Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Argolikos Arghival Library History and Culture’

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – «Η Ελλάδα των ερειπίων και οι Ευρωπαίοι περιηγητές (18ος – 19ος αιώνας)»


 

“Events Series 2014”

«Κλασικά πρότυπα και η πρόσληψή τους: Από τους Αχαιμενίδες έως τον γερμανικό εθνοσοσιαλισμό»

 

 Harvard

Harvard

Την Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014 και ώρα 8:00 μ.μ., στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη η Δρ Αφροδίτη Κούρια, Ιστορικός της Τέχνης, Ανεξάρτητη Επιμελήτρια Εκθέσεων.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της σειράς διαλέξεων και εκδηλώσεων «Events Series 2014», θα είναι:

«Η Ελλάδα των ερειπίων και οι Ευρωπαίοι περιηγητές ( 18ος – 19ος αιώνας)».

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2014» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών, Ερμιονίδας και Επιδαύρου.

Read Full Post »

Πατούρα Σοφία – Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών


 

Σοφία Πατούρα

Σοφία Πατούρα

Η Σοφία Πατούρα κατάγεται από την Καρυά Αργολίδας (οικισμός Χούνη), όπου τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο. Για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση φοίτησε στο Μπουσουλοπούλειο Γυμνάσιο και Λύκειο του Άργους από το οποίο έλαβε το απολυτήριο Λυκείου. Συμμετέχοντας στις Πανελλήνιες Εξετάσεις, εισήχθη επιτυχώς στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Τέχνης), από την οποία πήρε το πτυχίο της το 1974. Κατά το σχολικό έτος 1974-1975 εργάσθηκε ως καθηγήτρια Ιστορίας σε Ιδιωτικό Εκπαιδευτήριο του Άργους.

Στη συνέχεια, με υποτροφία του Υπουργείου Εξωτερικών (Πρόγραμμα Μορφωτικών Ανταλλαγών), πήγε στη Ρουμανία για μεταπτυχιακές σπουδές και την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής στη Σχολή Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου.

Κατά την περίοδο των μεταπτυχιακών της σπουδών (Ιανουάριος 1976 – Σεπτέμβριος 1980), υπό την επιστημονική καθοδήγηση δύο διαπρεπών πανεπιστημιακών δασκάλων και ελληνιστών, του ακαδημαϊκού Emil Condurachi και του σπουδαίου αρχαιολόγου Ion Barnea, παρακολούθησε μαθήματα, σεμινάρια, διαλέξεις και ανασκαφικές έρευνες σχετικές με το αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής της.

Τον Σεπτέμβριο του 1980 υποστήριξε την διατριβή της και έλαβε τον τίτλο της διδάκτορος στην Ιστορία και Αρχαιολογία. Ο θεματικός τομέας στον οποίο εξειδικεύθηκε είναι: οι Μεταναστεύσεις των Λαών κατά την Ύστερη Αρχαιότητα (Πρώιμο Βυζάντιο).

Μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα εργάσθηκε για μικρό χρονικό διάστημα σε Γυμνάσιο της Αθήνας, ως καθηγήτρια Ιστορίας. Τον Φεβρουάριο του 1981 προσελήφθη στο Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, στο οποίο εργάζεται έως σήμερα.

Στη διάρκεια των 33 ετών επαγγελματικής σταδιοδρομίας στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών πέρασε επιτυχώς, κατόπιν επιστημονικών κρίσεων, από όλες τις ερευνητικές βαθμίδες και το 2007 ολοκλήρωσε την βαθμολογική εξέλιξή της, καταλαμβάνοντας το βαθμό της Διευθύντριας Ερευνών.

 

Τα επιστημονικά και ερευνητικά ενδιαφέροντά της συνοψίζονται στις παρακάτω θεματικές ενότητες:

 

• Εξωτερική πολιτική και Διπλωματία του Βυζαντινού Κράτους.

• Ιδεολογία, θρησκεία και πολιτική (Ύστερη Αρχαιότητα, Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος).

• Οι αιχμάλωτοι και οι όμηροι κατά την Αρχαιότητα και το Μεσαίωνα.

• Οι μεταναστεύσεις των λαών κατά την Ύστερη Αρχαιότητα και τον Πρώιμο Μεσαίωνα (οι βαρβαρικοί λαοί της δουναβικής μεθορίου).

• Το Βυζάντιο και οι Άραβες (πολιτικές, διπλωματικές και πολιτισμικές σχέσεις).

Στη διάρκεια τής έως σήμερα επαγγελματικής θητείας της α) έχει οργανώσει πολλά συνέδρια / συμπόσια, ημερίδες και διάφορους κύκλους επιστημονικών διαλέξεων και σεμιναρίων, ή συμμετάσχει σε αυτά β) έχει μιλήσει σε 40 περίπου διεθνή και εθνικά συνέδρια/συμπόσια, ημερίδες και επιστημονικές εκδηλώσεις και γ) είναι ενεργό μέλος πολλών ιστορικών εταιρειών.

 

Το συγγραφικό της έργο έχει ως ακολούθως:

 

Α. Μονογραφίες

1) Πολιτιστικές σχέσεις του Βυζαντίου με τους λαούς του Δούναβη κατά τους 4ο και 5ο αιώνες, Βουκουρέστι 1980, σελίδες 200 (διδακτορική διατριβή στη ρουμανική γλώσσα).

2) Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες επικοινωνίας και πληροφόρησης (4ος-10ος αι.), έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1994, σελίδες 174.

3) Χριστιανισμός και παγκοσμιότητα στο Πρώιμο Βυζάντιο: από τη θεωρία στην πράξη, έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2008, σελίδες 456.

4) Η μεθόριος του Δούναβη και ο κόσμος της στην εποχή της μετανάστευσης των λαών (4ος-7ος αι.), έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2008, σελ. 301.

 

Β. Επιστημονική και τυπογραφική επιμέλεια (Editing)

 

1) Η Ελληνική Γραφή κατά τους 15ο και 16ο αιώνες, έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2000, σελ. 568.

2) Διπλωματία και πολιτική: ιστορική προσέγγιση, έκδ. ΕΙΕ, Αθήνα 2005, σελ. 372.

 

Γ. Επιστημονικές μελέτες

– 50 περίπου επιστημονικές δημοσιεύσεις σε ελληνικά και διεθνή ξενόγλωσσα περιοδικά, πρακτικά συμποσίων και συνεδρίων, σύμμεικτους τόμους.

 

Κυριώτερες μελέτες

 

– Romans and Barbarians on the banks of the Danube: Settlements and Trade (4th – 6th Centuries), στοντόμο Life on the Rivers of South-East Europe: historical Aspects of the spacial Planning of Settlements and Transport Networks, Ινστιτούτο Βαλκανικών Σπουδών/Σερβική Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών (υπό εκτύπωση).

– Constantine as common bishop (κοινός επίσκοπος) and common protector of the world (κοινός των απανταχού κηδεμών), στοντόμο Nis and Byzantium Symposium XII, The collection of scientific works, Nis 2014 (υπόεκτύπωση).

– The Revolt of Vitalianus in Scythia Minor (Dobrudja), his Wanderings in Thrace and the political Manoeuvres of Anastasius, στον υπό έκδοση τιμητικό τόμο για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του αείμνηστου καθηγητή καιμέλους της Ακαδημίας Επιστημών της Ρουμανίας, Ion Barnea (1913-2004), Σχολή Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου.

– Πόλεμος και διπλωματία: πολιτισμικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής στον κόσμο των Αράβων (9ος – 10ος αι.), Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Το Βυζάντιο στην ιστορική συνέχεια (Δελφοί, 8 – 10 Ιουλίου 2011), Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών (υπό εκτύπωση).

– Two landmark events in the history of Arab-Byzantine relations and the «law of war»: the fall of  Thessaloniki (904) and the recapture of Crete (961), Graeco-arabica 12, Βικελαία Βιβλιοθήκη Ηρακλείου Κρήτης  (υπόεκτύπωση).

– Οι όμηροι και η ομηρεία από την Αρχαιότητα έως το τέλος του Βυζαντίου στις ελληνικές πηγές: συνοπτικό περίγραμμα, στο Αντικήνσωρ. Τιμητικός τόμος Σπύρου Τρωιάνου, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τομέας Ιστορίας και θεωρίας του Δικαίου, Αθήνα 2013.

– Οι αιχμάλωτοι και η εξημέρωση του πολέμου: το παράδειγμα των βυζαντινο-αραβικών σχέσεων, Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Byzantium and the Arab World: Encounter of Civilisations (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 16-18 Δεκεμβρίου 2011), Θεσσαλονίκη 2013.

–  The Byzantine court and the arab caliphate: mutual attempts at rapprochement at the peak of the arab-byzantine struggle (9th-10th c.), in Arabia, Greece and Byzantium: Cultural Contacts in Ancient and Medieval Times, vol. II [proceedings of the International Symposium on the Historical Relations between Arabia the Greek and Byzantine World (5th century BC – 10th century AD), Riyadh, 6-10 December, 2010), King Saud University, Riyadh 2012, 241-248.

– Arab and Byzantine Prisoners in the Reign of Leo VI the Wise: Images from Contemporary Byzantine Sources, Graeco-arabica 11 (2011), σελ. 399- 413.

– Les invasions dans les Balkans pendant les IVe-Vie siecles, in the volume. Pour une Grande Histoire des Balkans: des Origines aux Guerres Balkaniques, Association International d’ Etudes Sud-Est Europeen, Paris 2005, pp. 115-145.

– Όψεις της βυζαντινής διπλωματίας, στον τόμο, Διπλωματία και πολιτική: ιστορική προσέγγιση (έκδ. Σοφία Πατούρα-Σπανού), Aθήνα 2005, σελ. 131-164.

– H παγκοσμιότητα της Aυτοκρατορίας και οι εκχριστιανισμοί των λαών της Aφρικής και της Aραβικής Xερσονήσου κατά την προϊσλαμική εποχή, Graeco-arabica 9-10 (2004), σελ. 311-331.

– O Δούναβης στις ιστοριογραφικές πηγές κατά την περίοδο της μεταναστεύσεως των λαών: μύθοι και πραγματικότητα, Iστορικο-γεωγραφικά 9 (2001-2002), σελ. 399-412.

– Bιοτεχνική παραγωγή και συναλλαγές στις ελληνικές αποικίες της δυτικής ακτής του Eυξείνου Πόντου (4ος-6ος αι.), στον τόμο: H Kαθημερινή ζωή στο Bυζάντιο: τομές και συνέχειες στην Eλληνιστική και Pωμαϊκή Περίοδο, Aθήνα 1989, σελ. 279-290.

–  Tο Bυζάντιο και ο εκχριστιανισμός των λαών του Kαυκάσου και της Kριμαίας (6ος αι.), Σύμμεικτα 8 (1989), σελ. 405-434.

– L’ Oeuvre de reconstitution du limes danubien à l’ époque de l’empereur Justinien Ier, Revue des Études Sud-Est Européennes 18 (1980), σελ. 95-109.

 

Δ. Δημοσιεύματα επιστημονικής εκλαΐκευσης

– 60 περίπου άρθρα, λήμματα και κεφάλαια σε λεξικά, εγκυκλοπαίδειες και σύμμεικτους ιστορικούς τόμους (κυρίως σε συνεργασία με την Εκδοτική Αθηνών).

 

Ε. Δημοσιεύματα στον Τύπο

-14 εκτενή άρθρα και βιβλιοπαρουσιάσεις στις εφημερίδες «Καθημερινή της Κυριακής» και «Βήμα της Κυριακής», με επίκεντρο το Βυζάντιο.

– Συνέντευξη στη εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» με αντικείμενο ένα ελληνο-αραβικό συνέδριο στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας (Δεκέμβρης 2010).

– 4 εκτενή άρθρα στα περιοδικά «Αντί » και «Ηλιαία» με βυζαντινά θέματα.

Σημειώνεται τέλος ότι στην κατοχή της βρίσκεται από πολλών ετών το πολύτιμο για τη νεότερη ιστορία του Άργους και γενικότερα του νεοελληνικού κράτους αρχείο (αλληλογραφία) του Δημητρίου Βαρδουνιώτη (Αργείος Λόγιος 1846-1924). Για τη μελέτη και την έκδοσή του συνεργάζεται ήδη με την νεοελληνίστρια, ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών του ΕΙΕ, κα Ρωξάνη Αργυροπούλου. Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού στηρίζει θερμά αυτή την προσπάθεια και έχει αναλάβει την έκδοσή του.

Είναι παντρεμένη με τον Χρίστο Σπανό, οικονομολόγο, και έχει δύο παιδιά, τον Αλέξανδρο, πτυχιούχο του τμήματος πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών του Πανεπιστημίου Αθηνών και την Αγγελίνα, ασκούμενη δικηγόρο.

 

Read Full Post »

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)


 

Ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος,

καὶ οὐ στηλῶν μόνον ἐν τῇ οἰκεία σημαίνει ἐπιγραφή,

ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μὴ προσηκούσῃ ἄγραφος μνήμη

παρ’ ἑκάστω τῆς γνώμης μᾶλλον ἢ τοῦ ἔργου ἐνδιαιτᾶται.

Επιτάφιος του Περικλή

 

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.) [1]: Ο μεγάλος ιστορικός, που αποτελεί την κορυφή του τριγώνου των ι­στορικών της αρχαίας Ελλάδας – στη βάση του στέκονται ο Ηρόδοτος που προηγήθηκε απ’ αυτόν και ο Ξενοφώντας που τον ακολούθησε – γεννή­θηκε στο δήμο Αλιμούντα της Αττικής από ευγενή και πλούσια οικογέ­νεια, που είχε θρακική καταγωγή και συγγένευε με το Μιλτιάδη και τον Κίμωνα. Στη Σκαπτή Ύλη της Θράκης, απέναντι από τη Θάσο, είχε οι­κογενειακά κτήματα και μεταλλεία χρυσού. Μορφώθηκε άριστα με δα­σκάλους το φιλόσοφο Αναξαγόρα, το ρήτορα Αντιφώντα και πιθανότατα τους σοφιστές Γοργία, Πρόδικο και άλλους.

Το 424 π.Χ. ήταν στρατηγός και ως διοικητής μικρής μοίρας Αθηναϊ­κού στόλου στη Θράκη δεν κατόρθωσε να εμποδίσει το Σπαρτιάτη στρα­τηγό Βρασίδα να καταλάβει την Αμφίπολη. Οι Αθηναίοι τον καταδίκα­σαν σε εξορία (ή αυτοεξορίστηκε) και έζησε 20 χρόνια μακριά από την Αθήνα, στα κτήματά του στη Σκαπτή Ύλη. Η εικοσάχρονη εξορία του, του έδωσε την ευκαιρία να επισκεφτεί πολλούς τόπους, όπου διαδραμα­τίζονταν τα γεγονότα του Πελοποννησιακού πολέμου, να ερευνήσει, να συλλέξει πληροφορίες και να σχηματίσει μια ολοκληρωμένη εικόνα των πραγμάτων. Μετά την πτώση των τριάκοντα τυράννων γύρισε για λίγο στην Αθήνα και τελικά πέθανε ξαφνικά στη Σκαπτή Ύλη από άγνωστη αιτία γύρω στο 399 π.Χ.

 

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)

 

Στο έργο του, «Θουκυδίδου ξυγγραφή» το ονόμασαν οι Αλεξανδρι­νοί και το χώρισαν σε 8 βιβλία, περιγράφει την ιστορία του Πελοποννη­σιακού πολέμου από το 431 π.Χ. ως το 411 π.Χ. Εργάστηκε με επιστημο­νικό τρόπο. Υπέβαλλε τις πληροφορίες και τις πηγές του σε αυστηρό κρι­τικό έλεγχο. Διέκρινε τις αιτίες από τις αφορμές που προκαλούν κάθε γε­γονός. Με τον ορθολογισμό του απέκλεισε την άμεση επέμβαση των θεϊ­κών δυνάμεων στα ιστορικά φαινόμενα και έδωσε πρωταρχική σημασία στους αντικειμενικούς ιστορικούς παράγοντες, πολιτικούς ή οικονομι­κούς. Χρησιμοποίησε ακριβείς προσδιορισμούς του χρόνου και του τόπου και απέφυγε τις άσκοπες παρεκβάσεις και τα ανέκδοτα. Σκοπός του ήταν να αναζητήσει την «αλήθεια», να αποκαλύψει τη νομοτέλεια που υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη φύση και να κληροδοτήσει στις μελλοντικές γενιές το έργο του σαν αιώνιο απόκτημα («κτῆμα ἐς αεί»).

Στις 45 συνολικά δημηγορίες, που υπάρχουν στο έργο του, διαγράφει με σαφήνεια και αμεσότητα την ψυχολογική ατμόσφαιρα, παρουσιάζει τους χαρακτήρες και τη νοοτροπία των δρώντων προσώπων, προβάλλει τα κίνητρα της δράσης τους και συνδέει την ανθρώπινη φύση με τις πρά­ξεις. Πιστεύει ότι τα ιστορικά φαινόμενα είναι αποτέλεσμα της ανθρώ­πινης φύσης και συμπεριφοράς.

Στα πολιτικά του φρονήματα φαίνεται πως ήταν οπαδός της συγκρα­τημένης δημοκρατίας, της μετριοπαθούς και συνετής εξουσίας. Επαινεί τον Περικλή, που τον θεωρεί πρότυπο πολιτικού άνδρα. Είναι εχθρός της ριζοσπαστικής δημοκρατίας και δίνει ένα συντριπτικό χαρακτηρισμό για τους ηγέτες της Κλέωνα και Υπέρβολο. Τρέφει μεγάλη εκτίμηση για τη μετριοπαθή ολιγαρχική διακυβέρνηση του 411 π.Χ. που, κατά τη γνώμη του, υπήρξε ένα λογικό κράμα ολιγαρχικών και δημοκρατικών στοιχείων. Πάντως είναι ο πιο μεγάλος από τους αρχαίους ιστορικούς και ο πρώτος που εφάρμοσε την αυστηρά αμερόληπτη κριτική στην ιστορική έρευνα, ώστε δικαιολογημένα να θεωρείται ως ο θεμελιωτής της επιστημονικής ιστοριογραφίας και η κορυφαία «μεγαλοφυΐα της αντικειμενικότητας».

 

Τα αίτια του Πελοποννησιακού πολέμου

 

Ο Θουκυδίδης στο 1° βιβλίο της ιστορίας του (κεφ. 24-87) παρουσιάζει τα αίτια του πολέμου που ιστορεί. Βαθύτερο αίτιο («αληθέστατη πρόφασις») του Πελοποννησιακού πολέμου θεωρεί την αύ­ξηση της Αθηναϊκής δύναμης και το φόβο που προκλήθηκε απ’ αυτή στη Σπάρτη και στους συμμάχους της ή όπως συμπλήρωσαν νεότεροι ιστορι­κοί, τον οικονομικό και πολιτικό ανταγωνισμό των δυο συνασπισμών και των μελών τους. Μετά τους Περσικούς πολέμους η Αθήνα επεξέτεινε την εμπορική της δραστηριότητα στη Δύση και απείλησε σοβαρά τα ζωτικά οικονομικά συμφέροντα της Κορίνθου, που ανήκε στην Πελοποννησιακή συμμαχία. Παράλληλα υποστήριζε την επικράτηση δημοκρατικών πολι­τευμάτων στις Ελληνικές πόλεις-κράτη, που θα στηρίζονταν στις εμποροβιοτεχνικές και λαϊκές τάξεις. Η δραστηριότητα αυτή της Αθήνας αύξανε την οικονομική και πολιτική της επιρροή σε βάρος των «Λακεδαιμονίων και των συμμάχων» τους, που ευνοούσαν τις παλιές αριστοκρατικές δο­μές της κοινωνίας και τα ολιγαρχικά πολιτεύματα.

Ως αφορμές («ἐς τό φανερόν αἰτίαι») του πολέμου ο Θουκυδίδης α­ναφέρει τα Κερκυραϊκά, τα Ποτιδαιακά και το Μεγαρικό ψήφισμα. Το 433 π.Χ. οι Αθηναίοι έκαναν αμυντική συμμαχία (επιμαχία) με τους Κερ­κυραίους, που από το 435 π.Χ. βρίσκονταν σε πόλεμο με τη μητρόπολή τους Κόρινθο, και ο αθηναϊκός στόλος απέτρεψε με την παρουσία του την ολοκληρωτική καταστροφή των Κερκυραίων από τους Κορίνθιους στα Σύβοτα. Οι Κορίνθιοι για αντεκδίκηση βοήθησαν την Ποτίδαια να αποστατήσει από την Αθηναϊκή Συμμαχία και το 432 π.Χ. Κορίνθιοι ε­θελοντές συγκρούστηκαν με τους Αθηναίους, που έσπευσαν να πολιορ­κήσουν την Ποτίδαια. Οι Αθηναίοι απάντησαν με το Μεγαρικό ψήφισμα, με το οποίο απαγόρευσαν στους Μεγαρείς να καταπλέουν στα λιμάνια της Αθηναϊκής Συμμαχίας και να εμπορεύονται στις αγορές της Αττικής [2].

Ο Θουκυδίδης για να δείξει την ψυχολογική κατάσταση, που δη­μιουργήθηκε απ’ αυτά τα γεγονότα, και την ατμόσφαιρα, από την οποία ξεπήδησε ο πόλεμος, παραθέτει 4 δημηγορίες, που συγκροτούν δύο με­γάλες αντιθέσεις, κατά το πρότυπο των «δισσών λόγων» των σοφιστών. Πρώτα-πρώτα στο συνέδριο της Πελοποννησιακής Συμμαχίας στη Σπάρ­τη το 432 π.Χ. μιλάει ένας απεσταλμένος της Κορίνθου, που κατηγορεί την Αθήνα και ζητάει να της κηρύξουν τον πόλεμο, και ένας απεσταλ­μένος της Αθήνας -βρισκόταν εκεί για άλλη υπόθεση- που υπερασπίζεται την Αθηναϊκή πολιτική. Κατόπιν στη Σπαρτιατική συνέλευση, όταν οι σύμμαχοι έφυγαν, μιλάει ο βασιλιάς Αρχίδαμος κατά του πολέμου και ο έφορος Σθενελαίδας, φανατικός πολεμόχαρος [3].

Τελικά οι Λακεδαιμόνιοι κάτω από την πίεση των Κορινθίων κήρυ­ξαν τον πόλεμο, με τη δικαιολογία πως οι Αθηναίοι παραβίασαν τις «τριακοντούτεις σπονδές» και με το καλοϋπολογισμένο πολιτικό σύνθη­μα της «απελευθέρωσης των ελληνικών πόλεων από την Αθηναϊκή τυ­ραννία», που έβρισκε απήχηση στους δυσαρεστημένους συμμάχους της Αθήνας.

 

Υποσημειώσεις


[1] Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 13, σελ. 273 κ.ε.

[2] BuryJ., Οι αρχαίοι Έλληνες Ιστορικοί, σελ. 38.

[3] Bury J., ό.π. σελ. 41.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Read Full Post »

Βελλίνης Γεώργιος (†1840)


 

Γεώργιος Βελλίνης: Εμπνευσμένος κληρικός, φιλικός και αγωνιστής του 1821 από το Ναύπλιο. Το 1810 ήταν εφημέριος στο Πλατανίτι Ναυπλίου. Οι Τούρκοι γρήγορα διαπίστωσαν την πατριωτική του δράση, έτσι το 1820 αναγκάστηκε να καταφύγει στο Γαλάζιο της Μολδαυΐας. Πήρε μέρος στην Επανάσταση της Μολδοβλαχίας, που κήρυξε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης το Φεβρουάριο του 1821 και μετά το άδοξο τέλος της πήγε στην Τεργέστη και κατόπιν ήλθε στο Ναύπλιο, όπου έγινε πρωθιερέας στο ναό του Αγίου Γεωργίου.

Πήρε μέρος στην Επανάσταση στην Αργολίδα, εμψυχώνοντας τούς πολεμιστές στα γύρω στρατόπεδα. Πήρε μέρος επίσης και στην τελευταία έφοδο του Στάϊκου Σταϊκόπουλου εναντίον των Τούρκων του Παλαμηδίου, η οποία και κατέληξε στην άλωσή του, στις 30 Νοεμβρίου 1822. Την ίδια μέρα τέλεσε την πρώτη ευχαριστήρια λειτουργία και δοξολογία στο ναό του Αγίου Ανδρέα, που βρίσκεται στο Παλαμήδι, χρησιμοποιώντας τα ιερά σκεύη του ναού της Αγίας Παρασκευής. Μετά την απελευθέρωση του Ναυπλίου ο Γεώργιος Βελλίνης ξαναγύρισε στη θέση του ως πρωθιερέας του ναού του Αγίου Γεωργίου και έγινε έφορος και δημογερόντων Ναυπλίου. Πέθανε στις 25 Νοεμβρίου 1840 στο Ναύπλιο και τάφηκε μέσα στο ναό, κάτω από το Άγιο Βήμα.

Γιος του ήταν ο Σπυρίδων Βελλίνης , λόγιος και εκδότης της «Ιστορίας της Ελλάδας από την άλωση της Κωνσταντινούπολης μέχρι το 1821», που εξέδωσε το 1856.

 

Πηγές


 

  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • «Ποικίλη Στοά», Εθνικόν Ημερολόγιον 1887, σελ. 293-294, Αθήναι.

Read Full Post »

 

Η μορφή του Ακρίσιου σε τμήμα ληκύθου (460 - 450 π.Χ.)

Η μορφή του Ακρίσιου σε τμήμα ληκύθου (460 – 450 π.Χ.)

Ακρίσιος 


 

Μυθολογικός βασιλιάς του Άργους. Γιος του Λυγκέως και της Υπερμνήστρας, πατέρας της Δανάης και σύζυγος της Ευρυδίκης, κόρης του Λακε­δαίμονος και της Σπάρτης. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, γιος του Άβαντα, βασιλιά της Αργολίδας, και της Αγλαΐας, και δίδυ­μος αδελφός του Προίτου.

Ο Άβαντας άφησε το βασίλειό του στους δύο γιους του με τη συμβουλή να βασιλεύουν εκ περιτροπής. Αλλά οι αδελφοί έτρεφαν μίσος ο ένας για τον άλλο και η έχθρα τους έγινε μεγαλύτερη όταν ο Προίτος κοιμήθηκε με την κόρη του Ακρισίου Δανάη. Επειδή ο Ακρίσιος αρνή­θηκε να του δώσει το θρόνο στο τέλος της περιόδου του, ο Προίτος πήγε στην αυλή του Ιοβάτου, βασιλιά της Λυκίας, παντρεύτηκε την κόρη του και γύρισε με ισχυρό στρατό. Κανένας όμως δεν νίκησε και αναγκάστηκαν να μοιραστούν το βασί­λειο. Ο Ακρίσιος πήρε το Άργος και τα περίχωρά του, ο Προίτος την Τίρυνθα, το Ηραίο και την αργολική ακτή.

Ο Ακρίσιος, που σύμφωνα με αυτή την εκδοχή είχε νυμφευθεί την Αγανίππη, δεν είχε γιους, αλλά μόνο αυτή την κόρη, τη Δανάη, που την είχε αποπλανήσει ο Προίτος. Όταν ρώτησε το μαντείο με ποιον τρόπο μπο­ρούσε να αποκτήσει άρρενα κληρονόμο, πήρε την απάντηση: «Δεν θ’ αποκτήσεις γιους και ο εγγονός σου θα σε σκοτώσει». Για να αποφύγει αυτή την τύχη, φυλάκισε τη Δανάη σε έναν υπόγειο θάλαμο του ανακτόρου του, του οποίου τους τοίχους έστρωσε με χάλκινες πλάκες και τον οποίο φρουρούσαν άγρια σκυλιά. Όμως, παρ’ όλες αυτές τις προφυλάξεις, ο Ζευς μπήκε στο θάλαμο με μορφή χρυσής βροχής και η Δανάη γέννησε τον Περσέα.

 

Μη τολμώ­ντας να σκοτώσει την κόρη του, ο Ακρίσιος την κλείδωσε, μαζί με το βρέφος, σε μια ξύλινη κιβωτό που την έριξε στη θάλασσα. Κοντά στη Σέριφο, ένας ψαράς που λεγόταν Δίκτυς ανακάλυψε το κιβώτιο και το πήγε στον αδελφό του, το βασιλιά Πολυδέκτη, που ανέθρεψε τον Περσέα στο σπίτι του.

Αργότερα, όταν ο Ακρίσιος έμαθε πως ο Περσέας ζούσε και είχε γίνει γνωστός για τους άθλους του, φοβήθηκε και έφυγε από την αργο­λική Λάρισα, όπου έμενε, και πήγε στην πελασγική, που βρισκόταν στον Πηνειό. Ο Περσεύς, μαθαίνοντας πως στη θεσσαλική Λάρισα γίνονταν αγώνες, έσπευσε να λάβει μέρος σε αυτούς. Εκεί, πετώντας το δίσκο τραυμάτισε άθελά του τον Ακρίσιο σοβαρά, ο οποίος στη συνέχεια πέθαινε. Έτσι ο χρησμός επαληθεύτηκε.

 

Πηγή


  • Γιάννης Λάμψας, «Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου, Ελλάδα-Ρώμη», Εκδόσεις Δομή, Τόμος ‘Α, Αθήνα, χ.χ.

Read Full Post »

Οίακας (Οίαξ)


 

Ο Οίακας ήταν μυθικός ήρωας, γιος του Αργοναύτη Ναυπλίου και της Κλυμένης, αδελφός του Παλαμήδη και του Ναυσιμέδοντα. Πήρε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Παλαμήδη.

Ο Οδυσσέας, έχοντας παλιές διαφορές με τον Παλαμήδη, πέτυχε από τη συνέλευση των Αχαιών τη θανάτωσή του και ο Οίακας, θέλοντας να ενημερώσει τον πατέρα του για το θάνατο του αδελφού του, έγραψε τα σχετικά με το γεγονός αυτό σε κουπιά και τα έριξε στη θάλασσα. Ένα από αυτά έφθασε κάποτε στα χέρια του Ναυπλίου στην Εύβοια και τότε ο Ναύπλιος, οργισμένος για το άδοξο τέλος του γιου του, άρχισε να ανάβει φωτιές στις βραχώδεις ακτές του Καφηρέως (το σημερινό ακρωτήριο Κάβο-Ντόρο της Εύβοιας) ώστε να νομίζουν οι Αχαιοί, που επέστρεφαν από την Τροία, ότι πλησιάζουν σε λιμάνι και έτσι να ρίχνουν τα πλοία τους στους βράχους.

Ο Ναύπλιος, όταν πληροφορήθηκε ότι σώθηκε μόνο το πλοίο του Οδυσσέα επειδή έπνευσαν αντίθετοι άνεμοι, έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε. Ο Οίακας, συνεχίζοντας την εκδίκηση του πατέρα του, έπεισε, όταν γύρισε στην Ελλάδα, τον Αίγισθο και την Κλυταιμνήστρα να σκοτώσουν τον Αγαμέμνονα και αργότερα οι Ναυπλιείς τάχθηκαν και εναντίον του Ορέστη όταν αυτός γύρισε στις Μυκήνες για να πάρει εκδίκηση για το θάνατο του πατέρα του. Τον Οίακα σκότωσε ο Πυλάδης, αδελφικός φίλος και σύντροφος του Ορέστη.

 

Πηγή


 

  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

 

Read Full Post »

Ψαρομαχαλάς – Η ψυχή του Ναυπλίου


 

Στην αρχαιότητα, τα βυζαντινά χρόνια και τη Φραγκοκρατία το Ναύπλιο ήταν περιορισμένο πάνω στο βράχο της Ακροναυπλίας, στα τουρκικά Ιτς Καλέ (εσωτερικό κά­στρο). Είναι ένας βράχος ύψους 45 μέ­τρων στην άκρη της σημερινής πόλης και στην είσοδο του κόλπου, που τον περι­τριγυρίζει η θάλασσα. Ο Ψαρομαχαλάς είναι μια λαϊκή γειτονιά σκαρφαλωμένη στα μισά του βράχου. Μπορούμε να φτά­σουμε εκεί με δύο τρόπους: Καταρχήν αν ανεβούμε σε δύο δρομόσκαλες, η πρώτη που ξεκινάει από τη σημερινή οδό Σταϊκοπούλου και φέρει το όνομα Εθνικής Αντιστάσεως και η δεύτερη από την οδό Βύρωνος, που αρχίζει από την οδό Σπηλιάδου. Στο τέρμα της πρώτης σκάλας, δεξιά μας έχουμε πάνω στο βράχο τη γει­τονιά του Ψαρομαχαλά και αριστερά μας άλλη βραχώδη γειτονιά, τα Βραχατέικα.

 

Αρχαία τείχη του Ιτς-Καλέ (Ακροναυπλία). Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», έκδοση Εμπορικής Τρα¬πέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1979.

Αρχαία τείχη του Ιτς-Καλέ (Ακροναυπλία). Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», έκδοση Εμπορικής Τρα¬πέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1979.

 

Άλλη πρόσβαση, με αυτοκίνητο τώρα, υπάρχει από το τέλος της οδού Σπηλιάδου δίπλα στο ξενοδοχείο Αμφιτρύων και παράλληλα στον παραλιακό περίπατο, από την πλατεία-προμαχώνα που λέγεται Πέντε Αδέλφια. Ξεκινάει από εκεί ένας αμαξωτός δρόμος που φιδογυρίζει για να φτάσει σε μια μικρή άνω πλατεία, την πλατεία του Ψαρομαχαλά που λέγεται Λάκκα. Εκεί υπάρχει και η είσοδος στο τούνελ κάτω από το βράχο που με δύο ασανσέρ οδηγεί στην κορυφή του, στο σημερινό πολυτελές ξενοδοχείο Ναυπλία Παλάς   [1].

 

Σπίτια στον Ψαρομαχαλά. Φωτογραφία του Χαρ. Μπούρα (1974). Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

Σπίτια στον Ψαρομαχαλά. Φωτογραφία του Χαρ. Μπούρα (1974). Αρχείο: Μουσείο
Μπενάκη.

 

Ο Ψαρομαχαλάς είναι η πιο παλιά γειτονιά του Ναυπλίου. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, για παράδειγμα, οι Έλληνες τ’ Αναπλιού κατοικούσαν όλοι εκεί και εκκλησιάζονταν στην εκκλησία της Αγια-Σοφιάς, που βρίσκεται στο τέρ­μα της οδού Κωνσταντινουπόλεως, δίπλα στο βενετσιάνικο Διοικητήριο [2]. Φαίνεται ότι η Αγια-Σοφιά είναι η αρχαιότερη βυζαντινή εκκλησία του Ναυπλίου, χτισμένη, σύμ­φωνα με μία μαρμάρινη πλάκα στην πρόσοψή της, τον 10ο αιώ­να, αποτελεί δε βυζαντινό μνημείο. Μπορεί και να είχε χτιστεί και νωρίτερα, διότι από το 879 μ.Χ. ήδη υπήρχε ιδιαίτερος Επί­σκοπος Ναυπλίου, ονόματι Ανδρέας, και ίσως η Αγια-Σοφιά, βασιλική με τρούλο, να αποτελούσε από τότε τη Μητρόπολη της πόλεως. Οι Τούρκοι επέτρεψαν τον ελεύθερο εκκλησιασμό των Ελλήνων σ’ αυτήν κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία και συ­γκεκριμένα μετά το 1780, σύμφωνα με τον π. Γιαννόπουλο. Μια μαρμάρινη στήλη με διακοσμητικό ανάγλυφο από την εκκλησία βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο Ναυπλίου.

 

Δημόσιο κτίριο της δεύτερης Βενετοκρατίας, στο βάθος η Αγία Σοφία.  Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», έκδοση Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1979.

Δημόσιο κτίριο της δεύτερης Βενετοκρατίας, στο βάθος η Αγία Σοφία. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», έκδοση Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1979.

 

Στον Ψαρομαχαλά μένουν φτωχοί, λαϊκοί άνθρωποι. Φυσικά με την πάροδο των αιώνων αλλά κυρίως τις τελευταίες δεκαετίες μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η όψη της γειτονιάς έχει αλλάξει πολύ. Για παράδειγμα η Λάκκα όπου άλλοτε υπήρχε το πρώτο νοσοκομείο του Ναυπλίου (Νοσοκομείον των Πτω­χών), του 14ου αιώνα, δωρεά του NerioAcciajoli, σήμερα έχει μετατραπεί σε πάρκινγκ αυτοκινήτων.

Ας πούμε δυο λόγια για την ίδρυση αυτού του νοσοκομείου. Προς το τέλος της Φραγκοκρατίας ο φλωρεντινός Άρχων του Δουκάτου των Αθηνών και επικυρίαρχος Ναυπλίου και Άργους, NerioAcciajoli, σύμμαχος των Ενετών, άφησε με διαθήκη του μετά το θάνατό του στην Κόρινθο το 1394 όλη την περιουσία του, για να ιδρυθεί νοσοκομείο των πτωχών στο Ναύπλιο, το οποίο είναι πιθανόν  εκείνο της Λάκκας. Αναφέρει σχετικά ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης στο μνημειώδες έργο του Η Ναυπλία (1898) τα εξής:

 «Το νυν σωζόμενον Δημοτικόν Νοσοκομείον παρά τους βορειδυτικούς πρόποδες της Ακροναυπλίας και εγγύς του προμαχώνος των Πέντε Αδελφών, όπερ ανεκαίνισε ο πρώτος της Ελλάδος Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, είναι πιθανώς αυτό τούτο το αναλώμασιν του Νερίου Ακκιαγιόλη ιδρυθέν, όπερ διετήρησαν οι Ενετοί εν λειτουργία κατά τας δύο περιόδους της υπ’ αυτών κατοχής του Ναυπλίου, ιδρύσανε μάλιστα εντός του περιβόλου του Νοσοκομείου και τον σωζόμενον ναΐσκον. Το Νοσοκομείον τούτο είναι άδηλον εάν ελειτούργη κι επί της τελευταίας Τουρκοκρατίας, οπωσδήποτε όμως φαίνεται ότι είχεν ερειπωθεί κατά τα τελευταία αυτής έτη, και εδέησε και τούτο να ανακαίνιση η του Καποδιστρίου δημιουργός χειρ.»[3]

Σύμφωνα με τον π. Ιωάννη Γιαννόπουλο το ναΰδριο αυτό φαίνεται να λειτουργεί το 1848 με μισθό ιερέως 58 δραχμές και μισθό νεωκόρου, που ανήκαν στο νοσοκομείο και που πλήρωνε ο Δήμος. Το κτίριο του νοσοκομείου παρέμεινε μέχρι τη δεκαε­τία του 1940 περίπου.

Ο Ψαρομαχαλάς ακολούθησε την εξέλιξη της πόλης, όταν γύρω στο 1500, κατά την πρώτη Ενετοκρατία (1389-1540) οι Ενετοί άρχισαν να χτίζουν με προσχώσεις την κάτω πόλη, το σημερινό κυρίως Ναύπλιο. Για το όνομά του υπάρχουν δύο εκ­δοχές:

α) Ήταν η γειτονιά των ψαράδων οι οποίοι κατέβαιναν το λοφάκι και μέσα από μια πύλη των τειχών στα Πέντε Αδέλφια, την Πόρτα Μαρίνα, έβγαιναν στη θάλασσα, σε μια ταπει­νή προβλήτα όπου έδεναν τις βάρκες τους.

β) Μετά την κατα­στροφή της Χίου, το 1822, και αργότερα των Ψαρών, από το 1824 οι καταδιωγμένοι πρόσφυγες που έφτασαν στο Ναύπλιο εγκαταστάθηκαν στη γειτονιά αυτή, η οποία πήρε το όνομά της από τα Ψαρά. Πιθανότερη μου φαίνεται η πρώτη εκδοχή που μάλλον είναι και η παλαιότερη.

Το ύφος των σπιτιών της γειτονιάς είναι το λεγόμενο λαϊκό, είχε δηλαδή, κυρίως στο παρελθόν πολλά ξύλινα σπίτια στο τούρκικο στυλ, λίγα από τα οποία παραμένουν και σήμερα. Γενικά είναι εύθραυστες ξύλινες κατασκευές, συνήθως ασπρι­σμένες με ασβέστη, χωρίς περίτεχνα μπαλκόνια και πόρτες όπως έχει η κάτω πόλη. Σύμφωνα με τη Σέμνη Καρούζου, αυτό που χαρακτηρίζει το λαϊκό στυλ είναι η ασύμμετρη διάταξη των σπιτιών του, ενώ τα κλασικιστικά αστικά σπίτια του Ναυπλίου έχουν πάντα μια συγκεντρωμένη, συμμετρική διάταξη στις προ­σόψεις τους [4].

 

Ναύπλιο. Η Λάκκα τη δεκαετία του '30 σε φωτογραφία Ν. Μαζαράκη.

Ναύπλιο. Η Λάκκα τη δεκαετία του ’30 σε φωτογραφία Ν. Μαζαράκη.

 

Η έκταση του Ψαρομαχαλά είναι πολύ περιορισμένη: Στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο – τρεις δρόμους, με κύριο την οδό Ζυγομαλά, και μια – δυο ανώμαλες πλατείες, γιατί πιο βό­ρεια βρίσκουμε το βράχο. Τα ταπεινά σπιτάκια της γειτονιάς υπέστησαν ριζική αλλαγή κατά τη δεκαετία του ’80 και ύστερα όταν με δάνεια του τουρισμού μετετράπησαν τα περισσότερα σε ξενώνες ή πανσιόν, αρκετά καλόγουστους. Άλλα σπιτάκια αγοράστηκαν από ξένους, κυρίως Γερμανούς ή Ολλανδούς, οι οποίοι τα επισκεύασαν για να περνούν εκεί μερικούς μήνες του καλοκαιριού. Υπάρχουν όμως και κάποιες οικογένειες αλλοδα­πών, συνταξιούχων κυρίως, που μένουν εκεί όλο το χρόνο.

 

Ναύπλιο. Σπίτι στον Ψαρομαχαλά.

Ναύπλιο. Σπίτι στον Ψαρομαχαλά.

 

Όταν όμως λέμε ότι ο Ψαρομαχαλάς είναι η ψυχή του Ναυπλίου, ενώ η καρδιά του είναι φυσικά η πλατεία Συντάγ­ματος και η διαδρομή του Μεγάλου Δρόμου (σημερινή οδός Βασ. Κωνσταντίνου) όπως έχουμε γράψει και αλλού [5] εννοούμε ότι υπήρξε στο παρελθόν, δηλαδή στις δεκαετίες του 40, ’50, ’60 και ’70 μια ιδιαίτερη λαϊκή κουλτούρα των κατοίκων. Συνήθειες, διασκεδάσεις, ταβέρνες, κανταδόροι, καρναβάλια και η χαρακτηριστική εύθυμη, γλεντζέδικη διάθεση ανθρώπων που είχαν και που ζούσαν με λίγα και τους έφταναν.

Για παράδειγμα, τα παλιότερα χρόνια μεγάλη διάδοση είχε μεταξύ των παιδιών στο Ναύπλιο, όπως και σε άλλες μικρές πόλεις της Ελλάδος, ο πετροπόλεμος. Ήταν πραγματικές ορ­γανωμένες εκστρατείες με στρατηγική και τακτική που διεξήγο­ντο συνήθως μεταξύ ενοριών ή μεταξύ Προνοίας και Ναυπλίου.Στους τελευταίους αυτούς πολέμους σημαντικό βάρος είχαν τα παιδιά του Ψαρομαχαλά όπως αναφέρει και ο ποιητής της πό­λης και ναυπλιογράφος Θεόδωρος Κωστούρος (1936-1986) [6]. Γράφει χαρακτηριστικά για έναν τέτοιο πετροπόλεμο τη δεκα­ετία του 50:

Και κει, πάνω σε κείνο το κρίσιμο σημείο του αγώνα, την ώρα πια που φαινόταν πως η νίκη έγερνε αποφασιστικά προς το μέρος της Πρόνοιας, παρουσιάστηκε, λυτρωτής, ο Ψαρομαχαλάς.

Τα παλληκάρια του μαχαλά των ψαράδων και της ντάπιας των «πέντε αδελφιών», τα ψημένα με την αλμύρα της θάλασσας τ’ αργο­λικού, έφεραν το καινούργιο αίμα που χρειαζόταν η λιπόθυμη πόλη.

Οι Ψαρακαίοι, οι Βασιλείου, οι Μπουσμπουραίοι, οι Μελιδόνηδες, οι Μεντζελαίοι, οι Κοντσαΐτηδες, αποτέλεσαν τον καινούργιο στρατό του άλλαξε τις βουλές της Μοίρας.

Αρχηγός τους – που αμέσως πήρε με το σπαθί του τη γενική αρ­χηγία των Αναπλιωτών, ήταν ο Βαγγέλης ο Σέττας που τον παρανόμοζαν Κανάρη.

Ετούτος ο Ψαρομαχαλιώτης τσίφτης δεν είχε τίποτα στην ειδή του από κείνα τα σουσούμια που ταιριάζουν στον αρχηγό. Απεναντί­ας, ήταν κοντός και λιγνός σα σαμιαμίδι, μιας σπιθαμής άνθρωπος εκεί δα που δεν τον υπολόγιζες. Όμως η ματιά του α! εκείνη η ματιά του που σπίθιζε, καθρέπτιζε την άτρομη ψυχή του τη λιονταρίσια. Και το μυαλό του, καθαρό μυαλό και ξάστερο, έκοβε τα χίλια δυο τερτίπια, τα χρειαζούμενα του πολέμου.

Μόλις το λοιπόν ο Βαγγέλης ο Σέττας, ο Κανάρης, πήρε στα σιδερένια χέρια του τα γκέμια τ’ Αναπλιώτικου στρατού τα πράγματα άλλαξαν. Η πειθαρχία βασίλεψε παντού, τα πάντα οργανώθηκαν και το σπουδαιότερο, τη θέση της ηττοπάθειας, πήρε τώρα η πίστη για τη νίκη, μια πίστη που, τα χείλια του αρχηγού και τα φερσίματά του, τη σκόρπιζαν, μαγικά, σ’ όλες τις πριν κιοτεμένες ψυχές.

Πρώτα-πρώτα επέβαλλε στους «πλουτοκράτες» στρατιώτες του, έρανο υποχρεωτικό για την οικονομική ενίσχυσι τον στρατού. Κάθε παιδί ανάλογα με την οικονομική τον ευμάρεια, έπρεπε να φέρνει στον κοινό κορβανά, το βδομαδιάτικο χαράτσι. Μ’ αυτά τα χρήματα ο Σέττας, αγόρασε καινούργιες σφεντόνες και βάλθηκε, ώρες κι ώρες, πάνω στον προμαχώνα των «πέντε αδελφιών» να εκπαιδεύει τους πιτσιρίκους, τόσο που τους έκανε άσσους στο σημάδι. Ύστερα, σε λίγες μέρες, επί κεφαλής του στρατού του, έκανε μία «επίδειξι δυνάμεως» φτάνοντας μέρα μεσημέρι, ώσαμε την «Αγιατριάδα», την καρδιά της Πρόνοιας. Τούτη η παρέλασι έφερε το αποτέλεσμα που ο Σέττας προσδοκούσε. Οι Προνοιώτες έννοιωσαν πως τ’ Ανάπλι ξαναγεννιό­ταν. Είχαν κι άλας τις πληροφορίες τους για τον καινούργιο αρχηγό και κατάλαβαν πώς από τώρα και μπρος, τα πράγματα άλλαξαν.

Και άλλαξαν πραγματικά. Η εφευρετικότητα και ο δυναμισμός αυτών των παιδιών έφτασε τότε μέχρι τη δημιουργία στόλου από τις βάρκες των γονιών τους με τον οποίον έκαναν απόβαση στον Βάλτο και κα­τατρόπωσαν τα Προνοιοτάκια.  

  

Υποσημειώσεις


[1] Μία πρώτη περιγραφή της γειτονιάς και ορισμένων κατοίκων της έχω κάνει στο βιβλίο μου «Ναύπλιον, Σπηλιάδου 1», εκδ. Ναύδετο, Ναύπλιο 2008, σελ. 18-19 και 25-26.

[2] Βλ. π. Ιωάννη Γιαννόπουλου, «Οι Ιεροί Ναοί, Ναΰδρια και Εφημέριοι αυτών της πόλεως Ναυπλίου», Ναύπλιον, 2008, σελ. 171-73.

[3] Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία από των αρχαιο­τάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς». Ιστορική μελέτη, 1898, Β’ έκδοσις 1950, Γ’ έκδοσις, Ναύπλιον 1975, σελ. 58.

[4] Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», έκδοση Εμπορικής Τρα­πέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1979.

[5] Για το Μεγάλο Δρόμο βλέπε το βιβλίο μου «Οι πέτρες και οι άνθρωποι. Μικροϊστορία του Ναυπλίου», εκδ. Ναύδετο, 2009, σελ. 96-107.

