Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άργος’ Category

Άποψη της πόλης του Άργους, περίπου το 1832. Λάδι σε μουσαμά, Antonio Schranz (1801-1865;).

 

Άποψη της πόλης του Άργους, περίπου το 1832. Λάδι σε μουσαμά, Antonio Schranz (1801-1865;).

 

Το Άργος, η αρχαιότερη συνεχώς κατοικούμενη πόλη της Ευρώπης και της Ελλάδας, παρά τις καταστροφές που υπέστη κατά καιρούς από επιδρομείς και κατακτητές, πάντοτε κτιζόταν στην ίδια θέση. Αυτό βεβαιώνεται και σήμερα από την αρχαιολογική σκαπάνη στα υπό οικοδόμηση οικόπεδα, τα οποία αποκαλύπτουν τη ζωή των παλαιότερων εποχών.

Η θέση της πόλης ήταν ιδανική για δύο κυρίως λόγους. Οι δύο λόφοι, της Ασπίδας (84μ.) και ιδίως της Λάρισας (289μ.), παρείχαν μεγάλη ασφάλεια στους κατοίκους. Παράλληλα, τα δύο αυτά υψώματα εισχωρούν βαθιά στο αργολικό πεδίο και φέρνουν την πόλη κοντά στο Τημένιο, που ήταν ανέκαθεν το επίνειό της.

Έτσι εξηγείται γιατί διαμέσου των αιώνων, παρά τις αλλεπάλληλες διώξεις και καταστροφές, η πόλη επέμενε να ευρίσκεται στην ίδια πάντα θέση…

[…] Το Άργος υπέστη δύο μεγάλες καταστροφές από τους Τούρκους, την πρώτη επί Ενετοκρατίας το 1397 από το στρατηγό Βαγιαζήτ Γιακούβ. Κατεδαφίστηκαν τότε τα τείχη, η πόλη λεηλατήθηκε και πολλοί Αργείοι αιχμαλωτίστηκαν και διακομίστηκαν στη Μικρά Ασία. Η άλλη έγινε το 1463, όταν Έλληνες και Ενετοί δεν μπόρεσαν να σώσουν την πόλη από το νέο κατακτητή, ο οποίος σάρωνε προοδευτικά όλα τα βαλκάνια. Η πρώτη περίοδος της Τουρκοκρατίας κράτησε μέχρι το 1683 και η δεύτερη από το 1715-1821. Τα ενδιάμεσα χρόνια (1683-1715) το Άργος ήταν πάλι υπό Ενετική κυριαρχία.

Το 1821 το Άργος ήταν από τις πρώτες πόλεις που επαναστάτησαν στις 2 Απριλίου, όταν ένοπλο σώμα με επικεφαλής τον Σταματέλο Αντωνόπουλο ανέκοψε την πορεία 300 Τούρκων ιππέων στη Δαλαμανάρα, οι οποίοι κατευθύνονταν προς το Άργος, και τους ανάγκασε να επιστρέψουν στ’ Ανάπλι…

 

Read Full Post »

Οι προυχοντικές οικογένειες του Άργους (1715-1821)


  

Το παρακάτω κείμενο αναφέρεται στις προυχοντικές οικογένειες του Άργους κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία, βασισμένο στην έρευνα που πραγματοποίησε  ο Αθανάσιος Φωτόπουλος προκειμένου να αποτελέσει μέρος της διδακτορικής διατριβής του (1995) με τίτλο: «Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821».

 Ας δούμε τη γράφει για τις προυχοντικές οικογένειες του Άργους (σελ. 53).

 

Αναντίρρητα, η παλαιότερη και σημαντικότερη προυχοντική οικογένεια του Άργους ήταν οι Περρουκαίοι [1]. Η επιρροή τους δεν περιοριζόταν στην πόλη και στην επαρχία του Άργους, άλλα είχε επεκταθεί και σε άλλα μέρη της Πελοποννήσου. Γενάρχης της είναι ο Γιαννάκης, ο οποίος ζούσε επί Βενετών ή και νωρίτερα [2]. Στα μέσα του ΙΗ’ αιώνα δρα ο γιος του Αποστολής. Γιος του τελευταίου ήταν ο Δημήτριος, τον οποίο διαδέχτηκαν οι τέσσερις γιοι του Νικόλαος [3], Γεωργαντάς, Σωτήριος [4] και Αποστόλης [5]. Η οικογένεια του Νικόλαου (†12.4.1822) κράτησε τα σκήπτρα της επαρχίας μέχρι την επανάσταση και κατ’ αυτήν. Ο ίδιος διατέλεσε βεκίλης στην Κωνσταντινούπολη, όπως και ο γιος του Δημήτριος. Από τους άλλους γιους του, ο Χαράλαμπος (†1822) διατηρούσε εμπορική εταιρεία στην Πάτρα και βρισκόταν σε ανταπόκριση με τον οικογενειακό εμπορικό οίκο του Άργους, ενώ ο Ιωάννης διατέλεσε προεστός Άργους τουλάχιστον μία δεκαετία πριν από την επανάσταση. Ο τελευταίος πέθανε αμέσως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς εξαιτίας των κακουχιών, τις όποιες είχε υποστεί ως όμηρος [6].

 

Η Ακρόπολη του Άργους. Χαρακτικό, του Γάλλου αρχαιολόγου και αυτοδίδακτου ζωγράφου Αλεξάντρ Λενουάρ (1761-1839), π. 1810.

 

Σε επιγραφή του ναού των Αγίων Αδριανού και Ναταλίας, στο χωριό Κατσίγκρι [Άγιος Ανδριανός] του Ναυπλίου, αναφέρεται (1743) ότι αυτός «ιστορήθη δι’ εξόδου τού ενδοξοτάτου άρχοντος και δραγουμάνου του Μορέως κυρίω κύρ Θεοδώρου Καπελέτη εκ πόλεως Άργους», γιου του ποτέ Παπαδριανού, οικονόμου από την ίδια πόλη [7].

Μετά τα ορλωφικά εγκαθίσταται στο Άργος η οικογένεια Βλάση η Βλασόπουλου προερχόμενη από την Κοτίτσα της Λακωνίας. Γενάρχης της ήταν ο Χρήστος Βλασόπουλος, ο δε γιος του Θεοδωράκης κατέστη πλούσιος γαιοκτήμονας και προεστός, μέλος της Φιλικής Εταιρείας με τον γιο του Χρήστο [8].

Το 1783 (24 Απριλίου) [9] υπογράφονται σε έγγραφο οι προεστοί Άργους Δημ. Περρούκας και Αναστάσιος Κάβας.

Σε έγγραφο (13.7.1789) [10], ως προεστοί του βιλαετίου Άργους υπογράφονται οι ακόλουθοι: Γεώργιος Περρούκας, Νικολάκης Κάβας, Τζώρτζης Χρυσοχός, Θεοδωράκης Κεφαλάς, Γιάννης Ρούνης, Παναγιώτης Μίντης, Μήτρος Κατρισιώτης, Γιάννης του Νίκα, Γκίκας Μοίρας, Δημητράκης της Καλής, Ανδριανός Καρκατζέλης, Ιωάννης ιερεύς Σακελλάριος, παπα-Μιχάλης Οικονόμου, Αναστάσιος Κάβας.

Σε άλλο ανέκδοτο έγγραφο (1.4.1798), υπογράφονται οι εξής άρχοντες και λοιποί πρόκριτοι του Άργους [11]: Γεώργιος Περρούκας, Νικόλαος Περρούκας, Ιωάννης Νίκας, Γεώργος Συρίγος, Νικολής Παναγιώτου, Ιωαννάκης Μοθωναίος, Τζώρτζης Χρυσοχός, Θεοδωράκης Βλασόπουλος, Νικόλαος Σέκερης, Μήτρος Ντουσιμίνης, Αναστάσης Ντόκος, Ανδριανός του Αλεξαντρή, Πανάγος Τζότηρη, Παναγιώτης Πασχάλης, Βασίλης Ταρλής, Ηλ(ίας) Σταθόπουλος, Γιωργατζής Βώκος, Θεοδωράκης Κεφαλάς, Αναγνώστης παπα-Μιχαήλ, Τζέρτος Ιωαννούσης, Γιωργάκης Στασινόπουλος, Παναγιώτης Τζουλούφος, Γιώργος Ντοροβίνης, Γιάννος Χρυσοχός, Γιαννάκης Ιωαννούσης.

Προεπαναστατικά, προεστός του Άργους ήταν ο Θεόδωρος Μοθωνιός, που διατέλεσε και γραμματέας του τούρκου βοεβόδα Αλήμπεη [12]. Ως επίσημη οικογένεια αναφέρεται και αυτή του Παναγή Ιωαννούση [13], της οποίας μέλη ήταν ο Γεώργιος (1789) [14], ο Μιχαήλ (1791) [15], ο Τζέρτος και ο Γιαννάκης (1798). Ο Αναγνώστης Μπόνης ή Ιατρός [16], από το Μπουγιάτι [Αλέα], είχε εγκατασταθεί στο Άργος πολλά χρόνια πριν από την επανάσταση και ως «άρχων ιατρός» αναφέρεται σε έγγραφο (17.11.1818) του δραγομάνου του Μορέως Γεωργάκη Ουαλεριανού [17].

Στον Κάτω Ναχαγιέ (επαρχία Ερμιονίδος), προεστός ήταν ο καπετάν Αντώνης Νάκης, του οποίου ο γιος Ν. Νάκης ήταν γραμματικός του πασά των Τρικάλων (1816) και του καϊμακάμη του πασά της Πελοποννήσου (1818) [18].

Στην επαρχία Ναυπλίου δεν αναδείχτηκε «ουδείς προεστός επίσημος και με τας απαιτουμένας δυνάμεις», όπως και σε άλλες επαρχίες της Πελοποννήσου. Και τούτο, γιατί η πόλη – όπως και η επαρχία – του Ναυπλίου «εξουσιάζετο» από τους Οθωμανούς. Κάποιοι δημογέροντες υπήρχαν μόνο σε χωριά [19].

Στις πρώτες δεκαετίες του ΙΣΤ’ αιώνα, στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο, ζει η οικογένεια Ντενασή (Denassim ή De Nassin), μέλη της οποίας συμμετέχουν στην τοπική διοίκηση της πόλης [20]· και αργότερα (1705), ο φιλοβενετός σύνδικος Κοσμάς Καλαβρός [21].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φραντζής, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος τομ. Δ’, σελ. 107-108· Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη ο.π., σελ. 255-259. Λείπει μια μονογραφία για την οικογένεια Περρούκα.

[2] Το όνομά του αναφέρεται το έτος 1687.

[3] Υπογράφεται σε έγγραφο του έτους 1781: IEEE, αρ. 17160.

[4] Αυτόθι· επίσης, βλ. Τάκης X. Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρεία, σελ. 288, οπού και κάποια γενεαλογικά στοιχεία.

[5] IEEE (Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος), αρ. 17160.

[6] Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών…, σελ. 68. Επίσης, για την οικογένεια Περρούκα, βλ. τα εξής μελετήματα: Κων. Ν. Τριανταφύλλου, «Συμβολή στα περί οικογένειας Περρούκα Άργους-Πατρών», ΠΒ’ ΤΣΑργΣ, σελ. 157 κ.ε.· Ιωάννης Φ. Αθανασόπουλος, «Κληρονομικές διαφορές μελών της οικογένειας Περρούκα Πατρών αποκαλυπτόμενες από έγγραφα της ολλανδικής πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως», ΠΔ’ ΔΣΠΠ, τομ. Γ’, σελ. 177-196.

[7] Για την επιγραφή, βλ. Κωνστ. Γ. Ζησίου, Σύμμικτα, Αθήνα, 1892, σελ. 86· Αθανάσιος  Θ. Φωτόπουλος, «Συμπληρωματικά στα περί δραγομάνων του Μορέως», Journal of Oriental and African Studies 3-4 (1991-1992), σελ. 91- 92, όπου νεότερη έκδοση της επιγραφής.

[8] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 259. Βλ. και το φυλλάδιο «Έκθεσις περί της του χωρίου Δυμηνίου υποθέσεως» [1840], σελ. 4, όπου η πληροφορία ότι ο Θ. Βλάσης ήταν συγγενής των Περρουκαίων.

[9] IEEE, αρ. 17170.

[10] IEEE, αρ. 17185.

[11] Εννοείται της επαρχίας Άργους· το έγγραφο στην IEEE, αρ. 17205· ονόματα και άλλων προεστών και ψήφον εχόντων ανδρών (1818), βλ. στο βιβλίο του Σταμ. Αναστ. Αντωνόπουλου, Σταματέλος Σπηλ. Αντωνόπουλος, Αθήνα, 1918, σελ. 21-22.

[12] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 286.

[13] Φραντζής, τομ. Δ’, σελ. 108. Την 11.5.1818 υπογράφει δανειστικό έγγραφο ως επίτροπος του καζά Άργους: IEEE, αρ. 17354.

[14] IEEE, αρ. 17186.

[15] IEEE, αρ. 17189.

[16] Γιατί ήταν εμπειρικός ιατρός: Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 254.

[17] IEEE, αρ. 47447.

[18] Νικ. Κ. Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά, τομ. Α’, Αθήνα, 1940, σελ. 258, σημ. 3.

[19] Φραντζής, τομ. Δ’, σελ. 106.

[20] Για μέλη της, βλ. Λακωνικαί Σπουδαί  Γ’ (1977), σελ. 246, σημ. 7. Στα χρόνια του Βελή πασά, αναφέρεται Γεώργιος Δανεσής από τον Πραστό, έμπορος στην Κωνσταντινούπολη: Κοντάκης, σελ. 23.

[21] Μήτσας Οικονόμου, «Το προξενείο του Αρχιπελάγους στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο», Παρουσία Ζ’ (1991), σελ. 444-445, 470-473.

 

Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος

Ιστορικός – Πανεπιστήμιο Πατρών

«Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821», Διδακτορική διατριβή, 1995.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

«[…] να νομίζωμεν εμαυτούς απηλπισμένους, χωρίς να βλέπωμεν διόρθωσιν τινά προς οικονομίαν». Φόβος για την αναπότρεπτη εξέγερση, Φεβρουάριος 1821 – Βαγγέλης Σαράφης στο: «Φόβοι και ελπίδες στα νεότερα χρόνια»,  Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 2017.


 

Τον Φεβρουάριο του 1821 όλα έμοιαζαν έτοιμα για την εξέγερση. Ο «υπόκωφος ήχος της επανάστασης» δυνάμωνε και η έκρηξή της δεν θα αργούσε·[1] «η Πελοπόννησος όλη υπόκωφα εσείετο», θα γράψει αργότερα στα απομνημονεύματά του ο Φωτάκος.[2] Μέσα σε αυτό το κλίμα οι προσδοκίες των ανθρώπων καλλιεργούνταν· «ό,τι άκουαν οι Έλληνες περί της ελευθερίας το επίστευαν και εφαρμόσθη η κοινή παροιμία να μου λέγης ό,τι αγαπώ και το πιστεύω».[3] Παράλληλα, όμως, αυτή η αίσθηση του αναπότρεπτου ενίσχυε και το αίσθημα φόβου σε όσους αμφισβητούσαν την επιτυχία του εγχειρήματος.[4]

Με το παρόν άρθρο θα επιχειρηθεί να εντοπιστεί, μέσα από μία περίπτωση, το αίσθημα φόβου, να συνδεθεί με τα αίτια που το γεννούσαν και, κυρίως, να συσχετισθεί με τη δράση των υποκειμένων· να ειδωθεί δηλαδή σε σχέση με τους σχεδιασμούς, τις επιλογές και τις πράξεις συγκεκριμένων ανθρώπων μέσα σε αυτή την ταραγμένη περίοδο. Βάση της μελέτης αποτελεί μία επιστολή, που βρίσκεται στο αρχείο της οικογένειας των ισχυρών προεστών του Άργους, Περούκα, το οποίο απόκειται στο Αρχείο Ιστορικών Εγγράφων της Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος.[5] Η επιστολή αυτή – ανυπόγραφη, αχρονολόγητη και κρυπτογραφική – εντοπίστηκε, αποκρυπτογραφήθηκε και εκδόθηκε στο περιοδικό Πελοποννησιακά (1986) από τον ιστορικό Αθανάσιο Φωτόπουλο.[6]

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Πριν προχωρήσουμε στο περιεχόμενο της επιστολής, θα επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε τον χρόνο σύνταξής της και κυρίως τον συντάκτη και τον παραλήπτη. Στη σχολιασμένη έκδοσή της έχει υποστηριχθεί πως έχει συνταχθεί στα μέσα Φεβρουαρίου του 1821, λίγο πριν από την πρόσκληση που απηύθυνε ο οθωμανός καϊμακάμης προς τους χριστιανούς προεστούς και αρχιερείς της Πελοποννήσου να συγκεντρωθούν στην Τριπολιτσά.[7] Ενδεχομένως θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε την ημερομηνία σύνταξής της λίγες ημέρες αργότερα, μετά από την κοινοποίηση της πρόσκλησης· «Τι λοιπόν να κάμωσιν και αυτοί δεν ηξεύρουσι· σημείον αυτό προφανές ότι είναι ζαλισμένοι και πάσχουσι με διαφόρους τρόπους να βάλωσι τους προεστώτας εις Τριπολιτζάν». Η παραπάνω φράση υποδηλώνει τη γνώση από τον συντάκτη της πρόσκλησης, ενώ γνώριζε και τις προηγούμενες διαβουλεύσεις των Οθωμανών.[8] Το αίσθημα φόβου εύλογα θα είχε ενταθεί μπροστά στην κινητοποίηση της οθωμανικής διοίκησης.

Όσον αφορά στον αποδέκτη της επιστολής, ο εκδότης της έχει σωστά υποστηρίξει πως ήταν ο Δημήτριος Περούκας, καθώς ο τόπος αποστολής ήταν η Κωνσταντινούπολη. Ο Δημήτριος Περούκας ήταν απεσταλμένος στην Κωνσταντινούπολη ως βεκίλης του βιλαετιού Άργους από το 1812 κ.ε.[9] Στις αρχές του 1821 διέφυγε από την Κωνσταντινούπολη,[10] ένα χρόνο περίπου αργότερα βρισκόταν στην Πίζα,[11] ενώ το 1824 τον εντοπίζουμε στη Ζάκυνθο, από όπου μετέβη στην Κέρκυρα και από εκεί στην Αγκώνα και τη Γενεύη.[12] Στην επαναστατημένη Πελοπόννησο, στην πόλη του Άργους, επέστρεψε στα 1826.[13] Έκτοτε φύλασσε εκεί το οικογενειακό αρχείο – μαζί με το προσωπικό του – έως τα 1851, οπότε και δολοφονήθηκε στην πατρική του οικία.[14]

Σχετικά με τον αποστολέα της επιστολής δεν μπορούμε παρά μόνο να διατυπώσουμε εικασίες. Χωρία της επιστολής υποδεικνύουν κάποια χαρακτηριστικά του συντάκτη – «Κατά τας 25 Δεκεμβρίου σας έγραφον εκτεταμένως μέσον Άργους – κατά τας 11 Ιανουάριου κατ’ ευθείαν απ’ εδώ […] κατά τας 12 ιδίου μέσον Τριπολιτσάς […] έλειπον εις Βοστίτζαν […] απέρασεν [ο Παπαφλέσσας] εις Άργος, Κόρινθον και ήλθεν εις Καλάβρυτα». Ο συντάκτης, λοιπόν, φαίνεται να είχε συχνή επικοινωνία με τον Δημήτριο Περούκα, ενώ ταυτόχρονα μετακινείτο μεταξύ Άργους, Τριπολιτσάς, Καλαβρύτων και Βοστίτσας. Άτομα που συγκέντρωναν τέτοια χαρακτηριστικά θα μπορούσαν να είναι πρόσωπα του στενού οικογενειακού κύκλου, όπως ο προεστός Κερπινής, Δημητράκης Ζαΐμης, γαμβρός και συνεργάτης των αδελφών Περούκα[15] ή ο Χαραλάμπης Περούκας, ο νεότερος από την τελευταία γενιά της οικογένειας,[16] ο οποίος κατοικούσε μόνιμα στην Πάτρα από το 1816, όπου είχε ιδρύσει εμπορικό πρακτορείο, ενώ παράλληλα διηύθυνε και εμπορικό κατάστημα στο Άργος, αναλαμβάνοντας πιθανότατα τη λειτουργία του πατρικού καταστήματος.[17] Επίσης, φαίνεται πως είχε οικονομικές δοσοληψίες στη Βοστίτσα.[18]

Μία φράση της επιστολής περιπλέκει κάπως τον προσδιορισμό του προσώπου του συντάκτη· «Εγώ απεσταλμένος διά να εξακολουθήσω τας διαταγάς σας […] και αγκαλά διότι βλέπων το ανοικονόμητον του Άργους απερνώ εις τα εκείσε διά να βαστάξω την αλληλογραφίαν των Υδροπετζιωτών». Είναι πιθανό ο συντάκτης της επιστολής να ήταν κάποιος έμπιστος γραμματικός. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο αποστολέας εντοπίζεται στον στενό κύκλο της οικογένειας.

Η επιστολή αποτελεί ένα είδος έγγραφης αναφοράς – ενημέρωσης του βεκίλη Δημητρίου Περούκα. Ο συντάκτης της είναι γνώστης των πολιτικών πραγμάτων στην Πελοπόννησο, καθώς και όσων συνέβαιναν στην Ήπειρο. Αναφέρεται στην άφιξη του αρχιμανδρίτη Γρηγορίου Δικαίου στην Πελοπόννησο, παραθέτει το δρομολόγιό του έως τη Βοστίτσα (Σπέτσες – Άργος – Κόρινθος – Καλάβρυτα), γνωρίζει όσα συνέβησαν στη συνέλευση της Βοστίτσας και μας πληροφορεί για τις προσπάθειες ορισμένων προεστών να προχωρήσουν σε στρατολόγηση ανδρών. Ακόμη πληροφορεί τον Περούκα για τα σχέδια αποχώρησης κάποιων προεστών και αρχιερέων από την Πελοπόννησο, όταν θα ξέσπαγε η εξέγερση. Κυρίως, όμως, αποδίδει, σε ορισμένα σημεία αρκετά γλαφυρά, το κλίμα έντασης που επικρατούσε ένα μήνα πριν από την Επανάσταση.

Ας δούμε τα σημεία ένα- ένα. Κατ’ αρχήν ας σημειωθεί ότι γνώριζε αρκετά σχετικά με τη συνέλευση. Αναφέρεται στα πρόσωπα που συμμετείχαν: ο Παλαιών Πατρών, ο Χριστιανουπόλεως και Κερνίτζης, ο Σωτήριος Χαραλάμπης, ο Ασημάκης Ζαΐμης και οι λοιποί Καλαβρυτινοί προεστοί.[19] Η γνώση αυτή μπορεί να μας υποψιάσει πως και ο ίδιος ανήκε στη Φιλική Εταιρεία· ενισχύεται έτσι η υπόθεση πως συντάκτης ήταν ο Δημητράκης Ζαΐμης ή ο Χαραλάμπης Περούκας, μέλη κι οι δύο της εταιρείας.[20] Γνωρίζει ακόμη για τις αμφιβολίες που εκφράστηκαν σχετικά με τη δυνατότητα των Πελοποννησίων να προσχωρήσουν στην επανάσταση, καθώς επίσης και για το συμπέρασμα της συνέλευσης· «απεδείχθησαν πραγματικαί αι αδυναμίαι του Μορέως και είδον προφανέστατα το σφάλμα το οποίον έκαμον [τη στρατολόγηση], αλλά παρακαίρως…».[21]

Δεν παραλείπει να σχολιάσει τη δράση του Γρηγόριου Δικαίου και ορισμένων προεστών, οι οποίοι κατά τη γνώμη του δρούσαν επιπόλαια και βιαστικά· «ο κυρ- Ανδρέας Ζαΐμης και Σωτήριος Θεοχαρόπουλος, αφού έλαβον ειδήσεις μερικάς από αυτόν [τον Δικαίο], χωρίς να κρίνωσι τα πράγματα είτε αλόγω φιλοτιμία παρακινηθέντες, δεν περιέμενον να ακούσωσι τας γνώμας των μεγαλυτέρων, αλλά απέστειλον εις όλα τα μέρη του Μορέως ζητούντες να καταγράφωσι ανθρώπους κοινοποιούντες το μυστήριον και φιλοτιμηθέντες όποιος να κάμη περισσοτέρους» και «αυτοί από το μέρος των Καλαβρύτων, ο Λόντος από την Βοστίτζαν και ο Κανέλλος από την Καρύταιναν, ακρίτως εναγκαλισθέντες τας διαταγάς Δικαίου, εκίνησαν την στρατολογίαν, ήτις έφερε αυτών την ήδη διατρέχουσαν κατάστασιν ενταύθα». Το μένος του, όμως, κατευθύνεται κυρίως στον Δικαίο, καθώς θεωρείται ο κύριος υπαίτιος γι’ αυτήν την κατάσταση· «Και ανάθεμα τον Δικαίον οπoύ ήλθεν ενταύθα, διότι εκείνου ελλείποντος τα πράγματα ήθελε οικονομηθώσι κάλλιστα».

Πέρα από τα ανωτέρω, μέσα από δύο χωρία αποδίδεται το γενικότερο κλίμα στην Πελοπόννησο στις αρχές του 1821· «Τι το όφελος όμως αδελφέ, οπού η στρατολογία την οποίαν εζήτησαν να κάμωσι οι προρρηθέντες εκίνησε τα πνεύματα των μικρών εις την αποστασίαν και δεν μένει ελπίς να ησυχάσωμεν· μάλιστα οπού τώρα έπεσον όλα εις ακοάς των Τούρκων και έλαβον υπονοίας μεγάλας […] Το κακόν όμως είναι προπαντός οπού τα μικρά παιδία φωνάζουσι εις τα σοκάκια την αποστασίαν και πλέον οι Τούρκοι επήραν μέτρα».

Η περιγραφή είναι σαφής: το μυστικό είχε σχεδόν αποκαλυφθεί· η εξέγερση ή η προληπτική αντίδραση της οθωμανικής διοίκησης εμφανίζονταν αναπότρεπτες πια. Το αναπότρεπτο δημιουργεί ένα αίσθημα φόβου στον επιστολογράφο ή, για να μείνουμε κοντά στα γραφόμενά του, τον οδηγεί σε απελπισία· «και δεν μένει ελπίς να ησυχάσωμεν […] Αυταί λοιπόν αι υπόνοιαι αναγκάζουσι ημάς να νομίζωμεν εμαυτούς απηλπισμένους, χωρίς να βλέπωμεν διόρθωσιν τινά προς οικονομίαν […] καθώς τα πράγματα κατήντησαν είναι αδύνατον διά να ελπίσωμεν ζωήν».

Μπροστά στις αναπότρεπτες εξελίξεις ο επιστολογράφος περιγράφει ένα σχέδιο σωτηρίας. Αρχικά περιλάμβανε την αποχώρηση των προεστών και των αρχιερέων από την Πελοπόννησο και τη μετάβασή τους στην Ύδρα ή στις Σπέτσες. Ύστερα θα έστελναν αναφορές στον σουλτάνο, παρουσιάζοντας την κακή κατάσταση των ραγιάδων της Πελοποννήσου, ενώ ταυτόχρονα θα αιτούνταν άδεια να κατοικήσουν σε συγκεκριμένο τόπο, τον οποίο εκείνος θα τους υποδείκνυε και, όταν τα πράγματα θα ήταν έτοιμα, θα προωθούσαν την εξέγερση. Το σχέδιο αυτό μας είναι γνωστό κι ο ίδιος ο συντάκτης το αποδίδει στον Παλαιών Πατρών Γερμανό.[22]

Στη συνέχεια θα επιχειρηθεί να συσχετισθεί το ρητό αίσθημα φόβου με τη δράση της οικογένειας Περούκα κατά τους πρώτους επαναστατικούς μήνες. Πριν, ωστόσο, θα αναφερθώ σε ένα μικρό επεισόδιο, που χρονολογείται τον Δεκέμβριο του 1820, το οποίο, κατά τη γνώμη μου, έχει κάποια σημασία, καθώς αναδεικνύει τη γενικότερη στάση των Περούκα αυτήν την περίοδο. Αμέσως μετά την άφιξή του στην Πελοπόννησο, ο Δικαίος είχε συνάντηση με μέλη της Φιλικής Εταιρείας στο Άργος, τον προεστό Ιωάννη Περούκα και τον επίσκοπο Ναυπλίας και Άργους Γρηγόριο. Η συνάντηση έγινε σε πολύ άσχημο κλίμα και ο Δικαίος αναχώρησε από το Άργος· «αμυδρώς πως εννόησεν επιβουλήν ομιλών μετά των αδερφών Περουκαίων», σχολίαζε αργότερα ο Φωτάκος στη βιογραφία του Παπαφλέσσα.[23]

Ας μεταφερθούμε στον Μάρτιο του 1821. Ο τρόπος με τον οποίο εξερράγη η επανάσταση στην πόλη του Άργους, καθώς και τα όσα συνέβησαν τους πρώτους μήνες στην περιοχή, επιβεβαιώνουν τη μη ενεργό συμμετοχή της οικογένειας στην επαναστατική προπαρασκευή. Μολονότι τον Μάρτιο του 1821 στην Πελοπόννησο υπήρχε ένας επαναστατικός μηχανισμός σε ετοιμότητα, ο οποίος εκτός των άλλων μαρτυρείται και από τη σχεδόν ταυτόχρονη έκρηξη της επανάστασης σε πολλά σημεία,[24] η έκρηξη της εξέγερσης στο Άργος περιγράφεται μάλλον ως τυχαία. Με βάση ανώνυμη μαρτυρία πληροφορούμαστε ότι στις 23 Μαρτίου ακούστηκαν πυροβολισμοί στην αγορά του Άργους, οι οποίοι είχαν ριφθεί από κάποιον μεθυσμένο Οθωμανό. Αυτό το τυχαίο γεγονός ήταν αρκετό για να τρομοκρατήσει τους Οθωμανούς της πόλης και να αποσυρθούν στο κάστρο του Ναυπλίου. Όταν στις 27 Μαρτίου επέστρεφαν, για να μεταφέρουν τις οικογένειες των χριστιανών προεστών στο Ναύπλιο με πρόσχημα την ασφάλειά τους, αντιμετώπισαν ένοπλους στη Δαλαμανάρα.[25] Παρά τον ανεκδοτολογικό χαρακτήρα της μαρτυρίας, αναδεικνύεται η αναντιστοιχία με την ετοιμότητα για εξέγερση, όπως αυτή παρατηρείται σε άλλες περιοχές.

Σταματέλος Αντωνόπουλος με τη χαρακτηριστική ενδυμασία των προυχόντων. Φοράει τζουμπέ και στο κεφάλι σφαιροειδές κάλυμμα.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση, ο Ιωάννης Περούκας βρισκόταν στην Τριπολιτσά συμμορφούμενος με την πρόσκληση του καϊμακάμη. Στη θέση του προεστού τον υποκαθιστούσε ο γηραιός πατέρας του και πρώην προεστός Νικόλαος.[26] Η στάση του Νικόλαου και του συμπέθερού του, Θεοδωράκη Βλάση,[27] κατά τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης, έδωσε τη δυνατότητα σε τοπικούς αντίπαλους της οικογένειας να την υπονομεύσουν. Ηγετικές φυσιογνωμίες αναδείχθηκαν οι Σταματέλος Αντωνόπουλος,[28] Νικόλαος Σπηλιωτόπουλος και Αθ. Καϋμένος ή Ασημακόπουλος. Τις πρώτες εβδομάδες της Επανάστασης συγκροτήθηκαν σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου οιονεί διοικητικά όργανα με στόχο την αντιμετώπιση της νέας πραγματικότητας, την εξυπηρέτηση αναγκών που το καθεστώς πολέμου επέβαλλε: τον εφοδιασμό, τη στρατολόγηση, το συντονισμό δράσης, τη διεύθυνση των ενόπλων.[29]

 Στο Άργος συγκροτήθηκαν δύο τέτοια, ανταγωνιστικά μεταξύ τους, διοικητικά όργανα. Οι αντίπαλοι των Περούκα ίδρυσαν το «κονσολάτο του Άργους» με στόχο να αναλάβουν τη διεύθυνση των επαναστατών· ήταν εξάλλου εκείνοι που οδήγησαν τους πρώτους ενόπλους στη θέση Δαλαμανάρα στις 27 Μαρτίου. Οι Περούκας και Βλάσης, σε μία προσπάθεια να αντιδράσουν, ίδρυσαν την «καγκελαρία του Άργους».[30] Παράλληλα, προσπάθησαν να καλέσουν ενόπλους από χωριά της περιοχής των Καλαβρύτων,[31] για να αντιμετωπίσουν το κονσολάτο. Η οικογένεια, ωστόσο, απομακρύνθηκε από την πόλη μετά τις κατηγορίες των μελών του κονσολάτου για προδοτική στάση.[32] Η οικογένεια Περούκα, τελικά, κατόρθωσε να επανακάμψει τον Ιούνιο του 1821, όταν ο Χαραλάμπης διορίστηκε τοπικός έφορος από την Πελοποννησιακή Γερουσία με την υποστήριξη των Σπετσιωτών προεστών.[33]

Η στάση των Περούκα – Βλάση έχει ήδη επιχειρηθεί να ερμηνευθεί από τον Φωτάκο: πίστευαν πως η Επανάσταση δεν θα ευδοκιμούσε.[34] Η πεποίθηση αυτή ένα μήνα πριν από την έκρηξη διατυπώνεται στην επιστολή, εξηγώντας την απελπισία του συντάκτη: «Το να κινηθώμεν, βλέπομεν την αδυναμίαν μας, οπού ούτε κανένα τουφέκι δεν έχομεν».

Τι είναι, όμως, αυτό που διαμορφώνει αυτήν την πεποίθηση και προκαλεί τον συνακόλουθο φόβο στους αδελφούς Περούκα; Τι είναι εκείνο που πραγματικά φοβούνται; Στο σημείο αυτό θα διατυπώσω μία υπόθεση προς διερεύνηση. Γνωρίζουμε ήδη πως οι Περούκα είχαν αποκτήσει ισχύ μετά την εκτέλεση του Ιωάννη Δεληγιάννη (1816), όταν το πλήγμα στην ηγετική αυτή οικογένεια έδωσε τη δυνατότητα να αναμορφωθούν οι συμμαχίες μεταξύ των προεστών. Μία τέτοια συμμαχία ήταν των Περούκα – Χαραλάμπη – Φωτήλα, στην οποία φαίνεται να πρόσκειντο και οι Ανδρέας Νοταράς και Παναγιώτης Κρεββατάς.[35]

Υπό διερεύνηση μένει το πότε και εάν διερράγη η συμμαχία μεταξύ των Περούκα και των Χαραλάμπη – · πάντως η αναφορά στην επιστολή στους Καλαβρυτινούς προεστούς ως ενιαία ομάδα («Αυτοί από το μέρος των Καλαβρύτων…») υποδεικνύει πως πρέπει να ερευνηθεί αυτό το ενδεχόμενο.[36]

Η ισχυροποίηση της οικογένειας μετά το 1816 προϋπέθετε στενότερη σύνδεση με τους οθωμανούς αγιάνηδες.[37] Πράγματι οι Περούκα είχαν ενταχθεί στο δίκτυο του πανίσχυρου Κιαμήλ μπέη, ένα δίκτυο συγκροτημένο στη βάση του συστήματος υπάλληλων εκμισθώσεων των φορολογικών προσόδων (iltizam).[38] Ας σημειωθεί εδώ πως από την επεξεργασία των χρεωστικών ομολογιών του βιλαετιού Άργους έχουν αναδειχθεί οι σχέσεις συνεργασίας με τον Αλή μπέη του Άργους, στενό και ισχυρό φίλο του Κιαμήλ μπέη, και με τον υιό του Νουμάν μπέη, αλλά και με συγγενείς του Κιαμήλ: τους Ζουλφικάρ μπέη, Ιζέτ μπέη και Ισούφ μπέη.[39] Οι Οθωμανοί αυτοί παρείχαν πιστώσεις στο «κοινό» του βιλαετιού Άργους, και, παράλληλα, οι αδελφοί Περούκα υπεκμίσθωναν τις φορολογικές προσόδους και δάνειζαν τα λοιπά χωριά του βιλαετιού. Η οικονομική αυτή σχέση εμφανίζεται και στο πολιτικό πεδίο. Ο Κιαμήλ μπέης στα 1818 είχε στείλει απεσταλμένο στην Υψηλή Πύλη με σκοπό την απομάκρυνση των υιών Δεληγιάννη από την Κωνσταντινούπολη. Τελικώς, επετεύχθη η ανάκληση των δύο εκ των τριών ύστερα από τη συνεργασία με τους Δημήτριο Περούκα και Θάνο Κανακάρη.[40]

Η θέση τους μέσα στο δίκτυο έως ένα βαθμό εξηγεί την πεποίθηση για την αποτυχία και κυρίως τον φόβο τους μπροστά σε αυτό που έβλεπαν να έρχεται. Η ισχυρή τους θέση βρισκόταν σε εξάρτηση με την ισχύ του δικτύου του Κιαμήλ. Η ενδεχόμενη ανατροπή του θα αμφισβητούσε τη δυνατότητα επιρροής τους. Ακόμη κι αν αποτύγχανε η εξέγερση, η θέση τους στο δίκτυο του Κιαμήλ θα ετίθετο πάλι σε αμφισβήτηση.[41] Η εμπειρία των Ορλωφικών και της καταστροφής πολλών οικογενειών προεστών δεν ήταν μακρινή.[42] Γι’ αυτό τον λόγο προέκριναν ως λύση τη φυγή· έτσι οι ίδιοι θα εμφανίζονταν πιστοί στην οθωμανική εξουσία και μετά την κατάπνιξη της εξέγερσης, την οποία θεωρούσαν βέβαιη, θα μπορούσαν να διεκδικήσουν ξανά τη θέση τους.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η γνωστή φράση του Victor Hugo, που έχει χρησιμοποιηθεί επιλογικά από τον Eric J. Hobsbawm, αποδίδει ικανοποιητικά το κλίμα στην Πελοπόννησο την τελευταία προεπαναστατική περίοδο, Eric J. Hobsbawm, Η Εποχή των Επαναστάσεων, 1789-1848, μτφρ. Μαριέττα Οικονομοπούλου, Αθήνα, Μ.Ι.Ε.Τ., 62008, σ. 431· μία γλαφυρή και, νομίζω, αξιόπιστη περιγραφή αυτού του κλίματος βλ. στο Φώτιος Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858, σ. 7-13.

[2] Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα, 1858, σ. 7.

[3] Στο ίδιο, σ. 9.

[4] Ο Φωτάκος πάλι: «Παντού έβλεπες κίνησιν και συνάμα φόβον και χαράν διά το άρχισμα της επαναστάσεως», στο ίδιο, σ. 14.

[5] Το Αρχείο Περούκα δυστυχώς είναι μερικώς ταξινομημένο και καταλογογραφημένο, βλ. σχετικές με το αρχείο πληροφορίες στο Ηλ. Γιαννικόπουλος, «Το Αρχείο Περρούκα του Άργους», Πρακτικά του Γ΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005), Αθήνα, 2006, σ. 333-350· βλ. ακόμη Ευτυχία Λιάτα, Αργεία γη: Από το τεριτόριο στο βιλαέτι (τέλη 17ου-αρχές 19ου αι.), Αθήνα, ΚΝΕ/ΕΙΕ, 2003, σ. 69-70.

[6] Για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου χρησιμοποιήθηκε η έκδοση της αποκρυπτογραφημένης επιστολής χωρίς αντιπαραβολή με το κρυπτογραφικό πρωτότυπο, βλ.  Αθ. Θ. Φωτόπουλος, «Τα πολιτικά της Πελοποννήσου στις παραμονές του Αγώνα: (ανέκδοτη επιστολή του Αρχείου Περούκα)», Πελοποννησιακά 16 (1985-1986), σ. 579-589· για τις κρυπτογραφικές επιστολές του αρχείου της οικογένειας βλ. ακόμη Αναστασία Κυρκίνη- Κούτουλα, Η Οθωμανική διοίκηση στην Ελλάδα: Η περίπτωση της Πελοποννήσου, (1715-1821), Αθήνα, Αρσενίδης, 1996, σ. 213.

[7] Η πρόσκληση προς τους χριστιανούς προεστούς εστάλη γύρω στα μέσα του Φεβρουαρίου, βλ. Διον. Α. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τ. 1, Αθήνα, Μέλισσα, 51967, σ. 172· Απ. Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Η μεγάλη Ελληνική Επανάσταση (1821- 1829), τ. 5, Θεσσαλονίκη, χ.ε., 1980, σ. 326· βλ. τη μαρτυρία του απομνημονευματογράφου Φωτάκου στο Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα, 1858, σ. 14· πρβλ. τη μαρτυρία του Κανέλλου Δεληγιάννη, Απομνημονεύματα, στη σειρά Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21, τ. 16, Αθήνα, Γ. Τσουκαλάς, 1957, σ. 117-118.

[8] «Προ ημερών οι εν Τριπολιτζά έκαμον διαφόρους συνελεύσεις», Φωτόπουλος, «Πολιτικά της Πελοποννήσου», σ. 585.

[9] Αθ. Θ. Φωτόπουλος, Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη Δεύτερη Τουρκοκρατία (1715-1821), Αθήνα, Ηρόδοτος, 2005, σ. 73. Πληροφορίες σχετικά με τον Δημήτριο Περούκα βλ. στο Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335· βλ. και Λιάτα, Αργεία γη, σ. 54.

[10] Οι Δημήτριος Περούκας και Θάνος Κανακάρης για κάποιο διάστημα κρύβονταν μέχρι την τελική διαφυγή τους από την οθωμανική πρωτεύουσα, Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, σ. 134· έπειτα φαίνεται πως μετέβησαν στην Πελοπόννησο, βλ. ειδικότερα για τον Θάνο Κανακάρη στο Αναστ. Ν. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τ. 6, Αθήνα 1874, σ. 315· βλ. και την υπ’ αριθ. 1821/40 επιστολή του Φωκιανού προς τον Εμμανουήλ Ξάνθο (14 Μαΐου 1821 από Ισμαήλιο), όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «του Μωραίως το πάρσιμον από τους εδικούς μας εστάθη άμα όπου έφθασεν εκεί ο Περούκας και κάποιος άλλος Θάνος» στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. 3, Αθήνα, ΙΕΕΕ, 2002, σ. 228, αν και η πληροφορία δεν είναι απόλυτα αξιόπιστη, καθώς είναι έμμεση: ο Φωκιανός φαίνεται πως έλαβε τη σχετική πληροφόρηση από κάποιον Νάζο, ο οποίος έφτασε στο Ισμαήλιο από την Κωνσταντινούπολη την 1η Μαΐου.

[11] Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιγνάτιος μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (1766-1828), τ. 4, τχ. 2: Αλληλογραφία, Πολιτικά Υπομνήματα, Λόγοι, Σημειώματα περί Ιγνατίου, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1961, σ. 141· Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιστορικόν Αρχείον Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου: έγγραφα των ετών 1803-1822, τ. 5, τχ. 1, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1963, σ. 134.

[12] Για την εμπλοκή του Δημητρίου Περούκα στην υπόθεση του πρώτου εθνικού δανείου και τη δράση του σε πόλεις εκτός της επαναστατημένης χώρας, βλ. Αναστ. Δ. Λιγνάδης, «Το πρώτον δάνειον της Ανεξαρτησίας», αδημ. διδ. διατριβή, Αθήνα, ΕΚΠΑ, 1970, σ. 29-30 και σ. 243-246· βλ. και Δέσποινα Κατηφόρη, «Η Επανάσταση κατά το 1824: Τα πολιτικά γεγονότα ως τον Ιούνιο», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 12, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 326, όπου τονίζεται η σχέση του με το κόμμα του Κολοκοτρώνη.

[13] Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335· η πληροφορία όμως δεν τεκμηριώνεται. Βλ. και Αμβρ. Φραντζής, Η επιτομή της ιστορίας της αναγεννημένης Ελλάδος: Αρχομένη από του έτους 1715 και λήγουσα το 1837, Αθήνα 1839, σ. 107, όπου αναφέρει πως ο Δημ. Περούκας βρισκόταν σε ευρωπαϊκές χώρες έως τα 1828· ο Λιγνάδης αναφέρει πως ο Περούκας το 1823 βρισκόταν στην Πελοπόννησο, Λιγνάδης, «Το πρώτον δάνειον της Ανεξαρτησίας», σ. 106.

[14] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη: ιστορική μελέτη, Τρίπολη, χ.ε., 1913, σ. 259.

[15] Ο Δημητράκης Ζαΐμης είχε νυμφευτεί την Ευδοκία Περούκα, Φωτόπουλος, Κοτζαμπάσηδες, σ. 152.

[16] Από την τριάδα των υιών του Νικολή Περούκα – Ιωάννη, Δημητρίου και Χαραλάμπη- γνωρίζουμε την ακριβή ηλικία μόνο του Χαραλάμπη, καθώς αυτή αναγράφεται στον κατάλογο των μελών της Φιλικής Εταιρείας: στα 1819 ήταν 26 ετών Βαλ. Γ. Μέξας, Οι Φιλικοί: κατάλογος των μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του αρχείου Σέκερη, Αθήνα, χ.ε., 1937, σ. 66.

[17] Martha Pylia, «Les notables moreotes, fin du XVIIe – debut du XIXe siecle fonc- tions et comportements», αδημ. διδ. διατριβή, Lille, Atelier national de Reproduction des Theses, 2003, o. 228· Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335. Σε έγγραφο ανώνυμου συντάκτη αναφέρεται πως κατά τις ημέρες της έκρηξης της Επανάστασης λεηλατήθηκαν δύο καταστήματα στην πόλη του Άργους από τους Οθωμανούς, από τα οποία το ένα ανήκε στον Χαραλάμπη Περούκα, βλ. έγγρ. υπ’ αριθ. 559 στο Τάσος Γριτσόπουλος και Κ. Λ. Κοτσώνης (επιμ.), «Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον (1791-1878)», Πελοποννησιακά 20 (1993- 1994), σ. 473· το ίδιο έγγραφο είχε δημοσιευτεί αυτοτελώς στις αρχές του 20ού αι., βλ. Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, «Η επανάστασις εν Άργει», Αργειακόν Ημερολόγιον 1 (1910), σ. 227-228.

[18] Στέφ. Δραγούμης (επιμ.), Ιστορικόν Αρχείον του στρατηγού Ανδρέα Λόντου (1789-1847), τ. 1: (1789-1823), Αθήνα 1914, σ. 37.

[19] Μία συστηματική προσπάθεια εξακρίβωσης όσων έλαβαν μέρος στη συνέλευση βλ. στο Τάσος Γριτσόπουλος, «Η εις Βοστίτζαν μυστική συνέλευσις των Πελοποννησίων ηγετών (26-29 Ιαν. 1821)», Μνημοσύνη 4 (1972-1974), σ. 36· ακόμη αναφέρεται μόνο από τον Ιω. Φιλήμονα πως συμμετείχε και ο Χαραλάμπης Περούκας, βλ. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Ναύπλιο 1834, σ. 355, πληροφορία που πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμη, καθώς οπωσδήποτε θα αναφερόταν στην επιστολή· βλ. και Φραντζής, Επιτομή ιστορίας, τ. 1, σ. 95, όπου διαψεύδει ρητά την παρουσία του Χαραλάμπη Περούκα στη συνέλευση.

[20] Μυήθηκαν την ίδια μέρα, την 20ή Δεκεμβρίου 1819, από τον ίδιο απόστολο, τον Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο, Μέξας, Φιλικοί, σ. 66· ας σημειωθεί εδώ πως ο παραλήπτης της επιστολής Δημήτριος Περούκας δεν ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ ο επίσης βεκίλης Θάνος Κανακάρης μυήθηκε μόλις την 5η Φεβρουαρίου 1821, δηλαδή περίπου ένα μήνα πριν την τελική διαφυγή του από την οθωμανική πρωτεύουσα και ενώ ήταν ήδη φυγάς.

[21] Βλ. ακόμη στο Γερμανός μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, Απομνημονεύματα: επιγραφόμενα απομνημονεύματα τινά της κατά του τυράννου των Ελλήνων οπλοφορίας, και τινών πολιτικών συμβεβηκότων εν Πελοποννήσω κατά την πρώτην της διοικήσεως περίοδον, Δημ. Γρ. Καμπούρογλου (επιμ.), Αθήνα,³  1900, σ. 24, όπου καταγράφονται οι ίδιες σκέψεις για το εγχείρημα της Επανάστασης. Τις ίδιες ανησυχίες σχετικά με τις ελλείψεις σε εφόδια είχε εκφράσει και ο Ιωάννης Ορλάνδος σε συζήτησή του με τον Οθωμανό Mîr Yusuf el-Moravî (Οκτώβριος 1822), βλ. Σοφία Λαΐου, «Η Ελληνική Επανάσταση στην Πελοπόννησο σύμφωνα με την περιγραφή ενός ντόπιου οθωμανού λογίου», Πέτρ. Πιζάνιας (επιμ.), Η Ελληνική Επανάσταση του 1821: ένα ευρωπαϊκό γεγονός, Αθήνα, Κέδρος, 32009, 314.

[22] Γερμανός, Απομνημονεύματα, σ. 25· Φωτόπουλος, «Πολιτικά της Πελοποννήσου» όπου το χωρίο: «αφού λοιπόν αυτά χθες και σήμερον μετά του Δέσποτα εσκέφθημεν», ο Φωτόπουλος λανθασμένα καταλαβαίνει πως πρόκειται για συνεννοήσεις με τον μητροπολίτη Ναυπλίας και Άργους Γρηγόριο· βλ. ακόμη στο Λαΐου, «Η Επανάσταση στην Πελοπόννησο», σ. 314, αντίστοιχους σχεδιασμούς των Υδραίων για διαφυγή προς ευρωπαϊκές χώρες, κατά τη μαρτυρία του Ορλάνδου.

[23] Φώτιος Χρυσανθόπουλος, Βίος του παπά Φλέσα, Αθήνα 1858, σ. 13· Κόκκινος, Ελληνική Επανάστασις, τ. 1, σ. 165, όπου θεωρείται πως ο Ιωάννης Περούκας δρούσε κατόπιν συνεννόησης με τους υπόλοιπους προεστούς της Πελοποννήσου, χωρίς ωστόσο τεκμηρίωση.

[24] Βασ. Παναγιωτόπουλος, «Η έναρξη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας στην Πελοπόννησο. Μία ημερολογιακή προσέγγιση», τ. 3, Πρακτικά του Στ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών. Τρίπολις 24-29 Σεπτεμβρίου 2000, Αθήνα, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, 2001, σ. 449-461.

[25] Έγγρ. υπ’ αριθ. 559, Γριτσόπουλος και Κοτσώνης, «Αργολικό Αρχείο», σ. 473.

[26] Ιω. Ερν. Ζεγκίνης, Το Άργος διά μέσου των αιώνων, Θεσσαλονίκη, Αφοί Νικολόπουλου, 1948, σ. 135· Έφη Αλλαμανή, «Έναρξη της Επαναστάσεως στην Ελλάδα. Εξάπλωση και τοπική επικράτησή της», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 12, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 81.

[27]  Η οικογένεια Βλάση είλκε την καταγωγή της από την Κοτίτσα Λακωνίας, η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς την περίοδο των Ορλωφικών, και επομένως η μετάβαση της οικογένειας στο Άργος χρονολογείται μετά τα 1770, βλ. Φωτόπουλος, Κοτζαμπάσηδες, σ. 100.

[28] Για τον Σταματέλο Αντωνόπουλο έχει εκδοθεί μία βιογραφία από τον εγγονό του, βλ. Σταμ. Αντωνόπουλος, Σταματέλος Σπηλ. Αντωνόπουλος: βιογραφούμενος υπό του εγγονού αυτού, Αθήνα 1918, η οποία, παρά τον εξωραϊσμό του οικογενειακού παρελθόντος και την ηρωοποίηση του προγόνου, προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες για την περίοδο.

[29] Γεωργ. Δ. Δημακόπουλος, «Η διοικητική οργάνωσις κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν, 1821-1827: Συμβολή εις την ιστορίαν της ελληνικής διοικήσεως», αδημ. διδ. διατριβή, Αθήνα, Πάντειος, 1966, σ. 39-44· βλ. και την ανάλυση του Gunnar Hering σχετικά με τις νέες πραγματικότητες και τις συνέπειές τους, που ο πόλεμος είχε επιβάλει, G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, μτφρ. Θόδωρος Παρασκευόπουλος, τ. 1, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 2004, σ. 70-72.

[30] Γενικά για τα γεγονότα του Μαρτίου στο Άργος βλ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 353· βλ. και Ζεγκίνης, Άργος, σ. 134-136.

[31] Πρόκειται για ενόπλους των χωριών Χαλκιάνικα και Δουμενά, Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Στ. Ανδρόπουλος (επιμ.), Αθήνα 1899, σ. 71. Για τα όρια του βιλαετιού Άργους και την ένταξη σε αυτό συγκροτημάτων που απείχαν σημαντικά βλ. κυρίως Λιάτα, Αργεία γη, σ. 29-33· βλ. ακόμη Όλγα Καραγεώργου – Κουρτζή, «Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη Β.Α. Πελοπόννησο στην εικοσαετία 1800- 1820 (με βάση το αρχείο της οικογένειας Περούκα)», αδημ. διδ. διατριβή, Αθήνα, ΕΚΠΑ, 2000, σ. 2-3· βλ. και Μιχ. Β. Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν (1715-1821), Αθήνα, Ερμής, 2009, σ. 101, υποσημείωση 4· τα χωριά αυτά μετά την Επανάσταση ανήκαν στον οικείο δήμο τους, Νωνάκριδος και Κερπινής αντίστοιχα βλ. Γεώργ. Παπανδρέου, Καλαβρυτινή Επετηρίς: ήτοι πραγματεία περί της ιστορικής των Καλαβρύτων επαρχίας, Αθήνα 1906, σ. 240 και 304.

[32] Ζεγκίνης, Άργος, 136· βλ. και Λαΐου, «Η Επανάσταση στην Πελοπόννησο», σ. 312, όπου η αναφορά του οθωμανού λογίου Mîr Yusuf el-Moravî, ο οποίος κατοικούσε στην πόλη του Ναυπλίου κατά τα πρώτα δύο έτη της Επανάστασης, σε χριστιανούς του Άργους που «δεν ξέχασαν τα δίκαια του ψωμιού και αλατιού» και σε άλλους που διοργάνωσαν κρυφά την εξέγερση, ενισχύει την άποψη πως οι Περούκα δεν είχαν μετάσχει στην επαναστατική προετοιμασία. Βλ. ακόμη την επιστολή ανωνύμου (2 Μαΐου 1821), η οποία αναφέρει την πληροφορία πως «Ένας κάποιος Περούκκας, πάρα πολύ πλούσιος, δε σκέφτηκε τίποτα άλλο, παρά πώς να γλυτώσει τους θησαυρούς του», Γεώργ. Λάιος, Ανέκδοτες επιστολές και έγγραφα του 1821: ιστορικά δοκουμέντα από τα αυστριακά αρχεία, Αθήνα, Δίφρος, 1958, σ. 104.

[33] Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 353· Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335. Από την ίδια την επιστολή φαίνεται πως υπήρχαν σχέσεις με τα νησιά Ύδρα και Σπέτσες: «διά να βαστάξω την αλληλογραφίαν των Υδροπετζιωτών».

[34] Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα, 1899, σ. 449.

[35] Η ισχυροποίηση της οικογένειας και η συγκρότηση συμμαχίας κυρίως με τον Σωτήριο Χαραλάμπη έχει ήδη υπογραμμιστεί, βλ. στο Τάκης Α. Σταματόπουλος, Ο εσωτερικός αγώνας: πριν και κατά την επανάσταση του 1821, Αθήνα, Κάλβος, 31979, σ. 136-137· βλ. και στο Τάσος Γριτσόπουλος, «Διαμάχη των κομμάτων Πελοποννήσου διά τον δραγομάνον Θεοδόσιον το 1820», Πελοποννησιακά 10 (1974), σ. 165-171, όπου έχει επισημανθεί η προσπάθεια υπονόμευσης της οικογένειας Δεληγιάννη από τους Περούκα. Μία πληρέστερη ανασύσταση των προεστωτικών ανταγωνισμών γι’ αυτήν την περίοδο βλ. στο Dem. Stamatopoulos, «Constantinople in the Peloponnese: the case of the Dragoman of the Morea Georgios Wallerianos and some aspects of the revolutionary process», Ant. Anastasopoulos και Elias Kolovos (επιμ.), The Ottoman Rule and the Balkans, 1760-1850: Conflict, Transformation, Adaptation. Proceedings of an international conference held in Rethymno, Greece, 13-14 December 2003, Ρέθυμνο, University of Crete-Department of History and Archaeology, 2007, σ. 149-165, όπου πειστικά υποστηρίζεται πως από το 1816 κ.ε. οι προεστωτικοί ανταγωνισμοί σχετικά με τον διορισμό Δραγομάνου του Μορέως οδήγησαν σε μικρότερες ή μεγαλύτερες νίκες των Περούκα.

[36] Μία ένδειξη: τον Σεπτέμβριο του 1820 στην επαρχία Καλαβρύτων υπογράφηκε συνυποσχετικό ομόνοιας μεταξύ των προεστών Σωτήριου Χαραλάμπη, Ανδρέα Ζαΐμη, Δημητράκη Ζαΐμη, Ασημάκη Φωτήλα, Γιάννη Παπαδόπουλου και Σωτήριου Θεοχάρη, βλ. στο Ντίνος Κονόμος, «Ανέκδοτα κείμενα (1816-1820) (από το αρχείο του Σωτήρη Χαραλάμπη)», Πελοποννησιακά 6 (1963-1968), σ. 203· βλ. ακόμη Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 315.

[37] Για τις καλές σχέσεις του Κιαμήλ μπέη με την οικογένεια Περούκα βλ. κυρίως: Σταματόπουλος, Εσωτερικός αγώνας, τ. 1, 139· και Γριτσόπουλος, «Διαμάχη», σ. 166. Ακόμη,

Κυρκίνη – Κούτουλα, Οθωμανική Διοίκηση, σ. 157-158· Stamatopoulos, «Constantinople in the Peloponnese», σ. 152.

[38] Ενδεικτικά ανάλογα παραδείγματα: Κατερίνα Γαρδίκα, «Δανεισμός και φορολογία στα χωριά της Καρύταινας, 1817-1821», Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού 1 (1998), σ. 67-79· Δημ. Παπασταματίου, «Οικονομικοκοινωνικοί μηχανισμοί και το προυχοντικό φαινόμενο στην οθωμανική Πελοπόννησο του 18ου αιώνα: η περίπτωση του Παναγιώτη Μπενάκη», αδημ. διδ. διατριβή, Θεσσαλονίκη, ΑΠΘ, 2009, κυρίως σ. 129-159· βλ. και σχόλια για τις οικονομικές δραστηριότητες του Παναγιώτη Παπατσώνη στο Σπ. Ι. Ασδραχάς, Βίωση και καταγραφή του οικονομικού: η μαρτυρία της απομνημόνευσης, Αθήνα, ΚΝΕ/ΕΙΕ, 2007, σ. 149-151.

[39] Ευ. Σαράφης, «Κοινοτικός δανεισμός στην προεπαναστατική Πελοπόννησο: η περίπτωση του βιλαετιού Άργους, 1810-1820», μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Αθήνα, ΕΚΠΑ, 2015, σ. 61-64.

[40] Φωτόπουλος, Κοτζαμπάσηδες, σ. 83· Martha Pylia, «Conflits politiques et comportements des primats chrétiens en Morée, avant la guerre de l’indépendance», Ant. Anastasopoulos και Elias Kolovos (επιμ.), The Ottoman Rule and the Balkans, σ. 145.

[41] Την αρνητική στάση των Περούκα, όπως και των Νοταρά, απέναντι στην εξέγερση έχει συσχετίσει ήδη ο Απ. Βακαλόπουλος με τον Κιαμήλ, Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 313.

[42] Σακελλαρίου, Δευτέρα Τουρκοκρατία, σ. 229· John C. Alexander, Brigadange and Public Order in the Morea, 1685-1806, Αθήνα, χ.ε., 1985, σ. 52.

 

Βαγγέλης Σαράφης

 «Φόβοι και ελπίδες στα νεότερα χρόνια»,  Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 2017.

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αμφίλοχος


 

Ο Αμφίλοχος ήταν μάντης και μυθικός βασιλιάς του Άργους, γιος του Αμφιάραου και της Εριφύλης.

Μαζί με τον αδελφό του Αλκμέωνα έλαβε μέρος στην εκστρατεία των «επιγόνων» κατά της Θήβας. Είχε προηγηθεί η εκστρατεία των «Επτά επί Θήβας», όταν ο Πολυνείκης, διεκδικώντας τον θρόνο των Θηβών από τον αδελφό του Ετεοκλή, κατέφυγε στο Άργος και ζήτησε βοήθεια από τον βασιλιά του Άργους Άδραστο. Έτσι οργανώθηκε η εκστρατεία των «Επτά επί Θήβας», στην οποία συμμετείχε ο Πολυνείκης και έξι ακόμη αρχηγοί, οι οποίοι δεν κατέλαβαν την πόλη, μια και τα δύο αδέρφια αλληλοσκοτώθηκαν σε μονομαχία μπροστά στα τείχη. Η εξουσία πέρασε τότε στον Κρέοντα. Ακολούθησε η εκστρατεία των γιων («των επιγόνων»), οι οποίοι κατέλαβαν και κατέστρεψαν την πόλη. Η εξουσία τότε πέρασε στο γιο του Πολυνείκη Θέρσανδρο. Σ’ αυτή την εκστρατεία έλαβε μέρος και ο Αμφίλοχος με τον αδελφό του Αλκμέωνα. Μετά το τέλος του πολέμου και με την προτροπή του Απόλλωνα βοήθησε τον αδελφό του Αλκμέωνα να φονεύσει τη μητέρα τους Εριφύλη, εξαιτίας της προδοσίας και της αστοργίας της προς τον σύζυγο και τα παιδιά της (Απολλόδ. 3, 7, 5).

 

Αμφίλοχος – Νόμισμα από τη Μαλλό της Κιλικίας, ρωμαϊκής περιόδου, περίπου 253-260 μ.Χ. Στη μια όψη απεικονίζεται ο Αμφίλοχος με χλαμύδα γύρω από το λαιμό και το αριστερό χέρι, κρατάει με το δεξί κλαδί δάφνης. Δεξιά του ένα αγριογούρουνο και αριστερά του ένας τρίποδας στον οποίο περιελίσσεται φίδι. Βοστόνη, Μουσείο Καλών Τεχνών.

 

Αμέσως μετά, και ως ένας από τους μνηστήρες της Ελένης, επομένως δεμένος με τον όρκο προς τον Τυνδάρεο να βοηθήσουν οι επίδοξοι μνηστήρες το ζευγάρι Ελένη – Μενέλαος σε κάποια δύσκολη στιγμή τους, πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο, αν και δεν αναφέρεται στην Ιλιάδα.  Σαν μάντης προβλέπει την καταστροφή του Ελληνικού στόλου στον Καφηρέα (Κάβο Ντόρο,  ακρωτήριο της Εύβοιας).

Μετά την πτώση της Τροίας έμεινε με τον μάντη Κάλχα στην Μικρά Ασία και στη συνέχεια με το μάντη Μόψο και ίδρυσε την πόλη Μαλλό στην Κιλικία, πριν επιστρέψει στην πατρίδα του το Άργος. Στο Άργος η διαμονή του δεν ήταν ευχάριστη λόγο της καταστάσεως που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του εξ αιτίας του φόνου της μητέρας του. Έτσι επέστρεψε στην Μαλλό, όπου βασίλευε ο Μόψος. Ο Αμφίλοχος διεκδίκησε την συμβασιλεία, την οποία ο Μόψος αρνήθηκε να παραχωρήσει, και γι’ αυτό, ακολούθησε μονομαχία μεταξύ Μόψου και Αμφίλοχου, κατά την οποία σκοτώθηκαν και οι δυο. Ετάφησαν κοντά στο όρος Μαργάσα κοντά στον ποταμό Πύραμο.

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ο Αμφίλοχος φονεύτηκε στην πόλη Σόλους  από τον Απόλλωνα πατέρα του Μόψου. Όταν ο Μ. Αλέξανδρος διήλθε εκείνα τα μέρη λέγεται ότι τέλεσε θυσία στον Αμφίλοχο, λόγω συγγενείας προς αυτόν,  γιατί και ο Αλέξανδρος κατήγετο  από τη γενεά του Τημένου.

Μια τρίτη εκδοχή αναφέρει ο Θουκυδίδης, σύμφωνα με τον οποίο, ο Αμφίλοχος επέστρεψε από την Τροία στο Άργος, αλλά η σε βάρος του κατάσταση εξ αιτίας του φόνου της μητέρας του, τον ανάγκασε να φύγει για την Ακαρνανία όπου και ίδρυσε το Άργος το Αμφιλοχιακό.

 

Άργος το Αμφιλοχικόν και Αμφιλοχίαν την άλλην έκτισε μεν μετά τα Τρωικά οίκαδε αναχωρήσας και ουκ αρεσκόμενος τη εν Άργει καταστάσει Αμφίλοχος  ο Αμφιάραω εν τω Αμπρακικώ κόλπω, ομώνυμον τη εαυτού πατρίδι Άργος ονομάσας… (Θουκ. 2, 68).

 

Ο Αμφίλοχος ήταν ο έβδομος βασιλιάς της συμβασιλείας της τρίτης γενιάς η οποία είχε γενάρχη τον Μελάμποδα. Μετά το θάνατο του Αμφίλοχου εξέλειψε η ένδοξη δυναστεία των Μελαμποδιδών και ανήλθαν στο θρόνο του Άργους οι Ατρείδες.

 

Πηγή


  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λύκαυγες – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.

 

Read Full Post »

Αργείοι Αρχαίοι Γλύπτες


 

Στο αρχαίο Άργος, το οποίο διακρίθηκε για την κατά καιρούς πολιτική και στρατιωτική του δύναμη και την οικονομική του ευμάρεια, αναδείχτηκαν πολλοί αθλητές, συγγραφείς και ποιητές, αρχιτέκτονες και αγγειογράφοι και μουσικοί και άλλοι καλλιτέχνες, καθώς επίσης και πολλοί γλύπτες, ορισμένοι από τους οποίους ήταν διάσημοι.

Η αναφορά μας στους αρχαίους γλύπτες είναι επιγραμματική. Για την καταγραφή των αρχαίων γλυπτών βασιστήκαμε στο βιβλίο «Αργολική προσωπογραφία» του Μάρκελλου Μιτσού, που εκδόθηκε από την Βιβλιοθήκη της «εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας», το 1952.  Η καταχώρηση των ονομάτων είναι αλφαβητική και όχι αξιολογική.

 

  • Αγελάδας (6ος – 5ος π.Χ. αι.): δάσκαλος του Πολύκλειτου και του Μύρωνος με πλούσια καλλιτεχνική δράση.

  • Αθηνογένης (3ος – 2ος π.Χ. αι.): εργάστηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

  • Ακέστωρ (3ος – 2ος π.Χ. αι.): κατασκεύασε τον ανδριάντα της Δαμοσθενείας στην Τροιζίνα.

  • Ανδρέας (2ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε τον ανδριάντα του ρωμαίου υπάτου Marcius Philippus κ.ά.π.

  • Αντιφάνης (5ος – 4ος αι. π.Χ.). Έργα του: αγάλματα Διοσκούρων στους Δελφούς, αγάλματα Ελάτου, Αφείδαντος και Εράσου κ.ά.π.

  • Αργειάδας, γιος του Αγελάδα (5ος π.Χ. αι.): εργάστηκε στην Ολυμπία.

  • Αριστόμαχος (2ος αι. π.Χ.): γιος ή αδελφός του γλύπτη Ανδρέου, με τον οποίο συνεργάστηκε.

  • Αριστομέδων (6ος-5ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε ανδριάντες για λογαριασμό των Φωκέων σε ανάμνηση νικηφόρου πολέμου κατά των Θεσσαλών (485; π.Χ.)

  • Αρίστων (3ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

  • Ασωπόδωρος (6ος – 5ος αι. π.Χ.) της σχολής του Αγελάδα. Εργάστηκε για το ανάθημα του Καμαριναίου Πραξιτέλους στην Ολυμπία (484-480 π.Χ.)

  • Άτοτος (6ος – 5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε για το ανάθημα του Καμαριναίου Πραξιτέλους μαζί με τον Ασωπόδωρο.

  • Γλαύκος (5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε για το ανάθημα του Ρηγίνου Μικύθου στην Ολυμπία (460 π.Χ.). Από τα πολλά αγάλματα του αναθήματος, στον Γλαύκο αποδίδονταν τα αγάλματα της Αμφιτρίτης, του Ποσειδώνα και της Εστίας.

  • Διονύσιος (5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε μαζί με τον Γλαύκο για το ανάθημα του Ρηγίνου Μικύθου στην Ολυμπία (460 π.Χ.). Από τα αγάλματα που αποδίδονταν στον Διονύσιο ήταν οι ανδριάντες της Αφροδίτης, του Γανυμήδη, της Αρτέμιδος, του Ομήρου, του Ησιόδου, του Ασκληπιού, της Υγείας κ.ά.

  • Διοπείθης (3ος αι. π.Χ.): είναι γνωστός από την υπογραφή του σε βάση αγάλματος που βρέθηκε στη Λίνδο της Ρόδου.

  • Δίων (1ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε τα αγάλματα για μια εξέδρα στο Ασκληπιείο Επιδαύρου.

  • Δωρόθεος (5ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε ανάθημα του Αριστομένους στη χθονία Δήμητρα στην Ερμιόνη.

  • Ευτελίδας (6ος – 5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε μαζί με τον Χρυσόθεμη στην Ολυμπία για τους ανδριάντες των ολυμπιονικών Δαμάρετου (520 και 516 π.Χ.) και Θεόπομπου (αρχές 5ου αι. π.Χ.).

  • Ζωίλος (2ος -1ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στην Τήνο μαζί με τον Αθηναίο γλύπτη Διότιμο.

  • Θεόδωρος (1ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στην Ερμιόνη.

  • Καλλικράτης (4ος-3ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου και στο Άργος.

  • Λαβρέας (3ος – 2ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

  • Ναυκίδης Μόθωνος (5ος αι. π.Χ.) αδελφός του Πολύκλειτου. Οι δύο αδελφοί γεννήθηκαν στη Σικυώνα ή στο Άργος. Εργάστηκαν στο Άργος και κατασκεύασαν χρυσελεφάντινη Ήβη για το άγαλμα της Ήρας ευθύς μετά την καταστροφή του Ηραίου από πυρκαϊά (423 π.Χ.). Κι ακόμα ο Ναυκίδης: χάλκινο άγαλμα Εκάτης, ανδριάντες για τον παλαιστή Χείμωνα.

  • Ναυκίδης Πατροκλέους (5ος – 4ος αι. π.Χ.): πιθανόν αδελφός του γλύπτη Πολύκλειτου του νεότερου. Έργα του: άγαλμα του Ερμή, άνδρας που θυσιάζει κριάρι, ανδριάντας του Ροδίου Ευκλέους στην Ολυμπία, ανδριάντας του Τριζηνίου παλαιστή Βαύκιδος στην Ολυμπία κ.ά.

  • Ξενόφιλος Στράτωνος (2ος-1ος αι. π.Χ.): εργάστηκε με το γιο του ή και μόνος του στο Ασκληπιείο, Επίδαυρο, Σικυώνα, Κλεωνές, Αργολίδα, Δελφούς και Κόρινθο.

  • Περίκλυτος (5ος αι. π.Χ.): μαθητής του Πολύκλειτου του πρεσβύτερου.

 

Ο Διαδούμενος. Λεπτομέρεια του άνω τμήματος του αγάλματος. Στην κεφαλή του αθλητή διακρίνεται η ταινία της νίκης. Πρόκειται για αντίγραφο του 100 π.X. του φημισμένου χάλκινου αγάλματος του Διαδούμενου, που κατασκεύασε γύρω στο 450-425 π.X. ο Aργείος γλύπτης Πολύκλειτος. © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.

 

  • Πολύκλειτος ο νεότερος (5ος – 4ος αι. π.Χ.): πιθανόν αδελφός του Ναυκίδη, γιου του Πατροκλέους. Έργα του: Ζευς Μειλίχιος στο Άργος, ανδριάντες Λητούς, Απόλλωνος, Αρτέμιδος και ανδριάντες ολυμπιονικών κ.ά. Αρχιτέκτονας του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου.

 

Σύμπλεγμα Κλέοβι και Βίτωνα – Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών. Δύο μνημειακά αρχαϊκά αγάλματα, από τα πιο γνωστά δείγματα του τύπου του κούρου. Στέκονται παρατακτικά επάνω σε χωριστές πλίνθους, αλλά σε ενιαίο βάθρο, στο οποίο έχει χαραχθεί επιγραφή, που δεν σώζεται ολόκληρη. Οι δύο νέοι απεικονίζονται γυμνοί, προτείνουν το αριστερό πόδι, ενώ τα χέρια τους είναι σφιγμένα σε γροθιές και ελαφρά λυγισμένα. Από τους περισσότερους μελετητές ταυτίζονται με τον Κλέοβι και το Βίτωνα, δύο νέους από το Άργος, γιους της ιέρειας της Ήρας.

 

  • Πυθέας (2ος – 1ος αι. π.Χ.): είναι γνωστός από την υπογραφή του στη βάση ανδριάντα στο Ίλιον.

  • Στράτων Ξενοφίλου (2ος – 1ος αι. π.Χ.): εργάστηκε με τον πατέρα του Ξενόφιλο.

  • Τόρων Απελλίωνος (3ος αι. π.Χ.): εργάστηκε με τον επίσης Αργείο Ακέστορα στην Τροιζίνα.

  • Τόρων Απελλίωνος (2ος π.Χ.): πιθανόν εγγονός του προηγουμένου. Κατασκεύασε τον ανδριάντα της Επιδαύρειας Νικαρέτας και άλλον ανδριάντα στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

  • Φράδμων (5ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε ανάθημα των Θεσσαλών για το ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς, το οποίο είχε δώδεκα χάλκινες αγελάδες. Συμμετείχε σε διαγωνισμό στην Έφεσο με θέμα τις Αμαζόνες. Κατασκεύασε ανδριάντα του Ηλείου ολυμπιονίκη Αμέρτα για την Ολυμπία.

  • Χρυσόθεμης (6ος – 5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε μαζί με τον Ευτελίδα για την κατασκευή ανδριάντων του Δαμαρέτου και Θεοπόμπου.

 

Πηγή


 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Χρυσηίς (Χρυσηίδα, ιέρεια της Ήρας στο Άργος κατά τον 5ο αι. π.Χ.)


 

Η Χρυσηίς ήταν ιέρεια της θεάς Ήρας στο Ηραίο Άργους. Από αμέλειά της κάηκε και αποτεφρώθηκε ο ναός της Ήρας το 423 π.Χ. Για ν’ αποφύγει την τιμωρία, κατέφυγε στην πλησιέστερη προς την πατρίδα της εχθρική πόλη, τον Φλειούντα, και κατόπιν ως ικέτιδα στο ιερό της Αλέας στην Τεγέα.

 

Αρχαιολογικός χώρος Ηραίου, Άργος. Φωτογραφία: Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Στα Κορινθιακά του Παυσανία (ed. F. Spiro. Leipzig, Teubner. 1903) διαβάζουμε:

Τίρυνθα ὑπὸ Πειράσου τοῦ Ἄργου, Τίρυνθα δὲ ἀνελόντες Ἀργεῖοι κομίζουσιν ἐς τὸ Ἡραῖον: ὃ δὴ καὶ αὐτὸς εἶδον, καθήμενον ἄγαλμα οὐ μέγα. [6] ἀναθήματα δὲ τὰ ἄξια λόγου βωμὸς ἔχων ἐπειργασμένον τὸν λεγόμενον Ἥβης καὶ Ἡρακλέους γάμον: οὗτος μὲν ἀργύρου, χρυσοῦ δὲ καὶ λίθων λαμπόντων Ἀδριανὸς βασιλεὺς ταὼν ἀνέθηκε δέ, ὅτι τὴν ὄρνιθα ἱερὰν τῆς Ἥρας νομίζουσι. κεῖται δὲ καὶ στέφανος χρυσοῦς καὶ πέπλος πορφύρας, Νέρωνος ταῦτα ἀναθήματα. [7] ἔστι δὲ ὑπὲρ τὸν ναὸν τοῦτον τοῦ προτέρου ναοῦ θεμέλιά τε καὶ εἰ δή τι ἄλλο ὑπελίπετο ἡ φλόξ. κατεκαύθη δὲ τὴν ἱέρειαν τῆς Ἥρας Χρυσηίδα ὕπνου καταλαβόντος, ὅτε ὁ λύχνος πρὸ τῶν στεφανωμάτων ἥπτετο. καὶ Χρυσηὶς μὲν ἀπελθοῦσα ἐς Τεγέαν τὴν Ἀθηνᾶν τὴν Ἀλέαν ἱκέτευεν: Ἀργεῖοι δὲ καίπερ κακοῦ τηλικούτου παρόντος σφίσι τὴν εἰκόνα οὐ καθεῖλον τῆς Χρυσηίδος, ἀνάκειται δὲ καὶ ἐς τόδε τοῦ ναοῦ τοῦ κατακαυθέντος ἔμπροσθεν.

 

Ηραίο Άργους. Το φημισμένο ιερό της θεάς Ήρας στην Αργολίδα, αναπαράσταση. Restoration in Perspective, by Eduard G. Tillon, Architect, 1902.

 

Μετά την καταστροφή του ναού έγινε ριζική αναδιοργάνωση του ιερού. Ο νέος ναός, λίθινος αυτή τη φορά – ο πρώτος ναός είχε ξύλινους κίονες – δωρικού ρυθμού με 12 Χ 6 κίονες ήταν έργο του Αργείου Ευπολέμου. Μέσα στο ναό τοποθετήθηκε το μεγάλο χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Ήρας, έργο του Αργείου Πολυκλείτου. Η θεά καθόταν σε μεγαλοπρεπή θρόνο και κρατούσε σκήπτρο στο αριστερό της χέρι.

Στο Άργος υπάρχει οδός Χρυσηίδος  από Κορίνθου 205-225 γωνία και νότια έως νοσοκομείο (συμβολή με την οδό Σωτήρη Πέτρουλα -151/2007).

 

Πηγή


 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Οι πολιτικές διαμάχες στο αρχαίο Άργος και ο σκυταλισμός του 370 π.Χ.


 

Η πολιτική ιστορία του Άργους ξεκινάει από τη γενιά του Ινάχου. Ο Ίναχος, σύμφωνα με την παράδοση, ήρθε στην περιοχή, που δεν ονομαζόταν ακόμα Άργος, από την Αίγυπτο το 1876 π.Χ. ως αρχηγός μιας μεγάλης ομάδας ποιμένων, όταν ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος μεταξύ ποιμένων και πεδινών της Αιγύπτου. Ο γιος του Φορωνέας κατέβασε τους ανθρώπους από τη Λάρισα του Άργους, το Παλαμήδι, τους λόφους των Μυκηνών και της Τίρυνθας και από τα σπήλαια των γύρω βουνών, όπου ζούσαν τρομαγμένοι από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα και  δημιούργησε τον πρώτο οικισμό[1]. Οι κάτοικοι της περιοχής για να τιμήσουν τον ευεργέτη τους Ίναχο έδωσαν το όνομά του στον ποταμό.

 

Ο Φορωνέας ήταν ήρωας και ο γενάρχης των Πελασγών της Πελοποννήσου, και βασιλιάς του Άργους.

 

Κατά την πρώιμη Μυκηναϊκή περίοδο στο Άργος πήρε την εξουσία ένας καινούργιος λαός, οι Δαναοί, που προερχόταν από την Αίγυπτο και τη Φοινίκη. Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Δαναός απόγονος της Ιούς, κόρης του Ίναχου, βασίλευσε στη Λιβύη και γέννησε πενήντα κόρες. Μετά το θάνατο του πατέρα του ήρθε σε ρήξη με τον αδελφό του Αίγυπτο για τα όρια των κρατών τους και την πατρική κληρονομιά και αποφάσισε να εγκαταλείψει το βασίλειό του και να ζητήσει καταφύγιο στην προγονική του κοιτίδα, το Άργος. Κατασκεύασε με συμβουλή της Αθηνάς ένα πλοίο με πενήντα κουπιά, πήρε τις κόρες του, τις Δαναΐδες, και ήρθε στα πάτρια εδάφη  στο Άργος,  την πατρίδα της προ-γιαγιάς του Ιούς [2].

Στο Άργος τότε βασίλευε ο Γελάνωρ, από τον οποίο ο Δαναός ζήτησε τη βασιλεία του Άργους ως νόμιμος διάδοχος του θρόνου, αφού ήταν απόγονος του Ίναχου. Ο Γελάνωρ αρνήθηκε και συμφώνησαν  να αποφασίσει ο λαός. Όταν συγκεντρώθηκε ο λαός, συνέβη κάτι περίεργο. Ένας λύκος  όρμησε σε μια αγέλη αγελάδων και σκότωσε τον αρχηγό ταύρο. Ο λαός ερμήνευσε ως θεϊκό σημάδι το γεγονός, παραλλήλισε το λύκο (εισβολέα)  με το Δαναό και τον ταύρο αρχηγό της αγέλης με το βασιλιά Γελάνωρα και αποφάσισαν να δώσουν τη Βασιλεία στο Δαναό. Με αυτό τον τρόπο ο Δαναός γίνεται βασιλιάς του Άργους και συνεχιστής της δυναστείας των Ιναχιδών [3]. Ο Δαναός βασίλευσε ως τα γεράματά του και δίδαξε στους Αργείους τα γράμματα, την καλλιέργεια των αγρών και την τέχνη να ανοίγουν πηγάδια και να ποτίζουν τις καλλιέργειες. Οι απόγονοί του βασίλευσαν στο Άργος κατά την υστεροελλαδική περίοδο (1600 – 1100 π.Χ.) και ανέδειξαν 27 συνολικά βασιλιάδες [4], που διαχειρίστηκαν την εξουσία.

Κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα π.Χ. οι Δωριείς με πιθανή αφετηρία τις περιοχές της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας μετακινήθηκαν νοτιότερα. Μια ομάδα με αρχηγό τον Τήμενο πέρασε από την Αρκαδία, κατέλαβε και οχύρωσε μια στρατηγική θέση κοντά στη Λέρνη, στην περιοχή που μέχρι σήμερα ονομάζεται Τημένιο [5], νίκησε το βασιλιά  Τισαμενό, κατέλαβε το Άργος και τις Μυκήνες και κατέλυσε τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, καθώς οι Δωριείς διέθεταν όπλα από σίδηρο, που ήταν ανώτερα από τα χάλκινα των Μυκηναίων. Πρώτος βασιλιάς του Άργους μετά την κάθοδο των Δωριέων έγινε ο Τήμενος, ο οποίος ίδρυσε τη δυναστεία των Τημενιδών,[6] που βασίλευσε στο Άργος από το 1.100 ως το 550 π.Χ. Από εκείνη την περίοδο οι Αργείοι αποκαλούνταν πλέον Δωριείς.

Ο σημαντικότερος βασιλιάς της δυναστείας των Τημενιδών κατά την αρχαϊκή εποχή ήταν ο Φείδων, που διαδέχτηκε τον πατέρα του Αριστοδαμίδα. Ο Αριστοδαμίδας έκανε δυο σπουδαίους γιους, το Φείδωνα, βασιλιά του Άργους, και τον Κάρανο, που αναφέρεται ως ιδρυτής του οίκου των Μακεδόνων στις Αιγές και πρόγονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το Άργος στα χρόνια του Φείδωνα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ως κράτος, επέκτεινε την επιρροή του και αναδείχτηκε σε σημαντική δύναμη στην Πελοπόννησο. Επί των ημερών του η πόλη του Άργους έφτασε στο απόγειο της δύναμη της και έθεσε υπό την κατοχή της σχεδόν τη μισή Πελοπόννησο, την Αίγινα και τα Κύθηρα. Η πολιτική του Φείδωνα επικεντρώθηκε σε τρεις τομείς: την επέκταση της κυριαρχίας του Άργους στο μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου για την αντιμετώπιση της αγροτικής κρίσης, την υιοθέτηση της τακτικής της οπλιτικής φάλαγγας και την εφεύρεση και καθιέρωση του νομίσματος. Για να πετύχει τους στόχους του ο Φείδων συγκέντρωσε περισσότερες εξουσίες από όσες είχαν οι βασιλείς και από κληρονομικός βασιλιάς  εξελίχθηκε σε τύραννο.

Η αρχαϊκή εποχή (8ος – 5ος αι. π. Χ.) ήταν μια περίοδος παγίωσης της εξουσίας των πόλεων στην  προσπάθειά τους να θέσουν υπό τον έλεγχό τους ευρύτερες περιοχές, για να αντιμετωπίσουν την αύξηση του πληθυσμού σε συνδυασμό με την έλλειψη καλλιεργήσιμης γης. Στους πρώτους αιώνες της δωρικής εγκατάστασης το Άργος ήταν κυρίως μια μικρή κοινωνία, που βασιζόταν στην τοπική παραγωγή και το κυβερνούσε μια στρατιωτική αριστοκρατία. Στον 7ο  π.Χ. αιώνα ο Φείδων προσπάθησε να επεκτείνει την κυριαρχία του σε όλη τη βορειοανατολική Πελοπόννησο. Μεγάλος κίνδυνος για το Άργος ήταν η ισχυρή Σπάρτη, η οποία του αμφισβητούσε την ηγεμονία της Πελοποννήσου, γι’ αυτό και οι εντάσεις και οι συνοριακές διενέξεις ανάμεσα στο Άργος και τη Σπάρτη ήταν συχνές. Η περίοδος της βασιλείας του Φείδωνα είναι η εποχή της μεγάλης ανάπτυξης του Άργους, πριν από την ανάδειξη της Σπάρτης σε πρώτη δύναμη της Πελοποννήσου.

Θέατρο πολλών συγκρούσεων μεταξύ του Άργους και της Σπάρτης για πολλά χρόνια υπήρξε η Κυνουρία λόγω της σπουδαίας στρατηγικής της θέσης και της ευφορίας της. Η στενή παραθαλάσσια λωρίδα γης από το σημερινό Άστρος μέχρι το Λεωνίδιο αποτέλεσε «μήλο της έριδας» και αιτία αδιάλλακτης και αδιάκοπης εχθρότητας ανάμεσα στο Άργος και τη Σπάρτη. Στην περιοχή αυτή υπήρχαν τρεις αρχαίες πόλεις, η Θυρέα (8 χιλιόμετρα μακριά από το Άστρος πάνω από τον κεντρικό δρόμο Άστρους – Αγίου Πέτρου), η Ανθήλη (στην περιοχή του Αγίου Ανδρέα Κυνουρίας) και οι Πρασιές (σημερινό Λεωνίδιο). Η Θυρέα [7] ανήκε στο κράτος του Άργους, γιατί ήταν πόλη δωρική, όπως και η ευρύτερη περιοχή της σημερινής Κυνουρίας, που την ονόμαζαν Θυρεάτιδα. Το Άργος διεκδικούσε τη Θυρεάτιδα για λόγους πατριωτισμού και ασφάλειας, γιατί θα είχε τον εχθρό προ των πυλών του, αν τη κατελάμβαναν οι Σπαρτιάτες. Η Σπάρτη επιδίωκε με κάθε τρόπο να την κυριεύσει, γιατί αποτελούσε τα φυσικά όριά της στα βορειοανατολικά της σύνορα και δεν ένιωθε ασφαλής, αν η περιοχή αυτή βρισκόταν στα χέρια του γειτονικού κράτους [8].

Ξεκίνησε ένας μακροχρόνιος αιματηρός πόλεμος ανάμεσα στο Άργος και τη Σπάρτη. Πότε νικούσαν οι Αργείοι, πότε οι Σπαρτιάτες. Τα χρόνια περνούσαν, οι αντίπαλοι αιμορραγούσαν, αλλά αποφασιστική νίκη δεν είχε σημειωθεί και οι μάχες έκαναν και τους δυο αντιπάλους να εξασθενούν. Έτσι το 546 π.Χ. Αργείοι και Σπαρτιάτες συμφώνησαν να δώσουν τέλος στη διαμάχη τους με τριακόσιους εκλεκτούς οπλίτες από κάθε πλευρά σε μια μάχη που έμεινε γνωστή ως η «μάχη των 600 λογάδων». Ένα συγκλονιστικό ιστορικό γεγονός, που το αφηγείται ο Hρόδοτος [9]. Oι δύο στρατοί επέλεξαν από 300 διαλεκτούς άνδρες («λογάδες») και συμφώνησαν να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων και οι νικητές να πάρουν οριστικά την επίδικη περιοχή. O υπόλοιπος στρατός των δύο αντιπάλων έφυγε, οι Σπαρτιάτες γύρισαν στη Σπάρτη και οι Αργείοι στο Άργος περιμένοντας τις εξελίξεις. Η καθοριστική μάχη ξεκίνησε νωρίς το πρωί, συνεχίστηκε όλη μέρα και, όταν νύχτωσε, στο «πεδίο της τιμής» επιζούσαν δυο Αργείοι, ο Χρόμιος και ο Αλκήνωρ, και ένας Σπαρτιάτης, ο Οθρυάδης.

Οι δυο Αργείοι πανηγύρισαν τη νίκη τους (δυο αυτοί, ένας ο εχθρός) και έσπευσαν στο Άργος να την αναγγείλουν. Ο Σπαρτιάτης παρέμεινε στον τόπο της μάχης και, παρόλο που ήταν τραυματίας, όλη νύχτα συγκέντρωσε τα όπλα των 298 νεκρών Αργείων, ύψωσε τρόπαιο πάνω στο οποίο έγραψε με το αίμα του «Λακεδαιμόνιοι κατ’ Αργείων» και ξεψύχησε δίπλα στους 299 νεκρούς συμπολεμιστές του. Όταν την άλλη μέρα ήρθαν οι δυο στρατοί, ο καθένας επέμενε για λογαριασμό του πως είναι αυτός ο νικητής. Επειδή όμως κανείς δεν είχε νικήσει, πολέμησαν ξανά, οι Σπαρτιάτες νίκησαν και κέρδισαν τη Θυρέα. Οι Αργείοι σε ένδειξη πένθους ξύρισαν τα κεφάλια τους και ορκίστηκαν να μην αφήσουν ξανά μακριά μαλλιά, μήτε οι γυναίκες τους να φορέσουν κοσμήματα χρυσά έως ότου επανακτηθεί η Θυρεάτις. Οι Σπαρτιάτες, αντίθετα, καθιέρωσαν από τότε τα πολύ μακριά μαλλιά σε ανάμνηση της μεγάλης νίκης τους επί των Αργείων. Η περιοχή της Θυρεάτιδας πέρασε οριστικά στην κατοχή των Σπαρτιατών, αν και οι Αργείοι ποτέ δεν παραιτήθηκαν από τη διεκδίκησή της. Από αυτό το γεγονός όμως ξεκινάει το μεγάλο μίσος ανάμεσα στη Σπάρτη και το Άργος.

Τελευταίος βασιλιάς της δυναστείας των Τημενιδών [10] ήταν ο Μέλτας, εγγονός του Φείδωνα. Κατά τη βασιλεία του οι Σπαρτιάτες επιτέθηκαν στους Τεγεάτες με σκοπό να κυριεύσουν την περιοχή αυτή της Αρκαδίας. Η Αρκαδία ήταν το προπύργιο του Άργους απέναντι στη σπαρτιατική επέκταση και, αν η Τεγέα υπέκυπτε στη Σπάρτη, το Άργος θα έμενε ακάλυπτο στα νοτιοδυτικά του σύνορα. Οι Αργείοι βοήθησαν τους Τεγεάτες λόγω της παλιάς τους φιλίας και συμμαχίας και για λόγους στρατηγικού συμφέροντος, απέκρουσαν τους Σπαρτιάτες και ανέκτησαν τα εδάφη της Αρκαδίας. Οι Αργείοι περίμεναν από το βασιλιά τους να τους μοιράσει τα αρκαδικά εδάφη που κατέλαβαν, ο Μέλτας όμως τα παρέδωσε στους Αρκάδες και τους αποκατέστησε στις εστίες τους. Ο  λαός του Άργους δυσαρεστήθηκε και τον καθαίρεσε γύρω στο 600 π.Χ. [11] Ο Μέλτας κατέφυγε στην Τεγέα και στους Αργείτες έμεινε η βασιλεία χωρίς βασιλιά!  Συμβουλεύτηκαν τότε το μαντείο των Δελφών για τον επόμενο βασιλιά και αυτό τους είπε ότι «τον επόμενο βασιλιά θα τους τον αποκαλύψει ένας αετός». Μετά από κάποιες μέρες ένας αετός πέταξε και κάθισε πάνω στο σπίτι κάποιου Αίγωνα [12]. Οι Αργείοι πίστεψαν ότι αυτόν τους υποδεικνύει ο θεός και έκαναν τον Αίγωνα βασιλιά τους [13]. Έτσι περί το 600 π. Χ. οι Αργείοι έβαλαν ουσιαστικά τέλος στον θεσμό της Βασιλείας και τα επόμενα χρόνια ο ανώτατος άρχοντας του Άργους εκλεγόταν και ασκούσε εξουσία έχοντας μόνο τον τίτλο του βασιλιά. [14]

Τελέσιλλα. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Το Άργος όμως παρέμενε εμπόδιο στα σχέδια της Σπάρτης και ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης Α΄ το 494 π.Χ. αποφάσισε να τελειώνει οριστικά με τους Αργείτες. Επιβίβασε τους άνδρες του σε καράβια, έφτασε μέσω θαλάσσης στο Ναύπλιο και κατευθύνθηκε στην περιοχή της Σήπειας, ανάμεσα στο Ναύπλιο και την Τίρυνθα. Οι Αργείοι βγήκαν από την πόλη και στρατοπέδευσαν ακριβώς απέναντί του. Στη μάχη που ακολούθησε ο Κλεομένης νίκησε και εξόντωσε ακόμα και όσους ζήτησαν άσυλο στο ιερό άλσος της Σήπειας. Περίπου 5-6 χιλιάδες Αργείοι πέθαναν εκείνη την μέρα. Έπειτα οι Σπαρτιάτες κινήθηκαν για να καταλάβουν την ανοχύρωτη πόλη του Άργους. Αντίκρισαν όμως τις γυναίκες, τα παιδιά και τους δούλους του Άργους ξεσηκωμένους από την ποιήτρια Τελέσιλλα και έτοιμους να υπερασπιστούν την πόλη τους. Σύμφωνα με τον  Παυσανία [15], ο Κλεομένης μόλις είδε τη γυναικεία παράταξη υποχώρησε, γιατί κατάλαβε ότι μια νίκη απέναντι σε γυναίκες δεν θα του χάριζε δόξα, ενώ στο απίθανο ενδεχόμενο να χάσει τη μάχη η ντροπή για τον στρατό του θα ήταν τρομακτική. Η πόλη του  Άργους σώθηκε, αλλά μετά την ήττα αυτή έχασε από την επιρροή του τις Μυκήνες και την Τίρυνθα, που όλα αυτά τα χρόνια ήταν με το μέρος των Σπαρτιατών.

Ακολούθησαν οι περσικοί πόλεμοι (492-478 π.Χ.) στους οποίους το Άργος δεν πήρε μέρος. Όταν πληροφορήθηκαν ότι οι Έλληνες θα προσπαθήσουν να τους πάρουν συμμάχους εναντίον των Περσών, έστειλαν αντιπροσωπεία στους Δελφούς, για να ρωτήσουν τί ήταν καλύτερο να κάνουν, γιατί πρόσφατα σκοτώθηκαν 6.000 δικοί τους από τον Κλεομένη και φοβούνταν μήπως δεχτούν κι άλλο χτύπημα απ᾽ τον Πέρση και υποταχτούν στους Λακεδαιμονίους. Η Πυθία με χρησμό[16] τους συμβούλευσε να μείνουν ουδέτεροι.

Λένε επίσης ότι, πριν ξεκινήσει την εκστρατεία του ο Ξέρξης, τους είχε στείλει μήνυμα που έλεγε: «Άνδρες Αργείοι, ο βασιλιάς Ξέρξης λέει τα εξής: Εμείς πιστεύουμε ότι ο γενάρχης μας είναι ο Πέρσης, ο γιος του Περσέα, που τον απόχτησε από τη θυγατέρα του Κηφέα, την Ανδρομέδα. Σύμφωνα μ᾽ αυτά εμείς πρέπει να είμαστε απόγονοί σας. Δεν είναι σωστό, λοιπόν, ούτε εμείς να εκστρατεύουμε εναντίον των προγόνων μας, ούτε εσείς να ταχθείτε εναντίον μας βοηθώντας άλλους, αλλά να κάθεστε στη χώρα σας ζώντας ειρηνικά. Γιατί, αν τα πράματα έρθουν όπως τα εύχομαι, θα είστε οι πρώτοι στην εύνοιά μου[17]».

 

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι)

 

Έτσι, όταν Αθηναίοι και Σπαρτιάτες πρότειναν στους Αργείους να μπουν στην ελληνική συμμαχία, οι Αργείοι απάντησαν πως είναι πρόθυμοι να δεχτούν, αν συνομολογηθεί ειρήνη για 30 χρόνια με τους Σπαρτιάτες και αν μοιραστούν μ᾽ αυτούς την ηγεμονία όλης της συμμαχίας. Οι αγγελιοφόροι της Σπάρτης απάντησαν ότι θα μετέφεραν το αίτημα για τις συνθήκες στη συνέλευση του λαού, για την αρχηγία όμως είπαν, πως αυτοί έχουν δυο βασιλιάδες, ενώ οι Αργείοι έναν και τους είναι αδύνατο να καθαιρέσουν  τον ένα ή τον άλλο βασιλιά της Σπάρτης. Δεν υπάρχει όμως κανένα πρόβλημα να έχει και ο βασιλιάς του Άργους ψήφο ισότιμη με τους δυο δικούς τους [18].  Οι Αργείοι βρήκαν προσβλητικούς τους όρους και δεν ανέχτηκαν την πλεονεξία των Σπαρτιατών. Τελικά, λόγω του μίσους για την Σπάρτη προτίμησαν να εξουσιάζονται από τους βαρβάρους παρά να κάνουν κάποια υποχώρηση στους Λακεδαιμονίους!

Η σύγκρουση ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη μετά τους περσικούς πολέμους, στην προσπάθεια των Αθηναίων να δημιουργήσουν την Αθηναϊκή Συμμαχία και των Σπαρτιατών την Πελοποννησιακή Συμμαχία, προκάλεσε εμφύλιες διαμάχες και στο εσωτερικό πολλών ελληνικών πόλεων. Οι ολιγαρχικοί των ελληνικών πόλεων τάσσονταν με τη Σπάρτη, ενώ οι δημοκρατικοί με την Αθήνα. Παράλληλα, η Αθήνα επιδίωκε την εγκαθίδρυση δημοκρατικών καθεστώτων στις πόλεις που εξουσίαζε και η Σπάρτη αντίστοιχα υπέθαλπε ολιγαρχικά καθεστώτα στους δικούς της συμμάχους, για να παραμένουν πιστοί. Σ’ αυτές τις συνθήκες η αντιπαλότητα ανάμεσα στη Σπάρτη και το Άργος εξελίχθηκε σε εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα σε ολιγαρχικούς που συμπαθούσαν τη  Σπάρτη και δημοκρατικούς, οπαδούς των Αθηναίων. Το δωρικό Άργος λόγω της αντίθεσής του με τη Σπάρτη έκλινε περισσότερο προς τους Ίωνες της Αθήνας και λιγότερο προς τους Δωριείς της Πελοποννήσου.

Ο Θεμιστοκλής, ο κυριότερος συντελεστής της αποφασιστικής νίκης των Ελλήνων εναντίον των Περσών στη ναυμαχία της Σαλαμίνας του 480 π.Χ., μετά τον οστρακισμό του το 471 π.Χ.  κατέφυγε στο Άργος [19], όπου ενίσχυσε την δημοκρατική παράταξη της πόλης και διαμόρφωσε εχθρικό κλίμα προς την Σπάρτη. Το Άργος αποδυναμωμένο μετά την ήττα στη Σήπεια δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την ισχυρότερη Σπάρτη και βρήκε στην Αθήνα το σύμμαχο που χρειαζόταν. Με ενέργειες του Θεμιστοκλή το Άργος έκανε με την Αθήνα συμμαχία, που επιδείνωσε τις σχέσεις Αθήνας –  Σπάρτης, και άλλαξε το πολίτευμά του από ολιγαρχικό σε δημοκρατικό [20]. Ο Θεμιστοκλής διώχθηκε από το Άργος πιθανότερα το 465 π.Χ. με ενέργειες των Σπαρτιατών. Η Σπάρτη εκστράτευσε κατά του Άργους, ηττήθηκε όμως από τις δυνάμεις Αργείων και Αθηναίων στην Οινόη λίγο έξω από το Άργος (460 π.Χ.), ενώ λίγο αργότερα Αργείοι και Αθηναίοι  πολέμησαν μαζί εναντίον των Σπαρτιατών στη μάχη της Τανάγρας (457 π.Χ.). Με την τριακονταετή ειρήνη του 446 π.Χ. το Άργος εξασφάλισε ειρήνη με την Σπάρτη, γεγονός που το εμπόδισε να εμπλακεί στον Πελοποννησιακό πόλεμο κατά την διάρκεια της πρώτης περιόδου. Στα 10 πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου οι Αργείοι δεν εκδηλώθηκαν υπέρ της Αθήνας ούτε υπέρ της Σπάρτης, αλλά ανέχθηκαν πολίτες τους να υπηρετούν ως μισθοφόροι είτε την Αθήνα είτε τη Σπάρτη.

Στις αρχές του 429 π.Χ. η Σπάρτη έκανε συμμαχία με τους Βοιωτούς και οι ολιγαρχικοί του Άργους με το πρόσχημα ότι η πόλη κινδύνευε να απομονωθεί διαπραγματεύονταν συμμαχία 50 ετών με τη Σπάρτη. Η Αθήνα όμως με πρωτοβουλία του Αλκιβιάδη κάλεσε πρέσβεις από το Άργος, έκλεισε συμμαχία 100 ετών με το Άργος και άρχισε κοινή δράση Αργείων και Αθηναίων, που κράτησε σε όλη την υπόλοιπη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου [21]. Από το 419 π.Χ. και μετά το δωρικό Άργος, λόγω της εχθρότητάς του με τη Σπάρτη, αποτέλεσε τον πιο πιστό σύμμαχο της Αθήνας [22]. Στο Άργος το 418 οι δημοκρατικοί επιτέθηκαν στους ολιγαρχικούς και τους νίκησαν, θανατώνοντας και εξορίζοντας ορισμένους απ’ αυτούς, πριν προλάβει η Σπάρτη να επέμβει και να τους προστατεύσει [23]. Το καλοκαίρι του 418 π.Χ. ο Άγις ξεκίνησε με 8.000 οπλίτες Σπαρτιάτες και από κάποιες πόλεις της Αρκαδίας εναντίον του Άργους. Οι Αργείοι και οι σύμμαχοί τους έσπευσαν να τον αντιμετωπίσουν και με 7.000 οπλίτες του έκλεισαν τις διόδους που οδηγούσαν προς την Μαντίνεια και το Άργος.  Η μάχη έγινε στον κάμπο της Μαντίνειας το 418 π.Χ. και έμεινε στην ιστορία ως η μεγαλύτερη μάχη μεταξύ οπλιτών του Πελοποννησιακού Πολέμου. Οι Σπαρτιάτες είχαν στο πλευρό τους  Τεγεάτες και κάποιους Αρκάδες οπλίτες, ενώ οι Αργείοι ενισχύθηκαν από τους Μαντινείς, κάποιους Αρκάδες και τους Αθηναίους. Η έκβαση της μάχης ήταν νικηφόρα για τους Σπαρτιάτες, που αύξησαν το κύρος τους και έδειξαν στους Πελοποννήσιους τι τους περιμένει σε περίπτωση αμφισβήτησης της Σπαρτιάτικης κυριαρχίας. Για το Άργος ήταν η ταφόπλακα στα σχέδιά του για επικράτηση.

Μετά τη μάχη οι ολιγαρχικοί στο Άργος, που είχαν φιλοσπαρτιατικά συναισθήματα, πήραν κεφάλι και συνθηκολόγησαν με την Σπάρτη. Το Άργος έφυγε από τον δημοκρατικό συνασπισμό και έκλεισε νέα συμμαχία με την Σπάρτη. Στη συνέχεια χίλιοι επίλεκτοι Αργείοι μαζί με ισάριθμους Σπαρτιάτες εκστράτευσαν κατά της Σικυώνας, όπου και εγκατέστησαν ολιγαρχία. Μετά από λίγο καιρό έκαναν το ίδιο και στο Άργος. Οι Αργείοι ολιγαρχικοί θανάτωσαν αρκετούς από τους ηγέτες των δημοκρατικών, κατέλυσαν τους νόμους και πήραν την δημόσια διοίκηση στα χέρια τους. Τον Αύγουστο του 417 π.Χ. όμως οι δημοκρατικοί εξεγέρθηκαν σκοτώνοντας και εξορίζοντας πολλούς από τους ολιγαρχικούς και αποκατέστησαν την δημοκρατία [24]. Έπειτα, ύστερα από συμβουλή του Αλκιβιάδη, με τη βοήθεια των Ηλείων έχτισαν μακρά τείχη που ένωναν την πόλη του Άργους με την θάλασσα, για να εξασφαλίσουν την εισαγωγή τροφίμων και τη βοήθεια αθηναϊκού στρατού σε περίπτωση που την πόλη τους περικύκλωναν οι Σπαρτιάτες. Για τη δημιουργία του τείχους εργάστηκαν όλοι οι Αργείοι με τις γυναίκες και τους  δούλους, ενώ βοήθησαν και χτίστες που ήρθαν από την Αθήνα [25]. Οι Σπαρτιάτες όμως κατεδάφισαν ότι είχαν χτίσει και κατέλαβαν τις Υσιές, που ανήκαν στους Αργείους. Οι Αργείοι αντέδρασαν και επιτέθηκαν στον Φλιούντα, όπου είχαν καταφύγει πολλοί από τους εξόριστους ολιγαρχικούς. Το 416 π.Χ. οι δημοκρατικοί Αργείοι μαζί με τον Αλκιβιάδη, που έφτασε στο Άργος με 20 πλοία [26],  συνέλαβαν 300 άντρες που ήταν ύποπτοι για συνεργασία με την Σπάρτη και τους σκόρπισαν ως ομήρους σε διάφορα νησιά του Αιγαίου, που εξουσίαζαν οι Αθηναίο, για να εξασφαλίσουν την ησυχία του δημοκρατικού κόμματος στο Άργος [27].

Το 415 π.Χ. οι Αργείοι συμμετείχαν με 500 οπλίτες στην Εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στους Αθηναίους συμμάχους τους, και το μίσος τους στη Σπάρτη, αλλά και να ικανοποιήσουν τον Αλκιβιάδη, που τον αγαπούσαν γιατί τους είχε βοηθήσει σε δύσκολες στιγμές [28]. Μάλιστα διακρίθηκαν ιδιαίτερα στην πρώτη μάχη που έγινε στις Συρακούσες, όπου οι Αργείοι πρώτοι από όλους έτρεψαν τους αντιπάλους τους σε φυγή [29]. Μετά τη φυγή του Αλκιβιάδη το Άργος συνέχισε να τιμά τη συμμαχία με τους Αθηναίους. Αλλά και μετά τη συμφορά των Αθηναίων στη Σικελία, όταν άλλες πόλεις έπαιρναν αποστάσεις από την Αθηναϊκή Συμμαχία, οι  Αργείοι παρέμειναν πιστοί και βοήθησαν με 1500 οπλίτες τους Αθηναίους να επιβάλουν το κύρος τους στις πόλεις της Ιωνίας (412 π.Χ.) [30].

Το 404 π.Χ. πάντως αποτελεί σταθμό στην ιστορία του Άργους, γιατί η ήττα της Αθήνας έσβησε κάθε ελπίδα να ανακτήσουν την Κυνουρία και η πόλη να καταλάβει τη θέση που είχε στην Πελοπόννησο την εποχή του Φείδωνα. Το Άργος μετά τη νίκη της Σπάρτης στον Πελοποννησιακό πόλεμο έμεινε μόνο χωρίς συμμάχους, χωρίς βεβαιότητα και χωρίς βοηθούς [31].  Αλλά ποτέ δε φοβήθηκε τη Σπάρτη και, όταν στην Αθήνα εγκαταστάθηκαν οι «τριάκοντα τύραννοι», το Άργος έγινε καταφύγιο των διωγμένων δημοκρατικών, όταν άλλες πόλεις δεν τολμούσαν να τους δεχτούν, γιατί οι Σπαρτιάτες με ψήφισμα απειλούσαν με πρόστιμο όποιον δεχτεί Αθηναίους φυγάδες [32]. Ο πληθυσμός του Άργους εκείνη την εποχή ήταν ίσος με τον πληθυσμό της Αθήνας και τα οικονομικά του ήταν σε πολύ καλή κατάσταση [33]. Μπορεί να έχασε τρεις έως τέσσερες  χιλιάδες άνδρες σε μάχες του Πελοποννησιακού Πολέμου, αλλά παρέμενε μια πόλη με 15.000 περίπου κατοίκους και πολύ ισχυρό δημοκρατικό πολίτευμα [34]. Και, ενώ η παντοδύναμη Σπάρτη με τη νίκη της στον Πελοποννησιακό Πόλεμο επέβαλε ολιγαρχικά πολιτεύματα σε όλες τις πόλεις της Πελοποννήσου, το Άργος εξακολουθούσε να ζει με δημοκρατικό πολίτευμα. Είχε τόσο ισχυρό δημοκρατικό πολίτευμα, που οι ολιγαρχικοί, παρά τη νίκη της Σπάρτης στον Πελοποννησιακό πόλεμο, δεν τόλμησαν να κινηθούν για την κατάληψη της εξουσίας [35]. Όταν μάλιστα πρέσβεις από τη Σπάρτη ήρθαν στο Άργος και ζήτησαν να τους παραδώσουν σημαίνοντες δημοκρατικούς Αθηναίους, που είχαν καταφύγει εκεί, οι Αργείοι αρνήθηκαν και τους απείλησαν ότι, αν δεν αναχωρήσουν μέχρι τη δύση του ηλίου, θα τους μεταχειρίζονταν ως εχθρούς [36].

Τα επόμενα χρόνια το Άργος συμμετείχε σε αντισπαρτιατικό συνασπισμό στον Κορινθιακό πόλεμο που ξέσπασε το 395 π.Χ. Τότε οι Πέρσες δωροδόκησαν διάφορους ηγέτες στο Άργος, στην Κόρινθο και στη Θήβα με σκοπό να τους στρέψουν εναντίον της Σπάρτης. Στο Άργος οι αρχηγοί του λαού Κύλων και Σωδάμας με τους οπαδούς του πήραν περσικό χρυσάφι και συμμετείχαν στον αντισπαρτιατικό συνασπισμό μαζί με την Αθήνα, πόλεις της Βοιωτίας, την Εύβοια, τους Λοκρούς και άλλες πόλεις [37]. Το Άργος συμμετείχε στη μάχη του ποταμού Νεμέα το 394 π.Χ. με 7.000 οπλίτες και νίκησαν τους αντιπάλους που είχαν αντίκρυ τους, όπως όλοι οι σύμμαχοι τους με εξαίρεση τους Αθηναίους που ηττήθηκαν από τους Σπαρτιάτες και τελικά τη μάχη κέρδισαν οι Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοί τους. Την ίδια χρονιά οι Αργείοι συμμετείχαν και στη μάχη της Κορώνειας, όπου ο αντισπαρτιατικός συνασπισμός ηττήθηκε ξανά και οι ίδιοι οι Αργείοι έχασαν από τους Σπαρτιάτες. Ο αντιλακωνικός συνασπισμός ηττήθηκε πολλές φορές και η Αργολίδα υπέστη πολλές εισβολές και λεηλασίες από τους Σπαρτιάτες. Μια απόπειρα όμως των αριστοκρατικών της Κορίνθου να συμμαχήσουν με τη Σπάρτη προκάλεσε αιφνιδιαστική επίθεση των Αργείων στην Κόρινθο το 393 π.Χ. και μετά από αιματηρές μάχες επέβαλαν σε συνεργασία με τους δημοκρατικούς της Κορίνθου την πολιτική ένωση της Κορίνθου με το Άργος (392 π.Χ.) και εγκατέστησαν φρουρά από το Άργος στην Κόρινθο [38].

Με τους πολέμους αυτούς οι Σπαρτιάτες είχαν χάσει την κυριαρχία τους στις πόλεις της Στερεάς Ελλάδας και στη θάλασσα μετά την ήττα τους στη ναυμαχία της Κνίδου το 394 π.Χ. Κατάλαβαν ότι κινδυνεύουν να χάσουν και την Πελοπόννησο, αν πολεμούν ταυτόχρονα εναντίον των Περσών και των συνασπισμένων εναντίον τους ελληνικών πόλεων και αποφάσισαν να αποσπάσουν τους Πέρσες από τη συμμαχία Αθηναίων, Θηβαίων και Αργείων. Έτσι προέκυψε η «Ανταλκίδειος ειρήνη» (387 π.Χ.) με την οποία οι Πέρσες κατοχύρωναν την κυριαρχία τους στις ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας και συμφωνούσαν οι ελληνικές πόλεις και τα νησιά να παραμείνουν αυτόνομες [39] με τη Σπάρτη ως εγγυήτρια δύναμη. Η Σπάρτη ανέλαβε να επιβάλλει την ειρήνη στην Ελλάδα, εγκατέστησε ολιγαρχικά καθεστώτα σε όλες τις πόλεις και τοποθέτησε και Σπαρτιατικές φρουρές.

Η συμφωνία αυτή δεν συνέφερε τους Αργείους, γιατί έπρεπε να εγκαταλείψουν την Κόρινθο και να αφήσουν το δημοκρατικό κόμμα της πόλης έρμαιο των ολιγαρχικών, και τους Θηβαίους που ήταν υποχρεωμένοι να παραιτηθούν από την ηγεμονία της Βοιωτίας. Το 382 π.Χ. μάλιστα οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν την Καδμεία και παρέδωσαν την εξουσία στους τρεις ολιγαρχικούς, οι οποίοι εγκατέστησαν τυραννικό καθεστώς. Η εξουσία τους όμως διήρκεσε μόνο τρία χρόνια, καθώς ο Πελοπίδας οργάνωσε συνωμοσία, καθαίρεσε τους ολιγαρχικούς, επανέφερε το δημοκρατικό καθεστώς και οι Θηβαίοι ανέκτησαν την ηγεμονία της Βοιωτίας.

Το Άργος, βαριά τραυματισμένο από τους συνεχείς πολέμους και τις συχνές επιδρομές των Σπαρτιατών εναντίον του, αναγκάστηκε να αποσύρει τη φρουρά του με βαριά καρδιά από τον Ακροκόρινθο και να αφήσει την πόλη αυτή στα χέρια των ολιγαρχικών φίλων της Σπάρτης. Πολλοί δημοκρατικοί της Κορίνθου εγκατέλειψαν την πόλη τους και κατέφυγαν στο Άργος, όπου έβρισκαν καταφύγιο  δημοκρατικοί πολίτες και από άλλες πόλεις, όπως η Μαντινεία, ο Φλιούς και η Σικυώνα, γιατί οι Σπαρτιάτες μετά τη νίκη τους στον Κορινθιακό πόλεμο εγκαθιστούσαν ολιγαρχικά πολιτεύματα και καταπίεζαν ή έδιωχναν τους δημοκρατικούς πολίτες. Το Άργος κρατούσε σταθερά τη σημαία της δημοκρατίας στην Πελοπόννησο και παρείχε άσυλο, ασφάλεια και προστασία στους δημοκρατικούς πολίτες των γειτονικών πόλεων, οι οποίοι κατέφευγαν εκεί για να σωθούν από το κυνήγι των ολιγαρχικών, που επικρατούσαν στις πόλεις τους με την υποστήριξη των Σπαρτιατών, ή να προετοιμάσουν την επάνοδο στην πατρίδα τους με νέους αγώνες [40].

 

Σκυταλισμός

 

Το 371 π.Χ. οι Σπαρτιάτες έστειλαν ένα εκστρατευτικό σώμα στην Βοιωτία, αλλά έπαθαν πανωλεθρία στη μάχη των Λεύκτρων. Η νίκη των Θηβαίων στη μάχη των Λεύκτρων έκανε την κυριαρχία της Θήβας στον ελλαδικό χώρο αναμφισβήτητη και έδωσε στους άλλους Έλληνες το σύνθημα γενικής σχεδόν εξέγερσης εναντίον των Λακεδαιμονίων. Οι Αθηναίοι βλέποντας τη Σπάρτη ανίσχυρη θεώρησαν τον καιρό κατάλληλο να παρουσιαστούν αυτοί ως εκτελεστές της Ανταλκίδειας ειρήνης και υπερασπιστές της αυτονομίας των πόλεων και να συγκεντρώσουν γύρω τους τις ελληνικές πόλεις. Ενώ όμως οι αντιπρόσωποι των Ελλήνων συγκεντρώνονταν στην Αθήνα, η Πελοπόννησος αναστατωνόταν από στάσεις, η πιο άγρια και πιο αιματηρή με εκατοντάδες θύματα από τις οποίες έγινε στο Άργος [41].

Στο Άργος οι δημοκρατικοί βρήκαν ευκαιρία να απαλλαγούν από τους ολιγαρχικούς τώρα, που οι Σπαρτιάτες μετά την ήττα τους στα Λεύκτρα ήταν απίθανο να παρέμβουν και να βοηθήσουν τους ολιγαρχικούς του Άργους [42]. Μαζί με τους συγκεντρωμένους στο Άργος εξόριστους δημοκρατικούς από τις γειτονικές πόλεις, που έτρεφαν φοβερό μίσος κατά των ολιγαρχικών και της Σπάρτης, ξεσήκωναν το πλήθος εναντίον των πλούσιων και επιφανών ολιγαρχικών της πόλης που διέθεταν πλούτη και δόξα [43]. Οι τελευταίοι αντέδρασαν και, πριν τα πράγματα γίνουν ανεξέλεγκτα, επειδή οι δημαγωγίες των αντιπάλων τους είχαν ξεσηκώσει τον κόσμο, οργάνωσαν μια συνωμοσία με σκοπό να καταλύσουν τη δημοκρατία στο Άργος με τη βία [44]. Φαίνεται όμως ότι το μυστικό διέρρευσε και η συνωμοσία αποκαλύφτηκε πριν εκδηλωθεί. Πολλοί ολιγαρχικοί συνελήφθησαν και υποβάλλονταν σε βασανιστήρια, για να αποκαλύψουν τους πρωταγωνιστές και συνενόχους της συνωμοσίας. Κάποιοι από τους συλληφθέντες αυτοκτόνησαν φοβούμενοι τα βασανιστήρια, άλλοι πέθαναν από τα βασανιστήρια και από όλους όσους συνελήφθησαν τελικά ένας ομολόγησε στα βασανιστήρια, έλαβε ασυλία και  καταμαρτύρησε τριάντα από τους πιο επιφανείς πολίτες ως οργανωτές της συνωμοσίας. Ο δήμος, χωρίς να ελέγξει την αλήθεια των κατηγοριών, θανάτωσε τους κατηγορούμενους και δήμευσε την περιουσία τους [45].

Η υποψία ότι οι ολιγαρχικοί θα έφερναν ενισχύσεις από την Σπάρτη ήταν η αφορμή να γενικευτεί η λαϊκή εξέγερση. Υπήρχαν υποψίες και για πολλούς άλλους, που τις τροφοδοτούσαν οι δημαγωγοί με ψέματα και διαβολές, με αποτέλεσμα να εξαγριωθεί το πλήθος, να τους συλλάβει και να θανατώσει μέσα σε μια μέρα κτυπώντας με τα ρόπαλα και τα ξύλα 1.200 από τους κατηγορούμενους, που ήταν πολύ πλούσιοι [μεγαλόπλουτοι] [46] και επιφανείς πολίτες [47]. Τέτοιο αιματοκύλισμα σε μία πρωτοφανή έκρηξη βίας πουθενά αλλού στην Ελλάδα δεν συνέβη ποτέ, σημειώνει ο Διόδωρος [48].  Το πρωτοφανές αυτό γεγονός οι Έλληνες το αποκάλεσαν σκυταλισμό [49], όνομα που προήλθε από τον τρόπο με τον οποίο έγιναν οι φόνοι. Αυτός ο «νεωτερισμός», όπως τον αποκαλεί ο Διόδωρος, συνέβη για πρώτη φορά στο Άργος περί το 370 π. Χ. και ήταν στην ουσία ξυλοδαρμός μέχρι θανάτου με ρόπαλα και ξύλα [50].

Έτσι θανατώθηκαν περισσότεροι από χίλιοι διακόσιοι ισχυροί άνδρες από την οργή του λαού, δεν γλίτωσαν όμως ούτε οι δημαγωγοί, οι οποίοι τρομαγμένοι από το μέγεθος της συμφοράς και σε μια προσπάθεια να σταματήσουν τους μαζικούς φόνους από φόβο μήπως έρθει η σειρά τους και πέσουν και οι ίδιοι θύματα κάποιας απρόβλεπτης τροπής των πραγμάτων, πήραν πίσω τις κατηγορίες. Το αποτέλεσμα ήταν ο εξαγριωμένος λαός να θανατώσει και αυτούς. Ο όχλος υποψιάστηκε ότι οι δημαγωγοί τον εγκατέλειψαν, οργίστηκε ακόμη περισσότερο και σκότωσε επίσης με σκυταλισμό όλους τους δημαγωγούς, τους μέχρι πριν από λίγο αρχηγούς του, γιατί ο ψεύτης δημαγωγός έπρεπε να έχει την ίδια τύχη με τον ολιγαρχικό! Αυτοί λοιπόν, ωσάν κάποια θεότητα να εκδήλωσε εις βάρος τους τον θυμό της [51], βρήκαν την τιμωρία που τους έπρεπε, και ο λαός, αφού καταλάγιασε η οργή του, βρήκε ξανά τα λογικά του! Σύμφωνα με τον Πλούταρχο μάλιστα οι νεκροί από τη συγκεκριμένη βίαιη εξέγερση και το σκυταλισμό στο Άργος ήταν χίλιοι πεντακόσιοι [52], περισσότεροι ίσως από τους νεκρούς των μαχών με τον εχθρό, και ακόμα και οι Αθηναίοι, όταν πληροφορήθηκαν τα γεγονότα, τέλεσαν καθαρμό! Πρόκειται για ένα πολυσήμαντο και συνάμα άκρως διδακτικό ιστορικό επεισόδιο για κάθε κοινωνία σε περιόδους κρίσης που δείχνει ότι όταν ξεσπά η τυφλή βία, παύουν να υπάρχουν καλοί και κακοί, δίκαιοι και άδικοι.

 

Κριτήριο, το αρχαίο δικαστήριο του Άργους, ένα από τα αρχαιότερα του κόσμου. Πολλά από τα επεισόδια του σκυταλισμού έγιναν εκεί.

 

Έτσι η μακροχρόνια έχθρα και οι οδυνηροί πόλεμοι των Αργείων με τους Σπαρτιάτες δεν έβλαψαν μόνο την πόλη και την οικονομία τους, αλλά οδήγησαν και σε εσωτερικό διχασμό που κατέληξε σε μια από τις πολύνεκρες εμφύλιες συγκρούσεις της αρχαίας Ελλάδας. Είναι χαρακτηριστικά όσα σημειώνει ο Ισοκράτης μερικά χρόνια αργότερα (346 π.Χ.) για τους Αργείους και τη μακρόχρονη διαμάχη τους με τη Σπάρτη: «Για τους Αργείους τώρα σε άλλα ζητήματα θα δεις να βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με τους Σπαρτιάτες, σε άλλα πάλι σε χειρότερη από αυτούς: Από τότε δηλαδή που ίδρυσαν την πόλη τους βρίσκονται με τους γείτονες σε πόλεμο αδιάκοπο, ακριβώς σαν τους Σπαρτιάτες, με τη διαφορά μονάχα ότι οι Σπαρτιάτες πολεμούν με ασθενέστερους, ενώ οι Αργείοι μάχονται πάντα με ισχυρότερους. Και αυτό όλοι θα το παραδεχτούν πως είναι φοβερό κακό! Και τέτοια ατυχία τους βαραίνει στους πολέμους τους, ώστε κάθε χρόνο σχεδόν υποχρεώνονται να δουν τη χώρα τους να ερημώνεται, να καταστρέφεται μπροστά στα μάτια τους. Και το χειρότερο από όλα: Όταν οι εχθροί πάψουν για λίγο να τους κακοποιούν, οι ίδιοι εξοντώνουν τους πιο ένδοξους και τους πιο πλούσιους από τους συμπολίτες τους. Και αντλούν από την πράξη τους αυτή μια τέτοια ικανοποίηση, όση κανένας άλλος σκοτώνοντας και εχθρό δεν θα μπορούσε να τη νιώσει. Και η αιτία που τους έριξε σε τόσο ανώμαλη ζωή είναι ασφαλώς ο πόλεμος. Αυτόν αν καταλύσεις, όχι μονάχα αυτούς τους ίδιους θα απαλλάξεις από όλα αυτά, αλλά θα τους βοηθήσεις κιόλας να αντιμετωπίσουν με τρόπο πιο ορθό και τα άλλα τους προβλήματα [53]».

Από δημογραφική άποψη με το σκυταλισμό μειώθηκε σημαντικά το ανώτερο στρώμα της κοινωνίας του Άργους, αφού αφανίστηκε περί το 1/10 του πληθυσμού του, κυρίως οι επιφανέστεροι (υπολογίζεται ότι το Άργος τότε διέθετε περίπου 12.000 πολίτες – οπλίτες) [54] και επιπλέον οι Αργείοι έμειναν ουσιαστικά ακέφαλοι μετά το σκυταλισμό, από τον οποίο σκοτώθηκαν οι σημαντικότεροι ηγέτες της ολιγαρχικής αλλά και της δημοκρατικής παράταξης.

Οπωσδήποτε οι δημοκρατικοί επικράτησαν, μια νέα ηγεσία αναδύθηκε άμεσα και το Άργος βρέθηκε απέναντι από την Σπάρτη και την περίοδο της Θηβαϊκής ηγεμονίας καθώς συμμάχησε με τους Θηβαίους και το κοινό των Αρκάδων. Μετά την επικράτηση των Μακεδόνων στην Ελλάδα οι Αργείοι έγιναν στενοί σύμμαχοι τους. Οι Μακεδόνες τους ενίσχυαν, για να αποτελούν αντίπαλη δύναμη προς την Σπάρτη η οποία δεν είχε δεχτεί να ενταχθεί στην πανελλήνια συμμαχία. Μετά τη μάχη στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.) δικαιώθηκαν για την επιλογή τους, αφού ο Φίλιππος Β΄ εισέβαλε στη Λακωνία, περιόρισε το κράτος της Σπάρτης στα αρχαία του σύνορα και απέδωσε τη Θυρεάτιδα στους Αργείους. Έτσι, στα ελληνιστικά χρόνια η Κυνουρία γνωρίζει νέα ακμή έχοντας περάσει στην επικράτεια του Άργους. Οι οικισμοί οχυρώνονται και γενικά υπάρχει έντονη δραστηριότητα και ζωή. Όμως από την ημέρα που ο Σπαρτιάτης Οθρυάδης αμφισβήτησε την έκβαση της μονομαχίας των τριακοσίων επίλεκτων συμπατριωτών με τους ισάριθμους αντίστοιχους του Άργους είχαν περάσει πάνω από τριακόσια χρόνια πόνου, αίματος και συμφορών.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Παυσανίου Κορινθιακά, XV,5, Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. «Φορωνεύς δε ο Ινάχου τους ανθρώπους συνήγαγε πρώτον ες κοινόν, σποράδας τέως και εφ’ εαυτών εκάστοτε οικούντας ˙και το χωρίον ες ο πρώτον ηθροίσθησαν άστυ ωνομάσθη Φορωνικόν».

[2] «…στασιασάντων δὲ αὐτῶν περὶ τῆς ἀρχῆς ὕστερον, Δαναὸς τοὺς Αἰγύπτου παῖδας δεδοικώς, ὑποθεμένης Ἀθηνᾶς αὐτῷ ναῦν κατεσκεύασε πρῶτος καὶ τὰς θυγατέρας ἐνθέμενος ἔφυγε…»…» ( Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, Βιβλίο Β΄, κεφ. 1, παραγρ.4)

[3] «…ἀρχομένης δὲ ἡμέρας ἐς βοῶν ἀγέλην νεμομένην πρὸ τοῦ τείχους ἐσπίπτει λύκος, προσπεσὼν δὲ ἐμάχετο πρὸς ταῦρον ἡγεμόνα τῶν βοῶν. παρίσταται δὴ τοῖς Ἀργείοις τῷ μὲν Γελάνορα, Δαναὸν δὲ εἰκάσαι τῷ λύκῳ, ὅτι οὔτε τὸ θηρίον τοῦτό ἐστιν ἀνθρώποις σύντροφον οὔτε Δαναός σφισιν ἐς ἐκεῖνο τοῦ χρόνου. ἐπεὶ δὲ τὸν ταῦρον κατειργάσατο ὁ λύκος, διὰ τοῦτο ὁ Δαναὸς ἔσχε τὴν ἀρχήν…» ( Παυσανίου Κορινθιακά, κεφ. 19, παραγρ. 3)

[4] Οι βασιλείς της δυναστείας του Δαναού κατά σειρά είναι: Δαναός, Λυγκέας, Άβας,  Ακρίσιος,  Περσέας, Μεγαπένθης, Αναξαγόρας, Αλέκτωρ, Ίφις,  Σθένελος, Κυλαράβης, Βίας, Ταλαός, Πρώναξ, Άδραστος, Αιγιαλεύς, Διομήδης, Κυάνιππος, Μελάμπους, Μάντιος, Αντιφάτης, Οϊκλής, Αμφιάραος, Αλκμέων, Αμφίλοχος, Ορέστης, Τισαμενός (Κλειώση ‘Αγγ. ο.π. σελ. 30 κ.ε.)

[5] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τομ. Β, σελ. 18.

[6] Οι βασιλείς της δυναστείας των Τημενιδών ήταν: Τήμενος, Δηϊφόντης, Κείσος, Μήδων, Αριστοδαμίδας, Φείδων, Έρατος, Δαμοκρατίδας, Λεωκήδης, Μέλτας.

[7] Σήμερα από την πόλη έχουν μείνει ερείπια από τα μυκηναϊκά τείχη της, λείψανα κατοικιών, κατάλοιπα δεξαμενών, αρχαίο νεκροταφείο και στην θέση Ανεμόμυλος υπάρχουν ερείπια του ναού του Απόλλωνα. Όσα ευρήματα έχουν διασωθεί φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άστρους

[8] Κοφινιώτης Ιωάννης, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών» Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008, ο.π. σελ. 233.

[9] … ἐνθαῦτα συνέβησαν ἐς λόγους συνελθόντες ὥστε τριηκοσίους ἑκατέρων μαχέσασθαι, ὁκότεροι δ᾽ ἂν περιγένωνται, τούτων εἶναι τὸν χῶρον• τὸ δὲ πλῆθος τοῦ στρατοῦ ἀπαλλάσσεσθαι ἑκάτερον ἐς τὴν ἑωυτοῦ μηδὲ παραμένειν ἀγωνιζομένων, τῶνδε εἵνεκεν ἵνα μὴ παρεόντων τῶν στρατοπέδων ὁρῶντες οἱ ἕτεροι ἑσσουμένους τοὺς σφετέρους ἀπαμύνοιεν.   συνθέμενοι ταῦτα ἀπαλλάσσοντο, λογάδες δὲ ἑκατέρων ὑπολειφθέντες συνέβαλον. μαχομένων δὲ σφέων καὶ γινομένων ἰσοπαλέων ὑπελείποντο ἐξ ἀνδρῶν ἑξακοσίων τρεῖς, Ἀργείων μὲν Ἀλκήνωρ τε καὶ Χρομίος, Λακεδαιμονίων δὲ Ὀθρυάδης. ὑπελείφθησαν δὲ οὗτοι νυκτὸς ἐπελθούσης. οἱ μὲν δὴ δύο τῶν Ἀργείων ὡς νενικηκότες ἔθεον ἐς τὸ Ἄργος, ὁ δὲ τῶν Λακεδαιμονίων Ὀθρυάδης σκυλεύσας τοὺς Ἀργείων νεκροὺς καὶ προσφορήσας τὰ ὅπλα πρὸς τὸ ἑωυτοῦ στρατόπεδον ἐν τῇ τάξι εἶχε ἑωυτόν. ἡμέρῃ δὲ δευτέρῃ παρῆσαν πυνθανόμενοι ἀμφότεροι. τέως μὲν δὴ αὐτοὶ ἑκάτεροι ἔφασαν νικᾶν, λέγοντες οἳ μὲν ὡς ἑωυτῶν πλεῦνες περιγεγόνασι, οἳ δὲ τοὺς μὲν ἀποφαίνοντες πεφευγότας, τὸν δὲ σφέτερον παραμείναντα καὶ σκυλεύσαντα τοὺς ἐκείνων νεκρούς. τέλος δὲ ἐκ τῆς ἔριδος συμπεσόντες ἐμάχοντο, πεσόντων δὲ καὶ ἀμφοτέρων πολλῶν ἐνίκων Λακεδαιμόνιοι. Ἀργεῖοι μέν νυν ἀπὸ τούτου τοῦ χρόνου κατακειράμενοι τὰς κεφαλάς, πρότερον ἐπάναγκες κομῶντες, ἐποιήσαντο νόμον τε καὶ κατάρην μὴ πρότερον θρέψειν κόμην Ἀργείων μηδένα, μηδὲ τὰς γυναῖκάς σφι χρυσοφορήσειν, πρὶν Θυρέας ἀνασώσωνται. Λακεδαιμόνιοι δὲ τὰ ἐναντία τούτων ἔθεντο νόμον. οὐ γὰρ κομῶντες πρὸ τούτου ἀπὸ τούτου κομᾶν. τὸν δὲ ἕνα λέγουσι τὸν περιλειφθέντα τῶν τριηκοσίων Ὀθρυάδην, αἰσχυνόμενον ἀπονοστέειν ἐς Σπάρτην τῶν οἱ συλλοχιτέων διεφθαρμένων, αὐτοῦ μιν ἐν τῇσι Θυρέῃσι καταχρήσασθαι ἑωυτόν. (Ηροδότου Ιστορίαι, 1,82)

[10] «Μέλταν δὲ τὸν Λακήδου δέκατον ἀπόγονον Μήδωνος τὸ παράπαν ἔπαυσεν ἀρχῆς καταγνοὺς ὁ δῆμος.» (Παυσανία, Κορινθιακά, 19,2)

[11] Κοφινιώτη Ιωάννη, ο.π. σελ. 231.

[12] Κοφινιώτη Ιωάννη, ο.π. σελ. 232.

[13] «βούλει μαθεῖν, πῶς βασιλεύουσιν ἄνθρωποι διὰ Τύχην; ἐξέλιπέ ποτ´ Ἀργείοις τὸ Ἡρακλειδῶν γένος, ἐξ οὗ βασιλεύεσθαι πάτριον ἦν αὐτοῖς· ζητοῦσι δὲ καὶ διαπυνθανομένοις ὁ θεὸς ἔχρησεν ἀετὸν δείξειν· καὶ μεθ´ ἡμέρας ὀλίγας ἀετὸς ὑπερφανεὶς καὶ κατάρας ἐπὶ τὴν Αἴγωνος οἰκίαν ἐκάθισε, καὶ βασιλεὺς ᾑρέθη Αἴγων». (Πλούταρχος, περί της ΑΑλεξάνδρου τύχης, Β, viii)

[14] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμος Β, σελ. 223.

[15] Παυσανία, Κορινθιακά, ΙΙ, 20, 8-10.

[16] «Σ᾽ εχθρεύονται οι γείτονες, μα οι θεοί, Αργείε, οι αθάνατοι, σε αγαπούν. Φυλάξου, μέσα κάθισε στα κάστρα σου, Κρατώντας το δόρυ στο δεξί σου. Φύλαγε το κεφάλι σου· γιατί η κεφαλή σου θα σώσει το κορμί σου.» [Ηροδότου Ιστορίαι, 7.148.3-4]

[17] [Ηροδότου Ιστορίαι, 7.150.3]

[18] Ηροδότου Ιστορίαι, 7.149.3

[19] ὁ μὲν οὖν Θεμιστοκλῆς τὸν προειρημένον τρόπον ἐξοστρακισθεὶς ἔφυγεν ἐκ τῆς πατρίδος εἰς Ἄργος [Διόδωρος Σικελιώτης ΙΑ’, 55]

[20] Μάρκελλου Θ. Μιτσού, Πολιτική Ιστορία του Άργους, Αθήναι 1945, σελ. 10.

[21] Μάρκελλου Θ. Μιτσού, ο.π. σελ. 11.

[22] Διχασμοί στην Ελληνική Αρχαιότητα, σελ. 15-16, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ, 2019.

[23] Διχασμοί στην Ελληνική Αρχαιότητα, σελ.31-32, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ, 2019.

[24] «περὶ δὲ τοὺς αὐτοὺς χρόνους ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀργείων οἱ κατ´ ἐκλογὴν κεκριμένοι τῶν πολιτῶν χίλιοι συνεφώνησαν, καὶ τὴν μὲν δημοκρατίαν ἔγνωσαν καταλύειν, ἀριστοκρατίαν δ´ ἐξ αὑτῶν καθιστάναι….. τὸ μὲν πρῶτον συλλαβόντες τοὺς δημαγωγεῖν εἰωθότας ἀπέκτειναν, τοὺς δ´ ἄλλους καταπληξάμενοι κατέλυσαν τοὺς νόμους καὶ δι´ ἑαυτῶν τὰ δημόσια διῴκουν. διακατασχόντες δὲ ταύτην τὴν πολιτείαν μῆνας ὀκτὼ κατελύθησαν, τοῦ δήμου συστάντος ἐπ´ αὐτούς· διὸ καὶ τούτων ἀναιρεθέντων ὁ δῆμος ἐκομίσατο τὴν δημοκρατίαν» [Διοδώρου, Ιστορική Βιβλιοθήκη, 12,80]

[25] ὁ δὲ δῆμος τῶν Ἀργείων ἐν τούτῳ φοβούμενος τοὺς Λακεδαιμονίους ……. καὶ νομίζων μέγιστον ἂν σφᾶς ὠφελῆσαι, τειχίζει μακρὰ τείχη ἐς θάλασσαν, ὅπως, ἢν τῆς γῆς εἴργωνται, ἡ κατὰ θάλασσαν σφᾶς μετὰ τῶν Ἀθηναίων ἐπαγωγὴ τῶν ἐπιτηδείων ὠφελῇ. ….. καὶ οἱ μὲν Ἀργεῖοι πανδημεί, καὶ αὐτοὶ καὶ γυναῖκες καὶ οἰκέται, ἐτείχιζον· καὶ ἐκ τῶν Ἀθηνῶν αὐτοῖς ἦλθον τέκτονες καὶ λιθουργοί. [Θουκυδίδη Ιστορία, 5, 62]

[26] Θουκυδίδη Ιστορία, 5.84

[27] Κοφινιώτου Ιωάννη, ο.π., σελ. 424.

[28] Κοφινιώτου Ιωάννη, ο.π. σελ. 427.

[29] Θουκυδίδη Ιστορία, 6.70

[30] Θουκυδίδη Ιστορία, 8, 25-27

[31] Κοφινιώτου Ιωάννη, ο.π. σελ. 432.

[32] Λακεδαιμόνιοι δὲ τὴν στάσιν τῶν Ἀθηναίων ὁρῶντες, οὐδέποτε ἰσχῦσαι βουλόμενοι τοὺς Ἀθηναίους, ἔχαιρον καὶ φανερὰν ἑαυτῶν ἐποίουν τὴν διάθεσιν· ἐψηφίσαντο γὰρ τοὺς Ἀθηναίων φυγάδας ἐξ ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος ἀγωγίμους τοῖς τριάκοντα εἶναι, τὸν δὲ κωλύσαντα πέντε ταλάντοις ἔνοχον εἶναι. Δεινοῦ δ´ ὄντος τοῦ ψηφίσματος, αἱ μὲν ἄλλαι πόλεις καταπεπληγμέναι τὸ βάρος τῶν Σπαρτιατῶν ὑπήκουον, Ἀργεῖοι δὲ πρῶτοι, μισοῦντες μὲν τὴν Λακεδαιμονίων ὠμότητα, κατελεοῦντες δὲ τὰς τύχας τῶν ἀκληρούντων, ὑπεδέχοντο φιλανθρώπως τοὺς φυγάδας. [Διοδώρου, Ιστορική Βιβλιοθήκη, XIV, 6, 1.2]

[33] Λυσία, περί του μη καταλύσαι την πάτριον πολιτείαν Αθήνησι, 7.

[34] Κοφινιώτου Ιωάννη, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008, ο.π. σελ.434.

[35] Μάρκελλου Θ. Μιτσού, ο.π. σελ. 12.

[36] Μάρκελλου Θ. Μιτσού, ο.π. σελ. 14.

[37] Κοφινιώτου Ιωάννη, ο.π. σελ.435-437.

[38] Κοφινιώτου Ιωάννη, ο.π. σελ.437-441.

[39] ὁ μὲν Ἀνταλκίδας ἔλεγε πρὸς τὸν Τιρίβαζον ὅτι εἰρήνης δεόμενος ἥκοι τῇ πόλει πρὸς βασιλέα, καὶ ταύτης οἵασπερ βασιλεὺς ἐπεθύμει. τῶν τε γὰρ ἐν τῇ Ἀσίᾳ Ἑλληνίδων πόλεων Λακεδαιμονίους βασιλεῖ οὐκ ἀντιποιεῖσθαι, τάς τε νήσους ἁπάσας καὶ τὰς ἄλλας πόλεις ἀρκεῖν σφίσιν αὐτονόμους εἶναι. [Ξενοφώντος, Ελληνικά, 4,8,14]

[40] Κοφινιώτου Ιωάννη, ο.π. σελ.449-450.

[41] Ἅμα δὲ τούτοις πραττομένοις ἐν τῇ πόλει τῶν ᾿Αργείων ἐγένετο στάσις καὶ φόνος τοσοῦτος, ὅσος παρ’ ἑτέροις τῶν ῾Ελλήνων οὐδέποτε γεγονέναι μνημονεύεται. [Διόδωρος Σικελιώτης 15,3]

[42] Διχασμοί στην Ελληνική Αρχαιότητα, σελ. 149.

[43] Κοφινιώτου Ιωάννη, ο.π. σελ. 450.

[44] Τῆς πόλεως τῶν ᾿Αργείων δημοκρατουμένης καί τινων δημαγωγῶν παροξυνόντων τὸ πλῆθος κατὰ τῶν ταῖς ἐξουσίαις καὶ δόξαις ὑπερεχόντων, οἱ διαβαλλόμενοι συστάντες ἔγνωσαν καταλῦσαι τὸν δῆμον. [Διόδωρος Σικελιώτης 15,58,1]

[45] Βασανισθέντων δέ τινων ἐκ τῶν συνεργεῖν δοκούντων, οἱ μὲν ἄλλοι φοβηθέντες τὴν ἐκ τῶν βασάνων τιμωρίαν ἑαυτοὺς ἐκ τοῦ ζῆν μετέστησαν, ἑνὸς δ’ ἐν ταῖς βασάνοις ὁμολογήσαντος καὶ πίστιν λαβόντος, ὁ μὲν μηνυτὴς τριάκοντα τῶν ἐπιφανεστάτων κατηγόρησεν, ὁ δὲ δῆμος οὐκ ἐλέγξας ἀκριβῶς ἅπαντας τοὺς διαβληθέντας ἀπέκτεινε καὶ τὰς οὐσίας αὐτῶν ἐδήμευσεν. [Διόδωρος Σικελιώτης 15,58,3]

[46] Πολλῶν δὲ καὶ ἄλλων ἐν ὑποψίαις ὄντων, καὶ τῶν δημαγωγῶν ψευδέσι διαβολαῖς συνηγορούντων, ἐπὶ τοσοῦτον ἐξηγριώθη τὸ πλῆθος, ὥστε πάντων τῶν κατηγορουμένων, ὄντων πολλῶν (καὶ) μεγαλοπλούτων, καταγνῶναι θάνατον. . [Διόδωρος Σικελιώτης 15,58,4]

[47] Το βίαιο ξέσπασμα εναντίον των πλουσίων και ισχυρών της πόλης δείχνει ίσως ότι βαθύτερη αιτία της κοινωνικής έκρηξης ήταν τα πλήγματα που δέχτηκε η τότε αγροτική οικονομία και οι ασθενέστερες οικονομικά τάξεις που υφίσταντο τις σοβαρότερες αρνητικές επιπτώσεις.

[48] φόνος τοσοῦτος, ὅσος παρ’ ἑτέροις τῶν ῾Ελλήνων οὐδέποτε γεγονέναι μνημονεύεται. [Διόδωρος Σικελιώτης 15,57,3]

[49] Η λέξη σκυταλισμός, άγνωστη σχεδόν από άλλες πηγές, σημαίνει τον βίαιο και φρικτό θάνατο από χτυπήματα με μαγκούρες, το ραβδισμό με σκυτάλη, το ξυλοκόπημα ή ακόμη και τη θανάτωση με σκυτάλη, και καθιερώθηκε από τη μεγάλη λαϊκή εξέγερση στο Άργος το 370 π.Χ., όπου έγινε ευρεία χρήση σκυταλών, δηλαδή ροπάλων, ως φονικών μέσων εναντίον των στασιαστών.

Η σκυτάλη (αρχαία ελληνική σκύταλον = ραβδί) είναι μικρό κυλινδρικό ξύλο που χρησιμοποιείται σήμερα στο αγώνισμα της σκυταλοδρομίας. Στην αρχαία Σπάρτη σκυτάλη ονόμαζαν το κυλινδρικό ραβδί με κρυπτογραφημένο μήνυμα στο εσωτερικό του, που χρησιμοποιούσαν για μυστικές διαταγές. Η «Λακεδαιμονική σκυτάλη» (κρυπτεία σκυτάλη) θεωρείται ένα από τα αρχαιότερα συστήματα κρυπτογράφησης και είχε την έννοια της εντολής ή μηνύματος των Εφόρων. Μία σκυτάλη τυχαίων διαστάσεων κόβονταν στη μέση. Το ένα τμήμα το φύλαγαν οι έφοροι της Σπάρτης και το άλλο το έπαιρνε μαζί του ο εκάστοτε επικεφαλής του στρατεύματος. Όταν ένα από τα δύο μέρη ήθελε να επικοινωνήσει με το άλλο, τύλιγε μια μακρόστενη λουρίδα από ύφασμα ή περγαμηνή γύρω από το κομμάτι της σκυτάλης που είχε και πάνω έγραφε το μήνυμα που ήθελε με κάποιον προσυμφωνημένο τρόπο. Ο παραλήπτης τύλιγε πάλι τη λουρίδα με τον προσυμφωνημένο τρόπο και, αφού η σκυτάλη είχε την ίδια διάμετρο, τα γράμματα συνέπιπταν. Μετά χρησιμοποιούσαν τον συμφωνημένο τρόπο, που μπορεί να ήταν διάβασμα σε καθρέφτη ή αντιμετάθεση συλλαβών ή κάποιος άλλος τρόπος ανάγνωσης και αποκρυπτογραφούσαν το μήνυμα του κειμένου.

[50] ἐκλήθη δὲ ὁ νεωτερισμὸς οὗτος παρὰ τοῖς ῞Ελλησι σκυταλισμός, διὰ τὸν τρόπον τοῦ θανάτου ταύτης τυχὼν τῆς προσηγορίας. [Διοδώρου, Ιστορική Βιβλιοθήκη, 15, 3]

[51] Ἀναιρεθέντων δὲ τῶν δυνατῶν ἀνδρῶν πλειόνων ἢ χιλίων καὶ διακοσίων, καὶ τῶν δημαγωγῶν αὐτῶν ὁ δῆμος οὐκ ἐφείσατο. (4) Διὰ γὰρ τὸ μέγεθος τῆς συμφορᾶς οἱ μὲν δημαγωγοὶ φοβηθέντες μή τι παράλογον αὐτοῖς ἀπαντήσῃ, τῆς κατηγορίας ἀπέστησαν, οἱ δ’ ὄχλοι δόξαντες ὑπ’ αὐτῶν ἐγκαταλελεῖφθαι, καὶ διὰ τοῦτο παροξυνθέντες, ἅπαντας τοὺς δημαγωγοὺς ἀπέκτειναν. Οὗτοι μὲν οὖν, ὡσπερεί τινος νεμεσήσαντος δαιμονίου, τῆς ἁρμοζούσης τιμωρίας ἔτυχον, ὁ δὲ δῆμος παυσάμενος τῆς λύττης εἰς τὴν προϋπάρχουσαν ἔννοιαν ἀποκατέστη. [Διοδώρου, Ιστορική Βιβλιοθήκη, 15, 58, 3]

[52] τὸν δ´ ἐν Ἄργει πυθόμενοι σκυταλισμόν, ἐν ᾧ πεντακοσίους καὶ χιλίους ἀνῃρήκεσαν ἐξ αὑτῶν οἱ Ἀργεῖοι, περιενεγκεῖν καθάρσιον περὶ τὴν ἐκκλησίαν ἐκέλευσαν· [Πλουτάρχου, Ηθικά 814 β]

[53] Ισοκράτους, Φίλιππος, 51- 52.

[54] Διχασμοί στην Ελληνική Αρχαιότητα, σελ. 142.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Read Full Post »

Older Posts »