Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category
Πρoστατευμένο: Η Αρκαδική Εκκλησία, Τάσος Γριτσόπουλος, «Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν», Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 1992.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αρκαδία, Αρκαδική Εκκλησία, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Θρησκεία, Πελοπόννησος, Συγγραφέας, Τάσος Αθ. Γριτσοπούλος, Ψηφιακά Βιβλία, Ψηφιακές Συλλογές on 2 Ιουλίου, 2012|
Το Άργος στην Αγγλική Βιβλιογραφία
Posted in Άργος, Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιβλία, Βιβλιογραφία, Ιστορία, Πελοπόννησος, Το Άργος στην Αγγλική Βιβλιογραφία on 26 Ιουνίου, 2012| Leave a Comment »
Το Άργος στην Αγγλική Βιβλιογραφία
Ένας από τους σκοπούς που πρέπει να επιτύχη κάθε τοπικό συνέδριο είναι και η συγκέντρωση της βιβλιογραφίας, Ελληνικής και ξένης, για τον υπό εξέταση νομό. Έτσι θα ταυτισθή και η έννοια τοπικό με την αντίστοιχη αγγλική λέξη topic που σημαίνει το προκείμενο θέμα. Όσον αφορά στο Άργος και γενικώτερα την Αργολική ή πλουσιώτερη ξένη βιβλιογραφία είναι στην αγγλική γλώσσα[1] και κατά δεύτερο λόγο στην γαλλική[2] και στις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες[3].
Χρέος των τοπικών πολιτιστικών συλλόγων, Δαναός και Παλαμήδης και των τοπικών Βιβλιοθηκών είναι να συγκεντρώσουν την αντίστοιχη ξένη βιβλιογραφία για το νομό Αργολίδος, αφού έρθουν σε επαφή με τις μεγάλες ευρωπαϊκές και αμερικανικές βιβλιοθήκες από τις οποίες μπορούν με την μέθοδο της ανταλλαγής να λάβουν σε βιβλιογραφικά δελτία και σε φωτοτυπημένα αποσπάσματα έργων όσα σχετίζονται με τον νομό.

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.
Μ’ αυτό τον τρόπο ο μελλοντικός ερευνητής των αργολικών θεμάτων θα μπορή να βρίσκη στον τόπο της έρευνάς του και κυρίως στις τοπικές Βιβλιοθήκες του νομού την πιο ουσιαστική βοήθεια και ενημέρωση. Μικρή συμβολή στην εκπλήρωση αυτού του σκοπού αποτελεί και η δημοσίευση της παρούσης ανακοινώσεως.
Αρχίζοντας από τα τελευταία άρθρα των εγκυκλοπαιδειών του αγγλόφωνου κόσμου για το Άργος βλέπουμε ότι τονίζονται ιδιαίτερα στην αρχαιολογία η προϊστορική περίοδος, όπως παρουσιάζεται στο έργο του Αμερικάνου αρχαιολόγου Μπλέγκεν[4] για το Ηραίο του Άργους με τον τίτλο Prosymna, όπως και στα έργα των Βαλντστάϊν[5] και Λέμαν[6] για το Ηραίο και την Αργολίδα. Για την Αρχιτεκτονική και την Γλυπτική, στις oποιες ο Αργολικός γενικά χώρος έχει προσφέρει βασικό υλικό για χρονολόγηση και αξιολόγηση, βασίζονται στα έργα του Ντίνσμουρ «Η Αρχιτεκτονική της Αρχαίας Ελλάδος»[7] και της Γκιζέλα Ρίχτερ «Η Γλυπτική και οι Γλύπτες των Ελλήνων»[8].
Όσον αφορά στην ιστορία μετά την Μυκηναϊκή εποχή, την εποχή του Φείδωνος, των Περσικών πολέμων και του Πελοποννησιακού πολέμου δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην Ελληνιστική περίοδο της ιστορίας του Άργους, επειδή οι αρχαίες πηγές προσφέρουν πλουσιώτερο και λεπτομερέστερο υλικό. Κατόπιν εντάσσουν την ιστορία της πόλεως στη γενική ιστορία της Ελλάδος και μνημονεύουν ιδιαίτερα τις χρονιές των επιδρομών των Γότθων 267 και 395 μ.Χ. Σταματούν ακόμα στα αποτελέσματα που είχε η Τετάρτη Σταυροφορία για την Αργολική, δηλαδή την παρακμή του Άργους και την άνοδο σε πολιτική και στρατιωτική σημασία του Ναυπλίου.
Τονίζονται ακόμη οι καταστροφές από τούς Τούρκους του 1397 και 1500 και κυρίως ο σημαντικός ρόλος που έπαιζε το Άργος στον αγώνα της Ανεξαρτησίας του 1821. Στα άρθρα που αναφέρονται στο Άργος το υλικό προέρχεται για την αρχαία περίοδο σε αποσπάσματα των συγγραφέων Ηροδότου, Θουκυδίδη, Ξενοφώντα και κυρίως του Πλουτάρχου, τα Γεωγραφικά του Στράβωνα και φυσικά του Παυσανία.
Πλουσιώτερο υλικό υπάρχει για την Αργολική στην πληθώρα των εκδόσεων των νεωτέρων χρόνων για την Ελλάδα, όπου βρίσκουμε παντός είδους πληροφορίες. Αυτές υπάρχουν στις ταξιδιωτικές εντυπώσεις των Άγγλων συγγραφέων και μπορούν να αξιολογηθούν ανάλογα με την παιδεία του συγγραφέα, ανθρωπιστική ή πολιτική και κοινωνική.
Αναγκαία είναι η μετάφραση των αποσπασμάτων των έργων αυτών που αναφέρονται στο Άργος στους τρεις τελευταίους αιώνες. Για την περίοδο 1700-1750 έχουμε 75 εκδόσεις, 1750-1800 115 και για την περίοδο 1804 -1853 450. Αν αναλογισθούμε το ρόλο της Αργολίδας στην ιστορία της Πελοποννήσου ειδικότερα και ότι βρέθηκε στη δίνη όλων των αξιοσημείωτων γεγονότων της Ελληνικής ιστορίας αυτών των περιόδων, μπορούμε να καταλάβουμε την αξία που έχει για τις Αργολικές σπουδές μια μελλοντική αναδίφηση των αγγλικών εκδόσεων αυτών των περιόδων.
Οι συγγραφείς των έργων αυτών περιέρχονται την ύπαιθρο τις περισσότερες φορές με κίνδυνο της ζωής τους και όταν τα κίνητρά τους δεν είναι εμπορικά, όπως για την Λεβάντ Κόμπανυ ή θρησκευτικά, όπως ο αντιπαπισμός και ο προσηλυτισμός, αλλά η τάση φυγής από τον Ευρωπαϊκό Βορρά, η αρχαιοφιλία και η αισθητική καλλιέργεια, τότε μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για ην ζωή του τόπου.
Βρίσκουμε χρήσιμες γεωγραφικές παρατηρήσεις μαζί με τις περιγραφές αρχαιολογικών ευρημάτων στα έργα αυτά, που βοήθησαν όχι μόνο την ερασιτεχνική ασχολία, αλλά και την επιστημονική και έγιναν κίνητρα για την αναζωπύρηση του συγχρόνου περιηγητικού πνεύματος. Η έκδοση του τουριστικού δρομοδείκτη της Πελοποννήσου στα γερμανικά από την κρουαζιέρα του Ναυπλίου το 1833 είναι εκδήλωση αυτού του πνεύματος, που επιζή μέχρι σήμερα στις τουριστικές ευρωπαϊκές εκδόσεις για την Ελλάδα.
Από τους Άγγλους περιηγητές σημαντικώτερος σαν συγγραφέας είναι ο στρατιωτικός Γουίλιαμ Λήκ [9], που επεσκέφθη την Αργολική τον Ιούνιο του 1802, 25 ετών τότε, και τον Μάρτιο του 1806. Καταγράφει τις εντυπώσεις του λεπτομερειακά και με ημερολογιακό τρόπο στο έργο του «Ταξίδια στον Μοριά». Σαν πρότυπό του έχει τον Παυσανία, που ακολουθεί τα βήματά του, προσπαθώντας να βρη και να ταυτίση μ’ αυτά που έβλεπε ό,τι είχε καταγράψει ο Παυσανίας[10] στα Αργολικά του.
Δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τη σύσταση του πληθυσμού, την παραγωγή της πεδιάδας του Άργους και παρατηρεί ότι λόγω τής ποιότητας του νερού οι γυναίκες του Ναυπλίου είναι ωραιότερες από τις Αργίτισσες (!), γι΄ αυτό ίσως να υπεχώρησαν προ των γυναικών του Άργους και οι Σπαρτιάτες στον μεταξύ τους πόλεμο, θα προσθέταμε εμείς σήμερα με βρετανικό χιούμορ. Με γλωσσικά θέματα ασχολείται και στο άλλο του βιβλίο «Έρευνες στην Ελλάδα».
Ο Άγγλος ιστορικός Φίνλεη [11] κάνοντας ένα απολογισμό του έργου του Λήκ γράφει: «Οι μακροχρόνιες και κοπιαστικές του προσπάθειες να καθαρίση την αρχαία ιστορία της Ελλάδος από τα σκοτάδια και την νεώτερη από τις παρερμηνείες τον έκαναν άξιο της επιδοκιμασίας της Αγγλίας και της ευγνωμοσύνης της Ελλάδος».
Ο Λήκ βρήκε κατόπιν πολλούς μιμητές των βασικών γραμμών του έργου του, εμπλούτισε έτσι την αγγλική βιβλιογραφία και την εξύψωσε με το έργο του σε επιστημονικό επίπεδο. Μετά απ’ αυτόν μπορούμε να ξεχωρίσουμε τους συγγραφείς που διαπνέονται από ρωμαντική διάθεση για τα Ελληνικά πράγματα και η πλούσια σε ιστορία και φυσικές ομορφιές Αργολική γη πάντοτε δημιουργούσε τέτοια διάθεση, από εκείνους που συνδυάζουν την γνώση των αρχαίων πηγών, την αισθητική καλλιέργεια και την παρατηρητικότητα της σύγχρονης Ελληνικής ζωής.
Πολλοί νεώτεροι συγγραφείς θα αποφεύγουν την υπερβολική περιγραφή των μνημείων της ιστορίας και της αρχαιολογίας του τόπου και θα στρέφωνται, μετά τον Λήκ, προς την περιγραφή των κληρονόμων αυτού του παρελθόντος.
Πρόθεσή τους θα είναι να διδάξουν τους συμπατριώτες τους στην Αγγλία, αλλά και τους Έλληνες, που δεν είχαν τότε τη μόρφωση, αλλά κυρίως τα δικά τους εφόδια σε πηγές, εκδόσεις, πανεπιστημιακά συγγράμματα. Η συγγραφική αυτή παράδοση πάνω σ’ αυτές τις βασικές γραμμές συνεχίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό μέχρι σήμερα έτσι, ώστε να βρίσκουμε σήμερα στο λήμμα «Άργος»[12] στις αγγλικές Βιβλιοθήκες πληροφορίες πάσης φύσεως, που περιλαμβάνουν ακόμα και συμβουλές προς τον ξένο για τη συμπεριφορά του μέσα σ’ ένα καφενείο του Άργους: «να μη συναναστρέφεσαι πολλή ώρα την ίδια παρέα στο ίδιο τραπέζι, γιατί θα σε παρεξηγήσουν οι άλλοι, που δεν τους έκανες την ίδια τιμή».
Διαβάζοντας τέτοιες παρατηρήσεις πρέπει να λαμβάνουμε υπ’ όψη το διαφορετικό χαρακτήρα του φλεγματικού Άγγλου επισκέπτη της χώρας μας, αλλά και το πνεύμα αυτών των παρατηρήσεων χάριν της δικής μας αυτογνωσίας πολλές φορές μέσα από τα μάτια των ξένων, αφού ο λαός μας λέει ότι «όσα βλέπει ο ξένος σε τρεις μέρες δεν βλέπει ο ντόπιος σε τρία χρόνια».
Εκδόσεις για τις πολεμικές επιχειρήσεις των Άγγλων στην Ελλάδα κατά τον τελευταίο πόλεμο [13] διαφωτίζουν πολλά σημεία της τοπικής ιστορίας, όπως ο βομβαρδισμός του Άργους και του αεροδρομίου στο Κουτσοπόδι στις 14 -10/1943 με τις τραγικές συνέπειες του για τον άμαχο πληθυσμό.
Οι εργασίες όλων των ανωτέρω κατηγοριών που βρίσκονται σήμερα στις Βιβλιοθήκες των υπερβορείων σκοτεινών αγγλικών πόλεων σαν πνευματικά έργα εμπνευσμένα από το Ελληνικό φως της πανάρχαιης Αργολικής γης [14] δεν παύουν να φωτίζουν και σήμερα όπως και την εποχή που γράφτηκαν από συγγραφείς με ελληνική ανθρωπιστική καλλιέργεια. Και με τα λόγια του Λήκ από το τελευταίο του έργο εκφράζω μια ευχή για την Αργολική γη, αλλά και για κάθε Ελληνικό τόπο: «οι πληροφορίες μου εστάθηκαν στους Έλληνες χρήσιμες, πράγμα που με ικανοποίησε ιδιαίτερα, γιατί μόνο με την προαγωγή της Ελληνικής Παιδείας μπορούν οι χώρες που αποτελούσαν την Βυζαντινή αυτοκρατορία να ανακτηθούν από την βαρβαρότητα και να αποδοθούν στην Χριστιανοσύνη».
Γεωργίος Α. Ντελόπουλος
Συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού Ακαδημίας Αθηνών
Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα
Υποσημειώσεις
[1] Άρθρον Argos εις την Βρετανική Εγκυκλοπαίδεια και την Αμερικανικήν.
[2] Άρθρον Άργος εις Encyclopedioue Larousse και αναφορές για το Άργος εις
Bul. de Corr. Hellenioue 1904.
[3] Άρθρον Άργος εις την Γερμανική Εγκυκλοπαίδεια Real Enc.
[4] Biegen, C. W., Prosymna (1937).
[5] Wald st ein, C, The Argive Hereaum, Vol. 1 (1902), vol. 2(1905).
[6] Lehmann, H., Argolis (1937).
[7] D i n s m o o r, W. B., The Architecture of Ancient Greece (1950).
[8] R i c h t e r, G. M. A.,The Sculpture and Sculptors of Ancient Greece the Greeks.
[9] Leake, W. M., Travels in the Morea, vol. 2, ch. 19-22 (1835).
[10] Levi, Peter, Pausanias – Guide toGreece, London Penguin Books series.
[11] Finlay, G., articles in «THE TIMES» (1864-1870).
[12] Catalogues ofBritishMuseum (British Council inAthens, Library).
[13] K. A.F. History of Military Operations 2nd World War II.
[14] Τ ο ζ e r, Η. F., Geography of Greece, pp. 292-294,1873. Clark, Peloponnesus: Notes of Study and Travel (1858). Ho ρ ρ in, J. C, The Vases. Cosa, Η. F. de, The Bronzes (Excavations of the American School of Athens at the Heraion of Argos 1892). American Archaeological Journal since 1892 (many articles). Volgraff, W., in Bull, de Corr. Hellen. 1904 pp. 364-399, 1906 pp. 1-45, 1907 pp. 130-184. C u r t i u s E., Peloponnesos, ii 350-364 (Gotha 1851). Tod, Μ. N., A Selection of Greek Historical Inscriptions, p. 5, 59, 60, 62, 3, 176-177-186, 188 Oxford 1946. Δια το Άργος εις τας αρχαίας πηγάς βλέπε τας εκδόσεις των συγγραφέων Ηροδότου, Ξενοφώντος, θουκυδίδου, Πλουτάρχου, Στράβωνος, Παυσανίου εις την σειράν της Loeb Library.
Πρoστατευμένο: Οι επισκοπές της Μάνης, Τάσος Γριτσόπουλος, «Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν», Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 1992.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Εκκλησιαστική Ιστορία αφορώσα στην Αργολίδα, Ψηφιακές Συλλογές, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Θρησκεία, Μάνη, Ορθοδοξία, Οι επισκοπές της Μάνης, Πελοπόννησος, Ψηφιακά Βιβλία on 25 Ιουνίου, 2012|
Η Συμμετοχή της Ιεράς Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά στον Αγώνα του 1821
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση 21, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ιστορία, Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, Πελοπόννησος on 19 Ιουνίου, 2012| Leave a Comment »
Η Συμμετοχή της Ιεράς Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά στον Αγώνα του 1821
Χάρη στην οικονομική της ευρωστία και την προνομιακή της θέση, η μονή Καρακαλά, στρατηγικής σημασίας και με οχυρωματικές δυνατότητες, διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο κατά την Ελληνική Επανάσταση. Υπήρξε, κατά γενική ομολογία, κέντρο απόκρουσης των εχθρών, γεγονός που μαρτυρείται και από πλήθος ανέκδοτων εγγράφων αλλά και οπλοστάσιο και τόπος παρασκευής πολεμοφοδίων. Βρέθηκε εκεί «φόρμα εις την οποίαν έχυναν τα μολυβόβουλα, ευρωπαϊκή», οι μοναχοί ήταν διαρκώς «οπλοφορούντες» και η παρουσία των ηγουμένων και μοναχών της μονής στην Επανάσταση είναι αξιόλογη.
Νεώτεροι μελετητές, στηριζόμενοι προφανώς στον Μιχ. Λαμπρυνίδη, αναφέρουν ότι κατά το 1821 ο ηγούμενος της μονής Διονύσιος Σουρίλος προέτρεπε τους κατοίκους των χωρίων Χέλι και Κοφίνι Ναυπλίας να συμμετάσχουν στον Αγώνα και προσθέτουν αμάρτυρα ότι την πληροφορία παρέχει γράμμα του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄. Λανθασμένη όμως είναι η πληροφορία ότι ο ηγούμενος επονομαζόταν Σουρίλος και ηγουμένευε το 1821. Εμόναζε πράγματι κατά την παραπάνω περίοδο στη μονή ο Διονύσιος Μπεβάρδος που έλαβε μέρος στις μάχες της περιοχής, στην πολιορκία του Ναυπλίου στη μάχη στο Κατόγλι, κ,ά., ως ιερομόναχος και όχι ως ηγούμενος.
Στο μοναχολόγιο της μονής του 1850 αναφέρεται ότι ο Διονύσιος Μπεβάρδος ήταν μέλος του ηγουμενοσυμβουλίου της μονής κατά την πάρα-πάνω χρονολογία, ονομαζόταν κατά κόσμον Δημήτριος, γεννήθηκε στο Αβδήμπεϊ του δήμιου Μηδέας, εκάρη μοναχός το 1809 και προχειρίσθηκε Ιερομόναχος στη μονή Καρακαλά, από τον τότε Λακεδαιμόνιο Αρχιεπίσκοπο Ναυπλίου Γρηγόριο Καλαμαμά, την 21η Ιανουαρίου του 1821. Ηγούμενος της μονής κατά το 1821-1823 υπήρξε, όχι ο Διονύσιος Μπεβάρδος, αλλά ο θείος του Συμεών, όπως ο ίδιος ο Διονύσιος αναφέρει σε επιστολή του την 18η Νοεμβρίου 1873, «προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος:»
«… την μονήν ταύτην ιδρυθείσαν επί Τουρκοκρατίας υπό των ευσεβών Χριστιανών, διώκησεν επί πεντηκονταετίαν ο θείος μου Συμεών Μπεβάρδος όστις μετά των συναδέλφων του απάντων συγγενών μου κατετρόμαξαν τους τολμητίας να κατακτήσουν την μονήν ταύτην Οθωμανούς. Μάρτυρες αξιόπιστοι είναι οι επιζώντες και αποθανόντες στρατηγοί και αρχηγοί, Τζόκρης, Στάϊκος, Λυγουριώτης, Νικηταράς και Μήτζης,….»
Και συνεχίζοντας ο Διονύσιος Μπεβάρδος την επιστολή του προς την Ιερόν Σύνοδον, μας δίνει και άλλες σπουδαίες ιστορικές πληροφορίες: «… κατά το έτος 1812 τη επιταγή του θείου μου εισήχθην εν τη Μονή ταύτη και υποτακτούσα. Κατά το 1821 εχειροτονήθην και ιερεύς και κατά το 1823 αποθανόντος του θείου μου ονομάσθην ηγούμενος, όπου και τοιούτος διατελώ μέχρι σήμερον…».
Ο ηγούμενος όμως Συμεών, επονομάζονταν Μπουχέλης ή Ξηροκαστελιώτης και όχι Μπεβάρδος, κατά μία πληροφορία, απεβίωσε κατά την πολιορκία του Ναυπλίου. Η επιτροπή Αγώνος τον κατέταξε το 1865 στους αξιωματικούς ε’ τάξεως. Αποκαλυπτικές πληροφορίες για τον ηγούμενο Συμεών Μπουχέλη ή Ξηροκαστελιώτη μας δίνουν ανέκδοτα Έγγραφα από το Αρχείον Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
Η ανιψιά του Συμεών Μπουχέλη σύζυγος του Αναγνώστη Σουρίλου, απευθύνει αίτηση το 1865 «προς την επί του Αγώνος Σ. Επιτροπήν», αναφέροντας ότι είναι η μόνη κληρονόμος του ηγουμένου, «όστις ηγωνίσθη εις τον υπέρ της Ελληνικής ανεξαρτησίας αγώνα εξ αρχής και παρευρεθείς εις πολλάς μάχας και πολεμήσας ανδρείως κατά του φυσικού εχθρού της πατρίδος, παρευρέθη τέλος εις την πολιορκίαν της Ναυπλίας ότε απεβίωσεν κατά το έτος 1822».
Και συνεχίζοντας, παραπέμπει για την αξιοπιστία των λόγων της, σε «έγκλειστο πιστοποιητικό του Δήμου Μηδέας με την μαρτυρίαν και τεσσάρων ευυπολήπτων μαρτύρων», προτείνοντας ως μάρτυρα και τον στρατηγό Τζόκρη, «ως γνωρίζοντα εξ ιδίας αντιλήψεως την θυσίαν του και τον θάνατόν του εις το πεδίον του Άρεως». Προσθέτει επίσης, ότι ο Συμεών Μπουχέλης ήταν «Έφορος συνεισφορών». Η ανιψιά του Συμεών ζητούσε να της αποδοθεί «η ανήκουσα αποζημίωσης», επειδή ο θείος της, ηγούμενος της μονής Ξηροκαστελλίου εδικαιούτο την «δέουσαν αμοιβήν των οφειλομένων εις άπαντος τους αγωνισθέντας υπέρ της Ελληνικής ανεξαρτησίας και ενδόξως μαχόμενους».
Ο χρόνος θανάτου του παραπάνω ηγουμένου ορίζεται επακριβώς από ανέκδοτα έγγραφα. Οι μοναχοί της μονής απευθύνονται στο Υπουργείο της θρησκείας την 22αν Αυγούστου 1824 και αναφέρουν ότι προ έξι σχεδόν μηνών, κατά τον Φεβρουάριο του 1824, πέθανε ο ηγούμενός τους «ο μακαρίτης Συμεών και συνελθόντες άπαντες και συσκεφθέντες», εξέλεξαν για ηγούμενο το συνάδελφό τους «Καλλίνικον Ιερομόναχον και παρακαλούν το «Υπουργείον της Ιεράς Θρησκείας», να επικυρώσει την ηγουμενίαν «δι΄εναφραγίστου του ευδοκίμου διπλώματος. Ο διάδοχος του ηγουμένου Συμεών, Διονύσιος Μπεβάρδος , απλός Ιερομόναχος, οίκος αναφέρθηκε προηγουμένως, τον Απρίλιο του 1821 έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, μαζί με άλλους μοναχούς και ενόπλους της μονής.
Εκτός του Διονυσίου, στην πολιορκία του Ναυπλίου έλαβαν μέρος με επικεφαλής τον Στάϊκο Σταϊκόπουλο, ο Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας, ο Αναγνώστης Ζέρβας και ο Νικόλαος Γ. Λάμπρος από το Κρανίδι, ο Αναγνώστης Αναστασόπουλος από το Λυγουριό, ο Αναστάσιος Μπούσκος από το Τζαφέραγα πού εκπλήρωνε, και χρέη εφόρου (επιμελητή) των πολιορκητών, ο Τάσος Νέζος, ο Μεντής, οι αδελφοί Κακάνη, ο Μπεκιάρης και άλλοι από τα περίχωρα του Ναυπλίου, μαζί με Αργείους, Λυγουριάτες, Δρεπανοχωρίτες, ο ηγούμενος της μονής Αυγού με ένοπλους μοναχούς, ο Γεώργιος Λύκος με αρκετούς Χελιώτες.
Όταν οι Οθωμανοί απείλησαν τον Πύργο στο Κατόγλι με 1200 ιππείς και πεζούς και 3 κανόνια, ο στρατηγός Δ. Τζόκρης κατέλαβε τον Πύργο στο Κατόγλι, έγινε μάχη πολύωρη και οι Οθωμανοί ήλπιζαν να κυριεύσουν τον Πύργο. Στη δύσκολη αύτη στιγμή, πρώτος ο ηγούμενος της, μονής του Καρακαλά, Διονύσιος, έσπευσε με 200 άνδρες ρασοφόρους, για να βοηθήσει τους πολιορκημένους Έλληνες κι έτσι διαλύθηκε η πολιορκία στο Κατόγλι και στο Παλαμήδι.
Όταν λίγο αργότερα, το 1825, ο Διονύσιος προτάθηκε από τους δημογέροντες Ναυπλίου ως ηγούμενος, ο Διοικητής του Ναυπλίου, στο σχετικό διοριστήριό του, γράφει τα έξης: «… διορίζεσαι ηγούμενος εν τη ρηθείση μονή, ων εύελπις, ότι αξίως της υπολήψεώς την οποίαν οι επαρχιώται έχουν δείξει, θέλεις εκπληροίς τα χρέη της ηγουμενίας σου». Ο Διονύσιος, σε μεταγενέστερο έγγραφο απολογία του «προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος», αναφέρει: «…κατά το 1823 αποθανόντος του θείου μου διωρίσθην ηγούμενος και τοιούτος διατελώ μέχρι σήμερον».
Η πληροφορία αυτή έρχεται σε αντίθεση με εκείνη του διοριστηρίου του, που εκδόθηκε το 1825. Η εκτίμηση των κατοίκων του Ναυπλίου (δημογερόντων) προς αυτόν προκύπτει και από όσα περιλαμβάνονται στην πρότασή τους, προς τον διοικητήν Ναυπλίου: «…ο Διονύσιος…», γράφουν, «εφάνη πάντοτε ευάρεστος εις όλους μας δια την ακριβή των χρεών του εκπλήρωσιν και διότι παλλάς τας προσθήκας εις όλας τας παρελθούσας ήδη δεινός περιστάσεις έχοντας άγρυπνον το μονύδριον τούτο εις την επαρχίαν μας εις αυτού δε διαφυλάξαμεν όλην την ατομικήν μας ύπαρξιν, αυτού εφυλάξαμεν από την άγρυπνον επιτήρησιν του Καθηγουμένου Διονυσίου…».
Πληροφορίες για την προσφορά της μονής στον Αγώνα αντλούμε και από τον περιηγητή Captain Amhercromby Trant, ο οποίος παρέχει την είδηση ότι οι καλόγηροι, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, είχαν εξοπλισθεί, πήραν πενήντα Αλβανούς επί πληρωμή και κατόρθωσαν τρεις φορές να αποκρούσουν τις επιθέσεις των αποσπασμάτων του τουρκικού στρατού.
Στην πολιορκία του Ναυπλίου είχαν πάρει μέρος και οι Φιλέλληνες, κυρίως Γερμανοί, που είχαν σωθεί μετά τη μάχη του Πέτα και είχαν αποβιβαστεί, 200 περίπου, στο Λουτράκι. Από εκεί πήγαν στην Κόρινθο, στην Πιάδα και στο Λυγουριό και κατόπιν «τοποθετήθηκαν στο Ξηροκάστελλο και στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου». Κατά το Φωτάκο, «ανέλαβον να φυλάττουν ως σκοποί νύκτα και ημέρα», Και συνεχίζει: «Εστάλαξαν οι πτωχοί εις τα πόδια των, και είναι άξιοι επαίνου δια την επί έναν περίπου μήνα τοιαύτην υπηρεσίαν των, διότι ωφέλησαν την πολιορκίαν και μάλιστα αυτοί πρώτοι των άλλων Ελλήνων κατά την άλωσιν εμβήκαν μέσα εις το Παλαμήδιον». Οι Φιλέλληνες δεν είχαν επαρκή μέσα τροφοδοσίας, και όπως αναφέρεται σε σχετικό ανέκδοτο έγγραφο, πωλούσαν «πετσιά» (δέρματα) στους μοναχούς και τα αντάλλασσαν με άλλα προϊόντα.
Κατά τον Ιούλιο του 1822, ο Δράμαλης προελαύνει ανενόχλητα προς το Ναύπλιο, καίοντας και λεηλατώντας το Άργος και τα γύρω χωριά. Δεν ξέρομε κατά πόσο έφθασε στη μονή. Ξέρoμε όμως ότι ή παντελής έλλειψη τροφίμων ανάγκασε τους Έλληνες στρατιώτες να καταφύγουν στη μονή για την κάλυψη των αναγκών τους. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του 1824, η μονή δοκιμάσθηκε.
Κοντά στο χωριό Δαλαμανάρα ο Νικηταράς και ο Πλαπούτας ενώθηκαν με τον Π. Κολοκοτρώνη και το Τζόκρη, με σκοπό να διαλύσουν την πολιορκία του Ναυπλίου, και κατά την πολύνεκρη σύγκρουση κοντά στην Τίρυνθα (Κούτσι) μεταξύ «Κυβερνητικών και ανταρτών», η μονή Ξηροκαστελλίου λεηλατήθηκε από στρατιώτες.
Πολύτιμη είναι η πληροφορία του Γεωργίου Κουντουριώτη, σε επιστολή του με ημερομηνία 12 Μαρτίου 1824, προς τον αδελφό του Λάζαρο Κουντουριώτη, στην Ύδρα, κατά την οποία, οι Ποριώτες που είχαν έλθει στην Πελοπόννησο στρατοπέδευσαν στη μονή Καρακαλά:
«…Οι Κρανιδιώται καταβάντες εις την Άρειαν, δια να την καταλάβωσι προς παλιορκίαν του Ναυπλίου δια ξηράς, εύρον εν αυτή μερικούς στρατιώτας του Πάνου Κολοκοτρώνη και βιάσαντες δια των όπλων κατεδίωξαν αυτούς, ο δε Πάνος Κολοκοτρώνης ακούσας τον ήχον των τουφεκίων εξήλθεν του φρουρίου πανστρατιά κατά των Κρανιδιωτών, οι δε Κρανιδιώται αντεστάθηκαν γενναίως εις την ορμήν του πολεμήσαντες δύο ώρας. Οι Ποριώται διοικούμενοι από τον Χριστόδουλον του Μερτίκα, όντες στρατοπεδευμένοι εις εν μονύδριον ονομαζόμενον Καρακαλάς, ακούσαντες τον πόλεμον, έτρεξαν προς βοήθειαν των Κρανιδιωτών, και ενωθέντες έτρεψαν εις φυγήν τον Πάνον Κολοκοτρώνην εμβάσαντες δις εις το φρούριον και φονεύσαντες από τούς στρατιώτας του ένα και πληγώσαντες τρεις…».
Στη συνέχεια αναφέρει ο Γ. Κουντουριώτης τα έξης; «Ο Πάνος λοιπόν μη δυνάμενος να ανθέξη εις τους Κρανιδιώτας και Ποριώτας και να τους απομακρύνη από το φρούριον, ήρχισε τα κανόνια από το Παλαμήδι και την πάλιν, ρίψας περίπου των τεσσαράκοντα και ούτως τους, απεμάκρυνεν του φρουρίου και κατέλαβον την θέσιν των την Άρειαν…». Η πληροφορία για τη στρατοπέδευση στη μονή των Ποριωτών, των οποίων ο αριθμός μας είναι άγνωστος, αλλά ασφαλώς θα ήταν υπολογίσιμος, αφ’ ενός αποτελεί πρόσθετη είδηση για τον εμφύλιο, αφετέρου ενισχύει την άποψη για τη στρατηγική Θέση της μονής.
Κατά την εισβολή των Αιγυπτιωτών του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο η μονή Ξηροκαστελλίου, συνέβαλε στον εφοδιασμό των Ελλήνων αγωνιστών στο Μεσσηνιακό κόλπο με τρόφιμα, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Παραδόξως όμως οι πηγές σιωπούν γενικά για τη μονή αυτή την περίοδο, αν μάλιστα λάβομε υπ’ όψη ότι η περιοχή του Ναυπλίου είχε παραμείνει στα χέρια των Ελλήνων. Από μεταγενέστερα έγγραφα προκύπτει ότι συμμετείχε στον Αγώνα και ο κατά το 1832 διορισθείς ως ηγούμενος της μονής Αμφιλόχιος, χωρίς να προσδιορίζονται χρονικά οι μάχες στις οποίες συμμετείχε.
Ο ίδιος σε έγγραφό του που απευθύνει «προς την Σεβαστήν Επιτροπήν της Ελλάδος» αναφέρει τα εξής: «Ο υποφαινόμενος διωρίσθην δυνάμει του εγκλειομένου υπ’ αριθ. 2368 διατάγματος, ηγούμενος του εν τη επαρχία Ναυπλίου κειμένου Ιερού Μοναστηρίου του Ξηροκαστελλίου. Επειδή δε σκοπεύω ήδη να μεταβώ εις το χρέος μου, παρακαλώ να επικυρωθή και παρά της Σεβαστής Eπιτροπής το έγγραφον του διορισμού μου, και ελπίζω η αποκατάστασίς μου ν’ αποβή επωφελής και προς το Ιερόν εκείνο Μοναστήριον και προς το Εθνικόν ταμείον, εν ω παραμυθούμαι αναλόγως του επαγγέλματός μου και αυτών που υπέφερον υπέρ της ελευθερίας αγώνων…».
Οι πηγές μας πληροφορούν πάλι για τη μονή κατά το 1829, όπως ήδη έχομε αναφέρει, όταν ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας προκειμένου να συγκεντρώσει στοιχεία χρήσιμα για τη βελτίωση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, όρισε με το από 22 Ιανουαρίου 1828 Ψήφισμα, Εκκλησιαστική Επιτροπή. Κατά την περιοδεία του, το πρώτο κλιμάκιο της παραπάνω Επιτροπής επέλεξε τη μονή Ξηροκαστελλίου ως επίκαιρο σταθμό, από όπου προβαίνει σε ενέργειες κ α τ ά την 6η Φεβρουαρίου 1829 για τη διευθέτηση διαφόρων εκκλησιαστικών θεμάτων.
Μετά το θάνατο του Αμφιλοχίου, το Διοικητήριο Ναυπλίας διατάζει την καταγραφή της περιουσίας της μονής, καθιστώντας υπεύθυνο για την διευθέτηση του όλου θέματος το στρατηγό Τζόκρη ο οποίος υπήρξε, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, συμπολεμιστής με τους ηγουμένους και μοναχούς της, μονής. Παράλληλα ορίζεται από την Πολιτεία Επιτροπή για την καταγραφή της περιουσίας της.
Το 1833, η δημοσιονομική κατάσταση, που είχε ν’ αντιμετωπίσει η Αντιβασιλεία, φθάνοντας στην Ελλάδα, ήταν αποκαρδιωτική. Τα οικονομικά της χώρας είχαν υποστεί ανεπανόρθωτα πλήγματα, μέσα στη σύγχυση και το χάος που επικράτησε το 1832, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Τόσο από πλευράς οικονομίας όσο και διοίκησης, η ανεπάρκεια ήταν εμφανής. Το χάος που επικρατούσε γενικότερα στην ελληνική ζωή χαρακτήριζε και την κατάσταση της Εκκλησίας και κατά συνέπεια των μοναστηριών.
Τα μοναστήρια είχαν αποδυναμωθεί και λόγω της συμμετοχής μοναχών στον Αγώνα και λόγω της οικονομικής ενίσχυσης προς τα στρατιωτικά σώματα. Το ίδιο συνέβη και με τη μονή Ξηροκαστελλίου. Παρουσιάζει ενδιαφέρον ένα κολοβό έγγραφο σε γαλλική γλώσσα της 9ης Μαρτίου 1833 με το οποίο εντεταλμένος της Πολιτείας ενημερώνει τον Όθωνα δια της Αντιβασιλείας, ότι ο ηγούμενος Αμφιλόχιος, που διορίσθηκε τον Μάιο του 1832, βρήκε το μοναστήρι εκτεθειμένο στη μανία των ατάκτων στρατευμάτων και εξ ολοκλήρου λεηλατημένο.
Ο παραπάνω εντεταλμένος, προκειμένου να προφυλάξει τη μονή από την πλήρη ερείπωση, παρακάλεσε το διοικητή Ναυπλίας να φροντίσει για την καταγραφή των περιουσιακών της στοιχείων. H καταγραφή απέδειξε διασπάθιση της περιουσίας της από τον προηγούμενο Διονύσιο Μπεβάρδο και τους συμμοναστές του και προτείνεται ο διορισμός ικανού ηγουμένου και συγκεκριμένα του Ιωάσαφ Βυζαντίου, γνωστού για το «χρηστόν του ήθος».
Με άλλο έγγραφο του ίδιου, πάλι γραμμένο ατή Γαλλική γλώσσα, ο αρμόδιος που ερεύνησε τα σχετικά με τη μονή πράγματα, αντικρούοντας τους ισχυρισμούς είκοσι επτά κατοίκων του Ναυπλίου, που με αναφορά τους ικετεύουν το βασιλιά να αφήσει ηγούμενο τον ιερομόναχο Διονύσιο, αντί του Ιωάσαφ Βυζαντίου, εξαίροντας τα προσόντα του και την εθνική του προσφορά, επισημαίνει ότι ο ηγούμενος Διονύσιος κατά τη διάρκεια της ηγουμενίας του, των πέντε συνεχών ετών, παραμέλησε την περιουσία της μονής, άφησε την εκκλησία να ερειπωθεί, και άφησε τις κυψέλες, που αποτελούσαν ένα από τα κύρια εισοδήματά της, να καταστραφούν. Στη συνέχεια προσθέτει ότι γι’ αυτό το λόγο η προηγούμενη Κυβέρνηση τον αντικατέστησε με τον Αμφιλόχιο, που πέθανε τέσσερις μήνες μετά το διορισμό του.
Επωφελούμενος ο Διονύσιος επανάκτησε την ηγουμενία αυτοβούλως, ισχυριζόμενος ότι η έκρυθμη κατάσταση της μονής οφειλόταν σε στρατιώτες και παρέσυρε τους κατοίκους της περιοχής με το μέρος του. Πρότεινε επίσης ο εντεταλμένος της Πολιτείας, επειδή παρόμοιες καταχρήσεις έχουν γίνει σε πολλά μοναστήρια, να απευθύνουν εγκύκλιο προς επισκόπους, αρχιεπισκόπους και τοπικούς διοικητές, τονίζοντας ότι κάθε μελλοντική παρόμοια κατάχρηση θα τιμωρείται και όλα τα περιουσιακά στοιχεία του μοναστηριού θα βρίσκονται υπό την προστασίαν του βασιλέως, θα καθιστούν δε υπεύθυνο για την τήρηση της εγκυκλίου τον Υπουργό Θρησκευμάτων.
Ο Όθων μετά την πρόταση αυτή διορίζει ηγούμενο τον Ιωάσαφ Βυζάντιο, εφιστώντας την προσοχή του για τη διαφύλαξη της περιουσίας της μονής, κινητής και ακίνητης, προτρέποντάς τον συγχρόνως σε επαγρύπνηση για τη βελτίωσή της, την ακριβή τήρηση των μοναστικών κανόνων, την εμμελή διαγωγή των μοναζόντων, κ.ά..
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Πολιτεία διόρισε ως ηγούμενο στη μονή τον Ιωάσαφ Βυζάντιο, άνδρα λόγιο, διδάσκαλο, ιεροκήρυκα, απόστολο της Φιλικής Εταιρείας και αργότερα Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Θρησκείας, προκειμένου να φροντίσει για την εύρυθμη λειτουργία της. Για τη ζωή και το έργο του Ιωάσαφ Βυζαντίου υπάρχει τεράστιο αρχειακό υλικό, ανέκδοτο και εκδεδομένο. Κατά την παραμονή του ως ηγουμένου στη μονή Καρακαλά, ο Ιωάσαφ κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για την αποκατάσταση της τάξης και ευρυθμίας της, καθώς επίσης και την τακτοποίηση και βελτίωση των οικονομικών της, όπως επιβεβαιώνεται από το Κατάστιχο του 1833, το οποίο συνέταξε κατά τρόπο συστηματικό ο ίδιος, όπως προαναφέραμε.
Αναλώθηκε στη διακονία της μονής Ξηροκαστελλίου, όπως επισημαίνεται σε ανέκδοτο έγγραφό του:«…εγκατέλειψα τα συνήθη και σύντροφα επιτηδεύματά μου, την τριακονταετή διατριβήν μου εις τα σχολεία και άμβωνας και εζημειώθην από το διδασκαλικόν μου επάγγελμα περίπου 40 δίστηλα κατά μήνα ασχολούμενος με κουβέλια, άροτρα κ.λ π.».
Στη μονή Ξηροκαστελλίου βρισκόταν κατά την περίοδο της ηγουμενίας του Ιωάσαφ, μεγάλη ποσότητα πολεμοφοδίων: «δύο βαρέλια με πυρίτιδα, οκάδων 81, εν κιβώτιον πλήρες φυσέκια, οκάδον 45. Εν βαρέλιον μέ μολύβδινους σφαίρας οκάδες 37 και εν κιβώτιον εισέτι με εξήκοντα δεσμίδας (ντεσέδες) φυσέκια, τα οποία ο Κύριος Δημ. Τζόκρης έχει εκεί ενατοποθετειμένα από την παρελθούσαν εποχήν περί ων κατά προφορικήν διαταγήν της Γραμματείας αυτής αποστείλαντες δύο Διοικητικάς υπηρεσίας να τα διαφυλάττωσιν…».
Σε άλλο ανέκδοτο έγγραφο των Γενικών Αρχείων του Κράτους αναφέρεται: «….όλα ταύτα ως η ποιότης των και η κατάστασίς των είναι εντελώς εκ των Ευρωπαϊκών πολεμοφοδίων. Την πυρίτιδα, φυσέκια και μολυβόβουλα έφερε ο στρατηγός Τζόκρης από την Επίδαυρον…. Δεν αναφέρεται στο Έγγραφο ο ακριβής χρόνος μεταφοράς των παραπάνω πολεμοφοδίων, ούτε για ποιο λόγο μεταφέρθηκαν. Μνημονεύεται μόνο ότι βρίσκονταν στη μονή από την «παρελθούσαν εποχήν» και λίγο αργότερα με διαταγή της Αντιβασιλείας παραδίδονται σε αρμόδιο απεσταλμένο και μεταφέρονται στο οπλοστάσιο Ναυπλίου, όπως μαρτυρείται και από επιστολή του Ιωάσαφ προς την επί των εκκλησιαστικών Γραμματείαν», κατά την οποία παρέδωσε τα πολεμοφόδια στον Ιωάννη Αντωνιάδη, ανθυπολοχαγό του πυροβολικού. Εκτός των παραπάνω όπλων και πολεμοφοδίων υπήρχαν στη μονή σύμφωνα με άλλες καταγραφές που έγιναν κατά καιρούς και τρία τουφέκια και μια κουμπούρα.
Κατά τη χαώδη περίοδο που επικράτησε μετά από τη δολοφονία του Καποδίστρια, δοκιμάστηκε η μονή ποικιλοτρόπως όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Σε ανέκδοτο έγγραφο του «προηγουμένου» της μονής Διονυσίου Μπεβάρδου προς τον «Καθηγούμενον Ιωάσαφ Βυζάντιον», αναφέρεται ότι «…οι Ρουμελιώται εις όλην την επαρχίαν μπουλούκια και όσοι έφθαναν, άρπαζαν όλοι με τη βίαν, εγώ μήτε άρματα είχα, μήτε ημπορούσα να κάμω τίποτε, μόνον εκοιτάξαμεν όλοι να γλυτώσωμεν την ζωήν μας καθώς και όλος ο κόσμος χωριστά έτρωγαν και πουλούσαν εκείνοι, και χωριστά οι στρατιώται του Τζόκρη εις το μοναστήρι».
Σημειώνει επίσης ότι: «…τόσοι στρατιώται μέσα εις το μοναστήρι του Τζόκρη και του Καλλέργη δεν άφησαν τίποτε, μήτε γέννημα, μήτε λάδι, μήτε σάλιο στο στόμα…». Η παραπάνω πληροφορία του ηγουμένου επιβεβαιώνεται και από όσα αναφέρει σε έγγραφό του ο Διοικητής Ναυπλίας Σ. Αλεξόπουλος: «…η μονή εδοκίμασεν ζημίας απείρους από τους Δ. Τζόκρην και Δ. Καλλέργην, τροφοδοτουμένων ολοκλήρους μήνας εκεί και παρακολουθούντων αυτούς στρατιωτών…».
Ας σημειωθεί επίσης, ότι η μονή υπήρξε τόπος εκλογής των δημογερόντων. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παραθέσαμε, η παρουσία της μονής σε κρίσιμες στιγμές του Αγώνα υπήρξε σημαντική παρά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε κατά την περίοδο αυτήν.
Οι μοναχοί της έλαβαν μέρος σε επιχειρήσεις καθοριστικές για την πορεία της Επανάστασης (πολιορκία Ναυπλίου, μάχη στο Κατόγλι κ.ά.) και από τα πολεμοφόδια που είχαν αποθηκευθεί σε ειδικούς χώρους της, υπήρξε δυνατή η ενίσχυση των αγωνιστών της περιοχής σε κρίσιμες ώρες.
Υπήρξε, λόγω της καίριας θέσης της, τόπος ανάσχεσης τουρκικών επιθέσεων, αλλά και στρατωνισμού ανδρών, ελλήνων και Φιλελλήνων. Λεηλατήθηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου και δοκιμάστηκε, από την εισβολή των Ρουμελιωτών στην Πελοπόννησο κατά την περίοδο που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια. Μετά την απελευθέρωση, συνέχισε την πνευματική και κοινωνική της δραστηριότητα, που την κατατάσσει σε ένα από τα από αξιόλογα μοναστικά κέντρα στη βορειοανατολική Πελοπόννησο.
Γιατράκου Γ. Μαρία – Ελευθερία
Πηγή
Γιατράκου Γ. Μαρία – Ελευθερία, «Η Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά ή Ξηροκαστελλίου», Διατριβή επί Διδακτορία, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 1998.
Σχετικά θέματα:
- Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά
- Γιατράκου Γ. Μαρία – Ελευθερία, «Η Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά ή Ξηροκαστελλίου», Διατριβή επί Διδακτορία, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 1998
Πρoστατευμένο: Δημάρατος ΙΙ, Βασιλεύς της Σπάρτης |Εις παρηγκωνισμένος ηγεμών, Μάρκελλος Θ. Μιτσός, Πελοποννησιακά, τόμος Ι, Αθήναι, 1974.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δημάρατος, Μιτσός, Πελοπόννησος, Σπάρτη, Ψηφιακά Βιβλία on 18 Ιουνίου, 2012|
Πρoστατευμένο: Η Μυστική Συνεύλευσις της Βόστιτζας (26-29 Ιαν. 1821) και η Ιστορική σημασία αυτής, Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος , Πρακτικά του Α΄ Εν Πάτραις Τοπικού Συνεδρίου Αχαϊκών Σπουδών, Πελοποννησιακά, τόμος Ι, Αθήναι, 1974.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βόστιτζα, Επανάσταση 21, Ιστορία, Πάτρα, Πελοπόννησος, Συνέδριο, Ψηφιακά Βιβλία on 18 Ιουνίου, 2012|
Πρoστατευμένο: Οι Μπεκτασή Δερβίσηδες: Μερικές πτυχές συνύπαρξης μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στη Μικρά Ασία 1826-1922, Κατερίνα Α. Μπούρα, Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τόμος τρίτος, Αθήνα, 1982.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, dervishes, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ιστορία, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Μπεκτασήδες, Μικρά Ασία, Ψηφιακά Βιβλία, δερβίσηδες on 15 Ιουνίου, 2012|
Πρoστατευμένο: Βιβλιογραφία Εντύπων των Μικρασιατικών Ιδρυμάτων & Συλλόγων 1846 – 1922, Ματούλα Κουρουπού, Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τόμος τρίτος, Αθήνα, 1982.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, bibliography, Greek History, Βιβλιογραφία, Ιστορία, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Ματούλα Κουρουπού, Πολιτισμός, Ψηφιακά Βιβλία on 15 Ιουνίου, 2012|
Πρoστατευμένο: Τα Απομνημονεύματα του Φωτάκου, Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος , Πελοποννησιακά, τόμος Ι, Αθήναι, 1974.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση 21, Ιστορία, Πελοποννησιακά, Στρατιωτικοί, Τάσος Γριτσόπουλος, Φωτάκος, Ψηφιακά Βιβλία on 13 Ιουνίου, 2012|
Πρoστατευμένο: Ο θεσμός της σύγκριας [δεύτερης συζύγου] εις την Μάνην, Απόστολος Β. Δασκαλάκης, Πελοποννησιακά, τόμος Ι, Αθήναι, 1974.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, σύγκρια, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ιστορία, Μάνη, Πελοπόννησος, Πελοποννησιακά, Ψηφιακά Βιβλία, Ψηφιακές Συλλογές, Ψηφιακή βιβλιοθήκη on 11 Ιουνίου, 2012|