[6] Βλ. τη χαρακτηριστική συλλογή εύθυμων ιστοριών για το Ναύπλιο με τίτλο: «Αυτά να μένουν μεταξύ μας, αναμνήσεις και στοχασμοί», Ανάπλι 1956, σελ. 101-108.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

Γιώργος Ρούβαλης, «Ψαρομαχαλάς – Η ψυχή του Ναυπλίου», Εκδόσεις: Ο Κήπος με τις Λέξεις, Αθήνα, 2012.

 

 

Read Full Post »

Η Ψωροκώσταινα – Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος | Κατερίνα Παπαδριανού


 

 

 Στην εκδοτική δραστηριότητα της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, προστίθεται ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο. Πρόκειται για το ιστορικό μυθιστόρημα της Κατερίνας Παπαδριανού με τίτλο: « Η Ψωροκώσταινα – Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος».

Η Ψωροκώσταινα, το δεύτερο βιβλίο, της Κατερίνας Παπαδριανού είναι ένα λογοτεχνικό ιστορικό λεύκωμα με κεντρικούς ήρωες την Πανώρια Χατζηκώστα – Αϊβαλιώτη και τον Βενιαμίν Λέσβιο με δραματικό χρόνο την περίοδο 1821-1831, κεντρική σκηνή το Ναύπλιο και φόντο την επαναστατημένη και ελευθερωμένη Ελλάδα στην οποία κινείται ένας πολύχρωμος πολύβουος κόσμος που ζητάει εκπλήρωση των ονείρων του και λογοτεχνική καταξίωση.

Οι Φίλοι και τα Αρωγά Μέλη της Βιβλιοθήκης, προκειμένου να προμηθευτούν δωρεάν την εξαιρετική  αυτή έκδοση, μπορούν να απευθύνονται στην Αργολική Βιβλιοθήκη, τηλέφωνο 27510 61315, τις εργάσιμες ώρες και ημέρες.

 

Ιούνιος του 1821. Το Αϊβαλί καίγεται. Οι Τούρκοι, μπροστά στα μάτια της πλούσιας αρχόντισσας Πανώριας, σκοτώνουν τα τέσσερα παιδιά της και τον άντρα της, Κώστα Αϊβαλιώτη. Τρελαμένη από τη θλίψη και την απόγνωση σώζεται από τον καλόγερο και δάσκαλο Βενιαμίν Λέσβιο που την παίρνει μαζί του ως υπηρέτρια… Πώς μπόρεσε μια μάνα ν’ αντέξει τόσο πόνο και μια αρχόντισσα να καταντήσει μια βρώμικη ζητιάνα τέτοια που οι μοσχόμαγκες του Ναυπλίου να τη βαφτίσουν «Ψωροκώσταινα»;

 

Η Ψωροκώσταινα - Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος

Η Ψωροκώσταινα – Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος

 

Η συγγραφέας προσπαθώντας να εμβαθύνει στην ταραγμένη ψυχή της «Ψωροκώσταινας» περιγράφει τα φρικτά όνειρα και τους εφιάλτες της που δεν την αφήνουν τις νύχτες να κοιμηθεί, την κατάθλιψη και την τρέλα που την οδηγούν να ζητήσει γιατρειά στη «Μεταφυσική» και στη θεωρία του «Πανταχηκίνητου» του Βενιαμίν Λέσβιου.

Η Κατερίνα Παπαδριανού ακολουθεί τα βήματα του Βενιαμίν Λέσβιου και βλέπει με άλλο πρίσμα τον ξεσηκωμό των Ελλήνων. Περιγράφει γλαφυρά το επαναστατημένο Ανάπλι αναφερόμενη σε σημαντικά γεγονότα και πρόσωπα που μας δίνουν το στίγμα της ταραγμένης αυτής εποχής: Τα δάνεια της Αγγλίας, τον εμφύλιο, το γάμο του Χατζηχρήστου Βούλγαρη, τον έρανο για τους Μεσολογγίτες, τον Δημήτρη Μοσχονησιώτη, την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, το Φινλανδό διοικητή Μουράτ μπέη, τον αστυνόμο Ευαγγέλη Ποταμιάνο και τη δολοφονία του Καποδίστρια. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, η «Ψωροκώσταινα» ζητιανεύοντας και ξενοδουλεύοντας, ζει με αγώνα και θυσίες τα δώδεκα ορφανά παιδιά της, μέχρι που ο τύφος ξαναχτυπά…

Κατερίνα Παπαδριανού

«Η Ψωροκώσταινα – Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος»

Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

Βιβλιοθήκη Ιστορικού Μυθιστορήματος -1

Άργος, Απρίλιος, 2014.

288 σελίδες

ISBN 978-960-9650-12-0

 

Στην παρουσίαση του βιβλίου που οργανώθηκε στο Βουλευτικό Ναυπλίου, σε μια κατάμεστη αίθουσα, μίλησαν για το έργο, η φιλόλογος Δήμητρα Δουλιγιέρη και ο φιλόλογος Γιώργος Αναστασόπουλος, του οποίου την ομιλία παραθέτουμε αυτούσια πιο κάτω:

 

«Η Ψωροκώσταινα» της Κατερίνας Παπαδριανού είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα με την κλασική σημασία του όρου. Φιλοδοξεί να ζωντανέψει με λογοτεχνικό τρόπο την ιστορία της θρυλικής ζητιάνας από το Αϊβαλί της Μικρασίας, αξιοποιώντας τα ιστορικά στοιχεία που είναι γνωστά για τη ζωή της και συμπληρώνοντας ή αναπληρώνοντας με την φαντασία όσα είναι άγνωστα και σκεπασμένα από τη λήθη και το χρόνο.

Το ιστορικό μυθιστόρημα, ως λογοτεχνικό είδος δεν έχει μεγάλη ανάπτυξη στην πατρίδα μας, ή μάλλον δεν είχε έως πρόσφατα που παρουσιάζει μια αξιόλογη παραγωγή και ποσοτικά και ποιοτικά. Η συγγραφέας μας δείχνει μάλλον την προτίμησή της σ’ αυτό το είδος του μυθιστορήματος αν κρίνουμε από το γεγονός ότι και το προηγούμενο μυθιστόρημα «1715- το τελευταίο φιλί» είναι ιστορικό μυθιστόρημα με χώρο δράσης των ηρώων της την ιδιαίτερη πατρίδα της, Δρέπανο – Βιβάρι και το Ανάπλι.

Φιλοδοξεί άραγε να πολιτογραφηθεί στη χορεία όσων καταπιάστηκαν με το ιστορικό μυθιστόρημα, όπως τον Στρ. Μυριβήλη, τον Ηλ. Βενέζη, Στρατή Τσίρκα, το Θανάση Βαλτινό, την Αθηνά Κακούρη, τον Ευάγγελο Αβέρωφ, τη Μάρω Δούκα αλλά και τους νεώτερους Δάνδολο, Μπαλτάκο, Ζουργό, Γαλανάκη κ.ά. που αναγνωρίζουν ως αρχηγέτη τους τον άλλο συμπατριώτη μας τον μεγάλο Άγγελο Τερζάκη, που με την «πριγκηπέσα Ιζαμπώ» κάλυψε τεράστια απόσταση και μας έφερε κοντά στο ευρωπαϊκά πρότυπα που ήταν ώριμα αισθητικά, ήδη πριν το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο; Γιατί όχι. Τα πρώτα δείγματα της κας Παπαδριανού είναι κάτι παραπάνω από ενθαρρυντικά.

Ας μπούμε στο θέμα μας:

Η ΨΩΡΟΚΩΣΤΑΙΝΑ ως λογοτέχνημα μοιράζει τη δράση της σε τέσσερις (4) τόπους.

Πρώτα-πρώτα η ιδιαίτερη πατρίδα της, οι Κυδωνιές, στις Μικρασιάτικες ακτές απέναντι από τη Μυτιλήνη, ή αλλιώς το Αϊβαλί (που το βλέπει ο θεός και σταματά ο νους του) είναι ο τόπος της ευτυχισμένης περιόδου της ζωής της. Της παιδικής της ηλικίας, του γάμου της με το μεγαλέμπορα Κώστα Αϊβαλιώτη, η δημιουργία της οικογένειάς της αλλά και ο τόπος της τραγωδίας της. Η σφαγή από τους Τούρκους, στις 2 Ιουνίου 1821, του συζύγου της και των τεσσάρων παιδιών της μπρος στα μάτια της. Το Αϊβαλί είναι ο σκηνικός χώρος του πρώτου ελληνικού δράματος του 1821 αλλά και της οικογενειακής και προσωπικής συντριβής της αρχόντισσας Πανώριας Χατζηκώστα. Πληρώνει αυτή πρώτη την εκδικητική μανία των Τούρκων που κατέστρεψαν ολοσχερώς τις Κυδωνιές, ως αντίποινα, επειδή οι Έλληνες πυρπόλησαν στις 27 Μαΐου 1821 ένα τούρκικο δίκροτο στη Χαλκιδική.

Στη συνέχεια η συγγραφέας μεταφέρει τη δράση στα Ψαρά εκεί όπου μετέφεραν την ηρωίδα σε αλλόφρονα κατάσταση οι συμπατριώτες της αναζητώντας καταφύγιο από την καταδιωκτική μανία των Τούρκων. Ο μήνας που έζησε εκεί η Κώσταινα ήταν ανεπίγνωστος. Χωρίς φαγητό και νερό, καθηλωμένη στις τρομερές στιγμές του αφανισμού της οικογένειά της συναντήθηκε με το δάσκαλο του γένους Βενιαμίν Λέσβιο, παλιό γνώριμο του άντρα της, ο οποίος την πήρε υπό την προστασία του και την οδήγησε στην Ύδρα την εποχή του επαναστατικού πυρετού, λίγο πριν η Ύδρα, το νησί των μεγαλονοικοκυραίων, μπει στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Εκεί η Κώσταινα βγαίνει για πρώτη φορά από την πεισιθανάτια κατάσταση στην οποία είχε περιπέσει από τη μέρα της συμφοράς, αφού ο Βενιαμίν της έδωσε να φροντίζει ένα ορφανό από τις Κυδωνιές.

Το μωρό αυτό γίνεται η σανίδα από την οποία αρπάζεται η ηρωίδα γίνεται ο σκοπός και το νόημα της ζωής της. Του δίνει το όνομα Μάρκος, όνομα του πρώτου γιού της, και ξενοδουλεύει ως πλύστρα για να το ζήσει. Ο Βενιαμίν περιοδεύει στην Ελλάδα για να ξεσηκώσει και να οργανώσει τους Έλληνες.

Η επιστροφή του, σ’ έναν περίπου χρόνο το 1823, επιφέρει τη μετακίνησή τους στην πρωτεύουσα του απελευθερωμένου τμήματος της Ελλάδας, το Ναύπλιο. Το Ναύπλιο θα γίνει ο τόπος που η Πανώρια Χατζηκώστα θα εκδηλώσει την κοινωνική και εθνικής της προσφορά και θα την καταστήσει ιστορικό σύμβολο και παροιμιώδη έκφραση.

Το Ναύπλιο ήταν τότε μια Βαβυλωνία. Οι γλώσσες και οι διάλεκτοι που μιλιούνταν ήταν αναρίθμητες δίνοντας την εντύπωση ότι κανένας δεν καταλαβαίνει κανέναν. Να θυμηθούμε πως αυτό το Ναύπλιο μετατρέπει σε θεατρική «Βαβυλωνία» ο Βυζάντιος. Το γεγονός ότι ήταν η πιο οχυρή πόλη της Ελλάδας, καθώς ήταν προφυλαγμένη με ισχυρά τείχη και τρία κάστρα (Παλαμήδι, Ακροναυπλία, Μπούρτζι) ήταν ο λόγος που είχε επιλεγεί για έδρα της κυβερνήσεως. Η κυβέρνηση και η σχετική ασφάλεια που πρόσφερε η πόλη, τράβηξαν σαν μαγνήτης ένα ετερογενές πλήθος Ελλήνων από επαναστατημένες και υποδουλωμένες περιοχές, και κυρίως χήρες και ορφανά πολέμου αλλά και ανάπηρους, επαίτες, κομπογιαννίτες, φιλόδοξους, τυχοδιώκτες και άλλους που αναζητούσαν στο Ναύπλιο μια καλύτερη μοίρα. Φυσικά και Έλληνες από τις ακμαίες παροικίες του εξωτερικού, φιλέλληνες, έμποροι, περίεργοι αλλά και αρκετοί ξένοι στρατιωτικοί και διπλωμάτες, με κάθε είδους κίνητρα, έβρισκαν τότε καταφύγιο στο Ναύπλιο, όπου, ας μη το λησμονούμε, περιοριζόταν στην οριογραμμή που μπορούμε σήμερα να παρακολουθήσουμε να κατεβαίνει από την ανατολική Ακροναυπλία, να περνά από την αναστυλωμένη πύλη της Ξηράς και να συνεχίζει δυτικά του δικαστικού μεγάρου μέχρι τον ανδριάντα του Καποδίστρια και από εκεί ακολουθώντας την κατεύθυνση της σημερινής οδού Αμαλίας (είναι ο δρόμος που περνά μπροστά από τα σχολεία και το πολεμικό μουσείο) να φτάνει μέχρι την βιβλιοθήκη του «Παλαμήδη» και ακολουθώντας την κατεύθυνση του σημερινού δρόμου να καταλήγει στην ντάπια «πέντε αδέρφια».

Αυτή την περιορισμένη έκταση περιέκλειαν τα τείχη του Ναυπλίου. Εκτός τειχών δεν υπήρχε φυσικά πόλη. Εντός των τειχών δεν αποκλείεται να στοιβαζόταν ένα πλήθος που μπορεί να πλησίαζε και τις 30.000. Δεν χρειάζεται να περιγραφούν οι συνθήκες διαβίωσης και ειδικά οι συνθήκες υγιεινής της πόλης. Σε μια τέτοια πόλη με τέτοια ανθρωπογεωγραφία έρχεται η Πανώρια και ο Βενιαμίν την άνοιξη του 1823.

Πρέπει να κείτονταν ακόμα στην πόλη άταφα πτώματα Τούρκων από το λιμό που προκάλεσε στον τουρκικό πληθυσμό του Ναυπλίου η μακρά πολιορκία της πόλης από τους Έλληνες. Η παράδοση της πόλης από τους Τούρκους στον Κολοκοτρώνη είχε γίνει λίγους μήνες νωρίτερα: το Δεκέμβριο του 1822. Οι περιγραφές του Φωτάκου για την εξαθλίωση των πολιορκημένων Τούρκων και τα άταφα πτώματα που βρίσκονταν παντού στην πόλη, αρκετά μισοφαγωμένα από τους κανιβαλισμούς, υποβάλλουν την ιδέα πως ίσως δεν είχαν όλα μαζευτεί και ταφεί έως την άνοιξη του 1823, με δεδομένη την απουσία δημοτικών αρχών ή στοιχειωδών δημοσίων υπηρεσιών.

Πάντως τον τόνο στην πόλη τον έδιναν τα αναρίθμητα ορφανά που περιδιάβαιναν ζητιανεύοντας, αλητεύοντας και φτιάχνοντας αλληλοσυγκρουόμενες συμμορίες.

Απ’ αυτά τα ορφανά η Πανώρια Χατζηκώστα θα μαζέψει 12 στο σπιτάκι του Ψαρομαχαλά που θα καταλύσει με τον Βενιαμίν και θα αναλάβει την καθημερινή τους φροντίδα. Φυσικά με αμέτρητες δυσκολίες αφού πόροι δεν υπήρχαν. Ειδικά μετά το θάνατο του Βενιαμίν από τύφο τον Αύγουστο του 1824, ο αγώνας γίνεται Σισύφειος. Βγάζει το ψωμί τους κάνοντας τον αχθοφόρο, την πλύστρα, τη ζητιάνα.

Έγινε όμως, η μάνα τους και τους έδινε αυτό που είχε σε περίσσεια. Αγάπη. Κι έπαιρνε αγάπη από τα παιδιά αστείρευτη. Αυτή η αγάπη ήταν το στήριγμά της και το κίνητρο να ζει μετά την απίστευτη οικογενειακή της τραγωδία. Έγινε η αγία των ορφανών. Κι όταν αργότερα ήρθε ο Καποδίστριας και έφτιαξε το ορφανοτροφείο, η Ψωροκώσταινα ανέλαβε αμισθί υπηρεσία στο Ορφανοτροφείο συνεχίζοντας τη φροντίδα των 12 παιδιών που είχε αναλάβει, τα οποία έγιναν οι άγγελοι και οι εξάγγελοι της ζωής της αλλά και οι συμπαραστάτες του θανάτου της που προήλθε από τύφο που ενδημούσε τότε στην πόλη του Ναυπλίου (1831). Τα παιδιά έθαψαν τη μάνα τους δίπλα στον Βενιαμίν.

Δύο μορφές της νεοελληνικής ιστορίας έσμιξαν στη ζωή κάτω από τις πιο δραματικές συνθήκες και συμπαραστάθηκαν ο ένας στον άλλο αντλώντας δύναμη απ’ αυτή τη σχέση που τη μετουσίωσαν και οι δύο σε προσφορά για την πατρίδα. Ο παπα- καλόγερος και η ζητιάνα. Ο δάσκαλος του Γένους και η αρχόντισσα από το Αϊβαλί, που πέρασε στο θρύλο ως Ψωροκώσταινα, όπως την ονόμασαν οι μάγκες του Ναυπλίου με όλες τια αναπόφευκτες συμβολικές στρεβλώσεις αλλά και θαυμασμό για το ψυχικό σθένος, την αυταπάρνηση και τη γενναιοφροσύνη που επέδειξε , με κορυφαία στιγμή τον έρανο υπέρ των Μεσολογγιτών, τον Απρίλη του 1826, στον οποίο η Ψωροκώσταινα έγινε το παράδειγμα που έλυσε τα μαγκωμένα χέρια του λαού και κυρίως των πλουσίων, όταν πρώτη έδωσε στον έρανο όλα τα υπάρχοντά της, δηλ. το ασημένιο δαχτυλίδι της και ένα γρόσι. Αυτό παρακίνησε τους πλουσιότερους ν’ ανοίξουν τα πουγκιά τους και να συγκεντρωθεί ένα σεβαστό ποσό για τις ανάγκες των σκελετωμένων ηρώων του Μεσολογγίου.

Η φράση κλειδί που διασώζει ο Ε. Δαδιώτης ότι είπε η Πανωραία είναι: «Δεν έχω τίποτε άλλο απ’ αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι και απ’ αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι». Κάποιος από το πλήθος φώναξε        «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον όβολό της» κι αμέσως κεντρίστηκε το φιλότιμο. Βροχή έπεφταν πάνω στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής, λίρες, γρόσια και ασημικά.

Τον παράγοντα χρόνο, η κα Παπανδριανού τον αξιοποιεί περισσότερο δραματικά και λιγότερο ιστορικά, όπως ταιριάζει σ’ ένα λογοτεχνικό έργο που μπορεί να είναι ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά δεν είναι ιστορία. Έτσι ο χρόνος στο Αϊβαλί έχει πυκνότητα, δραματική ένταση και τραγική κορύφωση, αφού περιγράφει τις τελευταίες μόνο στιγμές της τότε ευτυχισμένης και ανυποψίαστης γι’ αυτά που επρόκειτο ν’ ακολουθήσουν, οικογένειας του Κώστα Αϊβαλιώτη. Τα μαύρα σύννεφα εμφανίζονται ξαφνικά, πυκνώνουν γρήγορα και ξεσπούν ένα ασύλληπτο για το νου κακό που καταστρέφει εντελώς μια ακμάζουσα πόλη μέσα σε λίγο χρόνο. Οι Τούρκοι σφάζουν λεηλατούν, βιάζουν, διαρπάζουν και πυρπολούν πριν οι Έλληνες προλάβουν να αντιδράσουν και να προστατευτούν. Σχεδόν ακαριαία πέφτει η συμφορά πάνω στην οικογένεια της Πανωραίας. Τα 4 παιδιά και ο άντρας της αποκεφαλίζονται μπροστά της. Ο νους θολώνει. Δε μπορεί να αντέξει τόσο πόνο και τόση φρίκη.

Μεταφέρεται χωρίς επίγνωση της πραγματικότητας στα Ψαρά, από το ενστικτώδες κύμα διάσωσης που έσπρωξε τους Έλληνες στη θάλασσα και με καράβια και καΐκια αναζήτησαν τη σωτηρία στα Ψαρά.

Στα Ψαρά η συγγραφέας μας χειρίζεται το χρόνο διαφορετικά. Εκεί ο χρόνος μοιάζει να ακινητεί. Καμία εξέλιξη. Η συνείδησή της σχεδόν υπνώττει. Ένας ενστικτώδης μηχανισμός προστασίας και ένα ένστικτο αυτοκαταστροφής λειτουργούν ταυτόχρονα και εξισορροπητικά. Χάνει τα λογικά της για να προστατευθεί από την αβάσταχτη πραγματικότητα και ταυτόχρονα επιζητά το θάνατο αφού αρνείται να πάρει τροφή και νερό.

Απ’ αυτό το τέλμα του χρόνου και της ζωής θα τη βγάλει ο Βενιαμίν ο Λέσβιος που ταξιδεύει μαζί με τους Αιβαλιώτες από τα Ψαρά στην Ύδρα. Παλιός γνώριμος της οικογένειας Αϊβαλιώτη, απ’ όταν ήταν δ/ντής στη ακαδημία Κυδωνιών και ο Κώστας Αϊβαλιώτης μέγας χορηγός της Ακαδημίας, όπως θα λέγαμε σήμερα, ασκεί επάνω της σωτήρια επίδραση με το κύρος και το λόγο του. Τη βγάζει από τον κόσμο στον οποίο ήταν βυθισμένη και από την απόφασή της να πέσει στη θάλασσα να πνιγεί με 2 επιχειρήματα και μια καθοριστική ενέργεια

Τα λογοτεχνικά επιχειρήματά του:

  1. «Η εκδίκηση για τον πόνο που σου προκάλεσαν οι σφαγές της οικογένειάς σου δεν έρχεται με το να πας να πνιγείς στη θάλασσα, αλλά με το να ζήσεις και να πολεμήσεις γιατί τώρα αρχίζει η ώρα της εκδίκησης ολόκληρου του έθνους».

Και πιο κάτω

  1. «Ύστερα Πανώρια κι εγώ όπως βλέπεις γέρασα. Δε βλέπω και καλά, θέλω έναν άνθρωπο να με βοηθάει και να βρίσκεται πάντα κοντά μου. Η Ελλάδα μας περιμένει…».

Και η ενέργεια του

« Ο Βενιαμίν αρπάζει με μιας ένα μωρό που ήταν παραπεταμένο σε μια άκρη που έκλαιγε ώρες πεινασμένο και ετοιμοθάνατο και της το ρίχνει στην αγκαλιά …»

Στην Ύδρα ο χρόνος γίνεται βίωμα πιο φυσιολογικό, καθώς η ανάγκη της επιβίωσης της ίδιας και του μωρού, μετά την αναχώρηση του Βενιαμίν από την Ύδρα, προκειμένου να προωθήσει την εθνική υπόθεση, σπρώχνουν την Πανώρια στην αναζήτηση εργασίας. Έτσι γίνεται υπηρέτρια στο σπίτι του καπετάν Σταμάτη και η ζωή αποκτά ένα ρυθμό.

Όταν, μετά από ένα χρόνο περίπου, επιστρέφει ο Βενιαμίν και την παίρνει από την Ύδρα για να εγκατασταθούν στο Ναύπλιο, που ήταν ήδη προσωρινή πρωτεύουσα του υπό επαναστατική σύσταση νεοελληνικού κράτους, ο χρόνος επιφυλάσσει στην τραγική ηρωίδα μας την ιστορική δικαίωση και την παράδοση της στην αιωνιότητα ως σύμβολο αυταπάρνησης και αλληλεγγύης πεσμένο από τη μια στον υποτιμητικό χαρακτηρισμό της «Ψωροκώσταινα» και υψωμένο από την άλλη στον ουρανό της ιστορικής αίγλης.

Ο συμπρωταγωνιστής

Ένα ιδιαίτερο στοιχείο του έργου που σήμερα αναλύουμε είναι πως οι κεντρικοί ήρωες είναι δύο. Γι’ αυτό και ως υπότιτλο την κα. Παπαδριανού σημειώνει «Η Πανώρια Χατζηκώστα – Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος».

Φυσικά δεν αποτελεί πρωτοτυπία η ύπαρξη δύο κεντρικών ηρώων σ’ ένα μυθιστόρημα αλλά αποτελεί επιτυχία το γεγονός ότι κανένας δεν μειώνει την λογοτεχνική αξία του άλλου. Αντίθετα συμβάλλει στην ανύψωσή του με τρόπο που νιώθεις ότι δεν θα μπορούσε με καλύτερο τρόπο ο λογοτέχνης να παρουσιάζει την ύπαρξη του άλλου πιο φυσική και ταυτόχρονα τόσο αναγκαία για τη φιλοτέχνηση του λογοτεχνικού του προσώπου.

Για το Βενιαμίν το Λέσβιο, μάλιστα, πρέπει να πω ότι κατάφερε η κα Παπαδριανού να παρουσιάσει και το «βιογραφικό» του με τρόπο φυσικό και αβίαστο και την πρωτότυπη θεωρία του για το «Πανταχηκίνητο» ν’ αναπτύξει και ξετυλίγοντας την επαναστατική του δράση να κάνει ένα πλήθος από κοινωνικά σχόλια για τόπους, συνήθειες και νοοτροπίες των Ελλήνων που κάποτε γίνονται συγκαλυμμένη πολιτική κριτική ή καυστική πολιτική παρατήρηση.

Ο Βενιαμίν Λέσβιος, ως ιστορικό πρόσωπο γεννήθηκε στο Μεγαλοχώρι Πλωμαρίου στη Λέσβο το 1760 και πέθανε από τύφο στο Ναύπλιο το 1824 «παρά τις περιποιήσεις της προστατευόμενης του Πανώριας Χατζηκώστα – Αϊβαλιώτη, της γνωστής ως Ψωροκώσταινα». Το κοσμικό του όνομα ήταν Βασίλειος Γεωργαντάς. Σπούδασε στο Άγιο όρος όπου χειροτονήθηκε μοναχός, στην Πάτμο και αργότερα στην Πίζα της Ιταλίας και στο Παρίσι. Εκεί γνωρίστηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή και όπως δείχνει η πορεία του Βενιαμίν επηρεάστηκε ιδεολογικά από τη μεγάλη μορφή του σημαντικότερου   Έλληνα λόγιου της εποχής εκείνης και του ακάματου διαφωτιστή του Ελληνικού γένους.

Ο ιστορικός Πασχάλης Κιτρομιλίδης θεωρεί τον Βενιαμίν «το σημαντικότερο φιλοσοφικό πνεύμα του Νεοελληνικού διαφωτισμού».

Αυτός μάλλον είναι και ο λόγος που το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως τον κατηγόρησε ότι αρνείται την Αγία Γραφή και απέκτησε τη φήμη του άθεου. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στο Ιάσιο της Βλαχίας και ανέπτυξε πολυσχιδή εθνική δράση. Πήρε μέρος στην Α΄ Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο το 1821 στην Β΄ στο Άστρος το 1823, που επιμελήθηκε τη σύνταξη ποινικού κώδικα και το 1822 δεινοπάθησε ως Αρμοστής των Νήσων του Αιγαίου. Το 1823 εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο όπου έζησε παραδίδοντας Μαθηματικά, Φυσική και Φιλοσοφία στα παιδιά των επιφανών Ελλήνων που κατέφυγαν τότε στην καθέδρα της κυβερνήσεως του επαναστατημένου Γένους. Ήταν μεγάλος πια και δυσκίνητος και τον φρόντιζε η Πανώρια Χατζηκώστα- Αϊβαλιώτη μέχρι το 1824 που πέθανε από τύφο.

Ως λογοτεχνικός ήρωας της κας Παπαδριανού είναι γενναιόδωρος, ενεργητικός και αταλάντευτος στο στόχο του να ξεσηκωθεί το Γένος, αλλά με την προϋπόθεση οι νοικοκυραίοι να ανοίξουν τα πουγκιά τους και οι καραβοκύρηδες να θέσουν τα καράβια και τα πληρώματά τους στην υπηρεσία του σκοπού. Διακηρύσσει, ως γνήσιος ορθολογιστής, ότι χωρίς χρήματα, καράβια και ομόνοια δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Επιμένει πολύ στην ομόνοια και στην ανάγκη να τιθασευτούν οι εγωιστικές παρορμήσεις και τα ατομικά συμφέροντα. Η κα Παπαδριανού τον παρουσιάζει με ασίγαστο πάθος να διδάσκει σε ακροατήρια σε σπίτια, καφενέδες, ναούς βάζοντας μπροστά τους τις αρχές στις οποίες έπρεπε να στηριχτούν για να πετύχει ο αγώνας. Κι ενώ παρουσιάζεται αυστηρός και ανυποχώρητος, την ίδια στιγμή διακρίνεται η λανθάνουσα τρυφερότητά του για τα παιδιά. Αυτός πείθει την Πανώρια να αναλάβει το ορφανό και ο ίδιος χρηματοδοτεί αγόγγυστα, με τους λιγοστούς του πόρους, τις ανάγκες επιβίωσής τους. Αυτός ο αυστηρός και αλύγιστος παπακαλόγερος με το ανοιχτό μυαλό, τον ορθό λόγο, την προηγμένη μαθηματική και φυσική παιδεία και τη σπάνια φιλοσοφική σκέψη, έγινε ο απόστολος της Φιλικής Εταιρείας ο διαπρύσιος κήρυκας της επανάστασης. Έδρασε στο Αιγαίο και την Πελοπόννησο, εξορμώντας από τις Μικρασιατικές ακτές, όπου δίδαξε, συγκέντρωσε χρήματα και γέμισε με πολεμοφόδια το 1821 ένα καράβι του Παπαφλέσσα. Στο μυθιστόρημά μας, με δύο λόγια, παρουσιάζεται ως μορφή αυστηρή και δίκαιη με χαρακτήρα δομημένο με αρχές και σε βάσεις ορθολογικές, με γλώσσα καυστική και κάποτε ανελέητα δηκτική.

Οι αρετές του έργου

Πρώτη αρετή συνιστά η επιλογή του θέματος. Η λογοτεχνική δηλαδή ηρωποίηση δύο προσωπικοτήτων αδικημένων από τη θέση που κατέχουν στη νεοελληνική ιστορία και τη συνείδηση των Νεοελλήνων.

Η Ψωροκώσταινα αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση ιστορικής διαστρέβλωσης αφού είναι περισσότερο γνωστή από τη χρήση της παροιμιώδους φράσης της Ελλάδας ως Ψωροκώσταινας παρά από την κοινωνική και ιστορική της προσφορά. Η επιλογή της κας Παπαδριανού να φωτίσει την οικογενειακή της τραγωδία, να αναδείξει το κοινωνικό της έργο και να την καταστήσει λογοτεχνική ηρωίδα είναι επιλογή εύστοχη. Και είναι κατά τη γνώμη μου ευτυχής συγκυρία που γίνεται από μία λογοτεχνική πένα του Ναυπλίου, της πόλης δηλαδή που φιλοξένησε την Πανώρια για 10 περίπου χρόνια και της έδωσε το κοινωνικό πλαίσιο να ανάπτυξη τη δράση της και να βρει τη θέση της στην ιστορία.

Ο Βενιαμίν Λέσβιος, ίσως είναι ο πιο αδικημένος από τους δασκάλους του Γένους, τουλάχιστον στην θέση που κατέχει ανάμεσά τους. Παρόλο που κατά τον Πασχάλη Κιτρομηλίδη, υπήρξε «ο φιλοσοφικότερος από τους δασκάλους του Γένους» εν τούτοις είναι ο λιγότερο προβεβλημένος και γνωστός.

Ίσως, αυτό οφείλεται στη φήμη που απέκτησε ως άθεος αφού η άποψή του για τον φυσικό κόσμο ήρθε σε αντίθεση με την Αγία Γραφή, τουλάχιστον κατά τις ερμηνείες του σκληρού πυρήνα του Πατριαρχείου. Αυτό του στοίχισε και την απομάκρυνση του από τη Δ/νση της σχολής των Κυδωνιών και την δίωξη του από την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης όπου δίδασκε και Φυσική και Μεταφυσική. Δεν πρόδωσε όμως τις ιδέες του και την επιστήμη για να κάνει εύκολη καριέρα, όπως και δεν έκανε εύκολα συμβιβασμούς σε κοινωνικοπολιτικά ζητήματα. Είναι αναγκαία, λοιπόν, η αποκατάστασή του, έστω και λογοτεχνικά, και είναι συμβολή προς αυτή την κατεύθυνση η ανάδειξή του από την κα Παπαδριανού.

Δεύτερη και στερεή αρετή του μυθιστορήματος που παρουσιάζουμε σήμερα αποτελούν τα ευδιάκριτα γνωρίσματα του λογοτεχνικού είδους που υπηρετεί, ώστε να έχουμε στα χέρια μας ένα ιστορικό μυθιστόρημα με την αναγκαία χρονική απόσταση μεταξύ της ιστορικής δράσης των ηρώων και της συγγραφής, τη δράση ενός πλήθους προσώπων γνωστών από την επιστημονική ιστοριογραφία και την απαραίτητη αναφορά στην πυκνής ιστορικότητας χρονική περίοδο που αναφέρεται.

Ένα ακόμα πλεονέκτημα του αποτελεί η πλοκή του έργου που υφαίνεται έξυπνα και φυσικά, δένοντας σε μια μοίρα τους δύο ήρωες, ο καθένας από τους οποίους ανεβαίνει το δικό του Γολγοθά, η μια με πύρινους στεναγμούς και ο άλλος με βουβή αφοσίωση στο μεγάλο σκοπό.

Η μυθοπλασία δεν επιζητά φιοριτούρες ούτε εμπίπτει σε φλυαρίες που θα αφαιρούσαν από το έργο τη δωρικότητα και τη σταθερή εξέλιξη της πλοκής.

Ο κόσμος τον οποίο η κα Παπαδριανού ζωντανεύει μέσα από τις σελίδες της δεν αποκτά αυτονομία που θα ζημίωνε τη φιλοτέχνηση του πορτραίτου των 2 κεντρικών ηρώων, αλλά λειτουργεί ως ο απαραίτητος κοινωνικός καμβάς πάνω στον οποίο η συγγραφέας κεντά με μαεστρία την εικόνα των 2 πρωταγωνιστών της.

Ο αφηγηματικός τρόπος της Κατερίνας Παπαδριανού κερδίζει τον αναγνώστη με την αμεσότητα και τη λιτή γλώσσα, που δεν αποζητά τηνεντυπωσιοθηρία στους λογοτεχνισμούς τα εξεζητημένα σχήματα λόγου και την επιδεικτικότητα. Η γραφή της είναι δουλεμένη στη φυσική γλώσσα της εποχής μας και χαρακτηρίζεται από άνεση και φυσικότητα.

Ζωντανεύει πολυπρόσωπες σκηνές, φιλοτεχνεί εικόνες και δημιουργεί το σκηνικό με κινηματογραφική ευκολία, αφήνοντας την αίσθηση πως τα ιστορικά γεγονότα και η μυθοπλασία αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Αξιομνημόνευτη είναι η ικανότητά της να πλάθει χαρακτήρες και να φιλοτεχνεί τα γνωρίσματα τους με απλότητα και φυσικότητα αφήνοντας στον αναγνώστη ισχυρό και ευδιάκριτο το «πρόσωπό» τους.

Και δεν μπορώ, φυσικά να μην εξάρω την δεξιοτεχνία της κας Παπαδριανού να εντάσσει στο λογοτεχνικό της πάζλ ιστορικές εικόνες, εμβληματικά πρόσωπα, αυθεντικές ιστορίες ακόμα και να δίνει ιστορική υπόσταση σε γνωστές παροιμιώδεις φράσεις. Ενδεικτικά από τα ιστορικά πρόσωπα αναφέρω τον πρόκριτο της Αχαΐας και φιλικό Ανδρέα Καλαμογδάρτη την κόρη του Καλλιόπη και το γαμπρό του Σπύρο Παπαλεξόπουλο, σύζυγο της Καλλιόπης, που έγινε, μέρες που είναι, ο πρώτος δήμαρχος Ναυπλιέων. Ακόμα τον Δημήτριο Υψηλάντη και την αγαπημένη του Μαντώ Μαυρογένους, τον Ιωάννη Καποδίστρια και τον τιτάνιο αγώνα του. Λαϊκές, σχεδόν φολκλορικές, εικόνες μας δίνει με τον παλαιστή από το Αϊβαλή Τζίτζικα και την επίδειξή του στο κοινό του Ναυπλίου στην πλατεία του Πλατάνου, εικόνες με το γάμο στον Αϊ Γιώργη του Χατζηχρήστου Βούλγαρη, αρχηγού του ιππικού, με «μια αιχμάλωτη όμορφη Τουρκοπούλα που πρώτα τη βάφτισε χριστιανή». Ο Φιλανδός φρούραρχος του Ναυπλίου Αύγουστος Μύρμπεργκ γίνεται αφορμή να βρει τη θέση του στο μυθιστόρημα και το φιλελληνικό λόμπυ του Ναυπλίου.

Χώρεσαν ακόμη χωρίς να σπάνε τη συνοχή ή να φαντάζουν ξένα σώματα ο Δημήτρης Μοσχονησιώτης, που πρώτος μπήκε στο Παλαμήδι στις 30 Νοεμβρίου του 1822, και το πήρε από τους Τούρκους μετά τη μακρά πολιορκία. Ο Ευαγγέλης Ποταμιάνος, ο θρυλικός αστυνόμος από την Κεφαλλονιά κι ένα πλήθος ακόμα γνωστών ιστορικών προσώπων παρελαύνουν από τις σελίδες του βιβλίου παίρνοντας σάρκα και οστά. Δεν λείπει ούτε η ταβέρνα της Μιχαλούς που έσπαγε στο ξύλο, η αντρογυναίκα ιδιοκτήτρια, όποιον αργούσε να πληρώσει τα βερεσέδια του.

Με λίγα λόγια Η ΨΩΡΟΚΩΣΤΑΙΝΑ της Παπαδριανού είναι ένα λογοτεχνικό ιστορικό λεύκωμα με κεντρικούς ήρωες την Πανώρια Χατζηκώστα – Αϊβαλιώτη και τον Βενιαμίν Λέσβιο με δραματικό χρόνο την περίοδο 1821-1831, κεντρική σκηνή το Ναύπλιο και φόντο την επαναστατημένη και ελευθερωμένη Ελλάδα στην οποία κινείται ένας πολύχρωμος πολύβουος κόσμος που ζητάει εκπλήρωση των ονείρων του και λογοτεχνική καταξίωση.

Αξίζει να το διαβάσετε

Κατερίνα, σ’ ευχαριστούμε

  

Read Full Post »

 

«Η Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862. Το στρατιωτικό μέρος: Προπαρασκευή, Σχεδίαση, Οργάνωση και Διεξαγωγή του Ένοπλου Αγώνα». Χρήστος Σ. Φωτόπουλος, Αντιστράτηγος ε.α. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Η ανακοίνωση περιλαμβάνει:

  • Μία λίαν συνοπτική ενημέρωση σχετικά με το Στρατό Ξηράς της οθωνικής περιόδου (1833-1862) και τη «στρατιωτική πολιτική» των τότε κυβερνήσεων ως προς την καταστολή των πολλαπλών εξεγέρσεων, στάσεων και κινημάτων που εκδηλώθηκαν κατά την ίδια χρονική περίοδο.
  • Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Ναυπλιακής Επανάστασης και το σχέδιο ταχείας αντιμετώπισής της από τον Υπουργό των Στρατιωτικών.
Πάνος Κορωναίος, ο οργανωτής της Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862 και ένας από τους ηγέτες της επανάστασης που κατέληξε στην εκθρόνισή του Όθωνα.

Πάνος Κορωναίος, ο οργανωτής της Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862 και ένας από τους ηγέτες της επανάστασης που κατέληξε στην εκθρόνισή του Όθωνα.

  • Την ανάλυση, σε γενικές γραμμές, της στρατιωτικής αξίας του εδαφικού διαμερίσματος Αργολίδας και της γειτονικής ζωτικής εδαφικής περιοχής του Ισθμού της Κορίνθου.
  • Τις δυσμενείς επιπτώσεις στην εξέλιξη της Επανάστασης από την εξαρχής απώλεια του στοιχείου του αιφνιδιασμού (πρόωρη αποκάλυψη του σχεδίου των επαναστατών του Ναυπλίου).
  • Την οργάνωση και τα σχέδια ενέργειας των αντιπάλων στρατευμάτων (Κυβερνητικών και Επαναστατικών)
  • Τη σύντομη αναφορά στη διεξαγωγή του αγώνα (πολεμικών επιχειρήσεων) στην Αργολίδα μεταξύ των αντιπάλων στρατευμάτων κατά τη χρονική περίοδο Φεβρουάριος – Μάρτιος 1862.
  • Τα κυριότερα συμπεράσματα από το «στρατιωτικόν μέρος» της Επανάστασης.
  • Άγνωστα μέχρι σήμερα στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με την Επανάσταση, που προέκυψαν από την έρευνα αταξινόμητου σήμερα πρωτογενούς αρχειακού υλικού των Γενικών Αρχείων του Κράτους.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Χρήστου Φωτόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862. Το στρατιωτικό μέρος.

Read Full Post »

«Αχνάρια Μεγαλοπρέπειας. Μια νέα ματιά στην παράδοση της Ελληνικής γυναικείας φορεσιάς». Έκθεση του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος (ΠΛΙ) για την εξέλιξη του ελληνικού γυναικείου ενδύματος στον «Ελληνικό Κόσμο»


Μια ιδιαίτερα σημαντική έκθεση για την εξέλιξη του ελληνικού γυναικείου ενδύματος από τον 18ο αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου παρουσιάζει από τις 8 Μαΐου το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα στο Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος».

Η έκθεση με τίτλο «Αχνάρια Μεγαλοπρέπειας. Μια νέα ματιά στην παράδοση της Ελληνικής γυναικείας φορεσιάς» συγκεντρώνει πάνω από 40 αυθεντικά χαρακτηριστικά ελληνικά ενδύματα από τον 18ο έως τις αρχές του 20ου αιώνα. Πρωτοπαρουσιάστηκε στο «Ελληνικό Κέντρο Λονδίνου» το Φεβρουάριο του 2014 – με αφορμή τα είκοσι χρόνια λειτουργίας του αλλά και τα σαράντα χρόνια λειτουργίας του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος – στη μνήμη της Κούλας Λαιμού.

 

Αχνάρια Μεγαλοπρέπειας

Αχνάρια Μεγαλοπρέπειας

 

Η έκθεση επικεντρώνεται στην εξέλιξη των τοπικών φορεσιών του ελλαδικού χώρου γύρω στο 18ο αι., εντοπίζοντας κατάλοιπα ενδυματολογικών σχημάτων μιας περιόδου με ελάχιστες σχετικές πληροφορίες. Τα σχήματα αυτά αποτέλεσαν τη βάση για ό,τι επρόκειτο να ακολουθήσει στα μέσα του 19ου αι., όταν με τα ρομαντικά κινήματα αποκρυσταλλώθηκαν οι τοπικές φορεσιές στην Ελλάδα, την Ευρώπη και αλλού.

Αφετηρία της έκθεσης αποτελούν δύο τύποι ενδυμάτων, το φόρεμα της Κάσου – Καρπάθου και το πολύπτυχο, ριχτό φόρεμα της Κρήτης που φαίνεται πως διαμορφώθηκε κυρίως στην Ιταλία στους χρόνους της Αναγέννησης. Τα ενδύματα αυτά αποτέλεσαν τη βάση για τις φορεσιές του Αιγαιοπελαγίτικου χώρου.

 

Φόρεμα της ενδυμασίας «σκλέτα» Αστυπάλαια, Δωδεκάνησα. Αρχές 20ού αιώνα

Φόρεμα της ενδυμασίας «σκλέτα»
Αστυπάλαια, Δωδεκάνησα. Αρχές 20ού αιώνα

 

Η έκθεση περιλαμβάνει επίσης μία σειρά από «πουκάμισα» που εισάγουν στη «δαλματική», ένδυμα που αποτέλεσε τη βάση των υπόλοιπων ελληνικών ενδυμάτων. Μεταξύ άλλων παρουσιάζονται φορεσιές της Σκοπέλου, της Κύμης, του Τρίκερι, της Σκύρου, της Αστυπάλαιας, των Ψαρών και των Σπετσών και παράλληλα ενδυματολογικά σύνολα από το Καστελλόριζο την Κάρπαθο, το Γιδά, το Σουφλί και το Στεφανοβίκι.

 

«Μόρκος», πολύπτυχο, μακρύ, αμάνικο φόρεμα  Σκόπελος, Σποράδες. Αρχές 20ού αιώνα

«Μόρκος», πολύπτυχο, μακρύ, αμάνικο φόρεμα
Σκόπελος, Σποράδες. Αρχές 20ού αιώνα

 

Η «δαλματική», λόγω της απλής της γραμμής, συμπληρώθηκε σε όλα τα Βαλκάνια από μια σειρά από ενδύματα το ένα επάνω στο άλλο κατά τη μακρά διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Έτσι πάνω από το βασικό αγροτικό Βυζαντινό ένδυμα όπως αυτό εξελίχθηκε μετά τη Ρωμαϊκή περίοδο εντοπίζονται διάφορα αστικά πανωφόρια, αντερί καβάδια, καφτάνια, ντουλαμάδες, σαγιάδες, πιρπιρί και τζουμπέδες.

Στην ενότητα αυτή, εκτός από μεμονωμένα δείγματα, παρουσιάζονται και σπάνιες φορεσιές από τα Γιάννενα, τον Πύργο και την Αθήνα. Έτσι, ανάμεσα στα εκθέματα ξεχωρίζουν το πλούσια κεντημένο κουστούμι από την Αστυπάλαια, το ένδυμα από το Στεφανοβίκι της Θεσσαλίας που χαρακτηρίζεται από τον εκπληκτικό συνδυασμό υφασμάτων, χρωμάτων και κοσμημάτων, το πολυτελές και χρυσοποίκιλτο φόρεμα από τα Γιάννενα καθώς επίσης και υπέροχα κοστούμια, που σπάνια εκτίθενται, από την Κύμη Ευβοίας και τα Ψαρά.

 

«Κοντογούνι» από  τούρκικο «αντερί» για τη φορεσιά «Αμαλία» Πελοπόννησος (;). Mέσα 19ου αιώνα

«Κοντογούνι» από τούρκικο «αντερί» για τη φορεσιά «Αμαλία»
Πελοπόννησος (;). Mέσα 19ου αιώνα

 

Σε ξεχωριστή ενότητα της έκθεσης τέλος, παρουσιάζονται οι φορεσιές της Αυλής. Πρόκειται για τις ενδυμασίες που εισήγαγαν η βασίλισσα Αμαλία (1837) και στη συνέχεια η βασίλισσα Όλγα (1867) οι οποίες επηρέασαν τις αστικές αλλά και τις αγροτικές ενδυμασίες στον ελλαδικό χώρο. Τα ενδύματα αυτά αναδεικνύουν την αλληλεπίδραση της δυτικής αισθητικής με την ελληνική.

 

Eνδυμασία κυρίας επί των τιμών της βασίλισσας Όλγας  Αθήνα, Αττική. Μέσα 19ου αιώνα

Eνδυμασία κυρίας επί των τιμών της βασίλισσας Όλγας
Αθήνα, Αττική. Μέσα 19ου αιώνα

 

Η συλλογή των ενδυμάτων που εκτίθενται στην έκθεση «Αχνάρια Μεγαλοπρέπειας. Μια νέα ματιά στην παράδοση της Ελληνικής γυναικείας φορεσιάς» αποτελούν μέρος της συλλογής του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, εκτός από δύο (το φόρεμα της Κάσου – Καρπάθου και το πολύπτυχο, ριχτό φόρεμα της Κρήτης) που προέρχονται από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη και παρουσιάζονται για πρώτη φορά. Οι κούκλες είναι από τη συλλογή του Λυκείου των Ελληνίδων. Την επιμέλεια της έκθεσης έχει αναλάβει η σκηνογράφος-ενδυματολόγος και πρόεδρος του ΠΛΙ, Ιωάννα Παπαντωνίου και την σκηνογραφική επιμέλεια ο Σταμάτης Ζάννος.

Ημέρες & ώρες λειτουργίας της έκθεσης: Δευτέρα-Πέμπτη: 09:00-13:30, Παρασκευή 09:00-20:00, Σάββατο 11:00-16:00, Κυριακή 10:00-18:00

Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος»
Πειραιώς 254, Ταύρος
Τηλ. 212 254 0000

Περισσότερες πληροφορίες: κα Λήδα Καρανικολού, Υπεύθυνη Επικοινωνίας Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος», τηλ. 212 254 0444.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »