηκε ως επιφυλλίδα στην καθημερινή Εστία με τον τίτλο Ο Λιράς, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:

 «Ότε [ο Μάνθος] έφθασεν εκεί, ως θηρίον εισήλθεν εις την απορφανωθείσαν οικογένειαν, των πάντων την εξεγύμνωσεν, έλαβε το εικοσαπλούν του χρέους των και πενομένην άστεγον την έρριψεν εις τους δρόμους.

Η χήρα, πτωχή ασθενής γυνή, είδε να της παίρνει ένα, ένα όλα τα πράγματα του φτωχικού της, δεν παρεπονέθει, δεν έκλαυσε, πλην όταν επρόκειτο ο Μάνθος να φύγει, εγονάτισε και τον παρακάλεσε κλαίουσα και ασπαζόμενη τους πόδας του, να της αφήσει ένα σκέπασμα διά το ασθενές παιδί της και το ασημένιον δαχτυλίδι των αρραβώνων της, τον απλούν κρίκον της αγάπης της. Πλην εκείνος της απάντησε σκληρώς φεύγων: (απόσπασμα)

– Ο κρίκος θα κάνει στο χρυσικό παράδες και το βαμβάκι που ναι στο πάπλωμα, στον αργαλειό πανί».

Η μοναξιά, η απογοήτευση που φτάνει στην απόγνωση, η καταπίεση, η αδικία και η περιφρόνηση που βιώνουν οι περισσότεροι πρωταγωνιστές, μαζί με το άγχος για τη συγκέντρωση της προίκας και το έντονο «κατηγορώ» της συγγραφέως για το θεσμό αυτόν και τα δεινά που συχνά επιφέρει, παρουσιάζονται πολύ γλαφυρά στα διηγήματα και στα θεατρικά της Ζωγρά­φου.

Πιστεύω πως πίσω από πολλούς πρωταγωνιστές των έργων της βρίσκονται υπαρκτά πρόσωπα που η ίδια συνάντησε κατά τη διάρκεια του εργατικού ρεπορτάζ, του πρώτου στην Ελλάδα, που διεξήγαγε το 1898 με εντολή του Βλάσση Γαβριηλίδη, για την εφημερίδα Ακρόπολη, σε εργοστάσια του Πειραιά, όπου οι γυναίκες δούλευαν «μέχρι και δωδεκάωρο τη μέρα για το ήμισυ του κανονικού ημερομισθίου».

Το 1904, τρία χρόνια πριν αρχίσει την έκδοση της Ελληνικής Επιθεώρησης, εκδίδει το 717 σελίδων ιστορικό μυθιστόρημα Η Γκούραινα, ήτοι η γυναίκα του στρατηγού Γκούρα, το οποίο πρέπει να είχε νωρίτερα δημοσιευτεί ως επιφυλλίδα, όπως υποθέτω από μια σύντομη σημείωση στο τέλος του βιβλίου.

Η Γκούραινα αναφέρεται στην εποχή του Αγώνα, συγκεκριμένα στην περίοδο 1817-1826, με βασική πρωταγωνίστρια, όπως μαρτυρά και ο τίτλος, την κοτσαμπασοπούλα Ασημίνα Λοιδωρίκη, που αγαπά τον φτωχό κι ορφανό Γιώτη Κότσαρη· ο πατέρας και ο αδελφός της την αναγκάζουν να παντρευτεί τον Γιάννη Γκούρα, φρούραρχο της Ακρόπολης. Με τις περιπλανήσεις του Γιώτη και του Γκούρα – τα γυναικεία πρόσωπα κινούνται κυρίως σε εσωτερικούς χώρους – ο παντογνώστης αφηγητής έχει την ευκαιρία να περιγράψει σημαντικά ιστορικά γεγονότα της Επανάστασης, με στοιχεία που, όπως αναφέρει η συγγραφέας σε υποσημειώσεις, δανείζεται από τον Σουρμελή και τον Βλαχογιάννη.

Στην κεντρική ιστορία ενσωματώνονται και άλλες δύο δευτερεύουσες, η μια «με πρωταγωνιστές τον ήρωα Νικόλαο Σαρρή και την Τουρκάλα αγαπημένη του και η άλλη με κάποιον Γάλλο φιλέλληνα και την Ελληνογαλλίδα  κόρη ενός προξένου. Τα νήματα των τριών αυτών ιστορικών πλέκονται τεχνικά μεταξύ τους και μετά το θάνατο του Σαρρή και του Γκούρα και την ανάληψη  της αρχηγίας του Κάστρου από την ηρωική Γκούραινα, οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές συναντιούνται στην Ακρόπολη και συμπορεύονται προς το τραγικό, για τους περισσότερους απ’ αυτούς τέλος.

Το μυθιστόρημα έχει όλα τα «κλασικά» χαρακτηριστικά ενός ιστορικού μυθιστορήματος: χρονική απόσταση ανάμεσα στο συγγραφέα και στον ιστορικό χρόνο της αφήγησης, αληθινό ιστορικό πλαίσιο, ο κεντρικός πρωταγωνιστής ο Γιώτης είναι πρόσωπο πλασματικό και όχι ιστορική προσωπικότητα, αναπαριστά τις συνήθειες και τη νοοτροπία της περιόδου στην οποία αναφέρεται.

Η συγγραφέας έχει την ευκαιρία όχι μόνο να προσφέρει ευχαρίστηση στον αναγνώστη, αλλά και να τον διδάξει. Να του υπενθυμίσει τον αποσιωπημένο μεγάλο ρόλο και τη συμμετοχή των γυναικών στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ελλάδας και ταυτόχρονα να σκιαγραφήσει τρία γυναικεία πορτρέτα – σύμβολα, προσφέροντας πρότυπα συμπεριφοράς, κανόνες ζωής και ηθικές αξίες:

α) την ηρωίδα Γκούραινα, που είναι «χαρακτήρ ατίθασος, αποφασιστικός, ζωηρός και γενναίος, καρδία άφοβος», «{…} που εγνώριζε και να απαντήσει και να υπερασπιστεί. Προπάντων δε εγνώριζε και το δίκαιον της να τo καταστήσει σεβαστόν, αφού ήξευρεν και το άδικόν της, να το υποστηρίξει», όπως μας πληροφορεί ο αφηγητής και όπως η ηρωίδα αποδεικνύει αναλαμβάνοντας τη διοίκηση του Κάστρου της Ακρόπολης

β) τη γυναίκα που είναι «ωραία, ζωηρά, φιλόγελος, αλλά και φιλέκδικος, αγρία και απερίσκεπτος… με ψυχή σκληρά και εκδικητική» που οδηγεί τον εαυτό της και άλλους στην καταστροφή – και γ) την «πνευμα­τώδη και θαρραλέα γυναίκα», που αποκτά συνείδηση της μειονεκτικής της θέσης και προσπαθεί να διεκδικήσει τη βελτίωση της.

Παρ’ όλο που τελικά επέρχεται με κάθαρση απολύτως σύμφωνη με τις ηθικές αξίες της εποχής – θάνατος για τις δύο πρωταγωνίστριες που, με διαφορετικό τρόπο η καθεμία, ξεπέρασαν τα επιτρεπτά όρια, συμβατικός γάμος για την τρίτη, που αποκτώντας συνείδηση της μειονεκτικής της θέσης ως γυναίκας, προσπάθησε να διεκδικήσει τη βελτίωση της -, η συγγραφέας επεμβαίνει συχνά και αποπειράται κάποια περισσότερο τολμηρή πρόταση, πέρα από τις αποδεκτές από το κοινωνικό σύνολο αξίες.

Είναι φανερό ότι πιστεύει στο σημαντικό ρολό του λογοτέχνη στην «ιδεολογική χειραφέτηση», στη διαμόρφωση μιας άλλης  κοινωνικής ηθικής, στην πραγματοποίηση μιας κοινωνικής μεταρρύθμισης. Ιδωμένο από την άποψη αυτή H Γκούραινα  είναι φανερό ότι ξεφεύγει από τα συνηθισμένα ελληνικά ιστορικά λαϊκά μυθιστορήματα, όπως τα ονομάζει ο Απόστολος Δούρβαρης, που γνώρισαν μεγάλη ακμή μετά την επονείδιστη ήττα του 1897.

Εδώ πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα που, καταφεύγοντας στην ανάμνηση του γνήσιου ηρωικού στοιχείου, αποπειράται να συμβάλει στην προβολή της γυναίκας-ηρωίδας στον Αγώνα για την Ανεξαρτησία. Συγχρόνως η συγγραφέας του προσπαθεί να αξιοποιήσει λογοτεχνικά, όπως έκανε και θεατρικά, τις θέσεις της τόσο σχετικά με το «γυναικείο ζήτημα» όσο και με το θέμα της κοινωνικής αδικίας και της διαφοράς των τάξεων – η πλούσια κοτζαμπασοπούλα κι ο έρωτας της για τον φτωχό δουλευτή, ο άρχοντας Σαρρής που αποφασίζει να γίνει κτίστης, η κόρη του προξένου που επιθυμεί να εργαστεί για να βοηθήσει οικονομικά τον ξεπεσμένο αριστοκράτη – αγαπημένο της.

Πρέπει επίσης να αναφέρω ότι Η Γκούραινα είναι, απ’ όσο ξέρω, το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα γραμμένο από γυναίκα, αν εξαιρέσουμε τη νουβέλα Ο Αλέξιος, ή τελευταίαι ημέραι των Ψαρών της Αγγελικής Πάλλη, που γράφτηκε στα ιταλικά το 1827 και μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1860 από τον Ζακύνθιο Σπυρίδωνα Μονδίνο.

Ένα δεύτερο μυθιστόρημα της Ζωγράφου, με τον τίτλο Ελένη, άρχισε να δημοσιεύεται στην Ελληνική Επιθεώρηση το 1936, αλλά η δημοσίευση του σταμάτησε μετά από δύο τεύχη και είναι άγνωστο εάν ολοκληρώθηκε ποτέ. Τόσο όμως σ΄ αυτό όσο και στα σκόρπια σε διάφορα περιοδικά διηγήματα της, όπως άλλωστε και στα διάφορα δημοσιεύματα της, ο κοινωνικός προβληματισμός αποτελεί τον θεματικό και νοηματικό πυρήνα.

Δίνοντας το βάρος αποκλειστικά στα γυναικεία πρόσωπα του έργου της, η Ζωγράφου θέλει ίσως να υπογραμμίσει πως η κοινωνική απελευθέρωση θα πραγματοποιηθεί από τη γυναίκα.

Κλείνοντας, μπορούμε να πούμε ότι, αν η Παρρέν (1861-1940) είναι η πρωτοπόρος της «αστικής χειραφέτησης» της γυναίκας – η ίδια ήταν μια ευκατάστατη αστή, φανατική μοναρχική και αντιβενιζελική -, η ομότεχνη της Ζωγράφου, πιο ριζοσπαστική, έχει το προβάδισμα στη «σοσιαλιστική χειραφέτηση». Αντιμετωπίζει το «γυναικείο ζήτημα» σε συνάρτηση με την απάνθρωπη κοινωνική υποδομή και το συνδέει με το εργατικό κίνημα – το πρώτο «ορθόδοξο» μαρξιστικό έργο που κυκλοφόρησε το 1892 στα ελληνικά, Γυνή και κοινωνισμός, του Α. Bebel αναφέρεται στα «εργατικά ρεπορτάζ» της.

Την ίδια αντιμετώπιση του γυναικείου ζητήματος, σε συνάρτηση με κοινωνικούς προβληματισμούς, θα συναντήσουμε, λίγα χρόνια αργότερα, και εκ μέρους του Κ. Χατζόπουλου (Ο Πύργος του Ακροπόταμου, 1908) και του Κ. Θεοτόκη (Η Τιμή και το Χρήμα, 1912), των συγγραφέων που αναφέρονται παντού ως «οι εισηγητές του κοινωνικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα». (Αυτός ο διαφορετικός πολιτικός προσανατολισμός των δύο γυναικών- πρωτοπόρων του ελληνικού φεμινιστικού κινήματος υπήρξε πιθανόν η αιτία της εντελώς τυπικής και, όπως φαίνεται, αυστηρά επαγγελματικής μεταξύ τους σχέσης).

Μέσα στην πρόσφατη αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για την παλαιότερη λογοτεχνική παραγωγή, νομίζω πως αξίζει τον κόπο να ξαναγίνει γνωστή η άγνωστη πεζογράφος και θεατρική συγγραφέας Ευγενία Ζωγράφου να ακουστεί η αποσιωπημένη φωνή της, να γίνει ορατό το κρυμμένο έργο της που, ενώ εξυμνήθηκε όταν πρωτοδημοσιεύτηκε και πρωτοπαίχτηκε, μετά λησμονήθηκε ή απορρίφθηκε χωρίς καν να μελετηθεί. Και ελπίζω να της δοθεί, έστω κι αργά, η θέση που της ανήκει στην επίσημη ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

 

Μαριέττα Ιωαννίδου 

Καθηγήτρια του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών

του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ.

 

 

Υποσημειώσεις


1. Ε. Moutzan-Marünengou, Gekooide dromen. Autobiografie van een Griekse ten tijde van de Verlichtmg. (Εγκλωβισμένα όνειρα. Αυτοβιογραφία μιας Ελληνίδας το καιρό του Διαφω­τισμού). Groningen, 1992.

2. Γ. Παπακώστας. Η ζωή και το έργο της Α. Παπαδοπούλου. Αθήνα 1980.

3. Μ. Μηχανίδου. Νέα Εφεϋρεσις γάμου. Δημοτικό θέατρο Καλλιθέας, 1η παράσταση: 9 Νοεμβρίου 1994.

4. Ο Χ. Λ. Καράογλου, Το περιοδικό Μούσα (1920-1923). Ζητήματα Ιστορίας της Νεοελλη­νικής Λογοτεχνίας. Αθήνα 1991, αναφέρει και δυο τεύχη του 1944 και 1946 (σ. 18),

5. Στην εφημερίδα Ακρόπολη. 18 Σεπτεμβρίου 1899.

6. Χ. Δ. Γουνελάς, Η σοσιαλιστική συνείδηση στην ελληνική λογοτεχνία 1897-1912. Αθήνα 1984.

7. Ε. Ζωγράφου. «Πώς εργάζονται οι γυναίκες μας» (1898), στα Δημοσιεύματα. Αθήνα 1903. σ. 32-64.

8. Α. Δούρβαρης. Ο Αριστείδης Ν. Κυριάκος και το λαϊκό ανάγνωσμα. Αθήνα 1992.

9. Β. Θεοδωροπούλου – Λιβαδά. Αγγελική Πάλλη – Βαρθολαμαίη και το έργο της, Αθήνα 1939· μια δεύτερη μετάφραση του ίδιου έργου έγινε από τη Σωτηρία Αλιμπέρτη και δημοσιεύτηκε στην Οικογένεια Αθηνών το 1898.

10. Η προσκόλληση της Παρρέν, τα χρόνια του μεσοπολέμου, στο συντηρητισμό και η εμμονή της σε θέσεις και πρακτικές της πρώτης περιόδου του φεμινιστικού κινήματος συντέ­λεσαν ώστε να θεωρηθεί τελικά ως η εκπρόσωπος του «αστικού φεμινισμού», (βλ. Σ.Ι. Μιχαλιάδου. Η Κ. Παρρέν. Σάμος 1940 και το αναμνηστικό τεύχος Πεντηκονταετηρίς της δράσεως της ιδρύτριας και Προέδρου του Λυκείου των Ελληνίδων Καλλιρρόης Παρρέν (1886-1936). Αθήνα 1936).

 

Βιβλιογραφία


  • Πάνου Λιαλιάτση, «Η Αργολική λογοτεχνία 1830-1993», Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», αρ. 2. 1994. σ. 58.
  • Μ. Ιωαννίδου, «Το πρώτο ελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα γραμμένο από γυναίκα», στη Νέα Εστία.
  •  Μ. Ιωαννίδου, «Η Γκούραινα της Ευγ. Ζωγράφου· ένα αγνοημένο μυθιστόρημα μιας λησμονημένης συγγραφέως», στο Διαβάζω, αρ. 363, Μάιος 1996, σ. 70-77.

 

Read Full Post »

Λαμπροπούλου Δήμητρα


 

Λαμπροπούλου Δήμητρα

Η εκπαιδευτικός – συγγραφέας Δήμητρα Λαμπροπούλου, γεννήθηκε και μεγάλω­σε στο Ναύπλιο. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στην Αθήνα και το Παρίσι και διδάσκει πάνω από  25 χρόνια στο Κολλέγιο Αθηνών.

Αφοσιωμένη πάντα στην εκπαιδευτική της προσπά­θεια, πλησιάζει τα παιδιά με μια έμφυτη ευαισθησία, κατανόηση και αγάπη. Η προσφορά της υπερβαίνει τις τυπικές γνώσεις και τα στενά πλαίσια της διδασκαλίας του αντικειμένου της. Αντλώντας από τη δική της εμπειρία, γνωρίζει στα παιδιά τις αληθινές αξίες και τα βοηθάει, φέρνοντάς τα πιο κοντά στην εξερεύνηση του εσωτερικού τους κόσμου.

Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει τα πιο κάτω έργα της:

«Μια ζωή ένα όνειρο», εκδόσεις Απόπειρα, 2010 (τρίτη ανατύπωση). Δεκαέξι σύντομες αυτοβιογραφικές εξιστορήσεις, που προσφέρουν την ευκαιρία στη Δήμητρα Λαμπροπούλου να μιλήσει στους νέους αλλά και σε όσους έχουν διάθεση να ξεφύγουν από την πεζότητα και την ισοπέδωση της καθημερινής ρουτίνας. 

«Τα παιδιά γράφουν παραμύθια», εκδόσεις Απόπειρα, 2011 (τρίτη ανατύπωση). Δίγλωσση έκδοση ( Ελληνικά – Γαλλικά). Γραμμένο μαζί με τα παιδιά, διασκευασμένο σε δύο γλώσσες, τους δίνει την ευκαιρία να  μάθουν μια ξένη γλώσσα μέσα από μια δημιουργική αλλά και διασκεδαστική διαδικασία, που τα οδηγεί στην ορθή χρήση του γλωσσικού τους εργαλείου.    

«Ταξιδεύοντας στην Τέχνη», δίτομο, εκδόσεις Απόπειρα, 2010. Ένα ταξίδι σε χώρους που είναι πηγές πολιτισμού: στη Φλωρεντία, για να γνωρίσουμε τα Ουφίτσι, στο Παρίσι, για να γνωρίσουμε το Λούβρο, το Μουσείο Ορσαί, το Κέντρο Πομπιντού, και τέλος, στη Νέα Υόρκη για να γνωρίσουμε το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (ΜοΜΑ), με σκοπό να παρακολουθήσουμε την πορεία της Τέχνης από την κλασική έως την μοντέρνα μορφή της.   

«Κυνηγώντας τον κλέφτη», εκδόσεις Απόπειρα, 2012. Nουβέλα παιδική/εφηβική δίγλωσση (ελληνικά/γαλλικά). Όλα τα παιδιά χαίρονται τις διακοπές και περιμένουν με ανυπομονησία να έρθει η μέρα που θα αφήσουν πίσω τη ρουτίνα της καθημερινότητας για να ξεχαστούν στον όμορφο κόσμο της φύσης… μακριά από την πολύβουη πολιτεία. Αλλά τι συμβαίνει όταν ξαφνικά κάποιος κλέφτης θέλει να χαλάσει αυτές τις όμορφες μέρες;

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »