Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Το Ναύπλιον γενέθλιος πόλις της εφημερίδος της Κυβερνήσεως


 

 

I. Η Εφημερίς της Κυβερνήσεως διέπεται σήμερον υπό του Ν. 301/ 1976, ο οποίος ορίζει ποίαι πράξεις δημοσιεύονται εις αυτήν, ήτοι (αρθρ. 1) οι νόμοι, ο κανονισμός της Βουλής, τα Πρ. Δ/γματα, αι κατά το άρθρον 44 παρ. 1 του Συντάγματος πράξεις του Προέδρου της Δημοκρατίας, αι κανονικαί πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και των Υφυπουργών, και αι ατομικού χαρακτήρος διοικητικαί πράξεις ως και αι πράξεις των δημοσίων επιχειρήσεων, εταιρειών και ιδρυμάτων, εφ’ όσον η δημοσίευσίς των επιβάλλεται δια νόμου.

Βάσει του άρθρου 4 του νόμου τούτου ωρισμέναι εκ των ως άνω πράξεων δημοσιεύονται εν περιλήψει. Μέχρι θέσεως εν ισχύι κατά το τρέχον έτος του Ν. 301/1976 η Εφημερίς της Κυβερνήσεως ως προς την δημοσιευτέαν ύλην διείπετο υπό νόμων παλαιών προ αιώνος και πλέον εκδοθέντων, έτι δε και επί εποχής βασιλέως Όθωνος, δια των οποίων προεβλέπετο η δημοσίευσις σειράς πράξεων, με συνέπειαν την άσκοπον επιβάρυνσιν της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως με ύλην επουσιώδη. Ο πρόσφατος νόμος περιώρισε σημαντικώς την έκτασιν των δημοσιευτέων πράξεων και επέφερε σχετικήν ελάφρυνσιν έν προκειμένω. Δι’ ωρισμένας δε πράξεις προέβλεψεν άλλον τύπον δημοσιότητος, καθ’ όσον άνευ ταύτης η πράξις πάσχει νομικώς, ως ειδικώς έχουν αποφανθή τα δικαστήρια.

 

Γενική Εφημερίς της Ελλάδος

 

II. Η  Εφημερίς της Κυβερνήσεως δέον να θεωρήται ως η αρχαιοτέρα ελληνική εφημερίς. Εξεδόθη το πρώτον το 1825 εις Ναύπλιον υπό τον τίτλον ΓΕΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ από την τότε κρατικήν Διοίκησιν. Η απόφασις προς έκδοσιν της εν λόγω εφημερίδος ελήφθη δια του από 7 – 10- 1825 ψηφίσματος, το οποίον έχει ως εξής:

 

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Το Εκτελεστικόν Σώμα

Επειδή δια την ανάγκην του να δημοσιεύωνται τα πρακτικά της Διοι­κήσεως και να κοινοποιούνται εν τάχει αιειδήσεις, όσαι μάλιστα αποβλέ­πουν τα συμφέροντα του λαού, εκρίθη αναγκαίον να συσταθή εφημερίς εις την καθέδραν της Διοικήσεως, της οποίας η επιστασία να παραδοθή εις άν­δρα άξιον και απολαμβάνοντα την υπόληψιν της Διοικήσεως δια την παιδείαν και την αρετήν του.

 Συναινέσει και του σεβαστού Βουλευτικού, κατά το υπ’ αριθ. 130 προβούλευμα,

 Δ ι α τ ά τ τ ε ι

Α’.   Ο κύριος   Θεόκλητος  Φαρμακίδης  διορίζεται   εφημεριδογράφος  της Διοικήσεως.

Β’.   Θέλει έχει υπό την Διεύθυνσίν του την τυπογραφίαν της Διοικήσεως, συγκειμένην από τρία πιεστήρια με όλα τα αναγκαία των.

Γ’.    Τα πρακτικά του σεβαστού Βουλευτικού θέλει παραλαμβάνει παρά του Α’ Γραμματέως του αυτού σώματος.

Α’.    Τα λοιπά πρακτικά της Διοικήσεως και τας επισήμους ειδήσεις θέλει παραλαμβάνει παρά της Γενικής Γραμματείας.

Ε’.  Ο Γενικός Γραμματεύς να ενεργήση την παρούσαν διαταγήν.

 

Εν Ναυπλίω τη 29η Οκτωβρίου 1825

                 Ο Γενικός Γραμματεύς   Α. Μαυροκορδάτος                                              

                                                                       Ο Αντιπρόεδρος

                                                                                 Γκίκας Μπότασης

                                                                              Αναγνώστης Σπηλιωτάκης

                                                                                Κων. Μαυρομιχάλης

                                                                              Ιωάννης Κωλέττης

Εκ του κειμένου του εν λόγω ψηφίσματος καταφαίνεται η σοβαρότης με την οποίαν η Διοίκησις αντιμετώπιζε την έκδοσιν της εφημερί­δος ως εκ της αναθέσεως της εκδόσεώς της εις τον Θεόκλητον Φαρμακίδην.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Ούτος ήτο αρχιμανδρίτης γεννηθείς το 1784 εις Λάρισαν, συγγραφεύς θεολογικών έργων πολυγραφώτατος, εκλεγείς μετέπειτα καθηγητής εις το Πανεπιστήμιον Αθηνών, κλασσικόν έργον του οποίου υπήρξε το περί Καινής Διαθήκης εκδοθέν εις επτά τόμους. Ο Φαρμακίδης ήτο έμπειρος δημοσιογράφος, ήδη παλαιότερον είχεν εργασθή ως διευθυντής από του έτους 1816 εις την εφημερίδα ΛΟΓΙΟΣ ΕΡΜΗΣ, η οποία εξεδίδετο εις Βιέννην. Εκ της εφημερίδος ταύτης απεχώρησε το 1819 προκειμένου να συνέχιση τας σπουδάς του. Εν συνεχεία ανέλαβε την διεύθυνσιν της εφημερίδος ΣΑΛΠΙΓΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ, η οποία εξεδόθη το 1821 εις Καλαμάταν και είναι η πρώτη εφημερίς επί ελληνικού εδάφους, δεδομένου ότι προ της επαναστάσεως εξεδίδετο πλήθος ελληνικών εφημερίδων και περιοδικών εις την Ευρώπην υπό του ελληνισμού της διασποράς, άλλ’ ως είναι φυσικόν εις την κυρίως Ελλάδα δεν ήτο δυνατή η έκδοσις εφημερίδος, καθ’ όσον ο Τούρκος δυνάστης ουδέποτε θα το επέτρεπε.

Η επιστημονική, φιλολογική και κυρίως η δημοσιογραφική ικανότης του Φαρμακίδη υπήρξαν ο κύριος συντελεστής της από της πρώτης στιγμής πλήρους επιτυχίας και καθολικής ανταποκρίσεως της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος. Το επίτευγμα δεν είναι μικρόν αν αναλογισθή κανείς, ότι η προηγουμένη προσπάθεια της Διοικήσεως όπως εκδώση εφημερίδα ήτο η προαναφερθείσα ΣΑΛΠΙΓΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ εις Καλαμάταν, η οποία όμως διεκόπη προώρως το αυτό έτος λόγω κυρίως διαφωνίας Φαρ­μακίδη – Δ. Υψηλάντη. Από του έτους δε 1821 μέχρι του έτους 1825 κα­τέστη αδύνατος η έκδοσις εφημερίδος υπό της Διοικήσεως όλως απαιραιτήτου δια τον λαόν εν όψει του ότι, ως γνωστόν, η επίδρασις του τύπου επί του φρονήματος του αγωνιζομένου έθνους θα ήτο σοβαρώτατος παρά­γων επιτυχίας του ιερού αγώνος. Δια της προαναφερθείσης όθεν εύστοχου ενεργείας της Διοικήσεως η συνεχής και αδιάλειπτος έκδοσις της εφημερί­δος κατέστη γεγονός.

Δεύτερον στοιχείον επιτυχίας ταύτης υπήρξεν η ύλη της. Αύτη απετελείτο από τρία ούτως ειπείν τμήματα. Το πρώτον τμήμα απετέλουν οι νόμοι, τα διατάγματα, τα ψηφίσματα και αι λοιπαί νομοθετικού περιεχο­μένου πράξεις της Διοικήσεως, ύλη δηλονότι προσιδιάζουσα προς την της εφημερίδος της Κυβερνήσεως της σημερινής εποχής, επί πλέον δε εδημοσίευε και τα πρακτικά των συζητήσεων του Βουλευτικού. Το δεύ­τερον ούτως ειπείν τμήμα απετέλουν αι κρατικαί ειδήσεις αι αναγόμεναι δηλονότι εις την δραστηριότητα της Διοικήσεως. Και το τρίτον τμήμα απετέλουν αι πάσης φύσεως ειδήσεις εσωτερικαί και εξωτερικαί. Τας εκ του εξωτερικού ειδήσεις η εφημερίς επληροφορείτο εκ του ξένου τύπου, δεδομένου ότι είχε ληφθή πρόνοια, όπως τα από καιρού εις καιρόν καταπλέοντα πλοία εις το Ναύπλιον μεταφέρουν δια λογαριασμόν της Διοική­σεως πλήθος ξένων εφημερίδων.

Η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος εξεδίδετο ως δισεβδομαδιαία, κυ­κλοφορούσα καθ’ έκαστην Τετάρτην και Σάββατον. Ήτο κατά κανόνα τετρασέλιδος διαστάσεων 0,28 Χ 0,22, πολλάκις όμως περιείχε περισσο­τέρας σελίδας παρενθέτους ως παραρτήματα. Η ετησία συνδρομή της ήτο εξ δίστηλα τάληρα Ισπανίας. Η δε Διοίκησις είχεν εκδώσει διάτα­γμα, βάσει του οποίου όσοι εκ των δημοσίων υπαλλήλων εμισθοδοτούντο δια ποσού άνω των 200 γροσίων μηνιαίως, ήσαν υποχρεωμένοι να εγγράφωνται συνδρομηταί. Ούτω πλην του ειδησεογραφικού είχεν εξασφαλίσει την επιτυχίαν και εις τον οικονομικόν τομέα η περί ης ο λόγος εφημερίς.

Ως ανεφέρθη, διευθυντής της εφημερίδος ήτο ο Θεόκλητος Φαρμα­κίδης. Από τεχνικής απόψεως ούτος επεμελείτο κατά μέγα μέρος μόνος της δημοσιευτέας ύλης, εργασίαν ην παρ’ όλον τον μόχθον διεξεπεραίωνεν επιτυχώς χωρίς αξιόλογους συνεργάτας. Μάλιστα δε βλέπομεν ωρισμένα φύλλα να μη έχουν εκδοθή, καθ’ όν χρόνον ο Φαρμακίδης ήτο ασθενής. Ωσαύτως υπήρξαν και τίνες άλλαι, μικράς διαρκείας πάντοτε διακοπαί, οφειλόμενοι εις υπερβολικός αξιώσεις των τυπογράφων, οι οποίοι ήσαν ελάχιστοι και ήτο αδύνατος η εξεύρεσις άλλων ειδικευμένων τεχνιτών.

Πέραν τούτων ο Φαρμακίδης είχε να αντιμετώπιση και πλείστα όσα πολιτικά θέματα εις την εφημερίδα. Ούτω παρ’ ότι κατά γενικήν ομολογίαν υπήρξεν ικανός δημοσιογράφος και άκρως αντικειμενικός, εν τού­τοις πλειστάκις κατηγορήθη υπό τρίτων, των οποίων αι φιλοδοξίαι εξετείνοντο μέχρι σημείου να ζητήται η προσωπική των δια της εφημερίδος προβολή και προς την οποίαν δεν έστεργεν ο Φαρμακίδης.

Πλην της εξυψώσεως του φρονήματος των αγωνιζομένων ο Φαρμακί­δης ενωρίς διέγνωσεν ότι δια της εφημερίδος του ήτο δυνατόν να επηρεάση ευμενώς την πολιτικήν των ξένων δυνάμεων υπέρ της Ελλάδος. Δια της καταλλήλου δε ειδησεογραφίας κατέβαλε σοβαράς προσπαθείας προς τούτο. Από του έτους 1826 συνεζητείτο α ανάθεσις της διακυβερνήσεως της Ελλάδος εις τον Ιωάννην Καποδίστριαν ή εις βασιλέα.

Η Γενική Εφημερίς κατεχώρησεν ανώνυμον σχόλιον την 24 – 2 -1826, δια του οποίου κατεκρίνετο η Συνέλευσις επί του θέματος τούτου. Η Συνέλευσις όμως την 1ην Μαρτίου εις μυστικήν συνεδρίασιν απεφάσισε την απόλυσιν του Φαρμακίδη. Πλην όμως λόγω εντόνου αντιδράσεως κυρίως του Σπ. Τρικούπη υποστηρίξαντος, ότι το δημοσίευμα ουδέ προσβλητικόν της θρησκείας ήτο, ουδέ συκοφαντικόν, ουδέ παράνομον και επομένως η ελευθερία του τύπου δεν δύναται να θίγεται, η απόφασις περί απολύσεως του Φαρμακίδη δεν εξετελέσθη.

Εν τω μεταξύ την 9ην Απριλίου 1827 εις την εφημερίδα δημοσιεύεται η διακήρυξις του προέδρου της Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως, περί του ότι η Συνέλευσις εξέλεξεν ως Κυβερνήτην της Ελλάδος τον Ιωάννην Καπο­δίστριαν. Ο Φαρμακίδης ήτο αντίθετος προς την λύσιν ταύτην, δια τούτο και την 4ην Ιουνίου 1827 διαφωνών υποβάλλει την παραίτησίν του από την διεύθυνσιν της εφημερίδος, δι’ επιστολής του δημοσιευομένης εις ταύ­την και η οποία έχει ως έξης:

 

Επιθυμών πάντοτε να υπηρετήσω και εγώ την Πατρίδα κατά τας δυ­νάμεις μου και να φανώ χρήσιμος εις το Έθνος απεδέχθην την σύνταξιν της εφημερίδος, αν και ήξευρα, εκ πείρας, πόσον επίπονον, πόσον οχληρόν και αχάριστον έργον αποδέχομαι και τρία εξάμηνα είχον το φορτίον αυτό.

 Αλλά δια περιστάσεως ιδιαιτέρας, δεν ημπορώ πλέον να εξακολουθήσω την σύνταξιν και διεύθυνσιν της εφημερίδος. Και παραιτούμενος, εύχομαι πρώτον εις την Πατρίδα τα κρείττω και δεύτερον ομολογώχάριτας εις τους σνγκαταβατικούς αναγνώστας μου και εις όσους μας εσυνέδραμον.

Νομίζω ότι, καθ’ όσον καιρόν εχρημάτισα συντάκτης, έπραξα κατά τα συμφέροντα της Πατρίδος και πάντοτε επροσπάθησα να είμαι από του υγιούς μέρους των συμπολιτών.

Πολλοί εφάνησαν ενάντιοίμου και με εκατηγόρησαν δημοσίως ως δούλον φατριών, ως μισθωτόν κλπ., αλλ’ εφάνησαν άδικοι και, αν ήθελον νά κρίνωσι ορθώτερον, δεν ήθελον φανή τοιούτοι. Έπειτα δεν εφαντάσθην ποτέ ότι ημπορώ να φανώ εις όλους ενάρεστος. Ουδ’ ο Ζεύς τοις πασιν ανδάνει.

Όσον και αν εφιλοτιμούμην να καταστήσω την εφημερίδα τελειοτέραν, δεν ημπορούσα να το κατορθώσω. Τα εμπόδια ήσαν πολλά και δεν ήτο εις την εξουσίαν μου να νικήσω. Τέλος έπραξα όσον ηδυνήθην. Αναμάρτητον δεν ενόμισα ποτέ εμαυτόν. Εύχομαι ο διάδοχος μου να φανή ευδοκιμώτερος.

Εν Πόρω 1827 Ιουνίου 4.

 

Γενομένης αποδεκτής της παραιτήσεως του Φαρμακίδη, η διεύθυνσις της εφημερίδος ανετέθη εις τον Γ. Χρυσίδην. Ούτος αναλαμβάνων την διεύθυνσιν εδημοσίευσεν εις το φύλλον της 22-6- 1827 το «Πρόγραμμά του» ως το τιτλοφορεί, δια του οποίου και πληροφορεί τους αναγνώστας ότι η εφημερίς θα εξακολουθή να εκδίδεται υπό την αυτήν τιμήν, ανα­φέρει ότι κατ’ αρχήν ηρνήθη να αναλάβη την διεύθυνσιν της εφημερίδος ύποβαλών την παράκλησιν, όπως αύτη ανατεθή εις ικανώτερον τούτου, επείσθη δε τελικώς λόγω των προς την πατρίδα υποχρεώσεών του.

Περαι­τέρω παρακαλεί τους συνεργάτας του να σέβωνται κυρίως την αλήθειαν και τέλος παραθέτει εκτενείς απόψεις δια την ελευθερίαν του Τύπου, ως και δια τους κινδύνους εκ της καταχρηστικής ασκήσεώς της. Σκοπός δε της ελευθεροτυπίας δέον να είναι η μόρφωσις καλών πολιτών και καλών στρατιωτών προς ενίσχυσιν του αγώνος και στερέωσιν της ελευθερίας. Εκ του προγράμματος του Χρυσίδου προκύπτει ωσαύτως, ότι ούτος ήτο ικανός και εμπνευσμένος δημοσιογράφος.

Εν τω μεταξύ η Γενική Εφημερίς ήλλαξεν έδραν κατ’ επανάληψιν. Ούτω την 24ην Νοεμβρίου 1826 μετεφέρθη εις Αίγιναν. Την 30ήν Μαρτίου 1827 εις Πόρον. Την 22αν Ιουνίου 1827 επανέρχεται εις Ναύπλιον. Την 24ην Αυγούστου του αυτού έτους μεταφέρεται πάλιν εις Αίγιναν. Το αυτό έτος μετεφέρθη δι’ ένα μήνα εις Άργος, δια να επανέλθη ευθύς αμέσως εις Αίγιναν. Την 18ην Οκτωβρίου 1830 μετεφέρθη οριστικώς εις την πρώτην της έδραν εις Ναύπλιον, ένθα συνέχισεν εκδιδομένη και μετά την έλευσιν του Όθωνος.

Εν τω μεταξύ την 18ην Απριλίου του έτους 1832 ήλλαξε τίτλον μετονομασθείσα Εθνική Εφημερίς και εν συνεχεία μετωνομάσθη Ελληνικός Μηνύτωρ. Από 1ης Φεβρουαρίου 1833 μετωνομάσθη τελικώς Εφημερίς της Κυβερνήσεως, τίτλον τον οποίον διατηρεί μέχρι σήμερον, η δε διεύθυνσίς της ανετέθη εις τον Γ. Αποστολίδην Κοσμητήν.

 

Το πρώτο Φύλλο της «Εφημερίδος της Κυβερνήσεως», Ναύπλιον 16 Φεβρουαρίου 1833.

 

Από του χρόνου της τελευταίας ταύτης μετονομασίας της μετέβαλεν ριζικώς και μορφήν. Τουτέστιν έπαυσε την δημοσίευσιν ειδησεογραφίας και εδημοσίευεν αποκλει­στικώς νόμους και λοιπάς νομοθετικού περιεχομένου πράξεις ως ακριβώς και σήμερον, συνετάσσετο όμως εις δύο γλώσσας, εις την Ελληνικήν και την Γερμανικήν. Υπό την νέαν ταύτην μορφήν το σχήμα της ήτο μεγαλύτερον, εις δε την προμετωπίδα έφερε τον βασιλικόν θυρεόν. Το περιεχόμενόν της ήτο κεχωρισμένον εις δύο στήλας, εξ ων εις την αριστεράν ήτο το ελληνικόν κείμενον, εις δε την δεξιάν το γερμανικόν. Η δίγλωσσος έκδοσις συνεχίσθη μέχρι της 17ης Ιουνίου 1835. Έκτοτε εκδίδεται μόνον εις ελληνικήν γλώσσαν. Η εφημερίς αυτή συνέχισε την έκδοσίν της εις το Ναύπλιον μέχρι του 40ού φύλλου της. Από του 41ου, ήτοι την 21ην Δεκεμβρίου 1834 μετεφέρθη εις Αθήνας, ένθα εκδίδεται μέχρι σήμερον.

III. Η συμβολή της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος εις τον αγώνα του Γένους υπήρξε λίαν σημαντική. Εξ άλλου εις ταύτην εδημοσιεύθησαν πλήθος επισήμων εγγράφων, ειδήσεων, συζητήσεων του Βουλευτικού κλπ., τα οποία άλλως θα είχον κατά μέγα μέρος απολεσθή, το δε ιστορι­κόν της επαναστάσεως υλικόν θα ήτο ασυγκρίτως πτωχότερον.

Ας σημειωθή χαρακτηριστικώς, ότι η περί ης ο λόγος εφημερίς προέτεινεν εις το φύλλον της 21ης Οκτωβρίου 1825 την καθιέρωσιν ως εθνικού ύμνου του ποιήματος του Δ. Σολωμού «Ύμνος προς την Ελευθερίαν», του οποίου εδημοσίευσεν ανάλυσιν υπό του Σπ. Τρικούπη. Τουτέστιν τεσσαράκοντα έτη προ της καθιερώσεώς του ως τοιούτου δεδομένου, ότι ως γνω­στόν, το ποίημα τούτο καθιερώθη ως εθνικός ύμνος της Ελλάδος μόλις την 4ην Αυγούστου 1865 υπό του Βασιλέως Γεωργίου του Α’, ο οποίος τον ήκουσε να ανακρούεται εις Κέρκυραν κατά την προ έτους εκεί επίσκεψίν του.

Ιδιαιτέρως συγκινητική είναι εξ άλλου η εξιστόρησις της πολιορ­κίας και ηρωικής εξόδου του Μεσολογγίου. Έτερον χαρακτηριστικόν η περιγραφή της εντυπώσεως, ην ενεποίησεν εις τους Ναυπλιείς ο κατά­πλους εις Ναύπλιον του πρώτου ατμοκίνητου πλοίου «Καρτερία» την νύκτα της 2ας προς 3ην Σεπτεμβρίου 1826.

Τέλος η εφημερίς εξέδωκε και το πρώτον εις την ιστορίαν του ελληνικού τύπου παράρτημα την 11ην Ιανουαρίου 1828, αγγέλλουσα την έλευσιν του Καποδιστρίου. Κύριον πάντως χαρακτηριστικόν της εφημερίδος αυτής υπήρξεν η σοβαρότης της ύλης της, το έγκυρον του περιεχομένου της, η αντικειμενικότης και η αποφυγή παντός δημοσιεύματος εξυπηρετούντος τον κιτρινισμόν ή των εκτραχηλισμόν του Τύπου, φαινόμενον το οποίον δυστυχώς ενεφάνησαν αι λοιπαί εκδιδόμεναι εφημερίδες, ιδία αι ασκήσασαι αντιπολίτευσιν κατά του Καποδιστρίου.

 

Γεώργιος Ηλ. Κρίππας

Διδ. Πολιτ. Επιστημών

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα (εκτός του πολυτονικού)

Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Ναύπλιον 4 – 6 Δεκεμβρίου 1976), Αθήναι, 1979. 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Υλικαί παροχαί επί μεσοβασιλείας εις τους πρωτεργάτας και τα θύματα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως (1862-1863)


 

 

Αι προτάσεις και τα ψηφίσματα περί της αποκαταστάσεως των αγωνι­στών του 1821, δια τας υπέρ του Αγώνος προσφερθείσας θυσίας, απετέ­λεσαν προηγούμενον δια παρομοίας φύσεως προσπαθείας και εκδηλώσεις υπέρ των αγωνιστών των αντιοθωνικών επαναστάσεων, της 3ης Σεπτεμβρί­ου 1843 και της Φεβρουαριανής Ναυπλιακής επαναστάσεως του 1862. Η μέριμνα αυτή δια τους αγωνιστάς των αντιοθωνικών επαναστάσεων ήτο χαρακτηριστική εκάστης μετεπαναστατικής περιόδου, υπαγορευθείσα κυ­ρίως από την εκάστοτε εξυπηρετούμενην πολιτικήν σκοπιμότητα εν μέσω του λαϊκού ενθουσιασμού των πρώτων μετεπαναστατικών ημερών, καταλήξασα ούτω πολλάκις εις ανεπίτρεπτον επέκτασιν της εθνικής ευγνωμοσύνης εις χρηματικάς και άλλας παρομοίας φύσεως παροχάς, δι’ ο και ουδέποτε ευωδώθη υπό ομαλάς πολιτικάς και κοινοβουλευτικάς συνθήκας, αλλά πάν­τοτε υπό ανωμάλους περιστάσεις και διαδικασίας και εν πολλοίς εν κρύ­πτω και δη κατά τρόπον εκάστοτε ατομικόν και χαριστικόν.

Και δια μεν τους αγωνιστάς της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 αι σχετικαί προσπάθειαι εις την Εθνοσυνέλευσιν, αφορώσαι εις την απονομήν ειδικών ισοβίων συντάξεων εις τους πρωτεργάτας της επαναστάσεως, κατέληξαν εις την έγκρισιν σχετικού ψηφίσματος, το οποίον όμως με την πάροδον του χρόνου παρέμεινεν ανεκτέλεστον, αφού εις την συγκληθείσαν κατόπιν Βουλήν ποικίλαι υπήρξαν αντιδράσεις και πλείσται εξεφράσθησαν διχογνωμίαι περί την ισχύν και την ερμηνείαν των διατάξεων του ψηφίσματος και τελικώς ο ίδιος ο Δ. Καλλέργης, εξ ονόματος όλων των συναγωνιστών του, παρητήθη πάσης εν προκειμένω υλικής απολαυής χολωθείς από τον τρόπον των συζητήσεων και τας αντιδράσεις των βουλευτών [1].

Δεν συνέβη όμως το ίδιον και επί Μεσοβασιλείας δια τους αγωνιστάς της Φεβρουαριανής Ναυπλιακής επαναστάσεως του 1862, εκραγείσης ως γνωστόν και κατασταλείσης εν Ναυπλίω, Σύρω και Κύθνω και προηγηθεί­σης κατά εν οκτάμηνον της εξώσεως του Όθωνος.

 

Λαϊκή απεικόνιση της τριανδρίας (Ρούφος – Βούλγαρης- Κανάρης) που ανέλαβε την εξουσία μετά την έξοδο του Όθωνα.

 

Πράγματι κατά το πρώτον τρίμηνον της Μεσοβασιλείας και προ της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως, η Προσωρινή Κυβέρνησις των Βούλγαρη, Κανάρη και Μπενιζέλου Ρούφου ασκούσα κατά το «Ψήφισμα του Έθνους» της 11ης Οκτωβρίου 1862, ημέρας εξώσεως του Όθωνος, ορθότερον δε ειπείν επαναστα­τικά δικαιώματι, την τε νομοθετικήν και την εκτελεστικήν εξουσίαν, είχε την ευχέρειαν να θεσπίζη διατάξεις και να εκδίδη αποφάσεις αμέσως ε­κτελεστάς, οσονδήποτε και αν είχον αύται ατομικόν και χαριστικόν χα­ρακτήρα και δη κατά το πλείστον μη δημοσιευόμενος εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αλλά καταχωριζομένας εις το μυστικόν βιβλίον των πρα­κτικών των συνεδριάσεων αυτής.

Το βιβλίον τούτο, άγνωστον κατά την περίοδον της Μεσοβασιλείας, αποτελεί σημαντικήν και επίσημον πηγήν των γεγονότων αυτής της εποχής, εδημοσιεύθη δε υπό Δ. Πετρακάκου εκ της αρχειακής συλλογής Ιωάννου Γενναδίου [2]. Τα σχετικά αποσπάσματα εκ των καταχωρημένων συνεδριάσεων, τα αφορώντα εις παροχάς υπέρ των α­γωνιστών της Ναυπλιακής επαναστάσεως, περιλαμβάνουν έξοδα επανόδου εις την Ελλάδα των προσφύγων επαναστατών, απόδοσιν μισθών των απο­λυθέντων δημοσίων λειτουργών, στελεχών της επαναστάσεως, ποικίλας χρηματικάς αρωγάς, ισοβίους μηνιαίας συντάξεις και άλλας συναφείς πα­ροχάς, έχουν δε κατά χρονολογικήν σειράν ως κάτωθι [3].

 

Συνεδρίασις 17ης Οκτωβρίου 1862:

Εν τη σημερινή συνεδριάσει παρόντων του τε προέδρου, των μελών της Προσωρινής Κυβερνήσεως και των κ.κ. Υπουργών της Επικρατεί­ας… Απεφασίσθη να χορηγηθώσιν εις τους εις Παρισίους και Λονδίνον πρόσφυγας της Φεβρουαριανής επαναστάσεως αξιωματικούς ανά χίλια φράγκα, εις δε τους υπαξιωματικούς ανά τριακόσια τριάκοντα τρία φράγκα, δι’ έξοδα επανόδου των. Επίσης εις μεν τους εν Τουρίνω και τη λοιπή Ιτα­λία πρόσφυγας αξιωματικούς ανά επτακόσια φράγκα, εις δε τους υπαξιω­ματικούς και στρατιώτας ανά 233 δια τον αυτόν λόγον.

Ως γνωστόν με την καταστολήν της Ναυπλιακής επαναστάσεως αναχώρησαν εκ Ναυπλί­ου εις το εξωτερικόν, φυγαδευθέντες δια δυο ατμοπλοίων, ενός γαλλικού και ενός αγγλικού, 200 περίπου επαναστάται, αξιωματικοί, υπαξιωματικοί, στρατιώται και πολίται. Αρκετοί εξ αυτών κατετάγησαν εις το πυροβολικόν του στρατού του Τουρίνου και έλαβον μέρος εις τας εν Ιταλία πολεμικάς επιχειρήσεις[4].

 

Συνεδρίασις της 25ης Οκτωβρίου 1862:

… Απεφασίσθη να δοθώσι εις την κυρίαν Καλλιόπην Παπαλεξοπουλου δραχμαί 2.000….

Πρόκειται δια την γνωστήν ηρωίδα της Ναυπλιακής επαναστάσεως, χήραν του γερουσιαστού Παπαλεξοπούλου και θυ­γατέρα του πολιτευτού Πατρών Καλαμογδάρτη.

 

Συνεδρίασις της 30ης Οκτωβρίου 1862:

Πάνος Κορωναίος

… Απεφασίσθη να χορηγηθή εκ του Υπουργείου των Εσωτερικών εκ των βοηθημάτων χρηματική βοήθεια 3.000 δρχ. εις τον αρχηγόν της Ε­θνοφυλακής…

Πρόκειται δια τον εκ των πρωτεργατών της Ναυπλιακής επαναστάσεως αντισυνταγματάρχην Πάνον Κορωναίον, πληγωθέντα κατά τα Ναυπλιακά, αιχμαλωτισθέντα, φυλακισθέντα και εξαιρεθέντα της αμνηστίας του Όθωνος, αναλαβόντα δε επί Μεσοβασιλείας τα καθήκοντα του αρχηγού της Εθνοφυλακής.

 

Συνεδρίασις της 31ης Οκτωβρίου 1862:

 … Απεφασίσθη να χορηγηθή χρηματική βοήθεια εις τον πολλά πα­θόντα και ζημιωθέντα κ. Αντωνόπουλον, υπέρ της Μεταπολιτεύσεως, εκ δραχμών 3.000….

Προφανώς πρόκειται δια τον δικηγόρον του Ναυπλίου Κωνσταντίνον Αντωνόπουλον, μέλος της επί της ασφαλείας επιτροπής της επα­ναστάσεως, επιβιβασθέντα εις το αγγλικόν ατμόπλοιον κατά την αναχώρησιν των επαναστατών.

 

Συνεδρίασις της 5ης Νοεμβρίου 1862:

…Απεφασίσθη να πληρωθώσιν εις τους κ.κ. Γεώργιον Πετιμεζάν και Πέτρον Μαυρομιχάλην, εφέτας Ναυπλίου, οι μισθοί της θέσεως, ην κατείχον κατά τον Φεβρουάριον….

Αμφότεροι ήσαν μέλη της επί της ασφαλεί­ας επιτροπής της Ναυπλιακής επαναστάσεως, εξαιρεθέντες της αμνηστείας του Όθωνος και επιβιβασθέντες του αγγλικού ατμοπλοίου κατά την αναχώρησιν των επαναστατών. Ήδη δια της ως άνω αποφάσεως λαμβάνουν τους μισθούς των αναδρομικώς από της ημέρας της απομακρύνσεώς των.

 

Συνεδρίασις της 6ης Νοεμβρίου 1862:

…Απεφασίσθη να δοθή βοήθεια εκ δραχ. 200 εις τον Ν. Φανδρίδην, του οποίου ο υιός εφονεύθη εις Ναύπλιον… εις τον Εμμ. Παπαδάκην δημοδιδάσκαλον Προνοίας πληγωθέντα κατά τον Φεβρουάριον δραχ. 200 ….

Αμ­φότεροι ήσαν δημοδιδάσκαλοι εις το Ναύπλιον, ο δε εξ αυτών Έμμ. Παπαδάκης ήτο και αρχηγός των εν Ναυπλίω Κρητών, οι οποίοι προσεχώρησαν εις τους επαναστάτας και ηρωικώς ηγωνίσθησαν κατά των κυβερνη­τικών δυνάμεων.

 

Συνεδρίασις 7ης Νοεμβρίου 1862:

 … Απεφασίσθη να διορισθή τετραμελής επιτροπή εκ των κ.κ. Α. Κά­λου, Θ. Βρατσάνου, Οδ. Ιαμέλου και Δ. Παράσχου έργον έχουσα να γνωμοδοτή επί των προς αυτούς   αποστελλομένων αναφορών περί απονομής βοηθημάτων…

Άπαντα τα μέλη της επιτροπής αυτής ήσαν μεμυημέναεις την Φεβρουαριανήν Ναυπλιακήν επανάστασιν. Ο εξ αυτών Θ. Βρατσάνος ήτο μέλος της επαναστατικής επιτροπής Σύρου, οι δε λοιποί συνελή­φθησαν εν Αθήναις την παραμονήν της εκρήξεως της επαναστάσεως κατό­πιν της κατασχέσεως εις Ναύπλιον επιστολής του αρχηγού των επαναστα­τών συνταγματάρχου Αρτέμη Μίχου προς τον εν Αθήναις αδελφόν του Αλέξιον.

 

Συνεδρίασις της 10ης Νοεμβρίου 1862:

… Απεφασίσθη να χορηγηθή εις τους εκ της αλλοδαπής ελθόντας κ.κ. Κατσικογιάννην, Χρ. Γρίβαν, Δημ. Γρίβαν, Νικόλ. Μακρήν, Βασίλ. Ορλώφκαι Λεων. Γραμματικόπουλον αποζημίωσις εκ δρχ. 800 εις έκαστον δι έξοδα επανόδου των….

Εκ των ανωτέρω ο Βασίλ. Ορλώφ ήτο κατά τον Φεβρουάριον ο κυβερνήτης της «Καρτερίας», η οποία προσεχώρησεν εις τους εν Σύρω επαναστάτας, οι δε λοιποί μέλη της επαναστατικής επιτροπής Ναυπλίου αναχωρήσαντα ης το εξωτερικόν δια του αγγλικού ατμόπλοιου.

 

Συνεδρίασις 13ης Νοεμβρίου 1862:

… Απεφασίσθη να χορηγηθή σύνταξις εκ δρχ. 500 κατά μήνα εις την κυρίαν Καλλιόπην Παπαλεξοπούλου, εις ην θέλει συμπεριληφθή και η δυνάμει του νόμου των συντάξεων περί χηρών και ορφανών των γερουσιαστών χορη­γούμενη….

 

Συνεδρίασις 15ης Νοεμβρίου 1862:

…Απεφασίσθη να πληρωθώσιν οι μισθοί του νομαρχιακού διδασκάλου Προνοίας κ. Ν. Φανδρίδη, παυθέντος μετά τήν Ναυπλιακήν επανάστασιν. Εις δε τον δημοδιδάσκαλον Έμμ. Παπαδάκην, πληγωθέντα κατά την επανάστασιν Ναυπλίου και παυθέντα, να χορηγηθή μηνιαία σύνταξις εκ δραχ. 40…

 

Συνεδρίασις 17ης Νοεμβρίου 1862:

… Απεφασίσθη να χορηγηθή χρηματική βοήθεια εκ δραχ. 1.000 εις τον κ. Αντώνιον Νικολαίδην, άλλοτε συντάκτην της «Αθήνας», πολλά πα­θόντα και υποστάντα υπέρ της επαναστάσεως… Επίσης χρηματική βοήθεια εκ δραχ. 100 εις τον Χρ. Πλαπούταν πληγωθέντα εν Ναυπλίω….

Ο μνη­μονευόμενος Αντώνιος Νικολαΐδης ήτο μεμυημένος εις την Ναυπλιακήν επανάστασιν συλληφθείς εις Αθήνας την παραμονήν της εκρήξεώς της κατόπιν της εν Ναυπλίω κατασχέσεως της επιστολής των επαναστατών.

 

Συνεδρίασις της 20ης Νοεμβρίου 1862:

… Απεφασίσθη να χορηγηθή χρηματική βοήθεια εις ην κυρίαν Καλ­λιόπην Παπαλεξοπούλου εκ δραχ. 1.000….

 

Συνεδρίασις της 22ας Νοεμβρίου 1862:

… Απεφασίσθη να χορηγηθώσιν εις τον συνταγματάρχην κ. Αρτέμιον Μίχον δραχ. 5.000 δια τας υπέρ της μεταπολιτεύσεως ενεργείας του και τας ζημίας, ας υπέρ αυτών υπέστη….

Πρόκειται ως γνωστόν δια τον αρχηγόν της Ναυπλιακής επαναστάσεως επανελθόντα εκ της αλλοδαπής μετά την έξωσιν του Όθωνος δι’ ειδικώς προς τούτο αποσταλέντος υπό της Προσω­ρινής Κυβερνήσεως εθνικού ατμοπλοίου.

 

Συνεδρίασις της 5ης Δεκεμβρίου 1862:

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης σε μεγάλη ηλικία.

Εν τη σημερινή συνεδριάσει, παρόντων των μελών της Προσωρινής Κυβερνήσεως (εκτός του κ. Κανάρη ασθενούντος) και των Υπουργών της Επικρατείας, ο κ. πρόεδρος επρότεινεν ότι θεωρεί καθήκον της παρούσης Κυ­βερνήσεως, όπως δοθή εις τον ναύαρχον κ. Κανάρην γενναία εθνική αμοιβή δια τε την αρχαίαν και την νεωτέραν αυτού ιστορίαν επομένως προτείνει να εκδοθή ψήφισμα, δι ου να παραχωρήται εθνικόν τι κτήμα προς τον κ. ναύ­αρχον Κανάρην, του οποίου το κύρος να επιφυλαχθή η Κυβέρνησις να προκαλέση εν καιρώ παρά της εθνικής Συνελεύσεως….

Παραθέτομεν το ανωτέρω απόσπασμα εκ των πρακτικών της συνεδριά­σεως της 5ης Δεκεμβρίου, μη ειδικώς σχετιζόμενον με τους αγωνιστάς της Ναυπλιακής επαναστάσεως, χαρακτηριστικόν όμως των συνθηκών και της νοοτροπίας της τότε Προσωρινής Κυβερνήσεως, η οποία ούτε η ιδία δεν φαίνεται να επίστευεν εις την νομιμότητα των χορηγουμένων υπ’ αυτής πα­ροχών, δι’ ο και προκειμένης της προτάσεως περί αποκαταστάσεως του εκ των μελών της τριανδρίας αυτής ναυάρχου Κανάρη διατυπώνει την ανάγ­κην όπως η σχετική απόφασις περιβληθή το κύρος νομίμου ψηφίσματος της συγκληθησομένης Εθνοσυνελεύσεως.

 

Συνεδρίασις της 11ης Δεκεμβρίου 1862:

… Απεφασίσθη να πληρωθώσιν εις τον κ. Αλέξ. Μίχου οι μισθοί του, από της ημέρας της παύσεώς του, εις τον Δ. Καλλιαντζήν υπογραμματέα των εν Ναυπλίου Εφετών και Ιωάννην Παρασκευόπουλον υπογραμματέα των εν Ναυπλίω Πρωτοδικών, παυθέντας κατά την Φεβρουαριανήν επανάστασιν, επίσης οι μισθοί των από της απολύσεώς των. Επίσης εις τον πρώην σχολάρχην Σύρου Αρ. Τσάτσον οι μισθοί του από της ημέρας της παραιτήσεώς του….

Εκ των ανωτέρω ο Αλέξ. Μίχου, αδελφός του αρχηγού της Ναυπλιακής επαναστάσεως Αρτέμη Μίχου, ήτο ανώτερος υπάλληλος της Ταχυδρο­μικής Υπηρεσίας Αθηνών, μεμυημένος εις την επανάστασιν, συλληφθείς και απολυθείς της θέσεώς του κατόπιν της κατασχέσεως της προς αυτόν εκ Ναυπλίου επιστολής των επαναστατών. Ο δε σχολάρχης Τσάτσος είναι ο γνωστός επαναστάτης της Σύρου και ένθερμος εμψυχωτής της νεο­λαίας εις τον αντιοθωνικόν αγώνα.

 

Συνεδρίασις της 13ης Δεκεμβρίου 1862:

… Απεφασίσθη να χορηγηθή χρηματική βοήθεια εκ δραχ. 500 εις τον Γεώργιον Φραγκιάν….

Ούτος ήτο εκ των πρωτεργατών της Ναυπλιακής επαναστάσεως, εξαιρεθείς της αμνηστείας του Όθωνος και επιβιβασθείς μετά των Τσόκρη και Ζαβιτσάνου εις το γαλλικόν ατμόπλοιον κατά την αναχώρησιν των επαναστατών.

 

Συνεδρίασις της 20ης Δεκεμβρίου 1862:

 Εν τη σημερινή συνεδριάσει, παρόντων των μελών της Προσωρινής Κυβερνήσεως και των Υπουργών της Επικρατείας, απεφασίσθη να διατηρηθή η άμαξα του Κορωναίου δαπάνη του Δημοσίου και να τω επιτροπή να κατοική εις την οικίαν εν η διαμένει εν όσω διαρκεί η ενοικίασις αυτής παρά τον Δημοσίου. Επιτρέπεται εις τον Υπουργόν των Οικονομικών να παραιτηθή από πάσης απαιτήσεως κατά Γ. Πετιμεζά, Ι. Παπαζαφειροπούλου και Σπ. Ζαβιτσάνου σχέσεις εχούσης με την Φεβρουαριανήν Ναυπλιακήν επανάστασιν….

Ήδη τότε ο εκ των πρωτεργατών της Ναυπλιακής επα­ναστάσεως αντισυνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος είχε παραιτηθή της θέσεώς του ως αρχηγού της Εθνοφυλακής λόγω διαφωνιών του με την Κυβέρνησιν περί την οργάνωσιν αυτής (αρχάς Νοεμβρίου 1862). Παρά ταύτα η Κυβέρνησις διατηρεί τιμητικώς την άμαξαν αυτού και την επ΄ ενοικίω κατοικίαν του δαπάναις του Δημοσίου.

Γεώργιος Πετιμεζάς

Οι μνημονευόμενοι εν συνε­χεία Γ. Πετιμεζάς, Ι. Παπαζαφειρόπουλος και Σπ. Ζαβιτσάνος υπήρξαν σημαίνοντα στελέχη της Ναυπλιακής επαναστάσεως εξαιρεθέντα της αμνη­στίας του Όθωνος. Εκ τούτων οι Γ. Πετιμεζάς, εφέτης Ναυπλίου, και Ι. Παπαζαφειρόπουλος, δικηγόρος Ναυπλίου, ήσαν μέλη της επί της ασφα­λείας επιτροπής της επαναστάσεως και επεβιβάσθησαν του αγγλικού ατμο­πλοίου κατά την αναχώρησιν των επαναστατών, ο δε Σπ. Ζαβιτσάνος, πρό­ξενος του Βελγίου, εις τον διπλωματικόν σάκκον του οποίου κατεσχέθη η επιστολή των επαναστατών, η προκαλέσασα την σύλληψιν των εν Αθήναις στελεχών της επαναστάσεως, επεβιβάσθη μετά των Δ. Τσόκρη και Γ. Φραγ­κιά του γαλλικού ατμοπλοίου.

 

Συνεδρίασις της 8ης Ιανουαρίου 1863:

Εν τη σημερινή συνεδριάσει, παρόντων των μελών της Προσωρινής Κυβερνήσεως και των Υπουργών της Επικρατείας, απεφασίσθη να δοθή χρηματική βοήθεια εις τον πολλά παθόντα και ζημιωθέντα υπέρ της μεταπολιτεύσεως αξιωματικόν του πεζικού κ. Ν. Μακρήν εκ δραχ. 1.500….

Ούτος εν εκτοπίσει διατελών εις Ναύπλιον από του Μαΐου 1861 μετέσχεν ενεργώς της Φεβρουαριανής επαναστάσεως αποσταλείς υπό των επαναστα­τών εις Σύρον και αγωνισθείς παρά το πλευρόν του Λεωτσάκου.

Τοιαύται λοιπόν υπήρξαν αι επισήμως τουλάχιστον χορηγηθείσαι υπό της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Μεσοβασιλείας υλικαί παροχαί εις τους πρωτεργάτας της Ναυπλιακής επαναστάσεως. Φαίνεται όμως ότι πέραν τούτων υπήρξαν και άλλαι ανεπίσημοι και δη κατά πολύ μεγαλύτε­ροι. Και τούτο προκύπτει εκ της αποκαλύψεως μερικών των τοιούτων ατο­μικών και χαριστικών παροχών και τον εκσπάσαντα σχετικόν σάλον κατά το 1863. Έναυσμα του δημιουργηθέντος θορύβου υπήρξεν επιστολή του αξιωματικού του στρατού Δ. Λώρη δημοσιευθείσα την 22αν Μαρτίου 1863 [5] και καταγγέλλουσα ότι υπό της Προσωρινής Κυβερνήσεως των Βούλγαρη, Κανάρη και Μπενιζέλου Ρούφου κατεβλήθησαν χιλιάδες δραχμών εις τους πρωτεργάτας της Ναυπλιακής επαναστάσεως υπό το πρόσχημα της αποζημιώσεώς των δια τους αγώνας και τα δεινά, άτινα υπέστησαν υπέρ της μεταπολιτεύσεως.

Επηκολούθησεν η αποκάλυψις, εις την Εθνοσυνέλευσιν, της αυθαιρέτου, παρατύπου και ανενταλμάτου διαθέσεως 40.000 δραχμών υπό της Προσωρινής Κυβερνήσεως, εξ ων 15.000 δραχμαί εις τον στρατηγόν

Γρίβας Θ. Δημήτριος

ως αποζημίωσίς του δια τας υπέρ της μεταπολιτεύσεως υπηρεσίας του, αι δε λοιπαί 25.000 εις τους σωματάρχας αυτού, μεταξύ των οποίων οι Χ. Κατσικογιάννης, Ν. Μακρής και Χρ. Γρίβας, άπαντες σημαίνοντα στελέχη της Φεβρουαριανής Ναυπλιακής επαναστάσεως.

Σύσ­σωμος τότε ο λαός του Ναυπλίου εξηγέρθη [6] και απήτησε να του αποδοθούν τα χρήματα, τα οποία κατέβαλεν εις τους υπέρ των επαναστατών εράνους διαρκούσης της Ναυπλιακής επαναστάσεως, κατατεθείσης μάλιστα και σχε­τικής προτάσεως εις την Εθνοσυνέλευσιν [7].

Ο θόρυβος εκόπασεν έπ’ ολίγον εκ της μεσολαβήσεως των γνωστών «Ιουνιακών», μετά την παρέλευσιν των οποίων επανελήφθησαν αι αιτιάσεις περί «λαφυραγωγίας του δημοσίου πλούτου» και «διαρπαγής του δημοσίου ταμείου υπό αφιλοκερδών πατριω­τών», ευθέως δε κατηγορήθη ο πρωτεργάτης της Ναυπλιακής επαναστάσε­ως αντισυνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος ως παρανόμως λαβών παρά της Προσωρινής Κυβερνήσεως 25.000 δραχμάς, γεγονός το οποίον και ο ί­διος παρεδέχθη[8], διευκρινών όμως συνάμα ότι εξ αυτών μόνον αι 3.000 ή­σαν χαριστικαί, αι δε λοιπαί απόδοσις αναδρομικώς των μισθών του, τους οποίους είχε στερηθή επί Όθωνος τεθείς εις υποχρεωτικήν αργίαν. Ως ήδη ανεφέρθη, όλαι σχεδόν αι κατά τα ανωτέρω υλικαί παροχαί παρά της Προσωρινής Κυβερνήσεως εις τους πρωτεργάτας της Ναυπλιακής επαναστάσεως εγένοντο κατά το τρίμηνον Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 1862.

Μετ’ ολίγον, δι’ ειδικού ψηφίσματος της συγκληθείσης εν τω μεταξύ Εθνοσυνελεύσεως, απηγορεύθη εις την Κυβέρνησιν η χορήγησις συντά­ξεων και πάσης φύσεως υλικών παροχών, υπέρ οιουδήποτε προσώπου, απορρεουσών εξ οιωνδήποτε εκδουλεύσεων υπέρ της μεταπολιτεύσεως.

Α­ξίζει πάντως να σημειωθή ότι εν μέσω των γενομένων αυτών υπό της Προ­σωρινής Κυβερνήσεως ατομικών και χαριστικών παροχών, ουδεμία ελήφθη υπ’ αυτής πρόνοια, δια τας οικογενείας των φονευθέντων αγωνιστών της Ναυπλιακής επαναστάσεως, αρκετοί των οποίων κατέλιπον συζύγους εν χηρεία, απόρους γονείς, ανήλικα τέκνα και ανυπάνδρους αδελφάς και θυγατέρας.

Τούτο όμως επεχείρησεν, εν τινι μέτρω, ολίγους μήνας αργότερον η Εθνοσυνέλευσις. Την 16ην Μαρτίου 1863 η επί των οικονομικών Επιτροπή αυ­τής υπέβαλεν [9] εις την ολομέλειαν του σώματος την εξής πρότασιν ψηφί­σματος συνοδευομένην υπό της σχετικής εισηγητικής εκθέσεως:

 

Η εν Αθήναις Β’ των Ελλήνων Συνέλευσις

Θεωρούσα ότι η πατρίς οφείλει να αποδείξη, ότι εκτιμά πρεπόντως και ανταμείβει επαξίως τας υπέρ των ελευθεριών αυτής προσφερθείσας θυσίας

Ψηφίζει

Α) Χορηγεί τοις επιζώσι γονεύσι του αειμνήστου ανθυπασπιστού Παγώνη, του εν τω Αργολικώ πεδίω κατά την 8ην Φεβρουαρίου 1862 πεσόν­τος, μηνιαίαν ισόβιον σύνταξιν εκ δραχ. 100, προικίζει τας ανηλίκους αδελφάς αυτού με 150 στρέμματα εθνικής γης πρώτης ποιότητος κατ εκλογήν, όταν φθάσωσιν εις ώραν γάμου, και διατάττει οι αδελφοί αυτού να προτιμηθώσιν ως υπότροφοι της Κυβερνήσεως.

Β) Χορηγεί, χάριν του κατά την εν Αρεία της 1ης Μαρτίου 1862 συμπλοκήν πεσόντος αειμνήστου ανθνπολοχαγού Δυοβουνιώτη, τω υποστρατήγω Δυοβουνιώτη, πατρί αυτού, και τη μητρί του μηνιαίαν ισόβιον σύνταξιν εκ δραχ. 400.

Γ) Χορηγεί εις την χήραν του αειμνήστου Λεωτσάκου, πεσόντος εν Κύθνω την 1ην Μαρτίου 1862, ενόσω μένει εις την χηρείαν, μηνιαίαν σύντα­ξιν εκ δραχ. 100, και διατάττει να ανατραφή ο υιός του ως υπότροφος υπό της Κυβερνήσεως, και να προικισθή η ανήλικος κόρη του, όταν υπανδρευθή, με 150 στρέμματα πρώτης ποιότητος εθνικής γης κατ εκλογήν.

Δ) Χορηγεί εις τας αδελφάς του ωσαύτως εν Κύθνω κατά την 1ην Μαρ­τίου 1862 πασόντος αειμνήστου Μωραϊτίνη, όταν έλθωσι εις γάμον, ανά 200 στρέμματα πρώτης ποιότητος και κατ εκλογήν εθνικής γης, και διατάττει να εξακολουθή η παρά της Προσωρινής Κυβερνήσεως χορηγουμένη υποτρο­φία των δύο αδελφών του εν Ευρώπη μέχρις αποπερατώσεως των σπουδών των.

Ε) Χορηγεί εις την μητέρα του ωσαύτως εν Κύθνω κατά την 1ην Μαρ­τίου 1862 πεσόντος αειμνήστου Σκαρβέλη μηνιαίαν ισόβιον σύνταξιν εκ δρχ. 300, προικίζει την άγαμον αδελφήν αυτού με 200 στρέμματα εθνικής γης πρώτης ποιότητος και κατ εκλογήν, όταν φθάση εις ώραν γάμον, και διατάτ­τει ο αδελφός αυτού να προτιμηθή ως υπότροφος του Δημοσίου.

ΣΤ) Χορηγεί σύνταξιν ισόβιον εκ δραχ. 40 εις τον Σπυρίδωνα Δήμα Πίνην πληγωθέντα κατά την 29ην Μαρτίου εν τω ελαιώνι των Αθηνών, μεταβαίνουσαν μετά τον θάνατόν του και εις την επιζήσουσαν σύζυγόν του.

Ζ) Εάν τα πρόσωπα, εις τα οποία παρεχωρήθησαν αι ανωτέρω συντά­ξεις, απολαύωσιν ή θέλωσιν απολαύσει ετέραν σύνταξιν ή μισθόν, δεν γίνεται συσσώρευσις, αλλά θέλουν λαμβάνει το μεγαλύτερον εξ αυτών ποσόν, η δε πα­ραχωρηθείσα σύνταξις εις αμφότερους τους σνζύγους μεταβαίνει μετά την αποβίωσιν του ενός εις τον έτερον.

 

 Εν Αθήναις τη 15 Μαρτίου 1863

Η Επιτροπή

Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ, Ε. ΠΑΡΙΣΗΣ, Γ. ΠΕΡΩΤΗΣ

Ο Εισηγητής

Λύσανδρος Βιλαέτης.

 

Η ευμενής απήχησις εκ της αναγνώσεως της προτάσεως αυτής εις την Εθνοσυνέλευσιν και η συγκίνησις εις όλας τας πτέρυγας αυτής και το ακροατήριον, ως πάντα ταύτα αναλυτικώς περιγράφονται εις τα πρακτι­κά της συνεδριάσεως (16-3-1863), παρέσυρε προφανώς νεωτέρους τινάς ερευνητάς [10] εις το να παραδεχθούν, όλως εσφαλμένως, την έγκρισιν του σχε­τικού ψηφίσματος, έτι δε και την απονομήν των προταθεισών παροχών.

Όμως τοιούτον ψήφισμα ουδέποτε ενεκρίθη. Κατά τον Κανονισμόν της Ε­θνοσυνελεύσεως (άρθρον 32 αυτού ψηφισθέντος την 19-1-1863) η πρότασις μετά της οικείας αιτιολογικής εκθέσεως ώφειλε, μετά την ανάγνωσίν της υπό του εισηγητού, να τυπωθή, εν συνεχεία να διανεμηθή μεταξύ των πλη­ρεξουσίων και να συζητηθή εις ετέραν τακτήν συνεδρίασιν της Εθνοσυν­ελεύσεως, ίνα τεθή εις τελικήν ψηφοφορίαν. Και η πρότασις του ψηφί­σματος αυτού, μετά την ανάγνωσίν της, απεφασίσθη να τυπωθή. Όμως ούτε ετυπώθη, ούτε συνεζητήθη, πολλω δε μάλλον δεν ενεκρίθη. Και τούτο εμ­βάλλει κατ’ αρχήν εις εύλογωον απορίαν, λαμβανομένης υπ’ όψιν της όλως ευμενούς απηχήσεως εκ της αναγνώσεως της εις την Εθνοσυνέλευσιν.

Ότι όμως ούτος έχουν τα πράγματα, ότι δηλαδή η πρότασις αύτη τελούσα εις διαρκή αναβολήν αφέθη τελικώς εις την λήθην, προκύπτει και από το γεγο­νός ότι μετά ταύτα πολλαί κατετέθησαν εις την Εθνοσυνέλευσιν και υπό διαφόρων πληρεξουσίων παρόμοιοι προτάσεις υπέρ των αυτών προσώπων και δια την αυτήν αιτίαν, αλλά με διαφορετικόν το είδος των προτεινομέ­νων παροχών, ήτοι χορήγησιν μόνον μηνιαίων συντάξεων εις τας χήρας και τα ορφανά των ως άνω φονευθέντων αγωνιστών της Ναυπλιακής επαναστά­σεως, κατά τας συνεδριάσεις 16ης και 29ης Μαΐου 1863, ως και 12ης και 29ης Οκτωβρίου 1864 (έντυπον τοιαύτης προτάσεως γενομένης υπό του πληρεξουσίου Τριφυλίας και Υπουργού των Οικονομικών Σ. Σωτηροπούλου με ημερομηνίαν 19-10-1864 εύρηται εις Γενικά Αρχεία του Κράτους) [11].

Αλλ’ εκ του περιεχομένου των τελευταίων τούτων προτάσεων του διαφοροποιούντος, ως ελέχθη, τας προτεινομένας παροχάς εις χορηγήσεις αποκλειστι­κώς και μόνον συντάξεων εις τας χήρας και τα ορφανά των φονευθέντων, διαφαίνεται πλέον και ο λόγος, δι’ όν δεν ενεκρίθη τελικώς το αρχικόν ψή­φισμα.

Τούτο καθ’ ημάς οφείλεται εις τας διατάξεις αυτού τας αφορώσας εις προικοδοτήσεις των αγάμων θυγατέρων και αδελφών των φονευθέντων με στρέμματα εθνικής γης, πρώτης μάλιστα ποιότητος και κατ’ εκλογήν, δια­τάξεις αρρήκτως συνδεόμενος ως εκ της φύσεώς των με το ήδη περίπλοκον πρόβλημα της διανομής της εθνικής γης και, το συναφές αυτώ, της αποκα­ταστάσεως των αγωνιστών του 1821. Τυχόν έγκρισις τοιαύτης προτάσεως όχι μόνον θα προσέθετεν εν ακόμη ανεκτέλεστον ψήφισμα εις τα μέχρι τότε παρομοίας φύσεως εκδοθέντα, αλλά θα απετέλει και πρόκλησιν δια τους αγωνιστάς του 1821 και τους απογόνους των, οι οποίοι δεν είχον ακόμη αποκατασταθή δια τας υπέρ του Αγώνος θυσίας των.

 

Νικ. Δ. Πιέρρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα (εκτός του πολυτονικού)

Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Ναύπλιον 4 – 6 Δεκεμβρίου 1976), Αθήναι, 1979. 

 

Υποσημειώσεις


 

[1]Συνεδριάσεις της 24ης και 25ης Αυγούστου 1845.

[2]Δ. Πετρακάκου, Κοινοβουλευτική Ιστορία της Ελλάδος, τ. Β’, σσ. 495 κ. έπ.

[3]Τα αποσιωπητικά εις τα παρατιθέμενα αποσπάσματα αντιστοιχούν εις έτερα θέματα της ημερησίας διατάξεως εκάστης συνεδριάσεως μη ειδικώς σχετιζόμενα με τους αγωνιστάς της Ναυπλιακής επαναστάσεως.

[4]Εφημερίς «Αιών»,άρ. φ. 2057 της 13-8-1862.

[5]Εφημερίς «Εθνοφύλαξ», άρ. φ. 227 της 22-3-1863.

[6]Εφημερίς «Εθνοφύλαξ», άρ. φ. 266 της 23-5-1863.

[7]Συνεδριάσεις της 7ης και 8ης Μαΐου 1863.

[8]Πάνου Κορωναίου, Έλεγχος των δημοσιευθέντων εντός και εκτός Ελλάδος εγγράφων περί των συμβάντων του Ιουνίου 1863, σ. 75, υποσημ., 78.

[9] «Επίσημος Εφημερίς της Συνελεύσεως», αρ. φ. 38 της 8- 4 -1863, σ. 298 κ. έπ.

[10] Βλ. Αι αγορεύσεις του Ελληνικού Κοινοβουλίου, εκδοσις Εθνικού Κήρυκος, Περίοδ. Α’, τ. 2, σ. 71-72.

[11]ΓΑΚ Συλλογή Βλαχογιάννη, Ε’ Ιδιωτικαί Συλλογαί, φ. 209, Εθνοσυνελεύσεις, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1864.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Μικρά ιστορική περιγραφή του Ναυπλίου από Γερμανικόν έντυπον του έτους 1827


 

 

Στην Βιβλιοθήκη της Σορβόννης στο Παρίσι βρίσκεται σήμερα το μοναδικό, απ’ ό,τι ξέρομε, αντίτυπο ενός μικρού βιβλίου, πού εκδόθηκε στην Λειψία το 1827 και που είναι γραμμένο στην γερμανική γλώσσα. Ο τίτλος του είναι ο έξης: «Οι αιτίες για τις οποίες οι Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης δεν απελευθέρωσαν ενωρίτερα την Ελλάδα από την σκλαβιά των Τούρκων. Μαζί με μια περιγραφή του Napoli di Romania (του Ναυπλίου) στον Μοριά, μία περιγραφή της τύχης του από τα παλαιότερα έως τα νεώτερα χρόνια και ένα πίνακα παριστάνοντας την πολιορκία του από τους Βενετούς, Σάξονες και Μπρουνσβίγκους το 1686 από τον περίφημο Ολλανδό ζωγράφο de Hooghe»[1].

 

Romeyn de Hooghe (1645-1708). Verovering Van Napoli Di Romania, Argos Teres Corinth: et Nevens De Victorie Der s.r. Op De Turcke, 1686.

 

Σαν ανώνυμος συγγραφέας του βιβλίου αυτού παρουσιάζεται στην σελίδα τίτλου ένας Αμερικανός πολιτικός, ο οποίος επισκέπτεται αυτή την εποχή την Ευρώπη. Η σελίδα τίτλου περιέχει ακόμα μερικά λόγια του Chateaubriand: «Αλίμονο στον αιώνα, που κοιτάζει αδρανώς τον αγώνα ηρώων και πού πιστεύει ότι χωρίς κίνδυνο μπορεί να αφήση να πεθάνη ένα έθνος. Τέτοιο λάθος ή μάλλον τέτοιο έγκλημα αργά ή γρήγορα θα τιμωρηθή σκληρά»[2].

Στον πρόλογο από τον Ιανουάριο του 1827 ο συγγραφέας λέει μεταξύ άλλων:

 

«Ο αρχικός σκοπός μου ήταν να δώσω στο γερμανικόν κοινό μία παραστατική και ακριβή εικόνα του Ναυπλίου, δηλαδή της τοποθεσίας του, των κατοίκων του και της καταστάσεώς του. Όμως δεν μπορεί κανείς ν’ αναφέρη την ελληνικήν υπόθεση χωρίς να λάβη υπ’ όψιν και τις σχέσεις που έχει αυτή ή χώρα με την πολιτισμένη Ευρώπη, χωρίς ν’ αναρωτιέται κανείς τι θα είναι το καλύτερο για την μια και την άλλη πλευρά, ποιο αμοιβαίο χρέος έχουν οι δύο μεταξύ τους και τι πρέπει να γίνη αυτή την στιγμή»[3].

 

Πράγματι αυτή η πολιτική συζήτηση του ελληνικού θέματος περιλαμβάνει 20 σελίδες του βιβλίου, ενώ η ιστορική περιγραφή του Ναυπλίου περιορίζεται στις δέκα πρώτες σελίδες. Ας ρίξωμε μια σύντομη ματιά στο περιγραφικό μέρος του βιβλίου: Στην αρχή ο συγγραφέας εξηγεί στους αναγνώστες του, γιατί το ενδια­φέρον του στράφηκε συγκεκριμένα προς το Ναύπλιο. Μετά από την απελευθέρωση από τούς Τούρκους, λέει, έγινε έδρα της νέας ελληνικής Κυβερνήσεως. Είναι και τώρα ο τόπος που συγκεντρώνονται οι στρατιω­τικές δυνάμεις, και ο Ιμβραήμ πασάς, ο οποίος έχει μετατρέψει σχεδόν όλη την Πελοπόννησο σε ερημιά, προσπάθησε κατ’ επανάληψη να το πλησί­αση, αλλά ματαίως [4].

Μετά από την γεωγραφική περιγραφή του Ναυπλίου ο συγγραφέας αρχίζει την ιστορική: Αναφέρει το έτος 1205 που οι Βενετοί, όπως λέει, για πρώτη φορά πήραν την εξουσία στο Ναύπλιο και το ονόμασαν Napoli di Romania. Μετά αναφέρει το 1495, που ο σουλτάνος Βαγιαζήτ κατέκτησε την πόλη [5]. Σχετικά με τα γεγονότα του 1686, που οι Βενετοί κάτω από τον Morosini ξαναπήραν το Ναύπλιο, ο συγγραφέας δίνει πιο πολλές λεπτο­μέρειες. Μιλάει για την σύνθεση των στρατών και από την βενετική και από την τουρκική πλευρά και περιγράφει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις μεταξύ των δύο. Τέλος αναφέρει την συνθηκολόγηση και την φυγή των 10.000 Τούρκων κατοίκων του Ναυπλίου προς την Μικράν Ασία. Η πόλη, λέει, είχε υποφέρει πολύ από τις μάχες και έμοιαζε με ερείπιο [6].

Στην συνέχεια ο συγγραφέας περνάει κατευθείαν στα γεγονότα του ’21: Μιλάει για την άτυχη προσπάθεια των Ελλήνων να καταλάβουν το Ναύπλιο κατά το τέλος του έτους 1821. Στην πολιορκία της πόλεως το 1822 που επέτυχε και οδήγησε στην άλωση του Ναυπλίου από τους Έλληνες, ο συγγραφέας αφιερώνει 4 σελίδες [7].

Τονίζει ότι οι συνθήκες παραδόσεως τηρήθηκαν πιστά απo τους Έλληνες και ότι δεν χύθηκε ούτε μια σταγόνα αίματος [8]. Οι Τούρκοι όμως αντάμειψαν άσχημα την καλωσύνη των Ελλήνων. Μόλις έφθασαν στη Σκάλα Νόβα της Μικράς Ασίας, λέει, εκδικήθηκαν άγρια τούς εκεί διαμένοντες χριστιανούς. Ο συγγραφέας μας τελειώνει το περιγραφικό μέρος του βιβλίου του αναφέροντας τα έξης λόγια του Κικέρωνα προς τον αδελφόν του:

 

«Θυμήσου, Quintus, ότι διατάζεις Έλληνες, οι οποίοι έχουν φέρει τον πολιτισμό σε όλους τους λαούς μαθαίνοντας τους την επιείκεια και τον ανθρωπισμό και στους οποίους η Ρώμη οφείλει την μόρφωση και τις γνώσεις που κατέχει»[9].

 

Η σύντομη ιστορική περιγραφή του Ναυπλίου σε ένα γερμανικό βιβλίο του 1827 δεν μας προσφέρει καινούργια στοιχεία. Ο συγγραφέας συνθέτει απλώς μερικά γνωστά γεγονότα από την γεωγραφία και ιστορία μιας πόλεως, στην οποίαν εστράφηκε απότομα η προσοχή των Δυτικοευ­ρωπαίων εφ’ όσον επρόκειτο να γίνη η πρωτεύουσα της νεογεννημένης Ελλάδος. Σ’ εμάς αυτή η περιγραφή δείχνει χαρακτηριστικά, νομίζω, τον τότε συνηθισμένο τρόπο πληροφορήσεως όσο πρωτόγονος και αν μας φαίνεται, σήμερα, αφού κάθε βράδυ βλέπομε στο «μαγικό κουτί» μας τα γεγονότα που συνέβησαν την ίδια μέρα σε όλον τον κόσμο.

 

Die Beweggründe…

 

Ας δούμε τώρα πως ο ανώνυμος συγγραφέας μας ερμηνεύει την πολιτική άποψη του ελληνικού ζητήματος: Στο ερώτημα που θέτει στον τίτλο του έργου του δίνει μια απλή απάντηση: Η ζήλεια μεταξύ των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, λέει, είναι η αιτία γιατί αυτές δεν έχουν κατα­στρέψει ακόμα την τουρκική δύναμη στην Ευρώπη. Αυτή η πολιτική όμως είναι, κατά την γνώμη του, εντελώς λανθασμένη. Διότι, εάν διωχθούν οι Τούρκοι από την Ευρώπη, αυτό δεν σημαίνει ότι η τέως αυτοκρατορία τους πρέπει να μοιρασθή μεταξύ της Ρωσσίας, Αυστρίας, Γαλλίας και Αγγλίας. Όλα αυτά τα κράτη είναι αρκετά μεγάλα και δεν έχουν ανάγκη από περισσότερη επέκταση [10].

Στην Ευρώπη, γράφει αλλού, κυριαρχεί ένα καινούργιο πνεύμα που βάζει την δικαιοσύνη πάνω από κάθε πολιτική. Οι λαοί ζητούν τα δικαιώματά τους. Ζητούν την ελευθερία του εμπορίου, του λόγου, της θρησκείας και του ατόμου. Γενικά όλα προχωρούν με γρήγορο ρυθμό προς το καλύτερον [11]. Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να αγνοούν αυτό το πνεύμα της προόδου, και οι ίδιες με την ίδρυση της Ιεράς Συμμαχίας το 1815 έχουν δηλώσει επίσημα ότι απ’ εδώ και στο εξής θα θεωρούν τον εαυτό τους σαν μέλη ενός μεγάλου έθνους, και ότι η πολιτική τους θα στηρίζεται στην κοινή χριστιανική θρησκεία και στο πνεύμα της αδελφότητας. Είναι αυτονόητο, λέει ο συγγραφέας μας, ότι οι Τούρκοι δεν ταιριάζουν σε αυτήν την ευρωπαϊκή χριστιανική κοινωνία, και λάθος κάνανε οι Μεγάλες Δυνάμεις στην αρχή της Ελληνικής Επαναστάσεως να θεωρούν τον σουλ­τάνο σαν νόμιμον κυρίαρχον των Ελλήνων και τους Έλληνες σαν αντάρτες [12].

Οι Τούρκοι ξεχωρίζονται ριζικά από τους Ευρωπαίους σε ό,τι αφορά στην θρησκεία, την νοοτροπία και τα ήθη. Είναι βάρβαροι και η κυριαρχία τους έχει αποδώσει μόνο ερείπια. Αδιαφορούν αν οι περιοχές που κυβερνούν μένουν έρημες, ή αν ανθίζουν. Οι Τούρκοι είναι αρνητικοί σε κάθε είδος διαφωτισμού, σε κάθε πνευματική ανάπτυξη. Μισούν όλα που είναι χριστιανικά και θα ήταν διατεθειμένοι να καταστρέψουν όλους αυτούς που δεν υποτάσσονται στον ισλαμισμό. [13] Κάτω από τέτοιες συνθήκες, ρωτάει ο συγγραφέας, μπορεί κανένας Ευρωπαίος να επιθυμήση να ιδεί τους Έλληνες, που είναι χριστιανοί και πατέρες του πολιτισμού να σκύβουν πάλι κάτω από το σιδερένιο ζυγό των άγριων, αμαθών και φανατικών Τούρκων [14]; Η απάντηση είναι φυσικά: «όχι». Αντίθετα, η σύγχρονη Ευρώπη που χρωστάει όλη την μόρφωσή της στους αρχαίους Έλληνες πρέπει να δείξη τώρα την ευγνωμοσύνη της προς τους απογόνους τους, τους Νέους Έλληνες.

Εκτός από αυτό και η θρησκεία επιβάλλει στους Ευρωπαίους να συμπαραστέκωνται στους χριστι­ανούς αδελφούς τους εναντίον των Μουσουλμάνων. Δηλαδή, κατά την πεποίθηση του συγγραφέα μας, οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις έχουν το χρέος να αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία των Ελλήνων [15].

Πώς αντιλαμβάνεται όμως ο ίδιος ένα τέτοιο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος; Η Ελλάδα, λέει, πρέπει να περιλαμβάνη όλες τις περιοχές όπου μιλάνε την ελληνικήν γλώσσα και όπου πιστεύουν στην χριστιανική θρησκεία [16]. Σαν μορφή κυβερνήσεως προτείνει την συνταγματική μοναρχία. Οι Έλληνες, λέει, χρειάζονται ένα δίκαιο και αποφασισμένο μονάρχη, ο οποίος θα βάλη τέρμα στην διχόνοιά τους και θα επιβάλη το σεβασμό στο καινούργιο ενιαίο δίκαιο. Αυτός ο μονάρχης, εκλεγμένος από τους Έλληνες, δεν πρέπει όμως να είναι Έλλην αλλά ένας ξένος που ξέρει καλά τους Έλληνες και τις συνθήκες ζωής στην χώρα τους.

Επίσης δεν πρέπει ν’ ανήκη σε μια από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυναστείες για να μη δημιουργηθή πάλι ζήλεια μεταξύ των Μεγάλων [17]. Για τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς τελικά, η ανεξαρτησία της Ελλάδος, μιας τόσο καρποφόρας και όμορφης χώρας, όπως τονίζει ο συγγραφέας, θα έχη πολλά οφέλη: Από πυκνοκατοικημένες περιοχές της Ευρώπης θα μπορούσαν να μεταναστεύουν άνθρωποι στην Ελλάδα [18]. Και με την αύξηση πληθυσμού θα αυξηθούν η παραγωγικότητα και η εμπορική δραστηριότητα, αλλά και οι πνευματικές ανταλλαγές θα δυναμώσουν, διότι οι επιστήμονες θα μπορούσαν να ταξιδεύουν ελεύθερα και ασφαλώς σε ένα έδαφος που αντιπροσωπεύει την κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού [19].

Στο τέλος του βιβλίου του ο συγγραφέας εκφράζει την πεποίθηση, ότι οι Έλληνες θα κερδίσουν τον εξάχρονο ηρωικό αγώνα τους για την ελευθερία, διότι αυτός ο αγώνας είναι δίκαιος, και αφού οι μεγαλοπράγμονες μονάρχες και λαοί της Ευρώπης θα τους δώσουν την οφειλόμενη συμπαρά­σταση. «Η υπόθεση της Ελλάδος, γράφει κυριολεκτικά, είναι η υπόθεση της μορφωμένης Ευρώπης. Οι Τούρκοι δεν έχουν φέρει τίποτε άλλο στην Ευρώπη παρά την πανούκλα, την αναρχία και την καταστροφή. Αντίθετα, τι χρωστάμε στους Έλληνες: Την μόρφωση, τις γνώσεις και τις Καλές Τέχνες. Μονάρχες και λαοί της Ευρώπης! Κάντε το χρέος σας και μη ξεχνάτε ότι οι απόγονοί μας θα μας δικάσουν αυστηρά εάν διστάσωμε»[20].

Δύσκολο μου φαίνεται για να μην πω αδύνατο να βρεθή τώρα πια μια απάντηση στο ερώτημα, ποιος κρύβεται πίσω από την ανωνυμία του συγγραφέα του βιβλίου που σας παρουσίασα, δηλαδή ποιος είναι αυτός ο δήθεν Αμερικάνος πολιτικός, ο οποίος απευθύνεται αποκλειστικά στο γερμανικό κοινό και ο οποίος δημοσιεύει στη Λειψία ένα βιβλίο στα γερμανικά.

Το βιβλίο αυτό δεν είχε, απ’ ό,τι βλέπομε, καμμιά απήχηση στις εφημερίδες ή στα περιοδικά της εποχής, και όπως αναφέραμε πριν, το μοναδικό αντίτυπό του βρίσκεται σήμερα στο Παρίσι. Για ποιο λόγο (έτσι μπορείτε να ρωτήσετε τώρα εσείς) μιλάω για ένα βιβλίο, που προφανώς πέρασε σχεδόν απαρατήρητο στην εποχή του; Ούτε μπορεί κανείς να πη ότι οι ιδέες που περιέχει σχετικά με το ελληνικό ζήτημα είναι πρωτότυπες. Όμως σε αυτό το σημείο ακριβώς εγώ βλέπω την σημασία του βιβλίου αυτού. Δηλαδή έχομε μπροστά μας μία πλήρη περίληψη όλων των σκέψεων που είχαν εκτεθή σε δεκάδες φιλελληνικά φυλλάδια τα προηγούμενα χρόνια στην Γερμανία. Ας υπενθυμίσωμε μόνο μερικά από αυτά.

Το πρώτο φυλλάδιο του Wilhelm Trangott Krug, καθηγητού της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, που έχει τον τίτλο: «Η Αναγέννησις της Ελλάδος. Ένα πρόγραμμα για την Εορτή της Αναστάσεως»[21].

Ήταν γραμμένο για την Κυριακή των Βαΐων τον Απρίλιον του 1821, δηλαδή πριν γίνη γνωστό στην Δύση ότι εξέσπασε επανάσταση και στον Μοριά. Αυτό το φυλλάδιο είχε αμέσως μια πολύ μεγάλη απήχηση. Το Σεπτέμβριο του 1821 ο Krug εδημοσίευσε δεύτερο βιβλίο προς όφελος των Ελλήνων [22] και το επόμενο έτος τρίτο [23]. Ας υπενθυμίσωμε επίσης ένα βιβλιάριο με τίτλο «Η υπόθεσις των Ελλήνων, υπόθεσις της Ευρώπης» του καθηγητού Θεολογίας του Πανεπι­στημίου της Λειψίας, ο οποίος ήταν και προσωπικός φίλος του Krug[24]. Ας υπενθυμίσωμε ακόμα το ανώνυμο φυλλάδιο «Η σωτηρία της Ελλάδος, υπόθεσις της ευγνωμονούσας Ευρώπης» [25], ή τελικά το βιβλίο του καθηγητού της ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, με τίτλο: «Η σημασία που έχει ο τωρινός ελληνο-τουρκικός αγώνας για την υγεία της ευρωπαϊκής ηπείρου»[26].

Σε αυτά τα έντυπα ακολούθησαν ακόμα, περίπου άλλα τριάντα γερμανόγλωσσα πολιτικά φυλλάδια με θέμα τον ελληνικόν Αγώνα. Τα περισσότερα απ’ αυτά εμφανίστηκαν μεταξύ των πρώτων μηνών μετά από το ξέσπασμα της Επαναστάσεως και του τέλους του 1822.

Η τάσις όλων αυτών των φυλλαδίων με δύο εξαιρέσεις είναι καθαρά φιλελληνική. Και οι βασικές σκέψεις που προβάλλονται είναι λίγο-πολύ πάντοτε οι ίδιες. Δηλαδή η ιδέα, ότι οι Τούρκοι εκ φύσεως και εκ δικαιώματος δεν έχουν θέση στην Ευρώπη, η ιδέα ότι οι Ευρωπαίοι σαν χριστιανοί και ακόμα περισσότερο από ευγνωμοσύνη για όλα που τους έχει προσφέρει η Αρχαία Ελλάδα, έχουν το χρέος να βοηθήσουν τους Έλληνες ν’ αποκτήσουν την ελευθερία, και τέλος πάντων η ιδέα ότι η απελευθερωμένη Ελλάδα πρέπει να γίνη ισότιμο μέλος της οικογένειας των ευρωπαϊκών λαών προς όφελος όλων και κυρίως προς όφελος της γενικής προόδου.

Το βιβλίο από το 1827, για το οποίο σας μίλησα και που περιέχει μια μικρή περιγραφή της όμορφης πόλεως που συνκεντρωθήκαμε απόψε, μου φάνηκε κατάλληλο στο να σας δώση μια εικόνα του πνεύματος συμπαθείας, με το οποίον η Γερμανία έβλεπε τότε την Ελληνικήν Επανάσταση.

 

Regina Quack – Μανουσάκη

Διατηρήθηκε η ορθογραφία της συγγραφέως (εκτός του πολυτονικού)

Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι, 1989. 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Die Beweggründe, warum die europäischen Grossmäschte Griechenland nicht früher aus der Slaverei der Türken befreieten. Nebst einer Beschreibung von Napoli di Romania (Nauplia) in Morea, einer Schilderung seiner Schicksale von den ältesten bis auf die neuesten Zeiten und einer Abildung von dem berühmten niederländischen Maler de Hooghe, seine Belagerung durch die Venetianer, Sachsen und Braunschweiger im Jahre 1686 darstellend. Von einem amerikanischen Staatsmann, der jetzt Europa besucht. Leipzig, in Baumgärtner’s Buchhandlung, 1827.

[2] Από τον πρόλογο της β ‘ εκδόσεως των «Itinéraires» του Chateaubriand, το 1826.

[3] Die Beweggründe, σσ. VI-VII.

[4] Ενθ’ άν., σ. 1.

[5] Αυτά τα στοιχεία είναι ανακριβή. Το 1212 άρχισε η φραγκική κυριαρχία του Ναυπλίου. Το 1500 ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Β’ πολιόρκησε το Ναύπλιο, που βρισκόταν κάτω από την ενετική κυριαρχία, αλλά δεν το κατέκτησε. Η πόλη παραχωρήθηκε στους Τούρκους με συνθήκη το 1540. Λαμπρυνίδου Μιχαήλ Γ., Η Ναυπλία, έκδ. Γ’, Ναύπλιον 1975, κεφάλαια Γ’, Δ’.

[6] Ακολουθεί (σσ. 6-7) ο κατάλογος των στρατιωτικά πιο σημαντικών σημείων του Ναυπλίου κατά την ενετική πολιορκία το καλοκαίρι του 1686 όπως τα απεικονίζει ο πίνακας του Ολλανδού ζωγράφου στο παράρτημα του βιβλίου.

[7] Ενθ’ άν., σσ. 7-11. Ο συγγραφέας κάνει λάθος τοποθετώντας τα γεγονότα, όπως την εισβολή των Τούρκων στην Πελοπόννησο και την άλωση του Ναυπλίου στο έτος 1823.

[8] Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ένας αυτόπτης μάρτυρας, ο Γερμανός αξιωματικός Gustav von Mandelsloh ο οποίος είχε δώσει στο γερμανικό κοινό μια εκτενή περιγραφή της αλώσεως του Ναυπλίου στην «Βραδυνή Εφημερίδα» της Δρέσδης το 1824. Βλ. την σχετική μελέτη μου, «Bericht eines Augenzeugen» στα Πρακτικά Α’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι 1976, τ. Γ’, σσ. 124-145. Δεν ξέρομε όμως εάν ο ανώνυμος συγγραφέας μας ήταν εν γνώσει αυτής της περιγραφής.

[9] Ένθ άν., σ. 11.

[10] Ενθ’ άν., σ. 13.

[11] Ενθ’ άν., σσ. 23-24.

[12] Ενθ’ άν., σσ. ΙΙΙ-V, 20.

[13] Ενθ» άν., σσ. 14-15.

[14] Ενθ’ άν., σ. 15.

[15] Ενθ’ άν., σ. 19.

[16] Ενθ’ άν., σ. 18. Ο συγγραφέας αναφέρει εδώ το Μοριά, την Αττική, την Βοιωτία, την Ήπειρο, επίσης και τα νησιά, όπως π.χ. την Σάμο, Χίο, Κρήτη, Ρόδο κλπ. Σε άλλο σημείο (σ. 14) γράφει ότι στην ευρωπαϊκή Τουρκία θα πρέπει να προστεθούν και μεγάλα μέρη της Μικράς Ασίας.

[17] Ενθ’ άν., σ. 17.

[18] Ενθ’ άν., σ. 14.

[19] Ενθ’ άν., σσ. 21-22.

[20] Ενθ’ άν., σσ. 28-29.

[21] Krug, Wilhelm Traugott, Griechenlands Wiedergeburt. Ein Pro­gramm zum Auferstehungsfeste, Leipzig 1821.

[22] Ibidem, Letztes Wort über die griechische Sache. Ein Programm zum Michae­lisfeste, Frankfurt / Leipzig 1821.

[23] Ibidem, Neuester Stand der griechishen Sache, Altenburg 1822.

[24] [T z s c h i r n e r, H. G.], Die Sache der Griechen, die Sache Europas, Leipzig 1821.

[25] Die Rettung Griechenlands die Sache des dankbaren Europa, Leipzig 1821.

[26] Jörg, Joh. Christian Gottfried, Die Wichtigkeit des jetzigen griechischtürkischen Kampfes für das physische Wolf der Bewohner des europäischen Continents, Frankfurt / Leipzig 1821.

 

Read Full Post »

Η Ναυπλιακή Επανάστασις και το απόρρητον των επιστολών


 

 

Εις το εξάμηνον χρονικόν διάστημα από της καταστολής της Ναυπλιακής Επαναστάσεως, κατ’ Απρίλιον του 1862, μέχρι της εξώσεως του Όθωνος, κατ’ Οκτώβριον του αυτού έτους, σοβαρόν θέμα απησχόλησε την Γερουσίαν, την κοινήν γνώμην και τον τύπον της εποχής, ή πρωτο­φανής δηλαδή και αντισυνταγματική ενέργεια του υπουργού των Εσωτε­ρικών και πρωθυπουργού Γενναίου Κολοκοτρώνη να επιχείρηση, δια του υπουργού της Δικαιοσύνης, ωμήν επέμβασιν της πολιτικής εξουσίας εις την δικαστικήν, ως εκ του τρόπου που εξεδηλώθη, συνιστώσαν δε και ανεπίτρεπτον απόπειραν αλλοιώσεως και κατάφωρου καταστρατηγήσεως του συνταγματικώς κατωχυρωμένου δικαιώματος των πολιτών περί του απαραβίαστου του απορρήτου των επιστολών.

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος, ελαιογραφία.

Το θέμα έχει τας ρίζας του εις τα γεγονότα, τα οποία έλαβον χώραν εις το Ταχυδρομικόν Γραφείον του Ναυπλίου την νύκτα που εξερράγη η Επανάστασις. Ως γνωστόν, την εσπευσμένην κήρυξιν της αντιοθωνικής αυ­τής Επαναστάσεως, την νύκτα της 1ης Φεβρουαρίου 1862, επροκάλεσεν η κατάσχεσις και αποσφράγισις εις το Ταχυδρομικόν Γραφείον επιστολής των επαναστατών προς τους εν Αθήναις συνωμότας, ενέργεια της εισαγγε­λικής και της αστυνομικής αρχής ερχόμενη εις πλήρη αντίθεσιν με ρητήν και θεμελιώδη διάταξιν του Συντάγματος του 1844 θεσπίζουσαν δια του άρθρου 14 ότι «το απόρρητον των επιστολών είναι απαραβίαστον».

Η αντισυνταγματική αυτή ενέργεια των τοπικών αρχών, νομάρχου, εισαγγε­λέως και αστυνόμου, δικαιωθείσα αμέσως εις την πράξιν με την ανακάλυψιν του συνωμοτικού δικτύου και την εσπευσμένην κήρυξιν της επαναστάσεως, απετέλεσε προηγούμενον και καθιερώθη έκτοτε ως κοινή πρακτική, και μετά την καταστολήν της επαναστάσεως, δια την ανακάλυψιν και εξάρθρωσιν συνωμοτικών κινήσεων εις την πόλιν του Ναυπλίου, πράγμα που επροκάλεσεν, όπως θα διαπιστώσωμεν, την αντίδρασιν του διευθυντού του Ταχυδρομικού Γραφείου Ναυπλίας.

Αξίζει εδώ να υπενθυμίσωμεν, ότι η κατασταλείσα Φεβρουαριανή Ναυπλιακή Επανάστασις είναι η μόνη εις την ιστορίαν των εν Ελλάδι από της απελευθερώσεως Επαναστάσεων που είχε πραγματικόν παλλαϊκόν χαρακτήρα και συμμετοχήν, αφού μόνον εις τον κεντρικόν της πυρήνα μετείχον[1], εκτός των στρατιωτικών, δημόσιοι υπάλληλοι, εφέται, πρωτοδίκαι, δικηγόροι, δημοτικοί σύμβουλοι, εκπαιδευτικοί και εν μέσω αυτών η ψυχή της επαναστάσεως αρχόντισσα του Ναυπλίου Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, χήρα του γερουσιαστού Παπαλεξοπούλου και κόρη του πολιτευτού Πατρών Καλαμογδάρτη.

Ο παλλαϊκός αυτός παλμός της Ναυπλιακής Επαναστάσεως δεν ήτο φυσικά δυνατόν να κατασιγάση με την καταστολήν της και την είσοδον των κυβερνητικών στρατευμάτων εις το Ναύπλιον, ούτε με την φίμωσιν του τύπου και το κλείσιμον των τοπικών εφημερίδων[2] ως συμμετασχουσών εις την επανάστασιν. Αντιθέτως, ήρχισαν οσημέραι αυξανόμενοι αι φιλελεύθεροι εκδηλώσεις [3] του Ναυπλιακού λαού με ακμαίον και αδιάπτωτον πάντοτε το δημοκρατικόν του φρόνημα και την πίστιν του εις τας αρχάς και ιδέας της Φεβρουαριανής Επαναστάσεως.

Ταυτοχρόνως όμως εκλιμακούντο, από την άλλην πλευράν, αι μετά εκδικητικής μανίας διώξεις και οι κατατρεγμοί αδιακρίτως των πολιτών υπό των τοπικών στρατιωτικών και αστυνομικών άρχων με ομαδικάς φυλακίσεις, προπηλακισμούς και συχνούς περιορισμούς της κυκλοφορίας εις τας οδούς, εις τα πλαίσια επιχειρήσεων «τιμωρίας της πόλεως», η οποία και απεκλήθη τότε «ατρόμητος Μασσαλία της ελευθέρας Ελλάδος»[4].

Μεταξύ των αυθαιρε­σιών των τοπικών αρχών ήτο και η κατάσχεσις εις το ταχυδρομείον και παραβίασις του απορρήτου των επιστολών. Το φαινόμενον δεν ήτο βεβαίως ασύνηθες κατά την οθωνικήν περίοδον, αλλά την φοράν αυτήν φαίνεται ότι ο Γενναίος ηθέλησε να του προσδώση… νομικήν κάλυψιν και επίσημον υπόστασιν.

Απαρχή του δημιουργηθέντος θορύβου υπήρξεν η καταγγελία του γερουσιαστού Ρ. Παλαμήδη εις την Γερουσίαν[5], ότι ο υπουργός της Δικαιοσύνης εξέδωκεν εγκύκλιον, δια της οποίας επιτρέπει εις τους Εισαγγελείς να κατάσχουν και αποσφραγίζουν εις τα ταχυδρομεία επιστολάς, γεγονός που επροκάλεσε γενικήν αναστάτωσιν, αφού δι’ αυτού επεχειρείτο απροκάλυπτος καταπάτησις του άρθρου 14 του Συντάγματος.

Απουσιάζοντος του υπουργού της Δικαιοσύνης Ευστ. Ηλιοπούλου εκτός Αθηνών, ο παριστάμενος εις την συνεδρίασιν της Γερουσίας υπουργός των Εσωτερικών και πρωθυπουργός Γενναίος Κολοκοτρώνης, καθώς και άλλοι παρόντες υπουργοί, συνεμερίσθησαν την κοινήν αγανάκτησιν και με έντονους εκφράσεις απεδοκίμασαν την τυχόν τοιαύτην ενέργειαν, ισχυριζό­μενοι συνάμα, ότι αγνοούν εντελώς την ύπαρξιν τοιαύτης εγκυκλίου. (Αναφέρομεν διεξοδικώς τα διατρέξαντα κατά την συνεδρίασιν αυτήν της Γερουσίας, δια να καταδειχθή εναργέστερον εν συνεχεία το μέγεθος της υποκρισίας και της παρελκυστικής τακτικής του Γενναίου).

Υπεσχέθη δε η κυβέρνησις να δώση τας δέουσας πληροφορίας εις την Γερουσίαν. Κατά την επομένην συνεδρίασιν[6] ο Παλαμήδης προσεκάλεσε τους υπουργούς να εκπληρώσουν την υπόσχεσίν των, οι οποίοι όμως επέμειναν αρνούμενοι ότι εξεδόθη τοιαύτη εγκύκλιος και επρότειναν αναβολήν της συζητήσεως μέχρι της επανόδου του αρμοδίου υπουργού της Δικαιοσύνης. Τότε ο Παλαμήδης, αντί άλλης απαντήσεως, ανέγνωσε και κατέθεσεν εις τα πρακτικά την υπουργικήν εγκύκλιον, μακροσκελή και εκτεταμένην και έχουσαν, κατά τα κυριώτερα και επίμαχα αυτής μέρη, ως έξης:

  Άρ. Πρωτ. 5295

 ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ


Προς τους παρ’ Εφέταις κ. κ. Εισαγγελείς
Κοινοποιούμεν υμίν παρακατιόν
το υπό σημερινήν ημερομηνίαν έγγραφον ημών προς το επί
των Εσωτερικών Υπουργείον.
                                                                            

Εν Αθήναις τη 30 Ιουλίου 1852

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΕΥΣΤ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Αριθ. 5229

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Εν Αθήναις τη 30 Ιουλίου 1862

Επί του ζητήματος, εάν επιτρέπηται, και ιδίως εν τοις Ταχυδρομικοίς Γραφείοις, ή κατάσχεσις και αποσφράγισις ιδιωτικών επιστολών και κατά τίνας τύπους τα μέτρα αυτά πρέπει να ενεργώνται, εκθέτομεν Υμίν τα έξης, επιστρέφοντες εσωκλείστως τας υπ’ άρ. 9623 και 9327 Υμετέρας επισημειώσεις.

….Καθώς η ανακριτική αρχή δύναται να εισέλθη εις την οικίαν τινός και να ενεργήση αυτόθι κατ’ οίκον έρευναν καταλαμβάνουσα και αποσφραγίζουσα όσας εύρη υπόπτους επιστολάς ή άλλα έγγραφα, μόλις από του Ταχυδρομείου εξελθόντα, ούτω δύναται και εις το Ταχυδρομείον αυτό να μεταβή προς ανεύρεσιν και κατάσχεση τοιούτων επιστολών και εγγράφων, διότι και τότε το αυτό δικαίωμα ενασκείται (Mittermaier, Strafverfahren I 340).

 Άρα εις την λύσιν του ζητήματος, αν συγχωρήται να κατασχεθώσιν επιστολαί εν τω Ταχυδρομείω), πρέπει να οδηγώσιν αι περί της κατ’ οίκον ερεύνης διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας, και ιδίως να ενεργήται η έ­ρευνα τότε μόνον, όταν υπάρχη πιθανότης, ότι δι’ αυτής δύναται να κατορθωθή ή ευκολυνθή η ανακάλυψις ωρισμένου εγκλήματος ή πλημμελήματος.

Η πιθανότης δε αύτη υπάρχει πάντοτε ως προς τας επιστολάς του προφυλακισμένου, ένεκα της προφυλακίσεώς του, δι’ ης κόπτεται πάσα συγκοινωνία αυτού μετά των έξω και δια τούτο δύναται να κατασχεθώσι και εν τω Ταχυ­δρομείω) (Faustin Helie τόμ. 5 σελ. 516, Mittermaier Strafverfahren I 139).

Αλλά και επιστο­λαί ανθρώπων μη προφυλακισμένων ή μη διατελούντων υπό ανάκρισιν δύναται να κατασχεθώ­σιν εν τω Ταχυδρομείω, εάν υπάρχωσιν αι προϋποθέσεις της κατ’οίκον ερεύνης. Πλην ενταύθα οφείλει η ανακριτική αρχή να ενεργή μετά πολλής της περισκέψεως και δι’ ακριβούς σταθμίσεως των περιστάσεων, διότι δια της κατασχέσεως εφάπτεται των τιμαλφεστέρων του πολίτου δικαίων, υπ’ αυτού του θεμελιώδους Νόμου (αρθρ. 14) προστατευομένων.

Δια τούτο, ένεκα της σπουδαιότητος του μέτρου, οφείλει κατά κανόνα να λαμβάνη προς τούτο πρότερον την άδειαν του Δικαστικού Συμβουλίου. Μόνον δε περιστάσεις όλως έκτακτοι, μη επιδεχόμεναι αναβολήν, δύνανται να δικαιώσωσι την άνευ αποφάσεως του Δικαστικού Συμβουλίου ενέργειαν της κατασχέσεως υπό της ανακριτικής αρχής πλην και τότε δεν πρέπει να αποσφραγίζεται η επιστολή, πριν η το Δικαστικόν Συμβούλιον επιτρέψη την αποσφράγισιν.

Ηδύνατό τις να παρατηρήση, ότι περί επιστολών προσώπων ποσώς μη διατελούντων υπό κατηγορίαν προς πρόσωπα ωσαύτως μη κατηγορούμενα δεν πρέπει να επιτρέπηται το μέσον της εν τω Ταχυδρομείω κατασχέσεως και αποσφραγίσεως, ουδέ δυνάμει βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου, διότι τούτο μόνον επί πιθανοτήτων θέλει εκδίδει το βούλευμα και ούτω μικρά έσεται η προστασία του πολίτου κατά ενδεχομένης καταχρήσεως, της καταστρεφούσης το τιμαλφέστερον των δικαιωμάτων αυτού, και ότι επομένως εν τοιαύτη περιπτώσει η ανακριτική αρχή να καταφεύγη εις την κατ’ οίκον έρευναν παρά τω μη κατηγορούμενα) λήπτη της επιστολής, προσπαθούσα δια της τοιαύτης ερεύνης να ευρίσκη την ύποπτον επιστολήν μετά την υπό του πολίτου λήψιν αυτής, αφού ούτος δεν κατηγορείται.

Αλλ’ η τοιαύτη γνώμη δεν είναι βάσιμος, διότι δι’ ον λόγον επιτρέπεται η δια της κατ’ οίκον ερεύνης κατάσχεσις και αποσφράγισις των επιστολών μη κατηγορουμένων προς μη κατηγορούμενα πρόσωπα, οσάκις μετά λόγου δύναται να υποτεθή (και περί τούτου δέον να κρίνη το Δικαστικόν Συμβούλιον) ότι η κατασχεθησομένη επιστολή θέλει συντελέσει ης την ανακάλυψιν ωρισμένου αδικήματος, δύναται η ανακριτική Αρχή να επιχειρή και εν τω Ταχυδρομείω την των τοιούτων επιστολών κατάσχεσιν και αποσφράγισιν. Του δε Δικαστικού Συμβουλίου η σύμπραξις είναι μεγίστη εγγύησις, και ασυγχώρητος προσβολή κατά της δικαστικής εξουσίας η δυσπιστία…

Αυτά και άλλα εξ ίσου καταπληκτικά αναφέρει εις το έγγραφόν του ο επί της Δικαιοσύνης υπουργός συγχέων, προφανώς εσκεμμένος, τας διατάξεις περί προστασίας του οικογενειακού ασύλου, το οποίον κατά το Σύνταγμα ηδύνατο κατ’ εξαίρεσιν να παραβιάζεται, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, με τας διατάξεις περί του απορρήτου των επιστολών που ήτο κατά το Σύνταγμα απαραβίαστον (και βεβαίως όχι μόνον εντός των Ταχυδρομείων), με αναφοράς μάλιστα εις την διεθνή νομικήν βιβλιογραφίαν και παραπομπάς εις τα συγγράμματα ευρωπαίων νομοδιδασκάλων και κυρίως του διαπρεπούς Γερμανού ποινικολόγου Mittermaier και άλλων Γάλλων και Βέλγων νομομαθών, αναφοράς κατά πάντα ανεπιτυχείς, αυθαιρέτους και ασφαλμένας, ως μετ’ ολίγον διεπιστώθη και θέλει κατωτέρω καταδειχθή.

Φυσικά ανάγνωσις της υπουργικής εγκυκλίου επροκάλεσε την γενικήν αγανάκτησιν εις την Γερουσίαν, ο δε γερουσιαστής Γρηγοριάδης εγερθείς εζήτησε «να απαγορευθή η είσοδος του υπουργού της Δικαιοσύνης εις την Γερουσίαν, διότι τοιούτος υπουργός δεν είναι Έλλην».

Όπως όμως προκύπτει εκ του περιεχομένου του εγγράφου, ιθύνων νους εις την όλην μεθόδευσιν της εκδόσεως της εγκυκλίου υπήρξεν ο υποκρινόμενος πλήρη άγνοιαν του πράγματος και διαρρηγνύων τα ιμάτια του ενώπιον της Γερουσίας υπουργός των Εσωτερικών και πρωθυπουργός Γενναίος Κολοκο­τρώνης, κατά του οποίου δικαίως κατεφέρθησαν η κοινή γνώμη και αι εφημερίδες της εποχής. Ούτω γράφει εις το κύριον άρθρον της η εφημερίς των Αθηνών «Το Μέλλον της Ανατολής»:[7]

 

…Παρουσιάζεται εις την Γερουσίαν προς έκπληξιν όλου του κόσμου μια εγκύκλιος του υπουργού της Δικαιοσύνης καταστρέφουσα, προς αθέτησιν των θεμελιωδεστέρων του Συντάγματος διατάξεων, του απορρήτου των επιστολών, τους στοιχειωδέστερους και αναγκαιότερους της κοινωνικής υπάρξεως όρους, ζητείται εν μέσω της γενικής ανυπομονησίας και αγανακτήσεως λόγος από το υπουργείον δια την κυνικήν αυτήν της εξουσίας αναίδειαν, και ο υπουργός των Εσωτερικών, όστις προυκάλεσε την αποστολήν του τοιούτου καταχθονίου έγγραφου αιτήσας την γνωμοδότηση του επί της Δικαιοσύνης συναδέλφου του, ωφελούμενος από την απουσίαν τούτου, υποκρίνεται εντελή άγνοιαν περί της εγκυκλίου, χαρακτηρίζει κακοήθη τον υπουργόν της Δικαιοσύνης επί τη υποθέσει, καθ’ ην είχεν υπογράψει τοιούτον έγγραφον, και υπόσχεται να αναμίξη τον ουρανόν και την γήν, όπως ικανοποίηση τους εμπαιχθέντας θεσμούς και την προσβληθείσαν κοινήν γνώμην…

 

Και επανέρχεται ο ορθογράφος εις το επόμενο φύλλον [8]: …Η προς τους Εισαγγελείς εγκύκλιος προεκλήθη παρά του υπουργού των Εσωτερικών, όστις αγανακτών, διότι οι προκάτοχοί του υπουργοί, οι εισαγαγόντες μετά του κ. Μουντζουρίδου την ωραίαν αυτήν βιομηχανίαν εις την Ελλάδα, εκρύπτοντο και ερυθρίων δια ταύτην, ηθέλησε να προστατεύση αυτήν δια των Νόμων, και προς τούτο απηυθύνθη προς τον Νομοδιδάσκαλον υπουργόν της Δικαιοσύνης, όστις φοβερός Προκρούστης των Νόμων, τεντώσας τα άρθρα του Ποιν. Νόμου και κοντεύσας το άρθρον 14 του Συντάγματος, τη συμβουλή και δύο Νομοδιδασκάλων, ως Οθωμανών υπηκόων αποφανθέντων, συνέταξε την εγκύκλιον, ήτις τίποτε ολιγώτερον δεν κάμνει η ρητώς να κατάργηση το άρθρον 14 του Συντάγματος, δυνάμει δε ολόκληρον το Σύνταγμα.

Όχι δε μόνον ο Γενναίος ήτο γνώστης των πραγμάτων και εμπνευστής της όλης μεθοδεύσεως περί την έκδοσιν της εγκυκλίου, αλλά διατηρούσε αναρμοδίως, ανεπίτρεπτος και παρανόμως τακτικήν και μυστικήν αλληλογραφίαν με τον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, εις τας ενεργείας του οποίου αντιδρούσε, ως θα διαπιστώσωμεν, ο διευθυντής του Ταχυδρομικού Γρα­φείου Ναυπλίας. Μια των επιστολών αυτών του Γενναίου με ημερομηνίαν 9-7-1862 απεκαλύφθη και εδημοσιεύθη[9] μετά πάροδον ολοκλήρου διετίας, την 21-10-1864, έχουσα δε ως έξης:

 

Κύριε…

Εν Αθήναις τη 9-7-1862

Έλαβον το γράμμα σου και είδον ότι είσαι ταραγμένος και χίλια σχέδια υπαγορεύεις. Και εγώ εις τα χαρτιά χίλια και άλλα τόσα σχεδιάζω, αλλ’ εις την εφαρμογήν σε έχω χάριν να επιτυγχάνης. Προ δύο ήμερων δεν μου τα έγραφες αυτά. Ας είναι! έχεις δίκαιον, ο λόγος της ανησυχίας των πνευμάτων ήτο η φήμη ότι θα έλθη ο Γαριβάλδης[10], ήδη τα πνεύματα ησύχασαν και μετά δύο ημέρας θα είναι οπωσούν εντελώς ήσυχα, αποδειχθείσης της φήμης όπως ήτο φαντασμαγορικής. Τουλάχιστον ούτω φαίνεται έως σήμερον. Σεις αι αρχαί ως έχουσαι ευθύνην, λάβετε αυτού δια το Ναύπλιον μέτρα πάντοτε προσέχουσαι.

Μένω, Γ. Θ. Κολοκοτρώνης.

 

Ας επανέλθωμεν όμως εις την Γερουσίαν, όπου ματά τινας ημέρας εδέησε να προσέλθη[11] ο υπουργός της Δικαιοσύνης Ευστ. Ηλιόπουλος δια να δώση τας αιτουμένας πληροφορίας και εξηγήσεις. Αναφερόμενος εις το ιστορικόν της υποθέσεως είπεν, ότι το θέμα ανέκυψεν από αναφοράν με ημερομηνίαν 17-5-1862 του διευθυντού του Ταχυδρομείου Ναυπλίας προς το προϊστάμενόν του υπουργείον των Εσωτερικών ζητούντος οδηγίας συνε­πεία κατασχέσεως υπό της εισαγγελικής αρχής επιστολών εις το Ταχυδρομείον, ότι μετά ταύτα, κατά τας αρχάς Ιουλίου, επανήλθεν ο αυτός διευθυντής με νέαν αναφοράν ζητών οδηγίας από τον υπουργόν των Εσωτερικών, ότι ο τελευταίος συνεπεία των επανειλημμένων αυτών αιτή­σεων εζήτησε την γνωμοδότησιν του επί της Δικαιοσύνης υπουργού, ότι η κατάσχεσις και παραβίασις του απορρήτου των επιστολών εις τα Ταχυδρο­μεία είχε καταντήσει από ετών σύνηθες φαινόμενον, το οποίον η εγκύκλιος προσπαθεί να… περιορίση θέτουσα όρους και προϋποθέσεις, ότι δια το περιεχόμενον της εγκυκλίου εζήτησε προηγουμένως και εξησφάλισε την σύμφωνον γνώμην των Νομοδιδασκάλων Καλιγά, Παπαρρηγοπούλου και Οικονομίδου και ότι τέλος η εγκύκλιος δεν είναι υποχρεωτική δια τους εισαγγελείς απηχούσα απλώς και κοινοποιούσα την γνώμην του υπουργού προς τον υπουργόν των Εσωτερικών.

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης σε μεγάλη ηλικία.

Φυσικά αι εξηγήσεις αύται εξώργισαν περισσότερον τους γερουσιαστάς, εκ των οποίων ο Χρηστίδης κατήγγειλε, ότι η εγκύκλιος παραμορφώνει την θέσιν, την γνώμην και το πνεύμα του Mittermaier και των λοιπών ευρωπαίων νομομαθών, ενώ τας θέσεις του υπουργού κατέκριναν δριμύτατα και οι Παλαμήδης, Πολυζωίδης, Γρηγοριάδης και ο γηραιός ναύαρχος Κανάρης. Ο τελευταίος μάλιστα κατέθεσε εις τα πρακτικά την εξής δήλωσιν, δείγμα του εξαίρετου ήθους και του ακεραίου χαρακτήρος του γηραιού αγωνιστού:

 

Προς την Γερουσίαν

Αναγνωρίζω εις τα πολυμελή σώματα την ισχύν των αποφάσεων της πλειονοψηφίας, αλλά δεν αναγνωρίζω εις κανένα το δικαίωμα της καταργήσεως σαφούς, ρητής και απολύτου διατάξεως του Ελληνικού Συντάγματος, όποια είναι και η εξασφαλίζουσα το απόρρητον των επιστολών άνευ ουδεμιάς εξαιρέσεως.

Αναγνωρίζω προσέτι εις μόνην την νομοθετικήν αρχήν το επικρατέστερον κύρος επί της ερμηνείας των διατάξεων του Συντάγματος και ουδέποτε εις την δικαστικήν, ήτις χρεωστεί να υποτάσσηται εις τας αποφάσεις της πρώτης, πολύ δε ολιγώτερον δύναμαι να δώσω σημασίαν τινά εις γνώμας Δικηγόρων, τους οποίους η εκτελεστική εξουσία προσκαλεί δια να την εφοδιάσουν με σοφιστικός γνωμοδοτήσεις προς ακύρωσιν Συνταγματικών Νόμων.

Οι Δικηγόροι, ως τοιούτοι, χαίρουν το δικαίωμα να γνωμοδοτούν επί των μεταξύ ιδιωτών ανακρινομένων δικαστικών υποθέσεων, το δε Συνταγματικόν Δίκαιον εξαρτάται από άλλους ερμηνευτικούς κανόνας παρά τους μεταχειριζομένους υπό διεστραμμένης λογικής ή πεπορωμένης συνειδήσεως εις μερικός υποθέσεις του Ιδιωτικού δικαίου.

Προ του Ελληνικού Συντάγματος ο Ποινικός Νόμος εξησφάλιζε το απόρρητον των επιστολών απέναντι ιδιωτικών παραβιάσεων ήλθεν επομένως το Σύνταγμα, το οποίον ηθέλησε να παρέξη την ιδίαν ασφάλειαν απέναντι της εκτελεστικής εξουσίας, ουδέν επομένως σόφισμα χωρεί προς ανατροπήν ή ελάττωσιν της Συνταγματικής ταύτης εγγυήσεως, την οποίαν θεωρώ ως την πρωτίστην όλων των Συνταγματικών εγγυήσεων του ελληνικού έθνους, θεωρούμενην υπό ηθικήν έποψιν.

… Εάν λοιπόν μέλλω να μειονοψηφίσω εις το ζωτικόν τούτο ζήτημα, οφείλω ως μέλος της Γερουσίας και ως Πολίτης ακόμη υπηρετήσας την Πατρίδα μέχρι των εσχάτων ημερών μου, οφείλω να διαμαρτυρηθώ με όλην την δύναμιν της συνειδήσεως και του πατριωτισμού μου κατά πάσης ανατροπής ή ελαττώσεως της Συνταγματικής αρχής του απορρήτου των επιστολών, υπό οιανδήποτε πρόφασιν ή αυθεντίαν ενεργουμένην και παρακαλώ να καταχωρηθή το παρόν μου έγγραφον ολόκληρον εντός των πρακτικών της συνεδριάσεως.

Υποσημειούμαι με την προς το Σύνταγμα οφειλομένην υπόληψιν

Εν Αθήναις τι 25η Αυγούστου 1862

ΚΩΝ. ΚΑΝΑΡΗΣ

 

Η ανάγνωσις της δηλώσεως αυτής του γηραιού μπουρλοτιέρη, γε­νομένης επί τη προοπτική ότι η κυβερνητική πλειοψηφία εις την Γερουσίαν θα εκάλυπτε τελικώς την επαίσχυντον κυβερνητικήν αυθαιρεσίαν, επροκάλεσε πανδαιμόνιον επευφημιών. Κάτωχρος ο Εύστ. Ηλιόπουλος δευτερολογών και υπεραμυνόμενος της εγκυκλίου του κατέληξεν εις την μελοδραματικήν έπωδόν:…Καταδικάσετέ με, κύριοι, δεν φοβούμαι θ’αποθάνω γενναίως και ενδόξως πλησίον του Mittermaier και των Βέλγων Νομομαθών.

Ως προς το τελευταίον, ο κόλαφος δια τον υπουργόν της Δικαιοσύνης ήλθε μετά τινας ημέρας με την δημοσίευσιν, την 22-9-1862, μακροσκελούς επιστολής του ιδίου διαπρεπούς Γερμανού ποινικολόγου αποκρούοντος τας θέσεις του υπουργού. Την επιστολήν, η οποία είχε συνταχθή καθ’ υπαγόρευσιν του ασθενούντος Mittermaier[12] από τον εγγονόν του Ο. Krafft, εδημοσίευσε χωρίς το όνομα του παραλήπτου, δι’ ευνόητους λόγους καθ’ όσον επρόκειτο περί δικαστικού λειτουργού, η εφημερίς «Το Μέλλον της Ανατολής»[13], έχει δε κατά τα κύρια και επίμαχα μέρη της ως έξης:

 

Carl Joseph Anton Mittermaier (1787-1867)

Εντιμότατε Κύριε

Την υμετέραν επιστολήν της 13ης τρέχοντος μηνός έλαβεν ο πάππος μου καθηγητής Mittermaier κλινήρης προ τεσσάρων ήδη εβδομάδων από οξείαν ασθένειαν, όστις διατελών πάσχων εισέτι, δεν δύναται να ασχοληθή εις επιστημονικήν εργασίαν. Ουχ ήττον όμως η σπουδαιότης του ζητήματος, το οποίον τω ανεκοινώσατε δια της επιστολής σας, επιβάλλει αυτώ, έστω και δια βραχέων, να σας εκφράση τας περί τούτου πεποιθήσεις του. Αύται είναι αι εξής:

Ότι ο υπουργός υμών έχει όλως δι’ όλου άδικον. Το απόρρητον των επιστολών είναι εκ των ιερωτάτων εκείνων δικαιωμάτων, ων η εγγύησις οφείλεται εις πάντα πολίτην. Ούτε υπουργός, ούτε άλλη τις διοικητική αρχή έχει δικαίωμα να κάμη εξαιρέσεις εις τα περιφρουρημένα ταύτα δικαιώματα… Είναι αληθές, ότι εν Γαλλία κατά το 1855 οι υπουρ­γοί, οι νομάρχαι και η αστυνομία αυθαιρέτως περιώριζον αυτά αλλά τούτο συνέβαινεν εν Γαλλία εις περιστάσεις, καθ’ ας ουδείς νόμος ήτο σεβαστός και η αυθαιρεσία των διοικητι­κών αρχών επηρέαζε τα δικαστήρια…

Ο υμέτερος υπουργός προφανώς εξεβίασε τεμά­χια τίνα εκ του συνειρμού της περί ποινικής δικονομίας πραγματείας μου. Τα εκεί εκτεθέντα αναφέρονται μόνον εις την πράξιν των Γερμανικών δικαστηρίων [14] και οσά­κις πρόκειται περί πράγματι κατηγορουμένου και ευρισκομένου ήδη είς τάς φύλακας ή τουλάχι­στον τοσούτον ενοχοποιημένου, ώστε η φυλάκισίς του να επιτρέπηται. Προσέτι ο κύριος υπουρ­γός εφήρμοσε μετά προφανούς αυθαιρεσίας τας περί κατ’ οίκον ερεύνης διατάξεις επί της κατασχέσεως των επιστολών…

Εν γένει η παστρική αύτη θεωρία περί της κατασχέσεως των επιστολών εν τη ποινική δικονομία είναι απλούν λείψανον του παλαιού εκείνου ιεροεξεταστικού ανακριτικού συστήματος, καθ’ όν πάν μέσον ετίθετο εις ενέργειαν δια να αγρευθή ο ένοχος και συλλεχθώσι πάσαι αι δυναταί αποδείξεις. Καίτοι αι εξηγήσεις αύται είναι ανδρός ασθενούς, ούχ ήττον όμως είναι ζωηραί πεποιθήσεις ανδρός, όστις αισθάνεται εισέτι ζωήν εν τω βίω και αναφέρονται εις πεντηκονταετή πείραν. (υπογρ.) Mittermaier

Ανακοινώνων υμιν τας λέξεις ταύτας του πάππου μου μένω ευσεβάστως (υπογρ.) Ο. Krafft.

Και αυτά μεν ως προς την ξένην ποινικήν νομολογίαν που επεκαλείτο ανεπιτυχώς η υπουργική εγκύκλιος δια να στηρίξη τα σαθρά επιχειρήματά της. Εκείνο όμως που την καθιστούσε περισσότερον ύπουλον και επαίσχυντον ήτο ο λόγος που κατέφυγεν εις αυτήν. Πράγματι η διάταξις του άρθρου 14 του Συντάγματος του 1844 ήτο τόσον σαφής, κατηγορηματική και δεσμευτική, ώστε δεν άφηνε περιθώρια δια κυβερνητικούς ελιγμούς, υπουργικάς αλλοιώσεις και «αυθεντικάς» παρεμηνείας. Κατ’ αντίθεσιν όρος άλλας ξένας συνταγματικός διατάξεις που, όπως είδομεν, επέτρεπον κατ’ εξαίρεσιν και υπό όρους παραβίασιν του απορρήτου των επιστολών εις ωρισμένας περιπτώσεις, η ελληνική σχετική διάταξις του άρθρου 14 του Συντάγματος του 1844 κατωχύρωνε το απαραβίαστον αυτών δι’ όλους ανεξαιρέτως τους πολίτας, κατηγορουμένους ή μη, ένοχους ή αθώους, υποδίκους ή καταδίκους, ελευθέρους ή εν φυλακαίς. Όπως μάλιστα προκύπτει από τα πρακτικά της Αης των Ελλήνων Συνελεύσεως το άρθρον αυτό έψηφίσθη[15] ως κατετέθη, εν πλήρει ομοφωνία, εν τάχει και άνευ συζητήσεως, διότι το περιεχόμενόν του εθεωρήθη φυσικόν και αυτονόητον.

Η Εθνοσυνέλευσις λοιπόν της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 την διάταξιν του άρθρου 14 του Συντάγματος δεν την αντέγραψεν εξ άλλων συνταγμάτων και ξένων προτύπων, αλλ’ αυτούσιαν την ανέσυρε μέσα από την ψυχήν, τα σπλάγχνα και τα συναισθήματα, τα ήθη και τας παραδόσεις του ελληνικού λαού[16].

Ούτε πάλιν η διάταξις αυτή περιωρίζετο εις την προστασίαν του απορρήτου των επιστολών ειδικώς και μόνον εντός των Ταχυδρομικών Γραφείων, ώστε να επιτρέπη την κατάσχεσιν και αποσφράγισίν των εκτός αυτών κατά τας διατάξεις της κατ’ οίκον ερεύνης, αφού αι διατάξεις αυταί δεν δύνανται φυσικά να καταργούν άλλας ρητάς συνταγματικός επιταγάς. Απλώς και μόνον προκλητικώτατα ο υπουργός επεξέτεινε αυθαιρέτως τας διατάξεις της κατ’ οίκον ερεύνης δια να περιλάβη εν αυτή ανεπιτρέπτως κατασχέσεις και αποσφραγίσεις επιστολών και δημιουργήση ούτω παρανομολογίαν, επί της οποίας ερειδόμενος να εφαρμόση εν συνεχεία τας αρχάς της… αναλογίας («άρα και εις τα Ταχυδρομεία δυνατή η κατάσχεσις και αποσφράγισις, διότι και εκεί το αυτό δικαίωμα ενασκείται!») με τελικόν προφανή στόχον να υπερκέραση εύλογους δισταγμούς γνησίων δικαστικών λειτουργών, όπως οι εγχειρίσαντες την εγκύκλιον εις τον γερουσιαστήν Παλαμήδην, ή αντιδράσεις ευσυνείδητων ταχυδρομικών υπαλλήλων, όπως ο διευθυντής του Ταχυδρομικού Γραφείου Ναυπλίας.

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του. (Μουσείο Μπενάκη)

Τελικώς, μετά την γενικήν κατακραυγήν, η Γερουσία δια της κυβερνη­τικής πλειοψηφίας απεδέχθη την υποκριτικήν εξήγησιν του υπουργού της Δικαιοσύνης, ότι η εγκύκλιος δεν ήτο υποχρεωτική δια τους εισαγγελείς, απηχούσα απλώς και κοινοποιούσα την γνώμην του προς τον πρωθυπουργόν, εξήγησιν εντελώς ανεπαρκή, αφού ήδη πρώτος ο εισαγγελεύς Εφετών Ναυπλίου, από όπου εξεκίνησε το όλον θέμα, είχε σπεύσει πάραυτα να κοινοποίηση την εγκύκλιον εις τους εισαγγελείς Πρωτοδικών της περιφερείας του[17] προς συμμόρφωσιν και εφαρμογήν κατά τας υπουργικάς υποδείξεις δια την κατάφωρον παραβίασιν της συνταγματικής επιταγής.

Οι αγώνες όμως του Ναυπλιακού λαού, η ευσυνειδησία των λειτουργών της ταχυδρομικής Υπηρεσίας, η γενναία αντίδρασις των γηραιών αγωνι­στών της Γερουσίας, η φιλελεύθερα και αγωνιστική στάσις των εφημερίδων της εποχής, ενί δε λόγω η δημοκρατική αντίδρασις της κοινής γνώμης των Ελλήνων, δεν απέβησαν επί ματαίω.

Μετά τινας ημέρας, την 11-10-1862, επήλθεν η έξωσις του Όθωνος και η Βα των Ελλήνων Συνέλευσις εις το αντίστοιχον άρθρον του νέου Συντάγματος, περί προστασίας του απορρήτου των επιστολών[18], επισφραγίζουσα τους αγώνας αυτούς και ερμηνεύουσα επακριβώς το πνεύμα τής διατάξεως προσέθεσε την λέξιν «απολύτως»: Το απόρρητον των επιστολών είναι απολύτως απαραβίαστον, διάταξις στερεό­τυπος επαναλαμβανόμενη εις όλα τα μετέπειτα Συντάγματα της Ελληνικής Πολιτείας, με εξαίρεσιν το δικτατορικόν σύνταγμα του 1968, κατά το οποίον το απόρρητον των επιστολών δύναται κατ’ έξαίρεσιν να παραβιάζεται δια λόγους δημοσίας τάξεως και ασφαλείας κατόπιν εγκρίσεως του Δικαστικού Συμβουλίου, διάταξις απηχούσα, κατά φωτογραφικήν ομοιότητα, το πνεύμα και τας ιδέας του τελευταίου επί της Δικαιοσύνης υπουργού του Όθωνος.

 

Νικόλαος Δ. Πιέρρος

Πολιτικός Μηχανικός

Μέλος Δ.Σ. της  Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών

Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι, 1989. 

 

Υποσημειώσεις


[1] Βλ. Ν ι κ. Δ. Π ι έ ρ ρ ο υ, Υλικαί παροχαί επί Μεσοβασιλείας εις τους πρωτεργάτας και τα θύματα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, σσ. 131-134.

[2] Πρώται έκλεισαν «Ο Έλλην Συνταγματικός» και «Η Εφημερίς των Δικα­στηρίων», «ανακοπείσης της εκδόσεως και των εκδοτών απομακρυνθέντων» (εφ. «Ναυπλία» φ. της 29-10-1864).

[3] Σχετικαί ειδήσεις εις αθηναϊκόν τύπον της εποχής.

[4] Βλ. ανταποκρίσεις και επιστολάς εκ Ναυπλίου εις εφ. «Το Μέλλον της Ανατολής» άρ. φ. 16, 18, 19 από 19-9-1862 έως 29-9-1862.

[5] Συνεδρίασις της 17-8-1862.

[6] Συνεδρίασις της 19-8-1862.

[7] Άρ. φ. 8 της 22-8-1862. Ως προς την παρατιθεμένην αρθρογραφίαν πρέπει να τονισθή, ότι είναι μαχητική, άλλα σαφώς αμερόληπτος, αφού ευρισκόμεθα ακόμη εις την οθωνικήν περίοδον, την χρυσήν εποχήν του ελληνικού τύπου, την λεγομένην περίοδον του «πολιτικού τύπου», κατά την οποίαν αι εφημερίδες κύριον σκοπόν και αντικείμενον είχον την κατάκτησιν των πολιτικών ελευθεριών του λαού. Μετά την έξωσιν του Όθωνος μετετράπησαν εις κομματικός, όπως ο «Εθνοφύλαξ» του Ζαΐμη, το «Εθνικόν Πνεύμα» του Κουμουνδούρου, η «Ώρα» του Τρικούπη κ.λ.π.

[8] Άρ. φ. 9 της 25-8-1862.

[9] Εφ. «Ο Συνταγματικός Έλλην», Ναύπλιον, έτ. Β’, φ. 63, 21-10-1864.

[10] Από ετών ο διεθνής αυτός επαναστάτης επρογραμμάτιζεν απελευθερωτικόν αγώνα εις τας τουρκοκρατούμενος περιοχάς Σερβίας και Ελλάδος. Αι φήμαι όμως, ότι επίκειται η άφιξίς του εις Ναύπλιον δι’ επαναστατικήν δράσιν, επροκλήθησαν ίσως εκ του γεγονότος, ότι αρκετοί εκ των αξιωματικών της αποτυχούσης Ναυπλιακής Επανα­στάσεως των εξαιρεθέντων της αμνηστίας του Όθωνος και αναχωρησάντων κατά την συμφωνίαν δια δυο ατμοπλοίων εις εξωτερικόν κατέληξαν μετά μακράν περιπλάνησιν εις Ιταλίαν συνδεθέντες μετά του Γαριβάλδη και κατετάγησαν μάλιστα εις το πυροβολικόν σώμα λαμβάνοντες ήδη μέρος εις τας εν Ιταλία πολεμικάς επιχειρήσεις (Ν ι κ. Δ. Π ι έ ρ ρ ο υ,   ενθ’ ανωτ. σσ. 130, πρβλ. κ. Εφ. «Αιών» άρ. φ. 2057 της 13-8-1862).

[11] Συνεδρίασις της 24-8-1862.

[12] Ήτο ήδη 75 ετών με πλουσίαν επιστημονικήν και πολιτικήν δράσιν: διαπρεπής ποινικολόγος και Νομοδιδάσκαλος, Καθηγητής εις τα πανεπιστήμια της Βόννης και τής Χαϊδελβέργης, βουλευτής, Πρόεδρος της Συνελεύσεως της Βάδης, αρχηγός του συντηρη­τικού δημοκρατικού κόμματος, μέλος του ομοσπονδιακού κοινοβουλίου της Φραγκ­φούρτης. Από του 1848 αποσυρθείς τής πολιτικής αφωσιωθή αποκλειστικώς εις την επιστήμην.

[13] Έτος Α’, άρ. φ. 17 της 22-9-1862.

[14] Προφανώς ο Mittermaier κάμνει εδώ σαφή αντιδιαστολήν της κατά το ελληνικόν Σύνταγμα πλήρους προστασίας του απορρήτου των επιστολών προς την Γερμ. νομοθεσίαν, καθ’ ην επετρέπετο η παραβίασίς του δια τους φυλακισμένους η υπό σοβαράν κατηγορίαν διατελούντος, διάταξιν την οποίαν φαίνεται να αποστρέφεται ως ίδιον του εν Γερμανία δεσποτισμού και των Ιεροεξεταστικών λειψάνων του μεσαίωνος.

[15] Συνεδρίασις της 24-1-1844.

[16] Ιδού πώς κατέγραψε και κατέταξε τας παραδόσεις αυτάς η παγκόσμιος Ιστορία:

Κατά τον Πλούταρχον, οι Αθηναίοι συλλαβόντες γραμματοφόρους του Φιλίππου κομίζοντας επιστολήν αυτού «τη Ολυμπιάδι» επιγραφομένην, «ουκ έλυσαν, ουδ’ απεκά­λυψαν απόρρητον ανδρός αποδήμου προς γυναίκα φιλοφροσύνην» (Πλουτ. Πολ. Παραγγ. 3). Αυτά τον 4ον π.Χ. αιώνα. Είκοσι ένα αιώνας αργότερον, το 1657 μ.Χ., το προοίμιον του Διατάγματος, δια του οποίου το κοινοβούλιον της Αγγλίας συνέστησε γενικόν ταχυδρομείον, εχει ως έξης: «Η εγκαθίδρυσις γενικού ταχυδρομείου, ωφέλιμος εις το εμπόριον και εις την μεταφοράν εγγράφων, έσεται συνάμα και ο κάλλιστος τρόπος προς ανακάλυψιν και πρόληψιν των κακοηθών και επικινδύνων κατά της Δημοκρατίας σχεδίων».(Blacstone. Τομ. 1.1, σσ. 587, σημ. 1).

[17] Εφ. «Το Μέλλον της Ανατολής», Έτος Α’, άρ. φ. 12 της 5-9-1862

[18] Αρθ. 20 του Συντάγματος 1864

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »