Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Κοφινιώτης Μιχαήλ (1888-1982)


 

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1888 και πέθανε το 1982. Υπήρξε φημισμένος λυρικός τενόρος και ηθοποιός του μουσικού θεάτρου. Ήταν γιος του φιλόλογου και θεολόγου Ευάγγελου Κοφινιώτη από την Νέα Τίρυνθα (Κοφίνι) Αργολίδας και ανεψιός του Ιωάννη Κοφινιώτη καθηγητή και ιστορικού. Γράφτηκε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά τον κέρδισε το ελαφρό θέατρο. Πρώτη φορά εμφανίστηκε στην επιθεώρηση «Παναθήναια» με τον θίασο του Σαγιώρ το 1907 και αργότερα, ως τενόρος στην οπερέτα «Μαμζέλ Νιτούς». Στο διάστημα 1909-1920 συνεργάστηκε με την Οπερέτα Παπαϊωάννου: «Πικ Νίκ», «Βαφτιστικός», «Δαιμονισμένη», «Ένας Κλέφτης στον Παράδεισο», «Γυναίκα του δρόμου», «Το Κορίτσι της γειτονιάς», «Ονειρώδες βαλς», «Εύθυμη χήρα», «Κόμης του Λουξεμβούργου», «Έρως τσιγγάνων», «Έρως πριγκίπων», «Παγκανίνι», «Κοντέσα του χορού», «Κοντέσα Μαρίτσα», «Μάγισσα της φωτιάς», «Η νύφη του Συντάγματος», «Αγόρι ή Κορίτσι;», «Οι θεατρίνοι», κ.α. Το 1919 πήγε στο Μιλάνο με υποτροφία του Δήμου Αθηναίων, για μελοδραματικές σπουδές.

Στη συνέχεια συγκρότησε προσωπικό θίασο (1926-28). Συνεργάστηκε με τους: Ι. Ριτσιάρδη, Ολυμπία Καντιώτου – Ριτσιάρδη και την διετία 1928-1930 με την Ολυμπία Καντιώτου. Συνέπραξε επίσης με τον Μάνο Φιλιππίδη στο Θέατρο «Αλάμπρα» και «ανέβασαν» τις οπερέτες του Θ. Σακελλαρίδη « Η κόρη της καταιγίδας» και « Δεσποινίς Σορολόπ».

Το 1935 έπαιξε στα «Ερωτικά γυμνάσια» στο Θέατρο της «Κυβέλης». Εμφανίστηκε επανειλημμένα στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Τουρκία, και την Αίγυπτο. Ανέλαβε τις θέσεις του πρωταγωνιστή τενόρου και του καλλιτεχνικού διευθυντή της Κρατικής Τουρκικής Οπερέτας (Γαλλικό Θέατρο Κωνσταντινούπολης 1937-38).

Τελικά, το 1938, άφησε το θέατρο και ανέλαβε εκφωνητής στον νεοϊδρυόμενο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.).  Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας από το 1917 μέχρι το 1929 – ο πρώτος από την ίδρυση του- και Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών από το 1945 έως το 1952 και τιμήθηκε με το Μετάλλιο του Γεωργίου Β’.

 

Πηγή


  • Τάκης Καλογερόπουλος, «Λεξικό της Ελληνικής μουσικής», εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.

Read Full Post »

Τα νομικά περιοδικά στο Ναύπλιο τον 19ον αιώνα


 

Ο δέκατος ένατος αιώνας βρίσκει το Ναύπλιο πόλη καθαρά σχεδόν Τουρκική [i]. Τις παραμονές της Επαναστάσεως από τους 6 χιλιάδες περίπου κατοίκους του, οι χριστιανοί δεν ξεπερνούν τους 300, μολονότι η πόλη ήταν έδρα σπουδαίας μητροπόλεως, ο δε τότε μητροπολίτης Ναυπλίου Γρηγόριος υπήρξε ένας από τους θερμότερους μύστες της Φιλικής Εταιρείας [ii]. Με την άλωσή του όμως το 1822 και τη μεταφορά των Τούρκων στη Μικρά Ασία το Ναύπλιο μένει στα χέρια των Ελλήνων άδειο σχεδόν από κατοίκους. Τα κτήρια εν τούτοις ήταν σε καλή κατάσταση και γρήγορα κατελήφθησαν από τους προκρίτους της περιοχής.

Το γεγονός δε ότι θεωρήθηκε το ασφαλέστερο μέρος της Ελλάδος και σ’ αυτό εγκαταστάθηκε το 1823 η Προσωρινή Διοίκηση και κατόπιν το 1827 η οριστική έδρα της Κυβερνήσεως και της Βουλής, το κατέστησε πόλο έλξεως προσφύγων από κάθε γωνιά του Ελληνικού χώρου αλλά και πολλών ξένων κυρίως Ευρωπαίων. Όπως χαρακτηριστικά περιγράφει ο Λαμπρυνίδης [iii] η πόλη «παρουσίασε την όψιν αυτόχρημα μωσαϊκού διαλέκτων, ηθών εθίμων, αμφιέσεων κ.λ.π., ων την εικόνα παρέχει ημίν εν μέρει ο αείμνηστος λόγιος Δ. Κ. Βυζάντιος εν τη υπ’ αυτού φιλοτεχνηθείση όντως πρωτοτυπώ κωμωδία «Βαβυλωνία», της οποίας η σκηνή υπόκειται εν Ναυπλίω και τα πρόσωπα εκ του πραγματικού ήσαν ειλημμένα».

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Ανάμεσα σ’ αυτούς, που τότε συνέρρευσαν στο Ναύπλιο ήταν και αρκετοί, που ήσαν ή ισχυρίζονταν πώς ήσαν νομικοί. Μερικοί όντως ιδιαίτερα αξιόλογοι, εδίδαξαν αργότερα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ή στελέχωσαν τη δικαιοσύνη και τους άλλους σημαντικούς τομείς του δημοσίου βίου. Αυτοί οι πρώτοι νομικοί είναι εκείνοι, που έθεσαν τις βάσεις της νεώτερης Ελληνικής νομικής επιστήμης [iv], η οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ανύπαρκτη. Ελάχιστα ήταν, όπως είναι φυσικό, και τα νομικά βιβλία. Για περιοδικά νομικά δεν γίνεται λόγος. Αυτά προϋποθέτουν ζωντανή νομική επικαιρότητα, γι’ αυτό και κάνουν την εμφάνισή τους μόνον όταν πληρούται αυτή η προϋπόθεση, δηλαδή όταν δημιουργείται κράτος και αρχίζουν να λειτουργούν τα δικαστήρια και οι άλλοι θεσμοί.

Τα νομικά περιοδικά που εκδόθηκαν στο Ναύπλιο καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα είναι τέσσερα [v]. Μερικά πιο αξιόλογα από τα άλλα, το καθένα δημιούργημα της εποχής και των συνθηκών που το γέννησαν. Πολύ ενδιαφέρον, περισσότερο ως δείγμα γραφής, γιατί ήταν πολύ βραχύβιο είναι «Ο Παρατηρητής», «Περιοδικόν Σύγγραμμα Φιλολογικόν και Νομικόν», που εκδόθηκε από τον Εδουάρδο Μάσσονα κατά το έτος 1838.

Ο Εδουάρδος Μάσσων [vi], ο διαβόητος εισαγγελέας της δίκης του Θ. Κολοκοτρώνη, ήταν Σκωτσέζος και είχε σπουδάσει στο Αμπερντήν Νομικά, Φιλοσοφία και Θεολογία. Στην Ελλάδα ήρθε το 1824 και το πρώτο αξίωμα που κατέλαβε ήταν γραμματέας του ναυάρχου Κόχραν. Από το 1825 άρχισε να διδάσκει Πολιτική Οικονομία, αργότερα δε και Ρωμαϊκό Δίκαιο.

Έγινε ο πρώτος Γενικός Εισαγγελέας της Ελλάδος μετά δε την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών διορίστηκε καθηγητής της Ιστορίας και για λίγο χρόνο Αρεοπαγίτης. Η ζωή του προσαρμόστηκε στις απαιτήσεις της Αγγλικής πολιτικής στην Ελλάδα, της οποίας ήταν εκφραστής και ακολούθησε τις διακυμάνσεις που γνώρισε η Αγγλική επιρροή στη χώρα. Αντικαποδιστριακός, ανέλαβε μάλιστα την υπεράσπιση του Γεωργάκη Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, επί Αντιβασιλείας Εισαγγελέας των πολιτικών δικών, περιορίζει τις δραστηριότητές του αυτές όταν ο ευνοούμενος των Άγγλων Άρμασμπεργκ εκδιώκεται και τέλος φεύγει από την Ελλάδα το 1845 για 20 ολόκληρα χρόνια. Επιστρέφει το 1865 και το 1867 αρχίζει την έκδοση του περιοδικού «Μνήμων», δημοσιεύει δε και μερικές μελέτες μέχρι το 1873, οπότε πεθαίνει στην Αθήνα. Εντύπωση προκαλεί το ότι στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Μνήμων» γράφει άρθρο εγκωμιαστικό για τον Καποδίστρια.

Του περιοδικού «Παρατηρητής» φαίνεται πώς εκδόθηκαν μόνο τρία τεύχη. Το καθένα από ένα τυπογραφικό φύλλο «εκ της τυπογραφίας των Κωνσταντίνων Τόμπρα [vii] και Ιωαννίδου». Παρά το μικρό του μέγεθος όμως είχε θέσει υψηλούς στόχους. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι κύριο αντικείμενό του ήταν η Φιλοσοφία του Δικαίου. Μάλιστα δε στα τρία αυτά τεύχη γίνεται προσπάθεια να εκτεθούν οι νομικοφιλοσοφικές θεωρίες του Ιερεμία Μπένθαμ. Στο πρώτο τεύχος δημοσιεύεται έργο του ίδιου του Μπένθαμ, μεταφρασμένο από χειρόγραφό του, στο οποίο ο συγγραφέας για να διαγράψει ζωηρότερα τις γενικές αρχές, που πρέπει να διέπουν τη νομοθεσία, παριστάνει βουλευτή που τις κηρύττει εν είδει ομολογίας και υποσχέσεως. Στα δύο άλλα τεύχη δημοσιεύεται έργο του Ιακώβου Μίλλ, «περί Νομικής», το οποίο στην ουσία είναι ανακεφαλαίωση των θεωριών του Μπένθαμ.

Η προβολή των θεωριών του Μπένθαμ, οι οποίες ως γνωστόν διακρίνονται για το φιλελευθερισμό τους, προκαλεί ερωτηματικά γιατί την εποχή που δημοσιεύονται αυτά τα άρθρα, έχει γίνει ήδη η νομοθεσία του Μάουερ και το ρεύμα υπέρ της εισαγωγής των δοξασιών του Μπένθαμ στην Ελληνική νομοθεσία έχει προ πολλού εξασθενήσει. Είναι άραγε καθαρά επιστημονικού χαρακτήρα; Ίσως. Το πιθανότερο όμως είναι ότι απηχούν το γενικότερο πνεύμα της εποχής, δηλαδή την αντίδραση στην απολυταρχία του Όθωνα, δεδομένου ότι βρισκόμαστε στο 1838 επί «πρωθυπουργίας» Ζωγράφου και ασύδοτης δράσεως της Καμαρίλας. Τα υπόλοιπα, επίσης ενδιαφέροντα άρθρα του περιοδικού ανήκουν κατά κύριο λόγο στον ίδιο το Μάσσονα.

Στο πρώτο τεύχος αρχίζει η δημοσίευση, που συνεχίζεται και στα επόμενα, περιλήψεως ομιλίας, την οποία εξεφώνησε κατά την έναρξη των πρώτων Ελληνικών Δικαστηρίων. Το γενικό θέμα της ομιλίας είναι, ότι η εθνική πρόοδος εξαρτάται από την κοινή ησυχία, την ορθή νομοθεσία και την ακριβή ενέργεια της Δικαιοσύνης. Στο δεύτερο τεύχος δημοσιεύει άρθρο περί Ρητορικής, περί εκπαιδεύσεως και περί του δικηγορικού επαγγέλματος. Στο ίδιο επίσης τεύχος δημοσιεύονται δύο ακόμα άρθρα, το ένα με τον τίτλο «Προκαταρκτικοί έννοιαι της κοινωνικής οικονομίας» και το άλλο «Γενεαλογία και διαγραφή της προσωπικής αξίας». Τέλος στο τρίτο τεύχος δημοσιεύει άρθρο με τον τίτλο «Προκαταρκτικοί έννοιαι της Φιλοσοφίας». Όλα του τα άρθρα διαπνέονται από ιδέες ευγενείς και φιλελεύθερες και καταφάσκουν στις αιώνιες ανθρωπιστικές αξίες.

Άλλο περιοδικό που αρχίζει να εκδίδεται την ίδια περίπου εποχή, αλλά που ευτύχησε να γνωρίσει μακρότητα ημερών είναι η «Εφημερίς Νομική» του Κωνσταντίνου Αξελού. Ο Κωνσταντίνος Αξελός [viii], ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία της εποχής, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Μετά την κήρυξη της Επαναστάσεως κατέφυγε μαζί με τα αδέλφια του στα νησιά και πήρε μέρος στην ναυμαχία της Σάμου μέσα σε πλοίο της οικογενείας του, στη συνέχεια δε το 1825 κατετάγη στον τακτικό στρατό. Μετά την άφιξη του Καποδίστρια και με το βαθμό του επιλοχαγού αναλαμβάνει την διεύθυνση της νεοσύστατης Σχολής Ευελπίδων στο Ναύπλιο. Παράλληλα διορίζεται εισηγητής στο διαρκές Στρατοδικείο και με την ιδιότητα αυτή διεξάγει τις ανακρίσεις και υποστηρίζει την κατηγορία για τη δολοφονία του Καποδίστρια. Με την επικράτηση της αντιπολιτεύσεως φεύγει από το στρατό και μετά την ίδρυση των τακτικών δικαστηρίων μετέρχεται το επάγγελμα του δικηγόρου στο Ναύπλιο. Τότε είναι που αρχίζει να εκδίδει την «Νομική».

Οι φυλακές της Ακροναυπλίας.

Το 1843 παίρνει μέρος στις δημοτικές και τις βουλευτικές εκλογές. Εκλέγεται σύμβουλος του Δήμου Ναυπλιέων και δύο φορές βουλευτής Ναυπλίας. Μέχρι το 1857 υπηρετεί ως Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Σ’ αυτή τη θέση ασχολήθηκε με τη στατιστική της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης από συστάσεως των Ελληνικών δικαστηρίων μέχρι το 1854 και με τη σύνταξη του ευρετηρίου των Εφημερίδων της Κυβερνήσεως από το 1833 μέχρι το 1854. Κατόπιν επανέρχεται στο στράτευμα και διορίζεται διευθυντής του δικαστικού τμήματος του Υπουργείου Στρατιωτικών και παράλληλα βασιλικός επίτροπος στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών. Από τη θέση αυτή προκάλεσε την υπέρ του Νόμου αναίρεση της αποφάσεως κατά του στρατηγού Μακρυγιάννη.

Από το 1862 και προφανώς εξ αιτίας της εκθρονίσεως του Όθωνα, φεύγει για την Κωνσταντινούπολη, όπου μετέρχεται το δικηγόρο και υπηρετεί ως σύμβουλος της ελληνικής πρεσβείας. Εν συνεχεία υπηρετεί ως πρόξενος στο Βουκουρέστι και στο Ραχτζούκιο. Στην Ελλάδα και στο Στράτευμα επιστρέφει μετά από αρκετά χρόνια.

Η «Νομική» εκδίδεται συνεχώς από τον Οκτώβριο του 1837 μέχρι το 1860, «άπαξ της εβδομάδος αορίστως», επίσης από το τυπογραφείο Τόμπρα – Ιωαννίδου. Όπως γράφει στο πρώτο φύλλο της «Νομικής», σκοπόν έχει την δημοσίευση της νομολογίας των εν Ναυπλίω Εφετών και του Αρείου Πάγου, αλλά όχι μόνον αυτό. Παράλληλα με τον πρακτικό αυτό σκοπό, ενδιαφέρεται εξ ίσου για την προαγωγή της νομικής επιστήμης με τη δημοσίευση επιστημονικών εργασιών. Και πράγματι πρόκειται για αξιόλογο περιοδικό. Ιδίως τα πρώτα 5-6 χρόνια, πριν ο Αξελός αρχίσει να ασχολείται με την πολιτική, η «Νομική» φαίνεται να γράφεται με μεράκι. Η ύλη της είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Δημοσιεύει χιλιάδες αποφάσεις Ελληνικών αλλά και ξένων δικαστηρίων και μεγάλο αριθμό επιστημονικών εργασιών, επίσης Ελλήνων και ξένων. Στο νομικό και ιδιαίτερα τον ιστορικό του Δικαίου η «Νομική» παρέχει πολύτιμο υλικό, γιατί μέσα από τις σελίδες της μπορεί να παρακολούθηση την πορεία της Νεοελληνικής Νομικής επιστήμης κατά τα πρώτα χρόνια της υπάρξεώς της, κατά την περίοδο, η οποία σοφά έχει χαρακτηρισθεί από τον αείμνηστο καθηγητή μας Παν. Ζέπο ως περίοδος αναζητήσεως και προπαρασκευής [ix].

Η Ελληνική Νομική επιστήμη, που ακόμα δεν έχει βρει το δρόμο της, ταλαντεύεται μεταξύ διαφόρων τάσεων και τόσο οι υπεύθυνοι για τη χάραξη της νομοθετικής πολιτικής, όσο και οι νομοδιδάσκαλοι αναζητούν το νομοθετικό πρότυπο που αρμόζει στην Ελλάδα. Και όταν ακόμα οι περισσότεροι τομείς του δικαίου εκαλύφθησαν από την νομοθεσία του Μάουερ, το πνεύμα της αναζητήσεως παρέμεινε ως προς το αστικό δίκαιο, το οποίο ο Μάουερ ως γνήσιος μαθητής του Σαβινώ δεν θέλησε να θίξει. Εξακολουθεί να δεσπόζει τόσο στην νεοϊδρυθείσα Νομική Σχολή Αθηνών όσο και στη διδασκαλία των αυτοσχεδίαν νομοδιδασκάλων [x], οι οποίοι παράλληλα προσπαθούν, καθώς φαίνεται με επιτυχία, να καλύψουν την ανάγκη παροχής νομικής παιδείας σε άλλες πόλεις της χώρας. Έτσι βλέπουμε άλλος να διδάσκει Ρωμαϊκό και άλλος Γαλλικό δίκαιο. Η «Νομική» δεν μένει αμέτοχη φυσικά. Ο Αξελός υποστηρίζει την εισαγωγή του Γαλλικού δικαίου, δεν διστάζει μάλιστα να δημοσιεύσει [xi] την άποψη του Γάλλου καθηγητού των Παρισίων Βροβάρ, «ότι το Ρωμαϊκό δίκαιο δεν είναι δα και τόσο σπουδαίο όσο το θεωρούν σήμερα στην Ευρώπη»!

Πέρα από τα επιστημονικά θέματα, πολλές είναι οι πληροφορίες, που παρέχει η «Νομική» για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Δικαιοσύνη και η νεοσύστατη νομική οικογένεια της χώρας. Πολλά τα ευτράπελα αλλά και τα σοβαρά μπορεί κανείς να σταχυολογήσει από τις στήλες της. Η λειτουργία της Δικαιοσύνης δεν ήταν εύκολη υπόθεση με τους λίγους, ακατάρτιστους πολλές φορές νομικούς, τους δικαστικούς κλητήρες, που πολλοί δεν ήξεραν ούτε το αλφάβητο, με αποτέλεσμα τις άκυρες επιδόσεις και τις επεμβάσεις των ξένων προστατών της χώρας. Για να περιοριστούμε σε μία μόνο χαρακτηριστική περίπτωση, θ’ αναφερθούμε στις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης του συνταγματάρχη Θ. Γρίβα, όπου ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου είναι Γάλλος και η δίκη διεξάγεται σε δύο γλώσσες, με αποτέλεσμα οι μεν κατηγορούμενοι να μην καταλαβαίνουν το κατηγορητήριο, οι δε δικαστές τι λέει η υπεράσπιση. Την παρ’ όλα αυτά αθώωση του κατηγορουμένου.

Αλλά δεν είναι μόνο η Ελληνική επικαιρότητα, που καλύπτεται από τις στήλες της «Νομικής». Πλήθος είναι οι πληροφορίες για τα διεθνή πράγματα, κυρίως βεβαίως στο νομικό και δικαστικό χώρο. Αυτές μαζί με τις μελέτες που αναφέρονται στο αλλοδαπό δίκαιο και σε αλλοδαπούς θεσμούς, από την Αμερική μέχρι την Ινδία, χαρίζουν στη «Νομική» ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες της έχεις την εντύπωση ότι η Ελλάδα της εποχής δεν είναι μια απομονωμένη χώρα, αλλά αντίθετα τόπος ανοιχτός σε κάθε ρεύμα και κάθε καινούργια ιδέα.

Τη «Νομική» μόλις έπαυσε να εκδίδεται επιχειρεί να αντικαταστήσει η «Εφημερίς των Δικαστηρίων», η οποία εκδίδεται από τρεις δικαστές, τους εφέτες Μ. Οικονόμου και Δ. Σαράβα και τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Α. Αθανασιάδη. Κύριο σκοπό της η «Εφημερίς» έχει τη δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων για να βοηθηθεί η πρακτική εφαρμογή του δικαίου. Είναι αξιοπρεπές περιοδικό, αλλά δεν προκαλεί το ενδιαφέρον της «Νομικής» γιατί δεν έχει το δυναμισμό εκείνης, ιδίως κατά την πρώτη περίοδο εκδόσεώς της. Η «Εφημερίς των Δικαστηρίων» εκδίδεται ανά δεκαπενθήμερο από 15 Απριλίου 1860 μέχρι το Σεπτέμβρη τού 1862.

Μετά 30 περίπου χρόνια, θα εκδοθεί ξανά νομικό περιοδικό στο Ναύπλιο. Είναι η «Δικαστική Εφημερίς», εκδιδόμενη από το δικηγόρο Σπύρο Γιαννόπουλο. Το πρώτο φύλλο της κυκλοφόρησε δοκιμαστικά την 1η Σεπτεμβρίου 1889 και μετά τακτικώς κάθε Σάββατο μέχρι 21 Σεπτεμβρίου 1891. Τυπωνόταν στο τυπογραφείο Σωτηρίου Ε. Βίγγα «παρά τη πλατεία του Συντάγματος». Σκοπό της τάσσει πρωτίστως τη δημοσίευση των σπουδαιο­τέρων αποφάσεων των τοπικών δικαστηρίων, ιδίως δε του Εφετείου, καθώς και επιστημονικών διατριβών. Επί πλέον να παρέχει στους δικηγόρους πληροφορίες για την κίνηση των δικαστηρίων, όπως προσδιορισμό των δικών, έγγραφες στα πινάκια, την έκδοση των αποφάσεων, κατάλογο των ενόρκων και λοιπές πληροφορίες που θα ήταν πολύ χρήσιμες, κυρίως στους εκτός Ναυπλίου δικηγόρους. Στα δύο χρόνια της ζωής της η «Δικαστική Εφημερίς» εκπληρώνει με συνέπεια τους σκοπούς της. Αλλά συγκρί­νοντάς τη με τη «Νομική» ή τον «Παρατηρητή» νοιώθει κανείς την αλλαγή, που έχει συντελεσθεί και τη διαφορά του Ναυπλίου ως επαρχιακής πόλεως από την πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του Κράτους.

 

Κυριακή Θ. Ασημακοπούλου

Δικηγόρος

 
 
Υποσημειώσεις


[i] Σ. Τρικούπη, «Ιστορία της  Ελληνικής  Επαναστάσεως», έκδ. β’, τ. Β’, σσ. 120-121. Αναλυτική περιγραφή και πλουσία βιβλιογραφία παρέχεται στην ιστορική μελέτη του Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, Αθήναι 1950 β’ εκδ.

[ii] Λαμπρυνίδου,ένθ’ ανωτ., σ. 194.

[iii] Λαμπρυνίδου,ένθ’ ανωτ., σ. 245.

[iv] Π α ν. Ζέπου,Απαρχαί νομικής παιδείας εις το μετεπαναστατικόν Ναύπλιον, «Πελοποννησιακά», τ. Ις’ (1985-86), σ. 15, όπου και πλούσια βιβλιογραφία.

[v] Ο αριθμός των περιοδικών πάσης φύσεως που εκδόθηκαν στο Ναύπλιο καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα ξεπερνάει τα 30. Δ. Γ κ ί ν η. Κατάλογος Ελληνικών εφημερίδων και περιοδικών 1811-1863. Για λίγα απ’ αυτά έχει γίνει έρευνα. Για τα περιοδικά «Ήώς» και «Αθηνά» βλ. Ε. Δ. Μ π ε λ ι ά, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον 1976), Αθήναι 1979, σσ. 219-244.

[vi] Δ. Βαρδουνιώτης, Εδ. Μάσσων «Επετηρίς Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσού», τ. 11 (1915), σσ. 225-234.

[vii] Βιογραφικά του Κων. Τόμπρα βλ. στου Απ. Β. Δασκαλάκη, Ο τύπος και η Νεοελληνική Αναγέννησις, λόγος πανηγυρικός εκφωνηθείς την 25ην Μαρτίου 1960 εις την Μεγάλην αίθουσαν τελετών του Παν/μίου Αθηνών, σσ. 20 επ.

[viii] Την αυτοβιογραφία του εδημοσίευσε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Αξελός σε φυλλάδιο με τον ομώνυμο τίτλο κατά τα τελευταία έτη της ζωής του και για την υστεροφημία του, αλλά και θέλοντας να δείξει ότι στο Ελληνικό Κράτος δεν αναγνωρίζονται, αντίθετα αντιμετωπίζονται δυσμενώς οι άξιοι δημόσιοι υπάλληλοι, όση και αν είναι η αξία ή η προσφορά τους.

[ix] Π α ν. Ζέπου.Η νεωτέρα Ελληνική επιστήμη του αστικού δικαίου,
Αθήναι 1954, όπου και πηγές και πλουσιωτάτη βιβλιογραφία.

[x] Η «Νομική» παρέχει πολλές πληροφορίες για τους αυτοσχέδιους νομοδιδασκάλους, που εδίδαξαν στο Ναύπλιο. Περισσότερα στην γλαφυροτάτη μελέτη του Παν. Ζέπου,    Απαρχές… (σημείωση 4 ανωτέρω).

[xi] «Νομική» τεύχος 13.

 

Πηγή


  • Πρακτικά του Β΄Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, τόμος 14, Άργος 30 Μαΐου-1 Ιουνίου 1986, Αθήναι, 1989.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Κοφινιώτης Ευάγγελος (1836-1916)


  

Ευάγγελος Κοφινιώτης

Ο Ευάγγελος Κοφινιώτης γεννήθηκε στο Κοφίνι (Νέα Τίρυνθα) Ναυπλίας το 1836. Υπήρξε καθηγητής και συγγραφέας. Σπούδασε φιλολογία και θεολογία. Έλαβε τον τίτλο του διδάκτορος της Φιλοσοφίας το 1866 από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ήταν αδελφός του Ιωάννη Κοφινιώτη, φιλόλογου καθηγητή και ιστορικού, συγγραφέα του σημαντικότατου δίτομου έργου « Η Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών» και του ιατρού Στυλιανού Κοφινιώτη που είναι πατέρας του γνωστού στιχουργού Κώστα Κοφινιώτη.

Παντρεύτηκε στην Αθήνα το 1869 την Αθηνά Σατά, η οποία μόλις είχε τελειώσει το Αρσάκειο σε ηλικία 16 ετών. Απέκτησαν 13 παιδιά. Η πεθερά του Αικατερίνη Σατά- Γονίδη, από το Κάστρο της Σίφνου, τοποθετήθηκε από την Βασίλισσα Όλγα ως διευθύντρια του πρώτου Γυναικείου συλλόγου που ιδρύθηκε στην Ελλάδα το 1872 και αποσκοπούσε στην εκπαίδευση των απόρων κοριτσιών. Παρέμεινε στην θέση αυτή επί 22 χρόνια (1878-1900). Από τα 13 παιδιά τους τα 9 ήταν κορίτσια και τέλειωσαν όλα το Αρσάκειο. Τα μεγαλύτερα διδάχτηκαν γερμανικά, ενώ τα μικρότερα γαλλικά. Τα τέσσερα αγόρια της οικογένειας σπούδασαν σε ανώτατες σχολές. Ο γιος του, Μιχαήλ Κοφινιώτης, διακρίθηκε ως τενόρος και ηθοποιός του Λυρικού Θεάτρου. Υπήρξε εκδότης της εφημερίδας «Η Φωνή του Θεάτρου» ( 1952), Γενικός Γραμματέας ( 1917-1929) και αργότερα Πρόεδρος (1945- 1952) του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών ( ΣΕΗ). Διετέλεσε εκφωνητής του Ε.Ι.Ρ. και τιμήθηκε με το μετάλλιο του Γεωργίου Β΄της Ελλάδας.

Ο Ευάγγελος Κοφινιώτης ανάλωσε την ζωή του διδάσκοντας και συγγράφοντας βιβλία, τόσο για την σπουδάζουσα νεολαία όσο και για ενήλικες. Στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας έχουν κατατεθεί 35 βιβλία του, φιλολογικά και θεολογικά. Το « Ομηρικό Λεξικό» (1886) και η « Ομηρική Γεωγραφία» (1884) θεωρούνται από τις σπουδαιότερες εργασίες, όχι μόνο στην Ελληνική αλλά και στην παγκόσμια βιβλιογραφία. Ιδιαίτερα επίσης εργασία του αποτελεί το έργο του « Παλαιστίνη- Ιστορία και γεωγραφία της Αγίας Γης» (1890) και ο « Χάρτης της Ιερουσαλήμ» (1892) τον συνέταξε βασιζόμενος στις Άγιες Γραφές.

Πολλαπλές είναι οι εκδόσεις των βιβλίων του, τα οποία τύπωνε στο ιδιόκτητο τυπογραφείο του « Ο Παλαμήδης» στο ισόγειο του σπιτιού του, στην οδό Αγίου Μάρκου 28, στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, σε συνεργασία με τον Γερμανό τυπογράφο Μάϊσνερ (Meissner). Στο τυπογραφείο αυτό, το οποίο λειτούργησε και ως βιβλιοπωλείο, τυπώθηκαν και βιβλία τουλάχιστον 12 άλλων συγγραφέων, μεταξύ των οποίων και η « Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρις ημών» ( 1892) του αδελφού του Ιωάννη Κοφινιώτη. Το έργο αυτό ανατυπώθηκε από τον εκδοτικό οίκο « Εκ Προοιμίου» (2008) στο Άργος. Μερικά από τα βιβλία του Ευάγγελου Κοφινιώτη, όπως το « Ομηρικό Λεξικό», η « Ομηρική Γεωγραφία» και η « Γραμματική της Ομηρικής Διαλέκτου» επανεκδίδονται συνεχώς ακόμη και σήμερα από διάφορους εκδότες.

 

Εργογραφία

Φιλολογικά βιβλία

  1. Γραμματική της Ομηρικής διαλέκτου (1883)
  2. Ομηρική Γεωγραφία (1884)
  3. Ομηρικόν Λεξικόν (1886)
  4. Γραμματική των διαλέκτων της ελληνικής γλώσσης (1875)
  5. Ελληνική Χρηστομάθεια (1884)
  6. Στοιχεία Στιχουργίας Ελλήνων και Ρωμαίων ποιητών (1883)
  7. Αναγνώσματα Ελλήνων λογογράφων και ποιητών (1886)
  8. Συντακτικόν Αρχαίας Ελληνικής
  9. Ελληνική Γραμματική (τη συνεργασία Γ. Βανδώρου), βραβευθείσα (1897)
  10. Γραμματική της Αττικής διαλέκτου, βραβευθείσα
  11. Γραμματικαί Ασκήσεις (1898)
  12. Αρριανού Αλεξάνδρου ανάβασις
  13. Ηροδότου Μηδικοί πόλεμοι (1882)
  14. Θεοκρίτου Ειδύλλια
  15. Ισοκράτους Λόγοι (1879)
  16. Λουκιανού ενύπνιον
  17. Ξενοφώντος Κύρου Ανάβασις
  18. Λατινική Χρηστομάθεια (1871)
  19. Λατινικόν Συντακτικόν (1882)
  20. Λατινική Γραμματική (1871)
  21. Λατινικά Θέματα και Ασκήσεις
  22. Κορνηλίου Νέπωτος Βίοι (1879)
  23. Ιουλίου Καίσαρος απομνημονεύματα (1878)
  24. Κικέρωνος επιστολαί (1878)

Θεολογικά βιβλία

  1. Παλαιστίνη (Ιστορία και Γεωγραφία της Αγίας Γής) (1891)
  2. Χάρτης της Ιερουσαλήμ της εποχής του Χριστού (με ερμηνία εκάστου μέρους, σε μεγάλο σχήμα) (1891)
  3. Η Εκκλησία εν Ελλάδι (με στατιστικά στοιχεία) (1897).
  4. Τα πεπραγμένα εν τω ιερώ ναώ Χρυσοσπηλαιωτίσσης (1835-1908)
  5. Αγιολόγιον (Βίοι Αγίων)
  6. Απολυτίκια Δεσποτικών εορτών
  7. Φωνή της Εκκλησίας (εβδομαδιαίο περιοδικό) (1884-5)
  8. Επίτομος Λειτουργική (1884)
  9. Τα τέσσερα Ευαγγέλια
  10. Ιερά Κατήχησις (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) (1883)
  11. Εγκόλπιον λειτουργικόν (1888) (Θησαυρός Ορθοδόξου Χριστιανού, 1912)
  12. Θρησκευτικά μαθήματα (1894)
  13. Ο Ακάθιστος Ύμνος (1901)
  14. Τι ήσαν αι ακρίδες ας έτρωγεν ο Ιωάννης Βαπτιστής (1890)
  15. Κρίσις περί των εικόνων του Μυστικού Δείπνου (1906)
  16. Διατριβαί δημοσιευθείσαι εις ημερολόγιον Ιεροσολύμων (1889)

 

Πηγές


  • Εγκυκλοπαίδεια, Πάπυρος – Λαρούς, τόμος 8ος, Αθήνα, 1964.  
  • Βικιπαίδεια, λήμμα, «Κοφινιώτης Ευάγγελος».
  • Τάκης Καλογερόπουλος, «Λεξικό της Ελληνικής μουσικής», εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Περιπέτειες Κρανιδιωτών ναυτικών στη θάλασσα των Κυθήρων (Τέλη 18ου αι.)


 

Στο Τοπικό Αρχείο Κυθήρων σώζονται δέσμες εγγράφων με γενικό τίτλο «Prove di Fortuna e Processi sopra li Naufraggi», οι οποίες ανήκουν χρονικά στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και συγκεκριμένα στην περίοδο 1767-1792 [1]. Πρόκειται για ανέκδοτο υλικό, πλούσιο σε ειδήσεις για τη ναυ­τιλιακή κίνηση στην περιοχή των Κυθήρων. Γενικότερα όμως παρέχει άφθονες πληροφορίες για τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν οι ναυτικοί στα ταξίδια τους. Ανάλογα έγγραφα υπάρχουν και σε άλλα αρχεία των βενετο­κρατούμενων εκείνη την περίοδο νησιών, καθώς και στην ίδια τη Βενετία [2]. Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά κάθε καπετάνιος ή ιδιοκτήτης πλοίου που ναυάγησε ή έπαθε ζημιές, ήταν υποχρεωμένος μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες να παρουσιασθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες του τόπου όπου συνέβη το ατύχη­μα και σε περίπτωση που βρισκόταν στο εξωτερικό, στις προξενικές αρχές, για να αναφέρει τις ζημιές που έπαθε το ίδιο το πλοίο ή το φορτίο του (ναυάγιο, βλάβη, πυρκαγιά), καθώς και τα αίτια που τις προξένησαν (καιρι­κές συνθήκες, πειρατές ή κουρσάροι).

 

Κύθηρα

 

Η «Prova di Fortuna» ονομαζόταν και «Processo sopra il Naufraggio» γιατί η αρμόδια αρχή ήταν υποχρεωμένη να κρατήσει πρακτικά (δικογραφία) για τα αίτια του ατυχήματος βάση ερω­τηματολογίου που έθετε υπόψη του καπετάνιου και των μελών του πληρώμα­τος, κυρίως σε περίπτωση αμφιβολιών. Στα πρακτικά καταγράφονταν ακόμα αναλυτικά το είδος και το βάρος του φορτίου που μετέφερε το πλοίο, όπως επίσης και ο αριθμός των προσώπων που επέβαιναν σε αυτό. Επισυνάπτον­ταν, τέλος, οποιεσδήποτε πληροφορίες που θα διαφώτιζαν την υπόθεση [3]. Αφού ολοκληρωνόταν η παραπάνω διαδικασία, η αρμόδια υπηρεσία του τόπου όπου συνέβη το ατύχημα ήταν υποχρεωμένη να βοηθήσει το πλήρωμα του πλοίου να συνεχίσει το ταξίδι του, εισπράττοντας βέβαια το ανάλογο χρηματικό ποσό[4].

Από τις «Prove di Fortuna» που σώζονται στο Τοπικό Αρχείο Κυθή­ρων επέλεξα ενδεικτικά τρεις υποθέσεις, τις οποίες θεώρησα αντιπροσωπευ­τικές αλλά και ιστορικά χρήσιμες και ενδιαφέρουσες, γιατί είχαν τρία κοινά σημεία. Πρώτο, τα πλοία που αναφέρονται σε αυτές αναχώρησαν από το ίδιο λιμάνι, τα Χανιά. Δεύτερο, μετέφεραν και τα τρία κατά κύριο λόγο σαπούνι και τρίτο, είχαν καπετάνιους και πλήρωμα από το Κρανίδι. Ας εξετάσουμε λοιπόν αναλυτικά αυτά τα τρία επεισόδια που συνέβησαν στη θάλασσα των Κυθήρων.

Επεισόδιο πρώτο: Μια βάρκα από το Κρανίδι με καπετάνιο τον Κρανιδιώτη Μιχάλη του Κωσταντή, μετέφερε 29 κιβώτια σαπούνι και κά­στανα από τα Χανιά στη Σμύρνη. Το εμπόρευμα ανήκε σε Χανιώτη Τούρκο έμπορο. Εκτός από το πλήρωμα το οποίο ήταν συνολικά πέντε ναυτικοί, στο πλοίο επέβαιναν και δύο ταξιδιώτες, ένας Γάλλος ναυτικός και ένας Τούρκος. Η βάρκα ξεκίνησε από τα Χανιά στις 14 Μαρτίου του 1780, αλλά εξαιτίας του δυνατού βορείου ανέμου αναγκάστηκε την επομένη ημέρα να προσορμισθεί στην περιοχή Άγιος Νικόλαος του Αυλέμονα Κυθήρων. Στην προσπάθειά της όμως να εισέλθει στον όρμο έσπασε το τιμόνι. Από το τράνταγμα του φορτίου η βάρκα θα βυθιζόταν, αν δεν την βοηθούσε ένα άλλο βενετικό πλοίο που είχε αράξει πριν από ήμερες στο ίδιο λιμάνι.

Στη συνέχεια το εμπόρευμα της βάρκας φορτώθηκε στο βενετικό πλοίο γιατί εκείνη βυθίστηκε σχεδόν ολόκληρη. Ο καραβοκύρης όμως της βάρκας δεν παρουσιάστηκε εγκαίρως για να συνταχθεί η «Prova di Fortuna» επειδή ισχυριζόταν ότι το εμπόρευμα ήταν κλεμμένο. Με διαταγή όμως του Προ­βλεπτή και Καστελάνου των Κυθήρων Pietro Marcello [5] αποφασίστηκε να ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία. Την επομένη ημέρα η βάρκα τραβήχτηκε έξω και εκλέχτηκαν δύο εκτιμητές κατάλληλοι για να υπολογίσουν το εμπό­ρευμά της, το οποίο, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας ανερχόταν σε 450 πιάστρα. Ύστερα από δύο ημέρες, στις 17 Μαρτίου του 1780, η βάρκα απέπλευσε από τα Κύθηρα για να συνεχίσει προφανώς το ταξίδι της [6].

 

Views in the Seven Ionian Islands, Edward Lear, London 1863. The castle of Kythera and Kapsali and the Kytherian peasants. Συλλογή Δήμητρα Ανδριτσάκη – Φωτιάδη.

 

Επεισόδιο δεύτερο: Το δεύτερο πλοίο ήταν μια σακολέβα [7] από το Κρανίδι, με καπετάνιο τον Κρανιδιώτη Μανώλη Φούτα. Το καράβι ξεκίνησε από τα Χανιά στις 30 Δεκεμβρίου 1780 ημέρα Σάββατο με φορτίο 12 κιβώτια σαπούνι, λεμόνια και κάστανα, για λογαριασμό του ίδιου του καραβοκύρη, με προορισμό το Ναύπλιο. Το πλήρωμα αποτελούσαν 8 ναυτικοί και 4 Τούρκοι επιβάτες. Ξημερώνοντας η Κυριακή και αφού είχε αφήσει τα Κύθηρα, το πλοίο προσπαθώντας να περάσει το ακρωτήριο του San Angelo (Μαλέας)[8] έχασε από δυνατό βόρειο άνεμο έναν ναυτικό και τη φελούκα του [9]. Τελικά προσάραξε στην Αγία Πελαγία, collegata per fianco nella sabionera χωρίς σπουδαίες ζημιές. Ακολουθήθηκε και σ’ αυτήν την περίπτωση η προβλεπό­μενη από τους νόμους διαδικασία.

Η αξία των εμπορευμάτων εκτιμήθηκε σε 300 πιάστρα. Όμως σε επιστολή του συνημμένη στην «Prova di Fortuna» στις 21 Μαρτίου ο Βενετός υποπρόξενος (vice console) στα Χανιά, Luca Corner[10], αναφέρει ότι κάποιος Τούρκος από τα Χανιά, ονομαζόμενος Οσμάν Αγάς, συμπλοιοκτήτης του καραβοκύρη Μανώλη Φούτα, ισχυριζό­ταν ότι είχε φορτώσει στο πλοίο σαπούνι, από το οποίο κλάπηκε ποσότητα αξίας 50 πιάστρων, όταν εκείνο αναγκάστηκε να προσαράξει στα Κύθηρα, εν γνώσει του καραβοκύρη. Έτσι ο υποπρόξενος ζητά από τον Προβλεπτή και Καστελάνο των Κυθήρων, Pietro Marcello να διερευνήσει την υπόθεση με τρόπο ώστε να ικανοποιηθεί ο Τούρκος έμπορος και για έναν επιπρόσθετο λόγο: οι Τούρκοι ήταν υπεροπτικοί απέναντι στους Βενετούς εμπόρους στο λιμάνι των Χανίων και για την ειρηνική διεξαγωγή του εμπορίου έπρεπε να αποφεύγεται οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να τους ενοχλήσει. Στην απάντησή του ο Καστελάνος των Κυθήρων βεβαιώνει ότι από το σαπούνι που μετέφερε ο Κρανιδιώτης καπετάνιος δεν κλάπηκε ποσότητα αξίας 50 πιάστρων αλλά το σαπούνι δόθηκε σε 50 περίπου πρόσωπα, που χρειάστηκαν για να ανελκύσουν το πλοίο. Έτσι στη δεύτερη επιστολή του στις 24 Μαΐου 1781 ο Βενετός υποπρόξενος παραδέχτηκε ότι ο Τούρκος έλεγε ψέματα και ότι τελικά ο καραβοκύρης δεν σφετερίστηκε τα χρήματα [11].

Επεισόδιο τρίτο: Χρονολογείται δώδεκα περίπου χρόνια αργότερα από τα άλλα δύο, στις 29 Απριλίου 1792. Πρόκειται ξανά για μία σακολέβα από τα Χανιά, ονομαζόμενη Beata Vergine, με τούρκικη σημαία και καπετά­νιο τον Κρανιδιώτη Λουκά Λέκκα. Είχε φορτίο 145 κιβώτια σαπούνι και πλήρωμα επτά ναυτικούς και έναν έμπορο από τα Γιάννενα. Από τις υπο­γραφές του πληρώματος μαθαίνουμε ότι εκτός από τον καραβοκύρη, Κρανι­διώτες ήταν οι τέσσερις από τους επτά ναυτικούς. Το πλοίο ξεκίνησε από τα Χανιά στις 10 Απριλίου με προορισμό την Άρτα. Στη διαδρομή προς τα Κύθηρα, επειδή καταδιωκόταν από μία μαλτέζικη γαλεότα, προσπάθησε να κρυφτεί στα νησάκια Κόφες (σημ. Κοφινίδια), αλλά δεν τα κατάφερε, γιατί έπεσε επάνω σε ένα άλλο πλοίο, το όποιο σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις του πληρώματος θεωρήθηκε πειρατικό, επειδή δεν διακρινόταν η σημαία του.

Ο καραβοκύρης για να αποφύγει τα πυρά του πειρατικού πλοίου αναγ­κάστηκε να αγκυροβολήσει στον όρμο των Μυρτιδιών, πιστεύοντας ότι σ’ αυτό το μέρος θα ήταν ασφαλής. Όμως μετά από ελάχιστη ώρα είδε να τους πλησιάζουν δύο βάρκες αρματωμένες οι οποίες θεώρησε ότι ανήκαν στο πειρατικό πλοίο. Έτσι αναγκάστηκε να εγκατάλειψη το καράβι και να κατέβη στο νησί ο ίδιος και το πλήρωμα έκτος από τον έμπορο, ένα ναυτικό και το μούτσο που παρέμειναν σ’ αυτό. Οι υποτιθέμενοι πειρατές αφού έκοψαν την άγκυρα του πλοίου το οδήγησαν μέχρι το δικό τους, τελικά όμως το εγκατέλειψαν στην τύχη του. Τότε όλοι συνειδητοποίησαν ότι το εχθρικό πλοίο δεν ήταν πειρατικό, όπως αρχικά πίστευαν αλλά γαλλική φρεγάτα, που προφανώς ασκούσε πειρατεία.

Σ’ αυτό το σημείο ο καπετάνιος μαζί με το πλήρωμα (εκτός από τα τρία προαναφερθέντα πρόσωπα) αναχώρησε με τα πόδια για το Καψάλι απ’ όπου θα έπαιρνε βοήθεια για να διασώσει ότι μπορούσε. Όσοι όμως είχαν μείνει μέσα στο πλοίο κατά τη διάρκεια της νύχτας προσπάθησαν να αγκυροβολήσουν, αλλά ο άνεμος δεν τούς το επέ­τρεψε και αναγκάστηκαν να πετάξουν στη θάλασσα 28 κιβώτια σαπούνι. Καθώς είχαν καταστραφεί τα πανιά, το πλοίο αφέθηκε μόνο του στον άνεμο, ο οποίος τους οδήγησε στις ακτές της Κορώνης, όπου παρέμειναν τέσσερις ημέρες. Κατόπιν γύρισαν πίσω στα Κύθηρα και αγκυροβόλησαν στην ακτή που βρίσκεται ανάμεσα στα Μυρτίδια και το Μελιδόνι και εκεί συναντήθη­καν με τον καπετάνιο και το υπόλοιπο πλήρωμα, οι οποίοι είχαν έλθει στο μεταξύ για να περισυλλέξουν την κομμένη άγκυρα. Η ατυχία τους όμως συνεχίστηκε, γιατί κατά την επιστροφή τους στο Καψάλι, απ’ όπου θα προ­μηθεύονταν καινούργια πανιά, έπεσαν επάνω σ’ ένα βράχο, ο οποίος στάθη­κε αιτία ν’ ανοίξει ρωγμή στο πλοίο. Στην περίπτωση αυτή ο Προβλεπτής και Καστελάνος των Κυθήρων, Antonio Dandolo[12], ρώτησε ξεχωριστά όλους τους επιβάτες του πλοίου για να βεβαιωθεί και να σχηματίσει ολοκληρωμένη εικόνα του ατυχήματος. Από την κατάθεση του εμπόρου έγινε γνωστό ότι είχε ναυλώσει το πλοίο προς 192,2 πιάστρα και είχε επενδύσει στο φορτίο του άλλα 600 πιάστρα [13].

 

A Series of Twelve Views in the Mediterranean Grecian Archipelago Bosphorus and the Black Sea, Cospatrick Baillie Hamilton, London 1857. View of the Kapsali bay ant the castle of Kythera. Συλλογή Δήμητρα Ανδριτσάκη – Φωτιάδη.

 

Αυτά τα τρία επεισόδια δεν είναι βέβαια μοναδικά, γιατί τέτοιου είδους κινδύνους αντιμετώπιζαν όλοι οι ναυτικοί στα ταξίδια τους επί αιώνες. Όμως εκείνο που έχει σημασία είναι ότι για πρώτη φορά μπορούμε να παρακολουθήσουμε από κοντά το ταξίδι ενός πλοίου όχι στην αρχή του (εξασφάλιση φορτίου, συγκρότηση πληρώματος, επισκευές και ανεφοδιασμός), ούτε στο τέλος του (απολογισμός, κατανομή δηλαδή των κερδών και των ζημιών) [14], αλλά κατά τη διάρκεια της πορείας του. Πληροφορίες γι’ αυτό το στάδιο του ταξιδιού σώζονται κυρίως από περιγραφές ταξιδιωτών και όχι από τους ίδιους τους ναυτικούς [15]. Ένα στοιχείο που χρειάζεται να επισημανθεί είναι ότι τα κύρια αίτια των ατυχημάτων ήταν ο δυνατός άνεμος, αλλά και οι πειρατικές επιδρομές, που συνήθως σημειώνονταν στην περιοχή των Κυθήρων.

Οι συνθήκες ναυ­σιπλοΐας στη θάλασσα της νότιας Πελοποννήσου, κυρίως στο στενό Κυθήρων – Κάβο Μαληά, ήταν δύσκολες σε όλη τη διάρκεια της Βενετοκρατίας, όπως συνάγεται τόσο από τις αφηγήσεις ταξιδιωτών όσο και από τα πολλά ναυάγια που συνέβαιναν στην περιοχή, εξαιτίας των δυνατών ανέμων και των θαλασσίων ρευμάτων. Παράλληλα ολόκληρη η περιοχή ανάμεσα στη νότια Πελοπόννησο και την Κρήτη αποτελούσε χώρο κατάλληλο για λεία ή επιδρομή των πειρατών και των κουρσάρων, επειδή ήταν υποχρεωτικό πέ­ρασμα για όσα πλοία ταξίδευαν προς τα λιμάνια της Ανατολικής Μεσο­γείου. Επιπλέον οι πειρατές επιδίωκαν τη σύγκρουση στην συγκεκριμένη περιοχή, επειδή η επιχείρηση, χάρη στις αντίξοες καιρικές συνθήκες, συνή­θως θα είχε επιτυχία [16].

 

Χάρτης

 

Όμως από τις «Prove di Fortuna» μπορούμε να εξάγουμε και άλλα στοιχεία όπως για τον τύπο, την προέλευση και τη σημαία των πλοίων, την αξία, το είδος και την ποσότητα του φορτίου, τον αριθμό και την καταγωγή των πληρωμάτων και τα λιμάνια, για τα οποία προορίζονταν τα εμπορεύμα­τα. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω επεισόδια, τα τρία πλοία που αναφέρον­ται ήταν μικρού εκτοπίσματος (βάρκα και δύο σακολέβες). Το ένα είχε τούρ­κικη σημαία, ενώ στα άλλα δύο αυτή δεν σημειώνεται. Τα πληρώματά τους αριθμούσαν από 5 έως 8 ναύτες και το βασικό εμπόρευμα που μετέφεραν, εκτός από τα κάστανα και τα λεμόνια, ήταν το σαπούνι, που προερχόταν από τις σαπουνοποιΐες των Χανιών. Η συνολική αξία του φορτίου των πλοίων σε πιάστρα ήταν 400 (μαζί με το πλοίο), 300 και 792,2 αντίστοιχα.

Τόπος αναχωρήσεως και των τριών πλοίων ήταν τα Χανιά. Η εμπορική ανάπτυξη της περιοχής αυτής συνδέεται με τη ραγδαία επέκταση της ελαιοκαλλιέργειας. Η αύξηση της παραγωγής λαδιού με τη σειρά της δημιούρ­γησε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της βιομηχανίας σαπουνιού. Όπως είναι γνωστό στα τέλη του 18ου αι. ανθούσε η σαπουνοποιΐα στην Κρήτη. Μεγάλες ποσότητες σαπουνιού εξάγονταν στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στη Χίο, στη Θεσσαλονίκη και στην Αίγυπτο. Ειδικότερα η Κων­σταντινούπολη, η Θεσσαλονίκη και η Σμύρνη απορροφούσαν το 73% των εξαγωγών του κρητικού σαπουνιού την περίοδο 1782-1788[17].

Τόποι προορισμού των πλοίων ήταν τρία σημαντικά λιμάνια της Ανα­τολικής Μεσογείου αυτή την περίοδο. Είδαμε ότι στη Σμύρνη, που αναφέρε­ται ως τόπος προορισμού στο πρώτο επεισόδιο, έφθαναν μεγάλες ποσότητες κρητικού σαπουνιού και είναι γνωστό ότι ήταν ένα από τα εμπορικότερα λιμάνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας [18]. Η κίνηση επίσης στο λιμάνι του Ναυπλίου, το οποίο αποτελεί τόπο προορισμού στο δεύτερο επεισόδιο, ήταν σταθερή σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα. Το Ναύπλιο μαζί με το λιμάνι της Πάτρας ήταν από τα σημαντικότερα εξαγωγικά κέντρα σιταριού στην Πελοπόννησο [19]. Στο τρίτο επεισόδιο ως τόπος προορισμού αναφέρεται η Άρτα, η οποία υπήρξε ονομαστή σκάλα διακινήσεως προϊόντων σε ολό­κληρο το 18ο αιώνα. Εξάλλου από το 1702 υπήρχε εκεί γαλλικό προξενείο για να ελέγχει τις ναυτιλιακές δραστηριότητες και να προστατεύει το γαλλι­κό εμπόριο [20].

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

 

Ένα τελευταίο σημείο στο οποίο πρέπει να σταθούμε είναι η καταγωγή των πληρωμάτων, το Κρανίδι στην προκειμένη περίπτωση. Η καταγωγή σπουδαίων ναυτικών από την περιοχή αυτή της Πελοποννήσου αποτελούσε παράδοση ισάξια με άλλων ναυτικών περιοχών[21]. Δύο μεγάλες οικογένειες εφοπλιστών, του Γκίνη και του Χατζηαναργύρου κατάγονταν από το Κρανί­δι [22]. Είναι γνωστό επίσης ότι οι ναυτικοί του τόπου κατά τον 19ο αι. έχτισαν το ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου [23]. Η δράση των Κρανιδιωτών ναυτικών πρέπει να ενταχθεί στην ευρύτερη ανάπτυξη της ελληνικής ναυτι­λίας που σημειώνεται αυτή την περίοδο. Εξάλλου η αποκατάσταση των σχέσεων της Τουρκίας με τη Βενετία μετά το 1765 έδωσε νέα ώθηση στη ναυτιλιακή κίνηση των λιμανιών τόσο των βενετοκρατούμενων όσο και των τουρκοκρατούμενων περιοχών [24].

 

Αγγελική Πανοπούλου

Ανακοίνωση στο Δ’ Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών (Κόρινθος 9-16 Σεπτεμβρίου 1990) 

 

Υποσημειώσεις


[1] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Τοπικό Αρχείο Κυθήρων, Κατάστιχα Βενετικής Καγκελαρίας, 75 άρ. 20 (477), [στο εξής: Γ.Α.Κ., Τ.Α.Κ.]. Για το Αρχείο Κυθήρων βλ. Χρύσας Α. Μαλτέζου, Les archives vénitiennes de Cythére. Un fonds historique négli-sé, Byzantinische Forschungen 5 (1977), σσ. 249-252 (= Βενετική παρουσία στα Κύθηρα. Αρχειακές Μαρτυρίες, Αθήνα 1991, αρ. Β’).

[2] Για τις «Prove di Fortuna» που υπάρχουν στο Αρχείο της Κεφαλονιάς, βλ. G. Ζ a c c h é, «Prove di Fortuna»: Una inedite fonte per lo studio della navigazione commerciale nelle acque di Cefalonia nel XVIII secolo, Πρακτικά του E’ Διεθνούς Πανιωνίου Συνεδρίου, τ. 1, Αργοστόλι 1989, σ. 155. Του ίδιου, «Prove di Fortuna», fonti inedite per lo studio dei rischi della navigazione mercantile (XVI-XVIII secolo): il caso di Cefalonia, Studi Vene­ziani 15 (1988), σσ. 253-270, όπου και βιβλιογραφία για ανάλογα έγγραφα που σώζονται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας. «Prove di Fortuna» σώζονται και στο Κρατικό Αρ­χείο της Ραγούζας (σημ. Dubrovnic). Βλ. J. L u e t i c, «Prove di fortuna», di navi veneziane a Ragusa, Bolletino dell’ Istituto di Storia della Società e dello Stato Veneziano 2 (1960), σσ. 215-221.

[3] Zacché, «Prove di Fortuna», Una inedite fonte, ο.π., σσ. 156-157. Για την πρα­κτική της συντάξεως της «Prove di Fortuna», τόσο στις βενετοκρατούμενες περιοχές όσο και στις τουρκοκρατούμενες, βλ. Δ. Γκόφα, Η φόρτωσις επί του καταστρώματος. Ιστορικά. Συμβολή εις την Ιστορίαν του εθιμικού ναυτικού δικαίου της Μεσογείου ιδία δε του ελληνικού, Αθήναι 1965, σσ. 116-117. Ο Γ. Κωνσταντινίδης, Καράβια, καπετάνιοι και συντροφοναύται, 1800-1830, Αθήνα 1954, σ. 54 ορίζει ως εξής την «Prova di Fortuna»: «ήτο πιστοποιητικόν εκδιδόμενον παρά κοινότητος ή άλλης αρχής, προς τον πλοίαρχον σκάφους ναυαγήσαντος ή υποστάντος αβαρίαν ή ζημίας». Η «Prova di For­tuna» ήταν έγγραφο ανάλογο με τη σημερινή «διαμαρτυρία». Βλ. Α. I. Τζαμτζή, Ναυτικοί, καράβια και λιμάνια, Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία, έκδ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1972, σ. 119.

[4] Σε κάθε «Prova di Fortuna» αναγράφεται κατάλογος των εξόδων του πλοίου για την ανέλκυσή του και την παραμονή του στο λιμάνι (πληρωμή εργατών, εκτιμητών της αξίας του φορτίου, κ.λπ.). Υπήρχαν μάλιστα σύμφωνα με τα έγγραφα ειδικοί για την ανέλκυση πλοίων, οι recuperadori.

[5] Τα Κύθηρα διοικούσε Προβλεπτής και Καστελάνος (Provveditor e Castellari), βλ. Χρύσας Α. Μαλτέζου, Επτάνησα, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτι­κή Αθηνών, τ. 10, Αθήνα 1974, σ. 220. Ο Pietro Marcello διετέλεσε Προβλεπτής την περίοδο 1778-1780 (C. Hopf, Chroniques gréco-romanes inédites ou peu connues publiées avec notes et tables généalogiques, Βερολίνο 1873, σ. 413).

[6] Γ.Α.Κ., T.A.K., δέσμη άρ. 13 [1780]: «Processo per il Naufragio di una barca Cragnidiota a saccoleva del caravochiro Micali di Constantin».

[7] Γι’ αυτό τον τύπο πλοίου βλ. Κωνσταντινίδη, ό.π., σσ. 115 και 140. Βλ. επίσης Σ. Φ. Αργυρού, Η πειρατεία από το 1500 π.Χ. έως το 1860. Ιστορία και Θρύλος, Αθήνα 21963, σ. 172 σημ. 16.

[8] Το ακρωτήριο Μαλέας ονομαζόταν από τους δυτικούς περιηγητές San Angelo, βλ. ΜΕΕ, τ. ΣΤ’, σ. 576 (λ. Μαλέας) και Ε. A r m a ο, In giro per il mar Egeo con Vincenzo Coronelli. Note di Tipologia, Toponomastica e Storia Medievali, dinasti e famiglie italiane in Levante, Φλωρεντία 1951, σ. 325.

[9] Για τον τύπο του πλοίου βλ. Κωνσταντινίδη, ό.π., σ. 157.

[10] Ερρ. Μοάτσου, Το βενετικόν προξενείον Κρήτης επί Τουρκοκρατίας. Ανέκδοτα έγγραφα (1672-1682), Θησαυρίσματα 6 (1969), σσ. 238-243. Βενετός πρόξενος στα Χανιά εγκαθίσταται μετά το 1765, όταν αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις της Βενετίας με την Τουρκία. Βλ. σχετικά Γιολάντας Τριανταφυλλίδου- Baladie, Το εμπόριο και η οικονομία της Κρήτης (1669-1795), Ηράκλειο 1988, σ. 73. Στοιχεία για τον υποπρόξενο Luca Corner υπάρχουν και στις δύο παραπάνω μελέτες.

[11] Γ.Α.Κ., Τ.Α.Κ., δέσμη άρ. 14 [1780]: «Processo per Naufragio della barca patro-neggiata da Manoli Futa Cragnidioto con carico di sapone alle rive di Santa Pelagia con suporte lettere del vice console Veneto di Canea».

[12] Ο Antonio Dandolo διετέλεσε Προβλεπτής την περίοδο 1790-1792 (Hopf, ό.π., σ. 413).

[13] Γ.Α.Κ., Τ.Α.Κ., δέσμη αρ. 22 [1792]: «Prova di Fortuna del carabochiro Luca Lecca di Giorgachi da Cranidi del sacoleva con bandiera ottomana nominatola Beata Vergine, ut intus».

[14] Β. Κρεμμυδά, Ελληνική Ναυτιλία 1776-1835, τ. 2. Οι Μηχανισμοί, Αθήνα 1986, σσ. 62-63.

[15] Ο.π., σ. 62 και Τριανταφυλλίδου-Baladie, ο.π., σσ. 81-84.

[16] Αλεξάνδρας Κραντονέλλη, Ιστορία της πειρατείας στους πρώτους χρό­νους της τουρκοκρατίας 1390-1358, Αθήνα 1985, σ. 327 και Τριανταφυλλίδου-Baladie, ο.π., σ. 86-88.

[17] Τριανταφυλλίδου-Baladié, ο.π., σσ. 133-166, ειδικότερα τη σ. 139. Β. Κρεμμυδά, Οι σαπουνοποιΐες της Κρήτης στο 18ο αιώνα, Αθήνα 1974, σ. 59 και Yo­lande Triantafyllidou, L’ industrie du savon en Crète au XVIII siècle: aspects écono­miques et sociaux, Études Balkaniques 11/4 (1975), σσ. 75-87.

[18] Για τα προϊόντα που εισάγονται και εξάγονται από το λιμάνι της Σμύρνης βλ. Elena Frangakis-Syrett, The commerce ofSmyrna in the Eighteenth Century (1700-1820), Αθήνα 1992, σσ. 189-247.

[19] Β. Κρεμμυδά, Το εμπόριο της Πελοποννήσου στο 18ο αιώνα (1715-1792) (με βάση τα γαλλικά αρχεία), Αθήνα 1972, σσ. 21-25.

[20] Σ. Βορείου (=Σ. Μάξιμου), Το ελληνικό εμπορικό ναυτικό κατά τον XVIII αιώνα, Αθήνα 1940, σ. 10 και Γ. Α. Σιορόκα, Το γαλλικό προξενείο της Άρτας (1702-1789), Ιωάννινα 1981, σ. 37-55.

[21] Παντελεήμονος Κ. Καρανικόλα, Το Κρανίδι, κομμάτια από την χαμένη ιστορία του, Κόρινθος 1980, σσ. 19-20 και Marina Petronoti, The organization of production and labour at Kranidi (1821-1900), Actes du He Collogue International d’ Histoi­re, Économies Méditerranéennes Équilibres et Intercommunications XHIe-XIXe siècles, τ. 2, Αθήνα 1986, σσ. 266-267 και σσ. 273-274.

[22] Β. Κρεμμυδά, Αρχείο Χατζηπαναγιώτη, τ. Α’ Χατζηπαναγιώτης – Πολίτης, Αθήνα 1973, σ. 143 σημ. 1 και σ. 144 σημ. 5.

[23] (Ντιάνας Αντωνακάτου – Τ. Μαύρου), Αργολίδος περιήγησις, Έκδοσις Νομού Αργολίδος 1973, σ. 144-145 και Καρανικόλα, ο.π., σ. 43 – 45.

[24] Γ. Λεονταρίτη, Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία (1453-1850), Αθήνα Ε.Μ.Ν.Ε. – Μνήμων 1981, σσ. 37-52. (Πρώτη δημοσίευση στον τόμο Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία, εκδ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1972, σ. 29 – 42).

Πηγή


  • Πελοποννησιακά, τόμος ΚΑ’, Αθήναι, 1995.   

  

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος – Τα απομνημονεύματα


 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Υπασπιστών, βόρειος τοίχος.

Καθαρώς στρατιωτική μορφή ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ουδέποτε διανοήθηκε να συγγράψει Απομνημο­νεύματα. Εκτός του ότι δεν ήταν σε θέση να διατυ­πώσει γραπτώς όσα συνέβησαν, δεν πρέπει να είχε τη φιλοδοξία να εξασφαλίσει υστεροφημία. Στις προσκλήσεις του Τερτσέτη ήταν ανένδοτος. Τελικώς όμως υποχώρησε, θέτοντας όρο να μη δει το κείμενό του το φως της δημοσιότητας εφ’ όσον αυ­τός βρισκόταν στη ζωή. Ξετυλίγοντας τις αναμνήσεις του ο Κολοκοτρώ­νης και βάζοντας καθορισμένο φραγμό στην αφή­γησή του, σ’ ένα μήνα είπε όσα είχε να πει, κατά το έτος 1836.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης λέγει ότι έγραφε όσα ο Γέρος αφηγούνταν, επομένως δεν επεμβαίνει που­θενά. Το πολύτιμο εκείνο κείμενο για πρώτη φορά εκδόθηκε το 1850, ενώ άρχισε το 1846 και στην κυ­κλοφορία τέθηκε το 1851, με τον τίτλο στο εξώφυλ­λο Ο Γέρων Κολοκοτρώνης, ενώ στο αρχικό εσώφυλλο υπάρχει ο πλήρης τίτλος Διήγησις συμβά­ντων της Ελληνικής φυλής από το 1770 έως τα 1836. Υπαγόρευσε Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κο­λοκοτρώνης, Αθήνησι 1846, σε συνολικές σελίδες λζ’ (Προλεγόμενα εκδότου) +306. Έκτοτε έχει εκ­δοθεί άπειρες φορές το βιβλίο.

Δεν υπάρχει στην εκ πρώτης όψεως αφελή αφή­γηση του πρωταγωνιστή της Ελληνικής Ελευθε­ρίας καμία αρχιτεκτονική διάταξη της προσφερό­μενης ύλης. Εν τούτοις μπορεί να διακρίνει κανείς 6 κύρια μέρη. Προεπαναστατικά – Πρώτον έτος Αγώνα – Δεύτερον έτος πολέμου – Β’ Εθνική Συνέλευση στο Άστρος – Καταπολέμηση Ιμπραήμ – Περίοδος Κα­ποδίστρια και Αντιβασιλείας. θα ήταν ματαιοπονία μια απόπειρα ανάλυσης του έργου. Κύρια χαρακτηριστικά του Απομνημονεύματος είναι δυνατόν να προσδιοριστούν. Λόγος πυκνός, σε βαθμό που ο αναγνώστης παρακολουθεί, αν έχει υπόψη του όσα διαδραματίστηκαν κατά την εφταε­τία της διεξαγωγής του πολέμου και στα στρατιωτι­κά και στα πολιτικά. Σαφής και ακριβολόγος ο α­φηγητής, αλλά καταπληκτικά σύντομος, σχεδόν τηλεγραφικός. Στα πρώτα επαναστατικά ο Κολοκο­τρώνης είναι η βάση για την έκθεση των γεγονότων από τους ιστοριογράφους του Αγώνα, που έγραψαν ύστερα απ’ αυτόν είτε σε μορφή απομνημονεύματος είτε συνθετικής έκθεσης.

Carl Krazeisen, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μολύβι σε χαρτί, 1827. Αθήνα. Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.

Αποβαίνει λοιπόν πρώτη και ασφαλής πηγή. Αφηγείται ως αυτόπτης και πρωταγωνιστής, δεν διαστρέφει τα γενόμενα, δεν τα τροποποιεί με τρό­πο που να τον εξυπηρετούν. Εκθέτει με τη φυσική ροή των συμβάντων, αλλά με καταπληκτική συ­ντομία, προφανώς ηθελημένη. Αληθεύει η κρίση, ότι ο αφηγητής είναι αξιόπιστος, πρώτο χέρι πλη­ροφόρησης, κατορθώνει και ζωντανεύει περιστατι­κά, χωρίς έγγραφα, σημειώσεις, ημερολόγια, αντλώντας από το μοναδικό θησαυροφυλάκιο της μνήμης του και ανασύροντας όσα θέλει.

Ήρεμος ο Γέρος, ανεπηρέαστος από πάθη, δεν είναι αυστηρός, προσπαθεί να είναι επιεικής, απο­φεύγει να σχολιάζει, αφήνει τον αναγνώστη να κρί­νει μόνος του σφάλματα, παραλείψεις, αντιθέσεις, ενώ συμπεραίνει πάλι μόνος του για τα ευτυχή γε­γονότα. Αφηγείται αυτός και είναι τόσο ολιγόλογος σε πολύ σοβαρές πτυχές των πραγμάτων, ώστε ό­ποιος επιθυμεί να μάθει περισσότερα σε λεπτομέ­ρειες αναγκάζεται να προσφύγει στις λεγόμενες Κολοκοτρωνικές πηγές, για να μάθει και να εκτι­μήσει.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ξυλογραφία της Λουΐζας Μοντεσάντου, 1943.

Όποιος επιμένει να μπει στα κυκλώματα των δολοπλοκιών και αντιθέσεων, που προκάλεσαν τους δύο εμφυλίους πολέμους, ματαιοπονεί, γιατί ο αφηγητής όχι μόνο είναι λακωνικός, αλλά συχνά αποφεύγει και απλούς υπαινιγμούς. Πολλά και υπερβολικά καταθέτει ο Γ. Τερτσέτης για την αξία του Απομνημονεύματος Κολοκοτρώνη. Ούτε και με λίγες λέξεις μπορεί κανείς ν’ αποδώσει την αξία που έχουν, όσα λέγει και όσα δεν λέ­γει. Ο Γέρος έγραψε Ιστορία στα πεδία των μαχών με τα όπλα και τα πολεμικά του σχέδια. Δεν γράφει αφηγούμενος την Ιστορία της Επανάστασης. Αφήγη­ση με γνήσια απεικόνιση πραγμάτων, χωρίς χρονο­λογίες, λεπτομέρειες, κρίσεις, υπονοούμενα, συχνά καταντά γριφώδης· ορισμένες απλές φράσεις κρύ­βουν ολόκληρο κόσμο.

Είναι αφήγηση εύστροφη, γλαφυρή, από άνθρωπο που δεν είχε σοβαρή παι­δεία, ήθελε όμως να φαίνεται λόγιος και διατηρεί δείγματα λογιότητας στις εκφράσεις του. Εν τούτοις όπου κρίνει, κρίνει σωστά· έχουν ιστορική αξία οι παρατηρήσεις του. Αναμφισβήτητα και σε γεροντι­κή ηλικία ο αφηγητής διαθέτει ζωηρό πνεύμα, φα­ντασία γόνιμη, ευφυΐα, ευσέβεια, πατριωτισμό, γί­νεται διδάσκαλος, δεν είναι τραχύς και άκομψος οδοιπόρος στα όρη και στο ντουφέκι. Κατακρίθηκε ο Κολοκοτρώνης και ως πολέμαρχος και αφηγητής. Ισχύει πάντοτε η κρίση του Τερτσέτη, ότι το Απο­μνημόνευμά του είναι άγουρος καρπός πρόωρα τρυ­γημένος και αρέσει· είναι φύση άτεχνη αλλά πε­ριέχει αλήθεια, ιστορική τελειότητα.

 

† Τάσος Αθ. Γριτσοπούλος

Βιβλιογραφία


Βιβλιογραφία για το θέμα στην από την α’ έκδοση φωτομηχανική επανέκδοση των Απομνημονευμάτων του Θ. Κολοκοτρώνη από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι 1981, όπου στη γενική Εισαγωγή Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, σσ. 89-112 (Ε’ Κεφάλαιο, Τα Απομνημονεύματα, ενότητες 6: Προκαταρκτικά – Περιεχόμενον Απομνημονεύματος – Αξία – Γνώμες Τερτσέτη – Γλωσσική μορφή – Τελική κρίσις).

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», τεύχος 127, 21 Μαρτίου 2002.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αναγνωστόπουλος Σπ. Ιωάννης (1928-1993)


 

Ιωάννης Αναγνωστόπουλος

Ο Ιωάννης Αναγνωστόπουλος, συγγραφέας, Διδάκτορας της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου των Αθηνών, Εκπαιδευτικός, γιος του Σπυρίδωνα και της Γιαννούλας, το γένος Διαμαντή Ψυχογιού, γεννήθηκε την 28-7-1928 στον Αχλαδόκαμπο της Αργολίδας. Στον Αχλαδόκαμπο τελείωσε το Δημοτικό σχο­λείο και έζησε τα δεινά της Γερμανοϊταλικής Κα­τοχής.

Κατά την ημέρα της μάχης του Αχλαδοκάμπου, 18-9-1944, έχασε τον πατέρα του. Αν και πρωτότοκος γιος πολυμελούς ορφανής και πτω­χής οικογενείας, επειδή είχε έμφυτη κλίση για γράμματα, με την επίμονη θέληση της μητέρας του και με την προτροπή και ηθική συμπαράσταση του πρωτοπρεσβυτέρου Ευαγγέλου Αναστασίου Μπονώρη, φοίτησε με εξετάσεις και με συνεχή υποτροφία του Κράτους, στην Επτατάξια Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου, από το 1947 μέχρι το 1954, από την οποία έλαβε πτυχίο.

Το 1955, με επιτυχείς εξετάσεις, φοίτησε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπι­στημίου των Αθηνών, από την οποία έλαβε πτυχίο το 1960. Το 1962, με την προτροπή και ηθική συμπαράσταση του αοιδίμου μεγάλου πατριώτη και ευεργέτη του Αχλαδοκάμπου Γεωργίου Νικολάου Αναγνωστοπού­λου, φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου των Αθηνών, από την οποία έλαβε πτυχίο Φιλολογίας το 1965. Απαλλάχτηκε από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και εξαγόρασε την οκτάμηνη υποχρεωτική θητεία του, λόγω σπου­δών, «ως πρωτότοκος υιός γυναικός εν χηρεία διατελούσης». Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστη­μίου των Αθηνών, από το 1962 μέχρι το 1965, δίδαξε στα Ιδιωτικά Εκπαιδευτήρια Κ. Γκιζελή στην Αθήνα.

Από τη 13-11-1965, που διορίστηκε από το Κράτος, υπηρέτησε: Στο Γυμνάσιο – Λύκειο Κοπανακίου Τριφυλίας (1965-1971), στο Γυμνάσιο – Λύ­κειο Αρρένων Κορίνθου (1971-1973), στο 1ο Εσπερινό Γυμνάσιο – Λύκειο Πειραιά (1973-1977), στο Λύκειο Αγίου Ιεροθέου Περιστερίου (1977-1981), στο 10ο Γυμνά­σιο Περιστερίου, ως Υποδιευθυντής και Διευθυντής (1981-1986). Το 1986, λόγω διδακτορικού διπλώματος προήχθη σε Γυμνασιάρχη και τον ίδιο χρόνο αποσπά­στηκε ως Διευθυντής – Γυμνασιάρχης του 1ου Γυμνασίου Ελευσίνας, με τετραετή θητεία. Κατά τα Ακαδημαϊκά έτη 1978-1979 και 1979-1980, με απόσπαση από το Λύ­κειο Αγίου Ιεροθέου και με εξετάσεις, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαί­δευσης, στην Αθήνα, από το οποίο έλαβε πτυχίο μετεκπαίδευσης «μείζονος διαρ­κείας».

Την 8-2-1985 αναγορεύτηκε Διδάκτορας της Φιλοσοφίας του Πανεπιστήμιο των Αθηνών, με την πρωτότυπη επιστημονική διατριβή του, με τον τίτλο: «Ο θάνατος και ο κάτω κόσμος στη δημοτική ποίηση» (Εσχατολογία της δημοτικής ποίησης). Από το 1955 ασχολήθηκε με την Επιστήμη και την Έρευνα και χρησιμοποίησε πολλές φορές, τις Βιβλιοθήκες των Αθηνών και προ πάντων το Σπουδαστήριο της Ερμηνείας της Κ. Διαθήκης της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου των Αθηνών, το Σπουδαστήριο της Νεοελληνικής Φιλολογίας και της Λαογραφίας του Πανεπιστημίου των Αθηνών και το Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας των Αθηνών.

Αποτέλεσμα των μακροχρονίων σπουδών και ερευνών είναι τα ακόλουθα έργα του:

Δημοσιευμένα:

  1. Η Ιστορία του Αχλαδοκάμπου από των προϊστορικών χρόνων μέχρι σήμερον (Ιστορική μελέτη βάσει των πηγών), Αθήναι 1961.
  2. Ο Νεομάρτυς Αναστάσιος ο Ναυπλιεύς, Αθήναι 1968.
  3. Τουριστικός οδηγός Νομού Κορινθίας, Αθήναι 1972.
  4. Το σπήλαιο και ο ναός της Αγίας Τριάδας Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1983.
  5. Ο θάνατος και ο κάτω κόσμος στη δημοτική ποίηση, (Εσχατολογία της δη­μοτικής ποίησης), Διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1984.
  6. Λαογραφικά του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1985.
  7. Η συμβολή της Αργολιδοκορινθίας στην Επανάσταση του 1821, Αθήνα 1985.
  8. Η Αγία Παρασκευή της περιοχής «Νερά» του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1988.
  9. Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821, Αθήνα 1989.
  10.  Τα γενεαλογικά δέντρα των αρρένων των οικογενειών του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1989.

  Αδημοσίευτα:

  1. Ερμηνείες και υπομνήματα Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων στα βιβλία της Κ. Διαθήκης, απ’ αρχής μέχρι σήμερα.
  2. Η εξομοίωση του Ιησού Χριστού προς το λίθο, κατά την Κ. Διαθήκη.
  3. Οι θλίψεις κατά την Κ. Διαθήκη.
  4. Η χαρά κατά την Κ. Διαθήκη.
  5. Η Κ. Διαθήκη κατά χώρα.
  6. Βυζαντινά και μεταβυζαντινά χριστιανικά μνημεία Αργολίδας.
  7. Χριστιανισμός και αθλητισμός.
  8. Οι οφθαλμοί του ανθρώπου στην αγία Γραφή και στη Λαογραφία.
  9. Η θρησκευτικότητα του Ελληνικού λαού στα δημοτικά τραγούδια της λεκά­νης της Μεσογείου.
  10. Σχέση Θρησκείας και Πατρίδας στη δημοτική ποίηση.
  11. Εισαγωγή στη δημοτική ποίηση.
  12. Η μάχη του Αχλαδοκάμπου, 18-9-1944.
  13. Ο Αχλαδόκαμπος στη φωτογραφία, από τους μυθικούς χρόνους μέχρι σήμε­ρα.
  14. Ιστορικά βιογραφικά σημειώματα επιφανών Αχλαδοκαμπιτών από τα χρό­νια της τουρκοκρατίας μέχρι σήμερα.

Ασχολήθηκε συστηματικά με την περισυλλογή λαογραφικού και ιστορικού υλικού της περιοχής του Αχλαδοκάμπου, για την ίδρυση στον Αχλαδό­καμπο ή στο Άργος Λαογραφικού και Ιστορικού Μουσείου. Απεβίωσε στις 25-1-1993.

 

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, «Τα γενεαλογικά δέντρα των Αρρένων των οικογενειών του Αχλαδοκάμπου», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »