Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ναύπλιο’ Category

Το Ναύπλιο και η αγροτική του ενδοχώρα τον 19ο αιώνα – Εύη Καρούζου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Αν στηριχθεί κάποιος μόνο στα στατιστικά στοιχεία που αφορούν στην πόλη του Ναυπλίου τον 19ο αιώνα – πληθυσμιακά ή οικονομικά –, τότε είναι πολύ πιθανό να σχηματίσει την εικόνα μιας πόλης που βρίσκεται σε στασιμότητα ή ακόμη και σε παρακμή. Όμως, όσο και αν θέλουμε να εστιάσουμε στην πόλη και τους ανθρώπους της, η πόλη δεν υπάρχει χωρίς την ενδοχώρα της, ακόμη και αν η ενδοχώρα αυτή βρίσκεται πολλά χιλιόμετρα μακριά από τις παρυφές της πόλης.

Μια πόλη χαρακτηρίζεται ως κεντρικό σημείο ενός τόπου, εφόσον είναι σε θέση να προσφέρει στον πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής μια σειρά από αγαθά και υπηρεσίες που δεν μπορεί να προσφέρει καμία άλλη πληθυσμιακή συγκέντρωση στην ίδια περιοχή, σε κόστος το οποίο δεν πρέπει να ξεπερνάει ένα συγκεκριμένο ύψος και να γίνεται ασύμφορο για τον δέκτη των υπηρεσιών. Το Ναύπλιο πληροί αυτές τις προδιαγραφές σε ό,τι αφορά στις διοικητικές και δικαστικές υπηρεσίες. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι το Ναύπλιο είναι έδρα Εφετείου, στο οποίο υπάγονται τα Πρωτοδικεία Ναυπλίου, Τρι­πόλεως, Σπάρτης, Καλαμών και Κυπαρισσίας, προσδιορίζει την κίνηση του πληθυσμού, ακόμη και των πιο απομακρυσμένων περιοχών, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να επισκεφθεί το Ναύπλιο, ακόμη και αν για όλες τις υπόλοιπες συναλλαγές του καταφεύγει σε πλησιέστερες πληθυσμιακές συγκεντρώσεις. Επομένως, για να μελετήσουμε καλύτερα το Ναύπλιο είναι αναγκαίο να δού­με την ενδοχώρα του ή, πιο σωστά τις ενδοχώρες του. Η διοικητική ενδοχώ­ρα της πόλης είναι λίγο-πολύ αυτονόητη, παρόλο που οι μετατοπίσεις της υποδηλώνουν την προσπάθεια προσαρμογής της διοίκησης στα δεδομένα που δημιουργούν οι άλλες ενδοχώρες της πόλης. Εκείνο με το οποίο είναι αναγκαίο να ξεκινήσουμε, είναι να προσδιορίσουμε δημογραφικά την ενδοχώρα της πόλης και, ακολούθως, να εξετάσουμε ποιο είναι το πληθυσμιακό μέγεθος της Επαρχίας Ναυπλίας, ποιον πληθυσμό, δηλαδή, πρέπει να εξυπηρετήσουν οι υπηρεσίες του Ναυπλίου. Στη συνέχεια, θα πρέπει να προσδιορίσουμε την οικονομική φυσιογνωμία αυτής της ενδοχώρας.

Το 1851 ο Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής αναφέρει στα Ελληνικά του ότι η Επαρχία Ναυπλίας αποτελείται από 4 Δήμους: Ναυπλίας, Νέας Επιδαύρου, Μινώας και Μηδείας. Το μεγαλύτερο τμήμα του Δήμου Ναυπλίας και μέ­ρος του Δήμου Μηδείας βρίσκονται στην αργολική πεδιάδα, ενώ τα υπόλοιπα χωριά είναι ημιορεινά ή ορεινά.

Πέρασμα στο Κατσίγκρι, Chr. Wordsworth, 1839.

Ο πολυπληθέστερος Δήμος είναι εκείνος των Ναυπλιέων, αφού περιλαμβάνει τη μοναδική πόλη της Επαρχίας αλλά και αρκετά χωριά του κάμπου. Ακολουθεί ο Δήμος Μηδείας, ο οποίος επίσης έχει πολλά χωριά στον κά­μπο, ενώ ο Δήμος Επιδαύρου, με πολύ λιγότερα χωριά, οφείλει τη δυναμική του στην παρουσία της Νέας Επιδαύρου και του Λυγουριού. Τέλος, ο Δήμος Μινώας, με μοναδικό οικισμό αρχικά το Τολό, παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον ως χώρος μελλοντικής εγκατάστασης ορεινών πληθυσμών. Στη στατιστική αυτή εικόνα του 1851 τις εντυπώσεις κερδίζει η πόλη λόγω του πληθυσμού της. Η εικόνα αυτή θα κλονιστεί, αν δούμε τις τάσεις που εμφανίζουν όλες οι πληθυσμιακές συγκεντρώσεις της Επαρχίας μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Έτσι, λοιπόν, βλέπουμε στον Πίνακα 2 ότι η Επαρχία παρουσιάζει σημαντική αύξηση του πληθυσμού της, η οποία όμως δεν σχετίζεται με την πόλη του Ναυπλίου που βλέπει τον πληθυσμό της να παραμένει στάσιμος. Ειδικότερα στον Δήμο Ναυπλιέων, η αύξηση εντοπίζεται στα χωριά του Δήμου.

Ας δούμε τώρα τη σύνθεση του πληθυσμού των Δήμων: όλοι οι Δήμοι παρουσιάζουν ενδιαφέρον με εξαίρεση τον Δήμο Μηδείας. Ο Δήμος Ναυπλιέων έχει ποσοστό ετεροδημοτών 57,5% επί του πληθυσμού του και έρχεται τρίτος, μετά τον Δήμο της Ερμούπολης (79,7%) και τον Δήμο της Αθήνας (64,7%) σε αριθμό ετεροδημοτών. Ο Δήμος Επιδαυρίων έχει ποσοστό ετεροδημοτών που ανέρχεται στο 24,8%, ο Δήμος Μηδείας 0,4%, ενώ ο Δήμος Μινώας έρχεται πρώτος στο Βασίλειο με ποσοστό ετεροδημοτών που ανέρχεται στο 37,7%.3 Το μεγάλο ποσοστό ετεροδημοτών του Δήμου Ναυπλιέων μπορεί να δικαιολογηθεί από την παρουσία στρατιωτικών και δημόσιων υπαλλήλων στην πόλη του Ναυ­πλίου. Ίσως όμως αυτό δεν είναι αρκετό. Αν δούμε τα χωριά του ίδιου Δήμου, παρατηρούμε ότι υπάρχουν οικισμοί που – μέσα σε λιγότερο από 30 χρόνια – σχεδόν διπλασιάζουν τον πληθυσμό τους: Τζαφέραγα, Χαϊδάρι, Κούτσι, Μερζές και έπονται το Σπαϊτζίκο και το Κατσίγκρι. Επομένως, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ημινομαδική κτηνοτροφία που υπάρχει στην περιοχή, προερχόμενη από την Αρκαδία, ευθύνεται για τη διόγκωση του πληθυσμού στην περιοχή, φαινόμενο που σιγά-σιγά θα πάρει τη μορφή μόνιμων οικισμών με νέα ονόματα.

Αυτή η υπόθεση ενισχύεται, αν δούμε τον Δήμο Μινώας. Αυτός ο Δήμος μέσα σε λίγα χρόνια υπερδιπλασιάζει τον πληθυσμό του, χωρίς όμως να παρουσιάζει σταθερούς μόνιμους οικισμούς, γεγονός που σημαίνει ότι ο δεύτερος οικισμός που εμφανίζεται μετά το Τολό, τα Ίρια, δεν έχει ακόμη παγιωθεί και αποτελεί χώρο περιοδικής εγκατάστασης κτηνοτρόφων. Φαίνεται ότι ο αρχικός πληθυσμός προσφύγων που εγκαταστάθηκε στα Ίρια και στην Κά­ντια, δεν εδραιώθηκε άμεσα ως μόνιμος πληθυσμός με μόνιμη, κυρίως γεωργική, απασχόληση. Το 1841, το επαρχιακό συμβούλιο Ναυπλίας αναφέρει ότι για τη βοσκή των μεγάλων ζώων της επαρχίας, δηλαδή κυρίως των αροτριώ­ντων ζώων, επαρκούν 1.300 στρέμματα γης, τα οποία κατανέμονται ως εξής: 500 στρ. για τον Δήμο Μηδείας, 500 για τον Δήμο Τίρυνθας και Ασίνης, 250 για τον Δήμο Επιδαύρου και μόνο 50 για τον Δήμο Μινώας. Η χαμηλή ζήτηση για τις βοσκές των αροτριώντων ζώων σημαίνει ότι στον Δήμο Μινώας το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της χρονιάς, δεν είναι μόνιμα εγκατεστημένο και δεν ασκεί συστηματικά τη γεωργία.

Τα δεδομένα αυτά δείχνουν ότι ο πληθυσμός της Επαρχίας είναι μια κινούμενη άμμος· δεν επηρεάζεται μόνο από τη φυσική κίνηση (γεννήσεις – θάνατοι) αλλά και από μετακινήσεις που δημιουργούν μία μεταβλητή ενδοχώρα που προσκολλάται ή απομακρύνεται από το διοικητικό της κέντρο, το Ναύπλιο. Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτού του πληθυσμού σε συνάρτηση με τη διοικητική φυσιογνωμία της περιοχής ενισχύουν αυτή την εικόνα του μεταβλητού τοπίου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Ναύπλιο και η αγροτική του ενδοχώρα τον 19ο αιώνα

Read Full Post »

Ο Άγγελος Τερζάκης και το Ναύπλιο[1]


 

  1. Εισαγωγή

Η πατρίδα μου είναι ένα γέρικο πέτρινο λιοντάρι, που βουτάει τα νύχια του στην αφρισμένη θάλασσα του Αργολικού.

Κρατάει τα μάτια σφαλιστά, βάρυπνα, και στο κραταιό της μέτωπο έχει ξεχαστεί η αυστηρή ζάρα της έγνιας. Ο δικός της ο ύπνος δεν είναι σαν τους άλλους, αδιαφορία και εγκατάλειψη.

Στη θωριά της ακόμα δεν απλώθηκε η χαύνη έκσταση της λήθης. Ο ύπνος της είναι συλλογή βαθιά, στοχασμός κλειστός κι αυτοσυγκέντρωση, που όσο πάει και βουλιάζει περισσότερο στην προαιώνια ακινησία.

Κοιμάται πάνοπλη, όπως έζησε την άγρια τη ζωή της αποτραβηγμένη μ’ απαυδημό εκεί κάτω, στον μυχό του Αργολικού, ανασαίνει ήρεμα τον γλυκό μπάτη του πελάγου που της τυλίγει ανάερα, μα γάζες μυρωμένες, τα σκυθρωπά κάστρα και τους προμαχώνες (…) Κοιμάται η γέρικη πολιτεία και σύγκαιρα αυτιάζεται το σάλπισμα του μακρινού ανέμου. Θες καράβια της Δημοκρατίας του Άγιου Μάρκου, θες κουρσάρικα της Μπαρμπαριάς, εδώ ήρθανε, μ’ άντρες αβρούς ή βάρβαρους, να της τρυγήσουνε το μέλι. (…)

Σαν ανοίγω τα μάτια μου στη ζωή θυμάμαι μιαν αίσθηση μυστική κι ανέκφραστη, τη μυρωδιά από τον καπνό, τη μπόχα της μάχης που πλανιέται αχνή κι άσβεστη ακόμη στον αέρα (…) είναι μεθυστική και ύπουλη, μύρο ναρκωτικού κατακαθίζει αργά και θάβει σε βελουδένια πνιγμονή τις ζωές των ανθρώπων. Οι καμπάνες του εσπερινού που σημαίνουν, οι κραυγές των σκοπών από τα κάστρα, φεύγουν σαν κοπάδια τρομαγμένα πουλιά στον ουρανό που πρασίνισε. Η σκιά κατεβαίνει, επίσημη κι αδυσώπητη, πάνω στη μικρή, γέρικη πολιτεία.

Κάποια άτονα φανάρια ανάψανε δειλά. Στα δρομάκια που πλευρίζουνε τα κάστρα, το κίτρινο φως δυναμώνει τη συνοφρύωση του μαύρου. Τα μάκρη των δρόμων χάνονται σε τρομακτικές γωνιές και οι χτισμένες πέτρες των επάλξεων παίρνουνε με τη σκιά μιαν απόκοτη ζωντάνια. Η στενόχωρη ζωή, η μακροχρόνια κλεισούρα, νοτίσανε τους δρόμους με μυρωδιές φαρμακερές. (…)

Και οι άνθρωποι είναι μαζεμένοι. Περνούσες στους δρόμους κι έβλεπες στα πλάγια σου τα μαγαζάκια χωμένα στους τοίχους με φώτα λαδιά, πίσω από θαμπά τζάμια. Δουλεύανε βουβά, σκυμμένοι κάπου, με τη ράχη που η λάμπα τη καμπουριάζει και την προβάλλει στον τοίχο θεόρατη. Δουλεύανε μηχανικά, σαν και η απόπνοια του ναρκωτικού να τους είχε κινήσει τη σκέψη . Η πολιτεία την ώρα τούτη ονειρεύεται, και λοιπόν όλοι πρέπει να σωπαίνουν. (…)

 

  1. Το Ναύπλιο, σκηνικό, άνθρωποι και ιστορία

Άγγελος Tερζάκης, (φωτ.: «Eξήντα χρόνια Eθνικό Θέατρο, 1932-1992», εκδ. Kέδρος).

Έτσι περιγράφει ο Τερζάκης την γενέτειρα του, το Ναύπλιο. Παρόλο που έζησε λίγα από τα παιδικά του χρόνια εδώ, από το 1907 που γεννήθηκε μέχρι το 1916 που εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, το Ναύπλιο υπήρξε θεμελιώδες στη ζωή και στο έργο του.

Καταρχήν χρησίμευσε ως τόπος έμπνευσης για πολλά γραπτά του. Και τούτο με δύο τρόπους:

α) Από τη μια το Ναύπλιο χρησιμεύει ως υπόδειγμα για οποιαδήποτε μικρή επαρχιακή πόλη και τα προβλήματά της. Ως γνωστόν ο Τερζάκης έγραψε κυρίως για τους απλούς και ταπεινούς ανθρώπους κι αυτοί οι περιορισμένοι επαρχιώτες, συνήθως μικροαστοί,  κινούνται και ζωντανεύουν σε πολλά βιβλία του όπως π.χ. στα διηγήματα του «Έρωτα και του Θανάτου» 1943 και του «Απρίλη» 1946, βιβλίο που αφιερώνει στο γιο του.

β) Επίσης η ιστορία του Ναυπλίου έδωσε έναυσμα στον Τερζάκη να χρησιμοποιήσει διάφορες εποχές της ως χρόνο ανάπτυξης των ηρώων του. Αναφερόμαστε εδώ σε έργα όπως  «Η Πριγκηπέσα  Ιζαμπώ» το 1945 που εξελίσσεται στην Φραγκοκρατία με ήρωα τον αυθέντη του Ναυπλίου Νικηφόρο Σγουρό κι ακόμα το θεατρικό «Νύχτα στη Μεσόγειο» 1958 που χρησιμοποιεί την παράδοση της πόλης από τους τελευταίους Φράγκους στους Βενετσιάνους το 1388. Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν δυο εκδοχές της Πριγκηπέσας, η πρώτη σύμφωνα με τις επιφυλλίδες που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα Καθημερινή μέσα στην Κατοχή, πιο παραδοσιακή και άλλη εκδοχή, με διαφορετικό τέλος στο τυπωμένο βιβλίο του 1945.

Σε ορισμένα έργα του ο Τερζάκης προβαίνει στην ανάμειξη των δύο στοιχείων, δηλαδή και της επαρχιακής μονοτονίας αλλά και των ηρωικών περιόδων της πόλης και της Ελλάδας, όπως π.χ. στα διηγήματα του «Απρίλη» όπου βρίσκουμε περιγραφές των ημερών των Βαλκανικών Πολέμων, με την αναχώρηση και άφιξη των στρατιωτών στο λιμάνι, καθώς και το σύμβολο που αποτελούσε για τους νέους το αίμα των πολεμιστών πάνω στις σημαίες. Αξίζει να πούμε ότι σημαντική συμβολή είχε στους Βαλκανικούς Πολέμους η Ναυπλιακή Τέταρτη «Σιδηρά Μεραρχία», το όνομα της οποίας φέρει μια κεντρική λεωφόρος της πόλης. Το Ναύπλιο ήταν τότε σημαντικό στρατιωτικό κέντρο με το Όγδοο Σύνταγμα πεζικού, το Τέταρτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού, το Οπλοστάσιο του στρατού (μέσα στο κέντρο της παλιάς πόλης) καθώς και την Κεντρική Ιματιοθήκη του. Έτσι, μαζί με τους δικαστικούς και τους άλλους δημοσίους υπαλλήλους, οι στρατιωτικοί κατείχαν ανέκαθεν μια ουσιώδη θέση στην κοινωνιολογία της πόλης. Στο ίδιο βιβλίο έχουμε και το διήγημα «Παλαμήδι» όπου παρουσιάζεται μια σύνθεση της ιστορίας του κάστρου με το μάτι ενός παιδιού.

Η βαθιά αγάπη του Τερζάκη για το Ναύπλιο εμφαίνεται κι από άλλες περιγραφές που υπάρχουν στα διηγήματά του για περισσότερες ακόμα γωνιές της πόλης: την πλατεία Συντάγματος, το τζαμί, το Γυμνάσιο, το Δημαρχείο, τη γειτονιά των Εβραίων, τα μαγαζιά, το παζάρι, την παραλία, τα καράβια, τα παρά θίν αλός καφενεία.

Ερχόταν πολύ συχνά στην πόλη του, παρακολουθούσε τη ζωή της, παρέμβαινε με δυναμικό τρόπο όταν χρειαζόταν. Στην Αθήνα ως γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου βοηθούσε Αναπλιώτες συμπατριώτες του, ψώνιζε από μαγαζιά που τους είχαν υπαλλήλους.

Ο πατέρας του Τερζάκη Δημήτριος, υπήρξε Δήμαρχος Ναυπλίου για μια περίοδο στις αρχές του 20ου αιώνα. Η εκλογή του ήταν ένα παράδοξο φαινόμενο διότι αντιτάχθηκε στα δύο πανίσχυρα τοπικά κόμματα (Δεληγιαννικούς και Τρικουπικούς) και μπόρεσε να εκλεγεί ως φιλελεύθερος και ανεξάρτητος δήμαρχος, σε ηλικία 29 ετών και υπήρξε τότε ο νεότερος δήμαρχος της Ελλάδος. Η φήμη του ήταν μεγάλη για την εξυπνάδα, γενναιότητα και αποφασιστικότητά του. Τον αποκαλούσαν ο Αετός. Κατά την διάρκεια της θητείας του προσπάθησε να βελτιώσει τις συνθήκες της πόλης,  ιδιαίτερα την καθαριότητα και την εγκατάσταση ηλεκτροφωτισμού. Δυστυχώς δεν μπόρεσε να συνεχίσει για δεύτερη θητεία, μπροστά στις κομματικές φατρίες που επικράτησαν και πάλι. Μπορεί κι αυτός να ήταν ένας λόγος που τον ώθησε να εγκατασταθεί στην Αθήνα.

 

3. Ο Τερζάκης – ακτιβιστής

  

Η σεμνότητα του Τερζάκη δεν τον ωθούσε προς τα αξιώματα. Είναι γνωστό ότι αρνήθηκε επανειλημμένα μια θέση στην Ακαδημία, παρά – όπως δήλωσε ο γιος του Δημήτρης – τις έντονες προτροπές της συζύγου του και του Βενέζη. Εξάλλου, η στενή παρακολούθηση των πραγμάτων του Ναυπλίου, κυρίως την εποχή της δικτατορίας, όταν παρά τον θεσμοθετημένο από τις αρχές της δεκαετίας του 60 αρχιτεκτονικό έλεγχο της παλιάς πόλης, γκρεμίζονταν προστατευόμενα παλιά κτίσματα για να κτιστούν μοντέρνα κι αταίριαστα τερατουργήματα όπως το Ξενία και το Ναυπλία Παλάς πάνω στην Ακροναυπλία και η κακόγουστη πολυκατοικία πάνω στην παραλία στη θέση του ξενοδοχείου Νέον, τον ώθησαν να ψέξει τούτες τις παρατυπίες που αλλοίωναν τον χαρακτήρα της πόλης με εντονότατο άρθρο του στις 7-10-1973 στο Βήμα, με τίτλο «Οίστρος ακολασίας». Εκεί, ο σεμνός διανοητής περιέγραψε με μελανά χρώματα τον αρχοντοχωριατισμό του νεοέλληνα, ο οποίος, χάριν της «τουριστικής αξιοποιήσεως», βάζει χέρι στα κειμήλιά του, ασελγεί στο ζωτικό του χώρο και «σκοτώνει την ψυχή του για να εισπράττει». Και, αφού δείχνει πως η Ελλάδα είναι κεφάλαιο αποκλειστικά πνευματικό, διαπιστώνει με πικρία: «Όλο με λόγια, λόγια πομπώδη, διεκδικούμε την ένδοξη πατρότητα. Με τις πράξεις την ρεζιλεύουμε». Και κλείνει διαπιστώνοντας ότι: «Ευτυχώς, η πολιτεία του Ναυπλίου αντέχει ακόμα, αντιστέκεται σιωπηρά, με τη τραυματισμένη αξιοπρέπεια της προαιώνιας αρχοντιάς της. Ως πότε όμως;». Τούτο για τον Τερζάκη ήταν πραγματική ιεροσυλία, διότι τ’ Ανάπλι «ζωντανή παρουσία του Αγώνα» είναι ιερό κι απαραβίαστο.

 

 

4. Οι λογοτέχνες του Ναυπλίου – Καρούζος και Τερζάκης

 

Υπάρχουν πόλεις στην Ελλάδα που υπερηφανεύονται για τους πολλούς Πρωθυπουργούς που έχουν δώσει. Σε μία απ’ αυτές μάλιστα, υπάρχει και μια πλατεία των «πέντε πρωθυπουργών». Το Ναύπλιο παρά το μικρό μέγεθός του, μπορεί να υπερηφανεύεται για το πλήθος των συγγραφέων και καλλιτεχνών που είδαν το φως ή ανδρώθηκαν εδώ. Μερικά ονόματα: οι Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσος, Αχιλλέας Παράσχος, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, ο Αλέξανδρος Βυζάντιος, ο Δημήτριος Βυζάντιος , συγγραφέας της «Βαβυλωνίας», αλλά και οι νεότεροί τους Μιχαήλ Λαμπρυνίδης ιστορικός και πολιτικός, συγγραφέας της μνημειώδους πραγματείας «Η Ναυπλία» (1898), ο Δημήτριος Κακλαμάνος, δημοσιογράφος και συνεργάτης του Βενιζέλου, ο Στέφανος Δάφνης, ο Α. Αναπλιώτης, ο Κωστής Μπαστιάς, ο Θεόδωρος Κωστούρος, ο Γιώργιος Καραμάνος, η Τερέζα Ρούβαλη, ο Πάνος Λιαλιάτσης, η Ελένη Δρούζα, οι μουσουργοί Μιχάλης Βούρτσης και Κωνσταντίνος Νόνης και πολλοί άλλοι.

Ένας από αυτούς, είναι κι ο ποιητής Νίκος Καρούζος που κι εκείνος τραγούδησε την πόλη του, το φως και τις σκιές της. Ο Καρούζος κι ο Τερζάκης, παρά τη διαφορά ηλικίας, έκαναν παρέα τα καλοκαίρια κυρίως τα βράδια «στη θερινή βαβούρα των καφενείων της παραλίας». Αυτό το Ναύπλιο, όπως είναι πια τουριστικά διαμορφωμένο, δεν είναι ούτε το δικό του πολύ παλιότερο Ναύπλιο, ούτε το δικό μου λιγότερο παλιό – λέει ο Καρούζος. Είναι ένα Ναύπλιο σε σχετική παραμόρφωση. Κουβεντιάζουμε και νοσταλγούμε τη παλιά φυσιογνωμία της πόλης. Θυμάμαι μια ωραία σκέψη του Τερζάκη σ’ αυτές τις πολύωρες καλοκαιρινές συζητήσεις. «Το Ναύπλιο έχασε τη δραματική του διάσταση», είναι η φράση του κι είχε δίκιο. [2]

Ο Καρούζος έγραψε κι ένα σύντομο δοκίμιο για τον συμπολίτη του στο δεύτερο βιβλίο – αφιέρωμα των Τετραδίων του περιοδικού «Ευθύνη» αριθμός 4, με τίτλο Προσφορά στον Άγγελο Τερζάκη, για τα 70χρονά του. Δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη, 2000.

Ο τίτλος της μελέτης του Καρούζου είναι η στοχαστική διάσταση του Άγγελου Τερζάκη και ασχολείται με τα δοκίμιά του. Καταρχήν διαπιστώνει το βάθος του στοχασμού του Αναπλιώτη συγγραφέα και το πλήθος των ερωτημάτων που διατυπώνει. Σταματά ο Καρούζος στη διαπίστωση του Τερζάκη για την ευτέλεια η οποία, περισσότερο από την κακία χαρακτηρίζει το ανθρώπινο γένος. Και ευτέλεια ο Τερζάκης ορίζει την εξ’ υπαρχής απουσία κάθε αναστήματος, όπου αντίθετα με την κακία όπου χωράει πάθος και  μεταφυσική ανταρσία, η ευτέλεια παραπέμπει στον πρωτογονισμό.

Σύμφωνα με τον Καρούζο, ο Τερζάκης αγκαλιάζει συνηθέστατα στη στόχασή του το άγνωστο, λαχταρώντας μιαν απόκριση, η οποία είναι και μια ανύψωση.

Και παραθέτει τέλος τους εξής στίχους του Τζόρτζιο ντε Κίρικο:

Ζωή, ζωή μεγάλο μυστηρώδικο όνειρο !

Εσύ όπου αναδείχνεις όλα

τα αινίγματα∙ χαρές και ολάξαφνες λάμψεις

Στοές στον ήλιο. Αγάλματα στον ύπνο παραδομένα.

Καμινάδες κόκκινες∙ νοσταλγίες αγνώστων οριζόντων…

Και του σκολειού το αίνιγμα, κι η φυλακή και ο στρατώνας.

Κι η οπού σφυρίζει τη νύχτα  ατμομηχανή

Κάτωθε απ’ τον παγερώτατο θόλο

Και τ’ αστέρια.

Πάντα το άγνωστο∙ Η αφύπνιση το πρωί και το όνειρο,

Οιωνός θεοσκότεινος, χρησμός από μυστήριο πλήρης…

 

  1. Τιμές στον Τερζάκη

 

Η πόλη του Ναυπλίου τίμησε όπως του αξίζει τον συγγραφέα της. Η προτομή του στέκει στη μέση της ήσυχης πλατείας Αγίου Σπυρίδωνος, στην καρδιά της παλιάς πόλης, όχι μακριά από το σπίτι του. Επίσης, ένας κεντρικός δρόμος φέρει το όνομά του. Με φροντίδα του γιου του Δημήτρη, η βιβλιοθήκη του βαθυστόχαστου συγγραφέα δωρήθηκε στην Δημοσία Κεντρική Βιβλιοθήκη Ο Παλαμήδης, όπου μία πτέρυγα φέρει το όνομά του.

Κι άλλα μπορούν να γίνουν:  το σπίτι του, στην ομώνυμη οδό, πρέπει να αναπαλαιωθεί και να γίνει μουσείο αφιερωμένο στη μνήμη του. Ακόμα, στο σχεδιαζόμενο Μουσείο της πόλης του Ναυπλίου, που δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα, θα μπορούσε να στηθεί μια αίθουσα στη μνήμη των Αναπλιωτών λογοτεχνών όπου, φυσικά, κεντρικότατη θέση αρμόζει στον Άγγελο Τερζάκη.

Εξάλλου, πρέπει να σημειώσουμε κι άλλο συνέδριο που συνήλθε τα τελευταία χρόνια, το έτος 2000, στην βιβλιοθήκη Ο Παλαμήδης, αφιερωμένο στο θέατρο και τις επιφυλλίδες του, τα πρακτικά του οποίου έχει εκδόσει η Βιβλιοθήκη. Και βέβαια, οι νέοι Αναπλιώτες δεν ξεχνούν τον Τερζάκη. Απόδειξη το πρόσφατο (2006) ανέβασμα από το Δημοτικό Θέατρο Ναυπλίου του σχεδόν άγνωστου έργου του Το μεγάλο Παιχνίδι, 1947, το οποίο δεν είχε παιχτεί σχεδόν καθόλου. Την παράσταση συμπλήρωσε ένα ιδιαίτερα προσεγμένο πρόγραμμα με πλήθος δοκιμίων και αναφορών στον θεατρικό συγγραφέα.

 

Υποσημειώσεις


[1] Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Τα Αργολικά», Άργος, Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010, σελ. 16-17. Παρουσιάστηκε στο Συμπόσιο της Εθνικής Εταιρείας Λογοτεχνών για τον Τερζάκη στο Ναύπλιο τον προηγούμενο χρόνο.

[2]  Απόπειρα λόγου και τέχνης, τεύχος 3, Άνοιξη 92, Ναύπλιο.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

Read Full Post »

Το Θέατρο στο Ναύπλιο την Οθωνική περίοδο – Κείμενα και παραστάσεις. Βαρβάρα Γεωργοπούλου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Η έλλειψη αυτοτελούς μονογραφίας για τη θεατρική δραστηριότητα στην πόλη του Ναυπλίου – η οποία εξ αιτίας της ιδιαίτερης ιστορικής σημασία του χώρου θα παρουσίαζε εξαιρετικό ενδιαφέρον – εντάσσεται στη γενικότερη έλλειψη μελετών για τη θεατρική μας ιστορία στον τομέα των τοπικών ιστο­ριών. Η σημαντικότερη πηγή μέχρι πρόσφατα υπήρξε η Ιστορία του Νικ. Λάσκαρη, η οποία αφορά μόνο τα χρόνια 1826-1834. Για την κοινωνική και πολιτιστική δραστηριότητα της πόλης του Ναυπλίου την εποχή του Καποδίστρια έχουμε τη μελέτη της Αλέκας Μπουτζουβή – Μπανιά, ενώ μέχρι το 1836 αναφέρεται η εστιασμένη στο θέατρο σχετικά πρόσφατη μελέτη της Άννας Ταμπάκη. Στην παρούσα μελέτη θα αναφερθούμε σύντομα στα σημαντικότερα γεγονότα, τα οποία είναι γνωστά από τις προαναφερθείσες πηγές, και στη συνέχεια θα εστιάσουμε σε λιγότερο γνωστά στοιχεία σχετικά με τη δραματουργία και τη θεατρική πράξη της εποχής που κυρίως μας ενδιαφέρει, δηλαδή της τριακονταετίας 1833-1862.

Η θεατρική ιστορία του Ναυπλίου, αν και υπήρξε η πρώτη πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους, δεν διαθέτει σημαντικές παραστάσεις, τις οποίες, αντίθετα, συναντάμε σε άλλα επαρχιακά κέντρα, και ειδικότερα στη Σύρο. Ωστόσο, με ποικίλους τρόπους το Ναύπλιο συνδέεται ζωηρά με το θέατρο και διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή του ήδη από τα πρώτα βήματα της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους. Συγκεκριμένα, εκεί συντελείται η έκδοση σημαντικών έργων, τα οποία – το καθένα για ξεχωριστούς λόγους – συνέβαλαν στη διαμόρφωση της θεατρικής μας ιστορίας. Επίσης, το Ναύπλιο επιλέγεται ως δραματικός χώρος ιστορικών δραμάτων, κυρίως λόγω του γεγονότος που σφράγισε τη νεότερη ιστορία μας, της δολοφονίας του πρώτου Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Στο Ναύπλιο γράφτηκε ένα από τα πρώτα και δυνατότερα θεωρητικά κείμενα σχετικά με τον ρόλο του θεάτρου – δεδομένου ότι προέρχεται από λαϊκή πένα απηχώντας το πνεύμα του Μακρυγιάννη. Δύο μόνο χρόνια μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης, το 1823, ένας από τους πρωτεργάτες της και «πολιτάρχης του Αναπλιού», ο Νικηταράς, εγκωμιάζοντας τα αγαθά της παιδείας και της υγείας και τονίζοντας την ανάγκη ύπαρξής τους στο επαναστατημένο έθνος, σε σχετικό έγγραφο προς τον τότε Υπουργό των Εσωτερικών Παπαφλέσσα προτείνει την ίδρυση θεάτρου, σχολείου και νοσοκομείου. Συγκεκριμένα, προτείνει να μετατραπεί σε θέατρο «το τζαμί του Αγάπασα». Η φιλόδοξη και άκρως πρωτοποριακή ιδέα του Νικηταρά πραγματοποιήθηκε εξήντα χρόνια αργότερα. Το 1895 το παλαιό τζαμί και πρώην Αλληλοδιδα­κτικό σχολείο στην Πλατεία Συντάγματος λειτούργησε ως Δημοτικό θέατρο.

Αλλά και στον τομέα της δραματουργίας το Ναύπλιο διεκδικεί δάφνες πρωτοπορίας, αφενός στην ελληνική γυναικεία δραματουργία και αφετέρου στον κύκλο των θεατρικών έργων με θεματολογία σχετική με την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Η Ευανθία Καΐρη είναι η αφοσιωμένη αδελφή του θεολόγου, φιλόσοφου και παιδαγωγού Θεόφιλου Καΐρη, στον οποίο και οφείλει τη μόρφωσή της αλλά και την πρώτη της γνωριμία με το θέατρο μέσα από τα έργα του γαλλικού κλασικισμού. Τα έργα αυτά θα στείλει, κατόπιν δικής της έκκλησης στη «φιλόμουσον Ευανθίαν» ο Αδαμ. Κοραής. Ενώ ακόμη διαρκεί ο ελληνικός Αγώνας και η έκβασή του είναι αβέβαιη, «εν βρασμώ ψυχής», φορτισμένη συναισθηματικά από τα δεινά του Αγώνα, μεταξύ των οποίων και το προσωπικό πλήγμα του τραυματισμού του αδελφού της, «η χαριτωμένη Ευανθία», κατά την έκφραση Γάλλου φιλέλληνα, μετουσιώνει καλλιτεχνικά – χρησιμοποιώντας τα δραστικά όπλα της δραματικής τέχνης – την Έξοδο του Μεσολογγίου. Το έργο της εγκαινιάζει την πλούσια καλλιτεχνική παραγωγή με επίκεντρο το συγκλονιστικό γεγονός. Τρεις μόνο μήνες μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου, τον Ιούνιο του 1826, εκδίδεται «εν Ναυ­πλίω, εν τη τυπογραφία της Διοικήσεως» το τρίπρακτο έργο Νικήρατος, «ελ­ληνίδος τινός», αφιερωμένο στις Ελληνίδες που θυσιάσθηκαν στον Αγώνα, με πρόλογο απευθυνόμενο «Προς τας Ελληνίδας». Ένα χρόνο αργότερα, το 1827, ο Αλέξανδρος Σούτσος θα αποκαλύψει την ταυτότητα της ηρωίδας αξιολογώντας το έργο και κατατάσσοντας τη συγγραφέα του στον «χορό των μουσών». Το έργο, το οποίο έχει αναλυθεί διεξοδικά από σημαντικούς μελετητές του θεάτρου μας, όπως τον Β. Πούχνερ και την Άννα Ταμπάκη, γνώρισε και αξιόλογη σκηνική σταδιοδρομία, αφού είχε την τύχη να παρασταθεί λίγο μετά τη συγγραφή του από ερασιτεχνικό θίασο και στη συνέχεια από επαγγελματικούς θιάσους. Το δράμα καταξιώνει τη συγγραφέα του και την τοποθετεί στις πρώτες Ελληνίδες εκπροσώπους της γυναικείας γραφής, και ειδικότερα της θεατρικής, εγκαινιάζοντας, παράλληλα, τον κύκλο της επαναστατικής δραματουργίας του 1821.

Μετά την άφιξη του Καποδίστρια, η βελτίωση της πολιτικής αστάθειας είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη κοσμικής κίνησης στο Ναύπλιο με τη διοργάνωση εσπερίδων και συναναστροφών, στις οποίες πρωτοστατούσαν Φανα­ριώτες και λόγιοι και οι οποίες και έγιναν οι πυρήνες της θεατρικής δραστηρι­ότητας.

Ο Φαναριώτης ποιητής και πεζογράφος Παναγιώτης Σούτσος (1806-1868). Χαρακτικό.

Ειδικότερα στο φιλολογικό σαλόνι του λόγιου γιατρού Ταλιαπιέτρα ο γαλλοτραφής Αλέξανδρος Σούτσος διάβασε την κωμωδία του Ο άσωτος, την οποία και εξέδωσε το 1830 στο Ναύπλιο που αποτελούσε και τον δραματικό της χώρο. Η κωμωδία, ωστόσο, έφερε ζωηρή τη σφραγίδα των γαλλικών κωμωδιών του Μολιέρου και οι χαρακτήρες που παρουσίαζε, δεν είχαν καμία σχέση με τη ναυπλιακή κοινωνία της εποχής. Τον Σούτσο μιμήθηκε ο νεαρός δικαστικός Γεώργιος Πραντούνας, ο οποίος μετά την επιτυχημένη ανάγνωση της τραγω­δίας του Αι Ελευθερωμέναι Αθήναι στο προαναφερθέν φιλολογικό σαλόνι, την εξέδωσε την ίδια χρονιά, το 1830, κατά προτροπήν του Ταλιαπέτρα.

Πρόκειται για πεντάπρακτη τραγωδία σε πεζό λόγο με έμμετρα χορικά στην πέμπτη πράξη και έμμετρο επίλογο. Αναφέρεται στην απελευθέρωση των Αθηνών από τους Γότθους στα τέλη του 3ου μ.Χ. αιώνα. Στόχος του συγγραφέα είναι η εξύμνηση του πατριωτικού ιδανικού, το οποίο ο ίδιος είχε πιστά υπηρετήσει και καλλιεργήσει κατά το διάστημα των παραστάσεων της Οδησσού. Συνδυάζει, όχι πάντοτε επιτυχημένα, τις επιταγές του κλασικισμού και του ρομαντισμού και όντας εμπλουτισμένο με γεγονότα της εποχής του τονίζει την ανάγκη εθνι­κής ομόνοιας και πολιτικής σταθερότητας. Ένα χρόνο αργότερα, ο Παναγιώ­της Σούτσος δημοσίευσε μαζί με τις πρώτες λυρικές του συνθέσεις το πρώτο του δραματικό έργο, τον Οδοιπόρο, αποσπάσματα του οποίου είχε επανειλημμένα διαβάσει στο φιλολογικό του σαλόνι. Κεντρικό μοτίβο του έργου, όπως και άλλων έργων του ρομαντισμού, είναι ένας ανεκπλήρωτος έρωτας, ο οποίος βασίζεται σε προσωπική εμπειρία του ίδιου του συγγραφέα με την όμορφη Ραλλού, κόρη του ηγεμόνα Σούτσου. Το έργο, αν και παρουσιάστηκε πολύ νωρίς, ήδη το 1836 στην Αθήνα, στη συνέχεια πέρασε σε σκηνική αφάνεια. Αντίθετα, είχε πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα εκδοτική ιστορία (γνώρισε 35 εκδόσεις) και μεμονωμένοι στίχοι του παρέμειναν θρυλικοί και τροφοδότησαν τους καθημερινούς έρωτες, την ερωτική ποίηση αλλά και το μελόδραμα.

Ραγκαβής – Ρίζος Αλέξανδρος (1809-1892). Ξυλογραφία: Δημοσιεύεται στο «Εθνικόν Ημερολόγιον …», Αθήνα, 1889.

Η δολοφονία του Καποδίστρια τον Σεπτέμβριο του 1831 σταμάτησε αιφνίδια την πολιτιστική κίνηση της πόλης, η οποία αναζωπυρώθηκε με την εκλογή και στη συνέχεια την άφιξη του Όθωνα το 1833. Το 1832 χάθηκε η ευκαιρία της πρώτης ολοκληρωμένης θεατρικής παράστασης στο Ναύπλιο στο σπίτι του Δημ. Καλλέργη, και μάλιστα με πρωτότυπη ελληνική κωμωδία. Την ιδέα είχε ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, ο οποίος δεν πτοήθηκε από την άρνηση των κυριών να λάβουν μέρος στην παράσταση και εντός τριών ημε­ρών έγραψε τη μονόπρακτη κωμωδία Γάμος άνευ νύμφης. Τελικά όμως, πάλι λόγω γυναικείας υπαιτιότητας – και συγκεκριμένα για να μην παρεξηγηθούν δύο κυρίες, επειδή υπήρχε φόβος να ταυτιστούν με πρόσωπα της κωμωδίας – ματαιώθηκε η παράσταση. Το έργο παραστάθηκε στην Αθήνα το 1843 με τον ίδιο τίτλο και στη συνέχεια με τον τίτλο Ο γάμος της Αρχοντούλας το συμπεριέλαβε ο Ραγκαβής στα Άπαντά του. Στο Ναύπλιο, επειδή αποφασίστηκε από τους συμμετέχοντες να μην ειπωθεί τίποτα από σκηνής προς αποφυγήν κάθε παρεξηγήσεως εκ μέρους του ακροατηρίου, προτιμήθηκε η παντομίμα και ο ίδιος ο Ραγκαβής ανέλαβε τον γυναικείο ρόλο. Η απόδοση του ρόλου από άνδρα καθώς και ο κινησιακός κώδικας που επιλέχτηκε στη θέση του λόγου, αν και υπαγορεύτηκαν από εξωτερικούς παράγοντες, ωστόσο αποτελούν ιδιάζουσες απόπειρες οι οποίες, απηχώντας πανάρχαιες μορφές θεάτρου, εγγράφονται στις κατακτήσεις της πρωτοπορίας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Θέατρο στο Ναύπλιο την Οθωνική περίοδο – Κείμενα και παραστάσεις

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, Ναυπλιακά Ανάλεκτα I, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1992.


 

[…] Αφορμή για τη συγγραφή του παρόντος κειμένου αποτέλεσε η ύπαρξη στο Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου στοιχείων, που σχετίζονται με τη μετακομιδή των λειψάνων του Δημητρίου Υψηλάντη, το 1843, από το νάρθηκα του ναού του Αγίου Γεωργίου, όπου είχε ενταφιαστεί, στην πλατεία του Πλατάνου (σημερινή πλατεία Συντάγματος). Τα οστά τοποθετήθηκαν στην κρύπτη του μνημείου, που κατασκευάστηκε γι’ αυτό το σκοπό. Το μνημείο μεταφέρθηκε το έτος 1951 στην πλατεία Τριών Ναυάρχων…

 

Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στην πλατεία Συντάγματος, μπροστά από το «Τριανόν».

 

[…] Σε μελέτη των Κ. Σωτηριάδου – Θ. Παπαπετρόπουλου επιχειρείται να διαλευκανθεί το πρόβλημα της υγείας και η αιτία του πρόωρου θανάτου του Δ. Υψηλάντη.

Το 1932 ο Άγγλος νευρολόγος Caughey εξέτασε σε μια φτωχή συνοικία του Λονδίνου μια γυναίκα 54 χρονών, που βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο μυοτονικής δυστροφίας, μιας σχετικά σπάνιας κληρονομικής αρρώστιας των μυών και των ενδοκρινών αδένων. Τέσσερα ακόμη αδέλφια της (από τα επτά) έπασχαν από την ίδια πάθηση. Η άρρωστη διηγήθηκε στον Δρ. Cau­ghey ότι ο πατέρας της, που είχε την ίδια αρρώστια, έζησε και εργάσθηκε στο Λονδίνο, ο παππούς της ήταν καθηγητής των Ελληνικών σε ένα Πανεπιστήμιο του Βορρά και η προγιαγιά της ήταν αδελφή των αδελφών Υψηλάντη. Ο Δρ. Caughey δημοσιεύει το γεγονός σε μονογραφία σχετική με την πάθηση αυτή, που εξέδωσε στο Λονδίνο μαζί με τον Έλληνα νευρογενετιστή Μυριανθόπουλο το 1963. Στον πρόλογο του βιβλίου αυτού διατυπώνεται η υπόθεση ότι και ο Δημήτριος και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αλλά και άλλα μέλη της οικογένειας Υψηλάντη έπασχαν από μυοτονική δυστροφία.

Οι μαρτυρίες και οι περιγραφές ανθρώπων που γνώρισαν το Δ. Υψηλάντη μας δίνουν ανάλογη εικόνα για την εμφάνιση και τη συμπεριφορά του.

Η εξωτερική του εμφάνιση ήταν μειονεκτική σε τέτοιο βαθμό που δημιουργούσε ένα στενόχωρο συναίσθημα αμηχανίας σε όσους τον πλησίαζαν. Ήταν μικρόσωμος, δύσμορφος, με εύθραυστα μέλη. Το ανέκφραστο πρόσω­πό του απωθούσε όλους όσους τον πλησίαζαν για πρώτη φορά. Είχε ρυτίδες στο μέτωπο και φωνή αδύνατη, ένρινη και δυσαρθρική. «Μιλούσε με ένα τόνο ένρινο σαν καπουκίνος», γράφει χαρακτηριστικά ο Πρώσσος ανθυπολοχαγός Ludwig von Bollmann. Ήταν περίπου 28 χρονών όταν ήρθε στην Ελλάδα, έδειχνε όμως πολύ μεγαλύτερος.

Η όψη του ήταν υπναλέα και κοιμόταν πάνω από δώδεκα ώρες το εικοσιτετράωρο. Οι μυς του προσώπου και των άκρων του ήταν τόσο ατροφικοί που στο τέλος της ζωής του έμοιαζε με σκελετό. Οι κινήσεις του ήταν αδέξιες. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα η πάθησή του παρουσίαζε συνεχή επιδείνωση με περιόδους έξαρσης, πράγμα που τον είχε υποχρεώσει να διατηρεί μόνιμα στο επιτελείο του γιατρό.

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη, Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

Η μυοτονική δυστροφία είναι μια κληρονομική χρόνια εξελικτική πάθηση των σκελετικών μυών και των ενδοκρινών αδένων. Εμφανίζεται συνήθως σε ηλικία 20 μέχρι 30 ετών.

Η αρρώστια εξελίσσεται με βραδύ ρυθμό και οδηγεί στο θάνατο, συνήθως από αναπνευστικές λοιμώξεις, πριν από το 40ο έτος της ηλικίας. Τη μυοτονική δυστροφία περιέγραψε το 1909 ο Γερμανός Steinert· δεν ήταν επομένως γνωστή η νόσος την εποχή που ζούσε ο Δημήτριος Υψηλάντης. Η ασθένεια κληρονομείται με τον επικρατητικό χαρακτήρα, δηλαδή μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά.

Παραβάλλοντας τα στοιχεία που απορρέουν από τα ιστορικά κείμενα για την πάθηση του Δ. Υψηλάντη με τα συμπτώματα της μυοτονικής δυστροφίας διαπιστώνονται σαφείς ομοιότητες.

Εδώ αξίζει να αναφερθούν και οι ιατρικές γνωματεύσεις που αφορούν τον άρρωστο Αλέξανδρο Υψηλάντη και τους αδελφούς τους Νικόλαο και Γεώργιο. Οι γνωματεύσεις αυτές, που δόθηκαν στις αρχές της Αυστροουγγαρίας από διάσημους γιατρούς της εποχής, δεν οδηγούν από μόνες τους σε καμμία διάγνωση. Η διάγνωση και η αντιμετώπιση της πάθησης του Αλέξανδρου Υψηλάντη είναι καθαρά συμπτωματική (διάγνωση δηλαδή που παραθέτει απλώς τα συμπτώματα χωρίς να μπορεί να τα υπαγάγει σε μια συγκεκριμένη νοσολογική οντότητα) και αφήνει μέχρι τέλους αναπάντητα ερωτήματα, παρά τη νεκροψία που έγινε μετά το θάνατό του…

 Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περιγραφή του Δημητρίου Υψηλάντη, λίγους μήνες πριν από το θάνατό του, που δίνει ο William Rathborne Greg: «Η εξωτερική του εμφάνιση είναι πολύ παράξενη. Όταν τον γνώρισα, την άνοιξη του 1832, δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερος από τριανταπέντε χρονών και όμως έμοιαζε με εξηντάρη. Aνάστημα κοντό, κεφάλι τελείως φαλακρό σαν σκελετού, μέλη εύθραυστα και καχεκτικά, σε βαθμό που δεν έχω δει ποτέ μου, ούτε στο τελευταίο στάδιο φυματίωσης. Έβηχε συνεχώς και η φωνή του ήταν αδύνατη και έντονα δυσαρθρική. Θα έλεγε κανείς ότι βλέπει έναν αναστημένο σκελετό από τους τριακόσιους πεσόντες στις Θερμοπύλες»…

 Η ιατρική της εποχής εκείνης δεν μας δίνει τη διάγνωση, αποκλείει όμως πολλές γνωστές τότε χρόνιες λοιμώδεις καχεκτικές παθήσεις που θα μπορούσαν να συζητηθούν σαν διάγνωση της ασθένειας των αδελφών Υψηλάντη. Η πριγκιπική οικογένεια έζησε στη Ρωσία και στην Αυστροουγγαρία, δηλαδή περιοχές με καλό επίπεδο ιατρικής για την εποχή τους. Εάν επρόκειτο για κάποια γνωστή τότε αρρώστια θα πρέπει να είχε διαγνωσθεί, αφού στον Αλέξανδρο Υψηλάντη έγινε και μεταθανάτια νεκροτομική μελέτη. Η παρουσία μιας χρόνιας αρρώστιας σε τρία αδέλφια και ίσως τέσσερα (μεταξύ οκτώ) εύλογα στρέφει τη διάγνωση σε νόσο κληρονομική. Οι κλινικές ομοιότητες αυτής της χρόνιας εξελικτικής πάθησης με τη μυοτονική δυστροφία, τουλάχιστον στον αδελφό Δημήτριο, και η αναμφισβήτητη διαπίστωση μυοτονικής δυστροφίας σε απογόνους της οικογένειας στο Λονδίνο. 100 χρόνια αργότερα, ισχυροποιούν την υπόθεση ότι η πάθηση των αδελφών Υψηλάντη ήταν μυοτονική δυστροφία.

Από αυτή, λοιπόν, τη νόσο εικάζεται ότι πέθανε στις 5 Αυγούστου 1832 ο Δ. Υψηλάντης…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Δημήτρη Γεωργόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Πηγαίνοντας για ψώνια στο Ναύπλιο το 1834 – Ρεγγίνα Quack- Μανουσάκη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

[…] Η πηγή την οποία θα ήθελα να σας παρουσιάσω, δεν είναι άγνωστη. Πρόκειται για τις επιστολές που έγραψε η νεαρή Γερμανίδα Bettina von Savigny-Σχινά (1805-1835) στους γονείς της στο Βερολίνο το 1834 και το 1835, δηλαδή τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα. Η Bettina ήταν κόρη του καθηγητή πανεπιστημίου και παγκόσμιας φήμης ιδρυτή της «Ιστο­ρικής Σχολής του Δικαίου» στο Βερολίνο Friedrich Carl von Savigny (1779- 1861). Στο σπίτι του πατέρα της η Bettina γνώρισε τον μελλοντικό σύζυγό της, τον Κωνσταντίνο Σχινά (1801-1857), που ήταν φοιτητής του von Savigny κατά τα έτη 1824-1825. Δέκα χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1834, το ζεύγος Σχινά παντρεύτηκε στην Αγκώνα και από εκεί ήλθε στο Ναύπλιο. Οι επιστολές της Bettina είναι δημοσιευμένες σε ένα ογκώδες βιβλίο με πολύ ωραία εικονογράφηση που εκδόθηκε το 2002 στο Münster της Γερμανίας […]

Από την αρχή η Bettina δηλώνει ότι μπορεί κανείς να βρει τα πάντα στο Ναύπλιο, μόνο που όλα είναι λίγο πιο ακριβά σε σχέση με το Βερολίνο, πράγμα το οποίο η Bettina αποδίδει στο ύψος των δασμών. Σχετικά με τους δασμούς αναφέρει την εξής λεπτομέρεια: «Αν τα ασημικά μου και τα λινά μου φτάσουν πριν από το Νέο Έτος, πρέπει να τα εκτελωνίσω. Μετά θα αλλάξουν οι νόμοι. Βιβλία κ.τ.λ. είναι ελεύθερα».

 

Bettina Savigny 1805-1835 – Leben in Griechenland 1834 und 1835 (εμπροσθόφυλλο)

 

Απευθυνόμενη προς τη μητέρα της, η Bettina λέει ότι καταγράφει τις τιμές γι’ αυτήν, διότι δεν μπορεί να πάει για ψώνια μαζί της, εδώ στο Ναύπλιο. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η μητέρα της Bettina κυρία von Savigny, όταν πήγαινε για ψώνια, φρόντιζε να προσέχει ιδιαίτερα τις τιμές. Η Bettina λυπάται, επίσης, διότι η μητέρα της δεν μπορεί να τη συνοδεύσει, διότι «τα ψώνια στο Ναύπλιο», λέει, είναι «μια αληθινή χαρά», αφού οι καταστηματάρχες είναι πολύ ευγενικοί και βρίσκει κανείς ακόμα και εξωτικά προϊόντα.

Διαφορετικό ύφος από την προαναφερθείσα αναφορά προς τη βαυα­ρική Αυλή έχει και μια άλλη παρατήρηση της Bettina. Γράφει κατά λέξη:

«Βρίσκεις εδώ Γερμανούς, Άγγλους, Γάλλους, Ρώσους, Έλληνες και Ιταλούς εμπόρους. Τα καταστήματα είναι πολύ ευρύχωρα και πιο καλά εφοδιασμένα απ’ ό,τι περίμενα. Οι οίκοι Arnous, Leffmann, Feldheim, Gerold, Josty, Stobwasser έχουν όλοι αντιπροσωπίες εδώ. Και για τον μπαμπούλη μου έχει επίσης ένα ευφραντικό του οίκου Selke.» [Όλα τα παραπάνω είναι ονόματα γνωστών βερολινέζικων οινοπωλείων.] Και η Bettina συνεχίζει: «Εάν κάποιο προϊόν δεν ζητιέται τακτικά, έτσι ώστε να το παραγγέλλουν μόνο σε μικρή ποσότητα, μπορεί να λείψει καμία φορά, αλλά οτιδήποτε παραγγείλεις, φτάνει αρκετά γρήγορα, ιδιαίτερα όταν έρχεται από τη Γαλλία».

Περίπου αντίστοιχα με το συγγραφέα της αναφοράς για την οποία έγινε λόγος, η Bettina γράφει και τα ακόλουθα: «Αυτά που λείπουν είναι τα έπιπλα. Όταν φτάνει ένα πλοίο γεμάτο έπιπλα, αδειάζει πολύ γρήγορα λόγω της γενικής ζήτησης. Το κόστος της μεταφοράς και των δασμών είναι πολύ υψηλό, έτσι ώστε τα πράγματα να είναι πιο ακριβά απ’ ό,τι σε μας. Αλλά υπάρχουν και πολλά πράγματα που δεν είναι πιο ακριβά».

Στη συνέχεια η Bettina παραθέτει, σχεδόν τηλεγραφικά και κάπως ανακατεμένα, σωρεία προϊόντων με τις αντίστοιχες τιμές:

Ο πήχης είναι το μέτρο που χρησιμοποιούν εδώ. Είναι, όπως μου φαίνεται, λίγο πιο κοντός από τον πήχη του Βερολίνου, αλλά θα το επιβεβαιώσω, όταν θα φτάσει το δικό μου μέτρο. Ένας πήχης μουσελίνας για κουρτίνες διυφασμένης με πολύχρωμα λουλούδια: 1-2 δρχ. Αυτή με 2 δρχ. είναι όπως η πιο μοντέρνα στον οίκο Siegmund [στο Βερολίνο]. Λινοβάμβακο πολυ­τελείας για φορέματα: 65, 70, 80, ή και 90 λεπτά, της τελευταίας μόδας. Ολλανδικό λινό πανί: λίγο πιο ακριβό απ’ ό,τι σε μας.

Στο σημείο αυτό, που γίνεται λόγος για υφάσματα, θα ήθελα να προσθέσω μια μικρή παράγραφο που βρίσκεται σε ένα άλλο σημείο της ίδιας μακράς επι­στολής: Κάποιος εξήγησε στη Bettina πώς ράβεται η φουστανέλα [η άσπρη φούστα, όπως διευκρινίζει προς τους γονείς της] και πόσο κοστίζει:

Η φουστανέλα αποτελείται από 400 λωρίδες που είναι κομμένες λοξά και έχουν κάτω το φάρδος ενός τέταρτου του πήχη περίπου [= 16 εκατοστά του μέτρου] και επάνω το φάρδος ενός αντίχειρα [= 2 εκατοστά περίπου]. Η αμοιβή για το ράφτη είναι η εξής: Κάθε ραφή, ανάλογα με την ποιότητα του υφάσματος: 4-10 λεπτά (600 λεπτά= 1 κολονάτα). [Δηλαδή μια φουστανέ­λα κόστιζε, μόνο για το ράψιμο, από 16 μέχρι 40 δρχ.]

Στο τέλος η Bettina προσθέτει:

Οι φούστες των πιο φτωχών ίσως αποτελούνται μόνο από 200 ραφές…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης της κυρίας  Ρεγγίνας Quack – Μανουσάκη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Πηγαίνοντας για ψώνια στο Ναύπλιο το 1834.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ναύπλιο: Από την Τειχισμένη Μεσαιωνική Πόλη στην Ανοικτή Πόλη του 19ου αιώνα (1828-1870) – Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

«Όμως αυτό το κάστρο, όπου ευρίσκεται εις το Ανάπλι, το οποίον ονομάζεται των Τόρων, ήτο πέτρα βουνόπουλον, το οποίον φαίνεται εις την σήμερον, έρημον, χωρίς κανένα κτίσμα και ήταν η ευεργεσία των αρχόντων […] πλην η κάτω χώρα τ’ Αναπλιού όπου φαίνεται την σήμερον κτισμένη γύρωθεν, την έκτισαν οι Βενετσάνοι με τείχη σίγουρα και στερεά». Ποια άλλη περιγραφή μπορεί να δώσει με τόση δύναμη κι ομορφιά την εικόνα της χερσονήσου μέχρι τα τέλη περίπου της φραγκικής κυριαρχίας (1212-1389) από αυτή του Μητροπολίτη Μονεμβασίας Δωρόθεου στο περίφημο «Χρονικό» του (1631). Τ’ Ανάπλι «ήτο πέτρα βουνόπουλον». Μια πέτρα απόκρημνη και απρόσιτη από το νότο και τη δύση, προσιτή από το βορρά, απ’ όπου κατηφόριζε ομαλότερα προς τη θάλασσα μέχρι τις παρυφές του λόφου, εκεί όπου σήμερα εί­ναι ο Ψαρομαχαλάς «χωρίς κανένα κτίσμα». Την κάτω χώρα, την κάτω πόλη, την έκτισαν σταδιακά οι Βενετσιάνοι επεκτείνοντας την ξηρά με συνεχείς προσχώσεις, έως ότου αποκτήσει τη σημερινή της μορφή, ή σχεδόν τη σημερινή της μορφή:

 

Ο αφέντης του τόπου ήγουν ο Βενετσάνος με τον λαόν ομού του Αναπλίου έκαμαν πάσαν οικονομίαν και έκτισαν τριγύρου τείχη καθώς φαίνονται έως την σήμερον· και μέσα όπου ήταν η θάλασσα έως κάτω εις την ρίζαν των κάστρων των βουνών έκαμαν πάσαν τέχνην και έβγαλαν την θάλασσαν, δι­ότι ήταν ολίγη και έρριψαν χώμα πολύ και εκαταπλάκωσαν την θάλασσαν, και έκτισαν επάνω σπίτια […] σπίτια εύμορφα […] και εγέμισεν ο τόπος εκκλησίαις και οσπίτια, όπου τα έχουν μέσα τα τείχη περιπεπλεγμένα και έκαμαν και Παλάτι του Αφεντός και Φόρον, διότι εις την κάτω χώραν ήταν ολίγα οσπίτια κτισμένα εκεί όπου ήταν ξηρά.

Η μορφή που παίρνει ο πολεοδομικός ιστός της πόλης στα επόμενα χρόνια, η κλίμακα, η έκταση και η όλη συγκρότησή του γενικότερα, εξαρτάται άμεσα από την ιδιαίτερη τοπογραφία της χερσονήσου και τα δύο μεγάλα της κάστρα: την Ακροναυπλία, της οποίας ίχνη των πρώτων οχυρώσεων των προχριστια­νικών χρόνων συναντάμε στη βάση των ενετικών τειχών, και το πολύ νεότερο κάστρο του Παλαμηδίου, που κτίστηκε στις αρχές του 18ου αιώνα.

Η οχύρωση του Ναυπλίου ακολουθεί, όπως είναι φυσικό, το βενετσιάνι­κο μοντέλο της οχυρωμένης χερσονήσου. Ένα εξαιρετικά καλά οχυρωμένο κάστρο στην κορυφή, το οποίο από κατοικία του άρχοντα και των ευγενών σταδιακά μεταβάλλεται σε στρατιωτικές, και μόνο, εγκαταστάσεις, η τάφρος που αποκόπτει τη χερσόνησο από την ξηρά, ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος εισόδου στην πόλη, και τα επιθαλάσσια τείχη. Αυτά σε πρώτη φάση ταυτίζονται με τα τείχη του ίδιου του κάστρου της Ακροναυπλίας, για να καταλήξουν μετά τις επιμελημένες προσχώσεις χαμηλά, κοντά στη νέα ακτογραμμή. Προμαχώνες και πύργοι προστατεύουν τόσο την Πύλη της Ξηράς, εκεί όπου βρίσκεται η τάφρος, όσο και τις τρεις άλλες πύλες της πόλης, την Πύλη του Γιαλού, την Πύλη της Πλατείας και την Πύλη των Φούρνων.

 

Ναύπλιο – Η πύλη της Ξηράς, c.1840. Drawing, pencil & watercolour on paper. Ανυπόγραφο.

 

Η οχύρωση της πόλης της Α΄ Βενετοκρατίας συμπληρώνεται με ένα πρώτο τεχνητό λιμενοβραχίονα στη βορειοδυτική γωνία της Ακροναυπλίας και τον Προμαχώνα των Πέντε Αδελφιών. Οχυρώνεται τότε για πρώτη φορά το Μπούρτζι (Καστέλι) στο νησάκι στ’ αριστερά του λιμανιού, ώστε να προστατεύει την είσοδο του λιμανιού (porto cadena).

Η επόμενη οχυρωματική φάση χρονολογείται στην περίοδο της Β΄ Βενε­τοκρατίας (1686-1715) με την οχύρωση του Παλαμηδίου: οκτώ αυτοδύναμοι προμαχώνες που αλληλοϋποστηρίζονται, αλλά και αλληλοπροσβάλλονται, αν χρειαστεί. Η κατοίκηση της Ακροναυπλίας απαγορεύεται. Η κάτω πόλη αποκτά τη μορφή που διατηρούσε μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Τα δύο όρια, λοιπόν, η Ακροναυπλία προς νότο και η θάλασσα προς βορρά, και κατά πολύ λιγότερο το Παλαμήδι και η πέραν της Πύλης της Ξηράς στεριά καθορίζουν το σχήμα της κάτω πόλης, ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο περίπου, το οποίο εκφυλίζεται σε μια τραπεζοειδή απόληξη προς δυσμάς. Η πόλη, δηλαδή, βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο φυσικά όρια-εμπόδια που καθορίζουν και το μέγιστο όριο της συνολικής της έκτασης.

Μέσα σ’ αυτά τα όρια διαμορφώνεται η κάτω πόλη. Εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς σήμερα τρεις παράλληλες σ’ αυτήν ζώνες. Μία πρώτη που ξεκινά από τα τείχη της Ακροναυπλίας και φθάνει μέχρι τη σημερινή οδό Παπανικολάου – Καποδιστρίου, μία δεύτερη που αρχίζει από την οδό Παπα­νικολάου – Καποδιστρίου και φθάνει μέχρι τη σημερινή οδό Αμαλίας, όπου βρίσκονταν τα επιθαλάσσια τείχη, και μια τρίτη έξω από τα τείχη, που καταλήγει στην παραλία. Αυτή η τρίτη, η τελευταία, εξακολουθούσε να επεκτείνεται σταδιακά μέχρι και τον 20ό αιώνα.

Στην πρώτη ζώνη η μορφολογία του εδάφους επηρεάζει ιδιαίτερα τη διαμόρφωση του πολεοδομικού ιστού. Μία ζώνη με πλάτος περίπου 110μ. και μήκος περίπου 600μ., όπου οι δρόμοι, τα οικοδομικά τετράγωνα και τα οικόπεδα ακολουθούν τις κλίσεις του εδάφους. Οι δρόμοι είναι μικροί και στενοί, τρέχουν κατά μήκος των ισοϋψών και διακόπτονται από μικρούς κάθετους βαθμιδωτούς δρομίσκους, δρομόσκαλες, που εξασφαλίζουν την κάθετη προς τις καμπύλες κίνηση. Είναι η περιοχή του Ψαρομαχαλά: η πιο παλιά ζώνη, η πρώτη ζώνη που κατοικήθηκε έξω από τα τείχη, τότε που η θάλασσα έφτανε στις ρίζες της Ακροναυπλίας. Από αυτούς τους πρώτους κατοίκους, ψαράδες ως επί το πλείστον, κρατάει ακόμα και σήμερα η περιοχή, αιώνες ύστερα, το όνομά της «Ψαρομαχαλάς». Η περιοχή διατηρεί έντονα τα στοιχεία ενός γραφικού τοπίου. Η χάραξη του ρυμοτομικού ιστού – μικροί με μεταβαλλόμενο πλάτος οδοί, ακανόνιστα πλατώματα, αμβλείες ή οξείες γωνίες, ευρηματι­κές λύσεις που μαρτυρούν τον τρόπο που οι ερασιτέχνες τεχνίτες λύνουν τα εκάστοτε προβλήματα που αντιμετωπίζουν – δίνει στην περιοχή ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ύφος. Είναι η παλαιότερη κατοικημένη περιοχή της πόλης. Η σημερινή μορφή της, απαράλλακτη σχεδόν με εκείνη που συνάντησε ο Καποδίστριας και ο Όθων, όταν εγκαταστάθηκαν εκεί, παραμένει αναλλοίωτη, όπως διαμορφώθηκε στα χρόνια της Α΄ Βενετοκρατίας, όταν ο πληθυσμός της πόλης πλησίαζε τους 10.000 κατοίκους. Ισόγεια, διώροφα και τριώροφα κτήρια. Κάποια από αυτά ξεχωρίζουν· είναι αυτά που στέγαζαν, πιθανότατα, κρατικές υπηρεσίες· είναι το τμήμα που έχει υποστεί τις λιγότερες αλλαγές στο πέρασμα του χρόνου.

 

Έσπερος Λιψίας, Το Ναύπλιο, 1881.
Μια χαρακτηριστική περιγραφή της πόλης στο ίδιο έντυπο: «Το Ναύπλιον είναι σήμερα πόλις μικρά μόλις περιέχουσα επτά χιλιάδων ψυχών. Αλλά το όνομα αυτής συνδέεται στενά προς την ιστορίαν των μεγάλων υπέρ ανεξαρτησίας αγώνων και των πρώτων χρόνων της ελευθερίας […]. Η πόλις είναι καθαρά, καλώς εστρωμένη και διατηρεί μέχρι σήμερον την όψιν μικράς πρωτευούσης· αι οικίαι είναι κομψαί, λιθόκτισται, παρέχουσαι όψιν αναπαύσεως και πολιτισμού. Ό,τι όμως κυρίως καθιστά το Ναύπλιον αξιοπερίεργον είναι τα οχυρώματα αυτού τα οποία είναι μία των λαμπροτέρων του μεσαίωνος αναμνήσεων».

 

Η δεύτερη ζώνη αναπτύσσεται παράλληλα προς την πρώτη, προς βορρά, οριοθετείται από τις σημερινές οδούς ΣπηλιάδουΣταϊκοπούλουΠλαπούτα και καταλήγει στα επιθαλάσσια τείχη. Το μέσο πλάτος της είναι περίπου 70μ. και το μήκος της 600μ. Παρόλο που δεν έχουν βρεθεί αρχειακά τεκμήρια, η διαμόρφωσή της μαρτυρεί την ύπαρξη πολεοδομικού σχεδίου. Είναι η πόλη που περιγράφει ο Μητροπολίτης Μονεμβασίας Δωρόθεος. Καθώς το μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από προσχώσεις, ήταν σχετικά εύκολο να δημι­ουργηθεί ένα «κανονικότερο» οδικό δίκτυο. Διατηρούνται όμως κι εδώ πολλά από τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης ζώνης, αφού αποτελεί ουσιαστικά τη φυσική της συνέχεια και προέκταση. Τόσο στους δρόμους, συχνά στενούς κι αδιέξοδους, όσο και στη δημιουργία των οικοδομικών τετραγώνων, τα σχήματα των οποίων πλησιάζουν το ορθογώνιο, το στοιχείο της γραφικότητας κυριαρχεί.

Η Πλατεία Συντάγματος, η μεγάλη κεντρική πλατεία της πόλης, πρέπει να ταυτίζεται με τον βενετικό «φόρο». Εδώ, άλλωστε, οδηγεί και ο παλαιότερος κεντρικός δρόμος της πόλης, που ξεκινώντας από την Πύλη της Ξηράς καταλήγει στην πάνω πλευρά της Πλατείας, ενώ ο δεύτερος κεντρικός δρόμος, ο πλατύς δρόμος, η πλατιά ρούγα, η σημερινή Βασιλέως Κωνσταντίνου, λίγα μέτρα πιο πέρα, καταλήγει και πάλι στην Πλατεία αυτή. Οι οικοδομές εδώ είναι μεγαλύτερες, τριώροφες ή τετραώροφες, με αυστηρή μορφολογία. Είναι οικοδομές που σχεδιάστηκαν, αν όχι από αρχιτέκτονα πολιτικό μηχανικό, πάντως από στρατιωτικό οχυρωματοποιό.

Στη ζώνη αυτή βρίσκονται όλες σχεδόν οι πλατείες του σημερινού ιστορικού κέντρου. Οι τέσσερις παλαιότερες, η Πλατεία του Πλατάνου, η Πλατεία του Αγίου Γεωργίου, η Πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα και η Πλατεία του Αγί­ου Αναστασίου, υπήρχαν ήδη από τα χρόνια της Βενετοκρατίας, ενώ οι άλλες τέσσερις, η Πλατεία του Αγίου Νικολάου, η Πλατεία Σπηλιάδη, η Πλατεία της Αγοράς και των Τριών Ναυάρχων, δημιουργήθηκαν μετά την απελευθέρωση. Ο τρόπος που είναι σχεδιασμένες, μαρτυρεί τον Βενετό σχεδιαστή τους. Τις συναντάς ξαφνικά εκεί που περπατάς στο πλάι του δρόμου, στο τέλος από ένα μικρό σοκάκι. Η διακόσμησή τους, και κυρίως οι κρήνες που συναντάμε σ’ αυτές, παραπέμπει στην περίοδο της τουρκικής κατάκτησης. Σε κάθε μία υπάρχει και μία εκκλησία που κάποτε μετατράπηκε σε τζαμί ή ένα τζαμί που μετατράπηκε σε εκκλησία (δεν είναι πάντα εύκολο να προσδιορι­στεί αυτό), και ένα ή περισσότερα δημόσια κτήρια. Αναμφισβήτητα πάντως η δεύτερη ζώνη του Ναυπλίου, από τους πρόποδες του βράχου μέχρι και τα τείχη, ήταν – και κατά ένα μεγάλο μέρος είναι ακόμη – η σημαντικότερη ζώνη του Ναυπλίου.

Η τρίτη, τέλος, οικιστική ζώνη που αναπτύσσεται και αυτή παράλληλα με τις δύο προηγούμενες, έχει πλάτος 100μ. και μήκος 200μ. Εδώ το έδαφος είναι οριζόντιο επίπεδο. Η ζώνη αυτή που άρχισε να δημιουργείται έξω από τα επιθαλάσσια τείχη ήδη από τα χρόνια της Β΄ Βενετοκρατίας, θα πάρει την οριστική της μορφή μετά την απελευθέρωση και την κήρυξη της πόλης ως πρωτεύουσας της Ελλάδας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης της κυρίας  Μάρως Καρδαμίτση – Αδάμη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ναύπλιο – Από την Τειχισμένη Μεσαιωνική Πόλη στην Ανοικτή Πόλη του 19ου αιώνα (1828-1870)

 

Διαβάστε ακόμη:

Το έργο του Wulf Schaeffer για το Ναύπλιο

Η κατάσταση στο Ναύπλιο στις αρχές του 1833.

Read Full Post »

Ο Πληθυσμός του Ναυπλίου, 1830-1840 – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Από τα χρόνια της Επανάστασης η Διοίκηση είχε προσπαθήσει να καταγράψει τον πληθυσμό, τις κατοικίες και κάθε είδους καταστήματα στις ελευθερωμένες από τον τουρκικό ζυγό περιοχές. Τις προσπάθειες αυτές συνέχισε ο Ιωάννης Καποδίστριας. «Ως γνωστόν, οι πρώτες προσπάθειες του Καποδίστρια, από τον Απρίλιο κιόλας του 1828, για τη συλλογή πληροφοριών γύρω από τον πληθυσμό και τη γεωργία της χώρας οφείλονται στην επιθυμία του να γνωρίσει την κατάσταση της ελληνικής επικράτειας, για να δώσει άμεσες λύσεις σε επείγοντα προβλήματα – κυρίως την αποκατάσταση των προσφύγων –, καθώς και στην υποχρέωση να απαντήσει στα 28 ερωτήματα που υποβλήθηκαν από τους πρεσβευτές των τριών Μ. Δυνάμεων». Επίσης, απογραφή των κατοίκων της Πελοποννήσου πραγματοποίησε το υπό τον στρατηγό Maison γαλλικό εκστρατευτικό σώμα τα έτη 1829-1830. Τέλος, οι Βαυαροί επιφόρτισαν το Γραφείο της Δημόσιας Οικονομίας – εκτός των άλλων καθηκόντων του – «να συ­ντάξη ακριβή χωρογραφικήν και τοπογραφικήν περιγραφήν του Κράτους» και «να καταστρώση ευχρήστους πίνακας του αριθμού των κατοίκων του […]».

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Όσον αφορά την πόλη του Ναυπλίου, αν και έχουμε δημοσιευμένα πλη­θυσμιακά στοιχεία για τη δεκαετία 1820-1830, όχι πάντοτε πλήρη, δεν έχουν δημοσιευτεί για τη δεκαετία 1830-1840 αναλυτικά πληθυσμιακά στοιχεία, αν εξαιρέσει κανείς εκείνα που δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσε­ως του Βασιλείου της Ελλάδος τον Μάιο του 1834, μολονότι αυτή τη δεκαε­τία πραγματοποιήθηκαν πολλές και λεπτομερείς απογραφές.

Οι υπάρχουσες πληροφορίες αφορούν περισσότερο την επαρχία Ναυπλίας και λιγότερο τον Δήμο Ναυπλίας, δηλαδή την εντός των τειχών πόλη, τα προάστια του Αιγιαλού και της Πρόνοιας και τους γύρω οικισμούς. Όμως αυτή η δεκαετία είναι πολύ σημαντική για την πόλη (άφιξη του βασιλιά, μεταφορά της πρωτεύουσας). Ειδικότερα, η μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα στο τέλος του 1834 είχε ποικίλες συνέπειες, πληθυσμιακές και άλλες, τις οποίες ανιχνεύουμε στο περιεχόμενο του αρχείου του Δήμου Ναυπλιέων.

Στο αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου υπάρχει αχρονολόγητο κατάστιχο, το οποίο, κατά την κρίση μου, συντάχθηκε το χρονικό διάστημα μεταξύ Αυγούστου 1832 και Ιανουαρίου 1833. Οι πληροφορίες που αντλούμε από τα υπάρχοντα δεδομένα, είναι πολλές και διάφορες, αλλά στην παρούσα μελέτη θα αναφερθούμε μόνον σε όσες σχετίζονται με τον πληθυσμό…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Δημήτρη Γεωργόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Πληθυσμός του Ναυπλίου, 1830-1840

 

Read Full Post »

Ο Βονιφάτιος Βοναφίν και η ταρίχευση του Καποδίστρια – «Errare humanum est» (το σφάλλειν είναι ανθρώπινο)


 

Την αποφράδα ημέρα της Κυριακής 27ης Σεπτεμβρίου 1831, με το παλιό ημερολόγιο, περίπου στις 6:45 πμ, ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας έπεσε νεκρός στην πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα, στο Ναύπλιο, όπου πήγαινε να εκκλησιαστεί, άγρια δολοφονημένος «για λόγους τιμής», από τους δύο Μαυρομιχαλαίους (τους Μαυρομιχάλας), τον Κωνσταντίνο, αδερφό του Πετρόμπεη, που τον πυροβόλησε εξ’ επαφής στην πίσω δεξιά πλευρά της κεφαλής με πιστόλι οπλισμένο με διπλό μπαλαρμά και τον Γεώργιο, γιό του Πετρόμπεη, ο οποίος τον χτύπησε θανάσιμα με μαυρομάνικο μαχαίρι στη δεξιά βουβωνική χώρα.

Το φονικό του Κυβερνήτη έγινε θρύλος και τραγούδι και η μνήμη του παραμένει ζωντανή στη λαϊκή συνείδηση των Ελλήνων, όπως το τραγούδησε η λαϊκή μούσα: «o Γιώργος και ο Κωσταντής, δυο Μπέηδες της Μάνης / μια πιστολιά του ρίξανε φαρμακερό μαχαίρι». «Το στόμα τ’ αίμα γέμισε τα χείλη του φαρμάκι / κι η γλώσσα τ’ αηδονολαλεί σαν το χελιδονάκι» (Χ. Πιτερός, Ναύπλιο, H πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα 7, (2009) 115-121).

Bonifaccio Bonafin (1800-1893). Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

Η νεκροψία έγινε από επιτροπή γιατρών, έπειτα από δύο ώρες περίπου από τη δολοφονία. Την επόμενη, στις 28 Σεπτεμβρίου προσκλήθηκε ξανά επιτροπή γιατρών που την αποτελούσαν οι: Σπ. Καρβελάς, Ν. Μαράτος, Δομ. Μαλδίνης, Π. Ζεγκίνης, Ανδρ. Παπαδόπουλος – Βρεττός και Ιακ. Θεοφιλάς καθώς και ο φαρμακοποιός Βονιφάτσιο Βοναφίν, ο οποίος είχε ιδρύσει από το 1828 το πρώτο φαρμακείο στην Ελλάδα, στο Ναύπλιο, και ήταν ο αρμόδιος για την ταρίχευση. Τα σπλάχνα του Κυβερνήτη αφαιρέθηκαν από το σώμα, τοποθετήθηκαν σε πολυτελή θήκη και τάφηκαν κάτω από το Άγιο Βήμα του Ναού του Αγίου Σπυρίδωνα.

Το πρώτο φαρμακείο «Ο Σωτήρ» του Β. Βοναφίν στεγαζόταν στο μεγάλο δρόμο, δίπλα από το πρώτο γυμνάσιο, το σημερινό δημαρχείο. Αρχικά, το φαρμακείο στεγαζόταν σε παλιότερη μη σωζόμενη διώροφη οικία. Η υπάρχουσα νεοκλασική οικία χτίστηκε περίπου γύρω στα 1880. Ο φαρμακοποιός Β. Βοναφίν (1800-1893), ιταλικής καταγωγής, ήταν σπουδαία φυσιογνωμία, σπουδαγμένος στην Πάδοβα της Ιταλίας, όπου είχε σπουδάσει ιατρική και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Τον Β. Βοναφίν στην συνέχεια διαδέχτηκε στο φαρμακείο ο ανιψιός του Α. Κάτσικας και κατά την τελευταία περίοδο το φαρμακείο λειτούργησε ως το 1972 από την Ε. Γουζουάση.

 

Το φαρμακείο όπως ήταν τη δεκαετία του ’60. Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

 

Κατά τη δεκαετία του 1980 στην πρόσοψη του νεοκλασικού κτιρίου τοποθετήθηκε, από τον πρόεδρο του Συλλόγου Παλαμήδης, Τ. Τούμπα, μαρμάρινη επιγραφή με το εξής κείμενο:

 

Το πρώτο φαρμακείον της Ελλάδος 1828-1972. Ιδρυτής Βονιφάτιος Βοναφίν. Εδώ εταριχεύθη ο Α΄ Κυβερνήτης της Ελλάδος Καποδίστριας την 28/09/1831.

 

Μετά την τοποθέτηση της επιγραφής αυτής έχει καθιερωθεί η άποψη από όλους ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας ταριχεύθηκε στο φαρμακείο του Βονιφάτιου Βοναφίν. Κανείς δεν έχει εκφράσει έκτοτε διαφορετική γνώμη, ούτε οι ασχολούμενοι επιστημονικά με την Νεοελληνική Ιστορία. Αλλά όπως είναι γνωστό, στην έρευνα αυτό το οποίο θεωρείται ως πιθανόν, δεν είναι και πραγματικό. Και στην περίπτωση αυτή βρισκόμαστε μπροστά στη δημιουργία μιας λόγιας καινοφανούς θα λέγαμε παράδοσης, η οποία δε συμβαδίζει με την αντικειμενική ιστορική πραγματικότητα.

Για τον χώρο που ταρίχευσε ο Β. Βοναφίν τη σορό του Καποδίστρια δεν υπάρχουν ιστορικές αμφιβολίες και περιθώρια αμφισβήτησης. Όπως προκύπτει από την Γενική Εφημερίδα της Κυβέρνησης όπου έχουν δημοσιευθεί όλα τα σχετικά με τη δολοφονία του Καποδίστρια, αλλά και από την «Ναυπλία» του Μ. Λαμπρυνίδη (1875, σελ. 292):

«O νεκρός του Ι. Καποδίστρια μετεκομίσθη ευλαβώς εκ του ναού του Αγίου Σπυρίδωνος εις το ανάκτορο αυτού, συνοδευόμενος υπό πλήθους λαού ολοφυρομένου επί τη απωλεία και καταρωμένου τους αυτουργούς˙ εκεί δε μετά την αυτοψία εταριχεύθη υπό του φαρμακοποιού Β. Βοναφίν και απετέθη εις την αίθουσαν της υποδοχής (του Κυβερνείου), όπου ο λαός συνέρεε και καθισπάζετο τα πόδια αυτού».

Τα πράγματα για την ταρίχευση είναι ξεκάθαρα. Η ταρίχευση έγινε στο Κυβερνείο που βρισκόταν στο μικρό πάρκο δυτικά της πλατείας Τριών Ναυάρχων, στο χώρο που έχει ανεγερθεί το άγαλμα του Όθωνα.

 

Εικόνα 3: Κυβερνείο, Παλατάκι Ι. Καποδίστρια (1890) από ανατολικά.

 

Η κηδεία του Κυβερνήτη έγινε 18 Οκτωβρίου 1831. Στη συνέχεια η σορός του τοποθετήθηκε στο αριστερό του Ιερού Βήματος του Αγίου Γεωργίου και στις 28 Μαρτίου 1832 ο αδελφός του Αυγουστίνος Καποδίστριας τη μετέφερε με πλοίο στην Κέρκυρα, όπου τάφηκε στο Μοναστήρι της Παναγίας μέσα στην πόλη.

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι και ο φαρμακοποιός Θ. Κωστούρος στην μυθιστορηματική βιογραφία του για τον Βοναφίν (Θ. Κωστούρος, Βονιφάτιος Βοναφίν, Ανάπλι 1979) αναφέρει σαφώς ότι μετά τη δολοφονία «ο Μέγας Νεκρός, ανάμεσα σε γόους και ολοφυρμούς του πλήθους, μεταφέρθηκε στο Κυβερνείο, όπου οι γιατροί Παπαδόπουλος, Μαράτος, Τράϊμπερ, έκαναν τη νεκροψία …και κατόπιν ο Β. Βοναφίν ανάλαβε… την ταρίχευση του αδικοσκοτωμένου Κυβερνήτη».

Το φαρμακείο, σήμερα, στην Πλατεία Ναυάρχων. Στο χώρο που λειτούργησε το πρώτο φαρμακείο της Ελλάδας από τον Βοναφίν, λειτούργησε ως το 1972 το φαρμακείο της Ε. Γουζουάση. Ωστόσο, η υπάρχουσα νεοκλασσική οικία χτίστηκε περίπου γύρω στα 1880.

Γύρω από σημαντικά ιστορικά πρόσωπα στη μνήμη των ανθρώπων συγχέεται συχνά η πραγματικότητα με τη φαντασία, όπως π.χ. γύρω από τη φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι, την Αρβανιτιά κλπ (Χ. Πιτερός Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009).

Είναι καιρός το Ίδρυμα Ιωάννη Καποδίστρια να απομακρύνει από το πρώτο Φαρμακείο, το συντομότερο δυνατόν, την επιγραφή αυτή με την λανθασμένη πληροφόρηση για την ταρίχευση του Καποδίστρια και να τοποθετήσει νέα υπεύθυνα τεκμηριωμένη σύμφωνα με την ιστορική πραγματικότητα.

Σχετικά με το κτίριο του πρώτου φαρμακείου ανεξάρτητα από την δυνατότητα απαλλοτρίωσής του ή μη από το Δήμο Ναυπλίου, τα εκκλησιαστικά Συμβούλια του Αγίου Γεωργίου, της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου, που εκμεταλλεύονται το κτίριο, έχουν υποχρέωση και καθήκον να αναλάβουν το συντομότερο δυνατόν την επισκευή της εξωτερικής όψης σε ένα τόσο ιστορικό κτήριο, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

Είναι καιρός ο καθένας να αναλάβει τις ευθύνες του.

Σημ. Βιβλιοθήκης:  Το ιστορικό κτίριο του Πρώτου Φαρμακείου πέρασε στις 6 Νοεμβρίου 2017 στην κυριότητα του Δήμου καθώς υπεγράφησαν τα συμβόλαια μεταβίβασης από τις τρεις εκκλησίες που το είχαν στην ιδιοκτησία τους στον Δήμο Ναυπλιέων.

Τα συμβόλαια παρουσία συμβολαιογράφου υπέγραψαν εκ μέρους των εκκλησιών οι πρόεδροι των εκκλησιαστικών συμβουλίων, Αγίου Γεωργίου π. Ελευθέριος Μίχος, Αγίου Νικολάου π. Κυριακός Αγγελόπουλος και Γενεσίου της Θεοτόκου (Παναγίας) π. Διονύσιος Ταμπάκης και εκ μέρους του Δήμου Ναυπλιέων ο Δημαρχος Δημήτριος Κωστούρος, ενώ η τιμή της αγοραπωλησίας ανέρχεται στο ποσό των 585.000 ευρώ.

 

Χρήστος Πιτερός

Αρχαιολόγος

Εφημερίδα «ΤΑ ΑΡΓΟΛΙΚΑ», φύλλο 212, 29 Σεπτεμβρίου 2012.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η περίπτωση του Παλαμήδη στην εποχή της αθηναϊκής δημοκρατίας – © Μαρία Βασιλείου


 

Είναι κοινός τόπος να πούμε ότι ο Όμηρος δεν είναι η αρχή, αλλά το κορύφωμα μιας μακρόχρονης εξελικτικής πορείας, της επικής παράδοσης. Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι για τον πόλεμο της Τροίας – κι όχι μόνο γι’ αυτόν – υπήρχε ένα πλούσιο επικό υλικό που απλώθηκε στον ελληνικό χώρο μέσα στους αιώνες, από την καταστροφή του μυκηναϊκού κόσμου ως και τον όγδοο αιώνα π.Χ. Αυτή ήταν η κατ’ εξοχήν «ηρωική» εποχή και καλύτερα η εποχή που ευνόησε τη δημιουργία της ηρωικής ποίησης.(1)

Το τέλος αυτής της «ηρωικής» εποχής σημειώνεται με τη διάδοση της γραφής και τα ομηρικά έπη, που από πολλές απόψεις αποτελούν μεγάλη τομή. Δεν είναι μόνο που η ποιητική πρόθεση του Ομήρου ήταν διαφορετική από των προκατόχων του, είναι και το ότι ο Όμηρος εγκαινίασε έναν τρόπο χειρισμού του μύθου που, όσο κι αν συνδέεται στενά με την επική παράδοση, δεν παύει να προοιωνίζει και να προεξοφλεί, ως ένα σημείο, τη «λυρική» και κυρίως την «τραγική» εκμετάλλευση του μύθου στα χέρια των ποιητών που ακολούθησαν.

Παλαμήδης. «Promptuarium Iconum Insigniorum», Guillaume Rouille, France, in 1553.

Σύμφωνα με την ομηρική παράδοση και με μεταγενέστερες πηγές που φτάνουν μέχρι τον Δάρη τον Φρύγα ο Παλαμήδης ήταν ένας από τους πιο γνωστούς ήρωες του Τρωϊκού πολέμου φημισμένος ιδιαίτερα για τις ανακαλύψεις του και αποτελούσε μια σημαντική προσωπικότητα για την εξέλιξη του πολιτισμού.

Με βάση τις πηγές που υπάρχουν για τον Παλαμήδη η ανασύνθεση του μύθου έχει ως εξής: Η Ελένη αρπάχθηκε από τον Πάρη. Οι Έλληνες Βασιλείς «αποφασίζουν» εκστρατεία ενάντια στην Τροία για την ανάκτηση της Ελένης. Κατά την στρατολόγηση των Ελλήνων ο Παλαμήδης κατευθύνεται στην Ιθάκη, για να καλέσει στον στρατό τον Οδυσσέα, ο οποίος επειδή δεν ήθελε να τους ακολουθήσει προσποιήθηκε τον τρελό (είτε ρίχνοντας στη γη αλάτι είτε ζεύοντας μαζί στ΄ αλέτρι ένα βόδι και ένα άλογο). Ο Παλαμήδης, όμως, απέδειξε ότι ο Οδυσσέας προσποιούνταν τον τρελό (είτε απειλώντας ότι θα σκοτώσει τον Τηλέμαχο είτε βάζοντας τον Τηλέμαχο μπροστά στο αλέτρι, οπότε ο Οδυσσέας αναγκάστηκε να σταματήσει την προσποίηση). Από τότε ξεκίνησε η έχθρα ανάμεσα στον Οδυσσέα και τον Παλαμήδη. Στην Τροία αυτή η έχθρα κορυφώθηκε μέσω κάποιων περιστατικών που ανέδειξαν την ικανότητα και επιδεξιότητα του Παλαμήδη στην εξεύρεση λύσεων, για την αντιμετώπιση προβλημάτων του στρατεύματος.

Για την εκδίκηση του Οδυσσέα η πιο γνωστή εκδοχή έχει ως εξής: Ο Οδυσσέας βάζει ένα Φρύγα αιχμάλωτο να γράψει ένα γράμμα δήθεν σταλμένο από τον Πρίαμο στον Παλαμήδη που θα αποδείκνυε την προδοσία του τελευταίου εις βάρος των Ελλήνων. Κατόπιν ο Οδυσσέας τοποθετεί κρυφά αυτό το γράμμα μαζί με χρυσάφι στην σκηνή του Παλαμήδη. Ακολούθως, κατηγορείται ο Παλαμήδης για προδοσία, το γράμμα και το χρυσάφι ανακαλύπτονται στη σκηνή του, δικάζεται και κρίνεται ένοχος. Οι Έλληνες αρχηγοί διατάζουν τον λιθοβολισμό του.

Ο μύθος του Παλαμήδη, εμφανίζεται για πρώτη φορά στα Κύπρια Έπη. Πρόκειται για ένα από τα ποιήματα του λεγόμενου επικού κύκλου, μιας σειράς δηλαδή από μικρά έπη που πλαισιώνουν τη δράση της Ιλιάδας και διηγούνται τα «γεγονότα», πριν από αυτήν αλλά και ως το τέλος του πολέμου και την επιστροφή των Αχαιών. Είναι φανερό ότι η θέση τους μέσα στον επικό κύκλο κάνει τα Κύπρια σημαντική πηγή για τη γνώση του τρωικού πολέμου γενικά και του μύθου του Παλαμήδη ειδικά, για τον οποίο αποτελεί την πιο παλιά μαρτυρία, ιδιαίτερα αν, όπως υποστηρίζουν μερικοί, είναι έπος πιο πρώιμο από την Ιλιάδα.

Το περιεχόμενο των Κυπρίων, μαζί με τα άλλα έπη του Κύκλου διασώζει μεγάλο μέρος από το σύνολο των διηγήσεων για την τρωική εκστρατεία, και είναι ένα τμήμα από το πλούσιο υλικό που είχε στη διάθεση της η επική ποίηση. Το υλικό αυτό ήταν ένα πλήθος από, ιερές ιστορίες, ιστορικές αναμνήσεις, αιτιολογικές παραδόσεις, λογοποιίες, παραμύθια,ναυτικές τερατολογίες, επινοήσεις των επικών ποιητών κλπ (2).

Σύμφωνα λοιπόν με το μύθο, ο Παλαμήδης ήταν γιος του Ναυπλίου και της Φιλύρας ή της Ησιόνης ή της Κλυμένης. Η Φιλύρα σχετίζεται με θεσσαλικούς μύθους, και έχει τη θέση της μητέρας του Κενταύρου Χείρωνα. Σύμφωνα με μια παράδοση, ο Παλαμήδης υπήρξε, μαζί με άλλους γνωστούς ήρωες, μαθητής του διάσημου Κένταυρου και είναι ενδιαφέρουσα η άποψη που φέρνει μαθητή και δάσκαλο να έχουν μητέρα με το ίδιο όνομα. Η Ησιόνη επίσης έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μυθολογία των Λοκρών, αφού έτσι ονομάζεται η μητέρα του λοκρού ήρωα Δευκαλίωνα αλλά και η μητέρα του Ορχομενού, γενάρχισσα του οίκου των Μινύων.

Η Κλυμένη, τέλος, έπαιξε ρόλο στην αργείτικη παράδοση, αφού εμφανίζεται στενή συγγένισσα των Ατρειδών: σύμφωνα με το μύθο, ο πατέρας της Κατρέας, γιος του Μίνωα, την έδωσε στον Ναύπλιο, για να τη μεταφέρει μαζί με την αδερφή της Αερόπη σε ξένη χώρα. Ο Ναύπλιος όμως παντρεύτηκε την Κλυμένη και έδωσε την Αερόπη γυναίκα στον Πλεισθένη, γιο του Ατρέα και πατέρα του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου. (3)

Φαίνεται πως πρόκειται για τοπικές παραδόσεις, κάθε μια από τις οποίες «δίνει» στον ήρωα τη δική της μητέρα του τόπου, σε μια προσπάθεια να οικειοποιηθεί τον μύθο ή να διεκδικήσει την πατρότητά του. Αξιοσημείωτο πάντως στοιχείο και για τις τρεις παραλλαγές αποτελεί το γεγονός ότι και οι τρεις, Φιλύρα, Ησιόνη, Κλυμένη, έχουν κοινό χαρακτηριστικό, τη σχέση τους με το υγρό στοιχείο: Οι δύο πρώτες είναι κόρες του Ωκεανού και της Θέτιδας, η τρίτη εγγονή του θαλασσοκράτορα Μίνωα. Σε κάθε περίπτωση δηλαδή ο Παλαμήδης είναι απόγονος ενός γνωστού θαλασσινού ήρωα, του Ωκεανού ή του Μίνωα.

Τελικά, από τις τοπικές παραδόσεις φαίνεται ότι επικράτησε η Κλυμένη, ίσως γιατί, την πρόβαλαν οι τραγικοί ποιητές, ή γιατί ο μύθος της, αιτιολογεί τη στενή επικοινωνία του Ναυπλίου με τη γειτονική σ’ αυτό πρωτεύουσα του μυκηναϊκού κράτους καθώς και τις επιδράσεις, που αναμφισβήτητα δέχτηκε ο μυκηναϊκός από τον μινωικό πολιτισμό.

Όσον αφορά τον πατέρα του, καμιά μαρτυρία δεν αμφισβητεί πως είναι ο Ναύπλιος, με τα πρόσωπα  του ψαρά (Αλκιδάμαντας, ‘Οδυσσεύς ), ή του αργοναύτη (Αργοναυτικά του Ορφέα , Υγίνος, Μύθος ), ή και χωρίς συγκεκριμένη ταυτότητα: ο μοναδικός γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης, εγγονός από πέμπτη γενιά ενός άλλου Ναυπλίου, που εκείνος ήταν αργοναύτης (Αργοναυτικά του Απολλώνιου Ρόδιου).

Σχετικά με την καταγωγή του, από τις μαρτυρίες που υπάρχουν, οι δύο τον αναφέρουν ως Αργείτη (Τάκιτος, Annales, Υγίνος Μύθος ), η μια ως Ευβοιώτη (Γρηγ. Ναζιανζηνός, Λόγος) – καμιά ως Ναυπλιώτη. Φαίνεται, ότι ο Παλαμήδης, που η παράδοση τον θέλει γιο του Ναυπλίου και της Κλυμένης και εγγονό του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης γεννήθηκε στο Άργος, απ’ όπου αργότερα «μεταφυτεύτηκε» στο Ναύπλιο. Δηλαδή ο Παλαμήδης συνδέθηκε μέσα από το συγγενικό κύκλο του πατέρα του με το Άργος, για να γίνει αργότερα Ναυπλιώτης. Βέβαια οι μαρτυρίες του Τάκιτου και του Υγίνου είναι μεταγενέστερες, όταν πια το Ναύπλιο είχε χάσει την αυτονομία του, υποταγμένο στο γειτονικό Άργος, ήδη, από την εποχή του δεύτερου μεσσηνιακού πολέμου. Από τότε το Ναύπλιο  εμφανίζεται στην αρχαία λογοτεχνία μόνο σαν λιμάνι του Άργους.

 

Ο Παλαμήδης μπροστά στον Αγαμέμνονα. Πίνακας του Ρέμπραντ,1626. Museum De Lakenhal.

 

Ο Όμηρος δεν αναφέρει σχεδόν τίποτα για τον Παλαμήδη. Η σιωπή του, δημιουργεί το εύλογο ερώτημα, αν ο επικός Όμηρος γνώριζε το μύθο του Παλαμήδη, αν δηλαδή ο μύθος ανάγεται ή όχι στο παραδοσιακό υλικό, που είχε στη διάθεση του ο ποιητής. Δύσκολα μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο Όμηρος αγνοούσε τον Παλαμήδη.

Υπάρχουν σημεία στα δύο ομηρικά έπη που φαίνεται να υπαινίσσονται τον ήρωα. Όπως, παρατηρεί ο Μ. Χριστόπουλος (4): α) στο ω 118-9 υπάρχει υπαινιγμός στην πρεσβεία των Αχαιών που είχε σταλεί στην Ιθάκη προκειμένου να πείσει τον Οδυσσέα να ακολουθήσει τους Αχαιούς στην Τροία β) Υπάρχουν δυο αποσπάσματα στην Ιλιάδα όπου ο Οδυσσέας αυτοπαρουσιάζεται ως γιος του Τηλέμαχου, κάτι που ίσως αποτελεί υπαινιγμό στην απειλή της ζωής του μικρού Τηλέμαχου από τον Παλαμήδη στην Ιθάκη. γ) Στη ραψωδία Κ (Δολώνεια) υφέρπει η παρουσία του Παλαμήδη.

Ο Γοργίας, σοφιστής και ρήτορας, γεννήθηκε στους Λεοντίνους της Σικελίας, περίπου το 490 π.Χ και έζησε σύμφωνα με τις πηγές 105 ή 109 χρόνια. Έφτασε στην Αθήνα το 427 π.Χ. Την εποχή του Γοργία, στην Αθήνα, στο πλαίσιο πλέον της πόλης-κράτους, η συμμετοχή στα κοινά και στα αθηναϊκά δικαστήρια απαιτεί την συμμετοχή των πολιτών και την άσκηση των δημοκρατικών τους καθηκόντων. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, πόσο σημαντική ήταν η ικανότητα του πολίτη να μπορεί να εκφράζεται με ευγλωττία και πειθώ. Οι σοφιστές που καταφθάνουν στην Αθήνα παρουσιάζονται ως δάσκαλοι της τέχνης του λόγου και υποστηρίζουν – με το αζημίωτο βέβαια – ότι μπορούν να κάνουν τους πολίτες ικανότατους στη χρήση του λόγου. Ανάμεσα στους σοφιστές, ο Γοργίας περισσότερο από κάθε άλλον έβαλε στην διδακτική του ατζέντα την ρητορική και πιστώνεται μάλιστα με τον ορισμό της ως «πειθοῦς δημιουργός». Κατά τη διδασκαλία του είναι πιθανό ότι παρουσίαζε ένα λόγο-πρότυπο, τον οποίο οι μαθητές του έπρεπε ν΄ αποστηθίσουν και να τον μιμηθούν. Αυτοί οι λόγοι, «εκμεταλλεύονταν» μυθικά θέματα (π.χ μύθος του Παλαμήδη) για την άντληση επιχειρημάτων, τα οποία όμως, έχουν δυνατότητα εφαρμογής και σε σύγχρονα, εκφραζόμενα της εποχής του. Ο Γοργίας κατέχει εξέχουσα θέση ανάμεσα στους σοφιστές και η συμβολή του στην εξέλιξη της ρητορικής είναι σημαντικότατη. Έγραψε «Τέχναι» – εγχειρίδια που έδιναν ρητορικές οδηγίες και περιείχαν λόγους-πρότυπα προς αποστήθιση

Στην λογοτεχνία, την περίοδο που ζει ο Γοργίας, από την αρχαϊκή ποιητική παράδοση (έπος, λυρική ποίηση) έχουμε περάσει στην εμφάνιση και την κυριαρχία της τραγωδίας, της κωμωδίας, την εξέλιξη πεζογραφικών ειδών (ιστοριογραφικά και δικανικά κείμενα) και την προβολή της φιλοσοφίας και της ρητορικής, ενώ παράλληλα αφθονούν τα ρητορικά εγχειρίδια που περιέχουν οδηγίες και τεχνικές για την παραγωγή λόγων. Την ίδια χρονική περίοδο αναπτύσσεται το φαινόμενο κατά το οποίο κάποιοι σοφιστές αντλούν μυθικά πρόσωπα από την επική παράδοση και τα βάζουν να εκφωνούν λόγους (mytho-forensic speeeches).

Οι τέσσερις διασωθέντες λόγοι από την περίοδο αυτή, οι οποίοι ανήκουν στο είδος των mytho-forensic speeches, (δηλαδή λόγοι-υβρίδια, καθώς σ΄ αυτούς διασταυρώνεται ο μύθος με την ρητορική και η αρχαϊκή με την κλασική περίοδο). Παρά την ανταγωνιστική σχέση της ποίησης, ειδικά της ομηρικής και της σοφιστικής, οι τέσσερις αυτοί λόγοι δείχνουν μια συμφιλιωτική τάση ανάμεσα στις δύο: μυθικά πρόσωπα που απαντούν στην προγενέστερη ποίηση γίνονται φορείς σοφιστικών τεχνικών. Προφανώς, οι σοφιστές των λόγων αυτών χρησιμοποιούν μυθικές φιγούρες, για να κάνουν τους λόγους τους προσφιλέστερους στους μαθητές τους. Ένας από αυτούς τους τέσσερις λόγους είναι και η «Υπέρ Παλαμήδους Απολογία» του Γοργία.

Συνοπτικά το περιεχόμενο του λόγου έχει ως εξής: ο Παλαμήδης ενώπιον ενός υποτιθέμενου δικαστηρίου προσπαθεί να πετύχει την αθώωσή του υποστηρίζοντας ότι δεν πρόδωσε τους Έλληνες. Λέει στους δικαστές ότι αυτό που πραγματικά φοβάται δεν είναι ο θάνατος, αλλά η ατιμωτική θανάτωση. Κατόπιν, επιχειρηματολογεί πάνω σε δυο άξονες – του δυνατού και της βούλησης -, υποστηρίζοντας ότι δεν θα μπορούσε να έχει τη δυνατότητα να προδώσει τους Έλληνες στους Τρώες και ότι ακόμα και αν την είχε δε θα επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Ακολούθως απευθύνεται στον κατήγορο του τον Οδυσσέα χωρίς, όμως, να επιτίθεται στο ήθος του κατηγόρου. Αντίθετα, αναφέρεται στις δικές του αρετές.

Στην Υπέρ Παλαμήδους Απολογία του Γοργία, ο Γοργίας χρησιμοποιεί τη μυθική μορφή του Παλαμήδη ως φορέα επιχειρημάτων, ο μύθος συνδέεται στο λόγο του Γοργία, με τη ρητορική και τίθενται οι βάσεις για την παρουσίαση του Παλαμήδη ως σοφιστή.

Ο Φλάβιος Φιλόστρατος παρουσιάζει τον μυθικό Παλαμήδη σε δύο έργα του: α) Τὰ ἐς τὸν Ἀπολλώνιον Τυανέα και τον β) Ηρωϊκό. Ο Φλάβιος Φιλόστρατος ήταν μέλος μιας αθηναϊκής οικογένειας με καταγωγή από τη Λήμνο και ταυτίζεται από τους μελετητές με τον δεύτερο από τους τρεις συγγραφείς που φέρουν το ίδιο όνομα, όπως γνωρίζουμε από το βυζαντινό λεξικό της Σούδας του 10αι. μ.Χ. Γεννήθηκε γύρω στο 170 μ.Χ. και πέθανε στα μέσα περίπου του 3 αι. μ.Χ.. Μεγάλωσε στην Αθήνα και έλαβε ρητορική εκπαίδευση σ΄ αυτή την πόλη με την έντονη σοφιστική δραστηριότητα. Πιθανώς πριν το 207 μ.Χ. εντάχθηκε στον κύκλο της Ιουλίας Δόμνας, μητέρας του αυτοκράτορα Καρακάλλα. Για την περίοδο που ζει ο σοφιστής Φιλόστρατος λόγω της μεγάλης εμβέλειας που αποκτά η ρητορική έχει επικρατήσει ο όρος «Δεύτερη Σοφιστική», ο οποίος μάλιστα ήταν επινόηση του ίδιου του Φιλόστρατου.

Στο «Τὰ ἐς τὸν Ἀπολλώνιον Τυανέα» παρακολουθούμε την πορεία και τα ταξίδια του νεοπυθαγόρειου φιλοσόφου Απολλώνιου, κατά τη διάρκεια των οποίων εκτελεί διάφορα θαύματα, ενώ συνοδεύεται από τον μαθητή του, τον Δάμη από τη Νινευή. Στο τέταρτο βιβλίο συναντάμε τον Παλαμήδη όταν ο Απολλώνιος επισκέπτεται τον τάφο του Αχιλλέα κοντά στην Τροία. Ο ήρωας εν είδει ποιητή θα αποκαλύψει στον Απολλώνιο ορισμένες αλήθειες για τον τρωϊκό πόλεμο σε μια συνάντηση που αφορμάται εν μέρει από την παράδοση που ήθελε τον ίδιο τον Όμηρο να επισκέπτεται τον τάφο του Αχιλλέα, να τυφλώνεται από την λάμψη των όπλων του και ως αντάλλαγμα γι΄αυτό το συμβάν οι Μούσες να του χαρίζουν το δώρο της ποίησης. Από τα λόγια του Αχιλλέα για τον Παλαμήδη διαπιστώνουμε ότι ο ήρωας μέσα από μια σωρεία επιθέτων σε υπερθετικό βαθμό (π.χ.«σοφώτατος,… μαχιμώτατος…) θεωρεί τον Παλαμήδη μια εξέχουσα μορφή που ξεπερνούσε τους άλλους συμπολεμιστές του στη σοφία, την ομορφιά και την ικανότητα στον πόλεμο. Ο Παλαμήδης παρουσιάζεται ως πρότυπο ανδρείας και σοφίας, κάτι που θα επιδιώξει ο Φιλόστρατος πολύ περισσότερο στον «Ηρωϊκό». Ο Αχιλλέας προτρέπει τον Απολλώνιο που μοιράζεται το ίδιο χαρακτηριστικό με τον Παλαμήδη (δηλ. τη σοφία) να πάει στον τάφο του ήρωα που βρίσκεται στα μικρασιατικά παράλια απέναντι από τη Μήθυμνα της Λέσβου, να φροντίσει τον τάφο του και να αναστηλώσει το πεσμένο άγαλμα του ήρωα, κάτι που ο Απολλώνιος θα σπεύσει να εκτελέσει. Όταν φτάνει στον τάφο του ήρωα, τον χαρακτηρίζει σοφό σ΄όλα, πηγή της γλώσσας, των Μουσών και του ίδιου του του εαυτού και ετοιμάζεται να αποκαταστήσει την αδικία που του έκαναν οι Αχαιοί φροντίζοντας την ανέγερση του αγάλματός του.

Στον «Ηρωϊκό» ο ήρωας αποτελεί μια από τις τρεις σπουδαιότερες μορφές – ήρωες του έργου μαζί με τον Πρωτεσίλαο και τον Αχιλλέα. Στο συγκεκριμένο έργο παρακολουθούμε ένα διάλογο που διαδραματίζεται σε μια πόλη της Θράκης, τον Ελαιούντα, ανάμεσα σ΄ έναν αμπελουργό και έναν Φοίνικα έμπορο. Ο αμπελουργός έχει αφοσιωθεί στη λατρεία του ήρωα Πρωτεσίλαου που ήταν ο πρώτος από την πλευρά των Αχαιών που έχασε τη ζωή του στην εκστρατεία. Επιπλέον, ο αμπελουργός αποκαλύπτει ότι επικοινωνεί τακτικά με τον ήρωα Πρωτεσίλαο, ο οποίος είναι γνώστης όλων των ομηρικών ιστοριών, αλλά επιπλέον γνωρίζει και ιστορίες που είναι άγνωστες στους ποιητές. Ο Πρωτεσίλαος ισχυρίζεται ότι ο Όμηρος έδωσε μεγάλη σημασία μόνο στον Αχιλλέα και τον Οδυσσέα, ενώ άλλους σημαντικούς ήρωες, όπως τον Παλαμήδη, τους παρέβλεψε. Ενώ ο αμπελουργός αποκαλύπτει στον Φοίνικα ιστορίες που έμαθε από τον Πρωτεσίλαο, παρουσιάζει  τους πρωταγωνιστές – ήρωες της τρωϊκής εκστρατείας, από τους οποίους άλλους εξετάζει μεμονωμένα και άλλους σε ζεύγη. Σ΄ αυτόν τον κατάλογο των ηρώων δίνει έμφαση στα ταλέντα, την εξωτερική εμφάνιση τους, καθώς και σε ανέκδοτα ηθικού χαρακτήρα. Τέλος, κρίνει τον τρόπο παρουσίασης τους από τον Όμηρο και κάνει τις αναγκαίες διορθώσεις.

Και οι τρεις μεγάλοι τραγικοί ποιητές (Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης) έγραψαν τρία ομώνυμα δράματα για τον συγκεκριμένο μυθικό ήρωα παρουσιάζοντάς τον ως θύμα της ίντριγκας του Οδυσσέα. Ειδικά ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης δείχνουν να ευνοούν τον Παλαμήδη εις βάρος του Οδυσσέα, και το μυθικό υλικό που διαθέτουν για τον Παλαμήδη υφίσταται μια «πολιτικοποίηση», η οποία ενσαρκώνει την κόντρα ισχυρών και αδυνάμων που βρίσκει αντιστοιχίες στην πολιτική πραγματικότητα της Αθήνας του 5αι. π.Χ. Συνεπώς, την περίοδο αυτή, προβάλλει έντονα η πολιτική πλευρά των ηρώων, η οποία είχε δευτερεύουσα θέση στο έπος.

Από τον 6αι. π.Χ. ο Όμηρος δέχτηκε κριτική για τον τρόπο που παρουσίαζε τους θεούς και για την αξιοπιστία των γεγονότων που διηγείται, με τον Πλάτωνα να καταδικάζει τα ομηρικά ποιήματα ως ανήθικα και επικίνδυνα. Μαζί με τη φήμη του Ομήρου, όπως ήταν αναμενόμενο, επηρεάστηκε αρνητικά και η φήμη του Οδυσσέα. Ένα από τα αρνητικά επεισόδια της ζωής του Οδυσσέα, το οποίο εκμεταλλεύτηκαν οι επικριτές του, ήταν ο άδικος θάνατος του Παλαμήδη.

Ο Παλαμήδης από τον 5αι. π.Χ. έχει γίνει το αρχέτυπο του αθώου μάρτυρα που νικιέται από τους ισχυρούς. Για τις ιδιαίτερες ιδιότητες και εφευρέσεις που αποδόθηκαν στον Παλαμήδη ενδιαφέρουσες πληροφορίες μας δίνει ο Φιλόστρατος, που ζει και γράφει σε μια εποχή σημαδεμένη από το μυστικισμό και τη μαγεία.

Στην εποχή του σοφιστή οι μυστηριακές Θρησκείες της ανατολής, που από καιρό είχαν εισβάλει στη Δύση, κυριαρχούν σε όλη τη ρωμαϊκή επικράτεια και, ανακατεμένες με τους θεούς του ελληνορωμαϊκού πανθέου, δημιουργούν μια πανσπερμία θρησκειών και λατρειών. Τις καινούργιες θρησκείες τις αγκάλιασαν τα πλατιά λαϊκά στρώματα των υπηκόων της αυτοκρατορίας που, εξαθλιωμένα καθώς ήταν από την οικονομική τους ιδιαίτερα κατάσταση, έβρισκαν σ’ αυτές την παρηγοριά για μια μεταθανάτια λύτρωση, αλλά και πολλοί διανοούμενοι και συγγραφείς που αισθάνονταν την ανάγκη να βρουν στήριγμα στις υπερφυσικές δυνάμεις, καθώς δεν τους ικανοποιούσε η επίσημη θρησκεία Η εισβολή αυτών των θρησκειών έδωσε μεγάλη ώθηση στην αστρολογία και τη μαγεία. (Οι άνθρωποι πάντα αισθάνονταν την ανάγκη να προβλέψουν το μέλλον τους).

Η επίδραση της εποχής λοιπόν θεωρείται δεδομένη στον «Ηρωικό» και τη βλέπουμε ίσως και σε μερικές λεπτομέρειες του μύθου του Παλαμήδη, στον οποίον επίσης θα μπορούσαν να ανιχνευθούν και σημεία του νεοπυθαγορισμού, όπως :

  • Όταν έγινε έκλειψη ηλίου, οι Αχαιοί άρχισαν να ανησυχούν θεωρώντας αυτό το συμβάν οιωνό για τον πόλεμο. Ο Παλαμήδης, για να τους καθησυχάσει, τους δίνει μια λογική ερμηνεία του φαινομένου λέγοντας ότι η σελήνη πέρασε εκείνη τη στιγμή μπροστά από τον ήλιο και αυτό εξηγεί την επικράτηση σκοταδιού για λίγο. Ωστόσο, δίνει και θρησκευτική ερμηνεία. Αν ο οιωνός αυτός προμηνύει κάτι κακό, η βλάβη θα είναι για τους Τρώες, γιατί σε εκείνους οφείλεται ο πόλεμος. Κατόπιν υποδεικνύει στο στράτευμα τελετουργικά μέσα (προσευχές και θυσία στον ήλιο), τα οποία συνδέονται με αρχαίες τελετουργίες σχετιζόμενες με τον έλεγχο του καιρού. Από το επεισόδιο αυτό ο Παλαμήδης εμφανίζεται να έχει γνώσεις αστρονομίας και να είναι μάντης, αφού μπορεί να ερμηνεύει τα σημάδια.
  • Στον «Ηρωϊκό» ο Παλαμήδης ούτε πλοία διαθέτει, ούτε υπηρέτρια και ερωμένη ούτε δέχεται τα χρήματα των Αχαιών ούτε του αρέσει η επιδίωξη του πλουτισμού. Διαφαίνεται δηλαδή μια τάση για ασκητική ζωή, όπου μπορούν ν’ ανιχνευθούν επιδράσεις του νεοπυθαγορισμού, ενός από τα κυρίαρχα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής.

Στην ικανότητα του να βρίσκει λύσεις χρωστάει, μάλλον ο Παλαμήδης και τη φήμη του ως Πρώτου Ευρετού: έτσι ονομάστηκαν μία σειρά μυθικά αλλά και ιστορικά, κάποτε, πρόσωπα στα οποία αποδόθηκαν διάφορες εφευρέσεις – ανάμεσα τους αρκετοί θεοί και ήρωες, όπως ο Ήφαιστος, ο Ερμής, η Αθηνά Εργάνη, ο Φορωνέας, ο Προμηθέας κ.ά.

Οι πρώτοι ευρετές εμφανίζονται να διεκδικούν (ή τους αποδίδονται) διάφορες εφευρέσεις τον 7ο/6ο π.Χ.αι. που είναι εποχή μεταρρυθμίσεων με νεωτερισμούς και εφευρέσεις, εποχή που το άτομο συνειδητοποιεί την ιδιαιτερότητα του και προσπαθεί να ξεχωρίσει από το σύνολο. Έτσι, ευρετές θεωρήθηκαν οι θεοί και ήρωες, που, σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, είχαν διαπρέψει σε ανάλογα πράγματα (μ’ αυτά που τους αποδίδονται) ή που φαίνονταν προορισμένοι, για την κάθε εφεύρεση, με βάση την ιδιαίτερη συμπεριφορά τους.

Είναι γνωστό ότι σε πολλούς αρχαίους πολιτισμούς της ανατολής και ιδιαίτερα στην Αίγυπτο τα γράμματα, είχαν θεϊκή προέλευση και ήταν προνόμιο μιας ειδικής τάξης, – του ιερατείου -, που απολάμβανε γι’ αυτό ξεχωριστή τιμή. Αλλά και ο Παλαμήδης, σύμφωνα με το Φιλόστρατο, με Θεία αποκάλυψη βρήκε τα γράμματα: έγώ γράμματα ούχ εύρον αλλ’ υπ’αυτών ευρέθην’ εν Μουσών οίκω κείμενα εδείτο ανδρός τοιούτου, θεοί δε τα τοιαύτα δι’ανδρών σοφών αναφαίνουσι (Ήρωικός,. 33,11).

Τα γράμματα λοιπόν έχουν άμεση σχέση με το μυστικισμό και τη μαγεία. Δεν είναι τυχαίο ότι την εφεύρεση διεκδικούν μυθικές μορφές που η σχέση τους με τη μαγεία είναι γνωστή, όπως ο Ερμής, ο Σίσυφος, ο Κάδμος, και ο Προμηθέας.

Το πιο παλιό και το πιο μεγάλο ελληνικό ζάρι. Στο ανθρώπινο κεφάλι, που εικονίζεται στη μια πλευρά του ζαριού, η αρχαιολόγος Karusu αναγνωρίζει τον Παλαμήδη. Με βάση τα χαρακτηριστικά της παράστασης η Karusu συμπεραίνει πως πρόκειται για έργο του ζωγράφου των Κριών, που έζησε στα μέσα του 7ου π.Χ. αι. – το ζάρι, όπως λέει, πρέπει να το τοποθετήσουμε στα πρώιμα έργα του καλλιτέχνη. Στο α ‘ μισό του 7ου π.Χ. α ι. το χρονολογεί και ο Ι . θ . Κακριδής, Ελληνική Μυθολογία , τ. 5, Αθήνα 1986.

Οι πεσσοί επίσης δεν είναι ελληνική εφεύρεση. Το παιγνίδι αυτό με τη γενική έννοια του όρου το συναντάμε πολύ νωρίς στους αρχαίους πολιτισμούς των ανατολικών λαών. Υπολογίζεται ότι οι Αιγύπτιοι ήδη από το 3000 π.Χ. γνώριζαν ένα επιτραπέζιο παιγνίδι με πεσσούς. Στη Μεσοποταμία ανακαλύφτηκαν λείψανα ενός τέτοιου παιγνιδιού, ενώ βρέθηκαν στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη ενός παιγνιδιού με πεσσούς και σε πολιτισμούς παράλληλους με τον αιγυπτιακό, όπως ο κρητομυκηναϊκός. Οι πεσσοί λοιπόν είναι γνωστοί στα μυκηναϊκά χρόνια και άσχετα με το αν τους ξαναφέρνουν αργότερα στον ελληνικό χώρο, όπως και τα γράμματα, οι Φοίνικες, μπαίνουν δικαιωματικά στον τρωικό κύκλο, όπου συνδέονται με τον εφευρέτη. Με γνώση της λειτουργίας του παιγνιδιού στο στρατό, που βαριέται και δυσανασχετεί – πολύ περισσότερο αν υπάρχει και πείνα – πλάθεται ένας μύθος σύμφωνα με τον οποίο ο Παλαμήδης «εφευρίσκει» με κάποια ευκαιρία τους πεσσούς. Τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα της εφεύρεσης τονίζει ο Σοφοκλής με τη φράση «τερπνόν αργίας άκος», ενώ παράλληλα φαίνεται να της αναγνωρίζει και παιδευτικό χαρακτήρα : «χρόνου τε διατριβάς σοφωτάτας».

Εκτός από τα γράμματα, τους πεσσούς και τα στρατιωτικά, τις πιο παλιές και πιο στενά συνδεμένες με τον Παλαμήδη εφευρέσεις, του αποδόθηκαν, σε μεταγενέστερες εποχές και άλλες εφευρέσεις, άλλοτε σχετικές με την όλη παρουσία του στο μύθο και άλλοτε όχι. Συμβαίνει λοιπόν και με τον Παλαμήδη ό,τι και με τους άλλους Πρώτους Ευρετές, τον Ερμή, την Αθηνά Εργάνη, τον Προμηθέα: οι μεταγενέστεροι δηλαδή με ευκολία απέδιδαν σ’ αυτούς καινούργιες εφευρέσεις, πέρα από τις συγκεκριμένες με τις οποίες ήταν συνδεδεμένο το όνομά τους.

 Αξίζει να αναφέρουμε τα μέτρα και σταθμά, μια εφεύρεση που συνδέεται άμεσα με την πολιτική και οικονομική κατάσταση της εποχής. Οι κάτοικοι δηλαδή της Αργολίδας έψαχναν ένα εφευρέτη να του αποδώσουν το αργείτικο σύστημα μέτρων και σταθμών, που αυτήν την εποχή διεκδικούσε το προβάδισμα απέναντι στο αιγινητικό και το λυδικό-ιωνικό. Ένας ντόπιος ήρωας εφευρετικός, όπως ο Παλαμήδης, ήταν το κατάλληλο πρόσωπο.

Με την πληθώρα των εφευρέσεων που διεκδικούσαν την πατρότητα του Παλαμήδη, το όνομα του ταυτίσθηκε με την εξυπνάδα και την εφευρετικότητα: με αυτήν την έννοια το χρησιμοποιεί ο Πλάτωνας όταν στο Φαιδρό (261d) χαρακτηρίζει το Ζήνωνα «Ελεατικό Παλαμήδη» και ο Εύπολις όταν σατιρίζοντας κάποια εφεύρεση τη χαρακτηρίζει «Παλαμηδική» Στους Βατράχους ο κωμικός Αριστοφάνης με την φράση «εύγε ω Παλάμηδες, ω σοφωτάτη φύσις», αντιμετωπίζει με ειρωνεία τις ιδέες του Ευριπίδη για την αθηναϊκή πολιτική. Γενικότερα, άλλωστε, τον 5ο π.Χ. αι. οι όροι ευρετής, εύρημα, ευρίσκειν ταυτίζονται με τους όρους σοφιστής, σόφισμα, σοφίζειν.

Ωστόσο η επιλογή του Παλαμήδη δεν είναι τυχαία. Ο Παλαμήδης θα πρέπει να συγκέντρωνε ορισμένες εξαιρετικές ικανότητες, που κατάφεραν να επιζήσουν ως τον 3ο μ.Χ. αι., ώσπου να τις ανακαλύψει και να τις προβάλει, όπως απαιτούσε η εποχή του, ο Φιλόστρατος.

 

Υποσημειώσεις


  1. «Τα ποιήματα του κύκλου ιστορούν την ύλη τους σε χρονολογική σειρά από την αρχή ως το τέλος, έτσι που η δράση τους να κρατάει και μήνες και χρόνια ολόκληρα… Αντίθετα, η Ιλιάδα συσφαιρώνει την ύλη της γύρω από ένα επίπεδο μόνο, το θυμό του Αχιλλέα, σ’ ελάχιστες μέσα μέρες, και όμως είναι «Ι λ ι ά δ α» ιστορία δηλαδή, όλου του πολέμου της Τροίας : Ι. θ . Κακριδής, Ομηρικές Έρευνες.
  2. Ι. θ. Κακριδής, Προ Ομηρικά.
  3. Christopoulos M. (2014) «Odysseus, Diomedes, Dolon and Palamedes. Crimes of Mystery and Imagination» στο Χριστόπουλος Μ., Παΐζη – Αποστολοπούλου Μ. (επιμ.), Έγκλημα και τιμωρία στην ομηρική και αρχαϊκή ποίηση, 3-7 Σεπτεμβρίου 2013, Ιθάκη: Κέντρο Οδυσσειακών σπουδών: 153-66.

Βιβλιογραφία


  • ΚΑΚΡΙΔΗΣ, Ι. Θ.:- Ελληνική Μυθολογία,  Αθήνα 1986. «Ιστορία και σύγχρονη λαΐκή παράδοση», Ευθύνη, Μάρτης 1973. «Ξαναγυρίζοντας στον Όμηρο», Αθήνα 1979. «Ομηρικές έρευνες», Αθήνα 1967( = 1943). «Προομηρικά, Ομηρικά, Ησιόδεια», Αθήνα 1980.
  •  ΖΩΓΡΑΦΟΥ-ΛΥΡΑ Γ.(1987) «Ο μύθος του Παλαμήδη στην αρχαία ελληνική γραμματεία», Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
  • «Από την Πρώτη στη Δεύτερη Σοφιστική: η περίπτωση του Παλαμήδη», ΕΚΠΑ, Τμήμα Φιλολογίας, Κατεύθυνση  Κλασική, Αθήνα, 2015. «Σεμινάριο Η’ Εξαμήνου: Αβδούλου Ελένη Επόπτης Καθηγητής: Καραδήμας Δημήτρης.

 

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος- Ωκεανογράφος

MS στην οργάνωση και Διοίκηση

Τέως Διευθύντρια του Υπουργείου Ανάπτυξης και Τροφίμων

Read Full Post »

Τα ίχνη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο – © Χρήστος Πιτερός


 

Στις 6 Ιανουαρίου 1828 ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας, σύμφωνα με την απόφαση της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας (1827), συνοδευόμενος από τα πλοία των Τριών Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας) επιβαίνων στο αγγλικό warspite κατέπλευσε στο Ναύπλιο. Την 7η Ιανουαρίου τα τρία συνοδεύοντα πλοία τον Κυβερνήτη ύψωσαν την Ελληνική σημαία και την εχαιρέτησαν με κανονιοβολισμούς, ως  έμπρακτη αναγνώριση της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, ενώ κανονιοβολισμούς ανταπέδωσαν τα φρούρια του Ναυπλίου, με τις επευφημίες και τις ζητωκραυγές των κατοίκων της πόλης, που είχαν συγκεντρωθεί στο λιμάνι.

Την επομένη 8 Ιανουαρίου, ο Κυβερνήτης αποβιβάσθηκε στο Ναύπλιο1, όπου ο λαός τον υποδέχθηκε με επευφημίες ως σωτήρα και λυτρωτή, και προπορευομένου του Αρχιερέως και του κλήρου, κατευθύνθηκε στη μητρόπολη του Αγίου Γεωργίου όπου εψάλη δοξολογία.

Στη συνέχεια οδηγήθηκε στην πολυτελή οικία του Εμμ. Ξένου, όπου κατέλυσε, η οποία βρισκόταν στο Μεγάλο δρόμο (Βασιλέως Κωνσταντίνου) όπου δέχθηκε τις αρχές της πόλης και την 10η Ιανουαρίου 1828 ανεχώρησε για τον Πόρο και την Αίγινα.

Με την άφιξή του στο Ναύπλιο ο Ι. Καποδίστριας άρχισε με ενέργειές του την άμεση ανασυγκρότηση της χώρας και έβαλε τάξη στην πόλη. Οι  φιλονικούντες φρούραρχοι του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας Θ. Γρίβας και Φωτομάρας του παρέδωσαν τα κλειδιά των φρουρίων, όρισε  φρούραρχο του Ναυπλίου τον Βαυαρό συνταγματάρχη Κ. Έϋδεκ, και διόρισε πολιτάρχη τον συνταγματάρχη Πίζαν.

Με την αναχώρηση του Κυβερνήτη στις 10 Ιανουαρίου 1828 για την Αίγινα, στο Ναύπλιο παρέμεινε ο συμπατριώτης του μηχανικός και λοχαγός του γαλλικού στρατού Σταμ. Βούλγαρης. Με επιστολή του προς τους Δημογέροντες του Ναυπλίου ζήτησε να συνδράμουν τον Στ. Βούλγαρη με σκοπό να επιδιορθώσει την οικία του Εμμ. Ξένου, ως προσωρινή κατοικία του Κυβερνήτη, να επιθεωρήσει τις οχυρώσεις και να συντάξει γενική έκθεση. Από τις πρώτες φροντίδες του Καποδίστρια ήταν η πολεοδομική ανασυγκρότηση της χώρας2.

Ειδικότερα για την πόλη του Ναυπλίου, όπως γίνεται φανερό από την αναλυτική αναφορά του φρουράρχου Έϋδεκ3 στις 3-7-1829, λήφθηκαν  άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση πολλών προβλημάτων της πόλης με τους σωρούς των ερειπίων, που εγκυμονούσαν άμεσους κινδύνους για την  δημόσια υγεία και την επιβίωση των κατοίκων. Διανοίχθηκαν οι καταχωμένοι υπόνομοι για τον καθαρισμό της πόλης, επισκευάσθηκε το υδραγωγείο ύδρευσης της Άριας, καθαρίστηκαν και πλακοστρώθηκαν οι δρόμοι, κατεδαφίστηκαν τα παραπετάσματα (σαχνισιά) που έφραζαν τους δρόμους, και διανοίχθηκαν ευρύτεροι δρόμοι, απομακρύνθηκαν οι καλύβες από την πόλη, με αποτέλεσμα να αναπνεύσει η πόλη με τον καλύτερο αερισμό και τον  υγιεινό τρόπο διαβίωσης. Επισκευάσθηκαν οι οικίες, οι οχυρώσεις, ο στρατώνας του Πλατάνου (Αρχαιολογικό Μουσείο), ο στρατώνας στα Πέντε Αδέλφια, το φρουραρχείο, τα στρατιωτικά κτίρια της Ακροναυπλίας και διαμορφώθηκαν χώροι. Το φρούριο Παλαμήδι εκκαθαρίστηκε, επιδιορθώθηκε και κτίστηκαν νέα κτίρια, τακτοποιήθηκε και ενισχύθηκε ο εξοπλισμός.

Ο Στ. Βούλγαρης ανέλαβε το 1828 την εκπόνηση του σχεδίου πόλης του Ναυπλίου. Απομάκρυνε τις καλύβες των προσφύγων από την πόλη, τις μετέφερε στην Πρόνοια, δημιούργησε ευρείς δρόμους και πλατείες, μεταξύ των οποίων και τον κεντρικό μεγαλύτερο δρόμο της πόλης, το γνωστό  Μεγάλο δρόμο (οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου). Παράλληλα ανέλαβε την εκπόνηση σχεδίου του πρώτου προσφυγικού συνοικισμού στην Πρόνοια4. (εικ. 1)

 

Εικόνα 1: E. Peytier, Γενική άποψη Πρόνοιας και Ναυπλίου.

 

Την εφαρμογή του σχεδίου πόλης του Ναυπλίου του Στ. Βούλγαρη ανέλαβε στη συνέχεια ο μηχανικός Θ. Βαλλιάνος το 1829. Αντίγραφο του σχεδίου πόλης του Θ. Βαλλιάνου, σώθηκε στην Κέρκυρα. (εικ. 2), στο οποίο αργότερα έγιναν τροποποιήσεις.

 

Εικόνα 2: Σχέδιο πόλης Ναυπλίου Θ. Βαλλιάνου.

 

Σημαντικά κτίρια κατασκευάσθηκαν στο Ναύπλιο κατά την Καποδιστριακή περίοδο, όπου μετά την Δ΄Εθνοσυνέλευση τον Ιούλιο-αρχές Αυγούστου 1829 η πρωτεύουσα του κράτους μεταφέρθηκε από την Αίγινα στο Ναύπλιο5.

Η παρουσία του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, όπου έβαλε ανεξίτηλα την σφραγίδα του παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα. Παρά τις οικονομικές δυσχέρειες ανοικοδομήθηκαν μέσα σε τρία χρόνια πολλά δημόσια κτίρια ιδιαίτερα στην Αίγινα, το Ναύπλιο και το Άργος.

Στα βορειοανατολικά της πόλης στη δυτική πλευρά της Πλατείας Συντριβανίου, σημερινή Πλατεία Τριών Ναυάρχων, κτίσθηκε το 1829 το «Παλάτιον» η «Κυβερνείο» του Καποδίστρια6, σε οικόπεδο που είχε αγοράσει ο Πανούτσος Νοταράς, ένα μεγάλο τριώροφο επίμηκες νεοκλασικό κτίριο με μέγιστες διαστ. 30,40Χ27,80 μ. και κάλυψη 671 τ.μ. που άρχιζε από την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο) και έφθανε ως την Λεωφόρο Αμαλίας υπερκαλύπτοντας το ενδιάμεσο στενό, την οδό Γ. Δημητριάδη, με τη δημιουργία μεγάλης καμάρας, διαβατικού, στο ισόγειο (εικ. 3). Το βορειότερο τμήμα του κτιρίου διαστ. 11Χ12,80 μ. είναι μικρότερο από το νοτιότερο. Αρχιτέκτονας του κτιρίου ήταν, από την Νεάπολη της Ιταλίας, ο Πασκουάλε Ιππολίτι (Pascal Ippoliti).

 

Εικόνα 3: Κυβερνείο, Παλατάκι Ι. Καποδίστρια (1890) από ανατολικά.

 

Το Κυβερνείο, σχέδιο Α. Κοντόπουλου

 

Φωτογραφία του Κυβερνείου κατά την πρώτη εικοσαετία του (20) εικοστού αιώνα από τον Παν. Μαζαράκη (1886- 1972), γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Ναυπλίου. Δεξιά το κτίριο του οπλοστασίου.

 

Το κτίριο αυτό ένα από τα παλαιότερα κτίρια του κλασικισμού στο Ναύπλιο, επίμηκες έντονα απλωμένο κατά την Σ. Καρούζου, με συμμετρικά ανοίγματα και τονισμένη την οριζόντια διάρθρωση, ανάλογη με το ενετικό κτίριο της Αρμερίας, σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο της Πλατείας Συντάγματος.

Εικόνα 4: P. von Hess, η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο 1835, λεπτομέρεια Κυβερνείου με αέτωμα.

Ωστόσο το κτίριο προβάλλεται ισόρροπα και τονίζεται ο κατακόρυφος άξονας του κτιρίου, στην ανατολική επιμήκη πλευρά, με την προβολή-προεξοχή του κεντρικού τμήματος, με την μεγάλη καμάρα στο ισόγειο, το μπαλκόνι με τη θύρα στον δεύτερο όροφο και την αρθρωτή ελαφρώς χαμηλότερη στέγη από την τετράρριχτη κύρια στέγη του κτιρίου. Προφανώς πρόκειται για δυτικότροπο χαρακτηριστικό, το οποίο δεν απαντάται σε κανένα νεοκλασικό κτίριο του Ναυπλίου (εικ. 3). Η άποψη της Σ. Καρούζου ότι το κτίριο έφερε αρχικά αέτωμα, το οποίο θα αχρηστεύθηκε αργότερα, επειδή το κτίριο εικονίζεται με αέτωμα στο γνωστό πίνακα του P. Von Hess με την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο είναι εσφαλμένη7. (εικ. 4)

Όπως όμως σαφώς προκύπτει από την υδατογραφία του A. Marc8 (εικ. 5) γύρω στα 1833, λίγα χρόνια μετά την κατασκευή του με τονισμένες τις οριζόντιες και κάθετες συμμετρικές αρθρώσεις, αλλά και από τις μεταγενέστερες φωτογραφίες του τέλους του 19ου αι. και των αρχών του 20ου αι. στο κεντρικό προβαλλόμενο τμήμα είχε ειδική, αρθρωτή, χαμηλή επικλινή τετράριχτη στέγη, αλλά δεν είχε αέτωμα (εικ. 3). Η αναπαράσταση του κτιρίου σε σχέδιο του W. Schaefer 1935, όταν το κτίριο είχε ήδη καταστραφεί και κατεδαφιστεί με αέτωμα ως διώροφο! και με παράθυρα, πόρτες και ορθογώνιους φεγγίτες στο ισόγειο είναι εσφαλμένη.

 

Πλατεία Σιντριβανίου με το Παλατάκι του Καποδίστρια

 

Με απλή σύγκριση γίνεται φανερό ότι ο Schaefer αντιγράφει την έντονα κλασικιστική, ανακριβή όμως αναπαράσταση του κτιρίου μεαέτωμα του P. V. Hess, στον πίνακα (1835) της άφιξης του Όθωνα στο Ναύπλιο9. Επίσης στην αναπαράσταση του Κυβερνείου-Παλατάκι από τον Α. Κοντόπουλο, με πόρτες στα δυο άκρα του ισογείου, που δημοσιεύει η Σ. Καρούζου είναι εσφαλμένη. Το κτίριο αρχικά δεν είχε πόρτες στην ανατολική επιμήκη όψη  του ισογείου. Η κύρια είσοδος του κτιρίου προφανώς ήταν στον κεντρικό μεγάλο δρόμο (οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου). Στις αρχές του 20ου αιώνα,  όταν το κτίριο λειτουργούσε ως Νομαρχία, προφανώς για τις λειτουργικές ανάγκες του κτιρίου το νοτιότερο παράθυρο είχε διαμορφωθεί σε πόρτα, όπως σαφώς προκύπτει από φωτογραφία της εποχής και προφανώς αυτό αποτέλεσε την αφετηρία της εσφαλμένης αναπαράστασης από τον Κοντόπουλο.

Εικόνα 6: Πώρινος λίθος του Κυβερνείου με τη χρονολογία 1829, ανέγερσης του κτιρίου. (Δημόσια Βιβλιοθήκη ο Παλαμήδης)

Στο Παλατάκι-Κυβερνείο του Καποδίστρια στη συνέχεια έμεινε ο βασιλιάς Όθωνας, και το κτίριο ονομάστηκε Ανάκτορο, ενώ η πλατεία Συντριβανίου  ονομάσθηκε Πλατεία Ανακτόρων. Αρκετά χρόνια μετά την έξωση του Όθωνα το 1862, στο κτίριο εγκαταστάθηκε η Νομαρχία. Στις 16 Οκτωβρίου το 1929 το κτίριο καταστράφηκε από πυρκαγιά, δεν ανοικοδομήθηκε και κατεδαφίστηκε. Το 1933 κηρύχθηκε το οικόπεδο ως διατηρητέο και  διαμορφώθηκε ως πάρκο, όπου αυθαίρετα τοποθετήθηκε στη δεκαετία του 1990 το άγαλμα του Όθωνα (εικ. 23). Είναι αξιοσημείωτο ότι από το  κτίριο διατηρείται στη Δημόσια Βιβλιοθήκη «Παλαμήδης» ο πώρινος ορθογώνιος λίθος διαστ. 52Χ23Χ23 εκ. με τη χρονολογία 1829, έτος ανέγερσής του. (εικ. 6)

Λίγο δυτικότερα 5 μ. από το Κυβερνείο στο Μεγάλο δρόμο (Βασ. Κωνσταντίνου) κτίσθηκε το 1831 ένα μεγάλο τριμερές μνημειακό νεοκλασικό κτίριο, χαρακτηριστικό δείγμα της πρώτης φάσης του νεοκλασικισμού, το οποίο είναι κυρίως διώροφο κτίριο και στον τρίτο όροφο προεξέχει μόνο το κεντρικό τμήμα του (εικ. 7). Πρόκειται για το κτίριο του παλιού Δημαρχείου Ναυπλίου, πρώην Δημοτική Πινακοθήκη, στη συνέχεια και νυν Γραμματεία του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Εικόνα 7: Νεοκλασικό κτίριο, Εθνικός Οίκος 1831.

 

Εικόνα 8: Είσοδος νεοκλασικού κτιρίου, Εθνικού Οίκου 1831.

Στη θέση αυτή σαφώς προκύπτει από τη μαρτυρία του Φωτάκου, βρισκόταν η οικία του Αλή Πασά του Ναυπλίου (Αλή μπέη του Άργους), αγοράσθηκε στη συνέχεια από τον Εμμ. Ξένο, όπου έμεινε αρχικά ο Κυβερνήτης «και επί τέλους αγοράσθη υπό του Δήμου Ναυπλιέων δια δημοτικόν κατάστημα»10.

Φέρει χαρακτηριστική πώρινη αψιδωτή νεοκλασική είσοδο με πεσσούς εκατέρωθεν και στο γείσο οδοντωτούς νεοκλασικούς γεισίποδες του αρχαίου  ελληνικού ιωνικού ρυθμού. Πάνω από το γείσο φέρει εντός πλαισίου ανάγλυφη παράσταση του αναγεννώμενου Φοίνικα και στο τύμπανο της  αετωματικής επίστεψης την επιγραφή «Εθνικός Οίκος 1831». Πρόκειται για μοναδικό σωζόμενο χαρακτηριστικό νεοκλασικό κτίριο του Ναυπλίου11. (εικ. 8)

Ένα άλλο σημαντικό νεοκλασικό τριώροφο κτίριο στο Ναύπλιο είναι η γνωστή οικία Άρμασμπεργκ διαστ. 24,14Χ17,20 μ. ένα από τα μεγαλύτερα σπίτια της πόλης. Έλαβε το όνομα από τον ομώνυμο κόμη μέλος της Οθωνικής Αντιβασιλείας (εικ. 9). Το ισόγειο και ο πρώτος όροφος έχουν κτισθεί  από πέτρα, το πιθανότερο, κατά την άποψή μας, κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία και όχι κατά την Β΄ Ενετοκρατία, όπως έχει υποστηριχθεί.

 

Εικόνα 9: Οικία Άρμανσμπεργκ.

 

Εικόνα 10: Οικία Άρμανσμπεργκ, λεπτομέρεια με παράσταση Φοίνικα.

Ο τρίτος όροφος με εμφανή τον νεοκλασικό ρυθμό κτίσθηκε επί Καποδίστρια, με τους χαρακτηριστικούς πεσσούς και τους αναγεννώμενους φτερωτούς φοίνικες στις γωνίες κάτω από την στέγη12 (εικ. 10).

Η μοναδική χαρακτηριστική αψιδωτή πόρτα13 με πεσσούς, στο Ναύπλιο, που θυμίζει σκηνικό εισόδου θεάτρου, με βάση το ίδιο ανοιχτόχρωμο πώρινο υλικό, και την ανάλογη κατασκευή με την πόρτα του «Εθνικού Οίκου 1831» (εικ. 8) και τον εμφανή δευτερογενή τρόπο μονταρίσματος της πόρτας  στο κτίριο, γίνεται φανερό κατά την άποψή μας, ότι η πόρτα αυτή έχει κατασκευασθεί την εποχή του Καποδίστρια (εικ. 11).

 

Εικόνα 11: Πόρτα οικίας Άρμανσμπεργκ. Φωτογραφία Γιώργος Αντωνίου.

 

Εικόνα 12:Σχέδιο πόρτας οικίας Άρμανσμπεργκ.

Το αρχικό κατώφλι της πόρτας και του δρόμου, βρίσκεται 50 εκ. βαθύτερα, όπως προκύπτει από το σχέδιο14(εικ. 12), διότι το επίπεδο των δρόμων σήμερα έχει ανέλθει. Στην απέναντι, νότια πλευρά της οδού Πλαπούτα, βρισκόταν η ανάλογης κατασκευής, μη σωζόμενη τριώροφη οικία Μάουρερ, ο τρίτος όροφος της οποίας κατασκευάστηκε την εποχή του Καποδίστρια και στις γωνίες έφερε τους αναγεννώμενους Φοίνικες, όπως στην οικία Άρμανσμπεργκ .

Στην λεωφόρο Αμαλίας και Εμ. Σωφρόνη, όπου σήμερα βρίσκεται η παλιά τριώροφη νεοκλασική οικία, πρώην κληρονόμων Π. Καζακόπουλου και σήμερα πολεμικό Μουσείο (εικ. 13). σε παλιότερο μη σωζόμενο διώροφο κτίριο ιδρύθηκε το 1825, το «Κεντρικόν Πολεμικό Σχολείον των Ευελπίδων»15, (η σημερινή Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων), το οποίο λειτούργησε από την 12η Ιανουαρίου 1829.

 

Εικόνα 13: Πολεμικό Μουσείο.

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Κυβερνήτης και σπουδαίος γιατρός της χειρουργικής έλαβε ιδιαίτερα μέτρα στο Ναύπλιο για την υγεία των κατοίκων, με  την αναδιοργάνωση του Εθνικού Νοσοκομείου το 1828 για τους πολίτες, το οποίο λειτουργούσε από το 1823, που βρισκόταν στα δυτικά της πόλης, στην σημερινή Πλατεία Νοσοκομείου, του Ψαρομαχαλά16.

Η νεοκλασική πόρτα του Νοσοκομείου17 (εικ. 14) ήταν ανάλογη με την πόρτα του νεοκλασικού κτιρίου του Εθνικού Οίκου, στην οδό Βασιλέως  Κωνσταντίνου (εικ. 8), και έφερε εντοιχισμένη μαρμάρινη επιγραφή διαστ. 74Χ74Χ5 εκ., η οποία βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. (εικ. 15)

 

Εικόνα 14: Πόρτα Εθνικού Νοσοκομείου Ναυπλίου.

 

Εικόνα 15: Επιγραφή Εθνικού Νοσοκομείου

 

Η επιγραφή18 στο κεντρικό χώρο φέρει σε ανάγλυφο τόντο διαμέτρου 30 εκ. τον αναγεννώμενο Φοίνικα από την τέφρα του (εικ. 15) και σε κυκλική διάταξη περιμετρικά, με κεφαλαία γράμματα, με ύψος γραμμάτων 4 εκ., τις ακόλουθες τρεις επιγραφές:

  1. Ελληνική Πολιτεία αωκα (1823)
    2. Α΄ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίου 1823
    3. Ζήτω ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Ι. Α. Καποδίστριας 1828.

Εικόνα 16: Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου 1938.

Περιμετρικά στις τέσσερες γωνίες της επιγραφής εικονίζονται τέσσερα ανάγλυφα χερουβείμ. Η επιγραφή του Νοσοκομείου με τον αναγεννώμενο  Φοίνικα και ο ανάγλυφος Φοίνικας με την επιγραφή της νεοκλασικής πόρτας στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου αποτελούν τα δυο σωζόμενα ενεπίγραφα  μνημεία της εποχής του Πρώτου Κυβερνήτη στο Ναύπλιο. Το κτίριο ερειπωμένο, (εικ. 16) κατεδαφίστηκε το πιθανότερο στο τέλος της δεκαετίας του  1940. Από το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου σώζεται σήμερα η μικρή εκκλησία που είναι αφιερωμένη στους Αγίους Αποστόλους, τον άγιο  Χαράλαμπο και την Αγία Βαρβάρα. (εικ. 17)

Εικόνα 17: Άγιοι Απόστολοι, άγιος Χαράλαμπος, αγία Βαρβάρα (Εθνικό Νοσοκομείο).

Εκτός όμως από το Εθνικό Νοσοκομείο, ο Καποδίστριας ίδρυσε και το Στρατιωτικό Νοσοκομείο19 στην Ακροναυπλία, το οποίο δεν σώζεται, δίπλα στη σωζόμενη εκκλησία των θεραπευτών αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού.

Στο Ναύπλιο λειτούργησε επίσης ορφανοτροφείο καθώς και το Αλληλοδιδακτικό Σχολείο στο Τζαμί (Τριανόν) της Πλατείας Συντάγματος20.

Ο Κυβερνήτης έλαβε μέτρα για τον εκσυγχρονισμό της χώρας και έλαβε ιδιαίτερα μέτρα για την ανάπτυξη της γεωργίας και ίδρυσε στην Τίρυνθα, Γεωργική Σχολή21, σημερινό σωζόμενο νεοκλασικό κτίριο, Διοικητήριο Αγροτικών Φυλακών (εικ. 18). Είναι γνωστή ανά το πανελλήνιο η εισαγωγή και η πρωτοπόρος προσπάθεια καλλιέργειας της πατάτας από τον Ι. Καποδίστρια, η οποία ωριμάζει σε τρεις μήνες, ενώ για το σιτάρι απαιτείται ένας χρόνος.

 

Εικόνα 18: Γεωργική Σχολή Τίρυνθας. (E. REY-A. Chenarard 1843-1844).

 

Ο Κυβερνήτης εκτός από την ακατάπαυστη εργασία συχνά έκανε τον περίπατό του ως την εξοχική του κατοικία, ένα μικρό σπίτι στους πρόποδες του Παλαμηδίου, στην σημερινή εκκλησία του Αγιάννη κοντά στην Πρόνοια, πρώην τεκές στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου δεχόταν και ακροάσεις των κατοίκων, το οποίο όμως δεν σώζεται αλλά εικονίζεται σε υδατογραφία του Th. Du. Moncel22 (εικ. 19).

 

Εικόνα 19: Έπαυλη Ι. Καποδίστρια (Th. Du Moncel 1845).

 

Ο Νεοκλασικισμός που εγκαινίασε ο Ι. Καποδίστριας στα πλαίσια του εξευρωπαϊσμού της πόλης του Ναυπλίου επικράτησε πλήρως στη συνέχεια κατά  την μακρόχρονη Οθωνική περίοδο.

Αλλά τα οξυμμένα εσωτερικά προβλήματα και οι έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις υποκινούμενες και από εξωτερικούς παράγοντες διέκοψαν βίαια τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Το πρωινό της αποφράδας Κυριακής της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, με το παλιό ημερολόγιο, στις 6.30 π.μ. ο Ι. Καποδίστριας βγήκε από το Κυβερνείο για να εκκλησιασθεί στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, όπως συνήθιζε, προστάτη άγιο πατρίδας του της Κέρκυρας, συνοδευόμενος από δυο φρουρούς τον Γ. Κοζώνη και Δ. Λεωνίδα. Προχώρησε στην οδό Β. Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο) και στη συνέχεια  ακολούθησε νότια, την οδό Αγγ. Τερζάκη. Στη συμβολή με την οδό Δ. Πλαπούτα συναντήθηκε απρόβλεπτα, μέσα στο μουχρωμένο πρωϊνό, με τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, οι οποίοι ήταν υπό επιτήρηση, με τους οποίους αντάλλαξε αμίλητος χαιρετισμό βγάζοντας το καπέλο του.

Οι Μαυρομιχαλαίοι έφυγαν γρήγορα νότια, στο στενό σοκάκι με την πέτρινη σκάλα, πέρασαν τη μικρή πλατεία μπροστά από την εκκλησία και του έστησαν ενέδρα στην είσοδο της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα. (εικ. 20)

 

Ναύπλιο, Άγιος Σπυρίδωνας. Frederic Boissonnas (1858-1946)

 

Ο Κυβερνήτης ακολούθησε τον κανονικό δρόμο, συνέχισε την πορεία του στην αρχή της οδού Σταϊκοπούλου, έστριψε αριστερά και ανηφόρισε για  την εκκλησία. Μόλις έφθασε στη νότια πλευρά του ιερού της εκκλησίας, την αρχή της σημερινής οδού Ι. Καποδίστρια και σταμάτησε για λίγο να  ξεκουραστεί, αντίκρισε έξω από την πόρτα της εκκλησίας τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, κοντοστάθηκε για λίγο, κοίταξε ανατολικά προς την οικία του  Υπουργού Ροδίου, και συνέχισε την πορεία του προς την εκκλησία και τον τόπο του μαρτυρίου. Μόλις πάτησε το κατώφλι μπαίνοντας στην εκκλησία,  ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης τον πυροβόλησε εξ΄ επαφής στην πίσω δεξιά πλευρά της κεφαλής, ενώ ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης που στεκόταν  εσωτερικά της πόρτας τον χτύπησε με μικρό μαχαίρι στη δεξιά πλευρά της κοιλιάς και ο Κυβερνήτης έπεσε νεκρός, στα χέρια των φρουρών του (εικ.  21).

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, έργο του Διονυσίου Τσόκου, 1850.

 

Η πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα. Δεξιά η λαβωματιά της σφαίρας από τον πυροβολισμό του φρουρού Ι. Καραγιάννη.

Ο Γ. Κοζώνης πυροβόλησε και τραυμάτισε θανάσιμα τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, που προσπάθησε να διαφύγει από το απέναντι της εκκλησίας ανηφορικό στενό, την οδό Πλάτωνος, ενώ ο Ι. Καραγιάννης, ένας εκ των δυο φρουρών των Μαυρομιχαλαίων πυροβόλησε κατά των φρουρών του Καποδίστρια αλλά αστόχησε και η σφαίρα χτύπησε στη δεξιά πλευρά της πόρτας της εκκλησίας, όπου σώζεται στον τοίχο η λαβωματιά της σφαίρας (εικ. 22). Ο Κ. Μαυρομιχάλης συνελήφθη, μέσα στο πρωϊνό, λιντζαρίσθηκε από τους κατοίκους και τους στρατιώτες, που τον χτυπούσαν με ξύλα και σπαθιά, σύρθηκε στα καλντερίμια της πόλης ως την πλατεία του Πλάτανου (Πλατεία Συντάγματος) και το απόγευμα ξεψύχησε μπροστά από το Στρατώνα (Αρχαιολογικό Μουσείο) και το σώμα του ρίχθηκε στη θάλασσα.

Ο Γ. Μαυρομιχάλης διέφυγε δυτικά, από την οδό Καποδιστρίου, ζήτησε καταφύγιο στη Γαλλική Πρεσβεία, συνελήφθη, δικάσθηκε εις θάνατον και εκτελέσθηκε στις 10 Οκτωβρίου, στην Πλατεία, ανατολικά των τειχών της πόλης του Ναυπλίου.

Η σορός του Ι. Καποδίστρια μεταφέρθηκε με ευλάβεια από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνα με τη συνοδεία πλήθους κόσμου στο Κυβερνείο. Μετά τη νεκροψία από τέσσερις ιατρούς, Σ. Καρβελά, Δ. Τράϊμπερ, Α. Παπαδόπουλο Βρετό και Ν. Μαράτο, το σώμα του Καποδίστρια ταριχεύθηκε από τον φαρμακοποιό Βονιφάτιο Βοναφίν και τοποθετήθηκε στην αίθουσα υποδοχής του Κυβερνείου, όπου συνέρρεαν τα πλήθη να προσκυνήσουν. Τα σπλάχνα του Καποδίστρια του αφαιρέθηκαν από το σώμα κατά την ταρίχευση, τοποθετήθηκαν σε πολυτελή θήκη και τάφηκαν στο Άγιο Βήμα του Αγίου Σπυρίδωνα23.

Η επικρατούσα άποψη ότι η ταρίχευση του Ι. Καποδίστρια έγινε στο φαρμακείο του Βονιφάτιου Βοναφίν, που βρισκόταν στο σωζόμενο ισόγειο του διώροφου νεοκλασικού κτιρίου στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο), δίπλα στο σημερινό δημαρχείο, όπου έχει τοποθετηθεί και σχετική  επιγραφή, προφανώς είναι εσφαλμένη.

Η κηδεία του Κυβερνήτη έγινε στις 18 Οκτωβρίου 1831. Στη συνέχεια το λείψανο του Ι. Καποδίστρια μεταφέρθηκε στις 29 Μαρτίου 1832 από τον αδελφό του Αυγουστίνο Καποδίστρια και τάφηκε στην Κέρκυρα, στον Άγιο Σπυρίδωνα. [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Ιωάννης Καποδίστριας τάφηκε στην Ιερά Μονή Πλατυτέρας Κερκύρας. Εκεί υπάρχουν οι τάφοι του Αντωνίου-Μαρία Καποδίστρια (πατέρα του Κυβερνήτη), του Αυγουστίνου Καποδίστρια (αδελφού του Κυβερνήτη) και του ιδίου του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Επίσης στη Μονή υπάρχουν οι τάφοι του ήρωα της Ελληνικής Επαναστάσεως Φώτου Τζαβέλλα, του Ανδρέα Μουστοξύδη, άλλων επωνύμων προσώπων του 19ου αι., των περισσοτέρων Μητροπολιτών Κερκύρας μετά την ανασύσταση του επισκοπικού θρόνου, και των περισσοτέρων αδελφών της Μονής].

Με την επέτειο της εκατονταετίας της απελευθέρωσης της χώρας ο δραστήριος δήμαρχος της πόλης Κ. Κόκκινος και το Δημοτικό Συμβούλιο στις 9/12/1929 με ψήφισμα ζήτησαν να ανεγερθεί ανδριάντας του Ι. Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Η πρόταση έγινε δεκτή από την κυβέρνηση Ε. Βενιζέλου, ορίσθηκε καλλιτεχνική επιτροπή στην οποία συμμετείχαν ο ζωγράφος Κ. Παρθένης και ο αρχιτέκτων Δ. Πικιώνης και η ανάθεση έγινε στο σπουδαίο  γλύπτη Μ. Τόμπρο. Το άγαλμα τοποθετήθηκε το 1933 στην ομώνυμη πλατεία που ανάπλασε ο Δ. Πικιώνης (εικ. 23). Στον ανδριάντα, στημένο απέναντι από το Κυβερνείο στον άξονα της λεωφόρου Αμαλίας, με σταθερό βηματισμό εξαίρεται η έκφραση του προσώπου και προβάλλεται με  απλότητα ο ευγενής διπλωμάτης Ι. Α. Καποδίστριας, θεμελιωτής του Νεοελληνικού Κράτους. Είναι αξιοσημείωτος ο συμβολισμός του αγάλματος, εμπνευσμένος από την αρχαία ελληνική παράδοση. Στη δεξιά πλευρά, κάτω από το προβαλλόμενο δεξιό χέρι, εικονίζεται το κατώτερο αποκομμένο τμήμα κορμού βελανιδιάς, δρυός, ιερό δένδρο του Δία, σύμβολο ρώμης και δύναμης του αρχαίου Ελληνικού Κόσμου. Από τις ρίζες του δένδρου  έχουν βλαστήσει νέα κλαδιά, τα οποία συμβολίζουν το αναγεννημένο νεοελληνικό κράτος24.

 

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (έργο Μιχάλη Τόμπρου, 1932). Από τον ιστοχώρο «Οδός Ελλήνων».

 

Εικόνα 24: Η χουρμαδιά τ΄ Αναπλιού.

Η πολυσήμαντη ιστορική προσωπικότητα του Ι. Α. Καποδίστρια, του Μπαρμπαγιάννη, μυθοποιήθηκε μέσα στο χρόνο. Σύμφωνα με την παράδοση, η γνωστή χουρμαδιά, το παλιότερο δέντρο στο δυτικό άκρο της πόλης, δίπλα στο ξενοδοχείο Αμφιτρύων, στη βίλλα του ποιητή Θ. Κωστούρου, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο για τη διατήρησή του, το φύτεψε ο Κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας (εικ. 24). Το υπεραιωνόβιο δέντρο είχε φυτρώσει στο χώρο αυτό στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και είχε την ίδια ηλικία με το Ανεξάρτητο Νεοελληνικό Κράτος. Τη νύχτα της 13ης Δεκεμβρίου 2008, μετά από νυχτερινή θύελλα, έσπασε ο κορμός του δέντρου στο ανώτερο τμήμα του25 όπου έφερε βαθιά λαβωματιά. Το μεγαλύτερο τμήμα του κορμού διατηρείται στη θέση του.

Ο Δήμος Ναυπλίου, προς τιμήν του Ι. Α. Καποδίστρια ίδρυσε το «Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας» ενώ πρόσφατα το 2007 στην Κέρκυρα ιδρύθηκε το «Δίκτυο πόλεων Ιωάννης Καποδίστριας»26, στο οποίο συμμετέχουν οι πόλεις, Κέρκυρα, Αμμόχωστος, Ναύπλιο, Αίγινα, Coper Capodistria (Σλοβενία).

 

Υποσημειώσεις


 

  1. Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, 1976, 276-278.
    2. Λαμπρυνίδης ο.π. Β. Δωροβίνης, Συμβολές στην Ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής, περ. Αρχαιολογία, τευχ. 43, 1992, 62-67.
    3. Λαμπρυνίδης ο.π. 284-287.
    4. Λαμπρυνίδης ο.π. 284. Β. Δωροβίνης, Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-1833). Πρακτ. Διεθν. Συμποσίου Ιστορίας, Νεοελληνική Πόλη, της Εταιρείας Μελέτη Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 1985, 287-296. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, Πρόνοια ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας, έκδοση της Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας, «Απόπειρα».
    5. Λαμπρυνίδης ο.π. 280.
    6. Β. Δωροβίνης, Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής. Κατασκευές στο Ναύπλιο. Η κατοικία του Καποδίστρια και το «Παλάτιον», ή «Κυβερνείον». Περ. Αρχαιολογία, τευχ. 44, 1992, 76-83.
    7. Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιον 1979, 71. Β. Δωροβίνης, ο.π. 77.
    8. Α. Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών 2007, 199, εικ. 161.
    9. Κούρια ο.π. 191 εικ. 153.
    10. Φώτιος, Χρυσανθακόπουλος, (Φωτάκος), «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως» Τ. Α., 1955, 325.
    11. Καρούζου ο.π. εικ. 137-138. Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 148, εικ. 3.
    12. Γ. Τσιρώνης, Το επονομαζόμενο «κτίριο Άρμανσμπεργκ», στο Ναύπλιο. Αρχιτεκτονική πρόταση για την αποκατάστασή του. Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 307-320.
    13. Καρούζου ο.π. εικ. 108, 109.
    14. Χ. Πιτερός, Προσθήκη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 321-322, εικ. 1.
    15. Λαμπρυνίδης ο.π. 286-287. Χ. Φωτόπουλος, Το αποκαλούμενο «κτίριο της στρατιωτικής σχολής Ευελπίδων» στο Ναύπλιο και η ιστορία του (1828-2005), Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 6, 2007, 17-49.
    16. Ν. Φ. Τόμπρος, Οι υπέρ της δημόσιας υγείας των κατοίκων του Ναυπλίου κυβερνητικές πολιτικές (1821-1832), Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 6, 2007, 51-62.
    17. Καρούζου ο.π. εικ. 67.
    18. Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 147, εικ. 1, 2.
    19. Λαμπρυνίδης ο.π. 285, Τόμπρος ο.π.
    20. Λαμπρυνίδης ο.π. 129.
    21. Λαμπρυνίδης ο.π. 284. Κούρια ο.π. 127, εικ. 87, 88.Σπ. Λουκάτος, Πρότυπο αγροκήπιο και σχολείο Τίρυνθας στα Καποδιστριακά χρόνια, Πρακτ. Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήνα 1989, 65-83.Χρ. Μπαλόγλου, Η Συμβολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθας στην οικονομική Ανάπτυξη του Άργους, Το Άργος κατά τον 19ο αι., Πρακτ. Α΄ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, Άργος 2009, 177-194.
    22. Κούρια ο.π. 114, εικ. 79.
    23. Λαμπρυνίδης ο.π. 290-295. Χ. Πιτερός, Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 115-121.
    24. Κ. Δανούσης, Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, πρόδρομη ανακοίνωση. Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 123-144.
    25. Χ. Πιτερός, Η χουρμαδιά τα΄ Αναπλιού, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 191- 198.
    26. Β. Α. Χαραμής, Δίκτυο πόλεων «Ιωάννης Καποδίστριας», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 111-113.

 

Χρήστος Πιτερός,

Αρχαιολόγος, Δ. ΕΚΠΑ Ναυπλίου

Δ ι η μ ε ρ ί δ α: Διεθνείς Σχέσεις, Ιστορία και Εξωτερική Πολιτική της Ελλάδος, στην εποχή του Κυβερνήτου Ιωάννη Καποδίστρια, Ναύπλιο, 25 και 26 Ιουνίου 2010.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »