Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘1821’

Διάλεξη του καθηγητή Roderick Beaton (κατόχου Έδρας Κοραή στο  Kings College του Πανεπιστήμιου του Λονδίνου)


 

Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος του Πανεπιστημίου Harvard και ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας ανακοινώνουν ότι ο διαπρεπής Καθηγητής Roderick Beaton θα φιλοξενηθεί το Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016 και ώρα 7 μ.μ. στο Ναύπλιο και θα δώσει διάλεξη  στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών με τίτλο: Ήταν «μνημονιακός» ο Λόρδος Μπάιρον; Η πραγματική συμβολή του Άγγλου ποιητή στον Αγώνα του 1821.

Η διάλεξη θα δοθεί στα ελληνικά και θα λάβει χώρα στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών Ελλάδας στο Ναύπλιο.

 

Λόρδος Μπάιρον

Λόρδος Μπάιρον

 

Roderick Beaton

Ο Roderick Beaton γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Εδιμβούργο. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, από το οποίο έλαβε διδακτορικό δίπλωμα στη Νεοελληνική Φιλολογία. Από το 1988 έως τη συνταξιοδότησή του κατείχε την έδρα Κοραή του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών στο King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.

Μεταξύ άλλων, κυκλοφορούν στα ελληνικά τα βιβλία του:  Εισαγωγή στη Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία (Νεφέλη 1996), Γιώργος Σεφέρης: Περιμένοντας τον άγγελο (Ωκεανίδα2003), Η ιδέα του έθνους στην ελληνική λογοτεχνία (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2015), Ο πόλεμος του Μπάιρον: Ρομαντική εξέγερση, Ελληνική επανάσταση (Πατάκης 2015).

Περίληψη της διάλεξης:

Πώς επηρέασε η παρέμβαση του διάσημου Λόρδου Μπάιρον στην Επανάσταση, την πορεία της ιστορίας της Ελλάδας; Και γιατί έχει σημασία ακόμα και σήμερα;

Πέρα από τους γνωστούς μύθους γύρω από το πρόσωπο και τη ρομαντική αυτοθυσία του ποιητή, η ομιλία εξετάζει τα πραγματικά κίνητρα που ώθησαν τον Μπάιρον προς τον ελληνικό Αγώνα και την πραγματική (και πραγματιστική) πολιτική του όταν έφτασε στο Μεσολόγγι στα τέλη του 1823.

Προτείνεται ότι η νηφάλια πολιτική κρίση του Μπάιρον, οι επιλογές που έκανε και η τεράστια επίδραση που άσκησε η διασημότητα που είχε, συνέβαλαν πράγματι στην έκβαση της Επανάστασης. Η πραγματική σημασία της παρέμβασής του στον αγώνα των Ελλήνων δεν ήταν ούτε στρατιωτική ούτε απλά συμβολική. Ήταν πολιτική.

Read Full Post »

Προσπάθειες Διαδόσεως των Ιδεών του Saint- Simon και Πρακτικής των Εφαρμογής στον Ελλαδικό Χώρο 1825 – 1837. Χρήστος Μπαλόγλου. 


 

[…] Οι πρώτες προσπάθειες διαδόσεως των ιδεών του SaintSimon στον ελλαδικό χώρο χρονολογούνται από το 1825, έτος του θανάτου του, όπως μας πληροφορεί μια ανυπόγραφη βιογραφία του Γάλλου φιλοσόφου και οικονομολόγου, δημοσιευμένη το 1833, στην εφημερίδα Ήλιος του Ναυπλίου: « το όνομα του Σαινσιμώνος έφθασεν από τα 1825 εις την Ελλάδα αι νέαι ιδέαι του μας εξέπληττον». Επιπρόσθετα σημειώνεται ότι οι «μαθηταί του Saint-Simon, με γενειάδας μακράς ως οι αρχαίοι φιλόσοφοι διατρέχουν την Ελλάδα και υποκινούν έτι την περιέργειαν του κοινού».

Η πληροφορία αυτή του ανωνύμου ορθογράφου αξίζει να μελετηθεί συνδυαστικά με την περιγραφή που δίνει ο Γεώργιος Γαζής, Γραμματικός του Καραϊσκάκη, στο λήμμα «θηριάνθρωποι» στο Λεξικό της Ελληνικής Επαναστάσεως: «Εις τον καιρόν της Επαναστάσεως ήλθον και ήσαν πλήθος τοιούτων ανθρωπομόρφων θηρίων, και διά τούτο αναφέρομεν περί αυτών ενταύθα». Χαρακτηρίζει δε αυτούς «ως λιμπερτίνους και οντίτας». Η καταγραφή ενός όρου, αγνώστου και μη χρησιμοποιουμένου σήμερα, σ’ ένα Λεξικό θέλει να υποδηλώσει ότι ο όρος αυτός ήταν σε χρήση κατά την Επανάσταση και τα άτομα που περιγράφει δεν ήταν μια μικρή αριθμητική ομάδα. Η πληροφορία αυτή που παραδίδει ο Γ. Γαζής και δεν έχει αξιοποιηθεί, εξ’ όσων γνωρίζουμε, συστηματικά από τους ερευνητές, δεν κρίνεται από μόνη της επαρκής για να καταδείξει τον βαθμό διαδόσεως των ιδεών του Saint-Simon στην ελληνική επικράτεια. Αναφέρεται μόνον και μόνον, ότι οι ιδέες αυτών των ατόμων προκαλούσαν το κοινόν αίσθημα, χωρίς όμως να δίνεται περιγραφή των ιδεών αυτών.

Ενδιαφέρον αποτελείτο γεγονός, όπως επισημαίνει η Μαρία Μενεγάκη, ότι ο ίδιος ο Saint-Simon θα αναφερθεί εκτενώς στο πρώτο του έργο Επι­στολές ενός κατοίκου της Γενεύης στους συγχρόνους του, που αποστέλλει στον Πρώτο Ύπατο της Γαλλίας Ναπολέοντα Βοναπάρτη, στην θέση των Ελλήνων. Υπενθυμίζοντας ότι οι Έλληνες που βρίσκονταν κάτω από ασιατικό ζυγό αποτελούσαν μέρος του Ευρωπαϊκού λαού, προτρέπει τους Ευρωπαίους να συνασπισθούν για την απελευθέρωση τους: «Οι Ευρωπαίοι θα ενώσουν τις δυνάμεις τους και θα ελευθερώσουν τους αδελφούς τους Έλληνες από την κυριαρχία των Τούρκων». Όταν μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επα­ναστάσεως θα εκδηλωθεί το φιλελληνικό κίνημα στην Ευρώπη, ο Saint-Simon θα προσχωρήσει ανεπιφύλακτα α’ αυτό. Σε μια Ευρώπη, ενωμένη και ειρηνική, όπως την οραματίζεται, έχουν θέση και οι Έλληνες, «οι οποίοι δίκαια εξεγείρονται». Η εξέγερση αυτή του περιωνύμου για την καταγωγή και για τις συμφορές του λαού βρήκε «ευγενικές ψυχές να τον στηρίξουν, ποιητές να τον υμνήσουν, ζωγράφους που θα καθιερώσουν την ηρωική του αντίσταση και τις νικηφόρες ήττες του».

Αδαμάντιος Κοραής, Λιθογραφία (Smolki Muller;). Το επίγραμμα: Α. ΚΟΡΑΗΣ. ΕΛΛΑΣ, ΤΗΝ ΣΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΟΡΑΝ ΒΟΥΛΟΜΕΝΗ, ΣΟΥ ΜΗ ΔΙΔΟΝΤΟΣ, ΟΜΜΑΣΙΝ ΕΛΛΗΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΥΦΗΡΠΑΣΕ. αφιερώθη τοις έλλησι, Ala Palette de Rubens, Rue de Saine No 6, pres le pont des arts. Πηγή: Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία – ΕΙΕ.

Αδαμάντιος Κοραής, Λιθογραφία (Smolki Muller;).
Το επίγραμμα: Α. ΚΟΡΑΗΣ. ΕΛΛΑΣ, ΤΗΝ ΣΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΟΡΑΝ ΒΟΥΛΟΜΕΝΗ, ΣΟΥ ΜΗ ΔΙΔΟΝΤΟΣ, ΟΜΜΑΣΙΝ ΕΛΛΗΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΥΦΗΡΠΑΣΕ.
αφιερώθη τοις έλλησι, Ala Palette de Rubens, Rue de Saine No 6, pres le pont des arts. Πηγή: Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία – ΕΙΕ.

Τα φιλελληνικά αυτά αισθήματα του Saint-Simon, αλλά και οι ίδιες οι ιδέες του δεν είναι άγνωστες στους λογίους της Διασποράς και ειδικώτερα στον κύκλο του Κοραή. Ο Κοραής είχε μελετήσει, όπως διαφαίνεται από τον επικήδειο του Φραγκίσκου Πυλαρινού, τα έργα του Saint-Simon. Και σύμπτωση, ίσως, αλλά οπωσδήποτε, σύμπτωση χαρακτηριστική, στον επι­κήδειο αυτόν του Πυλαρινού, εμφανίζεται η πρώτη ελληνική χρήση που γνωρίζουμε της εννοίας του κοινωνισμού, όπως αποδόθηκε στην γλώσσα μας για πρώτη φορά ο όρος «σοσιαλισμός»: «Συ κριτικός βαθύς, και φιλόλογος πολυμαθής, επροσπάθησες μ’ όλα τα φιλολογικά μέσα να διασπείρης εις τους κόλπους της πατρίδος την φιλοσοφικήν αποστολήν του ιθ’ αιώνος, την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ λέγω, ΙΣΟΤΗΤΑ και ΚΟΙΝΩΝΙΣΜΟΝ». Ο Κοραής, ο οποίος ενσαρκώνει, με συνέπεια, ως τα έσχατα γηρατειά του τον φιλελεύθερο επαναστάτη αστό του τέλους του 18ου αιώνα και των αρχών του 19ου, γεμάτος αυτοπεποίθηση, έπαρση και επιθετικότητα, διατηρεί από το 1830 πολιτικές σχέσεις με το περιβάλλον του στρατηγού La-Fayette (1757-1834)-, ο οποίος είναι άλλωστε πρόεδρος της προσωρινής Κυβερνήσεως που σχηματίζεται κατά την Ιουλιανή Επανάσταση του 1830-, στο οποίο κινούνται δραστήρια και συνωμοτούν οι οπαδοί του Babeuf και του Saint-Simon. Ιδιαίτερες σχέσεις με τους σαινσιμονιστές θα αναπτύξουν οι μαθητές του Κοραή, οι οποίοι ίδρυσαν στο Παρίσι την Ελληνική Εταιρεία (Societe Hellenique) (1828-Ι831). Ορισμένα μέλη της Εταιρείας διασταυρώθηκαν, κυρίως μετά το 1830, με την ιδεολογία των ουτοπιστών σοσιαλιστών, ενώ άλλα μέλη συμμετείχαν ενεργά και στις δραστηριότητες του κινήματος.

Το όνομα και το έργο του Saint-Simon, όπως και άλλων συγχρόνων του οικονομολόγων είναι γνωστό και στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Ο ιατρός Μιχαήλ Χρισταρής, ο οποίος δρα στο Βουκουρέστι, είναι κάτοχος του βιβλίου του Γάλλου διανοητή με τίτλο De la Reorganisation de la Societe Europeene (Paris 1814). Βέβαια, δεν υπάρχουν ενδείξεις ούτε άλλη πληροφορία ότι ο Χρισταρής υπήρξε είτε φορέας είτε προπαγανδιστής των ιδεών του Saint-Simon…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Χρήστου Μπαλόγλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Προσπάθειες Διαδόσεως των Ιδεών του Saint- Simon και Πρακτικής των Εφαρμογής στον Ελλαδικό Χώρο 1825 – 1837

 

Διαβάστε ακόμη: Οι Σαινσιμονιστές στο Ναύπλιο

Read Full Post »

Το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου (1828-1829)


 

Ένα ακόμη σημαντικό απόκτημα της τοπικής ιστορίας, αποτελεί  το βιβλίο του Δημήτρη Γεωργόπουλου με τίτλο, «Το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου (1828-1829) που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Αργολίδας.

Η έκδοση φιλοδοξεί να ενισχύσει τις γνώσεις μας για τον τρόπο εκλογής και λειτουργίας των Επαρχιακών Δημογεροντιών αλλά και λειτουργίας των τοπικών κοινωνιών. Στο προλογικό σημείωμα η Δρ Μαριέττα Μινώτου, Διευθύντρια της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους γράφει:

Το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου

Το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου

Με την παρούσα έκδοση ο συγγραφέας Δημήτρης Γεωργόπουλος, επί σειρά ετών Προϊστάμενος των Γ.Α.Κ. – Αρχεία Νομού Αργολίδος, παραδί­δει στην επιστημονική κοινότητα μία αξιόλογη μελέτη, δημοσιεύοντας πρωτογενές αρχειακό υλικό που απόκειται στην ανωτέρω Υπηρεσία και αφορά στην Επαρχιακή Δημογεροντία Ναυπλίου.

Από τη μονογραφία αυτή αναδεικνύονται σημαντικά στοιχεία που συμβάλ­λουν στην κατανόηση αφενός της σύστασης και της λειτουργίας του θεσμού της Επαρχιακής Δημογεροντίας και αφετέρου της διοικητικής διάρθρωσής του υπό διαμόρφωση ελληνικού κράτους κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-1831). Παράλληλα, παρέχονται πληροφορίες για την ιστορική πόλη του Ναυπλίου, που ήταν η καθέδρα του ελληνικού κράτους, καθώς και για την ευρύτερη περιοχή της.

Στην εισαγωγή του ο συγγραφέας αναφέρεται στη λειτουργία του θεσμού της κοινότητας κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, η οποία μαζί με τη γλώσσα, τη θρησκεία και τις παραδόσεις αποτέλεσε ισχυρό παράγοντα συσπείρωσης των Ελλήνων κατά τη ζοφερή εκείνη περίοδο του Ελληνισμού.

Με την έκρηξη της Επανάστασης του 1821 και κατά τη διάρκειά της, τόσο τα τοπικά πολιτεύματα, όσο και οι εθνικές συνελεύσεις έλαβαν πρόνοια για τη λειτουργία της κοινοτικής διοίκησης, αν και η διάταξη περί διοικήσεως της ελ­ληνικής επικρατείας που είχε εκδώσει η Γ’ Εθνοσυνέλευση την 1η Μαΐου 1827 δεν εφαρμόστηκε τελικά.

Η οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης αποτελούσε πρωταρχικό και βασικό άξονα του πολυδιάστατου έργου του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος αμέσως μετά την άφιξή του στη χώρα, τον Ιανουάριο του 1828, επιδόθηκε στην υλοποίηση του κεντρικού άξονα της πολιτικής του: την εκ βάθρων συγκρότηση της Πολιτείας και της Διοίκησης.

Με βάση τις γνώσεις και τις εμπειρίες που είχε αποκομίσει από τα προηγούμενα υψηλά αξιώματά του, προχώρησε στο σχεδιασμό και την πραγμάτωση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής στο διοικητικό πεδίο, γιατί πίστευε ότι μόνο με μια οργανωμένη δημόσια διοίκηση θα υλοποιούσε τους στόχους που είχε θέσει στο εσωτερικό και εξωτερικό πεδίο.

Η προτεραιότητά του αυτή αντανακλάται στη σειρά των κυβερνητικών ενερ­γειών για την Τοπική Αυτοδιοίκηση κατά τον μήνα Απρίλιο του 1828. Συγκεκρι­μένα, την 13η Απριλίου 1828 πραγματοποίησε την πρώτη διοικητική διαίρεση της Επικράτειας με το Ι’ Ψήφισμα. Ορίστηκαν δεκατρία Τμήματα με επιμέρους Επαρχίες και Εκτάκτους Επιτρόπους για κάθε ένα. Το πρώτο Τμήμα από τα επτά της Πελοποννήσου ήταν της Αργολίδας και περιλάμβανε τις Επαρχίες Άργους, Ναυπλίου, Κάτω Ναχαγέ (Ερμιονίδας) και Κορίνθου.

Στις 16 Απριλίου υπέγραψε το Διοικητικό Οργανισμό των Τμημάτων της Πε­λοποννήσου και στις 19 Απριλίου την εγκύκλιο με αριθμό 1883 με την οποία δίνονταν γενικές οδηγίες προς τους Δημογέροντες. Ανάμεσα στα καθήκοντα των Εκτάκτων Επιτρόπων και Προσωρινών Διοικητών υπαγόταν και η επίβλεψη της εκλογής Δημογερόντων κάθε πόλης, κωμόπολης και χωριού στους οποίους ο λαός εξέφραζε «τας χρείας του».

Ο συγγραφέας με επιστημονική ευσυνειδησία ερεύνησε το Αρχείο της Επαρ­χιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου, το οποίο είναι ταξινομημένο ειδολογικά και χρονολογικά. Με κριτική εμβρίθεια αφού άντλησε με ενδελέχεια πληροφορίες, συνέθεσε τη μελέτη του, διαρθρωμένη σε ενότητες που διευκολύνουν τον ενδια­φερόμενο να προσεγγίσει καλύτερα το θέμα. Όπως μας αναφέρει, το περιεχόμενο του αρχείου αποτελείται, σε γενικές γραμμές, από την εισερχόμενη και εξερχόμε­νη αλληλογραφία της Επαρχιακής Δημογεροντίας αλλά και από άλλα τεκμήρια σχετικά με τη λειτουργία της.

Με την έρευνά του αξιοποιεί παράλληλα με τις πρωτογενείς πηγές, κυρίως αυτές που απόκεινται στα Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Αργολίδος και στην Κεντρική Υπη­ρεσία των Γ.Α.Κ., και τη σχετική βιβλιογραφία.

Μέσα από τη δημοσίευση και το σχολιασμό των πηγών καταγράφονται ο τρό­πος και ο τόπος εκλογής των Δημογερόντων, στην πόλη και τα χωριά, η λειτουρ­γία της Επαρχιακής Δημογεροντίας ως συμβουλευτικού οργάνου και όχι μόνο, ο κομβικός ρόλος της μεταξύ πολιτών και Εκτάκτου Επιτρόπου, οι υποχρεώσεις της να επικυρώνει δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα με τη σφραγίδα της που έφερε την παράσταση της θεάς Αθηνάς, να εκδίδει αντίγραφα εγγράφων, να εκτελεί καταγραφές ιδιοκτησιών και απογραφές πληθυσμού, να επιλύει διαφορές και να αποδίδει το δίκαιο, να δραστηριοποιείται στον οικονομικό τομέα (έσοδα – έξοδα), να φροντίζει νια την κοινωνική πρόνοια, να έχει την εποπτεία της αγοράς, να μεριμνά για την ανανέωση των διπλωμάτων των πλοίων και την ασφάλεια στα ταξίδια τους, καθώς και για την υγιεινή κατάσταση της πόλης και την εξεύρεση κτηρίων για τη στέγαση σχολείων και δασκάλων.

Πλήθος στοιχείων που παρουσιάζονται είναι χρήσιμα επίσης για γενεαλογι­κές, γλωσσολογικές και δημογραφικές έρευνες.

Παράλληλα μέσα από τα δημοσιευμένα έγγραφα παρουσιάζεται το ύφος και η μορφή του λόγου της εποχής. Τέλος, χρήσιμο εργαλείο για κάθε ενδιαφερόμενο αποτελεί ο πίνακας που συνέταξε ο συγγραφέας με το αρχειακό υλικό που περι­έχεται στους φακέλους.

Η παρούσα έκδοση εμπλουτίζει τον κατάλογο εκδόσεων των Γ.Α.Κ. και τη σχε­τική βιβλιογραφία σχετικά με τις πολιτικές, θεσμικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά την καποδιστριακή περίοδο.

 

Το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου (1828-1829)

Δημήτρης Γεωργόπουλος

Έκδοση: Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Αργολίδας, 2015.

Σελίδες 548, σχήμα 17Χ24

ISBN 978-618-82349-0-1

Read Full Post »

Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Εθνεγερσία του Μάρτη 1821: Τρεις Επιστολές στον Διονύσιο Ρώμα – Στέλιου Αλειφαντή & Σέργιου Ζαμπούρα


 

Το 1901 ο Δ. Γρ. Καμπούρογλου εξέδωσε, με δική του εισαγωγή και σχολιασμό («Εισαγωγικά Μελετήματα»), το «Ιστορικόν Αρχείον Διονυσίου Ρώμα», το μεγαλύτερο μέρος του οποίου είχε ο ίδιος εντοπίσει ένα χρόνο νωρίτερα, καταχωνιασμένο στο Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης όπου και εργαζόταν ως επιμελητής. Το πλούσιο και πολύτιμο αυτό υλικό περιλαμβάνει τρείς επιστολές, [1] που ο Ιωάννης Καποδίστριας έγραψε προς τον συμπατριώτη του, επτανήσιο Διονύσιο Ρώμα, τον χειμώνα και την άνοιξη του 1821. Κομιστές των επιστολών ήταν έμπιστοι άνθρωποι του Καποδίστρια, οι Σπυρίδωνας Ναράντζης, Πρόξενος της Ρωσίας στη Βενετία και ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος, διερμηνέας του ρωσικού Προξενείου στη Πάτρα. Την περίοδο εκείνη, ο Καποδίστριας, γραμματέας επικρατείας (υπουργός) επί των Εξωτερικών του αυτοκράτορα/τσάρου της Ρωσίας Αλέξανδρου, βρισκόταν στο Laibach (σημερινή Ljubljana της Σλοβενίας), όπου λάμβανε χώρα μία από τις διπλωματικές Διασκέψεις των ευρωπαϊκών Μεγάλων Δυνάμεων. Ο Ρώμας, παλαιός πολιτικός του συνεργάτης από το 1803 [2] στην «Επτάνησο Πολιτεία» (1800-1807), ήταν αυτοεξόριστος στην Βενετία, διεξάγοντας αγώνα ενάντια στο απολυταρχικό καθεστώς που είχε επιβάλλει στα Επτάνησα (1816-1823) ο άγγλος ύπατος αρμοστής, λόρδος Thomas Maitland.

Η μελέτη των συγκεκριμένων επιστολών και άλλων συναφών υπομνημάτων είναι εξόχως διαφωτιστική, αποκαλυπτική θα μπορούσε κανείς να πει, για την πραγματική στάση, τον αποφασιστικό ή και, τολμούμε να υποθέσουμε, ηγετικό ρόλο του, κατά μία έκφραση χαρακτηριστική για τις δυτικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις, «διαβόητου» («infamous» [3]) Ιωάννη Καποδίστρια, στην Επανάσταση του Μάρτη 1821 και, ειδικότερα, στην προετοιμασία της έκρηξής της. Καθιστούν, κατά την άποψή μας, σαφές και προφανές, τα κείμενα αυτά, ότι η συμβολή του Καποδίστρια, δεν περιοριζόταν στην, εν πολλοίς αποτελεσματική, διπλωματική αποτροπή της επαπειλούμενης συλλογικής ευρωπαϊκής καταδίκης της, ή και του κινδύνου η «Ιερά Συμμαχία» να συνέδραμε στρατιωτικά, όσο και διπλωματικά, τους Οθωμανούς στην προσπάθειά τους να καταπνίξουν στο αίμα την επανάσταση. [4] Τα υπομνήματα και οι επιστολές του ανθρώπου, παρέχουν ισχυρά τεκμήρια, ότι, στη πραγματικότητα, ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν ήταν ένας  αμέτοχος διπλωματικός παρατηρητής, αλλά ένας ένθερμος υπέρμαχος ελληνικού ξεσηκωμού, άριστος γνώστης και μέτοχος όχι μόνο των διπλωματικών διεργασιών αλλά και των προεπαναστατικών διεργασιών που οδήγησαν στην ένδοξη εκείνη άνοιξη του 1821. Σε μερικά από τα τεκμήρια ή τις ενδείξεις αυτές, εστιάζουμε εδώ την προσοχή μας.

 

Η ευρωπαϊκή πολιτικο-διπλωματική συγκυρία

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Προτού ασχοληθούμε με τις προς Ρώμα επιστολές, είναι χρήσιμο να επισημάνουμε ορισμένα ειδοποιά χαρακτηριστικά ή βασικές τάσεις των ευρωπαϊκών πολιτικών και διπλωματικών εξελίξεων της εποχής. Ήταν μια εποχή, κατά την οποία οι απανωτές επαναστατικές εκρήξεις φιλελεύθερων και εθνικών κινημάτων, στην Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική και στις χώρες υπό τον οθωμανικό ζυγό, καθιστούσαν εξαιρετικά δυσχερή έως αδύνατη την μετα-ναπολεόντεια «Συννενόηση των Δυνάμεων» (Concert of Powers) – Αγγλίας, Αυστρίας, Γαλλίας, Ρωσίας και Πρωσίας. [5]

Η αναζωογόνηση της «Συμμαχίας» αυτής, ήταν βασική επιδίωξη του ρώσου τσάρου Αλέξανδρου στις διπλωματικές Διασκέψεις που με δική του πρωτοβουλία συνεκάλεσε στο Troppau (Φθινόπωρο 1820) και το Laibach (Ιανουάριος-Μάιος 1821). Στη πράξη, ωστόσο, οι Διασκέψεις αυτές, στις οποίες η Αγγλία και η Γαλλία απέστειλαν μόνον παρατηρητές, ήταν συνάξεις της «Ιεράς Συμμαχίας» (Αυστρίας, Ρωσίας, Πρωσίας) και εξυπηρετούσαν τελικά μόνο τις επιδιώξεις του αυστριακού Υπουργού Εξωτερικών, Μέττερνιχ: Την αναγωγή, δηλαδή, της βίαιης καταστολής των επαναστατικών κινημάτων σε θεμελιώδη «αρχή» της ευρωπαϊκής διπλωματίας («Πρωτόκολλο Troppau», Νοέμβριος 1820) και την ευρύτερη ευρωπαϊκή αποδοχή τετελεσμένων, όπως η καταστολή του κινήματος των καρμπονάρων στο ιταλικό Βασίλειο της Νεάπολης, τον Ιανουάριο του 1821.

Η, παρά τις επίπονες προσπάθειες του Καποδίστρια, ρυμούλκηση του τσάρου στην αυστριακή πολιτική, υπήρξε πρόσκαιρη μόνο επιτυχία του Μέττερνιχ, από τον οποίο είχε εγκαίρως φροντίσει να αποστασιοποιηθεί ο κατά τα άλλα ιδεολογικά συγγενής του, συντηρητικός Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας, λόρδος Castlereagh.

Πορτραίτο του Klemens von Metternic, αγνώστου, μεταξύ 1835-1840.

Πορτραίτο του Klemens von Metternic, αγνώστου, μεταξύ 1835-1840.

Η εμμονή του Μέττερνιχ «να γενικεύσει» την αρχή των επεμβάσεων, έγραφε ο Castlereagh, ήδη τον Μάιο του 1820, «και να την καταστήσει σύστημα [διεθνών σχέσεων] ή να την επιβάλλει ως υποχρέωση [των ευρωπαϊκών Δυνάμεων], είναι ένα σχέδιο απολύτως ανεφάρμοστο και ανάρμοστο» (“… a Scheme utterly impracticable and objectionable…”). [6] Τον Νοέμβριο 1820, απέστειλε οδηγίες προς όλες τις αγγλικές πρεσβείες, γιά αποχή από κάθε περαιτέρω διαπραγμάτευση, επί τη βάσει της «αρχής» της ένοπλης επέμβασης τους στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών.

Όπως διείδε ο Καποδίστριας, ήταν οι οδηγίες αυτές του Castlereagh που σηματοδότησαν την διάλυση, ουσιαστικά, της μεταναπολεόντιας «ευρωπαϊκής συμμαχίας όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στο Αάχεν».[7] Εφεξής, οι συννενοήσεις θά γίνονταν ανάλογα με την περίσταση, ad hoc, μεταξύ δύο ή περισσότερων δυνάμεων. Ακριβώς σ’ αυτό το πλαίσιο συνεννοήσεων, ο διάδοχος του Castlereagh, George Canning, θα επιφέρει λίγο αργότερα  το τελειωτικό χτύπημα στον Μέττερνιχ και στο «μαλακό υπογάστριο» της «Ιεράς Συμμαχίας»: Το «ελληνικό ζήτημα», που κατέστη βάση μιας μερικής αγγλο-ρωσικής επαναπροσέγγισης δια της οποίας επήλθε ο απεγκλωβισμός της Ρωσίας από την πολιτική Μέττερνιχ. Από αγγλική σκοπιά, βέβαια, η«κονιορτοποίηση» της Ιεράς Συμμαχίας διά της «λύσης» του «ελληνικού ζητήματος»,  μέσα από ένα νέο ρωσο-τουρκικό πόλεμο, που, όμως, δεν θα κατέληγε σε ρωσικό έλεγχο των Στενών, συνιστούσε έναν άλυτο ακόμα γρίφο της περίτεχνης διπλωματίας του Canning. [8]

Εν μέσω αυτών των ευρωπαϊκών πολιτικο-διπλωματικών διεργασιών, ο μέχρι πρότινος Στρατηγός του αυτοκρατορικού ρωσικού στρατού, ο Εθνεγέρτης της νεώτερης Ελλάδας, πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, κήρυξε στις 24 Φεβρουαρίου 1821, από το Ιάσιο της Μολδοβλαχίας, την Επανάσταση, σπέρνοντας τον πανικό στην Υψηλή Πύλη και όχι μόνο, με τον ισχυρισμό του ότι οι Έλληνες σύντομα θα έβλεπαν και μία «Κραταιά Δύναμη» να «υπερασπίζεται τα Δίκαιά» τους. Είκοσι μέρες αργότερα ξεσπούσε η Επανάσταση και στον Μοριά.

 

Καποδίστριας και Υψηλάντης

 

Όπως σημειώνει ο Καποδίστριας στο γνωστό υπόμνημά του 1826 προς τον διάδοχο του Αλέξανδρου, τσάρο Νικόλαο, ένα επίσημο διπλωματικό έγγραφο που ορισμένοι, εσφαλμένα, θεώρησαν «αυτοβιογραφία», ο Αλέξανδρος δεν δίστασε να αποκηρύξει «το εγκληματικό κίνημα των Εταιριστών όπως, επίσης και να καταδικάσει τις πράξεις του πρίγκιπα Υψηλάντη». Για να προσθέσει, ο Καποδίστριας, ευθύς αμέσως: «…Όμως, ούτε η έντονη αποδοκιμασία ούτε και όποια άλλη ενέργεια θα μπορούσε να ανακόψει την πορεία της επανάστασης…».

Ο Καποδίστριας, ούτε τότε, ούτε αργότερα, θέλησε να μιλήσει ανοικτά και με σαφήνεια «περί του Υψηλάντη, περί της Εταιρείας του και του τρόπου με τον οποίον ήρχισεν η Επανάστασις». [9] Επέμεινε, βέβαια, στο ότι «ποτέ» ο ίδιος «δεν ενέκρινε το επιχείρημα του Υψηλάντη» και «την αναρχίαν και κακοήθειαν των οπαδών του». [10] Τι ακριβώς δεν ενέκρινε, ωστόσο; Όχι, βεβαίως, «το μέγα και γιγαντιαίον της ελευθερίας μας επιχείρημα», αλλά «τον τρόπον με τον οποίον ήρχισε… χωρίς όπλα, χωρίς πολεμικάς έξεις, χωρίς επιστήμονας στρατιωτικούς, χωρίς χρήματα, και το χειρότερον γέμοντες από τα ελαττώματα πολλών αιώνων δουλείας…». [11] Το μυστήριο της συνεργασίας ή διαφωνίας Υψηλάντη-Καποδίστρια δεν επιλύεται ούτε από τα όσα ο Υψηλάντης φέρεται να είχε εκμυστηρευθεί σε δικούς του ανθρώπους, ότι δηλαδή ο ίδιος είχε έγκαιρα και διεξοδικά ενημερώσει τον Καποδίστρια για το όλο εγχείρημα, τον Μάϊο ή Ιούνιο 1820, ότι ο Καποδίστριας «επεδοκίμασε με ενθουσιώδη λόγια την πατριωτική επιθυμία του νεαρού του φίλου, που ήθελε να θυσιάσει την ζωή του για την ευτυχία της πατρίδας του» και ότι, ακόμα, ο Καποδίστριας ενεθάρρυνε την προς τα έξω προβολή και καλλιέργεια της εντύπωσης ότι ο τσάρος ευνοούσε και υποστήριζε τα επαναστατικά σχέδια. [12] Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι ο Αλέξανδρος γνώριζε για την υπόθεση πολύ λιγότερα πράγματα απ’ όσα γνώριζε ο Καποδίστριας. [13]

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Στο υπόμνημα του 1826, ο Καποδίστριας αναφέρεται σε μία παλαιότερη συνομιλία του με τον Υψηλάντη, τον χειμώνα του 1819-1820 στην Πετρούπολη, όπου όταν ο στρατηγός τον ερώτησε απεγνωσμένα «Και οι ΄Ελληνες τι θα απογίνουν; Οι Τούρκοι σφάζουν και η Ευρώπη δεν προτίθεται να κάνει το παραμικρό!», ο Καποδίστριας, τον συμβούλευσε μεν ότι οι Έλληνες δεν έπρεπε να έχουν την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσαν ποτέ να «… εξαναγκάσουν τον [ρώσο] αυτοκράτορα να αναλάβει δράση…», αφού, ωστόσο, προηγουμένως, υπογράμμισε και τα εξής: «Όσοι Έλληνες διαθέτουν όπλα θα συνεχίσουν να αντιστέκονται στα βουνά, όπως κάνουν εδώ και αιώνες. Αν στον επικείμενο πόλεμο με τον Αλή Πασά καταφέρουν να κρατήσουν το Σούλι και άλλα τέτοια οχυρά, τότε η αντίστασή τους θα είναι μακρά. Από αυτή την θέση, την κάπως ευνοϊκή, δεν θα χρειάζεται να περιμένουν οτιδήποτε από την Ευρώπη. Αν πάλι ο χρόνος και οι εξελίξεις μεταβάλουν την υφιστάμενη κατάσταση, τότε ίσως οι νέες περιστάσεις να είναι καλύτερες για τους Έλληνες…». [14] Ο Καποδίστριας ανέπτυσσε εδώ την πρόβλεψη, εκτίμηση, ή θέση ότι οι έλληνες επαναστάτες θα συνέχιζαν την ένοπλη αντίσταση, δημιουργώντας, όπως επί γενιές ολόκληρες εδίδασκαν η Μάνη και το Σούλι, εδαφικά τετελεσμένα. Επρόκειτο για μία πολιτική θέση η οποία, σε διεθνές επίπεδο, εναρμονιζόταν με την παραδοσιακή ρωσική στάση ενθάρρυνσης των επαναστατικών θυλάκων, ως ερεισμάτων που η Ρωσία θα μπορούσε κατά βούληση να αξιοποιήσει εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το κρίσιμο στοιχείο της τοποθέτησης αυτής του Καποδίστρια, ωστόσο, έγκειτο στην εθνική, πρωτίστως, υπόστασή της, στην πεποίθησή του, δηλαδή, ότι η επανάσταση μπορούσε και έπρεπε να στηρίζεται στις δικές της δυνάμεις και να μην εξαρτάται από έξωθεν υποκίνηση ή στήριξη. [15] Παρά την επίσημη θέση του και παρά τις με κάθε ευκαιρία επίσημες διαβεβαιώσεις του ότι ο ίδιος δεν είχε σχέση με την Εταιρία των Φιλικών, ο Καποδίστριας φαίνεται εδώ να σκέφτεται και να ομιλεί περισσότερο σαν Φιλικός και λιγότερο σαν Υπουργός του ρώσου Αυτοκράτορα. Όπως δε έχει επισημάνει ο Γκριγκόρι ΄Αρς, « όλα τα γεγονότα συνηγορούν στο ότι όλες οι πράξεις της ελληνικής επαναστατικής οργάνωσης είχαν σκοπό την εθνική απελευθέρωση του ελληνικού λαού. Μεταξύ των επιδιώξεών της και των πολιτικών στόχων της τσαρικής κυβέρνησης υπήρχε πάντα μεγάλο ρήγμα, εάν όχι πραγματικό χάσμα» [16].

 

Οι προς Ρώμα Επιστολές

 

Ας έλθουμε όμως τώρα, στις προς Ρώμα επιστολές. Στην πρώτη επιστολή με ημερομηνία 24 Ιανουαρίου (5 Φεβρουαρίου) 1821, o Καποδίστριας, όντας ήδη παραλήπτης αρκετών επιστολών του Ρώμα, φαίνεται ότι κρίνει απαραίτητο να τον προϊδεάσει σχετικά με τις επικείμενες επαναστατικές εξελίξεις. Τον διαβεβαιώνει ότι η μεγάλη καθυστέρηση της απάντησής του, οφείλεται αποκλειστικά στις βεβαρημένες υποχρεώσεις του και σπεύδει να τονίσει ότι, όπως θα εξηγήσει στον Ρώμα και διά ζώσης ο Ναράντζης, «μοι είναι αδύνατον να παρακολουθώ τας λεπτομέρειας ιδιαιτέρας αλληλογραφίας».

Δεν είναι γνωστό το περιεχόμενο των επιστολών Ρώμα, στις οποίες αναφέρεται ο Καποδίστριας, ωστόσο στους μήνες που προηγήθηκαν επικρατούσε οργασμός προ-επαναστατικών δραστηριοτήτων της Εταιρίας των Φιλικών στον Μοριά όπου το μέγα ζήτημα προβληματισμού ήταν ο χρόνος και ο τόπος έναρξης της επανάστασης. Ήδη τον Αύγουστο του 1820, επιστρέφοντας από προηγηθείσα επαφή του με τον Καποδίστρια, ο Φιλικός Ιωάννης Παπαρηγόπουλος, διερμηνέας στο ρωσικό προξενείο της Πάτρας, συνάντησε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στην Οδησσό και του μετέφερε την άποψη των πελοποννήσιων προεστών, ότι για να προλάβουν τις οθωμανικές προετοιμασίες καταστολής της, έπρεπε να επισπευτεί η έκρηξη της επανάστασης και ότι τούτο να γίνει όχι στον Μοριά αλλά στις Ηγεμονίες, ως αντιπερισπασμός αλλά και για να δημιουργηθεί ευκαιρία ρωσικής επέμβασης.[17] Τον Οκτώβριο 1820, για την στρατιωτική προπαρασκευή του Αγώνα, ο Αλ. Υψηλάντης έστειλε τον Περραιβό και τον Παπαφλέσσα στη Πελοπόννησο. 

Διονύσιος Ρώμας

Διονύσιος Ρώμας

Ο Ρώμας, όντας έφορος της Εταιρίας των Φιλικών στην Ζάκυνθο σε στενή επικοινωνία με τον Μοριά, θα γνώριζε αυτές τις διεργασίες και είναι εύλογο  να υποθέσουμε ότι ζητούσε τις απόψεις του Καποδίστρια γι’ αυτές. Ο Καποδίστριας τον παρέπεμψε στον «κύριο Κόμη Συγούρο» που «θα σας είπη, όσα τω έγραψα σχετικώς προς τα συμφέροντα της ατυχούς Πατρίδος μας», πληροφορώντας τον ότι και ένας ακόμα έμπιστός του «ο Ναράντζης θα συμμετάσχη της συνδιαλέξεώς σας».  Δεν γνωρίζουμε τι συγκεκριμένα είχε γράψει ο Καποδίστριας στον Συγούρο και τι ο τελευταίος μετέφερε στον Ρώμα «σχετικώς προς τα συμφέροντα της ατυχούς Πατρίδος».  Όμως σ’ αυτήν την πρώτη επιστολή ο Καποδίστριας ενθαρρύνει τον Ρώμα και τον διαβεβαιώνει για την ανάγκη σταθερότητας στην εκπλήρωση του εθνικού σκοπού, για τον οποίο εργαζόταν ο Ρώμας όντας, ήδη από Απρίλιο 1819, μυημένος στην Εταιρία των Φιλικών από τον Αριστείδη Παππά.[18] Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Δεκέμβριο 1818, ο Παππάς, στη Κέρκυρα,  γνωρίζουμε ότι είχε μυήσει στην Εταιρία των Φιλικών τον Βιάρο Καποδίστρια, αδελφό του Ιωάννη.[19] Φιλικός – και μάλιστα Έφορος της Εταιρίας στην Κέρκυρα – να θυμίσουμε επίσης, ήταν και ο άλλος αδελφός, Αυγουστίνος Καποδίστριας.[20] Στα Επτάνησα, είχαν μυηθεί στην Εταιρία και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, όπως και άλλοι μωραΐτες οπλαρχηγοί που, την άνοιξη του 1819, μετά από συνεννόηση Αυγουστίνου Καποδίστρια-Ρώμα, συναντήθηκε στην Κέρκυρα με τον Ιωάννη Καποδίστρια.[21] Στην επιστολή της 24ης Ιανουαρίου 1821, ο Καποδίστριας ενεθάρρυνε τον ζακύνθιο Φιλικό να έχει «Υπομονή, Εγκαρτέρησις και Θάρρος… Ας είμαστε σταθεροί εις την απόφασιν να εκπληρώσωμεν τα καθήκοντα ημών προς την Πατρίδα…»

Ο Καποδίστριας έγραψε την δεύτερη επιστολή του προς το Ρώμα, με ημερομηνία 6/18 Απριλίου 1821, αφού έχει ξεσπάσει η Επανάσταση, στην Μολδοβλαχία, το Μοριά, από κοντά και στη Στερεά. Δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο της προηγηθείσης επιστολής του Ρώμα. Ωστόσο από την απάντηση του Καποδίστρια και τις συσχετίσεις με τα συμβάντα της περιόδου μπορούμε να υποθέσουμε ότι, πιθανόν, ο Διονύσιος Ρώμας να ζητούσε νέα παρέμβαση του Καποδίστρια στον τσάρο υπέρ της επανάστασης, αλλά και ότι, επιπρόσθετα,   στην δική του επιστολή προέβαλε αντιρρήσεις που εξέφραζε κυρίως ο υπό τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο [22] κύκλος της Πίζας και Προεστοί για την ηγεσία Υψηλάντη.

Η ουσία των θέσεων που εξέφραζε τότε ο Ιγνάτιος και τις οποίες υιοθετούσε και ο Ρώμας, ήταν η πεποίθησή τους ότι απόλυτη και αναγκαία προϋπόθεση της επανάστασης ήταν η εξωτερική στήριξή της και ότι η επανάσταση μπορούσε και έπρεπε να ξεκινήσει, τότε μόνο όταν αυτό θα επέτρεπαν και θα το επέβαλαν συμφέροντα και αποφάσεις Μεγάλων Δυνάμεων. [23] Η αντίληψη αυτή της διαρκούς αναζήτησης «προστάτιδων δυνάμεων», συγκρούονταν με την πραγματικότητα της διαφοροποίησης των επιδιώξεων των ελλήνων επαναστατών και των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων. Ωστόσο, στη περίπτωση του Ιγνάτιου, ή του Ρώμα, η πραγματικότητα δεν οδήγησε σε ουσιαστική αναθεώρηση της αντίληψης αυτής της διαρκούς αναζήτησης προστασίας, αλλά απλά και μόνο σε έναν, ούτως ειπείν, διεθνή αναπροσανατολισμό της εξάρτησης, από την Ρωσία στην Αγγλία, σ’ αντίθεση με τον Καποδίστρια που κράτησε αποστάσεις από την ρωσική διπλωματία. [24] 

Ο Καποδίστριας στην επιστολή εκδηλώνει εκνευρισμό για την στάση του Ρώμα. Τον επιπλήττει γιατί δεν αντιλαμβάνεται την θεσμική ιδιότητα του Καποδίστρια στη Πετρούπολη, εκθέτοντάς τον στα μάτια του τσάρου, σε μια περίοδο όπου οι σχέσεις Αλέξανδρου A’ και Καποδίστρια βρίσκονταν σε τεντωμένο σκοινί. Σε κάθε περίπτωση είναι κατηγορηματικός για να μην επιτρέψει την οιαδήποτε παρανόηση όχι απλώς του Ρώμα αλλά και στην αντίληψη του οιουδήποτε άλλου που ενδεχομένως θα διάβαζε την επιστολή: «… Ζητείτε, Κόμη μου, οδηγίας από εμέ. Από ποιον; Από εμέ ως ιδιώτην, ή από εμέ ως δημόσιον άνθρωπον; Δεν πρέπει να συγχέωνται αι δύο αυταί ιδιότητες. Είναι ολίγον εκείνο, το οποίον δύναμαι ως δημόσιος άνθρωπος, περί τούτου έχετε ήδη απόδειξιν. Δεν δύναμαι να πράξω περισσότερον. Εάν μοι ήτο δυνατόν, θα το έπραττον, χωρίς να παραστή ανάγκην ωθήσεων και προτροπών ουδαμόθεν. Το λέγω αυτό και περί μέλλοντος. Οσάκις δυνηθώ να ωφελήσω την κοινήν Πατρίδα, θα το πράξω με όλην μου την ψυχήν. Η υπόθεσις της Πατρίδος είναι και θα είναι πάντοτε υπόθεσις ιδική μου. Η ιερώτερα καθώς και η προσφιλέστερα πάσης άλλης».

Στην συνέχεια αυτής, ίσως της πιο αποκαλυπτικής επιστολής ο Καποδίστριας εξηγεί με σαφήνεια – … «ως ιδιώτης» – την πολιτική του θέση έναντι της ελληνικής εξέγερσης (οι υπογραμμίσεις δικές του): « η αναγέννησις και η αληθής ανεξαρτησία ενός λαού δεν δύναται να είναι, ειμή το μόνον και ίδιον έργον του. Η εξωτερική βοήθεια δύναται να την στερεώση, ουδέποτε να την δημιουργήση. Αι ημέτεραι Ιονικαί ατυχίαι καταδεικνύουν αρκετά την μεγάλην ταύτην αλήθειαν. Αν η ημετέρα ανεξαρτησία δεν προήρχετο εκ περιστάσεων αλλοτρίων και εξωτερικών, αι αλλότριαι και εξωτερικαί περιστάσεις δεν θα ήθελον μας την αρπάσει». Δύσκολα, πράγματι, θα μπορούσαμε να φανταστούμε περιεκτικότερη δήλωση των εθνικών ελληνικών προτεραιοτήτων του Καποδίστρια, σε μια εποχή που παρέμενε ακόμα στην υπηρεσία του ρώσου Αυτοκράτορα! Πρόκειται, κατά την άποψή μας, για ισχυρότατο τεκμήριο ότι ο Καποδίστριας δεν προσχώρησε εκ των υστέρων, όπως ορισμένοι θεωρούν και θέλουν να πιστεύουν, στην θεμελιώδη αντίληψη της Εταιρίας των Φιλικών υπέρ μιας αυτοδύναμης ελληνικής εξέγερσης. Αντίθετα, το 1821, ήταν ο Καποδίστριας που κατεξοχήν εξέφραζε ακριβώς αυτήν την επαναστατική θέση.

Περαιτέρω, είναι βεβαίως αξιοσημείωτο και επιβεβαιώνει τα ανωτέρω, το γεγονός ότι στην επιστολή αυτή, ο Καποδίστριας αντιπαρέρχεται την επιχειρηματολογία κύκλων που αντιπολιτεύονταν την ηγεσία Υψηλάντη, περί της αν-επάρκειας των μέσων για την διεξαγωγή του Αγώνα, και εστιάζει ευθέως στο ζήτημα της πολιτικής ενότητας των ηγετικών παραγόντων του Αγώνα. Με δεδομένη  πλέον την έναρξη της ελληνικής Επανάστασης, ο Καποδίστρια θεωρεί το ζήτημα «περί επάρκειας των μέσων» προσχηματικό για την διεκδίκηση της ηγεσίας του Αγώνα. Επιμένει ότι το κρίσιμο πλέον ζήτημα δεν είναι ο χρόνος έναρξης της Επανάστασης αλλά το ζήτημα της συσπείρωσης όλων για την στρατιωτική επιτυχία της. Με ευθύτητα γράφει στον Ρώμα (οι υπογραμμίσεις δικές του):

«Τώρα λοιπόν, αν εις την μεγάλην επιχείρησιν, περί ής πρόκειται, είναι επαρκή τα μέσα –αν η ενότης μεταξύ των ανθρώπων, οίτινες θα τα διαχειρισθούν, είναι αληθής, ειλικρινής και αδιάλυτος – έσται με την ευλογίαν του Θεού, και η υπόθεσις θα ευδοκιμησει. Οίαι δήποτε και να είναι αι δυσκολίαι θέλουσιν υπερπηδηθή. Εν εναντια περιπτώσει, θα ήτο βαρύτατον και ασυγχώρητον έγκλημα, το να εκτεθούν τόσα και τόσον πολύτιμα συμφέροντα, να οπισθοδρομήσουν τόσαι και τόσον ωραίαι ελπίδες, όπως επισύρωμεν επί της πατρίδος μας νέας έτι και σκληροτέρας πιέσεις».

Μερικές γραμμές παρακάτω, ο Καποδίστριας φαίνεται να θέτει  προσωπικά τον Ρώμα ενώπιον των ευθυνών του, καλώντας τον να επιλέξει τη στάση που τελικά θα κρατούσε:

«Αν λοιπόν αι γνώσεις, τας οποίας κατέχετε, σας επιτρέπουν να θεωρειτε ως δυνατήν την έκβασιν, αν πιστεύητε, ότι δύνασθε να συντελέσητε εις τούτο, μη αρμηθήτε την συνδρομήν σας. Εν προσωπον περισσότερον, και μάλιστα πρόσωπον οποίον είσθε σεις, δύναται να προσθέση πολύ εις την πλάστιγγα. Εν εναντία όμως περιπτώσει, μεταχειρίσθητε την επιβλητικότητά σας εις τρόπον, ώστε να επανελθη εκαστος εις την προτέραν αφάνειαν. Αύτη  μόνη δύναται να επιφυλάξη εις την Πατρίδα άνθρωπον τινα ικανόν να την υπηρετήση μιαν ημέραν».

Η αποστροφή αυτή της επιστολής συνιστά μια ακόμη ένδειξη της ηγετικής στην εθνεγερσία θέσης του … «ιδιώτη» Ι. Καποδίστρια που την εκφράζει μάλιστα όντας ως υπουργός εξωτερικών του τσάρου. Εύλογα, ωστόσο, λόγω της δημόσιας ιδιότητας του προσπαθούσε να διαφυλάξει την ήδη λεπτή θέση του έναντι του τσάρου, κρατώντας τα προσχήματα (οι υπογραμμίσεις δικές του):

«Αγνοώ, ως αγνοώ καθ’ ολοκληρίαν, και τους ανθρώπους, και τα μέσα, και την ενότητα και το σύστημα, δεν δύναμαι να κρίνω. Αγνοώ πάντα ταύτα, καίτοι πλέον ή άπαξ μοι προσεφέρθη μικρα τις γνωσις’  λέγω δε μικρά τις, διότι το σύστημα δεν είναι φύσεως τοιαύτης, ώστε ν’ αποκαλύπτεται εις τους μη μεμυημένους. Εγώ δε δεν είμαι μεμυημένος, ούτε δύναμαι να είμαι».

Ο Ρώμας διαβάζοντας τις παραπάνω γραμμές θα πρέπει να αντιλαμβανόταν πλήρως ότι, στη πραγματικότητα, ο Καποδίστριας γνώριζε «καθ’ ολοκληρίαν, και τους ανθρώπους, και τα μέσα, και την ενότητα και το σύστημα», στο οποίο … «δεν είμαι μεμυημένος, ούτε δύναμαι να είμαι», όπως και τον επιπλέον υπαινιγμό ότι «το σύστημα δεν είναι φύσεως τοιαύτης, ώστε ν’ αποκαλύπτεται εις τους μη μεμυημένους».

Η τρίτη επιστολή, με ημερομηνία 2 Μαΐου 1821, φαίνεται ότι απαντά σε προηγούμενη επιστολή με την οποία ο Ρώμας του επεσήμανε προβληματισμούς και εκτιμήσεις κάποιου μη-κατονομαζόμενου νέου για τις εξελίξεις, επιζητώντας τον σχολιασμό του Καποδίστρια.

 Ο Καποδίστριας αρνείται να απασχοληθεί με ζητήματα που θίγει ο νέος, «εις τας πολύ ενδιαφέρουσας επιστολάς του», για τις οποίες παρακαλούσε τον  Ρώμα να ευχαριστήσει τον εύελπι νέο αλλά και να τον πληροφορήσει ότι ο Καποδίστριας δεν θα απαντούσε και ότι τις «κατέστρεψε«. Φαίνεται μάλιστα να αντιδιαστέλλει τα θέματα που θίγει ο αναφερόμενος νέος με τα πραγματικά σημαίνοντα θέματα των ημερών, που δεν ήταν άλλα από τις οθωμανικές θηριωδίες εναντίον των Χριστιανών στη Πόλη, που προκαλούσαν την φρίκη («αι εκ Κωνσταντινουπόλεως επιστολαί μου φθάνουσι μέχρι πρώτης Απριλίου- εμποιεί φρίκην…«).

Η επιστολή αποτελεί κραυγή στους επαΐοντες, ότι  «κατά γενικόν κανόνα διευθύνονται κακώς οι υποθέσεις υπό των αγνοούντων αυτάς«. Ότι, «είναι κακόν και ήκιστα έντιμον το διευθύνειν μακρόθεν και άνευ προσωπικού κινδύνου, επιχείρησιν μέλλουσα να αποφασίση περί της κεφαλής και της υπάρξεως των ημετέρων ομοεθνών«. Ότι δεν ήταν ώρα εκείνη για περισπούδαστες αναλύσεις για τα τεκταινόμενα, για τα «γεγονότα» τα οποία «επέρχονται μετά της ταχύτητος της σκέψεως». Ότι «ευρισκόμεθα ενώπιον δύο επαναστάσεων» (της ελληνικής και των αλβανών του Αλή Πασά) και ότι «οποία έσσεται η έκβασις τοσαύτης διαπάλης, ο Θεός μόνος δύναται να το ηξεύρει«. Ότι, τελικά, ήταν η ώρα της έμπρακτης και ουσιαστικής συνεισφοράς του καθενός στον Αγώνα, από όποια θέση και αν βρισκόταν. «Έκαστος εξ’ ημών εν τη προκειμένη υποθέσει βεβαίως δεν δύναται ειμή να εκπληρώση το καθήκον αυτού’  εγώ δε εκτελώ και θα εκτελώ το χρέος μου … Περί τούτου εστέ βέβαιος…«.

Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας, έργο του Stefan Semjonovitsj Stjukin, 1808, Museum of Pavlovsk, Russia.

Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας, έργο του Stefan Semjonovitsj Stjukin, 1808, Museum of Pavlovsk, Russia.

Μετά τον Μάρτη του ΄21 και μέχρι την ουσιαστική παραίτησή του από το ύπατο ρωσικό αξίωμά του, τον Αύγουστο του 1822, συνέχισε τις προσπάθειες να μεταπείσει τον Αυτοκράτορα Αλέξανδρο, ότι δεν ήταν το «αυστριακό σύστημα» που «μπορούσε να διατηρήσει την ειρήνη και την συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων» και ότι, αντίθετα, ήταν προς το απόλυτο συμφέρον της Ρωσίας να αναλάβει αποφασιστικές, στρατιωτικές όσο και διπλωματικές πρωτοβουλίες, προκειμένου να επιβάλλει τον τερματισμό των τουρκικών θηριωδιών  εναντίον των ομοδόξων της στην βυθιζόμενη στο αίμα οθωμανική αυτοκρατορία και να ηγεμονεύσει σε έναν από κοινού με τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, διπλωματικό διακανονισμό του Ανατολικού Ζητήματος. [25] Έδινε, στην ουσία, μάχες οπισθοφυλακής. Όχι χωρίς αποτελέσματα, αφού τελικά έπεισε τον Τσάρο να μην διαρρήξει όσα διπλωματικά ερείσματα του είχαν απομείνει στους χριστιανούς της περιοχής, να απορρίψει κάθε ιδέα «συλλογικής δράσης» του πρίγκιπα Μέττερνιχ και του βρετανού πρέσβη, λόρδου Stewart, δηλώνοντας σ’ αυτούς ότι «θεωρεί την ελληνο-τουρκική σύγκρουση του ένα ζήτημα το οποίο θα διευθετηθεί αποκλειστικά ανάμεσα στην Ρωσία και την Υψηλή Πύλη», [26] και φτάνοντας τέλος ο τσάρος να ανακαλέσει τον ρώσο πρέσβη στη Κωνσταντινούπολη, βαρόνο Στρόγκανοφ, ο οποίος, αφού επέδωσε ένα σκληρό διάβημα στην Υψηλή Πύλη,  στις 4 Ιουλίου 1821, αηδιασμένος από τις τουρκικές φρικαλεότητες και την οθωμανική διπλωματική κωλυσιεργία, αρνήθηκε να αποδεχθεί την καθυστερημένη απάντηση του Ρεϊς-Εφέντη Μοχάμεντ Σαντίκ, στις 26 Ιουλίου και, στις 10 Αυγούστου, επιβιβάστηκε σε ρωσική φρεγάτα που απέπλευσε αμέσως για την Οδησσό. «Ότι κατάφερε να φύγει χωρίς να κακοποιηθεί», σημειώνει ένας σύγχρονος ιστορικός, «οφείλετο εν πολλοίς σε προσπάθειες» των ομολόγων του πρέσβεων της Αγγλίας και της Αυστρίας. «Η Βρετανία και η Αυστρία επιθυμούσαν να αποτρέψουν την διάλυση της τουρκικής αυτοκρατορίας στα χέρια της Ρωσίας, και το κοινό αυτό συμφέρον τους απαιτούσε ότι έπρεπε να συνεργασθούν για την διατήρηση της ειρήνης». [27]

Προφανώς, ο Καποδίστριας θα είχε αντιληφθεί ότι, πέραν των διπλωματικών αυτών παραστάσεων, οι εισηγήσεις του δεν μπορούσαν να έχουν περαιτέρω επίδραση στην πολιτική του τσάρου. Από τον Μάιο, έγραφε σχετικά στον Ρώμα:

«Δέεσθε, ως και εγω δέομαι εκ βάθουςψυχής, εις την θείαν Πρόνοιαν, ίνα ευσπλαχγνισθη τους ημέτερους. Αύτη μόνη δύναται να εμπνεύσει γενναία αισθήματα εις μόνον Ισχυρόν, όστις δύναται να έλθη εις αυτούς αρωγός. Γένοιτο! »

 

Συμπερασματικά

 

Μέσα από τις τρεις διασωθείσες επιστολές στον Διονύσιο Ρώμα, με τα παραλειπόμενά τους, τις υπαινικτικές αναφορές αλλά και τα όσα έκρινε, με τόλμη, ότι έπρεπε να πει ευθέως, «ως ιδιώτης», μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τον δραματικό τρόπο με τον οποίο ο Ιωάννης Καποδίστριας βίωσε την έκρηξη της Επανάστασης του ’21.

Αλλά και την αφοσίωσή του σε αυτήν! Οι συγκεκριμένες επιστολές, όπως και άλλα κείμενα του, υποδεικνύουν ότι ο Καποδίστριας δεν προσχώρησε εκ των υστέρων, αλλά ότι, αντιθέτως, ήταν εκείνος, εν πολλοίς, ο οποίος συνέλαβε, και το 1821 κατ’ εξοχήν εξέφραζε, την πολιτική αντίληψη, θέση, σχέδιο ή στρατηγική της κατάκτησης της εθνικής ανεξαρτησίας. Την ιδέα, δηλαδή, ότι, αν και βεβαίως, σε κάθε βήμα της, έπρεπε με προσοχή να συνυπολογίζει τις επιδιώξεις των ευρωπαϊκών Δυνάμεων, τις προτεραιότητες, ακόμα και τις εμμονές και προκαταλήψεις των βασιλέων και των αξιωματούχων τους, ωστόσο η επανάσταση έπρεπε και να προετοιμασθεί, και να ξεκινήσει και να προχωρήσει, αυτοτελώς, αν επρόκειτο να επιβληθεί και να καταστεί λειτουργικό μέρος του ευρωπαϊκού συστήματος: Ως κράτος αδύναμο, εκ των πραγμάτων τότε, και κατ’ αρχήν, αλλά σε θέση, με δυνατότητα και με προοπτική να εδραιώσει την εθνική του ανεξαρτησία, στην απορρόφηση των κραδασμών του ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων. [28]

Θα πρέπει, συμπερασματικά, να τονίσουμε ότι, πέρα και ανεξάρτητα από την διπλωματική του δεινότητα, πέρα και από την ιδεολογία ή κοσμοθεωρία του [29] και την βαθιά ορθόδοξη του πίστη, την φυσιογνωμία του Ιωάννη Καποδίστρια και την ανεκτίμητη προσφορά του στην Ελλάδα, πάνω από όλα, ή σε τελική ανάλυση, προσδιόρισε η πολιτική του Πράξη. Σε όλο τον δημόσιο βίο του, ο οποίος ξεκίνησε στα χρόνια της «Επτανήσου Πολιτείας» (1800-1807). Εκεί, να θυμίσουμε, για πρώτη φορά αναδείχθηκαν οι σπάνιες ηγετικές, πολιτικές, διοικητικές, οργανωτικές και άλλες του ικανότητες και δυνατότητες. Εκεί, συναντήθηκε γιά πρώτη φορά με τους πέραν των Επτανησίων «Έλληνες της Ηπείρου, της Πελοποννήσου και του Αιγαίου», τους «[οπλ-]αρχηγούς της Ελλάδας» με «την γενναία και χριστιανική ψυχή», [30] με τους οποίους θα διατηρούσε έκτοτε διαρκή επαφή και συνεργασία. Αλλά η πολυσχιδής προεπαναστατική δράση του Ιωάννη Καποδίστρια, όπως και η ανάπτυξη της πολιτικής του σκέψης, παραμένουν εξέχοντα ζητήματα, για τα οποία υπάρχει πολύτιμο, πρωτογενές και άλλο, υλικό το οποίο χρήζει διεξοδικότερης διερεύνησης και συσχέτισης με το ευρύτερο ελληνικό και διεθνές ιστορικό πλαίσιο της εποχής.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  Οι επιστολές, οι οποίες είναι γραμμένες στην ιταλική γλώσσα, καθώς και οι μεταφράσεις τους περιλαμβάνονται στο: Δ. Γρ. Καμπούρογλου,  Ιστορικόν Αρχείον Διονυσίου Ρώμα, Τομ. Α’, 1819-1825, Αθήνα, 1901, σελ. 33-40 . Οι υπογραμμίσεις σε αποσπάσματα επιστολών του Ι. Καποδίστρια περιλαμβάνονται στις επιστολές.

[2] Για μια περιεκτική  αναδρομή των διαχρονικών σχέσεων Καποδίστρια-Ρώμα, Χ.Ν. Βλαχόπουλος, Ο Διονύσιος Ρώμας και η Επιτροπή Ζακύνθου στον δρόμο για την εθνική συγκρότηση: στοχεύσεις, υπερβάσεις, επιτεύξεις. Αθήνα 2015, σελ. 102-114 (Διδακτορική διατριβή: Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών).

[3] Κ. Μάρξ & Φρ. ΄Ενγκελς, Η Ελλάδα. Η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα. Εισαγωγή-μετάφραση-υπομνηματισμός Παναγιώτη Κονδύλη, σελ. 64

[4] Σε «Υπόμνημα προς τους Έλληνας», τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο 1822 (Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια, τόμος ΣΤ, σελ 234, Κέρκυρα 1984), αμέσως μετά, δηλαδή, την αποχώρησή του από την Αγία Πετρούπολη για την Γενεύη, μεταξύ άλλων ο Καποδίστριας έγραφε: «… Όσον κατ’ εμέ, όχι μόνο δεν φοβούμαι την εγκατάλειψιν της Ευρώπης, αλλά και την επιθυμώ. Εν μόνον φοβούμαι, μήπως αι φιλότουρκοι Δυνάμεις δώσουν πραγματικάς χείρας βοηθείας εις τους ολοθρευτάς μας, αλλά και τότε η γνώμη μου δεν αλλάζει. Είναι συμφερώτερον, είναι ενδοξώτερον να αποθάνωμε με τα άρματα εις τας χείρας, παρά να υποπέσωμεν και αύθις από το γιαταγάνι των Τούρκων, ζωή μυριάκις φοβερωτέρα από τον θάνατον. Ελπίζω όμως ότι η Ιερά Συμμαχία δεν θέλει καταντήσει εις τοιαύτην αισχρότητα….»

[5]  Θεσμοθετήθηκε, ως «Πενταμερής Συμμαχία» στα Συνέδρια του Άαχεν (Aix-la-Chapelle -1818), όπου η Γαλλία αποκαταστάθηκε ως ισότιμη ευρωπαϊκή Δύναμη, του Τροπάου (Troppau -1820), με αντικείμενο την καταστολή της επανάστασης στη Νάπολι (Ιούλιος 1820) ζήτημα στο οποίο η Αγγλία και μερικώς η Γαλλία διαφώνησαν με Αυστρία και Ρωσία σχετικά με την ανάληψη συλλογικής δράσης, του Λάϊμπαχ (Laibach-1821) με αντικείμενο τις συνεχιζόμενες εξεγέρσεις στην Ιταλία, όπου συνεχίστηκαν οι διαφωνίες Βρετανίας και Γαλλίας με Αυστρία και Ρωσία και τέλος της Βερόνα (Verona-1822) με αντικείμενο την ισπανική εξέγερση, όπου η Αγγλία διαχώρισε πλήρως την θέση της στην ανάληψη συλλογικής δράσης αλλά και υποστήριξης μιας γαλλικής επέμβασης για την καταστολή της. Η «Ιερά Συμμαχία» ήταν ένας στενότερος ατελέσφορος και θνησιγενής συνασπισμός που δημιουργήθηκε (Σεπτέμβριος 1815) από τους αυτοκράτορες της ορθόδοξης Ρωσίας, καθολικής Αυστρίας και προτεσταντικής Πρωσίας γιά να καταρρεύσει με το θάνατο του Τσάρου Αλέξανδρου Α’.

[6] The Cambridge History of British Foreign Policy, 1783-1919, τόμος ΙΙ: 1815-1866 (Cambridge At the University Press, 1923, Appendix A: “Lord Castlereagh’s Confidential State Paper of May 5th 1820”, σελ. 631). Τόσο αντιπαθής ήταν στους φιλελεύθερους κύκλους της Αγγλίας ο Castlereagh, ώστε ο ποιητής  Percy Shelley, στο ποίημά του “The Mask of Anarchy”, είχε γράψει ότι ενσαρκώνει και προσωποποιεί το έγκλημα της δολοφονίας (“…I met Murder on the way, he had a mask like Castlereagh…”). Ο διπλωματικός πραγματισμός του, ωστόσο, συναντήθηκε στην πράξη της αγγλικής εξωτερικής πολιτικής με τον φιλελεύθερο αστισμό του διαδόχου του George Canning, ο οποίος μετακινείται από την αδιέξοδη συντηρητική πολιτική της «ουδετερότητας» και μη-παρέμβασης σε πολιτική ενεργητικής μεσολάβησης και παρέμβασης σε διεθνή ζητήματα.

[7] Ιωάννης Καποδίστριας, Επισκόπηση της πολιτικής σταδιοδρομίας μου από το 1798 έως το 1822. Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2014, σελ. 126

[8] Στη πολιτική της εναλλαγής συμμαχιών και της παρέμβασης γιά την επίλυση του «ελληνικού ζητήματος» του George Canning, «τα στρατηγικά συμφέροντα λίγο είχαν να κάνουν με την Ελλάδα καθαυτή, αλλά περιστρέφονταν γύρω από Οθωμανική αυτοκρατορία και την Ρωσία». Andrew Montgomery Endort, “British Foreign Policy under Canning”, Thesis, University of Montana, 2008, p.71

[9] «Υπόμνημα προς τους ΄Ελληνας», οπ. παρ., σελ. 234-235

[10] Οπ. παρ., σελ. 242

[11] Οπ. παρ., σελ. 235

[12] Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, Ρήγας-Υψηλάντης-Καποδίστριας. Έρευναι εις τα αρχεία. Σελ. 123-125

[13] Καθόσον αφορά στοιχεία από τα κρατικά ρωσικά αρχεία, δείτε μελέτες του ρώσου ειδήμονα Γκρ. Αρς, όπως «Η Φιλική Εταιρεία στη Ρωσία»,  Αθήνα 2011.

[14] Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας,οπ. παρ., σελ. 120

[15] Ο Καποδίστριας είχε εκφράσει τις ίδιες απόψεις, για παράδειγμα στα 1818, στους οσποδάρους της Μολδαβίας και της Βλαχίας όταν απέστειλαν αντιπροσώπους τους, αντίστοιχα τους Πανταζόγλου και Α. Μαυροκορδάτο (τον νεώτερο), για να χαιρετίσουν τον Αλέξανδρο Α’ κατά την άφιξη του στα σύνορα: «Στις συνομιλίες που είχα μαζί τους προσπάθησαν να μου αποδείξουν ότι ως ΄Ελληνες ανυπομονούσαν να μάθουν πότε τα στρατεύματα της Ρωσίας θα περνούσαν τον Προύθο, καθώς πίστευαν ότι η διατήρηση της ειρήνης με τους Τούρκους ήταν αδύνατη. «Νομίζετε, λοιπόν», απάντησα, «ότι θα περάσουν τον Προύθο γιά να σας ανακηρύξουν ανεξάρτητους ηγεμόνες; Δείξτε μου ανάλογο ιστορικό παράδειγμα. Δεν υπάρχει! Φαντάζεστε ότι η τύχη σας θα αποτελέσει εξαίρεση του κανόνα; Γιά να γίνουν όσα περιγράφετε θα πρέπει να χυθεί αίμα, να θυσιασθούν ζωές και περιουσίες, και γιά ποιό λόγο; Για να αντικαταστήσουμε το τουρκικό σαρίκι με ευρωπαϊκό καπέλο! Ως ΄Ελληνας, η μόνη ελευθερία που οφείλω να επιθυμώ γιά τους ομοεθνείς μου είναι αυτήν που μπορούν να αποκτήσουν με τις δικές τους δυνάμεις, αφότου προηγουμένως έχουν οδεύσει προς τον αληθινό πολιτισμό. Αλλά από το σημείο αυτό η πατρίδα μας βρίσκεται μακριά ακόμα. Γι’ αυτό και ο καθένας από εμάς οφείλει να αφιερώσει όλες του τις δυνάμεις, ώστε να προετοιμαστεί η οδός μέσω της οποίας θα αναδειχθεί η πατρίδα μας έθνος πολιτισμένο. Ως υπουργός όμως της Αυτού Αυτοκρατορικής Μεγαλειότητος, σας δηλώνω ότι ο αυτοκράτορας έχει την σταθερή και αμετάπειστη  πρόθεση να εδραιώσει την ειρήνη με τους Τούρκους στη βάση των υφισταμένων συνθηκών. Αν οι ΄Ελληνες θελήσουν να επωφεληθούν –καλοπροαίρετα- από αυτό το σύστημα, τότε όχι μόνο δεν θα χάσουν αλλά θα κερδίοσυν πολλά». Επισκόπηση της πολιτικής σταδιοδρομίας μου, Οπ.παρ., σελ. 88.

[16] Γκρ. ΄Αρς, Οπ. παρ., σελ. 406

[17] Αλ. Δεσποτόπουλου, «Παράγοντες, Διάρκεια, Φάσεις και Ιδιομορφία της Ελληνικής Επαναστάσεως», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σελ.17

[18] Ο  Ρώμας θα έχει κεντρικό ρόλο στην δραστηριότητα της Φιλικής Εταιρίας στην Ζάκυνθο μέχρι το Φθινόπωρο του 1820, όταν λόγω έντασης των διώξεων της αγγλοκρατίας, θα καταφύγει στην Βενετία, όπου θα παραμείνει αυτοεξόριστος για τέσσερα χρόνια χωρίς να διακόψει τους δεσμούς του με την οργανωτική προσπάθεια των Φιλικών. Δες Βλαχόπουλος, οπ. παρ. σελ. 102

[19] Αρχείο Ξάνθου, Τόμος Α’ σελ. λη

[20] Ντίνος Οικονόμου, Ο Διονύσιος Ρώμας και η Ελληνική Εθνεγερσία, Αθήνα, 1972 σελ. 55

[21] Ντίνος Οικονόμου, Ζακυνθινοί Φιλικοί, Αθήνα 1966, σελ. 75. Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας, Οπ. Παρ., σελ. 100-104

[22] Κούκου, Ελένη, Ανέκδοτοι επιστολαί του Μητροπολίτου Ουγγαροβλαχίας Ιγνατίου προς τον Ι. Καποδίστριαν. «Δέλτιον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Ελλάδος», 12 (1957-8), σελ. 151-177. Πρωτοψάλτης, Εμμανουήλ, Υπομνήματα συναφή Ιγνατίου, Μητροπολίτου Ουγγαροβλαχίας και Ιω. Καποδίστρια περί της τύχης της Ελλάδος.  «ΑΘΗΝΑ», 60 (1956), σελ. 145-182.

[23] Βλαχόπουλος, όπ. παρ., σελ.61.

[24] Konstantina Zanou, Beyond ‘Neo-Hellenic Enlightenment’ Greek intellectuals between the Ionian Islands, Italy and Russia (1800–1830), CAS Working Paper Series, Sofia, No. 6/2014 , p.19

[25] Καποδίστριας, Επισκόπηση, όπ.παρ. σελ. 132 κ.ε.

[26] Irby C. Nichols, JR. The European Pentarchy and the Congress of Verona. . M. Nijhof, The Hague, 1971, σελ.6

[27] Οπ. παρ. σελ.7

[28] Πρόκειται για την έννοια του «παρεμβαλλόμενου» κράτους (buffer state): Μartin Wight, Power Politics, London,: Pelican Books, 1979, σελ. 160. Στο σημαντικό αυτό έργο της μελέτης των Διεθνών Σχέσεων, το οποίο είναι ιδιαίτερο χρήσιμο για την κατανόηση της εποχής της «Συνεννόησης Δυνάμεων», η οποία, κατ’ αυτόν ξεκίνησε με το Συνέδριο της Βιέννης του 1815 και τερματίσθηκε με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1914, ο Wight διακρίνει τα «παρεμβαλλόμενα κράτη» από «παρεμβαλλόμενες ζώνες» (buffer states or zones), ή περιοχές, τις οποίες ορίζει ως «κενό ισχύος» που διεκδικούν δύο οι περισσότερες δυνάμεις, όπου κάθε μία προωθεί σ’ αυτές την επιρροή της, «αναλόγως της ισχύος της, με δύο τρόπους: Είτε υπεραμύνεται την ουδετερότητά της ή την ανεξαρτησία της, είτε επιβάλλει την κατοχή της και, ενδεχομένως την προσάρτηση και μετατροπή της σε μεθοριακή επαρχία».

[29] Ειδοποιά χαρακτηριστικά της κοσμοθεωρίας αυτής, έχουν επιχειρήσει, με γοητευτικό ομολογουμένως τρόπο, να αναδείξουν ερευνητές όπως η Κωνσταντίνα Ζάνου, «Η ρωσική στιγμή του Ιονίου και η κληρονομιά της». Εισήγηση στο Πανιώνιο Συνέδριο, Μάιος 2014

[30] Καποδίστριας, Επισκόπηση, οπ.παρ., σελ.15-16.

 

Στέλιος Αλειφαντής – Σέργιος Ζαμπούρας

 

Read Full Post »

Η καθιέρωση της Εθνικής Εορτής της 25ης Μαρτίου 


 

Αποτελεί γενικό έθιμο να πανηγυρίζει κάθε κράτος με επίσημες γιορτές, ορισμένη μέρα της χρονιάς, που να θυμίζει το σπουδαιότερο εθνικό γεγονός ή συμβάν, το οποίο τις περισσότερες φορές συνδέεται με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, με την παλιγγενεσία ή την απελευθέρωσή του, την εγκαθίδρυση ή τη μεταβολή του πολιτεύματός του.

Ο μέγας αυτός πανηγυρισμός σε συγκεκριμένη μέρα συνιστά την Εθνική Εορτή της χώρας και η ημέρα αυτή λογίζεται κατ’ εξοχήν επίσημη και συμβολική. Άμεσα συγγενής προς την Εθνική Εορτή είναι η έννοια άλλων μεγάλων δημόσιων εορτών, με τις οποίες τιμούνται ταυτόχρονα και στον ίδιο βαθμό ιστορικά γεγονότα πολύ μεγάλης σημασίας, που συνδέονται με την εθνική μας ζωή.

Διαφορετική είναι η έννοια δημόσιων εορτών, που καθιερώνονται για σπουδαία ιστορικά γεγονότα τοπικής σημασίας. Σ’ αυτές τις εορτές ο πανηγυρισμός πραγματοποιείται επισήμως και με τη συμμετοχή του κράτους, αλλά μέσα σε ορισμένη περιφέρεια και μόνο σ’ αυτήν.

Τέλος, εντελώς διαφορετική είναι η έννοια των δημοτικών εορτών, που αποφασίζονται και τελούνται με την πρωτοβουλία και ευθύνη του οικείου δήμου ή κοινότητας.

 

Οι εθνικές εορτές στην Ελλάδα

 

Η καθιέρωση Εθνικών εορτών στην Ελλάδα, δηλαδή πανελλήνιων πανηγυρισμών, για να τιμηθούν εθνικά και ιστορικά γεγονότα πανελλήνιας σημασίας μέχρι και το 1838 και η τέλεση δημόσιων τελετών γι’ αυτές συμπεραίνεται ότι γινόταν άτυπα με «βασιλικές διαταγές» ή διατάγματα, που δεν δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αλλά πιθανόν να βρίσκονται σε κάποιο κρατικό αρχείο.

Με τον τρόπο αυτό καθιερώθηκαν ως ημέρες εθνικής εορτής οι επέτειοι των αποβατηρίων του Βασιλέως Όθωνος στις 25 Ιανουαρίου 1833 [1], τα γενέθλια και η ονομαστική εορτή των Βασιλέων Όθωνος και Αμαλίας και τα αποβατήρια της βασίλισσας και καταργήθηκαν – εκτός από την πρώτη – το 1859 [2]. Κατά τον ίδιο τρόπο καθιερώθηκε και η κατ’ εξοχήν Εθνική Εορτή της 25ης Μαρτίου, για την οποία θα γίνει ευρύτερος λόγος παρακάτω [3].

Αντιθέτως μετά το 1838 η καθιέρωση όμοιων εορτών γινόταν με την έκδοση ξεχωριστών διαταγμάτων που δημοσιεύονταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Με τη διαδικασία αυτή καθιερώθηκαν διαδοχικά ως εθνικές εορτές, που γιορτάζονταν παράλληλα με την επέτειο της 25ης Μαρτίου, η επέτειος της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, η οποία ονομάστηκε κατ’ εξοχήν ημέρα παραγωγός λαμπρού μέλλοντος διά το Ημέτερον Βασίλειον, επειδή στέφθηκε από επιτυχία η γνωστή Επανάσταση του 1843 για σύγκληση Εθνικής Συνε­λεύσεως και κατάρτιση Συντάγματος [4]· η επέτειος της 11ης Οκτωβρίου 1862, καθ’ ην εθριάμβευσε Λαός και Στρατός κατά της καταλυθείσης δυναστείας, που θεωρήθηκε επίσης ημέρα παραγωγός λαμπρού μέλλοντος για το Ελληνικό Έθνος [5] και στην ουσία υποκατέστησε την προηγούμενη επέτειο· η επέτειος της 26ης Οκτωβρίου 1912, ημέρα κατά την οποία ελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη από τον νικηφόρο Ελληνικό Στρατό [6]· η επέτειος της 1ης Μαΐου 1924, σαν «εθνική εορ­τή», σε ανάμνηση της «δημοκρατικής ορκω­μοσίας» για τη μεταπολίτευση του 1924 [7], γιορταζόταν όμως μέχρι και το 1935 «μόνον ως ημέρα αργίας καθ’ όλον το κράτος», χωρίς άλλη δημόσια τελετή· ή επέτειος της 28ης Οκτω­βρίου 1940 σε ανάμνηση της αντίστασης του Έθνους στην ιταλική επίθεση και της συμμετοχής του στο συμμαχικό μέτωπο της Ελευθερίας [8].

Για την εκτέλεση των επιτασσομένων από τα διατάγματα, αρχικά ήταν ο Γραμματέας των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης, και αργότερα ο Υπουργός Εσωτερικών, που ήταν και ο εισηγητής της έκδοσης αυτών των διαταγμάτων.

Η τέλεση δημόσιων τελετών κατά τις επετείους των εθνικών ή άλλων επίσημων εορτών αποφασίστηκε, όπως γνωρίζουμε, με ενιαίο τρόπο το 1889, όταν με πρόταση του Υπουργού των Εσωτερικών, ορίστηκε με διάταγμα ότι κατά τις επετείους των εορτών της 1ης Ιανουαρίου, της 25ης Μαρτίου και της ονομαστικής βασιλικής εορτής (23ης Απριλίου) διατάσσονται δημόσιες τελετές [9].

Στο εξής, κάθε που καθιερωνόταν ή καταργούνταν καθιερωμένη εθνική εορτή, ή παριστανόταν ανάγκη να οριστεί νέα γιορτινή ημέρα, η τέλεση κατά την επέτειο του τιμωμένου γεγονότος δημόσιων τελετών οριζόταν με ειδικό διάταγμα που καθιέρωνε την εορτή και με διατάγματα περί δημόσιων τελετών, τα οποία εκδίδονταν στο σωστό χρόνο [10].

Η εκτέλεση των εν λόγω διαταγμάτων και η μέριμνα για την οργάνωση και την τέλεση των δημόσιων τελετών κάθε χρονιάς για τις εθνικές εορτές ανατιθόταν οπωσδήποτε στον Υπουργό των Εσωτερικών [11].

Ήδη με τον Αναγκαστικό Νόμο με αριθμ. 198 της 25ης Νοεμβρίου 1967, ορίστηκε ότι η καθιέρωση δημόσιων εορτών για τις επετείους εθνικών ή ιστορικών γεγονότων πανελλήνιας ή τοπικής σημασίας συντελείται με διατάγματα που εκδίδονται με κοινή πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Εξωτερικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων [12].

 

Η Εθνική Εορτή της 25ης Μαρτίου

 

Στο μνημονευθέν ήδη διάταγμα του 1838 σημειώνεται ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου, που είναι οπωσδήποτε λαμπρή λόγω της εορτής του Ευαγγελισμού, «είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά την κατ’ αυτήν έναρξιν του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Έθνους».

Ύστερα από  έρευνα των πηγών, αποτελεί σήμερα κοινή επιστημονική παραδοχή ότι η παράδοση για την κήρυξη του Αγώνα στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821 συνδέεται με ευσεβή και συγκινητικό θρύλο, ο οποίος  διαχωρίζει βέβαια τα επί μέρους πολεμικά γεγονότα στην Ελλάδα με εκείνα που έγιναν στις Παρίστριες Ηγεμονίες από τον Φεβρουάριο 1821 και μάλιστα από τις 24 Φεβρουαρίου, όταν – ως γνωστόν- ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρος Υψηλάντης εξέδωσε και εξαπέλυσε από το Γενικό Στρατόπεδό του στο Ιάσιο την περίφημη προκήρυξή του προς τους Έλληνες με τον τίτλο: Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος.

Για τους λόγους αυτούς πολύ πετυχημένα, η ημέρα της 25ης Μαρτίου, η «Δοξασμένη Μέρα», καθιερώθηκε εθνικά γιορτινή, επειδή περικλείει, όπως ειπώθηκε από τον Ρήγα Παλαμήδη στη Γερουσία στη συνεδρίαση της 26ης Μαρ­τίου 1856, εν ιερώ κειμηλίω, πάσας τας αναμνήσεις του Ελληνικού Έθνους κατά το διάστημα του ιερού αγώνος, δι’ ου ανεκτήσατο την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν[13]. Η χρονική σύμπτωση της μεγάλης θρησκευτικής εορτής προς τις πρώτες ημέρες των επαναστατικών ενεργειών στην Πελοπόννησο απετέλεσε  – κατά τον Ιωάννη Φιλήμονα, αν και υποστήριζε την άποψη ότι ως ημέρα ενάρξεως του Αγώνα έπρεπε να εορτάζεται η 24η Φε­βρουαρίου – ιδέα λαμπρή και ελληνικότατη, επειδή στηριζόταν στις αναλ­λοίωτες αρχές της αγίας ημών Εκκλησίας, και έφερε μέγα ύψος και βεβαίωνε την παντοτινή σωτήρια ενότητα και συγχώνευση του θρησκευτικού και εθνι­κού πνεύματος [14].

 

Βρυζάκης Θεόδωρος, «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης», Λάδι σε μουσαμά ,164 x 126 εκ., 1865, Εθνική Πινακοθήκη. Ο ευσεβής και συγκινητικός θρύλος για την κήρυξη του Αγώνα στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821, εκφράζει βαθύτατα το πνεύμα του Αγώνα. Θρησκεία και Πατρίδα γυρεύουν τη λύτρωση, τη λευτεριά.

Βρυζάκης Θεόδωρος, «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης», Λάδι σε μουσαμά ,164 x 126 εκ., 1865, Εθνική Πινακοθήκη.
Ο ευσεβής και συγκινητικός θρύλος για την κήρυξη του Αγώνα στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821, εκφράζει βαθύτατα το πνεύμα του Αγώνα. Θρησκεία και Πατρίδα γυρεύουν τη λύτρωση, τη λευτεριά.

 

Πρέπει να εξεταστεί εάν εορταζόταν μέχρι τότε η κήρυξη της Ελληνικής Επανά­στασης και η ανάσταση του Γένους.

Πριν από το 1838, ακόμη και κατά την διάρκεια του Αγώνα, μνημονεύονται αναμνηστικοί εορτασμοί της Επαναστάσεως κατά την 25ην Μαρτίου, άλλα όχι με επίσημο χαρακτήρα [15].

Εκτός από τον εορτασμό, μνημονεύεται ότι κατά τους χρόνους της Επαναστάσεως γινόταν την 1η Ιανουαρίου τελετή για την επέτειο περί ανεξαρτησίας του Έθνους, σύμφωνα με την προκήρυξη της Α’ Εθνικής Συνέλευσης στην Επίδαυρο, που έγινε την ίδια μέρα το 1822 [16].

Εν πάση περιπτώσει δια­τάγματα με τα οποία καθιέρωναν εθνικές ή άλλες επίσημες εορτές  από την άφιξη του Βασιλέως Όθωνος και μέχρι το 1843 δεν αναφέρονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Τούτο δεν είναι παράδοξο, επειδή στην επίσημη εφημερίδα δεν δημοσιευόταν τότε το σύνολον των εκδιδόμενων διαταγμάτων.

Επαναλαμβάνουμε ότι από το 1834 εορταζόταν ως εθνική εορτή η επέτειος της 25ης Ιανουαρίου (6ης Φεβρουαρίου), σε ανάμνηση της αποβιβάσεως του Όθωνος στην ελληνική γη το 1833, και τελούνταν τελετή για τα αποβατήρια. Αυτή η εορτή καθιερώθηκε αρχικά από το Κοινόν των Ναυπλιέων και αναγνωρίστηκε με το  βασιλικό διάταγμα της 20ής Ιανουαρίου 1834, αλλά το κείμενό του δεν επισημάνθηκε ακόμη [17].

Πριν από την έκδοσή του και με διάταγμα της 22ας Νοεμβρίου 1833 «περί προσδιορισμού των εργασίμων ωρών εις τα γραφεία», η επέτειος της αποβιβάσεως του βασιλέως περιελήφθηκε μεταξύ των εορτάσιμων ημερών, που οι εργάσιμες ώρες στα γραφεία περιορίζονταν στις τέσσερεις, ενώ για τις εορτές των γενεθλίων και τις ονομαστικές ορίστηκε ότι διακόπτονται αι ασχολίαι μόνον όσον καιρόν απαιτεί η επίσημος λειτουργία [18]. Πλήρης αργία δεν υπήρχε τότε.

Μέχρι το 1838 οι μη θρησκευτικές επίσημες εορτές εξαιρούνται βέβαια οι πανηγυρισμοί του νέου έτους, έκτακτες περιπτώσεις και εκείνη που γινόταν σε ανάμνηση των «αποβατηρίων» του Όθωνος στις 20 Ιανουα­ρίου 1833 ήταν για τα γενέθλια, τις ονομαστικές εορτές και για την ενηλικίωσή του, θυμίζοντας και την προσωπική  ανάληψη της εξουσίας από αυτόν στις 20 Μαΐου 1835, καθώς επίσης  οι εορτές της Αμαλίας, όπως ήδη σημειώθηκε.

Εν τούτοις, κατά τον Ρήγα Παλαμήδη σκέψη για καθιέρωση Εθνικής Εορτής, που να θυμίζει την κήρυξη του Ιερού Αγώνα και την Εθνική Παλιγγενεσία, μάλιστα στις 25 Μαρτίου, είχε γίνει προ πολλού και τελούνταν κάποιος ανεπίσημος εορτασμός κατ’ αυτήν. Κατά την ημέρα αυτήν: μνημονεύονται ιδίως οι ψυχές των ηρώων εκείνων, οι οποίοι πότισαν με το  πολύτιμο αίμα τους το δένδρο της ελευθερίας και όλοι όσοι μόχθησαν για χάρης της· και υπήρχε φαιδρή ευθυμία στις ψυχές όλων των Ελλήνων, των μεγαλύτερων που διηγούνταν τα διάφορα κατορθώματά τους στους νεότερους και πολλών αρχιερέων και λογίων που εκφωνούσαν λόγους κατάλληλους σε ανάμνηση των ηρωικών πράξεων· με μια κουβέντα δηλαδή, η ημέρα αυτή τιμόταν και με τα τότε μέσα ως εθνική, όχι μόνον από τους ελευθερωθέντες Έλληνες, αλλά και από όλη την ελληνική φυλή [19].

Η ιδέα για επίσημη καθιέρωση του εορτασμού προωθήθηκε με τον καιρό [20], έφθασε μέχρι τη σύνταξη του σχετικού διατάγματος από τον Ι. Κωλέττη ως Γραμματέα των Εσωτερικών το 1835, αλλά δεν επιδόθηκε λόγω της αποχώρησής του από τη Γραμματεία. Όπως φαίνεται, η σύμπτωση της μεγάλης και συμβολικής εορτής του Ευαγγελισμού με τα πρώτα επαναστατικά επεισόδια στην Πελοπόννησο είχε επηρεάσει τη λαϊκή ψυχή τόσο έντονα, ώστε να ωριμάσει με τον πιο φυσικό τρόπο η κοινή επιθυμία για την παραδοχή αυτής της ημέρας ως πανηγυρικής κήρυξης του Ιερού Αγώνα για την Ελευθερία, και προσαρμόστηκε πλήρως ο Ευαγγελισμός της Θεοτό­κου προς την Ανάσταση του Γένους. Το 1837 το θέμα έφθασε πάλι για εισήγηση στον Γραμματέα Εξωτερικών και του Βασιλικού Οίκου, με την παράλληλη ιδιότητά του ως Προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου Ιγνάτιο φον Ρούντχαρτ, αλλά αργά ως δημοτική πρόταση, όπως συμπεραίνεται. Επειδή ο χρόνος δεν επαρκούσε για την ολοκλήρωση της αναγκαίας διαδικασίας για την έκδοση διατάγματος, επετράπη άτυπα η διεξαγωγή του ανάλογου εορτασμού στις 25 Μαρτίου του έτους εκείνου (1837).

Κατά τον Ρήγα Παλαμήδη: η τελετή έγινε  με όλη την πομπή και όλη την επισημότητα· και είχαν μαζευτεί  όλες σχεδόν οι δημοτικές αρχές της Αττικής και πλήθος λαού από τα περίχωρα με σημαίες, όπλα και τύμπανα· ώστε η πόλη των Αθηνών παρουσίαζε μέχρι το βράδυ της επομένης το θέαμα μεγαλοπρεπούς και ευχάριστου πανηγυριού, που διεξαγόταν με πλήρη τάξη και ησυχία [21].

Τελικά, στις 15 Μαρτίου 1838 με πρόταση του Γραμματέα των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαίδευσης Γεωργίου Γλαράκη, που ήταν Γραμματέας της Επικρατείας και κατείχε και το χαρτοφυλάκιο του Γραμματέα της Επικρατείας στα Εσωτερικά, καθιερώθηκε η ημέρα της 25ης Μαρτίου με το αριθμ. 980 διάταγμα Εθνική Εορτή στο διηνεκές. Η δημοσίευση και η εκτέλεση (ενέργεια) του διατάγματος ανατέθηκε στον ίδιο Γραμματέα της Επικρατείας στα Εκκλησιαστικά και στη Δημόσια Εκπαίδευση.

Άξιο απορίας είναι ότι το σπουδαίο αυτό διάταγμα δεν δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αλλά μόνο στον ημερήσιο τύπο [22].

 

Διάταγμα για την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως Εθνικής Εορτής.

Διάταγμα για την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως Εθνικής Εορτής.

 

Στη δημοσίευση του διατάγματος ακολούθησε μετά από δυο ημέρες η κοινοποίησή του από τη Γραμματεία της Επικρατείας στα Εκκλησιαστικά και στη Δημόσια Εκπαίδευση προς τους διοικητές και υποδιοικητές της Επικρατείας και μετά από τρεις ημέρες πρόσκληση που στάλθηκε από τον Γραμματέα της Επικρατείας στα Εσωτερικά προς τα ίδια Όργανα της περιφερειακής διοίκησης, για να  λάβουν «πρόνοιαν διά να τελεσθή η εορτή αύτη με όλην την λαμπρότητα και αξιοπρέπειαν, ήτις αρμόζει εις ημέραν τοσούτον αξιομνημόνευτον και τοσούτον προσφιλή εις τον Ελληνικόν λαόν».

 

Ο πρώτος εορτασμός της Εθνικής Εορτής στην Αθήνα

 
Η παραπάνω υπουργική διαταγή έτυχε πλήρους κατανοήσεως από τους κατά τόπους διοικητές, αν κρίνουμε από τον εορτασμό που έγινε στην Α­θήνα, όπως περιγράφεται στον τύπο της εποχής [23].

Ο εορτασμός έγινε με βάση επίσημου προγράμματος που εκδόθηκε στις 23 Μαρτίου, στο οποίο περιλαμβανόταν και το καθιερωμένο τότε προβάδισμα των δημόσιων αρχών στην Αθήνα [24]. Τη γενική επιμέλεια φαίνεται πως είχε ο Διοικητής Αττικής Κωνσταντίνος Αξιώτης, ο οποίος απέσπασε και δημοσίους επαίνους για τις επιτυχείς ενέργειές του [25].

Ο ναός της Αγίας Ειρήνης. Η πρώτη Μητρόπολη της Αθήνας. Το 1835, εκεί έγινε η τελετή ενηλικίωσης του βασιλιά Όθωνα και το 1838, γιορτάστηκε για πρώτη φορά η επέτειος της 25ης Μαρτίου. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο: «Η Αθήνα μέσα στο Χρόνο».

Ο ναός της Αγίας Ειρήνης. Η πρώτη Μητρόπολη της Αθήνας. Το 1835, εκεί έγινε η τελετή ενηλικίωσης του βασιλιά Όθωνα και το 1838, γιορτάστηκε για πρώτη φορά η επέτειος της 25ης Μαρτίου. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο: «Η Αθήνα μέσα στο Χρόνο».

Οι πρώτες εκδηλώσεις άρχισαν με 21 κανονιοβολισμούς το βράδυ της προηγούμενης ημέρας [26]. Την Παρασκευή 25 Μαρτίου ο εορτασμός ξεκίνησε με τη συμμετοχή όλου του κόσμου με ομοθυμία και ενθουσιασμό από το πρωί με νέους 21 κανονιοβολισμούς. Επισημότερη εκδήλωση ήταν η τέλεση δοξολογίας στις 9 το πρωί από τον Επίσκοπο Αττικής και πρώην Ταλαντίου Νεόφυτο Μεταξά στον παλαιό ναό της Άγιας Ειρήνης [27], που είχε λάβει μέρος στον Αγώνα, παρουσία του Βασιλέως Όθωνος και της Βασίλισσας Αμαλίας, που φορούσαν ελληνική ενδυμασία, παρουσία των αυλικών, πολιτικών, δικαστικών, στρατιωτικών και δημοτικών αρχών, παρουσία των συντεχνιών, με τις κυανό­λευκες σημαίες τους και με τα σύμβολα της τέχνης κάθε φορά, καθώς επίσης και παρουσία των διπλω­ματικών αντιπροσώπων των ξένων δυνάμεων, ήτοι της Αγγλίας, Γαλλίας, Ι­σπανίας και Σουηδίας, εκτός από τους εκπροσώπους της Ρωσίας, της Αυστρίας και Βαυα­ρίας, αν και ο πρώτος από αυτούς φωταγώγησε λαμπρά την οικία του. Η αγενής απουσία τους δικαίως καυτηριάστηκε έντονα από τον τύπο [28]. Ειδικότερα η εφημερίδα «Ο Σωτήρ» παρουσίασε το γεγονός με τις εξής φράσεις: Σε όσους δεν τίμησαν με την παρουσία τους την Εθνική Εορτή μας απαντάμε: «Η Ελληνική Επανάσταση δεν μοιάζει με καμιά άλλη. Μόνη η δική μας είχε το προνόμιο να χειροκροτηθεί από όλους τους λαούς, να εμπνεύσει την Μούσα Βασιλέων, και να οπλίσει για λογαριασμό της τους βραχίονες των τριών Κολοσσών της Ευρώπης. Τέτοια επανάσταση μπορεί, νομίζουμε, καθένας χωρίς κίνδυνο και χωρίς ντροπή να πανηγυρίζει» [29].

Η συμμετοχή του λαού της Αθήνας και των χωριών της Επαρχίας Αττικής στον εορτασμό ήταν πάνδημος και πολύ ενθουσιώδης [30]. Μαζεύτηκαν αυτοί στην Αθήνα και εκδήλωναν τη χαρά τους, «παίζοντες διάφορα μουσικά όργανα και ζητωκραυγώντες μετ’ ενθουσιασμού» [31]. Προπορευόμενοι μπροστά από τη βασι­λική άμαξα, με την οποία οι βασιλείς μετέβησαν στον τότε Μητροπολιτικό Ναό, αποτέλεσαν αυτόκλητο μέρος της συνοδείας τους, αλλά και όλη την ημέρα κινούμενοι στην πόλη έφιπποι και πεζοί εξέφραζαν με πολλούς τρόπους τα αισθήματα της ζωηρής των χαράς για την πανηγυρική και επίσημη ανάμνηση του εθνικού γεγονότος.

Η ευθυμία και η εορταστική διάθεση δεν μειώθηκαν ούτε από το γεγονός  ότι μετά από αυτά άρχισε να βρέχει ελαφρά για πέντε ώρες περίπου. «Εντούτοις η ευθυμία του λαού δεν είχε καταπαύσει, διότι στην ψυχή καθενός έκανε θαυμάσια εντύπωση η αιφνίδια αυτή μεταβολή της ατμόσφαι­ρας, η οποία κατείχε μα την αλήθεια και την 25η Μαρτίου 1821, επίσης ημέρα Παρασκευή» [32].

Συγκινητικές σκηνές σημειώθηκαν. Στην πλατεία πριν από τα Ανάκτορα, την σημερινή πλατεία Κλαυθμώνος, στήθηκε από το Δήμο Αθηναίων εορταστική αψίδα, και μετά την κατάπαυση της βροχής οι Αθηναίοι χόρευαν γύρω της. «Μέσα σ’ αυτό το περιστατικό, λοιπόν  παρουσιάζεται ξαφνικά η γριά με τα λευκά μαλλιά, αδελφή των αδελφών Λέκκα, που διακρίθηκαν για την ξεχωριστή ανδρεία τους, η οποία απευθυνόμενη στους χορηγούς είπε: «Σταματήστε, παιδιά μου, σ’ εμένα ανήκει να αρχίσω το χορό, διότι σ’ αυτό το έδαφος πρόσφερα ως θύματα δύο ανδρείους αδελφούς και τον μοναχογιό μου» και έτσι με τα δάκρυα στα μάτια χόρευε μαζί τους και χαιρόταν με τους Έλληνες» [33].

Το βράδυ έγινε φωταγώγηση της Ακρόπολης, των δημόσιων και δημοτικών καταστημάτων και των οικιών της πόλης, και προς αυτή την πλευρά του Λυκαβηττού «εσχηματίσθη διά των φανών είς μεγάλος σταυρός, του οποίου η θέα κάμνει μεγάλην εντύπωσιν» [34].

Ανάμεσα στις οικίες, που είχαν φωταγωγηθεί με περισσή φιλοκαλία ήταν του κόμητος Ρώμα και του αρχιμανδρίτη Θεόκλητου Φαρμακίδη. Το δημόσιο κατάστημα, που ξεχώριζε για την διακόσμησή του, ήταν το Διοικητήριο, έδρα του Διοικητή Αττικής Κωνσταντίνου Αξιώτη. Επίσης, ανάμεσα στα δημόσια καταστήματα, που με φιλοκαλία είχαν διακοσμηθεί,  μνημονεύτηκε από τον τύπο το κατάστημα της Βασιλικής Τυπογραφίας (Εθνικό Τυπογραφείο), δηλαδή το κτίριο στην οδό Σταδίου, που τώρα στεγάζεται το Πρωτοδικείο Αθηνών. Στη βάση φωτεινής πυραμίδας είχε αναγραφή το εξής επίγραμμα: Ει  το  καλώς   θνήσκειν αρετής  μέρος εστί μέγιστον ημίν εκ πάντων τούτ’ απένειμε τύχη· Ελλάδι γαρ  σπεύδοντες  ελευθερίην περιθήναι κείμεθ’ αγηράντω χρώμενοι ευλογίη [35].

Για άγνωστο λόγο δεν φωταγωγήθηκαν τα Ανάκτορα, παρά την εντολή του Βασιλέως Όθωνος [36]. Αν συνδυαστεί αυτό με την είδηση ότι ο Επιτετραμμένος της Βαυαρίας όχι μόνο δεν προσήλθε στη δοξολογία, αλλά ούτε ένα λυχνάρι δεν άναψε μια μέρα που ο γιος του Βασιλέα και Κυρίου του, ο τρισέβαστος Όθων, καθιέρωσε Εθνική σε ανάμνηση της παλιγγενεσίας της Ελλάδας [37], θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ο εν λόγω διπλωμάτης και το προσωπικό των Ανα­κτόρων που επηρεαζόταν απ’ αυτόν κατείχοντο από δυσαρέσκεια, που προερχόταν πιθανόν από πολιτικές σκέψεις και από συνδυασμό της Εθνικής Εορτής με συνταγματικές εξελίξεις, ανεπιθύμητες για τους ίδιους.

Εορτασμοί ανάλογοι της Αθήνας πραγματοποιήθηκαν και στην επαρχία.

Το μέγα γεγονός της κήρυξης του Αγώνος της Ανεξαρτησίας και της επίτευξης της παλιγγενεσίας του Ελληνικού Έθνους με τον αγώνα αυτόν, εξακολούθησε στο εξής να εορτάζεται σχεδόν ανελλιπώς [38], ακόμη και κατά τη διάρκεια της εχθρικής κατοχής (1941-1944) [39]. Εορτάζεται μάλιστα πάντοτε με εθνική έξαρση, με τη δέουσα υποβλητικότητα και ευγνωμοσύνη των επιγόνων, την οφειλόμενη στη σημασία του και στις θυσίες των γνωστών και άγνωστων αγωνιστών [40].

 

Πρόγραμμα εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1838 (παραμονή εορτής).

Πρόγραμμα εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1838 (παραμονή εορτής).

 

Πρόγραμμα εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1838. Για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1838, εξεδόθησαν δύο προγράμματα, στο ένα εκ των οποίων ανακοινώνονται οι τελετές της παραμονής 24ης Μαρτίου.

Πρόγραμμα εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1838. Για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1838, εξεδόθησαν δύο προγράμματα, στο ένα εκ των οποίων ανακοινώνονται οι τελετές της παραμονής 24ης Μαρτίου.

 

Τα ισχύοντα σήμερα για εορτές και τελετές

 

Όπως ήδη σημειώθηκε, με τον Αναγκαστικό Νόμο της 25ης Νοεμβρίου 1967 με αριθμ. 198, η καθιέρωση δημόσιων εορτών για τις επετείους εθνικών ή ιστορικών γεγονότων πανελλήνιας ή τοπικής σημασίας ορίστηκε ότι συντελείται με διατάγματα που εκδίδονται με κοινή πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Εξωτερικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Στον Υπουργό των Εσωτερικών ανατέθηκε η μέριμνα της κατάρτισης, υπογραφής, δημοσίευσης και εκτέλεσης αυτών των διαταγμάτων.

Η οργάνωση και η τέλεση των καθιερωμένων δημόσιων τελετών, με τη διαδικασία αυτή, αλλά και όσων άλλων επισήμων τελετών αποφασίζονται εκτάκτως κάθε φορά από το Υπουργικό Συμβούλιο ή τον Πρωθυπουργό ή τον Υπουργό των Ε­σωτερικών, ανατέθηκε στο Υπουργείο των Εσωτερι­κών, εφόσον με τα οικεία διατάγματα προβλέπεται η καθολική συμμετοχή των συντεταγμένων εξουσιών του κράτους, και στις κατά τόπους νομαρχίας, εφόσον προβλέπεται η συμμετοχή μόνον των αρχών στην περιφέρειά τους ή εφόσον πρόκειται για τοπικούς εορτασμούς από κάποιον δήμο ή κοινότητα.

Οι λεπτομέρειες του εορτασμού καθορίζονταν ανέκαθεν με την έκδοση ειδικού προγράμματος από την εκάστοτε αρμόδια αρχή, στο οποίο σημειώνονταν οι επί μέρους εκκλησιαστικές ή άλλες τελετικές εκδηλώσεις, εάν συμμετείχαν οι αρχές κ.λ.π. [41].

Με το διάταγμα της 30ής Οκτωβρίου 1970 (με αριθμ. 703), η αρμοδιό­τητα της οργάνωσης και τέλεσης των δημόσιων τελετών περιήλθε στους νομάρχες του κράτους, πλην του Νομάρχη Αττικής όσον αφορά στην περιφέρεια της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, ανεξάρτητα στις τελετές αυτές εάν είναι καθολική ή όχι η συμμετοχή των συντεταγμένων εξουσιών του κράτους [42]. Η  αρμοδιότητα αυτή περιήλθε στο Νομάρχη Αττικής και για την περιοχή της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης λίγο αργότερα και μάλιστα με το διάταγμα της 9ης Μαρτίου 1972 (με αριθμ. 189) [43]. Στο εξής ο Νομάρχης Ατ­τικής κατέστη αρμόδιος και στο αντικείμενο αυτό, το οποίο του επιφυλάχθηκε μετά την αναδιοργάνωση της διοικήσεως της μείζονος πρω­τευούσης, σύμφωνα με το άρθρο 1 του διατάγματος της 30ής Δε­κεμβρίου 1972 (με αριθμ. 799) [44] και με το άρθρο 4 της κοινής απόφασης του Υπουργείου Προγραμματισμού και Κυβερνητικής Πολιτικής παρά τω Πρωθυπουργώ και του Υπουργού των Εσωτερικών της 11ης Δεκεμβρίου 1972 (με αριθμ. Λ7/6-1/10) [45], αλλά μόνον για τις επίσημες τελετές, στις οποίες συμμετέχουν όλες οι συντεταγμένες εξουσίες του κράτους [46]. Εάν δεν προβλέπεται κατ’ αυτές καθολική συμμετοχή των συντεταγμένων εξουσιών ή εάν πρόκειται για τοπικούς εορτασμούς, αρμόδιοι είναι οι αναπληρωτές νομάρχες – προϊστάμενοι των τεσσάρων Διαμερισμάτων της Νομαρχίας Αττικής.

Ως εθνικές, ή δημόσιες με την παραπάνω έννοια, εορτές, που αναφέρονται μάλιστα σε επετείους εθνικών και ιστορικών γεγονότων πανελλήνιας σημασίας ορίσθηκαν με το διάταγμα της 25ης Φεβρουαρίου 1969 (με αριθμ. 157) [47] οι εξής: η 25η Μαρτίου, η 28η Οκτωβρίου και η 21η Απριλίου κάθε χρονιάς, η τελευταία για να τιμηθεί η Εθνική Επανάσταση της 21ης Απριλίου του 1967 [48]. Στις εορτές αυτές συμμετέχουν όλες οι συντεταγμένες εξουσίες (λειτουργίες) του Κράτους. Ορίστηκε επίσης ότι με συμμετοχή των συντεταγμένων εξουσιών του Κράτους εορτάζονται και οι εξής ημέρες: η 1η Ιανουαρίου για το νέο έτος και η Ημέρα του έφεδρου πολεμιστή και της Πολεμικής αρετής των Ελλήνων [49], που εορτάζεται μαζί με την επέτειο της συντρι­βής των κομμουνιστοσυμμοριτών εις τον Γράμμο και το Βίτσι κατά την πρώτη Κυριακή μετά την 29ην Αυγούστου [50].

Τις ημέρες αυτές διατάσσεται γενικός σημαιοστολισμός σ’ όλη την επικράτεια απ’ την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου και φωταγώγηση των δημόσιων, δημοτικών και κοινοτικών καταστημάτων, καθώς επίσης και των καταστη­μάτων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των τραπεζών από τη δύση του ήλιου και μέχρι των πρωινών ωρών της επομένης της εορτής, ομοίως σ’ όλη την επικράτεια. Τα παραπάνω μέτρα, επειδή αφορούν όλη την επικράτεια, διατάσσονται από τον Υπουργό των Εσωτερικών.

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Διάταγμα περί τακτικού εορτασμού των αποβατηρίων του Όθωνος δεν επεσημάνθη. Βλ. εν τούτοις τον περί εορτασμού της 25ετηρίδος από της εν Ελλάδι αφίξεώς του Νόμον ΥΛΘ’ της 15ης Ιανουαρίου 1858, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», φ. 3 (14 Φεβρ. 1858). Οι προ του 1922 ημερομηνίες δίδονται κατά το παλαιόν ημερολόγιο.

[2] Β.Δ. της 29ης Ιανουαρίου 1859, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», φ. 5 (13 Φεβρ. 1859).

[3] Βλ. Βασιλικόν Διάταγμα (εφεξής: Β.Δ.) της 15ης Μαρτίου 1838, εφ. «Ο Ελλη­νικός Ταχυδρόμος», φ. 20 (20 Μαρτ. 1838)· εφ. «Αθήνα», φ. 518 (23 Μαρτ. 1838). Βλ. και ανακοίνωση της καθιερώσεως της επετείου ως εθνικής εορτής στην εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 17 (20 Μαρτ. 1838).

[4] Β.Δ. της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 31 (3 Σεπτ. 1843).

[5] Β.Δ. της 15ης Οκτωβρίου 1862, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 3 (27 Οκτ. 1862). Μετά την κατ’ Οκτώβριο κατάλυση της δυναστείας άρχισε νέα αρίθμηση των φύλλων της «Εφημερίδος τής Κυβερνήσεως» του έτους 1862.

[6] Β.Δ. της 19ης Οκτωβρίου 1935, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 483 (21 Οκτ. 1935).

[7] Ν.Δ. της 23ης Απριλίου 1924, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 94 (24 Απρ. 1924). Βραδύτερον ή 1η Μαΐου ορίσθηκε  ως ημέρα εόρτιος της Εργασίας. Ούτω διά του Αναγκ. Νόμου υπ. αριθμ. 606 της 4ης Απριλίου 1937 ή τελευταία εβδομάς του Απριλίου έκαστου έτους καθιερώθη ως «Εβδομάς Εργατικής Αμίλλης», ή δε πρώτη Μαΐου ως Ήμερα εορτασμού της Εργασίας. Βλ. «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 135 (9 ‘Απρ. 1937). Πρβλ. και τον Α.Ν. ύπ’ αριθμ. 380 της 25ης Απριλίου 1968 περί καθιερώσεως της 1ης Μαΐου ως ημέρας υποχρεωτικής αργίας, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 85 (26 ‘Απρ. 1968).

[8] Β.Δ. της 24ης ‘Οκτωβρίου 1944, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 4 (24 Οκτ. 1944). Ο τελούμενος εν Αθήναις κατ’ έτος και δη και εν τω χώρω της Ακροπόλεως την 12ην Οκτωβρίου εορτασμός επί τη επετείω της απελευθερώσεως της πόλεως εκ των στρατευμάτων κατοχής πραγματοποιείται δημοτική πρωτοβουλία τη κρατική συμπαραστάσει.

[9] Β.Δ. της 14ης Μαΐου 1889, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 126 (15 Μαΐου1889). Δια του διατάγματος τούτου ατόνησε ο εορτασμός των επετείων της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και της 11ης Οκτωβρίου 1862.

[10] Βλ. και τα διατάγματα της 3ης Απριλίου 1913, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 63 (5 Απρ. 1913)· της 11ης Ιουλίου 1917, Αυτόθι, φ. 140 (12 Ίουλ. 1917)· της 5ης Μαΐου 1921, Αυτόθι, φ. 81 (11 Μαΐου 1921)· της 7ης Δεκεμβρίου . 1922, Αυτόθι, φ. 265 (10 Δεκ. 1922)· της 2ας Αυγούστου 1924, Αυτόθι, φ. 184 (6 Αύγ. 1924)· της 15ης Α­πριλίου 1936, Αυτόθι, φ. 167 (18  Απρ. 1936)· της 9ης Μαΐου 1947, Αυτόθι, φ. 98 (15 Μαΐου 1947)· της 9ης Απριλίου 1964, Αυτόθι, φ. 64 (23 ‘Λπρ. 1964). Διά του δια­τάγματος της 9ης Μαΐου 1947 ή επέτειος της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης έπαυσε να εορτάζεται πανελληνίως ως εθνική εορτή. ‘Εκτοτε τιμάται αυτή ως τοπική εορτή.

[11] Θ. Π. Δηλιγιάννη και Γ. Κ. Ζηνοπούλου, Ελληνική Νομοθεσία από του 1833 μέχρι του 1869, σελ. 445 (σημ.).

[12]  «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ.215 (28 Νοεμβρ.1967).

[13] Αγόρευση Ρήγα Παλαμήδη, 26 Μαρτ. 1856, Πρακτικά των Συνεδριάσεων τής Γερουσίας (Δ’ Βουλευτική Περίοδος, 3η Σύνοδος), Εν Αθήναις 1855, σελ. 329 -330.

[14] Ι. Φιλήμονος, Δοκίμων Ιστορικόν περί τής Ελληνικής Επαναστάσεως, τομ. Γ’, Εν Αθήναις 1859, σελ. κβ’ και έξης.

[15] Α. π. Δ α σ κ α λ ά κ η, Η έναρξις της Έλληνικής Επαναστάσεως τον 1821, σελ. 28, σημ. 3 (σελ. 29 -30).

[16] Εφ. «Ελληνικά Χρονικά», έτος Β’, φ. 1 (3 Ίαν. 1825). Πρβλ. Σ π. Π. Λάμπρου, «Ή Λ’ Ιανουαρίου και η Ελληνική Ελευθερία», Λόγοι και Άρθρα, 1878-1902, Εν Αθή­ναις 1902, σελ. 552-554.

[17] Βλ. σχετική αναφορά του Δημάρχου Ναυπλιέων προς τον Βασιλέα Όθωνα, 1379/9 Ιαν. 1836, ΓΑΚ, Οθωνικόν Αρχείων (Υπ. Εσωτερικών).

[18] Β.Δ. της 22ας Νοεμβρίου 1833, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», φ. 40 (12 Δεκ. 1833).

[19] Αγόρευσις Ρήγα Παλαμήδη, 26 Μαρτ. 1856, Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Γερουσίας, σελ. 330.

[20] Βλ. ΓΙ α ν. Σούτσου, Επιστολή, εφ. «Αθηνά», φ. 1062 (30 Οκτ. 1843), εν ή αναφέρει ότι διατελών σύμβουλος (τμηματάρχης) εν τη Γραμματεία των Εσωτερικών τω 1834, εισηγήθη αυτός πρώτος δι’ υπομνήματος του «την σύστασιν Εθνικής Εορτής . . . κατά την 25 Μαρτίου .. .», επικαλούμενος επί του προκειμένου την μαρτυρίαν του Ι. Κωλέττη.

[21] Αυτόθι, σελ. 330 – 331

[22] Βλ. Ν. Δ. Λ ε β ί δ ο υ, «Η Ελληνική Επανάστασις», εφ. «Αθήναι», φ. 5 Μαΐου 1916.

[23] Βλ. σχετικά τις εφημερίδες: «Η Φήμη», φ. 108 (26 Μαρτ. 1838)· «Αθηνά», φ. 519 (26 Μαρτ. 1838)· «Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος», φ. 22 (27 Μαρτ. 1838). Βλ. και Γιάν­νη Β λ α χ ο γ ι ά ν ν η, ((Δοξασμένη Μέρα», Ενθ’ άνωτ. Πρβλ. Ιουλίας von Ν ο γ -denpflucht (Κυρίας της τιμής της Βασιλίσσης Αμαλίας), «Επιστολαί Κυρίας τής τιμής εν Αθήναις προς φίλην της εν Γερμανία (Κυρίαν von Sahorst), 1837 – 1842», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τομ. Η’, Εν Αθήναις 1923, σελ. 435-436.

[24] Περί του εορτασμού εξεδόθησαν δύο προγράμματα, το ένα εκ των οποίων περιλαμβάνει και τελετικάς εκδηλώσεις αναγομένας εις την προτεραία της εορτής. Ανεξάρτητα από αυτό, παρατηρούμε διάφορες εκδηλώσεις που αναφέρονται στην ημέρα της Εθνικής Εορτής.

[25] Εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 19 (27 Μάρτ.1838).

[26] Εις την προπαρασκευή φαίνεται ότι έλαβε μέρος και η Εκκλησία. Κατά την προτε­ραίαν φέρεται ότι εγένοντο αγρυπνίαι εις όλους τούς ναούς. Βλ. εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 18 (24 Μαρτ.1838).

[27] Ο προεπαναστατικός ενοριακός ναός τής Άγιας Ειρήνης υπέστη σοβαρές καταστροφές κατά τον Αγώνα, προστεθείσας εις την φθοράν εκ του χρόνου, διό αρχομένου του 1835 επεδιώχθη υπό της Δημογεροντίας των Αθηνών ή επισκευή αυτού. Συγχρόνως ωρίσθη ούτος – ως καθεδρικός ναός. Βραδύτερον απεφασίσθη ή πλήρης κατεδάφιση του ναού και η οικοδόμηση νέου, η οποία άρχισε να πραγματοποιείτε  το 1846. Βλ. Γ. Π. Παρασκευοπούλου, Οι Δήμαρχοι των Αθηνών, 1835- 1907, Έν Αθήναις 1907, σελ. 35″ Δ. Γρ. Καμπού-  ρ ο γ λ ο υ, Αι παλαιοί Αθήναι, Εν Αθήναις 1922, σελ. 241″ Κ. Μ π ί ρ η, ΑΙ Αθήναι από τον 19ον εις τον 20όν Αιώνα, Έν Αθήναις L966, τόμ. Α’, σελ. 136 – 137.

[28] Βλ. τα σχετικά σχόλια εις τας μνημονευομένας ανωτέρω αθηναϊκάς εφημερίδας.

[29] Εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 19 (27 Μαρτ. 1838).

[30] Βλ. και σχετική είδηση στην εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 17 (20 Μαρτ. 1838),: «διάφοροι πολίται, κάτοικοι των Αθηνών, ετοιμάζονται να συνευφρανθώσι μετά των οικογενειών των προς τα μέρη του ναού του Ολυμπίου Διός την 25 Μαρτίου, διά να πανηγυρίσωσι την εθνικήν εορτήν, ήτις εις το έξης θέλει ανακαλεί εις την μνήμην μας την πρώτην λαμπράν ημέραν της ελευθερίας μας. Επαινούμεν και ημείς τον σκοπόν αυτόν και ευχόμενα να εϋρωσι πολλούς μιμητάς διά να καθιερωθή αυτή ή συνήθεια. Όσον η ευωχία της Καθαράς Δευτέρας είναι άτοπος, τόσον ή της 25 Μαρτίου είναι και εύλογος και επαινετή. Ο,τι άγαπα τις με υπερβολήν, τούτο και τον προκαλεί εις διάχυσιν. Και τι τερπνότερον από την ελευθερίαν της πατρίδος!». Ως γνωστόν οι Αθηναίοι κατά την Καθαράν Δευτέραν μετέβαινον εις τον χώρον του Ναού του Ολυμπίου Διός προς αναψυχή.

[31] Εφ. «Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος», φ. 22 (27 Μαρτ. 1838).

[32] Αυτόθι.

[33] Εφ. «Αθηνά», φ. 519 (26 Μαρτ. 1838). Πρβλ. περιγραφή του επεισοδίου και στην εφ. «Η Φήμη», φ. 108 (26 Μαρτ. 1838). Οι μνημονευόμενοι αδελφοί είναι οι Δη­μήτριος (Μητρός) και Γεώργιος Λέκκας.

[34] Εφ. «Αθηνά», φ. 519 (26 Μαρτ. 1838).

[35] Εφ. «Ο Σωτήρ», φ. 19 (27 Μαρτ. 1838). Το επίγραμμα αποδίδεται εις τον Σιμωνίδην τον Κεΐον. Βλ. ΑΡ, 7, 253

[36] Εφ. «Η Φήμη», φ. 108 (26 Μαρτ. 1838).

[37] Αυτόθι

[38] Πραγματικά ο εορτασμός σε ελάχιστες περιπτώσεις δεν πραγματοποιηθεί. Βλ. για παράδειγμα τα της ματαιώσεως του εορτασμού τω 1839, ένεκα διπλωματικών λόγων, εν Ι.   Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Εν Αθήναις 1907, τόμ. Β’, σελ. 99.

[39] Κατά το 1942 η Εθνική Εορτή εορτάσθει  στην  Αθήνα κατά το καθιερωμένο τυπικό, ενώ κατά το 1943 καμία επίσημη  εκδήλωση δεν έγινε και κατά το 1944 κατετέθη στέφανη στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου αλλά δεν ετελέσθη δοξολογία στον Καθεδρικό Ιερό Ναό.

[40] Σημειωτέον ότι διά του Β.Δ. της 23ης Μαρτίου 1846, μετά από πρόταση  των Υπουργείων Εσωτερικών και  Εκκλησιαστικών, απεφασίσθη ως «καθήκον οφειλής και δικαιο­σύνης» όπως: «Κατά την 25 Μαρτίου εκάστου έτους θέλει τελείσθαι μνημόσυνον όλων των υπέρ τής αυτονομίας της πατρίδος πεσόντων Ελλήνων τε και φιλελλήνων και επιτάφιος λό­γος έκφωνεισθαι εις τιμήν της μνήμης αυτών». Το διάταγμα αυτό δυστυχώς  ατόνησε.

[41] Η εκδίδουσα το πρόγραμμα αρχή προσκαλεί τούς εκπροσώπους των συντεταγμένων εξουσιών, ως και άλλους επισήμους, επί τη βάσει κατηρτισμένου παρ’ αυτής καταλόγου. Κατά το αρθρ. 10 του Νομ. Διατ. ύπ’ αριθμ. 4260/12 Νοεμβρ. 1962: «Ή κατά τας επισήμους τελετάς και εορτάς σειρά προβαδίσματος των προσκαλουμένων εκ των δημοσίων αρχών, οργα­νισμών και ιδρυμάτων, ρυθμίζεται μόνον δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Εσωτερικών, καταργουμένης πάσης άλλης διατάξεως ρυθμιζούσης άλλως το θέμα. Η απόφασις αύτη εκδίδεται μετά γνώμην επιτροπής, συνιστώμενης υπό του Υπουργού των Εσωτερικών». Έκ των πρα­γμάτων ή κατά ταύτα απόφασις περί σειράς προβαδίσματος δεν είναι δυνατόν να περιλαμβάνη πρόσωπα καλούμενα εις ειδικούς ή επί μέρους εορτασμούς. Αναφέρεται βασικώς εις πρόσωπα καλούμενα εις τας νενομοθετημένας επισήμους τελετάς, κατά τας οποίας, όμως, ως και κατά τας άλλας, είναι δυνατόν να κληθούν και πρόσωπα μη προβλεπόμενα εν τη σειρά του προβαδί­σματος ή και να μη κληθούν πρόσωπα (ιδία γενικώς προσδιοριζόμενα) περιλαμβανόμενα εν αύτη. Παλαιότερον τα προγράμματα των εν Αθήναις τελετών ανέφερον και τους παρευρεθησομένους, επέχοντα, ούτος ειπείν, και θέσιν προσκλήσεως. Από τίνος τούτο δεν εφαρμόζεται εν Αθήναις, άλλ’ αποστέλλονται εις τούς καλουμένους προσωπικαί προσκλήσεις μετά του αναφερόντος τας τελετικάς εκδηλώσεις προγράμματος.

[42] «Εφημερίς της Κυβερνήσειος», τευχ. Α’, φ. 235 (5 Νοεμβρ. 1970).

[43] «Εφημερις της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 41 (18 Μαρτ. 1972).

[44]  «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 240 (30 Δεκ. 1972).

[45]  «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Β’, φ. 1097 (15 Δεκ. 1972).

[46] Έκτος των ανωτέρω τελετών ο Νομάρχης Αττικής κατ’ εφαρμογήν της νέας περί αποκεντρώσεως νομοθεσίας είναι εφεξής αρμόδιος διά την διοργάνωσιν και εκτέλεσιν των αναφερομένων εις τας θρησκευτικάς τελετάς της περιφοράς του Επιταφίου και της Αναστάσεως προγράμματος. Κατά τας τελετάς ταύτας προσκαλοΰνται και μετέχουν αι συντεταγμέναι εξουσίαι του κράτους.

[47] «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Λ’, φ. 46    (11 Μαρτ. 1969).

[48] Κατά το 1968 η πρώτη επέτειος της Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου 1967 εωρτάσθη συμφώνως τη ύπ’ αριθμ. 33077/16 Απριλίου 1968 αποφάσει του Υπουργού των Εσωτερικών.

[49] Η Ημέρα του εφέδρου πολεμιστού και της Πολεμικής αρετής των Ελλήνων καθιερώθη το πρώτον διά του Β.Δ. της 13ης Φεβρουαρίου 1959, «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Λ’, φ. 32 (21 Φεβρ. 1959), και προσδιωρίσθη διά την πρώτην Κυριακήν μετά την 29ην Αυγούστου εκάστου έτους.

[50] Διά του Β.Δ. ύπ’ αριθμ. 702 της 19ης Αυγούστου 1966, επί τω σκοπώ όπως η επέτειος των νικηφόρων κατά των κομμουνιστοσυμμοριτών μαχών εις το Βίτσι και τον Γράμμον κατά την 15ην και 28ην Αυγούστου 1949 τιμάται ως προσήκει και αποδίδωνται τιμαί ες ένδειξιν πανελλη­νίου ευγνωμοσύνης προς τούς ηρωικούς νεκρούς των εθνικών τούτων αγώνων, ωρίσθη ή αύτη πρώτη Κυριακή μετά την 29ην Αυγούστου εκάστου έτους ως ημέρα επισήμου τελετής καθ’ όλην την επι­κράτειαν. Βλ. «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», τευχ. Α’, φ. 167 (31 Αύγ. 1966). Διά του Β.Δ. ύπ’ αριθμ. 157/25 Φεβρ. 1969 απεφασίσθη ο συνεορτασμός τής Πολεμικής αρετής των Ελλήνων, της Ημέρας του έφεδρου πολεμιστού και της συντριβής των κομμουνιστοσυμμοριτών εις τον Γράμμον και το Βίτσι. Βλ. και Διαταγήν Υπουργείου Εσωτερικών, 20431/15 Μαΐου 1973, περί των κατ’ έτος και κατά τετραετίαν ειδικών τελετικών εκδηλώσεων εν τω εν λόγω συνεορτασμώ.

 

Γεώργιος Δ. Δημακόπουλος

Εντεταλμένος Υφηγητής της Ιστορίας της Ελληνικής Διοικήσεως

στην Πάντειο Ανώτατη Σχολή Πολιτικών Επιστημών

Νομάρχης Αττικής

«Η καθιέρωσις της Εθνικής Εορτής της 25ης Μαρτίου εν έτει 1838», ‘Εκδοσις: Νομαρχιακή Επιτροπή Λαϊκής Επιμορφώσεως Αττικής, Εν Αθήναις, Μάιος, 1973*.    

* Απόδοση στη σύγχρονη ελληνική για χάρη των νέων αναγνωστών. Οι υποσημειώσεις παρέμειναν όπως στο πρωτότυπο του 1973.

Read Full Post »

Θεοτόκης Ιωάννης – Βαπτιστής (1778-1865)


 

Ο Ιωάννης – Βαπτιστής Αναστασίου Θεοτόκης [1] γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1778 και ήταν απόγονος του κλάδου των Νταβιάτσο (Daviazzo ή Οκταβιανών, από τον πρόγονό τους Ottavio) της ιστορικής αυτής οικογένειας.

Φαίνεται ότι έτυχε επιμελημένης παιδείας σε σχολείο Λατίνων κληρικών και απόκτησε συστηματικές νομικές γνώσεις. Πολύ μικρός κα­τατάχθηκε στο στρατό της Βενετίας, στο επίλεκτο σώμα των Δαλματών, με το βαθμό του ανθυπολοχαγού. To 1800 ο Πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης των Ιονίων νή­σων Σπυρίδων Θεοτόκης τον διόρισε υπασπιστή του και του ανέθεσε σημαντικές εμπιστευτικές αποστολές. Το 1805, όταν παντρεύτηκε, εγκατέλειψε τις τάξεις του στρατεύματος.

Ιωάννης - Βαπτιστής Θεοτόκης (Κερκυραϊκά Χρονικά τόμος 11, 1965).

Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης (Κερκυραϊκά Χρονικά τόμος 11, 1965).

Πολύ ενωρίς έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και Έφορος της στο νησί του. Μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης εγκατέλειψε την οικογέ­νειά του στην Κέρκυρα, κατέβηκε στο Μοριά, έλαβε μέρος στις πολεμικές συγκρούσεις και το 1824 διορίστηκε Υπουργός του Δικαίου. Ήταν εκ των πρώτων που υπέδειξαν την υποψηφιότητα του Ιωάννη Καποδίστρια ως πολιτικού αρχηγού της Ελλάδας. Αντέδρασε, όμως, στην υποβολή του αιτήματος προστασίας που το 1825 υποβλήθηκε από τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της επαναστατημένης Ελλάδας προς την Αγγλία, χαρακτηρίζοντάς την σε επιστολή του προς τον Ανάργυρο Πετράκη ως «συμφωνητικόν της πωληθεί­σης Ελλάδος». Η επιστολή κατασχέθηκε και ο Θεοτόκης καθαιρέθηκε από το υπουργικό του αξίωμα και φυλακίστηκε στο Μπούρτζι, απ’ όπου θα υποβάλει στην κυβέρνηση αναφορά – υπόδειγμα εθνικής και πολιτικής αξιοπρέπειας.

Το Μάιο του 1825 θα ενεργήσει για την ίδρυση Μασονικής Στοάς στο Ναύπλιο με στόχο «ίνα ενθουσιάσωμεν και προσελκύσωμεν πατριώτας τινάς επί τω σωτηρίω σκοπώ να υπερασπίζουσι τα δίκαια της ημετέρας πατρίδος». Η Στοά, η πρώτη στην Ελλάδα, θα ιδρυθεί και θα λειτουργήσει τουλάχιστον έως το 1826. Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι Μασονικές Στοές εκείνη την εποχή ήταν εστίες φιλελεύθερων ιδεών και από τέτοιες -φιλελεύθερες και δημοκρατικές αρχές – ενεφορείτο και ο Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης. Στη συνέχεια συνδέθηκε με τον Ιωάννη Κωλέτη, με τον οποίο είχε πυκνή αλληλογραφία (μέρος της σώζεται στο Αρχείο Κωλέτη στην Ακαδημία Αθηνών).

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και έως το τέλος της ζωής του ασχολήθηκε με την καλλιέργεια των προϋποθέσεων απελευθέρωσης των Ιονίων νήσων και της ενσωμάτωσης τους στην Ελλάδα, κάτι που ευτύχησε να προλάβει να δει να πραγματοποιείται.

Το Οθωνικό καθεστώς τον διόρισε το 1839 Διοικητή Τήνου [2], ενώ αργότερα, μετά τη μεταβολή του 1843, διορίστηκε Γερουσιαστής. Το 1857, για λόγους υγείας αποσύρθηκε στην Κέρκυρα, όπου και πέθανε το 1865.  Τιμήθηκε με Αριστείο Ανδρείας και το παράσημο του Τάγματος του Σωτήρος.

Ο Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης ήταν φλογερός πατριώτης και βαθιά θρη­σκευόμενο άτομο. Παρά το γεγονός ότι ενεφορείτο από δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες, τις οποίες ποτέ δεν έκρυψε, εντούτοις προς το τέλος της ζωής του υπήρξε υποστηριχτής της πολιτικής του βασιλιά Όθωνα.

Η υπηρεσία του στην Τήνο συνδέεται με δυο σοβαρά συμβάντα:

(α) Την κλοπή της εικόνας του Ευαγγελισμού στις 15.12. 1842, ζήτημα που το χειρίστηκε με ιδιαίτερα επιτυχή τρόπο. Πολύ σημαντική υπήρξε η σχετική αναφορά του προς την κυβέρνηση, στην οποία ο Θεοτόκης, εν παρενθέσει, υμνεί το έργο του Ιερού Καταστήματος [3].

(β) Την κάθοδο των Ιησουϊτών μοναχών από τον οικισμό Εξώμβουργο, κά­τω από το Κάστρο, στα Λουτρά. Ο Θεοτόκης αντέδρασε σθεναρά γιατί έβλε­πε στην προσπάθεια αυτή απόπειρα προσηλυτισμού [4].

Το καλοκαίρι του 1841 φιλοξένησε στην Τήνο το γιο του Σπυρίδωνα με τη σύζυγο του Jane Elizabeth Digby (1807-1881) [5], θυγατέρα του Άγγλου ναυάρχου Henry Digby, και το γιο τους Λεωνίδα.

Παντρεύτηκε την Αγγελική Μαρμορά με την οποία απόκτησαν τέσσερα παιδιά: τον Μιχαήλ – Ερρίκο (1807), ο οποίος πέθανε πολύ νωρίς, τον Ανδρέ­α – Νικόλαο (1808), τη Μπελίνα (1809) και το Σπυρίδωνα (1811). Ο Ανδρέας – Νικόλαος απόκτησε τέσσερα παιδιά, από τα οποία ο Γεώργιος (1844 – 1916) διετέλεσε τέσσερες φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας (1899 – 1901, 1903, 1903 – 4, 1905 – 09). Η κόρη του Γεωργίου Θεοτό­κη, Ζαΐρα, υπήρξε μητέρα του πολιτικού και πρωθυπουργού της χώρας Γεωρ­γίου Ράλλη (1918- 2006).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για τον Ιωάννη – Βαπτιστή Θεοτόκη βλέπετε Λαυρεντίου Βροκίνη, Βιογραφικά σχεδιάρια των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Κερκυραίων, τεύχος Α’, σελ. 121· Δ. – Γρ. Καμπούρογλου, Ιστορικόν Αρχείον Διονυσίου Ρώμα, τόμος A’ 1819 – 1825, Αθή­ναι 1901, ειδικότερα σελ. 576 – 79 και 678 – 9· Eugéne Rizo Rangavé, Livre dOr de la Noblesse lonienne. Corfou, «Eleftheroudakis». Athenes 1925. pp. 243 – 245- Νικο­λάου Σακελλίωνος – Σταύρου Φιλιππίδη, Ιστορία του εν Τήνω ναού και Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας, Εν Ερμουπόλει Σύρου 1928, σελ. 86 επόμ. και ιδία 112 – 123· Σταύρου Χ. Σκοπετέα, «Μυστικαί Εταιρείαι κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν», Πε­λοποννησιακή Πρωτοχρονιά (1958), σελ 277 – 298· Κώστα Δαφνή, «Θεοτόκης Ιωάννης – Βαπτιστής. Βιογραφία – προσωπογραφίες», Κερκυραϊκά Χρονικά 11 (1965)· Σπύρου Θεοτόκη, «Ιωάννης Βαπτιστής Θεοτόκης», ό.π., και Γεωργίου Ράλλη, Γεώρ­γιος Θεοτόκης. Ο άνθρωπος του μέτρου, «Ελληνική Ευρωεκδοτική», Αθήνα 1986. σελ. 13 – 23 (Σ.Μ.).

[2] Ο Θεοτόκης δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε γραφειοκράτης που στελέχωνε το διοικητικό μηχανισμό του νεοσύστατου κράτους, αλλά μια σημαντική προσωπικότητα της ελληνικής Παλιγγενεσίας. Στην Τήνο, ως Διοικητής του νησιού, ε­πιτέλεσε σημαντικό έργο, κυρίως με τις παρεμβάσεις του στη λειτουργία του Ιε­ρού Καταστήματος της Ευαγγελιστρίας. Βέβαια, όταν έφτασε στην Τήνο ο Θεο­τόκης, ο δημόσιος χαρακτήρας του Ιερού Καταστήματος είχε επιβληθεί, όμως είχε ακόμη μεγάλα περιθώρια παρέμβασης. Τέλος, η παραμονή του στο νησί συνέπε­σε με την κλοπή της εικόνας του Ευαγγε­λισμού στις 15.12. 1842 και είναι βεβαιωμένες οι σύντονες, και αποτελεσματικές ενέργειές του, για σύλληψη του δράστη και την ανεύρεση της εικόνας, αλλά και για την ανάδειξη του γεγονότος αυτού στο πανελλήνιο. Και όχι μόνον αυτό, αλλά ο Κερκυραίος πολιτικός προσπάθησε να προσδώσει επίσημο χαρακτήρα στην επανεύρεση της εικόνας με παρέμβασή του στην Ιερά Σύνοδο. Εξάλλου είναι αυτός που αμέσως μετά την επιστροφή της εικόνας στο ναό μίλησε για «Δεύτερη Εύρεση», κάτι που ποτέ δεν έγινε τελείως αποδεκτό από την κοινωνία της πόλης.

[3] Η αναφορά αυτή, που πρωτοδημοσιεύθηκε από τους Νικόλαο Σακελλίωνα και Σταύρο Φιλιππίδη στο βιβλίο τους Ιστορία του εν Τήνω ιερού ναού και Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας. Ερμούπολις 1928, σελ. 112-119, σώζεται σε αντίγραφο στο Αρχείο του ΠΠΕΤ. Πρόσφατα εντοπίσαμε και το πρωτότυπο στα ΓΑΚ. Μια πρώτη αντιπαρα­βολή πιστοποιεί την ακρίβεια της αντιγραφής.

[4] Η κάθοδος των Ιησουϊτών στα Λουτρά, ενώ ήταν μια λογική προσπάθεια μετά την ερήμωση της περιοχής, εντούτοις αντιμετώπισε αντίδρασης τόσο από τους τελευταίους καθολικούς κατοίκους του Εξωμβούργου (και τον Καθολικό επίσκοπο Τήνου) όσο και από τις κρατικές αρχές. Το όλο ζήτημα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς τις ιδεολογικές στάσεις και νοοτροπίες της εποχής. Έχουμε συγκεντρώσει πλούσιο αρχειακό υλικό, το οποίο ευελπιστούμε σύντομα να παραδώσουμε στη δημοσιότητα.

[5] Η Jane Elizabeth Digby (1807 – 1881), θυγατέρα του Άγγλου ναυάρχου Henry Digby, υπήρξε μια από τις γυναίκες που τάραξαν την κοινωνική ζωή της Ευρώπης. Ήταν πλούσια, όμορφη, δυναμική και, κυρίως, διψασμένη για αγάπη. Το 1824 παντρεύτηκε τον κατά πολύ μεγαλύτερό της Edward Law, 2nd βαρόνο (μετέπειτα λόρδο) Ellenborough, από τον οποίο χώρισε το 1830. Στη συνέχεια βρέθηκε στο Μόναχο, όπου υπήρξε ερωμένη του Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας (πατέρα του Όθωνα της Ελλάδος) και το 1832 παντρεύτηκε τον βαυαρό βαρόνο Karl von Venningen. Σύντομα, πιθανότατα το 1835, ερωτεύθηκε ένα νεαρό Έλληνα που βρέθηκε στην αυλή της Βαυαρίας, το Σπυρίδωνα Θεοτόκη (1811-1870), γόνο ευγενούς κερκυραϊκής οικογένειας, χωρίς όμως εισοδήματα. Γνωρίστηκαν σε ένα χορό μεταμφιεσμένων, όπου ο νεαρός Θεοτόκης φορούσε την εθνική του ενδυμασία. Ήδη από το Μάρτιο του 1839 στη Γαλλία με το Θεοτόκη, με τον οποίο απόκτησε ένα παιδί το Λεωνίδα (21.9.1840). Το καλοκαίρι του 1841 το ζεύγος Θεοτόκη ήλθε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Τήνο, όπου ο πατέρας Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης ήταν Διοικητής του νησιού.

Φαίνεται ότι κατά την παραμονή της στην Τήνο η νεαρή Αγγλίδα περιηγήθηκε το νη­σί, ενδιαφέρθηκε για την ιστορία του και φιλοτέχνησε σκίτσα από την καθημερινή του ζωή. Στη συνέχεια, την άνοιξη του 1842, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στα κτήματα της οικογένειας Θεοτόκη στους Λουκάδες της Κέρκυρας και το 1843 μετακινήθηκε στην Αθήνα, όπου η Jane αναστάτωσε τη ζωή της πρωτεύουσας του νέου ελληνικού κρά­τους. Όταν η Jane διαπίστωσε απιστίες του συζύγου της (1846), τον χώρισε και μετέ­βη στην Ιταλία, όπου ο μικρός Λεωνίδας σκοτώθηκε σε ατύχημα. Ξαναγύρισε στην Αθήνα, όπου υπήρξε ερωμένη του βασιλιά Όθωνα και του στρατηγού Χριστόδουλου Χατζηπέτρου. Μετά σειρά περιπετειών η Jane Digby το 1853 θα βρεθεί στη Συρία, όπου θα ερωτευθεί, και τελικά θα παντρευτεί, τον Sheikh Medjuel el Mezrab, με τον ο­ποίο θα ζήσει ευτυχισμένη έως το τέλος της ζωής της. Ο Σπυρίδων Θεοτόκης, μετά το διαζύγιό του, πήγε στην Ιταλία, άλλαξε πολλές ερωμένες, παντρεύτηκε δύο ακόμη φο­ρές και πέθανε σχετικά νέος στη Ρωσία όπου είχε τοποθετηθεί πρόξενος. Για την πε­ριπετειώδη ζωή της Jane βλέπετε: (α) Edmond About, La Gréce contemporaine, Paris 1863₅, pp. 81 – 91 [XII: Histoire des deux grandes dames étrangères qui s᾽étaient fixées en Grèce], (β) Πολύβιου Δημητρακόπουλου, Αι Αθήναι του Όθωνος: Τζέννυ Θεοτόκη, «Σιδερής», Αθήναι 1925, και (γ) Lovell, Mary S., A Scandalous Life: A Biography of Jane Digby (1995) [Ελληνική μετάφραση της Μαρίας Παππά: Μια σκανδαλώδης ζωή: Η βιογραφία της Τζάν Ελίζαμπεθ Ντίγκμπι – Θεοτόκη, «Νέα Σύ­νορα», Αθήνα 1997] (Σ. Μ.).

 

Κώστας Δανούσης

Τηνιακά Σύμμεικτα, τεύχος 14, 2014.

 

Read Full Post »

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και η Ελληνική Επανάσταση, Κατερίνα Γαρδίκα, «Μνήμων», τόμος 1ος (1971), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

 

Αναστάσιος Πολυζωίδης

Αναστάσιος Πολυζωίδης

Η βιογράφηση της πρώτης φάσεως της ζωής του Αναστασίου Πολυζωίδη έχει περιορισμένη ιστορική αξία αν τον αντιμετωπίσωμε σαν δημόσιο άνδρα· αν έχει κάποια σπουδαιότητα είναι σαν περιγραφή μιας προσωπικότητος, που αργότερα θα αναδειχθή σημαντική για την ακεραιότητα και το σθένος της. Περισσότερο από ό,τι στη δη­μόσια δράση του, που έχει για τον ίδιο χαρακτήρα παραπληρωματικό και επουσιώδη, πρέπει να δοθεί έμφαση στον Πολυζωίδη σαν ιδιώτη και σαν μαθητή, που μάλιστα μας παρέχει ενδείξεις της ψυχοσυνθέσεως και της νοημοσύνης του μέσα από δικά του κείμενα.

Γεννήθηκε στο Μελένικο της Μακεδονίας στις 20 Φεβρουαρίου 1802 από εύπορους γονείς, άρχοντες του τόπου· ευνοήθηκε στην εκπαίδευσή του, στην οποία πρέπει να έδωσαν μεγάλη σημασία οι γονείς του. Για τον πρώτο του δάσκαλο Αδάμ Ζαπέκο από το Μέ­τσοβο, μαθητή του Δημ. Βαρδάκα, φίλο και συμμαθητή του Νεοφύ­του Δούκα, εκφράζεται επαινετικά στα «Νεοελληνικά» του. Από τον οικοδιδάσκαλό του Χριστόφορο Φιλητά από τα Ιωάννινα, μα­θητή του Ψαλίδα, επήρε μαθήματα λατινικών, γεωγραφίας και ιστορίας. Τέλος, δάσκαλός του ήταν και ο Κων. Μινωίδης Μηνάς.

Δέκα έξη ετών, δηλαδή το 1818, χάνει τον πατέρα του και φεύ­γει για να σπουδάσει στη Βιέννη. Ο Μανασίδης τον εμφανίζει να μαθαίνει γερμανικά επί ένα χρόνο και συγχρόνως να σπουδάζει στο Πανε­πιστήμιο, όπου οι διαλέξεις δίνονται στα λατινικά. Δεδομένου όμως ότι το πρώτο του δημοσίευμα στο «Λόγιο Ερμή», μετάφραση από κεί­μενο γερμανικό, φέρει ημερομηνία 22 Μαρτίου 1818 εν Βιέννη, μπο­ρούμε να συμπεράνωμε ότι δεν είχε δυσκολίες με τη γλώσσα.

Οι συνεργασίες του στο «Λόγιο Ερμή» του 1818 δημοσιεύονται στο τμήμα της Φυσικής και είναι σειρά μεταφράσεων με θέμα το ζωικό μαγνητισμό και τη θεραπευτική του αξία. Η θεωρία του ζωικού μα­γνητισμού είχε ευρεία διάδοση, όπως φαίνεται, στην ιατρική σκέψη της εποχής στη Γερμανία και τη Γαλλία. Το θέμα αυτό παρουσιάζε­ται σαν φυσικοφιλοσοφική θεωρία με εφαρμογή στην ιατρική, ο δε Πολυζωίδης, φοιτητής στα 16 του χρόνια, είναι θερμός υποστηρικτής της. Πιστεύει δε ότι, δημοσιεύοντας τις μεταφράσεις του, βοηθεί τους ομογενείς του στην πρόοδο, που προσπαθούν να επιτελέσουν με τη βοήθεια του ορθού λόγου. Είναι φανερός ο ενθουσιασμός ενός πνεύ­ματος, που καταπιάνεται με κάτι νέο. Αλλά δεν παύει από το να υπενθυμίζει στους αναγνώστες του ότι η δουλειά του δεν έχει την απαραίτητη συνέπεια γιατί είναι πάρεργο στις «περί το έργον τον ασχο­λίες», δηλαδή στις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο.

Στη Βιέννη μένει σχεδόν δύο χρόνια και από εκεί πηγαίνει στο Göttingen μαζί με τον Μαύρο, τον Θεόκλητο Φαρμακίδη, τον Ασώπιο και άλλους στα τέλη του 1819, όπου βρίσκουν τον Γ. Ψύλλα, που έχει έλθει από την Ιένα ήδη από τις αρχές του φθινοπώρου.

Από το Göttingen ο Πολυζωίδης εξακολουθεί να στέλνει συνεργα­σίες στο «Λόγιο Ερμή», αυτή τη φορά με περιεχόμενο ιστορικό και φιλοσοφικό. Μαζί με τον Μαύρο φεύγει και εγκαθίσταται στο Βερολίνο το χειμώνα του 1820/21, στις αρχές του χειμερινού εξαμήνου.

Για τη φύση των σπουδών του έχομε πληροφορίες από τον ίδιο. Τον Ιούνιο του 1824 ζητεί από τον Γ. Κουντουριώτη διευκολύνσεις για να πάει στο Παρίσι και να «εξακολουθήση των πολιτικών μαθημάτων την σπουδήν» του, δηλαδή να συνεχίσει σειρά μαθημάτων, που είχε αρχίσει στη Γερμανία. Σε γράμμα πάλι προς τον Γ. Κουντουριώτη τον Οκτώβριο του 1826 γράφει σαφώς για τη φάση αυτή των σπουδών του:

 

«Αφού τετραετίαν ολόκληρον ενησχολήθην εις την σπουδήν των ιατρικών μαθημάτων, αναγκασθείς να διακόψω αυτήν προς καιρόν δια να εκπληρώσω μεγαλύτερα προς την κατά της τυραννίας εγερθείσαν πατρίδα μου χρέη, στοχάζομαι ότι είναι καιρός να επιστρέψω εις το πρώτον μου έργον, καθ’ όσον η εις την Ελλάδα περαιτέρω διατριβή μου είναι πάντη περιττή και δύω χρόνων ακόμη εις την ιατρικήν τέχνην ενασχόλησις ημπορεί να με καταστήση ικανόν δια να φανώ ωφελιμότερος, παρ’ ό,τι είμαι τώρα, εις το έθνος μου».

 

Οι δύο αυτές πληροφορίες δεν είναι αντιφατικές, διότι μπορεί να συνδυάσει στις σπουδές του την ιατρική και την πολιτική, με μεγαλύτερη έμφαση στην ιατρική. Άλλωστε τα άρθρα του στο «Λόγιο Ερμή» του 1818 δείχνουν ότι ασχολείται με την ιατρική, ενώ το επεισόδιο με τον Ψύλλα μας φανερώνει την ενασχόλησή του με τα αρχαία γράμματα, και η δεύτερη σειρά μεταφράσεων στο «Λόγιο Ερμή» αποκαλύπτει την εξοικείωσή του και συνάφειά του με φιλοσοφικές θεωρίες και με την ιστορία, σχέσεις πιθανές μια που ασχολείται με την πολιτική. Γενικές και διαφωτιστικές πληροφορίες για τις σπουδές των Ελλήνων στο εξωτερικό δίνει ο Σ. Τρικούπης στην ιστορία του:

 

«Όσοι των Ελλήνων επαιδεύοντο, εδιδάσκοντο κυρίως γραμματικά ή ιατρικά, ολίγοι δε φιλοσοφικά και ουδείς νομικά, διότι όπου εβασίλευε το κοράνιον και εδίκαζε καδής, η επιστήμη του δικαίου δεν εχρησίμευεν. Οι δε Έλληνες, οι λεγόμενοι Φαναριώται, εξ αιτίας της πολιτικής θέσεώς των προς την Πύλην και προς τας Βλαχομολδαυϊκάς ηγεμονίας, ας κατείχον και ενέμοντο, κατεγίνοντο εις κτήσιν γενικωτέρων πολιτικών γνώ­σεων αλλά και αι γνώσεις αυτών ήσαν ως επί το πλείστον όχι πολλά βαθείαι, διότι τοιαύτα δεν εχρησίμευον εν κράτει όπου τα κινούντα την πο­λιτικήν ήσαν η ραδιουργία, η αισχροκέρδεια και η επιρροή ενός καφεκεραστού, ή ενός κουρέως, και όπου οι διαπρέποντες είχαν πάντοτε υπ’ όψιν τον βρόχον, την μάχαιραν, το κώνιον, την εξορίαν και την δήμευσιν».

 

Μέσα σε αυτό το στενό πλαίσιο θα είχε και ο Πολυζωίδης την ευκαι­ρία να επιλέξει τα θέματα των σπουδών του. Οπωσδήποτε και τώρα και από τη μετέπειτα συγγραφική του δράση φαίνεται η κλίση του πνεύματός του προς τα θεωρητικά· η ιατρική όμως παρέχει χειροπια­στή τη συμβολή της σε όποιον θέλει να προσφέρει στο αναγεννώμενο έθνος του.

Καθ’ όλες τις ενδείξεις δεν είχε υποτροφία της Φιλομούσου Εται­ρίας∙ άλλωστε εκείνη την εποχή δεν φαίνεται να είχε ανάγκη από υποτροφία: οι γονείς του ήταν εύποροι. Ο Πολυζωίδης φαίνεται να γνωρίζει τα σχετικά με τη Φιλόμουσο Εταιρία αλλά αυτό δεν σημαί­νει ότι ήταν υπότροφός της· οι συμμαθητές του ήταν υπότροφοι και οπωσδήποτε πολλές από τις γνώσεις του οφείλονται στην προσωπική του έρευνα σαν ιστορικού.

Η έκρηξη της επαναστάσεως βρίσκει τον Πολυζωίδη, τον Μαύρο και τον Ψύλλα στο Βερολίνο. Πρώτος, κατά τα λεγόμενα του Ψύλλα, ο ίδιος, δεύτερος ο Μαύρος, αποφασίζουν να συμμετάσχουν στον αγώ­να· προσπαθούν να συμπαρασύρουν και τον Πολυζωίδη «αλλ’ ούτος, αδρανούς ων χαραχτήρος, ανθίστατο, έως ότου οι εν Γοττίγγη ομογενείς μαθηταί μας έγραψαν επιστολήν» και συνεννοούνται να συναντηθούν στη Λειψία, όπου θα αποφασίσουν να ακολουθήσουν «κατά γενικήν απόφασιν, όπου ήθελε φανή ότι δυνάμεθα να φανώμεν χρήσιμοι εις την πατρίδα». Συνεχίζει: «Κατέβημεν τότε εις Λειψίαν. Εύρομεν τους εκ Γοττίγγης συμμαθητάς μας· ήλθομεν εις την Ελληνικήν εκκλησίαν την ημέραν των Βαΐων και ότε ο ιερεύς μας ενεχείριζε, κατά το έθιμον, τον κλάδον της δάφνης, έλεγεν εις έκαστον εξ ημών: «τούτο έστω δι’ υμάς το σύμβολον της νίκης». Αποφασίζουν μέσω Βιέννης να συναντήσουν τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στη Ρουμανία και να αγωνισθούν εκεί. «Τούτο δε και επράξαμεν, διαβαίνοντες 15 Έλληνες μαθηταί εν θριάμβω δια Δρέσδης και Πράγας και πολλών άλλων πόλεων, κωμοπόλεων και πολιχνίων πα­ρακολουθούμενοι και θαυμαζόμενοι υπό των κατοίκων».

Ο Πολυζωίδης εγκαταλείπει τις σπουδές του και εισέρχεται στον αγώνα με επιφυλάξεις…

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Κατερίνας Γαρδίκα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και η Ελληνική Επανάσταση

Read Full Post »

Ρενιέρης Νικόλαος (1758-1847)


 

Νικόλαος Ρενιέρης, έργο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Νικόλαος Ρενιέρης, έργο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Ο Νικόλαος Ρενιέρης γεννήθηκε στα 1758 στη θέση Παλαιά Ρούματα της περιοχής Κισσάμου, Χανίων Κρήτης, καταγόμενος, σύμφωνα με τον Σάθα από την βενετική οικογένεια των Renier. [1] Σπούδασε ιατρική στο Μονπελιέ της Γαλλίας και στην Πίζα της Ιταλίας. Άσκησε το ιατρικό επάγγελμα έως την έναρξη της Επανάστασης, οπότε και κατέφυγε στα Κύθηρα, διωκόμενος από τους Οθωμανούς. Εκλέχθηκε πλη­ρεξούσιος της Κρήτης στην Γ’ Εθνοσυνέλευση. Αν και σε προχωρημένη ηλι­κία, ο Ρενιέρης εξελέγη, ύστερα από πρόταση του Κολοκοτρώνη, τον Ιούνιο του 1827 στη θέση του προέδρου της Βουλής. Μετά την εκλογή του, η Βουλή παρέμεινε αρχικά στον Πόρο και την Ερμιόνη, ενώ είχε αποφασιστεί να εγκατασταθεί στο Ναύπλιο, την έδρα της Κυβέρνησης. Με την ανάληψη της προεδρίας από το Ρενιέρη στις 20 Ιουνίου 1827 η Εθνοσυνέλευση αποφάσισε να ακυρώσει παράνομες εκποιήσεις εθνικών κτημάτων που είχαν προηγηθεί, επέτρεψε τον υπό όρους εποικισμό της χώρας από ορθοδόξους για τη δημο­γραφική της τόνωση, προέβλεψε ειδικό συμβούλιο για την προώθηση συμβι­βασμού με τους Οθωμανούς και ασχολήθηκε με την αναπλήρωση του κυβερ­νήτη Καποδίστρια έως την άφιξή του.

Το σώμα της Βουλής και ο πρόεδρός της Ρενιέρης έφτασαν τελικά και εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο στις 30 Μαΐου 1827, όταν ο πρόεδρος έκρινε – με τη συμπαράσταση και του Κολοκοτρώνη – ότι υπήρχαν πια οι ελάχιστες εγγυήσεις ασφάλειας έναντι των πολιτικών αντιπάλων. Τους επόμενους μή­νες έως την άφιξη του Καποδίστρια η αποδιοργανωμένη κυβέρνηση εξαρ­τιόταν από τη Βουλή, η οποία με τη σειρά της παρακώλυε διαδικαστικά και ακύρωνε τις όποιες επείγουσες πρωτοβουλίες των υπουργών.

Ο Ρενιέρης μαζί με τους βουλευτές, αμέσως μετά την άφιξη του Καποδί­στρια και υπακούοντας στην επιθυμία του, εξέδωσαν και υπέγραψαν στην Αίγινα Ψήφισμα (18 Ιανουαρίου 1828), με το οποίο συγκαλούσαν νέα εθνοσυνέλευση. Επίσης, καταργούσαν τη Βουλή και στη θέση της ίδρυαν ένα συμ­βουλευτικό όργανο, το Πανελλήνιο, τα μέλη του οποίου θα όριζε ο κυβερνή­της. Τότε ο Καποδίστριας, κάτω από την πίεση των έκτακτων και πιεστικών συνθηκών και με δεδομένες τις επιταγές προηγούμενων αποφάσεων της Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας, έλαβε από τη Βουλή, με τη συναίνεση του προέδρου της Ρενιέρη, τον πλήρη έλεγχο της νομοθετικής εξουσίας. Ο Ρενιέ­ρης, απολαμβάνοντας της εμπιστοσύνης του Καποδίστρια, ορίστηκε μέλος του Πανελληνίου και προσωρινός πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομίας. Τον Οκτώβριο του 1829 ο Καποδίστριας τον έστειλε στην Κρήτη ως αντιπρόσω­πό του, όπου και ανέλαβε πρόεδρος του λεγόμενου Κρητικού Συμβουλίου. Τότε μάλιστα ανέλαβε την πρωτοβουλία να ηγηθεί επαναστατικής κίνησης με την ευκαιρία της παρουσίας τμήματος του στόλου των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ανήκε στα ηγετικά στελέχη της ρωσόφιλης Φιλορθόδοξης Εταιρείας, μαζί με τους Γεώργιο Καποδίστρια (μικρότερο αδελφό του κυβερνήτη), το Μακεδόνα Εμμανουήλ Παπά και το Νικηταρά. Επιδίωξη της Εταιρείας απο­τελούσε η απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, η πίεση προς τον Όθωνα να ασπαστεί το ορθόδοξο δόγμα, όπως και η εν γέ­νει ενίσχυση της Ορθοδοξίας που, κατά την εκτίμησή τους, κινδύνευε. Εξαι­τίας της συνωμοτικής δράσης της Εταιρείας, ο Ρενιέρης συνελήφθη στις Σπέ­τσες το Δεκέμβριο του 1839, ενώ ετοιμαζόταν να διαφύγει στα Επτάνησα. Παρά την αντιπολιτευτική του δράση με το «ρωσικό» κόμμα, κατείχε επί μα­κρόν τη θέση του συμβούλου επικρατείας, ενώ το 1844 ορίστηκε γερουσια­στής. Πέθανε στην Αθήνα το 1847 σε ηλικία 89 ετών.

 

Αρ. ΝΗ του Κώδικος των Νόμων

 Ελληνική Πολιτεία

Η Βουλή των Ελλήνων

Επειδή ο παρά του Ελληνικού Έθνους εμπεπιστευμένος τας ηνίας της Κυβερνήσεως Κύριος Ιωάννης Α. Καποδίστριας έφθασεν εις τήν Ελλάδα∙

Επειδή αι δειναί της Πατρίδος περιστάσεις δεν εσυγχώρησαν, ούτε συγχωρούσι την ενέργειαν του εν Τροιζήνι επικυρωθέντος και εκδοθέ­ντος Πολιτικού Συντάγματος καθ’ όλην αυτού την έκτασιν·

Επειδή η σωτηρία του Έθνους είναι ο υπέρτατος πάντων των Νό­μων και

Επειδή η Βουλή ανεδέχθη παρά των Λαών την πρόνοιαν της εαυτών σωτηρίας∙

Η Βουλή μόνον σκοπόν έχουσα το να σωθή η Ελλάς, και ως ιερώτερόν της χρέος θεωρούσα τούτο, και την ευδαιμονίαν του Ελληνικού Έθνους, του οποίου ενεπιστεύθη την φροντίδα.

Και επειδή ο Κυβερνήτης επρόβαλε σχέδιον μεταβολής Διοικήσεως προσωρινής·

                                                                                                                      

Ψηφίζει

 

Α’. – Ο Κυβερνήτης μετά της Βουλής συγκαλούσι τον Ελληνικόν Λαόν εις Εθνική Συνέλευσιν κατά την βδ’ της ΚΣΤ’ Συνεδριάσεως της εν Τροιζήνι Τρίτης Εθνικής Συνελεύσεως.

Β’. – Η προσωρινή Διοίκησις της Επικρατείας κανονίζεται κατά τα εφεξής άρθρα.

1 – Εν Συμβούλιον συγκείμενον από μέλη… και ονομαζόμενον Πανελλήνιον, μετέχει μετά του Κυβερνήτου της Ελλάδος των έργων και του υπευθύνου της Κυβερνήσεως, έως της συγκροτήσεως της Εθνικής Συνε­λεύσεως ήτις θέλει συνέλθει εντός του Απριλίου μηνός 1828.

2-Το Πανελλήνιον διαιρείται εις τρία τμήματα.

το α’ – έχει αντικείμενον την Οικονομίαν – το β’ – την Διοίκησιν των Εσωτερικών καθ’ όλους αυτών τους Κλά­δους – το γ’ – την ωπλισμένην δύναμιν ξηράς και θαλάσσης.

3 – Έκαστον Τμήμα προεδρεύεται παρ’ ενός των μελών του, ονομα­ζομένου Προβούλου. Δύω άλλα μέλη είναι επιφορτισμένα εις έκαστον Τμήμα την σύνταξιν των πράξεών του, φέροντα τον τίτλον του Α’ και Β’ Γραμματέως.

4 -Ο Πρόβουλος του Τμήματος της Οικονομίας ομού με τους Προβούλους των δύο άλλων Τμημάτων προεδρεύει το Πανελλήνιον εις τας γενικάς του συνεδριάσεις∙ ο δε Γραμματεύς του Τμήματος του κινούντος τας υποθέσεις εις τας οποίας ενασχολείται το Πανελλήνιον, ενεργεί τα χρέη του Γραμματέως ταύτης της συνελεύσεως.

5 – Εν Διάταγμα κανονίζει μερικώτερον τον Οργανισμόν του Πανελλη­νίου ως και των Τμημάτων του, και ορίζει τα προσήκοντα καθήκοντα αυτών.

6 – Η Βουλή και η Αντικυβερνητική Επιτροπή, ήτις απέθετο ήδη τα χρέη της, παραδίδουν εις τους τρεις Προβούλους και τους τρεις πρώτους Γραμματείς του Πανελληνίου τα αρχεία των, και όλας τας γνωστοποιή­σεις αποτεινομένας εις τα χρέη, τα οποία αι δυό αύται Δυνάμεις ενήργη­σαν από τον Μάϊον μήνα έως σήμερον.

 7 -Τα ψηφίσματα του Κυβερνήτου της Ελλάδος θέλουν είσθαι θεμε­λιωμένα επάνω εις τας εγγράφους αναφοράς του Πανελληνίου ή των Τμημάτων αυτού, καθόσον το αντικείμενον του ψηφίσματος κινείται από την Διοίκησιν, ή και από την Νομοθεσίαν.

8 – Τα αντικείμενα είναι Διοικητικά, εάν αι πράξεις της εν Τροιζήνι Συνελεύσεως επρονόησαν περί αυτών, ώστε δεν πρόκειται άλλο, ειμή να εκτελεσθή ο Νόμος. Είναι δε Νομοθετικά, όταν ο Νόμος δεν επρονόησε περί αυτών.

Τα ψηφίσματα ταύτα γίνονται επάνω εις τας αναφοράς του Πανελ­ληνίου· τα δε άλλα επάνω εις τας των Τμημάτων.

9 -Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος έχει πλησίον του ένα Γενικόν Γραμ­ματέα, φέροντα τίτλον του Γραμματέως της Επικρατείας, όστις προσυ­πογράφεται εις τα ψηφίσματα και εις την αλληλογραφίαν.

10 – Θέλουν συσταθή Επιτροπαί Ειδικαί εντός των κόλπων του Πανελληνίου καθόσον απαιτούσι τούτο αι χρείαι της Διοικήσεως και αι εργασίαι, αίτινες είναι κατεπείγον να προετοιμασθούν δια την Εθνικήν Συνέλευσιν.

Γ΄. – Αποτίθεται η Βουλή το οποίον ανέλαβε χρέος της Νομοδοτικής εξουσίας.

 

Εν Αιγίνη τη 18η Ιανουαρίου 1828

 Ο Πρόεδρος

Ν. Ρενιέρης

(Έπονται αι των βουλευτών υπογραφαί)

(Τ.Σ.) Ο Α’ Γραμματεύς Χ. Αινιάν

 

Υποσημείωση


 

[1] Η οικογένεια των  Ρενιέρηδων  κατοικεί στα Παλαιά Ρούματα  κατάγονται δε από ευγενείς Ενετούς αποίκους που παρέμειναν στην Κίσσαμο μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους  (1669). Οι Ρενιέρηδες σταδιακά ελληνοποιήθηκαν και μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους ταυτίστηκαν πλήρως με τους Έλληνες. Ως πλούσιοι και μορφωμένοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον αγώνα της απελευθέρωσης ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας. Ο Νικόλας Ρενιέρης εκλέχτηκε πρόεδρος της Εθνικής Συνέλευσης στην Τροιζήνα, ενώ ο  Μάρκος διατέλεσε πρώτος αντιπρόεδρος και αργότερα πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και χρηματοδότησε γενναία την επανάσταση των Κρητών. Ακόμα ο κλάδος των Ρενιέρηδων κατοικεί στα Παλαιά Ρούματα Κισσάμου διακεκριμένοι για τον πατριωτισμό  και την υποδειγματική διαγωγή τους. Παρακλάδι γενεαλογικό των Ρενιέρηδων είναι οι Μαρκουλάκηδες. Στα Παλαιά  Ρούματα βρίσκεται ένα Ενετικό αρχοντικό η Villa Renier με το οικόσημο της οικογένειας Ρενιέρ.

 

Πηγή


  •  «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

 

 

Read Full Post »

Η Έξοδος του Μεσολογγίου – Χρονικό της Εξόδου


 

Το καλυβάκι άντεξε στην πρώτη πολιορκία των Τούρκων (25 Οκτ.-25 Δεκ. 1822) και δεν έπεσε. Στη δεύτερη πολιορκία (15 Απριλίου 1825-10 Απριλίου 1826), όμως, παρ’ όλο που έγιναν κάποια οχυρωματικά έργα από το μηχανικό Μιχαήλ Κόκκινη, δεν άντεξε γιατί πολιορκήθηκε από πολυπληθέστερες δυνάμεις, ο αποκλεισμός ήταν ασφυκτικός και δεν μπορούσε να του παρασχεθεί βοήθεια σε τρόφιμα και πολεμοφόδια χωρίς στρατιωτική υποστήριξη απ’ έξω. Η κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη και οι πολιτικοί, όμως, ασχολούμενοι με τις εκλογές για την Γ’ Εθνοσυνέλευση και τις ίντριγκες, ολιγώρησαν και δεν έστειλαν έγκαιρα βοήθεια.

 

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

 

Η πολιορκία είχε στόχο την πτώση του Μεσολογ­γίου και την υποταγή της Στερεάς, ώστε να διευκο­λυνθεί η κατάπνιξη της Επανάστασης στην Πελο­πόννησο. Στην πρώτη φάση της πολιορκίας (Απρίλιος-Νο­έμβριος 1825) οι υπό τον Κιουταχή τουρκικές δυ­νάμεις υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Στη δεύτερη φάση (12 Δεκεμβρίου-10 Απριλίου 1826), όταν τη διεύθυνση των επιχειρήσεων ανέλαβε ο Ιμπραήμ επικεφαλής 10.000 Τουρκοαιγυπτίων, [1] οι Μεσολογγίτες μετά την εξάντληση των τροφίμων και την έλλειψη ανεφοδιασμού αποφάσισαν την ηρωική Έξοδο.

Ο Ιμπραήμ είχε καταλάβει μέχρι τα τέλη Μαρτίου όλα τα νησιά της λιμνοθάλασσας, το Βασιλάδι (25 Φεβρουαρίου), τον Ντολμά και τον Πόρο (28 Φε­βρουαρίου) και το Ανατολικό (1 Μαρτίου).

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Ο Κιουταχής όμως, που επιχείρησε να καταλάβει το νησάκι Κλείσοβα (25 Μαρ­τίου), υπέστη πανωλεθρία. Αυτή η νίκη αναπτέρωσε μεν το ηθικό των πολιορκημένων, αλλά ο αποκλεισμός από τη θάλασσα στέρησε και την τελευταία ελπίδα επικοινωνίας και παροχής βοήθειας απ’ έξω.

Η  εξαμελής  Επιτροπή, που είχε σταλεί από τους πολιορκημένους στο Ναύπλιο για βοήθεια από τις 17 Ιανουαρίου, μόλις το Μάρτιο κατόρθωσε να  εξασφαλίσει 400.000 γρόσια για να κινή­σει ένα μι­κρό στόλο 25 πολεμικών και πυρπολικών. Ο στόλος με επι­κεφαλής τον Μιαούλη έφθασε τέλη Μαρτίου, αλ­λά δεν κατόρθωσε να διασπάσει τον εχθρικό κλοιό.

Οι πολιορκημένοι – που είχαν απορρίψει τις ε­χθρικές προτάσεις για παράδοση – όταν «πάσα ελπίς εισαγωγής τροφών εξέλιπε, και πάσα βρώσι­μος ύλη εξεκενώθη εντός της πόλεως», [2] αποφάσισαν να επιχειρήσουν έξοδο τη νύχτα της 10ης Απριλίου προς την 11η, Κυριακή των Βαΐων.

Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.

Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.

Μέσα στα Μεσολόγγι βρίσκονταν η Φρουρά από περίπου 3.500 ή 3.600 άνδρες, πολίτες περίπου 1.500 και γυναικόπαιδα περίπου 5.500, συνολικά 10.600 άτομα. [3] Επικεφαλής της Φρουράς ήταν οι οπλαρχηγοί Νότης Μπότσαρης, Κίτσος Τζαβέλας, Δημήτριος Μακρής, Γεώργιος Βαλτινός, Μήτσος Κοντογιάννης, Γεώργιος Βάγιας, Νικόλαος Στορνάρης, Γεώργιος Κίτσου, Θανάσης Ραζη-Κότσικας, Μή­τρος Δεληγεώργης, Χρίστος Φωτομάρας κ.ά. [4]

Με δύο αγγελιαφόρους ειδοποίησαν τους οπλαρ­χηγούς στο στρατόπεδο της Δερβέκιστας για την Έξοδο και ζήτησαν να γίνει ταυτόχρονα επίθεση και απ’ έξω, ώστε να διευκολυνθούν κατά τη φυγή τους. Στις επιστολές τους προς τους έξω εκφράζουν ό­χι μόνον τις αγωνίες τους, αλλά και το θυμό τους. Γράφουν: «Εάν δεν κινηθήτε να όψεσθε, να όψεσθε, να όψεσθε». [5]

Τα χαράματα της 9ης Απριλίου οπλαρχηγοί, πρόκριτοι και ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Τζαβέλα και αποφάσισαν να εκτελέσουν όλους τους αιχμαλώτους – και η απόφαση αυτή εφαρ­μόστηκε -, «να σφάξει ο ένας του αλλουνού την οικογένειαν», [6] αλλά η απόφαση αυτή αποτράπηκε από τον επίσκοπο Ρωγών, και να μεταφέρουν τους τραυματισμένους αγωνιστές στα πιο οχυρωμένα σπίτια, ώστε να πέσουν μαχόμενοι και να μην παρα­δοθούν.

 

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Θεόδωρος Βρυζάκης.

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Θεόδωρος Βρυζάκης.

 

Όταν γνωστοποιήθηκαν οι αποφάσεις άρχισαν οι προετοιμασίες «με τόσην αταραξίαν, με τόσην ευχαρίστησιν, με τόσα γέλια, ώστε κανένας, ούτε ο έσχατος άνθρωπος δεν εσυλλογίζετο πως έμελλεν τάχα να σωθή»[7] Οι γυναίκες μάζευαν τα ελα­φρότερα αναγκαία είδη, οι άνδρες ετοίμαζαν τις ξύ­λινες φορητές γέφυρες που θα τις χρησιμοποιούσαν για να περάσουν την τάφρο που είχαν ανοίξει οι Τούρκοι γύρω από το Μεσολόγγι, μετέφεραν τους πληγωμένους, τους αρρώστους και τους γέροντες στα οχυρωμένα σπίτια, έθαψαν στη γη τα πιεστή­ρια του τυπογραφείου και διεσκόρπισαν τα τυπο­γραφικά στοιχεία για να μη δοθούν «Τα άγια τοις κυσί, και εις τους χοίρους οι μαργαρίται» [8] και έ­σπαζαν και αχρήστευαν ό,τι πολεμικό υλικό δεν μπορούσαν να μεταφέρουν.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

To μεσημέρι της 10ης Απριλίου συγκεντρώθηκαν στον προμαχώνα του Μακρή οι οπλαρχηγοί, μαζί με τον πρόεδρο της Διευθυντικής Επιτροπής, Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο και τον επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ, για να καταρτίσουν το σχέδιο της Εξόδου, το οποίο υπαγόρευσαν στον Κασομούλη, και αυτός ανέλαβε να το γνωστοποιήσει στους πο­λιορκημένους.

Στον πρόλογο του σχεδίου αναφέρεται:

 

«Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος

Βλέποντες τον εαυτόν μας, το στράτευμα και τους πολίτας εν γένει μικρούς και μεγάλους παρ’ ελπίδαν υστερημένους από όλα τα καταπείγοντα αναγκαία της ζωής προ 40 ημέρας και ότι εκπληρώσαμεν τα χρέη μας ως πιστοί στρατιώται της πα­τρίδος εις την στενήν πολιορκίαν ταύτην και ότι, εάν μίαν ημέραν υπομείνωμεν περισσότερον, θέλομεν αποθάνει όρθιοι εις τους δρόμους όλοι.

Θεωρούντες εκ του άλλου ότι μας εξέλιπεν κά­θε ελπίς βοηθείας και προμηθείας, τόσον από την θάλασσαν καθώς και από την ξηράν (ώστε να δυνηθώμεν) να βαστάζωμεν, ενώ ευρισκόμεθα νικηταί του εχθρού, αποφασίσαμεν ομοφώνως: Η έξοδο μας να γίνη βράδυ εις τας δύο ώρας της νυ­κτός της 10 Απριλίου, ημέραν Σάββατον και ξημερώνοντας των Βαΐων, κατά το εξής σχέδιον, ή έλθη ή δεν έλθη βοήθεια (…)».[9]

Σύμφωνα με το σχέδιο, οι πολιορκημένοι θα περ­νούσαν από τις ξύλινες γέφυρες από το μέρος του τείχους που έβλεπε προς τη Ναύπακτο χωρισμένοι σε τρία σώματα («κολώνες»). Τα δύο πρώτα, αποτε­λούμενα από άνδρες της Φρουράς με επικεφαλής το ένα τον Δημήτριο Μακρή και το άλλο τον Νότη Μπότσαρη, θα έκαναν την Έξοδο από τις γέφυρες της «Λουνέτας» και τον «Ρήγα» και το τρίτο, απο­τελούμενο από τους Μεσολογγίτες και τα γυναικό­παιδά τους με επικεφαλής ντόπιους αρχηγούς, πι­θανόν τον Θανάση Ραζη-Κότσικα και τον Μήτρο Δεληγεώργη, που τα πλευρά του θα προστάτευε η Φρουρά της Κλείσοβας, θα έβγαινε από τις γέφυρες «Μονταλαμπέρτ» και «Στουρνάρη». [10] Σημείο συνά­ντησης είχε οριστεί η Μονή του Αγίου Συμεών.

Ο Ιμπραήμ, όμως, που γνώριζε από προδοσία ή από μαρτυρία ενός φυγάδα που αιχμαλωτίστηκε [11] την απόφαση της Εξόδου και το σημείο από όπου θα την επιχειρούσαν – αλλά όχι την ώρα και τον τρόπο -, παρέταξε τις τακτικές δυνάμεις και το πε­ζικό κοντά στο τείχος, ανέπτυξε το ιππικό στην πε­διάδα και στους πρόποδες του Ζυγού έβαλε τους Αλβανούς κρυμμένους πίσω από βράχια και από προμαχώνες και μέσα σε φαράγγια.

 

Σκηνή από την έξοδο του Μεσολογγίου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

Σκηνή από την έξοδο του Μεσολογγίου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

 

 

Η Έξοδος

 

Όταν όλα ήταν έτοιμα για την Έξοδο, «ο περιπαθέστερος αποχαιρετισμός από όσους μνημονεύει η ιστορία εγένετο». [12] Συνταρακτικές σκηνές περι­γράφονται. Πολλοί συγγενείς, φίλοι και κυρίως γυναίκες την τελευταία στιγμή αποφάσισαν να μείνουν και να πεθάνουν με τους δικούς τους. Ο συνήθης απο­χαιρετισμός ήταν «καλήν αντάμωσιν εις τον άλ­λον κόσμον», [13] που σήμαινε ότι όλοι ήταν αποφα­σισμένοι και κανείς δεν φοβόταν το θάνατο.

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη.

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη.

Το ηλιοβασίλεμα άρχισαν να συγκεντρώνο­νται στις προκαθορισμένες θέσεις. Στις 6.30 [14] ακούστηκαν πυροβολισμοί πάνω στην κορυφή του όρους Ζυγού. Ήταν το σύνθημα για την παροχή βοήθειας απ’ έ­ξω. Ο Ιμπραήμ το κατάλαβε και κινητοποίησε τις δυνάμεις του. Οι πολιορκημένοι γύρω στις 9 βγήκαν από την ανατολική πλευρά του τείχους, έστησαν τα γεφύρια τους στην πρώτη (τη νέα) τάφρο του Ιμπραήμ και καθώς περνούσαν δέχτηκαν τα πρώτα πυρά του εχθρού. Για να προφυλαχθούν έπεσαν καταγής στο πλάτωμα ανάμεσα στη νέα και την παλαιά τάφρο (που υπήρχε και στην πρώτη πολιορκία, το 1822). Εκεί περίμεναν περίπου μία ώρα να χτυπήσουν οι απ’ έξω, να απασχολήσουν τον εχθρό, για να πε­ράσουν αυτοί τη δεύτερη τάφρο. Κατά κακή τους τύ­χη έφυγαν τα σύννεφα και το φως του φεγγαριού φώτισε την περιοχή. Οι απ’ έξω δεν χτύπησαν και καθώς δεν τους κάλυπτε το σκοτάδι αποφάσισαν να κάνουν μόνοι τους έφοδο. Στην αρχή ψιθυριστά α­πό στόμα σε στόμα πέρασε η απόφαση και «τρομε­ρός αλαλαγμός ηκούσθη εν ταυτώ από το στόμα των Ελλήνων επάνω τους, εφώναξαν όλοι με μίαν φωνήν και ώρμησαν με μαχαίρας και του­φέκια εις το εχθρικόν στρατόπεδον»[15]

Οι άνδρες της Φρουράς, ενωμένοι σ’ ένα σώμα τώ­ρα, γιατί «δεν εστοχάσθησαν συμφέρον να διαιρεθώσι, καθώς ήτον το σχέδιον πρότερον», [16] διέσπασαν τις γραμμές του εχθρικού πεζικού και ά­νοιξαν δρόμο, αλλά σε λίγο βρέθηκαν αντιμέτω­ποι με το ιππικό, το οποίο, επίσης, διασκόρπισαν. Ύστερα από τετράωρη μάχη έφθασαν στους πρόπο­δες του βουνού, στον Άγιο Συμεών, πιστεύοντας ότι εκεί είναι ασφαλισμένοι, Εκεί, όμως, τους περίμε­ναν πάνω από 3.000 Αλβανοί υπό τον Μουστάμπεην Καφζέζην, [17] τους οποίους, όμως, μ’ έναν ελιγμό του Δημητρίου Μακρή – που τους χτύπησε από πί­σω- εξουδετέρωσαν. Ταυτόχρονα ήρθε και δύναμη από τους έξω με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς Ευαγγέλη Κοντογιάννη, Γιαννούση Πανομάρα, Φαρασλή, Γ. Κόρακα, Ν. Κόπελο και άλλους, ε­πειδή ο Καραϊσκάκης ήταν άρρωστος. [18] Αφού απέ­κρουσαν τους Αλβανούς άρχισαν να ανεβαίνουν τον Ζυγό. Ύστερα από πορεία τριών ημερών έφθα­σαν στη Δερβέκιστα, χωριό του Απόκουρου, όπου ξεκουράστηκαν δύο μέρες. Από εκεί διά μέσου του Πλατάνου, χωριού των Κραβάρων, έφθασαν στα Σά­λωνα. Από εκεί στην Ντομπρένα όπου επιβιβάστη­καν σε πλοία και διαπεραιώθηκαν στην Περαχώρα και από εκεί διά του Ισθμού έφθασαν στις 16 Μαΐου στο Ναύπλιο.

 

Η επίθεση του Ιμπραήμ Πασά κατά του Μεσολογγίου. Ελαιογραφία του Giuseppe Pietro Mazzola (1748-1838).

Η επίθεση του Ιμπραήμ Πασά κατά του Μεσολογγίου. Ελαιογραφία του Giuseppe Pietro Mazzola (1748-1838).

 

Δεν είχε, όμως, την ίδια τύχη το τρίτο σώμα, που αποτελούνταν κυρίως από γυναικόπαιδα. Ενώ συνεχιζόταν με ορμή η Έξοδος, την οποία δεν μπο­ρούσαν να ανακόψουν οι εχθρικές δυνάμεις, ακού­στηκε από το σώμα αυτό μία φωνή: «οπίσω, οπίσω, εις ταις τάμπιαις». [19] Επικράτησε πανικός και σύγ­χυση και δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι και τα προπορευόμενα σώματα οπισθοχωρούσαν. Οπότε και αυτοί γύρισαν πίσω στην πόλη. Στο μεταξύ και δυνάμεις των πολιορκητών είχαν μπει στην πόλη και έτσι βρέθηκαν αντιμέτωποι και άρχισε μάχη σώμα με σώμα.

 

Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

 

Η αντίσταση κράτησε μία έως δύο μέρες. Όταν οι Τούρκοι, που έσφαζαν γυναίκες και παιδιά, έφθα­σαν πάνω στα κανονοστάσια, ο γέροντας Σουλιώτης ιερέας Διαμαντής «παραφυλάττων την υπόνομον, όταν είδεν ικανόν αριθμόν εχθρών συσσωρευμένον επάνω εις το κανονοστάσιον, έβαλε φωτιάν, και ετίναξεν εις τον αέρα ολόκληρα τάγματα βαρβάρων, εξαγοράσας πολλά ακριβά το ολίγον γεροντικόν αίμα του»[20] Το ίδιο έγινε και στα οχυ­ρωμένα σπίτια όπου, όταν έμπαιναν μέσα οι Τούρ­κοι, οι Μεσολογγίτες «ευθύς έβανον φωτιάν εις την πυριτοθήκην, και κατεστρέφοντο μαζί και νικώντες και νικώμενοι». [21]

Η ανατίναξη από τον Χρήστο Καψάλη. Έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Η ανατίναξη από τον Χρήστο Καψάλη. Έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Στη μεγαλύτερη πυριτιδαποθήκη, όπου είχαν συγκεντρωθεί τα περισσότερα γυναικόπαιδα, την έ­κρηξη προκάλεσε ο γέροντας Χρήστος Καψάλης: «και έξαφνα ανεστράφη όλη η περιοχή και κατεδαφίσθησαν όλαι αι πλησίον οικίαι∙ ερράγη το έδαφος· άνοιξαν χάσματα φρικώδη και κατεπατήθη όλη η περιοχή εκείνη από την θάλασσαν». [22]

Στο νησάκι Ανεμόμυλος, που ήταν το τελευταίο ο­χυρό και κράτησε ως τις 12 Απριλίου, οι υπερα­σπιστές του «έβαλαν και αυτοί φωτιάν εις την πυριτοθήκην και συνετάφησαν μετά των εχθρών». [23]

Έτσι έπεσε το Μεσολόγγι ύστερα από δωδεκά­μηνη πολιορκία. Ο Ιμπραήμ μπήκε σε μια νεκρή πόλη: «…ένας σωρός ερειπίων, στάκτης, πετρών και πτωμάτων έμειναν εις την εξουσίαν του ε­χθρού»[24]

Αλλά ουσιαστικά το Μεσολόγγι δεν έπεσε, διότι, όπως έγραψε στη Διοίκηση στις 12 Απριλίου 1826 η Φρουρά από τη Δερβέκιστα: «Η πείνα, όμως, το επαράδωσεν, αλ­λά μην φοβείσθε, διότι εκείνοι όπου εβαστούσαν το Μεσολόγγιον, οι περισσότεροι εγλύτωσαν με το σπαθί». [25]

Για τις απώλειες των δύο πλευρών υπάρχουν α­ντιφατικές εκτιμήσεις μεταξύ των Ελλήνων και των ξένων χρονικογράφων. Κατά τους Έλληνες, α­πό τους 3.500 άνδρες της Φρουράς διασώθηκαν πε­ρίπου 2.000 – 2.500 [26] και σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτί­στηκαν σχεδόν όλα τα γυναικόπαιδα. [27] Ενώ υπολο­γίζουν ότι από τους εχθρούς χάθηκαν οι μισοί, πε­ρίπου 5.000. [28]

Χρήστος Καψάλης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Χρήστος Καψάλης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Κατά τους ξένους, χάθηκαν 3.000 Έλληνες και αιχμαλωτίστηκαν 5.000 ή 6.000 γυναικόπαιδα, ενώ οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων έφθασαν τους 4.000 άνδρες. [29] Ανάμεσα σ’ αυτούς που έπεσαν μαχόμενοι κατά την Έξοδο ήταν οι οπλαρχηγοί Νικολός Στορνάρης, Θανάσης Ραζη-Κότσικας, Ανδρέας Γριβογεώργης, Κώστας Σιαδήμας, Γιάννης Αγγελής και ο Ιωάν­νης Παπαδιαμαντόπουλος, πρόεδρος της Διευθυ­ντικής Επιτροπής, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, ο μηχανικός Μιχαήλ Πέτρου Κόκκινης, ο τυπογρά­φος Δ. Μεσθεναίος και γόνοι ιστορικών οικογε­νειών του Μεσολογγίου: Αναστάσιος Παλαμάς, Πέ­τρος Γουλιμής, Κωνσταντίνος Τρικούπης, Γεώρ­γιος Φαράντος και Κωνσταντίνος Καρπούνης.[30]

Στην Έξοδο, επίσης, φονεύθηκαν σχεδόν όλοι οι φιλέλληνες (περίπου 15) που βρίσκονταν στο Μεσολόγγι. Ο Ελβετός Ιωάννης – Ιάκωβος Μάγερ (Johann- Jacobi Meyer), εκδότης των «Ελληνικών Χρονικών», οι Γερμανοί Νχίτμαρ (Dittmar), Ντελάουνι (Delaunay), Στίτσελμπεργκερ (Stitjelberger), Λίμπχοβ (Lübtow), Κλέμπε (Klembe), Ρόονερ (Rosner), ο Ιταλός Τζιακομούτσι (Giacomuzzi) και οι εθελοντές Μεβιέ, Σχιεφάου, Σιπάνου, Λάτερβαχ, Ντιρσάβσκι (Diersawski), Piντεζελ (Riedesel) και Ραζιέρι. [31]

Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.

Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.

«Η θυσία του Μεσολογγίου προώθησε το ελλη­νικό ζήτημα, όσο καμιά ελληνική νίκη», γράφει ο Απ. Βακαλόπουλος. [32] Πράγματι αναζωπύρωσε σε ολόκληρη την Ευρώπη (ακόμη και στην Αυστρία) και την Αμερική το φιλελληνισμό όχι μόνον συγ­γραφέων και καλλιτεχνών, αλλά και πολιτικών κατ στρατιωτικών.

Η κοινή γνώμη εξέφρασε τη δυσφορία της για την απραξία των κυβερνήσεων και οι εφημερίδες με άρθρα τους ζητούσαν την αποφασιστική επέμ­βαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων για να τεθεί τέρ­μα στο ελληνικό δράμα. Παντού ιδρύονται φιλελληνικές εταιρείες και διενεργούνται έρανοι, συγκεντρώνονται χρήματα και στέλνονται τρόφιμα και άλλα εφόδια στους μαχόμενους Έλληνες.

Μιχαήλ Σπυρομήλιος (1800-1880), ξυλογραφία, Ποικίλη Στοά, 1883.

Μιχαήλ Σπυρομήλιος (1800-1880), ξυλογραφία, Ποικίλη Στοά, 1883.

Ο Καποδίστριας προφήτευσε εκτιμώντας τον ξεσηκωμό και τις αντιδράσεις στην Ευρώπη, σε επιστολή του προς τον αδελ­φό του Βιάριο στις 18 Απριλίου 1826, [33] ό­τι το θλιβερό γεγονός του Μεσολογγίου δεν έπρεπε να απελπίσει τους Έλληνες, γιατί σ’ αυτό έβλεπε την αρχή της σωτηρίας τους. Δεκαοχτώ μήνες μετά, στις 8 Οκτωβρίου 1827, οι στόλοι των Μεγάλων Δυνάμεων με τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο βοήθησαν αποφασιστικά να δικαιωθεί ο αγώνας της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Ο μελετητής της θυσίας του Μεσολογγίου κατα­λαμβάνεται από θλίψη, όταν διαπιστώνει ότι η κα­ταστροφή της Ιερής πόλης μπορούσε να αποφευχθεί. Ο Καραϊσκάκης, που είχε περάσει στη Στερεά α­πό τον Ιούλιο του 1825, αφού πέτυχε να ανασυντά­ξει τις επαναστατικές δυνάμεις και να συσπειρώσει τους αρματολούς, ζητούσε επίμονα τρόφιμα και πο­λεμοφόδια από την Κεντρική Διοίκηση. Αυτή, ό­μως, αδιαφόρησε για τους πολιορκημένους, οι Μεσολογγίτες δεν ήταν μέσα στο πολιτικό παι­χνίδι που παιζόταν για τις εκλογές της Εθνοσυνέ­λευσης. Ο Σπυρομήλιος, μέλος της Επιτροπής που πήγε στο Ναύπλιο, γράφει: «Αφ’ ου επληροφορήθησαν τω όντι ότι δεν εμελετούσαμεν να ενισχύσωμεν κανέν κόμμα, αδιαφόρησαν όλα τα κόμματα από ημάς, και ενώ τους ωμιλούσαμεν διά το Μεσολόγγιον όλοι έλεγαν το «ναι, έχετε δίκαιον», αλλά δεν εσύμπραττον υπέρ αυτού με ζήλον». [34]

 

Αικατερίνη Φλεριανού

Ιστορικός  

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Σπυρομήλιος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου, 1825-1826, Εκδίδονται υπό Ιω. Βλαχογιάννη, Αθήναι χ.ε., 1926, ο. 144.

[2] Γεώργιος Αινιάν (άτιλο), Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 83 (14 Αυγ. 1826), σ. 332.

[3] Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων, 1821-1833, Εισαγωγή και σημειώσεις Γ. Βλαχογιάννη, τ. Β’, Αθήναι, 1941, χ.ε., 1941, σ. 251- κατά τον Σπυρομήλιο, ό.π., ο. 142, 3.500 στρατιώτες και 9.000 γυναικόπαιδα.

[4] Αρτέμιος Μίχος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826), Εκδίδονται υπό Σ.Π. Αραβαντινού, εν Αθήναις, εκ του Τυπογραφείου της Ενώσεως, 1883, σ. 93-94. Βλ. και Κασομούλης, ό.π., ο. 257.

[5] Κασομούλης, ό.π, σ. 249.

[6] Κασομούλης, ό.π., σ. 253.

[7] Κασομούλης, ό.π., σ. 254.

[8] Αινιάν, ό.π.

[9] Κασομούλης, ό.π., σ. 259.

[10] Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 259-260) αναφέρει αρχηγό του πρώτου σώματος τον Δ. Μακρή, του δεύτερου τον Μπότσαρη και του τρίτου δεν έχει όνομα, ο Μίχος (ό.π., 76) του πρώτου τον Κ. Τζαβέλα, του δεύτερου τον Ν. Μπότσαρη και του τρίτου δεν έχει όνομα, και ο Σπυρομήλιος (ό.π., 139) του πρώτου τον Κ. Τζαβέλα, του δεύτερου τον Δ. Μακρή και του τρίτου τον Ν. Μπότσαρη.

[11] Για το θέμα της προδοσίας υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις ελληνικές και ξένες πηγές. Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 170) και ο Αινιάν (ό.π.) την αποδίδουν σε Βούλγαρο λιποτάκτη, ο Σπυρομήλιος (ό.π., ο. 140) σε Τούρκο, ο Μίχος (ό.π., σ. 73) σε Βούλγαρο και βαπτισμένο Τουρκόπουλο. Αντιθέτως ο Vincenzo Miratelli, Αυστριακός πρόξενος στην Πάτρα, την αποδίδει σ’ Έλληνα φυγάδα και ο Ιταλός αξιωματικός του Ιμπραήμ, Giuseppe Romei, σ’ Έλληνα ιερέα που αιχμαλωτίστηκε (Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, ι. 71, Θεσσαλονίκη, χ.ε., 1986, σ. 461- 462).

[12] Αινιάν, ΓΕΕ, αρ. 84 (18 Αυγ. 1826), σ. 334.

[13] Κασομούλης, ό.π. σ. 263.

[14] Ως προς το χρονικό προσδιορισμό της Εξόδου οι πληροφορίες είναι αντιφατικές. Μια λύση αποδεκτή έδωσε ο Διονύσης Μπάκης, Πότε έγινε η Έξοδος του Μεσολογγίου, Πάτρα, χ.ε., 1976.

[15] Αινιάν, ό.π., σ. 335.

[16] (Ανωνύμου), «Περί των τελευταίων στιγμών του Μεσολογγίου, και της ηρωικής αναχωρήσεως της φρουράς», Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 62 (2 Ιουν. 1826), σ. 246.

[17] Μίχος, ό.π., 85, Σπυρομήλιος, ό.π., σ. 14.

[18] Αινιάν, ό.π.

[19] Αινιάν, ό.π.

[20] Αινιάν, ό.π.

[21] Αινιάν, ό.π.

[22] Αινιάν, ό.π., σ. 336.

[23] Αινιάν, ό.π.

[24] (Ανωνύμου), ό.π., σ. 247.

[25] Εμμ. Πρωτοψάλτης, Αλληλογραφία Φρουράς Μεσολογγίου, 1825-1826, εν Αθήναις, εκ του     Εθνικού Τυπογραφείου, 1963, σ. 353.

[26]  Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 284) αναφέρει ότι διασώθηκαν 2.555, ο Μίχος (ό.π., σ. 88) 1.800, ο Σπυρομήλιος (ό.π., σ. 142) 840, ο Αινιάν (ό.π., σ. 336) και η ΓΕΕ (ό.π., σ. 247) 2.200.

[27] Ο Αινιάν (ό.π.) αναφέρει ότι διασώθηκαν 200 γυναικόπαιδα και 500 αιχμαλωτίστηκαν, η ΓΕΕ (o.π.) ότι αιχμαλωτίστηκαν 1.200, ο Κασομούλης (ό.π., α. 283) ότι διασώθηκαν 13 και ο Σπυρομήλιος (ό.π., σ. 144) ότι χάθηκαν σχεδόν και τα 9.000.

[28] Κατά τον Σπυρομήλιο (ό.π., σ. 143) και τον Αινιάν (ό.π.).

[29] Όλες τις ξένες πηγές αναφέρει ο Κυρ. Σιμόπουλος, Πώς είδαν ο ξένοι την Ελλάδα του ’21, τ. Ε’ (1826-1829), 2η έκδ., Αθήνα, Στάχυ, 1999, σ. 25-35.

[30] Όλα τα ονόματα των Ελλήνων που έπεσαν κατά τη Έξοδο αναφέρει ο Χρήστος Ευαγγελάτος, Ιστορία του Μεσολογγίου, Αθήναι, Ρουμελιώτικες Εκδόσεις, 1959, ο. 383-386.

[31] Σιμόπουλος, ό.π., σ. 16-18.

[32] Βακαλόπουλος, ό.π., σ. 488.

[33] Βακαλόπουλος ό.π.

[34] Σπυρομήλιος, ό.π., σ. 112.

Read Full Post »

Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830), Βγένα Α. Βαρθολομαίου, «Μνήμων», τόμος 4ος (1974), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Βασικές ήταν οι ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα στον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και τον ιερομόναχο Θεόκλητο Φαρμακίδη. Ο πρώτος είδε την ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας σαν απαραίτητη προϋπόθεση για την οργάνωση κράτους ελληνικού μέσα από τα ερείπια που προκάλεσαν η Επανάσταση και οι εμφύλιοι πόλεμοι. Ο δεύτερος, θρεμμένος με τις ιδέες του γαλλικού διαφωτισμού, δεν άργησε να θεώρηση τυραννική και επικίνδυνη για την υλική και πνευματική πρόοδο του λαού κάθε από­πειρα κατάργησης των συνταγματικών θεσμών, που είχαν καθιερώσει οι Εθνοσυνελεύσεις. Φοβόταν εξ άλλου ότι ο Κυβερνήτης ήταν φορέας πολιτικών αντιλήψεων ρωσικών, τις οποίες ο Φαρμακίδης γνώριζε από προσωπική εμπειρία και διαφωνούσε ριζικά μαζί τους.

Στην ιδεολογική διαφορά προστέθηκε και η προσωπική: ο Φαρμα­κίδης απογοητεύτηκε από την άρνηση του Κυβερνήτη να τον χρησιμοποίηση στην εκκλησιαστική οργάνωση του νέου κράτους ή να τον βοηθήσει στις εκδοτικές του προσπάθειες. Από τις αρχές του 1829 ο Φαρμακίδης φαίνεται πως συμμεριζόταν την άποψη και άλλων δυσαρεστη­μένων με τον Ιωάννη Καποδίστρια Ελλήνων, ότι η παραμονή του τελευταίου στην εξουσία ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα του έθνους και τα δικά τους. Με ενθουσιασμό λοιπόν πληροφορήθηκε ότι οι τρεις Συμμαχικές Δυνάμεις είχαν αποφασίσει, με το πρωτόκολλο της 10/22 Μαρτίου 1829, την οργάνωση της Ελλάδος σε μοναρχία.

Είχε την ελπίδα ότι η εκλογή ηγεμόνα θα απομάκρυνε τον Κυβερνήτη από την εξουσία και θα επέτρεπε ανακατάταξη των πολιτικών δυνάμεων. Παρόλα αυτά φοβόταν μήπως ο Ιω. Καποδίστριας χρησιμοποίηση τους αφοσιωμένους οπαδούς του και το λαό για να εμποδίσει την εφαρμογή των αποφάσεων των Δυνάμεων. Αυτές οι σκέψεις κυριαρχούσαν στο μυαλό του Φαρμακίδη, όταν με ημερομηνία 7 Μαΐου 1829, έγραψε στον Μπενιζέλο Ρούφο επιστολή, στην οποία, αφού αναφερόταν στους όρους του νέου πρωτοκόλλου, σημείωνε και τα ακόλουθα:

 

«Αν και το πρωτόκολλον δεν εκφράζηται ωρισμένως περί τον προσ­ώπου του ηγεμόνος, είναι βέβαιον όμως και εκτός πάσης αμφιβολίας ότι ο νυν Κυβερνήτης δεν μένει ηγεμών δια πολλούς και ισχυρούς λόγους. Τις θέ­λει είναι ο μέλλων, άδηλον εις ημάς μέχρι τούδε. Λέγεται ότι ο Κυβερνήτης παρασκευάζεται εις αντίστασιν, αλλά δια τούτον δεν θέλει ωφελήσει τον εαυτόν του και είναι κίνδυνος μη βλάψη ημάς, αν ανοήτως εμπλεχθώμεν εις την οποίαν αυτός μελετά να κάμη αντίστασιν, και πρέπει να λάβη έκαστος Έλλην φρόνιμα μέτρα και να πράξη κατά το κοινόν συμφέρον. Ενώ ο λό­γος είναι περί Ελλάδος οι Έλληνες δεν ερωτώνται. Τούτο έχει και καλόν και κακόν, ως έκαστος ημπορεί να κρίνη. Τρεις δυνάμεις μεγάλως βουλεύονται και ενεργούσιν υπέρ Ελλάδος. Η Ελλάς χάνεται εν μέσω αυτών και πρέπει να προσμένη την απόφασιν της τύχης της από εκείνας. Αν αύται αποφασίσωσι καλά, ευδαιμονεί[ς] ή Ελλάς, αν κακά, κακοδαιμονεί[ς]. Άλλα και το εν και το άλλο θέλει προέλθει έξωθεν. Εις την εξουσίαν αυτής δεν μένει».

 

Η επιστολή κλείστηκε και παραδόθηκε στον Κ. Κεφάλα για να τη δώσει στο Ρούφο περνώντας από την Πάτρα. Ήταν πιο σίγουρο ότι έτσι, χέρι με χέρι, θα έφτανε στον προορισμό της, παρά με το κρατικό ταχυ­δρομείο. Και τούτο γιατί ήταν γνωστό πια πως ο Κυβερνήτης, λίγο μετά την άφιξή του, έδωσε εντολή ή έστω ανέχθηκε «να αποσφραγίζουν τα γράμματα που ο κόσμος τα εμπιστευόταν στο ταχυδρομείο…». Ο Κεφα­λάς, περνώντας από την Κόρινθο, συναντήθηκε με τον Διονύσιο Ορφανό, Διοικητή Κορινθίας, και αποφάσισε να δώσει σ’ αυτόν την επιστολή του Φαρμακίδη, γιατί, όπως είδε, ετοιμαζόταν να στείλει κι’ αυτός διάφορα έγγραφα στον Μπενιζέλο Ρούφο. «Ο Ορφανός», γράφει ο Κεφάλας, «έμπροσθέν μου περικλείσας αυτά (τα έγγραφά του μαζί με την επιστολή του Φαρμακίδη) και σφραγίσας το γράμμα του τα έστειλεν εις Πάτρας με ένα πεζοδρόμον».

Ποτέ όμως η επιστολή αυτή δεν έφτασε στα χέρια του Ρούφου. Αν και ήταν σφραγισμένη και κλεισμένη, ανοίχτηκε και διαβάστηκε. Μόλις εί­δαν τα κρατικά όργανα ότι περιέχονταν σ’ αυτή λεπτομέρειες για το πρω­τόκολλο και κρίσεις για το πρόσωπο του Κυβερνήτη και τα σχέδιά του, τον ενημέρωσαν αμέσως. Ο τελευταίος, από το Ναύπλιο με έγγραφό του της 25 Μαΐου 1829, έδωσε εντολή στο Υπουργικό Συμβούλιο να καλέσει τον Φαρμακίδη, που βρισκόταν στην Αίγινα, και να τον ρωτήσει εάν η επιστολή ήταν δική του. Για το σκοπό αυτό έστειλε στο Συμβούλιο και αντίγραφο της επιστολής. Ζήτησε επίσης να καταγραφή η απάντηση του Φαρμακίδη στα πρακτικά του Συμβουλίου και να του κοινοποιηθεί αμέσως.

Με ταχύτητα κινήθηκε το Υπουργικό Συμβούλιο. Στις 27 Μαΐου κά­λεσε ενώπιόν του τον Φαρμακίδη, ο οποίος, αφού διάβασε το αντίγραφο της επιστολής του, απάντησε ότι δεν γνώριζε αν αυτός την έγραψε, γιατί δεν είχε την υπογραφή του ή σημείωση για τον παραλήπτη της. Ζήτησε το πρωτότυπο και τότε θα ήταν πρόθυμος να απάντηση στις ερωτήσεις του Συμβουλίου. Δεν απόκρυψε όμως ότι και τον Κεφαλά γνώριζε και ότι κάποτε του είχε δώσει συστατικές επιστολές για την Πάτρα. Το Υπουρ­γικό Συμβούλιο, μέσω της Γραμματείας της Επικρατείας, έσπευσε να ενημέρωση τον Κυβερνήτη για τα παραπάνω.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Βγένας Α. Βαρθολομαίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »