Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Argolikos Arghival Library History and Culture’

Από τα τελευταία χρόνια  του Στάϊκου Σταϊκόπουλου


 

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

Η διάλεξη του Πάνου Λιαλιάτση στο Ναύπλιο, τον Νοέμβριο του 2008, και, στη συνέχεια, η δημοσίευσή της σε αθηναϊκή και σε αργολική εφημερίδα1, έδωσε το τελικό έναυσμα για τη σύνταξη και τη δημοσίευση του παρόντος άρθρου μου. Από όσο γνωρίζω και θυμάμαι, σε κάθε επέτειο του παρσίματος του Παλαμηδιού (30-11-1822, με το παλαιό ημερολόγιο), παραδοσιακά εκφωνούνταν μεγαλόστομοι λόγοι, προς δόξα του λαϊκού αγωνιστή Στάϊκου Σταϊκόπουλου και, τελικά, μια ανα­κριβής εικόνα των γεγονότων γύρω από το Παλαμήδι, στα 1821 -22, είχε διαμορφωθεί και άγγιζε τα όρια της ιδεολογικής πλαστότητας.

Ο Πάνος Λιαλιάτσης τόλμησε να αποκαταστήσει, σε κεντρικό και τοπικό επίπε­δο, την ιστορική αλήθεια των γεγονότων αυτών, αξιοποιώντας όλο το μέχρι σήμερα ιστορικό υλικό, δημοσιευμένο και αδημοσίευτο, να τη μεταδώσει προφορικά και να την καταθέσει γραπτά.

Στον τωρινό τόμο των «Ναυπλιακών Αναλέκτων» το πόνημά του παίρνει την τελική μορφή του. Από την πλευρά μου, έχοντας προ ετών ερευνήσει στα κεντρικά «Γενικά Αρχεία του Κράτους» το υφιστάμενο καποδιστριακό και οθωνικό αρχείο εγγράφων, με αντικείμενο κτιριολογικά, πολεοδομικά και χωροταξικά (όπως λέμε σήμερα) θέματα του Άργους, του Ναυπλίου και της Αργολίδας γενικότερα, εντόπισα και παράπλευρα στοιχεία για την τοπική ιστορία. Το υλικό που έτσι αποκόμισα ήδη έχει υπερπληρώσει, με τις σχετικές φωτοτυπίες, αρκετά κουτιά αρχείου.

Η έρευνα που συνέχισα, για τον τοπικό Τύπο της Αργολίδας, με οδήγησε στον εντοπισμό και άλλων ιστορικών στοιχείων. Ολοκληρώθηκε σε δυο αποστολές – μεταβάσεις μου στο Παρίσι, μέσω της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής των Αθηνών και με τις εκεί έρευνές μου σε τρεις αρχειακές ενότητες. Έτσι, η έρευνα με οδήγησε στον εντοπισμό τεκμηρίων για τα τελευταία και ταραγμένα χρόνια του Σταϊκόπουλου στην περιοχή μας, συγκεκριμένα εκείνα μεταξύ των ετών 1831-1833, όταν δηλαδή ήταν στην ηλικία των 31-33 ετών.

Με τα στοιχεία αυτά δίδονται συγκεκριμένες πληροφορίες για την ψυχική κατάστασή του, αναφέρονται επεισόδια που προκάλεσε και επιβεβαιώνονται όσα και ο Λιαλιάτσης ανέφερε στο πόνημά του. Πέρα, όμως, από αυτά εντόπισα και τρεις νεκρολογίες για τον Σταϊκόπουλο, που δημοσιεύθηκαν σε τρία έντυπα τα οποία αρχικά είχαν αρχίσει να δημοσιεύονται στο Ναύπλιο και, με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα ορισμένα μεταφέρθηκαν και αυτά εκεί. Μετά από σύντομη αναφορά σε αυτές, τις αναδημοσιεύω αυτούσιες σε παράρτημα.

Είναι χρήσιμο, νομίζω, ο σημερινός αναγνώστης να έρθει σε επαφή με κείμενα που γράφτηκαν «εν θερμώ», μόλις λίγες μέρες από τον θάνατο του αγωνιστή και τα συμβάντα που τον ακολούθησαν, ιδίως για να καλυφθούν τα έξοδα της κηδείας του. Η δεύτερη νεκρολογία προκάλεσε επιστολή του «ιατρού του νομού Αργολίδος και Κορινθίας» I. Θεοφιλά όπου περιγράφει την ψυχική κατάσταση του Σταϊκόπουλου και κάποια συμβάντα που προξένησε, ενώ αναφέρεται και στον θάνατό του.

 

Τα τεκμήρια από τα ΓΑΚ


 

Στα τεκμήρια αυτά περιλαμβάνονται επίσημα έγγραφα της Διοίκησης, λίγο πριν τη δολοφονία του Καποδίστρια και μέχρι τα μέσα του έτους 1833, όπως και επιστολές του ίδιου του Σταϊκόπουλου, με διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα η κάθε μια, γι’ αυτό και συνάγω ότι έχουν γραφεί με υπαγόρευση ή με εντολή του. Το πρώτο έγγραφο προέρχεται από τον Διοικητικό Τοποτηρητή του Άργους Ε. Βασιλειάδη και απευθύνεται προς τη Γραμματεία των Στρατιωτικών (ομόλογη προς σημερινό Υπουργείο Εθν. Άμυνας), περιέχει δε συνημμένο προς αυτό έγγραφο του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Άργους προς τον Τοποτηρητή.

Το πρώτο έγγραφο έχει αρ. πρωτοκόλλου 3165 και ημερομηνία 31-8-1831, ενώ το δεύτερο αρ. πρωτοκόλλου 3610/4263 και ημερομηνία 20-8-1831. Προσυπογράφεται από τον Γραμματέα του δικαστηρίου Π. Α. Κυπαρίσση, ο οποίος υπήρξε, μετά από μια περίπου δεκαπενταετία, ο πρώτος αγοραστής της οικίας του Σπυρίδωνα Τρικούπη, στο Άργος.

Το πρώτο έγγραφο2 έχει ως εξής:

« Ο βεβλαμμένας έχων τας φρένας Στάϊκος Σταϊκόπουλος, ευρισκόμενος ενταύθα προ ικανού καιρού, περιφέρεται καθημέραν εις το Δικαστήριον και τας διοικητικάς αρχάς και επαπειλών και ημάς και αυτούς τους κριτάς, δεν πείθεται κατ’ ουδένα λόγον να ησυχάση, νουθετηθείς και επιπληχθείς πολλάκις παρ’ εμού και τοιουτοτρόπως φε­ρόμενος εις την αγοράν, και οπλοφορών, και μαινόμενος, είναι επόμενον να θανατώ­ση και κανέναν αθώον και ήσυχον πολίτην.

Ηκουλούθησε την παρελθούσαν να πηγαίνη αυθαιρέτως εις την οικίαν πολίτου τινός και του ήρπασε τους καπνούς του και τον σίτον του, προφασιζόμενος άλλοθι με ότι είχε να λαμβάνη παρ’ αυτού, άλλοτε δε ότι ήταν ιδιοκτησία του, ονειροπολών κατά την αδύνατον φαντασίαν του τα ανύπαρκτα. Προσκληθέντες περί τούτου από τον Διοικητήν του Ναυπλίου, δια να παραλάβωμεν απ’ αυτόν τους αρπαγέντας καπνούς, μόλις ηδυνήθημεν και ελλείποντας να τους μεταφέρωμεν εις το κατάστημα της Αστυνομίας, ύστερον από πολλούς κόπους.

Σήμερον δε πάλιν ειδοποιηθέντες από τον εκεί Αστυνόμον, ότι ο αυτός Στάϊκος ελθών χθες εις την οικίαν όπου ο Πρόεδρος της Γερουσίας κύριος Τσαμαδός καταλύει και ευρών κρεμάμενον το ωρολόγιόν του, το ήρπασε, τον προσκαλέσαμεν ενταύθα και τον διατάξαμεν να μας δώση το ωρολόγιον. Αλλά τι;. Από μανιώδη αδυναμίαν κατενεχθείς, εξεμέξατο κατά της Διοικήσεως ταύτης και των λοιπών αρχών, τα εξ αμάξης κακά. Ώστε και ο κύριος Πρόεδρος του εδώ Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου έλαβεν αφορμήν το εις αντίγραφον συναπτόμενον έγγραφόν του.

Ηναγκάσθημεν τέλος να τον κρατήσωμεν υπό φύλαξιν αλλά θεωρούντες ότι το πράγμα είναι αδιόρθωτον, εάν ούτος διαμένη ενταύθα, ως είπομεν ανωτέρω, έχοντες υπ’ όψιν τα αλλεπάλληλα παράπονα των δικαστών, των δημογερόντων και διαφόρων άλλων ευυπόληπτων πολιτών, εκρίναμεν εύλογον να τον διευθύνωμεν προς την Γραμματείαν ταύτην, δια της Αστυνομίας Ναυπλίου σήμερον πολλά πρωί.

Αλλά παρ’ ελπίδα χθες το εσπέρας εδραπέτευσε διαφυγών την προσοχήν των φυ­λάκων και εκπηδήσας το περιτείχιμα των καταστήματος. Παρακαλείται η Γραμματεία να διατάξη όπου ανήκει, δια να συλληφθή ο τρελλός ούτος και να κρατηθή υπό ασφαλή φυλακήν, μεχρισότου έλθει καιρός να αναλάβη το λογικόν του, καθότι η ασθένεια του, περιοδική ούσα, με τον καιρόν ιατρεύεται».

Το συνημμένο έγγραφο του «Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Άργους και Ναυπλί­ας» προς τον Τοποτηρητή του Άργους έχει ως εξής :

«Ο κύριος Στάϊκος Σταϊκόπουλος ήλθε χθες εις το δικαστήριον τούτο ένοπλος και το κατετάραξε με τας απειλάς του.

Η φήμη κηρύττει αυτόν τρελλόν και είναι ανάγκη να επεκτείνετε επ’ αυτού την προσοχήν σας, δια να μη πράξη τι το απευκταίον».

Υπογραφές του Προέδρου του δικαστηρίου Χ. Μηλιώνη και

του Γραμματέα του Π. Κυπαρίσση.

Την ίδια μέρα και με αρ. πρωτοκόλλου 3174 ο Διοικητικός Τοποτηρητής Άργους απευθύνει νέο έγγραφο προς τη Γραμματεία των Στρατιωτικών, όπου αναφέρει τα εξής3 :

«Ειδοποιούμεθα εκ φήμης ταύτην την στιγμήν ότι ο έφιππος ταχυδρόμος, ερχόμε­νος ενταύθα από Κόρινθον, σήμερον εσυλλήφθη από τον εκ της φυλακής δραπετεύσαντα τρελλόν Σταϊκόπουλον, περί ου εγένετο λόγος εις την σημερινήν υπ. αριθμ. 3163 προς την Γραμματείαν ταύτην αναφοράν μου, όστις παραλαβών το χαρτοφυλάκιον και τον ίππον, αναγκάζων και τον ταχυδρόμον με ακκισμούς, διευθύνη προς την Κό­ρινθον.

Παρελθούσης της ώρας καθ’ ην ο ταχυδρόμος έμελλε να εμφανισθή, αναγκαζόμεθα να θεωρήσωμεν την φήμην βεβαίαν και αληθή. Όθεν εσπεύσαμεν και τον εδώ ίλαρχον Τουρέτ και του είπομεν να πέμψη κατ’ αυτού ιπποστρατιώτας, μας υπεβλήθη δε εις ταύτην την ώραν (ότι) ξεκινά κατ’ αυτού μερικούς ιππείς.

Ειδοποιούμεν κατά χρέος την Γραμματείαν δια να λάβη τα ανήκοντα μέτρα».

Μέσα σε μια μέρα, λοιπόν, ο Σταϊκόπουλος εισβάλλει σε σπίτια, αφαιρεί αντικείμενα και προμήθειες, συλλαμβάνεται, δραπετεύει και ληστεύει τον ταχυδρόμο, που εκτελούσε υπηρεσία από Κόρινθο σε Άργος. Ο Τοποτηρητής Άργους απευθύνεται στον Διοικητή της μονάδας ιππικού, στους Στρατώνες Καποδίστρια στο Άρ­γος, Γάλλο Tοuret και του ζητεί να τον καταδιώξει και πράγματι στέλνεται άγημα ιππέων για να τον συλλάβει. Δεν ξέρουμε πώς κατέληξε το επεισόδιο αυτό. Όμως, περίπου ένα μήνα αργότερα, ο Τοποτηρητής Άργους στέλνει νέο έγγραφο στη Γραμματεία των Στρατιωτικών (αρ. 3596)4 και την πληροφορεί ότι, πριν τρεις μέρες, ο Αστυνόμος της Τρίπολης συνέλαβε τον Σταϊκόπουλο «κατά διαταγήν ανωτέραν» και τον έστειλε στη φυλακή του Άργους (σε τμήμα του σημερινού Δημαρχείου της πόλης). Ζητούνται οδηγίες για το τι «πρέπει να πράξωμεν περαιτέρω δι’ αυτόν».

Και εδώ διασπάται πάλι η συνέχεια των γεγονότων. Στο μεταξύ έχει δολοφονηθεί ο Καποδίστριας και ακολουθεί η περίοδος Αυγουστίνου, με τις γνωστές εσωτερικές διαμάχες. Τον Μάρτιο, πάντως, του 1832 εντοπίζουμε «Γραμμάτιον πληρωμής» του Σταϊκόπουλου

(αρ. 159)5, υπογραμμένο από τον Επίτροπο επί των Στρα­τιωτικών Π. Ράδο, για την καταβολή στον «απόστρατον» Στάϊκο Σταϊκόπουλο 120 φοινίκων, για το «μηνιάτικον» του Φεβρουαρίου. Το Γραμμάτιο προσυπογράφεται και από τον ίδιο.

Τον Μάιο του 1832 ο Στρατηγός και Αρχηγός της Πολιτικής Φρουράς του Ναυπλίου Νικ. Ζέρβας, απευθυνόμενος και αυτός προς τη Γραμματεία των Στρατιωτικών, αναφέρει ότι καθημερινά πολλοί πολίτες παραπονιούνται κατά του Σταϊκό­πουλου διότι «ταράττει την κοινήν ησυχίαν, πολλάκις με γυμνήν την σπάθην», τους καταδιώκει ακόμα και στην αγορά, ότι τρεις – τέσσερεις φορές τον κάλεσε και τον συμβούλεψε «να απέχη από τα τοιαύτα, αλλ’ εις μάτην». Έτσι, αναγκάσθηκε να τον «εβγάλη έξω της πόλεως» και ζητούσε οδηγίες για τα δέοντα μέτρα6.

Λίγες μέρες μετά ο Σταϊκόπουλος απευθύνει αναφορά προς την Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος, όπου επανειλημμένα τονίζει ότι «δεν έχει ταΐνι» ούτε για τον εαυτό του ούτε για τους συντρόφους – στρατιώτες του και ότι βρίσκεται σε απελπισία. «Δεν εγνωρίζω», λέει «καμίαν παραμικράν αταξίαν αλλ’ ούτε βλάβην εις την πατρίδα μου» και δεν φανταζόταν ότι η Γραμματεία του Πολέμου θα του έκοβε τον μισθό του, ενώ του απαγορεύθηκε να διαμένει στο Ναύπλιο και έλαβε διαταγή να βγει από την πύλη της πόλης με όλη την οικογένειά του, «λέγοντας λόγους ψυχρούς και άτιμους ότι είμαι παλαβός και σηκώνω την ησυχίαν της πολιτείας».

Αναφέρει τις υπηρεσίες του προς την πατρίδα, θεωρεί ότι «εστάθη ευπειθής προς τας διαταγάς της διοικήσεως» και ζητεί να μην του γίνεται «τοιούτος κατατρεγμός και ατιμία εις την υπόληψίν» του, να δοθεί διαταγή ώστε να αρθούν τα μέτρα εναντίον του ίδιου, της οικογένειάς του και των συντρόφων του, ώστε «να μη χαθή ψυχικά και σωματικά και είναι αμαρτία», επικαλούμενος όλα τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του και μαρτυρούν για τις υπηρεσίες που έχει προσφέρει.

 Ζητά, τέλος, να εισακουσθούν όλα αυτά, αλλά και συγγνώμη για την «πολυλογία της αναφοράς» του7.

Δεν γνωρίζουμε πού κατέληξε και αυτό το επεισόδιο. Ακριβώς, όμως, ένα χρόνο αργότερα, ο Σταϊκόπουλος στέλνει έγγραφο του «προς την Υψηλήν Αντιβασιλείαν», με ημερομηνία 15-5-18338, αναφέρει ότι πήρε μέρος σε δημοπρασία δημοσί­ων προσόδων στην Κόρινθο και ότι ο Γενικός Έφορος Σ. Βαλτινός τον εξύβρισε και απέρριψε την προσφορά του, παρά το ότι οι άλλες ήταν περισσότερες ασύμφορες από την δική του. Παραπονείται ότι τον απεκάλεσαν τρελό και ότι του απεύθυνε «και άλλους παμπόλλους ατίμους λόγους εναντίον του χαρακτήρος και της υπολήψεώς μου, κατ’ έμπροσθεν διαφόρων αξιών υποκειμένων». Και με την αναφορά αυτή ζητεί να του αποδοθεί δικαιοσύνη.

Δεν ξέρουμε πως κατέληξε και η υπόθεση αυτή, όμως μετά από ένα μήνα εντο­πίζονται έγγραφα από τα οποία συνάγεται ότι ο Σταϊκόπουλος είχε και πάλι διαφορές ως προς την ενοικίαση προσόδων, αυτή τη φορά στην περιοχή της Αργολίδας και για τα χωριά Σκοτεινή, Αγ. Νικόλαο και Φρουσούνα, με εμπλοκή της Νομαρχί­ας και της κεντρικής Γραμματείας των Οικονομικών9.

Από όσα προηγήθηκαν γίνεται φανερό ότι ο Σταϊκόπουλος περνούσε από περιοδικές μανιοκαταθλιπτικές κρίσεις, πράγμα που ανάγκαζε τις αρχές και μέσα από τους υφιστάμενους θεσμούς να περιορίζουν τις κινήσεις του αλλά και να τον φυλακίζουν, διακόπτοντας στην «αιχμή» των επεισοδίων, που προκαλούσε, ακόμα και την μισθοδοσία του ή και αποβάλλοντας τον από τον τόπο της κατοικίας του. Με αυτά τα «μέσα» γινόταν, τότε, η αντιμετώπιση των ψυχικά πασχόντων και ο Σταϊκόπουλος υπέστη τις συνέπειες των «κανόνων» που ίσχυαν.

 

Οι νεκρολογίες


 

Ας έρθουμε και στις νεκρολογίες. Η πρώτη δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Σωτήρ», την 24-2-1835, τέσσερεις μέρες μετά τον θάνατό του. Αναγνωρίζονται οι υπηρεσίες του προς την πατρίδα, και ευγενικά υπογραμμίζεται ότι «οι κόποι είχον εξαντλήσει εις άκρον τας σωματικάς δυνά­μεις του, ήτον αδύνατον αι διανοητικαί να μην λάβουν επίσης μικράν αλλοίωσιν και αδυναμίαν».

Εξαιτίας της ψυχικής του ασθένειας, γράφει ο «Σωτήρ», αναγκάσθηκε η τοπική εξουσία στο Ναύπλιο να πάρει μέτρα, «τα οποία υπαγόρευαν εις αυτήν αυτά τα ίδια συμφέροντα της υγείας του πάσχοντος» (SIC). Και συνεχίζει ότι «ευρίσκετο μεμακρυσμένος από την κοινωνίαν των ομοίων του, όταν ησθάνθη τα συμπτώ­ματα της θανατηφόρου ασθενείας, από την οποίαν δεν έμελλε να θεραπευτεί. Μετα­φερθείς μεταξύ των συγγενών και των οικίων του, απέθανε την ίδιαν ημέραν».

Κατ’ ουσία, λοιπόν, ο Σταϊκόπουλος υπέστη τη «θεραπεία» του εγκλεισμού και της απο­κοπής του από την οικογένειά του και την κοινωνία, μια κοινωνία που ακόμα και σήμερα δυσκολεύεται να εντάξει σε «κανονική ροή» όσους πάσχουν από την ίδια ασθένεια.

Μετά θάνατο και πριν την κηδεία του έκλεισαν όλα τα καταστήματα στο Ναύ­πλιο και η στρατιωτική φρουρά συνόδεψε το λείψανό του. Σημειώνουμε ότι ο «Σωτήρ» τυπωνόταν στο τυπογραφείο των Κ. Τόμπρα και Κ. Ιωαννίδη, οι οποίοι υπήρξαν από τους πρωτοπόρους τυπογράφους στο νέο ελληνικό κράτος. Την ίδια μέρα, στην εφημερίδα «Εποχή», δημοσιεύεται νεκρολογία, όπου μεταξύ άλλων παρατηρεί και τα εξής ενδιαφέροντα:

« Δεν είναι ιδία της προθέσεώς μας η ανάπτυξις των αιτιών όσα επηρέασαν εις την μερικήν βλάβην του νοός του Μακαρίτου. Και οι Έλληνες και αι κατά καιρούς κυβερ­νήσεις ανεξαιρέτως, κυριευόμενοι από το ευγενές αίσθημα της ευγνωμοσύνης προς τας στρατιωτικάς υπηρεσίας τούτου, εδεικνύοντο όλως συγκαταβατικοί εις τας περιο­δικάς και παντάπασιν αβλαβείς παραφοράς του νοός του, αλλά το αίσθημα τούτο δεν έλαβε, καθώς απεδείχθη, ουδέ την ελαχίστην χώραν, εις το πνεύμα του Κυρίου Νο­μάρχου μας.

Ώφειλε, στοχαζόμεθα, να οικονομήση ούτος εκ παντός τρόπου τον ένδοξον Συναγωνιστήν, και να μην τον ρίψη εις την σκοτεινήν, την δυσωδή και κατάψυχρον φυλακήν, χωρίς να συγχωρηθή να τω δοθώσι μήτε εν σκέπασμα, μήτε εν στρώ­μα. Ο βίαιος θάνατος ήτο παρακολούθημα φυσικόν τοιούτου μέτρου».

Η αντίθεση προς τα εφαρμοζόμενα τότε μέτρα εγκλεισμού, έστω κι αν εκδηλώ­θηκε στην περίπτωση ενός επιφανούς αγωνιστή της Επανάστασης, δεν παύει να εντυπωσιάζει ακόμα και σήμερα, με την πυκνή και ζωηρή περιγραφή των συνθη­κών που συνόδευαν τα μέτρα αυτά.

Όμως λίγες μέρες αργότερα, στο φύλλο της «Εποχής» με ημερομηνία 3-3-1835, δημοσιεύεται αντίκρουση, με την υπογραφή, όπως είπαμε, του γιατρού στο νομό Αργολιδοκορινθίας Ιακ. Θεοφιλά. Σε αυτή υποστηρίζει ότι ο Σταϊκόπουλος, λόγω της περιοδικής φρενοβλάβειάς του, είχε γίνει «οχληρός, επίφοβος και πολλάκις ε­πικίνδυνος» για την κοινωνία και ότι πριν δυο μήνες είχε πάλι κυριευθεί από την ασθένεια.

Οι κάτοικοι του Άργους, όπου τότε κατοικούσε, και οι αρχές δεν μπορούσαν να τον υποφέρουν και μετακόμισε και πάλι οικογενειακά στο Ναύπλιο. Αλλά και εκεί «έπραξε πταίσματα και πλημμελήματα» και το αρχείο της Εισαγγελίας περιλάμβανε πολλές μηνύσεις εναντίον του, μάλιστα μια γυναίκα παρέμενε κλινήρης από τις πληγές που της προξένησε.

Τελικά, από έλλειψη φρενοκομείου, ο Σταϊκόπουλος κατέληξε στις φυλακές, όπου όμως, βεβαίωνε ο γιατρός, σε «καμάρα» με όλες τις ανέσεις, ενώ τον επισκέπτονταν ελεύθερα οι συγγενείς του. Όποτε οι συγγε­νείς του ζητούσαν τη μετακόμιση του σε άλλο σπίτι, μεταφερόταν εκεί.

Αιτία του θανάτου του ήταν η πλευρίτιδα, αλλά και ότι δεν τήρησε τα δέοντα μέτρα: βρισκόμενος σε ανάρρωση σε σπίτι συγγενή του, καταλήφθηκε και πάλι από μανία, βγήκε έξω ημίγυμνος και επέμεινε να μην δεχθεί φλεβοτομή (τότε μέθοδος δια πάσαν νόσον), ούτε και κανένα άλλο φάρμακο. Γι’ αυτό και πέθανε.

Την αντίκρουση του γιατρού συνόδευε μικρό σημείωμα της σύνταξης της εφη­μερίδας: τονίζεται ότι έφθασε στην εφημερίδα και άλλη περιγραφή, που βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με όσα εξέθετε ο νομίατρος Θεοφιλάς ( τον οποίο η εφημερίδα μεταγράφει σε… Θεοφυλά· το κάνει με νόημα, δηλαδή…. Ο Θεός να μας φυλάει;) δεν δημοσιεύει την δεύτερη επιστολή λόγω….στενότητας χώρου. Και έπεται παράγραφος που αρχίζει με το ότι «Μόλον τούτο η πιστοποίησης ενός ιατρού αδιαφόρου, όστις δεν πρέπει να έχη άλλον σκοπόν παρά την αλήθειαν, μας φαίνεται μάλλον αξιόπιστος, και ως τοιαύτην την δημοσιεύομεν, πιστοί εις τας αρχάς της αμεροληψίας μας».

Ένα τρίτο έντυπο της εποχής που αναφέρθηκε στον θάνατο ή, μάλλον, στην… κηδεία του Σταϊκόπουλου ήταν ο «Στρατιωτικός Έφορος», ο οποίος δημοσίευσε την προσλαλιά του φρουράρχου Ναυπλίου, Βαυαρού Λίντερ, αφού όμως προηγουμένως αναφέρθηκε με υπονοούμενα στην κριτική «τινών εφημερίδων», προφανώς για τα συμβάντα περί του θανάτου του Σταϊκόπουλου.

Αναγνωρίζει μεν την χρησιμότητα της κριτικής «προς ανακάλυψιν καταχρήσεων», όμως προσθέτει ότι πρέπει να επαινείται «ό,τι καλόν και άξιον». Και δηλώνει ότι αυτό θα πράξει για την προκειμένη περίπτωση, χωρίς ποτέ να παρεκτραπεί από τα όρια του. Και το «καλόν και άξιον» ήταν η απόδοση τιμών και η προσλαλιά του φρουράρχου Λίντερ…

Οι λίγες αυτές αναφορές στοιχειοθετούν και τα όρια της ελευθερίας του Τύπου, δυο μόλις χρόνια μετά την έλευση του Όθωνα και επί εποχής Αντιβασιλείας. Μένει, βέβαια, να προσεγγιστούν καλύτερα οι πραγματικές συνθήκες θανάτου του Σταϊκό­πουλου.

  

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

(Άργος, 2-1-2009)

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

Διαβάστε:

 

 Υποσημειώσεις


 

1 Η διάλεξη δόθηκε στο Ναύπλιο, την 22-11-08, η δημοσίευση της πρώτης γραφής έγινε στην αθηναϊκή εφημερίδα «Εστία» (24 Νοεμβρίου – 2 Δεκεμβρίου 2008, σε οκτώ συνέχειες) και η δημοσίευση της δεύτερης γραφής στα «Νέα της Αργολίδας» (29-12-2008).

2 ΓΑΚ, Γραμματεία Στρατιωτικών, φ. 105.

3 ΓΑΚ, όπ. παρ.

4 ΓΑΚ, Γραμμ. Στρατ., φ. 116

5 ΓΑΚ, Γραμμ. Στρατ., φ. 141

6 ΓΑΚ, Γραμμ. Στρατ., φ. 152

7 ΓΑΚ, Γραμμ. Στρατ., φ. 152

8 ΓΑΚ, Οικονομικών, φ.321.

9 ΓΑΚ, Οικονομικών, φ.325 και 327.

Read Full Post »

Μια βραδιά αφιερωμένη στο Μίκη Θεοδωράκη


 

Ο Μίκης Θεοδωράκης δίνει συνέντευξη στην Ελληνική υπηρεσία του BBC το 1958.

Επίτιμο μέλος του «Δαναού»  είναι από την Κυριακή 30 Μαΐου 2010 ο Μίκης Θεοδωράκης. Ως ελάχιστη τιμή για το μουσικό του έργο αλλά και για την προσφορά του στη διάδοση του Ελληνικού πολιτισμού γενικότερα, ο πρόεδρος του συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός» κ. Δημήτρης Παπανικολάου παρέδωσε στον επιστήθιο φίλο του κ. Δημήτρη Καραχάλιο το μετάλλιο της εκατονταετηρίδας του Συλλόγου,  λόγω της αδυναμίας του μεγάλου δημιουργού να παραβρεθεί αυτοπροσώπως.

Ο κ. Δημήτριος Καραχάλιος.

Στη ζωή, το έργο του και στη μακρά καλλιτεχνική πορεία του Μουσικοσυνθέτη, αναφέρθηκε με ιδιαίτερη γλαφυρότητα ο συμπολίτης μας κ. Δημήτριος Καραχάλιος, Δικηγόρος Αθηνών και επι μακρόν επιστήθιος φίλος του συνθέτη. Οι αναφορές του στον χαρακτήρα, τον δυναμισμό, την αγωνιστικότητα, την μακρόχρονη φιλία τους αλλά ιδίως στην μουσική ιδιοφυία του καλλιτέχνη ήταν ανθρώπινες αλλά και συγκλονιστικές.

Η υψίφωνος Έλλη Αναστασοπούλου με την Χορωδία του Μουσικού Ομίλου Άργους.

Ακολούθησε Μουσικό Πρόγραμμα, όπου η υψίφωνος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής κ. Έλλη Αναστασοπούλου, ερμήνευσε σε ιδιαίτερα υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, με την άψογη συνοδεία πιάνου από τον κ. Γιώργο Κωστόπουλο, κιθάρας από τον κ. Μιχάλη Παγίδα, φυσαρμόνικας από τον κ. Θανάση Ψυλλά.

Τέλος το πρόγραμμα έκλεισε η Χορωδία του Μουσικού Ομίλου Άργους «ΟΙ ΔΑΝΑΟΙ», που ερμήνευσε με εξαιρετική απόδοση σειρά τραγουδιών του ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ, σε εναρμόνιση τόσο διαφόρων καλλιτεχνών όσο και του Χοράρχη και Διευθυντή της Χορωδίας κ. Μάνου Διαμαντή.  

Η Χορωδία του Μουσικού Ομίλου Άργους «ΟΙ ΔΑΝΑΟΙ».

Ιδιαίτερα εντυπωσιακό ήταν το μέρος του μουσικού αφιερώματος όπου όλοι οι συμμετέχοντες  μαζί [υψίφωνος – χορωδία & μουσικοί]  μας χάρισαν απίστευτες εκτελέσεις τραγουδιών του συνθέτη μέσα στο ενθουσιώδες κοινό του Άργους που έδειξε και πάλι ότι ξέρει να τιμά με την παρουσία του  και να επιβραβεύει  εκδηλώσεις τέτοιου επιπέδου.

Read Full Post »

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και οι αγώνες του για την προστασία του περιβάλλοντος


   

Ιωάννης Καποδίστριας

Μια ακόμη, από τις σπουδαιότερες και ουσιαστικότερες άμεσες ενέργειες του Κυβερνήτου, που αφορούσαν και στην περιφρούρηση της υγείας των κατοίκων  – κυρίως των πόλεων και των κωμοπόλεων – για την προστασία του περιβάλλοντος, «την κάθαρσιν των δρόμων, από τους όγκους των ακαθαρσιών, αι οποίαι εμόλυνον τον αέρα, τον οποίον εισέπνεεν ο λαός, προς βλάβην της υγείας του», μεταξύ των τόσων άλλων σοβαρών δραματικών γεγονότων, τα οποία καθημερινώς τον ταλάνιζαν. Αποδεικνύει τις τόσο ανθρώπινες αποφάσεις του για τον Ελληνικό λαό και την βαθιά του γνώση των επειγόντων καθηκόντων του, αμέσως μετά την άφιξή του.

Στις 27 Φεβρουαρίου του 1828, ο προσωρινός Διοικητής της επαρχίας και της πόλεως Ναυπλίου, έστειλε «προς τον τοποτηρητήν, τον αρχιερέα της επαρχίας και της πόλεως ταύτης, του Ναυπλίου, κατ’ εντολήν του Κυβερνήτου», έγγραφον, το οποίον αναφερόταν σε σοβαρό πρόβλημα: «Στην υγιεινή κατάσταση των κατοίκων και στην μόλυνση του περιβάλλοντος[i].

«Είναι τρανώς αποδεδειγμένον, ότι ο ενταφιασμός των νεκρών, εντός των πόλεων, προξενεί μεγίστην βλάβην εις τους ανθρώπους, καθ’ ό,τι δια της σήψεως, διαφθείρει τον καθαρόν αέρα των πόλεων. Επομένως είναι φρόνιμο να εμποδισθή ο ενταφιασμός, εντός  των πόλεων. Εξαιρέτως όμως είναι αναγκαίον να απαγορευθή δια την πόλιν ταύτην του Ναυπλίου, η οποία, κατ’ ατυχίαν, δεν χαίρει τόσον καθαρόν αέρα εκ φύσεως. Επομένως ο τοποτηρητής του Αρχιερέως – κατά παράκλησιν του Κυβερνήτου – έπρεπε, από του νυν και εις το εξής, να μη συγχωρεί, εις κανένα, οποιονδήποτε ιερέα, να ενταφιάσει νεκρόν, εντός της πόλεως, αλλά να μεταφέρονται έξω εις τον επίτηδες διορισμένον τόπον».

Στις 5 Μαρτίου 1828, ο Κυβερνήτης έγραφε, από τον Πόρον στον Δημήτριον Υψηλάντην, για την ρύπανση των χωραφιών, όπου είχε δώσει διαταγές να σπαρούν, με το νεοφερμένο προϊόν, της πατάτας και του έδινε συγκεκριμένες εντολές, μόλις έλαβε αυτήν την ανεπίτρεπτη πληροφορία:

Στον Ιρλανδό γεωπόνο Stevenson  είχε δώσει  «διαταγήν να επισκεφθή, την ιδίαν ημέραν, την γύρω περιοχήν του Πόρου και τας απέναντι ακτάς , δια να ευρή γαίας αρμοδίους , εις την καλλιέργειαν των γεωμήλων  και άλλων προϊόντων, αναγκαίων, δια την τραγικήν κατάστασιν του λαού».

Ο γεωπόνος Stevenson  επισκέφθηκε, μεταξύ πολλών άλλων τόπων, « και την πλησίον του χωριού Μαζώματα γην. Εις τούτο το χωρίον, παρά εις κάθε άλλο μέρος, είδεν αυτοπροσώπως στρατιώτας να εκριζώνουν τα ελαιόδεντρα, προκειμένου να κτίσουν εκεί παρανόμως τα οσπήτιά των. Είδεν επίσης  εκεί τα άλογα να βόσκουν και να ρυπαίνουν τα εκεί χωράφια, τα εσπαρμένα και κατάφυτα. Με περίλυπον καρδίαν, ο ξένος αυτός, μ’ εδιηγήθη αρκετήν ώραν», γι’ αυτό το ανεπίτρεπτον γεγονός και για την καταστροφή του περιβάλλοντος όπου έγινεν αυτόπτης: «Σε αφήνω να κρίνεις, οποίαν εντύπωσιν και λύπην μ’ επροξένησεν αυτό τούτο» έγραφε ο Κυβερνήτης στον Δ. Υψηλάντη. Και του έδινε διαταγή, να εξακριβώσει σε ποιο Σώμα στρατιωτικόν ανήκαν αυτοί οι στρατιώτες, οι οποίοι βρίσκονταν σ΄ αυτήν την συγκεκριμένη ημέρα, «εις αυτό το χωρίον, και έργον σου είναι να κάμεις αμέσως εις αυτούς, την πρέπουσα παιδείαν», του έγραφε[ii].

Τον ίδιο μήνα, στις 31 Μαρτίου 1828, ο Κυβερνήτης έστειλε στον «προσωρινόν Διοικητήν Αιγίνης», επίσης από την Αίγινα, άλλο έγγραφο, σχετικό με την προστασία του περιβάλλοντος[iii]:

«Διατάτεσαι να εκδώσεις διακήρυξιν, δια της οποίας ν’ απαγορεύεται το να ρίπτουν ακαθαρσίας εις τους δρόμους και πλατείας των πόλεων, αι οποίαι  εκαθαρίσθησαν, έως τώρα και εδιορθώθησαν!….» Σε διάστημα δυόμισι μηνών. Και συνέχιζε: 

«Ωσαύτως  απαγορεύεται, το ν’ αφίνουν τους χοίρους, να τρέχουν εις τους δρόμους και τας πλατείας. Αι απαγορεύσεις αύται, πρέπει  να φυλάττωνται επίσης,  και εις τους άλλους δρόμους, οι οποίοι μένουν ακόμη ακαθάριστοι και αδιόρθωτοι. Δια να προληφθή δε η στενοχωρία, η οποία θα προκύψει από τας απαγορεύσεις, οι κάτοικοι των διαφόρων μερών των πόλεων, πρέπει να υπακούσουν και εις τας διαταγάς, τας οποίας ο κύριος Θεόδωρος Βαλλιάνος – ο πολεοδόμος και μηχανικός – είναι επιφορτισμένος να ενεργήσει.

 Ο ίδιος δε  – ο Βαλλιάνος – θέλει διορίσει τας χρηματικάς ποινάς, εις τας οποίας, πρέπει να καθυποβάλλονται οι παραβάται  τούτων των διαταγών. Τα χρήματα δε αυτά, καθώς και εκείνα όσα εσύναξεν έως τώρα, από όσους παρέβησαν την διαταγήν, του να μη ρίπτουν πιστολιές και τουφεκιές, θέλουν παραδοθεί εις την επιτροπήν της Οικονομίας, τα οποία θα χρησιμεύουν εις τα έξοδα των κοινών εργασιών, δια τον καθαρισμόν εις την πόλιν της Αιγίνης….»

Ο Γραμματεύς της Επικρατείας Σπ. Τρικούπης, κατ’ εντολήν του Κυβερνήτου, έγραψε στον «επώνυμον πολίτην του Ναυπλίου, Δημήτριον Τσαμαδόν», στις 12 Απριλίου του 1828 από το Ναύπλιον[iv]. Ο Τσαμαδός είχε στείλει αναφορά στο Δικαστήριον του Ναυπλίου, «περί της οποίας έμελλε να επιχειρήσει οικοδομήν». Την αναφοράν του αυτή ο Διοικητής την έστειλε στον Κυβερνήτη, και η Γενική Γραμματεία, την απέστειλε στον Φρούραρχον του Ναυπλίου, «δια να δώσει την περί τούτου ανήκουσαν γνώμην του», εφόσον η οικοδομή του αυτή, θα κτιζόταν πλησίον του φρουρίου, όπου οι πολεοδόμοι, τους οποίους είχε διορίσει ο Κυβερνήτης – όπως ρητώς αναφέρεται και αλλού – είχαν λάβει διαταγή να καθωρίσουν τα ρυμοτομικά σχέδια του Ναυπλίου, προκειμένου να απαγορευθούν, οι μέχρι τότε φοβερές ρυμοτομικές παραβάσεις και αυθαιρεσίες:

«Κατά τας παρατηρήσεις λοιπόν του φρουρίου τούτου – του έγραφε ο Σπ. Τρικούπης – δια να Σας δώσει η Κυβέρνησις την σχετικήν άδειαν, απαιτείται να φυλαχθούν, ως προς την οικοδομήν, οι εξής αυστηροί όροι:

Α’. Η οικοδομή να απέχει από το πρώτον τείχος –  του φρουρίου – δώδεκα πόδας γαλλικούς.

Β’. Να μην είναι υψηλότερα, του εσωτερικού τείχους, και

Γ’. Όποτε ήθελε κριθεί αναγκαίον, δια μέτρα πολεμικά, να λείψει η οικοδομή  αυτή, να κριμνίζεται με έξοδα δικά Σου!

Τούτα, Σε γνωστοποιούνται, προς οδηγίαν Σου…. Περιμένει δε η Κυβέρνησις την απάντησίν Σου, δια να Σε δώσει επομένως την άδειαν, εάν αποδέχεσαι τα προβαλλόμενα και δίδεις την περί τούτων υπόσχεσίν Σου εγγράφως, η οποία θέλει φυλαχθεί όπου ανήκει!….» [v]

Και η απάντηση του Δημητρίου Τσαμαδού, την ίδια ημέρα: Στις 12 Απριλίου 1828!….

«Προς την έξοχον Γενικήν Γραμματείαν της Επικρατείας: ελήφθη η υπ’ αριθ. 542 διαταγή της, περί της οικοδομής, την οποίαν μέλλω να κάμω, εις της οποίας τα προβαλλόμενα υπόσχομαι να φυλάξω, ως ιερά!

Όπως: η οικοδομή, να απέχει από το πρώτον τείχος δώδεκα πόδας γαλλικούς. Να μην είναι υψηλοτέρα του έσωθεν τείχους και οπόταν ήθελε κριθή αναγκαίον, δια μέτρα Πολεμικά, να λείψει η οικοδομή αυτή, να κρημνίζεται, με έξοδα ιδικά μου. Διό και παρακαλώ να μοι δοθή η ανήκουσα άδεια, περί της οικοδομής ταύτης!»[vi].

Και υπέγραφε:

«Με βαθύτατον σέβας, ο ευπειθής Πολίτης

Δ. Τσαμαδός.

Εν Ναυπλίω, τη 12 Απριλίου 1828»

Ο Δημάκης Ιερομνήμων, «πολίτης του Ναυπλίου», στις 30 Μαΐου 1828, έστειλε αναφορά, «Προς τον Έκτακτον  Επίτροπον του Τμήματος της Αργολίδος», στην οποία εξέφραζε τα παράπονά του, «δια τον υπόνομον των αναγκαίων της Εθνικής καζάρμας [vii]( = των αποχωρητηρίων), ο οποίος υπόνομος, επειδή είναι κλεισμένος, πάντοτε εκρέει, εις τον δρόμον. Οπότε και από τον καθημερινόν καπνόν και από την βρώμαν, τα πράγματα ήσαν ανυπόφορα. Δια τα αναγκαία, δεν είναι δύο μήνες, όπου επλήρωσα τέσσαρα τάλληρα· τα μεν δυο πριν έλθει το Τακτικόν Σώμα και ανοίξει την καζάρμαν, εξ ιδίων μου, οπού το εκαθάρισα. Τα δε άλλα δυο, όταν έβαλεν ο κύριος Heideck και τα εκαθάρισεν. Και δια του Διοικητηρίου τούτου –   του Ναυπλίου – υπεχρεώθην και επλήρωσα. Και μ’ όλα ταύτα, την σήμερον, άρχισεν πάλιν να εκρέει εις τον δρόμον άλλος υπόνομος, εκτός του καθαρισμένων….

«Η Διοίκησις καθημερινά φροντίζει, κατ’ αυστηράν εντολήν του Κυβερνήτου μας, και δια κηρύκων, κατ’ εντολήν του ιδίου, υποχρεώνουν τους κατοίκους της Πόλεως ταύτης, να καθαρίζουν τους δρόμους και να ανοίγουν τους υπονόμους των αναγκαίων των, δια να μη μολύνεται ο  αέρας, από τας ακαθαρσίας και η Εθνική Καζάρμα, να είναι εις αυτήν την κατάστασιν και να ενοχλεί τους πολίτας καθημερινώς….».

Παρακαλούσε το Διοικητήριον, όπως, σύμφωνα με τις κατηγορηματικές διαταγές του Κυβερνήτου, να διατάξει την εφαρμογήν τους, ώστε «να μη γίνεται τούτο ανυπόφορον και ζημιώδες, δια τους κατοίκους», έγραφε ο Δημάκης Ιερομνήμων[viii].

«Η Επιτροπή της Γενικής Διοικήσεως, του Κράτους», στις 2 Ιουλίου του 1828, από τον Πόρο, κατ’ εντολήν του Κυβερνήτου, έστειλε την ακόλουθη διαταγή, προς όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες[ix].

Από διάφορες πληροφορίες, που είχε «περί του τρόπου, κατά τον οποίον θεωρούνται προς άλληλα, τα διάφορα μέρη του Κράτους, μεμολυσμένα και αμόλυντα», οπότε αυτός ο διαφορετικός χαρακτηρισμός δημιουργούσε «όχι αρεστά αποτελέσματα, Διατάττει:

Α’. Τα πλοία, επιβάται και πραγματείαι, άπαντα ερχόμενα εκ Πελοποννήσου, τα υγειονομεία όλου του Κράτους, θα τα καθυπέβαλλον εις υγειονομικήν κάθαρσιν τεσσαράκοντα ημερών (40).

Β’. Τα κενά πλοία, με μόνον επιβάτας, προερχόμενα από την πόλιν  του Ναυπλίου, τα υγειονομεία, …. θα τα υπέβαλλον εις υγειονομικήν προφύλαξιν, επτά μόνον ημερών. Αυτή η εξαίρεσις της πόλεως του Ναυπλίου, είναι δικαία και πρέπουσα, δια την επιμέλειαν, κατά την οποίαν αυτή η πόλις επροστάτευσε την υγείαν της.

Γ’. Τα πλοία, επιβάται και πραματείαι, προερχόμενα εκ της νήσου Αιγίνης, καθυποβάλλονται επίσης εις υγειονομικήν εκκαθάρισιν, εικοσι μιάς ημερών.

Δ’. Τα πλοία, πραγματείαι και επιβάται, τα προερχόμενα εκ της νήσου Σαλαμίνος, καθυποβάλλονται εις Υγειονομικήν εκκαθάρισιν, είκοσι μιάς ημερών.

Ε’. Τα πλοία, πραγματείαι και επιβάται, προερχόμενα εκ Μεγάρων, καθυποβάλλονται εις υγειονομικήν εκκαθάρισιν σαράντα ημερών.

ΣΤ’. Τα επίλοιπα μέρη του Κράτους, είναι εις ελευθέραν κοινωνίαν…, ταύτα τα υγειονομικά μέτρα παύουν….,καθώς καθέν των ήδη μολυσμένων μερών, διακηρυχθή εις ευτελή κατάστασιν υγείας και άξιον της ελευθέρας κοινωνίας, με το επίλοιπον Κράτος».

Στις 2 Νοεμβρίου του 1828, ο Κυβερνήτης, με έγγραφό του, από τον Πόρο, «Προς την επί της Οικονομίας Επιτροπήν», ενέκρινε την πρόταση του εκτάκτου Επιτρόπου της Ήλιδος, ο οποίος με αναφορά του προς αυτήν την Επιτροπή, την παρακαλούσε «να ενεργήσει των επισκευών των δυο τοίχων του κραββάτου, επί του οποίου διαβαίνει ο ποταμός Άβορος» στη Δωρίδα, ώστε να μη καταστρέφει, με τις πλημμύρες του, τις σπαρμένες περιοχές[x].

Ο Κυβερνήτης πληροφορούσε την Επιτροπή της Οικονομίας, ότι η Κυβέρνηση θα αντιμετώπιζε θετικά την πρόταση, προκειμένου να προφυλάξει τον περιβάλλοντα τον ποταμόν, τόπον.

Ο προσωρινός Διοικητής Πόρου, Ν. Γκίκας, στις 30 Νοεμβρίου 1828, απηύθυνε προς τον Κυβερνήτην της Ελλάδος, αναφορά, με την οποία τον πληροφορούσε, για τις μεγάλες καταστροφές, που είχαν προξενήσει, στα δένδρα του νησιού τους, οι Γάλλοι ναύτες του πολεμικού δικρότου, που ήταν αραγμένο στο λιμάνι τους. Παρά το γεγονός ότι το Διοικητήριον του Πόρου, έγραψε στον Διοικητή του δικρότου, για τις καταστροφικές ενέργειες των Γάλλων ναυτών, οι οποίοι, «με τας καταχρήσεις αυτάς και τας καταστροφάς εις τα δέντρα και τους αμπελώνας των κατοίκων της νήσου, κατέστρεφον και το υγιεινόν περιβάλλον της νήσου των».

Ο Κυβερνήτης μόλις πληροφορήθηκε αυτό το δυσάρεστο γεγονός που ήταν λεπτό και επικίνδυνο, από πολλές πλευρές, με τις δικές του σωστές ενέργειες και την γνωστήν μέριμνά του, για την προστασία του περιβάλλοντος, έφερε θετικά αποτελέσματα: με τη μελετημένη διπλωματική παρέμβαση, στον κυβερνήτη του γαλλικού δικρότου.

Μία ακόμη, εξαιρετική και σημαντική, από τις πολλές ενέργειες του Κυβερνήτου, ήταν και η ίδρυση υγειονομείων, στις σπουδαιότερες πόλεις, προκειμένου να προφυλάξει και την υγεία των κατοίκων και να προστατεύσει το περιβάλλον:

Στις 8 Απριλίου 1828, «ο Κυβερνήτης της Ελλάδος διέττασε:

«Α’. Το Υγειονομείον του Ναυπλίου, ως αποτελούν μέρος της λιμεναρχίας, ανατίθεται εις την επιστασίαν του ιδίου λιμενάρχου.

Β’. Είς γραμματεύς, διατελών, υπό τον λιμενάρχην, θα εκτελεί ειδικώτερον, τα της υγειονομίας καθήκοντα.

Γ’. Ο λιμενάρχης, μετά του γραμματέως, οφείλουν να δίδουν λόγον εις την Κυβέρνησιν, δια τα αφορώντα  της υγειονομίας»[xi].  

«Ο κατά το Τμήμα της Αργολίδος, έκτακτος Επίτροπος», ο Νικόλαος Καλλέργης, στις 20 Οκτωβρίου 1828, με έγγραφό του, από το Ναύπλιον, «Προς Λιμεναρχυγειονομείον Ναυπλίου», καθώριζε τα χρέη και  τις αρμοδιότητές του[xii]. Έστελνε τα σχετικά ψηφίσματα και τις διατάξεις του Κυβερνήτου, οι οποίες απέβλεπαν, «εις την τακτικήν σύστασιν του υγειονομείου και λιμεναρχείου.

Το Λυμεναρχυγειονομείον, θα  ενεργεί τα χρέη του, με μεγάλην ακρίβειαν και προσοχήν, όπως υπαγορεύουν αι σχετικαί διατάξεις, που απέβλεπαν εις την υγιεινήν κατάστασιν των ακτών, και εις την απαγόρευσιν, της ρυπάνσεως της θαλάσσης».

Ο Κυβερνήτης, τον επόμενο χρόνο, το 1829, στις 27 Ιουλίου, έγραφε από το Άργος «προς επί των Ναυτικών μέλος του γενικού Φροντιστηρίου, ότι ο Γενικός Έκτακτος Έφορος των λιμένων, «κατ’ αίτησιν του λιμενάρχου Ναυπλίου, εζήτει να του δοθή μία λέμβος, με τους αναγκαίους κωπηλάτας, δια να επισκέπτεται τα εκεί ελλιμενιζόμενα».

Ο Κυβερνήτης έγγραφε ότι, και για την διευκόλυνση του λιμένος του Ναυπλίου, «και διότι τα ελλιμενιζόμενα  διάφορα πλοία προσορμίζονται αρκετά μακράν», ενέκρινε την αίτηση του Εφόρου, εφόσον ο ίδιος είχε διατάξει να ελλιμενίζονται, «αρκετά μακράν των ακτών», για να προφυλάξει τα παράλια από τη ρύπανση. Ο ίδιος έφορος, με νεώτερη αναφορά του, και « κατ’ αίτησιν του υγειονομολιμενάρχου Σύρας», πρότειναν να προστεθή και δεύτερη λέμβος, σ’ αυτήν την υπηρεσίαν οπότε και ο υγειονόμος και ο λιμενάρχης θα διευκολύνονταν στην εκτέλεση των χρεών τους.

Ο Κυβερνήτης παρακαλούσε την Ναυτικήν υπηρεσίαν, να ενεργήσει τα δέοντα, για την προμήθεια αυτών των λέμβων και να τον ειδοποιήσουν[xiii].

Στις 28 Οκτωβρίου του 1829, ο Γραμματεύς την Επικρατείας Ν. Σπηλιάδης, έγγραφε στον Πρόεδρον της Γερουσίας, ότι «κατ’ επιταγήν της Α. Εξοχότητος του Κυβερνήτου», του έστελνε τρεις αναφορές του Εκτάκτου Γενικού Εφόρου των λιμένων της Επικρατείας, του Θεοδώρου Μαθιού[xiv]:

«Η πρώτη περιείχε, το περί διοργανισμού των υγειονομικών καταστημάτων σχέδιον, το οποίον υπέβαλον εις την Κυβέρνησιν Ο Α’ Γραμματεύς, του εις Σύραν υγειονομείου Στέφανος Γρησπάρης.

Η δευτέρα διαλαμβάνει τας παρατηρήσεις του Κυρίου Αντωνίου Τζούνη, ως προς την νόσον της λέπρας, η οποία μολύνει μερικά μέρη της Πελοποννήσου και τας γνώμας του, περί των μέτρων, όσα έπρεπε να ληφθούν, προς εξάλειψιν του δεινού τούτου.

Η τρίτη αναφορά πραγματεύεται περί των υγειονομείων, των λοιμοκαθαρτηρίων της Επικρατείας, εν γένει. Περιέχει παρατηρήσεις  ακριβείς, ως προς τας απαιτουμένας μεταρρυθμίσεις και την τακτοποίησιν αυτών των καταστημάτων».

Τα έγγραφα αυτά, έγραφε ο Ν. Σπηλιάδης, θα βοηθούσαν «τας σκέψεις και τας αποφάσεις της Γερουσίας, καθ’ όσον ο κ. Αντώνιος Τζούνης, είχεν περιέλθει όλα σχεδόν τα παραθαλάσσια μέρη της Επικρατείας και παρατηρήσας αυτοπροσώπως τας διαφόρους αυτού θέσεις, ημπόρεσεν, εκ της προς άλληλα συγκρίσεως, να συνάξει τα συμπεράσματά του».

Ο Ν. Σπηλιάδης έστελνε επίσης στον Πρόεδρον της Γερουσίας, αναφοράν, του Ν. Πονηροπούλου, «αφορώσαν, την δια δενδροφυτείας διακόσμησιν,  των πέριξ του Ναυπλίου καθύγρων τόπων και τον κατ’ αναλογίαν αναδασμόν[xv], της γεωργησίμου γης, ταύτης της επαρχίας….»  

Όλα αυτά, ανέφερε τέλος ο Ν. Σπηλιάδης, επειδή αποτελούσαν «μέρος των αντικειμένων, εις τα οποία μέλλει να ενασχοληθή η Γερουσία», τα έστελνε στον Πρόεδρόν της, «κατ’ επιταγήν της Α. Εξοχότητος του Κυβερνήτου».

Τον Αύγουστο του 1830 υπηρετούσαν στο «Υγειονομολιμεναρχείον του Ναυπλίου»: Ο λιμενάρχης Θεόδωρος Μαθιός, με 160 φοίνικες μισθόν, από τα Ψαρά, ο Στέφανος Γρησπάρης, ως υγειονόμος, με τον ίδιον μισθόν, ο αρχιφύλακας Γεώργιος Κσσιμάτης, με μισθό 128 φοίνικες, ο Γ. Καθοπούλης με τον ίδιο μισθό (εντελώς σβησμένη η θέση του), ο Νικόλαος Φ. Τζηκούνης, ως βοηθός, με 120 φοίνικες ο Κων. Μιντζάτζος φύλακας, με 40 φοίνικες, ο κωπηλάτης Σταμάτιος Σωτήρου και άλλοι τέσσαρες κωπηλάτες, με 24 φοίνικες, οι οποίοι «μη ηξέροντες να γράψουν, κάνουν το σημείον του Σταυρού»[xvi].

Το πολύπλευρο και ασύλληπτο έργο του Καποδίστρια, που αφορούσε στην προστασία του περιβάλλοντος και στα μέτρα, που έλαβε για την εξυγίανση και «καλλωπισμόν» όλων των πόλεων, για την περιφρούρηση της υγείας του λαού και τόσα άλλα, είναι τεράστιο.

Για τα μέτρα που έλαβε, όταν εκδηλώθηκε, αμέσως μετά την άφιξή του, η θανατηφόρος επιδημία της πανώλους, για την δενδροφύτευση όλης της κατεστραμμένης από τους Αιγυπτίους χώρας, για την ίδρυση νοσοκομείων, για τον καθαρισμό των δρόμων, για την υδροδότηση, για την βελτίωση της διατροφής των κατοίκων, και τόσων άλλων ακόμη, η προσφορά του δικαιολογημένα θεωρείται μεγαλειώδης και μοναδική.    

  

Ελένη Ε. Κούκου

Ομ. Καθηγήτρια του Εθνικού & Καποδιστριακού

Πανεπιστημίου Αθηνών

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2004.

Υποσημειώσεις


[i] ΓΑΚ. Συλλογή Βλαχογιάννη, φ. 122 αριθ.  εγγράφου 149. Προσωρινός Διοικητής της επαρχίας Ναυπλίας, ήταν ο Ιωάννης Θεοτόκης, ΓΑΚ = Γενικά Αρχεία του Κράτους.

[ii] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 25 αριθ. Εγγράφου 657.

[iii] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 41, αριθ. εγγράφου 1403.

[iv] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 51, αριθ. Εγγράφου 542.

[v] Κανένας δεν θα μπορέσει να μην αναγνωρίσει το «μυθικό» έργο, αυτού του ανθρώπου, με τις τότε φοβερές συνθήκες: του Κυβερνήτου.

[vi] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 51.

[vii] Καζάρμα (λέξη ιταλική)  = ο στρατώνας.

[viii] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι, φ. 14 – 16 (16)

[ix] ΓΑΚ, Αρχειόν Βλαχογιάννη, Γενική Γραμματεία, φ. 81, αριθ. Εγγράφου 39. Το Διάταγμα υπέγραφαν: «Η Επιτροπή: Γεώργιος Κουντουριώτης, Ανδρέας Ζαΐμης. Επεκύρωνε το διάταγμα ο Γραμματεύς της Επιτροπής της Γενικής Διοικήσεως», ο Βιάρος Α. Καποδίστριας.

[x] ΓΑΚ, Επιτροπή Οικονομίας, φ. 14, αριθ. Εγγράφου 7552.

[xi] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 47 αριθ. Εγγράφου 1518. Βλ. και Γεωργίου Δημακοπούλου, Η επί του αγώνος υπέρ της δημοσίας υγείας Κυβερνητική πολιτική, σ. 277 – 284, όπου και άλλη βιβλιογραφία.

[xii] ΓΑΚ, Γραμματεία Οικονομίας, φ. 142, αριθ. Εγγράφου 2139.

[xiii] ΓΑΚ, Γενικόν Φροντηστήριον, φ. 55, αριθ. Εγγράφου 13549.

[xiv] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 224, αριθ. εγγράφου 3032.

[xv] Αναδασμός = η εκ νέου αναλογία της καλλιεργησίμου γης.

[xvi] ΓΑΚ, Επιτροπή Οικονομίας, φ. 142.

Read Full Post »

Φραγκισκανοί Καπουκίνοι στο Ναύπλιο


 

Στο κείμενο που ακολουθεί γίνονται και γενικότερες αναφορές στους Καθολικούς του Ναυπλίου, για λόγους ευρύτερης ενημέρωσης των αναγνωστών μας.

 

Φραγκισκανοί Καπουκίνοι ( Ordo Fratrum minorum cappucinorum)

  

Ένας από τους τρεις κλάδους (Μικροί Αδελφοί, Καπουκίνοι ή Καπουτσίνοι, Κοινοβιακοί μοναχοί) Καθολικών μοναχών που ανάγουν την ίδρυση και πνευματικότητά τους στον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης.

Ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, έργο του Ελ Γκρέκο.

Προέρχονται από το μοναστικό τάγμα των Φραγκισκανών που αναγνωρίστηκε το 1210 από τον πάπα Ινοκέντιο Γ΄. Το τάγμα των Καπουκίνων ιδρύθηκε από τον φραγκισκανό μοναχό Φραγκίσκο ντε Μπάσι και επικυρώθηκε από τον πάπα Κλήμη Ζ΄. To 1619 δημιούργησαν ξεχωριστό τάγμα με δικό τους αρχηγό. Οι Καπουκίνοι περιέβαλαν με ιδιαίτερη φροντίδα και στοργή τους δυστυχείς και γρήγορα κέρδισαν την αγάπη και την εκτίμηση του λαού. Μολονότι είναι το φτωχότερο μοναστικό τάγμα της καθολικής Εκκλησίας, λόγω των κανόνων του περί ακτημοσύνης και πενίας, προσέλκυσαν πολλούς γόνους της ανώτερης κοινωνίας ενώ κατάφεραν να προσηλυτίσουν πολλούς διαμαρτυρόμενους, εντάσσοντάς τους στο καθολικό δόγμα.

Σχετικά με τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, εμπνευστή και ιδρυτή του τάγματος των Φραγισκανών, ο  ιστορικός Παναγιώτης Κανελλόπουλος γράφει: «έγινε με απόλυτο τρόπο, το γλυκύτατον έαρ που είχε ενσαρκώσει ο Ιησούς, η ανθρώπινα γλυκύτερη μορφή που έχει ως τα σήμερα γεννήσει η Ευρώπη» ενώ ο Φώτης Κόντογλου, παρά την αντιπάθειά του για κάθε τι το δυτικό, τον κατατάσσει «στους πιο αγνούς μαθητές του Ιησού».

 

Φραγκοκρατία ( 1212 -1389)

  

Στην περίοδο της Φραγκοκρατίας οι Λατίνοι Κληρικοί κατέλαβαν πλήρως τα εκκλησιαστικά πράγματα στην Αργολίδα. Οι Ορθόδοξοι κληρικοί και ιεράρχες παραγκωνίστηκαν ή εκδιώχτηκαν από τις έδρες τους και τις θέσεις τους πήραν καθολικοί Επίσκοποι. Αυτοί οι Κληρικοί που έστειλε η Ρώμη και που βίαια κατέλαβαν την εξουσία, κάποιες φορές δεν ήταν οι καλλίτεροι, ούτε οι καταλληλότεροι. Λόγω ακριβώς αυτού του λόγου η επίδρασή τους στους γηγενείς Ορθοδόξους ήταν μικρή. Το Ναύπλιο, το Άργος και η γύρω περιοχή υπάγονται πλέον στη δικαιοδοσία του Λατίνου Επισκόπου Άργους, ο οποίος εξαρτάται απολύτως από τον Λατίνο Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου.

 

Α΄Ενετοκρατία (1389- 1540)

  

Κατά τη διάρκεια της Α’ Ενετοκρατίας, η παρουσία της Ρωμαιοκαθολι­κής Εκκλησίας ήταν συνεχής, μέσω των απεσταλμένων της Αγίας Έδρας. Ο Λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου είχε, με την υποστήριξη της ομόδοξης πολιτικής Αρχής, βαρύνουσα παρουσία στην περιοχή, με έδρα από το 1397, το Ναύπλιο αντί του Άργους.

Γνωστός Λατίνος Επίσκοπος Άργους κατά την Ενετοκρατία, είναι ο Ενετός Secundus Nani. Περί τα τέλη του 1420, η περιοχή του Ναυπλίου, σείστηκε από φοβερή καταιγίδα, η οποία προξένησε πολλές ζημίες στα κτίρια της πόλης.

Στις 21 Ιανουαρίου 1421, με πρωτοβουλία του Λατίνου Επισκόπου Secundi Nani, μεταφέρονται τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Πέτρου Άργους, από το Άργος στο Ναύπλιο. Στο «Χρονικό Σύντομο» αναφέρε­ται: «τω στλκθ’, νεμήσει ιδ’, Ιανουαρίου κα’, ημέρα γ’, Σιγουντονάνης, επίσκοπος Λατίνων, μετεκόμισε τα τίμια λείψανα του οσιωτάτου Πέτρου, επισκόπου Ναυπλίου και Άργους, από Άργους εις την επισκοπήν Ναυ­πλίου».

Ο Nani αρχιερατεύει μεταξύ των ετών 1421-1424. Εν όσω ζούσε, είχε αποδεχθεί την νομική κατάσταση, η οποία υφίστατο επί ορθοδόξων στην «Αγία Μονή» Αρείας Ναυπλίου. Δέχθηκε δηλαδή, να παραμείνει ανενόχλη­τος στην ηγουμενία της Αγίας Μονής, ο ηγούμενος που είχε εκλεγεί χωρίς την έγκριση του και ο διάδοχος του στην ηγουμενία, να εκλέγεται από μόνους τους μοναχούς της Μονής, χωρίς ανάμιξη του οικείου Επισκόπου.

Κατά της αποφάσεως αυτής, ανεφέρθη στις Ενετικές Αρχές, ο διάδοχος του Nani, ο Λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου Bartholomaeus, ο οποίος απαίτησε την αναγνώριση, υπέρ εαυτού, του δικαιώματος διορισμού ηγουμέ­νου της «Αγίας Μονής».

Η αξίωση αυτή οδηγήθηκε ενώπιον της Συγκλήτου και ο δόγης της Ενετίας, Φραγκίσκος Foscari, κοινοποίησε την ληφθείσα απόφαση, δια του από 24ης Δεκεμβρίου 1437 εγγράφου του, προς τον «εξουσιαστήν και καπετάνον» Ναυπλίου Ιωάννην Barbo, αρμόδιο για την εφαρμογή των αποφασισθέντων.

Η μαρτυρία του εγγράφου αυτού, έχει μεγάλη σημασία, για τις σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Καθολικών στην περιοχή. Σ’ αυτό, ο Λατίνος Επίσκοπος επιδιώκει να επισείει την ποινή της απελάσεως, με τη βοήθεια μάλιστα των Οργάνων της Πολιτείας, όταν μοναχοί ή πρόσωπα, που έχουν γενικά εκκλησιαστική ιδιότητα, είναι ανεπιθύμητα στην περιοχή της δι­καιοδοσίας του. Οι μοναχοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αποκαλούνται υποτιμητικά «αδελφίσκοι» και χαρακτηρίζονται με κάποια περιφρόνηση, επειδή θεωρούνται επίφοβοι αιρετικοί. Αυτή η πληροφορία είναι σημαντική, διότι δεν έχουμε άλλες μαρτυρίες, για ανοικτή ρήξη και επεισόδια, μεταξύ Ελλήνων Ορθοδόξων κληρικών και Λατίνων κοσμικών ή εκκλησιαστικών αρχόντων.

Έτσι αυτό το πρόβλημα του Λατίνου Επισκόπου Αργολίδος, είναι ενδεικτικό και συνιστά αξιοπρό­σεκτη μαρτυρία για τη σοβούσα, έστω και υπό λανθάνουσα μορφή, κρίση στις σχέσεις μεταξύ κληρικών των δύο ομολογιών.

  

Α΄Τουρκοκρατία (1540- 1685)

 

Στις 13 Μαΐου του 1630, οι Καπουκίνοι Ιάκωβος και Άγγελος, έφτασαν στο Ναύπλιο προκειμένου να ιδρύσουν σταθμό. Οι δύο μοναχοί κατάγονταν από τις κωμοπόλεις Οστούντο και Τρίκαζε, της περιοχής του Σαλέντο  της Μεσημβρινής Απουλίας, που παλαιότερα ήταν ελληνόφωνη. Δεν αποκλείεται συνεπώς να μιλούσαν την ελληνική, που εξακολουθούν να μιλούν μέχρι σήμερα δέκα χωριά νότια του Lecce. Οι δύο μοναχοί εκτιμώντας την περιοχή εισηγήθηκαν στην Ιερά Σύνοδο, την μόνιμη παραμονή τους στο Ναύπλιο και την δημιουργία μόνιμου σταθμού με αιτιολογία την έλλειψη άλλων καθολικών κληρικών. Η Σύνοδος όμως δεν έκανε δεκτό το αίτημά τους και συμπεριέλαβε το Ναύπλιο στους σταθμούς της κινητής αποστολής των Καπουκίνων που ιδρύθηκαν το 1644 προσωρινά και το 1656 οριστικά.

Όσιος Ιωσήφ ο εκ Λεονίσης. Ιδρυτής της Αποστολής Καπουκίνων στην Ελληνική Ανατολή (1583).

Στα αμέσως επόμενα χρόνια, ο ανταγωνισμός μεταξύ Γάλλων και Ιταλών κληρικών για τον έλεγχο της περιοχής, υπήρξε έντονος. Όμως και μεταξύ ομοεθνών αλλά διαφορετικών ταγμάτων κληρικών, υπήρχε σοβαρός ανταγωνισμός. Οι σχέσεις των Γάλλων Ιησουιτών με τους επίσης Γάλλους Καπουκίνους ήταν ιδιαιτέρως οξυμμένες.

To 1640, έφτασαν στο Ναύπλιο δυο Γάλλοι Ιησουίτες, ο Φραγκίσκος Bleseau και Ρενέ de SaintCosme, που ήρθαν μαζί με τον νεοδιορισμένο πρόξενο της Γαλλίας Ιωάννη Villere, για να εξετάσουν την δυνατότητα εγκατάστασής τους στην πόλη.

Σε σύγχρονη στα γεγονότα αναφορά που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού και δημοσιεύτηκε το 1869 από τον αρχειοδίφη και βιβλιογράφο Αιμίλιο Legrand, πληροφορούμαστε ότι οι δυο Ιησουίτες πέρασαν στο Ναύπλιο το δεύτερο εξάμηνο του 1640 και τους τρεις πρώτους μήνες του 1641.

Εκτός από τις πνευματικές υπηρεσίες που προσφέρανε στην προξενική οικογένεια και στους ολιγάριθμους γηγενείς καθολικούς, κατήχησαν και μετέδωσαν τα μυστήρια σε κατάδικους, σε οθωμανικές γαλέρες που διαχείμαζαν στον Αργολικό.

Αν και η δραστηριότητα αυτή δικαιολογούσε την παρουσία τους στο Ναύπλιο, ο υπεύθυνος της αποστολής Φραγκίσκος Bleseau προτίμησε την ασήμαντη πολίχνη των Αθηνών, επειδή, λόγω της θέσης της, προσφέρονταν καλύτερα για τις επισκέψεις στην Αττική, Εύβοια, Βοιωτία και Πελοπόννησο, περιοχές που εστερούντο καθολικών ιερέων.

Ο π. Ουρβανός Παρισηνός, ηγούμενος των Καπουκίνων στο Ναύπλιο κατά την διετία 1660-1662, γράφει ότι την Μεγαλοβδομάδα του 1660, κήρυξε στην Μητρόπολη των Ελλήνων καλεσμένος από τον Επίσκοπο.

Το 1677 ο ίδιος κληρικός, ηγούμενος τότε στην Μονή Αγίου Γεωργίου στο Γαλατά της Κωνσταντινούπολης, επέστρεψε στο Ναύπλιο. Στην μονή της Παναγίας, ηγούμενος ήταν ο π. Βαρνάβας, επίσης από το Παρίσι, ο οποίος είχε διαδεχτεί τον εκδιωχθέντα από τους Τούρκους το 1674, π. Βασίλειο de Noyon. Με την ευκαιρία της επίσκεψής του, ο π. Ουρβανός που επέστρεφε από την Πάτρα κατευθυνόμενος προς την Κορώνη και Μεθώνη μέσω Ναυπλίου, συνέταξε για την Ιερά Σύνοδο Ευαγγελισμού των Λαών, μια ενδιαφέρουσα αναφορά για την κατάσταση των μικρών καθολικών κοινοτήτων της Πελοποννήσου.

 Συγκεκριμένα για το Ναύπλιο γράφει:

« Από την Πάτρα ήρθα στη Νάπολι της Ρωμανίας όπου μένουν δύο πατέρες μας. Θα πρέπει να ενισχυθούν με ένα τρίτο ώστε να έχουν τη δυνατότητα να επισκέπτονται διαδοχικά την Πάτρα. Στο σχολείο μας συχνάζουν 40 με 50 μαθητές του ελληνικού και του λατινικού τυπικού. Οι πιο αξιόλογες οικογένειες που πριν την οθωμανική κατάκτηση ήταν καθολικές, μας εκτιμούν πολύ. Όπως στην Αθήνα, το κήρυγμα γίνεται στα σπίτια επειδή δεν διαθέτουμε εκκλησίες. Το καλό μεταδίδεται από το ένα σπίτι στο άλλο και οι πιστοί μορφώνονται χωρίς θόρυβο. Κατά την διαχείμαση των γαλερών στον Αργολικό, πολλοί καταδικασμένοι στα κάτεργα χριστιανοί, έρχονται να ακούσουν τη λειτουργία, να εξομολογηθούν και να κοινωνήσουν. Μερικοί οπαδοί αιρέσεων, έχουν αποκηρύξει την πλάνη και ασπαστεί την καθολική πίστη. Όταν παλαιότερα υπηρετούσα εδώ, είχα μεταστρέψει 30 αιρετικούς που έκαναν δημόσια ομολογίας πίστεως….».

Το 1675, μετά από παρέμβαση του μαρκησίου de Nointel, ο οποίος ήταν πρέσβης του Λουδοβίκου ΙΔ΄στην Υψηλή Πύλη του Σουλτάνου, ο π. Βασίλειος de Noyon επέστρεψε στην έδρα του, αφού επισκευάστηκαν από τους Τούρκους όλες οι ζημιές που είχαν προκληθεί στη Μονή κατά την εποχή της δίωξής του.

Σε μια ενδιαφέρουσα επιστολή του Καπουκίνου μοναχού Πλάκιδου από τους Ρήμους ( Reims) της ΒΑ Γαλλίας, που επισκέφτηκε το Ναύπλιο κατά την τετραετία 1684-1688, διαβάζουμε ότι:

«Στο Ναύπλιο ( Napoli de Romanie) έχουμε ένα μικρό αλλά ωραίο και αξιομνημόνευτο μοναστήρι. Η πόλη βρίσκεται σε μια μεγάλη πεδιάδα με ερείπια του παλαιού κάστρου του Άργους σε μικρή απόσταση από την θάλασσα. Είναι, χωρίς υπερβολή, η πιο οχυρωμένη πολιτεία στο Μωριά. Διαθέτει δύο πολύ καλά κατασκευασμένα φρούρια. Το ένα βρίσκεται στην πόλη και το άλλο στη θάλασσα. Οι Τούρκοι υπολογίζονται σε 8.000. το λιμάνι είναι πάρα πολύ καλό για τα πλοία και τις γαλέρες που διαχειμάζουν εδώ. Μερικές φορές, όταν μας επιτρέπουν οι μπέηδες, επισκεπτόμαστε τους δυστυχείς σκλάβους.

 Άλλοτε μας επισκέπτονται στο μοναστήρι αλυσοδεμένοι και συνοδευόμενοι από Τούρκο φύλακα, τον οποίο πληρώνουν με την ελεημοσύνη που τους δίνουμε ή με χρήματα που συγκεντρώνουν στην πόλη.

Η δυστυχία τους είναι τόσο μεγάλη ώστε αναγκάζονται να κλέβουν ότι βρουν. Γι’ αυτό όταν έρχονται σε μας, κλειδώνουμε τα πάντα και δεν τους αφήνουμε μόνους. Τους παρακολουθούμε συνέχεια. Τους εξυπηρετούμε γράφοντας στους συγγενείς τους ή κρατώντας γι’ αυτούς τα γράμματα που τους στέλνουν.

Κάποτε, δίνουμε λύτρα στους μπέηδες για την απελευθέρωσή τους. Είναι ευχαριστημένοι γιατί με τον τρόπο αυτό κερδίζουν χρήματα χωρίς κόπο. Υποχρεωμένοι μαζί μας, μας επιτρέπουν να ταξιδεύουμε χρησιμοποιώντας τις γαλέρες τους, έναντι ολίγων χρημάτων…».   

 

Β΄Ενετοκρατία (1685- 1715)

  

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Στις 20 Αυγούστου 1686, κατά την γνωστή εκστρατεία του Μοροζίνη, το Ναύπλιο κυριεύτηκε και πάλι από τους Ενετούς, οι οποίοι εγκατέστησαν εδώ, νέα πολιτικοστρατιωτική διοίκηση, γνωστή με το όνομα Regno di Μοrea, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο (Napoli di Romania, «eccelentissima«, όπως την αποκαλούσαν οι Ενετοί).

Στο Ναύπλιο μετατίθεται, ο μέχρι τότε Επί­σκοπος Χίου Leonardo Balsarini, με τον τίτλο του «Αρχιεπισκόπου Κορίν­θου». Οι Ενετοί αποκαθιστούν την λατινική ιεραρχία, ανεχόμενοι παράλλη­λα, την Ελληνική ιεραρχία, με τους ιερείς και τα μοναστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Την περίοδο αυτή, δύο Ιταλοί Καπουκίνοι διαδέχτηκαν τους Γάλλους. Για τους Καπουκίνους στο Ναύπλιο κατά την Β΄Ενετοκρατία δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία. Στις πηγές αναφέρονται τα ονόματα του Ορατίου, δάσκαλου της λατινικής και της ελληνικής γλώσσας, του Βερναρδίνου d’ Ontella, με σημαντικές επιτυχίες στον τομέα μεταστροφής διαμαρτυρομένων εμπόρων, του π. Πατρίκιου από το Μιλάνο ο οποίος έφυγε το 1702 στη Ρωσία όπου, με την άδεια του Μεγάλου Πέτρου, ίδρυσε σταθμούς Καπουκίνων στην Πετρούπολη και το Αστραχάν.

Ένας άλλος Ιταλός Καπουκίνος, ο π. Ρόκος, διορίστηκε από την Ρώμη στις 29 Μαΐου του 1694, γενικός επιθεωρητής των καθολικών κοινοτήτων της Πελοποννήσου, με έδρα το Ναύπλιο όπου παρέμεινε μέχρι τον θάνατο του, την 20η Δεκεμβρίου 1695.

Τον Ιούλιο του 1715, το Παλαμήδι και το Μπούρτζι, αλώθηκαν για δεύτερη φορά από τους Τούρκους. Οι Ενετοί έχασαν όλες τις κτήσεις τους στην Ανατολική Μεσόγειο με εξαίρεση τα Επτάνησα τα οποία διατήρησαν μέχρι την κατάλυση της Δημοκρατίας τους από τον Μεγάλο Ναπολέοντα το 1797. 

  

Η έκθεση Corner

 

Αξίζει εδώ να αναφερθεί η έκθεση του Giacomo Corner, γενικού Προ­βλεπτή Πελοποννήσου, την οποία συνέταξε στις 23 Ιανουαρίου 1691, για χρήση της Γερουσίας. Περιγράφει εκεί ο Corner με μελανά χρώματα, την πνευματική κατάσταση της Πελοποννήσου, υποτιμώντας τον Ορθόδοξο Κλήρο, αλλά και μερικούς καθολικούς κληρικούς.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει στην έκθεση αυτή, η περιγραφή της ειρηνικής πολιτικής προς την Ορθόδο­ξη Εκκλησία, που είχαν προγραμματίσει να εφαρμόσουν οι Ενετικές Αρχές, κατά την παραμονή τους στο Ναύπλιο, με κύριο στόχο να μη δημιουργηθεί δυσαρέσκεια στο λαό, προφανώς προ της απειλής της Οθωμανικής Αυτο­κρατορίας, που είχε βλέψεις στην περιοχή.

Ο αγώνας τότε μεταξύ Τούρκων και Ενετών, ήταν η κυριαρχία στο Αιγαίο, για το οποίο έγιναν οι γνωστοί Ενετοτουρκικοί πόλεμοι. Οι Ενετοί συμπεριφέρονταν στον εντόπιο πληθυ­σμό ηπιώτερα, για να έχουν φυσικά την υποστήριξη τους.

Ο Corner υπόσχεται, ότι δε θα αφαιρεθούν οι περιουσίες των Εκκλησι­ών, αλλά και το ίδιο το Κράτος θα βοηθήσει στην επισκευή τους. Απέναντι στον Ορθόδοξο Κλήρο, συνιστά διπλωματική στάση, δηλαδή ήπια και διαλλακτική. Αλλά όπως πάντα, η πράξη διαφέρει της θεωρίας. Δηλαδή, η αρχή της συμφιλιωτικής πολιτικής επισκιαζόταν πολλές φορές, από την αρχή «βασιλικώτερος του βασιλέως»!

 

Β΄Τουρκοκρατία (1715- 1821)

  

Σχετικά με την περίοδο αυτή ο Δρ. Μάρκος Ρούσσος- Μηλιδώνης γράφει στα « ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΝΑΥΠΛΙΟΥ (75 μ.Χ-2004)» τα εξής:

 «Από το 1716 έως το 1821, την πνευματική φροντίδα των ελαχίστων Καθολικών στο Ναύπλιο, είχαν ένας ή δύο – ενίοτε και κανένας – Γάλλοι Καπουκίνοι οι οποίοι υπάγονταν στη μεγαλύτερη Μονή της Αθήνας. Η τύχη τους εξαρτώνταν από την παρουσία των πρόξενων της Γαλλίας που συχνά εγκατέλειπαν το Ναύπλιο για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Στη «φυγή» τους, τους ακολουθούσαν και οι εκτεθειμένοι στους εκβιασμούς των Τούρκων, Καπουκίνοι.

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Ούτε ο τόπος στον οποίο κατοικούσαν μετά το 1716, μας είναι γνωστός. Βέβαιο είναι ότι η μητρόπολη των Ενετών Άγιος Γεώργιος, μετατράπηκε σε τέμε­νος μετά την αποχώρηση τους. Θα πρέπει, συνεπώς, να έφυγαν από εκεί οι ιερο­μόναχοι που υποτίθεται ότι έμεναν σε γειτονικό με το ναό κτίριο.

Όταν εξερρά­γη η Επανάσταση, στο Ναύπλιο υπηρετούσε ο Σμυρναίος π. Πολύκαρπος ο οποί­ος το εγκατέλειψε το 1822, λόγω των εκτεταμένων ζημιών που είχε υποστεί η αγνώστου θέσεως κατοικία του. Οπωσδήποτε δεν ήταν στο χώρο της σημερινής καθολικής εκκλησίας η οποία λειτουργούσε το 1821, ως οθωμανικό τέμενος.

Με την επανάσταση και την απελευθέρωση του Ναυπλίου στις 29/30 Νοεμβρίου 1822, αρχίζει η νεώτερη ιστορία της πόλεως και μαζί της, της μικρής καθολικής κοινότητας, κυρίως εξ αλλοδαπών αλλά και ευάριθμων Κυκλαδιτών».

 

Ελεύθερη Ελλάδα

 

Ο Επίσκοπος Επιδαύρου κ. Καλλίνικος, στα ΝΑΥΠΛΙΑΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΙΙΙ (1998) αναφερόμενος στην τύχη των καθολικών πιστών και ιδρυμάτων επί τελευταίας Τουρκοκρατίας και ελευθέρας Ελλάδος γράφει:

«Στα 1781, υπήρχαν συνολικά εκατό (100) καθολικοί πιστοί, στην Αθή­να, το Ναύπλιο, την Κορώνη και την Πάτρα. Στο Ναύπλιο παρέμειναν λιγοστές οικογένειες, που ασχολούνταν με το εμπόριο και με διπλωματικές αντιπροσωπείες της Γαλλίας, της Βενετίας και άλλων Ευρωπαϊκών Κρατών.

Η κατάσταση αυτή, ανατρέχει σε όλη την Τουρκοκρατία (1771-1822), μέχρι που ήλθε ο πρώτος Βασιλιάς του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους, ο καθολικός το θρήσκευμα Όθωνας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, το 1833.

Το Βασιλιά Όθωνα, συνόδευε σημαντικός αριθμός καθολικών Βαυα­ρών. Υπολογίζεται πως ήταν μαζί του χίλιοι οκτακόσιοι πενήντα (1850) Βαυαροί, κυβερνητικοί, άλλοι τιτλούχοι, στρατιωτικοί, αυλικοί, οι οποίοι μετακόμισαν στην Αθήνα, όταν το 1834 μεταφέρθηκε εκεί η έδρα της πρω­τεύουσας. Σε ανεπίσημη απογραφή του καθολικού πληθυσμού στα 1834, μετά την εγκατάσταση του ‘Οθωνα στην Αθήνα, έχουμε ακόμη στο Ναύπλιο εκατόν είκοσι (120) πιστούς του καθολικού Δόγματος.

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

To 1839, ύστερα από αίτηση του Επισκόπου των Δυτικών Λουδοβίκου Μαρία Blanchis, Επισκόπου Σύρου, που είχε την ποιμαντική φροντίδα των καθολικών πιστών της Ελλάδας, σε περιοχές που δεν υπήρχαν Λατίνοι Επί­σκοποι, όπως στο Ναύπλιο, δωρήθηκε από τον Όθωνα το τέως μουσουλμα­νικό Τέμενος, δηλαδή η λεγόμενη «Φραγκοκλησιά» στην πλαγιά της Ακρο­ναυπλίας, για να μετατραπεί σε καθολικό Ναό του Ναυπλίου.

Στο Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α. Κράτους, και στους φακέλους: ΔΗΜ 1.1/Π 35(1839) και ΔΗΜ 1.1./12 32β (1838), βρίσκουμε τη σχετική αλληλογραφία, για την παραχώρηση του τζαμιού στους Δυτικούς, τους Καθολικούς του Ναυπλίου.

Βλέπουμε στο υπ’ αριθ, 4998/28 Αυγούστου 1838 έγγραφο του Διοικη­τού Αργολίδος, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίου, ότι «κατόπιν αιτήσεως του εν Σύρω Επισκόπου των Δυτικών, απευθυνόμενης προς την επί των Εκκλησια­στικών Βασιλικήν Γραμματείαν, ο Δήμαρχος προσκαλείται, βάσει και της υπ’ αριθ. 12021 διαταγής της επί των Εσωτερικών Γραμματείας», να κάμει αίτηση, ώστε να παραχωρηθεί στους πιστούς του Δυτικού Δόγματος το πα­ραπάνω τζαμί ή κάποιο άλλο κατάλληλο απ’ όσα υπάρχουν προς ανέγερσιν Ναού «κατά τον νόμον περί προικοδοτήσεως».

Ο Διοικητής παρακαλεί τον Δήμαρχο, να έχει την αίτηση του, το ταχύτερο, για να την υποβάλλει εις την «επί των Εσωτερικών Γραμματείαν». Το Τέμενος χαρακτηρίζεται ως «το υπό τον Ιτσκαλέ ερείπιον τζαμίου».

Σε έγγραφο της 7 Νοεμβρίου 1838, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίας, ο εφημέριος των καθολικών Ναυπλίου, ιερέας Πέτρος Πριβιλέγγιος, απο­στέλλει κατάλογο των «όσων έγραψε έως τώρα» καθολικών, εκατόν είκοσι εννέα (129) ονόματα, που βρίσκονται στο Ναύπλιο και επιφυλάσσεται να στείλει και άλλον με ονόματα των υπόλοιπων Καθολικών του Ναυπλίου. Με το από 20 Φεβρουαρίου / 4 Μαρτίου 1839 Βασιλικό Διάταγμα, πα­ραχωρείται «εις τούς ενταύθα διαμένοντας ή ως δημότας εις τον Δήμον Ναυ­πλίας καταγραφέντας Δυτικούς» η οικοδομή του τζαμιού, που βρίσκεται «εντός του φρουρίου πλησίον του Ιτσκαλέ».

Με το από 31 Μαρτίου / 12 Απριλίου 1839 έγγραφο του, ο ιερέας Πέ­τρος Πριβιλέγγιος, με την ιδιότητα του εφημέριου των καθολικών Ναυ­πλίου, ευχαριστεί και εκ μέρους των πιστών του Δυτικού Δόγματος τον Δήμαρχο Ναυπλίου, «διά την φιλοκαλίαν και προσπάθειαν», την οποία κατέ­βαλε ως προϊστάμενος του Δήμου Ναυπλιέων, προς επιδίωξη του σκοπού τους, δηλαδή για ίδρυση καθολικού Ναού.

Με το από 3 Μαΐου 1839 έγγραφο, ο Δήμαρχος Ναυπλίου Γ. Μ. Αντωνό­πουλος, διατάσσει τον Δημοτικό Αστυνόμο, να διώξει όσους κατοικούν εις τα «χαμώγια του υπό τον Ιτσκαλέ τζαμίου», δίνοντας τους μόνο τρεις (3) ημέρες προθεσμία, για να βρουν άλλα καταλύματα, διότι το τζαμί αυτό, εχορηγήθη εις τους καθολικούς δια της Κυβερνήσεως, για να ανιδρύσουν Ναόν του Δόγματος τους.

Στην παραχώρηση συνέβαλε, ο προσωπικός φίλος του Βασιλιά, Γάλλος συνταγματάρχης Α. Ιλαρίων Touret. Ο Ναός επισκευάζεται λόγω των ζη­μιών από τα επαναστατικά γεγονότα και ανοικοδομείται πρεσβυτέριο, για κατοικία του εκάστοτε εφημερίου. Τα εγκαίνια του ναού έγιναν στα 1840 από τον εφημέριο Φραγκίσκο Κουκούλα και αφιερώθηκε στη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος». Την εποχή εκείνη το Ναύπλιο συγκέντρωνε τριακοσίους (300) περίπου καθολικούς, Έλληνες και ξένους. Οι δεύτεροι ανήκαν στο σώμα των Βαυαρών στρατιωτών, που είχαν συνοδεύσει τον Όθωνα».

 

Σχετικά θέματα:

   

Πηγές


  • Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Φραγκισκανοί Καπουκίνοι στη Νάπολι της Ρωμανίας 1642-1821», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2000.
  • Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη, «Οι καθολικοί στο Ναύπλιο», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος ΙΙΙ, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1998.   
  • Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Ανάλεκτα Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου 75μ.χ. – 2004», Έκδοση Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου, 2004.
  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, « Η Ναυπλία από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς », Τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, Εν Αθήναις 1898.

Read Full Post »

Ρώσης Κανάκιος ( 1592-1644) 


 

Ο Καθολικός ιερωμένος, Κανάκιος Ρώσης, στα λατινικά Russus, Rossius, απαντά και στην παραλλαγή Rubeus, που σημαίνει «Κόκκινος». Στους ίδιους τύπους συναντάμε το πολύ διαδεδομένο νεοελληνικό επίθετο «Ρούσσος», το οποίο φέρουν Καθολικοί (κυρίως στη Σύρο) και Ορθόδοξοι (Πάρος, Θήρα, Πελοπόννησος, Κύπρος κ.α.).

Δεν αποκλείεται, συνεπώς, να πρόκειται για το ίδιο οικογενειακό επίθετο. Ο Κ. Ρώσης γεννήθηκε στο Ναύπλιο περί το 1592, εφόσον σε κατάλογο του 1622 γράφεται ότι είναι 30 ετών. Το 1614 έγινε δόκιμο μέλος της Αδελφότητας της Παναγίας και το 1625, τακτικό.

Το Ελληνικό Κολλέγιο « Άγιος Αθανάσιος» της Ρώμης.

Στις 16.1.1622, «Ο Κανάκιος Ρώσιος ο εκ Ναυπλίας της Πελοποννήσου», όπως υπογράφει την ομολογία καθολικής πίστεως, ολοκλήρωσε τις θεολογικές σπουδές του. Κατά την πενταετία, που ακολούθησε, δίδαξε τα ανθρωπιστικά γράμματα στον « Άγιο Αθανάσιο»* και υπηρέτησε ως πρώτος ψάλτης στο ναό του Κολλεγίου (AGGr τ. 1 φ. 49, τ. 53 φ. 73, τ. 3 φ. 91 – 94). Το 1625, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη για να διαπραγματευτεί, ως απεσταλμένος της Ιεράς Συνόδου για τη διάδοση της πίστεως**, την επαναπροσέγγιση των Εκκλησιών της Ανατολής και Δύσης, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Συνόδου της Φλωρεντίας (1439).

Κύριλλος Λούκαρις

Ήταν ακόμη η εποχή που ενώ ο Λούκαρης είχε αρχίσει να εκδηλώνει τα φιλοκαλβινικά του αισθήματα, τα οποία κατέληξαν στην αιρετική «Ομολογία Χριστιανικής Πίστεως» του έτους 1629, δεν αρνείτο να συνδιαλέγεται για ευνόητους λόγους , με τους Καθολικούς.

Όμως, παρόλους τους διπλωματικούς ελιγμούς του κατά τα άλλα ικανότατου καλβινοφρονήσαντος πατριάρχη, ο οποίος τελείωσε τις ημέρες του στην τουρκική αγχόνη (1638), ο Κανάκιος Ρώσης, από τους πλέον αξιόλογους έλληνες καθολικούς θεολόγους της εποχής, αντιλήφθηκε σύντομα τους πραγματικούς σκοπούς του Λούκαρη και έφυγε στη Ρώμη.

Επανήλθε και πάλι με πρωτοβουλία της Ιεράς Συνόδου για τη διάδοση της πίστης, το κρίσιμο έτος της διαμάχης Λούκαρη – Ιησουϊτών, 1628, που έληξε με τον προσωρινό θρίαμβο του πατριάρχη και το διωγμό των Ιησουϊτών και του συνεργάτου των Κανακίου. 11 μήνες πέρασε ο ναυπλιώτης λόγιος στις φυλακές τις Χίου. Η αλληλογραφία του με την Ιερά Σύνοδο για τη διάδοση της πίστης, φωτίζει τα σκοτεινά παρασκήνια της ταραχώδους εκείνης περιόδου, που όπως αναφέραμε, τελείωσε με το βίαιο θάνατο του Λούκαρη.

Μετά την περιπέτεια της Κωνσταντινούπολης, η Ρώμη ανέθεσε στον Κ. Ρώση νέα αποστολή στον Άθωνα για να διερευνήσει τη δυνατότητα ίδρυσης καθολικής Σχολής και ιατρείου στις Καρυές. Τις εντυπώσεις του από το αγιώνυμο Όρος περιέγραψε σε έκθεση του έτους 1629.

Του Κανακίου είχε προηγηθεί στον Άθωνα το 1627, ο φίλος και συμμαθητής του στον «Άγιο Αθανάσιο» Αλέξανδρος Βασιλόπουλος, πελοποννήσιος γεννημένος στη Ζάκυνθο. Και οι δύο συμφώνησαν για τη σκοπιμότητα λειτουργίας καθολικού Σχολείου στις Καρυές με δάσκαλους όχι τους «σκληρούς» Ιησουίτες  αλλά τους «μειλίχιους» μαθητές του Αγίου Φραγκίσκου και μάλιστα της τάξεως των Καπουκίνων.

Επειδή όμως και η πρόταση  αυτή κρίθηκε τολμηρή για τον Άθωνα, ο Κανάκιος πρότεινε για το έργο αυτό τον ανιψιό του Ανδρέα Ρώση,*** που είχε επίσης σπουδάσει στον «Άγιο Αθανάσιο». Λόγω κωλύματος του Ανδρέα, δάσκαλου τότε στην Ελληνική Κοινότητα Βενετίας, τον αντικατέστησε ο αδελφός του Νικόλαος**** ο οποίος δίδαξε στις Καρυές μεταξύ των ετών 1635 και 1640.

Περισσότεροι από τους 25 ανά σχολική περίοδο μαθητές του, ήταν κελλιώτες και λιγότεροι μοναστηριακοί. Τους τελευταίους απέτρεπαν από τη σπουδή οι παλαιότεροι μοναχοί «για να μην απωλέσουν τον επ’ αυτών έλεγχον», όπως γράφει ο Νικόλαος Ρώσης.

Το 1640, ο Κανάκιος μετέφρασε στην καθομιλουμένη ελληνική το βιβλίο του φανατικά προσηλωμένου στο ρωμαϊκό πρωτείο Ι. Ματθαίου Καρυοφύλλη, ενωτικού***** ιερέα από τα Χανιά Κρήτης, «Contra Nilum». Σ’ αυτό, ο Κανάκιος έδωσε τον τίτλο «Αντίρρησις προς Νείλον Θεσσαλονίκης περί της αρχής του Πάπα».

Από το 1631 έως τον επισυμβάντα το 1644 θάνατό του, ο λόγιος Ναυπλιώτης δίδαξε αρχαία ελληνικά στο πανεπιστήμιο «La Sapienza» της Ρώμης. Το 1637, επεχείρησε ανεπιτυχώς να ονομαστεί στον «Άγιο Αθανάσιο» επίσκοπος****** για την χειροτονία των σπουδαστών κατά το βυζαντινό τυπικό.

Απεβίωσε στη Ρώμη το 1644. Στη ζωή και το έργο του Κανακίου Ρώση, για τον οποίο θα άξιζε να γραφεί ειδική μελέτη, αναφέρονται μεταξύ άλλων, ο Χίος πανεπιστήμων Λέων Αλλάτιος, ο ιστορικός των βυζαντινορρύθμων Καθολικών Ν. Ιταλίας Πομπήλιος  Rοdota, o J. Carafa στην Ιστορία του Πανεπιστημίου «La Sapienza» Ρώμης και πολλοί άλλοι.

  

 

Υποσημειώσεις


  

* Το Ελληνικό Κολλέγιο « ‘Αγιος Αθανάσιος» της Ρώμης. Το ελληνικό Κολλέγιο Ρώμης που φέρει το όνομα του αγίου επισκόπου Αλεξανδρείας και πατρός της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας, Αθανα­σίου (295-373), ιδρύθηκε από το γνωστό μεταρρυθμιστή του Ιουλιανού ή παλαιού Ημερολογίου, πάπα Γρηγόριο ΙΓ’, το 1577.

Πάπας Λέοντας Ι΄

Η ίδρυσή του συνέπεσε με την παρέλευση μισού περίπου αιώνα από την αναστολή της λειτουργίας ενός άλλου βραχύβιου ελληνικού Κολλεγίου της Ρώμης (1513-1520), έργο του φιλόμουσου προστάτη των Ελληνικών Γραμμάτων και των Βυζαντινών λογίων της Δύσης, πάπα Λέοντος Ι, γόνου του λαμπρού γένους των Μεδί­κων.

Σκοπός του «Αγίου Αθανασίου» που με πολλές περιπέτειες συνεχίζει τη λειτουργία του στο κέντρο της αιώνιας πόλης μέχρι σήμερα, ήταν η καλλιέργεια των Ελληνικών Γραμμάτων, η μόρφωση των νέων και των δύο δογμάτων για την πνευματική αναγέννηση του υπόδουλου γένους και η επαναπροσέγγιση των Χριστιανών Ανατολής και Δύσης.

Στη Σχολή αυτή φοίτησαν εκατοντάδες νέων του Λατινικού και Βυζαντινού τυπικού (ενωτικοί), από τους οποίους η μεγάλη πλειοψηφία προέρχονταν από τη νησιωτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο στην οποία το καθολικό στοιχείο είχε συρρικνωθεί στο ελάχιστο μετά τη διαδοχή των Ενετών από τους Τούρκους.

Από τις πολλές μαρτυρίες αλλοδαπών και ημεδαπών ιστορικών για τον «Άγιο Αθανάσιο» και την ανεκτίμητη προσφορά του στο υπόδουλο γένος των Ελλήνων, αναφέρουμε την κρίση του αναγνωρισμένου μελετητή του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου, ο οποίος γράφει μεταξύ άλλων για τον «φλογερό έρωτα» των “Γρηγοριάδων” προς το έθνος στο οποίο ανήκαν: «Έκτοτε βλέπομεν τους εξ Ελλάδος μαθητάς και διδασκάλους του Κολλεγίου τούτου, συν­δυάζοντας αληθώς εξαίρετον παιδείαν και την τήρησιν των πατρίων τύπων της ελληνικής εν τη Εκκλησία λειτουργίας, μετά της εις τον πάπαν αφοσιώσεως… Από τας εκατοντάδας των σπουδαστών του Ελληνικού Κολλεγίου, πολλοί διέ­πρεψαν ως πατριάρχες, αρχιερείς, πρυτάνεις Πανεπιστημίων, καθηγηταί, ιατροί, συγγραφείς κ.λπ., και εις όλους ανεξαιρέτως, ήταν φλογερός ο έρως προς την πατρίδα».

Από τους πλέον διαπρέψαντες «Γρηγοριάδες», όπως αποκαλούνται οι από­φοιτοι του «Αγίου Αθανασίου», αναφέρομε τον πολυγραφότατο πανεπιστήμονα Λέοντα Αλλάτιο το Χίο, το σημαντικότερο διπλωμάτη της Υψηλής Πύλης στο μεταίχμιο του 17ου και 18ου αιώνα, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον εξ απορρή­των, τον Κερκυραίο θεολόγο και ρήτορα Πέτρο Αρκούδιο, τους Ναυπλιώτες δάσκαλους και διαπραγματευτές υποθέσεων της Αγίας Έδρας στην Κωνσταντι­νούπολη, Κανάκιο και Νικόλαο Ρώση, τον πολυπράγμωνα θεολόγο Πανταλέοντα Λιγαρίδη από τη Χίο, τον πολυγραφότατο Κρητικό θεολόγο Ιωάννη Ματθαίο Καριοφύλλη, το μητροπολίτη Παροναξίας Μελισσηνό Νικηφόρο, τους Ιησουίτες Μάρκο Λίμα και Μιχαήλ Νευρίδα από το Ρέθυμνο και τη Χίο, το Νικόλαο Παπα­δόπουλο Κομνηνό, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Παταβίου, τον παρ’ ολίγον γενι­κό ηγούμενο των Ιησουιτών Ιωάννη Αντώνιο Τιμόνη από τη Χίο, και πλειάδα άλλων διαπρεψάντων στις επιστήμες, τα γράμματα και τα εκκλησιαστικά αξιώ­ματα.

Από το 1591, όταν ο Άγιος Αθανάσιος περιήλθε στη διοίκηση των Ιησουιτών, με πρώτο ελληνοδιδάσκαλο και μέλλοντα διευθυντή τον Χανιώτη Ανδρέα Ευδαιμονογιάννη (1555-1625), εξελίχτηκε σε πρότυπο κέντρο ελληνοχριστιανικής παι­δείας στο οποίο η μάθηση άρχιζε περί το 12ο έτος της ηλικίας και τελείωνε στο 18ο. Οι καλύτεροι, έκλειναν τον κύκλο των σπουδών με απόκτηση διδακτορικού τίτλου στη φιλολογία, τη φιλοσοφία ή τη θεολογία. Η απονομή του τίτλου γίνο­νταν κατά τη διάρκεια τελετής που συγκέντρωνε γύρω από τον τιμώμενο, μαθη­τές και διδάσκοντες. Το πρόγραμμα των 30-35 κατ’ έτος σπουδαστών, περιελάμβανε γραφή και ανάγνωση της ελληνικής, ιταλικής και λατινικής γλώσσας, ιστορία της Εκκλησίας, φιλοσοφία και για τους προοριζόμενους στο ιερατείο, θεολογία και ποιμαντική.

Η απονομή του ενδεικτικού αποφοίτησης γίνονταν ενώπιον του καρδιναλίου προστάτου του ιδρύματος από τον διευθυντή. Γονατιστός ενώπιον τους, ο τελει­όφοιτος απήγγειλε την ομολογία πίστεως με ιδιαίτερη έμφαση στο «Filioque«, και εις την εκ του Υιού δηλαδή εκπόρευση του Παναγίου Πνεύματος, και στο πρω­τείο δικαιοδοσίας του Επισκόπου Ρώμης εφ’ όλων των Επισκόπων της Εκκλη­σίας, αδιακρίτως λειτουργικού τυπικού.

Οι χειροτονίες γίνονταν υποχρεωτικά κατά το βυζαντινό τυπικό από ενωτι­κούς Επισκόπους οι οποίοι διορίζονταν στον Άγιο Αθανάσιο για το σκοπό αυτό. Κατάλογο με βιογραφικά στοιχεία αυτών, κατήρτισε ο Τήνιος ιστορικός π. Μάρ­κος Φώσκολος, τελειόφοιτος του ιδίου Κολλεγίου, στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Πρόταση του Ανδρέα Ευδαιμονογιάννη, πρύτανη των θεολόγων της Ρώμης μετά την εκδημία του επίσης Ιησουίτου καρδιναλίου Ροβέρτου Βελλαρμίνου το 1621, για τη χειροτονία των αποφοίτων από φιλενωτικούς ορθόδοξους Αρχιε­ρείς, δεν έγινε δεκτή από την αρμόδια επιτροπή Καρδιναλίων.

Οι Πελοποννήσιοι μαθητές κατά την πρώτη εβδομηκονταετία λειτουργίας του Κολλεγίου (1576-1646), ανήλθαν σε 26. Ένδεκα ήταν από το Ναύπλιο, 4 από την Κορώνη, 3 από τον Οίτυλο της Μάνης, 2 από την Πάτρα, 2 από την Κυπαρισία, ανά ένας από τη Μονεμβασία ή Νεάπολη της Μαλβαζίας, το Λεοντάρι, και 2 από άγνωστη περιοχή.

 

Πάπας Γρηγόριος ΙΕ΄

 ** Η Ιερά Σύνοδος για την διάδοση της πίστης ( sacra Congregatio de propaganda fide) ιδρύθηκε από τον πάπα Γρηγόριο ΙΕ΄ το 1622, με κύριο σκοπό τον ευαγγελισμό των εκτός του καθολικού κόσμου, χωρών. Στην δικαιοδοσία της είχε περιέλθει έως την ίδρυση ανεξαρτήτου Κράτους, και η μικρή καθολική μειονότητα στους ελληνόφωνους χώρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για το λόγο αυτό, στα ρωμαϊκά Αρχεία της φυλάσσονται πολλά έγγραφα, που αφορούν στις ελληνοκαθολικές αλλά και ορθόδοξες κοινότητες επί Τουρκοκρατίας.

 

 *** Ανδρέας Ρώσης (Rossius, Rossi και Rubeus). Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1609 από τον Αναστάσιο, αδελφό του Κανακίου Ρώση και την Μπιάνκα Σωλημά, επιφανείς  καθολικές Οικογένειες  στην πρωτεύουσα της Αργολίδας (ACGr τ. 1 φ. 5, τ. 8 φ. 200). Εισήλθε στο Κολλέγιο «Αγίου Αθανασίου» στις 10.1.1624, με συστατική επιστολή των Ναυπλιωτών εμπόρων στη Βενετία, Γεωργίου Κρές και Ιωάννη Μπαχατούρη.

Σπούδασε ένα χρόνο γραμματική, δύο χρόνια φιλοσοφία και τρία θεολογία. Το 1625 κατέθεσε ομολογία καθολικής πίστεως και έγινε μέλος της Αδελφότητας της Παναγίας. Από το Κολλέγιο απεφοίτησε το 1634, αφού δίδαξε για δύο χρόνια τα ελληνικά σε νεότερους μαθητές. Στη Βενετία όπου εγκαταστάθηκε το 1635, δίδαξε στο Σχολείο της Ελληνικής Κοινότητας έως το 1639. Στο Αρχείο της Ιεράς Συνόδου για τη διάδοση της πίστεως, σειρά Acta τ. 10 φ. 304, φυλάσσεται επιστολή του, στην οποία αναφέρεται η αναχώρηση του αδελφού του Νικολάου για το Άγιον Όρος και η άφιξη του αρχιδιακόνου του φιλενωτικού αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Αθανασίου Πατελάρου, ο οποίος έμελε να ταξιδέψει στη Ρώμη για να δώσει όρκο υπακοής στον Πάπα.

Καθ’ όλες τις ενδείξεις, ο «δον Ανδρέ Ρώσιος», συνδέθηκε στη Βενετία με ορθόδοξους Έλληνες και ανέπτυξε αντιιησουϊτική δράση επειδή, όπως γράφει, «άλλο δεν σκοπούσιν ειμή πως να σβήνουν το ρητόν και την φήμην των εδικών μου, λέγω των Ρωμαίων»16.

Ο Λέων Αλλάτιος διέσωσε αρχαιοελληνικά επιγράμματα του Α. Ρώση ο οποίος απεβίωσε περί το 1640 στην Ισπανία όπου είχε αποκτήσει την εύνοια υψηλά ισταμένων προσώπων.

 

**** Νικόλαος Ρώσης ή Rubeus. Αδελφός και ανιψιός των Ανδρέα και Κανακίου Ρώση. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1592 και εισήλθε στον «Άγιο Αθανάσιο» το 1608. Παρακολούθησε όλα τα διδασκόμενα στη Σχολή μαθήματα και υπήρξε μέλος της Αδελφότητας της Παναγίας από το 1626 έως το 1634, έτος εξόδου του από το Ίδρυμα.

Το 1635, μετά τη χειροτονία του στη Βενετία κατά το βυζαντινό τυπικό, ταξίδεψε στον ‘Αθωνα όπου ίδρυσε Σχολείο Ανθρωπιστικών Σπουδών αντί 60.000 σκούδων το χρόνο, τα οποία κατέβαλε η Ιερά Σύνοδος για τη διάδοση της πίστεως. Η Σχολή λειτούργησε από το 1635 έως το 1640, στον περίβολο του Πρωτάτου στις Καρυές. Από εκεί έστειλε στη Ρώμη 20 επιστολές τις οποίες δημοσίευσε ο ιστορικός των Ενωτικών Εκκλησιών της Ανατολής, Γεώργιος Hofmann. Το διδακτικό του έργο συνέχισε ο Νικόλαος Ρώσης στη Θεσσαλονίκη από το 1640 έως το έτος του θανάτου του 1642. Την ίδια εποχή οι Ιησουίτες επεχείρησαν να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας, κάτι το οποίο κατόρθωσαν μισό αιώνα αργότερα (1704).

Ο ίδιος ο Ν. Ρώσης, στις επιστολές του προς τις ρωμαϊκές εκκλησιαστικές Αρχές, αντί των «άκαμπτων» Ιησουϊτών, πρότεινε για την ιεραποστολή στον Ελληνικό βορρά τους πιο «συμφιλιωτικούς» φραγκισκανούς Καπουκίνους, που μια δεκαετία αργότερα, εγκαταστάθηκαν οριστικά στο Ναύπλιο όπου παρέμειναν έως τα χρόνια της Επανάστασης. Στην πόλη αυτή, όπως και στο γειτονικό Άργος, πρόσφεραν τις πνευματικές τους υπηρεσίες και μάθαιναν στα παιδιά γράμ­ματα.

Σε ανυπόγραφη επιστολή Καπουκίνου του Ναυπλίου με ημερομηνία 9.1.1658, διαβάζουμε τα ακόλουθα για την εκπαιδευτική δραστηριότητα των συναδέλφων του: «Στο Σχολείο μας στη Νάπολι της Ρωμανίας έχουμε 35 παιδιά, που μαθαίνουν γραμματική και κατήχηση. Αρκετά άλλα τα συνοδεύουν στην κατήχηση. Πολλά παιδιά τα αρνούμαστε επειδή έρχονται χωρίς σκοπό και συνοδεία. Αν διδάξουμε αριθμητική, τότε όλα θα έρχονται σε μας. Θα αναγκαστούμε όμως να δεχτούμε όσα επιτρέπουν οι δυνάμεις μας. Τα παιδιά που διδάσκονται την κατήχηση, γίνονται κήρυκες της ορθής πίστης στις 4 συνοικίες της πόλης. Πρωί και βράδυ επαναλαμβάνουν το μάθημά τους σε γονείς και γείτονες. Με την επανάληψη, η γνώση μεταδίδεται σε όλους. Σταματούν στις πλατείες και στα σπίτια για να απαγγείλουν ό,τι έμαθαν το πρωί. Μεταξύ αυτών των νεοφύτων, οι πιο ένθερμοι πηγαινοέρχονται στα σπίτια και κάνουν κατήχηση. Τους ακούω με ευχαρίστηση όταν επανέρχονται στο σχολείο. Και οι παπάδες στέλνουν τα παιδιά τους στο μάθημα. Όλοι ομολογούν ότι ποτέ δεν έζησαν κάτι παρόμοιο».

 

*****  Στην καθολική Εκκλησία, εκτός του λατινικού λειτουργικού τυπικού, το οποίο ακολουθεί η μεγάλη πλειοψηφία των πιστών, χρησιμοποιούνται όλα σχεδόν τα τυπικά των Ανατολικών Εκκλησιών όπως το Βυζαντινό, Αρμενικό, Κοπτικό, Μαρωνικό κ.ά. Οι πιστοί των τυπικών αυτών, Καθολικοί καθόλα, αποκαλούνται « Ενωτικοί».

 

******  Στο αρχείο « Αγίου Αθανασίου» AGGr τ.6 φ.32, φυλάσσεται σχετική αίτηση του Κ. Ρώση στον πάπα Ουρβανό Η΄αλλά και ενδιαφέρον ανώνυμο υπόμνημα στο οποίο αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δεν ενδείκνυται η χειροτονία του Κ. Ρώση σε ενωτικό επίσκοπο με έδρα το Κολλέγιο του « Αγίου Αθανασίου». Α) Έχει αφοριστεί από 4 πατριάρχες της Ανατολής. Β) Ο ανιψιός του Ανδρέας Ρώσης αναπτύσσει φιλορθόδοξη δράση μεταξύ των Ελλήνων της Βενετίας και εκθειάζει το « σχισματικό» επίσκοπο Γαβριήλ Σεβήρο και Γ) Ο αδελφός του Κανακίου Κωνσταντίνος ασπάστηκε το μωαμεθανισμό.

  

Πηγές

 


  • Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Ναυπλιώτες Μαθητές στο Ελληνικό Κολλέγιο Ρώμης, Άγιος Αθανάσιος 1594-1646», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 1998.
  •  Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Ανάλεκτα Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου 75μ.χ. – 2004», Έκδοση Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου, 2004.

 

Read Full Post »

Το Νέο Βιβλίο του Γιώργου Αντωνίου, «ΣΧΟΛΙΚΗ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ 1880- 1980».


  

Ο Δημοσιογράφος- ερευνητής Γιώργος Αντωνίου, μετά από μια πολύχρονη προσπάθεια αναζήτησης και συλλογής εκατοντάδων φωτογραφιών και ξεχασμένων σχολικών εγγράφων, παρουσιάζει το καινούριο του βιβλίο:

 

 ΣΧΟΛΙΚΗ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ 1880- 1980.

 

Το νέο, ιδιαιτέρως ενδιαφέρον και πρωτότυπο πόνημά του, θα παρουσιάσει στο Άργος και το Ναύπλιο, με την συνεργασία φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Η πρώτη εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στις 5 Ιουνίου 2010, στον όμορφο και ειδικά διαμορφωμένο αύλειο χώρο του Κωνσταντοπούλειου Μεγάρου, στις 8.30 το βράδυ. Στο Ναύπλιο, η παρουσίαση θα επαναληφθεί στις 12 Ιουνίου 2010, στο γνωστό μας ΤΡΙΑΝΟΝ, στην πλατεία Συντάγματος, την ίδια ώρα.

Στις εκδηλώσεις, εκτός από την παρουσίαση του βιβλίου, θα προβληθεί σχετικό ντοκιμαντέρ που συνοδεύει το βιβλίο, αλλά και έκθεση φωτογραφικού και άλλου αρχειακού υλικού.

Στις 260 σελίδες του νέου βιβλίου- λευκώματος, αναδύεται το κοινωνικό και  πολιτιστικό πλαίσιο των τελευταίων εκατό χρόνων, ενώ τα στοιχεία που περιέχει, αποτελούν μια σημαντική συμβολή στην εκπαιδευτική ιστορία του τόπου.

Read Full Post »

Ο Ιωάννης Γεννάδιος και η εποχή του


  

Ομαδική εικαστική έκθεση με θεματική αφετηρία τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη στα 84 χρόνια λειτουργίας της και τον ιδρυτή της, διπλωμάτη και βιβλιόφιλο Ιωάννη Γεννάδιο. 60 σύγχρονοι καλλιτέχνες εμπνεύστηκαν από την προσωπικότητά του Γενναδίου, το δημιούργημά του, τις συλλογές και την εποχή του και εκθέτουν τα έργα τους στο πλαίσιο ενός ανοίγματος της ερευνητικής Βιβλιοθήκης προς το ευρύτερο κοινό.

8-29 Ιουνίου 2010

Γεννάδειος Βιβλιοθήκη
Σουηδίας 61
Αθήνα

Ώρες λειτουργίας:
Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή 9:00-17:00
Πέμπτη 9:00-20:00
Σάββατο 9:00-14:00

Πληροφορίες:
Τηλ. 210 7210536, fax: 210 7237767

Read Full Post »

Πλατωνικός δογματισμός


  

The Origins of Platonist Dogmatism.

Διάλεξη του καθηγητή John Dillon στο πλαίσιο της υποδοχής του ως αντεπιστέλλοντος μέλους της Ακαδημίας Αθηνών.

Θα προσφωνήσει τον ομιλητή ο πρόεδρος της Ακαδημίας Κωνσταντίνος Σβολόπουλος και στη συνέχεια ο ακαδημαϊκός Ευάγγελος Μουτσόπουλος θα παρουσιάσει το επιστημονικό του έργο.

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010, 20:00

Ακαδημία Αθηνών

Πανεπιστημίου 28
Αθήνα

Πληροφορίες: Τηλ. 210 3664700

Read Full Post »

 

Αntonios Figuerra d’ Almeida (Αλμέιντα Αντόνιο Φιγκέιρα ντ'). Ελαιογραφία - Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Αntonios Figuerra d’ Almeida (Αλμέιντα Αντόνιο Φιγκέιρα ντ’). Ελαιογραφία – Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Αντώνιο FiguerradAlmeida(1783-1847)


 

Για τον πιο διακεκριμένο φιλέλληνα της Ιβηρικής χερσονήσου, τον πορτογάλο Αντώνιο Figuerra d’ Almeida (1783 – 1847), τα πληρέστερα βιογραφικά στοιχεία οφείλουμε στον ελβετό Ερρίκο Fornesy. Το φυλασσόμενο στην Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών χειρόγραφό του αρ. 1697, δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο πειραϊκό περιοδικό «Εβδομάς» του έτους 1884.

Το κείμενο για τον Almeida στο τεύχος του Ιανουαρίου 1884, έχεις ως εξής: «Αρχαίος αξιωματικός εις τον στρατόν της πατρίδος του Πορτογαλίας κατά τους υπέρ ανεξαρτησίας της Ιβηρικής χερσονήσου κατά των Γάλλων της Α’ Αυτοκρατορίας πολέμους (του Μ. Ναπολέοντος), έλαβε το 1823 ενεργόν μέρος εις την συνταγματικήν  πάλην της Ισπανίας κατά της εισβολής των Βουρβώνων.

Εις την Ελλάδα διεδέχθη εις την αρχηγίαν του τακτικού ιππικού τον κόμητα Regnault de Saint – Jean d’ Angely, και διεκρίθη την 1η Αυγούστου 1826 εν Τριπολιτσά εις πεισματώδη μάχην, όπου επικεφαλής μιας δρακός ιππέων διεσκόρπισεν ισχυρόν τετράγωνον τακτικών Αράβων, απάντων φονευθέντων. Εν συνεχεία συνόδευσε  τον Φαβιέρο εις τινας ακολούθους εκστρατείας και εχωρίσθη αυτού εις την της Χίου.

Ένεκα της αναρχίας, ήτις επηκολούθησε την δολοφονία του κυβερνήτου Καποδιστρίου, ηναγκάσθη μετά μακράν πάλην να εγκαταλείψη την αρχηγίαν των πολεμικών θέσεων και φρουρίων του Ναυπλίου, όπου η πολιτική επιρροή της Γαλλίας και Αγγλίας ενίκησε την της Ρωσίας.

 

Έγγραφο του φρουράρχου Αντώνιο Figuerra d’ Almeida στο ιστορικό Αρχείο Ναύπλιου.

 

Η Βαυαρική αντιβασιλεία δεν εφείσθη μάλλον των άλλων του φιλέλληνος  Αλμέϊδα. Τον ηδίκησαν , του αρνήθηκαν τα δικαιώματα του, άτινα εντίμως και νομίμως απέκτησε και μόλις περί τα τέλη του 1835, τον επανέφερον εις την υπηρεσίαν με την μισθοδοσία του διαθεσίμου, και του ανέθηκαν την στρατιωτικήν διοίκησιν του Μεσολογγίου. Το μέτρον τούτο ενέπνευσε εις την αντιβασιλείαν η προαίσθησις του κινδύνου της στιγμής μάλλον, ή η ιδέα της επανωρθώσεως αδίκου παραγκωνίσεως γενναιοτάτου, ακεραίου και δραστηρίου στρατιώτου.

Πράγματι, διάφοροι στάσεις εν Πελοποννήσω δυσκόλως περισταλείσαι, μετέδωσαν γενικήν δυσαρέσκειαν εις όλην την Στερεά Ελλάδα, παροργισθείσαν κυρίως εκ της αποτόμου και εντελούς διαλύσεως των παλαιών ατάκτων στρατευμάτων και παλληκαρίων , χωρίς ποσώς ν’ αμειφθώσι, δια τας υπερανθρώπους  θυσίας και τας ηρωικάς υπηρεσίας , ας προσήνεγκον εις την πατρίδα.

Άνθρωπος πεπειραμένος, ο συνταγματάρχης Αλμέιδας ταχέως κατενόησεν εις την κυβέρνησιν αλλ’ αύτη εκώφευσεν εις την συμβουλήν του. Ούτω, τέσσαρας ημέρας μετά την ακατανόητον ελάττωσιν των δυνάμεων, ήτοι την 5 Ιανουαρίου 1836, εξερράγη η φοβερά επανάστασις εν Μσολογγίω επί κεφαλής της οποίας ήσαν ο συνταγματάρχης Νικόλαος Ζέρβας και πλήθος παλαιών αξιωματικών αδικηθέντων υπό της εξουσίας. Εν συντόμω μετά τριμήνου προσπαθείας και με ατομικούς ως επί το πλείστον κινδύνους, ο γενναίος πορτογάλος κατόρθωσε να εξέλθη νικητής κρίσεως ήτις έθετε την δυναστείαν του Όθωνος εις το χείλος της απωλείας. Του απέδωκαν τότε ολόκληρον τον μισθόν του βαθμού του και τον επανέφερον εις την παλαιάν και έντιμον θέσιν του διοικητού του Ναυπλίου. Μετά ταύτα επροβιβάσθη εις αντιστράτηγον.

Είχε τον μεγαλόσταυρον του Σωτήρος, τον σταυρόν του Χριστού, έφερε δε και το μετάλλιον του ελληνικού αγώνος.  Απέθανεν υπό σύνταξιν εν Bataglia της Ενετίας την 21ην Ιουλίου 1847.

Από τα ανωτέρω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τρεις είναι οι ανεκτίμητες υπηρεσίες που πρόσφερε στην αναγεννόμενη Ελλάδα ο Αντώνιος D’ Almeida, ο κατά τον Fornesy«γενναιότατος, ακέραιος και δραστήριος στρατιώτης»: η ηρωική υπεράσπιση της Τριπολιτσάς από της ορδές των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ την 1η Αυγούστου 1826, η σωτηρία του Ναυπλίου από τον κίνδυνο εμφύλιου σπαραγμού φίλων και αντιπολιτευομένων του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, και η καταστολή της εξέγερσης των οπαδών του Συνταγματάρχη Ζέρβα στο Μεσολόγγι στις 5 Ιανουαρίου 1836.

Για τη λιγότερο γνωστή συμφιλιωτική επέμβαση του Αλμέιδα μεταξύ Καποδιστριακών και Αντικαποδιστριακών αμέσως μετά την δολοφονία του Κυβερνήτη, έχουμε τη μαρτυρία του φίλου του Καποδίστρια από τα φοιτητικά του χρόνια στην Ιταλία και γιατρού του στο Ναύπλιο από της 20ης Ιανουαρίου 1828 έως την δολοφονία του, Zecchini.

Κατά τα Απομνημονεύματά του «Εικόνες της Νεωτέρας Ελλάδος», και πιο συγκεκριμένα  το κεφάλαιο που αφορά στη δολοφονία του Καποδίστρια το οποίο του παρουσίασε στα « Ναυπλιακά Ανάλεκτα» V (2004) σελ. 249 – 253, ο Κ. Καιροφύλας ο Zecchini πέρασε την παραμονή του αποτρόπαιου εγκλήματος στην Τίρυνθα. Την επομένη το πρωί, επιστρέφοντας πεζός στο Ναύπλιο, πληροφορήθηκε το έγκλημα. Στο κυβερνείο διαπίστωσε τον ακαριαίο θάνατο του νεκρού από πυροβολισμό στον κρόταφο.

«Μετά την δολοφονία», γράφει Zecchini και μεταφράζει ο Καιροφύλας «ο Γιώργης Μαυρομιχάλης έτρεξε να καταφύγει στο σπίτι του πρεσβευτού της Γαλλίας  Ρουέν, αλλ’ όπως ήταν ζαλισμένος από το έγκλημα, έκανε λάθος και μπήκε στο γειτονικό σπίτι όπου κατοικούσε ένας Γάλλος συνταγματάρχης του πυροβολικού (σ. σ., κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για τον Αύγουστο Ι. Touret, χορηγό του Μνημείου Φιλελλήνων στην Καθολική Εκκλησία Ναυπλίου)… Από εκεί ο Γιώργης Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη Γαλλική πρεσβεία που του έδωσε καταφύγιο.

Μόλις ο λαός έμαθε ότι ο δολοφόνος κρυβόταν στη Γαλλική πρεσβεία, αγριεμένος έτρεξε  εκεί ζητώντας  από τον πρεσβευτή να του τον παραδώσει. Αλλά ο πρέσβης αρνήθηκε με την πιο μεγάλη αναίδεια. Το πλήθος τότε αγρίεψε σε βαθμό επικίνδυνο. Τότε, ευτυχώς επενέβη ο συνταγματάρχης Αλμέϊδα, πορτογαλικής καταγωγής, ο οποίος προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες εις την επαναστατημένη Ελλάδα, και ήτο στρατιωτικός διοικητής Ναυπλίου.

Παρουσιάστηκε στο Γάλλο πρεσβευτή Ρουέν και του εξήγησε το δίκαιο θυμό του λαού και τον κίνδυνο που απειλούσε κι αυτή ακόμη τη ζωή του πρευσβευτού από ένα θεριωμένο ασκέρι. Ο πρέσβης κατάλαβε τότε τι τον περίμενε και δέχτηκε την πρόταση του Αλμέιδα, δηλαδή να παραδώση σ’ αυτόν τον δολοφόνο, ο δε Αλμέιδα εγγυήθηκε ότι ο λαός δεν θα τον αγγίξη, αλλά θα τον δικάσει το νόμιμο δικαστήριο.

Κι έτσι, κρυφά ο δολοφόνος παραδόθηκε στον Αλμέιδα ο οποίος τον έκλεισε μέσα στο Παλαμήδι. Ο Τζεκκίνι επαινεί τη διπλωματική ικανότητα του Αλμέιδα, χωρίς την επέμβαση του οποίου ο λαός θα έκαιγε τη Γαλλική πρεσβεία και θα εδημιουργούντο θλιβερά επεισόδια…» 

 

Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Διήμερο εκδηλώσεων αφιερωμένο στην αρχαία ποιήτρια Σαπφώ


 

Διήμερο εκδηλώσεων αφιερωμένο στην αρχαία ποιήτρια Σαπφώ που διοργανώνεται από την Ελληνοαμερικανική Ένωση και το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Harvard.

Τρίτη 1 Ιουνίου 2010
19:00
– Gregory Nagy, καθηγητής και διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard,
χαιρετισμός και διάλεξη «Sappho the Musical Diva»

20:00
– θεατρική παράσταση «Σαπφώ: Θραύσματα» σε σκηνοθεσία Κορνηλίας Βασιλειάδου και Camila Bauer Bronstrup με τις Ανθή Ευστρατιάδου, Ίριδα Νικολάου και Κλέα Σαμαντά

21:00
– Εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφιών Sapphographs του Donovan. O καλλιτέχνης θα παραστεί και θα μιλήσει στα εγκαίνια ενώ θα ερμηνεύσει το τραγούδι του «Be Mine»

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

19:00
– Timothy Powers, καθηγητής στο Rutgers University, διάλεξη «Sappho and the Citharodes»

20:00
– Olga Broumas, καθηγήτρια, Τμήμα Αγγλικής και Αμερικανικής Λογοτεχνίας, Πανεπιστήμιο Brandeis, Ποιήτρια
Ανάγνωση ποιημάτων «What One Loves»

21:00
– Διάλεξη / Παράσταση με τη συμμετοχή των: John Franklin, καθηγητή στο University of Vermont και Στυλιανού Ψαρουδάκη, καθηγητή στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών με τίτλο «Ancient Music»

Τρίτη 1- Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

Ελληνοαμερικανική Ένωση. Θέατρο και Γκαλερί Ελληνοαμερικανικής Ένωσης
Μασσαλίας 22, Αθήνα.

Πληροφορίες:
Ελληνοαμερικανική Ένωση, Διεύθυνση Πολιτιστικών, Μασσαλίας 22, 10680 Αθήνα.
Τηλ: 210 3680052, 210 3680047, fax: 210 3633174.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »