Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Κατοχή’ Category

Η Βόρεια  Ελλάδα υπό Βουλγαρική κατοχή 1941


 

Οι αλυτρωτικές βλέψεις της Βουλγαρίας για τη Μα­κεδονία χρονολογούνται ήδη από την εποχή της εθνογένεσής της και τη σταδιακή παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από τις αρχές του 20ού αι­ώνα μάλιστα, η σύγκρουσή της με την Ελλάδα για τον έλεγχο της περιοχής παίρνει τη μορφή ακήρυχτου πολέμου, με τον Μακεδονικό Αγώνα. Ωστόσο, οι προσπάθειες της Σόφιας αποδεικνύο­νται ατελέσφορες και καταλήγουν σε συντριπτικές ήττες στον Β’ Βαλκανικό και τον Α’ Παγκόσμιο Πό­λεμο. Δυο δεκαετίες αργότερα, η ήττα του ελληνικού στρατού από τις γερμανικές δυνάμεις φάνηκε να δίνει την ευκαιρία στη Βουλγαρία, η οποία είχε στο μεταξύ προσχωρήσει στο ναζιστικό στρατόπεδο, την ευκαιρία που τόσο επιζητούσε, καθώς η χώρα μας χωρίζεται σε τρεις ζώνες κατοχής – μία γερ­μανική, μία ιταλική και μία βουλγαρική. Το μεγα­λύτερο μέρος της Μακεδονίας τίθεται υπό βουλ­γαρική διοίκηση.

 

Τριπλή κατοχή. Χάρτης, Καθημερινή.

 

Από το 1941 έως και το 1944, οι Έλληνες, αλλά και οι Εβραίοι της Μακεδονίας υπέστησαν πρωτοφανείς διώξεις, η αγριότητα των οποίων ξεπερ­νούσε σε ορισμένες περιπτώσεις τη θηριωδία των Ναζί στην υπόλοιπη Ελλάδα. Σύμβολο του μαρτυ­ρίου έγινε το χωριό Δοξάτο και μάλιστα για δεύτερη φορά στην ιστορία του, καθώς είχε καταστραφεί από τους Βούλγαρους και κατά τη διάρκεια της υποχώρησής τους, στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, οι μαζικές διώξεις υπο­νόμευσαν ηθικά, πολιτικά και ιδεολογικά όλα τα επιχειρήματα της βουλγαρικής πλευράς περί νόμι­μων διεκδικήσεων στη Μακεδονία. Εξ άλλου, η πο­ρεία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σύντομα επρό­κειτο να αλλάξει και η Σόφια θα βρισκόταν παγι­δευμένη στο «λάθος στρατόπεδο».

 

Οι επιδιώξεις των Βούλγαρων στη Μακεδονία

 

Μετά την ήττα του ελληνικού στρατού από τις ναζιστικές δυνάμεις, η περιοχή από τον Στρυμόνα έως τον Έβρο, μαζί με τα νησιά της Θάσου και της Σαμοθράκης παραχωρήθηκαν στη Βουλγαρία, ως ανταμοιβή για την προσχώρησή της στον Άξονα (εκτός από 3/4 του νομού Έβρου, έπειτα από σχετι­κή αξίωση της Τουρκίας). Έκτοτε, για τους κατακτητές ανήκαν διοικητικά στην «περιφέρεια Άσπρης Θάλασσας» ή «Αιγαίου» ή «Αιγαιίδα» (Μπελομόρε), η οποία συμπεριλαμβανόταν στην 4η περιοχή (Στάρα Ζαγκόρα – Πλόντιφ – Μπελομόρε) βουλγαρικής επικράτειας. Εδώ έγκειται και η διαφορά μεταξύ ιταλικής, γερμανικής και βουλγαρικής κατοχής. Οι Ιταλοί και οι Γερμανοί αναγνώριζαν ότι βρίσκονται σε μια ξέ­νη χώρα ως δύναμη κατοχής, ενώ οι Βούλγαροι προ­παγάνδιζαν ότι βρίσκονται σε «απελευθερωμένο βουλγαρικό έδαφος» και σκόπευαν να μείνουν ο­ριστικά.

 

Το όνειρο της «Μεγάλης Βουλγαρίας».

 

Η Βουλγαρία ισχυριζόταν πως δεν κατέλαβε, αλλά απελευθέρωσε περιοχές, οι οποίες ήταν βουλ­γαρικό εθνικό έδαφος με αδύναμο βουλγαρικό πλη­θυσμό, λόγω της προηγηθείσας πολιτικής εξελλη­νισμού του ελληνικού κράτους. Έτσι δικαιολογού­σε τα αποτελέσματα βουλγαρικής απογραφής της 31ης Μαΐου 1941 στην «περιφέρεια Άσπρης Θάλασσας», κατά την οποία καταγράφηκαν 13 πόλεις και 799 χωριά (συνολικά 812 οικισμοί) και απο­γράφηκαν 649.419 κά­τοικοι. Και συγκεκριμέ­να κατά εθνικότητα 43.761 Βούλγαροι, 6.138 Πομάκοι, 72.985 Τούρ­κοι, 514.426 Έλληνες και 12.019 άλλοι (Εβραίοι, Αρμένιοι κ.ά.).

Βουλγαρικό πυροβολικό στην Αδριανούπολη.

Η νέα βουλγαρική κα­τοχή υπήρξε βαρύτερη από τις προηγούμενες (η πρώτη στους Βαλκανικούς, 1912 -1913, κι η δεύτερη στον Α’ Πα­γκόσμιο, το 1916 -1919), καθώς ο ελληνισμός της «βουλγαροκρατούμενης ζώνης» (514.426 Έλληνες, κατά τους Βουλγάρους) βρέθη­κε αντιμέτωπος με έναν επιθετικό βουλγαρικό ε­πεκτατισμό, ανανεωμένο από τις νέες συνθήκες, λόγω της συνεργασίας του με τη Γερμανία, και α­ποφασισμένο με το τέλος του πολέμου να διεκδι­κήσει «αποκατάστασιν της εθνικής ενότητος της Βουλγαρίας».

Ο Βούλγαρος Βασιλιάς Βορίς Γ’ και ο Αδόλφος Χίτλερ.

Η μοναρχική εξουσία του Βόρη Γ’, με την «πρό­θυμη», κατά την προπαγάνδα της, συνεργασία και συμμετοχή της πολιτικής, εμποροβιομηχανικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής κοινότητας της Βουλγαρίας, επιχείρησε να ανατρέψει τα πληθυ­σμιακά δεδομένα και να (απο)δείξει την ενότητα της «Παλιάς Βουλγαρίας» με τα «νεο – απελευθερωμένα» εδάφη.

Προετοίμαζε την πολυπόθητη οριστική προ­σάρτησή τους με το να δημιουργήσει «εθνικά δίκαια» των «σκλαβωμένων για χρόνια Βουλγάρων α­δελφών» στις παραχωρημένες, από τους Γερμανούς, στη Βουλγαρία περιοχές: τα σερβικά εδάφη, τη Δομβρουτσά, επαρχία ρουμανική, αλλά και «την πε­ριφέρεια Άσπρης Θάλασσας», δηλαδή τον νομό Σερρών, εκτός της περιοχής της Νιγρίτας (δηλαδή εκτός του 1/5 του νομού Σερρών), τους νομούς Δράμας – Ξάνθης – Καβάλας – Ροδόπης και Έβρου, εκτός της ουδέτερης ζώνης (δηλα­δή εκτός των 3/4 του νομού Έβρου).

Παρά τις όποιες αρχικές υποσχέσεις προς τους κατοίκους για ασφάλεια, ευνομία, ζωή, τιμή και πε­ριουσία, όλα μαρτυρούν ότι εφαρμόσθηκε στα νε­οαποκτηθέντα για τη Βουλγαρία εδάφη ένα μελε­τημένο, και στις λεπτομέρειές του, πρόγραμμα εμ­φάνισης των υπό κατοχήν περιοχών με ό­ψη και χαρακτήρα βουλγαρικό.

 

Οι προσπάθειες αφελληνισμού του πληθυσμού

 

Καβάλα, 1943. Οι βουλγαρικές αρχές κατοχής καταγράφουν εβραίους, τους οποίους θα παραδώσουν στους Γερμανούς. Φωτογραφία από το βιβλίο του Μιχάλη Ν. Κατσίγερα, «Ελλάδα 20ος αιώνας: Οι φωτογραφίες».

Ο Ελληνισμός, ανεπιθύμητος στη βουλγαροκρατούμενη Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη υπέστη, κατά την τρίχρονη κατοχή (1941 -1944), μέτρα κατάργησης κάθε εθνικής και θρησκευτικής του ελευθερίας, αλλά και σκληρότατα μέτρα εξό­ντωσής του:

Κατάλυση του ελληνικού κράτους σε όλες του τις εκδηλώσεις (Διοίκηση, Εκκλησία, Παιδεία…).

Ανάληψη της δημόσιας και ιδιωτικής οικονο­μικής ζωής από το βουλγαρικό κράτος και από Βούλγαρους ιδιώτες (αναγκαστικός συνεταιρι­σμός, απαγόρευση άσκησης επαγγελμάτων…).

Αποδυνάμωση του ελληνικού στοιχείου με την απομάκρυνση των στηριγμάτων του, πνευματικών, κοινωνικών, ηθικών, τις απελά­σεις, τη στρατολογία και την απαγωγή των ανδρών μακριά από τις εστίες τους (ομηρία, «τάγ­ματα εργασίας»).

«Βουλγαροποίηση» του ελληνικού στοιχείου, με την υποχρέωση έκδοσης βουλγαρικής ταυ­τότητας, πίεση για δήλωση βουλγαρικής εθνικό­τητας, υποχρεωτική χρήση βουλγαρικής γλώσ­σας σε όλες τις εκδηλώσεις της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής κ.ά.

Οικονομική αφαίμαξη του ελληνικού στοιχείου με την επιβαλλόμενη ανεργία, τη βαριά φορο­λογία, τον αναγκαστικό δανεισμό από το βουλγαρικό Δημόσιο, τις αρπαγές κ.ά. Τρομοκράτηση, βιαιοπραγίες, απαγορεύσεις, εξαθλίωση των λαϊκών τάξεων, κυρίως με τους περιορισμούς στη διατροφή, το νερό, τον φωτι­σμό.

Δημογραφική αραίωση του τόπου, καθώς με τις διάφορες πιέσεις προωθούνταν η εκούσια ή ακούσια μετανάστευση των Ελλή­νων κατοίκων του.

Αλλοίωση της εθνολογικής σύνθεσης με τον εποικισμό με Βούλγαρους εθελοντές εποίκους.

Προπαγάνδα του βουλγαρικού ενδιαφέροντος με την οργάνωση συνεδρίων, διασκέψεων κ.ά., την κατασκευή τεχνικών έργων κ.ά. διαφημιζό­μενων με απροκάλυπτες τυμπανοκρουσίες από τον βουλγαρικό Τύπο.

Εμφάνιση μορφωτικού – καλλιτεχνικού – «εκ­πολιτιστικού» έργου με εκδηλώσεις στις κατεχόμενες περιοχές προς επίδειξη του βουλγαρικού χαρακτήρα της «Νέας Βουλ­γαρίας» (κοινής καταγωγής, θρησκείας, γλώσ­σας, ηθών και εθίμων).

 

Η εξέγερση της Δράμας και η σφαγή στο Δοξάτο

 

Η πρώτη ένοπλη αντίδραση στον αφόρητο ζυγό της βουλγαρικής κατοχής, η εξέγερση της Δράμας και της γύρω περιοχής της (28 προς 29 Σε­πτεμβρίου 1941), παραμένει σκοτεινή υπόθεση σε πολλά σημεία της. Φαίνεται πως η κομματική οργάνωση του ΚΚΕ Δράμας εκτίμησε εσφαλμένα την κατάσταση: Παρασύρθηκε, υπολογίζοντας σε γρήγορη νί­κη του «Κόκκινου Στρατού» και στη λαϊκή δυσαρέσκεια και τη λαχτάρα για αντίδραση στην καταπίεση. Έδωσε πίστη σε φήμες για κομμουνιστική εξέ­γερση στη Βουλγαρία κατά των Γερμανών και για επικεί­μενη προσχώρηση του βουλ­γαρικού στρατού κατοχής σ’ αυτήν (ενδεχομένου υποβολιμαίες από την Ασφάλεια των βουλγαρικών Αρχών κατοχής – Οχράνα. Δηλαδή δεν απο­κλείεται βουλγαρική «προβο­κάτσια» με σκοπό την εξό­ντωση του ελληνικού στοι­χείου).

Η εξέγερση, όμως, ήταν πρόωρη και η έλλειψη στρα­τιωτικών στελεχών και κα­τάλληλων μηχανισμών, αλλά και σχεδίου και στόχου, δεν ά­φηναν προοπτική επιτυχίας και οδήγησαν σε τραγωδία. Με το πρόσχημα της καταστολής της εξέγερσης, οι βουλγαρικές Αρχές προχώρησαν σε σκληρά αντίποινα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού στην ευρύτερη περιοχή της Δράμας: συλλήψεις, εκτελέσεις (3.000 στην πόλη της Δράμας και στο χωριό Δοξάτο μόνο), ανακρίσεις, ξυλοδαρμοί, λεηλασίες…

 

Οι κρεμασμένοι της Φλώρινας. Φωτογραφία: Εφημερίδα Καθημερινή.

 

Η συστηματική καταδίωξη των ανταρτών συ­νεχίσθηκε μέχρι τις 5 Νο­εμβρίου 1941. Οι βουλγαρικές δυνάμεις κατά­φεραν την εξόντωση των ενόπλων ανταρτικών ο­μάδων και τη σύλληψη και ε­κτέλεση ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ, ενώ, και μέχρι τα μέ­σα του 1942, οι ελάχιστοι διασωθέντες αντάρτες επιχειρού­σαν να διαφύγουν στη γερμανοκρατούμενη ζώνη. Τα «γεγονότα της Δράμας» συγκλόνισαν όλο τον υπόδουλο ελληνικό λαό.

Στην Ανατο­λική Μακεδονία και Θράκη οι συνέπειες ήταν καθοριστικές για το μέλλον: επικράτησε σύγ­χυση για τις συνθήκες εκδήλωσης «του κινήματος της Δράμας», το ΚΚΕ βρέθηκε χωρίς ηγεσία, εξαιρετικά δύσκο­λη ήταν πια η ανάπτυξη αξιό­λογου μαζικού ανταρτικού κινήματος, διότι προέκυψε δι­στακτικότητα και φόβος του πληθυσμού για την ένοπλη δράση, αλλά και καχυποψία και εχθρότητα κάποτε προς το ΚΚΕ, στο οποίο χρεώνονταν τα τρομερά αντίποινα των Βουλ­γάρων, με αποτέλεσμα να ευ­νοηθεί η εμφάνιση και η δράση αυτόνομων, κυρίως εθνικιστικών, α­ντιστασιακών ομάδων.

Συμπερασματικά, στη διάρκεια της κατοχής 1941 -1944, η Βουλγαρία, σε πλήρη αντίφαση με την επί­σημη ρητορική της «…περί τηρήσεως απολύτου ισότητος και δικαιοσύνης έναντι του πληθυσμού…», μέσω της αποδυνάμωσης, της απομάκρυνσης, της εξόντωσης, της «βουλγαροποίησης» του πλη­θυσμού και της τελικής αλλοί­ωσης της εθνολογικής του σύνθεσης προετοίμαζε την ε­πιθυμητή οριστική προσάρ­τηση της Ανατολικής Μακε­δονίας και Δυτικής Θράκης, για να εκπληρώσει επιτέλους, με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πο­λέμου, το όνειρο της «Μεγάλης Βουλγαρίας» και να επικρατήσει στη χερσόνησο του Αίμου.

  

Κατερίνα Τσέκου

Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

 

 Πηγή


  • Καθημερινή, «Η Β. Ελλάδα υπό Βουλγαρική κατοχή», Κυριακή 1 Αυγούστου 2010.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940


 

Την επαύριο του τορπιλισμού της «Έλλης» η ελληνική κυβέρνηση αποσιώπησε ότι η επίθεση ήταν έργο των Ιταλών. Παρά τα α­διάσειστα στοιχεία και τις υποψίες του λαού για τους ενόχους, η Ελλάδα απέφυγε τη σύρραξη. Έτσι, ο Ιωάννης Μεταξάς κέρδιζε κι άλλον χρόνο προκειμένου να προετοιμάσει τη χώρα του ενάντια σε μια μεγάλη ιταλική εισβολή την οποία ανέμενε από καιρό. Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο πρεσβευτής της Ιταλίας στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι επέδωσε στον Μεταξά τελεσίγραφο της ιταλικής κυβέρνησης. Με αυτό, η Ρώμη ζητούσε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρα­τευμάτων, τα οποία θα κατελάμβαναν απροσδιόριστα «στρατηγικά σημεία» εντός της ελληνικής επικράτειας.

Ιωάννης Μεταξάς

Ο Μεταξάς αρνήθηκε, απαντώντας στα γαλλικά: «Alors, c’ est la guerre» («Λοιπόν, έχουμε πόλεμο»). Με το «ΟΧΙ» άρχισε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος. Οι εντυπωσιακές νίκες των Ελλήνων κατά των Ιταλών θα έφερναν εν καιρώ τους Γερμανούς στην Ελλάδα, οι οποίοι θα έσπευδαν σε βοήθεια των συμμάχων τους που αποτύγχαναν στην επίθεσή τους από την Αλβανία. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η αναγκαστική γερμανική επέμβαση στα Βαλκάνια επηρέασε την έκβαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς καθυστέρησε την Επιχείρη­ση Μπαρμπαρόσα στην ΕΣΣΔ. Άλλοι ιστορικοί διαφωνούν με αυτήν τη θέση. Το βέβαιο είναι πως η απόκρουση της ιταλικής εισβολής αποτέλεσε την πρώτη νίκη κατά μιας χώρας του Άξονα. Το ηθικό παράδειγμα από το «Έπος του ’40» τονιζόταν τότε στους διθυραμβικούς επαίνους για τη μικρή Ελλάδα. Όπως είχε πει και ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσόρτσιλ: «Εφεξής δεν θα λέμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες».

 

Η στροφή του Μεταξά προς τη Μεγάλη Βρετανία

 

«Δηλαδή θα έπρεπε δια ν’ αποφύγωμεν τον πόλεμον να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να πρόβλεψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος».

Ανακοίνωσις του Πρωθυπουργού Ι. Μεταξά προς τους ιδιοκτήτας και αρχισυντάκτας του Αθηναϊκού Τύπου εις το Γενικόν Στρατηγείον (ξενοδοχείον «Μεγάλη Βρεταννία»)

Τα παραπάνω λόγια αποτελούν απόσπασμα από ομιλία του Ιωάννη Μεταξά στους διευθυντές των αθη­ναϊκών εφημερίδων δυο μόνο ημέρες μετά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, στις 30 Οκτωβρίου 1940. Η στάση του Μεταξά στη διάρκεια του πολέμου δεν αποτελούσε ευκαιριακή τοποθέτηση, αλλά υπήρξε φυσιολογικό επακόλουθο της συνεπούς διπλωματικής πορείας της χώρας, από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του 1910, να συνεργάζεται με τη Βρετανία που αποτελούσε τη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη στον χώρο της Μεσογείου.

Τα σύννεφα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πύκνωσαν στην Ευρώπη ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, όταν μια σειρά από ναζιστικά και φασιστικά καθεστώτα ανέλαβαν τον κυβερνητικό έλεγχο σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία. Την ίδια στιγμή στα Βαλκάνια οι ζυμώσεις για τη διαμόρφωση σφαιρών επιρροής άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Η περιοχή άλλωστε αποτελούσε προνομιακό χώρο, όπου τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων τέμνονταν προκαλώντας έτσι αναπόφευκτες εντάσεις, συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις.

Η Ιταλία και η Μεγάλη Βρετανία ήταν οι δυο χώρες που ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο της περιοχής και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να προωθήσουν τα ερείσμα­τά τους. Ο ανταγωνισμός αυτός προσείλκυσε αναπόφευκτα πολιτικούς από όλα τα Βαλκάνια, πολλοί από τους οποίους ανέλαβαν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες θέλοντας να εκμεταλλευτούν προς όφελος των ιδίων και των κρατών τους την αντιπαράθεση των ισχυρών.

Μουσολίνι και Χίτλερ

Στο πλαίσιο αυτό, παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ιωάννης Μεταξάς ανέλαβε πρωτοβουλίες, που τελικά ενίσχυσαν τα αγγλικά συμφέροντα στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, κατέφυγε σε αγγλικές τράπεζες για την παροχή δανείων, παρέδωσε τον αποκλειστικό έλεγχο των τηλεπικοινωνιών με το εξωτερικό για δεκαέξι χρόνια σε αγγλικές εταιρείες, ενώ διατήρησε το εργοστάσιο συναρμολόγησης αεροπλάνων υπό βρετανικό έλεγχο,

Η εκχώρηση των κρατικών υποδομών στους Βρετανούς διέλυσε, όπως ήταν λογικό, τους ενδοιασμούς του Λονδίνου για τις προθέσεις του Μεταξά. Στα τέλη του 1938 ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα βομβάρδιζε την υπηρεσία του με αναφορές εκθειάζοντας το καθεστώς Μεταξά, τη μόνη λύση στο πολιτικό χάος τα χώρας, όπως έλεγε. Η απροκάλυπτη αγγλική υποστήριξη εξώθησε τον Μεταξά σε ακόμη μεγαλύτερη προσχώρηση στη βρετανική συμμαχία.

«Αυτό που επιθυ­μώ», εκμυστηρευόταν στον Βρετανό πρεσβευτή στα τέλη του 1938, «είναι μια συμμαχία με τη Μεγάλη Βρετα­νία. Και γιατί όχι. Θα πρέπει να δεχτούμε ως δεδομένο ότι σε περίπτωση ευρωπαϊκού πολέμου, το ναυτικό και η αεροπορία της Μεγάλης Βρετανίας θα έχουν απόλυτη ανάγκη των ελληνικών νησιών και λιμα­νιών… Μια συμμαχία επομένως θα ήταν το φυσικότερο πράγμα, από την άποψη ότι δεν υπάρχει άνδρας ή γυναίκα ή παιδί στην Ελλάδα που να μην είναι ολόψυχα αφοσιωμένοι στη χώρα σας».

Οι προτάσεις Μεταξά οδήγησαν τον Waterlow στην άποψη ότι ο Έλληνας δικτάτορας ήταν πολύ καλύτερος από τους συνηθισμένους πολιτικούς και ότι «αν και γερμανόφιλος, οι σχέσεις μας με τον τωρινό πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου υπήρξαν φιλικότερες από τις σχέσεις μας με τους προκατόχους του». Οι επισημάνσεις του πρεσβευτή κλόνισαν τελικά τις επιφυλάξεις του Λονδίνου, παραμερίζονται και τους τελευταίους δισταγμούς του για τα οφέλη από μια πιθανή συμμαχία με την Ελλάδα.

Έτσι τον Απρίλιο του 1939, όταν ο Μου­σολίνι κατέλαβε στρατιωτικά την Αλβανία, η Αγγλία και η Γαλλία εγγυήθηκαν επίσημα την ανεξαρτησία της Ελλάδας και της Ρουμανίας σχηματοποιώντας έτσι τα στρατόπεδα που διαμορφώνονταν στην περιοχή. Αν και η παραπάνω εγγύηση δημιουργούσε περισσότερο μια ηθική υποχρέωση και δεν αποτελούσε σαφή δέσμευση από την πλευρά της Βρετανίας κήρυξης πολέμου για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας, έγινε δεκτή με ανακούφιση.

 

Σύγκλιση βασικής στρατηγικής με αποκλίσεις τακτικής

 

Ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄στο αλβανικό μέτωπο.

Από τη στιγμή εκείνη και έπειτα, ενάμιση, δηλαδή, χρόνο πριν από την επίσημη κήρυξη του πολέμου, οι ενέργειες του Μεταξά ήταν όλο και πιο εναρμονισμένες με την πολιτική του Λονδίνου. Έτσι, οι προσπάθειες της Ρώμης να προσεγγίσει την Αθήνα κοινοποιήθηκαν στο Λονδίνο και όπως ήταν φυσικό απορρί­φθηκαν. Την ίδια στιγμή το «φλερτ» της Βουλγαρίας με τις δυνάμεις του Άξονα μεγάλωνε την ανασφάλεια της Αθήνας για την τύχη της Μακεδονίας στην αγκαλιά της Βρετανίας.

Η οριστικοποίηση της ελληνοβρετανικής συνεργασίας επικυρώθηκε με την υπογραφή διμερούς εμπορικής συμφωνίας τον Ιανουάριο του 1940, που προέβλεπε περικοπή των ελληνικών εξαγωγών προς τη Γερμανία. Η Ελλάδα είχε καταστεί δέσμια των βρετανικών οικονομικών συμφερόντων, κάτι που βεβαίως έγινε αντιληπτό τόσο στο Βερολίνο όσο και στη Ρώμη. Ως εκ τούτου, το καθεστώς ουδετερότητας είχε πια τυπική μόνο σημασία, αφού κατ’ ουσίαν η Αθήνα είχε ήδη με τις ενέργειές τις επιλέξει τελεσίδικα το στρατόπεδο του Λονδίνου.

Θα πρέπει βεβαίως να επισημανθεί πως η πολιτική της Βρετανίας στα Βαλκάνια απέβλεπε κυρίως στην υπεράσπιση της Τουρκίας και των Στενών, σε αντίθεση με τους Γάλλους που προτιμούσαν την ανάληψη πιο ριζοσπαστικών πρωτοβουλιών, όπως την εγκατάσταση συμμαχικού προγεφυρώματος στη Θεσσαλονίκη. Όσον αφορά την Ελλάδα, η βρετα­νική θέση συνοψιζόταν πως σε περίπτωση ιταλικής εισβολής, βρετανικές δυνάμεις θα αποβιβάζονταν στην Κρήτη για να βοηθήσουν τους Έλληνες στην απόκρουση τα ιταλικής επίθεσης, ενώ ταυτόχρονα ο βρετανικός στόλος στο Αιγαίο θα κι­νητοποιούνταν για να διασφαλίσει τον έλεγχο των επικοινωνιών στην περιοχή. Η διασφάλιση δηλαδή τα εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας εξαρτάτο πολύ περισσότερο από την ικανότητα της Βρετανίας να νικήσει την Ιταλία σε έναν διμερή πόλεμο, παρά από τη δυνατότητα τα να προσφέρει στρατιωτική βοήθεια στην ηπειρωτική Ελλάδα.

 

Πορεία μεταγωγικών του στρατού στον ποταμό Δεβόλη. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

 

Οι ελληνικές πρωτοβουλίες δεν έμεναν φυσικά απαρατήρητες από το καθεστώς του Μουσολίνι προκαλώντας τη δυσαρέσκειά του. Από τις αρχές κιόλας του 1940 η ιταλική επιθετικότητα έναντι της χώρας κλιμακώθηκε, αφού η Ρώμη επιθυμούσε να δοκιμάσει τις αντοχές της Αθήνας στις παράλογες αξιώσεις της. Τον Αύγουστο μάλιστα σημειώθηκε συνδυασμένη επίθεση των ιταλικών εφημερίδων εναντίον της Ελλάδας, ενώ ελληνικά πλοία παρενοχλούνταν στο Αιγαίο από την ιταλική διοίκηση της Δωδεκανήσου.

Σύμφωνα με πρόσφατες αρχειακές μαρτυρίες από τα ιταλικά αρχεία, ο Μουσολίνι είχε αποφασίσει να κηρύξει τον πόλεμο στην Ελλάδα ήδη από το καλοκαίρι του 1940 με συμβολική κίνηση τον τορπιλισμό της «Έλλη», αλλά υποχρεώθηκε να αναβάλει για μερικούς μήνες τα σχέδιά του έπειτα από συμβουλές των Γερμανών. Αμέσως μετά τα γεγονότα του Δεκαπενταύγουστου ο Μεταξάς σε μια συγκινησιακά φορτισμένη συνάντησή του με τον Βρετανό πρε­σβευτή, του ζήτησε την αμέριστη βρετανική υποστήριξη δηλώνοντάς του κατηγορηματικά ότι είχε αποφασίσει να αντισταθεί σε κάθε επιβουλή του Άξονα εναντίον της Ελλάδα και ότι σε κάθε περίπτωση προτιμούσε την καταστροφή της χώρας του, από την ταπείνωσή της.

Η αποφασιστικότητα του Μεταξά προκάλεσε την αντίδραση του ίδιου του Τσόρτσιλ, ο οποίος σε μήνυμά του προς τον Έλληνα δικτάτορα, στις 25 Αυγούστου 1940, εξέφρασε τον θαυμασμό του για τον τρόπο με τον οποίο ο Μεταξάς είχε χειριστεί την κρίση και τον διαβεβαίωνε πως η θαρραλέα στάση των Ελλήνων, υπό την ηγεσία του, είχε κερδίσει τον θαυμασμό του αγγλικού λαού, που έβλεπε στη στάση των Ελλήνων το παράδειγμα των προγόνων τους μπροστά στον περσικό κίνδυνο.

Ωστόσο, ο Βρετανός πρωθυπουργός επανέλαβε και πάλι τη γνωστή θέση του Λονδίνου πως σε περίπτωση ελληνοϊταλικής σύρραξης η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να αναμένει βρετανική βοήθεια για την προστασία των ηπειρωτικών περιοχών της, αλλά να προσδοκά μόνο βρετανική αεροπορική επίθεση εναντίον της Ιταλίας καθώς και αποστολή δυνάμεων για την άμυνα της Κρήτης. Παρά τη βρετανική διστακτικότητα, όμως ο Μεταξάς δεν έδειξε να υπαναχωρεί από τις θέσεις του. «Απόφασίς μου εις αντίστασιν μέχρις εσχάτων» σημείωνε με αποφασιστικότητα στο «Ημερολόγιό» του. Η άρνησή του να αποδεχθεί το ιταλικό τελεσίγραφο τα χαράματα της 28ns Οκτωβρίου 1940 ήρθε απλώς να επισφραγίσει τις εκπεφρασμένες πεποιθήσεις του.

  

Οι λανθασμένες εκτιμήσεις των Ιταλών «πληρώθηκαν» στην κορυφογραμμή της Πίνδου

 

Ο Μουσολίνι και ο Καβαλλέρο προετοιμάζουν τη μεγάλη επίθεση, Μάρτιος 1941. Αρχείο: Ν. Σ. Μάργαρη.

Στις 15 Οκτωβρίου 1940 στο γραφείο του Μπενίτο Μουσολίνι στη Ρώμη πραγματοποιήθηκε κρίσιμη σύσκεψη, στην οποία ελήφθησαν οι τελικές αποφάσεις για τη διεξαγωγή επιθετικής στρατιωτικής επιχείρησης εναντίον της Ελλάδας. Παρόντες στη σύσκεψη ήταν, εκτός του Ιταλού δικτάτορα, ο υπουργός των Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο, ο αρχηγός και ο υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού καθώς και οι επικεφαλής των στρατευμάτων που βρίσκονταν στην Αλβανία. Μέσα σε κλίμα έκδηλου ενθουσιασμού ο Ντούτσε ανακοίνωσε την απόφασή του για την κήρυξη πολέμου εναντίον της Ελλάδας, απόφαση που, όπως είπε, είχε ωριμάσει μέσα του «επί πολύ καιρό». Ήταν η ομολογία μιας επιθυμίας που είχε χαραχθεί αρκετούς μήνες νωρίτερα και είχε σε αρχικό στάδιο εκ­φρασθεί με τον τορπιλισμό της «Έλλης» ανήμερα της Παναγίας, στις 15 Αυγούστου του 1940.

Οι επιθετικές διαθέσεις του Μουσο­λίνι ενισχύθηκαν από τις διαβεβαιώσεις της στρατιωτικής ηγεσίας πως οι Ιτα­λοί στρατιώτες ανυπομονούσαν να εμπλακούν στις πολεμικές συγκρούσεις σε αντίθεση με τους Έλληνες, που φαίνονταν απρόθυμοι αλλά και ανέτοιμοι να αντιπαραθέσουν αξιόλογη αντίσταση. Ωστόσο, παρά τις εισηγήσεις των Ιταλών στρατηγών τα δεδομένα παραμονές της ελληνοϊταλικής σύγκρουσης φαίνεται ότι ήταν αρκετά διαφορετικά.

Η Ελλάδα όχι μόνο δεν ήταν απροετοίμαστη αλλά είχε φροντίσει ήδη, έστω και καθυστερημένα, από τον Απρίλιο του 1939, όταν η Ιταλία κατέλαβε την Αλβανία, να αναθεωρήσει το αμυντικό της δόγμα που έως τότε βασιζόταν κυρίως στα οχυρωματικά έργα κατά μήκος των βορείων συνόρων της και να προετοιμασθεί για το ενδεχόμενο χερσαίας επίθεσης από την πλευρά της Ηπείρου. Από την άλλη, οι Έλληνες στρατιώτες μόνο απρόθυμα δεν αντιμετώπισαν την κήρυξη του πολέμου. Τέλος, το φρόνημα των Ιταλών στρατιωτών υπερτονιζόταν δυσανάλογα σε σχέση με τις πραγματικές διαθέσεις τους και τη νομιμοφροσύνη τους απέναντι στο φασιστικό καθεστώς.

  

Το «μαρτύριο» του πρεσβευτή

 

Προφανώς τέτοιου είδους αποθαρρυντικές πληροφορίες θα είχαν φθάσει στα αυτιά του Ιταλού πρεσβευτή στην Αθήνα, Εμμανουέλε Γκράτσι, ο οποίος δεν έκρυβε την αγωνία του για τις πρωτοβουλίες των πολιτικών του προϊσταμένων. «Φαντάζομαι ότι στο κελί του θανάτου οι καταδικασμένοι θα περνούν ώρες όχι πολύ διαφορετικές από αυτές που περνώ εγώ τώρα», σημείωνε, λίγο πριν την έναρξη των εχθροπραξιών. Το «μαρτύριο» του Ιταλού πρεσβευτή ολοκληρώθηκε τα χαράματα της 28ns Οκτωβρίου, όταν επέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά το ιταλικό τελεσίγραφο. «Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα τη μεγαλύτερη απέχθεια για το επάγγελμά μου», εξομολογείται ο Ιταλός διπλωμάτης.

 

Έλληνες στρατιώτες στο αλβανικό μέτωπο. Φωτογραφία, Λάζαρος Ακερμανίδης.

 

Η είδηση της κήρυξης του πολέμου προκάλεσε παλλαϊκές εκδηλώσεις ενθουσιασμού στην Αθή­να. «Σιγά σιγά η Αθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει λ.χ. Τα Εκατόχρονα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα και πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων, με στολές της EON ή με πολιτικά, έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους, με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. Κρατούν εικόνες του βασιλιά, του Μεταξά, του καταδρομικού Έλλη με την επιγραφή: Δεν λησμονούμε. Ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητω­κραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιο ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες στον αέρα, ένα φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που αισθάνομαι τέτοιαν ομόνοια να βασιλεύει στον τό­πο: Κανείς δεν σκέπτεται αυτή τη στιγμή ότι ο εχθρός είναι δέκα φορές ισχυρότερος, ότι ο θάνατος κρέμεται από πάνω μας μέσα σ’ αυτόν τον λαμπρό ουρανό», περιγράφει εκείνο το πρωινό του Οκτωβρίου ο Γιώργος Θεοτοκάς.

Δημήτριος Σιώτος, από τα Σταθέικα Άργους: Κληρωτός του 1936, έφυγε για το μέτωπο όπως χιλιάδες άλλοι πατριώτες με την επιστράτευση (28/10/1940). Φώτο από το βιβλίο του Γ. Κόνδη, «Τετράδιο Πολέμου 1940».

Αλλά και στην κορυφογραμμή της Πίνδου ο ελληνικός στρατός ήταν πιο αποφασισμένος από ποτέ. Εμψυχώνοντας τους άνδρες του ο διοικητής του Αποσπάσματος Πίνδου, Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης, σε ημερήσια διαταγή του αναφέρθηκε στο δίκαιο του ελληνικού αγώνα επικαλούμενος τα κατορθώματα των προγό­νων: «Οι Επαναστάται του ’21 με ξύλα και δρεπάνια αντιμε­τώπισαν Στρατόν της εποχής επιστημονικώς οπλισμένον χάρις εις το εξυψωμένον ηθικόν των… σήμερον εμείς με οπλισμόν σχεδόν ισάξιον του αντιπάλου θα υστερήσωμεν των προγόνων μας; Με το ανώτερον ηθικόν μας, με το δίκαιον του αγώνος μας, με τη δύναμιν του Θεού, θα εξέλθωμεν νικηφόροι της δοκιμασίας. Η πίστις μετακινεί όρη».

Οι ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις στο μέτωπο (Ήπειρος και Δυτική Μα­κεδονία) υπερτερούσαν αριθμητικά των αντίστοιχων ελληνικών, χωρίς όμως να υπολογίζονται οι ελληνικές εφεδρείες. Σύμφωνα με το σχέδιο του ι­ταλικού Γενικού Επιτελείου, θα εκδηλώνονταν δυο κύριες επιθετικές επιχειρήσεις, η πρώτη με στόχο την κατάληψη του Μετσόβου, όπου μάλιστα είχε διατεθεί και η περίφημη μεραρχία των Ιταλών Αλπινιστών «Τζούλια», και η δεύτερη με στόχο την Πρέβεζα για την εξασφάλιση βάσης για το ιταλικό πολεμικό ναυτικό. Αντίθετα, στο μέτωπο της Δυτικής Μακεδονίας το αρχικό ιταλικό σχέδιο ήταν αμυντικό. Ωστόσο, για διάφορους λόγους το ιτα­λικό επιτελικό σχέδιο δεν μπόρεσε τε­λικά να υλοποιηθεί.

 

Οι τρεις φάσεις του πολέμου

 

Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος χωρίζεται σε τρεις φάσεις. Στη φάση από τις 28 Οκτω­βρίου έως τις 13 Νοεμβρίου 1940, ο ελληνικός στρατός βρέθηκε σε θέση άμυνας και τελικά σταμάτησε την ιταλική προέλαση. Στη συνέχεια, οι Έλληνες στρατιώτες εισήλθαν στο έδαφος της Βορείου Ηπείρου πετυχαίνοντας για περίπου δυο μήνες μεγάλες στρατιωτικές νίκες σε βάρος των Ιταλών. Στην τρίτη φάση του πολέμου από τις 7 Ιανουαρίου έως τις 26 Μαρτίου 1941, αρχικά διακόπηκε η ελ­ληνική αντεπίθεση, ενώ αργότερα εκ­δηλώθηκε η εαρινή ιταλική επίθεση, χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα.

 

Αλέξανδρος Παπάγος. Ο Αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων στο Αλβανικό Μέτωπο. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

 

Κορυφαία στιγμή της τρίτης φάσης αποτελεί αναμφίβολα η πολύνεκρη μάχη που δό­θηκε γύρω από το «ύψωμα 731». Τόσο οι Έλληνες όσο και οι Ιταλοί στρατιώτες πολέμησαν με γενναιότητα, τιμώντας τον όρκο που είχαν δώσει προς την πατρίδα τους. Πληθώρα μαρτυριών της εποχής καταγράφουν τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις τους, τις στιγμές μεγαλείου αλλά και – όχι σπάνιες – σκηνές αβρότητας μεταξύ τους.

Κρίσιμος διαχωριστικός παράγοντας, πάντως, στάθηκε το αίσθημα του δικαίου που τόνωνε το φρόνημα των Ελλήνων στρατιωτών.

«Πόσες φορές δεν είδα Έλληνες στρατιώτες να δί­νουν τα τελευταία τσιγάρα τους, την πε­ριορισμένη μερίδα του ψωμιού τους σε Ιταλούς που είχαν αιχμαλωτισθεί. Γιατί ο Έλληνας, μολονότι περιέβαλλε με περιφρόνηση τον Ιταλό στρατιώτη, δεν αισθανόταν γι’ αυτόν, ανθρώπινο μίσος. Όλο το μίσος τους οι Έλληνες το επεφύλαξαν για τον Μουσολίνι και τον κόμητα Τσιάνο, για τους ανθρώπους που είχαν ρί­ξει τον ιταλικό στρατό στον πόλεμο. Και αυτό φαινόταν από τα τραγούδια που τραγουδούσαν, ενώ προήλαυναν», επεσήμαινε Άγγλος πολεμικός ανταποκριτής.

 

Ο βαρύς χειμώνας

 

Σφοδρός αντίπαλος και για τους δυο αντιμαχόμενους στάθηκε ο βαρύς χειμώνας. Οι πολικές καιρικές συνθήκες με τις συχνές χιονοθύελλες και τη χαμηλή ορατότητα, όπως καταγράφονται στα κινηματογραφικά επίκαιρα της εποχής, ευθύνονται για πλήθος από κρυοπαγήματα που οδήγησαν ακόμη και σε ακρωτηριασμούς. Επέφεραν έτσι πολλές δυσχέρειες στα πεζοπόρα τμήματα, ενώ επέτειναν τις δυσκολίες στον εφοδιασμό των μο­νάδων με τρόφιμα και πυρομαχικά.

 

Πορεία μεταγωγικών. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

 

Η παθιασμένη ελληνική αντίσταση και οι απρόσμενες, για πολλούς, επιτυχίες των Ελλήνων στρατιωτών υποχρέωσαν τους Βρετανούς να επανεξετάσουν τη στάση τους απέναντι στη «μάχη της Ελλάδας» και να δηλώσουν ετοιμότητα για προσφορά ουσιαστικότερης βοήθειας.

Από την άλλη, οι εξελίξεις στο μέτωπο προκάλεσαν βαθύτατη κρίση στους κόλπους της ιταλικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας οδηγώντας σε παραιτήσεις αλλά και ανακλήσεις Ιταλών στρατηγών από την Αλβανία, γεγονότα που τραυμάτισαν σοβαρά το γόητρο του Ιταλού δικτάτορα. Καθήλωσαν επίσης σημαντικές ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις που υπό άλλες συνθήκες θα είχαν διατεθεί σε άλλα μέτωπα, όπως εκείνο της Βόρειας Αφρικής. Υποχρέωσαν, τέλος, τη Γερμανία του Χίτλερ να επέμβει η ίδια στο ελληνικό μέτωπο προκειμένου να δώσει το αποφασιστικό χτύπημα.

 

Ιάκωβος Μιχαηλίδης

Επίκουρος καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

 

Πηγή


  • Καθημερινή, «Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος », Κυριακή 13 Ιουνίου 2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Βραχνός Βασίλειος (1887 – 1971)


 

Βραχνός Βασίλειος

Έλληνας στρατιωτικός. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1887. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πήρε μέρος σε όλους τους πολέμους από το 1912 μέχρι το 1922. Το 1940 έγινε υποστράτηγος και διορίστηκε διοικητής της 1ης Μεραρχίας Πεζικού. Μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, έσπευσε σε βοήθεια του Αποσπάσματος Πίνδου και συνέβαλε στην ήττα της Μεραρχίας Αλπινιστών Τζούλια. Στη διάρκεια της Κατοχής ήταν ένας από τους ιδρυτές της αντιστασιακής οργάνωσης «Άγνωστος Μεραρχία». Συνελήφθη και εκτοπίστηκε πρώτα στην Ιταλία και μετά στη Γερμανία. Απελευθερώθηκε το 1945. Το 1946 προήχθη σε αντιστράτηγο και το 1948 αποστρατεύτηκε.

Εξελέγη βουλευτής Αργολιδοκορινθίας το 1951 και Ναυπλίας το 1952 με τον Ελληνικό Συναγερμό. Το 1954 ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος τον διόρισε υφυπουργό Εξωτερικών.

Πέθανε κατά τον ύπνο του, στην Αθήνα, έπειτα από δηλητηρίαση λόγω φωταερίου. Ο Β. Βραχνός, ετών 84ων, βρέθηκε νεκρός,  από την κόρη του μαζί με τη σύζυγό του, Μαρίκα Λάμπρου, και το καναρίνι τους στο υπόγειο διαμέρισμά τους, στις 7 Μαρτίου 1971. Το αέριο είχε διαφύγει από τους αγωγούς που διέρχονταν από τα θεμέλια της πολυκατοικίας όπου διέμενε το ζεύγος.

 

Η είδηση του θανάτου του Βασιλείου Βραχνού στην εφημερίδα, «Μακεδονία» 1971-03-09.

 

Τιμήθηκε μεταξύ άλλων με τους Μεγαλόσταυρους της Γιουγκοσλαβίας και της Αιθιοπίας. Ο Βασίλειος Βραχνός έγραψε απομνημονεύματα, τα οποία δεν ολοκληρώθηκαν λόγω του θανάτου του.

.

Πηγή


  • National Geographic, «1940-41 Ελλάδα, η Πρώτη Νίκη», Αθήνα, 2000.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα 1941


 

Προέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων προς το νότο. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

Τον χειμώνα του 1940 και ενώ σχεδόν ολόκληρη η Ευρώπη έχει υ­ποταχθεί στις δυνάμεις του ναζισμού, η Ελλάδα καταφέρνει να α­ποκρούσει με επιτυχία την εισβολή της Ιταλίας στην επικράτειά της, αναπτερώνοντας το ηθικό όσων κρατών απέμεναν ακόμη να αντιστέκονται. Θορυβημένος από την ήττα του Μουσολίνι στην Ήπειρο, ο Χίτλερ αποφασίζει να παρέμβει. Ο ήδη εξαντλημένος από τις πολύμηνες μάχες στην Πίνδο ελληνικός στρατός δεν ήταν σε θέση να αντιπαρατεθεί με τις αριθμητικά πολλαπλάσιες δυνάμεις της Ιταλίας, της Γερμανίας και της Βουλγαρίας, μο­λονότι 60.000 Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, Κύπριοι και Παλαιστίνιοι στρατιώτες προσέφεραν πολύτιμη βοήθεια. Πάντως, ο απελπισμένος αγώνας που δόθηκε μέχρι να σβήσει και η τελευταία εστία αντίστασης, στην Κρήτη, αποτέλεσε μια από τις συγκλονιστικότερες στιγμές του 20ού αιώ­να.

Από τους Έλληνες υπερασπιστές των οχυρών της γραμμής Μεταξά, που συνέχισαν να πολεμούν ακόμη και όταν όλα είχαν τελειώσει, μέχρι τους απαράμιλλης ανδρείας Νεοζηλανδούς, από τους οποίους ζητήθηκε να δώ­σουν και την τελευταία ρανίδα του αίματός τους, στον Πλαταμώνα, η μά­χη της Ελλάδας ανέδειξε τα όρια του ανθρώπινου θάρρους. Παρά τα λάθη, η Γερμανία χρειάστηκε περισσότερες ημέρες για να θέσει υπό τον έλεγχό της ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, απ’ ό,τι χρειάστηκε για να καταλάβει τη Γαλλία. Εντούτοις, απέδειξε – σε όσους ακόμη αμφέβαλλαν – ότι διαθέτει την αρτιότερη πολεμική μηχανή που είχε εμφανιστεί έως τότε στην ιστορία και θα χρειαζόταν χρόνια για να νικηθεί.

 

Άκαρποι διπλωματικοί ελιγμοί

 

Αλέξανδρος Παπάγος, αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων.

Η γερμανική εισβολή στη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα, στις 6 Απριλίου του 1941, σηματοδοτούσε την περιέλευση της Βαλκανικής υπό τον γερμανικό έ­λεγχο. Η χερσόνησος δεν αποτελούσε στο σύνολό της πεδίο προτεραιότητας για το Βερολίνο. Καθοριστικός για τον γερμανικό σχεδιασμό ήταν ο έλεγχος των πετρελαιοπηγών της Ρουμανίας. Το ενδιαφέρον της Γερμανίας για την Ελλάδα προέκυψε ως αποτέλεσμα της ιταλικής επίθεσης τον Οκτώβριο του 1940. Σε σχετική ιταλική βολιδοσκό­πηση, το Βερολίνο είχε απαντήσει αρ­νητικά, επικαλούμενο την ανάγκη αποφυγής εγκατάστασης των Βρετα­νών στο νότιο άκρο της χερσονήσου με συνέπεια να απειληθεί η ανεμπόδιστη χρήση των ρουμανικών πετρελαιοπη­γών, αφού η Ρουμανία θα βρισκόταν εντός του βεληνεκούς της βρετανικής αεροπορίας.

Η ιταλική εμπλοκή και κυρίως η ήτ­τα των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβα­νία έθετε την Ελλάδα στο επίκεντρο του γερμανικού στρατιωτικού σχεδιασμού. Τον Δεκέμβριο του 1940, ο Χίτλερ έδι­νε τη συγκατάθεσή του για το σχέδιο «Μαρίτα», που προέβλεπε την κατάληψη της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας προκειμένου να εξασφαλιστούν η νότια και ανατολική γερμανική πλευρά εν ό­ψει της εκστρατείας κατά της Σοβιετικής Ένωσης που επρόκειτο να αναλη­φθεί εντός του 1941. Πριν προσφύγει, όμως, τελικά στη στρατιωτική λύση, το Βερολίνο θα αναλάμβανε διπλωματική προσπάθεια για ανακωχή μεταξύ της Ιταλία και της Ελλάδας.

Οι προσπάθειες αυτές που εξελίχθηκαν από τον Δε­κέμβριο του 1940 έως και τον Φεβρου­άριο του 1941 απέβησαν άκαρπες, καθώς η Αθήνα δεν ήταν διατεθειμένη να εγκαταλείψει τη συμμαχία της με τη Βρε­τανία, αλλά μόνο να εξασφαλίσει τη δια­κοπή των εχθροπραξιών με την Ιταλία.

Αντίθετα, η προτεραιότητα για το Βερολίνο ήταν να εκδιώξει τους Βρετανούς από την Ελλάδα. Η τελευταία θα προ­σπαθούσε να τηρήσει ιδιαίτερα προ­σεκτική στάση, αποφεύγοντας να προκαλέσει τη γερμανική πλευρά. Ήδη, κα­τά τις συνομιλίες της με τους Βρετανούς, η Αθήνα είχε αρνηθεί να δεχθεί βρετανικές δυνάμεις στο έδαφός της, αφού η βρετανική ενίσχυση φαινόταν ανεπαρκής για την απώθηση γερμανικής εισβολής αλλά επαρκής για να προκα­λέσει το Βερολίνο.
 
 

Γερμανοί στρατιώτες στην Ελλάδα, Απρίλιος 1941. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

 

Όταν τελικά, προς το τέλος Φεβρουαρίου, η Αθήνα θα δεχό­ταν τη βρετανική ενίσχυση ήταν περί­που βέβαιο ότι οι γερμανικές δυνάμεις θα επενέβαιναν υπέρ των Ιταλών. Η είσοδος του γερμανικού στρατού στη Βουλγαρία ήταν η από μακρού αναμε­νόμενη επιβεβαίωση των γερμανικών προθέσεων.

Στον γερμανικό σχεδιασμό σημαντική θέση κατείχε και η Γιου­γκοσλαβία. Το Βελιγράδι αισθανόταν α­πό καιρό τη γερμανική πίεση και η θέ­ση του δεν ήταν αναμφισβήτητη στο πλευρό των δυτικών δυνάμεων. Στις 25 Μαρτίου, υπό την επίδραση του αντιβασιλέως Παύλου, η Γιουγκοσλαβία ε­πρόκειτο να προσχωρήσει στον Άξονα. Η εικόνα ανατράπηκε άρδην στις 27 Μαρτίου, όταν πραξικόπημα φιλοβρετανικών στοιχείων στον στρατό και στις υπηρεσίες ασφαλείας, με τη συνδρομή των βρετανικών υπηρεσιών, ανέτρεψε τον αντιβασιλέα και την κυβέρνησή του.

 

Η 6η Μεραρχία του Στρατού της Αυστραλίας περνά τον Αλιάκμονα στις 13 Απριλίου 1941. Φωτογραφία από το βιβλίο του Μιχάλη Ν. Κατσίγερα, «Ελλάδα 20ος αιώνας: Οι φωτογραφίες».

 

Ο νεαρός βασιλέας που ανέλαβε την άσκηση των βασιλικών του καθηκό­ντων χωρίς αντιβασιλεία διόρισε μια νέα κυβέρνηση που δεν συμμεριζόταν τον προσανατολισμό της γιουγκοσλαβικής πολιτικής προς τον Άξονα. Το πραξικόπημα στο Βελιγράδι θα αντιμετωπιζόταν από τη γερμανική πλευ­ρά με την προσφυγή στη στρατιωτική επιλογή. Αυτή είχε γίνει υποχρεωτική και για την Ελλάδα από την οπτική του Βερολίνου ήδη από τα μέσα Μαρτίου, αφού η εαρινή επίθεση των Ιταλών στην Αλβανία είχε αποκρουστεί από τις ελληνικές δυνάμεις και συνεπώς δεν δια­φαινόταν δυνατότητα ανατροπής της στρατιωτικής κατάστασης.

 

Η κεραυνοβόλος επιχείρηση «Μαρίτα» στα Βαλκάνια

 

Γερμανικά πολεμικά πάνω από τον Παρθενώνα.

Από στρατιωτική άποψη, οι γερμανικές δυνάμεις ήταν αναμφισβήτητα υπερέχουσες και η εξέλιξη των επι­χειρήσεων αποτελούσε μια βαλκανι­κή εκδοχή του κεραυνοβόλου πολέ­μου που είχαν εφαρμόσει με επιτυχία οι Γερμανοί στη δυτική Ευρώπη τον Μάιο του 1940. Οι Έλληνες είχαν ισχυρές οχυρώσεις στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο αλλά όχι στην ελληνογιουγκοσλαβική. Πέραν αυτού, ο ελληνοβρετανικός σχεδιασμός έπα­σχε, καθώς δεν ήταν σαφές αν θα ε­πιδιωκόταν η άμυνα σε προωθημένη γραμμή ή η εκκένωση της ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης ώστε να στηριχθεί αμυντικά μια γραμμή στον ποταμό Αλιάκμονα. Η εξέλιξη των ε­πιχειρήσεων κατέστησε μάλλον ακαδημαϊκές τις σχετικές συζητήσεις.

Οι Γερμανοί επιτέθηκαν ταυτόχρονα στην Ελλάδα και στη Γιουγκοσλαβία στις 6 Απριλίου. Η υπεροχή τους σε τεθωρακισμένα και στον αέρα ήταν σαφής, ενώ αντίθετα, οι βρετανικές, νεοζηλανδικές και αυστραλιανές δυ­νάμεις που είχαν εισέλθει στον ελ­ληνικό χώρο τον Μάρτιο δεν διέθεταν τα μηχανοκίνητα μέσα και την αε­ροπορική κάλυψη σε επάρκεια. Από ελληνικής πλευράς, ο κύριος όγκος των δυνάμεων ήταν δεσμευμένος στο μέτωπο της Αλβανίας. Τα οχυρά στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο α­ποδείχθηκαν αξιόπιστα ως προς τη δυ­νατότητά τους να καθυστερήσουν την προέλαση του επιτιθέμενου, δεν είχαν όμως πρακτική αξία από τη στιγμή που οι γερμανικές δυνάμεις έκαμψαν εύ­κολα τη γιουγκοσλαβική αντίσταση και εισήλθαν ταχύτατα στο ελληνικό έδαφος, μέσω της κοιλάδας του Αξι­ού και κατέλαβαν τελικά τη Θεσσα­λονίκη στις 9 Απριλίου.

Αλέξανδρος Κορυζής, πρωθυπουργός της Ελλάδας παραμονές της γερμανικής εισβολής.

Οποιαδήπο­τε περαιτέρω αντίσταση στα οχυρά δεν είχε νόημα. Η προέλαση ήταν τα­χεία και στη Γιουγκοσλαβία, το Βελι­γράδι καταλήφθηκε στις 17, ενώ η γραμμή των Θερμοπυλών ήταν προφανές τις ίδιες μέρες ότι δεν μπορούσε να αντέξει. Η ραγδαία γερμανική προέλαση απέκοψε και τις ελληνικές δυνάμεις που βρίσκονταν στο μέτω­πο της Αλβανίας. Η συντριπτική γερ­μανική υπεροχή άσκησε μεγάλη ψυ­χολογική και υλική πίεση στον ελλη­νικό στρατιωτικό μηχανισμό και στην πολιτική ηγεσία.

Ο διάδοχος του Με­ταξά στην πρωθυπουργία, Αλέξανδρος Κορυζής, αυτοκτόνησε στις 18 Απρι­λίου, ενώ διοικητές των μονάδων της στρατιάς Ηπείρου με επικεφαλής τον στρατηγό Τσολάκογλου, ενώπιον του αδιεξόδου στο οποίο βρίσκονταν, προχώρησαν σε συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς στις 20 Απριλίου, παρά τις αντίθετες διαταγές του βασιλιά Γεωργίου του Β’ και του αρχιστρα­τήγου Αλεξάνδρου Παπάγου, οι οποίοι κατανοούσαν την πολιτική, ψυχολο­γική σημασία, αλλά και τη στρατηγι­κή προοπτική της παραμονής τα Ελλάδας στο πλευρό των Βρετανών.

Ο στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου, πρώτος κατοχικός πρωθυπουργός.

Η συνθηκολόγηση δεν επηρέασε πάντως την προσπάθεια εκκένωσης των συμμαχικών δυνάμεων από την ηπειρωτική Ελλάδα. Η επιχείρηση εξελίχθηκε με επιτυχία και μεγάλο μέρος των δυνάμεων αυτών μεταφέρ­θηκαν στην Κρήτη, όπως άλλωστε ο βασιλιάς, η κυβέρνηση και υπολείμ­ματα των ελληνικών ενόπλων δυνά­μεων.

Οι γερμανικές δυνάμεις εισήλ­θαν στην Αθήνα στις 27 Απριλίου. Η ελληνική επικράτεια, με εξαίρεση την Κρήτη, βρισκόταν πλέον υπό την τριπλή, γερμανική, βουλγαρική και ι­ταλική κατοχή. Τα κίνητρα του Τσολάκογλου και των στρατηγών θεωρήθηκαν δια­βλητά όταν αυτοί ανέλαβαν να σχη­ματίσουν μια κυβέρνηση συνεργασίας με τις δυνάμεις Κατοχής, ευθύς μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθή­να. Την κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας ακολούθησε η κατάληψη της Κρήτης τον Μάιο του 1941.

 

Οι επιπτώσεις

 

Αν και η γερμανική επίθεση δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί από τους Έλληνες και τους Συμμάχους, προκάλεσε απώλειες σε επίλεκτες γερμανικές μονάδες και ενδεχομένως κάποια καθυστέρηση στην έναρξη της γερμανικής επίθεσης κατά της Σοβιετικής Ένωσης, που τελικά πραγ­ματοποιήθηκε στις 22 Ιουνίου.

 

Ξεσπιτωμένοι Έλληνες. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

 

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν κρίθηκε στα Βαλκάνια, η κλίμακα των δυνά­μεων στη γωνία αυτή της Ευρώπης δεν ήταν συγκρίσιμη με αυτή των άλλων μετώπων. Ούτε είναι βέβαιο ότι η γερμανική προέλαση στο σοβιετι­κό έδαφος καθυστέρησε καθοριστικά λόγω της βαλκανικής εκστρατείας. Αυ­τό που ανέδειξε όμως ο πόλεμος και η Κατοχή στα Βαλκάνια, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ήταν ότι η κυ­ριαρχία της ναζιστικής Γερμανίας εί­χε πολύ λίγους υποστηρικτές, η Γερ­μανία έπρεπε να επέμβει στρατιωτι­κά και να υποστεί το κόστος σε έμ­ψυχο και άψυχο δυναμικό μιας μακροχρόνιας επιβολής δια της βίας, εγ­χείρημα το οποίο τελικά υπερέβαινε τις δυνατότητες της Γερμανίας.

 

Σωτήρης Ριζάς

Διευθυντής Ερευνών

στο Κέντρο Έρευνας της Ιστορίας του Νεότερου Ελληνισμού

της Ακαδημίας Αθηνών.

 

 

Πηγή


  • Καθημερινή, «Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα», Κυριακή 27 Ιουνίου 2010.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Άργος – Ο Βομβαρδισμός της 14ης Οκτωβρίου 1943 από τους συμμάχους


Το αεροδρόμιο του Άργους απετέλεσε πολλές φορές στό­χο των συμμαχικών αεροπλάνων, τα οποία επέδραμαν ενα­ντίον του, άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη ε­πιτυχία, πάντα όμως χωρίς να αφήνουν περιθώρια στους Γερμανούς για εφησυχασμό. Η πρώτη επιδρομή που έχει καταγραφεί έγινε το Νοέμβριο του 1942. Προηγήθηκε νυχτε­ρινή επίθεση με αρκετές γερμανικές απώλειες και το πρωί, καθώς οι Γερμανοί του αεροδρομίου και του Αγίου Νικολά­ου (ναού) είχαν παραταχθεί για προσκλητήριο, δύο συμμαχι­κά αεροσκάφη (Hurricanes) – το ένα μέσα από την Πάνιτσα και το άλλο από τη Χούνη του Κάστρου – επέπεσαν εναντίον τους προκαλώντας μεγάλες απώλειες σε άνδρες και αερο­σκάφη (καταστράφηκαν 13 στούκας επί τόπου). Φήμες επέ­μεναν πως πιλότος του ενός αεροσκάφους ήταν ο Βαρβέρης από το Άργος. Άλλες δύο τουλάχιστον σοβαρές επιδρομές ε­ναντίον του αεροδρομίου έγιναν τον Απρίλιο και το Σεπτέμβριο του 1943. Τέλος ο μοιραίος βομβαρδισμός της 14.10. 1943. 

Τα θύματα αμέτρητα. Περί τους 100 οι νεκροί Αργείτες, πολύ περισσότεροι οι τραυματίες. Από τους Γερ­μανούς υπολογίζεται πως νεκροί και τραυματίες έφτασαν τους 75.

Ας δούμε πως περιγράφει τον βομβαρδισμό ο Ανδρέας Χριστόπουλος  στο βιβλίο του «Οι Ιταλογερμανοί στην Αργολίδα».

Βομβαρδιστικά κάθετης εφόρμησης Douglas SBD-3 Dauntless του Αμερικανικού Ναυτικού.

« Βροντολογάνε οι κανονιές στις πλαγιές στα στενορύμια, στις κορφές, στις δημοσιές και στις ταράτσες της Αργολίδας. Λες κι άνοιξεν ο Άδης και σκορπάει σίδερο και φωτιά. Ο ουρανός έπηξε από καπνούς των αντιαεροπορικών.

Ο κροταλισμός των πολυβόλων, ο γδούπος των κανονιών και το υπόκωφο χτύπημα των ταχυβόλων ταράζει σύγκορμα τ’ ανθρώπινο κουφάρι και τα νεύρα σπάνε ανεπανόρθωτα.

Ένα σμήνος από καμμιά τριανταριά Αγγλοαμερικανικά αεροπλάνα, όλα δικινητήρια, πετάν μεγαλόπρεπα σε σχηματισμό χήνας πάνω από τη πόλη κι ο πληθυσμός περήφανα και με κρυφό καρδιοχτύπι τα καμαρώνει και καρτεράει με κρυφή χαρά να φτάσουνε έγκαιρα στ’ αεροδρόμι των Ούννων και να τους γαζώσουνε κυριολεκτικά, μια και κυριάρχησαν στον αέρα πια.

Κρυφογελάν οι ψυχές στ’ αντίκρυσμα τους και στο ξεφάντωμα τους αναδεύονται περήφανα οι Εθνικοί παλμοί κι ακαρτεράμε ανυπόμονα ν’ ανθίσουν τ’ ασπρογάλαζα λουλούδια της λευτεριάς.

Ποιος ξέρει …κει πάνου μπορεί νά ‘ναι κι Ελληνόπουλα… μας τόπε μια προκήρυξη της Μέσης Ανατολής – κι ως τόσο η καρδιά μας σκιρτάει διπλά γιατί πλάι στους μεγάλους μας Συμμάχους κρατάμε κι εμείς μια αντενίτσα του χρυσοκαραβιού, που άφοβα πλέει για το μεγάλο λιμάνι της Νίκης. Είναι περήφανη η Ελλάδα μας γι αυτό και κράτησε καλά ως τώρα τ’ όνομα της το παλιό.

Χίλιες φορές στο Ράδιο μάς είπανε οι Σύμμαχοι, πως χρωστάνε πολλά σε μας. Μα πάρα πολλά … κι’ ότι μα αδίκησαν στο παρελθόν, μα θα μας φτιάξουνε στο μέλλον. Η πικράδα που ποτίστηκε το 1922 η Ελληνική ψυχή ξεχάστηκε, απάλυνε μπρος στο μεγαλόπρεπο πανηγύρι της Αλβανίας και των Μακεδονικών οχυρών. Το Περθώρι σκιάσε τ’ Αρκάδι κι’ οι Σύμμαχοι μας υμνολόγησαν πολύ, τόσο, που τους πιστέψαμε απόλυτα.

Κι ως τόσο ο βομβαρδισμός τ’ Άργους αρχίζει. Πρώτος βάλλεται ο κάμπος κι η συνοικία των Ταμπάκικων. Δεύτερος ο Κραβασαράς, τα Ρεντζέϊκα, ο Πρόδρομος, το Κέντρο, ο Αρχοντομαχαλάς, τα Γεφύρια, ο Σταθμός, ο Ξεργιάς. Δέσμες – δέσμες θανάτου ξαπολύονται από Συμμαχικά χέρια και σκοτώνουν Έλληνες.

Κάθε μεριά, κάθε γωνιά, κάθε δρόμος, κάθε αυλή, κάθε σπίτι, κάθε χωράφι, κάθε πλαγιά και ριζοβούνι, δέχονται τις βολιδοφόρες των αεροπλάνων. Κόλαση Δάντι, νύχτα Αγίου Βαρθολομαίου, βομβαρδισμός Βελιγράδιου από τους Ούννους! Να η 14η Οκτωβρίου 1943 στ’ Άργος.

Χέρια πετάν στον αγέρα μ’ ορθάνοιχτα δάχτυλα. Ποδάρια τινάζουνται ψηλά βαριοχτυπάν στις πόρτες των σπιτιών. Μυαλά ανθρώπινα πιτσιλίζουν τους τοίχους σαν μυστριά χτιστάδων αλείβοντας τα τοιχώματα. Κουφάρια χιλιοτρυπημένα κυλιούνται σαν βρικόλακες στις αυλές και τους δρόμους. Κεφάλια αγνώριστα, μαυρισμένα, παραμορφωμένα, που ως χθες κρυφοκαμάρωναν για την ομορφιά τους, στριφογυρίζουνε στα ματωμένα χώματα σαν μπάλες ποδοσφαίρου. Αυλάκι τ’ αχνιστό Ελληνικό αίμα στα γκαλτερίμια, στις δημοσιές, στα σπιτικά, στις πλατείες, στα πεζοδρόμια. Μάνες ριγμένες στα σκοτωμένα τους παλικάρια, τραβολογιούνται ξεσκίζοντας τα μούτρα από πόνο κι απελπισία. Παιδιά θρηνολογάνε απαρηγόρητα, σπαραχτικά πάνου στις σκοτωμένες μάνες. Πατέρες μ’ αλλήθωρο μάτι, χαλκοπράσινο πρόσωπο και με στυγνή ψυχή απ’ τον πόνο γλυκοφιλάν τα πεθαμένα τους παιδιά. Τοίχοι και σκεπές σωριάζουνται τυλίγοντας πρόωρα πεθαμένους και τραυματισμένους. Μύρια βλήματα σέρνουνται σαν φίδια κατάχαμα και ξεσκίζουν ανθρώπινες σάρκες, κόβουν ποδάρια, σπάνε πλευρά, συντρίβουν κεφάλια και τα πεζοδρόμια κι οι δημοσιές πλημμυρίζουν κουφάρια ανθρώπινα.

Ένα πεζοδρόμι εκεί αυλακωμένο από άλυκο Ελληνικό αίμα. Ένα τοίχος με ψηφιδωτά από αίμα, κόκαλα και σάρκες ανθρώπινες. Ένα πλακόστρωτο πασαλιμένο μυαλά. Μια δημοσιά με χέρια και πόδια ανάμιχτα με συντρίμμια.

 Φουλ τα χειρουργεία και τα ιατρεία. Ο Δαναός επίσης και τα Γερμανικά νοσοκομεία ασφυχτικά γεμάτα Γερμανούς κι Έλληνες μαζί. Λες και γίναμε σύμμαχοι την ώρα του θανάτου, κι αγκαλιασμένοι εχθροί και φίλοι κάνουν ανθρωπιστικά το καθήκον τους.

Σπανίζουν τα φάρμακα στα Ελληνικά Ιατρεία και οι γιατροί μας μάταια αγωνίζονται να σώσουν τους λαβωμένους. Οι πιότεροι σε λίγο θα πεθάνουν από γάγγραινα. Καμιά βοήθεια δε φτάνει σήμερα, από πουθενά και μόνον ο Νομάρχης Γαρδίκης Π. φόρεσε το παπιγιόν του και έφτασε στο Άργος να πάρει αναφορά … χωρίς να φέρει ένα γιατρό απ’ τ’ Ανάπλι για βοήθεια κι ένα φάρμακο. Κι αυτός είναι Νομάρχης μας….

Τα νεκροταφεία γέμισαν σκοτωμένους. Κάθε μεταφορικό μέσο αρπάζει τους πεθαμένους απ’ τις συνοικίες και τους παρατάει αραδιαστά στα νεκροταφεία. Πομπές από δικούς, δυο τρεις γνωστούς παραστάτες, χωρίς παπά, δίχως σταυρό, κεριά και διάβασμα και βίρα για τον τάφο.

Μπουλούκια οι δικοί των σκοτωμένων στα κοιμητήρια κι’ ο σπαραγμός μεγάλος κι’ ανείπωτος. Οι νεκροθάφτες έχουν πολλή δουλειά σήμερα και μ’ άλλους πολλούς εργάτες των μαχαλάδων ανοίγουνε αδιάκοπα πρόχειρους λάκκους και χώνουνε κει μέσα για πάντα νέους, γέρους, νέες, παιδιά, μάνες κι’ αδέρφια, που σκοτώθηκαν από Συμμαχικά χέρια!

Είναι ανάπηροι της Αλβανίας μέσα κει, είναι παλικάρια, που τα σεβάστηκαν τα κανόνια των Ιταλών, είναι Ελληνόπουλα του Ρούπελ, του Περιθωρίου, της Καλαμπάκας, των Θερμοπυλών και του Ολύμπου κι’ ακόμα είναι άντρες του 18 του Κιλκίς, του «Ραβινέ» που πολέμησαν κι αυτοί για τη Συμμαχική ιδέα πλάι μ’ Αγγλοαμερικάνους και που ύμνησαν τη παλικαριά τους και την Ελληνοπρέπειά τους.

Τέτοιοι είναι οι σκοτωμένοι απ’ τα Συμμαχικά φτερά στ’ Άργος και οι ψυχές τους αιώνια θα πλανώνται στ’ άπειρο με το πικρό παράπονο στα χείλη για τον άδικο κι’ άσκοπο χαμό τους από χέρια φιλικά. Αιωνία σας η μνήμη!

Όλοι Εσείς που πέσατε στις 14 Οκτωβρίου ας είστε βέβαιοι, πως η αδέκαστη Ιστορία κάποτε θα μιλήσει για Σας και για τον άδικο χαμό Σας.

Πιστεύουμε ακράδαντα, πως κάποιο γλυκομύριστο ανοιξιάτικο πρωινό το περιστέρι της Ειρήνης και την Νίκης θα φέρει μαζί στους λουλουδένιους τάφους σας και το μήνυμα της μεγάλης Ελλάδας μας. Τότε οι ψυχές σας θ’ αγαλλιάσουν και το πικρό παράπονο σας θα σβηστεί μπρος στη χαρά και το ξεφάντωμα των ζωντανών».

* Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου. 

  

Τα θύματα του βομβαρδισμού


Σε ένδειξη τιμής στη μνήμη των αθώων νεκρών εκείνου του βομβαρδισμού αναδημοσιεύουμε τα ονόματά τους, όπως τα διέσωσε ο Χριστόπουλος από κατάλογο που συνέταξε ο ιστοριοδίφης Αναστάσιος Τσακόπουλος :

Δημ. Γεωργόπουλος, Παναγ. Κράντας, Κωνστ. Σταύρου, Κωνστ. Μαρούσης, Κ Σκίκος, Σπυρ. Μαραγκός, Παύλος Βαρβάτης, Δ. Αθανασό­πουλος, Δανάη Χαντζηιωάννου, Νίτσα Ψωμά, Θεοδ. Χαντζής, Θεοδ. Τόμπρας, Σωτ. Αδρακτάς, Κ. Αδρακτάς, Ιω. Παπαδάτος, Κ. Μπολόσης, Κ. Μωράτσος, Τάκης Γκουμάκης, Πιπίνα Κούρου, Ιω. Λάμπρου, Κατίνα Πάγκα, Ελένη Αθηνιού, Δημ. Καραλής, Δημ. Σμυρλής, Μιχ. Παγώνης, Κ. Μαρίνης, Ιω. Κοροβέσης, Ελένη Μαραγκού, Φανή Γεωργαντά, Ιω. Μαρλαγκούτσος, Γεώργ. Βούλγαρης, Βασ. Γιαννάτος, Θεοφ. Κωτσαντής, Αναστ. Γεώργας, Παναγ. Ανέστης, Πόπη Γυφτοπούλου, Θεοφ. Καλαντζής, Καλαντζής Αντ., Ελένη Στεφανή, Άννα Γκαργκάσουλα, Θεοδ. Τσεκές, Αντ. Χαλέπας, Ευάγγ. Κλειώσης, Παν. Παπαϊωάννου, Νικόλ. Θεωνάς, Γεωργ. Κουρέτσου, Γεωργία Τρισπαγώνα, Κική Ανδριανόπουλου, Χρυσώ Κυριακοπούλου, Βασ. Σκλήρης, Πέτρος Πάγκας, Βασ. Χαμπίμπης, Κατίνα Κρητικού, Ν. Λιτσαρδάκης, Επαμ. Μαρούτσος, Γ. Αντωνακόπουλος, Αμαλία Πινάτση, Γεωργ. Κλεισάρη, Αθ. Καρούτας, Παναγ. Δανιήλ, Γεώργιος Στέκας, Δημ. Λαδάς, Πέτρος Σπυρόπουλος, Αθαν. Πιπιλάς, Ευάγ. Καραμαλίκης, Ιω. Τσίγγας, Δημ. Παΐσης, Αικατ. Χρυσικού, Κωστούλα Μαρλαγκούτσου, Φανή Μάγειρα, Ευάγγ. Καράμπελας, Νικόλαος Τόλιας, Δημ. Δήμας και Γεώργ. Τσιμπής.

Πηγές


  • Ανδρέας Χ. Χριστόπουλος, «Οι Ιταλογερμανοί στην Αργολίδα», Έκδοσις 1946, Τυπογραφείον Εφημερίδος «Σύνταγμα», Εν Ναυπλίω.
  • Περιοδικό « Αναγέννηση», Κώστας Δανούσης, «1944-1994: 50 χρόνια από την απελευθέρωση του Άργους από τους Γερμανούς», τεύχος 321, Άργος, Σεπτέμβρης 1994.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αναμνήσεις μάχης  Kαμινάκι – Λάκκα Τολού (27-4-1941)


  

 

Εκείνες τις φριχτές ημέρες 20-4-1941 έγινε η οριστική κατάρρευση του Ελλη­νικού μετώπου στην Αλβανία. Πλησίαζαν οι Γερμανικές στρατιωτικές δυνά­μεις, η 117η Μεραρχία Καταδρομών, που ήταν μέρος της 12ης Γερμανικής Στρατιάς ενα­ντίον της Ελλάδας, υπό την διοίκηση του Γερμανού στρατάρχου Βίλχελμ Λιστ. Το πρωί της 27-4-1941 και στη θέση Λάκκα-Καμινάκι (κοντά στο γήπεδο του Τολού) έγινε μάχη μεταξύ των Άγγλων-Αυστραλών-Νεοζηλανδών και Κυπρίων που αποχωρούσαν, εναντίον των επερχόμενων εισβολέων κατακτητών Γερμανών, μοτοσικλετιστών και αλεξιπτωτιστών. Ήταν μονάδες της 6ης Νεοζηλανδικής ταξιαρχίας και άλλων Βρετανικών δυνάμεων, που γενναία αντιστάθηκε και εμπόδισε τους εισβο­λείς Γερμανούς.

Προς το Τολό προπορευόταν το 2° τάγμα Γερμανών με τον 6° λόχο. Διοικητής του τάγματος ήταν ο Γερμανός ταγματάρχης Πίτσονκα. Επειδή είχε σπάσει το πόδι του με την πτώση του με αλεξίπτωτο στον Ισθμό της Κορίνθου, με απόφαση του συνταγματάρχη Στουρμ ανέλαβε καθήκοντα διοικητού τάγματος ο λοχαγός Γκέρχαρντ Σίρμερ. Για την περιοχή της Πελοποννήσου την επίθεση είχε αναλάβει η 5η τεθωρακισμένη μεραρχία.

Ο Γερμανός συνταγματάρχης Στούρμ μαζί με τον λοχαγό Σίρμερ μπήκαν στο Τολό αλλά βρήκαν συμμαχική αντίσταση στη Λάκκα. Εκεί έκανε θραύση ο Γερμανός ανθυπολοχαγός Τόυζεν, ο οποίος αν και τραυματισμένος ορμούσε μπροστά. Δόθηκε πεντάωρη σκληρή μάχη στη θέση Λάκκα από την δεξιά πλευρά του δρό­μου της Ασίνης, στη θέση Ντάπια (Μπιρμπιλέϊκα) στους πρόποδες του Προφήτη Ηλία και από την απέναντι αριστερή πλευρά του δρόμου, στη θέση Δραγασούρα, κοντά στο ποδοσφαιρικό γήπεδο του Τολού, 100 άνδρες Βρετανοί, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί – εμπόδισαν σκληρά τους επερχόμενους Γερμανούς να περάσουν.

Ακούγαμε πυκνούς πολυβολισμούς και συχνά δυνατές εκρήξεις όλμων και άλ­λων πολεμικών όπλων. Δυο τρία Γερμανικά αεροπλάνα ανέβαιναν και κατέβαιναν πάνω από το πεδίο εκείνης της μάχης. Στο τέλος μετρήθηκαν μερικοί νεκροί. Απ’ τις συμμαχικές δυνάμεις 5 Άγγλοι και 3 Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί. Απ’ τους Γερμανούς 4-5 νε­κροί Γερμανοί στρατιώτες. Τους νεκρούς Γερμανούς στρατιώτες τους θάψανε στο νεκροταφείο Ναυπλίου. Τους Συμμάχους τους θάψανε στη θέση Λάκκα, κάτω από κάτι ελιές που ήταν τότε. Πάνω σε κάθε μνήμα είχαν τοποθετή­σει το κράνος του.

Από τους υποχωρούντες Συμμάχους από δω, το Τολό, αιχμαλωτίστηκαν κατά άλλους ιστορικούς 1.700 ή κατά άλλους 2.200 στρατιώτες, ενώ οι αξιωματικοί έφυγαν με πολεμικά πλοία. (Πληροφορίες: α) Απ’ το βιβλίο του Νταίηβιντ Τόμας, «Κρήτη ’41. Ο πόλεμος στη θάλασσα», β) «Θύελλα στα Βαλκάνια», Εφημερίδα «Ακρόπολις» Τρίτη, 11/3/1980 και γ) Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού – Αρχείον Ιστορίας Στρατού, σελίδες 61-62-63 δ) «Η έγχρωμη Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου» , ε) Χάϊντς Ρίχτερ «Η Ιταλογερμανική επίθεση εναντίον της»).

Οι υποχωρούντες Σύμμαχοι περίτρομοι πήραν τις βάρκες Τολιανών ψαράδων και ανοίχτηκαν στο πέλαγος, για Τσακωνιά, Μονεμβάσια, Σπέτσες και άλλες περιο­χές. Η συνθηκολόγηση των Ελληνικών και των Γερμανικών δυνάμεων στα Ηπειρωτικά βου­νά υπογράφτηκε στις 22-4-1941, και στις 24/4/-1941 άρχισαν να φεύγουν οι Βρετα­νικές δυνάμεις από την Ελλάδα από θαλάσσιες ακτές όπως το Πόρτο – Ράφτη, τη Ραφήνα, την Ελευσίνα, τα Μέγαρα, την Κόρινθο, το Ναύπλιο, το Τολό, τους Μύλους, τη Μονεμβάσια, την Καλαμάτα κ.λ.π. Η Ελληνική Κυβέρνηση μεταφέρθηκε στη Σούδα της Κρήτης. Εδώ στην περιο­χή μας ανώτατος στρατιωτικός διοικητής ήταν ο στρατηγός Χένρυ Μαίτλαντ Γουΐλσον.

Εκείνη την ημέρα με το επιτελείο του και άλλους Στρατηγούς και Ναυάρ­χους βρισκόταν στους Μύλους Αργολίδας. Από τους Μύλους (27 Απριλίου, πρωί) με το υδροπλάνο του, τύπου Σάντερλαντ, έφυγε και πήγε στην Κρήτη. Διάδοχό του άφησε τον Νεοζηλανδό υποστράτηγο Μπέρναρντ Φρέϊμπεργκ, ο οποίος αργότερα πήγε στην Μονεμβάσια και από κει με τον Ναύαρχο Μπέϊλλι-Γκρόμαν έφυγαν και πήγαν στην Κρήτη.

Εκείνες τις μέρες και νύχτες στο Τολό είχανε πλησιάσει τα πολεμικά πλοία Γκλένυαρν, Ντάϊαμοντ, Γκρίφιν, Άϊσις, Στιούαρτ και παρελάμβαναν τους υποχωρούντες στρατιώτες. Οι αποχωρούσες στρατιωτικές δυνάμεις, πρόλαβαν και επιβι­βάστηκαν στα πλοία, φεύγανε με άτακτη φυγή, με πανικό και απελπισία, με αγωνία και τρομάρα για το άγνωστο μέλλον. Από επάνω τους είχαν πετάξει κάθε διακριτικό γνώρισμα και στολίδι της στρατιωτικής φορεσιάς και διακριτικό του βαθμού που έφεραν, δίχως πηλίκια, δίχως γαλόνια, ούτε φυσιγγιοθήκες, δίχως τα ξίφη τους, με τσαλακωμένες τις στρατιωτικές φορεσιές τους και οι περισσότεροι αξύριστοι και πεινασμένοι- ξελιγωμένοι.

 

Ντάϊαμοντ (αντιτορπιλικό). Σύμφωνα με πίνακα που μου έστειλε η υπηρεσία Κοινοπολιτεία – Υπηρεσία πολεμικών τάφων, πνίγηκαν 144 άτομα.

 

Στους δρόμους και στις πλαγιές των βουνών, στους λόφους και στα ρέματα βρίσκαμε πεταμένα πολεμικά τουφέκια, περίστροφα, πολυβόλα και πηλίκια αξιωματι­κών, πολλές στρατιωτικές κουβέρτες, καραβάνες συσσιτίου, διάσπαρτα πολλά πα­γούρια [υδροδοχεία] μέσα στα θυμάρια και τα πουρνάρια στις πλαγιές του Τολού, μάσκες αντιασφυξιογόνες, χαρτονομίσματα εγγλέζικα, σκόρπια λερωμένα και κατεστραμμένα στον κεντρικό δρόμο Τολού. Πεταμένες ταμπακιέρες με τσιγάρα ή δί­χως τσιγάρα, κουτιά με σοκολάτες, ρολόγια χεριού, γυαλιά ηλίου, κιάλια, διόπτρες μακρινών αποστάσεων (στρατιωτικά κιάλια). Είδαμε ομάδα Βρετανών που έκαιγε χαρτονομίσματα, χάρτινες λίρες Αγγλίας, ήτανε το Ταμείο Ταξιαρχίας.

Στις πλαγιές και στους λόφους βρίσκαμε πολλά εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα με στρατιωτικό εξοπλισμό ή κενά, παραδίπλα άλλα τεθωρακισμένα ή ερπυστριοφόρα και σκόρπια πολλά σιδερένια ανταλλακτικά και εργαλεία αυτοκινήτων. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού είχανε βγει για πλιάτσικο.

Αξέχαστη μέρα, η μέρα που έγινε η πεισματική εκείνη μάχη στο Καμινάκι-Λάκα Τολού, πένθιμη ημέρα με ζο­φερές αναμνήσεις. Αποβραδίς είχανε βομβαρδίσει και βυθίσει στο λιμάνι Ναυπλί­ου και στην Αρβανιτιά τέσσερα Βρετανικά πολεμικά πλοία. Απ’ το Τολό είχαν επιβιβαστεί στα πολεμικά πλοία και αναχωρήσει 2.500 στρατιώτες.

 

Σλάματ. Πνίγηκαν 10 μέλη του πληρώματος και 500 στρατιώτες. Βυθίστηκε στην Αρβανιτιά Ναυπλίου.

 

Εκείνες τις βραδιές, 27-28 Απριλίου 1941, οι περισσότεροι κάτοικοι του Τολού, γυναίκες, άνδρες, παιδιά, γέροι, γερόντισσες καταφοβισμένοι πεζοπορώντας πήγαμε και κοιμηθήκαμε στο εκκλησάκι της Αγίας Σωτήρας. Και άλλοι μερικοί κοιμηθήκανε στα μαντριά του Αντίκα.

 

Ώλστερ Πριν. Τον Απρίλιο του 1941, βυθίστηκε στον κόλπο του Ναυπλίου (Αρβανιτιά).

 

Ulster Prince (+1941). Βρετανικό επιβατηγό πλοίο. Ναυπηγήθηκε το 1930. Βομβαρδίστηκε και από γερμανικά stukas και βυθίστηκε στο Ναύπλιο το 1941.

Ulster Prince (+1941). Βρετανικό επιβατηγό πλοίο. Ναυπηγήθηκε το 1930. Βομβαρδίστηκε και από γερμανικά stukas και βυθίστηκε στο Ναύπλιο το 1941.

 

Ulster Prince (+1941).

Ulster Prince (+1941).

Από τους δραπετεύσαντες αυτούς, ένας Βρετανός στρατιώτης επιζεί ακόμα στην Αγγλία, ο Ρ.Σ. Ουάττ (Λέστερ -Λέστερσάΐρ). Το 2003, Αύγουστο μήνα, είχε έλθει τουρίστας στο Τολό. Με κάλεσαν, πήγα τον βρήκα, γνωριστήκαμε και έχουμε μεταξύ μας αλληλογραφία. Συμφωνήσαμε να μπορέσουμε και με τη βοήθεια του Δήμου Ασίνης να οικοδομήσουμε μνημείο για τους νεκρούς της μάχης Καμινάκι-Λάκκα Τολού, που αμυνόμενοι σκοτώθηκαν και έμειναν άταφοι 1 -2 εικοσιτετράω­ρα, δίχως να χυθεί μητρικό δάκρυ στον τάφο τους.

 

Ράϊνεκ (αντιτορπιλικό). Πνίγηκαν 103 στρατιώτες. Βυθίστηκε στην Αρβανιτιά Ναυπλίου (24/4/1941).

 

Μερικές πληροφορίες και σημειώσεις για το εκστρατευτικό Βρετανικό Σώμα στην Ελλάδα για την ενίσχυση των Ελληνικών δυνάμεων

 

  

Συμμαχικές στρατιωτικές δυνάμεις [Βρετανικές, Αυστραλιανές, Νεοζηλανδικές και Κυπριακές], που ήλθαν για να βοηθήσουν τις Ελληνικές δυνάμεις 58.000 άνδρες από την Αλεξάνδρεια στον Πειραιά και από αυτούς απομακρύνθηκαν απ’ την Ελλάδα 50.732 στρατιώτες. Ο Ναύαρχος Χάρολντ Μπέϊλυ Γκρόμαν μετακίνησε τις δυνάμεις του από την Α­θήνα και πήγε στους Μύλους Αργολίδας. Την ίδια ημέρα, 24/4/41 ο Βασιλεύς και μερικά μέλη της Ελληνικής Κυβέρνησης με υδροπλάνο τύπου Σάντερλαντ πήγανε στην Σούδα Κρήτης.

Ο Στρατηγός Χένρυ Μαίτλαντ-Γουΐλσον αναχώρησε και πήγε στην Κρήτη. Η ομάδα της 6ης Νεοζηλανδικής ταξιαρχίας ήλθε στο Ναύπλιο, το Άργος, το Τολό, και στον δρόμο προς την Τρίπολη.

Στις 27-4-1941 στο λιμάνι της Καλαμάτας και ώρα ξημερώματα προς Κυριακή με τα πλοία Ντιφέντερ και Ντάϊαμοντ περιλαμβάνονταν και 250 στρατιώτες που είχαν επιβιβαστεί στο Ντιφέντερ. Το σκάφος αυτό βρήκε καιρό να φορτώσει μερικά κιβώτια που είχαν μέσα τους τον πολύτιμο θησαυρό του Γιουγκοσλαβικού στέμματος.

 

Ντάϊαμοντ (καταδρομικό). Στο πλοίο κυβερνήτης ήταν ο Υποναύαρχος Ιρβάϊν Γκλέννι. Το πλοίο αυτό ήταν επικεφαλής συνοδείας και φορτωμένο με το Ελληνικό χρυσάφι αξίας 7.000.000 λιρών από Σούδα της Κρήτης προς την Αίγυπτο στις 14.5.1941.

 

Η νηοπομπή ξεκίνησε τα ξημερώματα ώρα 3:40′, πλέοντας προς τα κάτω, μέσα από τον κόλπο Καλαμάτας προς το Αιγαίο πέλαγος μέσα από το στενό των Αντικυ­θήρων και από τον κόλπο της Σούδας.

Το πλοίο Γκλένηαρν είχε ρυμουλκηθεί από το πλοίο Γκρίφιν στον κόλπο Κισσάμου Κρήτης, πέρασε από το νησί Γαύδος και έφτασαν στην Αλεξάνδρεια.

Γκλένηαρν. Ήταν ένα μικρό αποβατικό πλοίο. Προσέγγισε στο Τολό.

 

Στο πλοίο Ντάϊαμοντ ήταν φορτωμένο το Ελληνικό χρυσάφι αξίας 7.000.000 λιρών, που είχε παραλάβει από τον κόλπο Σούδας και το μετέφερε στην Αλεξάνδρεια. Το πλοίο Ντάϊαμοντ ήταν επικεφαλής συνοδείας και μετέφερε το Ελληνικό χρυ­σάφι, με πλοίαρχο τον Χένρυ Μακ Κώλλ υπό την διοίκηση του υποναυάρχου και διοικητή αντιτορπιλικών στόλου της Μεσογείου Ιρβάϊν Γκόρντον Γκλέννι. Το συ­νόδευαν τα Αυστραλιανά αντιτορπιλικά Στιούαρτ και Βεντέτα.

Τονίζουμε ακόμη ότι το πλοίο Ντάϊαμοντ είχε κολλήσει στην είσοδο του λιμα­νιού Ναυπλίου και εμπόδιζε την έξοδο των άλλων πολεμικών πλοίων.

  

Ονόματα Πλοίων που βυθίστηκαν στην Αρβανιτιά στις 27 Απριλίου 1941

 

 


 

1. Ώλστερ Πριν. Τον Απρίλιο του 1941, βυθίστηκε στον κόλπο του Ναυπλίου (Αρβανιτιά).

2. Ντάϊαμοντ (αντιτορπιλικό). Σύμφωνα με πίνακα που μου έστειλε η υπηρεσία Κοινοπολιτεία – Υπηρεσία πολεμικών τάφων, πνίγηκαν 144 άτομα.

3. Σλάματ. Πνίγηκαν 10 μέλη του πληρώματος και 500 στρατιώτες. Βυθίστηκε στην Αρβανιτιά Ναυπλίου.

4. Ράϊνεκ (αντιτορπιλικό). Πνίγηκαν 103 στρατιώτες. Βυθίστηκε στην Αρβανιτιά Ναυπλίου (24/4/1941).

 

Ονόματα Πλοίων που πλησίασαν στο Τολό  και παρέλαβαν αποχωρούντες Στρατιώτες Βρετανούς, Νεοζηλανδούς, στις 26,27 και 28 Απριλίου 1941

 

 


 

1. Γκλένηαρν. Ήταν ένα μικρό αποβατικό πλοίο. Προσέγγισε στο Τολό.

2. Ντάϊαμοντ (καταδρομικό). Στο πλοίο κυβερνήτης ήταν ο Υποναύαρχος Ιρβάϊν Γκλέννι. Το πλοίο αυτό ήταν επικεφαλής συνοδείας και φορτωμένο με το Ελληνικό χρυσάφι αξίας 7.000.000 λιρών από Σούδα της Κρήτης προς την Αίγυπτο στις 14.5.1941. (Βλ. Σ. 174, Μ.Κ.)

3. Γκρίφιν (Η31), αντιτορπιλικό κατηγορίας G. Προσέγγισε στο Τολό, πλησίασε τον κόλπο του Ναυπλίου (Αρβανιτιά). Απρίλιος 1941.

Γκρίφιν (Η31), αντιτορπιλικό κατηγορίας G. Προσέγγισε στο Τολό, πλησίασε τον κόλπο του Ναυπλίου (Αρβανιτιά). Απρίλιος 1941.

4. Στιούαρτ. Αυτό το πλοίο διέσωσε 600 στρατιώτες από τον κόλπο του Τολού στην Κρήτη. Αρχικά τους πήγε στο Ναύπλιο και στη συνέχεια επέστρεψε στο Τολό, παρέλαβε περισσότερους στρατιώτες και τους μετέφερε στον κόλπο της Σούδας.

Στιούαρτ. Αυτό το πλοίο διέσωσε 600 στρατιώτες από τον κόλπο του Τολού στην Κρήτη.

5. Βεντέτα, Αυστραλιανό αντιτορπιλικό. Πρόσφερε στενή συνοδεία στο πολεμικό πλοίο Ντιφέντερ.

Βεντέτα, Αυστραλιανό αντιτορπιλικό.

6. Ντιφέντερ, αντιτορπιλικό κατηγορίας D. Το πλοίο αυτό φόρτωσε το θησαυρό του Γιουγκοσλαβικού στέμματος στο λιμάνι της Καλαμάτας.

Ντιφέντερ, αντιτορπιλικό κατηγορίας D. Το πλοίο αυτό φόρτωσε το θησαυρό του Γιουγκοσλαβικού στέμματος στο λιμάνι της Καλαμάτας.

7. Άϊσις, αντιτορπιλικό. Προσέγγισε στο Τολό.

8. Χάϊκοβ, αντιτορπιλικό. Προσέγγισε στον Τολό.

9. Α5. Μεταγωγικό σκάφος. Ξεκίνησε για τη Μονεμβάσια στις 26-4-1941, όπου δεν έφτασε γιατί βυθίστηκε.

 * Σημείωση: Από το Τολό επιβιβάσθηκαν 4.527 στρατιώτες (Δ.Ι.Σ., κεφ. 146), Χάϊντς Ρίχτερ, σελ. 592, 2.500 στρατιώτες. Αιχμαλωτίστηκαν 1.700 στρατιώτες (Δ.Ι.Σ., κεφ. 146) ή κατά Χάϊντς Ρίχτερ, αιχμαλωτίστηκαν 2.200 στρατιώτες (σελ. 594).

  

Λίγες Πληροφορίες για καθένα Στρατηγό και Ναύαρχο που πέρασαν από το Τολό, Μύλους, Μονεμβασία, Σούδα Κρήτης

 

 

Χένρυ Μαίτλαντ-Γουΐλσον, Βρετανός στρατηγός. Ο στρατηγός αυτός μαζί με 55 στρατηγούς, ναυάρχους και άλλες προσωπικότητες με υδροπλάνο τύπου Σάντερλαντ έφυγαν από τους Μύλους Αργολίδας το βράδυ 26.4.1941 και πήγαν στην Σούδα Κρήτης αφού ανέθεσε την διοίκηση του στρατού στον στρατηγό Μπέρναρντ Φρέϊ­μπεργκ.

Άντριου Κάνιννκχαμ. Βρετανός Ναύαρχος – ανώτατος διοικητής στόλου Μεσο­γείου.

Σορτ Σάντερλαντ. Με αυτόν τον τύπο υδροπλάνου αναχώρησαν από το Τολό Ναυπλίας και πήγαν στους Μύλους Αργολίδας ο Βρετανός στρατηγός Ουίλσον με το στρατηγείο του.

Μπέρναρντ Φρέϊμπεργκ. Νεοζηλανδός στρατηγός διοικητής των  Νεοζηλανδών.

Χάρολντ Μπέϊλι-Γκρόμαν. Βρετανός Ναύαρχος, γεννημένος στον Καναδά. Αυτός με τον στρατηγό Φρέϊμπεργκ και το επιτελείο του, 55 στρατιωτικούς, πήγανε στους Μύλους και την νύχτα (26.4.1941) αναχώρησαν με το πλοίο Χάϊκοβ και μέσω Μο­νεμβασιάς για τη Σούδα Κρήτης.

Χάρολντ Τσάριννκτον. Βρετανός Στρατηγός.

Χένρυ Ντανιέλ Πρίντχαμ-Γουΐππελ. Βρετανός Ναύαρχος, αρχηγός στόλου Με­σογείου. Πήγε στους Μύλους  στις 26.4.1941. Από εκεί, αφού συγκεντρώθηκαν όλοι οι στρατηγοί, οι ναύαρχοι και το επιτελείο τους, με το ηλιο­βασίλεμα αναχώρησαν για τη Μονεμβάσια.

Άρτσιμπαλντ Γουέϊβελ. Βρετανός Στρατηγός.

Τόμας Μπλέϊμι. Αυστραλός Στρατηγός.

Λ.Π. Πάρρινγκτον. Νεοζηλανδός Ταξίαρχος. Στο λιμάνι της Καλαμάτας στις 28-4-1941 συνάντησε αξιωματικό του Λιμενικού.

Σερ Ιρβάϊν Γκόρντον Γκλέννι. Σκωτσέζος Ναύαρχος. Πολέμησε και στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους. Αποστρατεύτηκε το Μάιο του 1947.

Χένρυ Μακ Κώλλ, πλοίαρχος στο Ντάϊαμοντ.

  

Ιωάννης Κοτίτσας

Συνταξιούχος Δάσκαλος

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Οι Γερμανοί στην Αργολίδα  1941

H σχολή Ικάρων στο αεροδρόμιο του Άργους στον πόλεμο του 1940 

Read Full Post »

Οι Γερμανοί στην Αργολίδα 1941 


 

Κατοχή – προβλήματα επιβίωσης. Ο Βομβαρδισμός της 14ης Οκτωβρίου 1943. Ο λαός αντιστέκεται.

Το ΕΑΜ κύριος φορέας αντίστασης. Η περίπτωση Κουβελάκη. Μέρες οργής. Οι Γερμανοί φεύγουν.

 

Χριστούγεννα 1940-41, «κάπου στην Αλβανία». – Θάνος Μπόμπος, Τάκης Σαγκανάς – Γιάννης Λογοθέτης –

Οι επίστρατοι της Αργολίδας κατά τον πόλεμο του 1940 στελέχωσαν κυρίως το 8ο  Σύνταγμα Πεζικού Ναυπλίου, το ο­ποίο ανήκε στην IVη Μεραρχία. Το Σύνταγμα αυτό δραστη­ριοποιήθηκε στην περιοχή της Ηπείρου και ειδικότερα στους τομείς Αργυροκάστρου – Λιμποχόβου – Πρεμετής – Κλεισού­ρας και ήταν από τις ελάχιστες μονάδες, που συμπτύχθηκαν με τάξη μετά την οπισθοχώρηση και τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς. Έτσι στις 2.5.1941 έφτασε στη Ναύπακτο και στις 9/10.4.1941 διεκπεραιώθηκε στην Πελοπόννησο (Ψαθόπυργο), όπου και διαλύθηκε.

Οι Γερμανοί βέβαια έφτασαν στο ‘Αργος πολύ νωρίτερα, την ίδια ακριβώς μέρα που μπήκαν και στην Αθήνα. Ενώ οι συμμαχικές δυνάμεις υποχωρούσαν προς νότο με σκοπό την εκκένωση της χώρας, οι γερμανικές δυνάμεις ανέλαβαν δυο τολμηρές επιχειρήσεις, που στέφτηκαν με επιτυχία. Με τα­χεία κίνηση τμήματα της Μεραρχίας των SSLeibstandarteA.H.” (Σωματοφυλακή «Αδόλφος Χίτλερ») επέτυχαν τη νύχτα της 25/26.4.1941 να διεκπεραιωθούν στην Πελοπόννησο. Παράλληλα το 2° Σμήνος μάχης, ενισχυμένο από το 2° Σύν­ταγμα Αλεξιπτωτιστών, απογειώθηκε στις 25.4.1941 από τη Φιλιππούπολη της Βουλγαρίας για να φτάσει την ίδια μέρα στη Λάρισα. Από εκεί τις πρωινές ώρες της επόμενης ξεκίνη­σε για τον Ισθμό της Κορίνθου με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της γέφυρας πριν την ανατινάξει το συμμαχικό τμήμα που είχε αναλάβει τη φύλαξή της.

Ναύπλιο. Πλατεία Συντάγματος 23 Μαρτίου 1941. Και τα παιδιά στη μάχη προστατευτικών έργων.

Ναύπλιο. Πλατεία Συντάγματος 23 Μαρτίου 1941. Και τα παιδιά στη μάχη προστατευτικών έργων.

Μέσα σε λίγες ώρες οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές είχαν γίνει κύριοι της περιοχής. Δυο νεαροί όμως Άγγλοι αξιωματικοί πρόλαβαν να ανατινά­ξουν με εκπληκτικό τρόπο την υπονομευμένη γέφυρα. Το II Τάγμα του Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών, χρησιμο­ποιώντας συμμαχικά οχήματα – λάφυρα, το πρωί της 27.4. 1941 κινήθηκε προς την κατεύθυνση του Ναυπλίου καταδιώ­κοντας τις συμμαχικές δυνάμεις που προσπαθούσαν να επι­τύχουν την αποχώρησή τους από λιμάνια της Πελοποννήσου. Ταυτόχρονα η γερμανική αεροπορία καταδιώκει ανελέητα, πολυβολώντας και βομβαρδίζοντας τις δυνάμεις που υποχω­ρούν.

Στις 26 και 27.4.1941 γερμανικά αεροσκάφη βομβαρδίζουν την πόλη του Άργους. Στις 27 όμως το πρωί τα γερμανικά στούκας έχουν σα στόχο τη Μονή της Κατακεκρυμμένης, ό­που ο π. Νικόδημος Βρέλλος τελεί την τελευταία ελεύθερη λειτουργία. Στο αργείτικο αυτό μοναστήρι είχαν συγκεντρω­θεί πολλοί ντόπιοι και κάποιοι στρατιώτες για να προστατευ­θούν από τους βομβαρδισμούς. Εκείνο το πρωινό στις 09.30 περίπου οι γερμανικές βόμβες θα στείλουν στο θάνατο δέκα άτομα. Ο συνολικός απολογισμός των δύο αυτών ημερών ήταν 40 Αργείτες νεκροί και 3 Άγγλοι στρατιώτες.

Στις 17.00’ της 27.4.1941, Κυριακής του Θωμά, ένα αυτο­κίνητο, προφανώς κι αυτό λάφυρο, με τη σημαία του αγκυλωτού σταυρού στο ένα φτερό και λευκή στο άλλο φτάνει στην πλατεία του Αγίου Πέτρου. Ο Γερμανός υπολοχαγός ρωτά αν η πόλη θα προβάλλει αντίσταση. Ο παρευρισκόμε­νος ανθυπολοχαγός Μπιζάνης του απαντάει αρνητικά. Ο Γερμανός δηλώνει ότι το πρωί της επόμενης θα καταλάβει την πόλη και αναχωρεί. Όμως οι κατακτητές σε μια ώρα θα μπουν στην πόλη. Τους επείγει η καταδίωξη των Άγγλων, Αυστραλών και Νεοζηλανδών. Το Τολό, το Ναύπλιο, οι Μύ­λοι κι άλλες παραλίες έχουν ορισθεί σαν τόποι επιβίβασης. Στο μυχό του Αργολικού κόλπου είναι διάσπαρτα συμμαχικά στρατεύματα, στόχος των γερμανικών στούκας.

Ο Διοικητής του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος στην Ελλάδα, στρατηγός Maitland Wilson, έχει μετακινηθεί με το στρατηγείο του στους Μύλους τη νύχτα της 25/25.4.1941 και τις πρωινές ώρες της 27ης αναχωρεί με υδροπλάνο για την Κρήτη, αναθέτοντας τη διοίκηση των στρατευμάτων που παρέμεναν στην Ελλάδα στον υποστράτηγο Β. Freyberg.

Ulster Prince (+1941). Βρετανικό επιβατηγό πλοίο. Ναυπηγήθηκε το 1930. Βομβαρδίστηκε και από γερμανικά stukas και βυθίστηκε στο Ναύπλιο το 1941.

Ulster Prince (+1941). Βρετανικό επιβατηγό πλοίο. Ναυπηγήθηκε το 1930. Βομβαρδίστηκε και από γερμανικά stukas και βυθίστηκε στο Ναύπλιο το 1941.

Τελικά από το λιμάνι του Ναυπλίου τη νύχτα της 24/25.4. 1941 επιβιβάσθηκαν 6.685 άνδρες, ενώ την επόμενη νύχτα από το ίδιο λιμάνι και εκείνο του Τολού άλλοι 4.527. Ο απηνής γερμανικός αεροπορικός βομβαρδισμός δυσχαίρανε την επιχείρηση εκκένωσης. Στις 24.4. 1941 προσάραξε στην είσοδο του λιμανιού του Ναυπλίου το ατμόπλοιο Ulster Prince και η ημιβύθισή του από τα στούκας κατέστησε σχε­δόν αδύνατη την προσέγγιση πλοίων στην προκυμαία της πό­λης.

Ναύπλιο. Αποχώρηση συμμαχικών δυνάμεων.

Ναύπλιο. Αποχώρηση συμμαχικών δυνάμεων.

Εγκαταλείφθηκαν έτσι στο Ναύπλιο και το Τολό 2.200 στρατιώτες του Εκστρατευτικού σώματος. Από αυτούς 400 περίπου κινήθηκαν παρά την ακτή με φορτηγίδα, η οποία ό­μως βυθίστηκε λίγο μετά από τους Γερμανούς. Άλλοι με πλοιάρια και βάρκες κινήθηκαν προς τα γειτονικά νησιά και τη Μονεμβασία, άλλοι διέφυγαν στο εσωτερικό, ενώ 1.300 περίπου συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Τις πρωινές ώρες της 28.4. 1941 οι γερμανικές εμπροσθοφυλακές κινήθηκαν προς την πόλη του Ναυπλίου. Ως το μεσημέρι η παραλία της πόλης εβάλλετο. Προβλήθηκε σποραδική αντίσταση. Τα βράδυ όλα είχαν ησυχάσει. Μια ησυχία νεκρική, που θα κρατούσε τρεισήμισι περίπου χρόνια…

 

Κατοχή – Προβλήματα επιβίωσης

 

Μετά από λίγες ημέρες έφτασαν στην πόλη του Άργους και ιταλικά στρατεύματα. Στην Πελοπόννησο είχε εγκατα­σταθεί, με έδρα το Ξυλόκαστρο, το 8° Ιταλικό Σώμα Στρατού με δύναμη 80.000 ανδρών. Οι γερμανικές μονάδες ήσαν δια­σκορπισμένες κυρίως στα χωριά. Στην Πυργέλα π.χ. είχε εγ­κατασταθεί μικρή μονάδα πυροβολικού. Στη Δαλαμανάρα, στο εργοστάσιο τοματοπολτού «Κύκνος» άλλη γερμανική μονάδα. Οι Γερμανοί έδειξαν άμεσο ενδιαφέρον για το αερο­δρόμιο Άργους, το οποίο οργάνωσαν εσπευσμένα και το εφοδίασαν με τα αναγκαία εφόδια, προκειμένου να το χρησι­μοποιήσουν για την επιχείρηση απ’ αέρος κατάληψης της Κρήτης. Οι παλαιότεροι ενθυμούνται τις αναχωρήσεις των α­εροσκαφών μετά τις 20.5. 1941 και τη θλιβερή κατάσταση ε­κείνων που επέστρεφαν, όσων βέβαια επέστρεφαν.

Για την άμυνα του αεροδρομίου, το οποίο απετέλεσε στόχο επανει­λημμένων συμμαχικών αεροπορικών επιδρομών, εγκατέστη­σαν αντιαεροπορικές μονάδες στην Κατακεκρυμμένη, τον Προφήτη Ηλία και το Κάστρο, ενώ στην παρυφή του χωριού Κουτσοπόδι είχαν εγκαταστήσει άλλες δυνάμεις με δύο αντιαεροπορικές πυροβολαρχίες, οι οποίες φύλαγαν απειρά­ριθμα βαρέλια καυσίμων. Τέλος δημιούργησαν και μικρό αε­ροδρόμιο αριστερά του δρόμου που οδηγεί από το Κουτσο­πόδι στα Φίχτια, στο οποίο στάθμευε σειρά αεροσκαφών στούκας. Η Γερμανική Διοίκηση Άργους – και φυσικά κλιμά­κιο της Γκεστάπο – είχε εγκατασταθεί στο μέγαρο Κωνσταντόπουλου στο Άργος (Δαναού 27). Οι Γερμανοί είχαν επί­σης εγκαταστήσει στην πόλη και άλλες Υπηρεσίες τους, ό­πως τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων (αφορούσε κυρίως τα έργα του αεροδρομίου), ενώ είχαν ιδρύσει και δικό τους νο­σοκομείο.

 

Γερμανοί αξιωματικοί το 1941 στο ξενοδοχείο Σαγκανά (σημερινό κτίριο Alpha Bank), πλατεία Αγίου Πέτρου Άργος.

 

Οι Ιταλοί εγκαταστάθηκαν στους Στρατώνες της πόλης (ε­κεί υπήρχαν και αποθήκες τροφίμων), στο Σχολείο Πειρούνη και σε άλλα κτίρια. Στους Στρατώνες είχαν εγκατασταθεί και μονάδες μελανοχιτώνων. Στο σημερινό Δημαρχείο είχε ε­γκατασταθεί το Presidium Commando (η Ιταλική Διοίκηση), στο κτίριο Κωλέτη (Δαναού αρ. 33) η Ιταλική Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία, η γνωστή Μιλίτσια, με επικεφαλής λοχα­γό, στην οδό Φείδωνος αρ. 6β η Καραμπινιερία με επικεφα­λής ανθυπασπιστή, ενώ στο Σιδηροδρομικό Σταθμό Φρου­ραρχείο με επικεφαλής πάλι λοχαγό. Οι αρχές κατοχής έδω­σαν μεγάλη σημασία στη μετακίνηση του πληθυσμού. Για τη μετακίνηση χρειαζόταν άδεια από την Καραμπινιερία, η ο­ποία θεωρείτο στο Φρουραρχείο του Σταθμού.

Σε κάθε τρέ­νο υπήρχε επικεφαλής (Capo di treno) Ιταλός υπαξιωματικός με ανάλογη φρουρά. Οι Ιταλοί ανέλαβαν την οχύρωση των Μύλων και γενικά των παρακτίων περιοχών. Ιδιαίτερα μετά την έναρξη των διαδόσεων για συμμαχική απόβαση στον Αρ­γολικό έλαβαν δρακόντεια μέτρα. Μάλιστα ίδρυσαν και «αντιαποβατική» μονάδα. Στους Μύλους θα κατασκευάσουν α­ντιαρματική τάφρο, θα βάλουν συρματοπλέγματα, θα εγκα­ταστήσουν αντιαεροπορική μονάδα και πυροβολεία ως το Κιβέρι. Παράλληλα εγκαταστάθηκε τηλεφωνική γραμμή Μύ­λων – Αεροδρομίου ‘Άργους για την έγκαιρη ενημέρωση του δευτέρου σε περίπτωση συμμαχικής επιδρομής. Η κοπή των καλωδίων αυτής της γραμμής υπήρξε η πρώτη αντιστασιακή ενέργεια στην περιοχή μας.

Σώζονται ακόμη ερειπωμένα κτί­ρια στο Λαγοβούνι παρά το κέντρο του Όρμου Μύλων – Κιβεριού, καθώς επίσης και η βάση επάκτιου πυροβόλου στους Μύλους παρά τον πύργο της Μπουμπουλίνας. Ο φόβος της απόβασης ήταν τόσο έντονος, ώστε έφτασαν να τοποθετήσουν ναρκοπέδια και στο βράχο του Ιτς Καλέ (ένα παρά την άνο­δο και ένα στο ΝΔ άκρο). Το πρώτο επεισόδιο αμέσως μετά την είσοδο των Γερμα­νών στο Άργος δημιουργήθηκε, όταν οι ελληνικές αρχές προσπάθησαν να διανείμουν στους αρτοποιούς της πόλης ποσότητες αλεύρων του Εμπέδου Τάγματος, που φυλάσσονταν στις αποθήκες του Σιδηροδρομικού Σταθμού και τις οποίες οι Γερμανοί θεωρούσαν λεία πολέμου.

Οι ανάγκες του πολέμου, έλλειψη εργατικών χεριών εξ αι­τίας της επιστράτευσης και η απόκρυψη δημιούργησαν επισι­τιστικά προβλήματα στο Άργος, όπως και σ’ όλη την Ελλά­δα. Περισσότερο επλήγησαν οι εργάτες. Τον Ιούνιο του 1941 η κατάσταση στην πόλη έγινε εκρηκτική. Κατηγορήθηκε ο Διοικητής της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής ‘Άργους Μοί­ραρχος ΚΑΤΗΣ Σωτήριος για απόκρυψη τροφίμων σε απο­θήκη για ίδιο όφελος. Η διαμαρτυρία εξελίχθηκε σε εξέγερ­ση. Ο Δήμαρχος της πόλης ήταν ο πρώτος αποδέκτης της λαϊ­κής οργής. [Δήμαρχοι Άργους κατά την κρίσιμη περίοδο διετέλεσαν οι Κωνσταντίνος Μπόμπος ως το 1941, Ευθύμιος Σμυρνιωτάκης (1941-1943 και Γεώργιος Παπαγιαννόπουλος (1943-1944)].

Τελικά οι εξεγερθέντες με την ανοχή των Ιταλών άνοιξαν την αποθήκη – αλλά και σπίτια ιδιωτών- και άρπαξαν ό,τι βρήκαν. Οι Ιταλοί αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν βία για να επαναφέρουν την τάξη. Ο Μοίραρχος ΚΑΤΗΣ[Αργότερα, μετατέθηκε στην Καλαμάτα, όπου ως Ταγματάρχης ανέλαβε Διοικητής Διοίκησης Χωροφυλακής Μεσσηνίας. Στις 13 Οκτωβρίου 1943 επιστρέφοντας στην Καλαμάτα από την Μεσσήνη, στο Σταθμό Ασπροχώματος πυροβολήθηκε από άνδρες της τοπικής οργάνωσης του ΕΑΜ και εφονεύθη] προέβαλε την ολιγόωρη απουσία του από την πόλη για να δικαιολογη­θεί και απέδωσε την εξέγερση σε κομμουνιστικό δάκτυλο, ε­νώ οι Γερμανοί υποπτεύονταν ιταλική υποκίνηση. Το επισιτιστικό πρόβλημα της πόλης συγκέντρωσε το αμέ­ριστο ενδιαφέρον της Εκκλησίας και ειδικότερα του ιεροκή­ρυκα Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομου Δεληγιαννόπουλου.

 

[Ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος μόλις είχε επιστρέψει από το μέτωπο, όπου υπηρέτησε ως στρατιωτικός ιερέας. Οι πολεμικές αναμνήσεις του έχουν δημοσιευτεί, ενώ αντίγραφο του σχετικού χειρογράφου φυλάσσεται στο αρχείο του Συλλόγου Αργείων « Ο Δαναός»].

 

Στα πλαίσια αυτά, σε σύσκεψη με δραστήριους πολίτες της πόλης, αποφασίζεται η ίδρυση Παραρτήματος του ΕΟΧΑ (Εθνικού Οργανισμού Χριστιανικής Αλληλεγγύης) στο Άργος, η ίδρυ­ση βρεφοκομικού σταθμού συσσιτίων και η διανομή στον πληθυσμό των αλεύρων και των φαρμάκων, που χορηγούσε ο Ερυθρός Σταυρός.

Τα τρόφιμα τα χορηγούσε ο Σουηδικός ΕΣ με υπεύθυνο για την Πελοπόννησο τον Άξελ Πέρσον, ε­νώ τα φάρμακα ο Ελβετικός ΕΣ με υπεύθυνη την κ. Πέρσον. Οι κάτοικοι της Πελοποννήσου θα θυμούνται πάντα με ευ­γνωμοσύνη το ζεύγος Πέρσον. Πρόεδρος του ΕΣ στο Άργος ήταν ο δραστήριος βιομήχανος Γεώργιος Ρασσιάς. Ιδρύθηκαν επιτροπές του ΕΟΧΑ για τις 5 ενορίες της πό­λης για την υλοποίηση των ανωτέρω στόχων. Οι προσπάθειες Εκκλησίας και πολιτών στέφτηκαν από επιτυχία. Ιδιαίτερη μάλιστα επιτυχία είχε η οργάνωση και διανομή συσσιτίου στα παιδιά, στις επίτοκες και τους υπερήλικες. Στο προαύλιο του Ι. Ν. Αγίου Ιωάννου είχαν στηθεί τα συνεργεία παρα­σκευής συσσιτίου με δυνατότητα διανομής 2.000 μερίδων την ημέρα. Στα νήπια, τα παιδιά μέχρι 14 ετών, τις επίτοκες και τους αρρώστους χορηγείτο και γάλα.

 

Κατοχή. Προαύλιο Ιερού Ναού Ιωάνου του Προδρόμου στο Άργος.

 

Ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος το καλοκαίρι του 1943 α­ναλαμβάνει με επιτυχία την προσπάθεια για την ίδρυση Ορ­φανοτροφείου. Η συμπαράσταση των πολιτών του ‘Άργους υ­πήρξε συγκινητική. Περισσότερα από 100 ορφανά βρήκαν εκεί στοργικό καταφύγιο. Το Ορφανοτροφείο λειτούργησε ως τα 1953. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που απετέλεσε άγος για την πόλη του ‘Άργους ήταν η αναγκαστική προσφορά εργασίας προς τις αρχές κατοχής. Τα εργατικά χέρια απορροφούσαν κατά κύριο λόγο τα έργα του αεροδρομίου και δευτερευό­ντως τα οχυρωματικά έργα των Μύλων και η βελτίωση του ο­δικού δικτύου. Οι αρχές κατοχής έστηναν μπλόκα στην πόλη, συνελάμβαναν όποιους έβρισκαν μπροστά τους, τους επεβίβαζαν στο φορτηγό αυτοκίνητο, που οι Αργείτες το ονόμα­σαν προσφυέστατα «Μπόγια», και τους έστελναν όπου είχαν ανάγκη. Η επιλογή των ατόμων αδιάκριτη.

Κάποτε συνέλα­βαν ένα ανάπηρο δικηγόρο, ενώ άλλη φορά θεώρησαν πε­ρισσότερο τελεσφόρο να «μπλοκάρουν» μια κηδεία. Ο Δή­μος ‘Άργους προσπάθησε να απαντήσει στο πρόβλημα με τη δημιουργία μιας Επιτροπής εξεύρεσης εργατικών χεριών, για την ορθολογική κατά το δυνατό κατανομή του βάρους αυτού. Η Επιτροπή λειτούργησε. Μέλη της όμως κατηγορή­θηκαν ότι εκμεταλλεύτηκαν τη θέση τους για την αποκόμιση ιδίου οφέλους. Άσχετα από την αλήθεια ή μη των κατηγο­ριών αυτών, η συγκρότηση της Επιτροπής αυτής υπήρξε αδή­ριτη ανάγκη, αφού κανείς πολίτης του ‘Άργους δεν μπορούσε να προγραμματίσει όχι την επαύριον αλλ’ ούτε την τρέχουσα ημέρα.

Οι σχέσεις που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στους πολίτες του ‘Άργους και των χωριών με τους κατακτητές δεν ήταν πάντα εχθρικές. Ιδιαίτερα με τους Ιταλούς οι κάτοικοι της περιοχής είχαν καλύτερες σχέσεις. Εξ άλλου και η ιταλική στάση υ­πήρξε επιεικέστερη απέναντι στον ελληνικό πληθυσμό (π.χ. η στάση του Ιταλού Διοικητή κατά την εκτέλεση των Μαρλαγκούτσου – Βερζοβίτη – Κασιδάκη τον Αύγουστο του 1943). Ο Χριστόπουλος μας διέσωσε τις στενές σχέσεις του αυστρια­κής καταγωγής στρατιώτη Ούρχιλ Μπενιχάουζ, οδηγού στο αεροδρόμιο, με τους ντόπιους και συχνά γλέντια τους σε α­πόκεντρες ταβέρνες της πόλης, καθώς και σειρά από ροζ ιστορίες γυναικών του ‘Άργους με Ιταλούς στρατιώτες, «όχι πάντα εξ αιτίας της πείνας».

Δυστυχώς όμως υπήρξαν και στον τόπο μας άλλες, πραγ­ματικά άνομες και ανήθικες σχέσεις με τους κατακτητές. Κανείς δεν ξεχνά τον περιβόητο συνεργάτη των Ιταλών Μποζιονέλο ή Γράτσο, συνεργάτη του στυγνού καραμπινιέρου Domilio, κάποιον «επώνυμο αριστερό» αλλά συνεργάτη της Γκεστάπο [ όνομά του περιλαμβάνεται στην δημοσιευμένη με ημερομηνία 7.7.1945 αναφορά του Ανθυπομοιράρχου ΚΟΥΡΚΟΥΛΑΚΟΥ, πληροφορία που επιβεβαιώνει και ο Χριστόπουλος ] καθώς και εσμό άλλων ατόμων αμφίβολης ηθι­κής που στήριξαν το έργο των αρχών κατοχής. «Δεν έμεινε κίναιδος ή μοιχαλίς πού να μη προσεκολλήθη στην Ιταλογερμανική υπηρεσία» γράφει ο Ανδρέας Χριστόπουλος. Αρ­γότερα πολλοί απ’ αυτούς, όσοι δεν «πληρώθηκαν» κατά το συνήθη τρόπο από τους Γερμανούς συνεργάτες τους, αντιμε­τώπισαν την αμείλικτη τιμωρία από μέρους των αντιστασια­κών οργανώσεων. Όσοι διέφυγαν, δυστυχώς εξασφάλισαν αναγκαίο το «συγχωροχάρτι» κατά τον εμφύλιο σπαραγμό.

Ο Χρυσόστομος Β’. Αύγουστος 1940, ως Ιεροκήρυξ Τριφυλίας και Ολυμπίας.

Οι Γερμανοί δεν απαιτούν καν αιτία για να εκτελέσουν ο­ποιοδήποτε πολίτη. Οι εκτελέσεις του Μπαρμπακαρόζη, του Ηλία Καφά, του Νικόλα Ανέστη, της Χρίσταινας Λιαγκρή, του γέρο Χρήστου Κολοβού, του Γιώργη Κακάκη και τόσων άλλων δε χρειάστηκαν καμιά αιτία. Σε 40 έως 50 ανέρχονται οι νέοι που εκτελέστηκαν κοντά στη γέφυρα του Ξεριά, παρά το μύλο του Παπαμπόμπου, έξω από το Ναό του Αγίου Βασι­λείου ή την Ξηρόβρυση, με την κατηγορία ότι ανήκαν στο Ε­ΑΜ.

Στις 17 Μαΐου 1944 οι Γερμανοί συγκέντρωσαν όλους τους άνδρες του ‘Άργους, από τα σπίτια και από τους δρό­μους, στην πλατεία του Αγίου Πέτρου για τη ανακάλυψη με­λών του ΕΑΜ. Την ίδια μέρα σε αντίποινα για τη δολοφονί­α από τους αντάρτες 4 ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας νό­τια και έξω από την πόλη, εκτέλεσαν 15 άτομα που βρήκαν τυχαία στο Βάλτο. Η εκτέλεση όμως που συγκίνησε την πόλη ήταν εκείνη των τριών παλικαριών Γ. Μαρλαγκούτσου, Ν. Βερζοβίτη και Δημ. Κασιδάκη.

Συνελήφθησαν αρχικά έξι νέοι με την κατηγορία της κακοποίησης Γερμανού στρατιώτη. Κινητοποιήθηκε όλη η πόλη, ενώ Επιτροπή από το Δήμαρχο Παπαγιαννόπουλο και τον Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο προσπάθησε να μεταπείσει το Γερμανό Διοικητή. Αυτός υπήρξε ανένδοτος. Ο Ιταλός Διοικητής με τη δικαιολογία του συγκυριάρχου αποσπά τους τρεις για να «τους τιμωρήσει αυτός» και σώζονται. Παρακα­λεί και για τη σωτηρία των άλλων, παρακαλεί να τους αφή­σουν τουλάχιστον να κοινωνήσουν. Ο Γερμανός είναι αμετάπειστος. Ο Μητροπολίτης Αργολίδας Αγαθόνικος μετά αγω­νιώδη πορεία φτάνει στην Αθήνα, όπου ζητά την παρέμβαση του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού. Όλα μάταια. Τους οδη­γούν στο ανάχωμα της Πάνιτσας. Ο Μαρλαγκούτσος δε δέ­χεται να του δέσουν τα μάτια. Σε λίγο μια ομοβροντία. Μετά ησυχία θανάτου…

 

Ο Βομβαρδισμός της 14ης Οκτωβρίου 1943

 

Το αεροδρόμιο του Άργους απετέλεσε πολλές φορές στό­χο των συμμαχικών αεροπλάνων, τα οποία επέδραμαν ενα­ντίον του, άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη ε­πιτυχία, πάντα όμως χωρίς να αφήνουν περιθώρια στους Γερμανούς για εφησυχασμό. Η πρώτη επιδρομή που έχει καταγραφεί έγινε το Νοέμβριο του 1942. Προηγήθηκε νυχτε­ρινή επίθεση με αρκετές γερμανικές απώλειες και το πρωί, καθώς οι Γερμανοί του αεροδρομίου και του Αγίου Νικολά­ου (ναού) είχαν παραταχθεί για προσκλητήριο, δύο συμμαχι­κά αεροσκάφη (Hurricanes) – το ένα μέσα από την Πάνιτσα και το άλλο από τη Χούνη του Κάστρου – επέπεσαν εναντίον τους προκαλώντας μεγάλες απώλειες σε άνδρες και αερο­σκάφη (καταστράφηκαν 13 στούκας επί τόπου). Φήμες επέ­μεναν πως πιλότος του ενός αεροσκάφους ήταν ο Βαρβέρης από το Άργος. Άλλες δύο τουλάχιστον σοβαρές επιδρομές ε­ναντίον του αεροδρομίου έγιναν τον Απρίλιο και το Σεπτέμβριο του 1943. Τέλος ο μοιραίος βομβαρδισμός της 14.10. 1943. 

Μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών (8.9.1943) οι Γερμα­νοί ήσαν αναγκασμένοι να αναπτύξουν και άλλες, σημαντι­κές, δυνάμεις στην Πελοπόννησο. Στα πλαίσια αυτής της α­νάπτυξης μια ισχυρή γερμανική φάλαγγα κινείτο με κατεύ­θυνση προς νότο και το πρωί της μοιραίας ημέρας είχε σταθ­μεύσει στη δενδροστοιχία (στην οδό Δαναού). Εδώ οι από­ψεις διίστανται. Η φάλαγγα αυτή ήταν ο στόχος ή το αερο­δρόμιο; Όπως όμως και αν είχαν τα πράγματα, όταν στις 11.ΟΟ’ το πρωί εκείνης της Πέμπτης στον ουρανό του ‘Αργους εμφανί­στηκε σμήνος αμερικανικών αεροσκαφών δέχθηκε καταιγι­στικά πυρά από την πόλη του Άργους και ειδικά από την πε­ριοχή της δενδροστοιχίας. Οι Αμερικανοί πιλότοι απάντησαν δυναμικά με βόμβες προσωπικού. Τα θύματα αμέτρητα. Πρώτα κτυπήθηκε ο κάμπος και τα «Ταμπάκικα»{ παρά τη συμβολή των οδών Φείδωνος και Θεάτρου}, μετά ο «Κραβασαράς»{ παρά την παλιά γειτονιά της Αρβανιτιάς;}, τα «Ρεντζέικα», ο Πρόδρομος, το κέντρο της πόλης, ο «αρχοντομαχαλάς»{ με το όνομα αυτό είναι γνωστή η γειτονιά των παρόδων της οδού Μουστακοπούλου, η οποία συγκέντρωνε εύπορες οικογένειες της πόλης. Η οδός Μουστακοπούλου αργότερα εκαλείτο περιπαιχτικά οδός « Μπέρτας» από τις μπέρτες των εύπορων κυριών}, τα «Γεφύρια», ο Σταθμός και ο Ξεριάς. Τα θύματα αμέτρητα. Περί τους 100 οι νεκροί Αργείτες, πολύ περισσότεροι οι τραυματίες. Από τους Γερ­μανούς υπολογίζεται πως νεκροί και τραυματίες έφτασαν τους 75.

 

«Φουλ τα χειρουργεία και τα ιατρεία», γράφει ο Χριστό­πουλος. «Ο Δαναός επίσης και τα γερμανικά νοσοκομεία ασφυκτικά γεμάτα Γερμανούς και Έλληνες μαζί. Λες και γίνα­με σύμμαχοι την ώρα του θανάτου, κι αγκαλιασμένοι εχθροί και φίλοι κάνουν ανθρωπιστικά το καθήκον τους». 

Τις δύσκολες εκείνες ώρες όλοι οι γιατροί του Άργους έ­δωσαν το «μεγάλο παρόν». Ξεχώρισε όμως σε κάθε είδους προσφορά ο αεικίνητος Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος και ο ιεροδιάκονος – μετέπειτα Μητροπολίτης Ιερισσού και Αγίου Όρους- Παύλος Σοφός, που φιλοξενού­σε ο Χρυσόστομος, ο οποίος κατείχε άριστες νοσηλευτικές γνώσεις.

Σε ένδειξη τιμής στη μνήμη των αθώων νεκρών εκείνου του βομβαρδισμού αναδημοσιεύουμε τα ονόματά τους, όπως τα διέσωσε ο Χριστόπουλος από κατάλογο που συνέταξε ο ι­στοριοδίφης Αναστάσιος Τσακόπουλος:

Δημ. Γεωργόπουλος, Παναγ. Κράντας, Κωνστ. Σταύρου, Κωνστ. Μαρούσης, Κ Σκίκος, Σπυρ. Μαραγκός, Παύλος Βαρβάτης, Δ. Αθανασό­πουλος, Δανάη Χαντζηιωάννου, Νίτσα Ψωμά, Θεοδ. Χαντζής, Θεοδ. Τόμπρας, Σωτ. Αδρακτάς, Κ. Αδρακτάς, Ιω. Παπαδάτος, Κ. Μπολόσης, Κ. Μωράτσος, Τάκης Γκουμάκης, Πιπίνα Κούρου, Ιω. Λάμπρου, Κατίνα Πάγκα, Ελένη Αθηνιού, Δημ. Καραλής, Δημ. Σμυρλής, Μιχ. Παγώνης, Κ. Μαρίνης, Ιω. Κοροβέσης, Ελένη Μαραγκού, Φανή Γεωργαντά, Ιω. Μαρλαγκούτσος, Γεώργ. Βούλγαρης, Βασ. Γιαννάτος, Θεοφ. Κωτσαντής, Αναστ. Γεώργας, Παναγ. Ανέστης, Πόπη Γυφτοπούλου, Θεοφ. Καλαντζής, Καλαντζής Αντ., Ελένη Στεφανή, Άννα Γκαργκάσουλα, Θεοδ. Τσεκές, Αντ. Χαλέπας, Ευάγγ. Κλειώσης, Παν. Παπαϊωάννου, Νικόλ. Θεωνάς, Γεωργ. Κουρέτσου, Γεωργία Τρισπαγώνα, Κική Ανδριανόπουλου, Χρυσώ Κυριακοπούλου, Βασ. Σκλήρης, Πέτρος Πάγκας, Βασ. Χαμπίμπης, Κατίνα Κρητικού, Ν. Λιτσαρδάκης, Επαμ. Μαρούτσος, Γ. Αντωνακόπουλος, Αμαλία Πινάτση, Γεωργ. Κλεισάρη, Αθ. Καρούτας, Παναγ. Δανιήλ, Γεώργιος Στέκας, Δημ. Λαδάς, Πέτρος Σπυρόπουλος, Αθαν. Πιπιλάς, Ευάγ. Καραμαλίκης, Ιω. Τσίγγας, Δημ. Παΐσης, Αικατ. Χρυσικού, Κωστούλα Μαρλαγκούτσου, Φανή Μάγειρα, Ευάγγ. Καράμπελας, Νικόλαος Τόλιας, Δημ. Δήμας και Γεώργ. Τσιμπής.

 

Ο Λαός αντιστέκεται…

 

Ιταλός καραμπινιέρος στις Μυκήνες: Η περίφημη «Πύλη των Λεόντων», φρουρείται από τα Ιταλικά στρατεύματα κατοχής. Ιστορικό Φωτογραφικό Αρχείο της Ιταλίας.

 Ο λαός, μετά το πρώτο σοκ, άρχισε να συνέρχεται. Είναι αλήθεια πως πολλοί είδαν τη γερμανική εισβολή ως λύση στο μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η χώρα στο μέτωπο. Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν βέβαια αποκρούσει την εαρινή α­ντεπίθεση των Ιταλών, όμως από πλευράς εφοδιασμού τους σε πολεμοφόδια η κατάσταση κάθε άλλο παρά αισιόδοξη ή­ταν. Η γερμανική εμπλοκή έδωσε «αξιοπρεπές» τέλος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Η αντίσταση των οχυρών, σε αντίθεση με το γαλλικό «pour quoi«, αφενός διέσωσε την εθνική αξιοπρέπεια και αφετέρου ανάγκασε τους Γερμανούς να αναγνωρίσουν τη γενναιότητα των Ελλήνων πολεμιστών. Από την άλλη πλευρά είχε καλλιεργηθεί η αντίληψη ότι αυτός ο πόλε­μος αφορούσε περισσότερο την Αγγλία παρά την Ελλάδα (5η Φάλαγγα).

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστήριζαν δημόσια: «Ας πολεμήσουν επιτέλους και οι Εγγλέζοι, και όχι να βάζουν άλλους στον πόλεμο». Στον τομέα αυτό έπαιξαν σημαντικό ρόλο και οι γερμανόφιλες τάσεις που είχε καλλιεργήσει η δικτατορία του Μεταξά, ιδίως στο χώρο των αξιωματικών. Εί­ναι πλέον γνωστό ότι η θέση της χώρας παρά το πλευρό των Συμμάχων κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν κατά κύριο λόγο επιλογή του Θρόνου. Σαν πρώτη πράξη αντίστασης θα πρέπει να καταγραφεί η περίθαλψη, που πρόσφεραν οι κάτοικοι της περιοχής στους εγκλωβισμένους στρατιώτες του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος. Τα χωριά κυρίως της ορεινής Αργολίδας τους προσέφεραν ασφάλεια, ενώ τα παραλιακά συνέβαλαν με κά­θε τρόπο στη διαφυγή τους. Στον τομέα αυτό καθοριστική υ­πήρξε και οι βοήθεια των αστυνομικών αρχών παρά τον α­σφυκτικό ιταλικό έλεγχο.

[Το καλοκαίρι του 1941 ο Σταθμός Χωροφυλακής Μιδέας εφοδίασε με πλαστά δελτία ταυτότητας 7 Άγγλους στρατιωτικούς. Την ίδια εποχή ο διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής Ν. Επιδαύρου Ενωμοτάρχης Αντωνόπουλος με την βοήθεια των κατοίκων της περιοχής περιέθαλψε 48 Νεοζηλανδούς, τους οποίους αργότερα φυγάδευσε. Το ίδιο έκαμαν και οι Σταθμοί Χωροφυλακής Αλέας, Νέας Κίου και Θερμησίας, φυγαδεύοντας 120 Άγγλους και Νεοζηλανδούς. Επίσης στο Άργος ο Ανθυπομοίραρχος Δημ. Κουρκουλάκος συμβάλει καθοριστικά στη φυγάδευση συμμάχων στρατιωτικών. Βλέπετε Αποστόλου Β. Δασκαλάκη, Ιστορία Ελληνικής Χωροφυλακής 1936-1950 τόμος Α΄Αθήναι 1973, σελ.194-195].

Επίσης οι κάτοικοι της περιοχής συνέδραμαν με κάθε μέσο τους αξιωματικούς εκείνους του ελληνικού στρατού που κατευθύνονταν στην Μέση Ανατολή για τη συνέχιση του αγώνα. Μόνο αργότερα, μετά την άνδρωση του ΕΛΑΣ, άρχισε η συστηματική παρεμπόδιση της διαφυγής τους για ευνόητους λόγους.

 

Το ΕΑΜ κύριος φορέας αντίστασης

 

Το ΕΑΜ αναμφίβολα αποτέλεσε τον κορμό της αντίστα­σης στη χώρα μας κατά τη διάρκεια της γερμανοϊταλικής κα­τοχής. Αν και ξεκίνησε με πρωτοβουλία και κατεύθυνση αρι­στερών πολιτικών οργανώσεων, στους κόλπους του σύντομα συγκέντρωσε άτομα – κυρίως νέους  από όλο το πολιτικό φά­σμα, που επιθυμούσαν να αντισταθούν οργανωμένα στον κα­τακτητή.

Στο Άργος το αριστερό κίνημα πάντα υπήρξε ισχαιμικό. Επί πλέον η απηνής δίωξη των αριστερών, αλλά και πολλών δημοκρατικών στοιχείων, από το καθεστώς Μεταξά δεν επέ­τρεπε τη διάδοση ανάλογων ιδεών. Παρά ταύτα στα προπο­λεμικά χρόνια, και κάτω από το άγρυπνο μάτι της Αστυνομί­ας, χώρος κυοφορίας αριστερών ιδεών υπήρξε το καφενείο «Ο Παράδεισος» των αδελφών Ξακουστή στη διασταύρωση των οδών Δαναού και Καποδιστρίου (κυρίως για διανοούμε­νους, όπως π.χ. ο Θεόδωρος Βλασταράς).

Άλλοι χώροι διά­δοσης αριστερών ιδεών ήσαν το ζαχαροπλαστείο του Νίκου Πορταρίτη, στην οδό Κορίνθου λίγο πιο πάνω από το Σταροπάζαρο, και το κατάστημα (λευκοσιδηρών ειδών) του Βαγγέ­λη Δεσύλλα ή Κύκλωπα στην οδό Β. Σοφίας. Στα χωριά αρι­στεροί πυρήνες υπήρχαν κυρίως στα Φίχτια – το επικαλούμε­νο και μικρή Μόσχα – και τη Μιδέα. Στα Φίχτια οι αδελφοί Βαγγέλης, Κώστας και Σπύρος Τσετσέκου ήσαν μέλη του ΚΚΕ, από το 1932 ο πρώτος και το 1934 οι άλλοι. Στα χρόνια του Μεταξά ήσαν εκτοπισμένοι στον Άγιο Ευστράτιο και την Ανάφη. Μετά την κατάρρευση του Μετώπου δραπέτευσαν και επέστρεψαν στα Φίχτια, όπου ξανάρχισαν την κομματική δουλειά. Ο γιος του τελευταίου, Δημήτριος Σπύρου Τσετσέκος δραστηριοποιείται με επιτυχία στο χώρο της νεολαίας.

Στο Άργος παρά το έντονο συντηρητικό κλίμα πάρα πολ­λοί νέοι οργανώνονται στο ΕΑΜ. Στα πλαίσια αυτού του ορ­γανωτικού σχήματος εντάσσεται μία σειρά αντιστασιακών ε­νεργειών. Η κοπή των τηλεφωνικών καλωδίων που συνέδεαν την ιταλική φρουρά των Μύλων με το Αεροδρόμιο Άργους από τους Κώστα Κυριαζόπουλο και Νίκο Σαββέα, η αναγρα­φή συνθημάτων σε τοίχους του Άργους τη νύχτα της 12.4. 1943 από τους Σπύρο Λυμπριτάκη, Μίμη Λαλουκιώτη και Ορέστη Μπούκουρα και η κατάθεση στεφάνου στο Ηρώο του Άργους τη νύχτα της 24/25.3. 1943 από τους Αρίσταρχο Αναστ. Τσακόπουλο (Μπέη) και Πέτρο Μπλάτσιο.

Για την κατάθεση του στεφάνου, για αναγραφή συνθημάτων και δια­νομή προκηρύξεων καταδικάσθηκαν σε ποινές φυλάκισης 3 έως 10 χρόνων από το Ιταλικό Στρατοδικείο Τρίπολης οι Σάββας Καραλέκας, Αρίσταρχος Τσακόπουλος, Ανδρέας Κολορίζας, Πέτρος Μπλάτσιος, Απόστολος Λαδάς, Ορέστης Μπούκουρας και Στάθης Δέδες. Ο Κώστας Δεσύλλας και ο Νίκος Καλοπανάς απηλλάγησαν. Οι ανωτέρω παρέμειναν αρκετούς μήνες στις φυλακές. Μετά όμως τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας (8.9. 1943) και με ενέργειες συγγενών του Τσακόπουλου στις γερμανικές στρατιωτικές αρχές αφέθηκαν ε­λεύθεροι οι Τσακόπουλος, Κολορίζας, Μπλάτσιος και Μπούκουρας. Ο τελευταίος, λίγες ώρες πριν του ανακοινω­θεί η απελευθέρωσή του, απέδρασε από τις φυλακές της Α­κροναυπλίας.

 

 Η περίπτωση Κουβελάκη

 

Αν δεν υπήρξε ο πρώτος, αναμφίβολα υπήρξε από τους πρώτους Έλληνες που βγήκε αντάρτης στα βουνά της Πελο­ποννήσου. Πρόκειται για τον Υπενωμοτάρχη τότε Κουβελάκη Απόστολο του Σταύρου από το Μαυρομάτι Μεσσηνίας (1911 -;). Κατά την κατάρρευση του μετώπου ο Κουβελάκης υπηρετούσε ως Διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής Λυρ­κείας, πλην όμως με παρέμβαση των Γερμανών μετατέθηκε στο Σταθμό Χωροφυλακής Λιμνών. Ο χαμηλόβαθμος αυτός αστυνομικός υπάλληλος άρχισε με τη βοήθεια των κατοίκων να περιθάλπει περιπλανώμενους Άγγλους στρατιωτικούς. Τριάντα εννέα από αυτούς αφού εφοδιάσθηκαν με ελληνικά δελτία ταυτότητας, πολιτική περιβολή και τρόφιμα έφυγαν με κατεύθυνση τον Πόρο, την Επίδαυρο και το Λεωνίδιο.

Μαζί του έμειναν τρεις Άγγλοι και ένας Κύπριος. Το γεγονός προδόθηκε στις ιταλικές αρχές και ο Κουβελάκης στις 17.8. 1941, προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη, εγκατέλειψε το Σταθμό του και έχοντας μαζί του τους συμμάχους στρατιωτι­κούς και το μοναδικό Χωροφύλακα της δύναμής του Γεώργιο Πυσογιαννάκη, ο οποίος αργότερα εκτελέσθηκε από τους Γερμανούς, κατέφυγε στον ορεινό όγκο του Φαρμακά, σε μέρη γνώριμα από την προηγούμενη υπηρεσία του στη Λυρκεία. Έκτοτε η ομάδα Κουβελάκη συνδέεται με τους κατοί­κους της περιοχής και κινείται από την περιοχή της Αλέας μέχρι και εκείνη της Επιδαύρου.

Στις 22.2.1942 επιτυγχάνει την εξόντωση Ιταλού καραμπινιέρου στην περιοχή Στεφανίου – Αγγελοκάστρου Κορινθίας, ενός από τους πολλούς που είχαν σταλεί εναντίον του.

Στις 6.3.1942 στη Σκοτεινή, σε πολύωρη συμπλοκή με από­σπασμα Καραμπινιέρων, κατορθώνει χωρίς καμιά δική του απώλεια να εξοντώσει το διαβόητο Καραμπινιέρο Ντομίλιο (Domilio), γνωστό ως σαδιστή για τις βάναυσες μεθόδους του σε βάρος Ελλήνων με το παρεπώνυμο «Βαρδούκας», να τραυματίσει έ­ναν άλλον, καθώς και τον Έλληνα προδότη Παναγ. Μποζιονέλο ή Γράτσο. Η εξόντωση του Ντομίλιο και η εξουδετέρω­ση του Γράτσου ανακούφισε τα χωριά της περιοχής.

Την 29.9.1942 στην περιοχή Σκοτεινής – Κανδήλας συμπλέ­κεται με τους Έλληνες προδότες Χρ. Κάππο και Παναγ. Λακιαρδό, που υπό την ιδιότητα Ιταλών Καραμπινιέρων κινού­νται εναντίον του. Τραυματίζει τον ένα και αφοπλίζει αμφό­τερους. Φαίνεται πως ο Κουβελάκης κινείται με την κάλυψη των Σταθμών Χωροφυλακής των ορεινών περιοχών. Έτσι η Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Άργους με την 878/97 20-ι από 20.4.1943 διαταγή της προς τον Σ. Χ. Λυρκείας επιπλήττει το Διοι­κητή του για την αδράνειά του, σημειώνοντας μεταξύ άλλων ότι: «Ο Διοικητής του ενταύθα Σταθμού της Ιταλικής Βασιλικής Χωροφυλακής μοι ανεκοίνωσεν σήμερον ότι ο εγκαταλείψας την θέσιν του υπενωμοτάρχης Κουβελάκης Απόστολος διένειμεν εις τους κατοίκους της Λυρκείας προκηρύξεις επα­ναστατικού περιεχομένου. Το γεγονός τούτο είναι απολύτως εξηκριβωμένον…». 

Τον Ιούλιο του 1943 μαζί με άλλους αξιωματικούς του τα­κτικού Στρατού από τις περιοχές Αργολίδας, Κορινθίας και Αρκαδίας συγκροτούν την Αντάρτική ομάδα του «Φαρμα­κά», η οποία θα διαλυθεί από τις δυνάμεις του ΕΛ.ΑΣ. Η ο­μάδα Κουβελάκη μετά τις επιθέσεις που δέχτηκε στις 25 και 26.9.1943 στην Κρύα Βρύση και στα νερά Αχλαδοκάμπου α­ναγκάστηκε να αποχωρήσει από την περιοχή.

Ο Κουβελάκης μεταβαίνει πλέον στην Αθήνα (Νοέμβριος 1994), οργανώνεται στο Εθνικό Κομιτάτο του Στρατηγού ΒΕΝΤΗΡΗ και στη συνέχεια (22.2.1944) διαφεύγει στη Μέση Ανατολή. Μετά την απελευθέρωση επέστρεψε στην Ελλάδα και αποστρατεύθηκε στα 1966 με το βαθμό του Αντισυνταγ­ματάρχη Χωροφυλακής.

 

Το 6ο  Σύνταγμα του ΕΛ.ΑΣ.

 

Μετά τη διάλυση της Ομάδας «Φαρμακά» από τις δυνά­μεις του ΕΛ.ΑΣ. και την προσχώρηση σε αυτόν του Ταγμα­τάρχη Εμμ. Βαζαίου, των ανθυπολοχαγών Κ. και Μιλτ. Στεργιόπουλου, Γ. Μαυραγάνη, Δ. Μαυρίδη, Στ. Ηλιόπουλου, και Ν. Τζαβέλα, του υποσμηναγού Παν. Γκέρκη, του Ενωμοτάρχη Ι, Τριανταφύλλου και άλλων 26 ανδρών, το αντάρτικο κίνημα στην Αργολιδοκορινθία φούντωσε. Το ίδιο έγινε και σε άλ­λες περιοχές της Πελοποννήσου από τη στιγμή που ο ΕΛ.ΑΣ. έμεινε μόνος κυρίαρχος στα βουνά, αφού διέλυσε οποιαδή­ποτε άλλη ανταρτική οργάνωση που δε υπήχθη σε αυτόν. Η διαμάχες των ανταρτικών οργανώσεων είναι ένα θέμα απέ­ραντο, που ξεφεύγει από τα όρια του άρθρου αυτού. Έτσι θα μείνουμε στη δράση του 6ου Συντάγματος του ΕΛ.ΑΣ. που δραστηριοποιήθηκε στο χώρο της Αργολιδοκορινθίας [ έλαβε την ονομασία του από το προπολεμικό 6ο Σύνταγμα Πεζικού που είχε έδρα την Κόρινθο].

Στην Πελοπόννησο συγκροτήθηκε η III Μεραρχία του ΕΛ.ΑΣ., την οποία αποτελούσαν δύο Ταξιαρχίες, η VIII και η IX. Η VIII Ταξιαρχία απετελείτο από το 6° και 12° Σύνταγ­μα, ενώ η IX από το 8°, 9° και 10° Σύνταγμα και μία Μοίρα του ΕΛΑΝ. Η διοίκηση του 6ου Συντάγματος απετελείτο α­πό τον Ταγματάρχη Εμμανουήλ Βαζαίο, Στρατιωτικό Διοικητή, το Δι­κηγόρο Ευάγγελο Λέκκα, Πολιτικό, και το Λοχαγό ΠΖ Παναγιώτη Τούντα, Καπετάνιο. Τον Ιανουάριο του 1944 το II Τάγμα του 6ου Συντάγματος με επικεφαλής τον Έφεδρο Υπολο­χαγό Γεώργιο Δασόπουλο ή Γρίβα εκινείτο στην περιοχή της Αργολίδας, ενώ το IV Τάγμα με επικεφαλής τον Ανθυπο­λοχαγό Κονταλώνη στην περιοχή Ερμιονίδας. Βέβαια στη συνέχεια έγιναν πολλές οργανωτικές μεταβολές στις Μονά­δες ανάλογα τις ανάγκες.

Από τη δράση του 6ου Συντάγματος στο χώρο της Αργολί­δας αναφέρουμε τα ακόλουθα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του Στρατιωτικού Διοικητή του:

-Το πρώτο 10ήμερο Οκτωβρίου 1943 ο Λόχος Διοίκησης μετά από επισταμένη αναγνώριση και σε συνεργασία με τους Άγγλους αξιωματικούς, Αντισυνταγματάρχη Μακ Μάλεν, Ταγ/ρχη Τζέϊμς και Λοχαγού Φρέζερ οργάνωσε σαμποτάζ στο αεροδρό­μιο Άργους και κατέστρεψε 7 εχθρικά αεροπλάνα και 1 ο­δοστρωτήρα.

-Στις 22.3. 1944 ο 6ος Λόχος ανατίναξε τη σιδηροδρομική γέφυρα της Ανδρίτσας.

-Στις 17.5.1944 ο 6°ς Λόχος σε ενέδρα στη θέση «Νταούλι» Αχλαδοκάμπου, στο δημόσιο δρόμο Τρίπολης – Άργους, προσέβαλε με επιτυχία φάλαγγα 10 γερμανικών αυτοκινή­των, τα οποία μετέφεραν τη Σχολή Εφ. Αξιωμ. της 117ης  Με­ραρχίας. Νεκροί 50 Γερμανοί, πολλά λάφυρα.

-Στις 1.6.1944 ο 5ος Λόχος κατέστρεψε σιδηροδρομική γέφυρα ανάμεσα στα Φίχτια και τα Δερβενάκια. Την επόμενη ο ίδιος Λόχος προσέβαλε στα Δερβενάκια φάλαγγα γερμα­νικών αυτοκινήτων. 15 Γερμανοί νεκροί.

-Στις 3.8.1944 Τμήματα του II Τάγματος κτύπησαν φάλαγ­γα 300 Γερμανών στον αυχένα Δούκα – Τάτσι. 40 Γερμανοί νεκροί.

-Στις 3.9.1944 ο 6ος Λόχος κτύπησε τους Γερμανούς στη θέση «Λιμικό» Φιχτίων και εχθρικό φυλάκιο στα υψώματα του Κουτσοποδιού. Νεκροί 8 Γερμανοί. Ενώ

-Στις 5.9.1944 το I Τάγμα επετέθηκε κατά των Γερμανών στον Αχλαδόκαμπο. Νεκροί 3 Γερμανοί.

Το Νοέμβριο του 1943 ομάδα του II Τάγματος του Γρίβα πέρασε από το χωριό Προσύμνη (Μπερμπάτι). Οι κάτοικοι τους δέχτηκαν με ενθουσιασμό. Τη στιγμή όμως της υποδο­χής μια μικρή ομάδα Γερμανών έφτασε στο χωριά. Οι άν­δρες του Γρίβα την εξουδετέρωσαν αμέσως. Διέφυγε ένας και ειδοποίησε τη Μονάδα του. Το συμβάν ήταν αρκετό για να κάψουν οι Γερμανοί το χωριό και να λεηλατήσουν τους άτυχους Μπερμπατιώτες.

Στις 30.11. 1943 ο Φρίξος Ανδριανόπουλος από το Πικέρνι της Αρκαδίας με ένα Ιταλό στρατιώτη, που είχε αυτομολήσει στους αντάρτες, επιτέθηκαν εναντίον της φρουράς του Σιδ. Σταθμού Ανδρίτσας και έσφαξαν περί τους 10 Γερμανούς. Στη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκε ο Φρίξος Ανδριανό­πουλος και ο Κων/νος Α. Βρύνιος.

Την επόμενη οι Γερμανοί έζωσαν το χωριό. Συνέλαβαν 50 νέους κυρίως άνδρες, που τελικά τους κρέμασαν στα δοκάρια του υπόστεγου του Σταθ­μού, καθώς και σε παρακείμενα δένδρα στις 5.12. 1943. Πέθαναν για την ελευθερία οι Παναγιώτης Δ. Αγγελέτος, Χρή­στος Π. Αρτινιός, Διονύσιος Κ. Βάγιας, Ιωάννης Γ. Γαλάκης ή Σγουρίτσας, Δημ. Α. Ζάμπιας, Πλούταρχος Γιατράς, Γεώρ­γιος Γεωργίτσης, Γεώργιος Χρ. Δαλαμπίρης, Ιωάννης Γ. Δελής, Απόστολος Δαγρές, Αντώνιος Η. Δημάκος, Αθανάσιος Α. Δουκάκης, Θεόδωρος Ζαχαράκης, Ιωάννης Μ. Καράκος, Αθανάσιος Καρβούνης, Θεόδωρος Π. Κανακίδης, Πολυζώης , Ζ. Καρίλος, Παναγιώτης Κ. Καραλής, Βασίλειος Ε. Κοτσιώνης, Αναστάσιος Κουμαρέζος, Χρήστος Δ. Κουτσάρης, Θεοδ. Γ. Κωνσταντόπουλος, Βασίλειος Γ. Κωνσταντακόπουλος, Ευστράτιος Σ. Κωστάκης, Κων. Β. Λαζαρόπουλος, Ιωάν­νης Ν. Μαχαίρας, Θεοδ. Σ. Μελενίκος, Αναστάσιος Μητράκος, Κωνσταντίνος Κ. Μπεχράκης, Γεώργιος Π. Μούρτζινος, Παναγ. Κ. Μουτζούρης, Ιωάννης Γ. Μπογιατζόπουλος, Γε­ώργιος Π. Νικολαΐδης, Χρήστος Χ. Παναγούλιας, Δημ. Κ. Πετράκος, Ανδρέας Γ. Παπαναστασίου, Νικόλαος Γ. Παπαναστασίου, Νικόλαος Ράλλης, Αποστόλης Κ. Σιδέρης, Σπύ­ρος Λ. Σταυράκος, Λεωνίδας Δ. Σταυρόπουλος, Παρασκευάς I. Σταυρόπουλος, Μανώλης Τσαγγάρης, Παρα­σκευάς Γ. Τσούσης, Γεώργιος Ν. Φατούρος, Αναστ. Γ. Φλίντρας, Χαράλαμπος Δ. Χαραλάς, Χαράλαμπος Χαραλαμπόπουλος, Γεώργιος Α. Ψαρρός και Νικόλαος Σ. Κωστάκης [ από το ίδιο χωριό σκοτώθηκε το Μάιο του 1944 και ο Αγγελής Α. Μίλης}.

Το Μάιο του 1944 εξαιτίας καταστροφής από τους αντάρ­τες του δρόμου προς την Καρυά, παρά την Αγριλίτσα, οι Γερ­μανοί εκτέλεσαν τους: Πέτρο Β. Σπανό, Γεώργιο Σπανό, Η­λία Σπανό, Γεώργιο Ορφανό, Ευάγγελο Γαλάνη, Προκόπιο Καπετάνο, Θεοφάνη Παναγιωτόπουλο, Χρ. Γιαγό, Δημ. Π. Πατούρο, Γεώργιο Κορδώνη, Χρ. Κωστάκο, Βασ. Φλέσσα, Δημ. Μπουλατσιώτη, Δημ. Ξιάρχο, Κων. Κωσταρίκο και το γιο του, καθώς και τέσσερες ξένους κτηνοτρόφους. Οι εκτελέσεις, οι δηώσεις, οι λεηλασίες των αρχών Κατο­χής, κυρίως των Γερμανών οι οποίοι παρά τη σιδηρά πειθαρ­χία τους στον τομέα των κλοπών, των λεηλασιών, των εκβια­σμών και της δωροδοκίας ήσαν αμίμητοι, ξεπερνούν κάθε φαντασία, θα έπρεπε όμως, έστω και τώρα μετά από 50 χρό­νια, να γίνει μια ολοκληρωμένη καταγραφή των συμπατριω­τών μας που έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας της νέας τάξης που επαγγέλλονταν οι Ναζί.

Όταν μετά την αυξημένη πίεση των ανταρτών οι Γερμανοί αναγκάστηκαν να κηρύξουν την Πελοπόννησο πολεμική ζώνη από τις 18.00΄ της 18.5.1944, η ζωή των κατοίκων γίνεται προ­βληματική, θα αναφέρουμε ενδεικτικά μερικές μόνον απα­γορεύσεις. Απαγορεύτηκε η κυκλοφορία των πολιτών από 18.00΄ μέχρι 06.00′ καθημερινά, η κυκλοφορία πάνω από 5 α­τόμων μαζί, η μετάβαση από χωριό σε χωριό, η κυκλοφορία σε μη δημόσιους δρόμους, η προσέγγιση σε πρόποδες βου­νών, η κωδωνοκρουσία, οι λειτουργίες τις καθημερινές, κ.ά.

 

Μέρες οργής

 

Αν και το ΕΑΜ είχε συγκεντρώσει πολίτες όλων των πολι­τικών παρατάξεων, ο κορμός και η καθοδήγηση του ήταν στα χέρια του ΚΚΕ. Το ίδιο συνέβαινε και στον ΕΛ.ΑΣ., από τους άνδρες του οποίου μικρό ποσοστό ήταν κομμουνιστές. «Ο ΕΛΑΣ είχε βέβαια την κομμουνιστικήν του καθοδήγησιν, οι άνδρες του όμως κατά τα 3/4 δεν ήσαν κομμουνισταί, ήσαν αγροτόπαιδα, εθελονταί οι οποίοι κατετάσσοντο αθρόως διά να απελευθερώσουν την σκλαβωμένην Πατρίδα», γράφει ο Ταγματάρχης Βαζαίος.Από τα μέσα, όμως, του 1943 άρχισε να διαφαίνεται ο τα­ξικός χαρακτήρας του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Στελέχη του ΚΚΕ άρχι­σαν να μην κρύβουν πλέον τις μεταπελευθερωτικές τους προθέσεις, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση μη κομμουνιστών πολιτών.

«Στάθης», Θεόδωρος Ζέγκος

Η αντίδραση αυτή άρχιζε από μια στάση παθητική – ουδέτερη- για να φτάσει σε ένοπλη σύγκρουση. Και δεν ήταν δυστυχώς λίγες οι φορές που Έλληνες κατέφυ­γαν στη βοήθεια των αρχών Κατοχής για να αντιμετωπίσουν τις εναντίον τους απειλές. Από την άλλη πλευρά με το πρό­σχημα της περιφρούρησης του λαϊκού αγώνα από τους προ­δότες – σε εισαγωγικά και μη – και την «αντίδραση» άρχισαν τα έκτροπα και οι υπερβασίες. Η ΟΠΛΑ (Οργάνωση Περι­φρούρησης Λαϊκού Αγώνα) είχε πλέον τον πρώτο λόγο. Στην Κορινθία ο περίφημος Στάθης ξεπέρασε κάθε όριο, για να φθάσει ο Άρης Βελουχιώτης να πει στον Πελοπίδα: «…Τα έ­χουν κάμει θάλασσα οι πατριώται σου οι Κορίνθιοι, αφήκαν το Στάθη να αλωνίζη την περιοχήν εις βάρος του αγώνος… Ο Στάθης βέβαια καθαιρέθηκε και πιθανόν εκτελέστηκε. Οι ζημιές όμως που είχαν κάμει οι απανταχού «Στάθηδες» ήσαν φοβερές.

 

[ Ο Θεόδωρος Ζέγκος (Στάθης) καταγόταν από την περιο­χή της Λάρισας και ήταν υπάλληλος του οργανι­σμού των τριών ΤΤΤ (τηλεφώνων, τηλεγράφων και ταχυδρομείων), προ­δρόμου οργανισμού του OTE. Οι υπάλληλοι του ελέγοντο τριατατικοί. Είχε τα ψευδώνυμα Στάθης ή Τριαντάφυλλος. Το κα­λοκαίρι του 1944 ήταν περιφερειακός γραμματέ­ας για την Πελοπόννησο του ΚΚΕ, με έδρα το χω­ριό Καλύβια που σήμερα λέγεται Φενεός, εγγύς της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου. Βεβαίως μετεκινείτο και σε άλλες πε­ριοχές. Με το ψευδώνυμο ΣΤΑΘΗΣ έγινε περιβόη­τος διότι επί των ημερών του έγινε στην «Τρύπα» η δραματική σφαγή. Το πε­ρίεργο είναι ότι δεν εφονεύοντο όλοι, όσοι οδηγούντο στο στρατόπεδο της Μονής. Μερικοί εκρατούντο για κάποιες ημέρες, ανεκρίνοντο και αναχωρούσαν. Δεν γνωρίζουμε τη διαδικασία εκδόσεως των καταδικαστικών αποφάσε­ων και πως εβεβαιούτο η ενοχή του καθενός ή η αθωότητά του. Ο Θεόδωρος Ζέγκος επεβίωσε και στο δεύτε­ρο αντάρτικο και τελικά κατέφυγε στην Πολωνία, όπου έζησε ως πολιτικός πρόσφυγας. Εφημ. Αργειακό Βήμα, Γ.Κ.Ο.,  Τετάρτη 6/10/2010 ]

Για την κατάσταση αυτή κάθε άλλο παρά άμοιροι ευθυνών υπήρξαν οι Άγγλοι, οι οποίοι συστηματικά καλλιέρ­γησαν την εμφύλια σύγκρουση. Εδώ θα πρέπει να τονιστούν και οι μεγάλες ευθύνες των αστικών κομμάτων και των αξιωματικών του τακτικού στρα­τού, που αδράνησαν παντελώς και άφησαν το αντιστασιακό κίνημα υπό την καθοδήγηση του ΚΚΕ. Οι αξιωματικοί του στρατεύματος, όσοι δεν πέρασαν στη Μέση Ανατολή, έμει­ναν στις πόλεις για να «διανέμουν συσσίτια», κ.λπ. Και έτσι μοιραία έφτασαν στο τέλος να στελεχώσουν τα Τάγματα Ασφαλείας. Πιθανόν στην περίπτωση αυτή να συνετέλεσε το γερμανόφιλο κλίμα που είχε καλλιεργήσει το καθεστώς Με­ταξά. Παρατηρούμε ότι σχεδόν όλοι οι απότακτοι του ’35 και των προηγουμένων χρόνων στελέχωσαν το αντάρτικο κί­νημα και τις αντιστασιακές οργανώσεις (Στέφανος Σαρά­φης, Τσιγάντες, κ.α.).

Στην περιοχή του Άργους δραστηριοποιήθηκε κάποιο κομ­ματικό στέλεχος υπό το το παρώνυμο «Μήτσος ο Γκαβός«, μάλλον γκαρσόνι από το Λουτράκι, άνθρωπος του Στάθη της Κορινθίας, ο οποίος ακολουθούσε την ίδια ακριβώς πορεία. Κάτοικοι των ορεινών κυρίως χωριών άρχισαν να εγκαταλεί­πουν τις εστίες τους και να καταφεύγουν για να σωθούν στην πόλη του Άργους.

Ιάσων Μπούκουρας

Η πρακτική αυτή τον έφερε σε άμεση σύ­γκρουση με δυο Αργείτες αριστερούς διανοούμενους, το Θεόδωρο Βλασταρά και τον Ιάσονα Κων/νου Μπούκουρα. Ή­ταν αδιανόητο για τους δύο νέους αυτούς και μορφωμένους ανθρώπους να δεχθούν την τακτική της ανεξέλεγκτης τρομο­κρατίας. Μάλιστα ο Βλασταράς διαμαρτυρόταν έντονα για την ακολουθούμενη τακτική του «πας μη μεθ’ ημών, καθ’ η­μών». Έχοντας ο ίδιος μια πικρή εμπειρία στο Ελληνικό, ό­ταν τον κατεδίωξαν ένοπλοι και οργισμένοι χωρικοί, είπε σε προσκείμενο του πρόσωπο: «Κάναμε το χωριάτη της Καρυάς, που έχει ένα στρέμμα πέτρες, να πάρει το όπλο, για να προ­στατέψει την ιδιοκτησία του».

Ο «Γκαβός» πληροφορήθηκε τη στάση τους και προσπάθησε να τους «ξεγράψει«. Είναι σί­γουρο ότι η δολοφονία του Μπούκουρα στις 19.6. 1944, α­πό τα Τάγματα Ασφαλείας όταν επέστρεφε από την Εθνική Συνέλευση των Κορυσχάδων, υπήρξε αποτέλεσμα του κλίμα­τος τρόμου που επικράτησε. Ο Βλασταράς δολοφονήθηκε λί­γο αργότερα, θύμα κι αυτός του αδελφοκτόνου μίσους που προσπάθησε να αποτρέψει.

 

[Ο Ιάσων Κων/νου Μπούκουρας γεννήθηκε το 1914 (1919;) στη Λυρκεία ( Κάτω Μπέλεσι). Ο πόλεμος τον πρόλαβε να σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πολύ νωρίς οργανώθηκε στην Αντίσταση. Για τη δράση του αυτή κρατήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Τρικάλων από τον Οκτώβριο του 1942 ως τον Απρίλιο του 1943. Εξελέγη αντιπρόσωπος από την Αργολίδα για τη Συνέλευση των Κορισχάδων μαζί με τον δάσκαλο Παναγιώτη Ξύδη ]. 

Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης με το διάγγελμά του προς τον Ελλη­νικό λαό, όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία, κήρυξε αναφαν­δόν τον πόλεμο ενάντια στις αντιστασιακές οργανώσεις. «Πρέπει καλώς πάντες να κατανοήσωμεν», τονίζει, «ότι διαξάγων ο Άξων σκληρόν αγώνα κατά του επαπειλούντος τον πολιτισμόν φοβερού κομμουνιστικού κινδύνου, δικαιούται να έχη τουλάχιστον την αξίωσιν όπως μη δημιουργή εις αυτόν ο Ελληνικός Λαός περιπλοκάς και όπως μη παρεμβάλλη εμπό­δια εις το βαρύτατον τούτο έργον του…

Στα πλαίσια αυτά, με τη συγκατάθεση πολλών πολιτικών και πιθανώς τη σιωπη­ρή έγκριση των Άγγλων, θα ιδρύσει τα Τάγματα Ευζώνων, του γνωστούς «τσολιάδες» ή το πιο συνηθισμένο «Γερμανο-τσολιάδες». Από την άλλη πλευρά το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής διατάσσει ρητά: Καταστρέφετε και σαμποτάρετε με παν μέσον το Κράτος του Ράλλη, εκτελούντες επί τόπου πάντα προδότην. Το σύνθημα της εμφύλιας σύγκρουσης είχε ήδη ριφθεί. Η ανεπάρκεια και μικρόνοια των πολιτικών ηγεσιών, ο αριβισμός των στελεχών και η έντεχνα καλλιερ­γούμενη από τους Άγγλους ένταση ήταν αδύνατον να αφή­σουν να ακουστούν οι ήρεμες και διαλλακτικές φωνές του Θεόδωρου Βλασταρά, του Ιάσονα Μπούκουρα ή του Ανθυπομοίραρχου Κουρκουλάκου.

Άρχισε έτσι ένας αμείλικτος πόλεμος εναντίον των Υπη­ρεσιών Χωροφυλακής, ως κατ΄ εξοχήν οργάνων του Ραλλικού κράτους. Στις 10.10. 1943 συμπτύχθηκαν οι Σταθμοί Χωροφυλακής Ν. Κίου στο Ναύπλιο και Λυρκείας και Κουτσοποδίου στο Άργος. Μαζί τους κατέφυγαν στο Άργος και πολλοί κάτοικοι των χωριών.

Η ΟΠΛΑ αρχίζει απαγωγές και εκτελέσεις κατοίκων του Άργους, με την κατηγορία της προδοσίας, της συνεργασίας με το Ραλλικό κράτος, κ.λπ. Στις 12.5. 1944 άνδρες της ΟΠΛΑ τραυματίζουν σοβαρά έξω από το σπίτι του με περίστροφο το Διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος Άργους Μοίραρχο ΝΙΚΑ Θεοφάνη (1907 – 1986) και απαγάγουν τους Χωροφύλακες Παναγιώτη Τούμπανο και Κων/νο Παπαγιαννόπουλο, οι οποίοι είχαν διατεθεί σε υ­πηρεσία των αρχών Κατοχής (ειδοποίηση εργατών του αερο­δρομίου). Στο Άργος κυριαρχεί κλίμα ανασφάλειας. Ο Ανθυπομοίραρχος ΚΟΥΡΚΟΥΛΑΚΟΣ Δημήτριος, που ανα­λαμβάνει τη διοίκηση του Τμήματος ζητά την ενίσχυση του ή τη σύμπτυξη της Υπηρεσίας του στο Ναύπλιο. Ουδεμία απά­ντηση του δόθηκε.

Ο Ανθυπομοίραρχος ΚΟΥΡΚΟΥΛΑΚΟΣ Δημήτριος του Μιχαήλ από τον Πύργο Οιτύλου Μάνης (1900 -;) είχε τη φή­μη ήπιου και διαλλακτικού ανθρώπου, φήμη που επιβεβαιώ­νεται από όλες τις πλευρές αλλά και από τα γεγονότα. Προ­σπάθησε στο βαθμό του δυνατού να τηρήσει κάποιες ισορρο­πίες, ανάμεσα στις πιέσεις των αρχών Κατοχής και στο πα­τριωτικό του καθήκον. Περιέθαλψε πολλούς πατριώτες, ανε­ξάρτητα από ιδεολογία, που κινδύνευαν. Μπροστά στον κίν­δυνο συνέχισης των απαγωγών και εκτελέσεων συγκρότησε άτυπα Πολιτοφυλακή υπό τον Παναγιώτη Χιωτακάκο, αλλά στάθηκε μακριά από τα Τάγματα Ασφαλείας Άργους, τα ο­ποία τελούσαν υπό τις διαταγές του Ανθυπολοχαγού Βασι­λείου Γκόνου και αποτελούσαν τμήμα του 10ου Λόχου (Ναυ­πλίου) του Τάγματος Κορίνθου.

Ο Λόχος Ναυπλίου των Ταγμάτων Ασφαλείας συγκροτή­θηκε το Μάιο του 1994 με επικεφαλής το Λοχαγό Δημήτριο Μουστακόπουλο και αξιωματικούς τους Λοχαγό Σπυρ. Ρομποτή και Υπολοχαγό Βασίλειο Παπαγεωργίου. Στη δύναμη του εντάχθηκαν επίσης ο Λοχαγός Παναγιώτης Χριστόπου­λος, ο Ίλαρχος Βασίλειος Κωνσταντάς και ο Ανθυπολοχαγός Παναγ. Κολλιόπουλος. Είχε δύναμη 150 περίπου ανδρών α­πό το Ναύπλιο και τα χωριά Ασίνη, Δρέπανο και Αραχναίο. Αργότερα, προς τις μέρες της αποχώρησης των Γερμανών, τη διοίκηση των ανδρών του Τάγματος Ασφαλείας Άργους ανέλαβε ο Ίλαρχος Κωνσταντάς. Προκεχωρημένα φυ­λάκια των ΤΑ Άργους ήσαν στον Προφήτη Ηλία, στο Σχο­λείο Πειρούνη, στο σχολείο των Γεφυριών, κ.α. Ισχυρή δύνα­μη Ταγμάτων Ασφαλείας (Λόχος) είχε οργανωθεί στον Αχλαδόκαμπο. Υπήγετο όμως στο Τάγμα Ασφαλείας της Τρί­πολης. Τέλος στο Κουτσοπόδι οργανώθηκε μια μικρή ομάδα Ιππικού, που κατεδίωκε τους αντάρτες.

Δυνάμεις των Ταγμάτων Ασφαλείας εξαπέλυσαν μαζί με τους Γερμανούς εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά των α­νταρτών από τον Ιούνιο του 1944. Στην περιοχή ‘Άργους έ­χουν καταγραφεί οι εξής επιχειρήσεις:

–  Στις 21.5.1944 Γερμανοί και ΤΑ μεταβαίνουν στις Λίμνες και εκτελούν μεγάλο αριθμό πολιτών.

–  Στις 13.6.1944 Γερμανοί και ΤΑ με 7 αυτοκίνητα μεταβαί­νουν στο Μαλαντρένι, όπου εκτελούνται 4 πολίτες.

–  Στις 14.7.1944 Γερμανοί και ΤΑ κύκλωσαν τα χωριά Μιδέα, Μάνεση, Δενδρά, Αμυγδαλίτσα και Πουλακίδα.

Συνελήφθησαν 30 άτομα, που στάλθηκαν σε στρατόπεδα εργασί­ας.

–  Στις 22.8.1944 Γερμανοί και ΤΑ στο χωριό Χούνη δέχο­νται αιφνιδιαστική επίθεση από το III Τάγμα του 6ου Συντ/τος του ΕΛΑΣ.

–  Το Σεπτέμβριο 1994 τα ΤΑ εισέρχονται στη Μιδέα και κάνουν συλλήψεις. Οι συλληφθέντες εγκλείονται στην Ακρο­ναυπλία.

Ανεξάρτητα από τους λόγους, ιδεολογικούς και άλλους, που ώθησαν πολλούς άνδρες να στελεχώσουν τα Τάγματα Α­σφαλείας, δεν είναι σε καμιά περίπτωση δυνατό να δικαιολο­γήσει κανείς τις από κοινού με τους Γερμανούς εκκαθαρι­στικές επιχειρήσεις. Παράλληλα στοιχεία των ΤΑ συναγωνί­στηκαν αντάξια τη δράση της ΟΠΛΑ, ενώ δεν έλειψαν και οι λεηλασίες και άλλες εγκληματικές δραστηριότητες. Στο χορό αίματος, που είχε αρχίσει, δυστυχώς δεν υπήρχε τόπος για ουδετερότητα. Τις ώρες που το θαύμα συνυπάρχει με το άγος και η ωραιότητα με τη θηριωδία, αλίμονο σε εκείνους που, θέλοντας και μη, δε θα πάρουν θέση. Στις τραγικές αυ­τές στιγμές, που έζησε ο Μοριάς, ξαναζωντανεύει ο έγκριτος λογοτέχνης Θανάσης Βαλτινός στο τελευταίο βιβλίο του «Ορθοκωστά».

 

Οι Γερμανοί φεύγουν…

 

Στα τέλη του Αυγούστου ήταν πια κοινό μυστικό πως οι Γερμανοί ετοιμάζονταν να φύγουν. Η αναχώρηση τους ήταν πλέον θέμα χρόνου. Αυτό όμως δεν τους έκανε λιγότερο επι­κίνδυνους. Και οι κάθε είδους προφυλάξεις ήσαν αναγκαίες. Οι αντάρτες ήσαν έτοιμοι να μπουν στην πόλη. Από την άλ­λη πλευρά και τα ΤΑ είχαν αξιόλογη δύναμη. Η Πολιτοφυλακή δεν είχε αναλάβει επιθετικές ως τότε επιχειρήσεις. Είχε περιορισθεί σε ενέργειες αυτοπροστασίας. Η δύναμη τέλος της Χωροφυλακής ήταν αμελητέα.

Στις 10.9.1944 ο Ανθυπομοίραρχος Κουρκουλάκος, ο οποί­ος έχει έλθει διαμέσου του Δημ. Ζερβού σε επαφή με τους αντάρτες, ειδοποιεί τους Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Δεληγιαννόπουλο, το βιομήχανο Γεώργιο Ρασσιά, τους δικηγό­ρους Στέφανο Μακρή και Μιχαήλ Στάμου, το φαρμακοποιό Νικόλαο Παναπανικολάου, και το συμβολαιογράφο Παν. Δασκαλόπουλο, ότι επελέγησαν σαν Επιτροπή αντιπροσω­πευτική της πόλης του Άργους, προκειμένου να έλθουν σε συνεννόηση με τις ανταρτικές δυνάμεις για την αναίμακτη εί­σοδο τους στο Άργος. Φαίνεται ότι η επιλογή έγινε από τον Κουρκουλάκο, ο οποίος είχε στενές σχέσεις με τους Αργείτες, με τη σύμφωνη όμως γνώμη των ανταρτών. Από ότι μπο­ρεί να διαγνωσθεί ανάμεσα από τις γραμμές των δημοσιευο­μένων στη συνέχεια εγγράφων, ο Κουρκουλάκος με τη με­τριοπάθεια του είχε το αναγκαίο κύρος για ένα τέτοιο εγχεί­ρημα, και μάλιστα κάτω από τη «μύτη» του «εσχάτως αφιχθέ­ντος» προϊσταμένου του από το Ναύπλιο, ανελαστικού Μοί­ραρχου Δημητρίου Παπανικολάου.

Η Επιτροπή στις 11.9.1944 μετέβη στη Μιδέα (Γκέρμπεσι), όπου συναντήθηκε με τους τοπικούς αντιπροσώπους του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, του ΚΚΕ και της ΠΕΕΑ. Οι ανωτέρω έδω­σαν στην Επιτροπή έγγραφη διαβεβαίωση προς τους πολίτες του Άργους για τους όρους εισόδου τους στην πόλη, όρους που κανείς καλοπροαίρετος δε θα μπορούσε να χαρακτηρί­σει παράλογους. Η Επιτροπή επέστρεψε την επόμενη στο Άργος και στις 13.9.1944 – κάτω από τη μύτη των Γερμανών – γίνεται συγκέντρωση πολιτών και των επικεφαλής της Χωρο­φυλακής, των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Πολιτοφυλακής στον Ι.Ν. Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.

Οι επικεφαλής των ΤΑ, της Χωροφυλακής και της Πολιτοφυλακής ήσαν άκα­μπτοι. Η απάντηση που δόθηκε στους αντάρτες – συντάχθηκε με ημερομηνία 14.9.1944 – έχει καθαρά «νομικίστικο» και πα­ρελκυστικό χαρακτήρα. Στο μεταξύ το βράδυ, γύρω σας 21.OO’, της 14ης Σεπτεμβρίου 1994 φεύγουν και οι τελευταίοι Γερμανοί από την πόλη. Η ένταση όμως που επικρατεί δεν ε­πιτρέπει στο λαό να χαρεί.

Οι αντάρτες ανταπαντούν στις 15.9. 1944 με γλώσσα σκληρή, κάνοντας γνωστή την πρόθεση τους για βίαιη είσοδο στην πόλη και καλούν τον πληθυσμό ή να εξέλθει στα χωριά ή να κρυφτεί στα  υπόγεια κατά τη διάρ­κεια των εχθροπραξιών. Φαίνεται όμως ότι δεν υπήρχαν ε­παρκείς δυνάμεις για την εξ εφόδου κατάληψη της πόλης. Έ­τσι έγιναν άλλες δυο συναντήσεις στις 16.9. 1944 – μια στα Φίχτια και μια στο Άργος – χωρίς να καταλήξουν σε αποτέλε­σμα. Όλοι ήσαν άκαμπτοι. Τη λύση τελικά την έδωσε η αιμα­τηρή μάχη του Αχλαδοκάμπου στις 18.9.1944 ανάμεσα στο 6° Σύνταγμα του ΕΛΑΣ και τον εκεί Λόχο των ΤΑ. Ο Αχλαδόκαμπος κατελήφθη. Τα θύματα πολλά και από τις δύο πλευ­ρές (52 Αχλαδοκαμπίτες νεκροί). Ευτυχώς η σύνεση του Ταγμ/ρχη Βαζαίου και του Πελοπίδα (Βασίλης Λάσκας από το Λουτράκι, 1915 – 1948) από τους πιο πιστούς Καπετάνιους του Άρη, περιόρισε το κακό.

Κάτω από το βάρος του αποτελέσματος της μάχης του Α­χλαδοκάμπου, τα ΤΑ και η Χωροφυλακή εγκαταλείπουν ε­σπευσμένα το Άργος το πρωί της 19.9.1944 και συμπτύσσο­νται στο Ναύπλιο. Επειδή δεν έχουν μέσα επικοινωνίας με το Ναύπλιο χρησιμοποιούν προβολέα κινηματογράφου σαν ηλιογράφο και με σήματα Μορς ζητούν από τα εκεί ΤΑ να καλύψουν τη σύμπτυξη τους με βολές πυροβολικού στο λόφο της Τίρυνθας, τον οποίο κατείχαν δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Το μήνυμα λήφθηκε και παρασχέθηκε η αιτηθείσα κάλυψη. Μα­ζί με τα ΤΑ και τη Χωροφυλακή μπήκαν στο Ναύπλιο και πολίτες -γυναικόπαιδα- που δε θεωρούσαν τους εαυτούς τους ασφαλείς στην πόλη του Άργους.

Οι αντάρτες εισήλθαν αμέσως πανηγυρικά στην πόλη. Την επόμενη έγινε δοξολογία, στην οποία χοροστάτησε ο Αρχι­μανδρίτης Χρυσόστομος, ο οποίος στην ομιλία του έκαμε αυ­στηρές συστάσεις στις ανταρτικές δυνάμεις να μην προβούν σε αντεκδικήσεις. Ακολούθησαν ομιλίες και στο τέλος από τον εξώστη του καφενείου του Μήλια ο Καπετάν Γρίβας α­νακοίνωσε τη σύνθεση της 25μελούς Λαϊκής Επιτροπής Αυ­τοδιοίκησης (δηλ. Δημοτικό Συμβούλιο) με Πρόεδρο – και Δήμαρχο – τον έγκριτο και μετριοπαθή πολίτη οδοντογιατρό Κων/νο Δωροβίνη. Ο λαός έδωσε διά βοής την έγκριση του. Στον κατάλογο της 25μελούς Επιτροπής υπήρχε αρχικά και το όνομα του Αρχιμ. Χρυσόστομου. Επειδή όμως η ομιλία του δυσαρέστησε τους αντάρτες, αντικαταστάθηκε την τελευ­ταία στιγμή από τον εφημέριο του Αγίου Πέτρου π. Δημήτριο Γεωργόπουλο. Ο Κων/νος Δωροβίνης, στενός συνεργάτης και φίλος του Αρχιμ. Χρυσόστομου, συνδύασε την αποδοχή του διορισμού του με την απελευθέρωση ομήρων.

 

Λόχος Άγγλων στρατιωτών στην Πλατεία Αγίου Πέτρου στο Άργος

 

Οι αντάρτες εγκατέστησαν τις δικές τους αρχές στην πόλη. Η Αστυνομία τους – η Εθνική Πολιτοφυλακή – με επικεφαλής το μετριοπαθή και διαλλακτικό Γιάννη Κότσιρα, εγκαταστά­θηκε στο σπίτι του Γεωργίου Θωμόπουλου (Αγγελή Μπόμπου και Μουστακοπούλου). Στην οικία Σπύρου Μαρίκου (Β. Σοφίας αρ. 31) εγκαταστάθηκε η Επιμελητεία του Αντάρ­τη (ΕΤΑ) με τον Καπετάν Αύγουστο, ενώ στο σημερινό Δη­μαρχείο ο Καπετάν Σίσυφος ενεργούσε σαν υπεύθυνος πό­λης.

Στην αρχή οι αντάρτες τήρησαν τις υποσχέσεις τους. Τα πράγματα όμως με τον καιρό άλλαξαν, ιδιαίτερα μετά τα Δε­κεμβριανά οπότε η Πολιτοφυλακή άρχισε τις ανακρίσεις και συλλήψεις. Η ΒΔ ισόγεια αίθουσα του «Δαναού» – στον οποί­ο είχε εγκατασταθεί το Εργατικό Κέντρο – μετατράπηκε σε κρατητήριο. Στο κέντρο της πόλης τα υπολείμματα της Πυρο­βολαρχίας Γκόνου.

Ο ανθυπομοίραρχος Κουρκουλάκος, προφανώς εσκεμμέ­να, δεν ακολούθησε την υπόλοιπη δύναμη χωροφυλακής κατά τη σύμπτυξη της στο Ναύπλιο. Αρχικά δεν ενοχλήθηκε α­πό κανένα. Αργότερα όμως μετά από καταγγελία πρώην Ενωμοτάρχη του, που είχε πλέον ενταχθεί στην Πολιτοφυλακή, συνελήφθη. Με επέμβαση, όμως, των Άγγλων απελευθερώ­θηκε και αναχώρησε για την Αθήνα. Σε αυτό συνετέλεσε και η θετική κατάθεση του Πέτρου Μπλάτσιου για την προσφο­ρά του Ανθυπομοίραρχου στον αγώνα της πατρίδας τις δύ­σκολες εκείνες ώρες.

Συνελήφθησαν επίσης τα μέλη της Πολιτοφυλακής, τα οποία δεν ακολούθησαν τα ΤΑ και τη Χω­ροφυλακή στη σύμπτυξη τους στο Ναύπλιο (Παν. Χιωτακάκος, κ.ά.). Καθ’ οδόν προς το Γυμνό έφθασε η είδηση της Συμφωνίας της Βάρκιζας και δε χύθηκε άλλο αίμα… Μετά τη Βάρκιζα η πρώτη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννη­σο περνούσε από τους Μύλους. Οι λιγοστές δυνάμεις του Ε­ΛΑΣ που είχαν μείνει στην πόλη – ο κύριος όγκος είχε προω­θηθεί στην Αθήνα – απεχώρησαν δίνοντας τη θέση τους στις δυνάμεις της Εθνοφυλακής και των Άγγλων. Μια νέα εποχή άρχισε για τη χώρα και την πόλη μας…

 

Κώστας Δανούσης

Opuscula ArgivaXIII 

1944-1994: 50 χρόνια από την απελευθέρωση του Άργους από τους Γερμανούς του Κώστα Δανούση.

Περιοδικό « Αναγέννηση», τεύχος 321, Άργος, Σεπτέμβρης 1994.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

H σχολή Ικάρων στο αεροδρόμιο του Άργους στον πόλεμο του 1940 

 


 

 

Fairey Battle

Το αεροδρόμιο του Άργους, όπως αναφέρεται στην πολεμική ιστοριογραφία στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, συνέβαλε τα μέγιστα στη διατήρηση της ελληνικής αεροπορίας ως πολεμικής μηχανής, ωστόσο αποτελεί βαρύνουσας ιστορικής και πολιτικής αξίας, ιδωμένο μέσα από το  πρίσμα της ηθικής αναπτέρωσης και τόνωσης των νέων ικάρων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο αεροδρόμιο του Άργους στο νέο εκπαιδευτικό κέντρο ιπταμένων, όπου συνέχισαν την εκπαίδευσή τους πυρετωδώς, για να αναδειχτούν ολοκληρωμένοι  και πλήρως  εκπαιδευμένοι ιπτάμενοι αξιωματικοί. 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτυπώνει με ακρίβεια και στερεή τεκμηρίωση την ιστορική περίοδο, κατά την οποία επιτυγχάνεται η απήχηση της αποδοχής των Αργείων στους νέους ικάρους, οι οποίοι με τα αεροπλάνα τους κατέκλυσαν τον αργολικό ουρανό. 

Το πρώτο αεροδρόμιο του Άργους (νότια του Κουτσοποδίου) υπήρξε το 1916-1917 το επίκεντρο χρήσης των πρώτων Ελλήνων αεροπόρων των Καμπερού και Μητούση, όπου εκτελέστηκαν οι πρώτες πτήσεις με μαθητές που φοίτησαν στη Σχολή Καμπέρου. 

Στον πόλεμο του 1940 επιλέγεται από το Υπουργείο των Στρατιωτικών ως καταλληλότερο για την εκπαίδευση των ικάρων. Το αεροδρόμιο ευρίσκετο σε ομαλή πεδιάδα, κλεισμένη από βόρεια με βουνά, όπου υπάρχουν χαρακτηριστικά ανοίγματα κατάλληλα για την προσέγγιση των αεροσκαφών. Οι νότιοι άνεμοι είναι χαμηλής έντασης δίχως βίαιους πλάγιους ανέμους ή κάθετους , ώστε  να εμποδίζουν ή να καθιστούν επικίνδυνες τις προσγειώσεις ή απογειώσεις αεροσκαφών. Λόγω του ανοίγματος της πεδιάδας προς τη θάλασσα, οι νότιοι ή οι βόρειοι άνεμοι παρασύρουν τις χαμηλές  νεφώσεις. 

Έτσι, η ευρύτερη περιοχή καθίσταται κατάλληλος χώρος πτήσεως δίχως εμπόδια στην ορατότητα. Γενικά, το αεροδρόμιο δεν έκρυβε κινδύνους για τους νέους αεροπόρους. Βεβαίως, υπήρχαν ελλείψεις και ο έλεγχος  της εναέριας κυκλοφορίας είχε υποτυπώδη οργάνωση. Ως στρατηγικό δε σημείο της Νότιας Ελλάδας το Αεροδρόμιο αποτέλεσε σημείο αναφοράς και οργάνωσης των αεροπορικών δυνάμεων. 

   

Η σχολή Ικάρων στο Άργος στον πόλεμο του 1940 

  

Συμπληρώθηκε περίπου ένας μήνας από την εισαγωγή των μαθητών της 10ης σειράς των Ικάρων από τις 15 Σεπτεμβρίου του 1940 και πριν ξεκινήσουν τις πρώτες πτήσεις, η φασιστική Ιταλία άρχισε κατά της Ελλάδας απειλές, παραβιάζοντας συνεχώς κατά τρόπο προκλητικό τον εναέριο χώρο της. 

Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία αναγκάσθηκε να λάβει μέτρα άμυνας και πολεμικής προετοιμασίας. Έτσι, διέταξε την αραίωση των αεροπλάνων της διά της μετακινήσεώς των στα προβλεπόμενα αεροδρόμια, από τα οποία θα ήταν δυνατή η δράση αλλά και η εξασφάλιση μιας ενδεχόμενης αιφνιδιαστικής προσβολής. 

Potez 633

Στα πλαίσια αυτά επιβαλλόταν η προετοιμασία μετακίνησης της Σχολής Ικάρων σε άλλο αεροδρόμιο. Ως τέτοιο αεροδρόμιο ορίστηκε, από τα υπάρχοντα σχέδια, το αεροδρόμιο του Άργους. Η φοίτηση στη Σχολή ήταν τριετής. Οι τελειόφοιτοι της όγδοης σειράς είχαν σχεδόν ολοκληρώσει την πτητική τους εκπαίδευση και στα μέσα Νοεμβρίου ονομάζονταν Ανθυποσμηναγοί, έτοιμοι να επανδρώσουν τις Μοίρες καταδιωκτικών αεροσκαφών Ρ.Ζ.L. P 24 G και βομβαρδιστικών POTEZ-63, BLENHEIMS, FAIREY-BATTLE, ώστε να τιμήσουν τις υποχρεώσεις τους, κατά τον καλύτερο τρόπο, σε όλους τους εθνικούς αγώνες. Οι δευτεροετείς – ένατη σειρά – απαιτούνταν να συνεχίσουν την εκπαίδευσή τους και βεβαίως δεν ήταν έτοιμοι να δώσουν τον υπέρ πάντων αγώνα, διότι αντιλαμβάνονταν ότι η εκπαίδευση τους δεν ήταν επαρκής, για να λάβουν δράση σε πολεμικές επιχειρήσεις. Έτσι, περίμεναν τη μεταφορά της  στο Άργος όπως τους το ανακοίνωσαν, για ολοκληρωθεί η εκπαίδευσή τους και  να γίνουν ετοιμοπόλεμοι αεροπόροι. Οι δε πρωτοετείς – δέκατη σειρά – δύσκολα μπορούσαν να εκτιμήσουν τις συνέπειες και τη μετακίνηση της Σχολής σε άλλο αεροδρόμιο με τα τεράστια προβλήματα μιας τέτοιας επιλογής. 

Η μεταφορά της Σχολής  στο Άργος έγινε με όλα τα μέσα συγκοινωνίας. Η εγκατάσταση του προσωπικού, γραφείων, υπηρεσιών, συνεργείων, αποθηκών έγινε σε σχολεία, σπίτια, δημόσια κτίρια. Το Διοικητήριο εγκαταστάθηκε στο τότε δημοτικό σχολείο Άργους. Η γύρω περιοχή κατακλύστηκε από τα υλικά της Σχολής, αναγκαία για την εκπαίδευση. 

Θυμάται ο αντιπτέραρχος ε.α. Γεώργιος Τσιτσόγλου της 10ης σειράς Σχολής Ικάρων: 

«Ως πρωτοετής μπήκα στη Σχολή Ικάρων-Σχολή Αεροπορίας- το Σεπτέμβριο του ΄40 και πριν οι Ιταλοί χτυπήσουν το αεροδρόμιο του Τατοΐου, μετακινηθήκαμε στο αεροδρόμιο του Άργους. Εκεί κατακλύσαμε διάφορα κτίρια της γύρω περιοχής. Αρχίσαμε τις πτήσεις ως μαθητές πρωτοετείς κάτω από δύσκολες συνθήκες. Όταν κατέρρευσε το Μέτωπο, φύγαμε για την Κρήτη. Σχεδόν είχαμε ολοκληρώσει την πτητική μας εκπαίδευση. 

Στις 21 και 22 Μαΐου- δε θυμάμαι καλά- μπήκαμε σ’ ένα βαπόρι εγγλέζικο και φύγαμε για το Πορτ Σαντ. Οι Γερμανοί  μας χτυπήσανε  στο δρόμο ανεπιτυχώς. Εμείς ήμασταν με τα σωσίβια πάνω στο κατάστρωμα, έτοιμοι να πέσομε στη θάλασσα, αλλά ευτυχώς δεν χρειάστηκε. Δεν προλάβαμε την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης  δευτέρου και τρίτου έτους, πήγαμε στη Νότια Ροδεσία, τη σημερινή Ζιμπάμπουε. Ξεκινήσαμε εκπαίδευση με Τiger Moth και μετά με τα Harrard. Όταν τελειώσαμε με αυτά, πήγαμε στην προκεχωρημένη ζώνη να γίνουμε πλέον μάχιμοι. Άλλοι πήγανε στα Oxford κι άλλοι στα Hurricane, τα καταδιωκτικά». 

Διοικητής του εκπαιδευτικού Κέντρου ιπταμένων ήταν ο Σμήναρχος Γ. Φαλκονάκης. Οι πτήσεις άρχιζαν εντατικά περί το τέλος Νοεμβρίου, σ΄ ένα αεροδρόμιο με μεγάλες ελλείψεις. Ουσιαστικά, ήταν ένα ισοπεδωμένο χωράφι. Η βελτίωση των εγκαταστάσεων ήταν δύσκολη, είτε γιατί δεν υπήρχαν κατάλληλοι δρόμοι, είτε γιατί έλειπαν μεταφορικά μέσα. Μακριά από ανέσεις και ευκολίες η νέα εγκατάσταση έφερνε μεγάλες δυσκολίες και οι ελλείψεις οι οποίες  ήταν φυσικές , επηρέαζαν εν μέρει τη ζωή και την εκπαίδευση των νέων αεροπόρων. 

Όμως, το ηθικό και η αντοχή των μαθητών και των εκπαιδευτών υπερκάλυπτε τα κενά και τις ελλείψεις που δημιούργησε η νέα εγκατάστασή τους. Η εκπαίδευση- πτητική και θεωρητική- προχώρησε με γοργούς ρυθμούς και προς το τέλος Μαρτίου ολοκληρώθηκε  η εκπαίδευση μεγάλου αριθμού εκπαιδευομένων. 

Το επιτελούμενο έργο για την παραγωγή νέων αεροπόρων ήταν τεράστιο και ποιοτικό. Ο φόρτος εργασίας δεν πτοούσε κανέναν, αν και οι εκπαιδευτές ήταν λίγοι και οι μαθητές πολλοί. Τα αεροπλάνα «αβρο-γιούτορ» πετούσαν συνεχώς. Ο κάθε εκπαιδευτής είχε χρεωθεί έναν αριθμό μαθητών και όφειλε να τους ετοιμάσει, να τους μάθει την πτητική τέχνη με όλες τις ασκήσεις. 

Farman III

Ο ουρανός της Αργολικής γης έσφυζε κυριολεκτικά από τα εκπαιδευτικά αεροπλάνα και η ευρύτερη περιοχή δονούνταν από το θόρυβο των κινητήρων. Επρόκειτο για πυκνή αεροπορική δραστηριότητα των νέων αεροπόρων, οι οποίοι στο βάθος χρόνου έθεταν τα θεμέλια της νέας αεροπορίας σ’ ένα χώρο κατάλληλο για πτητική δραστηριότητα. Στον ίδιο χώρο το 1917 οι πρώτοι Έλληνες αεροπόροι δοκίμαζαν τα «ΦΑΡΜΑΝ» , ανοίγοντας ελπίδες στους ελληνικούς ουρανούς, θέτοντας τα θεμέλια για την έναρξη της χρησιμότητας των αεροπλάνων ως μέσου προστασίας και διαφύλαξης του πάτριου εδάφους. Η Αργολική γη άνοιξε τις πύλες στους πρώτους αεροπόρους των «ΦΑΡΜΑΝ», από τα οποία κτίστηκε στα επόμενα χρόνια  η νέα αεροπορία.  Το δεύτερο μήνα λειτουργίας του εκπαιδευτικοί κέντρου ιπταμένων, τοποθετήθηκαν στο Άργος νέοι αξιωματικοί έμπειροι ιπτάμενοι, αφού έκλεισαν τον κύκλο τους σε προκεχωρημένες μονάδες στα POTEZ-63  (31η Μοίρα βομβαρδισμού). Οι νέοι εκπαιδευτές ήταν αξιωματικοί ικανοί και δυναμικοί και άρχισαν αμέσως την οργάνωση και τη συγκέντρωση  των διάσπαρτων επιστασιών, αφού από την αρχή της εγκατάστασής τους είχαν απλωθεί διάσπαρτα σχεδόν  σ’ όλη την πεδιάδα. Συγκέντρωσαν αρχικά τα καταλύματα  κοντά στο αεροδρόμιο και στη συνέχεια, αφού περιόρισαν το πρόβλημα της διασποράς του προσωπικού που είχε απλωθεί στα Φίχτια, στις Μυκήνες, στο Κουτσοπόδι και στο Άργος, συγκέντρωσαν τα διάφορα υποστηρικτικά υλικά σε κτίρια προσβάσιμα. Έτσι, διευκολύνθηκε κατά κάποιο τρόπο  το επιτελούμενο εκπαιδευτικό έργο τους. 

Henschel Hs 126K-6

Το νέο αεροδρόμιο του Άργους σχεδόν ήταν τετράγωνο. Παρ’ ότι δεν είχε όλες τις διευκολύνσεις, υπήρξε το καταλληλότερο για τους μαθητές της εποχής. Οι νέοι αεροπόροι μαθητές  είχαν την ευκαιρία να ασκηθούν στην πτήση στην ευρύτερη νότια περιοχή προς τη θάλασσα και τη ΒΑ πλευρά. Τα αναγνωρίσιμα σημεία επιστροφής ήταν ορατά, χρήσιμα για κάθε μαθητή, κυρίως στο αρχικό στάδιο πτήσης. Εύκολος προσανατολισμός, ευρύτητα επίπεδης περιοχής. Έτσι, οι εκπαιδευτές μπορούσαν να παρακολουθήσουν βήμα προς βήμα την πρόοδο των νεοσσών αεροπόρων. 

Οι εκπαιδευτές παρακολουθούσαν από κοντά την πτήση του κάθε μαθητή. Γνώρισαν βεβαίως τις δυσκολίες και τους κινδύνους και ήταν αμετακίνητοι στο θέμα  της εφαρμογής των κανόνων πτήσης. Ζούσαν την αγωνία και τη συγκίνηση του μαθητή, αφού οι περιστάσεις το απαιτούσαν. Γενικά, το νέο αεροδρόμιο δεν έκρυβε πολλούς κινδύνους, παρ’ ότι υπήρχαν σοβαρές ελλείψεις σε βοηθήματα. Ο έλεγχος της εναέριας κυκλοφορίας είχε υποτυπώδη οργάνωση. Ένα ανεμούριο καθόριζε  τη χρήση του διαδρόμου και βεβαίως ήταν εύκολο να δημιουργηθούν συνθήκες σύγχυσης, κατά την απογείωση, ή προσγείωση των αεροπλάνων. 

Αν ληφθεί υπόψη η κόπωση των εκπαιδευτών και μαθητών, σε συνδυασμό με τη σκόνη που σηκωνόταν κατά την απογείωση πολύ εύκολα θα μπορούσε να συμβεί το λάθος. Γι ̉αυτό οι εκπαιδευτές, λόγω αυτών των συνθηκών, εμψύχωναν και συμμερίζονταν την αγωνία των μαθητών, κυρίως όταν πετούσαν μόνοι τους. Μέχρι το τελικό σταμάτημα μετά την προσγείωση ήταν χρόνος δύσκολος για κάθε μαθητή σε ένα καινούριο αεροδρόμιο. 

Και τα ατυχήματα στο αεροδρόμιο του Άργους δεν έλειπαν, αλλά υπήρχαν σχετικά ανώδυνα. Τα δυο πιο σοβαρά ατυχήματα  προκλήθηκαν από  «παράβαση» των κανόνων πτήσεως. 

Ο. Ν. Παπαποστόλου, αρχηγός  της όγδοης σειράς, θυμάται: «…Σε μια διατεταγμένη πτήση, για εξάσκηση στα ρολλς (βραδεία περιστροφή περί τον άξονα της πτήσης) έχασα την ταχύτητά μου και λόγω του χαμηλού ύψους δεν μπόρεσα να ανακτήσω άνωση, πέφτοντας καρφωτός κοντά στον Πασσά, 2 χιλιόμετρα ΝΑ του αεροδρομίου. Είχα παρασυρθεί σε συνεχόμενα ρολλς και έχασα ύψος,  που αυτό ήταν η αιτία του δυστυχήματος. Το αεροπλάνο καταστράφηκε και εγώ τραυματίστηκα σοβαρά. Βρέθηκα στο Β’ στρατιωτικό νοσοκομείο Αθηνών, ξαναβρίσκοντας τις αισθήσεις μου μετά από 48 ώρες…» 

Στη δεύτερη περίπτωση ένας δόκιμος υπαξιωματικός, σε ένα από τα πρώτα του «σόλο» με ελάχιστη πείρα, απομακρύνθηκε από την περιοχή πτήσεων περί το αεροδρόμιο του Άργους και πήγε στη Νεμέα όπου το χωριό του, και κάνοντας χαμηλές  διελεύσεις  για επίδειξη, χτύπησε  πάνω σε ένα δέντρο, με αποτέλεσμα να καταστρέψει το αεροπλάνο και να βρεθεί  ο ίδιος κρεμασμένος από τις ζώνες του αλεξιπτώτου πάνω στα κλαδιά του δέντρου. Με κατάγματα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του Ναυπλίου. Αυτές οι επιπολαιότητες – κλασικές παραβάσεις κανόνων πτήσεων, έβαλαν τέλος στις φιλοδοξίες των δύο χειριστών, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη πατρίδα. 

Το θεαματικότερο, όμως, ατύχημα και ασφαλώς το μοναδικό στο είδος του, είναι εκείνο που έγινε σε μία εκπαίδευση ακροβατικών με έναν μαθητή και τον εκπαιδευτή Α. Αθανασούλα. 

 «…Πετούσα στη μπροστινή θέση και ο δάσκαλος μου επισμηναγός Α. Αθανασούλας μου έκανε έλεγχο στα ακροβατικά. Κάναμε όλοι τη σειρά των ακροβατικών. Σε όλα έμεινε ικανοποιημένος εκτός από τα ρολλ που κατά την ανάστροφη θέση έπεφτε η κεφαλή του αεροπλάνου κάτω από τον ορίζοντα. 

Είναι αλήθεια ότι είχα αυτή την αδυναμία. Το ρολλ ποτέ δεν το κατάφερα πολύ καλά, το έκανα βεβιασμένα. Σε μια στιγμή θέλησε να μου δείξει τη σωστή διόρθωση. Δικό μου το αεροπλάνο – μου είπε στο φωναγωγό – και άφησα το χειριστήριο. 

Χώρος πτήσης πάνω στο Άργος. Άρχισε την περιστροφή (ρολλ) και μόλις φθάσαμε ανάποδα το αεροπλάνο άρχισε να βυθίζετε και έβλεπα το έδαφος να πλησιάζει με ταχύτητα. Τότε ασυνείδητα έπιασα το χειριστήριο και το έβγαλα από την ανάστροφη βύθιση. Βρισκόμενο σε στροφή γύρισα πίσω αλλά η θέση ήταν άδεια. Σκέφθηκα μήπως ο δάσκαλός μου ήταν σκυμμένος αλλά ξαφνικά είδα ένα λευκό όγκο που έπεφτε και κατάλαβα τι είχε γίνει.  

Παρακολούθησα το αλεξίπτωτο και είδα που έπεσε σε ένα λόφο (Άγιος Ηλίας) κοντά σε μία εκκλησία  (προφανώς εννοεί την Παναγία Κατακεκρυμμένη) λίγο έξω από το Άργος. Γύρισα στο αεροδρόμιο ταραγμένος. Έσβησα τη μηχανή και πήγα αμέσως στο Διοικητή Αντισμήναρχο Ξ. Οικονόμου, που παρακολουθούσε τις πτήσεις. Έχασα τον εκπαιδευτή  μου κύριε Διοικητά, έπεσε σε ένα λόφο πού βρίσκεται λίγο έξω από το Άργος. Αφού του έδωσα περισσότερες πληροφορίες για το ατύχημα, πείσθηκε ότι κάτι ασυνήθιστο είχε συμβεί. Διέθεσε το αυτοκίνητο του και πήγε να βρει τον αεροπόρο. Εκείνος, αφού μάζεψε το αλεξίπτωτό του, δέχθηκε τη βοήθεια κάποιου πολίτη της περιοχής, ο οποίος τον ανέβασε πάνω σε μία αγροτική «σούστα» και τον οδήγησε προς το αεροδρόμιο. Η αγωνία του ήταν μεγάλη, αφού δεν γνώριζε την τύχη του μαθητή του. Ψάχνοντας με το αυτοκίνητό του συναντήθηκαν σε κάποιο σημείο επιστροφής. Το συμβάν αυτό έδωσε ένα μάθημα για εκπαιδευτές με μεγάλη  πείρα». 

Στα μέσα Μαρτίου συμπληρώνεται στο αεροδρόμιο του Άργους η βασική εκπαίδευση της ένατης σειράς των Ικάρων. Η κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς τον Απρίλιο του 1939 έδωσε μια μικρή πίστωση χρόνου στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις  να προετοιμαστούν για τον επικείμενο πόλεμο. Η εκδηλωθείσα  Ιταλική επίθεση δεν αιφνιδίασε την ελληνική αεροπορία ούτε και τη σχολή Αεροπορίας, που τη βρήκε κάπως προετοιμασμένη, πλην όμως υπήρχε τεράστια αριθμητική διαφορά σε αεροπλάνα και δυναμικό. Συζητήθηκε δε η εκδοχή συνέχισης του πολέμου εκτός Ελλάδος στο πλευρό της Αγγλικής αεροπορίας με πιλότους που φοιτούσαν στο εκπαιδευτικό κέντρο ιπταμένων του αεροδρομίου Άργους, το οποίο ήταν υπολογίσιμα δυναμικό.

PZL P.24

«Την 6η Απριλίου 1941, γράφει ο τότε υφυπουργός Αεροπορίας Π. Οικονομάκος, έκαναν έναρξη της εισβολής τους οι Γερμανοί».  Ο ουρανός της Ελλάδος άρχισε να σκοτεινιάζει  από τα φτερά της ανίκητης μέχρι τότε «Λουφτβάφφε». Η μέχρις εκείνη τη στιγμή δράση της Ελληνικής Αεροπορίας υπήρξε μεγάλη συμβολή  στο νικηφόρο  αγώνα κατά της Ιταλίας, με αποκορύφωμα το ηρωικό κατόρθωμα αεροπόρου, μοναδικού στα αεροπορικά κατορθώματα Έλληνα πιλότου, χειριστή καταδιωκτικών Ρ.Ζ.L. ο οποίος αφού απέμεινε από πυρομαχικά, εμβόλισε εκουσίως το εχθρικό αεροπλάνο και το κατέρριψε. 

Όμως, από το σημείο αυτό της γερμανικής επέμβασης δεν ήταν δυνατό να αμυνθούμε αποτελεσματικά με τα αεροσκάφη που διαθέταμε. Οι Έλληνες αεροπόροι αναδιπλωμένοι  αντιμετώπισαν τη συντριπτικά υπερέχουσα «Λουφτβάφφε». Το Υπουργείο Αεροπορίας προβαίνει σε μία επιβαλλόμενη από τα πράγματα λύση και βγάζει  την από 13-4-1941 Α.Π. Γενική Διαταγή. 

 «Λαβόντες υπ ̉όψιν την δημιουργηθείσαν κατάστασιν, εντελλόμεθα τα κάτωθι: Αι Αεροπορικαί μονάδες, υπηρεσίαι και καταστήματα παραλήπται της παρούσης να μεριμνώσι διά την εν καιρώ αχρήστευσιν παντός υλικού και εφοδίων, να καταστρέψωσιν τα μη μετακινούμενα αεροσκάφη. Άπαντες οι Αξιωματικοί ιπτάμενοι και μηχανικοί υπαξιωματικοί πλην των ορισθησομένων υπό των Διοικητών και Διευθυντών θα αναχωρήσωσι δι’ Εκπαιδευτικόν Κέντρον Ιπταμένων Αεροδρόμιο Άργους…» 

  Ο Πρόεδρος Κυβερνήσεως  

Και Υπουργός Αεροπορίας   

ΑΛΕΞ. ΚΟΥΡΟΥΤΗΣ 

Με βάση αυτή τη διαταγή άρχισε η σύμπτυξη των αεροπορικών Μονάδων, που κάτω από τα σφυροκοπήματα  της Γερμανικής Αεροπορίας άρχισε να μετακινείται προς το  αεροδρόμιο του Άργους. Τα εναπομείναντα ελληνικά καταδιωκτικά  εξακολουθούσαν το έργο τους, σε μια καταδικασμένη προσπάθεια να αναχαιτίσουν τη γερμανική «Λουφτβάφφε». Αυτή ήταν η φοβερή Γερμανική Πολεμική Αεροπορία αποτελούμενη από μονάδες βομβαρδισμού «ΓΙΟΥΝΚΕΡΣ 88», «ΧΕΝΚΕΛ 111» καθέτου εφορμήσεως «94-87 (SΤUKAS)»  και διώξεως «109» και «110» καθώς και από μονάδες μεταφορών «Ju 52», συνολικού αριθμού 1000 αεροσκαφών, συγχρονισμένων τύπων, η οποία  ενεργούσε κατά μάζας  επιδρομές απανταχού της χώρας. Έναντι τούτων, η Ελληνική Αεροπορία διέθετε μικρό αριθμό αεροσκαφών  και με τα αεροσκάφη αυτά οι αεροπόροι μας εξακολουθούσαν να μάχονται με αμείωτο ηθικό και δεν σταμάτησαν να μάχονται οι τελευταίοι αυτοί πολεμιστές του έπους της Αλβανίας, παρά μόνο αφού έδωσαν την αερομαχία των Τρικάλων έναντι των Γερμανικών «ΜΕ-109» στις 15 Απριλίου. Φτάνουν με κάθε μέσο τμήμα Μονάδων και αυτόματα μπαίνουν κάτω από τη Διοίκηση του Σμηνάρχου Φίλιππα: 

  Αρ. πρωτ.2953/16-4-41 

  ΔΙΑΤΑΓΗ  

  Τίθημι υπό τας διαταγάς υμών άπαντας τους μετακινουμένους βάσει της υπ ̉αριθ. 2952/Δ/γης Υ.Α. 

Οι ανωτέρω και άπαν το προσωπικόν του υφ ̉υμάς κέντρου  θέλουσι επιβιβασθεί  εις Ναύπλιον  προς μεταφοράν. 

Διά την επιβίβασαν ταύτην θέλετε διατάξει και ενεργήσει τα δέοντα συνεννοούμενοι προς τούτο μετά των υπό του Υπουργείου των Ναυτικών εντεταλμένων αξιωματικών εις τρόπον ώστε να συντελεσθεί αυτή κατά το ταχύτερον και ασφαλέστερον τρόπον. 

Εν περιπτώσει μη υπάρξεως επαρκών πλωτών μέσων , καθορίζω ως κατωτέρω την σειράν προτεραιότητος κατά την επιβίβασιν. α) Αξιωματικοί β) Μαθηταί γ) Μηχανοσυνθέται δ) λοιπαί ειδικότητες ε) λοιπόν προσωπικόν. 

αποδέκται: Εκπαιδευτικόν Κέντρον

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ 

Π. ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΟΣ  

Υποστράτηγος 

Hawker Hurricane

Hawker Hurricane

Η τελευταία αυτή διαταγή που καθόριζε τις προτεραιότητες, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε ανησυχίες και ταραχές, ιδιαίτερα γιατί υπήρχαν άγνοια και αμφιβολίες για τις δυνατότητες μεταφοράς των πλωτών μέσων. Η  πειθαρχία διασαλεύτηκε σοβαρά, ιδιαιτέρα γιατί πέραν από τις ανησυχίες, προθέσεις σκέψεις και αποφάσεις που είχαν αφορμές ή ελατήρια υπηρεσιακά ή ατομικά συμφέροντα, επέδρασαν και άλλοι παράγοντες αντικαθεστωτικών. Ιδιαίτερα κρίσιμη ήταν η κατάσταση, όταν διαδόθηκε στο Άργος ότι η κυβέρνηση με το βασιλιά είχαν φύγει στο εξωτερικό. 

Λίγες ημέρες πριν ολοκληρωθεί η Γερμανική κατοχή στην Ηπειρωτική Ελλάδα, το εκπαιδευτικό κέντρο ιπταμένων στο Άργος προετοιμάζεται για την μεταφορά του στην Κρήτη με δύο πλοία, που βρίσκονταν στο Ναύπλιο. Τα εκπαιδευτικά αεροπλάνα «Αβρό-621» και Μπρεγκέ καταστράφηκαν, αφού τα καύσιμα δεν επαρκούσαν να φθάσουν στην Κρήτη. Αυτή ήταν μια σκληρή πραγματικότητα και οι Ίκαροι δεν μπορούσαν να το καταλάβουν, μια και πετούσαν με τα «Μπρεγκέ» στους ουρανούς της Αργολικής γης. 

Ο Σμήναρχος ε.α. Χάρης Παρασκάκης, σε μια από τις μαρτυρίες του στη ταραγμένη περίοδο  της μαζικής φυγής της Αεροπορίας, περιγράφει τη φυγή ως ακολούθως: 

«Το Αλβανικό με βρήκε δόκιμο Αξιωματικό στη Σχολή Αεροπορίας. Μετακομίσαμε από το Τατόι στο Άργος και αφού ολοκληρώσαμε την εκπαίδευση στο μεγαλύτερο μέρος της, τη Μεγάλη Πέμπτη του ̉41 φύγαμε από το Ναύπλιο για την Κρήτη. Η Αεροπορία και η Σχολή χωριστά από τον Στρατό. Σε άλλα πλοία. Μόλις φθάσαμε στη Σούδα  δεχόμεθα ισχυρό βομβαρδισμό από τα Stukas. Εκεί ο διοικητής μας είπε: «ο σώζων ευατόν σωθήτω!» Εγώ πήγα και χώθηκα  κάτω από έναν βράχο. Την άλλη μέρα μετέδωσαν τα ραδιόφωνα ότι τα Stukas βύθισαν το πλοίο που μετέφερε τους αεροπόρους από το Άργος. Στην πραγματικότητα χτύπησαν το πλοίο που μετέφερε το Στρατό. Έκτοτε οι γονείς μου διαρκούσης της κατοχής, έπαιρναν επίδομα ως θύματα πολέμου. Εγώ δεν μπορούσα να τους ειδοποιήσω. Με διαταγή πήγαμε στη Μέση Ανατολή στην Έρημο του Κασασίν και στη συνέχεια στη Ροδεσία. Εκεί συνεχίσαμε την εκπαίδευση, αφού στο Άργος δεν την ολοκληρώσαμε. Εκεί κάναμε στοιχειώδη εκπαίδευση τεχνικής φύσεως. Ήταν πολύ δύσκολα, όμως μας άρεσε. Αγαπούσαμε το αεροπλάνο». 

Την όλη επιχείρηση συγκέντρωσης των μαθητών και άλλων αεροπόρων την είχε αναλάβει ο Σμήναρχος Στ. Φίλιππας. Το Άργος υπήρξε σημείο εκκίνησης για τη μεγάλη φυγή προς τη Μέση Ανατολή. Η μονάδα της Αεροπορίας είχε δοθεί εντολή να διαλυθεί και να γίνει διανομή του υλικού  στους κατοίκους της περιοχής. Όλα τα υλικά, κρεβάτια, στρώματα, ιματισμό και ό,τι στρατιωτικό υλικό υπήρχε σε χρόνο ρεκόρ! μοιράστηκαν στους Αργείτες. Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε ο φρούραρχος της περιοχής να τα μοιραστούν καλύτερα οι Αργείτες παρά να τα κατασχέσουν και να τα χρησιμοποιήσουν οι Γερμανοί. 

   

Η σχολή πολυβολητών  ασυρματιστών στο αεροδρόμιο του Άργους 

Avro 626

Για την ικανοποίηση των αναγκών της Πολεμικής Αεροπορίας σε πλήρωμα, λειτούργησε η Σχολή Πολυβολητών – Ασυρματιστών, με έδρα το Ελληνικό (Χασάνι). Με την είσοδο, όμως , των Γερμανών και τη ραγδαία κατάρρευση της ελληνικής αμυντικής προσπάθειας, η παρουσία των εκπαιδευτικών αεροπλάνων «ΑΒΡΟ» στο Ελληνικό δεν είχε κανένα πρακτικό σκοπό, αντίθετα αποτελούσαν με τα άλλα αεροπλάνα της RAF  ελκυστικό στόχο των Γερμανών. 

Έτσι, σε εφαρμογή διαταγής  του Υπουργείου Αεροπορίας, ο Διοικητής της Μοίρας Σμηναγός Λουκίδης διέταξε την μεταφορά των έξι εκπαιδευτικών αεροσκαφών στο Αεροδρόμιο του Άργους, όπου εκεί είχε μεταφερθεί και η Σχολή του Κέντρου Εκπαίδευσης Ιπταμένων. Για τη μεταφορά αυτή ανταποκρίθηκαν πέντε υπαξιωματικοί πιλότοι, οι Γαλανόπουλος Δ., Φράγκος Ν., Καβουρίνος Ν., Πολυμέρης Δ. και Παναγουλάκης Ηλ., και ο έφεδρος επισμηνίας Αδοσίδης. 

Πέταξαν Μεγάλη Πέμπτη, την ώρα που σε άλλους χώρους του αεροδρομίου καταστρέφονταν και καίγονταν υλικά από αποθήκες που δεν έπρεπε να πέσουν στα χέρια του εχθρού. Όταν προσγειώθηκαν στο αεροδρόμιο του Άργους, πληροφορηθήκαν ότι υπήρχε εντολή να καούν όσα αεροπλάνα και υλικά δεν μπορούσαν να μεταφερθούν. Η είδηση αυτή γέμισε πικρία  τους έξι πιλότους, που τα είχαν μεταφέρει στο Άργος και είχαν αποφασίσει να τα διασώσουν, μεταφέροντας τα στην Κρήτη. 

Χαράλαμπος Μαυρίδης 

Αξιωματικός Πολεμικής Αεροπορίας 

«Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 3, Δεκέμβριος 2005. 

  

Βιβλιογραφία 

Ηλία Δ. Καρταλαμάκη,  Η αεροπορία στον πόλεμο του 1940, Αθήνα 1990. 

Έκθεσις της πολεμικής ιστορίας των Ελλήνων. 

Εφ. «Καθημερινή» Επτά ημέρες,  «Πολεμική Αεροπορία 1951-1944»,  14 Νοεμβρίου 2004. 

Στρατιωτική Ναυτική – Αεροπορική Εγκυκλοπαίδεια.

Read Full Post »

Ημέρες του ’40

 


(Μνήμες πολέμου στρατιώτη Δημητρίου Ι. Σιώτου)

Η ιστορική έρευνα έχει καταγράψει με λεπτομέρειες τις στιγμές του ελληνοϊταλικού πολέμου, του έπους της Αλβανίας, μιας λαμπρής σελίδας στην ιστορία του ελληνικού λαού και του αγώνα του κατά του φασισμού. Όμως οι μαρτυρίες των ίδιων των πολεμιστών ή ακόμα και των αμάχων που έζησαν τα γεγονότα, αποτελούν μια επιπλέον ηρωική πράξη αφού μας μεταφέρουν εικόνες και εμπειρίες που δύσκολα μπορεί κανείς να βρει στα μεγάλα βιβλία της Ιστορίας.

Ένας απλός άνθρωπος που μόλις είχε τελειώσει την τέταρτη τάξη του δημοτικού σχολείου, δε στάθηκε μόνο ηρωικά στα πεδία των μαχών, αλλά έγραψε και κατέγραψε μοναδικές στιγμές από τις μέρες του ’40 με το δικό του μοναδικό τρόπο.

Ο Δημήτριος Ι. Σιώτος ξεκίνησε από το χωριό του, τα Σταθέικα του σημερινού Δήμου Κουτσοποδίου, για το μέτωπο της Αλβανίας και ξαναγύρισε σ’ αυτό έχοντας αποτυπώσει κάποιες άγνωστες στιγμές  μιας μεγάλης εποποιΐας. Σας παρουσιάζουμε ορισμένα αποσπάσματα προσπαθώντας να διατηρήσουμε, όσο είναι δυνατό για την ευκολία της ανάγνωσης, τον αρχικό συγγραφικό χαρακτήρα.

 Στη μνήμη όσων θυσιάστηκαν για να ζούμε σήμερα ελεύθεροι.

 

Επιστράτευση

 


 

Δημήτριος  Σιώτος : Κληρωτός του 1936, έφυγε για το μέτωπο όπως χιλιάδες άλλοι πατριώτες με την επιστράτευση (28/10/1940).

Δημήτριος Σιώτος : Κληρωτός του 1936, έφυγε για το μέτωπο όπως χιλιάδες άλλοι πατριώτες με την επιστράτευση (28/10/1940).

«Εις τας 24/10/40 εκηρύχθη  η επιστράτεψη ημέρα Δευτέρα. Και στις 28/10/40 έφυγα για να πάω να καταταγώ. Αφού πήγα στο Άργος στην πλατεία του Αγίου Πέτρου εμπήκα στο αυτοκίνητο με άλλα πολλά παιδιά και κατεβήκαμε στο Ναύπλιον. Εκεί πήγα με τον Γεώργιον Σωτηρόπουλον, τον Κωνσταντίνον Σωτηρόπουλον, τον Ιωάννην Παπαδόπουλον, τον Βασίλειον Μπούρην στο ξενοδοχείο όλοι μαζί να φάμε. Αφού φάγαμε και ήπιαμε καλά ξεκινήσαμε να πάμε για το Σύνταγμα να ντυθούμε. Αφού πήγαμε εκεί μας πήραν τα στοιχεία και μας κατάταξαν σε διάφορους λόχους. Εγώ, ο Κωνσταντίνος Σωτηρόπουλος, ο Ιωάννης Μιτσάκος, ο Δημήτριος Μπέλος, ο Ιωάννης Μπουλούκος, ο Γεώργιος Ντεβές, ο Νικόλαος Παπαδόπουλος καταταγήκαμε στον 10 λόχο του 3 Τάγματος και αμέσως ο σύνδεσμος του 10 λόχου μας καθοδήγησε για τον 10 λόχο ο οποίος έμενε απέξω από το χωρίον Ασίνη». (…)

«Στις 10/11/40 το προΐ μας λένε να μην απομακριθούμε διότι θα φύγουμε. Και όλην αυτήν την ημέραν μας εσημπλήρωσαν τας ελλείψεις που είχε ο καθένας και το βραδάκι ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε. Αφού μας δόσαν κουραμάνα και τυρί για δυο ημέρες μας βάλαν στη γραμμή και τον δημόσιο δρόμο. Στας 10 η ώρα φθάσαμε στο Ναύπλιον». (…)

«…στις 11/11/40 στις 10 η ώρα το προΐ φθάσαμε στην Αθήνα και εξεπεζέψαμε στον σταθμό του Ρουφ. Εκεί κατεβήκαμε από το τρένο και καθήσαμε έως τας 3 η ώρα το απόγευμα ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε.

Εκεί να ήβλεπες τι γίνονταν από τον Στρατό. Άλοι αποβιβάζονταν, άλοι κατέβεναν , από ότι σώμα ήθελες ήβλεπες εκεί ιππικό, πυροβολικό, πεζικό, μεταγωγικά και διάφορα άλλα είδη που από το ένα κατέβεναν στο άλλο ανέβεναν. Και εκτός του ενθουσιασμό του άμαχου πληθυσμού, άλλος έδινε τσιγάρα, άλλος γλυκά και διάφορα άλλα και μας αποχαιρετούσαν στο καλό κλαίοντας και συνγκινιόντας. Αφού εμπήκαμε στο τρένο της Λαρίσης και ετοιμάστη καλά, εξεκινήσαμε για το ωραίο μας ταξίδι. Και δίναμε τους τελευταίους μας αποχαιρετισμούς στην Αθήνα. Και ως που να βγουμε  έξω από την Αθήνα το ένα μέρος και το άλλο της γραμμής ήταν ο κόσμος σωρό και μας αποχαιρέταγαν στο καλό και με τη νίκη, μας πέταγαν τσιγάρα και λουλούδια και ότι είχε ο καθένας εύκαιρο…. Ταξιδεύοντας ενύχτωσε και δεν έβλεπες τίποτε πλέον, ήταν σκοτάδι και όπως ήμασταν ένας απάνω στον άλλο σε κάτι φορτηγά βαγόνια, ούτε να ξυστούμε δεν μπορίγαμε». (…)

  

Πορεία προς το μέτωπο

 


  

(Από Καλαμπάκα)

«Αφού φύγαμε στις 14/11/40 και προχωράγαμε όλην την ημέρα… φθάσαμε σε ένα χωριουδάκι Ορθοβούνι το βράδι. Εκεί κατασκηνώσαμε ως το προΐ αλλά είχε ξαστερώσει και έριξε έναν πάγο που το προΐ ήμασταν όλοι παγωμένοι σαν τσίχλες. Αφού φώτισε στις 15/11/40 πήραμε το τσάι και λίγες σταφίδες και ξεκινήσαμε πάλι τον ίδιο σκοπό, προχωρήσαμε όλο σε κάτι πλαγιές του βουνού που πήγαινε ο δρόμος και όλο κάτι στροφές και χαράδρες, το μεσημέρι φθάσαμε σε ένα χωριό Τρυγόνα… εφύγαμε και πήγαμε σε ένα χωριουδάκι Παλαιά Κουτσιούφλιανη αποπάνω και καταβλήσαμε. Εκεί έμενε και ο 1 λόχος Πολυβόλου και είδα τον Ανδρέα Φλίνο, τον Νικόλαον Νικολίτσαν οι οποίοι ήταν έτοιμοι και έφευγαν» (…)

Λίγο πριν να φτάσουν στο μέτωπο : «Σόμα δίχος ψυχή – κορμί και δεν κινήτε – ενθίμιο Στρατού – ποτές δεν λισμονήτε».

Λίγο πριν να φτάσουν στο μέτωπο : «Σόμα δίχος ψυχή – κορμί και δεν κινήτε – ενθίμιο Στρατού – ποτές δεν λισμονήτε».

«Στας 23/10/40 το βράδι εξεκίνησε όλο το Σύνταγμα να φύγει, πήραμε έναν ατραπό δρόμο ένας πίσω τον άλλον μέσα σε κάτι ρεματιές και σε κάτι δάση  που δεν έβλεπες ούτε Θεό από τις οξιές. Δω να μείνουμε κει να φθάσουμε, που να μείνουμε, άλλος έπεφτε δώθε, άλλος γλίστραγε κείθε από τις λάσπες και την κακοτοπιά, άλλο μουλάρι ήβλεπες είχε ντουμπαρίση και είχε πάει στο ρέμα, άλλο τα είχε γυρίσει και το σήκωναν, τι να έβλεπες χάλια αδιόρθωτα. Στας 12 η ώρα τη νύχτα ανεβένουμε στην κορυφή ενός ψηλού βουνού και καθήσαμε να ξεκουραστούμε μα που να καθόσουν είχε μια πασπάλα χιόνι ρίξει και κατόπιν πάγο, μας έκοψε το κρύο, ξεκινήσαμε και προχωρήσαμε ακόμη λίγη ανηφοριά και κατόπιν παίρνουμε μια κατηφοριά και κάτι λάσπες πιο χειρότερες που ούτε να σταθείς δεν μπόρηγες…. κολήσαμε το απέναντι μέρος στο άλλο βουνό. Εκεί καθίσαμε και και ανάψαμε φωτιά διότι ήταν ο πάγος  μια πιθαμή, ήταν ξημέρωμα στις 24/11/40 καθίσαμε όλην την ημέρα και σε όλο αυτό το διάστημα μόνον ένα χωριό είδαμε πιο πέρα έως 2 ώρες μακριά, το οποίον λεγόταν Μέτσοβο. Καθήσαμε όλην την ημέραν χωρίς ψωμί….. Στας 26/11/40… ετοιμαστήκαμε να φύγουμε και το βραδάκι ξεκινήσαμε τον Δημόσιο δρόμο βαδίζοντας όλη τη νύχτα. Δω να μείνουμε κει να μείνουμε, δεν μας άφηναν πουθενά από την κούραση πέσαμε κάτω…».

«…το προΐ στις 3/12/40 αφού φώτησε σηκωθήκαμε να πάμε να βρούμε το λόχο…μόλις φτιάξαμε το αντίσκηνο μας λένε να το χαλάσουμε γιατί θα φύγουμε. Εκεί πιο κάτω είχε πέσει ένα αεροπλάνο, οι σκοτωμένοι φαινόντουσαν τα μνημεία που τους είχαν ενταφιάσει, μουλάρια, άλογα, τανξ κατεστραμένα όλα… Εις τας 3/12/40 το μεσημέρι ξεκινήσαμε και τον δημόσιο δρόμο στο αλβανικό έδαφος φθάνουμε σε μια γέφυρα η οποία ήταν χαλασμένη, ήταν η γέφυρα της κακαβιάς, αφού περάσαμε και όσο προχωράγαμε δεν μας άφηνε η βροχή να κάνουμε βήμα, το ήφερνε από εμπρός φυσητό και μας στράβονε και ήμασταν γινομένοι μουσκίδι έως τα εσώρουχα…»

«…το προΐ στις 7/12/40 ήφερε κάτι ρεβίθια ο λόχος και μόλις τα έβαλαν οι μαγείροι να τα μαγειρέψουν δεν είχαν ακόμη μουσκέψη, ήρθε διαταγή να φύγουμε αμέσως, χύνουν το νερό και μας δόσαν από μια χούφτα στον καθέναν και τα φάγαμε έτσι άβραστα και αμέσως ετοιμαστήκαμε να φύγουμε».

 

Στο μέτωπο

 


 

Στο μέτωπο της Αλβανίας : Μια στιγμή ξεκούρασης μπροστά από το αντίσκηνο (αρχείο: Ι. Καράμπελα)

Στο μέτωπο της Αλβανίας : Μια στιγμή ξεκούρασης μπροστά από το αντίσκηνο (αρχείο: Ι. Καράμπελα)

«…αρχίσαμε να ανεβένουμε προς την κορυφή του βουνού αλλά όσο απάνω και πιο σκούρα τα βρίσκουμε από το χιόνι. Αφού φθάσαμε στην κορυφή του βουνού μας λένε διάταξη μάχης και αμέσως λάβαμε θέσεις και προχωρήσαμε και καταλάβαμε εμπρός μας ένα άλλο ύψωμα, εμείναμε εκεί αμυνόμενοι έως το βράδυ….. έρχουνται και μας πέφτουν απάνου καμιά 30 Ιταλοί και τους πιάσαμε και εμπρός μας σε μακρινή απόσταση έφευγαν οι Ιταλοί, όλο έφευγαν τους βάνει το πυροβολικό μας και τους διέλυσε καμπόσους…..».

«…στις 13/12/40 κάνουμε μιαν επίθεση χωρίς να έχουμε αντίσταση, αφού προχωρήσαμε κάμποσα υψώματα εκεί λάβαμε αντίσταση και αμυνθήκαμε όλην την ημέρα και την νύχτα και την άλλη μέρα εκεί αμυνόμενοι στις 14/12/40 και δεν μας άφηναν να σηκώσουμε κεφάλι και στις 15/12/40 ήρθε ένας όλμος δικός μας  να μας ενισχύσει και σε αυτόν τον όλμον ήταν και ο Γιώργης ο Λαμπάδας… και αφού τους εξουδετέρωσε ο δικός μας όλμος και έφυγαν και εμείς κάναμε την επίθεση… εκεί που ήμουν στο οπλοπολυβόλο έρχεται μια οβίδα από όλμο και σκάζει 10 μέτρα πιο πέρα αλλά ευτυχώς δε μας σκότωσε μόνον τα χιόνια και τα χώματα μου έπεσαν απάνω…».

Σπάνια φωτογραφία ενός Gloster Gladiator MK 2 (καταδιωκτικό) που επιχειρούσε από το αεροδρόμιο της Παραμυθιάς : Καράμπελας Ιωάννης του Αναστασίου, Διαβιβαστής.

Σπάνια φωτογραφία ενός Gloster Gladiator MK 2 (καταδιωκτικό) που επιχειρούσε από το αεροδρόμιο της Παραμυθιάς : Καράμπελας Ιωάννης του Αναστασίου, Διαβιβαστής.

«Εις τας 18/12/40 το προΐ τους άρχιζε το πυροβολικό το δικό μας και τους αλόνησε, αλλά και το δικό τους πυροβολικό δε σταμάτησε καθόλου, το πυροβολικό τους, οι όλμοι τους και τα πολυβόλα τους γινόταν ανάστα ο κύριος. Το μεσημέρι τους κάνουμε μια επίθεση και τους καταλαμβάνουμε το ύψωμα που κάτεχαν αυτοί αλλά δεν είχε είδηση το πυροβολικό μας ότι θα πάμε εμείς εκεί και μας βάνει και αμέσως βάνουμε τις φωνές και κουνάγαμε τις κουβέρτες μας και τότε πήρε χαμπάρι και σταμάτησε αλλιός θα μας έκανε σκουπιδόχορτο… Αφού φώτησε στις 19/12/40 το προΐ βγάζω τα άρβηλα και τι να δω, ήταν πρησμένα και μελανά σαν να τα είχε το φίδι δαγγάσει από το χιόνι. Έρχετε ο γιατρός του το λέω, μου λέει δεν έχεις τίποτα θα περάσουν…το προΐ ο λόχος μετακινιότανε προς τα δεξιά διότι εκεί μας βάλουν από δυο μεριές και πηγαίναμε πιοπέρα σε ένα υψωματάκι αλλά εγώ δεν μπόρηγα να περπατήσω, ήταν στις 20/12/40 το λέω στο λοχαγό, στον υποδιοικητή ότι δεν μπορώ να πάω κοντά και μου λεν αν θέλω να ακολουθήσω το λόχο ήτε να μείνω να πεθάνω εκεί χάμω στο έλεος του Θεού…».

«Εις τας 24/12/40 το προΐ… μας δόσαν από ένα τέταρτο κουραμάνα και πήραμε σιγά σιγά σαν τίποτα γέρους ακουμπόντας με κάτι παλιόξυλα… και φθάσαμε στο ορεινό χειρουργείο και μας λέει ο γιατρός να κατεβούμε στη γέφυρα που ήταν άλλος γιατρός και περιλάβενε τους τραυματίες…».

Ενθύμιον από το Νοσοκομείο Τριπόλεως.

Ενθύμιον από το Νοσοκομείο Τριπόλεως.

«Εις τας 25/12/40 … πήγαμε στο γιατρό, αμέσως μας βάνει στο αυτοκίνητο και μας κατήφθηνε στα Γιάνενα και το βράδυ στις 10 η ώρα πήγαμε στα Γιάνενα, αμέσως μας κάναν από μια ένεση αντιτετανικού ορού… αλλά μόλις βγάλαν την κάλτσα εβγήκε η επιδερμίδα μαζί με την κάλτσα όλου του ποδιού από την πτέρνα έως τα νύχια και τα νύχια μαζί βγήκαν όπως γδέρνεις το αρνί. Ε μας τα δέσαν με γάζες και βαμπάκια και επιδέσμους και μας στρώσαν χάμω να κοιμηθούμε, μας δόσαν κρέας με ρύζι να φάμε και πέσαμε να κοιμηθούμε. Το νοσοκομείο το λέγαν Αρκαδία. Αφού κοιμηθήκαμε το προΐ στις 26/12/40 είπαν και μας διόξαν για την Άρτα».

 

Η επιστροφή

 


 

«Εις τας 27/12/40 το προΐ μας δόσαν το γάλα και αμέσως μας βάλαν στο αυτοκίνητο και πηγαίναμε για το Αγρίνιο… εκεί κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο και μπήκαμε στο τρένο  και στις 7 το βράδι φθάσαμε στο Μεσολόγγι, εκεί ήταν έτοιμο το πλοίο… και στις 10 η ώρα ξεκινήσαμε για τον Πειραιά….».

Στο εξώφυλλο του τετραδίου που χρησιμοποιείται από τον στρατιώτη Δ. Σιώτο, εικονίζεται ο Ι. Μεταξάς να μιλάει στους φαντάρους.

Στο εξώφυλλο του τετραδίου που χρησιμοποιείται από τον στρατιώτη Δ. Σιώτο, εικονίζεται ο Ι. Μεταξάς να μιλάει στους φαντάρους.

«Εις τας 28/12/40 στις 11 η ώρα πήγα στον Ευαγγελισμόν νοσοκομείον… μου γλύτωσαν τα πόδια. Εις τας 28/1/41 το βράδυ με διακόμησαν σε άλλο νοσοκομείο και με πήγαν  στο 15, φοιτητική λέσχη, 2 όροφος, 5 θάλαμος και εκεί πέρασα πολύ καλά… εκάθησα έως τας 14/3/41 και μας διεκομίζουν για την Τρίπολη… μας πήγαν στες στρατώνες του 11 Συντάγματος σε κάτι θάλαμους που πρωτύτερα βάναν αιχμαλώτους… στας 25/4/41 πήγα και πήρα το απολυτήριο ανικανότητος… στας 26/4/41 σηκώθηκα και πήγα στην πλατεία μήπως κανά αυτοκίνητο και φύγω… αφού είχε νυχτώσει καλά νάσου ένα φορτηγό το σταματάμε και μας πήρε και ολονυχτίς στο δρόμο… στη 1 η ώρα κατέβηκα στο Άργος και τόκοψα στα πόδια και το προΐ με τον ήλιο έφθασα στο χωριό στο σπίτι, αλλά ήταν όλοι χωμένοι στις τρούπες από τους βομβαρδισμούς και τρόμαξα να τους ενθαρύνω και να τους συγγεντρώσω να μαζευτούν στο σπίτι και τελειώνει το βίος του ελληνοΐταλικού πολέμου.

Τέλος

Στις 27/5/41 έφθασα στο σπίτι.

 

Επιμέλεια : Γεώργιος Κόνδης

 

Read Full Post »

« Newer Posts