Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Κατοχή’ Category

Μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας από την Αργοναυπλία


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», εργασία του  κ. Χρίστου Ιωάν. Κώνστα, που έχει για θέμα της την καταγραφή των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (Δ.Σ.Ε.), που κατάγονται από πόλεις και χωριά της Αργοναυπλίας.

 Όπως θα διαβάσουμε παρακάτω  πρόκειται για προδημοσίευση  του υλικού που μέχρι σήμερα έχει συγκεντρώσει και ζητά από γνωστούς και αγνώστους να συνδράμουν στην καταγραφή των μαχητών του Δ.Σ.Ε., που κατάγονταν  από τις Δημοτικές Ενότητες Ναυπλιέων, Ασίνης, Μιδέας, Τίρυνθας, Άργους, Λέρνας, Μυκηνών και Ν. Κίου.

 Και σημειώνει ο συγγραφέας: «Με την προσπάθειά μου αυτή προσδοκώ να διασώσω την μνήμη των ανθρώπων εκείνων ως ιστορικό γεγονός. Ίσως κάποιοι να προβάλουν αντιρρήσεις, σεβαστές οι θέσεις τους. Όμως, θα πρέπει να λάβουμε όλοι μας σοβαρά υπόψη πως έχουν περάσει 70 χρόνια από τη λήξη της εμφύλιας αυτής σύγκρουσης και ο διαδραμών χρόνος νομίζω πως είναι αρκετός και ικανός να μας κάνει να συνδιαλεγόμαστε ελεύθερα και χωρίς πάθος, που τόσο το έχουμε ανάγκη».

 

Σκοτωμένοι ελεύθεροι σκοπευτές της ομάδας Μπαβελή στη θέση Χάνια Φιχτίων στις 17-1-1949. Εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ», 18-1-1949.

 

Ξεκίνησα την καταγραφή των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (Δ.Σ.Ε.), που κατάγονται από πόλεις και χωριά της Αργοναυπλίας. με την πεποίθηση πως θα ήταν εύκολο να εντοπίσω σε κάθε μικρό ή μεγάλο οικισμό ανθρώπους που θα μπορούσαν να με βοηθήσουν τουλάχιστον στον προσδιορισμό των ατομικών στοιχείων τους. Δεν υπολόγισα, όμως, τον παράγοντα χρόνο, τον χρόνο που πέρασε από τότε, από την έναρξη, δηλαδή, του εμφυλίου πολέμου. Οι άνθρωποι που θα είχαν άμεση γνώση, που θα είχαν βιώσει τα γεγονότα του εμφυλίου και θα μπορούσαν να δώσουν κάποιες πληροφορίες έχουν ήδη φύγει, ενώ οι νεώτεροι, έχω την εντύπωση, πως αρνούνται, για δικούς τους ίσως λόγους, να προσεγγίσουν εκείνη την εποχή. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν συνάντησα και ανθρώπους με γνώση και διάθεση να μεταδώσουν οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη πληροφορία. Όμως ούτε και η προσφυγή σε διάφορα αρχεία και συλλογές ήταν ικανοποιητική.

Έτσι, η μέχρι τώρα προσπάθειά μου έχει πολλές ελλείψεις και κενά. Για το λόγο αυτό πρόκρινα να προχωρήσω σε προδημοσιέυση του υλικού που μέχρι σήμερα έχω συγκεντρώσει και να ζητήσω από γνωστούς και αγνώστους μου να με συνδράμουν στην καταγραφή των μαχητών του Δ.Σ.Ε., που κατάγονταν (γιατί οι ελάχιστοι ζώντες δεν αναιρούν τον κανόνα) από τις Δημοτικές Ενότητες Ναυπλιέων, Ασίνης, Μιδέας, Τίρυνθας, Αργους, Λέρνας, Μυκηνών και Ν. Κίου.

Με την προσπάθειά μου αυτή προσδοκώ να διασώσω την μνήμη των ανθρώπων εκείνων ως ιστορικό γεγονός. Ίσως κάποιοι να προβάλουν αντιρρήσεις, σεβαστές οι θέσεις τους. Όμως, θα πρέπει να λάβουμε όλοι μας σοβαρά υπόψη πως έχουν περάσει 70 χρόνια από τη λήξη της εμφύλιας αυτής σύγκρουσης και ο διαδραμών χρόνος νομίζω πως είναι αρκετός και ικανός να μας κάνει να συνδιαλεγόμαστε ελεύθερα και χωρίς πάθος, που τόσο το έχουμε ανάγκη.

Ευχαριστώ εκ των προτέρων όσους διαθέσουν χρόνο τους για την ολοκλήρωση αυτού του εγχειρήματος.

Η επικοινωνία μπορεί να γίνει με τα επόμενα μέσα: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας. Κινητό τηλέφωνο: 6945 959888 – email:   Christos_konstas@yahoo.com

 

 

ΜΑΧΗΤΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΕΛΛΑΔΑΣ

από τις πόλεις και τα χωριά της Αργολίδας

 

Άγιος Ανδριανός (Κατσίγκρι) – Αμυγδαλίτσα (Μπάρδι) – Ανυφί

Άργος – Δένδρα – Λάλουκας – Λίμνες – Μάνεσι

Μιδέα (Γκέρμπεσι) – Ντούσια – (Καλύβια  Μετόχι – Βίλλα)

Πουλακίδα – Φίχτια.

 

Αγ. Αδριανός (Κατσίγκρι)

 

Τις βραδινές ώρες της 18ης Οκτωβρίου 1948 ομάδα 10 περίπου μαχητών του Δ.Σ.Ε. εμφανίστηκαν στο Κατσίγκρι και συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού όσους νέους βρήκαν στα καφενεία και στους δρόμους. Από κατάλογο καλούσαν νεαρά άτομα από το χωριό και επιστράτευσαν επτά (7). Τη στρατολογία είχαν προετοιμάσει ο Γεώργιος Κωνσταντίνου Βλάσσης και  η Ουρανία Ανδριανού Παπαμάρκου, κάτοικοι Αγίου Αδριανού, που πήγαν εθελοντικά μαζί τους, σύνολο, δηλαδή  εννέα (9).

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τον Αγ. Ανδριανό (Κατσίγκρι)

 

  1. Βλάσσης Γεώργιος του Κωνσταντίνου, εθελοντής, δεν γνωρίζουμε βαθμό ή ειδικότητα. Σκοτώθηκε στη σπηλιά Βολιμήρι Φιχτίων 6-7 περίπου μήνες από την κατάταξή του σε σύγκρουση της ομάδας του με χιτομάϋδες πιθανόν στις 15-1-1949.
  1. Καραγιάννης Ευάγγελος του Γεωργίου, επιστρατευμένος. Από τον κατάλογο κάλεσαν τον αδελφό του Χρήστο, που έλλειπε και εκείνος φώναξε παρών και τον πήραν. Υπηρέτησε στην ομάδα του Δημητρίου Μπαβελή με την ειδικότητα του ελεύθερου σκοπευτή και σκοτώθηκε σε σύγκρουση με τη χωροφυλακή στην περιοχή Χάνι Φιχτίων στις 17-1-1949 [1], ενώ σύμφωνα με άλλη πληροφορία τον σκότωσε σε ένα χωριό της ορεινής Αργολίδας στρατιώτης που είχε επιστρέψει με άδεια στο χωριό και τον βρήκε στο σπίτι του.
  1. Καραγιάννης Παναγιώτης του Γεωργίου (Ντιρλαντάς), επιστρατευμένος. Παρουσιάστηκε στις αρχές και δικάστηκε από το στρατοδικείο κατά πληροφορίες μάλλον της Τρίπολης και αφέθηκε ελεύθερος.
  1. Κατσιούρης Ανδριανός του Δημητρίου, επιστρατευμένος. Κάλεσαν από τον κατάλογο τον αδελφό του, Σωτήρη, ο οποίος έλλειπε και πήραν αυτόν. Με τους Τρίγκα Γεώργιο του Δημητρίου και Τσουρδίνη Ανδριανό του Γεωργίου 15-20 ημέρες μετά την επιστράτευσή τους κατάφεραν να αποδράσουν και παρουσιάστηκαν στις Αρχές.
  2. Παπαμάρκου Δημήτριος του Μάρκου, επιστρατευμένος, ήταν μάχιμος. Τον συνέλαβαν στο Ταΰγετο, όπου 40 περίπου μαχητές βρίσκονταν σε μια σπηλιά, που είχε δύο ανοίγματα και για να τους υποχρεώσουν να βγουν, οι στρατιώτες έκαψαν θειάφι. Ένας ΜΑΥ επιχείρησε να τον σκοτώσει, αλλά τον έσωσε ο επικεφαλής επιλοχίας Κατσίγιαννης Αυγουστής από τα Ίρια της Αργολίδας. Παραπέμφθηκε στο στρατοδικείο και αφέθηκε ελεύθερος.
  1. Παπαμάρκου Ουρανία του Ανδριανού, πήγε εθελοντικά. Δεν γνωρίζουμε ειδικότητα ή βαθμό που τυχόν της αποδόθηκαν. Μάλλον παραδόθηκε στον εθνικό στρατό σ’ ένα χωριό του Πύργου, όπου ο Γιάννης Οικονόμου από το Αραχναίο, που τη γνώρισε, εμπόδισε κάποιον που αποπειράθηκε να την εκτελέσει. Δικάστηκε από το στρατοδικείο της Τρίπολης και αφέθηκε ελεύθερη.
  1. Τρίγκας Γεώργιος του Δημητρίου, επιστρατευμένος. Με τους Κατσιούρη Ανδριανό και Τσουρδίνη Ανδριανό 15-20 ημέρες μετά την επιστράτευσή τους κατάφεραν να αποδράσουν και παρουσιάστηκαν στις Αρχές.
  1. Τρίγκας Γεώργιος του Ιωάννου, επιστρατευμένος. Απόδρασε από το Τουρνίκι και παρουσιάστηκε στις Αρχές. Παραπέμφθηκε στο στρατοδικείο και αφέθηκε ελεύθερος.
  1. Τσουρδίνης Ανδριανός Γεωργίου, επιστρατευμένος. Από τον κατάλογο κάλεσαν τον αδελφό του Ευάγγελο, ο οποίος δεν παρευρίσκετο και φώναξε εκείνος παρών και τον πήραν. Με τους Κατσιούρη Ανδριανό του Δημητρίου και Τρίγκα Γεώργιο του Δημητρίου 15-20 ημέρες μετά την επιστράτευση κατάφεραν να αποδράσουν και παρουσιάστηκαν στις Αρχές.

Τις πληροφορίες αυτές μου έδωσε ο Νίκος Κων. Παπαμάρκου από τον Άγιο Ανδριανό  σε προσωπική συνέντευξη, που υπάρχει στο αρχείο μου στις 17 & 23/5/2016. Με βεβαίωσε επίσης, σε παρατήρησή μου, γιατί δεν καταδικάστηκε από το στρατοδικείο κανένας από τους μαχητές του ΔΣΕ, πως η βοήθεια των συγχωριανών τους ήταν ολοκληρωτική και ποικίλη. Μπράβο τους!

Οι δημόσιες ευχαριστίες μου προς το Νίκο Παπαμάρκου, έστω και μετά θάνατο, είναι χωρίς περιορισμό.

 

Αμυγδαλίτσα (Μπάρδι)

 

Τις απογευματινές ώρες της 28ης Σεπτεμβρίου 1948 στρατιωτικό τμήμα του Δ.Σ.Ε. με επικεφαλής τους Γιάννη Δημ. Παπαγεωργόπουλο (Κουτούλη) από το Γκέρμπεσι και τον Γιάννη Παπαϊωάννου του Γεωργ. από την Αμυγδαλίτσα μπήκε στο χωριό με σκοπό να επιστρατεύσει νέους μαχητές. Δεν κάλεσαν σε συγκέντρωση τους κατοίκους του χωριού, όπως συνήθιζαν, αλλά ανά δύο οι μαχητές επισκέφθηκαν τα σπίτια που τους είχαν υποδείξει, προφανώς από κατάλογο και επιστράτευσαν όσους βρήκαν. Το τμήμα ακολούθησε κατά την επιστροφή τη συνηθισμένη διαδρομή Ντούσια, ναός της Παναγίας Προσύμνης, Μυκήνες, κάτω από το γεφύρι της σιδηροδρομικής γραμμής, Μαλαντρένι, Τάτσι (Εξοχή).

 

Μαχητές του ΔΣΕ από την Αμυγδαλίτσα (Μπάρδι)

 

 

  1. Βλάχος Ιωάννης του Μιχαήλ (Μώκος), επιστρατευμένος. Τραυματίστηκε στην κοιλιακή χώρα κατά την προσβολή του Άργους. Σχετικά διηγείται ο συμμαχητής του Γιώργης Κορίλης από τα Δένδρα, «Ήτανε ο Γιάννης Βλάχος, ο Μώκος από το Μπάρδι, αυτός τραυματίστηκε στην κοιλιά, στο Άργος, με τόση βρώμα, σκυλίσια ζωή, ο άνθρωπος είναι θηρίο, έκανε αλλαγές και τέτοια, άμα έβλεπες τη γάζα, μαύρα όλα και έζησε». Τον συνέλαβε ο εθνικός στρατός, καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο σε θάνατο κατά πλειοψηφία 3-2 και δεν τον εκτέλεσαν.
  1. Βλάχος Κωνσταντίνος του Παναγιώτη (αδελφός του Μαρνέρη), επιστρατευμένος, σκοτώθηκε σε μάχη.
  1. Κακούρος Γεώργιος του Ευαγγέλου (Ντόρος), εθελοντής. Κατατάχθηκε στον εθνικό στρατό στην Κόρινθο. Με τους συστρατιώτες του Κωνσταντίνο Γεωργίου Γιαννάκο από το Γκέρμπεσι, Δημήτρη Κωτσαρίδη από το Άργος και Φίλιππο Αλμπάνη φοιτητή της ιατρικής από την Κόρινθο ή το Λουτράκι λιποτάκτησαν. Έφυγαν από το στρατόπεδο της Κορίνθου και κατέβηκαν στην Αμυγδαλίτσα, όπου συνάντησαν τους μαχητές Φίλιππο Ρέππα και Μιχάλη Μεϊδάνη, που τους οδήγησαν στην ορεινή Αργολίδα και κατατάχθηκαν στον Δ.Σ.Ε. Μετά τη διάλυση της Μεραρχίας Πελοποννήσου και οι τέσσερις κατέβηκαν στην Αμυγδαλίτσα και κρύβονταν σε δύο καταφύγια, που είχαν φτιάξει στις περιοχές Φίζι και Μπρακά και τους τροφοδοτούσε η μητέρα του Γεωργίου Κακούρου. Στις 21 Μαρτίου 1949 απόσπασμα χωροφυλακής υπό τον ανθυπασπιστή Κωνσταντίνο Χριστάκη επικουρούμενο από χιτομάῢδες κύκλωσε το καταφύγιο. Τον Κωνσταντίνο Γιαννάκο τον σκότωσαν έξω από το καταφύγιο και τους άλλους τρεις μετά τη σύλληψή τους σκότωσαν στη δυτική είσοδο του χωριού.
  1. Κακούρος Δημήτριος του Ευαγγέλου, επιστρατευμένος. Φύλαγε τα πρόβατα του θείου του Δημητρίου Παπαγεωργόπουλου από το Γκέρμπεσι. Όταν οι αντάρτες ήρθαν στις 28 Ιουλίου 1948 στο Γκέρμπεσι για επιστράτευση ο μαχητής Γιάννης Παπαγεωργόπουλος συνοδευόμενος από τον λοχαγό Γιάννη Παππά πήγε στο σπίτι του να ιδεί τον πατέρα του, τον μπάρμπαΜήτσιο Κουτούλη. Ο Παππάς είδε το Μήτσιο και τον πήρε μαζί του, παρά τις προσπάθειες του Γιάννη Π. να τον διώξει. Καταδικάστηκε σε θάνατο μάλλον από το έκτακτο στρατοδικείο Τρίπολης, όπου και τον εκτέλεσαν.
  1. Κακούρος Σπύρος του Παναγιώτη (Τσούτας), επιστρατευμένος. Τον συνέλαβε αιχμάλωτο ο εθνικός στρατός και δικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Ναυπλίου. Όπως με πληροφόρησαν με τη μεσολάβηση κάποιων αφέθηκε ελεύθερος.
  1. Παναγής Χρήστος του Αναστασίου, επιστρατευμένος. Στο Τάτσι (Εξοχή) που τους οδήγησαν σε κάποια μετακίνηση επικαλέστηκε σωματική του ανάγκη και κατάφερε να αποδράσει. Μάλλον ο ομοχώριός του Γεώργιος Κακούρος τον διευκόλυνε. Παρουσιάστηκε στην χωροφυλακή στο Άργος και τον άφησαν ελεύθερο. Παρέμεινε 5-6 μήνες στο Ναύπλιο ελεύθερος και επέστρεψε στο σπίτι του.
  1. Παπαϊωάννου Βασίλειος του Αλεξάνδρου (Βασιλάγκας), επιστρατευμένος. Τον συνέλαβε ο εθνικός στρατός, καταδικάστηκε από στρατοδικείο σε 20 ετών κάθειρξη.
  1. Παπαϊωάννου Γεώργιος του Ευαγγέλου (Μπόμπο), επιστρατευμένος. Παραδόθηκε στον εθνικό στρατό και τον έστειλαν ως ανήλικο στη Βασιλικές Τεχνικές Σχολές της Λέρου[2]. Έμαθε την τέχνη του σοβατζή. Παρουσιάστηκε στο Έκτακτο Στρατοδικείο Τρίπολης, όπου κατέθεσε κάποιο έγγραφο από τη Σχολή της Λέρου και το δικαστήριο τον άφησε ελεύθερο.
  1. Παπαϊωάννου Γιάννης του Γεωργίου (του Γεωργάτζη), εθελοντής. Ήταν διμοιρίτης στο λόχο του Γιάννη Παππά. Μετά τη διάλυση μάλλον τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν στην Κόρινθο.
  1. Παπαϊωάννου Γιάννης του Δημητρίου (Λόντος). Από αμέλειά του εκπυρσοκρότησε το οπλοπολυβόλο, που κρατούσε και σκοτώθηκε∙ τον θάψανε στα Μαζέϊκα.
  1. Παπαϊωάννου Γιάννης του Παντελή, εθελοντής. Υπηρέτησε ως ελεύθερος σκοπευτής στην ομάδα του Δημητρίου Μπαβελή. Σκοτώθηκε σε σύγκρουση της ομάδας με τη χωροφυλακή στην περιοχή Χάνι Φιχτίων στις 17-1-1949.
  1. Παπαϊωάννου Νικόλαος του Αλεξάνδρου (αδελφός του Βασιλάγκα), επιστρατευμένος. Δικάστηκε από στρατοδικείο και μάλλον απαλλάχτηκε.
  1. Παπαϊωάννου Παναγιώτης του Ευαγγέλου (Μπόμπο), επιστρατευμένος, σκοτώθηκε.

 

Καταδιωκόμενοι – Αυτοαμυνήτες

 

Αποστόλης Λεωνίδα Διαλιάτσης και Γιάννης Ευαγγέλου Κακούρος (του ΒαγγέληΚουφό). Ξεκίνησαν από την Αμυγδαλίτσα να πάνε να παραδοθούν στον Σταθμό Χωροφυλακής Αγ. Τριάδας (Μέρμπακα). Στο δρόμο συνάντησαν τον πατριώτη τους και σκληρό δεξιό Γεώργιο Βασιλείου Κυμπούρη (Τούμπανο), που προσφέρθηκε να τους διευκολύνει στη χωροφυλακή˙ όταν όμως παρουσιάστηκαν είπε στους χωροφύλακες πως αυτός συνέλαβε αυτούς τους δύο αντάρτες. Δικάστηκαν από στρατοδικείο και αφέθηκαν ελεύθεροι.

 

Ανυφί

 

Στις 5 Αυγούστου 1948 λόχος του Γιάννη Παππά κατέβηκε στο Ανυφί με σκοπό να στρατολογήσει μαχητές. Στο Ανυφί ήταν εγκατεστημένοι η μάνα και ο αδελφός του Παππά, που τον έπεισαν, κυρίως, όπως λέγεται, η μάνα του, να μην προχωρήσουν στην στρατολογία, αφού σε περίπτωση στρατολογίας τόσο οι Αρχές όσο και το χωριό θα στρέφονταν έναντίον τους. Έτσι, ματαιώθηκε η στρατολογία στο Ανυφί. Συνέλαβαν τον Δημήτριο Μανωλόπουλο, από το Ανυφί, που ήταν ένοπλος ενταγμένος σε μονάδα ΜΑΥ και τον άφησαν ελεύθερο, αφού προηγουμένως του αφαίρεσαν τον οπλισμό.

Την ημέρα εκείνη βρισκόμουν στο Ανυφί και όταν το βράδυ επιστρέφαμε στο σπίτι από το χωράφι με τον μπάρμπα Χρήστο Μητροσύλη και τα ξαδέρφια μου, συναντήσαμε έναν αντάρτη και έναν με πολιτικά ρούχα στη διασταύρωση, που βρισκόταν το βενζινάδικο του Δημητρίου Νικολάου (Μπάκα). Ο μπάρμπα Χρήστος τους χαιρέτισε και συνεχίσαμε το δρόμο μας. Αργότερα, όταν τρώγαμε, ήρθε στο σπίτι ένας αντάρτης και ζήτησε την Αναστασία Κορίλη από τα Δένδρα (Ντιέγκο), για την οποία γνώριζαν ότι δούλευε στα κτήματα το Μητροσύλη. Ο μπάρμπα Χρήστος του είπε πως δεν ήταν στο σπίτι του και ο αντάρτης έφυγε. Η Τασιώ, που ήταν εκεί και τρώγαμε όλοι μαζί, μόλις έφυγε ο αντάρτης πήδησε τη διαχωριστική μάντρα και πήγε στο σπίτι του παππά Διοφάνη  Κυμπουρόπουλου για να αποφύγει την στρατολογία.

 

Άργος

 

Κωτσαρίδας Κωνσταντίνος, εθελοντής. Υπηρέτησε στην επιμελητεία με έδρα τα Λυκούρια. Μετά τη διάλυση κατέβηκε στα  αρβανητοχώρια της Αργολίδας και κρύφτηκε στο καταφύγιο στην Αμυγδαλίτσα (Μπάρδι) με τους Γεώργιο Παπαϊωάννου, Κώστα Γιαννάκο από το Γκέρμπεσι και τον Φάνη Αλμπάνη από την Κορινθία. Στις 21-3-1949 απόσπασμα χωροφυλακής κτύπησε το καταφύγιο, τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν στη δυτική είσοδο του χωριού.

 

Δένδρα

 

Τη στρατολογία στο Μάνεσι, στα Δένδρα και στην Πουλακίδα έκανε ο λόχος του Γιάννη Παππά ταυτόχρονα στα τρία χωριά στις 18 Σεπτεμβρίου 1948. Και στα Δένδρα ακολουθήθηκε ο ίδιος τρόπος συγκέντρωσης των νέων, όπως δηλαδή στο Μάνεση. Είχαν βάλει, δεν γνωρίζω ποιος είχε την πρωτοβουλία, μια συκωταριά στο φούρνο στο μαγαζί του Κώστα Ουλή (της σωφέραινας) και εκεί τους βρήκαν συγκεντρωμένους. Δεν τους πήραν όλους αλλά επιλεκτικά στρατολόγησαν τους επόμενους:

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τα Δένδρα

  1. Βλάχος Χρήστος του Αναστασίου [3] (Τουρλής), επιστρατευμένος, υπάλληλος στην εκκλησιαστική σχολή Κορίνθου. Τον τοποθέτησαν στο υγειονομικό αλλά και διαφωτιστή στα χωριά της ορεινής Αργολίδας και Κορινθίας (Φρουσιούνα, Σκοτεινή κ.λ.π). Μετά τη διάλυση μαζί με άλλους πέρασε από τα Φίχτια και πήγε στο κτήμα του ομοχωρίου του Γιώργη Ιωαννίδη (Μαρδίτση), ο οποίος τον συνόδευσε στην Αστυνομία στο Άργος, όπου παρουσιάστηκε «αυθορμήτως» στις 17 Ιανουαρίου 1949 [4]. Σχηματίστηκαν δύο δικογραφίες σε βάρος του και δικάστηκε από τα Στρατοδικεία Ναυπλίου και Κορίνθου. Καταδικάστηκε σε θάνατο και από τα δύο στρατοδικεία με καταδικαστικές ψήφους 3 έναντι 2 και δεν τον εκτέλεσαν.
  1. Κορίλης Γεώργιος

    Κορίλης Γεώργιος του Ιωάννου (Ντιέγκος), επιστρατευμένος, αγρότης. Στο σπίτι του στα Δένδρα πήγε ο Γιάννης Γεωργίου Παπαϊωάννου από το Μπάρδι και ζήτησε τον αδερφό του το Φάνη, που είχε υπηρετήσει στον ΕΛΑΣ, εκείνος όμως απουσίαζε και πήρε το Γιώργη. Μετά την εκπαίδευση στα έμπεδα (Τουρλάδα και Αγ. Νικόλαος περιοχής Κλειτορίας) εντάχθηκε μάχιμος στο λόχο του Λεωνίδα (Γεωργαντώνη). Δύο ημέρες μετά την άφιξή τους στο Τάτσι τους πήραν και πήγαν να κτυπήσουν τη Νεμέα (21-9-1948), χωρίς η ομάδα τους να πάρει μέρος στη μάχη. Εκεί συνάντησε και το Σωτήρο Δήμα από το Γκέρμπεσι, έκτοτε δεν τον ξανασυνάντησε. Πήρε μέρος στην απόπειρα αναγκαστικής στρατολογίας στη Ν. Επίδαυρο. Οι Επιδαυρίτες τους αντελήφθησαν και έφυγαν πυροβολώντας. Οι αντάρτες μπήκαν στο χωριό, δεν μπόρεσαν να πάρουν κανένα και αφού έκαψαν το Ειρηνοδικείο και πήραν ό,τι είχαν ανάγκη κυρίως φάρμακα και τρόφιμα, πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Τη νύχτα χιόνισεž πέρασαν από τις Λίμνες, όπου χωρίστηκαν σε ομάδες και αφού έφαγαν στα σπίτια του χωριού, μέσα από το Μπερμπάτι και το νεκροταφείο των Μυκηνών επέστρεψαν στη βάση τους. Ασθένησε σοβαρά και ο γιατρός του συνέστησε να πλησιάσει στο χωριό του. Ο Επίτροπος του Συγκροτήματος τον εφοδίασε με φύλλο πορείας και χωρίς ντουφέκι με ένα ξύλο για στήριγμα αρχίζει η οδύσσεια της επιστροφής Λυκούρια-Λίμνη-Φενεού-Γκιόζα-Καντήλα-Σκοτεινή-Μπογιάτι-Αρτεμήσιο, όπου βρίσκει το λόχο του Παππά-Νεστάνη-Σαϊτά (Γκιόζα)-Λαύκα-Καλιάνι, όπου κρύβεται και με τη βοήθεια κάποιου γηγενούς παραδίδεται στο στρατό στις 28-29 Ιανουαρίου 1949. Ακολούθως τον μετέφεραν στο Κιάτο-Κόρινθο και κατέληξε στο στρατόπεδο της Ποσειδωνίας στη βόρεια είσοδο του ισθμού της Κορίνθου προς το Λουτράκι. Είχε ήδη πάθει κρυοπαγήματα στα πόδια και όλους τους «κρυοπαγημένους» τους είχαν συγκεντρώσει σε μια σκηνή. Μετά τη θεραπεία τον έστειλαν ως ανήλικο στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου, αλλά και εκεί ασθένησε και πάλι και επέστρεψε για θεραπεία σε διάφορα νοσοκομεία. Σχημάτισαν σε βάρος του δικογραφία και τον κάλεσαν στο στρατοδικείο, αλλά δεν παρουσιάστηκε, σύμφωνα με  εντολή που του είχε δώσει ο διευθυντής της σχολής, ούτε ποτέ άλλοτε τον ενόχλησαν.

  1. Ουλής Ανδρέας του Ιωάννου (Μαντάς), επιστρατευμένος, αγρότης. Όταν έφτασαν στο Τάτσι τον απόλυσαν, ίσως με τη μεσολάβηση του Γιάννη Κώνστα από τη Μιδέα και επέστρεψε στα Δένδρα.
  1. Ουλής Βασίλειος του Δημητρίου (Μπέτσιος), επιστρατευμένος, αγρότης. Εγκατέλειψε τη μονάδα του στο Τουρνίκι και παρουσιάστηκε στις Αρχές. Δικάστηκε από έκτακτο στρατοδικείο και αφού έμεινε φυλακισμένος 2-3 χρόνια απολύθηκε.

Λάλουκα [5]

 

Τον Σεπτέμβρη ή Οκτώβρη του 1948 ομάδα του Δ.Σ.Ε. κατέβηκε στο Λάλουκα για επιστράτευση. Δεν φαίνεται να υπήρχε κάποιο σχέδιο συγκέντρωσης των επιστρατευθέντων νέων, απλά οι μαχητές του ΔΣΕ πήραν όποιον νεαράς ηλικίας συνάντησαν στους δρόμους ή στα καφενεία.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από το Λάλουκα

 

  1. Δρούλιας Γεώργιος του Σπύρου, επιστρατευμένος, σκοτώθηκε στην Ευρωστίνα Κορινθίας[6].
  1. Κατσίλας Βασίλης του Δημητρίου, επιστρατευμένος, σκοτώθηκε.
  1. Κουτρουφίνης ή Κολέσης Ιωάννης του Δημητρίου[7], εθελοντής, έφυγε όμως μαζί με τους άλλους από το Λάλουκα. Μέλος της ομάδας ελεύθερων σκοπευτών, πήρε μέρος στη σύλληψη του Άγγλου Kenneth Mathew, δημοσιογράφου και ανταποκριτή του BBC στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 1948 στον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών[8]. Μετά τη διάλυση ήρθε στην περιοχή της Μιδέας στην ομάδα των Ρέππα – Λέκκα – Μεϊδάνη. Παρουσιάστηκε «αυθορμήτως» στην Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Άργους. Καταδικάστηκε από τα στρατοδικεία Κορίνθου και Ναυπλίου σε θάνατο και τον εκτέλεσαν στο νεκροταφείο του Ναυπλίου στις 12 Ιουλίου 1949.
  1. Μπαλάσκας Σπύρος του Παναγιώτη, επιστρατευμένος, ηλικίας 17 περίπου ετών και ασθενής μάλλον από καρδιακό νόσημα. Τον άφησαν ελεύθερο.
  1. Πίκης Κώστας του Γεωργίου, επιστρατευμένος, ηλικίας 17 περίπου ετών και μετά από 23 ημέρες επέστρεψε στο χωριό του.
  1. Τσίγκας Αναστάσιος του Κωνσταντίνου, επιστρατευμένος, αγρότης. Τον τοποθέτησαν στην επιμελητεία και άλλες βοηθητικές υπηρεσίες. Κατά την εκτέλεση κάποιας αποστολής εγκατέλειψε τη μονάδα του και παρουσιάστηκε στο Αστυνομικό τμήμα Ξυλοκάστρου. Στη συνέχεια τον μετέφεραν στην Κόρινθο, όπου μετά από 20 ημέρες τον άφησαν ελεύθερο. Έλλειψε από το σπίτι του 50 ημέρες, όπως λέει ο αδερφός του, 30 ημέρες στο Δ.Σ.Ε. και 20 στη φυλακή.

Λίμνες

 

Περί τα μέσα του Οκτωβρίου 1948 διμοιρία του ΔΣΕ με επικεφαλής το Γιάννη Παπαϊωάννου από την Αμυγδαλίτσα  στρατολόγησε νέους άνδρες και γυναίκες στις Λίμνες. Η διμοιρία αποτελούνταν από 27 συνολικά μαχητές Γκερμπεσιώτες, Μπαρδαίους, Λιμνιάτες και άλλους. Η επιστράτευση ήταν επιλεκτική. Μαχητές της διμοιρίας συνοδευόμενοι από Λιμνιάτες ή με υπόδειξη Λιμνιατών επισκέπτονταν συγκεκριμένα σπίτια και αναζητούσαν τους νέους άνδρες ή τα κορίτσια των σπιτιών. Αφού συγκέντρωσαν όσους μπόρεσαν να βρουν αναχώρησαν για το Αγγελόκαστρο και στη συνέχεια επισκέφθηκαν τον Αη Γιάννη. Κινήθηκαν στην περιοχή για τρεις ημέρες και κατά το διάστημα αυτό πέρασαν από διάφορους οικισμούς της περιοχής για να δηλώσουν με τον τρόπο αυτό την παρουσία τους. Την Τρίτη βραδιά στην περιοχή Μαρίνα Γκλιάτα ο Λιμνιάτης Γιάννης Στάρφας (Πατουλιάρης) συνάντησε τη διμοιρία και ενημέρωσε το διμοιρίτη πως κινήθηκε στρατός από το Άργος. Ο διμοιρίτης Παπαϊωάννου ενημέρωσε τους μαχητές αλλά και τους επιστρατευμένους πώς θα κινηθούν για να περάσουν απέναντι με σκοπό να φθάσουν στην περιοχή του Φαρμακά. Περπατώντας τη νύχτα πέρασαν έξω από τις Λίμνες, από τη Ντάρδιζα, το Κλιμάκι, έξω από το Μπερμπάτι και τους βρήκε η ημέρα στην περιοχή της Παναγίας, όπου ανέβηκαν ψηλά στα βράχια (Ποτέκια) και παρέμειναν όλη την ημέρα. Οι παρατηρητές που είχαν βγάλει μπροστά τους πληροφόρησαν πως επεσήμαναν ομάδα δέκα στρατιωτών στο Κουτσοπόδι. Αμέσως κινήθηκαν προς το Μπερμπάτι και το Στεφάνι, αλλά και από την πλευρά αυτή ακούστηκαν πυροβολισμοί. Παρέμειναν κρυμμένοι μέχρι που τους κάλυψε η νύχτα και περνώντας από τις Μυκήνες έφτασαν στα Χάνια, που τα φύλαγαν μόνο την ημέρα οι χωροφύλακες και πέρασαν απέναντι. Να σημειώσουμε εδώ πως μεταξύ των επιστρατευμένων υπήρχαν και μερικοί ηλικιωμένοι, οι οποίοι γνωρίζοντας τον τόπο κατάφεραν τη νύχτα να φύγουν. Τους μετέφεραν στα χωριά Τουρλάδα και Κόκοβα (Σκοτάνη) έξω από τα Μαζέϊκα όπου ήσαν τα έμπεδα και τους ενέταξαν σε μονάδες. Μέχρι τότε δεν τους είχαν δώσει όπλα. Μετά την κατάρρευση ο καθένας τους ακολούθησε το δρόμο του.

Διήγηση στον γράφοντα του μαχητή και την ημέρα εκείνη επιστρατευθέντος Αποστόλη Γεωργίου Βλάχου στις 28-11-2015 στο σπίτι του στις Λίμνες.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τις Λίμνες

 

 

  1. Βλάχος Αναστάσιος του Γεωργίου (Μπούρτζος ή Άσπρος), εθελοντής, καταδικάστηκε σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο Κορίνθου (τμήμα Β΄ Ναυπλίου) και τον εκτέλεσαν στο Ναύπλιο στις 20-9-1949.
  1. Βλάχος Ανδρέας του Γεωργίου (Μπούρτζος), επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Βλάχος Απόστολος του Γεωργίου

    Βλάχος Απόστολος του Γεωργίου (Κωτσιώρης), επιστρατευμένος, τον χρησιμοποίησαν σε βοηθητικές εργασίες λόγω του νεαρού της ηλικίας, επέζησε.

  1. Βλάχος Γεώργιος του Παναγιώτη, επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Βλάχος Παναγιώτης του Δημητρίου (Ντρίγκος), επιστρατευμένος, πέθανε από το κρύο.
  1. Γεώργας Ιωάννης του Χρήστου (Νιούλας), επιστρατευμένος, σκοτώθηκε το 1949.
  1. Ζώγαλης Δημήτριος του Αναστασίου, επιστρατευμένος, αγνοούμενος.
  1. Ζωνίτσας Σπύρος του Παναγιώτη, επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Κακούρος Ευθύμιος του Δημητρίου (Καρακίτσης), εθελοντής, επέζησε.
  1. Κακούρος Χρήστος του Ιωάννη (ΚίτσιοΚαραχάλιος), εθελοντής. Σκοτώθηκε σε σύγκρουση με Χιτομάϋδες στη θέση «Ρωμαίικα» Λυρκείας[9] (σπηλιά Βολιμίρι) στις 15-1-1949, τους αποκεφάλισαν όλους.
  2. Καραμάνος Αργύρης του Σωτηρίου, εθελοντής. Παρουσιάστηκε «αυθορμήτως» στη Διοίκηση Χωροφυλακής Αργολίδας στις 24-1-1949[10] και καταδικάστηκε παμψηφεί σε θάνατο με την υπ΄αρ. 105/22-23 Ιουλίου 1949 απόφαση του Εκτάκτου Στρατοδικείου Κορίνθου (τμήμα Β΄ Ναυπλίου). Εκτελέστηκε στο Ναύπλιο την 1-8-1949.
  1. Καρούνης Δημήτριος του Γεωργίου (Μπρίσκος), επιστρατευμένος. Τον έστειλαν ως ανήλικο στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου∙ επέζησε.
  1. Καρούνης Χρήστος του Μιχαήλ (ΚιτσιοΚαλατζής), επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Κατεμής Γεώργιος του Αναστασίου

    Κατεμής Γεώργιος του Αναστασίου, εθελοντής. Ταγματάρχης του Ελληνικού στρατού, κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ και υπηρέτησε ως Διοικητής του 24ου Συντάγματος με έδρα το χωριό Άνω Κοτσανόπουλο του Δήμου Πρέβεζας με το ψευδώνυμο «Αραχναίος». Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας εξορίστηκε στη Νάξο και με εντολή του ΚΚΕ δραπέτευσε τον Απρίλη του 1947 και κατατάχθηκε στο ΔΣΕ. Δραπέτευσαν συνολικά 12 αξιωματικοί, που έφθασαν στη Ρούμελη εκτός από δύο, που συνελήφθησαν. Υπηρέτησε στο ΔΣΕ στο Γ.Α. και ως αξιωματικός επιχειρήσεων κατάρτισε το «σχέδιο ελιγμού» στο Βίτσι. Μετά την ήττα εγκαταστάθηκε στη Σοβιετική Ένωση, στη Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας επέστρεψε στην Ελλάδα. Επέζησε.

  1. Κατεμής Δημήτριος του Αναστασίου (Ντολολός), εθελοντής. Παρουσιάστηκε στις 24 Ιανουαρίου 1949 στη Διοίκηση Χωροφυλακής Αργολίδας[11]. Επέζησε.
  1. Κατεμής Δημήτριος του Ιωάννου (Ντολολός ή Γκαβανάς), εθελοντής. Ελεύθερος σκοπευτής στην ομάδα Μπαβελή. Πήρε μέρος στη σύλληψη του Άγγλου δημοσιογράφου και ανταποκριτή του BBC στην Αθήνα Kenneth Mathew στις 11 Οκτωβρίου 1948 στον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών. Σκοτώθηκε στις 17-1-1949 σε σύγκρουση της ομάδας με απόσπασμα χωροφυλακής στην περιοχή Χάνι Φιχτίων[12].
  1. Κονδύλη Χρυσούλα του Γεωργίου (Κολιού ή Τσόμπου), επιστρατευμένη∙ υπηρέτησε στην πολιτοφυλακή[13]∙ επέζησε.
  1. Κορδαλή Κατερίνα του Παναγιώτη, επιστρατευμένη, επέζησε.
  1. Κυμπούρης Ιωάννης του Δημητρίου, εθελοντής, αγνοούμενος.
  1. Κυμπούρης Παναγιώτης του Γεωργίου, επιστρατευμένος, αγνοούμενος.
  1. Λέκκα Βασιλική του Ευαγγέλου, εθελόντρια.
  1. Λέκκας Δημήτριος του Αναστασίου, σκοτώθηκε στο διάσελο του κυνηγού από φίλια πυρά.
  1. Μελέτη Σοφία του Ιωάννη, εθελόντρια, ομαδάρχισα[14]. Καταδικάστηκε σε θάνατο από Έκτακτο Στρατοδικείο με καταδικαστικές ψήφους 4 έναντι 1, επέζησε.
  1. Μελέτης Ανάργυρος, επιστρατευμένος. Παρουσιάστηκε στις 24 Ιανουαρίου 1949 στη Διοίκηση Χωροφυλακής Αργολίδας[15].
  1. Μελέτης Δημήτριος (Ρούσσης), επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Μελέτης Μιχαήλ του Ιωάννη, εθελοντής, ελεύθερος σκοπευτής στην ομάδα Μπαβελή. Πήρε μέρος στη σύλληψη του Άγγλου δημοσιογράφου και ανταποκριτή του BBC στην Αθήνα Kenneth Mathew στις 11 Οκτωβρίου 1948 στον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών[16]. Σκοτώθηκε στις 17-1-1949 σε σύγκρουση της ομάδας με απόσπασμα χωροφυλακής στην περιοχή Χάνι Φιχτίων[17].
  1. Μπαστούνης Δημήτρης του Χρήστου (Μότος ή Στελέτος), επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Νώτη Μαρία, (Μήτα), επιστρατευμένη, αγνοούμενη.
  1. Οικονόμου Βασίλειος του Αριστείδη (Τόπης), εθελοντής, αγνοούμενος.
  1. Οικονόμου Ιωάννης του Παναγιώτη, καταδικάστηκε σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο Κορίνθου (τμήμα Β΄Ναυπλίου) και εκτελέστηκε στο Ναύπλιο στις 2-8-1949.
  1. Ουλή Σοφία (Γκούμα), επιστρατευμένη, επέζησε.
  2. Πιτσίκου Αναστασία του Αναστασίου (Καρκαβίνη), επιστρατευμένη, επέζησε.
  1. Ρουστέμης Βασίλης του Μαρίνου, εθελοντής, σκοτώθηκε το 1949.
  1. Σουφρίλας Χρήστος του Αριστείδη (Ντόκος), επιστρατευμένος, αγνοούμενος.
  1. Σταμάτη Μαρίνα του Ιωάννη (Κανονιάρα), επιστρατευμένη, επέζησε.
  1. Στάρφας Δημήτριος Παναγιώτη (Σπίγκος), λιποτάκτησε από τον εθνικό στρατό, όπου είχε καταταγεί και προσχώρησε στο ΔΣΕ. Αγνοούμενος.

 

Μάνεσι

 

Τη στρατολογία στο Μάνεσι, στα Δένδρα και στην Πουλακίδα έκανε ο λόχος του Γιάννη Παππά ταυτόχρονα στα τρία χωριά στις 18 Σεπτεμβρίου 1948. Στο Μάνεσι τη στρατολογία οργάνωσαν οι Βασίλειος Κων. Καραμάνος, Πέτρος Χρήστου Ξύδης και ο Σωτήρος Παν. Καραμάνος, κάτοικοι Μάνεσι. Ήταν Σαββατόβραδο και έβαλαν μια συκωταριά ρεφενέ στο μαγαζί του Τάκη Καραμάνου, του αόμματου. Τους συγκέντρωσαν όλους πάνω στα αλώνια. Τη στρατολογία επέβλεπε ο ίδιος ο Παππάς, παρευρίσκονταν επίσης ο Τρύφωνας Παπαγεωργόπουλος από το Γκέρμπεσι, ο Γιώργης Παπαϊωάννου από την Αμυγδαλίτσα και Δημήτριος Κατεμής από τις Λίμνες.

Ο Γιάννης Κουτσουράκης ζήτησε να αφήσουν του γιό του το Γιώργη, επειδή ήταν μικρός, του ζήτησαν όμως να τον αντικαταστάσει με τον άλλο του γιό, το Μήτσιο, τον οποίο και έφερε. Το ίδιο συνέβη και με το Θωμά του Πλιάσκα, ο πατέρας του όμως δεν δέχθηκε να γίνει αλλαγή. Αφού συγκεντρώθηκαν και τα τρία τμήματα (Μάνεσι – Δένδρα – Πουλακίδας) στο εκκλησάκι του Αϊ Σπυρίδωνα κοντά στα Ντούσια, που είχε οριστεί ως τόπος συγκέντρωσης, κατέβηκαν στο γεφύρι του Μπερμπατιού και αφού πέρασαν από το εκκλησάκι της Παναγίας του Μπερμπατιού και τις Μυκήνες διάβηκαν τον επικίνδυνο, γιατί φυλασσόταν, δημόσιο δρόμο Κορίνθου – Άργους πάνω από τα Φίχτια και από το Μοναστήρι της Μπόρσιας και Δούκα έφτασαν στο Τάτσι. Στην Παναγία στο Μπερμπάτι άφησαν ελεύθερο τον Σωτήρο Καραμάνο να επιστρέψει στο χωριό του, γιατί ο Σωτήρος είχε τραυματισθεί στη μάχη της Αθήνας κατά τα Δεκεμβριανά και ήταν ανίκανος για στρατιωτική υπηρεσία και μάλιστα στις συνθήκες του αντάρτικου πολέμου (του είχαν χειρουργικά αφαιρέσει τμήμα του κρανίου). Στο Τάτσι έδωσαν σε κάποιους ειδικότητες και τους υπόλοιπους τους οδήγησαν στα έμπεδα για να τους εκπαιδεύσουν στο χειρισμό των όπλων.

Τα έμπεδα βρίσκονταν πάνω από τα Μαζέϊκα, στα ορεινά χωριά Τουρλάδα και  Κόκοβα (σήμερα Σκοτάνη). Μετά την εκπαίδευση οι μάχιμοι εντάχθηκαν στον νεοφτιαγμένο λόχο του Λεωνίδα (Γεωργαντώνη). Ο Βασίλειος Καραμάνος και ο Πέτρος Ξύδης εντάχθηκαν στο Κέντρο Πληροφοριών (Κ.Π.), ο Αθανάσιος Δήμας στην Πολιτοφυλακή, ο Μιχάλης Ζέρβας και ο Χρήστος Βλάχος στην υγειονομική υπηρεσία και ο Αναστάσιος Καραμάνος (Καρυώτης) πήγε στην επιμελητεία, και οι υπόλοιποι τυφεκιοφόροι.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από το Μάνεσι

 

 

  1. Αργύρης Παναγιώτης του Νικολάου

    Αργύρης Παναγιώτης του Νικολάου (Μπαρδούνης), επιστρατευμένος, αγρότης. Είχε υπηρετήσει μάχιμος στον ΕΛΑΣ και μετά την παράδοση των όπλων διώχθηκε από το δεξιό παρακράτος. Στο Δ.Σ.Ε. ήταν μάχιμος και τραυματίστηκε. Δεν γνωρίζουμε εάν συνελήφθη ή παραδόθηκε. Δικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Τριπόλεως. Επέζησε.

 

  1. Δήμας Αθανάσιος του Αναστασίου

    Δήμας Αθανάσιος του Αναστασίου, επιστρατευμένος, αγρότης. Υπηρέτησε στην πολιτοφυλακή στο Τάτσι για δέκα ημέρες, στα Μαζέϊκα για δέκα πέντε ημέρες και στη συνέχεια στα Αρφαρά και στην Αγ. Βαρβάρα. Διοικητής ήταν ο Στάθης Λιάκας από την Υπάτη και υποδιοικητής ο Δημήτριος Κορίλης από το Γκέρμπεσι, ο οποίος τον πήρε μαζί του στη Βαρβάρα. Η έδρα της υποδιοίκησης ήταν στο Περιθώρι. Όταν άρχισε η διάλυση ο Δημήτριος Κορίλης τον εφοδίασε με φύλλο πορείας για το Τάτσι, όπου συνάντησε τον Μιχ. Μεϊδάνη. Ακολούθησε την πορεία Κρινόφυλλο, Λυκούρια, Καντήλα, Σκοτεινή, Αγ. Νικόλαος, Τάτσι. Στο Τάτσι ο Μεϊδάνης του συνέστησε να φύγει και τούδωσε συνοδό για λόγους ασφαλείας τον ελεύθερο σκοπευτή Παναγιώτη Δανόπουλο από τα Φίχτια, που τον συνόδευσε μέχρι την περιοχή Λάφρες πάνω από το Ανυφί. Στο Τάτσι πήρε μαζί του και τον Βασίλη Καραμάνο. Έφτασαν στο Μάνεσι στις 28-29 Δεκεμβρίου 1948. Συνδέθηκε με την ομάδα του Γκερμπεσιού και χρησιμοποίησε το καταφύγιο στο Παλιόκαστρο για μικρό διάστημα. Μια βραδιά έμεινε στο καταφύγιο των Μπαρδαίων στο Φίζι, που το περιγράφει ως εξής, «είχαν σκάψει πίσω από έναν ψηλό τοίχο, στην οροφή είχαν στηρίξει ξύλα και τσίγκους και από πάνω είχαν ρίξει χώμα και όλο το χωράφι ήταν σπαρμένο κριθάρι. Μπροστά είχε μια πέτρα που την μετακινούσες και έμπαινες μέσα από μια τρύπα που ίσια ίσια χώραγε ένας άνδρας». Παρουσιάσθηκε αυθορμήτως στον Σταθμό Χωροφυλακής Μιδέας (Μέρμπακα) στις 17-1-1949 συνοδευόμενος από το πατέρα του και το Παναγιώτη Μιχάλο από τα Δένδρα. Καταδικάσθηκε με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄Τμήμα Ναυπλίου)  στην ποινή των ισοβίων δεσμών με ψήφους 3 έναντι 2. Απολύθηκε δυνάμει του  υπ’ αρ. 126/1951 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου λόγω παραγραφής της ποινής του κατ’ εφαρμογή του α.ν. 1504/1950. Επέζησε.

  1. Δήμας Γεώργιος του Θωμά

    Δήμας Γεώργιος του Θωμά (Κακαρίζης), επιστρατευμένος, αγρότης. Όπως μου είχε ειπεί, για ένα διάστημα υπηρέτησε στα έμπεδα {Τουρλάδα και Κόκοβα (σήμερα Σκοτάνη) πάνω από τα Μαζέϊκα} όπου ο Δ.Σ.Ε. Πελοποννήσου είχε οργανώσει στρατόπεδο εκπαίδευσης των στρατολογημένων και στη συνέχεια υπηρέτησε στο λόχο του Παππά μέχρι την ημέρα που τους συνέλαβε ο εθνικός στρατός και ο Παππάς αυτοκτόνησε (10-2-1949). Δεν γνωρίζω τη δικαστική του διαδρομή. Φωτογραφία: Όταν υπηρετούσε στον ΕΛΑΣ.

  1. Δήμας Θεοδόσης του Ιωάννου

    Δήμας Θεοδόσης του Ιωάννου (Κορδατζής), επιστρατευμένος, αγρότης. Παρουσιάσθηκε αυθορμήτως στη Διοίκηση του αποσπάσματος Αλέας στις 22-1-949[18]. Καταδικάσθηκε με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄ Τμήμα Ναυπλίου) στην ποινή των πρόσκαιρων δεσμών 20 ετών και απολύθηκε στις 9-2-1951 δυνάμει του  υπ’ αρ.-126/1951 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου λόγω παραγραφής της ποινής κατ’ εφαρμογή του α.ν. 1504/1950. Επέζησε.

  1. Δήμας Θωμάς του Σταύρου (Πλιάσκας), επιστρατευμένος, αγρότης, υπηρέτησε ως οπλοπολυβολητής. Ο Γιώργης Κορίλης από τα Δένδρα διηγείται σχετικά (μετά τον τότε πρόσφατο φυσιολογικό θάνατό του) «Το Θωμά τον είχα δει. Ήτανε ένας αντάρτης από το Δάρα, ο Νάκος, έτσι τον λέγανε, ένα ζώο ήτανε, κούραση δεν ήξερε τί ήτανε, δηλαδή, πώς έχουμε σήμερα τα 100, έτσι ήτανε η ομάδα του Νάκου και μέσα στην ομάδα αυτή ήτανε και ο Θωμάς. Πολύ γρήγοροι, ακούραστοι άνθρωποι, πετάγανε στον αέρα και να πεθάνει (απεβίωσε από ασθένεια), ποιός; ο Θωμάς, που εκεί πάνω ήτανε πουλί, πέταε». Παρουσιάστηκε στις Αρχές, δικάστηκε από το στρατοδικείο Ναυπλίου. Επέζησε.
  1. Ζέρβας Μιχαήλ του Μιχαήλ (Μπίθας ή Ρασπούτιν), επιστρατευμένος, αγρότης. Υπηρέτησε ως νοσοκόμοςž παρουσιάστηκε αυθορμήτως στις Αρχές (ίσως στην Αλέα με τον Θεοδόση Δήμα). Δικάστηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο Κορίνθου και μάλλον αθωώθηκε. Επέζησε.
  2. Καραμάνος Αναστάσιος του Παναγιώτη (Καριώτης), επιστρατευμένος, αγρότης. Στο Τάτσι πάλεψε με κάποιον άλλο μαχητή και έσπασε το πόδι του. Εργάστηκε στην επιμελητεία. Παρουσιάστηκε στις Αρχές και απαλλάχτηκε της ποινής λόγω πλήρους συγχύσεως με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄ Τμήμα Ναυπλίου). Επέζησε.
  1. Καραμάνος Βασίλειος του Κωνσταντίνου

    Καραμάνος Βασίλειος του Κωνσταντίνου (Τσιαντής), εθελοντής, αγρότης. Υπηρέτησε στην πολιτοφυλακή και στο Κέντρο Πληροφοριών[19]. Παρουσιάστηκε στη Διοίκηση χωροφυλακής Αργολίδας στις 17 Ιανουαρίου 1949 μαζί με το Θανάση Δήμα[20], ο οποίος (Θανάσης) ισχυρίζεται πως ο Βασίλης Καραμάνος παρουσιάστηκε στον αστυνομικό Σταθμό Μιδέας (Μέρμπακα) στις 20 Ιανουαρίου 1949. Καταδικάστηκε με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄ Τμήμα Ναυπλίου) παμψηφεί σε θάνατο και τον εκτέλεσαν στο νεκροταφείο Ναυπλίου (Πρόνοια) την 1η Αυγούστου 1949.

  1. Καραμάνος Γεώργιος του Αναστασίου (Ντουρντούλας), επιστρατευμένος, αγρότης. Δεν έχω πληροφορίες για τη μετά τη διάλυση πορεία του. Επέζησε.
  1. Καραμάνος Δημήτριος του Ιωάννου, με τη σύζυγό του.

    Καραμάνος Δημήτριος του Ιωάννου (Λιόσης), επιστρατευμένος, αγρότης. Στρατολογήθηκε τον Οκτώβρη του 1948 από τους ελεύθερους σκοπευτές, που κινούνταν στην περιοχή μας. Υπηρέτησε στο λόχο του Παππά ως μάχιμος οπλοπολυβολητής. Μετά τη διάλυση παρουσιάστηκε στον εθνικό στρατό. Είχε πάθει κρυοπαγήματα στα πόδια και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο της Τρίπολης για θεραπεία. Στη συνέχεια τον μετέφεραν στο στρατόπεδο της Τρίπολης και δικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Τρίπολης. Δεν γνωρίζω το αποτέλεσμα της δίκης, ενδιαφέρθηκε πάντως γι αυτόν ο ανώτατος αξιωματικός του εθνικού στρατού Κλεώπας από την Πουλακίδα. Τον έστειλαν στρατιώτη στη Μακρόνησο, όπου παρέμεινε για τρία έτη. Στο νοσοκομείο γνώρισε τη συναγωνίστριά του Γεωργία Σταύρου Κανελλοπούλου από το χωριό Παλιομοίρι της Μεγαλόπολης Αρκαδίας, που έπασχε από κρυοπαγήματα στα κάτω άκρα, με την οποία παντρεύτηκαν και έζησαν στην Αυστραλία και στο Μάνεσι. Στη φωτό με τη σύζυγό του.

  1. Κουτσουράκης Δημήτριος του Ιωάννου, επιστρατευμένος, αγρότης – ποιμένας. Κατά την επιστράτευση ο πατέρας του ζήτησε και αντικατέστησε τον μικρό του γιο Γιώργο με το Μήτσιο. Κατά τους Γεώργιο Ιωάν. Κορίλη και Θανάση Δήμα τον συνέλαβαν πολίτες στη Λαύκα, όπου τον είχαν στείλει να αγοράσει τσιγάρα και τον σκότωσαν.
  2. Μεϊδάνης Μιχάλης του Παναγιώτη

    Μεϊδάνης Μιχάλης του Παναγιώτη (Παναγάρας), εθελοντής. Ο Μιχάλης Μεϊδάνης γεννήθηκε στο Μάνεσι το 1918. Το Νοέμβρη του 1941 μαζί με το Μήτσιο Δεμοίρο από το Ανυφί και τον Πάνο Λιλή από το Γκέρμπεσι εργάστηκε για την δημιουργία οργανώσεων του Ε.Α.Μ. στην Αργολίδα. Στη συνέχεια ανέβηκε στην Αθήνα και γράφτηκε στην Ανωτάτη Εμπορική Σχολή. Τον πιάσανε οι Ιταλοί να μοιράζει προκηρύξεις και τον κλείσανε στις φυλακές Αβέρωφ. Κατάδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης μερικών μηνών και μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών οι Γερμανοί τον μεταφέρανε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Απολύθηκε το Γενάρη προς Φλεβάρη 1944 και γύρισε στο χωριό. Πήρε μέρος στη Περιφερειακή Συνδιάσκεψη του Κ.Κ.Ε., που συνήλθε στη Ν. Επίδαυρο στις 15 Μαρτίου 1944 και εκλέχτηκε αναπληρωματικό μέλος της Π.Ε. και αντιπρόσωπος στην Πελοποννησιακή Συνδιάσκεψη του Κ.Κ.Ε. που συνήλθε κατά μέσα Απριλίου 1944 στο χωριό Σερακίνη κοντά στο Μπογιάτι Γορτυνίας. Ήταν περιφερειακός υπεύθυνος του Κ.Κ.Ε. για την πόλη του Άργους. Το 1945 τον φυλάκισαν στην Ακροναυπλία μέχρι το τέλος 1945. Στη συνέχεια εντάχθηκε στο Δ.Σ.Ε. Πελοποννήσου. Συνεργαζόταν στενά με τον Φίλιππα Ρέππα και το Γιάννη Λέκκα στα αρβανιτοχώρια της Αργολίδας. Ταχτικά ανέβαιναν στην περιοχή του 4ου Συγκροτήματος και πάλι γύριζαν, όπως με είχε πληροφορήσει ο Θοδόσης Κακούρος από το Μπάρδι, που είχε αναλάβει την τροφοδοσία τους. Πιστεύω πως αποτελούσαν ομάδα πληροφοριών (Κ.Π.). Με τους Φίλιππο Ρέππα και Γιάννη Λέκκα εξεβίασαν τους εργοστασιάρχες της Αργολίδα Ηλία Παπαντωνίου και Καραμέλη και τους απέσπασαν χρήματα για τις ανάγκες του Δ.Σ.Ε. με αντάλλαγμα να μη προκαλέσουν βλάβες στις εργοστασιαρχικές εγκαταστάσεις τους. Κατά την περίοδο της διάλυσης ο Θανάσης Δήμας τον συνάντησε στο Τάτσι. Κατέβηκε στο Μάνεσι με τον Γιάννη Κώνστα, Δημήτριο Κορίλη και Αναστάσιο Παν. Καραμάνο, κατά τις 20 Ιανουαρίου 1949[21]. Ο Μεϊδάνης με τον Φίλιππα Ρέππα και τον Γιάννη Λέκκα και άλλους ευκαιριακούς χρησιμοποιούσαν τρία καταφύγια, το ένα βρισκόταν στη Κιάφα Ρούγκα, το άλλο ανατολικά της Μάλια Κρλια και το τρίτο στο Παληόκαστρο. Στις 18 Μάρτη 1949 δεχθήκανε επίθεση τμημάτων στρατού, χωροφυλακής και πολιτών στο καταφύγιο της Μάλια Κρλια ανατολικά του Γκερμπεσιού και ο Μεϊδάνης και ο Φίλιππας τραυματιστήκανε και στη συνέχεια αυτοκτόνησαν σύμφωνα με πληροφορίες των χωροφυλάκων αλλά και πολιτών, που συνόδευαν το απόσπασμα, ενώ ο Γιάννης Λέκκας μπόρεσε να απομακρυνθεί, τον συνέλαβαν όμως  ένοπλοι πολίτες, που εργάζονταν στην περιοχή. Την περίπτωση της αυτοκτονίας των Μεϊδάνη και Φίλιππα Ρέππα την πιστεύω απόλυτα, γιατί δεν ήσαν άνθρωποι που θα παραδίδονταν. Τους έθαψαν στο νεκροταφείο του Αγ. Νικολάου Άργους.

  1. Ξύδης Πέτρος του Χρήστου

    Ξύδης Πέτρος του Χρήστου (Μπότσας), εθελοντής, επιστρατεύθηκε με τους άλλους Μανεσιώτες. Κατά το Θανάση Δήμα υπηρέτησε στο κέντρο πληροφοριών (ΚΠ). Τον συνέλαβαν με το αρχείο πληροφοριών. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο από το στρατοδικείο Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) και εκτελέστηκε στο νεκροταφείο Ναυπλίου στις στις 12-7-1949.

 

 

Μιδέα (Γκέρμπεσι)

 

Στις 28 Ιουλίου 1948, ημέρα Τετάρτη το απόγευμα πήγαινα με την αδερφή μου, την Κατερίνα, στο σπίτι. Φτάνοντας στο ρέμα, που περνάει έξω από το σπίτι, βλέπουμε στο δρόμο έναν ένοπλο και τον Γιάννη Δημητρίου Παπαγεωργόπουλο (Κουτούλη) να περνάει τρέχοντας και φωνάζοντας. Ο Γιάννης ήταν στενός οικογενειακός μας φίλος και τον γνωρίσαμε, ξέραμε ότι ήταν στο Δημοκρατικό Στρατό. Για τον καλό μας φίλο θα μιλήσουμε λίγο πιο κάτω. Καταλάβαμε ότι επρόκειτο για αντάρτες. Μετά ακούσαμε που φώναζαν με το χωνί πως το χωριό είναι κυκλωμένο από δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού, να μη φοβηθούμε και να συγκεντρωθούμε στην πλατεία. Είχε κατέβει ο λόχος του Γιάννη Παππά. Οι δεξιοί του χωριού, που ήσαν ένοπλοι, όταν ειδοποιήθηκαν πως έρχονται αντάρτες, έτρεξαν και έφυγαν με κατεύθυνση προς Ναύπλιο για να σωθούν.

Ο Γιάννης Κουτούλης μόλις έμαθε τη φυγή των δεξιών έτρεξε φωνάζοντας προς το αντάρτικο τμήμα της εμπροσθοφυλακής, που θα καταλάμβανε το ύψωμα του Αγίου Θωμά, να μη τους κτυπήσουνε και να τους αφήσουν να περάσουν. Δεν ξέρω αν πρόλαβαν να φύγουν ή αν τους άφησαν οι αντάρτες, γεγονός είναι ότι δεν υπήρξε συμπλοκή.

Ανεβαίνοντας προς την πλατεία ένας αντάρτης μάλλον μικρού αναστήματος, αλλά στιβαρός και μαυριδερός, έτσι τουλάχιστον τον θυμάμαι, με πλησίασε και με ρώτησε φιλικά πώς περνάμε στο χωριό και πώς λέγομαι˙ του απάντησα και αμέσως με ρώτησε «τον Γιάννη Κώνστα, που έχουμε μαζί μας, τι τον έχεις;».

Έτσι έμαθα πως ο πατέρας ήταν μαχητής του ΔΣŞ είχαμε μερικούς μήνες να πάρουμε πληροφορίες του. Ο αντάρτης ήταν ο Μήτσιος Γιομπρές από τη Νεμέα, όπως ο ίδιος μου είπε, ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα από φίλια πυρά κατά την προσβολή του αστυνομικού τμήματος της Νεμέας από μονάδα του Δ.Σ.Ε. Μαζευτήκαμε στην πλατεία και ο Γιάννης Παππάς μας μίλησε για τους σκοπούς του ΔΣΕ και άλλα. Η μάνα ζήτησε πληροφορίες από το Γιάννη Κουτούλη και αυτός της είπε πως ο πατέρας ήταν μαζί τους. Σκοπός της παρουσίας των ανταρτών στο χωριό ήταν η αναγκαστική στρατολογία νέων μαχητών. Μαζί τους ήταν και ο Γεώργιος Κωνσταντίνου Παπαγεωργόπουλος (Ζιούβας) από τη Μιδέα.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τη Μιδέα (Γκέρμπεσι)

 

  1. Γεώργας Κωνσταντίνος του Γεωργίου (Επαναστατικό ψευδώνυμο: «Ρέππας», Επαναστατικό όνομα: «Φάνης ή καπετάν Φάνης»), εθελοντής. Προσχώρησε στο ΕΑΜ αμέσως μετά τη δημιουργία του και μετά τη σύσταση της ΟΠΛΑ ανέλαβε πολιτικός επίτροπος καθοδηγητής της ομάδας ΟΠΛΑ με έδρα το Γκέρμπεσι. Δεν γνωρίζω ποια ήταν η έκταση της τοπικής της αρμοδιότητας, εάν δηλαδή περιοριζόταν στο Γκέρμπεσι και τα γύρω ενδεχομένως χωριά ή εάν κατελάμβανε ολόκληρη την περιοχή της Ναυπλίας. Το δεύτερο θεωρώ πλησιέστερο προς την αλήθεια, αφού ο έλεγχος της ΟΠΛΑ είχε ανατεθεί στο Γραμματέα της Περιφερειακής Επιτροπής του ΚΚΕ και η Ναυπλία αποτελούσε περιφέρεια, όπως και το Άργος. Με την έναρξη της μεταβαρκιζιανής δεξιάς τρομοκρατίας πήγε στην Αθήνα και όπως μου είχε ειπεί ο ίδιος το κόμμα τον τοποθέτησε Γραμματέα της Κ.Ο.Β. Νέων Σφαγείων και αργότερα οργανωτή της 5ης Αχτιδικής Επιτροπής Καλλιθέας.Κατά το τέλος του 1945 τον κάλεσε ο Ζαχαριάδης στο γραφείο του και του ανακοίνωσε την απόφασή του να τον μεταθέσει στην οργάνωση της Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια τον μετέφεραν στο στρατόπεδο Μπούλκες στη Γιουγκοσλαβία. Το 1947 επιστρέφει  στην Ελλάδα και με το βαθμό του ταγματάρχη  πληροφοριών του Δ.Σ.Ε. αναλαμβάνει τη διοίκηση του Κέντρου Πληροφοριών  Φλωρίνης, Αμυνταίου κ.λπ. Συνελήφθη από τον εθνικό στρατό  μάλλον το 1948 στην περιοχή της Φλώρινας. Τον μετέφεραν στην Αθήνα όπου τον βασάνισαν άγρια και στη συνέχεια τον μετέφεραν στις φυλακές της Ακροναυπλίας και δεν ξέρω πού αλλού. Δικάστηκε από στρατοδικείο χωρίς να γνωρίζω τίποτα περισσότερο. Επέζησε.
  1. Γιαννάκος Κωνσταντίνος του Γεωργίου, εθελοντής. Κατατάχθηκε στον εθνικό στρατό στην Κόρινθο. Με τους Γεώργιο Ευαγγέλου Κακούρο από την Αμυγδαλίτσα, Δημήτρη Κοτσαρίδη από το Άργος και Φίλιππο Αλμπάνη φοιτητή της ιατρικής από την Κόρινθο λιποτάκτησαν∙ έφυγαν από το στρατόπεδο της Κορίνθου και κατέβηκαν στην Αμυγδαλίτσα, όπου συνάντησαν τους Φίλιππο Ρέππα και Μιχάλη Μεϊδάνη και στη συνέχεια ανέβηκαν στην ορεινή Αργολίδα και κατατάχθηκαν στον ΔΣΕ. Μετά τη διάλυση κατέβηκαν στην Αμυγδαλίτσα και κρύβονταν σε δύο καταφύγια, που είχαν φτιάξει στις περιοχές Φίζι και Μπρακά στην περιοχή της Αμυγδαλίτσας. Τους τροφοδοτούσε η μητέρα του Γεωργίου Κακούρου. Στις 21 Μαρτίου 1949 απόσπασμα χωροφυλακής υπό τον Ανθυπασπιστή Κωνσταντίνο Χριστάκη βοηθούμενο από πολίτες κύκλωσε το καταφύγιο. Τον Κωνσταντίνο Γιαννάκο τον σκότωσαν έξω από το καταφύγιο και τους άλλους  τρεις τους σκότωσαν αμέσως μετά τη σύλληψη στη δυτική είσοδο του χωριού και παρουσία της μάνας του Γεωργίου Κακούρου. Στο καταφύγιο οδήγησε το απόσπασμα χωροφυλακής ο αντάρτης Γιάννης Λέκκας από το Γκέρμπεσι, τον οποίο είχαν συλλάβει στις 18-3-1949, όταν κτύπησαν το καταφύγιο στο Γκέρμπεσι.
  1. Γιαννάκος Χρήστος του Γεωργίου

    Γιαννάκος Χρήστος του Γεωργίου, εθελοντής. Πήρε μέρος στην εθνική αντίσταση κατά των Γερμανών από τις τάξεις του ΕΑΜ. Διώχθηκε από το μεταβαρκιζιανό τρομοκρατικό καθεστώς και έφυγε από το χωριό. Το ΚΚΕ τον έστειλε στο Μπούλκες και στη συνέχεια στο ΔΣΕ. Υπηρέτησε σε δίκτυο πληροφοριών στη βόρεια Ελλάδα, ίσως με τον βαθμό του λοχαγού. Τον συνέλαβε η υπηρεσία επαγρύπνησης του ΔΣΕ με άλλους 78 της ίδιας ομάδας με την κατηγορία της κατασκοπίας, όπως ο ίδιος μου είχε εκμυστηρευτεί, για να καλύψουν ευθύνες υψηλόβαθμου στελέχους του ΔΣΕ. Κατάφερε να αποδράσει από το αντίσκηνο όπου τους κρατούσαν και παρουσιάστηκε στον στρατηγό Κετσέα, που διηύθυνε τις επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα. Φυλακίστηκε και στην Ακροναυπλία. Δεν γνωρίζω εάν δικάστηκε από στρατοδικείο καθώς και το αποτέλεσμα της δίκης. Επέζησε.

  1. Δήμας Σωτήριος του Χρήστου

    Δήμας Σωτήριος του Χρήστου, επιστρατευμένος, ράφτης. Ο Γεώργιος Κορίλης (Ντιέγκος) ήταν μαζί του στην προσβολή της Νεμέας (2191948). Σκοτώθηκε.

  1. Κορίλης Δημήτριος του Παναγιώτη (Παζής), εθελοντής, αγρότης και έγγαμος με δυο παιδιά. Πολέμησε στην Αλβανία κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Υπήρξε μέλος του ΕΑΜ του χωριού και επικεφαλής του εφεδρικού ΕΛΑΣ της περιοχής. Διώχθηκε από το μεταβαρκιζιανό καθεστώς και μάλλον την άνοιξη του 1948 κατατάχθηκε στο ΔΣΕ. Υπηρέτησε ως υποδιοικητής πολιτοφυλακής Αιγιαλείας με έδρα το Περιθώρι (Διοικητής ήταν ο Στάθης Λιάκας, ταγματάρχης του Ελληνικού Στρατού από την Υπάτη της Ρούμελης)[22]. Μετά την κατάρρευση κατέβηκε στο Γκέρμπεσι και για ένα διάστημα κρύφθηκε σε φιλικά σπίτια. Παρουσιάστηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Μέρμπακα στις 20-3-1949[23]. Καταδικάστηκε με τις υπ’ αρ. 103, 104 και 105/1949 αποφάσεις του Εκτάκτου Στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) σε θάνατο και εκτελέστηκε στο νεκροταφείο Ναυπλίου στην πρόνοια την 1η Αυγούστου 1949.
  1. Κώνστας Ιωάννης του Χρήστου

    Κώνστας Ιωάννης του Χρήστου, εθελοντής, αγρότης και έγγαμος με δύο παιδιά. Πήρε μέρος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο ως στρατιώτης-τηλεφωνητής και πολέμησε στην Αλβανία. Υπήρξε δραστήριο μέλος του ΕΑΜ στο Γκέρμπεσι και στη ευρύτερη περιοχή. Τον Ιούλιο του 1944 κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ και υπηρέτησε στην ΕΤΑ της ΙΙΙ Μεραρχίας Πελοποννήσου μέχρι την παράδοση των όπλων. Διώχθηκε από το μεταβαρκιζιανό καθεστώς και την άνοιξη του 1948 κατατάχθηκε στο ΔΣΕ. Υπηρέτησε στην επιμελητεία του 4ου Συγκροτήματος Τζήριας Χελμού με έδρα το Τάτσι. Μετά τη κατάρρευση κατέβηκε στο Γκέρμπεσι και κρύφθηκε σε διάφορα σπίτια της γύρω περιοχής. Παρουσιάστηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Μέρμπακα στις 21-3-1949[24] . Καταδικάστηκε σε θάνατο με τις υπ’ αρ. 103 και 104/1949 αποφάσεις του έκτακτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) για σύσταση και συμμετοχή σε συμμορία κ.λ.π. (Γ΄ Ψήφισμα) και για οπλοκατοχή, στρατολογία κ.λ.π, ανατροπή του πολιτεύματος  (Α.Ν.509) και τον εκτέλεσαν στο νεκροταφείο του Ναυπλίου στην πρόνοια την 1η Αυγούστου 1949.

  1. Λέκκας Ιωάννης του Δημητρίου

    Λέκκας Ιωάννης του Δημητρίου (Μερακλής), εθελοντής. Μέλος του ΕΑΜ και της ΟΠΛΑ. Καταδιώχθηκε από το μεταΒαρκιζιανό καθεστώς αλλά ουδέποτε συνελήφθη. Κατατάχθηκε στο ΔΣΕ και υπηρέτησε μάλλον στο Κέντρο Πληροφοριών της περιοχής μαζί με τους Φίλιππο Ρέππα και Μιχάλη Μεϊδάνη. Οι τρεις τους εξεβίασαν τους βιομήχανους Αργολίδας Παπαντωνίου και Καραμέλη και τους απέσπασαν χρήματα για τις ανάγκες του ΔΣΕ με αντάλλαγμα να μη προκαλέσουν ζημιές τις βιομηχανικές τους εγκαταστάσεις. Στις 18-3-1949 τμήματα στρατού, χωροφυλακής και πολιτών κύκλωσαν τα καταφύγιο στη Μάλια Κρλια ανατολικά του Γκερμπεσιού, όπου κρυβόντουσαν και οι Φίλιππος Ρέππας και Μιχάλης Μεϊδάνης μετά τον τραυματισμό τους αυτοκτόνησαν, ενώ ο Γιάννης Λέκκας προσπάθησε να διαφύγει, συνελήφθη όμως από ένοπλους πολίτες. Καταδικάστηκε από το στρατοδικείο Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) σε θάνατο με τις υπ΄αρ. 103, 104 και 105/1949 αποφάσεις για σύσταση και συμμετοχή σε συμμορία κ.λ.π. (Γ΄ Ψήφισμα) και για οπλοκατοχή, στρατολογία κ.λ.π, ανατροπή του πολιτεύματος  (Α.Ν.509) και τον εκτέλεσαν στο νεκροταφείο του Ναυπλίου στην πρόνοια την 1η Αυγούστου 1949.

  1. Παπαγεωργόπουλος Γεώργιος του Κωνσταντίνου

    Παπαγεωργόπουλος Γεώργιος του Κωνσταντίνου (Ζιούβας), εθελοντής, αγρότης και έγγαμος με τέσσερα παιδιά. Μετά τη Βάρκιζα διώχθηκε από το δεξιό παρακράτος και ίσως την άνοιξη του 1948 κατατάχθηκε στο ΔΣΕ. Είχε έρθει στο Γκέρμπεσι με τον λόχο του Παππά κατά τη στρατολόγηση τον Ιούλιο 1948. Πληροφορίες αναφέρουν πως σκοτώθηκε σε σύγκρουση με ομάδα Μάϋδων στην περιοχή των Φιχτίων.

  1. Παπαγεωργόπουλος Ιωάννης του Δημητρίου

    Παπαγεωργόπουλος Ιωάννης του Δημητρίου (Κουτούλης), εθελοντής. Πήρε μέρος στον Ελληνογερμανικό πόλεμο ως Λοχίας υπαξιωματικός και πολέμησε στο οχυρό Κάλη της οριογραμμής Μεταξά. Μετά την κατάρρευση του μετώπου έφυγε για τη Μ. Ανατολή και υπηρέτησε ως αξιωματικός στον εκεί Ελληνικό στρατό. Πήρε μέρος στο κίνημα στη Μ. Ανατολή και επέστρεψε στο χωριό ως αξιωματικός Υπολοχαγός το 1945. Στις αρχές της άνοιξης του 1948 έφυγε για το βουνό και υπηρέτησε στον λόχο του Παππά ως ομαδάρχης. Έπαθε κρυοπαγήματα και μετά την κατάρρευση κάποιοι συμμαχητές του τον έφεραν κοντά στα Ντούσια. Τον παρέλαβε η χωροφυλακή και τον μετέφεραν στο Άργος. Τον σκότωσαν πετώντας τον από τον εξώστη του κτιρίου της αστυνομίας, αφού την προηγούμενη ημέρα τον είχαν εκθέσει στην πλατεία του Άργους σε δημόσιο εμπτυσμό. Τον έθαψαν μαζί με άλλους εφτά στο νεκροταφείο του Αγ. Νικολάου Άργους.

10.

Παπαγεωργόπουλος Κωνσταντίνος Αναστασίου

Παπαγεωργόπουλος Κωνσταντίνος Αναστασίου (Γιουρούσης), επιστρατευμένος, αγρότης-ποιμένας. Τον Δεκέμβρη του 1948 έπαθε κρυοπαγήματα στα δύο του πόδια με αποτέλεσμα να του κόψουν αργότερα στο Νοσοκομείο της Τρίπολης, όπου νοσηλεύθηκε για τέσσερις μήνες, όλα τα δάχτυλα και των δύο ποδιών μέχρι τη μέση. Τον βοήθησε να κατεβεί ο Χρήστος Γεωργίου Διαλιάτσης από τα Ντούσια. Δεν γνωρίζουμε πώς και πού τον έπιασε ο εθνικός στρατός. Τον μετέφεραν στο στρατόπεδο της Ποσειδωνίας κοντά στο Λουτράκι, όπου τον φρόντισαν μεταφέροντάς τον τακτικά στο νοσοκομείο της Κορίνθου για θεραπεία και στη συνέχεια νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο της Τρίπολης. Επέζησε.

  1. Παπαγεωργόπουλος Παναγιώτης του Γεωργίου

    Παπαγεωργόπουλος Παναγιώτης του Γεωργίου (Τζενεράλης), επιστρατευμένος. Ήταν απόφοιτος του Γυμνασίου Άργους. Συνελήφθη στο Άργος από την αστυνομία για παράνομο έρανο, αποβλήθηκε από το Γυμνάσιο Άργους και έδωσε εξετάσεις για να πάρει το απολυτήριο στο Γυμνάσιο Κορίνθου. Κατά τον Γεώργιο Ιωάν. Κορίλη από τα Δένδρα «Τον Πάνο Παπαγεωργόπουλο, Τζενεράλη, τον είχα ιδεί μια φορά, αυτόν τον πήραν και τον πήγανε στη σχολή αξιωματικών, όπως έμαθα. Δεν ξέρω πώς και πού σκοτώθηκε». Δεν φαίνεται να πήρε βαθμό αξιωματικού, σκοτώθηκε ως επικεφαλής ομάδας σε σύγκρουση με τον εθνικό στρατό χωρίς να γνωρίζουμε πού.

  2. Παπαγεωργόπουλος Τρύφωνας του Κωνσταντίνου

    Παπαγεωργόπουλος Τρύφωνας του Κωνσταντίνου (Μυλωνάς), επιστρατευμένος. Υπηρέτησε στο λόχο του Παππά ως οπλοπολυβολητής, πήρε μέρος στις μάχες της Δημητσάνας (στις οπισθοφυλακές), στο σιδηροδρομικό σταθμό Πιτσά στη Βόχα, στα Τρόπαια κλπ. Μετά τη διάλυση κατά το Γενάρη ή Φλεβάρη 1949 με τον Κώστα Σιατερλή από την Πουλακίδα εγκατέλειψαν τη μονάδα τους για να παρουσιαστούν στον εθνικό στρατό. Έμειναν ένα βράδυ στην Κανδήλα, αλλά την επόμενη ημέρα ομάδα μαχητών του ΔΣΕ τους συνέλαβε και επρόκειτο να δικαστούν από το ανταρτοδικείο. Κατά τη διάρκεια της νύχτας κατάφεραν να δραπετεύσουν και παρουσιάστηκαν στον εθνικό στρατό στο Λεβίδι[25]. Καταδικάστηκε με το ελαφρυντικό «της μετρίας συγχύσεως» σε πρόσκαιρα δεσμά 10 ετών και 1 μηνός με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του Εκτάκτου Στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄ τμήμα Ναυπλίου). Στη συνέχεια οδηγήθηκε στη Μακρόνησε και απολύθηκε δυνάμει του  υπ’ αρ.14/1911952 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου λόγω παραγραφής της ποινής κατ’ εφαρμογή του α.ν. 1504/1950.

  1. Ρέππας Αναστάσιος του Περικλή

    Ρέππας Αναστάσιος του Περικλή, επιστρατευμένος, αγρότης. Υπηρέτησε στο λόχο του Παππά ως οπλοπολυβολητής. Πήρε μέρος στη μάχη της Νεμέας και της Δημητσάνας. Μετά τη διάλυση τον συνέλαβαν με τον γεμιστή του στα Τριπόταμα Ηλείας και στη συνέχεια τον μετέφεραν στην Πάτρα και τον έστειλαν στη Βασιλικές Τεχνικές Σχολές της Λέρου[26] ως ανήλικο, όπου παρέμεινε επί 9μηνο και διδάχτηκε την τέχνη του κουρέα. Τον παρέπεμψαν στο Έκτακτο Στρατοδικείο Τρίπολης, στο οποίο παρουσίασε κάποιο έγγραφο της σχολής και τον άφησαν ελεύθερο.

  1. Ρέππας Φίλιππας του Νικολάου

    Ρέππας Φίλιππας του Νικολάου, εθελοντής, αγρότης – μελισσοκόμος. Μάλλον υπηρέτησε στο Κέντρο Πληροφοριών με τους Μιχάλη Μεϊδάνη και Γιάννη Λέκα. Οι τρεις τους εξεβίασαν τους βιομήχανους Αργολίδας Παπαντωνίου και Καραμέλη και τους απέσπασαν χρήματα για τις ανάγκες του Δ.Σ.Ε. Πελοποννήσου με αντάλλαγμα να μη προκαλέσουν ζημιές στις βιομηχανικές τους εγκαταστάσεις. Στις 18-3-1949 τμήματα στρατού, χωροφυλακής και πολιτών κύκλωσαν το καταφύγιο στη Μάλια Κρλια ανατολικά του Γκερμπεσιού, όπου κρυβόντουσαν και οι Φίλιππος Ρέππας και Μιχάλης Μεϊδάνης μετά τον τραυματισμό τους αυτοκτόνησαν, ενώ ο Γιάννης Λέκκας προσπάθησε να διαφύγει, συνελήφθη όμως από ένοπλους πολίτες. Τον ενταφίασαν στο νεκροταφείο Αγίου Νικολάου Άργους.

  1. Φρίμη Όλγα του Γεωργίου, επιστρατευμένη, μοδίστρα. Υπηρέτησε ως ράφτρα, επιδιορθώνοντας τα ρούχα των μαχητών. Φυλακίστηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Με την υπ’ αρ.104/23071949 απόφαση του Έκτακτου Στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄Τμήμα Ναυπλίου) αθωώθηκε από την πράξη της συμμετοχής σε ομάδα λόγω δεδικασμένου, γιατί είχε δικασθεί και αθωωθεί με απόφαση του στρατοδικείου Κορίνθου και από τις πράξεις της παράνομης στρατολογίας και διάδοσης ανατρεπτικών ιδεών λόγω αμφιβολιών.
  1. Φρίμης Δημήτριος του Γεωργίου, επιστρατευμένος, αγρότης. Μετά από προδοσία τους συνέλαβαν στο κρυσφύγετό τους και τους εκτέλεσαν, άγνωστο πού και πότε.

 

Η ανατολική πλευρά του νεκροταφείου του Ναυπλίου. Έξω από την μάντρα ήταν ο «συνήθης τόπος των εκτελέσεων» των καταδικασμένων από τα κακουργοδικεία και τα έκτακτα στρατοδικεία της 10ετίας του 1940-50. Διαμορφώθηκε σε δρόμο, που ονομάστηκε Γρηγορίου Φαράκου !!!

 

 

Ντούσια (Καλύβια – Μετόχι – Βίλα)

 

 

Από τα Ντούσια υπηρέτησαν στο Δ.Σ.Ε. Πελοποννήσου πέντε (5) μαχητέςž όλοι πήγαν εθελοντικά. Συνεννοούνταν με διερχόμενους αντάρτες και έφευγαν. Ο Χρήστος Νικολάου Διαλιάτσης λιποτάκτησε από τον Ελληνικό Στρατό, όταν είχε έρθει στο σπίτι του με άδεια. Εκτός από τον Νικόλα Λεωνίδα Διαλιάτση κανένας άλλος δεν πέρασε από το σπίτι του για να ιδεί την οικογένειά του κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στο ΔΣΕ. Κατάγονταν όλοι από οικογένειες αγροτοποιμένων.

 

Μαχητές του Δ.Σ.Ε. από τα Ντούσια

 

 

  1. Διαλιάτσης Γεώργιος του Παναγιώτη, εθελοντής, αγροτοποιμένας. Δεν γνωρίζουμε κάτι για την πορεία του στο ΔΣΕ, μάλλον σκοτώθηκε[27].
  2. Διαλιάτσης Γιάννης του Αναστασίου (Τσαμπάση), εθελοντής, αγροτοποιμένας. Κατά μία πληροφορία σκοτώθηκε σε μάχη στον Ταΰγετο.
  1. Διαλιάτσης Νικόλαος του Λεωνίδα εθελοντής, αγροτοποιμένας. Υπηρέτησε στον λόχο του Παππά[28]. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για την ειδικότητα, τη δράση του και το τέλος του. Λέγεται πως σκοτώθηκε.
  1. Διαλιάτσης Παναγιώτης του Γεωργίου (Καραγκούνη), εθελοντής, αγροτοποιμένας. Δεν γνωρίζουμε σε ποια μονάδα υπηρέτησε, ούτε την ειδικότητα και τη δράση του. Καταδικάστηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) σε θάνατο και εκτελέστηκε στην Κόρινθο στις 9-6-1949[29].
  1. Διαλιάτσης Χρήστος του Νικολάου (Ληστής), εθελοντής, αγροτοποιμένας. Λιποτάκτησε από τον Εθνικό Στρατό και κατατάχθηκε στο ΔΣΕ Πελοποννήσου. Βρισκόταν με άδεια στο χωριό του και σκηνοθέτησε σε συνεννόηση με αντάρτικη ομάδα την στρατολόγησή του στο χωριό Δενδρά έξω από το σπίτι του γνωστού κομμουνιστοφάγου Δημητρίου Ουλή (Μπλατσάρα). Μετά τη διάλυση του ΔΣΕ Πελοποννήσου κατέβηκε στο Άργος στην περιοχή Καρακάξα και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του ξαδέλφου του τον οποίο συνάντησε στο δρόμο. Εκείνος του είπε να πάει στο σπίτι και πως θα γύριζε, αφού ψώνιζε. Αντί για ψώνια, πήγε και τον κατέδωσε στην αστυνομία, που τον συνέλαβε. Από το στρατοδικείο Κορίνθου καταδικάστηκε σε θάνατο με ψήφους 3 έναντι 2 και με τη μεσολάβηση του Γκότση, παράγοντα του Άργους και του Τουρκοβασίλη η ποινή του δεν εκτελέστηκε.[30]

 

Παναρίτη

 

Εθελοντής μαχητής δεν υπήρξε από το Παναρίτη, ούτε επιστράτευση μαχητών έγινε. Τον Γεώργιο Ιωάν. Πουλά (Μπίχτο) και γνωστό γλεντζέ αποσπάσματα μαχητών τον συνάντησαν δύο φορές σε χωριά της Αργολίδας και τον πήραν μαζί τους. Και τις δύο φορές απέδρασε, τη μία με ανοχή του Γιάννη Κώνστα και την άλλη μάλλον του Μιχάλη Μεϊδάνη.

 

Πολυβολείο του εμφυλίου πολέμου στην παλαιά εθνική οδό Άργους – Κορίνθου.

 

Πουλακίδα

 

Τη στρατολογία στο Μάνεσι, στα Δένδρα και στην Πουλακίδα έκανε ο λόχος του Γιάννη Παππά ταυτόχρονα στα τρία χωριά στις 18 Σεπτεμβρίου 1948.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από την Πουλακίδα

 

  1. 1. Γιαννάκος Δημήτριος του Κωνσταντίνου;, αγρότης, επιστρατευμένος. Μετά τη στρατολόγησή του και κατά τη διάρκεια της πορείας προς Τάτσι όταν έφτασαν στο χωριό Δούκα συνεννοήθηκε με τον ομοχώριό του και επιστρατευμένο Γιάννη Κατσαλούλη και μαζί οι δυο τους έφυγαν και περπατώντας μέσα στη νύχτα κατάφεραν και γύρισαν στην Πουλακίδα.
  1. Διαμαντής Ιωάννης του Γεωργίου (Γκατζιούμπας), επιστρατευμένος, αγρότης. Όταν έφτασαν στα Λυκούρια τον απέλυσαν, ίσως γιατί τον θεώρησαν ακατάλληλο για τις συνθήκες του ανταρτοπολέμου. Τον παρέλαβε στο Τάτσι ο Γιάννης Κώνστας από τη Μιδέα (Γκέρμπεσι), ο οποίος τον φόρτωσε σε μια φοράδα και τον έφερε μέχρι τη Στέρνα. Συνέχισε με τα πόδια μέχρι την Πουλακίδα. Παρουσιάστηκε στις Αρχές[31] και με την υπ΄αρ. 105/2371949 απόφαση του Εκτάκτου Στρατοδικείο Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) απαλλάχτηκε πάσης ποινής λόγω πλήρους συγχύσεως.
  1. 3. Κατσαλούλης Γιάννης του Ευθυμίου, επιστρατευμένος, αγρότης. Μετά τη στρατολόγησή του και κατά τη διάρκεια της πορείας προς το Τάτσι, όταν έφτασαν στο χωριό Δούκα, συνεννοήθηκε με τον ομοχώριό του και επιστρατευμένο Δημήτριο Γιαννάκο και μαζί οι δυο τους έφυγαν και περπατώντας μέσα στη νύχτα κατάφεραν και γύρισαν στην Πουλακίδα.
  1. Παναγής Περικλής του Κωνσταντίνου (Σιαφάκας), εθελοντής, αγρότης. Με τη διάλυση τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στο «στρατόπεδο συγκέντρωσης κομμουνιστο-συμμοριτών»του ΓΕΣ στην Τρίπολη. Δικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Τρίπολης και τον εξόρισαν για 2,5 έτη στον Πολύκαρπο Ικαρίας. Στο στρατόπεδο της Τρίπολης γνώρισε τη συναγωνίστριά του Χάρη Νικολοπούλου από την Πουρναριά (Ποδογορά) Γορτυνίας με την οποία εγκαταστάθηκαν στην Πουλακίδα και παντρεύτηκαν. Η Χάρις είχε πάρει μέρος στη μάχη του Αγ. Βασιλείου Κυνουρίας στις 21-1-1949.
  1. Σιατερλής Κωνσταντίνος του Δημητρίου (Κωστούρος), επιστρατευμένος, αγρότης. Ήταν στρατιώτης και είχε έρθει στο χωριό με άδεια, τον βρήκαν και τον επιστράτευσαν. Μετά τη διάλυση κατά το Γενάρη ή Φλεβάρη 1949 με τον Τρύφωνα Παπαγεωργόπουλο από τη Μιδέα εγκατέλειψαν τη μονάδα τους για να παρουσιαστούν στον εθνικό στρατό. Έμειναν ένα βράδυ στην Κανδήλα, αλλά την επόμενη ημέρα ομάδα μαχητών του ΔΣΕ τους συνέλαβε και επρόκειτο να δικαστούν από το ανταρτοδικείο. Κατά τη διάρκεια της νύχτας κατάφεραν να δραπετεύσουν και παρουσιάστηκαν στον εθνικό στρατό στο Λεβίδι Αρκαδίας.

 

Φύχτια

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τα Φίχτια [32]

  

  1. Βασιλόπουλος Αθανάσιος του Ανδρέα

    Βασιλόπουλος Αθανάσιος του Ανδρέα, εθελοντής μαχητής, αγρότης. Σκοτώθηκε σε σύγκρουση με τη χωροφυλακή στην περιοχή της Στέρνας Αργολίδας στις 19-1-1949[33], ενώ κατ΄ άλλη εκδοχή χιτομάϋδες τον εκτέλεσαν κάπου στον Αργολικό κάμπο[34].

  2. Βασιλόπουλος Γεώργιος

    Βασιλόπουλος Γεώργιος, επιστρατευμένος. Τον συνέλαβαν και από το στρατόπεδο της Πάτρας τον έστειλαν στη Βασιλικές Τεχνικές Σχολές της Λέρου[35] ως ανήλικο. Τον παρέπεμψαν να δικασθεί στο Έκτακτο Στρατοδικείο της Τρίπολης, όπου παρουσίασε κάποιο έγγραφο της σχολής και τον άφησαν ελεύθερο.

  3. Δανόπουλος Παναγιώτης του Δημητρίου

    Δανόπουλος Παναγιώτης του Δημητρίου (Αλατζάς), εθελοντής, ελεύθερος σκοπευτής στην ομάδα Μπαβελή. Σκοτώθηκε σε σύγκρουση με τη χωροφυλακή στην περιοχή Χάνι Φιχτίων στις 17-1-1949[36].

  4. Μπαβελής Γεώργιος του Ανδρέα, εθελοντής μαχητής, ελεύθερος σκοπευτής, σκοτώθηκε σε σύγκρουση με χιτομάϋδες στη θέση «Ρωμαίικα» Φιχτίων (σπηλιά Βολυμίρι) στις 15-1-1949[37], τους αποκεφάλισαν όλους.
  5. Μπαβελής Δημήτριος του Ανδρέα

    Μπαβελής Δημήτριος του Ανδρέα (Καπετάν Ραμαντάνος), εθελοντής, επικεφαλής ομάδας ελεύθερων σκοπευτών. Στην περιοχή Χάνι Φιχτίων, στις 17-1-1949 ομάδα χωροφυλάκων τους κύκλωσε και τους εκτέλεσαν όλους, εκτός από τον Δημήτριο Μπαβελή, που κατάφερε να διαφύγει∙ πολίτες τον συνέλαβαν στην περιοχή του αεροδρομίου του  Άργους και τον παρέδωσαν στην Χωροφυλακή, τον χλεύασαν στην αγορά του Άργους και αργότερα τον εκτέλεσαν[38].

  6. Τασόπουλος Χαράλαμπος του Αναστασίου, εθελοντής, ελεύθερος σκοπευτής, σκοτώθηκε σε σύγκρουση με χιτομάϋδες στη θέση «Ρωμαίικα» Φιχτίων (σπηλιά Βολιμίρι) στις 15-1-1949[39]∙ τους αποκεφάλισαν όλους.

 

Α.  Η Ομάδα των ελεύθερων σκοπευτών του Δημ. Μπαβελή

 

1) Μπαβελής Δημήτριος, από τα Φίχτια.

2) Δανόπουλος Παναγής ή Αλατζάς από τα Φίχτια (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

3) Κατεμής Δημήτριος ή Γκαβανάς από τα Φιχτια (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

4) Παπαϊώάννου Ιωάννης του Παντελή από την Αμυγδαλίτσα (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949) (αναφέρεται λανθασμένα ως Κακούρος Γεώργιος).

5) Μελέτης Μιχαήλ από τις Λίμνες (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

6) Καραγιάννης Ευάγγελος; από τον Αγ. Ανδριανό (Κατσίγκρι).

7) Σελιώτης από το Στεφάνι (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

8) Μπαλάφας ή Λέγκας από το Στεφάνι (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

Σε σύγκρουση με ομάδα χωροφυλάκων στην περιοχή Χάνι Φιχτίων στις 17-1-1949 σκοτώθηκαν όλοι (6) εκτός από τον Δημ. Μπαβελή, που τραυματίστηκε. Τον συνέλαβαν αργότερα στον αργολικό κάμπο και τον εκτέλεσαν.

 

Β.  Εκτελεσμένοι στη σπηλιά Βολιμήρι της περιοχής Φιχτίων στις 15-1-1949 σε σύγκρουση με ομάδα χιτομάϋδων. Μετά την εκτέλεση έκοψαν όλων τα κεφάλια, τα κόλλησαν σε ξύλα και εν πομπή κατέβαιναν προς το Αργος. Το γεγονός πληροφορήθηκε ο διοικητής χωροφυλακής  Αργους και τους εμπόδισε να μπουν στην πόλη.

(Ο κατάλογος δεν εξαντλεί τα μέλη της ομάδας).

1) Μπαβελής Γεώργιος από τα Φίχτια. (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

2) Τασσόπουλος Χαράλαμπος από τα φίχτια. (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

3) Τσετσέκος Κώστας από τα φίχτια. (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

4) Κακούρος χρήστος από τις Λίμνες. (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

 

Υποσημειώσεις


[1] Συνέντευξη του Θανάση Δήμα μαχητή του ΔΣΕ στον γράφοντα.

[2] Η ελληνική νεολαία στον 20ό αιώνα. Πολιτικές διαδρομές, κοινωνικές πρακτικές και πολιτιστικές εκφράσεις, Θεμέλιο 2010. Τασούλα Βερβενιώτη: «Οι ανήλικοι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Από τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου», σελ. 238-258.

[3] Αφήγηση του αδελφού του Δημ. Βλάχου.

[4] Εφημερίδα ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[5] Αφήγηση Θεοδ. Τσίγκα.

[6] Αφήγηση Κων. Δρούλια, αδελφού του μαχητή.

[7] Αφήγηση Αναστ. Κουτροφίνη Κολέση.

[8] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[9] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[10] Εφημερίδα ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2136/30-1-1949.

[11] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2136/30-1-1949.

[12] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[13] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[14] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[15] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2136/30-1-1949.

[16] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[17] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[18] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949 και βούλευμα Συμβ. Εφετών Ναυπλίου 126/1951.

[19] Θανάσης Δήμας.

[20] Εφημερίδα ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[21] Θανάσης Δήμας, σε συνέντευξη στον γράφοντα.

[22] Αφήγηση Θανάση Δήμα στον γράφοντα.

[23] Εφημερίδα του Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φύλλου 2144/25-3-1949.

[24] Εφημερίδα του Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φύλλου 2144/25-3-1949.

[25] Διήγηση του γιού του Κώστα στον γράφοντα.

[26] Η ελληνική νεολαία στον 20ό αιώνα. Πολιτικές διαδρομές, κοινωνικές πρακτικές και πολιτιστικές εκφράσεις, Θεμέλιο 2010. Τασούλα Βερβενιώτη: «Οι ανήλικοι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Από τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου», σελ. 238-258.

[27] Ο Δ. Παλαιολογόπουλος «Το 4ο Συγκρότημα του Δ.Σ. Πελοποννήσου» εκδόσεις ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ, Αθήνα, 2014, σελ.167, αναφέρει πως στις 12-2-1949 απόσπασμα χωροφυλακής ανακάλυψε πάνω από τα Τρίκαλα σπηλιά με αντάρτες μεταξύ των οποίων και «ο Γιώργος Δαλάκης από το Μάνεσι του Άργους» και παραπέμπει σε Γιώτα Μεγρέμη, χειρόγραφη αφήγηση, Λέφα ..σταυροί σελ. 64. Όμως, Δαλάκης από το Μάνεσι Άργους, Ναυπλίου ορθότερα, δεν υπήρξε, άλλωστε το επώνυμο Δαλάκης είναι εντελώς άγνωστο στα αρβανητοχώρια της Αργολίδας, ενώ με το όνομα Γιώργος ήσαν οι μαχητές από ο Μάνεσι Γεώργιος Δήμας (Κακαρίζης) και Γεώργιος Καραμάνος (Ντουρντούλας), που επέζησαν. Νομίζω πως βάσιμα μπορούμε να ταυτοποιήσουμε το επώνυμο Δαλάκης με το επώνυμο Διαλιάτσης, αφού ηχητικά δεν απέχουν και να δεχτούμε πως πρόκειται για τον Διαλιάτση Γεώργιο του Παναγιώτη από το χωριό Ντούσια. Προσθέτουμε ακόμη πως ο οικισμός Ντούσια ή Μετόχι διοικητικά υπαγόταν στην κοινότητα Μάνεσι της Αργολίδας και η μεταξύ τους απόσταση δεν είναι μεγαλύτερη από δύο χιλιόμετρα.

[28] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[29] Αναφορά του Διοικητή του αστυνομικού σταθμού Πρόνοιας Ναυπλίου προς τον εισαγγελέα εφετών Ναυπλίου.

[30] «Υπό του Υπομοιράρχου κ. Κάβουρα συνελήφθη κρυπτόμενος εις την αγροικίαν εν Χαλέπα (Αργους) Γ. Σελή ο συμμορίτης Διαλιάτσης Χρ.». Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[31] Πληροφορίες από τον Αναστάσιο Θεοδ. Παπαγεωργόπουλο, συγγενή του και κάτοικο Γκέρμπεσι.

[32] Οι φωτό των Βασιλόπουλου Αθ., Δανόπουλου Π. και Μπαβελή Δ. έχουν ληφθεί από το βιβλίο της Ελένης Μπαβελή «Καθρέπτης ψυχής».

[33] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2135/23-1-1949.

[34] Ελένη Μπαβελή, «Καθρέπτης ψυχής», σελ. 222, Άργος, 2019.

[35] Η ελληνική νεολαία στον 20ό αιώνα. Πολιτικές διαδρομές, κοινωνικές πρακτικές και πολιτιστικές εκφράσεις, Θεμέλιο 2010. Τασούλα Βερβενιώτη: «Οι ανήλικοι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Από τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου», σελ. 238-258.

[36] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2135/23-1-1949.

[37] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2135/23-1-1949).

[38] Ελένη Μπαβελή, «Καθρέπτης ψυχής», σελ. 84, Άργος 2019. Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2136/31-1-1949.

[39] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2135/23-1-1949.

 

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας*

Αθήνα, Ιανουάριος 2020

*Ο Χρίστος Κώνστας γεννήθηκε στο χωριό Μιδέα (Γκέρμπεσι) της Αργολίδας το 1936. Φοίτησε στα δημοτικά σχολεία Γκέρμπεσι και Μάνεσι. Τελείωσε το Γυμνάσιο του Άργους και πήρε το πτυχίο της νομικής σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών. Διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο της Αθήνας και συνταξιοδοτήθηκε το 2006 μετά από 40 έτη εργασίας.

 

Read Full Post »

Η Μακρόνησος μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού


 

Τασούλα Βερβενιώτη, «Αναπαραστάσεις της Ιστορίας. Η δεκαετία του 1940 μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού», Εκδόσεις Μέλισσα 2009, σελ. 112-133 (στην παρούσα δημοσίευση δεν περιλαμβάνονται οι φωτογραφίες).

Εάν το «πείραμα» των αναμορφωτηρίων κείτεται σήμερα σε άμορφα ερείπια πάνω στα γυμνά βράχια της Μακρονήσου, το πτώμα του δεν έπαψε να μυρίζει. Και πρέπει κάποτε να θαφτεί. (Νίκος Μάργαρης [1])

 

Η Μακρόνησος, το νησί από όπου πέρασε η Ωραία Ελένη, απέναντι από τα ανατολικά παράλια της Αττικής, με πρόσβαση από το Λαύριο, έχει μήκος 18 και φάρδος ένα χιλιόμετρο. Δεν έχει νερό και δεν κατοικείται, αν και υπάρχουν προϊστορικά ευρήματα. Η μνήμη της όμως είναι συνδεδεμένη με βασανιστήρια, «Νταχάου» την ονόμασαν, και με τον εξευτελισμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που οδήγησαν σε σωρεία υπογραφών δηλώσεων μετανοίας. Τα βασανιστήρια καταγγέλθηκαν ήδη από το 1947 στην ελληνική και παγκόσμια κοινή γνώμη και συζητήθηκαν στον ΟΗΕ. Ωστόσο, την εποχή της λειτουργίας της, οι αντικομμουνιστές εξέφραζαν έναν υπέρμετρο θαυμασμό για το έργο που συντελούνταν στη Μακρόνησο και για το μεγάλο αριθμό «ανανηψάντων». Ο θαυμασμός όμως έμεινε να αιωρείται στο κενό μετά τα αποτελέσματα των εκλογών του Μαρτίου 1950, όπου πάνω από το 50% των «αναμορφωμένων» ψήφισε αριστερά ή κέντρο.

Στη Μακρόνησο λειτούργησαν πολλά στρατόπεδα. Η χρησιμοποίηση της ως χώρος εγκλεισμού αποφασίστηκε στο ΓΕΣ τον Απρίλιο του 1947 και η λειτουργία της ανατέθηκε στη Διεύθυνση Β ΧΙ, με Δ/ντη τον Ταξίαρχο Μπαϊρακτάρη. Οι στρατιώτες που στέλνονταν εκεί ονομάζονταν σκαπανείς και ήταν άοπλοι, εξαιτίας των πολιτικών τους φρονημάτων. Στη Μακρόνησο όμως λειτούργησαν και στρατόπεδα για πολίτες, ιδιώτες τους ονόμαζαν. Το παράδοξο είναι ότι, όσο μειωνόταν ο αριθμός των στρατιωτών, τόσο αυξανόταν ο αριθμός των πολιτών.

Όλα τα στρατόπεδα βρίσκονταν στη δυτική πλευρά του νησιού, από όπου διέκρινε κανείς πολύ καλά την Αττική. Στο νοτιότερο άκρο ήταν οι Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ), οι οποίες είχαν μεταφερθεί από την οδό Βουλιαγμένης, και στο βορειότερο, στις θέσεις Τρισανέμι και Αη Γιώργη, τα στρατόπεδα των πολιτικών εξορίστων. Στον ενδιάμεσο χώρο ήταν τα τρία Τάγματα Σκαπανέων: το Α΄ στο μέσο, προς βορράν το Β΄ και νοτιότερα, κοντά στις ΣΦΑ, το Γ΄ Τάγμα. Ανάμεσα στο Γ΄ και στο Α΄ ήταν το «Κέντρο», όπου έδρευε ο στρατοπεδάρχης όλου του νησιού.

Η πρώτη επίσκεψη του εκπροσώπου του ΔΕΣ (Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού), Α. Λαμπέρ, στη Μακρόνησο έγινε τον Ιούνιο 1948. Τότε, εκτός από το Γ΄ Τάγμα, το επονομαζόμενο «Γαλάζιο», ήδη και το Α΄ Τάγμα, το «Κόκκινο», μετά τα αιματηρά γεγονότα του Μαρτίου 1948, τον θάνατο κρατουμένων φαντάρων και τη δίκη για «στάση» που ακολούθησε [2], είχε δεχτεί τα νάματα της «ανάνηψης». Τα βασανιστήρια είχαν ήδη δει το φως της δημοσιότητας και οι εκθέσεις του ΔΕΣ (Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού) χαρακτηρίζονται «άκρως εμπιστευτικές». Οι εκπρόσωποί του επισκέφτηκαν δύο στρατόπεδα ιδιωτών και το «Κέντρο», όπου βρισκόταν και το στρατόπεδο των αξιωματικών.

 

Το εξώφυλλο του βιβλίου της Τασούλας Βερβενιώτη, «Αναπαραστάσεις της Ιστορίας. Η δεκαετία του 1940 μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού», Εκδόσεις Μέλισσα 2009.

 

Τα ΕΤΑΞ

 

Το «Γ΄ Κέντρο Παρουσίας Αξιωματικών» ή Στρατόπεδο Δημοκρατικών Αξιωματικών ιδρύθηκε το Σεπτέμβρη του 1947 από αξιωματικούς του ΕΛΑΣ που βρίσκονταν ήδη στα νησιά της εξορίας και από έφεδρους αξιωματικούς αποδεδειγμένα μη κομμουνιστές (Βήμα 6.12.47). Σπουδαία προσωπικότητα μεταξύ των κρατουμένων ο Κ. Δεσποτόπουλος, υφηγητής τότε της Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο Διοικητής του στρατοπέδου και τότε στρατοπεδάρχης Μακρονήσου, συνταγματάρχης Δαούλης, γνωστός και ως «Γάτος», του ανέθεσε την ομιλία για την επέτειο της 25ης Μαρτίου 1948. Επειδή όμως θεώρησε ότι ο λόγος του δεν ήταν μέσα στα πλαίσια της εθνικοφροσύνης, του είπε «Σκάσε!» και αποχώρησε.

Η καθαίρεσή των αξιωματικών έγινε στις 7 Απριλίου 1948. Τους πήραν τα πηλήκια και όταν τους κούρεψαν τους έβγαλαν και φωτογραφίες. Την προηγούμενη μέρα, με την ευκαιρία της επετείου της χιτλερικής επίθεσης στην Ελλάδα, τους είχαν οδηγήσει στο Γ΄Τάγμα, όπου οι «αναμορφωμένοι» φαντάροι τους διαπόμπευσαν με φωνές, κατάρες, βλαστήμιες και λιθοβολισμούς. Όσοι δεν υπέγραψαν, 147 αρχικά και στη συνέχεια 29, μεταφέρθηκαν σε άλλο κλωβό, πιο μακριά, στη χαράδρα [3].

Τον Ιούνιο του 1948 που πήγε ο Α. Λαμπέρ, το στρατόπεδο είχε 650 άνδρες, τους οποίους η διοίκηση τους είχε κατατάξει σε τέσσερις κατηγορίες ανάλογα όχι μόνο με τα φρονήματα αλλά και με την πίστη τους στο καθεστώς. Η κατηγορία Α΄ περιλάμβανε τους νομιμόφρονες, οι οποίοι σύντομα θα επέστρεφαν στις μονάδες τους. Η Β΄ αξιωματικούς που δεν ήταν πλήρως νομιμόφρονες και είχαν ακόμα ανάγκη αναμόρφωσης. Στην Γ΄κατηγορία ανήκαν οι νεοφερμένοι που δεν θεωρούνταν ανεπίδεκτοι αναμόρφωσης. Η Δ΄ περιλάμβανε κυρίως αξιωματικούς της εφεδρείας και κάποιους άλλους όχι επικίνδυνους αλλά αμετανόητους που σκόπευαν να τους διαγράψουν από τις τάξεις του στρατού [4].

Τον Αύγουστο του 1948, οι «αναμορφωμένοι» αξιωματικοί έφυγαν από τη Μακρόνησο, πήραν όπλα, καθώς και τη σημαία από τα χέρια του βασιλιά, στη διάρκεια μιας πανηγυρικής τελετής στο Στάδιο. Έτσι δημιουργήθηκαν τα Ειδικά Τάγματα Αξιωματικών (ΕΤΑΞ), τα οποία στάλθηκαν στο μέτωπο για να πολεμήσουν τους «κομμουνιστάς». Στα ΕΤΑΞ συμμετείχαν και φαντάροι, αρχικά κυρίως από το Γ΄ Τάγμα, το «Γαλάζιο» [5]. Μετά την αποχώρηση των αξιωματικών, το «Κέντρο» παρέμεινε ως έδρα του στρατοπεδάρχη. Εκεί κτίστηκε αργότερα και το Νοσοκομείο.

 

Τα Τάγματα Σκαπανέων

 

Το Γ΄ Τάγμα Σκαπανέων ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1947 και άνοιξε το δρόμο για τη μαζική «ανάνηψη» των στρατιωτών. Παρομοιαζόταν με «κολυμπήθρα του Σιλωάμ», όπου οι «εαμοβούλγαροι» αναβαπτίζονταν στα νάματα της εθνικοφροσύνης και έβγαιναν απαλλαγμένοι από το μικρόβιο του κομμουνισμού. Στο γκρι τοπίο και στο βαρύ κλίμα της Μακρονήσου το γαλάζιο της θάλασσας και η δυνατότητα να κάνουν μπάνιο αποτελούσε μια παρηγοριά.

Η επιχείρηση αναμόρφωσης είναι συνδεδεμένη με το όνομα του Ταγματάρχη Π. Σκαλούμπακα, ο οποίος υπήρξε αρχικά υποδιοικητής και στη συνέχεια Διοικητής του Γ΄Τάγματος, μέχρι το Σεπτέμβριο του 1948. Άμεσος βοηθός του ο Μάκης Δόγκας, πρώην κομμουνιστής, αρχισυντάκτης του περιοδικού Σκαπανεύς, συντάκτης του Ύμνου του Γ΄Τάγματος και δημιουργός της χορωδία που το τραγουδούσε. Η εκκλησία, την οποία έκτισαν οι φαντάροι και διακόσμησαν μετά από έρανο, είχε ονομαστεί, συνδηλωτικά, Απόστολος Παύλος. Όπως ο Παύλος, από φανατικός αντίπαλος του χριστιανισμού μετατράπηκε σε φανατικό υπέρμαχο, έτσι και οι φαντάροι θα….

 

Καθαριότητα, Γ’ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών Μακρονήσου, 1953 (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Όταν οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ επισκέφθηκαν τη Μακρόνησο, τον Ιούνιο του 1948, τα τρία Τάγματα είχαν 15.300 άνδρες και η Διοίκηση τους πληροφόρησε ότι 5.000 είχαν ήδη επανενταχθεί στο στρατό. Οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ, πήγαν ή τους πήγαν στο Γ΄ Τάγμα, το οποίο εκείνη την εποχή λειτουργούσε ως «βιτρίνα». Τους έκανε εξαιρετική εντύπωση. Οι σκηνές ήταν βαλμένες τακτικά, οι κουβέρτες επαρκείς, τα κτίρια της διοίκησης καλής κατασκευής. Το μενού και οι μερίδες ήταν αναρτημένα μια εβδομάδα νωρίτερα, για να λαμβάνει γνώση ο καθένας. Η Έκθεσή του Α. Λαμπέρ αποπνέει ένα θαυμασμό. Γράφει ότι οι φαντάροι το πρωί έπιναν τσάι ή καφέ, το μεσημέρι έτρωγαν ψάρι ή κρέας με λαχανικά, το βράδυ σούπα με λαχανικά ή ζυμαρικά, όλα φτιαγμένα με λάδι. Οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ δοκίμασαν τη σούπα και την αξιολόγησαν ως πολύ καλής ποιότητας και επαρκούς ποσότητας. Ενημερώθηκαν ότι η μερίδα του ψωμιού ήταν 250 δράμια (800 γραμ.). Σημείωσαν ότι δεν υπήρχε εστιατόριο, αλλά υπήρχε καντίνα ευπρόσιτη σε όλους, που λειτουργούσε υπό την εποπτεία της Διοίκησης και διέθετε και χυμούς. Η καντίνα διέθετε επίσης και μεγάφωνα για να ακούν ραδιόφωνο [6].

Τα ρούχα και τα παπούτσια τους φάνηκαν σε εξαιρετική κατάσταση και οι σχέσεις των στρατιωτών με τη διοίκηση «εγκάρδιες». Οι «ανανήψαντες» έπαιρναν και άδειες για το σπίτι τους. Όσοι θα επανεντάσσονταν σύντομα στο Στρατό έπαιρναν 2.500 δραχμές την ημέρα, όσοι ήταν υπό «επιτήρηση» 500 δραχμές. Το Τάγμα χορηγούσε και έντεκα τσιγάρα την ημέρα. Η Διοίκηση τους ενημέρωσε ότι η καταναγκαστική εργασία δεν ήταν υποχρεωτική, αλλά οι στρατιώτες «συγύριζαν» το στρατόπεδο, κατασκεύαζαν και βελτίωναν τους δρόμους που το συνέδεαν με τα άλλα. Το πρωί οι κρατούμενοι έκαναν ασκήσεις και όσοι ήταν αναλφάβητοι παρακολουθούσαν μαθήματα στοιχειώδους εκπαίδευσης. Τα απογεύματα ήταν αφιερωμένα σε θεωρητικά μαθήματα και η παρουσία όλων ήταν υποχρεωτική. Το Τάγμα διέθετε μια μικρή ορχήστρα με κιθάρες και καλούς τραγουδιστές, καθώς και μία μπάντα. Η χορωδία του είχε κάνει επιτυχή εμφάνιση στη Σύρο, όπου και η ποδοσφαιρική ομάδα «Μακρόνησος» είχε νικήσει την αντίστοιχη της Σύρου με 6-0.

Την ιατρική περίθαλψη, η οποία εξασφαλιζόταν από στρατιωτικούς γιατρούς και νοσοκόμους, τη βρήκαν επαρκή. Οι βαριά ασθενείς μεταφέρονταν στο στρατιωτικό νοσοκομείο Αθηνών, ενώ στο νοσηλευτήριο του Τάγματος βρίσκονταν 40 ασθενείς. Είχαν μεγάλη έλλειψη από φάρμακα και εργαλεία, αλλά και από ζάχαρη και ο ΔΕΣ υποσχέθηκε να συμβάλει.

Οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ, γνώστες των δημοσιευμάτων για τα βασανιστήρια, αλλά και «ενθουσιασμένοι από τη συμπεριφορά όχι μόνο των αρχών αλλά κυρίως από την έκφραση της συμπάθειας των στρατιωτών απέναντι τους» θεώρησαν ότι στους πρώτους έξι μήνες έγιναν «κάποια λάθη κυρίως ψυχολογικού τύπου», αλλά ότι έχει γίνει μια «αξιοσημείωτη επανόρθωση» από νέους αξιωματικούς, ειδικά επιλεγμένους, οι οποίοι κατηύθυναν τη διαδικασία αναμόρφωσης. Οι νεοφερμένοι μοιράζονταν αναλογικά στα τρία τάγματα και μεγάλο μέρος της αναμόρφωσης γινόταν από τους συντρόφους τους. Και η Έκθεση καταλήγει ότι, αν και κινήθηκαν ελεύθερα μεταξύ των στρατιωτών, κανείς δεν εξέφρασε κανένα παράπονο [7].

Η επόμενη επίσκεψη των εκπροσώπων του ΔΕΣ έγινε το Δεκέμβρη 1948. Στο διάστημα των έξι μηνών που μεσολάβησε από την πρώτη επίσκεψη η δύναμη των τριών Ταγμάτων είναι μειωθεί σχεδόν στο μισό: το Α΄ Τάγμα είχε 4.000 άνδρες με Διοικητή τον Αντώνη Βασιλόπουλο, το Β΄ 2.500 άνδρες με Διοικητή το Γιώργο Τζανετάτο, ο οποίος αργότερα φυλακίστηκε για κατάχρηση του επιδόματος των κρατουμένων [8] και το Γ΄ 2.300 με Διοικητή το Γιώργο Σγούρο. Το στρατόπεδο αξιωματικών είχε 702. Επρόκειτο να ενταχθούν στο στράτευμα ακόμα 1.600 στρατιώτες.

Ο Α. Λαμπέρ σημειώνει ότι οι συνθήκες δεν είχαν αλλάξει. Οι στρατιώτες τρέφονταν με 3.300 έως 3.900 θερμίδες την ημέρα. Μόνο στην καντίνα οι τιμές είχαν αυξηθεί κατά 10%. Με τα χρήματα αυτά όμως σκόπευαν να αγοράσουν μουσικά όργανα, δίσκους γραμμοφώνου, είδη αθλητισμού, να δημιουργήσουν δικό τους ραδιοφωνικό σταθμό, να ανεβάσουν θεατρικές παραστάσεις και να βοηθήσουν τις οικογένειες των στρατιωτών που είχαν ανάγκη. Η «αναμόρφωση» είχε οργανωθεί καλύτερα. Σε κάθε στρατόπεδο είχε ιδρυθεί Γραφείο Ηθικής και Εθνικής Αγωγής, με τμήμα συνεδρίων, τμήμα τύπου (Βλ. Παράρτημα, τέχνης (μουσική, θέατρο) καθώς και τμήμα αθλητισμού. Υπήρχε μεγάλη πειθαρχία. Οι Διοικητές ενδιαφέρονταν όμως για τους άντρες τους και εκείνοι τους αποκαλούσαν «παππού» ή «μπαμπά» [9].

 

Το θέατρο του Γ’ Τάγματος Σκαπανέων, 5/7/1948 (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Μετά από μερικούς μήνες, τον Απρίλιο του 1949, η δύναμη των τριών Ταγμάτων είχε μειωθεί ακόμα περισσότερο. Το Α΄ είχε 1.700 άντρες, το Β΄ 3.500 και το Γ΄ 2.500. Αξιωματικοί 500. Ο ραδιοφωνικός σταθμός είχε αρχίσει τις εκπομπές του και είχε αρχίσει να κατασκευάζεται μια αίθουσα φαγητού για τους αξιωματικούς καθώς και το νοσοκομείο. Ο Α. Λαμπέρ στην Έκθεσή του σημειώνει ότι είναι «αδύνατο» να περιγράψει κανείς την εντύπωση που αποκομίζει από αυτά τα στρατόπεδα, τα περιφραγμένα με αγκαθωτό σύρμα, καθώς και από το πνεύμα που τα διακατέχει. Αναφέρει ότι ρώτησε για κάποιον που ήταν κουρεμένος «γουλί», εάν ήταν νεοσύλλεκτος και του απάντησαν ότι μετά από μερικούς μήνες παραμονής στη Μακρόνησο χορηγούσαν στους φαντάρους μια 48ωρη άδεια. Ο συγκεκριμένος στρατιώτης παραβίασε την άδεια του και το κούρεμα «εν χρω» ήταν τιμωρία, γιατί κανείς, εκείνη την εποχή, δεν ήθελε να τον δουν έτσι [10].

Το γεγονός αυτό δίνει μια εξήγηση γιατί, τους αξιωματικούς, όταν τους καθαίρεσαν, τους κούρεψαν και επιπλέον τους φωτογράφισαν κουρεμένους. Στη Μακρόνησο η βία δεν ήταν μόνο σωματική. Το σύστημα αναμόρφωσης στόχευε στον εξευτελισμό του ανθρώπου, δημιουργώντας μια κατάσταση συνεχούς ψυχικής αγωνίας, άγχους και απροσδιόριστου φόβου που άγγιζε κάθε πλευρά της ανθρώπινης συγκρότησης και καθημερινότητας, ακόμα και τις «τρίχες». Εκείνη την εποχή το μουστάκι θεωρείτο συνώνυμο του ανδρισμού. Στη Μακρόνησο το ξερίζωναν. Κάποιοι, για να αποφύγουν τη σωματική βία (τον πόνο από το ξερίζωμα) και την ηθική (τον εξευτελισμό) αποφάσιζαν να το ξυρίσουν μόνοι τους. Συνειδητά ή ασυνείδητα μια τέτοια ενέργεια συνιστούσε μια πράξη υποταγής, μια άλλου είδους δήλωση μετανοίας. Ωστόσο οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ ήταν πολύ μακριά από όλα αυτά.

 

Άποψη του Β’ Τάγματος Σκαπανέων (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Στρατόπεδα για «ιδιώτες»

 

Μπορεί η Μακρόνησος να δημιουργήθηκε από το ΓΕΣ, η παρουσία όμως των πολιτών, οι οποίοι ανήκαν στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως και του υπουργείου Δικαιοσύνης, ήταν έντονη. Η έννοια του πολίτη, του ανθρώπου που ασχολείται με τα κοινά, με τα δημόσια, με την πολιτική, ήταν ίσως ακατανόητη για τους στρατιωτικούς που εμπνεύστηκαν και οργάνωσαν τη Μακρόνησο, γι αυτό χρησιμοποίησαν τη λέξη «ιδιώτης». Τα στρατόπεδα πολιτών τα ονόμαζαν «Στρατόπεδα Ιδιωτών». Από αυτά «πέρασαν» όλες οι προσωπικότητες της αριστεράς που δεν πήγαν φυλακή ή δεν βρέθηκαν «έξω» ως πολιτικοί πρόσφυγες, αλλά και «προληπτικοί» επαρχιώτες, συγγενείς ανταρτών, άντρες γυναίκες και παιδιά που είχαν συλληφθεί για προληπτικούς λόγους, επειδή βοηθούσαν τους αντάρτες ή πιθανόν να τους βοηθούσαν.

Στη διάρκεια της πρώτης τους επίσκεψη στη Μακρόνησο οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ, Α. Λαμπέρ και ο Ρ. Ροθ, επισκέφτηκαν και τα δύο στρατόπεδα πολιτών. Το «Ειδικό» όπου κρατούνταν οι προληπτικοί, κυρίως από την Πελοπόννησο, το οποίο ανήκε στο Γ΄ Τάγμα Σκαπανέων και το στρατόπεδο «Ιδιωτών», το οποίο βρισκόταν στη ΣΦΑ, όπου κρατούνταν και οι στρατηγοί του ΕΛΑΣ Σ. Σαράφης [11]11, Εμ. Μάντακας (Βλ. Δεκεμβριανά) και Μ. Χατζημιχάλης [12], ο Κ. Γαβριηλίδης, αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος, πρώην βουλευτής, κ.ά..

Τον Ιούνιο του 1948 το στρατόπεδο «ιδιωτών» στη ΣΦΑ, είχε 224 άνδρες, Διοικητή το Λοχαγό της Χωροφυλακής Μιχαλόπουλο και περιβαλλόταν από σύρμα αγκαθωτό. Στην πράξη λειτουργούσαν δύο στρατόπεδα, ένα για τους δεξιούς (δοσίλογους, Μάυδες) και ένα για τους αριστερούς, εξ ολοκλήρου χωρισμένα το ένα από το άλλο, με δικές τους εισόδους. Και η ΣΦΑ είχε δύο στρατόπεδα, ένα για τους κρατούμενους κοινού ποινικού δικαίου (κυρίως ναρκομανείς) και ένα για τους «άλλους», τους πολιτικούς. Όλοι οι κρατούμενοι ζούσαν στοιβαγμένοι σε σκηνές, στις οποίες είχαν κτίσει τοιχία και κοιμόνταν πάνω σε ψάθες ή/και κουβέρτες. Οι γηραιότεροι απολάμβαναν κάποιας εύνοιας και οι σκηνές τους είχαν κρεβάτια.

Μπαίνοντας στο στρατόπεδο ο Α. Λαμπέρ και ο Ρ. Ροθ, συνοδευόμενοι από τον Διοικητή του στρατοπέδου, από τον Γενικό Διευθυντή του υπουργείου Δικαιοσύνης και από τον Διοικητή του Γ΄ Τάγματος (Π. Σκαλούμπακα) συνάντησαν τον Α. Λούλη, μέλος της ΚΕ του ΕΑΜ, τον οποίο ο Α. Λαμπέρ γνώριζε από την Κατοχή και είχαν συνεργαστεί στη διάρκεια των Δεκεμβριανών (βλ. Δεκεμβριανά). Ο Α. Λούλης τους προσκάλεσε στη σκηνή του την οποία μοιραζόταν με πέντε άλλους, μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Μιχάλης Χατζημιχάλης του ΕΛΑΣ [13].

Ο Α. Λούλης, μιλώντας εν ονόματι όλων, έκανε κριτική στις συνθήκες κράτησης και επικαλέστηκε τους συγκρατούμενούς του στρατηγούς Σαράφη, Μάντακα και τον Κ. Γαβριηλίδη. Ο Α. Λαμπέρ σημειώνει «Βρισκόμαστε λοιπόν ενώπιον ενός πραγματικού κομμουνιστικού συνεδρίου» και υπογραμμίζει – μάλλον έκπληκτος – ότι μιλούσαν ελεύθερα μπροστά στους «αξιωματούχους». Ο Α. Λούλης επισήμανε ότι φοβόντουσαν κυρίως τα μέτρα που επρόκειτο να εφαρμοστούν και σε αυτό ήταν σύμφωνος και ο στρατηγός Σαράφης. Ο Α. Λαμπέρ δεν ήθελε ή/και δεν μπορούσε να μπει σε μια συζήτηση πολιτική και διευκρίνισε, όπως έκανε συνήθως, ότι η Συνθήκη της Γενεύης δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στη δική τους περίπτωση και ότι η παρουσία του ΔΕΣ στο στρατόπεδο οφειλόταν στην καλή θέληση των ελληνικών αρχών.

Στην Έκθεση του, όσον αφορά τις συνθήκες κράτησης, μας πληροφορεί ότι η «καταναγκαστική» εργασία δεν ήταν υποχρεωτική, ότι οι κρατούμενοι μπορούσαν να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα, ότι περνούσαν το χρόνο τους διαβάζοντας βιβλία και παίζοντας σκάκι ή τάβλι. Δεν είχαν όμως βιβλιοθήκη, ούτε ορχήστρα, ούτε ράδιο, ούτε θέαμα. Δικαιούνταν να γράφουν ένα γράμμα την εβδομάδα, αλλά δέχονταν απεριόριστα και γράμματα και δέματα. Με τα δέματα που έστελναν οι οικογένειές τους οι περισσότεροι συμπλήρωναν τη διατροφή τους. Δεν υπήρχε εστιατόριο και έτρωγαν κάτω από τις σκηνές. Φορούσαν τα δικά τους ρούχα. Το νερό το μετέφεραν δεξαμενόπλοια από το Λαύριο και θεωρητικά ο κάθε κρατούμενος δικαιούτο οκτώ λίτρα την ημέρα. Τα αποχωρητήρια απολυμαίνονταν με ασβέστη και γινόταν ψεκασμός με DTT. Στην ιατρική περίθαλψη, εκτός από το ιατρικό προσωπικό του υπουργείου Δικαιοσύνης, συμμετείχαν και έξι γιατροί κρατούμενοι και ο ΔΕΣ ενήργησε ώστε να απομακρυνθεί ένας κρατούμενος με ανοικτή φυματίωση [14].

Η επόμενη επίσκεψη στο στρατόπεδο «ιδιωτών», έγινε από τον Α. Λαμπέρ το Δεκέμβρη του 1948. Ως Διοικητής του στρατοπέδου αναφέρεται ο Διοικητής της ΣΦΑ, ο πρώην Συνταγματάρχης του ιππικού Θωμάς Σούλης, γνωστός και με το παρατσούκλι «παππούς». Ανέλαβε Διοικητής στις ΣΦΑ το Μάρτιο του 1948 και έφυγε τον Ιούλιο του 1949, κατηγορούμενος για οικονομικές ατασθαλίες αλλά και για ασέλγεια σε βάρος ανηλίκων [15].

Η σημαντικότερη διαφορά από την προηγούμενη επίσκεψη ήταν ότι ο αριθμός των κρατουμένων είχε αυξηθεί: 902 άνδρες, από τους οποίους οι 808 ήταν υπόδικοι και οι 94 καταδικασμένοι. Οι συνθήκες δεν είχαν αλλάξει. Ο ΔΕΣ έκανε ονομαστική διανομή και φρόντισε να πάρει έστω και κάτι, κάθε ένας από τους 94 καταδικασμένους. Στις γενικές παρατηρήσεις ο Α. Λαμπέρ σημειώνει ότι ένας μεγάλος αριθμός υποδίκων έχει υπογράψει δήλωση, αφού απομόνωσαν τους αρχηγούς σε ένα στρατόπεδο που βρισκόταν στο βόρειο τμήμα της Μακρονήσου, σε 13 χλμ. απόσταση, το οποίο δεν ήταν δυνατόν να το επισκεφτεί, λόγω έλλειψης μεταφορικών μέσων. Εκεί θα εγκαθιστούσαν και τους εξόριστους που θα έφερναν από την Ικαρία [16].

 

Οι πολιτικοί εξόριστοι

 

Το Δεκέμβριο του 1948, τελικά όλο το στρατόπεδο των πολιτών από το νοτιότερο άκρο του νησιού, όπου ήταν οι ΣΦΑ, μεταφέρθηκε στο βορειότερο σημείο, στο Τρισανέμι. Ονομαζόταν «Στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων» ή «Πειθαρχημένη» (συντόμευση του «Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβίωσης») ή «Δ΄ Τάγμα» (το Α΄, Β΄ και Γ΄ αποτελούνταν από στρατιώτες) ή «Στρατόπεδο Ρέντη», γιατί ιδρύθηκε όταν Υπουργός Δημόσιας Τάξεως ήταν ο Κ. Ρέντης. Η μεταφορά των εξορίστων από τα νησιά οδήγησε και στην επέκταση του στρατοπέδου, 1.000 μ. νοτιότερα, στην περιοχή του Αη Γιώργη. Σε σύντομο χρονικό διάστημα στη θέση Τρισανέμι –  Άη Γιώργης λειτούργησε το μεγαλύτερο στρατόπεδο πολιτών του εμφυλίου πολέμου [17].

 

Πολιτικοί εξόριστοι στο Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβίωσης (Αη Γιώργης-Τρισανέμι), 5/1949, (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Ο Α. Λαμπέρ το επισκέφτηκε στις 2 Απριλίου 1949. Είχε 5.000 άντρες, από τους οποίους οι 4.370 ήταν στο Τρισανέμι και οι 630 στον Αη Γιώργη που άρχιζε και αυτός σιγά σιγά να γεμίζει με εξόριστους. Διοικητής ήταν ο Συνταγματάρχης της Χωροφυλακής Σηφάκης. Οι κρατούμενοι έμεναν σε σκηνές υπερπλήρεις και μόνο κάποιοι ηλικιωμένοι είχαν κρεβάτια. Οι σκηνές ήταν σε κακή κατάσταση και τις επιδιόρθωναν μόνοι τους, ενώ δεν υπήρχε καμιά πρόνοια για θέρμανση. Υπήρχε μια ηλεκτρογεννήτρια, δύο εγκαταστάσεις με νιπτήρες, η μία σκεπασμένη και η άλλη υπαίθρια και κτίρια υπό κατασκευή. Οι κρατούμενοι μπορούσαν να τριγυρνούν στο στρατόπεδο και να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα, καθώς και την τουαλέτα τους. Δεν ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν και οι αγγαρείες γίνονταν εκ περιτροπής. Η θρησκευτική ζωή ήταν ανύπαρκτη, αφού οι εξόριστοι ήταν μέλη του ΚΚΕ, σύμφωνα με τον Α. Λαμπέρ. Δεν υπήρχε ούτε βιβλιοθήκη, ούτε ραδιόφωνο [18].

Τα γεύματα κανονίζονταν από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, με βάση το επίδομα των 3.000 δρχ. την ημέρα. Το πρωί έπιναν καφέ ή τσάι, το μεσημέρι και το βράδυ ¾ του κιλού σούπα με φασόλια ή φακές. Η μερίδα του ψωμιού ήταν 120 δράμια (384 γραμ.). Η τροφή ήταν λιγοστή, καθώς και το γάλα για τους αρρώστους. Πολλοί κρατούμενοι δεν είχαν ούτε κουβέρτες, ούτε ρούχα.

Υπήρχε γιατρός στο στρατόπεδο αλλά και γιατροί εξόριστοι. Οι φυματικοί είχαν απομονωθεί σε τέσσερις σκηνές, οι οποίες δεν είχαν καλό αερισμό. Ο γιατρός είπε στον Α. Λαμπέρ ότι υπήρχαν 80 άτομα με ανοιχτή φυματίωση και ότι τον προηγούμενο μήνα είχε πεθάνει κάποιος, ενώ τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Η έλλειψη φαρμάκων ήταν μεγάλη και φεύγοντας ο Α. Λαμπέρ πήρε μαζί του μία κατάσταση τεσσάρων σελίδων με τα αναγκαία φάρμακα. Στην περιοδεία του στις σκηνές των αρρώστων συνοδεύτηκε από τους Στρατηγούς Σαράφη και Μάντακα, τον Κ. Γαβριηλίδη και το γιατρό Κ. Ζωγράφο. Τους υποσχέθηκε ότι ο Ελληνικός και ο Διεθνής ΕΣ θα φροντίσουν για φάρμακα, καθώς και για τη διατροφή των αρρώστων και τη λειτουργία ενός νοσοκομείου [19].

Τέσσερις μήνες αργότερα, τον Ιούλιο 1949, ο Α. Λαμπέρ επισκέφτηκε ξανά το στρατόπεδο. Ο αριθμός των κρατουμένων είχε διπλασιαστεί: 10.494. Στο Τρισανέμι ήταν 4.994 άντρες και στον Άη Γιώργη 5.500: από 630 στις 2 Απριλίου. Μεγάλο μέρος από τις σκηνές των νεοφερμένων ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. Σε έναν από τους «κλωβούς» μόνο οι επτά σκηνές, από τις 45, ήταν σε καλή κατάσταση. Έλειπε το σαπούνι, όπως σε όλα τα στρατόπεδα, και το μπάνιο στη θάλασσα είχε περιοριστεί στις τρεις φορές την εβδομάδα, με αιτιολογικό το μεγάλο αριθμό των εξορίστων. Το φαγητό δεν ήταν καλό. Είχε πολύ νερό και λίγο ρύζι. Οι κρατούμενοι ήταν υποχρεωμένοι να εργάζονται έξι ώρες την εβδομάδα. Στους τέσσερις μήνες που μεσολάβησαν είχαν φτιάξει φούρνο, δεξαμενές νερού, αποθήκες τροφίμων και κτίρια για τη Διοίκηση [20].

Η περίθαλψη δεν ήταν καλή, παρόλο που υπήρχαν 46 γιατροί μεταξύ των κρατουμένων. Δεν υπήρχε συνολική διαχείριση του φαρμακευτικού υλικού στα στρατόπεδα. Ο Διεθνής μαζί με τον Ελληνικό ΕΣ σχεδίαζαν να λειτουργήσουν ένα αναρρωτήριο με 80 κρεβάτια και ήδη ο Ελληνικός ΕΣ είχε πάρει δυο παραπήγματα για να οργανώσει το φαρμακείο. Οι γιατροί θεωρούσαν ότι οι 80 φυματικοί έπρεπε να σταλούν πίσω στην Ικαρία και ότι 13 έπρεπε να απομονωθούν άμεσα. Κάποιοι εξόριστοι εξέφρασαν την επιθυμία να δημιουργηθεί μια βιβλιοθήκη με βιβλία επιστημονικά αλλά και μυθιστορήματα.

 

Πολιτικοί εξόριστοι στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο (Μίκης θεοδωράκης, Μανώλης Παπουτσάκης, Μανώλης Φουρτούνης), 3/1949, (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Μαζί με τη γυναίκα του ο Α. Λαμπέρ περιηγήθηκαν ανάμεσα στις σκηνές και μίλησαν με τους κρατούμενους. Αυτοί παραπονέθηκαν ότι τα γράμματα αλλά και τα δέματα με τα τρόφιμα που τους έστελναν οι δικοί τους ή δεν τα έπαιρναν καθόλου ή καθυστερούσαν έως και 15 μέρες και πίστευαν ότι αυτό γινόταν επίτηδες, ενώ ο Λαμπέρ θεωρούσε ως αιτία την κακή οργάνωση. Οι κρατούμενοι διαμαρτυρήθηκαν για την έλλειψη νερού και υποστήριξαν ότι, εάν η υδροφόρα ερχόταν καθημερινά, όλοι οι εξόριστοι θα μπορούσαν να είχαν τέσσερις οκάδες πόσιμο νερό την ημέρα. Διαμαρτυρήθηκαν και για τη μείωση των ημερών του θαλάσσιου μπάνιου καθώς και ότι το μπάνιο γινόταν κοντά στις αποχετεύσεις και τα μαγειρεία, πράγμα επικίνδυνο για την υγεία τους. Υποστήριξαν επίσης ότι η εργασία ήταν υποχρεωτική και κατήγγειλαν ότι τους ξυλοκοπούσαν, εάν δεν την έκαναν γρήγορα. Κατήγγειλαν ακόμα ότι δεν έστελναν στο νοσοκομείο όσους δεν είχαν υπογράψει δήλωση, ακόμα και εάν ήταν βαριά άρρωστοι. Κάποιοι κατηγόρησαν ευθέως τον ΔΕΣ ότι φέρει ευθύνη για όσα τους συμβαίνουν, γιατί δεν τα καταγγέλλει. Ο Α. Λαμπέρ σημειώνει ότι αυτές οι διαμαρτυρίες εκπορευόταν από μια συγκεκριμένη ομάδα εξορίστων, η οποία τους πολιορκούσε «στενά» σε όλη τη διάρκεια της περιοδείας τους στις σκηνές [21].

Ο Διοικητής Σηφάκης είπε στον Α. Λαμπέρ ότι επιθυμούσε να βελτιώσει τις συνθήκες στο στρατόπεδο. Κατηγόρησε τους κρατούμενους ότι δήλωναν άρρωστοι ή τρελοί χωρίς να είναι και ανέφερε την περίπτωση του Θ. Μακρίδη, στρατιωτικού στελέχους του ΚΚΕ. Ο συγκεκριμένος κρατούμενος είχε σταλεί στην Αθήνα δύο φορές ως ασθενής αλλά αποδείχτηκε ότι δεν είχε τίποτα [22]. Είπε ακόμα ότι οι φυματικοί ήθελαν να γυρίσουν στην Ικαρία, όχι γιατί εκεί θα γίνονταν καλά, αλλά γιατί εκεί η ζωή ήταν πιο ευχάριστη.

 

Οι Μάνος Κατράκης, Τ. Καρούσος, Γιάννης Ιμβριώτης, Μενέλαος Λουντέμης, Δημήτρης Φωτιάδης, Νίκος Παπαπερικλής στη Μακρόνησο, 1949 (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Η γνώμη του Α. Λαμπέρ για τα αίτια της σωρείας των προβλημάτων που παρουσίαζε το στρατόπεδο ήταν η απότομη αύξηση του αριθμού των κρατουμένων και η παντελής έλλειψη οργάνωσης. Επιπλέον είχε τη γνώμη ότι οι κρατούμενοι, ως εξόριστοι στα νησιά, είχαν μια ζωή ασύγκριτα πιο ελεύθερη και ανεξάρτητη απ’ ό,τι στη Μακρόνησο και ότι κάποιοι ήθελαν να υπάρχει σύγχυση, ακαταστασία και βρωμιά για να έχουν μια ακόμα ευκαιρία να διαμαρτύρονται. Το «συν Αθηνά και χείρα κίνει» δεν εκτιμάται σε αυτό το στρατόπεδο, γράφει. Θεωρεί επίσης ότι μια από τις αιτίες της κακής λειτουργίας ήταν η έλλειψη απασχόλησης και ήλπιζε ότι τα πράγματα θα διορθώνονταν με τον καιρό. Ως άμεση ανάγκη, πριν πιάσει ο χειμώνας, ήταν να βρεθούν 3-4.000 κουβέρτες, παρόλο που η Λίγκα για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα, από το Λονδίνο είχε στείλει αρκετές. Γενικότερα σημειώνει ότι σε αυτό το στρατόπεδο «οι συνθήκες ήταν αντίθετες και με τους πιο βασικούς ανθρωπιστικούς κανόνες» [23].

Μετά από δύο εβδομάδες ο Α. Λαμπέρ πήγε ξανά στο στρατόπεδο συνοδεύοντας τα φάρμακα και τα κρεβάτια για το αναρρωτήριο του Ελληνικού ΕΣ. Αυτά είχαν μεταφερθεί με καμιόνι στο Λαύριο για να φορτωθούν στο καΐκι, αλλά ο καιρός δεν το επέτρεψε και έμειναν σε μια στρατιωτική αποθήκη. Οι κρατούμενοι πίστευαν ότι η Διοίκηση του στρατοπέδου μπλόκαρε τα φάρμακα, με το αιτιολογικό ότι περίμενε γράμμα από τον Ελληνικό ΕΣ και ο Α. Λαμπέρ θεώρησε ότι πρόκειται για παρεξήγηση. Συναντήθηκε με τους κρατούμενους γιατρούς και ο Κ. Ζωγράφος τον ενημέρωσε ότι υπήρχαν πια μόνο 30 φυματικοί και ότι θα έστελναν και αυτούς στην Ικαρία. Ο αριθμός των κρατουμένων είχε λίγο μειωθεί (9.996), αφού 500 περίπου εξόριστοι είχαν απελευθερωθεί την προηγούμενη εβδομάδα [24].

 

Σκαπανεύς Μακρονήσου. Μηνιαίο περιοδικό των Μονάδων Μακρονήσου, τχ. 7 (11/1949) (Βιβλιοθήκη ΑΣΚΙ).

 

Οι «προληπτικοί»

 

Στη Μακρόνησο, εκτός από τα στρατόπεδα πολιτών στο βόρειο άκρο του νησιού, στο Τρισανέμι και τον Αη Γιώργη που δημιουργήθηκαν στα τέλη του 1948, τον Απρίλιο του 1949 συγκεντρώθηκαν πολίτες, οι οποίοι δεν ήταν ούτε εξόριστοι, ούτε φυλακισμένοι, σε ένα «Ειδικό» στρατόπεδο, το οποίο ανήκε στο Α΄ Τάγμα Σκαπανέων ή Α΄ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών (ΑΕΤΟ), με Διοικητή τον Α. Βασιλόπουλο, από το οποίο και ηλεκτροφωτίζονταν. Τη «μαγιά» αποτέλεσαν 2.200 κρατούμενοι που είχαν συλληφθεί για προληπτικούς λόγους στη διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του Στρατού στην Πελοπόννησο, οι οποίοι βρίσκονταν στη ΣΦΑ από το Δεκέμβριο του 1948 [25]. Η παρουσία ηλικιωμένων αλλά και ανηλίκων ήταν σημαντική. Το «Ειδικό» αυτό στρατόπεδο ήταν ένας από τους προάγγελους του «Οργανισμού Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου» (ΟΑΜ), που ιδρύθηκε μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού.

Ο Α. Λαμπέρ επισκέφτηκε το «Ειδικό» στρατόπεδο το Μάιο 1949. Αποτελείτο από τέσσερις τομείς/κλωβούς, με διοικητή έναν υπολοχαγό. Είχε 7.000 άντρες από τους οποίους οι 150 ήταν ανήλικοι από 10 έως 20 χρονών. Οι κρατούμενοι έμεναν σε τεράστιες, ψηλές, στρατιωτικές σκηνές, τακτικά βαλμένες. Μπορούσαν να περιφέρονται ελεύθερα στον κλωβό τους και να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα. Στο στρατόπεδο υπήρχαν εγκαταστάσεις με νιπτήρες, αλλά δεν υπήρχε καθόλου σαπούνι, ούτε για το πόσιμο νερό, ούτε για το νερό της θάλασσας, το οποίο συνήθως χρησιμοποιούσαν και για καθαριότητα, αφού το πόσιμο ήταν σπάνιο [26].

Τα τρία τέταρτα των κρατουμένων ήταν πολύ φτωχοί. Φορούσαν τα ρούχα που είχαν φέρει, όταν τους συνέλαβαν, αλλά δεν επαρκούσαν. Χρειάζονταν επίσης εσώρουχα, κάλτσες και κουβέρτες για να στρώνουν κάτω να κοιμούνται. Οι 3.000 την ημέρα που διατίθεντο για τον καθένα δεν κάλυπταν τις βασικές ανάγκες διατροφής τους. Η μερίδα του ψωμιού, 120 δράμια (384 γραμ.), ήταν ανεπαρκής και τα τρόφιμα στην καντίνα ήταν ακριβότερα, λόγω των εξόδων μεταφοράς.

Ο γιατρός ήταν στρατιωτικός, από το ΑΕΤΟ, αλλά υπήρχαν και γιατροί μεταξύ των κρατουμένων. Δεν υπήρχε αναρρωτήριο αλλά είχαν απομονώσει τους 80 φυματικούς. Από τότε που άνοιξε το στρατόπεδο είχαν πεθάνει δύο άνθρωποι. Δεν υπήρχε φαρμακείο, ενώ χρειάζονταν άμεσα φάρμακα. Και ενώ υπήρχαν πολλοί τεχνίτες, κουρείς, ράφτες, δεν είχαν υλικά για τη δουλειά τους. Είχαν προγραμματιστεί μαθήματα για τους αναλφάβητους, αλλά από τους 400, μόνο 150 τα παρακολουθούσαν. Δεν έκαναν αθλήματα, ούτε γυμναστική. Τις Κυριακές όμως και τις γιορτές γίνονταν λειτουργίες και Κατηχητικό μια φορά την εβδομάδα. Το Τάγμα, όταν οργάνωσε μια εκδήλωση με χορωδία και ορχήστρα και θεατρική παράσταση που συμμετείχε και ένας γνωστός ηθοποιός του Εθνικού Θεάτρου, προσκάλεσε και τους πολίτες.

Ο Α. Λαμπέρ συναντήθηκε με το Διοικητή της Μακρονήσου Ταξίαρχο Μπαϊρακτάρη, ο οποίος αρνήθηκε ότι οι πολίτες ήταν χωρισμένοι σε κατηγορίες και υποστήριξε ότι οι τέσσερις τομείς / κλωβοί του στρατοπέδου είχαν δημιουργηθεί για να διευκολύνουν την τάξη και την πειθαρχία. Είπε ακόμα ότι σιγά σιγά θα έκανε το στρατόπεδο των «ιδιωτών» να μοιάζει με το στρατιωτικό, το ΑΕΤΟ. Και ο Α. Λαμπέρ σημειώνει ότι οι σκηνές ήταν καθαρές και εσωτερικά και εξωτερικά.

Στις συνομιλίες που είχε ο Α. Λαμπέρ με τους κρατούμενους κάποιοι του εκμυστηρεύτηκαν ότι είχαν πολύ φόβο μαθαίνοντας ότι θα σταλούν στη Μακρόνησο, αλλά αναγνώριζαν ότι αντιμετωπίζονται πολύ ανθρώπινα, με καλοσύνη και μεγάλη κατανόηση. Ένας δικηγόρος όμως παρατήρησε ότι ο ΔΕΣ δεν είχε υποβάλει μέχρι τώρα καμιά Έκθεση για το τι συμβαίνει στη Μακρόνησο, ούτε έκανε κάποια διαμαρτυρία για όσα έβλεπε να γίνονται. Φεύγοντας ο Α. Λαμπέρ πήρε μαζί του μία κατάσταση με τα αναγκαία φάρμακα, με υλικά ραπτικής, με υλικά απαραίτητα για τον τσαγκάρη, για τον κουρέα και μια συγκεντρωτική κατάσταση για ρούχα, εσώρουχα και κάλτσες, που οι αριθμοί άρχιζαν από 1.500 κουβέρτες μέχρι 10.000 σαπούνια για πλύσιμο στη θάλασσα [27].

Η επόμενη επίσκεψη του εκπροσώπου του ΔΕΣ στο στρατόπεδο έγινε μετά από δυόμιση μήνες. Στο διάστημα αυτό είχαν απελευθερωθεί περίπου 2.000. Η κινητικότητα του στρατοπέδου ήταν μεγάλη, γιατί την προηγούμενη εβδομάδα, από την επίσκεψη του Α. Λαμπέρ, είχαν μεταχθεί 654 άντρες από τη Μακεδονία, ο αριθμός των ανηλίκων είχε φτάσει τους 200 και μαζί με τους 25 φυματικούς που είχαν σταλεί στο Νοσοκομείο Σωτηρία η συνολική δύναμη του στρατοπέδου ανερχόταν σε 7.780 άνδρες [28].

Η έλλειψη ρούχων, εσωρούχων, παπουτσιών, κουβερτών καθώς και σαπουνιού συνέχιζε να είναι μεγάλη. Ο Διοικητής Μακρονήσου Μπαϊρακτάρης, είπε στον Α. Λαμπέρ, ότι δεν μπορούσε να αυξήσει τη μερίδα του ψωμιού από 120 δράμια (384 γραμ) σε 140, παρόλο που ήξερε ότι δεν ήταν επαρκής, γιατί ο προϋπολογισμός του ήταν ισχνός. Συμπλήρωσε μάλιστα ότι για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες στη διατροφή των «ιδιωτών» αύξησε τον αριθμό των αδειών των στρατιωτών, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιεί τις μερίδες τους. Είπε ακόμα, ότι με τον ίδιο τρόπο κατόρθωσε να τους δίνει κρέας δύο φορές την εβδομάδα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι αύξησε τις τιμές στην καντίνα από 5 έως 10% για να βελτιώσει το συσσίτιο.

Την ιατρική περίθαλψη του στρατοπέδου είχαν έξι στρατιωτικοί γιατροί και έξι κρατούμενοι. Από την προηγούμενη επίσκεψη είχαν πεθάνει δύο ακόμα άνθρωποι: ένας 77 και ένας 89 χρονών(!). Εκτός από τους ηλικιωμένους και τα παιδιά οι υπόλοιποι κρατούμενοι ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν εκ περιτροπής πέντε ώρες τη μέρα, όλες τις μέρες, για την κατασκευή δρόμων και κτιρίων. Μεγάφωνα είχαν στηθεί σε όλους τους κλωβούς για να ακούν το ραδιοφωνικό σταθμό της Μακρονήσου. Όλοι έπρεπε να παρακολουθούν τα μαθήματα «κοινωνικής διαπαιδαγώγησης». Κάθε κλωβός είχε και δική του χορωδία και θέατρο που έδιναν παραστάσεις κάθε εβδομάδα, εκ περιτροπής. Ο Α. Λαμπέρ παρακολούθησε μια παράσταση του 1ου κλωβού και ενθουσιάστηκε από το χιούμορ και το πνεύμα του έργου και σημείωσε ότι η χορωδία ήταν εξαιρετική [29].

 

Μακρόνησος. Δεκαπενθήμερος έκδοσις του Ειδικού Τάγματος Αξιωματικών (Ε.Τ.ΑΞ.), αρ. φ. 4 (10/9/1948) (Βιβλιοθήκη ΑΣΚΙ).

 

Μετά τις εκλογές του Μαρτίου 1950

 

Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, το Νοέμβριο του 1949, ιδρύθηκε ο Οργανισμός Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου (ΟΑΜ), ο οποίος υπαγόταν στο ΓΕΣ αλλά εποπτευόταν από ένα πενταμελές συμβούλιο που αποτελείτο από τους υπουργούς Δικαιοσύνης, Στρατιωτικών, Παιδείας, Δημοσίας Τάξεως, Τύπου και Πληροφοριών [30]. Ήταν η αποκορύφωση των «έκτακτων μέτρων». Στο πλαίσιο της λειτουργίας του ΟΑΜ ιδρύθηκαν τα Ειδικά Σχολεία Αναμορφώσεως Ιδιωτών (ΕΣΑΙ) στο Α΄ και το Β΄ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών (ΑΕΤΟ και ΒΕΤΟ), στα οποία «αναμορφώνονταν» οι άνδρες πολιτικοί κρατούμενοι. Για τις εξόριστες που έφεραν από το Τρίκερι τον Ιανουάριο του 1950 ιδρύθηκε το Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Γυναικών (ΕΣΑΓ). Και ενώ οι «αμετανόητοι» αποτελούσαν ένα πολύ μικρό ποσοστό, περίπου 10%, στις εκλογές του έγιναν το Μάρτιο του 1950 το 35,3% από τους «αναμορφωμένους» Μακρονησιώτες ψήφισε τη Δημοκρατική Παράταξη (αριστερά) και το 24,7% την ΕΠΕΚ (κέντρο)  [31]. Με την άνοδο των κομμάτων του Κέντρου στην εξουσία το κατασκεύασμα της «εθνικοφροσύνης» μετεωρίστηκε για μικρό χρονικό διάστημα και στη συνέχεια άρχισε να καταρρέει.

Η κυβέρνηση όρισε μια τετραμελή επιτροπή με πρόεδρο τον Υπουργό Δικαιοσύνης, η οποία στις 29 Μαρτίου πήγε στη Μακρόνησο για να εξετάσει την κατάσταση και να μιλήσει με τους κρατούμενους. Την ίδια μέρα – και την επόμενη – ο Α. Λαμπέρ που βρισκόταν και αυτός στη Μακρόνησο επισκέφτηκε σχεδόν όλα τα στρατόπεδα, το ΑΕΤΟ/ΕΣΑΙ, το ΓΕΤΟ, το ΕΣΑΓ, τις ΣΦΑ και το Πρότυπο Κέντρο Διαπαιδαγωγήσεως Ανηλίκων Φυλακισμένων. Έκανε δύο διανομές και συνέταξε επτά Εκθέσεις [32].

 

ΣΦΑ

 

Το καθεστώς στις Στρατιωτικές Φυλακές ελάχιστα είχε διαφοροποιηθεί με την κυβερνητική αλλαγή. Στο στρατόπεδο των στρατιωτών κρατούνταν 664 καταδικασμένοι με μικρές ποινές. Το στρατόπεδο των πολιτών περιείχε διπλάσιους κρατούμενους (1.288), οι περισσότεροι υπόδικοι. Υπήρχαν δύο θανατοποινίτες και 142 ανήλικοι από 16 έως 20 χρονών, υπόδικοι. Οι στρατιώτες σιτίζονταν καλύτερα, αφού τους έκοβαν το ένα τρίτο του μισθού τους. Έτρωγαν μισή οκά ψωμί (640 γραμ), ενώ οι πολίτες 140 δράμια (448 γραμ). Οι πολίτες χρειάζονταν 600 κουβέρτες ακόμα και το 70% είχε ανάγκη από ρούχα.

Για όλους το σαπούνι ήταν ανεπαρκές και υπήρχε επίσης έλλειψη στα αναγκαία φάρμακα. Στις 9 Ιανουαρίου είχε πεθάνει ένας άνθρωπος από αιματουρία. Οι κρατούμενοι δούλευαν σε διάφορες εργασίες χωρίς να πληρώνονται, έκαναν κάθε πρωί γυμναστική και οι παπάδες κανονικά την κατήχηση. Τα μαθήματα αναμόρφωσης γίνονταν δυο φορές την ημέρα, μία ώρα το πρωί και μία το βράδυ και ο Διοικητής είπε ότι τα αποτελέσματα ήταν θετικά, γιατί υπήρχαν μόνο 14 «αμετανόητοι» [33].

 

ΑΕΤΟ/ΕΣΑΙ

 

Μπορεί στις ΣΦΑ οι εκλογές να μην άλλαξαν σχεδόν τίποτα, αλλά η Έκθεση που συντάσσει ο Α. Λαμπέρ για το ΑΕΤΟ/ΕΣΑΙ, το οποίο βρισκόταν στο κέντρο σχεδόν του νησιού, μαρτυρεί μια εντελώς διαφορετική κατάσταση, αν και τόσο ο Ταξίαρχος Μπαϊρακτάρης, Διοικητής Μακρονήσου, όσο και ο Αντώνης Βασιλόπουλος, Διοικητής του ΑΕΤΟ, παρέμεναν στη θέση τους. Η βασική ανατροπή αφορούσε την αναλογία μεταξύ των φαντάρων στο ΑΕΤΟ και των πολιτών στο ΕΣΑΙ. Ενώ στις 16 Δεκεμβρίου 1949 στο ΑΕΤΟ υπήρχαν περίπου 8.500 πολίτες, στις 29 Μαρτίου 1950 είχαν μείνει 1.312 άντρες. Οι ηλικιωμένοι είχαν επιστρέψει στα σπίτια τους και 1.700 «ιδιώτες» που δεν είχαν συμπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις είχαν ντυθεί στρατιώτες. Γι’ αυτό οι στρατιώτες από 1.000 είχαν αυξηθεί σε 2.671 [34].

Την αλλαγή σηματοδοτούσε επίσης το γεγονός ότι η καταναγκαστική εργασία γινόταν μέρα παρά μέρα, χωρίς όμως να σταματήσει το κτίσιμο της εκκλησίας του Αγίου Αντωνίου, που έφερε το όνομα του Διοικητή του ΑΕΤΟ Αντώνη Βασιλόπουλου. Μικρότερες αλλαγές ήταν ότι οι κρατούμενοι μπορούσαν να στέλνουν δύο γράμματα την εβδομάδα, οι φυματικοί είχαν συγκεντρωθεί όλοι στο ΒΕΤΟ, ενώ οι βαριές περιπτώσεις είχαν μεταφερθεί στο Νοσοκομείο Σωτηρία και ότι δεν υπήρξε νέος νεκρός. Οι ανάγκες σε κουβέρτες είχαν καλυφθεί, αλλά το 50% των πολιτών δεν είχε ρούχα. Στρατιώτες και πολίτες είχαν ανάγκη από σαπούνι. Ο ΔΕΣ μοίρασε 4.000 κομμάτια, καθώς και ρούχα και κουβέρτες.

Ο Α. Λαμπέρ ενθουσιάστηκε όταν άκουσε μια χορωδία 70 ατόμων, τα περισσότερα μέλη της οποίας ήταν από το ΕΣΑΙ. Η ορχήστρα και η θεατρική ομάδα επίσης έδινε συχνά παραστάσεις, και για τους στρατιώτες και για τους πολίτες, στο ανοικτό θέατρο του στρατοπέδου που είχαν φτιάξει οι κρατούμενοι.

Ο Α. Βασιλόπουλος διαβεβαίωσε τον Α. Λαμπέρ ότι γινόταν επιλογή, ώστε να απελευθερωθεί -το συντομότερο – όσο γίνεται μεγαλύτερος αριθμός «αναμορφωμένων». Στο ερώτημα για τους τρελούς είπε ότι οι περισσότεροι παριστάνουν τους τρελούς αλλά δεν είναι, ενώ παραδέχτηκε ότι μερικοί έχουν σταλεί για θεραπεία. Για τους φυματικούς είπε ότι πρόκειται να κάνουν όλοι οι κρατούμενοι ακτινογραφίες. Τέλος, ο Α. Λαμπέρ σημειώνει στην Έκθεσή του ότι το στρατόπεδο διακατείχετο από ένα μεγάλο πνεύμα ελευθερίας και οι κρατούμενοι έλπιζαν να γυρίσουν σύντομα στα σπίτια τους [35].

 

Αναμόρφωσις. Εβδομαδιαία εφημερίς του Α΄ Τάγματος Σκαπανέων, αρ. φ. 44 (25/3/1949) (Βιβλιοθήκη ΑΣΚΙ).

 

Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Γυναικών

 

Το Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Γυναικών (ΕΣΑΓ) αποτελούσε τμήμα του ΑΕΤΟ/ΕΣΑΙ, είχε τον ίδιο Διοικητή, τον Α. Βασιλόπουλο, ίδια μαγειρεία και καντίνα. Οι κρατούμενες ήταν περίπου 2.000 και 50 παιδιά. Είχαν μεταφερθεί στη Μακρόνησο από το Τρίκερι τον Ιανουάριο του 1950. Αυτές που είχαν μείνει «αμετανόητες», περίπου 600, διαβιούσαν σε χωριστό στρατόπεδο από τις 1.300 «αναμορφωμένες». Το στρατόπεδο των γυναικών είχε το μεγαλύτερο ποσοστό ατόμων που δεν είχαν υπογράψει δήλωση.

Η φαρμακευτική περίθαλψη χαρακτηρίζεται ως ανεπαρκής και οι κρατούμενες έδωσαν στον Α. Λαμπέρ μια κατάσταση με τα αναγκαία φάρμακα. 110 γυναίκες ήταν άρρωστες, οι 55 με φυματίωση από τις οποίες οι έντεκα είχαν άμεση ανάγκη από νοσηλεία. Στα μέσα Μαρτίου 1950 μια γυναίκα είχε πεθάνει [36].

Στο στρατόπεδο των αμετανόητων η μεταχείριση ήταν σκληρότερη και η πειθαρχία αυστηρότερη. Οι γυναίκες υποστήριξαν ότι εξαιτίας της αγριότητας που υφίσταντο, αρρώστησαν και ένας μεγάλος αριθμός γυναικών κακοποιήθηκε και τρελάθηκε.

Ο Α. Λαμπέρ μετέφερε τα λεγόμενα των γυναικών στον Διοικητή του ΑΕΤΟ, Α. Βασιλόπουλο, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι οι στρατιώτες δεν χτύπησαν ποτέ καμιά γυναίκα, ούτε την κακομεταχειρίστηκαν [37]. Ο Α. Λαμπέρ του έδωσε τα δημοσιεύματα τη εφημερίδας Μάχη, όπου αναφέρονταν ονομαστικά επτά «τρελές» και 49 «τραυματισμένες και κακοποιημένες» γυναίκες. Το απόκομμα της εφημερίδας επισυνάπτεται στην Έκθεσή του μαζί με την Έκθεση του γιατρού από το Ψυχιατρείο Δαφνίου που αναφέρεται στις επτά «τρελές» και άλλες τόσες κακοποιημένες γυναίκες. Ο Διοικητής αρνήθηκε και πάλι κατηγορηματικά ότι οι στρατιώτες συμπεριφέρθηκαν άσχημα στις γυναίκες και για να αποδείξει το «ποιόν» αυτών των γυναικών ανέφερε δύο παραδείγματα. Το πρώτο ήταν η στάση τους ήταν ήρθε στο στρατόπεδο η Επιτροπή από το Υπουργείο Δικαιοσύνης: πήγαν προς τη θάλασσα και φώναζαν ότι θα πέσουν να πνιγούν. Το δεύτερο αφορούσε τις αντάρτισσες. Ο Α. Βασιλόπουλος είπε ότι οι «αγνές διανοούμενες κομουνίστριες» τις αντιμετώπιζαν με σκαιότητα και είχαν ζητήσει να φύγουν από το στρατόπεδο [38].

 

Εξόριστες γυναίκες στο αναμορφωτήριο του Α’ Τάγματος, Άνοιξη 1950, (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Ο Α. Βασιλόπουλος είχε «προηγούμενα» με τις κρατούμενες. Και οι δύο λόχοι γυναικών, δηλωσίες και μη, δεν χειροκροτούσαν ούτε ζητωκραύγαζαν σε κείνες τις πανηγυρικές επισκέψεις που έκαναν διάφοροι «επίσημοι» στη Μακρόνησο. Και το χειρότερο ήταν, ότι, όταν στις 13 Μαρτίου 1950 επισκέφτηκαν το νησί ξένοι δημοσιογράφοι και ενώ οι αξιωματικοί τους συνόδευαν μέχρι τα αυτοκίνητα για να φύγουν, αφού τους είχαν δείξει τη «βιτρίνα», ξεχύθηκε η φάλαγγα των γυναικών, τους γύρισε πίσω και τους «ξενάγησε» στις σκηνές με τις τρελές. «Η φωνή μας βγήκε έξω απ’ τα συρματοπλέγματα. Ό,τι κι αν έφερνε κείνη η νύχτα θα το δεχόμαστε με εγκαρτέρηση», γράφουν οι γυναίκες [39].

Στο στρατόπεδο των γυναικών ο ΔΕΣ έκανε δύο διανομές μεταχειρισμένων ρούχων και άλλων αναγκαίων πραγμάτων. Η πρώτη ξεκίνησε από την πολυπληθέστερη ομάδα, τις «αναμορφωμένες». Η δεύτερη από τις «αμετανόητες». Στην πρώτη διανομή οι κρατούμενες αφέθηκαν να επιλέξουν το μέγεθος και το χρώμα, αλλά η διαδικασία αποδείχτηκε χρονοβόρα. Γι’ αυτό στη δεύτερη έδωσε ο ΔΕΣ τα ρούχα, τα οποία στη συνέχεια μπορούσαν να τα ανταλλάξουν μεταξύ τους [40].

Οι περισσότερες οργανώσεις οι οποίες έστειλαν πράγματα στους κρατούμενους της Μακρονήσου ήταν οργανώσεις του εξωτερικού, φιλικά προσκείμενες προς το ΚΚΕ. Η πρώτη οργάνωση που αναφέρεται στην Έκθεση του ΔΕΣ είναι η Λίγκα για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα, με έδρα το Λονδίνο. Αυτή ιδρύθηκε το 1945 και διαλύθηκε το 1975. Η δράση της διήρκεσε 30 χρόνια, όσα περίπου το ΚΚΕ βρισκόταν εκτός νόμου.

Η δραστηριότητά της ήταν έντονη την περίοδο των «έκτακτων μέτρων» και της ένοπλης εμφύλιας σύγκρουσης (1946-1949) καθώς και στην επτάχρονη δικτατορία (1967-1974). Στυλοβάτες των δραστηριοτήτων της Λίγκας υπήρξαν δύο γυναίκες: η Νταϊάνα Πιμ και η Μάριον Πασκόε – Σαράφη, η γυναίκα του Στρατηγού. Στην ίδια κατηγορία με τη Λίγκα πρέπει να εντάξουμε και την Ελβετική Επιτροπή Βοήθειας στη Δημοκρατική Ελλάδα καθώς και την Παγκόσμια Ένωση Σπουδαστών Πράγας. Παρείχαν όμως «βοήθεια» και οργανώσεις κοινωνικής αλληλεγγύης όπως η αμερικάνικη Unitarian Service Committee, η ελβετική Centrale Sanitaire, ο Ελληνικό ΕΣ, ο Πορτογαλλικός ΕΣ κ.ά.  Τα είδη που διανεμήθηκαν ήταν κυρίως μεταχειρισμένα ρούχα, κουβέρτες, σαπούνι Μασσαλίας, δέματα με τρόφιμα, παιγνίδια για τα παιδιά, γάλα και ζάχαρη, ένα «Λινγκουαφόν» με δύο σειρές ξένων γλωσσών, μία αγγλική και μία γαλλική, ένα μικροσκόπιο, 20 κρεβάτια, κλινοσκεπάσματα και φάρμακα για το νοσοκομείο και ένα μπετόνι με πομάδα. Τα ρούχα στις γυναίκες και τα παιδιά τα μοίρασε η Αντιπροσωπεία μαζί με ένα κομμάτι σαπούνι [41].

Η διανομή είχε έναν πανηγυριώτικο τόνο, τον οποίο ενέτειναν τα αποτελέσματα των εκλογών. Τα παιδιά πρωτοστατούσαν. Εκτός από παιγνίδια υπήρχαν και γι αυτά παπούτσια που μπορούσαν να τα δοκιμάσουν πριν τα πάρουν. Για τις γυναίκες μικροπράγματα όπως τα κουμπιά, οι κλωστές και οι αγκράφες ήταν επίσης πολύ χρήσιμα. Αυτό που έκανε δύσκολη την επιλογή, κυρίως στα ρούχα, ήταν ο φοβερός αέρας της Μακρονήσου. Η Ντόλλα Λαμπέρ ήταν και αυτή παρούσα. Εξάλλου είχε ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για το νοσοκομείο και το αναρρωτήριο στο ΕΣΑΙ, αλλά και στο στρατόπεδο του Άη Γιώργη [42]. Επιπλέον είχε τη δυνατότητα να μιλήσει με «παλιές γνωστές» από τη Χίο και το Τρίκερι.

 

ΓΕΤΟ – ΒΕΤΟ

 

Το Μάρτιο του 1950, στο ΓΕΤΟ, με νέο Διοικητή τον Ασημάκη Καράγιωργα, υπήρχαν 1.200 στρατιώτες. Τίποτα καινούργιο δεν συμβαίνει, όλα όπως και στην προηγούμενη Έκθεση, γράφει ο Α. Λαμπέρ. Η αναμόρφωση συνεχιζόταν κανονικά με μαθήματα για τη νεότερη ελληνική ιστορία και όταν ο καιρός ήταν καλός γίνονταν στο ύπαιθρο. Η Έκθεση επισημαίνει ακόμα ότι οι στρατιώτες είχαν δημιουργήσει θίασο καλά στελεχωμένο καθώς και ορχήστρα. Το περιοδικό Σκαπανεύς, μηνιαίο πια και για όλη τη Μακρόνησο, συνέχιζε να εκδίδεται στο ΓΕΤΟ. Επίσης ο ραδιοφωνικός σταθμός ήταν και αυτός εγκατεστημένος εκεί, ενώ πολυάριθμα μεγάφωνα τοποθετημένα σε όλα τα στρατόπεδα επέτρεπαν στους κρατούμενους να ακούν τις εκπομπές του, άλλες «τοπικές» και άλλες πανελλήνιου χαρακτήρα [43].

Στο ΒΕΤΟ, με Διοικητή τον Γ. Τζανετάτο, ο αριθμός των στρατιωτών (1.300) σε σχέση με τον αριθμό των πολιτών (3.508) ήταν αντιστρόφως ανάλογη. Οι πολίτες κατανέμονταν σε τέσσερις επιμέρους κατηγορίες και αντίστοιχα στρατόπεδα:

  • των «δηλωσιών», με 2.324 άνδρες
  • των παλιών αξιωματικών, με 64 άνδρες
  • των αμετανόητων, με 720 άνδρες και
  • του Άη Γιώργη με 400 αμετανόητους που είχαν εξαιρεθεί από την εργασία λόγωηλικίας ή αρρώστιας.

Παρόλα αυτά και ο αριθμός των πολιτών είχε μειωθεί αισθητά, γιατί πριν τρεις μήνες ήταν διπλάσιοι: 6.637. Η διαφορά οφειλόταν σε απελευθερώσεις που έγιναν σε αυτό το διάστημα. Η εφημερίδα Καθημερινή (1.3.1950) με τίτλο «1.406 ανανήψαντες απελύθησαν εκ Μακρονήσου» δημοσίευσε τα ονόματά τους και ο Διοικητής του στρατοπέδου θεωρούσε ότι μέχρι το Πάσχα θα απολύονταν άλλοι 1.000 περίπου κρατούμενοι [44].

Ο Α. Λαμπέρ σημειώνει ότι από την 1η Νοεμβρίου 1949 που ανέλαβε ο στρατός (δηλαδή ο ΟΑΜ) τους πολίτες, αυτοί σιτίζονταν καλύτερα από την εποχή που ανήκαν στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης. Πέρασε από τα μαγειρεία την ώρα που ετοίμαζαν τα γεύματα και δοκίμασε το φαγητό. Και η μερίδα του ψωμιού είχε αυξηθεί σε 180 δράμια (575 γραμ). Επίσης ο στρατός εξέτασε τους 10.000 εξόριστους που παρέλαβε και βρήκε ότι 2.058 ήταν άρρωστοι: περίπου 500 φυματικοί και 1.500 με χρόνιες ή/και πολλαπλές παθήσεις που τους καθιστούσαν ανίκανους για εργασία και γι’ αυτό σκόπευε να στείλει τις βαριές περιπτώσεις στα νοσοκομεία και άλλους 624 στο στρατόπεδο του Άη Γιώργη, όπου βρίσκονταν όσοι ήταν ανίκανοι προς εργασία.

 

Μακρόνησος 1950. Απομονωμένοι στη χαράδρα του ΕΣΑΙ. Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας ο Ν.Μ. αναφέρει: «Μοναδική φωτογραφία των απομονωμένων στη χαράδρα του ΕΣΑΙ την ώρα που οδηγούνται στη θάλασσα για να πλυθούν. Είναι στα τέλη Απριλίου 1950, δυο μήνες μετά τις βουλευτικές εκλογές. Οι μεγάλες δοκιμασίες έχουν σταματήσει. […] Αλλά ποιος αποθανάτισε αυτή τη σπάνια εικόνα; Ποιος άλλος από τις γυναίκες; Όταν είδαν τη φάλαγγα των ανδρών να κατηφορίζει από τη χαράδρα και να μπαίνει στον κεντρικό δρόμο που περνούσε μπροστά από τον κλωβό τους, πετάχτηκαν από τις σκηνές τους κι αγνάντευαν την πορεία, πίσω από τα σύρματα. Κάποια ξέθαψε τη φωτογραφική μηχανή και «κλικ». (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Στο στρατόπεδο του Άη Γιώργη, στο βόρειο άκρο του νησιού, το φαρμακείο και τα δύο αναρρωτήρια λειτουργούσαν σε σκηνές. Οι εξόριστοι γιατροί δούλευαν κάτω από τη διεύθυνση ενός στρατιωτικού γιατρού. Τους τελευταίους πέντε μήνες είχαν έξι θανάτους, ο ένας ήταν αυτοκτονία. Εκεί υπήρχαν 86 ανάπηροι πολέμου που υπολόγιζαν να τους φτιάξουν πρόσθετα μέλη. Είχαν ανάγκη από γάλα για τους αρρώστους και από πιζάμες, αλλά κυρίως από φάρμακα και DTT.

Οι κρατούμενοι έκαναν αγγαρείες στα μαγειρεία, έφτιαχναν δρόμους, τοίχους, διαμερίσματα ή τούβλα, όλα αμισθί. Οι πολίτες είχαν φτιάξει χορωδία, θέατρο, γήπεδο ποδοσφαίρου με αποδυτήρια και ντους. Έκαναν μπάνιο στη θάλασσα και γίνονταν μαθήματα ιστορίας καθώς και μαθήματα για τους αναλφάβητους.

Οι «αμετανόητοι» δεν συμμετείχαν καθόλου σε όλα αυτά. Ο Α. Λαμπέρ επισκέφτηκε το στρατόπεδό τους και πίστευε ότι, εάν γινόταν μια καλύτερη διαλογή, ένας μεγάλος αριθμός θα «ανένιπτε» και θα γύριζε στα σπίτια του. Η συζήτηση μαζί τους δεν του ήταν ευχάριστη, όπως και την προηγούμενη φορά ή όπως και στην Ικαρία. Άκουσε όμως τις καταγγελίες τους ότι δεν είχαν ούτε ένα ποτήρι νερό την ημέρα, ενώ δικαιούντο δύο οκάδες (2,6 λίτρα), καθώς και για τους άρρωστους, τους τρελούς από τα βασανιστήρια και τους φυματικούς. Σε όλα αυτά ο εκπρόσωπος του ΔΕΣ είχε μια μόνιμη απάντηση: συνεργάζεται με τις κρατικές, στρατιωτικές και πολιτικές, αρχές για να βελτιώσει την ιατρική περίθαλψη των κρατουμένων και δεν αναμειγνύεται σε πολιτικές παραμέτρους.

 

Μακρόνησος 1947. Το Πειθαρχείο του Β’ Τάγματος. (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Ωστόσο ο Α. Λαμπέρ μετέφερε τις καταγγελίες των κρατουμένων στο Διοικητή Γ. Τζανετάτο. Αυτός απάντησε ότι το γεγονός ότι μπορούν να διαμαρτύρονται αποτελεί την καλύτερη απόδειξη ότι είχαν ελευθερία και ότι δεν κακοποιούνταν. Υποστήριξε ότι θα μπορούσαν να τους κακοποιήσουν, μετά την αποχώρηση του ΔΕΣ, αλλά δεν το έκαναν, γιατί ήταν ενάντια στις αρχές τους. Συμπλήρωσε ότι κάποιοι από τους κρατούμενους με τις πράξεις τους επιδίωκαν να βασανιστούν, ώστε να γίνουν μάρτυρες. Οι 700 ηγέτες δεν ανέχονταν να βλέπουν να φεύγουν από τις γραμμές τους, όσους, πριν λίγο, θεωρούσαν ότι βρίσκονταν κάτω από την εξουσία τους, συμπλήρωσε. Είναι υποχρέωσή μας, είπε ο Διοικητής, να συνεχίσουμε το έργο της αναμόρφωσης. Η άποψή του για τους αρρώστους ήταν ότι έπρεπε να φύγουν, γιατί η Μακρόνησος δεν ήταν ούτε σανατόριο, ούτε νοσοκομείο, αλλά στρατόπεδο αναμόρφωσης. Και τελειώνοντας επισήμανε ότι είναι θαύμα πως με τις συνθήκες περίθαλψης που επικρατούσαν δεν υπήρχαν περισσότεροι θάνατοι.

Ο Α. Λαμπέρ στην Έκθεσή του, θέλοντας να τονίσει το έργο του ΔΕΣ στον τομέα της περίθαλψης των κρατουμένων, αναφέρεται στη συνομιλία του με τον Κ. Γαβριηλίδη, έναν «αμετανόητο» που είχε πρόσφατα νοσηλευτεί στο Κεντρικό Νοσοκομείο Μακρονήσου. Σε ερώτηση του, ο Κ. Γαβριηλίδης απάντησε ότι η περίθαλψη που του παρείχαν εκεί ήταν καλή. Ωστόσο ο Α. Λαμπέρ παραπονείται ότι τα μέλη του ΚΚΕ ποτέ δεν εξέφρασαν μια ευχαριστία προς τον ΔΕΣ, με εξαίρεση τις «αμετανόητες» γυναίκες [45].

 

Η κατάρρευση

 

Μετά τις εκλογές τα στρατόπεδα των πολιτών άρχισαν να διαλύονται. Οι ηλικιωμένοι και οι δηλωσίες επέστρεψαν σπίτια τους. Τον Αύγουστο του 1950 περίπου 500 «αμετανόητες» ξαναπήγαν στο Τρίκερι, στο Δεύτερο Τρίκερι. Τους «επικίνδυνους» άντρες τους έστειλαν στον Αη Στράτη ή σε φυλακές. Η Μακρόνησος παρέμεινε ως στρατιωτικό κέντρο. Απέμειναν τα τρία στρατόπεδα (πρώην ΑΕΤΟ, ΒΕΤΟ και ΓΕΤΟ), το νοσοκομείο και οι Στρατιωτικές Φυλακές Μακρονήσου (ΣΦΜ), πρώην Αθηνών. Στις ΣΦΜ οι κρατούμενοι δούλευαν στα εργαστήρια και στο κτίσιμο κτιρίων. Εκεί εκδίδονταν και Η Φωνή των Σ.Φ.Μ., δεκαπενθήμερη [46].

Την Άνοιξη του 1951 κρατούνταν στις ΣΦΜ περίπου 600 πολίτες, οι μισοί από τους οποίους ήταν «πολιτικοί». Από αυτούς πάνω από το ένα τρίτο ήταν ανήλικοι, από το Στρατόπεδο Ανηλίκων που βρισκόταν στο ΓΕΤΟ. Όταν το ΓΕΤΟ διαλύθηκε οι ανήλικοι μεταφέρθηκαν στις ΣΦΜ.

Το Νοέμβριο του 1951 όλοι οι πολίτες στάλθηκαν σε άλλες φυλακές της χώρας. Το αίτημα να κλείσει η Μακρόνησος είχε κατατεθεί στον ΟΗΕ τόσο από την Ελληνική Επιτροπή για την Κατάργηση της Μακρονήσου, που αποτελείτο από προσωπικότητες Ελλήνων προσφύγων του Εμφυλίου, όσο και από την Ελληνο-Αμερικάνικη Επιτροπή για την κατάργηση της Μακρονήσου, καθώς και από το συγκλονιστικό «Κατηγορώ» προς το ΒΕΤΟ του Μανώλη Πρωιμάκη, πρώην βουλευτή [47].

Η κατάρρευση του αναμορφωτικού συστήματος της Μακρονήσου συμπαρέσυρε και τα δημιουργήματα των ανθρώπων. Τη δεκαετία του 1960 δεν έχει απομείνει σχεδόν τίποτα από τις βίλες των διοικητών, τις λέσχες αξιωματικών, τα φυλάκια, τα διοικητήρια, τις προβλήτες, τις γέφυρες και τις λιμενικές εγκαταστάσεις, τις αποθήκες, τις δεξαμενές, τους καλοστρωμένους δρόμους, τις τεράστιες πλατείες, τα γήπεδα, τις εκκλησίες με τα χρωματιστά τζάμια, τα τρία θέατρα, του ΑΕΤΟ με τις πέτρινες κερκίδες για 5.000 θεατές, το μνημείο ηρώων του ΓΕΤΟ, τις αψίδες, τα κιονόκρανα και τις τσιμεντένιες γλάστρες στις ΣΦΑ, τους αρτοκλίβανους του ΑΕΤΟ, το εργοστάσιο παραγωγής λεμονάδας, την κεραμοποιία και το τουβλοκάμινο, την κάτασπρη πολιτεία του ΒΕΤΟ με το λιοντάρι, τις αψίδες, τους κρεμαστούς κήπους που «έμοιαζε με λουλουδιασμένη μυγδαλιά μέσα στην παγωνιά του Γενάρη». Τα οικοδομικά υλικά ληστεύτηκαν ή πουλήθηκαν και ο καιρός συμπλήρωσε την καταστροφή [48]. Κανένα άτομο και καμιά κοινωνική ή εθνική ομάδα δεν θέλει να συντηρεί μνήμες που προξενούν ντροπή και αποτελούν όνειδος.

Ωστόσο η συλλογική μνήμη δεν μπορούσε να σβήσει, να ταφεί. Στο τέλος της δεκαετίας του 1980, με απόφαση που πάρθηκε όταν υπουργός πολιτισμού ήταν η Μελίνα Μερκούρη (16.5.1989), η Μακρόνησος ανακηρύχτηκε Ιστορικός Τόπος, «σύμβολο καταδίκης του εμφυλίου πολέμου, όλων των βασανιστηρίων και κάθε καταπίεσης». Συγκροτήθηκε μια ομάδα εργασίας (2.4.1990), οργανώθηκε μία ημερίδα (28.4.1993), όπου αναγνωρίστηκε ότι η Μακρόνησος «αποτελεί εθνικό μνημείο εξαιρετικής σημασίας για την αυτογνωσία και τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης του λαού μας», εκδόθηκε ένα Προεδρικό Διάταγμα για τις χρήσεις γης (30.8.1995) και οργανώθηκε μία διημερίδα, με τη συμμετοχή και ιστορικών (6-7.3.1998) [49]. Στο πλαίσιο αυτό φτιάχτηκε μια μικρή προβλήτα και αναστηλώθηκαν εν μέρει οι αρτοκλίβανοι και το θέατρο του ΑΕΤΟ. Μέχρι σήμερα έχουν οργανωθεί κάποιες εκδηλώσεις στο θέατρο και η Πανελλήνια Ένωση Κρατουμένων Αγωνιστών Μακρονήσου πραγματοποιεί την καθιερωμένη ετήσια επίσκεψη τιμής και μνήμης.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μάργαρης Νίκος, Ιστορία της Μακρονήσου, Αθήνα: Δωρικός 1982, τόμ. Α΄, σελ. 6.

[2] United Nations, General Assembly, Fifth Session, New York 1950. Annexes:A/C.1/626, σελ. 36-37.

[3] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Α΄, σελ. 405-6, 445-463, τόμ. Β΄ σελ. 259-274, 298-305.

[4] «Στρατιωτικό Κέντρο Αναμόρφωσης, Ειδικόν Τάγμα Αξιωματικών Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική», Ρ. Ροθ και Α. Λαμπέρ, 14 Ιουνίου 1948, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. Ι, σελ. 148-151.

[5] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 344-351.

[6] «Στρατιωτικό κέντρο αναμόρφωσης, Γ΄ Τάγμα Σκαπανέων Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική», Ρ. Ροθ και Α. Λαμπέρ, 14 Ιουνίου 1948, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. Ι, σελ. 135-147.

[7] Στο ίδιο.

[8] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 546.

[9] «Στρατιωτικό κέντρο αναμόρφωσης Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 13 Δεκεμβρίου 1948, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΙΙ, σελ. 83-88.

[10] «Στρατιωτικό Κέντρο Αναμόρφωσης Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 3 Απριλίου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΙV, σελ. 12- 19.

[11] Στέφανος Σαράφης, πρώην αξιωματικός του τακτικού στρατού, Στρατιωτικός Αρχηγός του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ.

[12] Στρατηγός Χατζημιχάλης, Στρατιωτικός Διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού, μέλος της ΚΕ του ΕΛΑΣ.

[13] «Στρατόπεδο σωφρονισμού και υποδίκων Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική» Ρ. Ροθ και Α. Λαμπέρ, 14 Ιουνίου 1948, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. Ι, σελ. 128- 134.

[14] Στο ίδιο.

[15] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 372, 423.

[16] «Στρατόπεδο σωφρονισμού και υποδίκων Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 18 Δεκεμβρίου 1948, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΙΙ, σελ. 89-99.

[17] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 393-5, 529-31.

[18] «Στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική», Α. Λαμπέρ, 2 Απριλίου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΙV, σελ. 1-11.

[19] Στο ίδιο.

[20] «Στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική», Α. Λαμπέρ, 31 Ιουλίου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΙV, σελ. 171-185.

[21] Στο ίδιο.

[22] Στο Deuxieme Livre Bleu, Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, Αύγουστος 1949, σελ. 59, καθώς και στο Υπόμνημα που κατέθεσε η Λίγκα για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα στον ΟΗΕ, στις 8 Φεβρουαρίου 1950 (UN, A/C.1/626, σελ. 41) αναφέρεται ότι ο υποστράτηγος Θ. Μακρίδης είχε τρελαθεί από τα βασανιστήρια και είχε σταλεί σε άσυλο.

[23] «Στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική», Α. Λαμπέρ, 31 Ιουλίου 1949, ό.π.

[24] «Στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 17 Αυγούστου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. V, σελ. 53-57.

[25] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 439, 382-390.

[26] «Ειδικόν Στρατόπεδον Ιδιωτών Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 16 Μαίου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. IV, σελ. 20-40.

[27] Στο ίδιο.

[28] «Ειδικόν Στρατόπεδον Ιδιωτών Μακρονήσου (ΕΣΑΙ)», Α. Λαμπέρ, 30 Ιουλίου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. IV, σελ. 163-170.

[29] Στο ίδιο.

[30] Μπουρνάζος Στρατής, «Το Μέγα Εθνικόν Σχολείον Μακρονήσου 1947-1950», Ιστορικό τοπίο και ιστορική μνήμη. Το παράδειγμα της Μακρονήσου, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000, σελ. 115-145.

[31] Νικολακόπουλος Ηλίας, «Εκλογές στη Μακρόνησο», Ιστορικό τοπίο και ιστορική μνήμη. Το παράδειγμα της Μακρονήσου, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000, σελ. 329-336.

[32] Υπήρχαν και προηγούμενες επισκέψεις στις 10 και 16 Δεκεμβρίου 1949, καθώς και στις 2-5 Μαρτίου 1950, τουλάχιστον στο ΑΕΤΟ/ΕΣΑΙ και στο ΒΕΤΟ, αλλά οι εκθέσεις δεν εντοπίστηκαν στο αρχείο του ΔΕΕΣ.

[33]  «Στρατιωτικές φυλακές και στο Στρατόπεδο Σωφρονισμού Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 29 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 12-23.

[34] «ΑΕΤΟ και ΕΣΑΙ», Α. Λαμπέρ, 29 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 1-11.

[35] Στο ίδιο.

[36] «Στρατόπεδο εξορίστων γυναικών Μακρονήσου [ΕΣΑΓ]», Α. Λαμπέρ, 30 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 24-38.

[37] Για το τι υπέστησαν οι γυναίκες στη Μακρόνησο βλ. Θεοδώρου Βικτωρία, «Τα τετράδια της Βικτωρίας Θεοδώρου» στο Θεοδώρου Βικτωρία (επιμ.) Στρατόπεδα Γυναικών, Αθήνα 1976, σελ. 121-221.

[38] «Στρατόπεδο εξορίστων γυναικών Μακρονήσου [ΕΣΑΓ]», ό.π..

[39] Μαυροειδή – Παντελέσκου, Αφροδίτη, «Γράφει η Αφροδίτη Μαυροειδή – Παντελέσκου για την αναμόρφωση στη Μακρόνησο» στο Στρατόπεδα Γυναικών, ό.π., σελ. 385-393.

[40] «Διανομή ρούχων και σαπουνιού στις εξόριστες της Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 30 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 39-68.

[41] «Διανομή του Τομέα Βοήθειας ΔΕΣ, Γενεύη, στα στρατόπεδα της Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 30 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 95-98.

[42] «Στρατόπεδο εξορίστων γυναικών Μακρονήσου [ΕΣΑΓ]», ό.π.

[43] «ΓΕΤΟ και Στρατόπεδο καταδικασμένων ανηλίκων», Α. Λαμπέρ, 29 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 69-79.

[44] «ΒΕΤΟ και Στρατόπεδο εξορίστων ιδιωτών [ΕΣΑΙ]», Α. Λαμπέρ, 30 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 80-94

[45] «ΒΕΤΟ και Στρατόπεδο εξορίστων ιδιωτών [ΕΣΑΙ]», ό.π.

[46] «Στρατιωτικές φυλακές Μακρονήσου [ΣΦΜ]», Γ. Κολλαντόν, 24 Μαρτίου και 25 Μαίου 1951, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΧΙV, σελ. 40- 68.

[47] United Nations, General Assembly, Fifth Session, New York 1950. Annexes:A/C.1/626/Add.1, σελ. 42-43, A/C.1/626/Add.2, σελ. 43-46 και A/C.1/626/Add.3, σελ. 46-50.

[48] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 226-7, 464-8, 476, 537.

[49] Ιστορικό τοπίο και ιστορική μνήμη. Το παράδειγμα της Μακρονήσου, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000, σελ. 13-33.

 

Τασούλα Βερβενιώτη,

 «Αναπαραστάσεις της Ιστορίας. Η δεκαετία του 1940 μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού», Εκδόσεις Μέλισσα 2009.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Κατοχικές μνήμες στην Καρυά Αργολίδας – Σπύρος Κ. Καραμούντζος


 

Φτώχεια, πείνα, ξυπολυσιά, μπαλωμένα ρούχα, συγκατοίκηση με τα ζώα, ελλείψεις τροφίμων και φαρμάκων, αρρώστιες,  βασικές στερήσεις αγαθών… Τη ζωή της κατοχής θυμάται και γράφει ο  Σπύρος Κ. Καραμούντζος μέσα στις σελίδες του βιβλίου του  «Λόγια Καρυάς – Παιδικές Αναμνήσεις και αναφορές 1930-1950», », σελ. 213-217, που εκδόθηκε το 2007.

 Σε σημείωσή του ο συγγραφέας μας πληροφορεί ότι έπεται άλλο βιβλίο στο οποίο καταγράφονται τα γεγονότα της κατοχής, της αντίστασης και του εμφυλίου.

 Όμως επανέρχεται ένα χρόνο αργότερα και με άρθρο του στην Εφημερίδα «Καρυά» Φύλλο 16, Αύγουστος 2008, «ζωντανεύει» την σύλληψη και την εκτέλεση από τους Γερμανούς του θείου του, αδελφού του πάτερά του, δασκάλου του χωριού Σπύρου Ι. Καραμούντζου…

 

Όσοι ζήσαμε τα χρόνια εκείνα και μάλιστα ως παιδιά βιώσαμε καταστάσεις απίστευτες στους νεότερους με τα σημερινά δεδομένα. Όταν τους τα διηγείσαι, τα θεωρούν γεροντικά παραμύθια. Στην πραγματικότητα ήμασταν μία γενιά άλλης εποχής και σε πολλά «άτυχη» και «τυχερή» συνάμα.

Και τούτο, γιατί καταστάσεις και γεγονότα όπως πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος, φτώχεια, πείνα, ξυπολυσιά, μπαλωμένα ρούχα, συγκατοίκηση με τα ζα, ψείρες, ρόγιασμα παιδιών, βασικές στερήσεις αγαθών (βιβλίων κ.ά.), ελλείψεις τροφίμων και φαρμάκων, αρρώστιες κ.λπ. δεν είναι λέξεις κενές περιεχομένου, είναι βιώματα από κούνια, που ευχόμαστε να μην τα ζήσουν άλλα παιδιά στην πατρίδα μας και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Απ’ ό,τι μαθαίνουμε όμως τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν σε πολλές υπανάπτυκτες περιοχές της Αφρικής και της Ασίας.

Ο συγγραφέας Σπύρος Καραμούντζος σε ηλικία 13 ετών στο Άργος, το 1945.

Αναφέροντας όμως παραπάνω και το χαρακτηρισμό «τυχερή γενιά», εννοώ ότι αφού περάσαμε και επιζήσαμε μέσα από τις συμπληγάδες τόσων κακών, μάθαμε από μικρή ηλικία ν’ αντιμετωπίζουμε δυσκολίες, ν’ αντέχουμε στις κακουχίες, να μην κάνουμε σπατάλες, να πίνουμε νερό και να κοιτάζουμε και το Θεό, να λέμε το ψωμί ψωμάκι, να είμαστε ολιγαρκείς και σε κάθε αναποδιά να λέμε και το μη χειρότερα. Κανένα σχολείο δε σ’ τα μαθαίνει όλα αυτά.

Ένα από τα κακά που βιώσαμε στην περίοδο του πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου, δηλαδή όλη τη δεκαετία 1940-1950, ήταν μαζί με το φόβο και την ανασφάλεια η έλλειψη των πιο βασικών ειδών διατροφής. Όταν αναφερόμαστε στην πείνα, που περάσαμε στο χωριό μας, εννοούμε την έλλειψη, για μεγάλα διαστήματα, κυρίως του ψωμιού.

Φυσικά δε γίνεται σύγκριση με την πείνα και τις άλλες δυσκολίες που αντιμετώπισαν τα παιδιά και όχι μόνο στις πόλεις, αλλά εγώ θ’ αναφερθώ στη δική μας πείνα, όπως τη θυμάμαι στο σπίτι μας και στο χωριό μας γενικότερα.

Με την έναρξη του πολέμου (Οκτώβρης 1940), όλοι οι νέοι άνδρες του χωριού μαζί και με τα άλλα «της Ελλάδας παιδιά» επιστρατεύτηκαν, αφήνοντας τα δικά τους παιδιά, τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους γονείς και σε λίγες ημέρες βρέθηκαν στα σύνορα Ελλάδας – Αλβανίας, για να αντιμετωπίσουν τον πανίσχυρο σε οπλισμό ιταλικό στρατό του Μουσολίνι, που με ιταμότητα ζήτησε να καταλάβει την πατρίδα μας.

Εκεί είπαν, ως γνήσιοι απόγονοι των ηρώων του Λεωνίδα που έπεσαν στις Θερμοπύλες, των Σαλαμινομάχων, των Μαραθωνομάχων και των αγωνιστών του 1821, το δικό τους ΟΧΙ στους επιδρομείς. Φώναξαν «αέρα!», ελευθέρωσαν πολλά χωριά και πόλεις της Βορείου Ηπείρου, μάλιστα ειπώθηκε ότι «οι ήρωες πολεμούσαν σαν Έλληνες», και ενώ ήταν έτοιμοι να ρίξουν τους Ιταλούς στη θάλασσα αναγκάστηκαν, λόγω της επίθεσης που δέχτηκε η Ελλάδα από τις γερμανικές ορδές του Χίτλερ στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, να επιστρέφουν με ψηλά το κεφάλι στα χωριά τους, όσοι φυσικά επέζησαν.

Διέσχισαν με τα πόδια ολόκληρη την Ελλάδα άοπλοι, πεινασμένοι, με τραύματα, ηττημένοι μεν αλλά περήφανοι και δοξασμένοι, γιατί κάνανε το καθήκον τους στο ακέραιο και γιατί γράψανε με το αίμα και τον ηρωισμό τους το ένδοξο Έπος της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας.

Στον πόλεμο αυτό επιτάξανε και όλα τα μουλάρια, που βοήθησαν κι αυτά τους στρατιώτες μας στην πρώτη γραμμή του Μετώπου. Ήταν αυτά που εντυπωσίασαν πολλούς από τους ζωγράφους του πολέμου και τα απαθανάτισαν με το χρωστήρα τους φορτωμένα με πολεμοφόδια ή και τραυματίες να ανεβοκατεβαίνουν στις χιονισμένες και κακοτράχαλες αλβανικές οροσειρές.

Όπως είναι σε όλους γνωστό, από το τέλος της Άνοιξης του 1941 που τελείωσε ο πόλεμος στο Μέτωπο, η πατρίδα μας έζησε, κάτω από την μπότα του Φασισμού και του Ναζισμού, τέσσερα πολύ δύσκολα κατοχικά χρόνια.

Επειδή όμως «ο τράχηλος του Έλληνα ζυγό δεν υποφέρει», συνήλκε γρήγορα από το κακό που τον βρήκε, αντιστάθηκε και συνέχισε τον πόλεμο κατά των κατακτητών. Με όποια προβλήματα και προδοσίες οργανώθηκαν οι Έλληνες στις πόλεις και στη συνέχεια ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά. Από εκεί, σαν άλλοι ήρωες του 1821, με ενέδρες, επιθέσεις και σαμποτάζ κάνανε δύσκολη τη ζωή και την παραμονή των επιδρομέων στην πατρίδα μας. Με τα κατορθώματα τους επηρέασαν τις εξελίξεις και σε άλλα μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Εθνική Αντίσταση των Ελλήνων κατά των Ναζιστών και Φασιστών, την περίοδο 1941-1944, δεν υστερεί σε τίποτα από τους άλλους απελευθερωτικούς αγώνες της πατρίδας μας. (Η Κατοχή, ο Ανταρτοπόλεμος, ο Εμφύλιος και φυσικά όσα συνέβηκαν και αφορούν το δικό μας χωριό, είναι κεφάλαια ενός άλλου βιβλίου μου, που θα κυκλοφορήσει αργότερα).

Τα όσα έγραψα παραπάνω, όπως ήταν και φυσικό, επηρέασαν αρνητικά τη μέχρι τότε φυσιολογική ζωή των νοικοκυριών του χωριού μας και γενικότερα όλων των Ελλήνων.

Τα χωράφια και τ’ αμπέλια δεν καλλιεργούνταν πια, όπως πρώτα. Το έργο των τσοπαναραίων έγινε πιο δύσκολο. Το εργατικό δυναμικό και κατά κύριο λόγο οι άνδρες δεν μπορούσαν να πηγαινοέρχονται στη Βόχα, στη Βοϊστίτσα και σ’ άλλα εύφορα μέρη για μεροκάματο. Τα μουλάρια τους χαθήκανε στο Μέτωπο. Από τα λιγοστά τους εισοδήματα η Δεκάτη έπαιρνε το δικό της χαράτσι. Οι διορισμένοι δεκατιστές εισέπρατταν το δέκα τοις εκατό από όλες τις παραγωγές, για λογαριασμό των κατακτητών. Οι ελλείψεις στην αγορά, στα μαγαζιά, όλων των αγαθών και κυρίως των τροφίμων πρώτης ανάγκης, δεν άργησαν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους.

Οι μαυραγορίτες, το κατακάθι αυτό της κοινωνίας, με την ανοχή των κατακτητών και των πουλημένων συνεργατών τους, κάνανε χρυσές δουλειές σε βάρος των φτωχών και ανυπεράσπιστων ανθρώπων.

Οι δημόσιες υπηρεσίες, τα σχολεία και τα δικαστήρια υπολειτουργούσαν. Δε λειτουργούσαν καλά σε ομαλές συνθήκες, σκεφτείτε τότε. Ήταν καλά να μην πάθαινε κανείς τίποτα, γιατί αδίκως θα προσπαθούσε να βρει το δίκιο του.

Η φτώχεια μέρα με την ημέρα έκανε την εμφάνισή της και χτύπαγε την πόρτα όλων ανεξαιρέτως των σπιτιών. Σιγά σιγά συγκατοικούσε, χωρίς να μπορούσαν να την καταπολεμήσουν. Δεκάρα τσακιστή δεν είχαν οι γονείς μας, όχι για ψώνια, αλλά ού­τε και για ν’ ανάψουν κερί στην εκκλησία. Το σιτάρι που κάνανε δεν έφτανε για όλο το χρόνο. Δεν τους έμενε ούτε λίγος σπόρος για τη νέα σπορά. Για λάδι δε γίνεται λόγος, ήταν είδος πολυτελείας και δυσεύρετο.

Αν η πείνα αντιμετωπίζεται δύσκολα από τους μεγάλους, σκεφτείτε πόσο μεγάλο και, ανυπόφορο κακό είναι για τα μικρά παιδιά. Γι’ αυτό μερικές οικογένειες και μάλιστα από τις πολύτεκνες, που ήταν και οι περισσότερες του χωριού, με πέντε παιδιά κατά μέσο όρο, για να ταΐσουν και για να χορτάσουν τα πεινασμένα στόματα, ρόγιαζαν ένα δύο παιδιά, αγόρια και κορίτσια, δέκα δώδεκα χρόνων, ως κοπέλια και υπηρέτες, σε εύπορα σπίτια του κάμπου. Εκεί με τις μικροδουλειές που κάνανε, εξασφάλιζαν το ψωμάκι τους, ένα ζευγάρι παπούτσια και κανά ρουχαλάκι. Πολλές φορές μάλιστα βοηθούσαν να τα φέρει πέρα με τρόφιμα και η υπόλοιπη οικογένεια.

Μετά το χειμώνα οι νερόμυλοι του χωριού μας δεν άλεθαν σιτάρι. Μόνο κριθάρι, βρώμη και αραποσίτι εδώ κι εκεί. Οι γυναίκες ζυμώνανε μόνο κριθαρένιο μαύρο ψωμί και μπομπό­τα που σκόρπαγε και δε γινότανε κανονικό καρβέλι. Μερικές οικογένειες, από άγνοια, φάγανε λαθούρια, με αποτέλεσμα, τα παιδιά κυρίως, να πάθουν λαθουρισμό, δηλαδή μία αρρώστια με νευρολογικές και κινητικές διαταραχές.

Άλλες οικογένειες αντί για ψωμί τρώγανε τα χρόνια εκείνα βελανίδια, όπως και τα γουρούνια. Τα μαζεύανε από κάτι ήμερες βελανιδιές στο Μάζι και τα έψηναν στη θράκα ή τα άλεθαν και τα έκαναν ένα είδος ψωμιού. Ήταν πολύ πικρά και τα γλύκαιναν με λίγες μαύρες σταφίδες, αν είχαν.

Στο δικό μας σπιτικό δοκιμάσαμε κι εμείς τα βελανίδια και την μπομπότα, για να κάνουμε οικονομία στο κανονικό ψωμί.

Η αλήθεια είναι ότι στο χωριό μας, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, δεν πείνασε ο κόσμος, με την κυριολεξία του ρήματος αυτού. Για το λόγο αυτό, πολλοί συχωριανοί μας γύρισαν από τις πόλεις πίσω στο χωριό, για ν’ αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της πείνας. Όλο και κάτι έβρισκαν για φαγητό. Λίγο γάλα από τις γίδες για τα παιδιά, κανένα φρέσκο αβγό, χυλοπίτες, τραχανά και άλλα.

Κρέας, εδώ κι εκεί, έτρωγε κανείς απ’ ό,τι ζωντανό είχε στο σπιτικό του, κυρίως κότα. Θυμάμαι ότι εμείς τα παιδιά και όχι μόνο στήναμε παράνομα στα μονοπάτια θηλιές από σύρμα και πιάναμε πού και πού κανένα λαγό. Από τότε έχω να φάω πάλι.

Οι γυναίκες τότε μαζεύανε στα χωράφια λάχανα που δεν ήταν μόνο πικρά, αλλά πώς να τα έτρωγες χωρίς λάδι και χωρίς ψωμί. Επίσης από τον κήπο, ανάλογα με την εποχή, όλο και βρίσκανε κανά κολοκύθι, αραποσίτια και κυρίως βλίτα. Από φρούτα δεν είχαμε παράπονο. Αν ξέπεφτε κανένα πορτοκάλι, το μοιράζαμε όλη η οικογένεια. Γκόρτσα και μούρες τρώγαμε τόσα που στο τέλος μας έκοβαν. Δεν είχε άδικο η μάνα, που έλεγε: Φάε μούρες, πιες νερό κι έβγα στο προ­σηλιακό, να δεις θέρμες και κακό. Το καλοκαίρι πάντως όλο και απολαμβάναμε, πριν καλά καλά γίνουνε, σύκα και σταφύλια.

Η ζάχαρη κι εκείνη στη μαύρη αγορά κι αν βρισκότανε. Γι’ αληθινό καφέ δε γίνεται λόγος. Οι γυναίκες καβουρδίζανε λίγο κριθάρι και ξεγελιόντουσαν ότι πίνανε καφέ.

Από τη φτώχεια και την ασιτία χτύπησε πολύ κόσμο, ιδίως τους εξασθενημένους οργανισμούς των ηλικιωμένων, η φυματίωση (χτικιό τη λέγανε). Από τις χειρότερες και αθεράπευτες αρρώστιες της εποχής. Πέθαιναν οι δυστυχείς αβοήθητοι και απομονωμένος με το φόβο μήπως κολλήσουν κι άλλοι άνθρωποι. Επίσης η ελονοσία, το καλααζάρ κ.λπ. κάνανε θραύση και λεφτά δεν υπήρχαν, για να αγοράσει κανείς κινίνο και άλλα φάρμακα. Ο θάνατος παραμόνευε παντού.

Τα χρόνια της Κατοχής δεν αντιμετωπίσαμε μόνο τη φτώχεια, τις αρρώστιες και την όποια πείνα περιέγραψα παραπάνω. Ήταν ακόμα και τα χρόνια που όλους «μας έσκιαζε η φοβέρα και μας πλάκωνε η σκλαβιά». Είχαμε μεγάλο φόβο ακόμη και στα σπίτια μας και τα κλειδαμπαρώναμε. Τα βράδια δεν κυκλοφορούσε ο κόσμος στους δρόμους. Δεν ξέραμε αν κάποιος κτυπούσε την πόρτα μας, αν ήταν Γερμανός, Ιταλός, Ταγματασφαλίτης ή Αντάρτης.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που ερχόντουσαν και φυσικά δεν έφευγαν με άδεια τα χέρια. Πρώτη προτίμηση είχαν στις κότες, στα κατσικάκια και σε ό,τι άλλο φαγώσιμο. Φυσικά μέναμε κι ευχαριστημένοι, γιατί μπορούσαν να μας κάνουν και κάτι χειρότερο. Για το λόγο αυτό οι πιο πολλές οικογένειες κοιμόντουσαν, καιρού επιτρέποντος, μακριά από τα σπίτια τους στα χωράφια μαζί με τα ζωντανά τους.

Εμείς τα παιδιά βλέποντας, ακούγοντας και βιώνοντας τα δεινά της Κατοχής, δεν είχαμε πια όρεξη για γέλια και παιγνίδια. Ήμασταν γεμάτα θυμό και μίσος προς τους κατακτητές και ονειρευόμασταν τη στιγμή που θα ζούσαμε ελεύθερα και πάλι.

Μετά από τόσα χρόνια που πέρασαν μέχρι σήμερα, η μαύρη Κατοχή, όπως αποκλήθηκε, δεν μπορεί και δεν πρέπει να ξεχαστεί από κανέναν Έλληνα. Από μένα σίγουρα όχι.

 

Η εκτέλεση του Δάσκαλου Σπύρου Ι. Καραμούντζου*…

 

Ο Δάσκαλος Σπύρος Καραμούντζος του Ιωάννου (1908- 1944). Με άλλους συχωριανούς του εκτελέστηκε από τους Γερμανούς κατακτητές, στις 5 Αυγούστου 1944.

Ο Δάσκαλος Σπύρος Καραμούντζος του Ιωάννου και της Σοφίας, γεννήθηκε στην Καρυά Αργολίδας, το 1908. Στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού του παρακολούθησε τα εγκύκλια μαθήματα. Είχε μεγάλο ζήλο για τα γράμματα και για το λόγο αυτό ο πατέρας του, παρά τις οικονομικές δυσκολίες που είχε, τον πήγε στο Γυμνάσιο του Αργούς, όπου και αποφοίτησε με άριστα. Στη συνέχεια στο Διδασκαλείο της Σπάρτης πήρε το πτυχίο του Δασκάλου. Αφού έκανε τη θητεία του στο στρατό, διορίστηκε, ως δάσκαλος, στον Θούριο της Θράκης, κοντά στα σύνορα, στα νέα μέρη, όπως τα έλεγαν τότε μετά την απελευθέρωσή τους. Στο Δημοτικό Σχολείο Θουρίου υπηρέτησε έξι χρόνια (1926-1932) απ’ όπου και μετατέθηκε στην Αργολίδα.

Εδώ δίδαξε διαδοχικά στα Δημοτικά Σχολεία: Καρυά, ένα χρόνο (1933-34), Κρανιδίου, ένα χρόνο (1934-35), Χούνης, δυο χρόνια (1935-37), και πάλι Καρυάς, επτά χρό­νια (1937-44). Στον πόλεμο του 1940- 41 επιστρατεύτηκε και πολέμησε τους φασίστες Ιταλούς επιδρομείς, στην πρώτη γραμμή του Μετώ­που, στα βουνά της Αλβανίας και της Βό­ρειας Ηπείρου. Κατά τη διάρκεια της Κατο­χής συνέχισε τον απελευθερωτικό αγώνα μέσα από τις τάξεις της Εθνικής Αντίστα­σης.

Οι μαθητές του, όλων των σχολείων που υπηρέτησε, τον ενθυμούνται μέχρι σήμερα και τον ευγνωμονούν, γιατί όπως ομολογούν, από το δάσκαλο τους, Σπύρο Καραμούντζο, έμαθαν γράμματα. Τους πιο πολλούς τους έστελνε στο Γυμνάσιο και επέμενε να μην τους αδικήσουν οι γονείς τους. Τους έκανε μάλιστα και ιδιαίτερο φροντιστήριο, για να πετύχουν στις εισαγωγικές εξετάσεις. Έτσι βρήκανε το δρόμο τους πολλά Καρυωτάκια τα χρόνια εκείνα.

Δυστυχώς όμως, ελάχιστοι, από τον ευ­ρύτερο χώρο της Καρυάς, γνωστοί και μη εξαιρετέοι, μετρημένοι στα δάχτυλα των χεριών, τα ονόματα των οποίων δεν θέλω ού­τε καν να τα αναφέρω στην παρούσα συγκυρία, μαζί και με λίγους Βρουστιώτες, κά­νανε τόσο μεγάλο κακό στο χωριό μας, που δε γιατρεύεται όσα χρόνια κι αν περάσουν. Χίτες, Γερμανοτσολιάδες και Ταγματασφαλίτες θυμάμαι ότι τους λέγανε. Αυτοί συνεργαζόντουσαν και εκτελούσαν τις εντολές των δυνάμεων Κατοχής. Ήταν μάλιστα ντυμένοι και οπλισμένοι από τους Γερμανούς.

Οι ελάχιστοι αυτοί συγχωριανοί και Βρου­στιώτες, μέσα στο ζοφερό κλίμα του μί­σους, του διχασμού και του αδελφοκτόνου αλληλοσπαραγμού, που επικρατούσε τότε, ύπουλα και κατόπιν προδοσίας, κάνανε μπλόκο, αιφνιδίασαν, παγίδεψαν και συνέ­λαβαν το δάσκαλο τους Σπύρο Καραμούντζο, σ’ ένα ξέφωτο του ελατοσκέπαστου Αρτεμισίου, ανυποψίαστο, άοπλο και χωρίς να προβάλει καμία αντίσταση. (Τον καιρό εκείνο, όλοι οι κάτοικοι της Καρυάς τις νύχτες κρυβόντουσαν στις γύρω βουνοπλα­γιές από το φόβο των Γερμανών).

Το σπουδαίο είναι ότι δεν προέβαλαν αντίσταση και δε διαμαρτυρήθηκαν για τα τεκταινόμενα και οι υπόλοιποι παραβρισκόμενοι, άλλοι από φόβο και άλλοι γιατί ήταν μυημένοι και γνώριζαν το τι επρόκειτο να γίνει. Μερικού εξ αυτών μάλιστα ήταν και συγγενείς, αχάριστοι και ευεργετηθέντες. Μαζί του επίσης συνέλαβαν τη γυναίκα του και άλλους πέντε άσχετους, άοπλους και φυσικά αθώους συντοπίτες, που συνέπεσε να διανυκτερεύουν στον ίδιο χώρο. Οι δύο εξ αυ­τών ήταν δάσκαλοι. Στη συνέχεια, πριν καλά κα­λά ξημερώσει, τους έδεσαν με τριχίες, τους προπηλάκισαν βάναυσα, τους ταπείνωσαν, τους λοιδόρησαν με γιουχαίσματα, βρισιές και σπρωξιές και τους κατέβασαν από το βουνό ξυπόλητους και τρέχοντας, πριν φωτίσει, σαν να ήθελαν να προλάβουν κάτι, μέσα από μονοπάτια και ρεματιές και τους παρέδωσαν άνανδρα όλους στο Άργος «ως πρόβατα επί σφαγήν» στο Γερμανικό φρουραρχείο, την Κομαντατούρ, δηλαδή στο στόμα του λύκου.

Ένα μεγάλο γιατί! Μένει αναπάντητο από τους φυσικούς και αμετανόητους αυτουργούς 64 χρόνια μετά. Γιατί πιάσανε αυ­τούς τους συγκεκριμένους εκείνο το βράδυ και ακόμα γιατί τους παρέδωσαν στους Γερμανούς! Οι Γερμανοί, άλλο που δεν ήθελαν, ευχαρίστησαν τους συνεργάτες τους και με συ­νοπτικές διαδικασίες, μετά χαράς, τους εκτέλεσαν και τους έθαψαν σε κοινό τάφο, αστόλιστους, άψαλτους και άκλαυτους, χωρίς την παρουσία συγγενών, την επόμενη νύχτα, πριν ανατείλει ο ήλιος της 5ης Αυγούστου 1944, απέναντι από τον Άγιο Βα­σίλειο Άργους, στην ανατολική όχθη του ξεροπόταμου λίγες ημέρες πριν ξεκουμπιστούν, οριστικά ηττημένοι, από το Άργος και ελευθερωθεί η πατρίδα μας από δαύτους.

Σύμφωνα με έγκυρες μαρτυρίες, στις προσπάθειες και στις μεσολαβήσεις, που έγιναν και έγιναν πολλές, προς τις τοπικές γερμανικές αρχές, από φίλους, συγγενείς και άλλους παράγοντες της Κοινωνίας του Άργους, για να τον απελευθερώσουν, ο Σπύρος Καραμούντζος, τους απάντησε με υψηλό αίσθημα ευθύνης, αγωνιστικού πνεύματος, χρέους, πατριωτισμού, αλτρουισμού και ανθρωπισμού, ως δάσκαλος και ως Έλληνας, αφού πρώτα τους ευχαρίστησε για το ενδιαφέρον τους, ότι θα δεχόταν την κολακευτική πρόταση αποφυλάκισης του, υπό τον βασικό όρο να άφηναν ελεύθερους και όλους ανεξαιρέτως τους συγκρατούμενους του, εκ των οποίων μάλιστα ο ένας υπήρξε και μαθητής του στο σχολείο.

Όπως ήταν αναμενόμενο δε το δέχτηκαν οι Γερμανοί και τον εκτέλεσαν μαζί με όλους τους άλλους. Εξαίρεση έκαναν μόνο για τη σύζυγο του.

Με το παράδειγμα του αυτό, και την εν γένει στάση του, Λίγες ώρες πριν εκτελε­στεί, σφράγισε μία ζωή γεμάτη προσφορά στο κοινωνικό σύνολο και έδειξε για άλλη μία φορά τι δάσκαλος και τι άνθρωπος ήταν. Με τον πρόωρο και άδικο θάνατο του έμειναν χωρίς προστασία: Η γυναίκα του Ευγενία, η ανήλικη κόρη του Σοφία, εννέα χρονών, οι ηλικιωμένοι γονείς του (ο πατέρας του ήταν τυφλός) και εκατόν τριάντα επτά (137) παιδιά του χωριού δίχως το δικό τους Δάσκαλο.

 

Σπύρος Κ. Καραμούντζος

Εκπαιδευτικός – Ποιητής 

 

Σπύρος Κ. Καραμούντζος,  «Λόγια Καρυάς – Παιδικές Αναμνήσεις και αναφορές 1930-1950», Αθήνα, 2007.

 * Εφημερίδα «Καρυά» Φύλλο 16, Αύγουστος 2008.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Το νόημα της 28ης Οκτωβρίου


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Με αφορμή τον ερχομό της Εθνικής Εορτής της 28ης Οκτωβρίου 1940, δημοσιεύουμε στο «Ελεύθερο Βήμα»  το Λόγο της Εθνικής Επετείου που εκφωνήθηκε από τον Δρ. Γεώργιο Κόνδη στις 28 Οκτωβρίου 2013, στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίου Πέτρου Άργους, με τίτλο: 

«Το νόημα της 28ης Οκτωβρίου»

 

16 Φεβρουαρίου 1941

Σήμερα είναι Κυριακή. Το αρβανίτικο χωριό που καταυλιζόμαστε το λένε Γράμποβα. Είναι σε ύψος 1300 μέτρα, πάνω στις ράχες τις Κάμνιας. Οι κάτοικοί του είναι χριστιανοί ορθόδοξοι. Έχουνε μια εκκλησιά τον Άη Νικόλα. Ο συνάδελφός μου Καρυδάκης έρχεται πρωί και με φωνάζει να πάμε στην εκκλησία. «Παρ’το κράνος σου» μου λέει «και να ’σαι κοντά μου. Έχει χιονίσει τη νύκτα κι όλα παντού είναι άσπρα. Σκύβουμε και προχωρούμε προς την εκκλησία τρέχοντας. Οι Ιταλοί μας βλέπουν από απέναντι και μπορεί να μας ξύσει καμιά σφαίρα. Πραγματικοί προσκυνητές που όλο το δρόμο μέχρι το ναό τον κάνουμε σκύβοντας ως τη γη. Ο παπάς λειτουργάει στην ελληνική αλλά δεν την ξέρει καλά. Ακούω ευλαβικά το ευαγγέλιο, όπως κι αν το λέει.  Κάνει παγωνιά, αλλά τα λιγοστά κεριά, το λιβάνι και οι μορφές των αγίων σε ζεσταίνουν. Η εκκλησία στις περιστάσεις αυτές συγκινεί δυνατά. Μου φαίνεται πως αν ζήσω σε μέρες ειρήνης θα νιώθω πάντα ετούτη τη συγκίνηση μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας του αλβανίτικου φαραγγιού.

«Θεέ μου, άφισέ με να ζήσω»!

Μέσα στην εκκλησία είναι καμιά εικοσαριά φαντάροι. Δεν βλέπω τις μορφές τους. Σκέφτομαι τα σπίτια τους, στα πέρατα της Ελλάδας, Νησιά, Μοριά, Στερεά, Μακεδονία, Θράκη, και βλέπω τα νήματα της σκέψης τους να ξεκινάνε, από τούτο δω μέσα το ιερό πόστο, για κείνες τις μακρινές εστίες. «Θεέ μου, άφισέ τους κι αυτούς να γυρίσουν στα σπίτια τους»!

Ο γυρισμός μας προς τον καταυλισμό δεν γίνεται ανενόχλητα. Οι Ιταλοί μας βάλλουν με το πολυβόλο. Κοντεύω να σπάσω τη μέση μου από το σκύψιμο. Οι σφαίρες σφυρίζουνε, σαν ξύσιμο βίαιο του αέρα, αλλά ευτυχώς φτάνουμε στον καταυλισμό.

Το απόγευμα φεύγουμε οι μισοί για να αντικαταστήσουμε τις προφυλακές. Σκοτεινά μονοπάτια, γιομάτα νερά, χιόνι που χώνεται στις αρβύλες  και τις ποτίζει, πέτρες που κατρακυλάνε, καθώς προχωρείς και που πέφτεις απάνω τους σκοντάβοντας. Κι όλα αυτά να γίνονται με φόβο γιατί το αυτί του εχθρού απέχει 200 μέτρα. Ανεβαίνουμε ένα βουνό όρθιο, που το μονοπάτι του τόφτιαξαν οι νυχτερινές αυτές πορείες».

Πορεία μεταγωγικών. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

Πορεία μεταγωγικών. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

[…] Με τα λόγια που μόλις ακούσατε περιγράφει μια μέρα του πολέμου στο μέτωπο της Αλβανίας ο οπλίτης Δημήτριος Λουκάτος. Και είναι μια περιγραφή που στην ίδια μέρα κατορθώνει να μας παρουσιάσει την ειρήνευση που νιώθει ο μαχητής στο μόνο αποκούμπι που βρίσκει μέσα στην κόλαση του αλβανικού μετώπου: την εκκλησίτσα του χωριού Γράμποβα ή στην ύπαιθρο όπου οι στρατιωτικοί ιερείς λειτουργώντας δίνουν τη δική τους μάχη στήριξης. Κι ύστερα αρχίζει και πάλι ορμητική η ροή του πολέμου. Φεβρουάριος 1941. Ένας από τους τρομερότερους χειμώνες στα Βαλκάνια. Το κρύο να τσακίζει τις ανθρώπινες αντοχές και τα κρυοπαγήματα να τσακίζουν πόδια και χέρια. Ελάχιστες οι ελπίδες για τον Έλληνα στρατιώτη της πρώτης γραμμής να αποκτήσει κάλτσες ζεστές και άρβυλα καινούρια για να αντιμετωπίσει το δεύτερο μεγάλο εχθρό που δε φοβάται σφαίρες και κανόνια: τα κρυοπαγήματα. Κι όμως είναι όλοι ταγμένοι στο μεγάλο σκοπό. Να αγωνιστούν για την πατρίδα. Να φράξουν το δρόμο στο φασισμό. Να συνεχίσουν με δύναμη και ηρωισμό μέχρι να πετύχουνε το στόχο που ’βγαινε, σα λάβα από ηφαίστειο που μόλις είχε εκραγεί, από τους στίχους που γραψε στις 10 Νοεμβρίου 1940 ο  Άγγελος Σικελιανός:

Ομπρός, να γίνουμε ο τρανός

στρατός που θα νικήσει

σ’ Ανατολή και Δύση

το μαύρο φίδι, ομπρός!

Τ’ ήταν αυτό που έκανε χιλιάδες πολίτες, νέους και γέρους, γυναίκες και άνδρες να ξεχυθούν στους δρόμους με το άκουσμα της έναρξης ενός πολέμου και να στήσουν πρωτόγνωρο πανηγύρι χαράς;    Ποια ηθική και πίστη κινούσε τον ψυχισμό όλων αυτών των πολιτών ώστε να πηγαίνουν στη μεγάλη μάχη με χαμόγελα, τραγούδια και χαρά παιδική, ενώ γνώριζαν πως ίσως και να μην ξαναγυρίσουν πίσω; Ποια δύναμη εσωτερική τους έστελνε όλο μπροστά, να μάχονται χωρίς όπλα, να κινούνται χωρίς τροφή κι έχοντας μόνο το χιόνι για να ξεδιψάσουν λίγο το σκελετωμένο σώμα τους; Κι έμεναν πετρωμένοι σκελετοί πάνω στο χώμα, δίπλα στα βράχια, μέχρι που σάλπιζε με όση δύναμη του είχε απομείνει ο σαλπιγκτής ή έδινε το σύνθημα ανάμεσα στους σκελετούς εκείνος του λοχία, για να πεταχτούν ξάφνου σαν τα θεριά και με τις λόγχες, τις πέτρες ή τα χέρια να πέσουν πάνω στις οργανωμένες στρατιές των φασιστών και να τους στείλουν ακόμη πιο πίσω προς τη θάλασσα, εκεί όπου η ιαχή καλούσε από την αρχή του πολέμου να τους πετάξουν! Ποιας μάνας ευχή να έδωσε τη δύναμη και ποιας γυναίκας προσευχή να έπιασε για να γίνει τούτο το θάμα;

«Εδώ ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών. Μεταδίδουμε το πρώτο ανακοινωθέν του ελληνικού γενικού στρατηγείου. Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλουν από τις 5.30 πρωϊνής της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνο-Αλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».

Κι επειδή στη χώρα αυτή τη ρημαγμένη από τις κακουχίες και τους βαλκανικούς πολέμους δεν έφταναν τα ραδιόφωνα να μεταφέρουν την είδηση του πολέμου σε κάθε χωριό και γειτονιά πόλης, άρχισαν οι καμπάνες των εκκλησιών να το διαλαλούν και οι Έλληνες να τρέχουν να παρουσιαστούν σαν να ’ταν λίγες οι θέσεις για τούτη τη γιορτή που άρχιζε και ήτανε κρίμα να τη χάσουν.

«Ήμουν στο Άργος υπάλληλος στο μπακάλικο του Αγιωργίτη», γράφει ο Κ. Κατσένης (Κωτσιο-Κατσένης) στο αφιέρωμα της 28ης Οκτωβρίου στην τοπική εφημερίδα «Καρυά»: «Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 είδα τα απιδιά του δημοτικού σχολείου να επιστρέφουν, ώρα 8.30 π.μ., από το σχολείο κλαίγοντας. Απόρησα γιατί κλαίνε και τα ρώτησα : «Γιατί κλαίτε παιδιά;». τα 7-10 χρονών παιδάκια μου απάντησαν : «Οι Ιταλοί μας άρχισαν τον πόλεμο και οι δάσκαλοί μας επιστρατεύτηκαν». Αμέσως άκουσα τις καμπάνες να χτυπάν…. Τα Καρυωτάκια με τραγούδια και χαρές άφησαν αρραβωνιαστικές, γυναίκες με βυζασταρόνια, επήραν την αυχή από τους γονιούς τους και έφυγαν ποδαρόδρομο για το Άργος. Από κεί με ό,τι μέσον ευρήκαν, σούστες, μοτοσικλέτες, σαραβαλάκια φορτηγά, τρένα και ποδήλατα έφθασαν στο Ναύπλιο να ντυθούν…»

Κι ο Κωστής Κωτσοβός από το Κουτσοπόδι μας δίνει επίσης μια εξαιρετική περιγραφή αυτού του κλίματος : «Στις 27 (Οκτωβρίου) ξεκουράστηκα λιγάκι και στις 28 κατέβηκα στον σιδηροδρομικό σταθμό Κουτσοποδίου για να πληροφορηθώ την ανταπόκριση του τρένου για το Ναύπλιο. Φεύγοντας από εκεί με φωνάζει ο Σταθμάρχης Χρήστος Δερζιώτης : «Κώστα Κώστα γύρισε πίσω εκηρύχθη πόλεμος». Τότε εκείνος από το τηλέφωνο παίρνει τις σχετικές οδηγίες  από την υπηρεσία του και εγώ τις γράφω. Αφού εγύρισα στο πατρικό μου σπίτι  ανήγγειλα την κήρυξη του πολέμου στις αδελφές μου Σοφία και Βασιλική. Ο πατέρας μου και τα άλλα αδέλφια μου Παναγιώτης και Βαγγέλης έμαθαν την κήρυξη του πολέμου και άφησαν τον σπαρτό, όπως και ο άλλος ο κόσμος και επέστρεψαν στα σπίτια τους για τον πόλεμο. Δεν περίμενα το τρένο αλλά με αυτοκίνητο περαστικό ήλθα στο Άργος. Εδώ διαπιστώνω μεγάλον ενθουσιαμό, σωστό πανηγύρι, να πηδούν οι επίστρατοι γρήγορα επάνω στα αυτοκίνητα σαν τα κατσίκια για να προφθάσουν να παρουσιαστούν στη μονάδα τους, ενώ ρήτορες στην Πλατεία του Αγίου Πέτρου της πόλεως έβγαζαν πύρινους λόγους για τον πόλεμο. (…) Με τον ίδιο και εγώ ενθουσιασμό μετέβηκα και παρουσιάστηκα στο χωριό Λευκάκια έξω από το Ναύπλιο. Σε χωριό ήταν το κέντρο επιστρατεύσεως για να αποφύγουμε τον βονβαρδισμόν από τα Ιταλικά αεροπλάνα».

Καμιά ιστορική και κοινωνική ανάλυση δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να συλλάβει στην ολότητά του το θαύμα που συντελέσθηκε στα κακοτράχαλα βουνά της Αλβανίας από τον Ελληνικό Λαό. Αντίθετα το Έπος του ’40 πέρασε στο χρόνο της εθνικής ιστορίας ως μια επέτειος του «ΟΧΙ» και μόλις πρόσφατα αρχίζουμε να αναδεικνύουμε με έρευνες και μαρτυρίες το μεγαλείο του αγώνα εκείνου. «Ωστόσο» γράφει ο μεγάλος μας συγγραφέας Άγγελος Τερζάκης, «αυτή η εκστρατεία που όλοι τη λένε «το Έπος», έχει τούτο το παράδοξο: πως είναι ένα έπος άγνωστο – θέλω να πω άγνωστο στις ζεστές του πτυχές, στην ανθρώπινη ουσία του. Φαινόμενο χρονολογικά και Ιστορικά απροσδόκητο, δημιούργημα μιας στιγμής ανεπανάληπτης, αδικήθηκε από τα μετέπειτα γεγονότα, την πλησμονή των βιωμάτων. Η Κατοχή, η Αντίσταση, το Κίνημα του Δεκέμβρη, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το ξεκίνημα ενός νέου κόσμου, του κόσμου της πυρηνικής εποχής, ήρθανε να κατακαλύψουν τη στιγμή της Αλβανίας. Το κεφάλαιο τούτο της Ελληνικής Ιστορίας, ένα από τα πιο σημαντικά κλείστηκε, σφραγίστηκε και τοποθετήθηκε στο Αρχείο προτού μνημονευτεί».

Οι Έλληνες στρατιώτες με εξοντωτικές πορείες ήδη από την αρχή του πολέμου, με το μουλάρι και με οπλισμό των βαλκανικών πολέμων ξεκίνησαν να αντιμετωπίσουν έναν αντίπαλο με άψογη στρατιωτική προετοιμασία, οργανωμένες επιμελητείες και ότι πιο σύγχρονο υπήρχε στο επίπεδο του οπλισμού την εποχή εκείνη. Απέναντι, όμως στον μουσολινικό μεγαλοϊδεατισμό αντιτάχθηκε ένας λαός που ζήταγε δικαίωση για όλες τις θυσίες που είχε κάνει μέχρι τότε. Σε ποια γεγονότα να πρωτοσταθεί κανείς και τι να μνημονεύσει περισσότερο από τις μάχες και τους ηρωισμούς απλών στρατιωτών και αξιωματικών που έδιναν τη μάχη υπέρ βωμών και εστιών. 8 Νοεμβρίου 1940 σε μια από τις φονικότερες μάχες του πολέμου στο Καλπάκι με φτυάρια και γκασμάδες για τα ορύγματα και όπλα περασμένων δεκαετιών ο ελληνικός στρατός καταφέρνει να εξουδετερώσει τα ιταλικά τεθωρακισμένα  και να δώσει φτερά στις ελληνικές δυνάμεις. 21 Νοεμβρίου 1940 Κορυτσά. 3 Δεκεμβρίου 1940 Πρεμετή. 6 Δεκεμβρίου 1940 Άγιοι Σαράντα. 8 Δεκεμβρίου 1940 Αργυρόκαστρο. Κι ακόμα πάρα πέρα τραγούδαγαν με καντσονέτες περιπαικτικά οι επιθεωρήσεις στην Αθήνα.

Ποιο πολεμικό ανακοινωθέν και ποιο κείμενο ιστορίας θα κατορθώσει να περιγράψει κάποτε τη μάχη του υψώματος 731, άγνωστη ακόμα στους πολλούς, όταν στις 9 Μαρτίου 1941, στα προεόρτια της εαρινής επίθεσης του Μουσολίνι, 4 λόχοι ελληνικού στρατού θα κρατήσουν ένα στρατηγικής σημασίας ύψωμα που έπρεπε να είχε σβήσει από το χάρτη της περιοχής. Τόσος ήταν ο βομβαρδισμός που λιώνε σώματα, σιδερικά, πέτρες και χώματα κάνοντας ένα τρομακτικό σφαγείου σκηνικό.

«Είταν χαροκόπι δαιμονικό, βομβαρδισμός απίθανος σε ένταση και πυκνότητα, βροντοκόπημα από κεραυνούς απανωτούς, που τράνταζαν συθέμελα τη γη, με λύσσα να της ξεριζώσουν τα σπλάχνα. Πέρα, σε πολλές δεκάδες χιλιόμετρα απόσταση, σ’ άλλους τομείς του μετώπου, οι φαντάροι που βρίσκονταν ακόμα με το κεφάλι πλαγιασμένο στο χώμα, άκουγαν σαστισμένοι τη γη να βογκάει και να τρέμει σα να γινόταν στα έγκατά της τυμπανοκρουσία συναγερμού. Όλοι κατάλαβαν πως κάτι μεγάλο αρχίζει». Λόγια του Άγγελου Τερζάκη.

Κάτι μεγάλο είχε ήδη αρχίσει και δεν θα το σταμάταγε κανένας βομβαρδισμός και καμιά πολεμική μηχανή όσο καλή κι αν ήταν. Το εγγυόταν η φωτιά που έκαιγε στα στήθη των Ελλήνων, το τραγουδούσε κάνοντας τις καρδιές να ριγούν η αγέρωχη φωνή της Σοφίας Βέμπο «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά», το τύλιγε η θαλπωρή της κουβέρτας που ’φτασε στον στρατιώτη των προφυλακών μας κι είχε πάνω της κεντημένο το όνομα : Ευδοκία Αποστολίδου – Νέα Κίος.

Κι όταν στις 27 Απριλίου 1941 ο αγκυλωτός σταυρός κυματίζει στον ιερό βράχο της Ακρόπολης, ακόμα και τότε αντηχεί ένα «ΟΧΙ» θαρραλέο και ηρωικό. Τίποτα δεν είχε τελειώσει.

Ελληνικά Γραμματόσημα. Έκδοση «50 χρόνια

Ελληνικά Γραμματόσημα. Έκδοση «50 χρόνια «ΟΧΙ» – 28η Οκτωβρίου 1940», 11 Οκτωβρίου 1990.

Η έναρξη του πολέμου ανάμεσα στην Ιταλία και την Ελλάδα υπήρξε η κορυφαία ιταμή εκδήλωση του φασιστικού μεγαλοϊδεατισμού του Μουσολίνι. Υπήρξε όμως και μια εξαιρετική ευκαιρία που χάρισε η Ιστορία στον κόσμο για να συγκριθούν και να μετουσιωθούν σε κοινωνικό παράδειγμα οι αξίες της πατρίδας, της πίστης, της αλληλεγγύης, της αυταπάρνησης και του κοινού σκοπού. Αξίες που προσδίδουν νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Στον πόλεμο του 40 αναμετρήθηκαν δυο κοινωνικές λογικές. Εκείνη της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης, της άδολης προσφοράς και της θυσίας για την προάσπιση μιας πατρίδας, μιας κοινότητας, μιας οικογένειας, μιας φιλίας. Από την άλλη παρατάχθηκε ο εγωιστικός μοναδισμός, υπόλογος στον Αρχηγό. Το πειθήνιο όργανο ενός μηχανισμού που δεν γνωρίζει συναισθηματισμούς, απάνθρωπα μοχθηρός και ανέκφραστος.

Στην αγάπη αντιπαρέβαλε το μίσος, στην ελευθερία την υποταγή, στην ελεύθερη σκέψη το δόγμα του αλάνθαστου Ηγέτη. Οι Έλληνες υπέγραψαν την ιστορία με το αίμα τους και έδωσαν με θάρρος την απάντηση που έπρεπε στη φασιστική και ναζιστική θηριωδία. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε είναι χρέος μας να απελευθερώσουμε το νόημα της 28ης Οκτωβρίου 1940 από την επετειακή στενότητα και να δημιουργήσουμε ένα νέο κοινωνικό παράδειγμα για μας και τις επόμενες γενιές βασισμένο στη συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, την άδολη προσφορά και την αγάπη σε μια πατρίδα που δεν έχασε το νόημά της.

Σεβαστοί Πατέρες, Κυρίες και Κύριοι

Ο Παναγιώτης Μπασακίδης, Αντισυνταγματάρχης Πεζικού, Διοικητής του 8ου Συντάγματος που με έδρα το Ναύπλιο θα πάρει μέρος σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις, υπογράφει στις 14 Ιανουαρίου 1941 ανάμεσα σε άλλες και την παρακάτω ημερήσια διαταγή συντάγματος αξιωματικών:

«Τον Διοικητήν του 7ου Λόχου Χριστόπουλον Παναγιώτην διαμνημονεύω διότι κατά τας επιχειρήσεις των βορειοανατολικών υψωμάτων Σκίβοβικ Μάλισπατ από 11 Δεκεμβρίου μέχρι 19 ιδίου επεδείξατο θάρρος, ψυχραιμίαν, ορμητικότητα και εξαιρετικήν διοικητικήν ικανότητα, παρορμών, εμψυψών, και ενθαρρύνων τους άνδρας του δια την κατάληψιν των εκάστοτε  αντικειμενικών σκοπών. Κατά δε τη λυσσώδη επίθεσην της 15ης Δεκεμβρίου προς κατάληψιν των βορείων υψωμάτων Προγκονατίου – χωρίου Προγκονατίου ώρμησεν ακάθεκτος μετά του Λόχου του συντρίβων μίαν προς μίαν τας πεισμόνους εχθρικάς αντιστάσεις, εξαναγκάζων τον εχθρόν να τρέπεται εν σπουδή εις φυγήν εγκαταλείπων επί του πεδίου της μάχης αυτόματα όπλα και όλμους και τέλος κατά την άνοδόν του προς κατάληψιν του τελευταίου υψώματος Προγκονάτ ετραυματίσθη υποστάς θλασιν οστού αριστεράς χειρός. Καίτοι δε φέρων σοβαρόν τραύμα δεν εδέχθη να αποχωρήση του Λόχου του ειμή  μετά ώραν αφού ο Λόχος του εγκατεστάθη επί του καταλειφθέντος υψώματος.

Τούτον επρότεινα όπως απονεμηθεί το Αριστείον Ανδρείας».

Η αυτοθυσία του και η θυσία των 13.936 αξιωματικών και οπλιτών και των χιλιάδων πολιτών, ανδρών και γυναικών, που έδωσαν το αίμα τους για να ζήσουμε ελεύθεροι ας οδηγεί τα δικά μας βήματα και εκείνα των επόμενων γενεών.

Γεώργιος Κόνδης

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

O Ε.Λ.Α.Ν. (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό) και η δράση του στην Ερμιονίδα


 

Σημαντικό ρόλο στον αγώνα της Αντίστασης κατά των Γερμανικών δυνάμεων Κατοχής, στην Πελοπόννησο, έπαιξε και μια ολιγάριθμη αλλά ιδιαίτερα μαχητική ομάδα καταδρομών που ανέπτυξε στην Ερμιονίδα το ΕΑΜ. Πρόκειται για το ΕΛΑΝ, το Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό.

Η ιστορία κάπως επαναλαμβάνεται. Στα ίδια νερά της Ερμιονίδας, πριν 180 χρόνια, ένας άλλος καταδρομέας, ο Λενιδιώτης Ανδρέας Τσακώνης, διαδραμάτισε τον ίδιο ρόλο. Παραμονεύοντας πίσω από τους κάβους της περιοχής, έκανε τη διαδρομή προβληματική σε κάθε τούρκικο καράβι που θα διακινδύνευε να μπει στα νερά του Αργολικού κόλπου. Τέτοια ήταν η δράση του, ώστε οι Τουρκικές αρχές ν’ ασχοληθούν μαζί του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, γιατί η ιστορία, από όσα στοιχεία διασώθηκαν στο Αρχείο της Ύδρας (τόμ. 1, σ. 8081) δεν αναφέρει αν τελικά τον συνέλαβαν.

Ας δούμε, όμως, ποια ήταν η δράση αυτή του ΕΛΑΝ, έτσι όπως την διηγήθηκαν αυτοί που την έζησαν και επέζησαν.

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Γερμανοί, για να μεταφέρουν τα εφόδια του στρατού τους στην Κρήτη, χρησιμοποιούσαν ελληνικά καΐκια, αρπαγμένα, επιταγμένα ή κατά κάποιον οποιονδήποτε τρόπο αναγκασμένα να εκτελέσουν τις διαταγές τους. Τα φόρτωναν σε κάποιο λιμάνι της Αττικής κι εκείνα, ξεκινώντας το απόγευμα και παραπλέοντας τις ακτές της Πελοποννήσου, προσπαθούσαν ταξιδεύοντας ολοταχώς τη νύχτα να βρίσκονται τα ξημερώματα σε κάποιο λιμάνι της Κρήτης. Το δρομολόγιο αυτό των καϊκιών περνούσε ανάμεσα στον Άη Γιώργη της Ύδρας και το νησάκι Δοκός.

Το 1943, ένας θαρραλέος και ριψοκίνδυνος γεωπόνος, ο Τάσος Κακαβούτης, Γραμματέας του ΕΑΜ Ερμιονίδας, συνέλαβε την ιδέα να οργανώσει μιαν ομάδα καταδρομών και να παρεμποδίσει αυτή τη μεταφορά εφοδίων προς τα στρατεύματα κατοχής της Κρήτης. Την οργάνωση της ομάδας αυτής του ΕΛΑΝ την είχαν αναλάβει και νωρίτερα μερικά παιδιά από την Ερμιόνη, αλλά μέχρι τότε δεν είχαν αναπτύξει καμία δράση. Τότε, στις αρχές του 1944, μια ολιγάριθμη ομάδα ανταρτών αποσπάται από το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, που είχε την έδρα του στην περιοχή της Στυμφαλίας και στέλνεται στην Ερμιονίδα. Από τα μέλη αυτής της ομάδας δημιουργήθηκε ο βασικός πυρήνας του ΕΛΑΝ.

Ένα από τα μέλη της, ο Παναγιώτης Καραμπίνας από το Φοινίκι της Θεσπρωτίας, γνωστός με το ψευδώνυμο «καπετάν Τζαβέλας», που τον συναντήσαμε στο σπίτι του, στην Παραλία της Ακράτας, μας διηγείται:

«Εγώ, τότε, είχα καταταχτεί στο 6° Σύνταγμα του ΕΛΑΣ και μια μέρα, αρχές του 1944, πήραμε την εντολή να σχηματίσουμε μιαν ομάδα κρούσεως και να κατεβούμε στα Δίδυμα. Είμαστε επτά. Ο Γιώργος ο Λέκας, από το Γκέρμπεσι (Μιδέα) της Αργολίδας, γνωστός με το ψευδώνυμο καπετάν Λευτεριάς, ο Γιάννης Σκινάς ή Τίγρης από το Χαρβάτι (Μυκήνες), ο Τάσος Οικονόμου από τις Λίμνες, ο καπετάν Γιάννης Μοριάς και άλλα δύο παιδιά, που δεν θυμούμαι τα ονόματά τους.

Εκείνες τις ημέρες, θα ’ταν 15 ή 16 του Φλεβάρη 1944, δύο εγγλέζικα αεροπλάνα βομβάρδισαν μέσα στο λιμάνι των Σπετσών τον ¨Κέφαλο¨, ένα καράβι μιας Κακαμπουρίνας από τα Μέθανα, επιταγμένο από τους Γερμανούς και φορτωμένο άλευρα, και το βούλιαξαν. Αλλά, φεύγοντας μετά τον βομβαρδισμό, το ένα από τ’ αεροπλάνα χτύπησε στον φάρο, έχασε το ένα του φτερό και πέφτοντας στη θάλασσα, στη τοποθεσία ¨Γαρύφαλλου¨, βούλιαξε σε 18 οργιές νερό. Είχε πλήρωμα δύο αεροπόρους. Ο ένας πρόλαβε και γλύτωσε με το αλεξίπτωτο. Τον έκρυψε ένας ψαράς, ο Βαγγέλης Οικονόμου ή Παραπόλας, και τον φυγάδεψε κατόπιν στα Δίδυμα. Ο άλλος παρασύρθηκε με το σκάφος στον βυθό. Από τους Γερμανούς στρατιώτες, που αποτελούσαν την φρουρά του καραβιού, δυο σκοτώθηκαν, δυο άλλοι επιβιβάστηκαν σε κάποιο καΐκι και γύρισαν στον Πειραιά, δυο κατέφυγαν στο ξενοδοχείο του Καρδάση, στις Σπέτσες, και ο τελευταίος, εφτά ήσαν όλοι, ο Φριτς, μπήκε σε κάποιο περαστικό καΐκι και πήγε στο Ναύπλιο για να ειδοποιήσει για ό,τι είχε γίνει».

Μόλις φτάσαμε στα Δίδυμα, συνεχίζει την αφήγησή του ο Καπετάν Τζαβέλας, «θα ’ταν 15 ή 16 του Φλεβάρη, έρχεται ο Σμυρλής από τις Σπέτσες και μας είπε για τον βομβαρδισμό, το βυθισμένο αεροπλάνο, το καράβι, τους δυο Γερμανούς, που μένανε στο ξενοδοχείο. Μας είπε ακόμη και για τρία επιταγμένα καΐκια, που ήταν φορτωμένα στο λιμάνι. Αποφασίσαμε να πάμε να πιάσουμε τους Γερμανούς και τα καΐκια και να προσπαθήσουμε να διασώσουμε ό,τι μπορούσαμε από το μισοβυθισμένο καράβι και από το αεροπλάνο. Κατεβήκαμε στο Πόρτο Χέλι, πήραμε ένα καΐκι και περάσαμε στις Σπέτσες. Ο καπετάν Λευτεριάς, ο Σμυρλής κι εγώ. Πήγαμε στο σπίτι του Πασαμήτρου, όπου και μείναμε εκείνη τη βραδιά. Την άλλη μέρα, ο Παντελής Αρμένης, που είχε καφενείο στο Παλιό Λιμάνι και που αργότερα έγινε κουνιάδος μου, μας έφερε σ’ επαφή με τους ναύτες των τριών επιταγμένων καϊκιών, που πρόθυμα δέχτηκαν να μας βοηθήσουν να πάρουμε τα καΐκια. Πράγματι, το βράδυ, ανεβήκαμε στα τρία καΐκια και τα πήγαμε στην Κοιλάδα. Το ένα ήταν οργανωμένο και το αφήσαμε ελεύθερο. Μέσα στ’ άλλα δυο βρήκαμε 75 τηλέφωνα και 350 τσουβάλια με Χριστουγεννιάτικα δέματα για τους Γερμανούς της Κρήτης, γλυκά, τσιγάρα και άλλα τέτοια είδη. Χιλιάδες κουτιά μαρμελάδα, χοιρομέρια, και καμμιά δεκαριά κεφάλια παρμεζάνα, που το καθένα τους ζύγιζε 70-80 κιλά, και που μοιράστηκαν αργότερα στον πληθυσμό. Πολλά προωθήθηκαν για τη Γκούρα της Στυμφαλίας, όπου όπως είπαμε ήταν το Αρχηγείο του ΕΛΑΣ. Οι ναύτες των καϊκιών έμειναν στις τάξεις τού ΕΛΑΣ και μάλιστα δύο απ’ αυτά τα παιδιά κρεμάστηκαν αργότερα στις Σπέτσες.

Τα εφόδια αυτά τα μεταφέραμε από την Κοιλάδα στα Δίδυμα και τα παραδώσαμε στην Οργάνωση. Γυρίσαμε κατόπιν στις Σπέτσες και πήγαμε στον Αρμένη, ο οποίος μας υπέδειξε το ξενοδοχείο όπου έμεναν οι Γερμανοί. Είμαστε έξη. Ο καπετάν Λευτεριάς, ο Σμυρλής, ο Παναγιώτης ο Τρομάρας, ο Δημήτρης ο Κατεμής (Κανάρης), ο Γιάννης ο Σκινάς ή Τίγρης, κι εγώ. Μας είπαν σε ποιο δωμάτιο ήσαν οι Γερμανοί κι άκουγαν ράδιο. Ήταν και κάτι κοριτσόπουλα και χορεύανε. Μπήκαμε ξαφνικά μέσα φωνάζοντας Αλτ. Ο ένας από τους Γερμανούς έκανε μια προσπάθεια να πιάσει μια χειροβομβίδα, που είχε περασμένη στη μπότα του, αλλά ο Τρομάρας, με μια ριπή, τον πρόλαβε και τον σκότωσε. Είναι αλήθεια πως θέλαμε να τον πιάσουμε κι εκείνον ζωντανό, έτσι όμως που ήρθαν τα πράγματα δεν γινόταν αλλιώς. Πήραμε τον οπλισμό τους, είπαμε στους ανθρώπους του ξενοδοχείου να τυλίξουν τον νεκρό σ’ ένα σεντόνι και να τον φουντάρουν στα βαθειά και φύγαμε για τα Δίδυμα, παίρνοντας μαζί μας και τα δυο μυδράλια του καραβιού, που οι Γερμανοί είχαν αφαιρέσει από το μισοβυθισμένο καράβι και είχαν τοποθετήσει για φύλαξη στο καφενείο του Αρμένη.

Την άλλη μέρα, ο Γερμανός ο Φριτς, που είχε πάει στο Ναύπλιο και επέστρεφε στις Σπέτσες, πιάστηκε και οδηγήθηκε κι αυτός στα Δίδυμα».

Εδώ, πρέπει να κάνουμε μια μικρή παρέκκλιση στην αφήγηση του καπετάν Τζαβέλα. Το επεισόδιο αυτό είχε τις συνέπειές του. Ο δήμαρχος Σπετσών, ο Λεκός, κατά μίαν εκδοχή, θορυβημένος από τον φόνο των δυο Γερμανών και φοβούμενος τα αντίποινα που περίμεναν αυτόν και το νησί, πήγε στον Πειραιά, συνοδευόμενος από τον γιατρό τον Κόχυλα. Παρουσιάστηκαν στις Γερμανικές Αρχές και ανέφεραν τα γεγονότα, προσπαθώντας να πείσουν τους Γερμανούς ότι ο ντόπιος πληθυσμός ήταν αμέτοχος σ’ αυτό το επεισόδιο.

Οι Γερμανοί, έχοντας την πληροφορία ότι οι καταδρομείς είχαν τη βάση τους κάπου στην Ερμιονίδα, επάνδρωσαν δυο μεγάλα σιδερένια καΐκια και ανήμερα το Πάσχα του 1944, αποβιβάστηκαν στην Κοιλάδα. Δείρανε, σκοτώσανε, κάψανε κάτι σπίτια στην Ερμιόνη και φύγανε. Η ενέργεια αυτή των Γερμανών θεωρήθηκε ότι ήταν αποτέλεσμα της αναφοράς του Λεκού και του Κόχυλα και παρ’ όλο που ήσαν πρόσωπα αγαπητά σ’ όλους, εκτελέσθηκαν, μαζί με τον Διαμαντόπουλο τον αρχιτέκτονα και τον Κατραμάδο.

Τάσος Γεωργοπαπαδάκος (1911- 1987). Φιλόλογος και συγγραφέας. Κατά την διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην Ύδρα. Εκτός των άλλων έγραψε και το: «Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση - Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού», Θεσσαλονίκη 1987. Αρχείο φωτογραφίας: Μιχάλης Ν. Γεωργοπαπαδάκος.

Τάσος Γεωργοπαπαδάκος (1911- 1987). Φιλόλογος και συγγραφέας. Κατά την διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην Ύδρα. Εκτός των άλλων έγραψε και το: «Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση – Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού», Θεσσαλονίκη 1987. Αρχείο φωτογραφίας: Μιχάλης Ν. Γεωργοπαπαδάκος.

Από τότε, ο καπετάν Τζαβέλας και ο Τάσος Κακαβούτης οργάνωσαν συστηματικά το ΕΛΑΝ. Πήραν ένα καΐκι του Παντελή του Μπάμη, ένα τρεχαντήρι καμιά 30αριά τόνων, του βγάλανε το άλμπουρο για να μην διακρίνεται εύκολα από μακριά, βάλανε ένα μυδράλιο στην πλώρη και το προστατέψανε με τσουβάλια με χώμα. Παίρνανε πληροφορίες από τον Τάσο Παπαδάκο [Τάσος Γεωργοπαπαδάκος], που ήταν γραμματέας στη Μητρόπολη της Ύδρας και διερμηνέας των εκεί Γερμανών. Τους ειδοποιούσε με το τηλέφωνο πόσα καΐκια και πότε επρόκειτο να περάσουν, αν ήταν οπλισμένα κι αν είχαν συνοδεία από Γερμανούς. Στις επιχειρήσεις αυτές λάβαιναν μέρος συνήθως πέντε παιδιά. Ο Μήτσος ο Κρεμύδας, ο Βασίλης ο Λιώσης, ο Σταύρος Χατζησταύρος από το Κρανίδι, ο Παναγιώτης ο Τρομάρας κι ο καπετάν Τζαβέλας. Συνολικά πιάσανε 17-18 καΐκια, απ’ όπου πήρανε πολλά τρόφιμα. Μ’ αυτά, που τα προωθούσαν με ζώα στη Στυμφαλία, ενισχύθηκε σημαντικά ο αγώνας του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο.

 

Χάρτης των βασικών δρομολογίων υων επίτακτων σκαφων που εφοδίαζαν τις γερμανικές φρουρές την περίοδο 1943-1944. Παπαδόπουλου Α. Δημητρίου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943-1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14ο, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελ. 35.

Χάρτης των βασικών δρομολογίων υων επίτακτων σκαφων που εφοδίαζαν τις γερμανικές φρουρές την περίοδο 1943-1944. Παπαδόπουλου Α. Δημητρίου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943-1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14ο, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελ. 35.

 

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στη διήγηση τού καπετάν Τζαβέλα.

 

«Αφού παραδώσαμε τον οπλισμό των Γερμανών και τον αιχμάλωτο στα Δίδυμα, ξαναγυρίσαμε στις Σπέτσες, πήραμε δύτες, ανασύραμε το αεροπλάνο και του βγάλαμε τα πέντε μυδράλια πού είχε. Αυτά δούλευαν με ηλεκτρισμό, αλλά εμείς τα προωθήσαμε στο Τάγμα, όπου και τα μετέτρεψαν και τα έκαναν να δουλεύουν με σκαντάλη.

Εκείνες τις ημέρες, μας έφεραν την πληροφορία ότι στη Σκαμνιά, στη Σέριφο, είχε βουλιάξει ένα βαπόρι και ότι οι επτά Γερμανοί, που ήταν η φρουρά του, είχαν πάρει δύτες, έβγαζαν από το βαπόρι ό,τι μπορούσαν και το πούλαγαν. Αποφασίσαμε με τον Παντελή τον Αρμένη να πάμε να τους πιάσουμε.

Μπήκαμε σ’ ένα γερό καΐκι και πήγαμε στο Λειβάδι στη Σέριφο οι τρεις. Ο Παντελής ο Αρμένης, ο καπετάν Αντρέας, που ήταν καπετάνιος σ’ ένα από τα επιταγμένα καΐκια που είχαμε αράξει στην Κοιλάδα κι εγώ. Βάλαμε τα σήματα του Ερυθρού Σταυρού για να μη μας χτυπήσουν τα αεροπλάνα. Τα αυτόματα τα τυλίξαμε στα πανιά για να μη φαίνονται. Βγήκαμε στο Λειβάδι, το κεντρικό λιμάνι του νησιού, όπου και συνδεθήκαμε και μάθαμε για τους Γερμανούς στη Σκαμνιά. Μένανε σ’ ένα εκκλησάκι που το είχαν οχυρώσει κι επέβλεπαν από ψηλά το βαπόρι. Μάθαμε, ακόμη, ότι στο λιμάνι της Σέριφου ήταν αραγμένο ένα μεγάλο καΐκι του Γκόβερη, γνωστού τότε μεγαλοϊχθυέμπορου του Πειραιά, που αγόραζε ψάρια για τις ανάγκες του Γερμανικού Στρατού. Είχε και μια φρουρά από τρεις Γερμανούς. Τα πυρομαχικά μας δεν ήταν πολλά και δεν μας επέτρεπαν να επιτεθούμε εναντίον των Γερμανών της Σκαμνιάς. Έπειτα, ένας σύνδεσμος που στείλαμε να πάει να ιδεί και να ’ρθει να μας πει τι γινόταν, αργούσε να γυρίσει. Γι’ αυτό καταλήξαμε στην απόφαση να επιτεθούμε στο δεύτερο καΐκι, του Γκόβερη.

Φύγαμε με τα πόδια για το λιμάνι – δεν θυμάμαι πώς λεγόταν – όπου βρισκόταν το καΐκι, φορώντας πέδιλα και φανελάκια για να φαινόμαστε σαν ψαράδες. Τα πιστόλια τα περάσαμε στη ζώνη, μέσα από το παντελόνι. Όταν φτάσαμε στο λιμάνι, όπου ήταν το καΐκι του Γκόβερη, ήταν μεσημέρι. Είδαμε τους δυο από τους τρεις Γερμανούς να κοιμούνται στο προαύλιο ενός καφενείου, αλλά δεν βλέπαμε τον τρίτο κι αυτό μας έκανε να διστάσουμε να τους επιτεθούμε. Ώσπου να ιδούμε πού ήταν ο τρίτος Γερμανός, η ώρα πέρασε και οι δυο Γερμανοί ξύπνησαν και τότε είδαμε ότι ο τρίτος Γερμανός, ένας βαθμοφόρος, ήταν στην ταράτσα του σπιτιού και φύλαγε το καΐκι και τους συντρόφους του που κοιμόντουσαν. Πλησιάσαμε στο καΐκι και είπαμε στους ναύτες πως μάθαμε ότι αγοράζει ψάρια και ότι κι εμείς ψαράδες είμαστε, αλλά ότι το καΐκι μας έχει πάθει βλάβη στο Λειβάδι και τα ψάρια μας θα χαλάγανε και θα τα πετάγαμε. Μας ρώτησαν τι ψάρια ήταν και τι ζητάγαμε και τους απαντήσαμε ότι στη κατάσταση που είμαστε, ελάτε να τα δείτε και δώστε μας ό,τι θέλετε. Προσπαθούσαμε να τους φέρουμε στο καΐκι μας, όπου είχαμε τα αυτόματα. Είπανε ότι θα ’ρθούνε τ’ απόγεμα. Φύγαμε και γυρίσαμε στο Λειβάδι. Στο λιμάνι ήσαν κι άλλα καΐκια. Είπαμε σ’ ένα απ’ αυτά που ετοιμαζόταν να σαλπάρει να περιμένει και να φύγει μόλις ακούσει τη μηχανή του Γκόβερη να έρχεται, και στους άλλους στο λιμάνι να πουν ότι το καΐκι με τα ψάρια έφτιαξε τη μηχανή του και ¨Νάτο, έφυγε¨. Εμείς ανεβήκαμε με τα αυτόματα και κρυφτήκαμε πίσω από κάτι φραγκοσυκιές που ’σαν πάνω από το καΐκι μας και περιμέναμε.

Σε λίγο έφτασε το καΐκι του Γκόβερη με τους τρεις Γερμανούς. Ρώτησαν για το χαλασμένο καΐκι με τα ψάρια. Όταν τους είπαν ότι είχε φύγει, και πραγματικά είδαν ένα καΐκι ν’ απομακρύνεται, κι επειδή ο καιρός είχε αρχίσει να φρεσκάρει, αναγκάστηκαν να περάσουν τη νύχτα στο Λειβάδι και άραξαν δίπλα μας.

Σε λίγο άρχισε να νυχτώνει και μέσα στο μισοσκόταδο είδα τον έναν από τους Γερμανούς, τον βαθμοφόρο, να πηγαίνει να κοιμηθεί στην πρύμνη με τον μηχανικό, ενώ οι άλλοι δυο κατέβηκαν κάτω στην πλώρη, μαζί με τ’ άλλο πλήρωμα.

Αφήσαμε να περάσει η ώρα, να τους πάρει ο ύπνος καλά και σιγά-σιγά βγήκαμε από τις φραγκοσυκιές, ανεβήκαμε στο καΐκι μας και περάσαμε στου Γκόβερη. Εγώ πήγα κατ’ ευθείαν στην πρύμνη, όπου κοιμόταν ο Γερμανός, ενώ οι άλλοι πήγαν στο άνοιγμα της πλώρης. Σκούντησα με το αυτόματο τον Έλληνα μηχανικό, που με νόημα μου έδειξε πού κοιμόταν ο Γερμανός. Τον σκούντησα κι αυτόν και μόλις άνοιξε τα μάτια του και είδε το αυτόματο, είπε έντρομος: ¨Εν τάξει, εν τάξει¨, σηκώνοντας τα χέρια του πάνω από το κεφάλι του. Την ώρα πού γινόντουσαν αυτά, στην πλώρη ο Σμυρλής με τον Αρμένη προσπάθησαν να συλλάβουν τους δυο άλλους Γερμανούς, που κοιμόντουσαν κάτω. Οι Γερμανοί όμως αυτοί αντιστάθηκαν και άρχισαν να πυροβολούν. Είπαμε να τους ρίξουμε μια χειροβομβίδα, αλλά συλλογιστήκαμε το πλήρωμα που θα σκοτωνόταν κι εκείνο μαζί τους. Δέσαμε τότε τον Γερμανό στο κατάρτι και πλησίασα στο άνοιγμα της πλώρης. Το αυτόματό μου, ίσως γιατί τα πυρομαχικά είχαν υγρανθεί, παθαίνει εμπλοκή, και με το πιστόλι πια πυροβόλησα προς το μέρος που, στη λάμψη των πυροβολισμών, νόμιζα πως ήσαν οι Γερμανοί. Αποτέλεσμα ήταν να τραυματίσω τον έναν στο χέρι και τον άλλον στο πόδι. Σταμάτησαν κάθε αντίσταση, τους βγάλαμε έξω και τους δέσαμε τα τραύματά τους. Μετά, τους φέραμε στην Ερμιόνη, μαζί με το καΐκι του Γκόβερη και τους παραδώσαμε στην τοπική οργάνωση».

Αυτή ήταν η ιστορία, που διηγήθηκε ο Παναγιώτης Καραμπίνας, με το πιο απλό ύφος, χωρίς το παραμικρό ίχνος περηφάνιας, λες και διηγιόταν μια ασήμαντη ιστοριούλα. Κι όμως, αυτά τα επεισόδια, παρ’ όλο τον προσωπικό και τοπικό χαρακτήρα τους, πρέπει να σημειωθούν και να μείνουν στην Ιστορία, σαν φωτεινά παραδείγματα θάρρους.

 

Να ιδούμε όμως και τι απέγινε το τμήμα εκείνο του ΕΛΑΝ.

 

«Στις αρχές του καλοκαιριού τού 1944, οι Γερμανοί άρχισαν τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας. «Ξεκίνησαν από την περιοχή του Ναυπλίου και χτενίζοντας κυριολεκτικά τη Ναυπλία έφτασαν και στην Ερμιονίδα. Ένα τμήμα του ΕΛΑΣ από το 6ο Σύνταγμα ήταν καταυλισμένο στην Πελεή, ένα χωριό κοντά στα Δίδυμα. Το τμήμα αυτό, πιεζόμενο από τις ανώτερες Γερμανικές δυνάμεις, κατεβαίνει ένα απόγεμα στην Κορακιά, επιβιβάζεται στα καΐκια που όπως είπαμε είχαμε πάρει πριν λίγες μέρες στο λιμάνι των Σπετσών και παρ’ όλο τον κίνδυνο να τους αντιληφθούν οι Γερμανοί καταφέραμε, κατά τη διάρκεια της νύχτας, να περάσουμε στη Σαμπατική της Κυνουρίας, παίρνοντας μαζί μας και την ¨Καταδίωξη¨, έτσι λέγαμε το σκάφος του Γκόβερη, γιατί είχε γερή μηχανή. Τους τραυματίες τους βγάλαμε στο Άστρος. Τα ένοπλα τμήματα μόλις πρόλαβαν να σκορπίσουν στους ελαιώνες της Σαμπατικής και του Λεωνιδίου, γιατί ξημερώνοντας ήρθαν τα αεροπλάνα. Μείναμε καμιά δεκαπενταριά μέρες στην Πλάκα. Τότε μας έκαναν οι Γερμανοί μιαν επίθεση με τορπιλακάτους και γι’ αυτό αναγκαστήκαμε να βουλιάξουμε την ¨Καταδίωξη¨, στον Άη Γιώργη, στα Πούληθρα.

Μαζί μας δεν ήρθαν όλοι, μερικοί έμειναν. Ένας απ’ αυτούς, ο Γιώργος ο Λέκας, ο καπετάν Λευτεριάς, κατέβηκε κι αυτός κάτω στην Κορακιά για να φύγει μαζί με τους άλλους, αλλά την τελευταία στιγμή λέει στον καπετάνιο του τμήματος εκείνου:

– Αποφάσισα να μείνω εδώ και να συνεχίσω από εδώ τον αγώνα.

– Είναι επικίνδυνο αυτό που κάνεις, του λέει ο καπετάνιος, αλλά δεν μπορώ να στο απαγορέψω. Έλα μαζί μας. Πού θα πας; Πού θα κρυφτείς;

– Έχω ανθρώπους να με κρύψουν στις Σπέτσες, είπε και πήδησε στη στεριά.

Έφυγε μέσα στο σκοτάδι, πηγαίνοντας να συναντήσει τον θάνατο. Αργότερα μάθαμε πως κατέφυγε στις Σπέτσες, στο σπίτι του Αρμένη. Στις Σπέτσες είχε καταφύγει ο Πανουργιάς και άλλοι. Αλλά τα πάθη είχαν εξαγριωθεί κι εκεί. Τον πρόδωσαν τον Λέκα, και αναγκάστηκε να πάει να κρυφτεί μέσα στη σπηλιά του ¨Μπεκίρη¨. Αλλά κι εκεί τον βρήκαν. Αντιστάθηκε όσο είχε πυρομαχικά. Ύστερα παραδόθηκε. Έπειτα από έναν άγριο ξυλοδαρμό, μισοζώντανο τον κρέμασαν μαζί μ’ οκτώ άλλους μπροστά στο Ποσειδώνιο, στη Ντάμπια. Αυτόν, τους τρεις Πασαμητραίους, Άγγελο, Γιώργο και τη γυναίκα του, τον Βασίλη Οικονόμου, τον Δημοσθένη Οικονόμου, και τον Μιχάλη Ευσταθίου, τον ταχυδρομικό Γιάννη Τσιρτσίκο, τον Θάνο τον Κοντοβράκη από το Κρανίδι. Εκείνες τις μέρες κρέμασαν και σκότωσαν κι άλλους στις Σπέτσες. Θυμάμαι τον Δημήτρη τον Φαφούτη, τον Κατσαβίδα, τον Κωσταρίδα, τον καπετάν Αντρέα, που ήταν καπετάνιος ενός από τα καΐκια που είχαμε πάρει, όπως είπαμε παραπάνω.

Γιώργος Σκούρτης  (καπετάν-Πανουργιάς). Αρχείο: Κυριακούλα Σκούρτη - Παπαθανασίου.

Γιώργος Σκούρτης (καπετάν-Πανουργιάς). Αρχείο: Κυριακούλα Σκούρτη – Παπαθανασίου.

Ο Πανουργιάς [Γιώργος Σκούρτης]  κρύφτηκε μέσα σ’ ένα άδειο μνημείο στο νεκροταφείο, αλλά έπειτα από 5-6 ημέρες τον ήβραν κι αυτόν και τον σκότωσαν. Δυο άλλους, τον Κακαβούτη και τον Φώτη τον Στρατάκο, τους περιέθαλψε ο τότε Δεσπότης της Ύδρας, αλλά τους πρόδωσαν. Τους μετέφεραν στο Κρανίδι και τους κρέμασαν στην πλατεία για παραδειγματισμό. Του Στρατάκου του είχαν σπάσει τη σπονδυλική στήλη και δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος, γι’ αυτό από το αυτοκίνητο που τους έφερε τον έσερναν μέχρι την κρεμάλα. Οι Γερμανοί παρακολουθούσαν τον απαγχονισμό χωρίς να παίρνουν μέρος. Περιορίστηκαν μόνο να βγάζουν φωτογραφίες.

«Εγώ, με τη γυναίκα μου την Κατίνα, άλλες τέσσερις γυναίκες και οχτώ άντρες», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας, «προσπαθήσαμε από το Λεωνίδιο να φτάσουμε στον Χελμό. Κάπου, όμως, κοντά στην Καρυά του Άργους μας πιάσανε. Μας πήγαν και μας φυλάκισαν στην Ακροναυπλία. Από εκεί ελευθερωθήκαμε όταν έφυγαν οι Γερμανοί. Εμείς, όμως, συνεχίσαμε τον αγώνα. Ξαναπήγα πάλι στην Ερμιόνη, βρήκα άλλα παιδιά, τον Χαρίλαο τον Λάμπουρα, έναν Γιάννη, έναν Χρήστο, και άλλους που δεν τους θυμούμαι πια. Πήραμε ένα καΐκι, του Νίκου του Γκλέζου κι αρχίσαμε να περιπολούμε ανάμεσα [στις] Σπέτσες, όπου είχαν συγκεντρωμένους τους άντρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, και την Κορακιά. Στα Δεκεμβριανά καταφύγαμε στον Γέρακα της Λακωνίας. Από κει περάσαμε στο Άστρος, όπου και παραδώσαμε τον οπλισμό μας».

«Αυτή ήταν η δράση μου στο ΕΛΑΝ», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας. «Αυτά μπόρεσα να κάνω για την πατρίδα μου κι αυτά έκανα. Και γι’ αυτά που έδωσαν 17 χρόνια φυλακή».

Αυτή ήταν, με λίγα λόγια, η σύντομη δράση του ΕΛΑΝ. Λίγο κράτησε, 5-6 μήνες, αλλ’ όταν μια μέρα η ιστορία βάλει τα πράγματα στη θέση τους, το ΕΛΑΝ της Ερμιονίδας θα έχει να παρουσιάσει μερικές από τις ωραιότερες σελίδες της Ελληνικής Αντίστασης.

 

Τάκης Μαύρος

Read Full Post »

Οι γερμανικές αποζημιώσεις


 

Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γερμανία ως η κατ’ εξοχήν ηττημένη χώρα έφερε την υποχρέωση να καταβάλει επανορθώσεις στους νικητές, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και η Ελλάδα. Στη Διάσκεψη των Επανορθώσεων του Παρισιού, το 1945, η οποία δεν ασχολήθηκε με το γενικότερο ζήτημα των γερμανικών επανορθώσεων αλλά περιορίστηκε μόνο στη διανομή των γερμανικών βιομηχανιών και των ενεργητικών εκτός Γερμανίας, η Ελλάδα έλαβε ποσοστό 7,05% επί των συγκεκριμένων αποδόσεων. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχούσε, σύμφωνα με τη Διασυμμαχική Επιτροπή Επανορθώσεων, μόλις σε 25 εκατ. δολάρια, τα οποία καταβλήθηκαν όχι σε χρήμα αλλά πρωτίστως σε μηχανολογικό εξοπλισμό που εν πολλοίς αποδείχθηκε ακατάλληλος για τη φύση της ελληνικής οικονομίας. Οι καταβολές αυτές προορίζονταν όμως κατά κύριο λόγο για την οικονομική ανασυγκρότηση του κράτους και όχι για την αποζημίωση των θυμάτων της τετράχρονης κατοχής.

Ιούνιος 1944. Η καταστροφή του Διστόμου από τους Γερμανούς κατακτητές, σε αντίποινα για την ανάπτυξη της Αντίστασης. Οι αποζημιώσεις που κατεβλήθησαν στα θύματα της Κατοχής ανήλθαν σε 115 εκατ. μάρκα.

Ιούνιος 1944. Η καταστροφή του Διστόμου από τους Γερμανούς κατακτητές, σε αντίποινα για την ανάπτυξη της Αντίστασης. Οι αποζημιώσεις που κατεβλήθησαν στα θύματα της Κατοχής ανήλθαν σε 115 εκατ. μάρκα.

Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες είχαν φροντίσει ήδη από νωρίς για την υποστήριξη και την αποκατάσταση των υπηκόων τους που είχαν πληγεί από τον πόλεμο, προχωρώντας στην καταβολή συντάξεων, επιδομάτων, οικονομικών ενισχύσεων, σε κάποιες περιπτώσεις προσφέροντας ακόμα και ταξίδια αναψυχής, προκειμένου να μπορέσουν τα θύματα να συνέλθουν από τις κακουχίες. Στην Ελλάδα αντίθετα δεν λήφθηκε καμία ουσιαστική μέριμνα. Όπως σημείωνε άλλωστε και το υπουργείο Οικονομικών, η δυνατότητα κρατικών παροχών καθίστατο πρακτικά ανέφικτη «λόγω της σοβαράς οικονομικής επιβαρύνσεως του δημοσίου, ην είναι φύσει αδύνατον τούτο να φέρει». Τα θύματα των αντιποίνων, των εκτελέσεων, των μεγάλων σφαγών είχαν αφεθεί συνεπώς χωρίς καμία κρατική φροντίδα. Το γεγονός αυτό ανάγκαζε πολλές από τις κοινότητες που είχαν υποστεί την ακραία βιαιότητα των γερμανικών στρατευμάτων, όπως τα Καλάβρυτα και η Κλεισούρα, να στρέφονται στη Γερμανία για βοήθεια, ζητώντας από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση την καταβολή αποζημιώσεων. Οι εκκλήσεις έπεφταν όμως στο κενό.

Την αντιμετώπιση αυτή οι Γερμανοί δεν την επιφύλασσαν φυσικά μόνο στους Έλληνες. Παρόμοιες απορριπτικές απαντήσεις λάμβαναν και όλες οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες που ζητούσαν, όχι μόνο σε επίπεδο συλλόγων θυμάτων αλλά και σε επίπεδο κυβερνήσεων, την καταβολή αποζημιώσεων στα θύματα. Οι αρχές στη Βόννη αφενός δεν ήθελαν να ανοίξουν την κερκόπορτα, αφού κατανοούσαν πως αν δέχονταν να καταβάλουν αποζημιώσεις σε μια χώρα ή σε μια κατηγορία θυμάτων θα ακολουθούσε πλημμυρίδα αντίστοιχων απαιτήσεων, τις οποίες δεν θα μπορούσαν πλέον να απορρίψουν. Αφετέρου προσπαθούσαν πάση θυσία να μην πλήξουν την προστατευτική ισχύ του περίφημου άρθρου 5 του Συμφώνου του Λονδίνου του 1953, σύμφωνα με το οποίο το ζήτημα της καταβολής των γερμανικών πολεμικών οφειλών αναβαλλόταν μέχρι την επανένωση των δύο Γερμανιών, αν και όποτε συνέβαινε αυτή, και την υπογραφή συνθήκης ειρήνης μεταξύ της ενιαίας Γερμανίας και των πρώην αντιπάλων της.

 

Συμμετοχή σε κοινό ευρωπαϊκό διάβημα προς τη Βόννη

 

Η αρνητική αυτή στάση που κρατούσε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ) στο αίτημα για την αποζημίωση των θυμάτων είχε δυσαρεστήσει έντονα τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, δεδομένου ότι η ΟΔΓ είχε ψηφίσει εσωτερικό νόμο για την αποζημίωση των Γερμανών πληγέντων, ο οποίος όμως απέκλειε από τις παροχές τούς αλλοδαπούς υπηκόους.

Μάιος 1941. Επίσκεψη ανωτάτων αξιωματικών του γερμανικού στρατού στην Ακρόπολη. (συλλογή Μ. Γ. Τσαγκάρη).

Μάιος 1941. Επίσκεψη ανωτάτων αξιωματικών του γερμανικού στρατού στην Ακρόπολη. (συλλογή Μ. Γ. Τσαγκάρη).

Στις αρχές του 1956 συναντήθηκαν στη Χάγη εκπρόσωποι των κυβερνήσεων της Γαλλίας, της Ολλανδίας, του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, προκειμένου να εξετάσουν τη δυνατότητα διαβήματος προς τη γερμανική κυβέρνηση, με σκοπό να απαιτήσουν την καταβολή αποζημιώσεων και στα θύματα των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών. Στην πρωτοβουλία ανταποκρίθηκαν αμέσως θετικά η Δανία, η Νορβηγία και η Μεγάλη Βρετανία. Αντίθετα, η Ελλάδα εμφανίστηκε διστακτική, καθώς επίκειτο η επίσκεψη του Γερμανού προέδρου Τέοντορ Χόυς, και οι ελληνικές Αρχές θεωρούσαν τουλάχιστον άκομψο να προσχωρήσουν στην πρωτοβουλία τη δεδομένη στιγμή. Ύστερα όμως από τις έντονες πιέσεις της αντιπολίτευσης, της κοινής γνώμης, των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων αλλά και των συλλόγων θυμάτων, που κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Χόυς κατέκλυσαν τη γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα με επιστολές, ζητώντας την καταβολή αποζημιώσεων, η κυβέρνηση Καραμανλή πείστηκε να συμμετάσχει στο κοινό ευρωπαϊκό διάβημα.

Η αρχική αντίδραση της ΟΔΓ στις αξιώσεις των Ευρωπαίων υπήρξε κάθετα αρνητική. Καθώς όμως οι πιέσεις συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση, οι Γερμανοί αξιωματούχοι συνειδητοποίησαν πως δεν ήταν πλέον εφικτό να κωφεύουν στο πανευρωπαϊκό αίτημα για την καταβολή αποζημιώσεων στα αλλοδαπά θύματα του Εθνικοσοσιαλισμού. Με ρηματική διακοίνωση που απέστειλε τον Δεκέμβριο του 1958 στις εμπλεκόμενες κυβερνήσεις, η Βόννη δέχθηκε να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για την αποζημίωση των πληγέντων.

Οι ελληνικές απαιτήσεις, όπως διατυπώνονταν από τον υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ, ανέρχονταν αρχικά στα 200 εκατ. μάρκα, ένα ποσό όμως που απορρίφθηκε πάραυτα από τους Γερμανούς ως εξωπραγματικό. Μετά από επίπονες διαπραγματεύσεις και την απειλή της ελληνικής αντιπροσωπείας ότι η αποτυχία των συνομιλιών θα μπορούσε να βλάψει ανεπανόρθωτα τις διμερείς σχέσεις και κυρίως να αναχαιτίσει την απρόσκοπτη συνέχιση της φιλοδυτικής πορείας της χώρας, η Βόννη συμφώνησε στην καταβολή 115 εκατ. μάρκων, παρά τις αντιδράσεις του ομοσπονδιακού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο θεωρούσε πως η ΟΔΓ υποχωρούσε στις υπερβολικές αξιώσεις των Ελλήνων. Είχε άλλωστε προηγηθεί η ψήφιση από το ελληνικό Κοινοβούλιο φωτογραφικού νόμου με τον οποίο αφηνόταν ελεύθερος ο Μαξιμίλιαν Μέρτεν, ο τελευταίος Γερμανός που κρατούνταν στις ελληνικές φυλακές για εγκλήματα πολέμου.

Στις συζητήσεις που διεξήχθησαν σε εξαιρετικά τεταμένο κλίμα στη Βουλή κατά την ψήφιση του νόμου αλλά και στα δημοσιεύματα του Τύπου κυριαρχούσε ένα μόνο αίτημα: μετά την τεράστια υποχώρηση που έκανε η Ελλάδα, με στόχο την περαιτέρω προώθηση των ελληνογερμανικών σχέσεων, η ΟΔΓ ήταν πλέον υποχρεωμένη να αποζημιώσει τα θύματα της Κατοχής.

 

Πώς μοιράστηκαν τα χρήματα στους δικαιούχους

 

Στις 18 Μαρτίου 1960 υπογράφηκε η «Σύμβασις μεταξύ του Βασιλείου της Ελλάδος και της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας περί παροχών υπέρ Ελλήνων υπηκόων θιγέντων υπό εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεως». Η ΟΔΓ θα κατέβαλλε το ποσό των 115 εκατ. μάρκων «υπέρ των υπό εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεως διά λόγους φυλής, θρησκείας ή κοσμοθεωρίας θιγέντων Ελλήνων υπηκόων». Η διανομή των χρημάτων πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4178/1961, το οποίο, εκτός των άλλων, καθόριζε και το ύψος της αποζημίωσης που αντιστοιχούσε σε κάθε κατηγορία θυμάτων. Το ανώτατο ποσό αποζημίωσης που μπορούσε να επιδικαστεί ανερχόταν στις 70.000 δρχ. Τα θύματα κλήθηκαν να υποβάλουν αιτήσεις στα κατά τόπους πρωτοδικεία, τα οποία είχαν καταστεί αρμόδια για την απονομή των αποζημιώσεων. Τα 115 εκατ. μοιράστηκαν σε 96.876 δικαιούχους. Αντίθετα με τις εκατέρωθεν κατηγορίες πως το ποσό της αποζημίωσης το καρπώθηκαν οι υποστηρικτές της ΕΡΕ ή αποκλειστικά οι Εβραίοι, η έρευνα κατέδειξε ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού αποζημιώθηκαν εξίσου οι Εβραίοι όσο και οι χριστιανοί θύματα του Εθνικοσοσιαλισμού. Αποζημίωση καταβλήθηκε επίσης και στα θύματα σφαγών και αντιποίνων ανά την Ελλάδα.

Βόννη, Νοέμβριος 1958. Καραμανλής και Αντενάουερ υπογράφουν διμερές ελληνογερμανικό πρωτόκολλο συνεργασίας ενώ ο Ευ. Αβέρωφ παρακολουθεί. Στις διαπραγματεύσεις για τις γερμανικές αποζημιώσεις έγινε προσπάθεια να μη διαταραχτούν οι ελληνογερμανικές σχέσεις κυρίως για οικονομικούς, αλλά και για πολιτικούς λόγους. Αρχείο: Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Κ. Καραμανλής».

Βόννη, Νοέμβριος 1958. Καραμανλής και Αντενάουερ υπογράφουν διμερές ελληνογερμανικό πρωτόκολλο συνεργασίας ενώ ο Ευ. Αβέρωφ παρακολουθεί. Στις διαπραγματεύσεις για τις γερμανικές αποζημιώσεις έγινε προσπάθεια να μη διαταραχτούν οι ελληνογερμανικές σχέσεις κυρίως για οικονομικούς, αλλά και για πολιτικούς λόγους. Αρχείο: Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Κ. Καραμανλής».

Αν επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε τα ποσά που έλαβαν οι δικαιούχοι στις διάφορες χώρες, θα διαπιστώσουμε μεγάλες ανομοιομορφίες. Υπήρξαν χώρες οι οποίες έλαβαν υψηλά ποσά σε σύγκριση με τον αριθμό των θυμάτων τους. Ενδεικτικά αναφέρουμε την περίπτωση της Νορβηγίας: το ποσό που έλαβε κάθε δικαιούχος αντιστοιχούσε εν πολλοίς με το ετήσιο εισόδημα ενός Νορβηγού εργάτη. Η Μεγάλη Βρετανία έλαβε 11 εκατ. μάρκα και, έχοντας υπερβάλει στον αριθμό των θυμάτων, αναζητούσε άτομα να διαθέσει το ποσό, προκειμένου να μην αναγκαστεί να επιστρέψει στη Γερμανία τα χρήματα που έμεναν αδιάθετα. Αποζημιώσεις, έστω και μικρές, έλαβαν ακόμα και χώρες που έμειναν ουδέτερες στον πόλεμο, όπως η Σουηδία και η Ελβετία, η οποία, μάλιστα, δεν θέλησε να συμμετάσχει από την αρχή στο διάβημα των ευρωπαϊκών κρατών, καθώς το θεωρούσε ασυμβίβαστο με την ουδετερότητα που είχε υιοθετήσει.

Αντίθετα, τα 115 εκατ. που καταβλήθηκαν στην Ελλάδα αποδείχθηκαν ανεπαρκή για να αποζημιωθούν ικανοποιητικά τα θύματα της ναζιστικής κατοχής. Η κυβέρνηση Καραμανλή, μη έχοντας καταφέρει να συγκεντρώσει συγκεκριμένα στοιχεία για τον αριθμό των θυμάτων και κατ’ επέκταση και των δικαιούχων, βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν αναπάντεχα μεγάλο αριθμό αιτήσεων, με συνέπεια οι ελληνικές αρχές να αναγκαστούν να περικόψουν τις αποζημιώσεις. Έτσι, στους δικαιούχους καταβλήθηκε μόλις το 55% της αποζημίωσης που τους είχαν επιδικάσει τα πρωτοδικεία. Στην πραγματικότητα, βέβαια, τα ποσά των αποζημιώσεων που έφτασαν τελικά στα χέρια των θυμάτων ήταν ακόμα μικρότερα, αφού το Ν.Δ. 4178 προέβλεπε την καταβολή αμοιβής ύψους 5% επί της επιδικασμένης αποζημίωσης στους δικηγόρους που χειρίστηκαν την απαραίτητη διαδικασία στα πρωτοδικεία.

 

Θύελλα αντιδράσεων από την περικοπή των κονδυλίων

 

Όπως ήταν επόμενο, η περικοπή προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, με τα θύματα να απαιτούν την εξ ολοκλήρου καταβολή της επιδικασμένης αποζημίωσης. Προκειμένου να αμβλύνουν τις αντιδράσεις, οι ελληνικές Αρχές εξέταζαν το ενδεχόμενο να καταβληθεί το υπόλοιπο της αποζημίωσης από τον κρατικό προϋπολογισμό, μια πρόταση όμως που δεν προχώρησε. Η περικοπή ήταν εν γνώσει και των Γερμανών αξιωματούχων, οι οποίοι παρακολουθούσαν γεμάτοι ανησυχία τις εξελίξεις, φοβούμενοι πως η ελληνική κυβέρνηση θα απευθυνόταν εκ νέου στην ΟΔΓ, ζητώντας επιπλέον χρήματα ώστε να καταστεί δυνατή η καταβολή ολόκληρων των επιδικασμένων αποζημιώσεων στους δικαιούχους. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη. Χρειάστηκε να περάσει πάνω από μία δεκαετία για να δοθεί το 1975, πάλι επί κυβέρνησης Καραμανλή, ένα επιπλέον 4% των χρημάτων.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, τα θύματα δεν έπαψαν να απευθύνονται στις ελληνικές Αρχές, ζητώντας την καταβολή και του υπόλοιπου ποσού της αποζημίωσης. Η πάγια απάντηση ήταν πως η έγερση εκ νέου απαιτήσεων θα μπορούσε να υλοποιηθεί μόνο μετά την επανένωση των δύο Γερμανιών και την υπογραφή συμφώνου ειρήνης με την ενιαία Γερμανία. Πράγματι, το 1990 η Γερμανία επανενώθηκε, χωρίς όμως να υπογραφεί κανένα σύμφωνο ειρήνης, προκειμένου το άρθρο 5 του Συμφώνου του Λονδίνου να συνεχίσει τυπικά να υφίσταται σε ισχύ, καθιστώντας έτσι αδύνατη οποιαδήποτε συζήτηση για την καταβολή των γερμανικών οφειλών. Οι Έλληνες πληγέντες της γερμανικής κατοχής κατέληξαν να λάβουν τυπικά το 59%, ουσιαστικά όμως μόλις το 54% της αποζημίωσης που τους επιδικάσθηκε.

 

Δέσποινα-Γεωργία Κωνσταντινάκου

Διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας

και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εφημερίδα «Καθημερινή», Κυριακή 9 Αυγούστου 2015, επιμέλεια: Ευάνθης Χατζηβασιλείου.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Older Posts »