Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Συγγραφέας’

Μαυρομιχάλης Πετρόμπεης  (1765 ή 1773 – 1848)


Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Μπέης της Μάνης. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας το 1822. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

 

Γόνος γνωστής οικογένειας προεστών της Μάνης, όπου γεννήθηκε το 1765 ή, κατά άλλη εκδοχή, το 1773. Είχε θυελλώδη χαρακτήρα, ενώ υπήρξε η ισχυρότερη προσωπικότητα των Μαυρομιχαλαίων κατά την επαναστατική περίοδο και ηγετική μορφή της Πελοποννήσου, πρωταγωνιστής πολιτικών και στρατιωτικών γεγονότων της Επανάστασης, όπως και της μετέπειτα πολιτικής ζωής.

Μετά το 1800, όταν πέθανε ο πατέρας του, κατάφερε να κατευνάσει τις οξύτατες αντιπαραθέσεις που σπάρασσαν τους κόλπους της οικογένειας. Όταν οι Γάλλοι κατέλαβαν τα Επτάνησα μετά τη Συνθήκη του Τίλσιτ (1807), ο Μαυρομιχάλης, πιστεύοντας ότι είχαν διαμορφωθεί ευνοϊκές συνθήκες για την απελευθέρωση της Πελοποννήσου, επιδίωξε, σε συνεργασία με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, να προκαλέσει το ενδιαφέρον τους για την προετοιμασία και την οργάνωση απελευθερωτικού κινήματος.

Οι αντιθέσεις, που δημιουργήθηκαν στη Μάνη μεταξύ των ισχυρών οικογενειών της περιοχής κατά την τελευταία προεπαναστατική δεκαετία, προσέφεραν στο Μαυρομιχάλη την ευκαιρία να ασχοληθεί ενεργότερα με τα δημόσια πράγματα. Παντρεύτηκε την Άννα Μπενάκη, αδελφή του προεστού της Καλαμάτας Παναγιώτη Μπενάκη. Παιδιά του ήταν οι: Ηλίας, Αναστάσιος, Γεώργιος, Ιωάννης, και Δημήτρης Μαυρομιχάλης.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ξυλογραφία.

Το 1815 ανέλαβε το αξίωμα του διοικητή (ή μπέη) της Μάνης, το οποίο είχε θεσμοθετηθεί από τους Οθωμανούς μετά τον τερματισμό των Ορλωφικών το 1774. Η επιρροή του, όχι μόνο στους Έλληνες αλλά και στους Οθωμανούς, υπήρξε ισχυρή. Ήδη πριν από την Επανάσταση ο Μαυρομιχάλης είχε δώσει δείγματα των ηγετικών του ικανοτήτων. Αν και διστακτικός αρχικά, μυήθηκε το 1818 στη Φιλική Εταιρεία και στις 17 Μαρτίου 1821 κήρυξε την Επανάσταση στην Αρεόπολη της Μάνης.

Στις 23 Μαρτίου, επικεφαλής 2.000 ανδρών, κατέλαβε την Καλαμάτα. Στις 25 Μαρτίου συνέστησε με άλλους 12 προεστούς τη Μεσσηνιακή Γερουσία – την πρώτη διοικητική οργάνωση των επαναστατημένων Ελλήνων – η οποία έστειλε την επαναστατική της προκήρυξη στις αυλές της Ευρώπης. Προκήρυξη επίσης απηύθυνε ο Μαυρομιχάλης ως πρόεδρος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και προς τους Αμερικανούς, η οποία με τη φροντίδα του Αδαμάντιου Κοραή, μεταφρασμένη στην αγγλική γλώσσα, στάλθηκε στο φιλέλληνα καθηγητή του Χάρβαρντ Edward Everett και δημοσιεύτηκε στις αμερικανι­κές εφημερίδες.

 

«Παχύσαρκος, αργοκίνητος, καλοστεκούμενος. Δεν φαίνεται προσανατολισμένος σε ορισμένη τάξη ή πολιτική ιδεολογία. Στην επιστήμη της γαστρονομίας, όμως, είχε σημειώσει μεγάλες προόδους: Λένε πως είναι πρόθυμος να δεχτεί διακυβέρνηση οποιασδήποτε μορφής, αρκεί να του εξασφαλίσει πλούτη, ησυχία, καλοπέραση και ασφάλεια. Μια από τις φιλοδοξίες που του αποδίδονταν ήταν και η εισαγωγή της γαλλικής κουζίνας στη Μάνη.» [Waddington 1825]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, λιθογραφία.

Δύο μήνες αργότερα, το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου του 1821, συ­νήλθαν στη Μονή Καλτεζών, στα σύνορα Λακωνίας και Αρκαδίας, ηγετικές προσωπικότητες της Πελοποννήσου και ίδρυσαν την Πελοποννησιακή Γερουσία. Στη συνέλευση αυτή πρόεδρος εξελέγη ο Μαυρομιχάλης. Στη διάρκεια της Επανάστασης κατέλαβε σημαντικά αξιώματα. Στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (Δεκέμβριος 1821) ορίστηκε αντιπρόεδρος του Βουλευτικού σώματος. Υπήρξε πρόεδρος της Β’ Εθνοσυνέλευσης του Άστρους (30 Μαρτίου – 18 Απριλίου 1823) και αμέσως μετά, έως το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, πρόεδρος του Εκτελεστικού της διοικήσεως της υπό διαμόρφωση πολιτείας.

Αξιόλογη υπήρξε η στρατιωτική δράση του Πετρόμπεη. Πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, στις επιχειρήσεις για την απόκρουση του Δράμα­λη το καλοκαίρι του 1822 και στην άλωση του κάστρου του Άργους. Μετείχε, επίσης, το Νοέμβριο του 1822 στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Στους εμφύλιους πολέμους δεν έλαβε μέρος. Αντίθετα, προσπάθησε να συμφιλιώσει τους αντιμαχομένους.

 

« Ο Μαυρομιχάλης που αντικαθιστούσε τον Υψηλάντη, είχε κατατρομοκρατηθεί από την επιδημία που έπληττε την πόλη και ζούσε περιχαρακωμένος μακριά από το στρατόπεδο. Πήγαινα κάθε μέρα για ενημέρωση. Αλλά αυτός ο νωθρός άνθρωπος δεν μιλούσε για τίποτα άλλο εκτός από την υγεία του. Ήταν ανήσυχος και δυσαρεστημένος, μ’ όλο που υπήρξε από τους πιο ωφελημένους από τα λάφυρα της Τριπολιτσάς. Δυο καμήλες και είκοσι μουλάρια έστειλε με συνοδεία στη Μάνη, φορτωμένα με την ανταμοιβή της εμπιστοσύνης των Τούρκων στο πρόσωπο του και της προστασίας που τους πρόσφερε.» [Raybaud 1824]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ο τελευταίος Μπέης της Μάνης, και βασικός εκφραστής της αντίληψης για τοπική αυτονομία των απελευθερωμένων περιοχών της Ελλάδας (ιδιαίτερα της Μάνης) σε αντίθεση με το όραμα του Καποδίστρια που επιθυμούσε τη δημιουργία ενός ομογενοποιημένου εθνικού κράτους.

Πορτρέτο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (1765 ή 1773 -1848). Υδατογραφία σε φίλντισι, διαστάσεις 16 x 12 εκ. Έργο του Χένρι Τζον Τζορτζ Χέρμπερτ (Henry John George Herbert 1800 -1849).

Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο το 1825 ο Πετρόμπεης, μολονότι ήταν βαθύτατα θλιμμένος από το θάνατο των γιων και του αδελφού του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη σε πολεμικές επιχειρήσεις, οργάνωσε την άμυνα της Μάνης και απέτρεψε την κατάληψη της από τους Αιγυπτίους.

Στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) αποδέχτηκε την εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδας και μετά την άφιξη του τελευταίου διορίστηκε πρόεδρος ενός τμήματος του Πανελληνίου, του συμβουλευτικού σώματος που συνέστησε ο Καποδίστριας το 1828.

Η συμμετοχή του Πετρό­μπεη στα δύο σώματα που ίδρυσε ο Καποδίστριας και γενικότερα οι φιλικές σχέσεις των Μαυρομιχαλαίων μαζί του δεν κράτησαν πολύ. Αυτό συνέβη εξαιτίας της επίμονης προσπάθειας του Καποδίστρια να περιορίσει την κυριαρχία των Μαυρομιχαλαίων στη Μάνη και να ενισχύσει την κεντρική διοίκηση του νεοσύστατου κράτους, που βρισκόταν τότε στη φάση της οργάνωσης του σχεδόν εξ’ υπαρχής. Για τους λόγους αυτούς, το 1830, ο αδελφός του Τζαννής οργάνωσε εξέγερση εναντίον του Καποδίστρια. Ο Πετρόμπεης υποχρεώθηκε να παραμείνει στο Ναύπλιο, ουσιαστικά κρατούμενος, ενώ αργότερα φυλακίστηκε και ο αδελφός του.

Οι φυλακίσεις και προπαντός η αυστηρή στάση του Καποδίστρια απέναντι στους Μαυρομιχαλαίους όξυναν στο έπακρο την μεταξύ τους αντιπαράθεση, οδηγώντας τελικά στη δολοφονία του Καποδίστρια από τον αδελφό του Πετρόμπεη Κωνσταντίνο και το γιο του Γεώργιο στις 27 Σεπτεμβρίου 1831.

Έξι μήνες μετά το φόνο του Κυβερνήτη, πράξη που φέρεται να κατέκρινε ο Πετρόμπεης, με τη μεσολάβηση του Friedrich Thiersch (Ειρηναίου Θειρσίου)*, ο Αυγουστίνος Καποδίστριας διέταξε την αποφυλάκιση του Πετρόμπεη. Στη συνέχεια προ­σπάθησε να μεσολαβήσει μεταξύ των κυβερνητικών και των αντικαποδιστριακών για την αποτροπή ένοπλης σύγκρουσης.

Μετά την άφιξη του Όθωνα, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με το Γεώργιο Κουντουριώτη και τον Ανδρέα Ζαΐμη διορίστηκαν αντιπρόεδροι του Συμ­βουλίου της Επικρατείας. Αργότερα εντάχθηκε στις τάξεις των «συνταγματικών» και – μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και τη μεταπολίτευ­ση που ακολούθησε – έλαβε το αξίωμα του γερουσιαστή.

Πέθανε, σε μεγάλη ηλικία, στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 1848. Παρά την τραγική κατάληξη της ρήξης του με τον Καποδίστρια που προκάλεσε έντονες επικρίσεις, ο Μαυρομιχάλης θεωρήθηκε ως ένας από τους ιστορικούς πρωταγωνιστές της Επανάστασης.

Υποσημείωση


 

* Ο Ειρηναίος Θείρσιος (1784- 1860) Γερμανός φιλέλληνας και ουμανιστής φιλόλογος, ο οποίος ονομάστηκε «Praeceptor Bavariae» (Διδάσκαλος της Βαυαρίας) και «Πατέρας της ουμανιστικής εκπαίδευσης» στην Βαυαρία. Ήταν ένθερμος φιλέλληνας, και από το 1812 εργάστηκε για να βοηθήσει την ανάπτυξη της παιδείας των ακόμα υπόδουλων Ελλήνων, ενώ στο σπίτι του είχε εγκαταστήσει ιδιαίτερη σχολή για νέους Έλληνες. Έπειτα, στα χρόνια της Ελληνικής επανάστασης του 1821 ενήργησε μέσα από τους φιλελληνικούς συλλόγους για την συλλογή οικονομικών ενισχύσεων για την Ελλάδα.

Ήρθε στην Ελλάδα το 1831, και επιδόθηκε με αρχαιολογικές μελέτες. Το 1851 συνέστησε επιτροπή για την επανόρθωση και μελέτη του Ερεχθείου που είχε καταστραφεί από τις μάχες με τις πολιορκίες της Αθήνας. Επέστρεψε στην Βαυαρία και τιμήθηκε από την πατρίδα του. Απεβίωσε στο Μόναχο στις 25 Φεβρουαρίου 1860.

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «ADAM FRIEDEL / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Πολωνοί Φιλέλληνες


 
 

 

Παρόλη τη σημασία της στις ανθρώπινες σχέσεις μεταξύ των Κρατών, η φιλελληνική κίνηση που εκδηλώθηκε στην Πολωνία κατά τη δεκαετή περίοδο του εθνικού μας αγώνα για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, δεν έχει ερευνηθεί ικανοποιητικά1.

Για το θέμα αυτό με το οποίο ασχολήθηκα στα πλαίσια της μελέτης μου για το παλαιότερο και πληρέστερο Μνημείο φιλελλήνων στον καθολικό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Ναύπλιο2, έχουν γραφεί δύο άρθρα: το πρώτο, φέρει την υπογραφή του Πολωνού ιστορικού Tadeusz Sinco και έχει για αντικείμενο το στρατευμένο πολωνικό φιλελληνισμό της δεκαετίας 1821-1831. Περιλαμβάνει ελλιπή κατάλογο των Πολωνών που συναγωνίστηκαν με τους Έλληνες κατά τον ηρωικό ξεσηκωμό του Εικοσιένα. Συντάχθηκε το 1932, έτος επίσκεψης του Sinco στην Αθήνα, και δημοσιεύτηκε το ίδιο έτος στο «Σύγχρονο Περιοδικό Βαρσοβίας»3. Γραμμένο στα πολωνικά, είναι ελάχιστα γνωστό.

Το δεύτερο, του επίσης Πολωνού νεοελληνιστή Janusz Strasburger4, έχει για αντικείμενο το φιλολογικό φιλελληνισμό στην Πολωνία κατά την Επανάσταση και τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Γράφτηκε στα γαλλικά και δημοσιεύτηκε το 1972 στο περιοδικό σύγγραμμα του ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (Ι.Μ.Χ.Α.).

Τα δύο αυτά άρθρα και το υλικό που συγκέντρωσα μελετώντας τη φιλελληνική λογοτεχνία και το σχετικό με το θέμα αρχειακό υλικό στην Εθνική Βιβλιοθήκη και στην Ιστορική – Εθνική Εταιρεία της Ελλάδος, αποτελούν τις πηγές της παρούσας μελέτης που σκοπό έχει να κατακτήσει ευρύτερα γνωστή τη συμβολή του πολωνικού φιλελληνισμού, στρατευμένου και φιλολογικού, στην αίσια έκβαση της εθνικής μας υπόθεσης. Μιας μικρής ίσως συμβολής αλλά πραγματικά θαυμαστής αν υπολογίσουμε τη μεγάλη απόσταση μεταξύ των δύο χωρών και τους σχεδόν ανύπαρκτους μέχρι το 1821 ιστορικούς δεσμούς τους.

 

Ο φιλολογικός Φιλελληνισμός στην Πολωνία το 1821 -1831

 

 

Julius Słowacki

Όπως σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ο Φιλελληνισμός στην Πολωνία κατά την εξεταζόμενη περίοδο, υπήρξε ταυτόχρονα φιλολογικός και στρατιωτικός. Ο πρώτος είχε για όπλο την πέννα και ο δεύτερος το καριοφίλι.

Τον καλύτερο ορισμό των δύο αυτών μορφών φιλελληνισμού μας έδωσε ο ιστορικός Γεώργιος Τερτσέτης, ο αδέκαστος λειτουργός της δικαιοσύνης, που μαζί με τον επίσης ακριβοδίκαιο Αναστάσιο Πολυζωίδη, αρνήθηκε να καταδικάσει το σωτήρα του Έθνους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη:

«Λέγω ότι Φιλέλλην είναι όποιος δεν εγεννήθη εις χώματα ελληνικά, είναι τέκνον ξένης φυλής, Αγγλογάλλος, Γερμανός, Πολωνός, Ιταλός, Αμερικάνος, πλην, αν και ξένης φυλής, ήλθε εις την ελληνικήν γη, εκινδύνευσε εις τα φρούρια τα ελληνικά, επολέμησε εις το Χαϊδάρι, εχάθηκε εις του Πέτα, εκλείσθηκε εις την Αθήνα, εκάηκε εις το Μεσολόγγι, έκαψε τα οθωμανικά καράβια εις τα νερά του Νεοκάστρου, χάρις της απολαύσεως της ελευθερίας και αυτονομίας των Χριστιανών Ελλήνων… 

Δεν θα ήτο πλήρης ο ορισμός του Φιλέλληνoς αν αμελούσαμε να συμπεριλάβουμε εις τον ορισμό αυτό ένα άλλο είδος Φιλελλήνων, εννοώ τους πολιτικούς άνδρας, ρήτορας ή συγγραφείς ή ιερείς, ή καθηγητάς όσοι τον τότε καιρό ερητόρευαν χάριν ημών, εις τας Βουλάς της πατρίδος των ή εδέοντο υπέρ της ευοδώσεως του έργου μας εις τους ναούς του Υψίστου, ή έστελναν ενδύματα και τρόφιμα εις τα ανήλικα ορφανά, πεινασμένα εις Ναύπλιο, Αίγινα και Κάλαμο, ή και όσοι άλλοι, προ πάντων με τίμιο και άοκνο κονδύλι εφημεριδογράφουν, επαινούσαν το φιλοκίνδυνο τόλμημα, εμόρφωναν την κοινή γνώμη εις Ευρώπη και Αμερική προς σωτηρία κι ευτυχία μας. Το μελάνι του σοφού είναι ισότιμο ενώπιον του Θεού με το αίμα μαρτύρων»5.

Δεν είχε παρέλθει χρόνος από την έκρηξη της Επανάστασης, όταν το περιοδικό «Μικρή Μέλισσα» της Κρακοβίας, υπό αυστριακή τότε κατοχή, δημοσίευσε άρθρο για τα διαδραματιζόμενα στον ελληνικό χώρο γεγονότα που είχαν προκαλέσει συγκίνηση και θαυμασμό στον πολιτισμένο κόσμο:

«Το Ελληνικό Έθνος που έζησε για αιώνες υπό το ζυγό της δουλείας, της αδικίας και της κάθε είδους καταπίεσης, όρθωσε το ανάστημά του κατά των τυράννων… Στο Έθνος αυτό αξίζει να στρέψουμε ευνοϊκά την προσοχή μας. Αποφασισμένοι να ζήσουν ελεύθεροι και υπό το κράτος δικαίου, οι Έλληνες πήραν τα όπλα για την πραγμάτωση ενός ιερού σκοπού. Το γεγονός αυτός συγκίνησε βαθειά την Ευρώπη. Στα μέγαρα των πλουσίων και στα σπίτια των φτωχών, γίνεται λόγο για τον αγώνα τους. Δεν ακούγονται πια οι κοινοί τόποι περί νέων πολιτικών αρχών. Τώρα είναι η φωνή του αισθήματος που αντηχεί παντού. Μια φωνή που εγκρίνει το δίκαιο ξεσηκωμό των υποτελών κατά των τυράννων. Μια φωνή που εκφράζει την ελπίδα για το θρίαμβο της ανθρωπιάς επί της Βαρβαρότητας, του φωτός επί του σκότους, των δικαιωμάτων του ανθρώπου επί της αυθαιρεσίας των δυναστών»6. 

Με το κείμενο αυτό η «Μικρή Μέλισσα» χαιρέτησε την Επανάσταση των Ελλήνων κατά των Τούρκων που για τέσσερις αιώνες κυριαρχούσαν στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή και στη Βόρειο Αφρική. Επανερχόμενη ένα χρόνο αργότερα στο ίδιο θέμα, η «Μικρή Μέλισσα» υπενθύμισε στους Πολωνούς που ζούσαν το δράμα του διαμελισμού της χώρας τους από τους Ρώσους, Πρώσους και Αυστριακούς, τον ηρωισμό της μικρής Ελλάδας που πήρε τα όπλα «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδας την ελευθερία». Στο τόλμημά τους αυτό είδαν το πρότυπο για την απελευθέρωση και της δικής τους χώρας από τους ξένους δυνάστες.

«Η βαρβαρότητα και η εκδίκηση των Τούρκων σε συνδυασμό με την ακατάσχετη σφαγή και λαφυραγωγία, αποσκοπούν στην εξολόθρευση των δυστυχών Ελλήνων. Αλλά το θάρρος που τους ενδυναμώνει στην απελπισία, αναπτερώνει τις ελπίδες τους για τη νίκη επί ενός ασύγκριτα ισχυρότερου κατακτητή. Από τη μια ο φανατισμός εξαγριώνει τις οθωμανικές ορδές. Από την άλλη, η δυστυχία που προκαλεί η καταπίεση τεσσάρων αιώνων, ωθεί τους Χριστιανούς στη νίκη ή στο θάνατο. Για τους πρώτους κάθε ανθρώπινη καρδιά αισθάνεται συμπόνοια. Για τους δεύτερους ο ουρανός καλεί σε εκδίκηση»7.

Άλλο φιλελεύθερο περιοδικό εκδιδόμενο στην υπό ρωσική κατοχή Βαρσοβία, η «SYBILLΑ», εκθειάζει στο τεύχος του Απριλίου 1821, «τους Έλληνες αγωνιστές που ρίχτηκαν στη φωτιά του πολέμου για να απαλλαγούν από τον απάνθρωπο ζυγό των Ασιατών:

«Ως Πολωνός, δεν θα άρμοζε να εύχομαι την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της μόνης Δύναμης που δεν ζήτησε τη δική μας ταπείνωση. Τήρησε μάλιστα τις συνθήκες διαμαρτυρόμενη για το διαμελισμό της χώρας μας. 

Σαν άνθρωπος όμως που συγκινείται από την ανθρώπινη δυστυχία και επιθυμεί την πρόοδο και το καλό των Εθνών, τάσσομαι με όλες μου τις δυνάμεις για την απαλλαγή των μαχόμενων Ελλήνων από τον ανίερο οθωμανικό ζυγό. Αυτών που βυθίζουν στο σκοτάδι και αλυσοδένουν το ωραιότερο κομμάτι της Ευρώπης, την κοιτίδα της ελευθερίας και του αρχαίου μεγαλείου»8.

Το άρθρο υπογράφεται από τον εκδότη του περιοδικού «SΥBILLΑ» Φραγκίσκο       Grzymala. Οι γραμμές αυτές μας επιτρέπουν να εκτιμήσουμε στην πραγματική του διάσταση το κίνημα του πολωνικού φιλελληνισμού.

Ζώντας υπό ξένη κατοχή και διαμελισμένοι από τους ισχυρούς γείτονές τους, οι δυστυχείς Πολωνοί είχαν κάθε λόγο να αισθάνονται συμπάθεια προς τους Τούρκους οι οποίοι, όχι Βέβαια από συμπόνοια, αλλά για το δικό τους όφελος, αντέδρασαν στην διαίρεση της Πολωνίας από τους Αυστριακούς, Ρώσους και Πρώσους. «Οι Τούρκοι», γράφει ο δημοσιογράφος Gosztow, «ήταν οι μόνοι που δεν αναγνώρισαν το διαμελισμό της Πολωνίας. Το 1768, ο Σουλτάνος κήρυξε τον πόλεμο στους Ρώσους επειδή παραβίασαν τα σύνορα των Λεχών9. Αν και η Τουρκία ενήργησε από συμφέρον, η πολιτική της κρίθηκε εξαιρετικά φιλοπολωνική»10.

Εκτός από τη Βαρσοβία και Κρακοβία, έντονη φιλελληνική δραστηριότητα ανέπτυξε το πολωνικό πανεπιστήμιο στην πόλη Βίλνους, τη σημερινή πρωτεύουσα της Λιθουανίας. Ελληνιστές, καθηγητές μετέφρασαν το καλοκαίρι του 1822, τον αντιοθωμανικό λίβελο «Η Αναγέννηση της Ελλάδος» του αρχαιολάτρη Krug, καθηγητού στο πανεπιστήμιο της Λειψίας. Από το ίδιο πανεπιστήμιο στο Βίλνους αναγγέλθηκε στους Πολωνούς η πανωλεθρία του Δράμαλη στα Δερβενάκια από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Ενθουσιώδεις φοιτητές ανήρτησαν στις αίθουσες διδασκαλίας χάρτες με τις κατά ξηρά και θάλασσα νίκες των Ελλήνων.

Άλλος κλασικός δάσκαλος στο Βίλνους, ο Γοδεφρείδος Grodek (1762-1825), εξύμνησε το Ρήγα Φεραίο, τον Τυρταίο της Νέας Ελλάδας και των Βαλκανικών λαών, τους οποίους κάλεσε στο «Θούριο» να λάβουν τα όπλα κατά των Οθωμανών. Μεταξύ των φοιτητών που κέρδισε στην ελληνική υπόθεση, ήταν ο Όμηρος του Έθνους των Πολωνών Αδάμ Mickiewicz (1798-1855)11 και ο ιστορικός Αλέξανδρος Ghodzko (1804-1891). Ο Ghodzko εξέδωσε στην Αγία Πετρούπολη το 1825 συλλογή ελληνικών εθνικών ασμάτων μεταφρασμένων στα πολωνικά και αφιερωμένων στον φίλο του Mickiewicz.

«Παρόμοια έργα», γράφει ο πανεπιστημιακός καθηγητής Ν. Τωμαδάκης, «προσέφεραν μεγαλύτερη Βοήθεια εις την μαχομένην Ελλάδα από μία ολόκληρην στρατιάν». Εμπνευσμένους από φιλελληνικά αισθήματα στίχους έγραψαν οι πολύ αξιόλογοι ποιητές της ιδίας περιόδου Σεβερίνος Coszcynki, Φραγκίσκος Morawski και Ιούλιος Slowaski.

Στο έμμετρο έργο του «Ζήλος για τον Αγώνα», γράφει μεταξύ άλλων ο Coszcyhki:

Έλληνες, Έλληνες, παιδιά της δόξας, 

Σεις που διακριθήκατε στην ιστορία. 

Γιατί να μη μπορεί ένας Σαρμάτης12 

Να υποστηρίξει το δικό σας Αγώνα; 

Ποιος θα μπορούσε να σας καταλάβει 

καλύτερα από το λαό των Λεχών; 

Ποιος θα μπορούσε να σας συμπαρασταθεί καλύτερα 

απ’ αυτούς που στερήθηκαν τη δική τους πατρίδα; 

Στο «Λάμπρος, ο Έλληνας επαναστάτης», ο Slowaski εκθειάζει το γενναίο πειρατή του Αρχιπελάγους Λάμπρο Κατσώνη, και στο οδοιπορικό «Ταξίδι στην Ανατολή» το Φώτο Τζαβέλλα τον οποίο συγκρίνει με τον ήρωα των Θερμοπυλών Λεωνίδα. Καθ’ οδόν προς τους Αγίους Τόπους, ο Slowaski στάθμευσε στην Κέρκυρα και στην Πάτρα για να συναντηθεί με τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κωνσταντίνο Κανάρη. Σύγχρονος του Slowaski, ο επίσης ρομαντικός ποιητής Σιγισμόνδος Krasinski (1812-1859), μετέφρασε το ποίημα του Γάλλου Raffenel «DESTRUCTION D’ ISPARA» («Καταστροφή των Ψαρρών») ενώ στο δράμα «Ιρυδίων» έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο σε Έλληνα πολεμιστή.

Στρατευμένη στον εθνικό αγώνα των Ελλήνων ήταν και η Αιμιλία Sczniecka (1804-1896), ιδρύτρια της «Επιτροπής Βοηθείας προς τους Έλληνες». Φλογερή πατριώτισσα και διακεκριμένη κοινωνική λειτουργός, οργάνωσε εράνους για τα ορφανά των αγωνιστών και την περίθαλψη των τραυματιών. Με έδρα την πόλη Poznanη «Μπουμπουλίνα» της  Πολωνίας εργαζόταν  μυστικά από φόβο της «Ιερής Συμμαχίας». Στη φιλελληνική της δράση αναφέρεται ιδιαίτερα ο Josef Straszewicz,  ιστορικός της πολωνικής Επανάστασης το Νοέμβριο του 183013.

 

Στρατευμένος Φιλελληνισμός

 

 

Στο κέντρο της Ακροναυπλίας και σε μικρή απόσταση από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος στην είσοδο του οποίου δολοφονήθηκε το Σεπτέμβριο του 1831 ο Ιωάννης Καποδίστριας, βρίσκεται η καθολική εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Το 1839, ο Βασιλιάς Όθωνας δώρησε το εγκαταλελειμμένο τέμενος στην ευάριθμη καθολική κοινότητα του Ναυπλίου. Εντός του ιδίου ναού, ο Γάλλος Φιλέλληνας Ιλαρίων Αύγουστος Touret ίδρυσε το 1841 τη γνωστή ως Μνημείο των Φιλελλήνων αψίδα επί της οποίας κατέγραψε 284 ονόματα αλλοδαπών φίλων της Ελλάδας οι οποίοι φονεύτηκαν στα πεδία των μαχών για την απελευθέρωση της από τον οθωμανικό ζυγό.

Από τις χώρες προέλευσης των 284 ονομάτων της αψίδας Touret, κηρυγμένο από το 1951 εθνικό Μνημείο, η Πολωνία κατέχει την όγδοη θέση με οκτώ ονόματα πεσόντων στη μάχη του Πέτα το 1822 και ανά ένας στην Εύβοια και στον Πόρο. Τα ονόματα άλλων 24 Πολωνών φιλελλήνων οι οποίοι φονεύτηκαν αγωνιζόμενοι υπέρ της Ελλάδος κατά τη δεκαετία 1821-1831, εντόπισα στις εξής κατά χρονολογική σειρά, πηγές:

  • Ερρίκου Treiber, «Αναμνήσεις οπό την Ελλάδα». Ο Treiber που συμμετείχε στην Επανάσταση υπό την ιδιότητα γιατρού της γερμανικής λεγεώνας, αναφέρει τα ονόματα των Πολωνών Sotowski και Dzerzawski.
  • Ο Ελβετός Ερρίκος Fornest, συντάκτης καταλόγου 423 Φιλελλήνων ο οποίος απόκειται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, μνημονεύει τρία ονόματα Πολωνών Φιλελλήνων άγνωστων σε άλλες πηγές: Denkowski, Grabowski και Miomidowicz. Ανήκαν στο τάγμα αλλοδαπών το οποίο συστήθηκε το 1822 στην Κόρινθο από το Γερμανό στρατηγό Normann Von Ehrenfels.
  • Στο βιβλίο «Ιστορία του Τάγματος των Φιλελλήνων», γραμμένο από τον Γερμανό Δανιήλ Elster, συναντάμε για πρώτη φορά τα πολωνικά ονόματα Dobronowski, Tabernowski, Kosiwski, Pavlowski, Briffat. Του τελευταίου αμφισβητείται η εθνότητα.   
  • Στη μελέτη «Συμμετοχή Πολωνών στον Αγώνα των Ελλήνων», ο Θαδαίος Sinko παραθέτει σύντομες βιογραφικές σημειώσεις των άγνωστων σε άλλες πηγές συμπατριωτών του Gormowski, Gosczinski, Goslawski, Leczyhski, Iosandrowski και Pomorwski.  
  • Στο πληρέστερο περί Φιλελληνισμού του 1821 σύγγραμμα των Γερμανών W. Barth και M. KehrigKorn “ DIE PHILHLLENENZETT”   καταγράφονται για πρώτη φορά τα ονόματα επτά επί πλέον Πολωνών φιλελλήνων: Derkmann, Blasczowski, Bromikowski, Dobrycs, Gerzawski, Jakubowski και Jorosakowski.
  • Στο Μνημείο Φιλελλήνων της Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου αναγράφονται τα ονόματα των πεσόντων στη μάχη του Πέτα Koulschelewski, Lasky, Mirziewski, Mlodowski, Dielsiewski, Dobronowski και των πεσόντων στην Εύβοια και στον Πόρο Pronokowski και Odworski.

Επιφανέστερος των 32 συνολικά γνωστών Πολωνών που επολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων το 1821-1831, είναι ο Mirziewski, πρώην αξιωματικός στη φρουρά του Μεγάλου Ναπολέοντος τον οποίο συνόδευσε στη νήσο Έλβα και αργότερα στο Παρίσι. Διακρίθηκε για τον ηρωισμό του στη Μάχη του Πέτα στις 4 Ιουλίου 1822, κατά την οποίο φονεύτηκε ενώ επιχειρούσε να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό. Τιμώντας τη μνήμη του, η Ελληνική Πολιτεία έδωσε το όνομά του σε οδό της περιοχής Φιλοπάππου Αθηνών.

Γράφει για τον Mirziewski ο ιστορικός Στασινόπουλος στο Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης τ. Γ’ σελ. 111:

«Χωρίς όρια ήταν ο ενθουσιασμός του για τον ηρωικό ξεσηκωμό των Ελλήνων. Λίγο πριν τη μάχη στου Πέτα, έκανε την ακόλουθη ομολογία στον Ιταλό συνταγματάρχη Dania: «Παντού όπου πολέμησα, υπό τον Ναπολέοντα και τον Μπολιβάρ, στη Γαλλία, στη Ρωσία, στο Πεδεμόντιο, στη Νεάπολη και τη Νότια Αμερική, διαπίστωσα πόσο άσκημα πάει ο κόσμος. Έχω όμως ήσυχη τη συνείδησή μου γιατί από νέος αγωνίστηκα για τη δικαίωση των καταπιεζομένων. Πιστός στην αρχή μου αυτή, μια μόνο έχω επιθυμία. Να πεθάνω για την απελευθέρωση των Ελλήνων. Ας δώσει ο Θεός να αναπαυτώ στην ηρωική αυτή γη. Μιλούσε με τόσο αυτοπεποίθηση ώστε οι Έλληνες υποκλίνονταν μπροστά του χωρίς να τον καταλαβαίνουν και σταύρωναν τα χέρια όπως έκαναν στην εκκλησία». 

Για τον Koulschelewski, υπάρχουν πολλές παραλλαγές του ονόματός του. Κατά τους Barth, Kehrig-Korn, πολέμησε στο πλευρό των Ελλήνων στην Πελοπόννησο και στην Ήπειρο. Έπεσε μαχόμενος στου Πέτα στις 4 Ιουνίου 1822. Ο Mlodowski ήρθε στο Ναυαρίνο μαζί με 30 άλλους Γερμανούς και Πολωνούς Φιλέλληνες τον Ιανουάριο του 1822. Ήταν νέος φοιτητής και σκοτώθηκε στου Πέτα. Ο Dielsiewski αποβιβάστηκε στη Μονεμβασία στις 4 Απριλίου 1822, με το γαλλικό πλοίο «ΒΟΝΝΕ ΜΕRΕ». Στρατολογήθηκε στη λεγεώνα των Φιλελλήνων και έπεσε στη μάχη του Πέτα.

Για τον Dobronowski Έμμεριχ γνωρίζουμε ότι ήταν από τους πρώτους ξένους που έλαβε μέρος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο. Τον Pronokowski αναφέρει ο Tadeusz Sinco χωρίς άλλο προσδιορισμό εκτός από το θάνατό του στη μάχη του Πέτα. Ο τελευταίος των αναγραφομένων στο Μνημείο Φιλελλήνων στην καθολική εκκλησία Ναυπλίου, έπεσε κατά τη διάρκεια αψιμαχίας στον Πόρο το 1829.

 

Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου.

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VΙ, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2007.

 

Υποσημειώσεις

 

 

1   Η δημοσιευμένη μελέτη αποτελεί μέρος διάλεξης την οποία έδωσα την 25η Οκτωβρίου 1988 στη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου LODZ της Πολωνίας.

2 Για το Μνημείο των Φιλελλήνων στην καθολική εκκλησία Ναυπλίου βλ. Μάρκου Ν.        Ρούσσου – Μηλιδώνη, περ. «Σύγχρονα Βήματα» αρ. 68 σελ. 224-254 B/DAS MONYMENT DER PHILHELLENEN IN NAFPLIO, Αθήνα 1992 σελ. 120.

3 TADEUSZ SINCO, Συμμετοχή Πολωνών στην Ελληνική Επανάσταση (πολωνικοί, «Σύγχρονο Περιοδικό Βαρσοβίας» αρ. 42 σελ. 272-300.

4 ANUSZ STRASBURGER, LE PHILHELLENISME EN POLOGNE AUX ANNEES DE L   INSURRECTION GRECQUE 1821-1828. Επετηρίδα Βαλκανικών Μελετών αρ. 12 (Θεσσαλονίκη 1972), σελ. 106-116.

Λόγος Γ. Τερτσέτη εκφωνηθείς εις τη Βουλή των Ελλήνων στις 28 Μαρτίου 1854   κατά τον εορτασμό της Εθνικής Επετείου.

Περ. «Μικρή Μέλισσα» Κρακοβίας αρ. 2, έτος  1821, σελ. 296.

7 Περ. «Μικρή Μέλισσα» Κρακοβίας αρ. 3, έτος   1822 σελ. 69.

8  SYBILLA NADWISKANSKA, τ. 1 κεφ. VI σελ. 58.

9 Λεχοί καλούνται οι Πολωνοί από τον κατά τη μυθολογία γενάρχη τους Λεχ.

10 GOSZTOW, LA TURQUIE ET LA RUSSIE, Παρίσι 1913, σελ. 5.

11 Αδάμ MICKIEWICZ: Μεγάλος επικός ποιητής της Πολωνίας. Έγραψε τα έπη  «Κυρ Θαδαίος», «Πρόγονοι», «Νύχτα των ονείρων».

12 Συλλογική ονομασία των λαών της Βορείου Ευρώπης, κυρίως των Ρώσων, Πολωνών, Ουκρανών και των κατοίκων των τριών μικρών βαλτικών χωρών Εσθονίας, Λετονίας και Λιθουανίας.

13 JOSEF STRASZEWICZ, Πολωνοί και Πολωνέζες στην Επανάσταση της 29ης   Νοεμβρίου 1830 (στα γαλλικά), Παρίσι 1830.

  


Read Full Post »

Ιστορικά Ανάλεκτα των χωριών του τέως Δήμου Αλέας – Ξενοφώντα Χρ. Ηλία


 

Ένας ογκώδης τόμος 700 σελίδων αποτελεί την κιβωτό πολύτιμων στοιχείων, όπως αυτά βρέθηκαν αποτυπωμένα σε γραπτές και προφορικές μαρτυρίες. Η κοπιώδης και σημαντικότατη εργασία του ερευνητή συγγραφέα Ξενοφώντα Ηλία αναφέρεται σε στοιχεία που συνέλεξε και αφορούν την περιοχή της Αλέας, τα χωριά Αλέα ή Μπουγιάτι, τη Σκοτεινή, τον Άγιο Νικόλαο, την Εξοχή, τη Φρουσούνα, το Πλατάνι και το Γυμνό. Η υπερδεκαετής έρευνα μαζί με την ιδιαίτερη ευαισθησία του συγγραφέα παρουσιάζουν ένα ολοκληρωμένο έργο με εκπληκτική ποικιλία μαρτυριών απαραίτητων για τον ιστορικό, αλλά και όποιον αγαπά και ενδιαφέρεται για τον τόπο.

Τοπογραφία της περιοχής του τέως δήμου Αλέας, κεφάλαια σχετικά με την αρχαία ιστορία του τόπου, αποσπάσματα περιηγητών που πέρασαν από την περιοχή, ανασκαφικά ευρήματα, οδοποιία, προβλήματα αναδασμού, ιστορικά στοιχεία με σημαίνουσα βαρύτητα για γεγονότα σχετικά με την επανάσταση του 1821, απογραφές πληθυσμού, εκλογές, καταγραφή και αναλυτικά στοιχεία για τους ιερούς ναούς της περιοχής, για τα δημοτικά σχολεία και το δυναμικό τους, κοινωνικά θέματα (φιλονικίες και συγκρούσεις κατοίκων), εθνικά κτήματα, υδρόμυλοι, πύργοι και παλαιά σπίτια, προσωπικότητες του τόπου, καταστήματα, σύλλογοι, επώνυμα κατοίκων αποτελούν μερικά από τα θέματα που παρουσιάζονται ανάγλυφα με τις παρατιθέμενες πηγές.

Ο ερευνητής παρεμβάλλει το δικό του λόγο προσπαθώντας και πετυχαίνοντας την άρμοση των μερών και την κατατόπιση του αγωνιστή. Γράφει στον πρόλογο του έργου του:

«Επιθυμία από τα μαθητικά μου χρόνια ήταν να ασχοληθώ με την ιστορία της ιδιαίτερης μου πατρίδας της Αλέας και προς το σκοπό αυτό εργάστηκα πολλά χρόνια συγκεντρώνοντας, επαληθεύοντας και αξιολογώντας τις διάφορες μαρτυρίες που άντεξαν στη φθορά του χρόνου». Ο συγγραφέας μελέτησε και ερεύνησε τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, τα χειρόγραφα της Εθνικής Βιβλιοθήκης, το αρχείο Βαρδουνιώτη, το αρχείο Δ. Τσώκρη, τον τοπικό τύπο, διάφορα φύλλα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, το αρχείο της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδας, το αρχείο της κοινότητας Αλέας, τα αρχεία των Δημοτικών Σχολείων, το αρχείο του Υποθηκοφυλακείου Άργους, πολλά βιβλία σχετικά και ότι άλλο θα μπορούσε να προσφέρει μεγάλη ή μικρή βοήθεια.

Ο Ξενοφώντας Ηλίας έκρινε σκόπιμο να παραθέσει αυτούσια πολλά έγγραφα που φωτίζουν την ιστορία της περιοχής, γιατί αυτά θεώρησε ότι είναι η ουσία του παρελθόντος ενός τόπου, αλλά και γιατί τα περισσότερα από αυτά ήταν αταξινόμητα. Οι δικές του παρεμβάσεις είναι διακριτικές και γιατί τα έγγραφα και τα στοιχεία μιλούν μόνα τους αλλά και γιατί ο αναγνώστης θα πρέπει να μείνει μόνος απέναντι στα στοιχεία αυτά, να μορφώσει δική του γνώμη και να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα.

Το έργο είναι μια ιχνηλασία στον ιστορικό, εθνικό, θρησκευτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, πολιτικό, αγροτικό και ποιμενικό βίο των κατοίκων της περιοχής από το απώτερο παρελθόν μέχρι τις μέρες μας. Ο συγγραφέας  αντικειμενικός, και θαρραλέος, εμβριθής και ακούραστος, επίμονος και υπομονετικός μας μεταφέρει την αλήθεια των αιώνων και μας κάνει μετόχους μιας πλούσιας ζωής σε μια ορεινή περιοχή της πατρίδας μας. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1994.

 

Πηγή


  • Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 324, σελ. 20, Άργος, 1994.

Read Full Post »

Καρούζου – Παπασπυρίδη Σέμνη  (1898 – 8 Δεκεμβρίου 1994)


 

Σέμνη Καρούζου. Δημοσιεύεται στο «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1983-1988.

Η Σέμνη Καρούζου  γεννήθηκε στην Τρίπολη. Ήταν αρχαιολόγος και υπήρξε η πρώτη γυναίκα έφορος αγγείων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Ονομαζόταν Πολυσέμνη Παπασπυρίδη και ήταν παντρεμένη με τον αρχαιολόγο και ακαδημαϊκό Χρήστο Καρούζο (1900 – 1977).

Στην αρχαιολογική υπηρεσία εισήχθη το 1921. Στην Κρήτη, όταν μετατέθηκε το 1924, συνδέθηκε φιλικά με το Ν. Καζαντζάκη, τον Άγγελο και την Εύα Σικελιανού και το Δημήτρη Μητρόπουλο. Στην Ερέτρια ήταν η επόμενη μετάθεσή της όπου μελέτησε τον αρχαιολογικό χώρο και συνέταξε ένα ευρετήριο των εκθεμάτων του μουσείου, εγχειρίδιο που στα χρόνια του πολέμου αποδείχτηκε πολυτιμότατο γιατί βοήθησε στην ανεύρεση των αρχαίων μετά τον ενταφιασμό τους για προστασία από τους κατακτητές.

Μετά από τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου επέστρεψε στην Ελλάδα στα 1930 και προβιβάστηκε σε Έφορο. Μετατέθηκε στο Βόλο κι αργότερα στο δικό μας τόπο, την Αργολίδα, την οποία αγάπησε. Το βιβλίο της για το Ναύπλιο είναι ένα αξεπέραστο δείγμα αυτής της αγάπης, αλλά και της επιστημονικής της κατάρτισης.

Συμμετείχε σε ανασκαφές εδώ και ανέλαβε πρωτοβουλίες για τη διάσωση των παραδοσιακών και ιστορικών κτισμάτων της πόλης του Ναυπλίου.

 

Σέμνη Καρούζου. Δημοσιεύεται στο Λεύκωμα της Εκατονταετηρίδος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1937.

 

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αυτή κι ο σύζυγός της ήταν οι μόνοι Έλληνες αρχαιολόγοι που παραιτήθηκαν από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών. Στην διάρκεια του πολέμου του ΄40 εργάστηκε εντατικά για τον ενταφιασμό των αρχαίων του Εθνικού Μουσείου. Το τεράστιο έργο που κατάφερε να φέρει σε πέρας μαζί με το σύζυγό της, ήταν η επανέκθεση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (1964), ενός από τα πλουσιότερα μουσεία του κόσμου, μετά από τον πόλεμο. Ένα τιτάνιο έργο, μια και έπρεπε να ξαναβρούν τη θέση τους στις μισοκατεστραμμένες αίθουσες τα αναρίθμητα έργα που είχαν ταφεί για προστασία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Στις αναμορφωμένες αίθουσές τους με τη νέα αισθητική αντίληψη όλοι κατάλαβαν τότε ότι τα έργα έπαιρναν μια νέα διάσταση. Και μόνο γι’ αυτή της την προσφορά θα άξιζε η Καρούζου την ευγνωμοσύνη όλου του κόσμου.

Με τη Χούντα των Συνταγματαρχών, έγινε persona non grata (ανεπιθύμητο πρόσωπο) απομακρύνθηκε από το Αρχαιολογικό Μουσείο και βρέθηκε σε εξορία για μικρό χρονικό διάστημα.

Εξέδωσε συνολικά 18 αυτοτελή έργα, δημοσίευσε 110 μελέτες κι έγραψε σειρά κριτικών βιβλίων, μεταφράσεων και άρθρων σε εφημερίδες. Μετά τη δικτατορία έγινε πρόεδρος του ελληνικού τμήματος του Διεθνούς Μεγάλου Μυθολογικού Λεξικού. Αξίζει να προσέξουμε τι γράφει γι’ αυτή ένας μεγάλος συνάδελφός της, ο Μανόλης Ανδρόνικος:

«Όταν πριν από μερικά χρόνια ένας καλοπροαίρετος δημοσιογράφος, σε κάποιο δημοσίευμά του που αναφερόταν στο πρόσωπό μου, με χαρακτήρισε ως το μέγιστο Έλληνα αρχαιολόγο, ένιωσα ντροπή και ταραχή για το λάθος του. Όταν υπάρχει μια Σέμνη Καρούζου, σκέφθηκα, πως μπορούν να το αγνοούν;»

Και καταλήγει στο άρθρο του στις 9.4.89 στο Βήμα ο Ανδρόνικος: «Και η αγάπη, ο απέραντος σεβασμός, η ευγνωμοσύνη όλων μας για την προσφορά της στην επιστήμη και στον τόπο είναι το μικρό μας ευχαριστώ στη μεγάλη κυρία της οικογένειάς μας».

Συνέγραψε οδηγούς για το Εθνικό Μουσείο και άλλα έργα. Υπήρξε αντιπρόεδρος (1975-1977) της «Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας».

Η Σέμνη Καρούζου (το γένος Παπασπυρίδη) έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 96 ετών, στις 8 Δεκεμβρίου 1994, έχοντας καταφέρει να διαγράψει σπουδαία πορεία στο επιστημονικό πεδίο όπου δραστηριοποιήθηκε επί πολλές δεκαετίες (χρόνος υπηρεσίας 1921-1964).

Ενδεικτικά έργα:

  • National Museum: Illustrated Guide to the Museum, Εκδοτική Αθηνών, 2000.
  • Εθνικό Μουσείο: Γενικός οδηγός, Εκδοτική Αθηνών, 1999.
  • Museo Nazionale: Guida illustrata del museo, Εκδοτική Αθηνών, 1996.
  • Περίπατοι στην Ιταλία, εκδ. Ερμής, 1983.
  • Το Ναύπλιο, εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.
  • Αγγεία του αναγορούντος (1963)

 

Πηγές


  • Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 324, Άργος 1994.
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό (τομ. 4, σ. 320), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1983-1988.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ

Read Full Post »

Κουρμπέν Πωλ – Paul Courbin (1922-1994)


 

Paul Courbin

Παύλος Κουρμπέν. Διαπρεπής Γάλλος αρχαιολόγος και καθηγητής. Γεννήθηκε στη Λυών και σπούδασε στην Εκόλ Νορμάλ Σουπεριέρ του Παρισιού. Υπήρξε μέλος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών (1949-1954) και Γενικός Γραμματέας της ίδιας Σχολής (1954-1960). Αργότερα εκλέχτηκε καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού, όπου δίδαξε επί σειρά ετών αρχαιολογία και μεθόδους ανασκαφής, από το 1960 μέχρι το 1991.

Όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών αρχίζει τις ανασκαφές στο Άργος, ο Πωλ Κουρμπέν συνδέθηκε με την ιστορική πόλη, όπου η ανασκαφική και ερευνητική του δραστηριότητα υπήρξε πολύ αξιόλογη. Με την εποπτεία του άρχισαν οι Γάλλοι νεαροί επιστήμονες τις έρευνες και χάρη στο ενδιαφέρον και στο ζήλο του Κουρμπέν κτίστηκε η νέα πτέρυγα του μουσείου σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε από το Δήμο και με έξοδα του Γαλλικού κράτους. Τα εγκαίνια της νέας πτέρυγας έγιναν τον Ιούνιο1961 και άρχισε να φιλοξενεί τα διάφορα ευρήματα των ανασκαφών.

Ο Πωλ Κουρμπέν έχει δημοσιεύσει για το Άργος πολλές μελέτες και άρθρα στο επιστημονικό περιοδικό της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής «Δελτίον Ελληνικής Αρχαιολογίας» (BCH). Μνημονεύουμε μερικές από τις εργασίες αυτές: «Γεωμετρικοί τάφοι του Άργους» (1974), που αναφέρεται στην ταφική αρχιτεκτονική και στα ταφικά έθιμα της γεωμετρικής εποχής, «Η σημασία του Αργειακού γεωμετρικού ρυθμού» (1992), «Μία οδός του Άργους» (1956), που αναφέρεται στην τοπογραφία της αρχαίας πόλης, και άλλες. Επίσης, έγραψε το πολύτιμο βιβλίο του «Η Γεωμετρική κεραμεική της Αργολίδας» (1966) και έλαβε μέρος σε διάφορα διεθνή επιστημονικά συμπόσια με θέματα για το Άργος.

«…Ένας από τους φίλους του Paul Courbin έγραψε ότι διατηρούσε την ανάμνηση «μιας δυνατής προσωπικότητας, ενός ενεργητικού και μεθοδικού δουλευτή, ενός οξυμένου κριτικού πνεύματος, ενός ανθρώπου γεμάτου από αιχμηρό χιούμορ και ενός συναδέλφου που τον διακατείχε η απόλυτη ειλικρίνεια»… Ο Ρ. Courbin έφτασε μαζί με τη γυναίκα του Colette Courbin και τα δύο παιδιά τους το 1949 στην Αθήνα, όπου και έμεινε δέκα χρόνια, σαν μέλος αρχικά και στη συνέχεια σαν Γενικός Γραμματέας της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Η κόρη τους, κυρία Florence Courbin, που είναι σήμερα μαζί μας, διάλεξε για να ζήσει στην Ελλάδα». 

Από την ομιλία του Δ/ντή της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής κ. Rouland Etienne στην αίθουσα του «Δαναού» (8-9-1995).

Ο Κουρμπέν δεν ασχολήθηκε μόνο με το Άργος. Πολλά χρόνια αφιέρωσε για τις έρευνές του στο Μπασίτ των ακτών της Συρίας, όπου διεξήγαγε ανασκαφές από το 1971 έως το 1984, επειδή τον απασχολούσε ο ελληνικός αποικισμός στην ανατολική Μεσόγειο και οι σχέσεις των Ελλήνων με τη Φοινίκη. Τα αποτελέσματα των ανασκαφών αυτών δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο του «Ανασκαφές στο Mπασiτ. Τάφοι του Σιδήρου» (1993).

Επίσης, εργάστηκε στην Αθήνα και στη Δήλο. Από μαθητής ήδη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό της άρθρα για «Έναν νέο αττικό αρχαϊκό κάνθαρο» (1952) και για την «Καταγωγή του αττικού κανθάρου» (1953). Για τις έρευνές του στη Δήλο έγραψε το βιβλίο «Ο οίκος των Ναξίων» (1980). Επίσης, δημοσίευσε το 1982 το βιβλίο του «Τι είναι αρχαιολογία».

Το ανασκαφικό και συγγραφικό έργο του Κουρμπέν αποτελεί σταθμό για την ιστορία του Άργους, για το οποίο έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη. Ο Δήμος Άργους τον τίμησε  ανακηρύσσοντάς τον επίτιμο Δημότη Άργους. Μιλούσε αρκετά καλά την ελληνική γλώσσα. Πέθανε στην πατρίδα του ύστερα από μακρά ασθένεια στις 22 Μαΐου 1994.

  

Πηγές


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Χαράλαμπος Κριτζάς, « Πωλ Κουρμπέν – Μια από τις κορυφαίες μορφές της Αρχαιολογίας της Εποχή μας», Περιοδικό Αναγέννηση, σελ. 16-17, τεύχος 319, 1994.

Read Full Post »

Θρήνοι για την πόλη του Ναυπλίου


 

Ναυπλιακού λαού φωνή εκ βαθέων στα παιχνίδια της μοίρας του.

 

Αν διεξέλθουμε τους μεγάλους σταθμούς της μακράς Ιστορίας του Ναυπλίου δύσκολα θα ξεχωρίσουμε ευτυχισμένες στιγμές από τις πολλές δραματικές. Γνώρισε το Ναύπλιο στη μακραίωνη, πολυκύμαντη και περιπετειώδη του πορεία πολλά και αλλεπάλληλα στάδια ακμής και παρακμής. Και οι τρικυμιώδεις αναδιπλώσεις της Ναυπλιακής Ιστορίας αποτελούν δραματικό πολύπτυχο, που όποια πτυχή του πιάσουμε και σηκώσουμε θα βρούμε τιμές και μεγαλεία, αλλά και δυστυχίες και συμφορές και σφαγές και κατατρεγμούς και εξανδραποδισμούς.

Τα τελευταία μάλιστα σε τέτοια εναλλαγή, ένταση και συχνότητα, ώστε κάθε ευτυχισμένη περίοδος του Ναυπλιακού λαού να μην αποτελεί παρά το μικρό ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της τελευταίας και της επομένης συμφοράς. Και αυτό χαρακτήριζε όλο σχεδόν το χρονικό φάσμα από την Φραγκοκρατία μέχρι την Επανάσταση του 1821. Κυρίως όμως σχετιζόταν με τις τέσσερις διαδοχικές περιόδους κατοχής από Τούρκους ή Ενετούς και τους πολέμους μεταξύ των δύο αυτών κατακτητών.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Την πρώτη δηλαδή Ενετοκρατία (1440-1540), ακολούθως την πρώτη Τουρκοκρατία (1540-1687) και στη συνέχεια την δευτέρα Ενετοκρατία (1687-1715) και τέλος την δευτέρα Τουρκοκρατία (1715-1822), οπότε η ιστορική πόλις, η πανέμορφη αρχόντισσα του Αργολικού και όλου του Μοριά, απαλλάχθηκε διά παντός από τη βία και την παρουσία των δύο αυτών κατακτητών. Ιδιαίτερα επώδυνες και δυσβάσταχτες για τον πολυπαθή Ναυπλιακό λαό ήταν οι στιγμές που το Ναύπλιο άλλαζε δυνάστη, από τον τελευταίο δηλαδή στον επόμενο κατακτητή, είτε με συνθήκη, είτε εξ εφόδου, μετά σκληρή πάντοτε πολιορκία.

Ανάμεσα στις δύο αυτές συμπληγάδες, τον Τούρκο και τον Βενετσιάνο, ασχέτως του ποιος εξ αυτών ήταν κάθε φορά ο επιτιθέμενος και ποιος ο υπερασπιζόμενος τα τείχη του Ναυπλίου, η ιστορική πόλις προσπαθούσε ως οχυρό, ως φρούριο ισχυρό και ένδοξο, να περισώσει το κύρος της και την τιμή της, αρνούμενη να παραδοθεί, όπως κατέγραψε η λαϊκή Μούσα:

 

– Ανάπλι δώσε τα κλειδιά, Ανάπλι παραδώσου!

– Πώς να τα δώσω τα κλειδιά, πώς να τα παραδώσω,

πού ‘γώ ‘μ’ Ανάπλι ξακουστό, Ανάπλι παινεμένο·

στην Πόλη και στη Βενετιά μ’ έχουν ζωγραφισμένο!  [1] 

 

Και συνέχιζε παραβάλλοντας το ισχυρό της κάστρο με τα λιγότερο σημαντικά του Νιόκαστρου, της Κορώνης και της Καλαμάτας:

– Τί γάρ και είμαι Νιόκαστρο, Μεθώνη και Κορώνη

και Καλαμάτα ξέφραγη με τις συκιές φραγμένη; … 2 

 

Και αυτά μεν βάζει ο ανώνυμος λαϊκός ποιητής να αναφωνεί το δύσμοιρο και περήφανο, άλλα πάντως απρόσωπο Ναύπλιο. Τη μήνη όμως, τα έκτροπα, τη σκληρότητα και την εκδικητική μανία του νέου κατακτητή, τα δεινά, τις κακουχίες και τις συμφορές, τις ένοιωθε κάθε φορά μέσα κατάβαθα ο πολυπαθής Ναυπλιακός λαός. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν η πόλις έπεφτε στα χέρια των Τούρκων, αφού συνήθως η Βενετσιάνικη κατοχή ήταν ηπιώτερη από την τουρκική3.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Πιστεύεται, ιδιαίτερα για την πρώτη Ενετοκρατία, ότι οι κάτοικοι της ωραίας πόλεως κατά την εκατονταετή πρώτη κατοχή των Ενετών, από το 1440 μέχρι το 1540, άρχισαν με την πάροδο του χρόνου σιγά-σιγά να προσαρμόζoνται, να συμβιβάζoνται να εργάζoνται, να φορολογούνται, να διεκδικούν καλύτερους όρους και συνθήκες δια­βιώσεως και εν πάση περιπτώσει να μην αισθάνoνται τόσο βαρύ τον ξένο ζυγό4. Δεν αμφισβητείται βέβαια και σ’ αυτή την περίοδο η στυγνή εκμετάλλευση, άλλα ούτε και η ήπια συμπεριφορά των Ενετών, στα πλαίσια φυσικά της δικής τους γενικώτερης πολιτικής. Υπήρχε μάλιστα τότε και μακρά περίοδος ειρήνης στον αργολικό χώρο.

Και αν δημιουργούνται ταραχές μεταξύ Ενετών του Ναυπλίου και Τούρκων του παρακειμένου Άργους, αυτές τοποθετούνται στην τελευταία τριετία της ενετικής κατοχής, στο διάστημα δηλαδή 1537-1540. Πρόκειται για τη συνεχή τριετή πολιορκία της πόλεως που κατέληξε σε παράδοση στους Τούρκους διά διαπραγματεύσεων. Στην σκληρή αυτή πολιορκία υπέφερε τα πάνδεινα ταλαιπωρούμενος ο Ναυπλιακός λαός. Δεν ήταν μόνον η διάρκεια της πολιορκίας, η πείνα και οι στερήσεις, ούτε οι ανελέητοι βομβαρδισμοί πού σκορπούσαν καθημερινά τον όλεθρο στην πόλη και στους κατοίκους, αλλά ήταν και η εξάπλωση των ασθενειών από τη στιγμή πού οι Τούρκοι έκοψαν τη βασική υδροδότηση της πόλεως για να εκβιάσουν την παράδοση, με αποκορύφωμα την επιδημία της πανώλης πού εξαπλώθηκε ταχύτατα και σε δύο χρόνια, 1538-1539, αποδεκάτισε το ήμισυ σχεδόν του πληθυσμού5.

Την επιδημία της πανώλης ακολούθησε τελική συμφορά: Η παράδοση του Ναυπλίου στους Τούρκους6 με διαπραγματεύσεις, η αποχώρηση έτσι των Ευρωπαίων χριστιανών και η εγκατάσταση των αλλοθρήσκων Οθω­μανών, πού δημιούργησαν θλιβερές εικόνες, αφού οι περισσότεροι των κατοίκων για να αποφύγουν την τουρκική δουλεία αναχώρησαν με τους Ενετούς, για να καταφύγουν σε άλλες ασφαλείς Ενετικές κτήσεις7. Όταν δύο αντίπαλοι συγκρούoνται σε ξένο τόπο, πληρώνει ο τόπος τα επίχειρα της κακίας των μαχόμενων.

Οι μισοί των κατοίκων πέθαναν, όπως είπαμε, από τις κακουχίες και την πανώλη και από τους υπόλοιπους οι περισσότεροι εκπατρίσθησαν για να αποφύγουν τον τουρκικό ζυγό. Μεταξύ αυτών και ο πρωτοπαπάς του Ναυπλίου Νικόλαος Μαλαξός8, ο οποίος συνέθεσε και αφιέρωσε «θρηνητικόν Κανόνα εις τον πικρόν χωρισμόν της ελεεινής πό­λεως Ναυπλίου9». Χαρακτηριστική η ακροστιχίς: ο πρωτοπαπάς συγκλαίει Ναυπλιέοις ο Μαλαξός. Το κείμενο του Κανόνος διασώθηκε σε ειδικόν κώδικα της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων, πού είναι αυτόγραφος του Μαλαξού10.

Μέσα στις εννέα Ωδές του διεκτραγωδείται η δεινή θέση των κατοίκων: Λαός ευκελής των Ναυπλών νυνί ταλαίπωρος γενόμενος, δεύτε άπαντες, γέροντες, νέοι, νήπια, Άνδρες, γυναίκες και τέκνα, και αλλήλων Θρηνήσωμεν την δυστυχίαν την δεινήν και τον πικρόν χωρισμόν11.

Προη­γουμένως όμως ο ίδιος διερωτάται: ποίον κλαυθμόν ποίαν ωδήν δακρυκίνητον και ποίον θρήνων μέλισμα νυν εξηχήσωμεν, Ναυπλιέων οι δήμοι, τη νυν αποδημία και τη στερήσει υμών12…. Σε άλλα σημεία του Κανόνος, εκτός των κατοίκων, συγκλαίει και συνταράσσεται η μητέρα-πόλις, το Ναύπλιον, για τον αποχωρισμό των τέκνων της: Συσσαλεύεται άπασα πόλις Ναυπλίου και στένει τη νυν αποδημία των γεννημάτων αυτής13 Λαόν τον οικείον – πόλις Ναυπλιέων δακρυχέουσα, ανακαλείται και προσφθέγγεται. «μη επιλήθησθε μητρώων των σπλάγχνων, τέκνα μου, και των τροφείων και τον θάλψεων»14.

 

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

 

Εφεξής συμπάσχει το Ναύπλιο μετά της λοιπής Πελοποννήσου υπό την δυσβάστακτη τουρκική κυριαρχία. Αλλά οι Ενετοί θα επανέλθουν και θα δημιουργηθούν και πάλι αναστατώσεις και συμφορές, τόσο όταν θα εγκατασταθούν νικητές το 1687, όσον και όταν αποχωρήσουν ηττημένοι το 1715. Το 1687 οι Τούρκοι αποχωρώντας δεν άφησαν λίθον επί λίθου, ενώ το 1715 νικητές και ηττημένοι, Τούρκοι και Ενετοί, συναγωνίζονταν πως θα ξεθεμελιώσουν τον τόπο λεηλατώντας, καταστρέφοντας και σφάζοντας.

Εκπλήρωσε και πάλι το Ναύπλιο και υπέφεραν γη και άνθρωποι. Όσο για την δευτέρα αυτή ενετική κυριαρχία, 1687-1715, ερχόμενοι το 1687 οι Ενετοί ως ελευθερωτές υπόσχονταν να διώξουν τους δυνάστες Τούρκους και να ελευθερώσουν τον Μοριά. Αλλά οι Ενετοί του 1687-1715 δεν ήσαν οι Ενετοί της πρώτης Ενετοκρατίας 1440-1540. Ετέθησαν τότε τρομερά διλήμματα για τους κατοίκους. Οι Ενετοί απαιτούσαν να συνεισφέρουν και να συμπολεμήσουν οι υπήκοοί τους εναντίον των επερχομένων Τούρκων, ενώ ο επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων Μεγάλος Βεζίρης Αλή Κιουμουρτζή, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες είχαν αρχίσει να μη συμπαθούν τους καταπιεστές Ενετούς, κατέβαλε σοβαρές προσπάθειες για να μεταβά­λει την παθητικότητά τους σε ενεργό συμμετοχή τους εναντίον των Ενετών. Και φαίνεται ότι προ των επαπειλουμένων νέων δοκιμασιών πολλοί από την υπόλοιπη Πελοπόννησο συνέπραξαν με τον Μεγάλο Βεζίρη, κατά τους γνωτούς ελαφρούς υπολογισμούς15. Στο ισχυρά όμως ωχυρωμένο Ναύπλιο, έδρα του Ενετού Προνοητού και της στρατιωτικής ηγεσίας του Μοριά, οι κάτοικοι είτε αμέσως, είτε εμμέσως βρέθηκαν εκ των πραγμάτων στο πλευρό των αμυνομένων Ενετών και πρόβαλαν σθεναρά αντίσταση στους επιτιθεμένους με εκδικητική μανία Τούρκους. Και πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος, όταν τον Ιούλιο του 1715 η πόλις κυριεύθη­κε16.

Συμφορά, σφαγές και αιχμαλωσίες. Βιαιότητες και κατατρεγμοί. Κλαυθμός και οδυρμός. Τον πόνο του Ναυπλίου μετέβαλαν τότε επώνυμοι και ανώνυμοι στιχουργοί σε θρήνο. Δύο εξ αυτών είναι οι πιο γνωστοί: Ο Κεφαλλονίτης Πέτρος Κατσαΐτης και ο Γιαννιώτης Μάνθος Ιωάννου. Αμφότεροι ήσαν τότε εγκατεστημένοι στο Ναύπλιο και αιχμαλωτίστηκαν από τους Τούρκους. Και οι δύο κατώρθωσαν να δραπετεύσουν και να συνθέσουν ο μεν Κατσαΐτης τον «Κλαυθμό Πελοποννήσου προς Ελλάδα», ο δε Μάνθος Ιωάννου την «Συμφορά και αιχμαλωσία Μορέως». Και στα δύο αυτά τα μακρόσυρτα ποιήματα γίνεται εκτενής αναφορά στην συμφορά του Ναυπλίου το 1715.

Ο Κατσαΐτης μέσα σε 3.000 περίπου γραφικούς στίχους αναφέρεται στα γεγονότα όπως τα έζησε, όχι όμως ως ιστορικός, αλλά με ένα ξέσπασμα ψυχής, ένα ατελείωτο θρήνο17. Είναι ένας διδακτικός θρήνος με πολύ ενδιαφέρον. Έζησε ο Κατσαΐτης από κοντά τα γεγονότα, αλλά δεν τα αφηγείται ο ίδιος. Βρήκε πρωτότυπο τρόπο εκθέσεως, ένα είδος λογοτεχνικής σκηνοθεσίας. Προσωποποιημένη δηλαδή η Πελοπόννησος επάνω σε ένα βουνό συζητεί με την επίσης προσωποποιημένη Ελλάδα. Μεταξύ των άλλων λεπτομερώς εκτίθενται η πολιορκία και η άλωσις του Ναυπλίου, με αναφορά στον καθόλου βίο της πόλεως προ της συμφοράς. Ο ποιητής έχει ευχέρεια στο λόγο του, λόγο δημώδη με μερικές μόνο παρεκκλίσεις προς τη λογία μορφή εκφράσεως. Η προσωποποιημένη Πελοπόννησος διεκτραγω­δεί την κατάσταση της με λεπτομερή περιγραφή:

 

Στις είκοσι κι οκτώ του Ιουνίου

ξιπλώθη εις τον Κάμπον τ’ Αναπλίου

τ’ αρίφνητο και φοβερό φουσάτο

εγέμισε τον τόπο άνω κάτω…

Διεξήχθη σφοδρή και πεισματώδης μάχη προ των επάλξεων του Ναυπλίου, την άμυνα του οποίου σθεναρά κρατούσαν Ενετοί και Έλληνες, αλλά με την ισχυρή έφοδο του εχθρού τα τείχη γκρεμίστηκαν. Τ’ Ανάπλι κυριεύθηκε. Και ακολούθησε σφαγή άγρια και ανελέητη.

 

Εγιόμισαν οι στράτες φονευμένους

και τα πατάρια απονεκρωμένους.

Τις εκκλησιές τσ’ ευπρεπισμένες

τσ’ εγδύσαν και αφήκαν κουρσεμένες

τους τάφους εξανάσκαψαν να βρούσι

και έβγαλαν τους νεκρούς όπου βρωμούσι.

 

Η Πελοπόννησος θρηνεί στην συνέχεια το Ναύπλιο, το μονάκριβο παιδί της, το φώς των ομματιών της, ψυχή της ίδιας της ψυχής, και καρ­διά της. Στίχοι με λόγια τρυφερά, μοιρολόγι πραγματικό.

 

Ανάπλι, ωχ, ωϊμέ, η ψυχή μου βγαίνει,

Ανάπλι, όνομα χαριτωμένο,

και πως εγίνηκες δυστυχισμένο.

Ανάπλι πάντα θέλω να σε κλαίγω

και πικρολόγια να σε λέγω.

Και πως μπορεί η γλώσσα μου ν’ αρχίση,

τα μάτια να μη τρέχουνε σαν βρύση,

να χύνω δάκρυα από την καρδιά μου

να κλαίγω εσέν κι εμέ την συμφορά μου.

 

Τέλος, με την αναδρομή στη χαμένη δόξα του Ναυπλίου, στις γυναίκες, στις νεάνιδες με την καταστόλιστη παρουσία τους, ευγενικές όπως λέ­γει, κι αγγελοκαμωμένες, η μητέρα Πελοπόννησος μεταβάλλει το πονεμένο μοιρολόγι σε προσευχή και ικεσία προς τον μεγαλοδύναμο Θεό:

Μέγας και φοβερός είν’ ο θυμός σου,

μα μεγαλύτερο το έλεος σου.

Ο Μάνθος Ιωάννου τώρα που συνελήφθη κι αυτός αιχμάλωτος και μεταφερόταν στα στρατόπεδα, από όπου κάποια στιγμή δραπέτευσε, συνέθεσε θρήνο με τίτλο, όπως είπαμε «Συμφορά και αιχμαλωσία Μορέως»18. Υπήρξε πράγματι συμφορά. Πρωτόγονη και πρωτόγνωρη σε ένταση και βία, σε σφαγές και κατατρεγμούς. Ο μακρόσυρτος θρήνος του Μάνθου σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους, κυκλοφορούσε τυπωμένος στη σύγχρονη γενεά, σαν μοιρολόγι παρηγοριάς.

Λιγότερο όμως ποιητικός από τον «Κλαυθμό» του Κατσαΐτη ο στίχος του Μάνθου Ιωάν­νου είναι περισσότερο ρεαλιστικός. Δεν προβάλλει τους στοχασμούς του ποιητή. Αφηγείται. Φωτίζει τα γεγονότα με ρεαλιστική ζωντάνια, πού κρα­τάει σε ένταση και αγωνία την προσοχή του αναγνώστη. Ο Κατσαΐτης στο θρήνο του μοιρολογεί, συγκινεί και παρηγορεί. Ο Μάνθος Ιωάννου συνε­γείρει, συγκλονίζει και συναρπάζει, αφηγούμενος και φωτίζοντας τα γεγο­νότα. Ιδού μία σχετική περικοπή:

 

Την ίδια μέρα μπήκανε στ’ Ανάπλι με τη βία, 

τότε να ιδής πώς άρπαζαν γυναίκας και παιδία.

Σάββατο ημέρα πάρθηκε κι ήταν κοντά στο γέμα

πού μέσ’ στ’ Ανάπλι έτρεχε ωσάν ποτάμι το αίμα.

Τότε να ιδής τόσα κορμιά των χριστιανών κομμένα

και να μην εγνωρίζωνται, στο αίμα τυλιγμένα.

 

Ο Μάνθος κάνει λόγο για αίμα, για αδιάκριτη σφαγή ανδρών και γυναικών, αλλά και αρπαγή παιδιών και κορασίδων:

 

Οι μάνες να φλογίζονται, να καίγετ’ η καρδιά τους

Καθώς αρπάζαν τα παιδιά από την αγκαλιά τους.

Να βλέπης τ’ άλλα τα παιδιά στις στράτες πού περνούσαν

οι Τούρκοι με τα πόδια τους πώς τα τζαλοπατούσαν.

Κι οι κορασίδες οι εύμορφες όπου ήταν φυλαμένες,

και σήμερα να τις θωρής γυμνές και σκλαβωμένες,

όπου ποτέ δεν έβγαιναν μήτε στο παραθύρι,

τώρα ξυπόλητες γυρνούν στην τέντα του Βεζίρη.

Να βλέπης μάτια Χριστιανών να τρέχουν σαν την βρύση

καθώς τους διαμοιράζασι σ’ ανατολή και δύση.

Κλάψετε όλος ο Μοριάς, τ’ Ανάπλι το καημένο

σε μίαν ώρα έμεινε ωσάν χαρατζωμένο.

Κλάψετε σεις οι ιερείς, τραβάτε τα μαλλιά σας

τι εχάσατε τις εκκλησιές κι όλα τα ιερά σας.

Εικόνες οι ευγενικές, παλαιές ιστορημένες

και σήμερα τις θεωρείς στις στράτες τζακισμένες.

 

Στον αβάσταχτο πόνο για τις τρομερές σφαγές, τον όλεθρο και τη συμφορά του Ναυπλίου καλεί ο ποιητής να συμμετάσχουν τη φύση, τα δέντρα, τις πέτρες, τα βουνά, τα ποτάμια, τις πηγές, τα πουλιά, και τα αστέρια:

«Κι σεις πέτρες ραγίσετε, δέντρα να ξηρανθήτε,

βουνά και όρη κλάψετε και όλα λυπηθήτε,

βρύσες μην τρέξετε νερό, ποτάμια ξεραθήτε,

και περιβόλια εύμορφα το Μάη μην ανθήτε.

Ω Ήλιε κρύψε σου το φώς, αστέρια θαμπωθήτε,

και σεις πουλιά του ουρανού πάψτε να κελαδήτε».

Και εδώ, όπως λέει ο σύγχρονός μας ποιητής,

σωπαίνουν τα πουλιά, σωπαίνουν και οι καμπάνες,

σωπαίνει κι ο μικρός ρωμιός μαζί με τους νεκρούς του.

Μα πάν’ στη πέτρα της σιωπής τα νύχια του ακονίζει.

Μονάχος και αβοήθητος. Της λευτεριάς ταμένος…19

Τη ρωμιοσύνη μην τη κλαις· εκεί πού πάει να σκύψη,

με τον σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο,

να τη! Πετιέται από ξαρχής και αντρειεύει και θεριεύει,

και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου»20.

 

 Φθάνουμε έτσι στο τέλος της μακράς αυτής αναδρομής, στο Νοέμβρη του 1822, όταν ανήμερα του Αγίου Ανδρέου τ’ Ανάπλι παραδόθηκε. Τη φορά αυτή στον λεύτερο πια λαό του.

 

Ελένη Κυριακοπούλου, Νομικός – Επίτ. Δ/ντρια  Υπουργ. Οικονομικών.

Πρακτικά Γ’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 2006.

 

 

 

 

Υποσημειώσεις:


 

[1] Δημ. Πετροπούλου, Ιστορικά δημοτικά τραγούδια της Πελοποννήσου, «Πελοποννησιακά», τ. Α’ (1956), σ. 174, 178.

2 Αυτόθι, σ. 177.

3 Θάνου Δ. Κριμπά, Η Ενετοκρατουμένη Πελοπόννησος, «Πελοποννη­σιακά», τ. Α’ (1956), σ. 325. Βλ. κ. Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, εκδ. Β’, Αθήναι 1950, σσ. 85 κ.έπ.

4 Βλ. Παπαρηγοπούλου, Ιστορ. Ελλ. Έθν., τ. 5, σ. 608. Πρβλ. Daru, Histoire de la république de Venise, 1853, τ. 5, σ. 143-148, M. Λαμπρυνίδου, ενθ’ αν.

5 Αθαν. Κονδύλη, Ο λοιμός (πανώλη) του Ναυπλίου (Άνοιξη 1538 – Κα­λοκαίρι 1539) κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλεως από τους Τούρκους (1537-1540), «Πρακτικά του ΣΤ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών», Τρίπολις 2000, τ. 3ος , σ. 209 κ.έπ. Πρβλ. D. Ρ an ζ ac, La peste dans l’Empire Ottoman, 1700-1850, Editions Peeters, Louvain 1985, σσ. 221-225. Βλ. κ. Κ. Κωστή, Στον καιρό της πανώλης, Ηράκλειο 1995, σσ. 159-160.

6 Για την πολιορκία του Ναυπλίου (1537-1540) από τους Τούρκους βλ. Δω­ροθέου Μονεμβασίας Βιβλίον Ιστορικόν, Βενετία 1631, σ. 442. P. Paruta, Degli istorici delle cose veneziane i quali hanno scritto per publico decreto, Βενετία 1718, tomo 3, libro 8, σ. 707. M. Λαμπρυνίδου, ενθ’ άν. σσ. 80-81, πρβλ. Αθαν. Κονδύλη, ενθ’ άν., σ. 209 κ.επ.

7 Βλ. ενδεικτικώς Μαριάνας Κολυβά-Καραλέκα – Ερρίκου Μούτσου, Αποκα­τάσταση Ναυπλιωτών και Μονεμβασιωτών προσφύγων στην Κρήτη το 1548, Byzanti­nisch-Neugriechische Jahrbücher 22 (1983), σ. 375-452.

8 Περί του βίου και των έργων αυτού, βλ. Κ. Δ. Μέρτζιου, Περί Νικολάου Μαλαξού, Πρωτοπαπά Ναυπλίου, Εφημερίου Ελληνικής Κοινότητας Βενετίας, περιοδ. «Στάχυς», τχ. 6-7, σσ. 69 κ.έπ., Ιούλιος-Δεκέμβριος 1966, Βιέννη, έκδ. Ι. Μη­τροπόλεως Αυστρίας». Πέτρου Πετρή, Νικόλαος Μαλαξός, Πρωτοπαπάς Ναυπλίου, «Πελοποννησιακά», τ. 3-4 (1960), σσ. 348 κ.έπ., όπου και σχετ. βιβλιογραφία.

9 Ο «θρηνητικός Κανών» εδημοσιεύθη από τον Πέτρο Πετρή εις Επετηρίδα Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 8-9, 1958-1959 (1961), σσ. 57 κ.έπ. Μνεία του Κανόνος αυτού κάμνει και ο Ε. Legrand, Bibliograpjie Hellenique … aux XV-XVI siècles, τομ. 1, Paris 1885, σ. 305.

10 Συγκεκριμένα, στον υπ.’ αρ’ 369 (φ. 80′-86ν) ελληνικό κώδικα αυτής. Αντίγραφο του πρωτοτύπου και αυτογράφου αυτού κώδικος, μετά μικρών τίνων παραλλαγών, αποτελεί ο υπ.’ αρ’ 917 (φ. 139-142) κώδιξ της εν Αθήναις Εθνικής Βιβλιοθήκης.

11 Ωδή Ζ’, φ. 84, στχ. 57-59.

12 Ωδή Α’, φ. 80, στχ. 9-10.

13 Ωδή Δ’, φ. 82, στχ. 30-31.

14 Ωδή Θ’,φ. 86, στχ. 89-91.

15 Βλ. ενδεικτικώς Αλέξη Μάλλιαρη, Η τουρκική εισβολή στη βενετική Πελοπόννησο (1715) και η στάση του πληθυσμού έναντι Βενετών και Τούρκων, Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολις 24-29 Σεπτ. 2000, τ. 3ος , σ. 424.

16 Βλ. Μιχ. Σακελλαρίου, Η ανάκτησις της Πελοποννήσου υπό των Τούρκων έν έτει 1715, «Ελληνικά», τ. Θ’ (1936) σσ. 221-240. Πρβλ. Ευτυχίας Λιάτα, Μαρτυρίες για την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους (9 Ιούλη 1715), Μνήμων 5 (1975), σ. 101-156. Κων/νου Βακαλοπούλου, Νέες ειδήσεις για την πτώση του Ναυπλίου (1715), Θησαυρίσματα 16 (1979), σ. 269-277.

17 Εμ. Κριαρά, Κατσαΐτης, «Ιφιγένεια», «Θυέστης», «Κλαθμός Πελοπον­νήσου», Αθήνα 1950. Ανάλυση του ποιήματος βλ. υπό Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, Εισαγωγή εις την Νέαν Ελληνικήν Λογοτεχνίαν, τ. Α’, Αθήναι 1969, σσ. 208-220.

18 Το ποίημα εξεδόθη το 1875 στη Βενετία και έκτοτε επανειλημμένως. Βλ. Ε. Legrand, Bibliothèque Grecque Vulgaire, τ. III, Paris 1881, σσ. 280 κ.έπ. Για τον στιχουργό βλ. Δ. Μ. Μ ιχαηλίδη, Ο Ηπειρώτης ποιητής Μάνθος Ιωάννου και το έργον του, «Ηπειρωτική εστία», ετ. ΙΗ’ (1969), σσ. 598 κ.έπ. Τ. Α. Γριτσοπούλου, Σημειώσεις περί Μάνθου Ιωάννου, «Πελοποννησιακά», τ. Ζ’ (1969-70), σσ. 393-395.

19 Γιάννη Ρίτσου, 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, τραγ. 17, «Ο Ταμένος».

20 Γιάννη Ρίτσου, ενθ’ άν., τραγ. 18, «Η Ρωμιοσύνη».

Read Full Post »

Λιαλιάτσης Πάνος (1936-2025)


 

Πάνος Λιαλιάτσης

Πάνος Λιαλιάτσης

Ο Πάνος Λιαλιάτσης γεννήθηκε στην Ασίνη το 1936. Περάτωσε το γυμνάσιο Ναυπλίου το 1955 και πέτυχε στη Θεολογική και Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γράφτηκε στην πρώτη, την οποία περάτωσε το 1961 ως υπότροφος του Ι.Κ.Υ. Παράλληλα, παρακολου­θούσε τα μαθήματα της Φιλοσοφικής. Πέτυχε στις εξετάσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης το 1962 και εργάστηκε ως επιμελητής ανηλίκων στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου από το 1962 μέχρι το 1972, που προσλήφθηκε στην επαγγελματι­κή εκπαίδευση (Δημόσια κατωτέρα τεχνική σχολή Άργους και τεχνικό και επαγγελματικό λύκειο Ναυπλίου). Το 1992 συνταξιοδοτήθηκε από τη μέση Εκπαίδευση. Το 1963 πήρε υποτροφία της Καθολικής Εκ­κλησίας και παρακολούθησε μαθήματα Βυζα­ντινής Φιλολογίας στο Καθολικό Ινστιτούτο, στο Παρίσι και στη Σορβόννη, τα οποία διέκοψε λόγω ασθενείας.

Ως μαθητής γυμνασίου δημοσίευσε ποιήμα­τα (1952-1955) στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Σύνταγμα» και σε άλλες εφημερίδες του Ναυ­πλίου και του Άργους. Τα πρωτόλεια του Πάνου Λιαλιάτση δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Σπίτι του παιδιού» που διηύθυνε ο δημοσιογράφος Άγγελος Μεταξάς την περίοδο εκείνη. Ως φοιτητής δημοσίευσε ποιήματα στη «Φι­λολογική Βραδυνή» που διηύθυνε ο Μπάμπης Κλάρας.

Εμφανίστηκε επίσημα στα Γράμματα το 1965 με την ποιητική συλλογή «Ο Φράχτης» που απέσπασε ενθαρρυντικές κριτικές. Το 1985 δημοσίευσε τον «Κύ­κλο της αγρύπνιας» και το 1991 τη «Χαρμολύπη», που απέσπασε το βραβείο ποίησης της Ελληνι­κής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων. Τέλος, το 1995 δημοσίευσε την ολιγοσέλιδη συλλογή «Της Ογδόης ημέρας» με ποιήματα φιλοκαλικά.

Δοκίμια του Πάνου Λιαλιάτση δημοσιεύθηκαν στον τοπικό Τύπο (1962-2014) στην εφημερίδα «Η Καθημερινή», στη «Νέα Εστία», στην «Επο­πτεία», στη «Σύναξη» και σε άλλα λογοτεχνικά φύλλα. Ο Πάνος Λιαλιάτσης εξέδωσε το 1972 τον «Πιπιά» του Αντ. Λεκόπουλου – Αναπλιώτη, την «Αργολική Λογοτεχνία 1830 – 1993» (1994) και άλλες ελάσσονες μελέτες: Το κάψιμο του Ιού­δα, Η Ασίνη ως ποιητικό σύμβολο

Άλλα έργα του είναι η «Ναυπλιακή Ανθολογία» (1969), το «Ναύπλιο» (τουριστικός οδηγός), κ.ά. Μετέφρασε από τα Γαλλικά το βιβλίο του Et. Trocmé «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, όπως τον είδαν όσοι τον γνώρισαν» και του Jean Danielou «Αγία Γραφή και Λειτουργία» και άλλα δοκίμια.

Το 2002 εκδόθηκαν από τις εκδόσεις «Ελλέβορος», «Τα Ποιήματα 1965- 1995», τα οποία το 2014 επανεκδόθηκαν με την προσθήκη δύο ποιημάτων και με τον νέο τίτλο «Λυρικό Ημερολόγιο» από τις εκδόσεις της «Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού».

Ο Πάνος Λιαλιάτσης πέρασε στο επέκεινα πλήρης ημερών, λόγων, έργων, ιδεών την 25η Απριλίου 2025. Η εξόδιος ακολουθία ετελέσθη το Σάββατο 26 Απριλίου, στις 11 το πρωί, στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδας, Πρόνοιας, Ναυπλίου. Η ταφή έγινε στη γενέτειρά του, την Ασίνη.

 

H ποίηση και ο μυστικισμός


 

Το άρθρο που παραθέτουμε γράφτηκε από τον Henri Tonnet, διδάκτορα της Κλασικής Φιλολογίας  και Nέας Ελληνικής Φιλολογίας, στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών του Παρισιού. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 3/6/2003.

 

Πάνος Λιαλιάτσης: «Τα ποιήματα 1965-1995», Εκδόσεις «Ελλέβορος», Άργος, 2002.

 

Με τη συλλογή «Tα ποιήματα» που συγκεντρώνει τις ποιητικές συλλογές που δημοσίευσε από το 1965, ο Πάνος Λιαλιάτσης μάς δίνει την ευκαιρία να ακολουθήσουμε την πνευματική και ποιητική του πορεία επί 30 χρόνια και να αξιολογήσουμε συνοπτικά την πρωτοτυπία της προσφοράς του στα ελληνικά γράμματα.

Επειδή τα ποιήματα αυτά αποτελούν το έργο μιας ολόκληρης ζωής, ο αναγνώστης αναρωτιέται αν υπήρξε σημαντική η εξέλιξη της θεματικής και της τεχνοτροπίας του ποιητή κατά το χρονικό διάστημα αυτό. Για να απαντήσουμε πρέπει να κάνουμε μια πρώτη επισήμανση. Όταν ο Λιαλιάτσης δημοσιεύει την πρώτη συλλογή του είναι 29 χρόνων. Προφανώς είχε ήδη φτάσει στην ποιητική του ωριμότητα. Ως προς την ενδεχόμενη εξέλιξή του θα έλεγα πως δεν φαίνεται πουθενά καμία ριζική αλλαγή στη θεματική ή στην τεχνοτροπία.

Διακρίνουμε όμως στο έργο δυο τάσεις που δεν ολοκληρώνονται ποτέ πλήρως. H πρώτη είναι μια τάση σε μια όλο και μεγαλύτερη συντομία και η δεύτερη, η οποία φαίνεται καθαρά στις τελευταίες συλλογές των «Ποιημάτων», στο «Bραχύ Mοναχολόγιο» και στη «Xαρμολύπη», είναι μια αφηγηματική τάση που εκδηλώνεται σε ανέκδοτα για φανταστικές φυσιογνωμίες κληρικών.

 

Επίδραση δύο μεγάλων

 

Ίσως κάνω λάθος, αλλά αυτές οι δύο τάσεις μπορούν να οφείλονται εν μέρει στην επίδραση δυο μεγάλων ποιητών των νεοελληνικών γραμμάτων, του Σεφέρη και του Καβάφη. Βέβαια ο ποιητής, που γεννήθηκε στην Ασίνη, δείχνει περισσότερο επηρεασμένος, στη μορφή των ποιημάτων του, από τον ποιητή του «Βασιλιά της Ασίνης».

Στον Σεφέρη, ο Λιαλιάτσης μου φαίνεται να οφείλει την καθαρή –μερικές φορές κρυστάλλινη– ποίηση που διαποτίζει τα έργα του και την προτίμηση για τη συντομία· αυτή η τάση φτάνει στο αποκορύφωμά της στα ολιγόστιχα ποιήματα του «Λογισμοί λανθάνοντες και δάκνοντες».

Aυτό δεν σημαίνει βέβαια πως ο Λιαλιάτσης θεωρεί τον εαυτό του μαθητή του Σεφέρη· στους «Ανωνύμους της Ασίνης» αφήνει να διαφαίνεται μάλιστα κάποια ενόχληση μπροστά στις βεβαιότητες του Σεφέρη. Αντίθετα η ειρωνική αφήγηση ανεκδότων για μοναχούς ή ιεράρχες, όποια και να είναι η πραγματική προέλευση αυτής της διάθεσης, μου θυμίζει τον τόνο ορισμένων ποιημάτων του Αλεξανδρινού ποιητή.

Kατά τη γνώμη μου, μια μορφή καβαφισμού είναι αισθητή στη δομή του ποιήματος «Eλένη». Παρ’ όλες τις ενδεχόμενες επιδράσεις που δέχτηκε, η ποιητική φωνή του Π. Λιαλιάτση είναι απόλυτα ειλικρινής και πρωτότυπη, αναλλοίωτη από τον «Φράχτη» ως την «Όγδοη ημέρα».

Σε τι συνίσταται η πρωτοτυπία αυτής της φωνής; Θα ήταν ριψοκίνδυνο να προτείνω εδώ μια οριστική απάντηση. Είναι φανερό πως ο συγγραφέας αντλεί πολλά θεματικά και μορφικά στοιχεία από την Iερά Γραφή, τους Πατέρες της Ανατολικής Εκκλησίας και τη «Φιλοκαλία». O ικανός αναγνώστης, για να διατυπώσει μια εμπεριστατωμένη γνώμη, θα έπρεπε να ξέρει καλά αυτά τα έργα. Αφού αποκλείεται να επιδοθώ σε μια έστω και πρόχειρη «διακειμενική» ανάγνωση του έργου του Π. Λιαλιάτση, θα περιοριστώ στην υποκειμενική και αναγκαστικά επιφανειακή προσέγγιση ενός απλού αναγνώστη.

Tο πρώτο που μου κάνει εντύπωση είναι η συνύπαρξη στο έργο του Λιαλιάτση φαινομενικά αντιφατικών στοιχείων. O ποιητής παραδέχεται και χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά τη γοητεία της ελληνικής γλώσσας και συγχρόνως ελέγχει αυστηρά τη λεκτική πλημμύρα που απειλεί τους λάτρεις αυτής της καθαυτού ποιητικής γλώσσας. Eλευθερώνει τον στίχο από τη ρίμα και τα παραδοσιακά μέτρα, αλλά δίνει σε κάθε ποίημα τον δικό του ρυθμό. Εστιάζει την προσοχή του σε συγκεκριμένες στιγμές (στιγμιότυπα) της πνευματικής ζωής και ταυτόχρονα διηγείται μικρές ιστορίες, που αν τις διαβάσουμε στη συνέχεια, αποτελούν το «μυθιστόρημα μιας ψυχής»(βλ. το ποίημα «Εωσφόρος» και άλλα).

Όλες αυτές οι φαινομενικές αντιφάσεις προέρχονται, νομίζω, από τη φύση της χριστιανικής ποίησης που καλλιεργείται από τον Λιαλιάτση. Πολιτισμικά ο χριστιανισμός βρίσκεται στο σταυροδρόμι διάφορων γλωσσών και παραδόσεων. Αυτό φαίνεται στην ποιητική γλώσσα που χρησιμοποιείται από τον Λιαλιάτση. Βέβαια η ελληνική παράδοση υπερισχύει παντού, όχι μόνο ως κληρονομιά του εξελληνισμένου πρώτου χριστιανισμού, αλλά και ως συνδυασμός χριστιανισμού και ειδωλολατρίας. Mερικές φορές, στο λεξιλόγιο της Παλαιάς Διαθήκης που χρησιμοποιείται συχνά, ακούγονται και μακρινοί απόηχοι της σημιτικής γλώσσας που μιλούσε ο Iησούς. Oι υπερευαίσθητες κεραίες του ποιητή πιάνουν και την ειδική γοητεία λέξεων όπως Xερουβείμ, Pαάβ, Iεριχώ, Xαναάν, Ραβουνί. O Λιαλιάτσης μιμείται με ευχαρίστηση το βιβλικό ύφος και υιοθετεί την εβραϊκή σύνταξη των O΄: «Kαι εγένετο πάλι χάος/επί του προσώπου της γης».

Ένας χριστιανός ποιητής μπορεί να μας παρουσιάσει τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής και της συνοδοιπορίας μας με τον Εσταυρωμένο ή τις πολύπλευρες κοινωνικές και πολιτικές εφαρμογές του ευαγγελικού μηνύματος κοκ. O Λιαλιάτσης είναι μόνο ο ποιητής του μυστικισμού. Aυτή είναι η μεγαλύτερη πρωτοτυπία και η μοναδική αξία του. Δεν ικανοποιείται με τις κοσμικές πλευρές του χριστιανισμού. Πάει αμέσως στην ουσία –και στα πιο δύσκολα και τα πιο απαιτητικά στοιχεία της χριστιανικής ζωής– στην προσωπική «ερωτική» σχέση του πιστού με τον Θεό του. Με αυτήν την προοπτική τίθεται πρώτα πρώτα το πρόβλημα της νομιμότητας της ποίησης ως μέσου επικοινωνίας με τον Θεό.

Oι απαντήσεις του ποιητή σ’ αυτό το ερώτημα ποικίλλουν. Mια φορά, απαντώντας στην ειρωνική παρατήρηση ενός μοναχού, ο ποιητής ισχυρίζεται πως η ποίηση «είναι η μονακριβή του Θεού». Aλλού, όμως, διαπιστώνει την κατωτερότητα του ποιητικού λόγου μπροστά στην άμεση μυστική επαφή με τον Θεό. H ποίηση γεννιέται από την αποτυχία του μυστικού εγχειρήματος. «H σιωπή μου σ’ έστεψε ποιητή», λέει ο Θεός. Αντίθετα, όταν επιτέλους επιτευχθεί η μυστική έκσταση, η ποίηση με τις απλές ανθρώπινες λέξεις της δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα: «Tώρα βουλιάζουν οι λέξεις (…) βλέπω εσένα». Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε πως η ποίηση είναι μια εκλεπτυσμένη μορφή προσευχής· αλλά αυτή η εντρύφηση στις λέξεις έχει κάτι φιλάρεσκο και κοσμικό, που μπορεί να δυσαρεστήσει τον Θεό: «O Iησούς δεν διαβάζει τους στίχους μου», παραπονιέται ο ποιητής.

 

Eσωτερικό δράμα

 

Aυτές οι πρώτες παρατηρήσεις μας επιτρέπουν, νομίζω, να καταλάβουμε το εσωτερικό δράμα που είναι το κύριο θέμα της ποίησης του Λιαλιάτση. H ποίησή του κινείται στον ενδιάμεσο χώρο, ανάμεσα στην απιστία και τη χαρούμενη και ανείπωτη συνάντηση με τον Θεό. Aκόμη και η αμφιβολία επιτρέπει κάποια επαφή με το θείον ή με την Aγάπη. Έτσι κάθε ποίημα είναι και μια καινούργια περιπέτεια της ψυχής στην αναζήτηση του Θεού. O ποιητής δεν παρουσιάζει αφηρημένα ή φιλοσοφικά τα εμπόδια που εμφανίζονται στον δρόμο του προς τον Θεό.

Γι’ αυτόν αυτά τα εμπόδια αποτελούν κάτι συγκεκριμένο, τον Φράχτη – που δίνει τον τίτλο στην πρώτη συλλογή του βιβλίου. H ανθρώπινη φύση δεν επιτρέπει την υπέρβαση αυτού του εμποδίου. Yπάρχει όμως μια ανθρώπινη εμπειρία που δίνει την εντύπωση –την ψευδαίσθηση;– μιας απόλυτης ένωσης με τον Άλλο, ο Έρωτας. Έτσι στη διαλεκτική της ποίησης του Π.Λ., δίπλα στην Aγάπη και τη Σιωπή, υπάρχει και η Γυναίκα. Σ’ αυτή τη μυστική οικονομία η Γυναίκα είναι μια αμφίσημη έννοια. Aνάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να μας βοηθάει να πλησιάσουμε τον Θεό ή, σαν μια σαγηνεύτρια Eλένη, να μας απομακρύνει απ’ Aυτόν.

 

Πόρτες στην ομορφιά

 

Aλλ’ ίσως δεν είναι απαραίτητο να έχουμε εμβαθύνει στην ποιητική θεολογία ή τη θεολογική ποίηση του Λιαλιάτση για να απολαμβάνουμε τα ποιήματά του. Aρκεί να μας αρέσουν οι ωραίοι στίχοι. Διαβάζοντας τον ποιητή μπορούμε να κάνουμε μια πλούσια συγκομιδή αρμονικών στίχων που θέλγουν τα αυτιά μας και μας ανοίγουν τις πόρτες ενός άλλου κόσμου, του κόσμου της ομορφιάς.

Read Full Post »

Νανοπούλου Ελένη


 

Ελένη Νανοπούλου

Σκηνογράφος – ενδυματολόγος και ποιήτρια, η Ελένη Νανοπούλου γεννήθηκε στο Άργος. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της στο Τμήμα Οπτικής, σπούδασε Σκηνογραφία – Ενδυματολογία στη Σχολή του Λυκ. Σταυράκου και εργάζεται στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Στην επαγγελματική της διαδρομή έχει συμμετοχές ως σκηνογράφος – ενδυματολόγος σε κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και θεατρικές παραστάσεις.

Είχε επίσης τη σκηνική επιμέλεια θεατρικής παιδικής σκηνής και σκηνικών σε θεατρικά έργα, τηλεοπτικές ενημερωτικές και πολιτιστικές εκπομπές, παράλληλα και διαφημιστικών εταιρειών, καθώς και την ενδυματολογική επιμέλεια σε γνωστές τηλεοπτικές παραγωγές. Έχει κάνει κουστούμια για το θέατρο και την τηλεόραση.

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:

  • «Ολόγραμμα» (Δρόμων, 2009).
  • «Η μνήμη των γυμνών λέξεων» (Δρόμων, 2011).
  • «Ποιήματα», Δίγλωσση έκδοση, Ελληνικά – Ισπανικά (Ενδυμίων, 2012).
  • «Ενδεχόμενα απογεύματος», (Ενδυμίων, 2014).
  • «Πιπέρι ή έστω κάτι να καίει», (Ενδυμίων, 2017).
  • «55 Τετραγωνικά ενήλικης ζωής», (Ενδυμίων 2018).
  • Συμμετοχή σε συλλογικά έργα: «Ανθολογία ποιητών 2015-2017», (24 γράμματα 2018).

 

«Ολόγραμμα»

¨κάθε βράδυ γυρίζοντας
θ’ ανοίγω τις παλιές φθαρμένες ιστορίες
να μην κλαίν
που κάθομαι εγώ αντίκρυ σου
και πίνω αθανασία την ανταύγεια σου¨

  

Στην πρώτη της συλλογή, η Ελένη Νανοπούλου επιδίδεται σ’ ένα διαρκές παιχνίδι με το παρόν και το καλά κρυμμένο παρελθόν για ν’ αποδείξει στην ίδια και στον αναγνώστη πως, όταν το μυθικό εμπλέκεται με την τρέχουσα πραγματικότητα, οι λέξεις έρχονται να υπερασπιστούν τις επιλογές που υιοθετεί ο άνθρωπος. Με έναν διάχυτο ερωτισμό που περιβάλλεται από ένα πανταχού παρόν Εσύ, η Νανοπούλου ανατρέχει στη μνήμη για να εξηγήσει το τρέχον. Κι όλα αυτά, έχοντας διαρκώς κατά νου πως το ποιητικό Εγώ δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του, αφού συνεχώς αναδημιουργείται από ένα Άλλο.

Με μια δομή που παλεύει ανάμεσα στην αυτονομία και την αναντίρρητη σύζευξη των ποιημάτων, η Νανοπούλου ταλαντεύεται μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού, ίσως και μεταφυσικού, οδηγώντας μας σ’ έναν δρόμο παράδοξο όπου το τέλος του δεν έρχεται με τον έμμονο, θα ’λεγε κανείς, λυρισμό και την επίμονη καλλιέπεια, αλλά με μιαν εικονοποιία που προσπαθεί να επιβληθεί σαν προσευχή ή σαν ικεσία προς ένα Εσύ που άλλοτε παρουσιάζεται ως δυνάστης και άλλοτε ως απελευθερωτής απ’ τους δύσκολους καιρούς.

Αν πολλές φορές ο υπερβολικός τόνος που επικρατεί σε σημεία στη συλλογή δημιουργεί μιαν αντιληπτική σύγχυση, είναι γιατί η ποιήτρια επέλεξε ένα ποιητικό ιδίωμα που θέλει να χαρακτηριστεί από μιαν ορμή. Το αποτέλεσμα αυτής της ορμής μένει να φανεί πώς θα διατηρηθεί. Και βέβαια, μένει να φανεί πώς η ποιήτρια θα συναγωνιστεί με το ίδιο της το έργο στο μέλλον. (Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Εντευκτήριο», τ. 87, Οκτώβρης-Δεκέμβρης 2009). 

 

«Η μνήμη των γυμνών λέξεων»

 

Να ξεδιψάσω
ένα φθινόπωρο
χωρίς σώμα
χωρίς διάλειμμα

ετσι ν’ ακούς τις επιθυμίες
θα σε κοιτάζουν σπάζοντας
που κάποτε αγάπησες

                                                                                                    

 

η μνήμη των γυμνών λέξεων

Η δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Η μνήμη των γυμνών λέξεων» κυκλοφορεί το 2011 από τις εκδόσεις «Δρόμων». Ασπάζεται τις ιδέες του Πυθαγόρα για τα τρία επίπεδα της ανθρώπινης γλώσσας, ο οποίος θεωρεί σαν πρώτο επίπεδο την ομιλία, στη συνέχεια τη σύνδεση που έχει η λέξη με την έννοια που εσωκλείει μέσα της και σαν τρίτο επίπεδο τον ισχυρισμό ότι κάθε γράμμα έχει μια αριθμητική αξία και ένα μουσικό τόνο. Με αυτό τον τρόπο συνειδητοποιεί ότι την ποίηση δεν την «αγγίζουμε» μόνο με το νου μας.

Αν κλείσουμε τα μάτια και αφεθούμε στο άκουσμα των λέξεων που μιλούν με νότες θα κάνουμε κάθε φορά διαφορετικό ταξίδι. Άλλωστε για την ποιήτρια η Μνήμη είναι ένα ταξίδι στους τόπους, στις εποχές, στα πρόσωπα και στις δράσεις. Αν κάποιος χάσει τη Μνήμη είναι ένα σώμα χωρίς ιστορία. Το ίδιο συμβαίνει και με τη Μνήμη των λέξεων. Εξάλλου τι είναι μια λέξη χωρίς μνήμη; Η Μνήμη ξέρει να ξυπνά τις αισθήσεις, έχει αλήθειες αλλά θέλει κουράγιο και προσοχή.

Και οι λέξεις από την μεριά τους «συλλέγουν τα χρώματα της γλώσσας» και «αντέχουν τη σιωπή μέσα τους». Κάποιες λέξεις χάνονται, άλλες μας ξυπνούν και μας φωτίζουν «μα όλες είναι εδώ και ζουν σαν από αιώνες». Μόνο λοιπόν αν γνωρίσουμε τη δύναμη των λέξεων μπορούμε να δούμε ότι κάθε λέξη κρύβει έναν ήχο και ένα νόημα.

 

«Ποιήματα»

 

Το 2012 η συλλογή της με τίτλο «Ποιήματα/Poemas» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ενδυμίων». Πρόκειται για μια δίγλωσση ποιητική συλλογή στα Ελληνικά και στα Ισπανικά, σε μετάφραση του Mario Dominguez Parra, η οποία περιλαμβάνει ποιήματα και από τις δύο συλλογές «Ολόγραμμα» και «Μνήμη των γυμνών λέξεων».

 

«Ενδεχόμενα απογεύματος»

 

Η ποιητική της συλλογή «Ενδεχόμενα απογεύματος» κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις «Ενδυμίων». Στα ποιήματά της μιλάει για τις ανθρώπινες σχέσεις που μερικές φορές περιέχουν μία μουσικότητα και άλλες πάλι μία τραγικότητα. Το ζήτημα είναι κατά πόσο αντέχουμε.

Σημασία έχει να είμαστε αληθινοί στους εαυτούς μας, να αφηνόμαστε και να βιώνουμε όλα τα συναισθήματα. Αναφέρεται στο συναίσθημα του φόβου «να μη φοβάσαι, να μη φοβάσαι πολλαπλά, όταν φοβάσαι δυναμώνει ο φόβος, τίποτα να μη φοβάσαι κι ας λείπουν όλα και όλοι» γιατί όλα είναι μέσα μας, είναι γύρω μας, είναι παντού. Καθώς και στο συναίσθημα του πόνου «ο πόνος όμως είναι λύτρωση, γιατί μόνο μετά τη βίωση του πόνου έρχεται η βίωση της ευχαρίστησης».

 

Ενδεχόμενα απογεύματος

 

Μέσα από τους στίχους της η Ελένη Νανοπούλου μας ταξιδεύει στην ιστορία, στο πόσο σημαντικό είναι να τη βλέπουμε καθαρά για να μη κάνουμε τα ίδια λάθη. Να ξέρουμε τί δεν μας κάνει περήφανους, «να μπορούμε να ξεχωρίζουμε τους νεκρούς από τους δήμιους και να μη σκύβουμε στην εξουσία». Γιατί μόνο έτσι μπορούμε να είμαστε αλληλέγγυοι και να αγωνιζόμαστε για την ελευθερία μας και τα ανθρώπινα δικαιώματά μας.

 

«Πιπέρι ή έστω κάτι να καίει»

 

Πιπέρι ή έστω κάτι να καίει

Η Ελένη Νανοπούλου προσέρχεται στη γραφή με λεκτικό χάρισμα και αποχρώντα λόγο. Ενώ στις προηγούμενες συλλογές της άφηνε τις λέξεις στη μυστικότητα των πολλαπλών σημασιών τους για να ψαρέψουν βιώματα του αναγνώστη, εδώ, αναλαμβάνει στοιχεία του βίου της με τρόπο εξομολογητικό. Αποφάσισε πως ο βίος της μπορεί να μιληθεί κάνοντας το προσωπικό περιστατικό δυνατότητα κοινωνίας.

Σπάνια έχουμε την ευκαιρία να μπορούμε να πούμε ότι μια γραφή ωριμάζει. Αυτό συμβαίνει εδώ. Η Ελένη Νανοπούλου βάζει προϋποθέσεις για να γίνει μια από τις πιο ευδιάκριτες γραφές της γυναικείας ποίησης του καιρού μας. Τολμάει. και καθένας που τολμάει μας προσκαλεί σε κάτι ενδιαφέρον.

 

 

«55 Τετραγωνικά ενήλικης ζωής»

 

55 Τετραγωνικά ενήλικης ζωής

 

 «Τελευταία βουίζει το κεφάλι μου, μουδιάζουν τα δάκτυλα μου, όλο και κάποιο ισχίο πονάει, ο λαιμός ξεραίνεται, οι ρίζες ασπρίζουν, ακούω ζαμπόν αντί για Ξενοφών, κλαίω σε όλες τις κηδείες κι ας μην ξέρω τους συγχωρεμένους, επίσης σε όλες σχεδόν τις ταινίες, θυμάμαι τις μυρωδιές του πατρικού κι αρχίζω να φτιάχνω όλα τα γλυκά του κουταλιού της κάθε εποχής κι ας μην τα τρώω, έχω γίνει σαν την μάνα μου που φώναζε κλείσε την πόρτα μπαίνουν μύγες, αρχίζω να γράφω σημειώσεις όπως 12:00 μαγείρεμα 13:30 να μην ξεχάσω-μαγείρεψα! 18:00 καφέ-τάβλι με τον Νίκο 20:30 να πάρω τον Δημήτρη και τον Ορέστη από το αεροδρόμιο…»

 

Read Full Post »

Τρικούπης Σπυρίδων ( 1788- 1873)


 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γύρω στα 1860.

Πρωτότοκος γιος του Ιωάννη Τρικούπη και της Αλεξάνδρας Παλαμά. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1788 και πέθανε στην Αθήνα το 1873. Αποτελεί σπουδαία και πολυμερή φυσιογνωμία πολιτικού, λόγιου, ρήτορα και ιστοριογράφου της Ελληνικής Επανάστασης. Υπήρξε ο πρώτος Πρωθυπουργός του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Μαθήτευσε στην ακμάζουσα σχολή των Παλαμάδων* που λειτουργούσε στο Μεσολόγγι, ύστερα πήγε στην Πάτρα, όπου έμαθε Ιταλικά, Αγγλικά και Γαλλικά και προσελήφθη ως υπάλληλος του εκεί αγγλικού προξενείου. Από τη θέση αυτή απέκτησε πολλές και καλές σχέσεις αλλά και αξιόλογη τριβή με τα πολιτικά πράγματα. Σχετίσθηκε με τον φιλέλληνα Άγγλο λόρδο Guilford, έγινε γραμματέας του και εστάλη ως υπότροφος του στη Ρώμη και σε άλλα κέντρα της Ευρώπης για ανώτερες σπουδές, ενώ προοριζόταν για τη θέση του εφόρου και οργανωτή της υπό του Γκύλφορδ ιδρυθείσας στην Κέρκυρα Ιονίου Ακαδημίας. Η οικειότητα που είχε με τον Γκύλφορδ έδωσε την ευκαιρία στον Τρικούπη να γνωρίσει πολλούς επιφανείς άνδρες, κυρίως Άγγλους, μεταξύ των οποίων και τον Γεώργιο Κάνινγγ του οποίου ο φιλελληνισμός τον είχε βαθύτατα συγκινήσει.

Ενώ ετοιμαζόταν για την Ιόνιο Ακαδημία, τράβηξε το ενδιαφέρον του η Επανάσταση του 1821, προς την οποία ο Τρικούπης αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις. Μετέχοντας με τον πατέρα του στην εκστρατεία του Μαυροκορδάτου το 1822, πήγαινε όπου τον καλούσαν οι ανάγκες τις πατρίδας, στην Τρίπολη, τη Ζάκυνθο, την Κέρκυρα, το Μεσολόγγι και πάλι στην Τρίπολη, όπου είχε και την έδρα της η διοίκηση.

Η επιφανής Οικογένεια Τρικούπη, προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στον Αγώνα και κυρίως στην γενέτειρά της πόλη, το Μεσολόγγι.  Κατά την περίφημη έξοδο της 10ης Απριλίου ο στρατιωτικός Κωνσταντίνος Τρικούπης έπεσε νεκρός από σφαίρα ενώ ο Σπυρίδων Τρικούπης, κατέφυγε στο Ναύπλιο. Εγκαταστάθηκε στο χωριό Αβδίμπεη, το οποίο είχε αγοράσει και εκεί παρέμεινε για πέντε χρόνια. 

Από το 1824 εκλεγόμενος συνεχώς βουλευτής και πληρεξούσιος του Μεσολογγίου, έγινε το 1826 μέλος της προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης και εξακολούθησε καθ’ όλο τον Αγώνα να μετέχει στην πρώτη γραμμή της πολιτικής κίνησης, κατέληξε ένας από τους σπουδαιότερους άνδρες του έθνους, οι οποίοι διηύθυναν και τα εσωτερικά, αλλά ιδίως τα εξωτερικά ζητήματα της κρίσιμης και ιστορικής εκείνης εποχής.

Ο Τρικούπης παντρεύτηκε το 1826 την Αικατερίνη Μαυροκορδάτου ( Κων/πολη 1800- Αίγινα 1871), αδελφή του Αλέξανδρου, με την οποία απέκτησαν έξι παιδιά, από τα οποία δύο θα πεθάνουν σε βρεφική ηλικία και δύο, η Αγλαΐα** και ο Όθων,*** σε εφηβική. Θα επιζήσουν ο Χαρίλαος (1832- 1896), μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, και η Σοφία (1838-1916).             

Επί Καποδίστρια, διορίσθηκε γενικός γραμματέας της επικράτειας και συνεργάσθηκε κατ’ αρχήν αρμονικά με τον Κυβερνήτη, διαφώνησε όμως αργότερα ως προς την εσωτερική πολιτική αυτού και αφού παραιτήθηκε, δέχτηκε να διατηρήσει – την χάρη σ’ αυτόν- ιδρυθείσα θέση του γραμματέα της Επικράτειας επί των Εξωτερικών υποθέσεων.

Το 1829, αφού πούλησε τις ιδιοκτησίες του στο χωριό Αβδίμπεη, έκτισε δύο οικίες. Μία στο Ναύπλιο και μία στο Άργος, όπου και εγκαταστάθηκε. Εκεί, είχε τότε συγκεντρωθεί ο πυρήνας της κατά του Κυβερνήτη αντιπολίτευσης, της οποίας επιφανές μέλος ήταν και ο Σπυρίδων Τρικούπης. 

Στο Άργος τότε είχαν μετακομίσει ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Νέγρης, ο Πωλυζωΐδης, ο Ιατρού κ.α. που πλαισίωναν και στήριζαν την πολιτική του Τρικούπη. Κατόπιν νέων έντονων διαφωνιών για τα μέτρα που εφαρμόζονταν από τον Κυβερνήτη και ιδίως για τις περί των πληρεξουσίων αντιλήψεις του, παραιτήθηκε και από τη θέση του πληρεξουσίου Μεσολογγίου και από τη θέση του στη γραμματεία των Εξωτερικών Υποθέσεων.

Ο Καποδίστριας, πληροφορηθείς τις ύποπτες συναθροίσεις στο Άργος, που τον ενοχλούσαν έντονα, αποφάσισε να διαλύσει το συνωμοτικό αυτό κέντρο. Απέστειλε λοιπόν τον αρχηγό του Ιππικού Δημήτριο Καλλέργη με ισχυρή στρατιωτική δύναμη και με την διαταγή να διαλύσει την αντιπολιτευτική αυτή ομάδα και να εξορίσει από την πόλη τους δύο αρχηγούς της κίνησης, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Σπυρίδωνα Τρικούπη.

Ο Καλλέργης ενημέρωσε τον Τρικούπη, ο οποίος υπακούοντας στην διαταγή και μη έχοντας άλλη επιλογή, αναγκάσθηκε να καταφύγει μαζί με τον Μαυροκορδάτο αλλά και άλλους  αντιπολιτευόμενους αρχικά στην Μήλο. Μετά από ένα μήνα όμως μετέβη στην Ύδρα όπου υπήρχε άλλο αντιπολιτευτικό κέντρο, υπό τον Κουντουριώτη.  Στο Ναύπλιο επέστρεψε μετά το φόνο του Κυβερνήτη και ανέλαβε πρωτεύοντα ρόλο στα κυβερνητικά πράγματα. Έγινε υπουργός των Εξωτερικών και διηύθυνε τις διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην εκλογή του βασιλιά Όθωνα.

Κατά την αντιβασιλεία (1833) διορίσθηκε πρωθυπουργός και υπουργός των Εξωτερικών και Εκκλησιαστικών, αλλά επειδή ήταν εμπόδιο στις απολυταρχικές διαθέσεις των Βαυαρών, διορίσθηκε (1834-1837) πρέσβης στο Λονδίνο, όπου νέες και μεγάλες υπηρεσίες προσέφερε προς την πατρίδα, απολαμβάνοντας μεγάλη εμπιστοσύνη και υπόληψη εκ μέρους των Άγγλων, ιδίως δε από το λόρδο Πάλμερστον ο οποίος ασκούσε μεγάλη επιρροή στα πράγματα της Ανατολής.  

Ακριβώς λόγω των εξαιρετικών τιμών με τις οποίες τον περιέβαλε η Αγγλική κυβέρνηση, περιέπεσε στη δυσμένεια του Όθωνα και απομακρύνθηκε το 1838 από τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο, στην οποία επανήλθε το 1841. Παρέμεινε μέχρι την κατάργηση των πρεσβειών το 1843, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα και μετέχοντας στην εθνοσυνέλευση συνετέλεσε αρχικά στην ψήφιση του Συντάγματος και διορίσθηκε υπουργός των Εξωτερικών και της Παιδείας της πρώτης κυβέρνησης που συγκροτήθηκε υπό τον Μαυροκορδάτο προς εφαρμογή του Συντάγματος.

Όταν ανατράπηκε αυτή, ο Τρικούπης ως γερουσιαστής και αντιπρόεδρος της γερουσίας επί πενταετία (1844 – 1849), διηύθυνε την αντιπολίτευση του λεγόμενου αγγλικού κόμματος, από το οποίο όμως έφυγε όταν έδειξε αυτό στασιαστικές διαθέσεις και ήρθε σε ρήξη και με τον πρέσβη της Αγγλίας Λάϋονς και με τον αδελφό της γυναίκας του και παλιό του συνεργάτη το Μαυροκορδάτο. Υποστήριξε την κυβέρνηση του Γ. Κουντουριώτη και συνέδραμε πατριωτικά τον Όθωνα σ’ αυτή την περίσταση.

Τήρησε απόλυτη ανεξαρτησία και αντιτάχθηκε σε άλλες μετέπειτα εκδηλωθείσες αυθαιρεσίες του βασιλιά, τάχθηκε στο πλευρό του κατά τα Παρκερικά, οπότε αγωνίσθηκε σθεναρά και στη γερουσία και στο Παρίσι, όπου εστάλη για να αποκρούσει την ανελεύθερη ξενική επέμβαση (1850).

Όταν έγινε η ανασύσταση των Πρεσβειών το 1849, ο Τρικούπης επανήλθε ως πρέσβης στο Λονδίνο, όπου διαφωτίζοντας την αγγλική δημόσια γνώμη για τα ελληνικά πράγματα, καλλιέργησε την ιδέα της παραχώρησης της Επτανήσου στην Ελλάδα, εξυπηρετώντας εν γένει την εθνική πολιτική. Συγχρόνως δε συγγράφοντας την «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», διέμεινε μέχρι το 1862, οπότε για λόγους υγείας εγκατέλειψε εκουσίως τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα σε μια εποχή μεγάλων πολιτικών ανωμαλιών.

Με τη μεταπολίτευση και την ένωση της Επτανήσου τερματίζεται το πολιτικό στάδιο του επίλεκτου άνδρα, ο οποίος δεν έπαψε και ως ιδιώτης να παρέχει πολύτιμες γνώμες και συμβουλές σε όσους νεώτερους πολιτευόμενους τις επικαλούντο για σπουδαία και γενικά πολιτικά ζητήματα μέχρι το θάνατό του, το 1873.

Ο Τρικούπης, τον οποίο χαρακτήριζε γνήσια και άδηλη φιλοπατρία, ανεξαρτησία φρονήματος και παρρησία γνώμης, ειλικρινής σεβασμός προς τους νόμους και προς τη θέληση του ένθους, θερμή αγάπη προς τους φιλελεύθερους θεσμούς και διπλωματική ευφυΐα, διαλλακτικότητα και αποστροφή προς τα βίαια μέτρα και τις κομματικές διαμάχες, αποτελεί υπόδειγμα πολιτικού ανδρός, που εργάσθηκε περισσότερο από κάθε άλλον στην αποκατάσταση της ελευθερίας και στη παγίωση της τάξης, κατά την πρώτη, την ασταθή και πολυτάραχη περίοδο της πολιτικής ζωής της χώρας.

Αλλά, πλην των πολιτικών είχε και φιλολογικές αρετές μεγάλες και σπάνιες ο Τρικούπης. Θούρια όπως «ο καιρός αδελφοί της ελευθερίας φθάνει», τραγούδια όπως «Ο Δήμος» και η «Λίμνη του Μεσολογγίου» και άλλα δείχνουν την ποιητική διάθεση και φαντασία του, ο οποίος συν τοις άλλοις, υπήρξε ένας από τους πρώτους λάτρεις και θαυμαστές της δημοτικής ποίησης.

Σ’ αυτόν χρωστάει το έθνος τον Σολωμό, γιατί αυτός τον έπεισε να γράφει τα ποιήματά του αντί της Ιταλικής, στην ελληνική και μάλιστα στη δημοτική γλώσσα, της οποίας τον χειρισμό δίδαξε στο μεγάλο της νεώτερης Ελλάδας ποιητή και της οποίας τη χάρη και την αξία διέκρινε έκτοτε, καταπολεμώντας την τάση της επικράτησης της καθαρεύουσας, προς την οποία όμως – όπως ο ίδιος ομολογεί – αθέλητα παρασύρεται.

Η ευγλωττία του και το μέγα ρητορικό του τάλαντο είχαν αναδείξει τον Τρικούπη εθνικό ρήτορα του Αγώνα. Αυτός νεκρολόγησε τον Καραϊσκάκη, τον Άστιγγα, τον Ανδρέα Ζαΐμη, τον Πετρόμπεη, τον Νοταρά, ο δε περίφημος εκείνος επικήδειος του στο Βύρωνα (1824) έγινε γνωστός στα πέρατα του κόσμου. Αυτός πανηγύρισε τις νίκες του Καφηρέα, της Αράχωβας, του Ναυαρίνου, την ανάκτηση του Μεσολογγίου, επωφελούμενος δε από την αμνηστία του 1825 εξεφώνησε τον εμπνευσμένο «περί ομονοίας» λόγο.

Οι ρητορικοί λόγοι του Τρικούπη (β’ εκδ. Αθήνα 1862) εκ των οποίων οι περισσότεροι αυτοσχέδιοι, αποτελούν απαράμιλλα μνημεία της νεοελληνικής ρητορικής λογοτεχνίας. Το σπουδαιότερο όμως έργο του Τρικούπη είναι η τετράτομος «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1856. Αν και δεν την χαρακτηρίζει μεγάλη κριτική δύναμη, την χαρακτηρίζει όμως σαφήνεια και γλαφυρότητα έκφρασης και ευσυνείδητη προσπάθεια του συγγραφέα να ιστορήσει με αλήθεια και ακρίβεια πράγματα, πρόσωπα και γεγονότα της Επανάστασης, όπως αυτός που ήταν αυτόπτης τα είδε και τα γνώρισε.

 

Υποσημειώσεις


 

* Παλαμαία σχολή. Ιδρύθηκε το 1760 από τον Παναγιώτη Παλαμά και αρχικά το συντηρούσε η κοινότητα του Μεσολογγίου. Στη συνέχεια μετονομάστηκε Μεσολλογγίτις Ακαδημία. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης λειτουργούσε κανονικά, με εξαίρεση την περίοδο 1825-29. Η σχολή στεγαζόταν στο σπίτι των Παλαμάδων. Το 1825 καταστράφηκε από τις οβίδες των Τούρκων και επαναλειτούργησε το 1829 με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια. Η σχολή απέκτησε στα χρόνια της τουρκοκρατίας αλλά και στα μεταεπαναστατικά χρόνια μεγάλη φήμη και έφτασε να αριθμεί 300 μαθητές. Από τη σχολή αυτή αποφοίτησαν μεγάλες μορφές των γραμμάτων όπως οι: Κωστής Παλαμάς, Δροσίνης, Μαλακάσης, Γκόλφης κ.α.

** Αγλαΐα Τρικούπη. Γεννημένη στο Άργος το 1830, μετά τον θάνατο δύο βρεφών, η Αγλαΐα ήταν η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας και διακρινόταν για την εξυπνάδα της. Ιδιαίτερα μελετηρή, αποτελούσε παράδειγμα όχι μόνο για τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας Τρικούπη, αλλά και για τα εξαδέλφια της, τα παιδιά των Μαυροκορδάτων. Θα πεθάνει σε ηλικία δώδεκα ετών, το καλοκαίρι του 1842, στο Λονδίνο, όπου ζούσε τότε η οικογένεια. Η Αγλαΐα θα ταφεί στην ελληνική πτέρυγα του νεκροταφείου του West Norwood, όπου σώζεται ο απέριττος τάφος της.

*** Το αγγελτήριο του θανάτου του γιου τους Όθωνα, που πέθανε στην Αθήνα το 1844 μετά από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία έντεκα ετών.

 Ο υπεραγάπητος ημών υιός Όθων Τρικούπης, ενδεκαετής την ηλικίαν, ετελεύτησε χθές περί την 11 ώραν της νυκτός μετά οκταήμερον οδυνηράν νόσον, αρπαχθείς προ ώρας παρά του αδυσωπήτου θανάτου από τον πατρικών και μητρικών αγκαλών, και αφήκεν εις τους γονείς λύπην απαρηγόρητον διά τα φυσικά αυτού προτερήματα. Οι κατατεθλιμμένοι γονείς, αναγγέλλοντας εις πάντας τους συγγενείς και φίλους και γνωρίμους την οδυνηράν ταύτην είδησιν, παρακαλούσιν αυτούς, να συνοδεύσωσι τον νεκρόν κηδευόμενον αύριον, πέμπτην του Νοεβρίου, την 10ην ώρα π.μ.

Σ. Τρικούπης

  

Πηγές


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Γεώργιος Τσοκόπουλος, «Χαρίλαος Τρικούπης», Εκδοτικόν Κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, Εν Αθήναις, 1896.
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

                                                                                                            

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »