Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Η δολοφονία της Μπουμπουλίνας – Σπέτσες 22 Μαΐου 1825


 

Ο γιος της, Γεώργιος Γιάννουζας, απήγαγε την Ευγενία Κούτση. Οι γονείς αντιδρούν, ζητούν εκδίκηση. Αντί του απαγωγέα πυροβολούν τη μητέρα του. Ο δράστης συλλαμβάνεται αλλά δίκη δεν έγινε ποτέ.

 

Δύο άγρια φονικά συνέβησαν στις Σπέτσες, κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Οι φόνοι απλών ανθρώπων στο ηρωικό και πολυάνθρωπο νησί (8.000 οι κάτοικοί του), ιδιαίτερα κατά τα χρόνια της Επανάστασης, όπου τα ήθη είχαν εξαχρειωθεί, ήταν συνηθισμένο φαινόμενο, όπως μας πληροφορεί και ο Δημ. Βικέλας διά στόματος του Λουκή Λάρα (ψευδώνυμο πραγματικού, «υποκρυπτόμενου», πρόσφυγα από τη Χίο), ήρωα του ομώνυμου μυθιστορήματός του. «Τις εσκέπτετο περί αστυνομίας, τις περί δικαστηρίων τότε; Απέναντι τοσαύτης αιματοχυσίας και της ζωής η αξία είχεν εκπέσει εις την κοινήν εκτίμησιν. Μίαν ημέραν εφονεύθη ενώπιόν μου εις την αγοράν εις Ραγουζαίος κατά συνέπειαν λογομαχίας μετά των αγοραστών του ως προς την εκλογήν σαρδελλών, τας οποίας επώλει». (σελ. 106, στις Εκδόσεις Γαλαξία, 1962). Εδώ όμως πρόκειται για τη θανάτωση δύο επώνυμων ανθρώπων, μιας γυναίκας και ενός άντρα, της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας και του Ανάργυρου Λεμπέση, που είχαν διαπρέψει στα χρόνια του εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα.

 

Η δολοφονία της Μπουμπουλίνας

 

Τα αίτια της δολοφονίας της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας είναι ξεκαθαρισμένα. Για την καταγωγή, τον χαρακτήρα της, τη συζυγική και οικογενειακή ζωή της, την επαναστατική δράση της και τον θάνα­τό της, δες το σχετικό μελέτημά μας «Ιστορία Εικονογραφημένη», τεύχ. 308. Και τα ξεκαθάρισε για λογαριασμό μας όχι μονάχα η ζωντανή, διά στόματος, παράδοση του νησιού, αλλά και η αξιόπιστη βιογράφος της Μπουμπουλίνας Σωτηρία Αλιμπέρτη στο βιβλίο της Αι Ηρωίδες της Ελληνικής Επαναστάσεως.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο γιος της Γεώργιος, από τον πρώτο γάμο της με τον Σπετσιώτη καραβοκύρη Δημ. Γιάννουζα, αγαπούσε την Ευγενία (ή Ευγενική), την πιο νέα από τις κόρες του καραβοκύρη και πρόκριτου του νησιού Χριστόδουλου I. Κούτση. Την αγαπούσε και ήθελε να την παντρευτεί. Αλλά και η Ευγενία, παρά το γεγονός ότι ήταν μνηστευμένη (η εκδοχή ότι είχε μνηστευθεί τον Παν. Χατζηγιάννη Μέξη δεν πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι ο εικοσιπεντάχρονος τότε Παναγιώτης ήταν περιζήτητος γαμπρός), δεν έμενε ασυγκίνητη μπροστά στη λεβεντιά του τρια­ντάχρονου γιου της Μπουμπουλί­νας. Οι γονείς όμως της Ευγενίας δεν συγκατένευαν στον γάμο της κόρης τους με τον Γεώργιο Δημ. Γιάννουζα. Είχαν δώσει αλλού τον λόγο τους. Η σθεναρή αντίδραση των γονιών ανάγκασε τους δυο ερωτευμένους νέους να κλεφτούν και να καταφύγουν στην απέναντι πελοποννησιακή ακτή (Κόστα) και όχι στο σπίτι της Κουνουπίτσας, κληρονομιά της ηρωίδας από τον πρώτο άντρα της, όπως πίστευαν οι Κουτσαίοι.

Προτού προχωρήσουμε στα της δολοφονίας, ας διευκρινίσουμε τις συγγενικές σχέσεις της Μπουμπουλίνας με τις πολύκλαδες οικογένειες των Κούτσηδων και των Μέξηδων. Κατ’ αρχήν η ηρωίδα είχε συμπεθεριάσει με την οικογένεια Γ. Κούτση. Η κόρη της από τον γάμο της με τον Δημ. Μπούμπουλη, Σκεύω, είχε παντρευτεί τον Νικόλαο Γεωργάκη I. Κούτση, ανιψιό του Χριστόδουλου I. Κούτση. Αλλά και ένας από τους ετεροθαλείς αδελφούς της [η μητέρα της Μπουμπουλίνας Σκεύω, χήρα του Υδραίου Σταυριανού Πινότση, είχε παντρευτεί, σε δεύτερο γάμο (1776), τον Σπετσιώτη πλοίαρχο Δημ. Λαζάρου ή Ορλώφ και είχε αποκτήσει απ’ αυτόν έξι γιους, τον Αντώνιο, τον Μανώλη, τον Θεοδόσιο (ή Θεόδωρο), τον Νικόλαο, τον Γεώργιο και τον Αθανάσιο, και δύο κόρες, τη Μαρία (ή Μάρω) και την Ελένη, σύζυγο Γ. Λάμπρου], ο Μανώλης Δ. Ορλώφ, επονομαζόμενος Κακομανώλης, είχε παντρευτεί την αδελφή της Ευγενίας Δέσποινα.

Η συγγένειά της τώρα με τον Χατζηγιάννη Μέξη και την πολύτεκνη οικογένειά του. Η κόρη της, από τον πρώτο γάμο της, Μάρω, είχε παντρευτεί τον Νικόλαο Χατζηγιάννη Μέξη, μετέπειτα γερουσιαστή, και η ετεροθαλής αδελφή της Μάρω θα παντρευτεί αρκετά χρόνια μετά τον άδοξο θάνατό της τον τριτότοκο γιο του Χατζηγιάννη Μέξη τον Παναγιώτη (1800-1885). Ας σημειωθεί ακόμη ότι ο ανιψιός του Χριστόδουλου I. Κούτση Ιωάν­νης Γεωργάκη I. Κούτση είχε νυμφευθεί την κόρη του Χατζηγιάννη Μέξη Αικατερίνη.

Ας αναφερθεί τέλος ότι οι σχέσεις της Μπουμπουλίνας με την οικογένεια Γεωργάκη I. Κούτση ήσαν φιλικότατες, με εκείνη του Χριστόδουλου I. Κούτση μάλλον καλές ως την ημέρα της απαγωγής, όπου τα συναισθήματά τους άλλαξαν ριζικά, και με τον «κρουσκ» (δηλ. συμπέθερο) Χατζηγιάννη Μέξη άριστες. Η πολυπράγμων μάλιστα ηρωίδα συχνά τον πίεζε να συμβάλει με τα αξιώματά του στην εκδίωξη από το νησί της άλλης οικονομικά ισχυρής οικογένειας των Σπετσών, των Μποτασαίων («Ιστορία Εικονογραφημένη», τεύχ. 339-Σεπτέμβριος 1996).

 

Στόχος ο απαγωγέας, αλλά…

 

Ο βασικός βέβαια λόγος που κίνησε την οικογένεια Χριστ. I. Κού­τση κατά της Μπουμπουλίνας ήταν κοινωνικός και ηθικός, με την πιο στενή όμως έννοια της λέξης. Η τιμή της οικογένειας είχε τρωθεί. Η απαγωγή μιας κόρης και μάλιστα μνηστευμένης ή, έστω, λογοδοσμένης, ήταν βαρύ για την εποχή εκείνη κοινωνικό και ηθικό παράπτωμα και έπρεπε να τιμωρηθεί. Οι Κούτσηδες και οι περί αυτούς, όταν ξεκίνησαν να πάνε στο σπίτι της Μπουμπουλίνας ήταν αποφασισμένοι, όχι μονάχα να πάρουν πίσω την Ευγενία αλλά και να τιμωρήσουν τον δράστη της απαγωγής. Αντ’ αυτού βρέθηκε στον δρόμο τους η μητέρα του, για την οποία πίστευαν ακράδαντα, επειδή ήξεραν τον χαρακτήρα της, ότι αυτή κρυβόταν πίσω από την απαγωγή, η οποία ωστόσο, κατά τον Χατζηαναργύρου, είχε γίνει «εν αγνοία αυτής και των συγγενών του». Παράλληλα ήθελαν να κάνουν επίδειξη οικογενειακής ισχύος. Δεν ξεκίνησε μονάχα ο «πληγωμένος» πατέρας αλλά ολόκληρη η οικογενειακή «αρμάδα», ο ίδιος ο Χριστόδουλος I. Κούτσης, οι γιοι του Ιωάννης και Δημήτριος, ο γαμβρός του Εμμ. Δημ. Λαζά­ρου (κατ’ άλλους γαμβρός του Χριστ. I. Κούτση ήταν ο Θεοδόσης) και άλλοι «πολλοί άνθρωποί τους οπλοφορούντες», κατά τη Σωτηρία Αλιμπέρτη. Είχε προηγηθεί συγγενικός όρκος ότι ο δράστης της απαγωγής έπρεπε να τιμωρηθεί.

Η Μπουμπουλίνα τον Μάιο του 1825 δεν βρισκόταν στο υψηλότερο σημείο της δημοτικότητάς της. Η «Μεγάλη Κυρά» του 1821-1822 τώρα ήταν μια συκοφαντημένη από τους πολιτικούς αντιπάλους του συμπέθερού της Θεόδωρου Κολοκοτρώνη γυναίκα, είχε χάσει στον εμφύλιο του 1824-25 το μεγάλο της στήριγμα, τον άντρα της κόρης της Ελένης Πάνο Θ. Κολοκοτρώνη που ήταν φρούραρχος του Ναυπλίου, και είχε επιστρέφει στο νησί πικραμένη και αποκαρδιωμένη. Και σ’ αυτά όλα θα πρέπει να προστεθεί και το γενικότερο κλίμα αποθάρρυνσης, αβεβαιότητας και αναταραχής που επικρατούσε στο νησί, ο μικροπανικός από τον οποίο είχαν καταλειφθεί οι κάτοικοί του, εξαιτίας και της εμφάνισης του πολυκάραβου αιγυπτιακού στόλου και της απόβασης πολυάριθμου αιγυπτιακού στρατού στη Νότια Πελοπόννησο κ.λπ. Πάντως, το βασικό ενδόσιμο για τον φόνο, ο οποίος δεν ήταν προγραμματισμένος, παρέμενε η οργή από τη βαριά προσβολή που είχε υποστεί η οικογένεια Χριστ. I. Κούτση μετά την απαγωγή.

Είναι δειλινό προς νύκτα της 22ας Μαΐου του 1825. Οι Κουτσαίοι κινούν από την περιοχή της Ευαγγελίστριας που είναι το σπίτι τους προς την περιοχή του Αγίου Αντωνίου (σημερινή Τάπια) που βρίσκεται το κυρίως σπίτι της Μπουμπουλίνας (κληρονομιά από τον δεύτερο άντρα της, τον Δημ. Μπούμπουλη), διαπιστώνουν ότι δεν είναι εκεί, απόδειξη ότι δεν αισθάνεται ένοχη για την απαγωγή, δεν κρύβεται στο πιο ασφαλές σπίτι της Τάπιας και δεν αλλάζει τις συνήθειές της να επισκέπτεται το «εξοχικό» της. Έπειτα, ανυπόμονοι και οργισμένοι, οδεύουν προς το σπίτι της Κουνουπίτσας (περιοχή Σταυρού). Με το φτάσιμο έχει πέσει κιόλας το πρώτο σκοτάδι. Συγγενείς και υποστατικοί περικυκλώνουν το σπίτι με τους μεγάλους κήπους και τις υψηλές πέτρινες μάντρες για να μην το σκάσει το ζεύγος των απαχθέντων. Κάποιοι μπαίνουν στον βορινό κήπο βρίσκοντας κατά πάσα πιθανότητα την πόρτα ξεκλείδωτη (η Μπουμπου­λίνα ήταν θαρραλέα, ανδρόφρων γυναίκα, δεν συνήθιζε να κλειδαμπαρώνεται και μάλιστα με το λυκόφως), ή την παραβιάζουν. Πρώτος την καλεί ο ετεροθαλής αδελφός της, προσφωνώντας την με το μικρό της όνομα «Βασκαρίνα! Βασκαρίνα!» (οι Σπετσιώτες το Λασκαρίνα το πρόφεραν Βα­σκαρίνα). Αυτή, ακούγοντας το κάλεσμα και τη γενικότερη οχλοβοή, ενοχλημένη προφανώς, εγκαταλείπει το καθιστικό ή την κουζίνα, όπου πιθανότατα βρισκόταν την ώρα εκείνη, διασχίζει τις δυο κρεβατοκάμαρες και φτάνει ως το ακραίο αριστερό παράθυρο της βορινής πλευράς που λόγω της ανοιξιάτικης ζέστης πρέπει να ήταν ανοιχτό. Ο τοίχος κάτω από το παράθυρο είναι παχύς, όπως όλων των παλιών σπετσιώτικων σπιτιών, και αναγκάζεται να σκύψει λίγο, για να βλέπει και να ακούει καλύτερα, στηρίζοντας τα χέρια της στο περβάζι. Ο ετεροθαλής αδελφός της και οι Κουτσαίοι της ζητούν να τους παραδώσει τους απαχθέντες. Εκείνη τους απαντάει με τραχύ ύφος και σε αψιά γλώσσα, χρησιμοποιώντας ένα μίγμα ελληνικής και αρβανίτικης ντοπιολαλιάς. Η Μπουμπουλίνα δεν μιλούσε με ευφράδεια τα αρβανίτικα, γιατί δεν ήταν η μητρική της γλώσσα, αφού, όπως απέδειξαν νεώτερες έρευνες από τον ερευνητή της ιστορίας των Κοκκίνηδων κ. Αντώ­νιο Κοκκίνη, ούτε οι Κοκκίνηδες ούτε οι Πινότσηδες ήταν αλβανικής καταγωγής – ό,τι γνώριζε, το είχε μάθει κοντά στον πρώτο άντρα της και συναναστρεφόμενη τους αρβανιτόφωνους κατοίκους του νησιού. Τους είπε ότι ο Γιώργος με την Ευγενία δεν κρύβονται στο σπίτι. Της ζητούν εξηγήσεις, της επιρρίπτουν ευθύνες. Εκείνη θυμώνει – είναι γνωστό το πόσο οξύθυμη ήταν – σχεδόν τους υβρίζει. Σίγουρα τους ειρωνεύεται. Η παράδοση διέσωσε δύο φράσεις της που είναι πολύ πιθανό να βγήκαν από το στόμα της. Η πρώτη: «Σας τα ’λεγα εγώ και έπρεπε να μ’ ακούσετε, νάνι γιεμ κρουσκ, δηλ. τώρα είμαστε συμπέθεροι». Και η άλλη η πιο ενοχοποιητική: «Αστ ι ντούαμε, εδέ αστ εντρέκεμι, νάνι τσι ντούε κα μένα», δηλαδή «έτσι το θέλαμε, έτσι το φτιάξαμε, τώρα τι θέλεις από μένα» (το τελευταίο ειπώθηκε προς τον αδελφό της). Με τα λόγια της η Μπουμπουλίνα επιβεβαιώνει τις υποψίες τους. Είναι ηθική αυτουργός στο «έγκλημα» της απαγωγής.

 

Μια πιστολιά στο μάτι

 

Όσο κρατάει ο μικρός διάλογος με τον ετεροθαλή αδελφό της, αυτοί που μπήκαν στην αυλή έχουν πλησιάσει κάτω από το μισοφωτισμένο παράθυρο. Φωνασκούν, διαμαρτύρονται. Και κάποιος σηκώνει την πιστόλα του και πυροβολεί. Η ηρωίδα, έτσι ευτραφής καθώς είναι και μαντιλοφορούσα, δίνει εύκολο στόχο. Μια κουμπουριά μονάχα, δεν χρειάστηκε δεύτερη. Το φονικό βόλι την «πήρε» πάνω από την κόγχη του δεξιού ματιού, σε μια φορά από τα κάτω προς τα άνω, και έθραυσε τα οστά του κρανίου (είναι ευδιάκριτη η οπή του δημιούργησε η μπάλα, και οι βαθιές ραγισματιές στο σημείο εκείνο). Το τραύμα δεν φαίνεται να ήταν διαμπερές (οι περισσότεροι απ’ όσους καταπιάστηκαν με τη δολοφονία λένε πως το φονικό βόλι σφηνώθηκε στο κεφάλι της Μπουμπουλίνας). Η τρύπα που επιδεικνυόταν από τους Καστριώτηδες, τελευταίους κληρονόμους του σπιτιού και προτελευταίους ιδιοκτήτες, ότι τάχα έγινε από το βόλι, δεν είναι παρά μια στρογγυλή και απόλυτα συμμετρική τρύπα που έχει δημιουργηθεί από το πέσιμο του ρόζου του ξύλουּ τέτοιες στρογγυλές και ισομεγέθεις τρύπες υπάρχουν και σε άλλα σημεία του ταβανιού που παραμένει το αυθεντικό. Η Μπουμπουλίνα γέρνει προς τα πίσω. Τρέχει μια γυναίκα του σπιτιού και την υποβαστάζει. Η ηρωίδα όμως είναι νεκρή, σωριάζεται στο πάτωμα. Πεθαίνει μ’ έναν τόσο άδοξο θάνατο. Εκείνη που αψήφησε τα εχθρικά βόλια, τους μύδρους και τις κανονιές στην πολιορκία του Ναυπλίου, χάνεται από βόλι σπετσιώτικο.

Αυτή, καθώς πιστεύουμε, είναι η αυθεντικότερη εκδοχή, αναφορικά με τις συνθήκες, κάτω από τις οπαίες δολοφονήθηκε η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Ωστόσο υπάρχουν και άλλες εκδοχές λιγότερο πειστικές. Εκδοχή δεύτερη: πυροβολήθηκε με τρομπόνι, εμπροσθογεμές κι αυτό, αγχέμαχο όπλο, με κάννη πολύ μεγαλύτερου διαμετρήματος από εκείνο της πιστόλας, που ρίχνει πολλά σφαιρίδια διασκορπιζόμενα. Στα δώδεκα μέτρα η διασπορά του τρομπονιού είναι 50-90 εκ. Αν η Μπουμπουλίνα είχε βληθεί με τρομπόνι, θα είχε πληγωθεί και στο στήθος και ίχνη της βολής θα υπήρχαν στο από μαλτεζόπλακες περβάζι του παραθύρου. Εκδοχή τρίτη, εντελώς αναξιόπιστη: Πυροβολήθηκε έξω από τη μάντρα του σπιτιού, στην είσοδο ή στην ταράτσα κάποιου γειτονικού σπιτιού, με καριοφίλι βραχύκαννο ή τρομπόνι. Πέρα από το γεγονός ότι το πλησιέστερο σπίτι απέχει 20-25 μ., πρέπει να σκεφθεί κανείς ότι οι Κουτσαίοι δεν είχαν καριοφίλια μαζί τους, δεν πήγαιναν για μάχη, το δε τρομπόνι έχει πολύ μικρό βεληνεκές και πολύ μεγάλη διασπορά, όπως ήδη αναφέρθηκε. Αναφορικά με το πόσοι πυροβολισμοί έπεσαν, υπάρχουν άλλες δύο εκδοχές.

 

 

Οι φονιάδες

 

Οι «γενναίοι παλικαράδες» κι ανάμεσά τους και ο φονιάς, σκορπίζουν μέσα στο σκοτάδι και φεύγουν σιωπηλοί. Η είδηση διαδίδεται αστραπιαία σ’ ολόκληρο το νησί. Την άλλη μέρα τη θάβουν σε οικογενειακό τάφο στον ιδιόκτητο ναό του Αι – Γιάννη (περιοχή Κουνουπίτσας). Οι κόρες της, οι γαμπροί της, τ’ αγόρια της, ο Νικόλαος και ο Ιωάννης, οι συγγενείς της, λαός πολύς. Είναι αυτονόητο ότι ο γιος της Γιώργος Γιάννουζας και η Ευγενία Χριστ. Κούτση δεν παρευρέθησαν στην κηδεία. Οι δυο νέοι στεφανώθηκαν κάμποσο καιρό μετά κι έζησαν, καθ’ όλες τις ενδείξεις, μαζί ως το τέλος της ζωής τους.

Στο μεταξύ «εκείνος που έκανε το κακό» λούφαξε, κρύφτηκε στην ανωνυμία του και στο σκοτεινό λαγούμι των τύψεων – αν είχε τύψεις -, γιατί το ξαναγράφουμε, εκείνο τον καιρό των πολιτικών παθών, η Μπουμπουλίνα, αν και ηρωίδα, αν και αρχόντισσα με μεγάλη προσφορά στον Αγώνα, αν και μάνα νεκρού ήρωα (Γιάννης Γιάννουζας, μάχη του Ξεριά Άργους, Απρίλιος 1821), δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Ποιος, λοιπόν, σκότωσε τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα; Από την επομένη κιόλας του φονικού άρχισε μια ατέρμονη εικοτολογία που τροφοδοτήθηκε και από τα Απομνημονεύματα των Φιλελλή­νων αγωνιστών του 1821, η οποία κρατάει ως τις μέρες μας. Οι υπόνοιες του απρόσωπου λαού και σιωπηλού παρατηρητή των δρωμένων, εστράφησαν σε τρία πρόσωπα. Στον πατέρα της Ευγενίας Χριστόδουλο I. Κούτση, στον γιο του Ιωάννη, πλοίαρχο του οικογενειακού πλοίου Ηρακλής, και στον ετεροθαλή αδελφό της Μπουμπουλίνας Εμμανουήλ Δημ. Λαζάρου, σκληροτράχηλο πλοιοκτήτη και αγωνιστή του κατά θάλασσαν αγώνα, που είχε μάλιστα συνεργαστεί με την αδελφή του στην πολιορκία του Ναυπλίου και της Μονεμβάσιας.

Ο Χριστόδουλος I. Κούτσης, τη μέρα του φονικού, ήταν άνθρωπος κάποιας ηλικίας, συνομήλικος σχεδόν της Μπουμπουλίνας, αποδεδειγμένα συνετός και συγκρατημένος, αφού οι ίδιοι οι πρόκριτοι των Σπετσών του είχαν αναθέσει υψηλά αξιώματα, δύσκολα επομένως μπορούμε να τον φανταστούμε να σηκώνει τη βαριά πιστόλα του και να πυροβολεί κατά της συμπεθέρας. Εξάλλου ως σκιά μονάχα πλανήθηκε πάνω στο νησί η υποψία ότι αυτός σκότωσε την ηρωίδα.

Η οικογένεια της δολοφονηθείσης έστρεψε τις υποψίες της και την οργή της κατά του Ιωάννη Χριστ. Κούτση, αδελφού της Ευγενίας, δραστήριου καπετάνιου και ναυμάχου (τις μέρες εκείνες βρισκόταν στο νησί, γιατί ο στόλος των Σπετσών αδρανούσε, μπορεί όμως και εξαιτίας του προβλήματος με την αδελφή του). Οι δυο μάλιστα γιοι της Μπουμπουλίνας από τον Δημ. Μπούμπουλη, ο Νικόλαος και ο ανήλικος Ιωάννης, επιτροπευόμενος από τον Χρήστο Τζίμα ή Τσά­ντα, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και την προσπάθεια ορ­γάνωσής του σε ευνομούμενο Κράτος (Κυβερνήτης ο φιλοσπετσιώτης Ιωάννης Καποδίστριας) κατέφυγαν στη Δικαιοσύνη και στηριζόμενοι στο 16ο ψήφισμα της Δ’ Εθνικής Ελληνικής Συνέλευσης, κατήγγειλαν γραπτώς τον Ιωάννη Χριστ. Κούτση ως δολοφόνο της μητέρας τους. «Οι υποσημειούμενοι εκ Σπετσών Νι­κόλαος Δ. Μπούμπουλης και ο επίτροπος του μικρού Ιωάννη Μπούμπουλη Χρήστος Τζίμας «Τσάντας», έχοντας διαφοράν με­τά τίνος Ιωάννου Χριστοδούλου Κούτζη, όστις κακία φερόμενος εθανάτωσε την Μητέρα μας ονόματι Λασκαρίνα Μπούμπουλη. Φονεύς αποδεδειγμένος τοις πάσι, και έκτης ανοσιουργίας αυτού υποφέραμεν και υποφέρομεν μέ­χρι τούδε ζημίας αισθαντικάς… Εν Ναυπλίω τη 24 Ιανουαρίου 1830» (Γενικά Αρχεία Κράτους, Υπουργείο Δικαίου, φάκ. 52).

 

Ο Ιωάννης Κούτσης συλλαμβάνεται

 

Πράγματι ο Ιωάννης Χριστ. Κούτσης που βρισκόταν τυχαία στο Ναύπλιο (ή είχε μεταβεί σ’ αυτό προκειμένου να αντιμετωπίσει την ως άνω κατηγορία), συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Τρεις μέρες αργότερα (27 Ιαν. 1830) στέλνει αναφορά προς τον Καποδίστρια, με την οποία διαμαρτύρεται για την προφυλάκισή του από την αστυνομία Ναυπλίου ύστερα από διαταγή της ειρηνοδικίας, χωρίς να προηγηθεί δίκη. «Εξοχώτατε! Δεν έπρεπε τάχα και χωρίς της φυλακής να με δοθή η κατηγορία διά να απαντήσω και ούτω να φυλακισθώ; Δεν έπρεπε τάχα κατά το ψήφισμα της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως να θεωρηθή τούτο είτε από επιτροπή, είτε επιτοπίως διά να προτείνω κι εγώ τα ασύγκριτα δικαιολογήματά μου…» (ΓΑΚ, στον ίδιο φάκελο 52).

 Την ίδια μέρα ο φερόμενος ως δολοφόνος της Μπουμπουλίνας Ιωάννης Χριστ. Κούτσης, στέλνει και αναφορά προς τη Γραμματεία της Δικαιοσύνης, τονίζοντας μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Σεβαστή του Δικαίου Γραμματεία! Είναι γνωστοί προς την Κυβέρνησιν οι πολύπονοι και πολυκίνδυνοι της οικίας μου αγώνες. Δι’ ο παρακαλώ την Σ. ταύτην Γραμματείαν να διατάξη την ενταύθα ειρηνοδικίαν, να δεθχή έναν αξιόχρεον περί εμού εγγυητήν, ελευθερώνουσά με της φυλακής. Και μ’ όλον ότι αγνοώ όλως διόλου την ψευδή ταύτην κα­τηγορίαν, μ’ όλον τούτο, δέχομαι να κριθώ μετά των προλεχθέντων Μπουμπουλέων Ιωάννου και Νικο­λάου… Εάν όμως ισχυρογνωμονούντες επιμένωσιν από παλαιό πάθη κινούμενοι, και συκοφαντούσι με ζητούντες να κριθώμεν επί κριτηρίων, παρακαλώ να μας παραπέμψη εις το Πρωτόκλητον των Δυτικών Σποράδων, το οποίον είναι το τμήμα μας» (ΓΑΚ, Υπουργείο Δικαίου, φάκ. 52).

 

Η έρευνα στα ΓΑΚ έγινε από τον συγγραφέα του βιβλίου Μπουμπουλίνα κ. Μανουήλ Τοσούλα. Η έρευνα δυστυχώς σταματάει στο σημείο αυτό. Επομένως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν έγινε κάποια δίκη κι αν αθωώθηκε ή καταδικάστηκε ως δολοφόνος της Μπουμπουλίνας ο Ιωάννης Χριστ. Κούτσης. Πιθανολογούμε πάντως ότι εξαιτίας των δίσεκτων χρόνων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Καποδίστρια (Σεπτ. 1831) και της διάλυσης του καποδιστριακού Κράτους, η υπόθεση «θάφτηκε» ή αφέθηκε να ξεχαστεί. Πάντως, το 1834, βρίσκεται ελεύθερος στις Σπέτσες και συνυπογράφει με τον

θείο του Γεωργάκη I. Κούτση το υπ’ αριθ. 1033/8-6-1834 έγγραφο της Μνημονίας (=Συμβολαιογραφείου) της νήσου Τηπαρήνου (=Σπετσών») ως εκπρόσωπος του «γέροντος» πατρός Χριστόδουλου I. Κούτση, που έχει σχέση με τη συνιδιοκτησία του πλοίου «Σαραμώνης» κατά το ένα τέταρτο.

 

Δίκη που δεν έγινε

 

Οπωσδήποτε ο Ιωάννης Χριστ. Κούτσης (ο μεγαλύτερος αδελφός της Ευγενίας, οι άλλοι δύο ήταν ανήλικοι), συγκεντρώνει τις περισσότερες υποψίες όλων εκείνων που καταπιάστηκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τη θλιβερή τούτη ιστορία. Η αξιόπιστη Σωτη­ρία Αλιμπέρτη, εντούτοις, περιορίζεται σε γενικότητες και αποφεύγει να επικεντρώσει την προσοχή της σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο: «…επηκολούθησεν σφοδρά λογομαχία μεταξύ αυτής, του αδελφού της και των Κουτσαίων εις εξ αυτών επυροβόλησεν την Μπουμπουλίναν, η δε σφαίρα εύρεν αυτήν εις το μέτωπον και την άφησεν άπνουν» (η Αλιμπέρτη εδώ αντιγράφει σχεδόν κατά λέξη τον Χατζηαναργύρου. Παραδόξως οι κατ’ εξοχήν ιστορικοί του νησιού, ο Ανάργυ­ρος Ανδρ. Χατζηαναργύρου, συγγενής των Κούτσηδων εξ αγχιστείας, και ο Αναστάσιος Κων. Ορλάνδος, από τους οποίους αντλεί πολλά στοιχεία η Σωτ. Αλιμπέρτη στη βιογράφηση της ηρωίδας, θέλοντας προφανώς να υπερκεράσουν μια δυσάρεστη ιστορία που δεν τιμούσε καθόλου το νησί, δεν αναφέρονται παρά γενικά και κάπως αόριστα στα της δολοφονίας και, ενώ γνωρίζουν τον δολοφόνο της Μπουμπουλί­νας, τον αποκρύπτουν με τη σιωπή τους. Ο Χατζηαναργύρου μάλιστα διστάζει να αποκαλύψει και το όνομα της οικογένειας των Κούτσηδων, εξαιτίας της συγγένειάς του προς αυτούς. Άθελά του ωστόσο «φωτογραφίζει» τον δράστη για κάποιον ο οποίος μπορεί να διαβάζει και κάτω από τις αράδες των βιβλίων. «Το τόλμημα τούτο, όλως ασύνηθες παρά τοις νησιώταις τον καιρόν εκείνον, επίκρανεν τους αδελφούς της νεάνιδος και εζήτησαν ικανοποίησιν παρά του δράστου…».

Κάποιες υπόνοιες εστρέφοντο και εναντίον του ετεροθαλούς αδελφού της Μπουμπουλίνας Μα­νώλη (η Κακομανώλη) Δημ. Λαζά­ρου, σύγγαμβρου του Γεωργίου Γιάννουζα. Στηρίχτηκαν σε πληροφορίες δήθεν εμπιστευτικές που έδωσε η Μαριγώ Ορλώφ, «μια γριούλα που ο παππούς της ήταν αδελφός της Μπουμπουλί­νας», οι οποίες πήραν τη μορφή της προφορικής παράδοσης ανάμεσα στους Σπετσιώτες και τις οποίες «αξιοποίησε» αργότερα ο ιστορικός Αγγελομάτης στο μελέτημά του «Ιστορικά κτίρια της Ελλάδος».

Συμπέρασμα τελικό της δικής μας έρευνας: Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα δολοφονήθηκε ενωρίς το βράδυ της 22ας Μαΐου 1825 στο σπίτι της Κουνουπίτσας (κληρονομιά από Δημ. Γιάννουζα). Πυροβολήθηκε με πιστόλα από τη βορινή αυλή του κήπου του σπιτιού, όταν προσκληθείσα και προκληθείσα από τον ετεροθαλή αδελφό της και γαμπρό των Κού­τσηδων Μανώλη Δημ. Ορλώφ να δώσει εξηγήσεις για την απαγωγή της κόρης του Χριστ. I Κούτση Ευγενίας από τον γιο της Γεώργιο Γιάννουζα, πρόβαλε στο ακραίο αριστερό παράθυρο της βορινής πλευράς του σπιτιού. Τη μοιραία πιστολιά έριξε, πιθανότατα, ο αδελφός της Ευγενίας, ηρωικός παρά ταύτα πλοίαρχος και ναυμάχος, Ιωάννης Χριστ. Κούτσης.

 

Γιώργος Σταματίου

Ιστορικός ερευνητής, Εκπαιδευτικός, Συγγραφέας,

Μελετητής του έργου του Νίκου Καζαντζάκη.

«Η δολοφονία της Μπουμπουλίνας», Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 367, Ιανουάριος 1999, σελ. 30-37.

Read Full Post »

Κούτσης Γ. Ιωάννης (1797-1860)


 

Κούτσης Ιωάννης (1797-1860)

Ο Ιωάννης Κούτσης γεννήθηκε στις Σπέτσες, το 1797 και ήταν μέλος σημαντικής ναυτικής οικογένειας του νησιού. Ο πατέρας του, Γεώργιος, ασχολούμενος με ναυτιλιακές επιχειρήσεις είχε αποκτήσει αρκετά μικρά εμπορικά πλοία από τα λεγόμενα «λατινάδικα». Σ’ αυτά, από το 1808 και μέχρι την έναρξη του αγώνα, προστέθηκαν και άλλα πλοία μεγαλύτερα, όπως ο «Θεμιστοκλής», ένα από τα καλύτερα πλοία κατά την εποχή εκείνη, το τριίστιο «Ηρακλής» και οι ημιολίες «Ασπασία» και «Σαλαμώνη», όλα τους άριστα εξοπλισμένα και με κυβερνήτες μέλη της οικογένειας Κούτση, που όλα έλαβαν μέρος στις διάφορες ναυτικές επιχειρήσεις και ναυμαχίες καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα.

Ο Ιωάννης Κούτσης, που κυβερνούσε το πλοίο του «Θεμιστοκλής», με υποπλοίαρχο τον αδελφό του Κοσμά, διακρίθηκε για τη μαχητικότητά του σ’ όλες τις ναυτικές επιχειρήσεις και ιδιαίτερα απέσπασε το θαυμασμό όλων κατά τη ναυμαχία των Πατρών. Σ’ αυτήν, την πρώτη «εκ παρατάξεως» ναυμαχία των αντιπάλων ναυτικών δυνάμεων, που έγινε με μια φοβερή κακοκαιρία και θαλασσοταραχή, το καράβι του «Ο Θεμιστοκλής» με κυβερνήτη τον ίδιο ήταν μεταξύ των πρώτων I5 καραβιών του τρινήσιου στόλου, που με επί κεφαλής το Μιαούλη άρχισαν το σκληρό αγώνα. Ο Κούτσης, στη ναυμαχία αυτή, επιτέθηκε σε μία τούρκικη φρεγάτα και για να τη βυθίσει ζύγωσε τόσο κοντά, με αποτέλεσμα να κτυπηθεί ο «Θεμιστοκλής» στ’ άρμενα και στα πλευρά, οπότε τα νερά άρχισαν να μπαίνουν με ορμή στο καράβι. O Σπετσιώτης καπετάνιος, παρά τις σοβαρές ζημιές του καραβιού του, δεν εννοούσε να αποσυρθεί από τον αγώνα προτιμούσε να βουλιάξει, παρά να αποσυρθεί από τη μάχη. Και πραγματικά, ο Κούτσης εξακολουθούσε να μάχεται με πείσμα μέχρις ότου φθάσανε κοντά του και άλλα ελληνικά καράβια και ανακουφίστηκε λίγο από τα πυροβόλα της εχθρικής φρεγάδας. Και όταν πια έφτασε στο έσχατο αυτό σημείο του κινδύνου να βυθιστεί, τότε μόνο πλάγιασε το καράβι του και πήγε στο Μεσολόγγι, όπου και το επισκεύασε πρόχειρα.

Ο Γιάννης Κούτσης έλαβε ακόμη μέρος στη μεγάλη ναυμαχία των Σπετσών στις 8 Σεπτέμβριοι 1822, όπου από τη θέση κοντά στο ακρωτήρι του Αγίου Αιμιλιανού, έφραζε με το πυροβολικό του καραβιού του την είσοδο του μεταξύ Σπετσών και Κόστας στενού, βοηθούμενος κατά την ημέρα εκείνη της Παναγίας και από το κανονιοστάσιο που βρισκόταν ανάμεσα στο φάρο και τους μύλους. Kαι μετά τη λήξη του αγώνα ο Κούτσης δεν λησμόνησε ποτέ τη μέρα εκείνη. Η οικογένειά του για να τιμήσει την Παναγία, για το θαύμα που έκανε την ημέρα της γιορτής της και σώθηκε το νησί, έκτισε στο χώρο του ισχυρού αυτού κανονιοστασίου την εκκλησία τη Παναγίας, αφιερωμένη στο Γενέσιο της Θεοτόκου. Η εκκλησία αυτή η οποία στην αρχή λεγόταν Παναγία του Κεφάλα και εννοούσαν το Γιάννη Κούτση με το μεγάλο κεφάλι, αργότερα πήρε το όνομα Παναγία της Αρμάτας, σε ανάμνηση το μεγάλου ιστορικού γεγονότος.

Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στις Σπέτσες ασχολούμενος με ναυτιλιακές εργασίες και πέθανε εκεί, το 1860.Ο τάφος της οικογένειάς του βρίσκεται κοντά στην εκκλησία της Παναγίας της Αρμάτας, πάνω στο χώρο του μεγάλου κανονιοστασίου.

 

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

Read Full Post »

Θερμησιώτης Ηλίας (1788-1871) – Πλοιοκτήτης, Φιλικός, Ναυτικός της Επανάστασης και αξιωματικός του Ναυτικού της οθωνικής περιόδου.


 

Ο Ηλίας Θερμησιώτης γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1788 από γονείς μέτοικους από τη Θερμησία της Ερμιονίδας, εξού και το επίθετο Θερμη­σιώτης. Το προεπιθετικό του είναι άγνωστο. Ο Ηλίας, γνώστης της ναυτικής τέχνης από μικρός, έμαθε γράμματα, ασχολήθηκε με το εμπόριο και πολύ νέος έγινε πλοίαρχος. Σύντομα απέκτησε ιδιόκτητο πλοίο, το βρίκι «Αχιλλεύς», που λίγο αργότερα το μετέτρεψε σε πολεμικό για τις ανάγκες της Επανάστασης και το κυβερνούσε ο ίδιος. Επίσης, είχε συμμετοχή σε δύο καράβια ως συνιδιοκτήτης με τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Λόγω αυτής της συνεργασίας, του ηθικού του χαρακτήρα και της τιμιότητας που τον διέκρινε, κλήθηκε να παίξει διαιτητικό ρόλο στις οικονομικές κληρονομικές διαφορές που είχε η Μπου­μπουλίνα με τα προγόνια της Γιάννη και Παντελή, γιους του Δημητρίου Χατζηπαντελή Γιάννουζα. Επειδή δεν υπήρχαν τότε ελληνικά δικαστήρια η υπόθεση έφτασε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινου­πόλεως και ο Γρηγόριος ο Ε’ ανέλαβε να τη ρυθμίσει.

 

Θερμησιώτης Ηλίας (1788-1870), ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

To 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία μαζί με τους Νικόλαο Μπόταση, Ρήγα Κρανιδιώτη και Γιώργο Πάνου και στις 3 Απριλίου του 1821 συμμετείχε στην κήρυξη της επανάστασης στο νησί των Σπετσών μαζί με άλλους πρόκριτους μυημένους στη Φιλική Εταιρεία.

Κατά τον αγώνα πρόσφερε μεγάλα χρηματικά ποσά για την ευόδωση της Επανάστασης. Πρωταγωνίστησε σε ηλικία 24 χρόνων στην πολιορκία της Μονεμβασιάς και, μετά την κατάληψη του Φρουρίου το 1824, διορίστηκε, από το Εκτελεστικό Σώμα, φρούραρχος του Κάστρου της Μονεμβασιάς και στρατιωτικός διοικητής της περιοχής που κάλυπτε το φρούριο. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, διέθεσε σεβαστά χρηματικά ποσά από την περιουσία του.

 

Προτομή του Ηλία Θερμησιώτη (1788-1871) στον αύλειο χώρο του Κοινοτικού Καταστήματος Θερμησίας.
Τα αποκαλυπτήρια έγιναν την Κυριακή 8 Αυγούστου 2021. Η προτομή του Ηλία Θερμησιώτη, είναι δωρεά της Μαρίας Στρίγκου Κατσίνα και του γιου της Δημήτρη Κατσίνα Θερμησιώτη.
Η ορειχάλκινη προτομή με την έντονη εκφραστικότητα είναι έργο της ώριμης ηλικίας του αείμνηστου γλύπτη και ιατρού Βασίλη Κάρλου, ενώ η πέτρινη βάση της προτομής σχεδιάστηκε από την αρχιτέκτονα μηχανικό Μαρία Παλυβού.

 

Σημαντική και συνεχής υπήρξε και η συμμετοχή του στους ναυτικούς αγώνες της περιόδου, και συγκεκριμένα – πέραν του ναυτικού αποκλεισμού της Μονεμβασιάς- πήρε μέρος ως καπετάνιος του ιδιόκτητου πλοίου του Αχλλεύς σε ολες σχεδόν τις ναυμαχίες και επιχειρήσεις που συμμετείχε η σπετσιώτικη μοίρα κατά την περίοδο 1821-1826) καταγράφοντας μία εντυπωσιακή πολεμική παρουσία 64 ημερών στη θάλασσα:

  • Στην καταδρομική επιχείρηση που οδήγησε στην αιχμαλωσία δύο οθωμανικών πλοίων μεταξύ Μήλου και Κιμώλου (11 Απρίλιου 1821).
  • Στην επιχείρηση του Κατακώλου – Κάβο Πάπα (Σεπτέμβριος 1821).
  • Στη αμφίρροπη ναυμαχία των Παλαιών Πατρών (20 Φεβρουαρίου 1822) με τον στόλο του Ισμαήλ Πασά Γιβραλταρ.
  • Στις επιχειρήσεις του «τρινήσιου» στόλου υπό τον Ανδρέα Μιαούλη στη Χίο (τέλη Απριλίου 1822).
  • Στις επιχειρήσεις του Ναυπλίου (Ιούνιος 1822).
  • Στη ναυμαχία στο Χέλι (απέναντι από τις Σπέτσες μεταξύ του «τρινήσιου» στόλου αναντίον του Καπετάν Καρά Μεχμέτ Πασά (7 Σεπτεμβρίου 1822).
  • Στις καταδρομικές επιχειρήσεις στην περιοχή του Αγίου Όρους (Αύγουστος 1823).
  • Στη νικηφόρα για τους επαναστάτες ναυμαχία της Σάμου (5 Αυγούστου 1824) μεταξύ των ναυτικών μοιρών της Ύδρας και των Σπετσών εναντίον του οθωμανικού στόλου υπό τον Καπουντάν Χοσρέφ Πασά.
  • Στη νικηφόρα για τους επαναστάτες ναυμαχία του Γέροντα (29 Αυγούστου 1824) μεταξύ των ναυτικών μοιρών της Ύδρας και των Σπετσών εναντίον του οθωμανικού στόλου υπό τον Καπουντάν Χοσρέφ Πασά.
  • Στις επιχειρήσεις στη Μεθώνη και Κορώνη (Μάρτιος – Ιούνιος 1825).
  • Στις επιχειρήαεις στην Κρήτη, Μεθώνη, Κορώνη, Νεόκαστρο (Ιούλιος – Αύγουστος 1825).
  • Στις επιχειρήσεις στο Νότιο Αιγαίο (Σεπτέμβριος -Οκτώβριος 1825).
  • Στις επιχειρήσεις των Παλαιών Πατρών (Δεκέμβριος -Ιανουάριος 1826).
  • Στις επιχειρήσεις της Σάμου (Αϋγουστος 1826).

Στη διάρκεια των εμφυλίων συγκρούσεων ο Θερμησιώτης συντάχθηκε όπως και οι περισσότεροι νησιώτες με την πλευρά των Κυβερνητικών της φατρίας Κουντουριώτη, η οποία άλλωστε του εμπιστεύτηκε τη φρουραρχία του κάστρου της Μονεμβασιάς. Κατά την καποδιστριακή περιόδο δεν είχε καμία δραστηριότητα ούτε ανέλαβε κάποιο ναυτικό αξίωμα. Πολιτικά συντάχθηκε με την καποδιστριακή αντιπολίτευση. Η αντιπολιτευτική στάση του έναντι του καθεστώτος είχε ως συνέπεια να του δοθεί το χαμηλό – σε σχέση με την προσφορά του – δίπλωμα του αξιωματικού της Ε’ τάξεως, αν και για την οικονομική του προσφορά του αναγνωρίστηκε οφειλή 150.000 γροσίων.

 

Προτομή του Ηλία Θερμησιώτη (1788-1871) στον αύλειο χώρο του Κοινοτικού Καταστήματος Θερμησίας.
Τα αποκαλυπτήρια έγιναν την Κυριακή 8 Αυγούστου 2021. Η προτομή του Ηλία Θερμησιώτη, είναι δωρεά της Μαρίας Στρίγκου Κατσίνα και του γιου της Δημήτρη Κατσίνα Θερμησιώτη.
Η ορειχάλκινη προτομή με την έντονη εκφραστικότητα είναι έργο της ώριμης ηλικίας του αείμνηστου γλύπτη και ιατρού Βασίλη Κάρλου, ενώ η πέτρινη βάση της προτομής σχεδιάστηκε από την αρχιτέκτονα μηχανικό Μαρία Παλυβού.

 

Κατά την επόμενη οθωνική περίοδο επανήλθε και έλαβε τον υψηλό βαθμό του πλοιάρχου καθώς και μία θέση στην σημαντική επιτροπή με αρμοδιότητα να αξιολογήσει « τας υπηρεσίας και την ικανότητα ενός εκάστου των ναυτικών, όσοι κατά τον ένδοξον υπέρ της ελευθερίας αγώνα έλαβον μέρος». Στην επιτροπή συμμετείχαν – πέραν του Ηλία Θερμησιώτη- ο Ανδρέας Μιαούλης, ως πρόεδρος, και οι Γ. Σαχτούρης, Γ. Ανδρούτζου, Ν.Α. Αποστόλης, Κ. Κανάρης και Α. Γ. Κριεζής. Από έγγραφα του αρχείου του διαπιστώνεται ότι ο Ηλίας Θερμησιώτης παρέμεινε καθόλη της διάρκεια της οθωνικής βασιλείας μέλος της Επιτροπής Εκδουλεύσεων παρά τις διάφορες αποχωρήσεις και τοποθετήσεις μελών της.

Τα άλλα δύο παιδιά της οικογένειας Θερμη­σιώτη, οι δύο μικρότεροι αδελφοί του Ηλία, ο Νικόλαος και ο Πέτρος σε νεαρή ηλικία σκοτώθηκαν πολεμώντας ο πρώτος στη μάχη της Άμφισσας και ο δεύτερος στη μάχη της Βέργας. Στο δελτίο της Εθνολογικής Εταιρίας, ο Νικόλαος και ο Πέτρος Θερμησιώτης αναφέρονται ως γιοι του Ηλία. Δεν είναι όμως ακριβές τούτο, όπως άλλωστε όλοι οι παλιοί το γνωρίζουν στις Σπέτσες. Τούτο ακόμη φαίνεται και από το γεγονός ότι ήταν απίθανο ο Ηλίας να είχε τόσο μεγάλους γιους και να πολεμούν μάλιστα, αφού ο ίδιος ήταν την εποχή εκείνη 24 χρόνων. Ο Ηλίας Θερμησιώτης είναι γνωστό ότι είχε δύο παιδιά, τον Ανδρέα και το Γεώργιο. Ο πρώτος γεννήθηκε το 1830 και χάθηκε πολύ αργότερα, νέος στη Μαύρη θάλασσα, όταν το καράβι του που καπετάνευε και ήταν ιδιοκτησία του, σ’ ένα από τα ταξίδια του Οδησσό – Ισπανία, με φορτίο σταριού, βούλιαξε αύτανδρο. Ο δεύτερος γιος του, ο Γεώργιος, γεννήθηκε το 1833 και πέθανε το 1929 σε βαθύ γήρας. Κατατάχτηκε στις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού «κατ’ επιλογή», σαν γιος ναυμάχου και έφτασε στο βαθμό του ναυάρχου πολεμώντας σ’ όλες τις θαλάσσιες πολεμικές επιχειρήσεις της τότε εποχής.

Η προσφορά του στην πατρίδα είναι ανυπολόγιστη. Στο Ιστορικό Μουσείο, σε μια αίθουσα, υπάρχει το πορτραίτο του μαζί με το σπαθί του, το ντουφέκι του και το καριοφίλι του.

Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα έζησε στις Σπέτσες, όπου και πέθανε το 1871. Ο τάφος του βρίσκεται στο κοιμητήριο των Αγίων Πάντων και πάνω στην πλάκα, που σκεπάζει το μεγάλο αγωνιστή και πατριώτη, έχουν χαραχθεί τούτα τα λόγια:

«Ο πολλά μοχθήσας και δαπανήσας

εν τω Ιερώ της Ελλάδος Αγώνα.

Γεννηθείς τω 1788 απεβίωσε τω 1870*».

* θάνατος του Ηλία Θερμησιώτη, σύμφωνα με τη ληξιαρχική πράξη αποβιώσεως (βιβλίο θανάτων Δήμου Σπετσών) επήλθε στις 10.7.1871 και όχι το 1870, όπως εκ λάθους, έχει αναγραφεί επί του τάφου του (βλ. και εφημερίδα «Αλήθεια» φ. 1427/22.7.1871 (ανακοίνωση θανάτου) και εφημερίδα «Ερμούπολις» φ. 345/24.7.1871 ( επικήδειος λόγος του Επάρχου Σπετσών Λεωνίδα Παπανικολάου).

 

Πηγές


  • Κέντρο Έρευνας Νεότερης Ιστορίας,  Παπαγεωργίου Στέφανος.
  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.
  • Ένωση Σπετσιωτών.

 

Read Full Post »

Οικογένεια Διομήδη-Κυριακού και τα μέλη της που έλαβαν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821


 

Διομήδης – Κυριακός ή Κυριακού

Επώνυμο αρχοντικής οικογένειας των Σπετσών, που περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που ήλθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στο νησί από τη Βόρειο Ήπειρο, κατά το 16ο και 17ο αιώνα, εξαιτίας των Μουσουλμανικών διώξεων.

Από την αρχή της Ελληνικής Επανάστασης πρόσφεραν σημαντικές υπηρεσίες στο αγωνιζόμενο γένος και όλα τα μέλη της οικογένειας διακρίθηκαν κατά την περίοδο του αγώνα προσφέροντας την περιουσία και τα καράβια τους. Στο αρχικό επώνυμο της οικογένειας Κυριακός ή Κυριακού αργότερα, κατά την περίοδο της Επανάστασης, προστέθηκε, κατά τη συνήθεια της εποχής εκείνης, και το όνομα του ομηρικού ήρωα Διομήδη από θαυμασμό προς την αρχαία Ελλάδα και τη μεγάλη επιθυμία για την αναβίωση των κλασικών σπουδών.

Από τα κυριότερα μέλη της οικογένειας Διομήδη – Κυριακού είναι:

Αναστάσιος Κυριακός (1758-1831)

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1758 και πέθανε το 1831. Χρημάτισε από τους πρώτους πρόκριτους του νησιού. Από πολύ νέος επιδόθηκε στη ναυτιλία και με το χρόνο απέκτησε ιστιοφόρα πλοία με τα οποία, ως καραβοκύρης, άσκησε ναυτικό εμπόριο στη Μεσόγειο. Όταν ήρθε η ώρα του μεγάλου ξεσηκωμού αρμάτωσε και προσέφερε για τον αγώνα το καράβι του «Πελεκάνος» γιατί ο ίδιος ήταν γέρος πια και δεν μπορούσε να μπαρκάρει. Μ’ αυτό το πλοίο είχε μεταφέρει από το Τριέστι στην Ελλάδα τον Ρήγα Βελεστινλή.

Παντρεύτηκε την Ελένη, ένα από τα κορίτσια του Νικολάου – Μπότσαρη, και απέκτησε μαζί της επτά παιδιά: τρία αγόρια, τον Γιάννη, τον Νικολό και τον Γκίκα και τέσσερα κορίτσια, τη Χρυσούλα, την Κατερίνα, τη Βγενή και τη Μάρω. Η Μάρω παντρεύτηκε τον Γιάννη Μπούκουρη και είχε κόρη της την Ελένη, σύζυγο του Ιταλού ζωγράφου Αλταμούρα και
μητέρα του μεγάλου Σπετσιώτη θαλασσογράφου, Γιάννη Αλταμούρα.

Ιωάννης Διομήδης – Κυριακός (1790-1825)

Ιωάννης Διομήδης – Κυριακός (1790-1825). Με τον «Αχιλλέα» του έλαβε μέρος σε όλες τις ναυμαχίες του ελληνικού στόλου επικεφαλής σπετσιώτικης μοίρας. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1790 και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Αναστασίου Κυριακού. Από μικρός ασχολήθηκε με τη θάλασσα και έγινε ένας από τους μεγάλους καραβοκύρηδες. Κατηχήθηκε από τους πρώτους στη Φιλική Εταιρία και όταν ξέσπασε η Επανάσταση μπήκε με ενθουσιασμό στον αγώνα. Αντιναύαρχος των Σπετσών, σ’ όλη την περίοδο του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνα, εξόπλισε τέλεια, με δικά του χρήματα, το ιδιόκτητο πλοίο του «Αχιλλεύς» που χρησιμοποιούσε, σαν Ναυαρχίδα και έλαβε μέρος σ’ όλες τις εκστρατείες του ελληνικού στόλου, επικεφαλής της σπετσιώτικης μοίρας, αγωνιζόμενος πάντοτε με αυτοθυσία και θάρρος στην πρώτη γραμμή, μαζί με τους άλλους Σπετσιώτες πλοιάρχους.

Διακρινόταν για τη σύνεσή του, γι’ αυτό και όλοι όσοι έπαιρναν μέρος μαζί του στα πολεμικά συμβούλια του στόλου, πρόσεχαν τη γνώμη του και σχεδόν πάντοτε την ακολουθούσαν. Ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα στο Αιγαίο και συντέλεσε προ πάντων, μαζί με άλλους Σπετσιώτες, στο να ξεσηκώσει την Επανάσταση στην Τήνο, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Θεσσαλία. Κατά τη μακρόχρονη παραμονή του στο Βόλο και βρισκόμενος πάντα σε επαφή με τους οπλαρχηγούς Περραιβό, Γαζή, Κωνσταντά και Μπασδέκη, ξεσήκωσε τους θεσσαλούς και αφού έβγαλε από το καράβι του τα πυροβόλα του στην ξηρά, πολιόρκησε με αυτά το τουρκικό φρούριο.

Στην αρχή ακόμη της Επανάστασης κοντά στη Σάμο, μαζί με άλλους Σπετσιώτες, επιτέθηκε ενα­ντίον εννέα τουρκικών πλοίων και τα στρίμωξε κατά τέτοιο τρόπο, με την τόλμη και το πυροβολικό του, ώστε ανάγκασε τους Τούρκους να εγκαταλείψουν τα πλοία τους και να αποβιβαστούν στη στεριά. Τον ίδιο χρόνο έλαβε μέρος και σ’ όλες τις επιχειρήσεις του ελληνικού στόλου στον Κορινθιακό κόλπο και στην Πρέβεζα. Κατά το δεύτερο και τρίτο έτος, της Επανάστασης, αγωνίζεται στα Ψαρά, τη Χίο, τη Δυτική Ελλάδα και αλλού. Όλη του η ανδρεία εκδη­λώθηκε το 1824, στις εκστρατείες κατά της Σάμου, όταν ο ελληνικός στόλος πέτυχε εξαιρετικές νίκες εναντίον του ενωμένου τουρκοαιγυπτιακού στόλου καθώς και στη ναυμαχία του Γέροντα, στις 29 Αυγούστου 1824. Στις ναυμαχίες αυτές ο Ιωάννης Διομήδης-Κυριακός συνόδευσε με το καράβι του και υποστήριξε τον Κανάρη όταν έκαψε την τουρκική ναυαρχίδα, και τον Βατικιώτη όταν πυρπόλησε αιγυ­πτιακό βρίκι. Ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος στην έκθεσή του με ημερομηνία 26 Αυγούστου 1824 προς τους προκρίτους του νησιού αναφέρει ότι: «εγώ δε επαινώ όλους μεν… όσοι έκαμαν το χρέος των, εξαιρέτως δε επαινώ τον γενναιότατον υποναύαρχον Ιωάννην Αναστασίου Κυριακού».

Η δράση του γενναίου Σπετσιώτη συνεχίστηκε και το 1825, ιδίως στη ναυμαχία του Καφηρέα στις 20 Μαΐου, που έγινε εκεί με συμβουλή του για να κατανικηθεί ο πολύ μεγαλύτερος αλλά δυσκίνητος εχθρικός στόλος, στον οποίο προξένησε μεγάλες καταστροφές. Τον Ιωάννη Διομήδη – Κυριακό, όμως, δεν άφησε ασυγκίνητο και τα δράμα των πολιορκημένων κατοίκων του Μεσολογγίου. Αυθόρμητα παρουσιάστηκε στις αρχές και ζήτησε να πάει στο Μεσολόγγι για να εφοδιάσει τους πολιορκημένους με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Και πραγματικά κατόρθωσε, στις 23 Ιουλίου 1825, να ξεφορτώσει στο λιμάνι της πόλης άφθονα τρόφιμα και πολεμικό υλικό, παρόλο που ο εχθρός αδιάκοπα έβαλε εναντίον του. Εκεί, αρρώστησε από θέρμες και εξαιτίας της μεγάλης κόπωσής του από την επικίνδυνη ναυτική επιχείρηση, αναγκάστηκε να γυρίσει στις Σπέ­τσες, όπου και πέθανε στις 17 Σεπτεμβρίου 1825. Τάφηκε στο κοιμητήριο της Αγίας Άννας, όπου βρίσκεται ο τάφος της οικογένειας.

Νικόλαος Διομήδης – Κυριακός

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1792 και είναι ο δεύτερος γιος του Αναστασίου Κυριακού. Από πολύ νέος ασχολήθηκε με το ναυτικό επάγγελμα και με τα ταξίδια που έκανε απέκτησε περιουσία και έγινε και αυτός καραβοκύρης. Πήρε γυναίκα του την κόρη του Ιωάννη Ορλάνδου.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση έτρεξε και αυτός όπως και τα άλλα μέλη της οικογένειάς του να πάρει μέρος στον αγώνα και διέθεσε το ιδιόκτητο καράβι του «Κλειώ» αφού προηγουμένως με δικά του χρήματα το εξόπλισε για το σκοπό αυτό. Έλαβε μέρος, μαζί με τον αδελφό του Γιάννη Διομήδη- Κυριακό, σ’ όλες τις εκστρατείες του ελληνικού στόλου στο Αιγαίο, στον Κορινθιακό Κόλπο και τη Δυτική Ελλάδα. Μαζί του πάντοτε είχε και τον αδελφό του Γκίκα, που ήταν ο τρίτος γιος του Αναστάση Κυριακού και παππούς του Αλεξάνδρου Διομήδη, μεγάλου οικονομολόγου, Ακαδημαϊκού και Πρωθυπουργού της Ελλάδος. Μετά τη λήξη του αγώνα, έζησε για πολλά χρόνια στις Σπέτσες, όπου και πέθανε.

Αναγνώστης Διομήδης – Κυριακός

Γεννήθηκε στις Σπέτσες και ήταν εξάδελφος με τους Ιωάννη, Νικόλαο και Γκίκα Διομήδη-Κυριακό. Υπήρξε από τους τολμηρότερους πλοιάρχους κατά την περίοδο του αγώνα. Από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η Επανάσταση εξόπλισε το ιδιόκτητο καράβι του «Τιμολέων» και έλαβε μέρος κατά τον πρώτο χρόνο του αγώνα στον αποκλεισμό της Μονεμβασίας και κατά τα επόμενα χρόνια στις ναυμαχίες των Ψαρών, της Σάμου, του Κορινθιακού κόλπου και της Πρέβεζας. Στη ναυμαχία της Σάμου διέπρεψε κατά του αιγυπτιακού στάλου, όπως αναφέρει στην έκθεσή του προς τους προκρίτους του νησιού, ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος.

Κατά τη ναυμαχία του Καφηρέα, στις 20 Μαΐου 1825, συνέλαβε με τον Αθανάσιο Πάνου πέντε κατάφορτα εχθρικά πλοία και τα μετέφερε στις Σπέτσες. Όταν το 1825 χρειάστηκε να αποσταλούν στην πολιορκημένη πόλη του Μεσολογγίου πολεμοφόδια και ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος κάλεσε τους πλοιάρχους σε συμβούλιο για να τους ρωτήσει ποιος ήθελε να παραλάβει τις σφαίρες, και να τις παραδώσει στους πολιορκημένους, ο Αναγνώστης Διομήδης – Κυριακός προσφέρθηκε να εκτελέσει αυτός την επικίνδυνη αποστολή. Και κατόρθωσε, πραγματικά, με την τόλμη και την επιδεξιότητά του, να παραδώσει τα πολεμοφόδια στον τόπο του προορισμού τους και να ενισχύσει με τον τρόπο αυτό και να ενθαρρύνει τους ήρωες του Μεσολογγίου. Κατά το έτος 1826 έλαβε μέρος στην προ της Μυτιλήνης ναυμαχία και το 1827 στην εκστρατεία του ελληνικού στόλου κατά της Αλεξάνδρειας με αρχηγό τον Κόχραν.

Ο χρόνος του θανάτου του δεν είναι γνωστός. Έζησε όμως αρκετά χρόνια μετά τη λήξη του αγώνα στις Σπέτσες και οι συμπολίτες του τον τιμούσαν όχι μόνο ως έναν από τους γενναιότερους πλοιάρχους αλλά και ως άνδρα ενάρετο, παράδειγμα δίκαιου και χρηστού πολίτη.

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

Read Full Post »

Γιάννουζας Γιάννος (1790-1821)


 

Ιωάννης – Γιάννος Γιάννουζας γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1790 και είναι το πρώτο από τα τρία παιδιά του πλοιάρχου Δημητρίου Γιάννουζα και της θρυλικής Λασκαρίνας, της μετέπειτα Μπουμπουλίνας.  Ο πατέρας του χάθηκε πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών (1797) και η Μπουμπουλίνα ξαναπαντρεύτηκε το 1801 τον επίσης σπετσιώτη αλλά και πολύ πλούσιο καραβοκύρη Δημ. Μπούμπουλη. Μα και η δική του τύχη δεν ήταν καλύτερη, γιατί κι αυτός σκοτώθηκε πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών το 1811.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Γιάννος Γιάννουζας από μικρός ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα και από την αρχή της Επανάστασης τάχτηκε στο πλευρό της μητέρας του Λασκαρίνας. Ο γιος βοηθούσε υπέρμετρα τη μητέρα του στη μεγαλουργό δράση της. Για αρκετό χρονικό διάστημα πολιορκούσε το Ναύπλιο μαζί της, επιβαίνοντας στο ιδιόκτητο καράβι της «Αγαμέμνων».

Όταν πληροφορήθηκε ότι ο Κεχαγιάμπεης με ισχυρό στρατό κατευθύνεται στο Άργος, αφού ήρθε σε συνεννόηση με τους πολιορκητές του Ναυπλίου, Δημήτριο Τσώκρη και τον Κρανιδιώτη Παπαρσένη Κρέστα, στρατοπέδευσε με ένα ολιγομελές σώμα Αργείων και Σπετσιωτών  στα πρόχειρα ταμπούρια που έφτιαξε κοντά στο χείμαρρο Χάραδρο ή Ξεριά, λίγα λεπτά έξω από το Άργος. Τα παλικάρια του Γιάννουζα ήσαν λίγα και απειροπόλεμα, ενώ οι επερχόμενοι κατά του Άργους τουρκαλβανοί του Κεχαγιάμπεη ήταν εμπειροπόλεμοι και τρεισήμισι χιλιάδες περίπου. Παρόλες, όμως, τις λυσσαλέες τους επιθέσεις για να καταλάβουν τα πρόχειρα ταμπούρια του Γιάννουζα, δεν κατόρθωσαν να τα χαλάσουν. Οι απώλειές τους ήταν μεγάλες. Παρόλα αυτά, ένα τμήμα του εχθρού με επικεφαλής τον περιβόητο για την παλικαριά του Βελήμπεη κατόρθωσε να πλησιάσει πολύ κοντά στα ταμπούρια του. Στο αντίκρισμα του Βελήμπεη, ο γιος της Μπουμπουλίνας πετιέται από το χαράκωμά του, του επιτίθεται, τον πληγώνει, τον ρίχνει κάτω από το άλογό του και αρπάζοντάς τον από τα  μαλλιά ετοιμάζεται να του κόψει το κεφάλι, όταν ένα βόλι τουρκαλβανίτικο τον πληγώνει θανάσιμα. Ο θάνατός του εξαγριώνει τους λίγους συντρόφους του και τους κάνει, αψηφώντας το θάνατο, να πεταχτούν όλοι έξω από τα ταμπούρια τους και να επιτεθούν με λύσσα στους Τουρκαλβανούς για να εκδικηθούν το θάνατο του αρχηγού τους. Μα είναι τόσο λίγοι και οι άλλοι τόσοι πολλοί, που σε λίγο το έδαφος στρώνεται από τα κορμιά τους.

Έτσι στον Ξεριά, με το γιο της Μπουμπουλίνας, τον Γιάννο Γιάννουζα, και τα παλικάρια του, γράφτηκε μία από τις πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας του Εικοσιένα, που μοιάζει μ’  εκείνη του Λεωνίδα με τους τριακόσιους στις Θερμοπύλες.

 

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

 

Read Full Post »

Το Επιχείρημα στα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη – Διδακτορική Διατριβή, Καρύμπαλη Β. Σοφία.


 

Μακρυγιάννης – Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Καρύμπαλη Β. Σοφία, «Το επιχείρημα στα Απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη», Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, Αθήνα, 2012.

Επιχειρήματα του Μακρυγιάννη – Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη – Ιστοριογραφίες και απομνημονεύματα αγωνιστών του 1821 – Συλλογική δράση των Ελλήνων στην Επανάσταση – Δικαίωση του αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας – Εμφύλιος πόλεμος κατά τη διάρκεια της Επανάστασης – Θρησκευτικό στοιχείο στα κείμενα του Μακρυγιάννη – Λογική ανάλυση της βασικής επιχειρηματολογίας του Μακρυγιάννη…

Για την ανάγνωση της διατριβής της κυρίας Σοφίας Καρύμπαλη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Επιχείρημα στα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη.

Read Full Post »

Το Πρώτο Εθνικό Νομισματοκοπείο. Άργος 1822 – Αίγινα 1828


 

Η Πρώτη Εθνική Συνέλευση των Επαναστατημένων Ελλήνων [1] εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού σώματος Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, να υλοποιήσει μία από τις σημαντικές αποφάσεις της. Να δημιουργηθεί δηλαδή το συντομότερο δυνατό Ελληνικό Εθνικό Νόμισμα, χωρίς να περιμένουν να ολοκληρωθεί με επιτυχία η Επανάσταση του Έθνους. Το όνομά του ορίστηκε να είναι η Δραχμή.

Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη. Φωτογραφία του Γάλλου Αρχαιολόγου Antoine Bon (;) περίπου στα 1930.

Ένα χρόνο περίπου μετά την καταστροφή του από τον Κιοσέ Πασά Μουσταφάμπεη ή Κεχαγιάμπεη (24/4/1821) [2] το Άργος αποφασίστηκε να είναι η έδρα του πρώτου Ελληνικού Νομισματοκοπείου.Το μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμένης (της Πορτοκαλούσας), που δεσπόζει στην πλαγιά του Λόφου της Λάρισας κάτω από το Πελασγικό Κάστρο του Άργους, έκριναν ότι είναι το καλύτερο και ασφαλέστερο μέρος για να κοπούν τα πρώτα ελληνικά νομίσματα.

Στην Καρδαμύλη της Μεσσηνιακής Μάνης ένας κιβδηλοποιός είχε στήσει ένα μηχάνημα κοπής κίβδηλων νομισμάτων (ανθούσε τότε η κιβδηλοποιία). Ήταν το μόνο γνωστό και διαθέσιμο που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αμέσως. Έτσι τον Μάρτιο του 1822 ο Δημήτριος Καλαμαριώτης εξουσιοδοτήθηκε ν’ αγοράσει αυτήν τη «μάκινα» όπως την έλεγαν και να την φέρει στο Άργος. Πράγματι αγοράστηκε και οι εργασίες για την ετοιμασία τα κοπής της Δραχμής ξεκίνησαν, αλλά προχωρούσαν αργά και με προβλήματα. Χρειάζονταν χρυσός, ασήμι και χαλκός. Τα λάφυρα από την Άλωση της Τριπολιτσάς (23/9/1821) είχαν μοιρασθεί τα περισσότερα στους νικητές καπετανέους και στους στρατιώτες τους. Πρότειναν να λιώσουν τ’ ασημένια σκεύη από τις εκκλησίες, ως έσχατη και άμεση λύση για την εύρεση ασημιού.

Έπρεπε, επίσης, να βρεθεί ικανός χαράκτης για την χάραξη της δραχμής. Βρέθηκε στο πρόσωπο ενός ικανού τεχνίτη στην κατασκευή ασημένιων αντικειμένων  και κιβδηλοποιού, του Αρμενικής καταγωγής Χατζηγρηγόρη Πυροβολιστή (Χατζή – Κιρκορ), που διορίστηκε ως Πρώτος Έλληνας χαράκτης του Εθνικού Νομισματοκοπείου. Ως πρώτα νομίσματα αποφασίσθηκε ότι θα κοπούν, το ασημένιο πεντάδραχμο και ο χάλκινος οβολός.

Στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα τα οθωμανικά νομίσματα που κυκλοφορούσαν ήταν –βασικά- τα ασημένια «γρόσια» και οι «παράδες».

Στις 16/3/1822 ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος με διάταγμά του καθόρισε τις επίσημες ισοτιμίες όλων των γνωστών νομισμάτων που κυκλοφορούσαν τότε στην απελευθερωμένη από την εθνική επανάσταση Ελλάδα. Όπως:

  • Τα χρυσά νομίσματα του σουλτάνου Αχμέτ του Γ’, τα λεγόμενα  «φουντούκια», που κυκλοφόρησαν από το 1703 έως το 1730, ισοδυναμούσαν με 11 γρόσια και 20 άσπρα το καθένα.
  • Τα χρυσά νομίσματα του σουλτάνου Μαχμούτ τα αποκαλούμενα από τον λαό «Μαχμουδιέδες» που κυκλοφορούσαν από το 1730 έως 1754 και ισοδυναμούσαν με 26 γρόσια το καθένα.
  • Τα χρυσά νομίσματα του Μουσταφά του Γ’, τα ονομαζόμενα από τον λαό «Αϊναλιά» και ισοδυναμούσαν με 33. Ήταν από τα πλέον περιζήτητα και ακριβά.
  • Τα γαλλικά ναπολεόνια, οι βρετανικές λίρες, οι κορώνες.
  • Τα αυστριακά νομίσματα της Μαρίας Θηρεσίας, τα ονομαστά «Τάλιρα Ρεγγίνα» (σ’ αυτά είχαν ιδιαίτερη προτίμηση οι Υδραίοι και νησιώτες καπετάνιοι καραβοκύρηδες. Όλα αυτά και άλλα ξένα νομίσματα, 26 συνολικά, είχαν τη δική του ισοτιμία με το γρόσι, όπως την προσδιόριζε το διάταγμα της 16/3/1822.

Δράμαλης (Μαχμούτ) πασάς (1780 – 1822)

Οι εργασίες του πρώτου Εθνικού Νομισματοκοπείου στο μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμένης στο Άργος διεκόπησαν αρχές Ιουλίου 1822 λίγο πριν ολοκληρωθούν. Γιατί η μεγάλη στρατιά του Μαχμούτ Πασά (1788-1822) πέρασε τον Ισθμό της Κορίνθου χωρίς αντίσταση και στις 13 Ιουλίου 1822 μπήκε στο Άργος. Η πόλις καταστράφηκε ξανά για δεύτερη φορά μέσα σε 15 μήνες και εκατοντάδες κάτοικοί του σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Έτσι ναυάγησε – λόγω Δράμαλη- η πρώτη προσπάθεια να κοπούν τα πρώτα ελληνικά νομίσματα στο Α’ Εθνικό νομισματοκοπείο που στήθηκε στο Άργος την άνοιξη του 1822.

Μετά την καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια 26-27/7/1822 η προσωρινή κυβέρνηση με απόφαση του εκτελεστικού σώματος τύπωσε χαρτονομίσματα αξίας 100, 250, 500, 700 και 1000 γροσίων για την ενίσχυση του Εθνικού Αγώνα. Τα χαρτονομίσματα αυτά δεν είχαν σχεδόν καμία ανταπόκριση ούτε από τους Έλληνες ούτε από τους ξένους και η αξία του μηδενίστηκε.

Η Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους το 1823 πήρε ξανά την απόφαση ότι είναι καθήκον της η έκδοση εθνικού νομίσματος. Και επανέλαβε ότι πρέπει να κοπούν ασημένιες δραχμές και χάλκινοι οβολοί. Κάθε δραχμή προσδιόρισαν την ισοτιμία της με 100 οβολούς. Ούτε και τούτη τη φορά το θέμα προχώρησε.

Ξανά και πάλι εμφύλιος πόλεμος, φατριασμός, διχασμοί, η επαναστατημένη Ελλάδα να βλέπει τα παιδιά της να σκοτώνονται μεταξύ τους και να μην έχει πού ν’ ακουμπήσει να πάρει μία ανάσα. Ο χρυσός, τ’ ασήμι, τα μέταλλα τ’ αναγκαία για να κοπούν τα νομίσματα έγιναν καπνός, όπως και το δάνειο της Ανεξαρτησίας (2.800.000 αγγλικές λίρες) που πήραμε το 1825. Και ο Ιμπραήμ Πασάς εισέβαλε ανενόχλητος στο Μωριά ρημάζοντάς τον.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία γύρω στο 1818., Καλλιτέχνες: «von L Brand ν{οη} R. Weber».

Μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου (8/10/1827) και την απελευθέρωση της χώρας και με την έλευση του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια (7/1/1828) το θέμα το πέρασε πλέον στην αρμοδιότητά του και απεφάσισε: πρώτον την άμεση δημιουργία Εθνικού Νομισματοκοπείου και δεύτερον να μην δημιουργήσει τη Δραχμή, αλλά ως νομισματική μονάδα τον αργυρό «Φοίνικα». (Το μυθικό πουλί των αρχαίων που αναγεννάται από τις στάχτες του, όπως η Ελλάδα).

Πολλαπλάσιο του αργυρού φοίνικα θα ήταν η χρυσή «ΑΘΗΝΑ» αξίας 20 φοινίκων και το ήμισυ αυτής 10 φοινίκων. Δυστυχώς λόγω ελλείψεως χρυσού, χρυσά νομίσματα δεν εκόπησαν.

Αρχές του 1828, ο Ιωάννης Καποδίστριας έλαβε ως δωρεά 1.500.000 ρούβλια από τη ρωσική κυβέρνηση αλλά και άλλες αξιόλογες δωρεές από τους υπόλοιπους συμμάχους των Ελλήνων. Τα χρήματα αυτά έδωσαν στον κυβερνήτη την ευκαιρία να ξεκινήσει αμέσως τη δημιουργία εθνικού νομίσματος.

 

Ο Φοίνικας, το πρώτο νόμισμα του νεοσυσταθέντος ελληνικού κράτους, κόπηκε από τον Καποδίστρια στην Αίγινα το 1828. Στο πίσω μέρος σχηματίζεται κύκλος από δύο κλαδιά δάφνης και ελιάς.

 

Έδωσε εντολή και στις 22 Μαΐου 1828 ο Αλέξανδρος Κοντόσταυλος τον οποίο διόρισε ως πρώτο έφορο του υπό ίδρυση Εθνικού Νομισματοκοπείου Ελλάδος, πήγε σε ειδική αποστολή στη Μάλτα και με 100 στερλίνες αγόρασε 2 μηχανές κατασκευής νομισμάτων του 1783 και 1797. Ανήκαν στο Τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών της Μάλτας, που είχε πάψει να λειτουργεί πριν 30 χρόνια όταν το τάγμα εκδιώχθηκε από τους Γάλλους και εγκατέλειψε τη Μάλτα. Μαζί με άλλα αναγκαία εξαρτήματα που αγόρασε στη Μασσαλία, στις 20/11/1828 έστησε το νομισματοκοπείο στην Αίγινα, στο ισόγειο του κτιρίου, που ο λαός ονόμασε «το παλάτι του Μπάρμπα-Γιάννη» και χρησίμευσε ως κυβερνείο του Ιωάννη Καποδίστρια για λίγο καιρό προτού μετακομίσει στην πρωτεύουσα στο Ναύπλιο.

 

Τα χάλκινα νομίσματα που εξέδωσε ο Καποδίστριας.

 

Τα πρώτα νομίσματα της ελεύθερης Ελλάδας εκόπησαν στις 27/06/1829. Και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι και το πρώτο αρχαίο ελληνικό νόμισμα οι «χελώνες», είχαν κοπεί τον 7ον αιώνα π.Χ. πάλι στην Αίγινα, που τότε ήταν αποικία των Αργείων από τον βασιλιά του Άργους τον Φείδωνα. Τελικά τέθηκαν σε κυκλοφορία μόνο 4 εκδόσεις. Ο αργυρός «Φοίνικας» τα χάλκινα «λεπτόν», «πεντάλεπτον» και «δεκάλεπτον» και το 1830 το χάλκινον «εικοσάλεπτον».

 

Αργυρός στατήρας Αίγινας (480 π.χ.)

 

Χελώνα της Αίγινας (480 π.Χ.)

 

Ο γνωστός μας (από την πρώτη προσπάθεια στο Άργος) Αρμένης Χατζηγρηγόρης  ήταν ο χαράκτης των ασημένιων «φοινίκων», που έγιναν από λιώσιμο ασημένιων διακοσμήσεων και όπλων, ενώ τα χάλκινα νομίσματα έγιναν από κατεστραμμένα πυροβόλα και είδη οικιακής χρήσεως. Τις χαράξεις του 1830 τις έκανε  τεχνίτης με το όνομα «Δάσκαλος» Γεώργ. Παπακωσταντόπουλος από την Καρύταινα, των δε κοπών του 1831 ο Καρπενησιώτης Δημ. Κοντός. Συνολικά εκόπησαν 11.978 ασημένιοι φοίνικες.

 

Γενική Εφημερίς

 

Η 4η Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων που έγινε στο αρχαίο θέατρο του Άργους (11/07 έως 6/08/1829) ενέκρινε ψήφισμα (το Ζ/31/7/1829) για τη λειτουργία του Νομισματοκοπείου και την κυκλοφορία του νέου νομίσματος εγκρίνοντας έτσι όλες τις μέχρι τότε αποφάσεις και πράξεις του Ιωάννη Καποδίστρια. Μάλιστα στις 30/7/1829 στα μέλη της Δ’ Εθνοσυνέλευσης μοιράσθηκαν ως δώρο τα πρώτα νομίσματα που κυκλοφόρησαν.

 

Οι φοίνικες του Καποδίστρια

 

Το 1831 αναγκάσθηκε ο Ιωάννης Καποδίστριας να κυκλοφορήσει χάρτινους φοίνικες [3]. Την απόφασή του αυτή ο πρώτος κυβερνήτης της χώρας μας την αιτιολόγησε με λόγια που μακάρι να τα ακούγαμε και σήμερα από τους νυν κυβερνώντες μας. «…χρεωστούντες να εξεύρωμεν τον τρόπον να θεραπεύσωμεν την ανάγκην ταύτην (δηλαδή την έλλειψη χρημάτων) χωρίς να επιφορτίσωμεν με νέους φόρους την γεωργίαν και το εμπόριον, τα οποία πρέπει να αναζωογονήσωμεν ως παθόντα εκ της παρελθούσης ανωμαλίας…». Οι χάρτινοι φοίνικες τυπώθηκαν στην Αίγινα την 1/7/1831. Η συνολική αξία τους ανήλθε στο ύψος των 500.000 φοινίκων, από 3.000.000 που είχαν αρχικά ορισθεί, τυπώθηκαν ονομαστικές αξίες των 5, 10, 50 και 100 φοινίκων. Τα χαρτονομίσματα μη έχοντας αντίκρισμα σε χρυσό ή ασήμι δεν απέκτησαν την εμπιστοσύνη Ελλήνων και ξένων και απέτυχαν.

 

Το Τάλληρο του Όθωνα, 1833, κοπής Μονάχου.

 

Μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια (27/9/1831) και την έλευση του νεαρού βασιλιά Όθωνα στο Ναύπλιο (18/1/1833) οι Βαυαροί που δεν ήθελαν ν’ ακούσουν καν για τις ημέρες και τα έργα του Α’ Κυβερνήτη της Ελλάδος, στις 1/2/1833 με μία από τις πρώτες αποφάσεις του Όθωνα σταμάτησαν τις εργασίες του Εθνικού Νομισματοκοπείου στην Αίγινα [4] και απεφάσισαν ότι το νέο νόμισμα της χώρας θα είναι πλέον η Δραχμή που από τότε έως το 2002 που την αντικατέστησε το ευρώ, πέρασε πολλά ευχάριστα και δυσάρεστα και εμείς μαζί της περισσότερα…

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Οι εργασίες της Α’ Εθνοσυνέλευσης άρχισαν την 1/12/1821 στον ημιυπόγειο ναό του Αϊ-Γιάννη στο Άργος (ο σημερινός ναός του Αϊ-Γιάννη κτίσθηκε μετά το 1822 και περατώθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια το 1829). Οι εργασίες της ξεκίνησαν άσχημα. Οι έριδες και ραδιουργίες έφεραν σε σύγκρουση τον Δ. Υψηλάντη και τον Θ. Κολοκοτρώνη με τους Μαυροκορδάτο και Νέγρη. Η δολοφονία στο Άργος εκείνες τις μέρες του Αντώνη Οικονόμου έκανε το Άργος ανάστατο. Οι πολιτικοί αντιπρόσωποι της Α’ Εθνοσυνέλευσης ένιωθαν μεγάλη ανασφάλεια γιατί ο στρατός είχε αγριέψει και τους απειλούσε. Έτσι αποφάσισαν να τη σταματήσουν και να μεταβούν στην Πιάδα (Νέα Επίδαυρο) χωρίς τον Δ. Υψηλάντη και τον Θ. Κολοκοτρώνη. Εκεί άρχισαν εκ νέου οι εργασίες της από την 20/12/1821 και τέλειωσαν στις 16/01/1822. Ο Μαυροκορδάτος κυριάρχησε και εκλέχτηκε Πρόεδρος του Εκτελεστικού σώματος (προσωρινός πρωθυπουργός).

[2] Στις 25/04/1821, ο Κιοσέ Μεχμέτ Πασάς Μουσταφάμπεης ή Κεχαγιάμπεης με 3.500 Τουρκαλβανούς εισβάλει στο Άργος και επί 6 μερόνυχτα ανενόχλητος το ρημάζει. Σφάζει 700 Αργείους, βιάζει γυναίκες και παίρνει όσα γυναικόπαιδα βρήκε ως σκλάβους. Βλέπε: Αργολική Αρχ. Βιβλιοθήκη: Ο Μεντρεσές του Άργους και η πολύτιμη για τον Αγώνα του 1821 μολύβδινη σκεπή τους.

[3] Δυστυχώς το κόστος παραγωγής κάθε αργυρού φοίνικα ξεπέρασε κατά πολύ την αξία που είχε σαν νόμισμα. Γι’ αυτό και σταμάτησε – μαζί με άλλους λόγους που κυρίαρχος ήταν η απουσία ασημιού- την παραγωγή του.

[4] Ό,τι έχει απομείνει από τα μηχανήματα αυτά βρίσκεται στη συλλογή της Εθνολογικής & Ιστορικής Εταιρείας της Ελλάδος. Μια μικρή πρέσα, βρίσκεται σήμερα δίπλα στα σκαλοπάτια της εισόδου του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου στην Αθήνα.

 

Βιβλιογραφία


  • Αναστάσιος Τζαμαλής, «ΤΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 1828-1979», Εκδόσεις ΝΟΥΜΜΙΟ, Αθήνα 1981.
  • Αργειακόν Ημερολόγιον 1930 (Συλλογή Γ. Γιαννούση).
  • Κάρολος Μπρούσαλης, «Το Εθνικό Νόμισμα» εφημ. Έθνος (Ιανουάριος 2007).
  • Αλέξης Τότσικας, «Η Δραχμή μας», Ιστόραμα, 2002.
  • Πρότυπο Πειραματικό Γενικό Λύκειο Βαρβακείου Σχολής, «Οι φοίνικες του Καποδίστρια: το πρώτο νόμισμα του νεώτερου ελληνικού κράτους», Απρίλιος 2013.

 

Γιώργος Γιαννούσης

Οικονομολόγος – Πρόεδρος Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Μαυροβούνιοι Εθελοντές στον Εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων στα 1821. Ιωάννης Α. Παπαδριανός.  Βαλκανικά Σύμμεικτα, τόμος 11 (1999-2000)-Περιοδική έκδοση του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου


 

Η απόφαση των Ελλήνων να πάρουν το 1821 τα όπλα εναντίον των Τούρκων συγκίνησε βαθιά τις ψυχές και των άλλων βαλκανικών λαών, οι οποίοι στέναζαν και αυτοί κάτω από τον ίδιο σκληρό ζυγό της δουλείας. Για τον λόγο αυτόν η εξέγερση των Ελλήνων μετατράπηκε σε πόλο έλξης, γύρω από τον οποίο συσπειρώθηκαν όλες οι προοδευτικές δυνάμεις της Βαλκανικής Χερσονήσου. Ο παμβαλκανικός χαρακτήρας του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος φαίνεται κυρίους στη συμμετοχή σ’ αυτόν πολλών Βαλκάνιων εθελοντών, μεταξύ των οποίων αρκετοί κατάγονταν από το Μαυροβούνιο [1].

Ήδη από την αρχή της εισηγήσεώς [2] μας οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι, ενώ για τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς εθελοντές υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία, για τους εθελοντές από τα Βαλκάνια, που συμμετείχαν στους αγώνες για την απελευθέρωση της Ελλάδας, έχουν γραφτεί πολύ λίγα [3]. Η διαφορά των κοινωνικών συστημάτων και η καχυποψία, που επικράτησαν ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτέλεσαν τη βασική αιτία για την καθυστέρηση της διαβαλκανικής έρευνας. Τα τελευταία όμως χρόνια άρχισαν σιγά-σιγά να έρχονται στην επιφάνεια πολύτιμες αρχειακές πηγές, οι οποίες μας βοηθούν να καθορίσουμε, κατά το δυνατόν, την έκταση της συμμετοχής των Βαλκάνιων εθελοντών στην επαναστατημένη Ελλάδα, καθώς και την ποιότητα των υπηρεσιών τους προς αυτήν. Αρκετοί από τους παραπάνω εθελοντές κατάγονταν από το Μαυροβούνιο, πρόσφεραν δε και αυτοί, όπως και οι υπόλοιποι Βαλκάνιοι εθελοντές, πολύτιμες υπηρεσίες στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Με τους Μαυροβούνιους ακριβώς εθελοντές, που πολέμησαν στο πλευρό των επαναστατημένων Ελλήνων στα 1821, προτιθέμεθα να ασχοληθούμε στην παρούσα ανακοίνωση. Επειδή όμως τα χρονικά όρια μιας εισήγησης είναι περιορισμένα, θα αναγκασθούμε εδώ να εξετάσουμε μόνο ορισμένους από τους εθελοντές αυτούς· προηγούμενος όμως, ας μας επιτραπεί να παραθέσουμε μερικές γενικές  διαπιστώσεις. Συγκεκριμένα:

1) Τα Μαυροβουνιώτικα σώματα, στα οποία περιλαμβάνονταν και άλλοι Βαλκάνιοι, και κυρίως Σέρβοι, στην αρχή βρίσκονταν κάτω από τη γενική αρχηγία Έλληνα οπλαρχηγού. Με το πέρασμα όμως του χρόνου και την ανάδειξη ηγετικών ικανοτήτων των στελεχών τους τα παραπάνω σώματα απέκτησαν αυτοτέλεια δράσης και κίνησης και συνεργάζονταν κατά τρόπο ισότιμο με τα ελληνικά σώματα [4].

2) Πολλοί Μαυροβούνιοι μαχητές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, ήδη από τα μέσα του 1824, κατέλαβαν ανώτερα ή ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα χάρη στις πολεμικές τους αρετές, την εμπειρία και τα διοικητικά τους προσόντα [5].

3) Ορισμένοι από τους Μαυροβούνιους εθελοντές εξελληνίστηκαν πέρα ως πέρα, έμαθαν την ελληνική γλώσσα, πολιτογραφήθηκαν Έλληνες και συνήθισαν γρήγορα στον ελληνικό τρόπο σκέψεως και ζωής. Επίσης, αρκετοί από τους απογόνους των εθελοντών αυτών θα ακολουθήσουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία των πατέρων τους και θα διακριθούν στα διάφορα πεδία των μαχών [6].

4) Οι περισσότεροι από τους Μαυροβούνιους μαχητές, θέλοντας κυρίως να εξασφαλίσουν τους συγγενείς τους που εξακολουθούσαν να ζουν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους από τυχόν τουρκικά αντίποινα, μετέβαλλαν αμέσως μετά την ενεργό συμμετοχή τους στον Ελληνικό αγώνα, το επώνυμό τους. Γι’ αυτό και στα σωζόμενα έγγραφα αναγράφεται μόνο το βαφτιστικό τους όνομα, στο οποίο προστίθεται, ως επώνυμο, το όνομα της εθνικότητας ή της πόλης της καταγωγής τους [7].

5) Η συμμετοχή των Μαυροβουνίων εθελοντών, όπως και των άλλων Βαλκάνιων, στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 υπαγορευόταν από διαφόρους λόγους. Άλλοι πίστευαν ότι ο αγώνας των Ελλήνων θα είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση και της δίκης τους πατρίδας και άλλοι νόμιζαν ότι έφθασε η αποφασιστική στιγμή για την οριστική μονομαχία «υπέρ πίστεως και πατρίδας». Ορισμένοι, πάλι, πήραν μέρος στον Αγώνα υπακούοντας στην επαναστατική τους ορμή· τέλος, υπήρχαν και εθελοντές που προσχώρησαν στην Ελληνική Επανάσταση κάτω από την πίεση ποικίλων περιστατικών [8].

Έπειτα από τις γενικές αυτές διαπιστώσεις, ας δούμε ορισμένους από τους Μαυροβούνιους συναγωνιστές των Ελλήνων επαναστατών στα 1821. Διευκρινίζουμε δε εδώ ότι, κατά την παράθεση των ονοματεπωνύμων, θα ακολουθηθεί η αλφαβητική – ελληνική – σειρά.

Συγκεκριμένα:

Μαυροβουνιώτης Βάσος (1797-1847). Μαυροβουνιώτης οπλαρχηγός κατά τους χρόνους του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος και σπουδαίος στρατιωτικός παράγοντας κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα με σημαντική πολιτική επιρροή Γεννήθηκε στο Πετροπαύλιτς του Μαυροβούνιου το έτος 1797 και γύρω στα 1817, μαζί με σημαντικό αριθμό συγγενών του, κατέφυγε στη Μικρά Ασία για να αποφύγει διώξεις των τουρκικών αρχών της πατρίδας του. Δυστυχώς, τα στοιχεία, που διαθέτουμε για τη δράση του στη Μικρά Ασία, είναι ελάχιστα. Το πιθανότερο είναι να είχε εργαστεί ως επιστάτης σε κτήματα Οθωμανού γαιοκτήμονα ή σε κάποια τουρκική στρατιωτική υπηρεσία. Το 1820 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Μικρά Ασία, κυνηγημένος για αξιέπαινη πράξη. Κατέφυγε τότε στην Αθήνα και εντάχτηκε ως μπαϊρακτάρης στον στρατό του «σιλιχτάρη» (διοικητή) της πόλης Μπαμπά πασά, ο οποίος ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον του Αλή πασά του Τεπελενλή που είχε αποστατήσει από την Υψηλή Πύλη [9].

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Κατά την επαναστατική περίοδο 1821-1827, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης [10] έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο. Αφού καθιερώθηκε κατά το πρώτο έτος του Αγώνα (1821), μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Κριεζώτη, ως στρατιωτικός παράγοντας στην περιοχή της νήσου Εύβοιας, πήρε μέρος σε αιματηρές μάχες εναντίον του Ομέρ πασά της επαρχίας Καρυστίας, όπως στα Στύρα όπου τραυματίστηκε, στις Πετριές και στο Κάδι, ενώ κατά το δεύτερο έτος της Επανάστασης (1822) αντιμετώπισε επιτυχώς τους Τούρκους στρατιωτικούς Ομέρ μπέη, Τζαχαρτζή – Αλή πασά και Σανδή – Ντίμπα στα Πολιτικά, στα Βρυσάκια, στα Βλαχοχώρια, στη Βάθεια και πάλιν στα Στύρα (12 Ιανουάριου 1822).

Το έτος 1823, έχοντας ήδη πάρει τους βαθμούς του πεντακοσιάρχου και κατόπιν του χιλιάρχου, αμύνθηκε με γενναιότητα στην τοποθεσία Πύργος του Καστροβαλά, η οποία βρισκόταν στο γνωστό λιμάνι της Κύμης, εναντίον του Γεπτσάραγα [11]. Επίσης το ίδιο έτος εξεστράτευσε με 300 άντρες του και με πλοία Ψαριανά εναντίον της σπουδαίας για την Επανάσταση νήσου της Θάσου· εκεί, μολονότι υπήρχε αρκετός τουρκικός στρατός, κατέστρεψε ολοκληρωτικά σχεδόν το οθωμανικό στοιχείο της νήσου [12]. Κατά τη διάρκεια δε του επόμενου χρόνου (1824), οπότε και ανέβηκε στο αξίωμα του στρατηγού [13], μεταφέρθηκε με το σώμα του στην Ύδρα και ανέλαβε τη φύλαξή της νήσου αυτής, η οποία παρείχε στον Αγώνα τα περισσότερα και καλύτερα πλοία.

Αλλά η δραστηριότητα του Μαυροβουνιώτη στρατηγού θα συνεχιστεί και κατά τα επόμενα χρόνια [14]. Έτσι, το 1825, με διαταγή της κυβέρνησης προωθείται στην Πελοπόννησο και παίρνει μέρος στις μάχες του Νεοκάστρου (15/27 Μαρτίου) και του Κρεμμυδιού εναντίον του Ιμπραήμ πασά, ο οποίος απειλούσε να καταπνίξει την Επανάσταση. Μετά την καταστροφή δε των ελληνικών δυνάμεων στο Κρεμμύδι (17/19 Απριλίου), επανήλθε στη Στερεά Ελλάδα και διατάχτηκε να επιτεθεί εναντίον των Σαλώνων (Άμφισσας). Εδώ πολιόρκησε στενά τους Τούρκους, αλλά, λόγω ελλείψεως τροφίμων, αναγκάστηκε να μεταβεί στη θέση Φουντάνα, όπου και επέφερε μεγάλη καταστροφή στον εχθρό πολεμώντας σαν πραγματικός ήρωας. Επίσης, κατά το ίδιο έτος διεξήγε με επιτυχία πολεμικές επιχειρήσεις στις Θερμοπύλες και στη Ρούσσα εναντίον του Κεχαγιάμπεη [15].

Τον επόμενο χρόνο (1826), ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, έλαβε μέρος σε μια εκστρατεία εναντίον του μακρινού Λιβάνου, η οποία, εκτός από τολμηρή, ήταν ταυτόχρονα και αυθαίρετη αφού δεν είχε την έγκριση της Προσωρινής Διοίκησης της επαναστατημένης Ελλάδας. Συγκεκριμένα, ο εγκαταστημένος από το 1820 στον Λίβανο έμπορος Χατζή Στάθης Ρέζης, που είχε στενές σχέσεις με τον εμίρη της περιοχής Μπεσίρ και ο οποίος είχε παρουσιαστεί στο Βουλευτικό Σώμα ισχυριζόμενος ότι διερμήνευε τις γνώμες των προυχόντων του Λιβάνου, είχε προτείνει στις 25 Οκτωβρίου του 1824 συμμαχία της χώρας εκείνης με την Ελλάδα με αντικειμενικούς σκοπούς την απελευθέρωση του Λιβάνου και της Κύπρου από την τουρκική σκλαβιά· μια τέτοια δε συμμαχία, τόνιζε ο Ρεζής, θα δημιουργούσε σοβαρό αντιπερισπασμό στις δυνάμεις του σουλτάνου και του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, ο οποίος είχε στείλει τον θετό γιο τον Ιμπραΐμ στην Πελοπόννησο με εντολή να καταπνίξει με κάθε τρόπο την επανάσταση. Το Βουλευτικό Σώμα δέχτηκε την πρόταση και ενέκρινε ως αντιπροσώπους του τον Χατζή Στάθη Ρέζη, τον Αντώνιο Τζούνη και τον Κύπριο αγωνιστή Χαράλαμπο Μάλη. Αλλά και το Εκτελεστικό Σώμα, αν και κάπως αργά, με έγγραφό του της 13ης Ιουλίου του 1825 ενέκρινε την παραπάνω απόφαση και ζήτησε από τον Ρεζή να συνοδεύσει και να καθοδηγήσει, ως γνώστης προσώπων και πραγμάτων, τους Έλληνες απεσταλμένους. Τον Τζούνη δε, ο οποίος αρνήθηκε τελικά να συμμετάσχει στην αποστολή, τον αντικατέστησε ο Γρηγόριος Δενδρινός, επίσκοπος Ευδοκιάδος. Όλους λοιπόν αυτούς η Προσωρινή Διοίκηση τους εφοδιάζει με έγγραφα προς τον εμίρη Μπεσίρ, προς τους φυλάρχους, τους ιερωμένους και τους προκρίτους του Λιβάνου, για να συνεννοηθούν μαζί τους για τους τρόπους της συνεργασίας των δύο τόσο απομακρυσμένων χωρών [16]. Αλλά και μια άλλη παράλληλη κίνηση παρατηρείται τότε που προερχόταν από ορισμένους Κύπριους πρόσφυγες, οι οποίοι, εμφορούμενοι από θερμό πατριωτισμό, φθάνουν ως τη σύλληψη σχεδίων που, υλοποιούμενα, θα είχαν απρόβλεπτες συνέπειες για την Κύπρο και την επαναστατημένη Ελλάδα γενικότερα [17].

Τα σχέδια όμως των εκστρατειών εναντίον του Λιβάνου και της Κύπρου γίνονταν σε μια περίοδο που η Προσωρινή Διοίκηση είχε να αντιμετωπίσει σοβαρότερα εσωτερικά προβλήματα, όπως ήταν η θανάσιμη απειλή του Ιμπραΐμ στην Πελοπόννησο και οι συντονισμένες επιχειρήσεις του Κιουταχή πασά στη Στερεά Ελλάδα που έτειναν στην κατάπνιξη της επανάστασης στην περιοχή. Γι’ αυτό και τα εν λόγω σχέδια εγκαταλείφθηκαν από την Προσωρινή Διοίκηση. Οι συζητούμενες, ωστόσο, επιχειρήσεις έγιναν γνωστές σ’ ένα κύκλο τολμηρών στρατιωτικών, όπως του Βάσου Μαυροβουνιώτη, του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνου και του Νικόλαου Κριεζώτη, οι οποίοι έβλεπαν ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα μπορούσε να τους φέρει όχι μόνο πολεμική δόξα, αλλά και σημαντικά υλικά κέρδη. Οι κινήσεις όμως αυτές των στρατιωτικών, αν και ήταν μυστικές, δεν άργησαν να γίνουν αντιληπτές από τον Κύπριο πατριώτη Χαράλαμπο Μάλη, ο οποίος επιθυμούσε η εκστρατεία εναντίον του Λιβάνου και της Κύπρου να πραγματοποιηθεί υπό τον έλεγχο των επισήμων πολιτικιών αρχών και όχι να πάρει τη μορφή ιδιωτικής επιχείρησης και με ιδιοτελείς σκοπούς· γι’ αυτό και έσπευσε να ειδοποιήσει την ελληνική κυβέρνηση. Έτσι, με αναφορά του της 29ης Ιανουάριου 1826 προς το Βουλευτικό Σώμα κατήγγειλε τις ύποπτες κινήσεις των στρατιωτικών και ζήτησε να ληφθούν μέτρα εναντίον των πρωταγωνιστών των κινήσεων αυτών [18].

Η ελληνική κυβέρνηση, που δεν είχε πληροφορίες για τις παραπάνω μυστικές ζυμώσεις, ζητεί από το Βουλευτικό Σώμα να καταβάλλει κάθε προσπάθεια, ώστε να εμποδιστεί το παράτολμο εγχείρημα των στρατιωτικών. Με το ίδιο δε πνεύμα γράφει και προς τους προκρίτους των νησιών Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, καθώς και στην ψυχή του Αγώνα Θεόδωρο Κολοκοτρώνη που επηρέαζε αποφασιστικά τους στρατιωτικούς κύκλους. Παρόλα αυτά, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης και οι ομοϊδεάτες του εμμένουν στα σχέδιά τους και αναπτύσσουν έντονη δραστηριότητα για την πραγματοποίησή τους. Ως τόπος συγκέντρωσης ορίζεται η νήσος Κέα (Τζια), στην οποία, κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 1825 ως το Φεβρουάριο του 1826, συρρέουν διάφοροι οπλοφόροι υπό την αρχηγία του Βάσου Μαυροβουνιώτη, του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνου, του Νικολάου Κριεζώτη, του Σταύρου Λιακόπουλου και του Χατζή Στεφάν ή Βούλγαρη που συνολικά θα ξεπεράσουν τους 2.000 άνδρες. Οι οπλοφόροι όπως αυτοί, επειδή δεν βοηθούνταν από την κυβέρνηση, αναγκάζονταν πολλές φορές να καταπιέζουν τους κατοίκους της περιοχής για να τους προμηθεύσουν τρόφιμα [19].

Τέλος, κατά το τέλος Φεβρουάριου, το σώμα των οπλοφόρων αναχώρησε με 14 καράβια, στις αρχές δε Μαρτίου έφτασε στις ακτές της Συρίας έξω από τη Βηρυτό, όπου έκαμε απόβαση και κατέλαβε έναν ακρινό παραθαλάσσιο πύργο και μερικά σπίτια· απ’ εκεί ήλθε σε επαφή με τον εμίρη Μπεσίρ, αλλά αυτός ζήτησε από τους οπλαρχηγούς τα πληρεξούσιά τους γράμματα, τα οποία βέβαια αυτοί δεν διέθεταν. Διατάχτηκαν λοιπόν να αναχωρήσουν, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, προτού συγκεντρωθούν και επιτεθούν εναντίον τους οι Άραβες. Έτσι αναγκάστηκαν, στις 25 Μαρτίου, να φύγουν άπρακτοι και να παραιτηθούν από μια τολμηρή επιχείρηση σε ξένη χώρα σε εποχή, κατά την οποία η παρουσία και η συνδρομή τους στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι που περνούσε αγωνιώδεις στιγμές θα ήταν ανεκτίμητη. Κατά την επιστροφή τους, προσέγγισαν στην Κύπρο, όπου τρομοκράτησαν τους Τούρκους κατοίκους του νησιού, έπιασαν κατόπιν στα παράλια της Κιλικίας ένα αυστριακό καράβι και, τέλος, μέσω της νήσου Άνδρου ξαναγύρισαν στην επαναστατημένη Ελλάδα [20].

Μετά την επιστροφή από το Λίβανο, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα διακριθεί στη μάχη στη θέση «Λυκόραμα», απέναντι από τα νησιά Πεταλιοί [21]. Στη θέση αυτή θα φθάσει στις 5 Απριλίου του 1826 ο Μαυροβουνιώτης πολέμαρχος με 800 περίπου άνδρες και με τρία πολεμικά πλοία και μαζί με τον Νικ. Κριεζώτη και Χατζή Μιχάλη Ταλιάνο θα σώσει τους Έλληνες από τον ασφυκτικό τουρκικό κλοιό, που είχε σχηματιστεί γύρω από αυτούς [22]. Κατά τους υπόλοιπους δε μήνες του 1826 ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα λάβει ενεργό μέρος σε τρεις μάχες στα Λιόσια της Αττικής εναντίον του σιλιχτάρη και κατόπιν σε δύο μάχες στο Χαϊδάρι και την Ελευσίνα εναντίον του Ρούμελη – Βαλεσί Κιουταχή πασά, όπου θα εκτιμηθούν από την ελληνική κυβέρνηση δεόντως τα στρατιωτικά του προσόντα [23]. Αλλά και κατά το επόμενο έτος (1827) ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα πολεμήσει με πείσμα εναντίον Κιουταχή πασά και κυρίως στο Καματερό και στη Λιάτανη [24].

Κατά τους εμφυλίους πολέμους (1824-1825), ο Βάσος Μαυροβουνιώτης συστοιχήθηκε, όπως άλλωστε και η συντριπτική πλειοψηφία των μη Πελοποννησίων οπλαρχηγών, με την πλευρά των λεγομένων κυβερνητικών, επικεφαλής των οποίων βρισκόταν η οικογένεια των Κουντουριωτών. Από πολιτική δε άποψη ήταν ενταγμένος στο Γαλλικό κόμμα του Ιωάννη Κωλέττη, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα και μια ανεξαρτησία κινήσεων, καθώς, με τον αδελφοποιτό του Νικόλαο Κριεζώτη και ορισμένους άλλους μεγαλοκαπετάνιους της Ανατολικής Στερεός, είχαν συμπήξει ξεχωριστή στρατιωτικοπολιτική ομάδα μέσα στους κόλπους του Γαλλικού κόμματος [25].

Κατά τη διάρκεια της Καποδιστριακής περιόδου, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης εντάχτηκε στον νέο στρατιωτικό οργανισμό του Κυβερνήτη, δηλαδή στις χιλιαρχίες και ανέλαβε τη διοίκηση της ΣΤ’ Χιλιαρχίας. Σαν διοικητής δε της χιλιαρχίας αυτής πολέμησε σε μια σειρά ολόκληρη μαχών για την ανακατάληψη της Στερεάς Ελλάδας· συγκεκριμένα, στο Στεβενίκο και Λιβαδειά κατά του Ομέρ πασά της Καρύστου, στην πολιορκία της ακρόπολης της Άμφισσας εναντίον του Μεχμέτ – Ντέβολη, στο Μαρτίνο της Λιβαδειάς εναντίον του Μαγιούτ πασά και, τέλος, στη Λιθάδα της Εύβοιας κατά του Ομέρ πασά. Αλλά και τον επόμενο χρόνο (1829), έδωσε δύο σκληρές μάχες κατά του «σιλιχτάρη» στα Χάσια της Αττικής (Άγιος Ιωάννης), τερματίζοντας έτσι μια πλούσια στρατιωτική σταδιοδρομία με συμμετοχή σε τριανταέξι περίπου μάχες, πολιορκίες και εκστρατείες [26].

Η Οθωμανική περίοδος υπήρξε η πιο ευνοϊκή για τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Ο Μαυροβουνιώτης πολέμαρχος ήταν ένας από τους λίγους ατάκτους αξιωματικούς της προηγούμενης περιόδου που κατόρθωσαν να ενταχθούν στον νέο Οθωνικό στρατό. Η σταδιοδρομία του υπήρξε εντυπωσιακή: μέλος της επιτροπής που είχε σαν σκοπό να εξετάσει τις εκδουλεύσεις που παρείχαν και τη διαγωγή που επέδειξαν κατά την Επανάσταση οι αξιωματικοί των ατάκτων σωμάτων (1833)· συνταγματάρχης – επιθεωρητής Αττικής και Βοιωτίας (1834)· αρχηγός της Οροφυλακής Φθιώτιδας (1836)· υποστράτηγος (1843) και βασιλικός υπασπιστής (1846) [27].

Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης υπήρξε μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της περιόδου που έζησε. Ο φυγάς του Μαυροβούνιου και της Μικρός Ασίας ήρθε στην επαναστατημένη Ελλάδα και, χωρίς να ανήκει στα παλαιά μεγάλα αρματολικά τζάκια, κατόρθωσε, στηριγμένος μόνο στα προσόντα του [28], να ανέβει στις υψηλές βαθμίδες της στρατιωτικής ιεραρχίας και να παίξει σημαντικό ρόλο στην κοινωνία της μετεπαναστατικής Ελλάδας. Πέθανε σχετικά νέος στις 9 Ιουνίου 1847, από πνευμονία [29].

Σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση του Μαυροβουνιώτη πολέμαρχου, γνωρίζουμε ότι παντρεύτηκε μια από τις πιο διάσημες γυναίκες της εποχής την Ελέγκω (Ελένη) Μαυροβουνιώτη, το γένος Ιωαννίτη [30], και απέκτησε μαζί της τέσσερις γιους: τον Γεώργιο, τον Τιμολέοντα, τον Αλέξανδρο και τον Κωνσταντίνο. Από τους γιους της Ελέγκως και του Βάσου Μαυροβουνιώτη θα αναδειχτεί κυρίως ο Τιμολέων, ο οποίος, εκτός από τα άλλα, θα διακριθεί και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897 [31].

Μαυροβουνιώτης Ράντος. Αδελφός του Βάσου. Πολέμησε ηρωικά επί τρία έτη εναντίον των Τούρκων στη νήσο Εύβοια- το τέταρτο δε έτος της επανάστασης στο νησί Ψαρά, όπου έδειξε απαράμιλλη ανδρεία. Συγκεκριμένα, στις 21 Ιουνίου του 1824 ισχυρός τουρκικός στρατός αποβιβάστηκε στο νησί με σκοπό να το καταστρέφει. Ο Ράντος Μαυροβουνιώτης, ο οποίος μαζί με τον Λάμπρο Κασσανδρινό είχε αναλάβει την άμυνα του νησιού, στη θέση Φτελιό απέκρουσε τρεις ισχυρές τουρκικές επιθέσεις, αλλά το απόγευμα άρχισαν να τον περικυκλώνουν οι εχθροί και γι’ αυτό αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο φρούριο του νησιού. Εδώ διεξήχτηκε άγρια πάλη και τελικά, όταν ο Ράντος είδε ότι δεν υπήρχε καμιά ελπίδα σωτηρίας, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάχτηκε στον αέρα μαζί με τους συμπολεμιστές του παρασύροντας στον θάνατο και 3000 Τούρκους [32].

Μοντενεγρίνος Τζωάννος. Διακρίθηκε κυρίως κατά τις πολιορκίες πόλεων σημαντική δε ήταν η συμβολή του κατά την πολιορκία και άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) σπουδαίου στρατηγικού κέντρου της Πελοποννήσου. Ο Δημήτριος Υψηλάντης, η ελληνική αυτή ψυχή της επανάστασης, επαινεί την ειλικρίνεια και την παρρησία, με την οποία εξέφραζε τις απόψεις του ο Μαυροβουνιώτης αγωνιστής [33].

Ουïτζ (De Wintz) Μαυροβουνιώτης στρατηγός που είχε πολεμήσει υπό τις σημαίες του Μεγάλου Ναπολέοντος. Ευρισκόμενος στο Λονδίνο, επιδίωξε, σε συνεργασία με ορισμένους Άγγλους και Κύπριους εξόριστους, να καταρτίσει στρατιωτικό σώμα από 2.000 εθελοντές ή μισθοφόρους Ευρωπαίους και να κατέλθει στην Ελλάδα και στην Κύπρο, για να πολεμήσει εναντίον των Τούρκων (1823-1824). Προς τον σκοπό αυτόν επιχείρησε να συνάψει ελληνικό ή κυπριακό δάνειο στο Λονδίνο, αλλά ήλθε σε αντίθεση με την ελληνική επαναστατική επιτροπή που έδρευε στην αγγλική πρωτεύουσα [34]. Τον Αύγουστο του 1824 έστειλε τον γιο του στην Ελλάδα, για να επιτύχει την έγκριση της Ελληνικής Κυβερνήσεως για το επιδιωκόμενο δάνειο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο Ουΐτζ είχε επίσης αποστείλει μέσω του Άγγλου συνταγματάρχη Delaways στην Ελλάδα το από 12 Σεπτεμβρίου 1823 πολεμικό σχέδιο ιδίας εμπνεύσεως, το οποίο απέβλεπε στην απελευθέρωση της Ελλάδας. Από τα έγγραφα, που απευθύνει ο Μαυροβούνιος αυτός στρατηγός προς την Ελληνική Διοίκηση, φαίνεται ο θερμός φιλελληνισμός του [35].

Τζούροβιτς Γρηγόριος, οπλαρχηγός. Υπηρέτησε την ελληνική επανάσταση έχοντας υπό τις οδηγίες του επίλεκτη ομάδα στρατιωτών. Με αναφορά του που υποβάλλει, την 1η Νοεμβρίου 1828 από τον Πόρο, προς τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια, εκθέτει τις υπηρεσίες, που πρόσφερε στον Αγώνα, και ζητεί ανάλογη εργασία. Επίσης, συνυποβάλλει βεβαίωση του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, Γενικού Γραμματέα της Ελληνικής Διοίκησης, στην οποία τονίζεται η συναίσθηση του καθήκοντος που διείπε πάντοτε τις πράξεις του Μαυροβουνιώτη εθελοντή [36]. Αλλά δεν ήταν μόνο το στρατιωτικό στάδιο που διακρίθηκε ο Γρηγόριος Τζούροβιτς· εξίσου άξιος φάνηκε και κατά τη διπλωματική αποστολή που του ανέθεσε η διοίκηση του Αγώνα στα 1824 να μεταβεί στο Μαυροβούνιο και να συζητήσει με τον αρχηγό της χώρας Πέτρο Α΄ Πέτροβιτς Νιέγκος ζητήματα κοινής ελληνομαυροβουνιώτικης δράσης κατά των Τούρκων [37].

Ας ανακεφαλαιώσουμε: Οι Μαυροβουνιώτες εθελοντές στην Ελληνική Παλιγγενεσία του 1821 αποτελούν τρανότατο δείγμα της διαβαλκανικής συνεργασίας κατά τους νεότερους χρόνους. Οι στενές όμως ελληνομαυροβουνιώτικες σχέσεις δεν θα σταματήσουν εδώ, αλλά θα συνεχισθούν και κατά τους επόμενους χρόνους, για να φτάσουν και πάλι στο ύψιστο σημείο τους το 1912, με τη σύμπηξη της άρρηκτης βαλκανικής συμμαχίας.

Παραθέτουμε εδώ σε μορφή pdf, κατά τρόπο ενδεικτικό, ορισμένα μόνο από τα έγγραφα τα οποία χρησιμοποιήσαμε κατά τη σύνταξη της παρούσας εργασίας μας.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Joanis Papadrianos, «Grcki ustanak 1821. godine i Crnogorci», Istonjski zapisi 3 (1996).

[2] Οι βασικές αρχές του θέματος αυτού αποτέλεσαν εισήγηση στο Ά Ελληνομαυροβουνιώτικο Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Μαυροβούνιο τον Μάιο του 1997 στα σέρβικα. Το κείμενο δίνεται εδώ στην ελληνική γλώσσα.

[3] E. Πρωτοψάλτης, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες κατά την επανάσταση του 1821», A’. Ελληνοσερβικό Συμπόσιο, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979. σ. 65.

[4] Βλ. Σπ. Λουκάτου. «Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Βόσνιοι μαχητές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας», Α’,  Ελληνοσερβικό  Συμπόσιο, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 105-106.

[5] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Βάσου Μαυροβουνιώτη, ο οποίος από νωρίς τιμήθηκε με το αξίωμα του χιλίαρχου (βλ. Αβ. Χρυσολόγη, Βάσος Μαυροβουνιώτης, Αθήναι 1876, passim).

[6] Αναφέρουμε εδώ, ενδεικτικό, τον Τιμολέοντα Βάσο, γιο του Βάσου του Μαυροβουνιώτη. Ο οποίος, εκτός από τα άλλα, διακρίθηκε και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897 (βλ. Λουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 109).

[7] Οι εξαιρέσεις που Μαυροβούνιοι μαχητές διατήρησαν τα πατρωνυμικά τους επίθετα, όπως των Ιωάννη Ράντοβιτς και Γρηγορίου Τζούροβιτς, είναι σπάνιες [βλ. Πρωτοψάλτη, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες», σ. 79-80).

[8] Nικολάι Τυντόρωφ, Η βαλκανική διάσταση της επανάστασης του 1821. Η περίπτωση των Βουλγάρων, Αθήνα 1982, σ. 67.

[9] Βλ. λεπτομέρειες- Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 15-16.

[10] Εδώ ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θρήνησε τον θάνατο ενός από τους πιο γενναίους οπλαρχηγούς του Αγώνα, του Ηλία Μαυρομιχάλη που επονομαζόταν Μπεϊζαντέν (βλ. Χρυσολόγη, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 16-18).

[11] Ο ηρωισμός και γενικά οι στρατιωτικές ικανότητες, που επέδειξε ο Βάσος Μαυροβουνιώτης κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις στη νήσο Εύβοια, φαίνεται ολοκάθαρα από μια βεβαίωση που του χορήγησε ο Άρειος Πάγος (το Ανώτατο Δικαστήριο) στις 5 Φεβρουάριου του 1823. (βλ. στο υπ’ αριθμό/έγγραφο στο τέλος του άρθρου μας).

[12] Βλ. Χρυσυλόγη, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, σ. 20. Πρβλ. και Στέφανος Π. Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσος», Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (εκδοτική Αθηνών), τ. 6, Αθήνα χ. χρ., σ. 91.

[13] To terminus ante quem της αναδείξεως του Βάσου Μαυροβουνιώτη στο αξίωμα του στρατηγού πρέπει να είναι η 23η Σεπτεμβρίου 1824, όπως καταφαίνεται από ένα έγγραφο που φέρνει την ημερομηνία αυτή [βλ. Δουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 127].

[14] Μολονότι η κυβέρνηση εξακολουθούσε να μην πληρώνει τους οφειλομένους μισθούς σ’ αυτόν και στους άνδρες του (βλ. στο υπ’ αριθμό 2 ντοκουμέντο στο τέλος της εργασίας μας).

[15] Οι τελευταίες αυτές νίκες του Βάσου Μαυροβουνιώτη βεβαιώνονται από μια επίσημη έκθεση, την οποία συνέταξε στις 20 Οκτωβρίου του 1825 στο στρατόπεδο των Σαλώνων ο συμπολεμιστής του Μαυροβουνιώτη στρατηγού Νικόλαος Κριεζώτης (βλ. στο υπ’ αριθμό 3 ντοκουμέντο στο τέλος του άρθρου μας).

[16] Βλ. Ε. Πρωτοψάλτη, «Αυθαίρετος εκστρατεία των Ελλήνων εις Λίβανον», Αθηνά 58 (1954), σ. 243 κ. ε. Σπ. Λουκάτος, «Προσπάθειαι ελληνο-συρολιβανικής συμμαχίας κατά την Ελλην. Εξανάστασιν (1822-1828)», Μνημοσύνη 3 (1970-1971), σ. 328 κ.ε.

[17] Ε. Πρωτοψάλτης, Η Κύπρος εις τον Αγώνα τον 1821, Αθήναι 1971, σ. 75 κ.ε. Απόστολος Ε. Βακαλόπουλυς, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 7, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 538.

[18] Πρωτοψάλτης, «Αυθαίρετος εκστρατεία», 262-263. Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. 7, σ. 539.

[19] Την εκστρατεία εναντίον του Λιβάνου εξετάζει διεξοδικά και ο βιογράφος του Βάσου Μαυροβουνιώτη AB. Ν. Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 32-38. Η εξέταση όμως σε πολλά σημεία της αγγίζει τα όρια του ιστορικού διηγήματος και τούτο, γιατί ο βιογράφος του Μαυροβουνιώτη πολεμάρχου δεν διαθέτει αξιόπιστα τεκμήρια.

[20]  Πρωτοψάλτης, «Αυθαίρετος εκστρατεία», σ. 273-274: Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. 7, σ. 539-540.

[21] Οι Πεταλιοί είναι σύμπλεγμα από μικρά νησιά στο νοτιοδυτικό άκρο της μεγαλονήσου Εύβοιας.

[22] Βλ. Βακαλοπούλου, Ιστορία, τ. 7, σ. 530-531, όπου και η υπόλοιπη βιβλιογραφία.

[23]  Όπως κυρίως φαίνεται από το υπ’ αριθμό 4 έγγραφο που δημοσιεύεται στο τέλος της μελέτης μας.

[24] Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 59 κ.ε. Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσσος», σ. 91.

[25] Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, ως οπαδός της παράταξης των κυβερνητικών – Κουντουριωτών και του Γαλλικού κόμματος, συνεργάστηκε στενά με έναν άλλο σπουδαίο Βαλκάνιο εθελοντή, τον Χατζή Χρήστο Ντάγκοβιτς (βλ. Ιωάννη Α. Παπαδριανού, Η Ελληνική Παλιγγενεσία του 1821 και η βαλκανική της διάσταση. Κομοτηνή 1996, σ. 40, σημ. 16).

[26] Χρυσολόγης, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, σ. 66 κ.ε.

[27] Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσσος», σ. 92

[28] Η φιλοπατρία, η ανδρεία και η πειθαρχία προς τους ανώτερους του ήταν τα προσόντα που διέκριναν τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Αθήνα σώζεται σειρά ολόκληρη εγγράφων της Ελληνικής διοίκησης, στα οποία τονίζονται τα παραπάνω προσόντα του Μαυροβουνιώτη πολεμάρχου [βλ. Λουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 138 κ.ε.].

[29] Την τελευταία ημέρα του θανάτου του, τον επισκέφτηκε ο βασιλέας Όθων και τον ρώτησε αν έχει να εκφράσει κάποια επιθυμία για την οικογένεια του. «Η μόνη μου επιθυμία», απάντησε ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, «είναι τα παιδιά μου να σας δουν να εισέρχεστε στην Κωνσταντινούπολη» (βλ. Χρυσολόγου, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 64).

[30] Η Ελέγκω είχε φήμη καλλονής «… έλαμπε από ομορφιά και ήταν γεμάτη από χαρίσματα» και είχε γοητεύσει και τον γνωστό ποιητή Π. Σούτσο. Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα παντρευτεί αργότερα για Δεύτερη φορά την Υδραία Μπίλλιω, από την οποία θα αποκτήσει και μια κόρη, την Πέτρα. Παρόλα αυτά η Ελέγκω αντιμετωπιζόταν και τότε ως Ελέγκω Βάσου Μαυροβουνιώτη και, μετά τον θάνατο του συζύγου της Βάσου, ως η χήρα του (βλ. Δημητρίου Π. Πασχάλη, Η Άνδρος κατά την Επανάσταση του 1821 Αθήναι 1930, σ. 73 κ.ε.).

[31]  Τη σχετική βιβλιογραφία βλ. παραπάνω, σ. 246, σημ. 5.

[32] Βλ. σχετικά στο υπ’ αριθμό 5 ντοκουμέντο που Δημοσιεύεται στο τέλος της εργασίας μας.

[33] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Συλλογή Βλαχογιάννη, Εκτελεστικόν Σώμα, 27 Απριλίου 1823.

[34] Πρωτοψάλτης, Η Κύπρος, α. 18 κ.ε.

[35] Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, έκδοση Ε. Πρωτοψάλτη, τ. 3, Αθήναι 1968,0.394-396,925

[36] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Γενική Γραμματεία, φάκ. 148, αριθμ. 7 και 8.

[37] Σπ. Λουκάτος, Σχέσεις Ελλήνων μετά Σέρβων και Μαυροβουνίων κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν (1823-1826), Θεσσαλονίκη 1970, σ. 119.

Ιωάννης Α. Παπαδριανός

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η Άλωση του Παλαμηδίου – Ομιλία του Δρ. Γεωργίου Κόνδη στην Αίθουσα Βουλευτικού στις 28 Νοεμβρίου 2015


 

Ως των Αποστόλων Πρωτόκλητος

και του κορυφαίου αυτάδελφος

τον Δεσπότην των όλων, Ανδρέα,

ικέτευε, ειρήνην, τη οικουμένη δωρήσασθαι

και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.

 

Μέσα σε βάναυσα σκοτεινιασμένο χώρο, φτιαγμένο πρώτα ν’ αποθέτουν οι χριστιανοί με προσευχή τις ελπίδες του βίου τους, μεταλλαγμένο όμως σε χαμώγι όπου η μούχλα και η πνιγηρή σκόνη του χρόνου έχουν βασίλειο˙ με πρόσωπο θαμμένο κάτω από μπάλες πέτρινες ολέθρου˙ εκεί φως μυστικό ελπίδας ανάλαμψε στους τοίχους του και ο ψαλμός του Αγίου Ανδρέα ακούστηκε εξαγνιστικός, χρόνια πολλά μετά τον ερχομό της τυραννίας και της σκλαβιάς.

Μια εικόνα, λίγα εκκλησιαστικά σκεύη δανεικά από παρακείμενη εκκλησία κι ένα απλό σιδερένιο μανουάλι με κεριά. Κι ήταν το μεγαλείο του ναού απερίγραπτο, όσο απερίγραπτος είναι ο δεύτερος άθλος της αναγέννησής του και άλλο τόσο απερίγραπτη η απλότητα και η ταπεινή ευχαριστήρια επίκληση των νικητών στον Άγιο, που τους αξίωνε να ζήσουν μέρα τέτοιου θριάμβου.

Ως των Αποστόλων Πρωτόκλητος

και του κορυφαίου αυτάδελφος

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

Ο λεβεντόπαπας Γιώργης Βελίνης γέμιζε με την κορμοστασιά του την ωραία πύλη της εκκλησίας του Αγίου Ανδρέα στο εσωτερικό του Παλαμηδιού.  Μαζί με όλο το εκκλησίασμα έψαλαν και πάλι το απολυτίκιο για τη μεγάλη εορτή που είχε ξημερώσει. Την εορτή του Αποστόλου Ανδρέα. Την εορτή της μεγάλης χαράς για το Ανάπλι και τους Έλληνες. Δεν πρόδιδε τούτη η λιόλουστη μέρα όσα είχαν προηγηθεί. Ούτε τα πρόσωπα του παπά και των άλλων αγωνιστών πρόδιδαν αγώνα, κούραση, αγωνία. Ίχνος ρυτιδιασμένου προσώπου δεν υπήρχε. Όλων τα πρόσωπα έλαμπαν. Πρώτος και καλύτερος ο καπετάνιος της μεγάλης νίκης ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ζωσμένος ακόμα τ’ άρματά του όπως και οι άλλοι συντρόφοι του, με πρόσωπο λαμπερό και σώμα ανδρείο παρουσιαζόταν μπροστά στον Άγιο να τον ευχαριστήσει που στάθηκε αρωγός σε τούτη την υπεράνθρωπη προσπάθεια.

Δίπλα του γαλήνιος ο Δημήτρης Μοσχονησιώτης, ένιωθε βαθιά μέσα του τη χαρά της δικής του αντρειοσύνης. Μόλις λίγες ώρες είχαν περάσει από τη στιγμή που κάνοντας μέσα στο βροχερό σκοτάδι το σταυρό του, σαλτάρισε στο τείχος του προμαχώνα Γκιουρούς-τάμπια και έδωσε σινιάλο για να αρχίσει η απελευθέρωση του Παλαμηδιού. Και τώρα τίποτα δεν έδειχνε στο πρόσωπό του την ένταση εκείνων των στιγμών. Δίπλα σ’ αυτόν χαρούμενος και ντούρος σαν όλα τα παλικάρια, ο γέροντας Μανόλης Σκρεπετός. Ο Κρανιδιώτης αγωνιστής, γνώστης βήμα προς βήμα του Παλαμηδιού, εκείνος που κάτω από τον τεράστιο σωρό από λίθινες μπάλες έφερε στο φως της  λιόλουστης μέρας το ναό. Και σαν ο Απόστολος, αλαφρωμένος από το βάρος τόσων χρόνων να τον ευχαριστούσε, έβαζε το φως των κεριών από το μανουάλι να τονίζει τη γαλήνια σοφία που ανάβλυζε από το καθαρό πρόσωπο του γέροντα. Δίπλα και παραδίπλα του και σ’ όλο το εκκλησάκι που φωτιζόταν από τα κεριά και τα λαμπερά πρόσωπα, έστεκαν τα παλικάρια που πήραν μέρος σε τούτονε τον άθλο. Και παραέξω στην αυλή άλλοι πολλοί ευχαριστούσαν τον Απόστολο που τους ξημέρωσε σε τέτοια ένδοξη μέρα. Ο παπα-Βελίνης τους μοίρασε στο «Δι’ ευχών» το λιγοστό αντίδωρο που σαν από θαύμα άρτων έφτασε για όλους και τους ζήτησε να ψάλουν όλοι μαζί το μεγαλυνάριο του Αγίου Ανδρέα πριν πάρουν την κατεβασιά για την πόλη, εκεί όπου οι συζητήσεις για το αύριό της θα δυνάμωναν ξανά την αγωνία.

Χαίροις ο Πρωτόκλητος μαθητής

χαίροις σωφροσύνης και ανδρείας στήλη λαμπρά,

χαίροις ο του πάθους κοινωνός του Κυρίου

Απόστολε θεόπτα, Ανδρέα πάντιμε.

 

Αυτό που σήμερα γιορτάζουμε και θα προσπαθήσω να παρουσιάσω εις ανάμνησιν, είναι μια ιστορία ΑΠΟΚΟΤΙΑΣ. Από εκείνες τις μεγάλες που έκαναν τούτο τον τόπο να περάσει από τη σκλαβιά στην ελευθερία. Από εκείνες που τάραζαν τους τυράννους  όταν οι Έλληνες τις έκαναν πράξη, καθώς φαινότανε στα μάτια τους αδύνατον να γίνουν από θέληση και σώμα ανθρώπου και δεν λογάριαζαν πως στις αποκοτιές είναι η ψυχή που έχει τον πρώτο λόγο και κείνη που οδηγεί μυαλό και σώμα.  Από εκείνες, τέλος, τις αποκοτιές, που ύμνησε ο μεγάλος μας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης χαράζοντας διαχρονικά τις λέξεις του πάνω στην Ιστορία : «Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο, μαθαίνοντας οι Άλλοι, σφοδρά ταράχτηκαν». Ταράχτηκαν γιατί ο ίδιος ο ξεσηκωμός αποτελούσε τη μεγαλύτερη αποκοτιά που θα μπορούσε να σκεφτεί ανθρώπινος νους  μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία. Και να που τώρα ερχόταν να προστεθεί μια ακόμη και να αμφισβητήσει την άτρωτη δύναμη της τυραννίας.

Ποια δύναμη μπορούσε να οπλίσει με τόσο κουράγιο και παράτολμο θάρρος τις καρδιές του Σταϊκόπουλου και των συντρόφων του ώστε, τη νύχτα της 29ης προς 30 Νοεμβρίου να ξεκινήσουν κάτω από συνεχή βροχή για να καταλάβουν το Παλαμήδι και να φέρουν στον Εθνικό ξεσηκωμό μια περίλαμπρη νίκη στο αρχικό και δύσκολο ξεκίνημά του.

Στις πάνω βίγλες του Παλαμηδιού δυο σκιές που έζησαν από κοντά τα γεγονότα, τριγυρνούσαν από βίγλα σε βίγλα με την ίδια απορία. Ο Αυγουστίνος Σαγρέδος διοικητής τ’ Αναπλιού στο όνομα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας από το 1711 και δίπλα του ο φημισμένος για τις οχυρωματικές κατασκευές του αρχιτέκτων-μηχανικός Λασάλ που ανέλαβε την κατασκευή του Παλαμηδιού.  Πέρασαν μήνες και χρόνια να φτιάξουν κάστρο άπαρτο από τις μεγάλες και δυνατές στρατιές των Τούρκων και να που λίγοι επαναστατημένοι Έλληνες ανέτρεπαν τώρα το μεγαλείο του έργου τους. Όσο κι αν επιθεωρούσαν τα τείχη για να εξηγήσουν στρατιωτικά τα γεγονότα, λογική εξήγηση δεν έβρισκαν, καθώς η ψυχή του αντρειωμένου είναι άυλη και μόνο με ψυχή μπορείς να καταλάβεις τους άθλους της.

Και την ψυχή αυτή εκφράζει ο λόγος του Στάικου στα παλικάρια του λίγο πριν προσπαθήσουν για μια ακόμη αλλά τελευταία φορά να καταλάβουν το κάστρο το άπαρτο :

 

«Το Παλαμήδι φημίζεται, σε τούτη την πλάση, άπαρτο. Όμως, η δόξα που σας σκεπάσει αν το αποχτήσετε, θα φωτίσει Ανατολή και Δύση. (….) Μοραΐτες, ομπρός, ας γιορτάσουμε σήμερα τη γιορτή τ’ Αγιαντρέα, που μας προστατεύει, πατώντας το πιο δυνατό κάστρο των οχτρών μας. (….) Οι γενναίοι, που κλείνουνε στα σωθικά τους τη φλόγα της λευτεριάς, ας σαλτάρουνε πρώτοι μαζί μου στο Παλαμήδι».

Καμπόσους αιώνες μετά, το 2000, ο κ. Ιωάννης Δρούλιας πλέκοντας το εγκώμιό του Στάικου που περιλαμβάνεται στην «Ανάμνηση του Ζατουνίτη Σταϊκόπουλου ως πορθητή του Παλαμηδίου»  μέρος της οποίας ακούστηκε σε τούτη την αίθουσα, θα επαναλάβει με όρους γλωσσολογικούς το ίδιο ερώτημα, την ίδια απορία : «Το Παλαμήδι ως «μέγα τείχος» – «τείχος και οχύρωμα» δυσπόρθητο, ήταν «άρρηκτον (ακατάλυτο) τείχος», καταφανώς απόρθητο και κατά λέξη «ανάλωτον» (δηλονότι αδύνατον να αλωθεί, ήτοι να κυριευθεί). Παρά ταύτα, η αδιανόητη, αδύνατη, απίθανη και απροσδόκητη άλωση ( = κατάληψη, κατάκτηση, κατακυρίευση) του Παλαμηδίου επιτελέσθηκε. Πως επιτελέσθηκε αυτή η εκπόρθηση;»

Παρ’ ότι τα γεγονότα είναι γνωστά και υπάρχει, μεταξύ άλλων σημαντικών μελετών, η κλασική πια «Ναυπλία» του Μιχαήλ Λαμπρινίδη και πιο πρόσφατα το εξαιρετικό ιστορικό του κ. Πάνου Λαλιάτση, θα παρακολουθήσουμε ένα σύντομο χρονικό καταγεγραμμένο σε ένα κείμενο σχεδόν άγνωστο στο ευρύ κοινό που αποτελεί όμως μια από τις καλύτερα τεκμηριωμένες και περισσότερο έγκυρες καταγραφές της Επανάστασης. Πρόκειται για τα απομνημονεύματα του Νικολάου Σπηλιάδη ο οποίος σημειώνει πως ο Στάϊκος λίγες μέρες πριν την προσπάθεια κατάληψης του κάστρου είχε ήδη «κατασκευάσει αναβάθρας, έχων σκοπόν να κυριεύσει εξ εφόδου το Παλαμήδι». Το βράδυ όμως εκείνο χάρη στις πολύτιμες πληροφορίες μιας γυναίκας και δυο ανδρών τουρκαλβανών, ξεπερνώντας τους αρχικούς ενδοιασμούς μην πρόκειται για παγίδευση, ο Στάικος και τα παλικάρια του παίρνουν τη μεγάλη απόφαση.

 

«Ο δε ρηθείς Μοσχονησιώτης», γράφει ο Σπηλιάδης, «προβάλλει ν’ αναβή πρώτος αυτός, προσφέρων εαυτόν ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της πατρίδος. Τους λέγει δε, αν ακούσωσι κρότον πιστόλας, να πιστεύσωσιν ότι εφονεύθη από τους Τούρκους˙ και αν τον ακούσωσι κραυγάζοντα, να εικάσωσιν ότι συνελήφθη ζων και να φύγωσιν. Επομένως αποφασίζουσι να παρακολουθήσωσι τριακόσιοι πενήντα στρατιώται˙ ο μεν Στάικος με πενήντα σωματοφύλακας˙ ο δ’ αδελφός του Αθανάσιος με διακοσίους εβδομήντα και ο Γκομπερνάτης με τριάντα τακτικούς.

Εκινήθησαν δε προς το Παλαμήδι και αφού επλησίασαν εις θέσιν κατάλληλον, ίστανται, και ο Μοσχονησιώτης προχωρεί με μιαν αναβάθραν, την οποίαν φέρουσι καλόγηρός τις Μεγαλοσπηλαιώτης, καλούμενος Παφνούτιος και Έλλην τις, Πορτοκάλης ονόματι, και την βάλλουσιν εις το τοίχος του προμαχώνος Γκιουρούς τάμπια. Ανεβαίνει δ’ ο Μοσχονησιώτης, παρατηρεί,… επικαλείται την βοήθειαν του Εσταυρωμένου και προπατεί ακροποδιτί….».

Η κατάληψη του προμαχώνα του Αχιλλέα (Γκιουρούς τάμπια) αναίμακτα, θα δώσει φτερά στους μαχητές. Οι πύλες ανοίγουν και οι προμαχώνες καταλαμβάνονται ο ένας μετά τον άλλο: Φωκίων (Ταβίλ τάμπια), Θεμιστοκλής (Καρά τάμπια), Φρουραρχείο (Διζδάρ τάμπια), Επαμεινώνδας (Σεϊτάν τάμπια), Μιλτιάδης (Μπαζιργιάν τάμπια), Λεωνίδας (Τοπράκ τάμπια) και η κοινώς λεγομένη Αναβάθρα ή Ρομπέρ (Δενίζ καπού). Ο Σταϊκόπουλος έχει δώσει εντολές να μην ανοίξει μύτη όπου οι Τούρκοι παραδίδονται και μάλιστα στον προμαχώνα Μιλτάδη, όπου έχουν συγκεντρωθεί όσοι δεν πρόλαβαν να καταφύγουν στην πόλη, με σκοπό να ανατιναχθούν με την πυρίδα που διαθέτουν, διαδραματίζεται η παρακάτω σκηνή με τον Σταϊκόπουλο :

«εξελθών ολίγον προ της πύλης, όθεν ευκόλως ακούεται και προσκαλέσας τους αρχηγούς και τους προκρίτους, τους ελάλησε με τρόπον φιλάνθρωπον και τους εβεβαίωσε δια την ασφάλειαν της ζωής και της τιμής των και συνάμα αφήκεν ελευθέρους τους εν τω προμαχώνι Μπαζιργιάν τάμπια και κατήλθον εις την πόλιν όλως ανεπηρέαστοι και τους καθησύχασε».

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

Το πρωινό της 30ης Νοεμβρίου η βροχή έχει τελειώσει και ένα λαμπρός ήλιος χαρίζει γιορταστικές ανταύγειες στα τείχη του Παλαμηδιού. Μια μεγάλη νίκη ξημέρωσε για την ελληνική επανάσταση και ένας άθλος προστέθηκε στην ιστορική της πορεία. Με εξαίρεση την πτώση από την σκάλα και τον τραυματισμό του αρχιμανδρίτη Διονύσιου Βυζαντίου που ακολουθούσε το Μοσχονησιώτη στην κατάληψη του προμαχώνα Θεμιστοκλή (Καρά τάμπια) δεν άνοιξε μύτη και ούτε σκηνές αντεκδίκησης από τους Έλληνες κατοίκους της πόλης καταγράφονται.

Όταν κατελήφθη και ο τελευταίος προμαχώνας χωρίς αντίσταση περιγράφει ο Νικόλαος Σπηλιάδης:  «οι Τούρκοι προφθάσαντες έφυγον δια της προς την θάλασσαν πύλης και κατήλθον εις την πόλιν. Επειδή δε εις τις εξ αυτών επιστόλισεν, ήρχισαν τας ιαχάς οι Έλληνες και τότε ηκούσθη μεγάλη οχλοβοή εις το Ναύπλιον, ένθα οι Τούρκοι, άνδρες και γυναίκες, ήρχισαν να θρηνώσι και να οδύρωνται, καθόσον νομίζουσιν εαυτούς απολωλότας, φέροντες κατά νουν την αθέτησιν των προ ολίγου γενομένων συνθηκών, τα απειλάς του Κολοκοτρώνη και τα φρικτά εν Τριπολιτσά εκ της εφόδου πηγάσαντα δεινά».

Στην πιο σκληρή μάχη, σ’ έναν από τους μεγαλύτερους άθλους της ελληνικής επανάστασης, η Ιστορία πρέπει να υπογραμμίσει με εντονότερα γράμματα το έλεος και τη φιλανθρωπία που επέδειξαν οι νικητές στους ηττημένους.

«Οι δ’ Έλληνες», σημειώνει και πάλι ο Σπηλιάδης, «εδόξασαν τον Παντοδύναμον, όστις τους εχάρισε  πάλιν το εξακουστόν φρούριον του Ναυπλίου, το οποίον θ’ αποκατασταθή επομένως καθέδρα της Κυβερνήσεως και άσυλον των Ελλήνων και εις το οποίον η Ελλάς θα χρεωστή κατά μέγα μέρος την ελευθερίαν της».

Η κατάληψη του Παλαμηδιού αποτέλεσε ένα σημαντικό γεγονός για το μέλλον της Ελληνικής Επανάστασης. Το μέγεθος και η βαρύτητα του γεγονότος πέρασε γρήγορα τα σύνορα της Αυτοκρατορίας και έφτασε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες προκαλώντας το θαυμασμό στις εχθρικές προς την επανάσταση ηγεσίες και τη χαρά στους φιλελληνικούς κύκλους.

O Γάλλος λοχαγός Gracy γράφει σε έκθεσή του στις 15 Δεκεμβρίου 1822 : Το Ανάπλι εκυριεύθη και τώρα έχουμεν εκτός από το φοβερόν φρούριον και λιμένι θαυμάσιον δια τα καράβια μας» και συνοψίζοντας τις εντυπώσεις που προκάλεσε το γεγονός στην Ευρώπη σημειώνει : «Το Ναύπλιον, το Γιβραλτάρ τούτο της Πελοποννήσου, ού ο λιμήν προστατευόμενος υπό της νησίδος του Βουρτσίου δύναται να περιλάβη εν ασφαλεία εξακόσια περίπου πλοία, περιελθόν ήδη εις τας χείρας των Ελλήνων εξασφαλίζει εντελώς την εν Πελοποννήσω επικράτησιν αυτών».

Ταυτόχρονα, η νίκη αυτή φώτισε σε μια δύσκολη αρχική περίοδο του Εθνικού Ξεσηκωμού τη σημασία της προσωπικότητας των ανθρώπων που ανέλαβαν το βάρος της αποκοτιάς και οδήγησαν την πατρίδα και το λαό της βήμα βήμα στην ελευθερία. Ανάμεσά τους ξεχωριστή βέβαια θέση κατέχει η προσωπικότητα του Σταϊκούλη και δεν είναι τυχαία η χρήση του χαϊδευτικού, ακόμη σήμερα, που υπογραμμίζει αυτή τη θέση στις καρδιές των ανθρώπων και όχι μόνο της Ιστορίας. Γόνος ευκατάστατης οικογένειας και από νεαρή ηλικία γνωστός για τις δεξιότητές του στο εμπόριο, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έμπορο και να γευτεί τα οφέλη μιας πλούσιας και ήρεμης ζωής.

Ο Σταϊκόπουλος όμως ήταν φτιαγμένος από άλλα υλικά. Από εκείνα που η Ιστορία ρίχνει στην ανθρώπινη πάστα για να φτιάξει άτομα ξεχωριστά που προσανατολίζουν και οδηγούν τους λαούς μέσα από τα σκοτάδια στα μεγάλα της ξέφωτα. Εκεί όπου η Δόξα δίνει στους ήρωες το ζηλευτό φιλί της.

Ο ποιητής Θεόδωρος Κωστούρος θα αποτυπώσει τη στιγμή με τον καλύτερο τρόπο στους στίχους του.

Αγέραστος κι αθάνατος, πάντα κοντά μας μένεις

του Εικοσιένα σταυραητέ, της λευτεριάς πουλί.

Ω Πορθητή του πιο τρανού κάστρου της οικουμένης

που δέχτηκες στο μέτωπο της Δόξας το φιλί.

Αντί λοιπόν για εμπορικό οίκο, ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ο νέος από τη Ζάτουνα της Γορτυνίας, θα χρηματοδοτήσει την οργάνωση  στρατιωτικού σώματος και θα πάρει μέρος στο Μεγάλο Ξεσηκωμό του Έθνους. Μόλις 24 ετών θα γίνει, όπως γράφει ο Φωτάκος, «παντοτεινός πολιορκητής του Ναυπλίου» και η Ιστορία θα τον ανταμείψει, μετά από αρκετές προσπάθειες, με την κατάληψη του φημισμένου κάστρου του Παλαμηδιού και την απελευθέρωση της πόλης. Ο πρώτος λοιπόν και μεγαλύτερος βαθμός στο άνθος της νεαρής του ηλικίας ήταν «Στάικος Σταϊκόπουλος ο Πορθητής» και δευτερευόντως εκείνος του χιλιάρχου και του στρατηγού. Ως Πορθητής περνάει στην Ιστορία και με τον άθλο αυτό του Πορθητή φτάνει στ’ αυτιά και τις καρδιές των επαναστατημένων Ελλήνων. Ήδη πριν από αυτό, η επίσημη αναγνώριση της δράσης του καταγράφει στα  έγγραφα απόδοσης τιμής και στρατιωτικού βαθμού την πραγματική αξία του αγωνιστή :

Επει­δή ο καπητάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος απ’ αρχής του παρόντος αγώνος άχρι τούδε έδω­κε προφανή τεκμήρια της στρατιωτικής αυτού ανδρείας, και μάλιστα της επιμονής, με την οποίαν διέμεινε προσκαρτερών εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, χωρίς να απαυδήση ποσώς δια τας μακράς ταλαιπωρίας, και δια τα οποία φοβερός μεν εις τους εχθρούς, αξιάγαστος δε εις τους ημετέρους κατεστάθη, και επειδή εις την προλάβούσαν των πολιορκουμένων εξόρμησιν προπολεμών ανδρείως, επληγώθη…

Το επίσημο δε κείμενο της αγγελίας της μεγάλης νίκης που φτάνει σε όλες τις πόλεις και τις φρουρές της επαναστατημένης χώρας εκφράζει ταυτόχρονα και τη χαρά των Ελλήνων για ένα σημαντικό βήμα στο δίκαιο αγώνα τους και τους εμψυχώνει για να συνεχίσουν νικηφόρα:

«Ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Διακηρύττει: Μεθ’ ημών ο Θεός…. Η ανδρεία και η φρόνησις του γενναιοτάτου μας χιλιάρχου Στάικου Σταϊκόπουλου και η προς αυτόν θεία χάρις τον ανέδειξεν πορθητήν. Εκυρίευσε το Παλαμήδι Ναυπλίου με έφοδον. Εις τα εξ ώρας της νυκτός ξημερώνοντας Πέμπτη και εορτή του Πρωτοκλήτου Αποστόλου Ανδρέου, ευρέθησαν οι Έλληνες εις το Παλαμήδι, κυριεύσαντες αυτό και στήσαντες τας τροπαιοφόρους σημαίας του Σταυρού. Χαίρετε Έλληνες, νέοι, χαίρετε!

Ερμιόνη 1 Δεκεμβρίου 1822. Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Χαμηλά στα πόδια του Παλαμηδιού ακούγονταν χαρούμενα στίχοι τραγουδισμένοι από δεκάδες στόματα παλικαριών :

«Όλα τα κάστρα κι αν χαθούν και όλα κι αν ρημάξουν

Το Παλαμήδι τόμορφο Θεός να το φυλάξη»

Ο Σταϊκόπουλος, ο αδελφός του Θανάσης, ο παπα-Γιώργης Βελίνης, ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, ο γερο-Μανόλης Σκρεπετός, ο Μεγαλοσπηλαιώτης μοναχός Παφνούτιος, ο Πορτοκάλης και ολόκληρο το εκκλησίασμα του Αγίου Ανδρέα, είχαν ήδη φτάσει στο κέντρο τ’ Αναπλιού όπου κορυφωνόταν η αγωνία για τις ώρες και τις μέρες που έρχονταν.

Στην πόλη οι συζητήσεις του Θοδωρή Κολοκοτρώνη, που είχε στο μεταξύ φτάσει με μήνυμα του Σταϊκόπουλου, με τους αγάδες είχαν σχεδόν καρποφορήσει. Ο Γέρος του Μοριά ήθελε με κάθε τρόπο να αποφύγει την επανάληψη της αιματοχυσίας που ακολούθησε την άλωση της Τριπολιτσάς  αμαυρώνοντας τη νίκη των Ελλήνων στα μάτια των ξένων. Οι  αγάδες είχαν συμφωνήσει να μεταφερθούν όλοι οι Τούρκοι με πλοία ελληνικά στα μικρασιατικά παράλια χωρίς τον οπλισμό τους. Κι ενώ όλα είναι έτοιμα και συμφωνημένα, όπως μας μεταφέρει την εικόνα ο Μιχαήλ Λαμπρινίδης στη «Ναυπλία» του,  ένας Αλβανός αγάς αρνήθηκε να παραδώσει τα όπλα απειλώντας μάλιστα να πάρει τους άντρες του και να μην αφήσει πέτρα στην πέτρα στην πόλη και την γύρω περιοχή. Οργισμένος ο Κολοκοτρώνης του απάντησε μ’ εκείνους τους αξεπέραστους συμβολισμούς της ελληνικής αποκοτιάς που χαράζουν και θα χαράζουν τα βήματα του Έθνους μέσα στην Ιστορία: «Ετούτη την πατρίδα αν μπορείτε κάφτε την! Οι πατέρες μας την έφτιασαν κι εμείς πάλι την ξαναφτιάνουμε…».

Χρόνια πολλά στο Ναύπλιο

Στην Αργολίδα.

Χρόνια πολλά σε όλες και όλους εσάς.

Γεώργιος Κόνδης

Διαβάστε ακόμη: 

Read Full Post »

Ο Γάλλος φιλέλληνας François Graillard  (εξελ. όν. Φραγκίσκος Γραλλιάρδος) και το μεγαλειώδες σχέδιό του για την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της μεταπελευθερατικής Ελλάδας


 

Α) Εισαγωγή

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ (François Graillard) γεννήθηκε στη Dizon της Γαλλίας την 23η Αυγούστου 1792. [1] Ο πατέρας του ήταν Συνταγματάρχης του Γαλλικού Αυτοκρατορικού Στράτου και ευνοούμενος του Μεγάλου Ναπολέοντα. [2]

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ από την παιδική του ηλικία εξεδήλωσε την αγά­πη του προς τα γράμματα και ο πατέρας του έχοντας οικονομική άνεση έδωσε στο γιο του μια σπάνια για την εποχή του μόρφωση. Για το λόγο αυτό ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ ακολουθώντας την οικογενειακή του παράδοση κατατάχτηκε ως εθελον­τής στο Γαλλικό Στρατό και διακρίθηκε ως πολέμαρχος στους Ναπολεόντειους πο­λέμους της τελευταίας περιόδου και στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά παράλληλα υπήρξε ένας διανοούμενος στοχαστής με γερούς και μεγάλους πνευματικούς ορίζοντες. [3]

Πολεμώντας για την απελευθέρωση της Ελλάδας μελέτησε την Ελληνική Ιστορία και τα ήθη και έθιμα του λαού μας, γνώρισε από κοντά τα προτερήματα και τα ελαττώματα της φυλής και ζυμώθηκε με τους αγωνιστές της Επαναστάσεως του 1821 με δεσμούς τέτοιους, ώστε και μετά τη λήξη του Αγώνα να παραμείνει στη χώρα μας και να συμμερισθεί με το λαό μας τη φτώχεια που τον έδερνε, αντί να επιστρέψει στην πατρίδα του, όπου οι οικογενειακές του περ­γαμηνές θα του εξασφάλιζαν μίαν άνετη ζωή. [4] Διεισδυτικός, στοχαστής και ορα­ματιστής συνέλαβε και κατέστρωσε ένα μεγαλειώδες σχέδιο, με το οποίο πίστευε ότι ο ελληνικός λαός, με μεθοδική οργάνωση και αξιοποίηση των πλουτοπαραγω­γικών πηγών της χώρας του, θα μπορούσε να ζήσει και να ευημερήσει και ακόμη να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στον ανθρώπινο πολιτισμό. [5]

Αντίθετα προς τις απόψεις του Όθωνα και του περιβάλλοντός του, ο Φραγκίσκος Γκαγιάρ είχε αν­τιληφθεί ότι οι Έλληνες της δεκαετίας του 1830, ύστερα από τη δραματική περίο­δο που είχε προηγηθεί, είχαν ανάγκη από μακρά περίοδο ειρήνης και ησυχίας για να επιδοθούν στα ειρηνικά τους έργα και να ανοικοδομήσουν τα καπνίζοντα ακόμη ερείπια της χώρας τους. [6] Για τον Γκραγιάρ κάθε προσπάθεια για άσκοπες πολε­μικές προετοιμασίες στην κρίσιμη εκείνη για τον Ελληνισμό περίοδο, ως διέξο­δος στα μεγάλα και άλυτα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα, αποτελούσε άπατη και προδοσία σε βάρος του ελληνικού λαού. Ο μεγάλος φιλέλληνας, υστέρα από επίπονες μελέτες του ελληνικού προβλήματος όπως ο ίδιος το είχε ζήσει στο διάστημα τής 15χρονης παραμονής του στη χώρα μας, συνέταξε και υπέβαλε στον Όθωνα με την ευκαιρία της ενηλικίωσής του ένα μεγαλόπνοο σχέδιο – μία αναλυτική οικονομικοτεχνική μελέτη – με το οποίο, όπως πίστευε, θα επιτυγχανόταν η οικονομική ανάπτυξη της χώρας και ή πνευματική και πολι­τιστική άνοδος του ελληνικού λαού. [7]

Αλλά για το σχέδιο Γκραγιάρ θα μιλήσουμε διεξοδικότερα στο τρίτο μέρος αυτής της εργασίας, αφού κάνουμε πρώτα μία σύντομη σκιαγράφηση της προσωπι­κότητάς του.

 

Β)  Σύντομη βιογραφική παρουσίαση του Φραγκίσκου Γκραγιάρ

 

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ μετά την αποπεράτωση των σπουδών του και σε ηλικία 20 ετών κατετάγη εθελοντής στη Γαλλική Εθνοφυλακή την 15η Μαΐου 1812. Μετά από δύο μήνες προβιβάζεται σε δεκανέα και έπειτα από τρεις μήνες σε Λοχία. Στις αρχές του 1813 προβιβάζεται σε Ανθυπασπιστή και την 29η Σε­πτεμβρίου 1813 σε Ανθυπολοχαγό.[8]

Έλαβε μέρος ως Αξιωματικός του Γαλλικού Στράτου στις διάφορες μάχες των Ναπολεόντειων πολέμων της τελευταίας περιό­δου και διακρίθηκε στις εκστρατείες κατά της Ολλανδίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας. Στη μάχη της Λειψίας (1813) τραυματίστηκε σοβαρά και συνελήφθη αιχμάλωτος. Μετά την αποθεραπεία του διέφυγε την αιχμαλωσία, επανήλθε στο γαλλικό στράτευμα (18 – 14) και συνέχισε να πολεμάει μέχρι την οριστική πτώ­ση τού Μεγάλου Ναπολέοντα.[9]

Ακολουθεί μία περίοδος διωγμών κατά του Φραγκίσκου Γκραγιάρ, αποτάσσεται από το Γαλλικό Στρατό και φυλακίζεται ως οπα­δός της επανάστασης, αποκαθίσταται και αποτάσσεται άλλες δύο φορές ως το 1820. [10] Οι διώξεις αυτές έπεισαν τον Φραγκίσκο Γκραγιάρ, ότι δεν είχε πια μέλ­λον στο Γαλλικό Στρατό. Η  βαθειά του προσήλωση στις ιδέες της Γαλλικής Επα­νάστασης και το δράμα του για μια ανθρωπινότερη ζωή και έναν κόσμο δικαιότερο, τον έκαναν να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να κατέλθει στην αγωνιζόμενη Ελλάδα. Συμμετείχε στην πρώτη αποστολή των Γάλλων φιλελλήλων που ήλθαν στην Ελλάδα, την 8/20 Νοεμβρίου του 1821 αποβιβάζεται με άλλους Γάλλους φι­λέλληνες στην Καλαμάτα. [11]

Έζησε από κοντά ολόκληρο το δράμα του υπέρ Ανε­ξαρτησίας Αγώνα του ελληνικού λαού και έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτόν, δέ­χτηκε πολλαπλά τραύματα στη διάρκειά του, τιμήθηκε με σειρά μεταλλίων και παρασήμων και προβιβάστηκε επανειλημμένα «έπ’ ανδραγαθία» στους διάφορους βαθμούς για το θάρρος και την ανδρεία που επέδειξε σε κρίσιμες με τους Τούρκους μάχες και συμπλοκές.

Αναλυτικότερα, συμμετείχε στην πολιορκία και την άλωση του Ναυπλίου και διακρίθηκε στη μάχη της Κορίνθου. Έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα, όπου ανδραγάθησε, τραυματίστηκε και παρά λίγο να συλληφθεί αιχμά­λωτος. Με τα υπολείμματα των φιλελληνικών εθελοντικών σωμάτων και τα υπο­χωρούντα ελληνικά τμήματα κλείνεται στο Μεσολόγγι και έλαβε μέρος ως υπε­ρασπιστής του στην επιτυχή άμυνα της πόλης κατά τη διάρκεια της πρώτης πο­λιορκίας της από τους Τούρκους. [12] Διακρίθηκε στην ορμητική καταδίωξη των Τούρκων προς το Αγρίνιο και τον Αχελώο, μετά την αποτυχία τους να εκπορθή­σουν με έφοδο το Μεσολόγγι. Στις αψιμαχίες με τους Τούρκους στην κοίτη του Αχε­λώου τραυματίστηκε για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες και παραλίγο να χά­σει το αριστερό πόδι του. Η συμφορά του Πέτα, την οποία έζησε σε όλη της την τραγικότητα, τον έπεισε ότι η ανάμιξη των πολιτικών στη διοίκηση του στρατού και η εκπόνηση από αυτούς σχεδίων πολεμικών επιχειρήσεων οδηγούσαν την επα­νάσταση σε αναδίπλωση και μπορούσε να έχουν καταστρεπτικές συνέπειες για τους αγωνιζόμενους Έλληνες. Για το λόγο αυτό, ο Φραγκίσκος Γκαγιάρ, στις εμφύλιες έριδες, που όσον εξαρτιόταν από αυτόν προσπαθούσε να τις αποτρέψει, πήρε το μέρος των στρατιωτικών και συμμάχησε μαζί τους, γιατί πίστευε ότι, όσο διαρ­κούσε ο Αγώνας, ο λαός είχε εμπιστοσύνη μόνο στους φυσικούς του ηγέτες, τους στρατιωτικούς.

Κατά τον Γκραγιάρ, μόνον οι στρατιωτικοί μπορούσαν να οδηγή­σουν στην ολοκλήρωση των στόχων της Επανάστασης και στην τελική νίκη. Συν­δέθηκε με στενή φιλία με όλους τους σημαίνοντες Έλληνες στρατιωτικούς και κυ­ρίως με τον Κολοκοτρώνη και το Δημήτριο Υψηλάντη. [13] Ο τελευταίος ανέθεσε στον Γκραγιάρ την οργάνωση των πρώτων ταγμάτων του Τακτικού Ελληνικού Στρατού. Ο Δημήτριος Υψηλάντης εξετίμησε το ήθος τη μόρφωση και τις ικανό­τητες του Φραγκίσκου Γκραγιάρ και του ανέθεσε εμπιστευτικής φύσεως αποστολές στην Ευρώπη.

Με εντολή του Δημητρίου Υψηλάντη ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ και ο συμπα­τριώτης του Louis Stanislaw Daniel, το φθινόπωρο του 1823, αναχωρούν για τη Γαλλία με σκοπό να ενεργοποιήσουν τους φιλελληνικούς συλλόγους της Ευρώπης, με σαφείς οδηγίες όπως, εκτός από την οικονομική ενίσχυση που παρείχαν στην επαναστατημένη Ελλάδα, ασκήσουν πίεση στις κυβερνήσεις των χωρών τους για να αλλάξουν στάση και τακτική έναντι του ελληνικού προβλήματος. [14] Ο Δημή­τριος Υψηλάντης, μετά την απογοήτευσή του από τη ρωσική πολιτική στο ελλη­νικό πρόβλημα, στράφηκε προς τη Γαλλία και για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησε τους δύο Γάλλους φιλέλληνες, οι οποίοι κατά τη μετάβασή τους στη Γαλλία ήρθαν σε επαφή και επικοινωνία με ανώτατους κρατικούς φορείς της γαλλικής πολιτικής ζωής και τους ενημέρωσαν για την πορεία και τους σκοπούς της Ελληνικής Επα­νάστασης.

Οι Graillard και Daniel επέστρεψαν στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1824 και ενημέρωσαν το Δημήτριο Υψηλάντη για τις επαφές τους στη Γαλλία και για τα αποτελέσματα των ενεργειών τους. Φαίνεται ότι ο Δημήτριος Υψηλάντης έμεινε ικανοποιημένος από τα αποτελέσματα των ενεργειών των δύο φιλελλήνων και τους ξανάστειλε αμέσως στη Γαλλία με νέες εντολές. [15]

Ο Δημήτριος Υψηλάντης, στρα­τιωτικός ολκής με πολιτική σκέψη και διπλωματική ενόραση, αντιλαμβανόταν ότι με τις τοπικές στρατιωτικές τους επιτυχίες οι επαναστατημένοι Έλληνες δεν μπο­ρούσαν να γονατίσουν το μεγάλο γίγαντα και ότι χρειαζόταν περισσότερο από κάθε τι άλλο η διπλωματική στήριξη του Ελληνικού Αγώνα από τις Ευρωπαϊκές Δυ­νάμεις. Η κοινή γνώμη της Ευρώπης, με κέντρο το πρόσφορο Παρίσι και τη Γαλ­λία γενικότερα, θα μπορούσε να παίξει αποφασιστικό ρόλο στην αλλαγή της φιλότουρκης πολιτικής των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων και θα μπορούσε αποφασιστικά να συμβάλει στην αίσια λύση του ελληνικού προβλήματος.[16]

Η αρχή έγινε από τη Γαλλία και τα αποτελέσματα υπήρξαν θετικά και άμεσα. Πρώτη η κοινή γνώμη της Γαλλίας έδειξε τη δυναμική της παρουσία και επέβαλε στη γαλλική κυβέρνηση να αλλάξει πολιτικούς προσανατολισμούς ως προς το ελληνικό ζήτημα. Αποκορύ­φωμα των διπλωματικών αλλαγών, που συντελέστηκαν στη Γαλλία και στη λοιπή Ευρώπη, είναι η μετά τρία χρόνια αργότερα ευρωπαϊκή δυναμική, που εκδηλώ­θηκε με τη συνθήκη του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827) και υλοποιήθηκε με τη Ναυ­μαχία του Ναυαρίνου (8/20 Οκτωβρίου 1827).[17]

Η αποστολή, λοιπόν, των Grail­lard και Daniel υπήρξε επιτυχής. Ο Δημήτριος Υψηλάντης εξετίμησε το έργο του Γκραγιάρ και τον προσέλαβε αρχικά υπασπιστή του και αργότερα επιτελάρχη του στον αγώνα του ενάντια στον Ιμπραήμ και στην εκστρατεία απελευθέρωσης της Ανατολικής Ελλάδας το 1829. Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ ως υπασπιστής του Δη­μητρίου Υψηλάντη έλαβε μέρος στη μάχη των Μύλων την 13η Ιουνίου 1825 και επέδειξε ανδρεία και θάρρος, δέχτηκε πολλαπλά τραύματα και ανδραγάθησε πολε­μώντας και εμψυχώνοντας τους μαχητές μέχρις ότου οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ αποκρούστηκαν και τράπηκαν σε φυγή. [18] Για τα ανδραγαθήματά του στη μάχη των Μύλων, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ, με πρόταση του Δημητρίου Υψηλάντη προς το Εκτελεστικό, προβιβάστηκε στο βαθμό του Συνταγματάρχη έπ’ ανδραγαθία. Τέ­λος, ως επιτελάρχης του Δημητρίου Υψηλάντη έλαβε μέρος στην εκστρατεία για την απελευθέρωση της Ανατολικής Ελλάδας και πολέμησε στη μάχη των Θηβών (21 Μαΐου 1829) και είχε την τύχη να λάβει μέρος στην τελευταία νικηφόρο μάχη του Αγώνα, στην Πέτρα της Βοιωτίας (12 Σεπτεμβρίου 1829).[19]

Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο Γκραγιάρ, με πρό­ταση του Δημητρίου Υψηλάντη, δια του υπ’ αριθ. 79 Διατάγματος της 25ης Μαΐου του 1832, διορίζεται Γενικός Διευθυντής του Τακτικού Σώματος, δηλαδή Αρχη­γός του Γενικού Επιτελείου Στρατού και επιδίδεται στην αναδιοργάνωση του Στρατού. [20] Η ανάδειξη του Γκραγιάρ στο ύπατο στρατιωτικό αξίωμα συνέπεσε με τη φοβερή τραγωδία του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε τη δολοφονία του Κυβερ­νήτη και παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του δεν κατόρθωσε να διατηρήσει την πειθαρχία μέχρι τέλους και να κρατήσει το στράτευμα μακριά από τις εμφύλιες διαμάχες. [21]

Μετά την άφιξη του Όθωνα προσλήφθηκε ως υπασπιστής του, αλλά τέσσερις μήνες αργότερα, με την ίδρυση της Ελληνικής Χωροφυλακής, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ το Μάιο του 1833 αναλαμβάνει Αρχηγός του νεοσύστατου Σώμα­τος της Χωροφυλακής.[22]

Κατά γενική ομολογία, ως Αρχηγός Χωροφυλακής ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ προσέφερε μία από τις σπουδαιότερες υπηρεσίες που προσέφερε ποτέ ένας ξένος στον τόπο μας. Ο Γκραγιάρ, γνώστης της οργανωτικής διάρ­θρωσης και της λειτουργικότητας της Γαλλικής Χωροφυλακής και γνωρίζοντας την ιδιοσυστασία και την ψυχοσύνθεση των Ελλήνων της εκρηκτικής εκείνης περιόδου, θέλησε να οργανώσει ένα σώμα ασφαλείας με ευρωπαϊκές προδιαγραφές, που θα ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις και τις ανάγκες της μεταπελευθερωτικής ελληνικής κοινωνίας. [23]

 

Χωροφυλακή, αρχές 20ου αιώνα. Έργο του Κερκυραίου ζωγράφου Πάνου Αραβαντινού (1886-1930). Καρτ ποστάλ, Εκδ. Αφών Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα, περίπου το 1910.

Χωροφυλακή, αρχές 20ου αιώνα. Έργο του Κερκυραίου ζωγράφου Πάνου Αραβαντινού (1886-1930).
Καρτ ποστάλ, Εκδ. Αφών Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα, περίπου το 1910.

 

Για το λόγο αυτό έλαβε ως πρότυπό του τη Γαλλική Χω­ροφυλακή, μελέτησε τούς Οργανισμούς και Κανονισμούς της Γαλλικής Χωροφυλα­κής και τους μετέφρασε στην ελληνική γλώσσα, αφού προσάρμοσε πολλές διατάξεις του στην ελληνική πραγματικότητα. [24]  Δεν αποδέχτηκε όμως ο Γκραγιάρ αβασά­νιστα την εντολή που του είχε δοθεί. Για να αναλάβει, έθεσε δύο απαράβατους όρους, οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί από την Αντιβασιλεία. Ο πρώτος όρος αφορούσε την επιλογή των στελεχών της Χωροφυλα­κής η οποία έγινε προσωπικά από αυτόν τον ίδιο ανάμεσα στους διαπρεπέστερους αγωνιστές της επαναστάσεως του 1821, που είχαν όμως διακριθεί για την εντιμότατα και το ήθος τους στη διάρκεια του Αγώνα. Ο δεύτερος όρος αφορούσε τη μη ανάμιξη του στρατού και της πο­λιτικής στο έργο της Χωροφυλακής. Ο ίδιος ο Γκραγιάρ έκανε την εγκατάσταση των υπηρεσιών Χωροφυλακής στις πόλεις, στις κωμοπόλεις και τα χωριά, ανάλογα με τη σπουδαιότητα τους από απόψεως πληθυσμιακής, οικονομικής και της γεω­γραφικής τους θέσης. Γνώριζε προσωπικά τους ανθρώπους που επέλεγε και τους τόπους που εγκαθιστούσε τις υπηρεσίες Χωροφυλακής από την περίοδο του Αγώνα της Ανεξαρτησίας.[25]

Το έργο του Γκραγιάρ στην οργάνωση της Χωροφυλακής εξετιμήθη από δικούς μας και ξένους. [26] Ο σύγχρονος του Γκραγιάρ Γάλλος κοι­νωνιολόγος Gustav Eiphthal (Γουσταύος Εϊκάλ) γράφει για τον Γκραγιάρ και το σώμα της Χωροφυλακής: «Ο Γκραγιάρ είναι σήμερα Αρχηγός του Σώματος της Χωροφυλακής, το οποίο αυτός εξ ολοκλήρου διέπλασε. Είναι δε το σώμα τούτο ο επιτυχέστερος των στρατιωτικών οργανισμών της Ελλάδος».[27]

Δυστυχώς, οι όροι που είχε θέσει ο Γκραγιάρ στην Αντιβασιλεία, για τη μη ανάμιξη του στρατού και της πολιτικής στο έργο της Χωροφυλακής, παραβιαζόντουσαν με διάφορα προσχή­ματα. Όταν δε ο Γκραγιάρ ζήτησε την αύξηση της οργανικής δύναμης της Χω­ροφυλακής για να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της και η Κυβέρνηση απέρριψε το αίτημά του με το πρόσχημα της έλλειψης πιστώσεων, υπέβαλε αμέσως την παραί­τησή του. [28] Την 13η Ιανουαρίου 1835, ο Γκραγιάρ αντικαθίσταται στην αρχηγία της Χωροφυλακής από το Βαυαρό Αντισυνταγματάρχη Μαξιμιλανό Ρόσνερ.

Ο Γκραγιάρ, μετά την παραίτησή του από την αρχηγία της Χωροφυλακής, έπεσε σε δυσμένεια και ανακοινώθηκε προσχηματικά ότι τέθηκε σε διαθεσιμότητα για λό­γους υγείας. Λίγο αργότερα όμως ανακλήθηκε στην ενέργεια και υπηρέτησε σε διά­φορες υπηρεσίες του στρατεύματος (Φρούραρχος Αθηνών και Πειραιώς, Φρούραρχος Μεσολογγίου, Προσωπάρχης στο Υπουργείο Στρατιωτικών, Πρόεδρος του Συμ­βουλίου για την αναθεώρηση του Στρατού κτλ.).

Την 19η Φεβρουαρίου του 1848 ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ διορίζεται για δεύτερη φορά Αρχηγός Χωροφυλακής, αλλά παρέμεινε για πολύ λίγους μήνες στη θέση αυτή, γιατί ήρθε αμέσως σε ρήξη με τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, που επέμεναν να επεμβαίνουν στο έργο της Χωροφυλακής. Ωστόσο, όμως, ο Γκραγιάρ δεν παραιτήθηκε αυτή τη φορά, αλλά οι εναντιούμενοι στο έργο του, για να τον εξουδετερώσουν, εισηγήθηκαν στην Κυ­βέρνηση την κατάργηση του Αρχηγείου Χωροφυλακής και την υπαγωγή του Σώ­ματος απευθείας στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Έτσι, το σώμα της Χωροφυλακής έμεινε ακέφαλο και ο Αρχηγός του χωρίς θέση. Αυτά παθαίνουν όσοι πονούν αληθινά αυτόν τον τόπο και δεν γίνονται πιόνια της πολιτικής και των κάθε είδους κυκλωμάτων. Έπειτα από λίγο ο Γκραγιάρ μετατάσσεται στο στράτευμα και την 19η Μαΐου 1854 προβιβάζεται σε υποστράτηγο, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα περιέρχεται σε κατάσταση μόνιμης διαθεσιμότητας πραγματικά για λόγους υγείας αυτή τη φορά.[29]

Απεβίωσε σχεδόν λησμονημένος την 9η Μαΐου 1863 και καθώς είχε παραμείνει άγαμος, άφησε κληρονόμο τής μικρής του περιουσίας τον τέως Δήμαρχο Αθηναί­ων Ιωάννη Κόνιαρη.[30]

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπήρξε προσκολλημένος στους γαλλικούς πολιτικούς κύκλους της Αθήνας, αλλά παντού και πάντοτε ασκούσε την επιρροή του για το καλό της δεύτερης θετής πατρίδας του της Ελλάδας και των αγαπημένων του Ελ­λήνων. Είναι εκείνος που επισκέφθηκε το Γάλλο Στρατηγό Μαιζώνα στη Μεσση­νία και τον παρακάλεσε να εμποδίσει τον Ιμπραήμ να ερημώσει την Πελοπόννησο, όπως σκόπευε, κατά την αποχώρησή του και να φανεί και ο ίδιος γενναιόδωρος προς τους χειμαζομένους πληθυσμούς της περιοχής, που είχαν υποστεί τα πάνδεινα από τις μακροχρόνιες δηώσεις του Ιμπραήμ.[31]

Πάντοτε δε ενεργούσε κατευναστι­κά στη Γαλλική Πρεσβεία της Αθήνας σε περιόδους κρίσεως των εθνικών μας θεμάτων και οξύνσεως των σχέσεων των δύο χωρών. Είχε τη δύναμη να επιβάλλε­ται και να κατευνάζει τον οξύθυμο Γάλλο Πρεσβευτή Piscatory. Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ δεν έγραψε κανένα βιβλίο για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα, άλλα τους στοχασμούς του, τις ιδέες του και την αγάπη του προς την Ελλάδα και τους Έλληνες τα ανιχνεύουμε μέσα από τις εκατοντάδες χειρόγραφά του, που διασώ­θηκαν και βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και στα Αρχεία της Ιστο­ρικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. Από αυτά, ο φάκελος I του Οθωνικού Υπουργείου Στρατιωτικών και οι φάκελοι Αστυνομία – Χωροφυλακή του Οθωνικού Υπουργείου Εσωτερικών των Γενικών Αρχείων του Κράτους πε­ριέχουν εκατοντάδες χειρόγραφα του Γκραγιάρ, στα οποία περιλαμβάνεται το ορ­γανωτικό διάγραμμα των υπηρεσιών Χωροφυλακής με παρατηρήσεις, σχόλια και επεξηγηματικά στοιχεία, με τα οποία δικαιολογούνται πλήρως οι λόγοι που επέ­βαλαν την ίδρυση της κάθε υπηρεσίας Χωροφυλακής.

Οι προσωπικές του αναφορές ως Αρχηγού Χωροφυλακής προς τα Υπουργεία Στρατιωτικών και Εσωτερικών είναι αληθινά κομψοτεχνήματα. Οι Κανονιστικές Διαταγές, τα μνημόνια οδηγιών και οι γενικές κατευθύνσεις που εξέδιδε προσωπικά ο Γκραγιάρ προς τους διοικη­τές των νεοϊδρυομένων υπηρεσιών, αποτελούν τους αψευδείς μάρτυρες της πνευματικής του συγκρότησης, της εκφραστικής του δυναμικότητας, της ορθής κρίσης του, της ικανότητας επιλογής των συνεργατών του, την αξιοποίηση των δυνατοτήτων τους και των ηγετικών του προσόντων γενικότερα.[32]

 

Γ)   Ανάλυση του σχεδίου Γκραγιάρ «περί των τρόπων της αναπτύξεως του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού»

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπήρξε ένας ιδεαλιστής ελληνολάτρης και είναι ο πρώτος ξένος που αποποιήθηκε τον τίτλο του «φιλέλληνα», έχοντας υπόψη του τα μπουλούκια των ξένων που είχαν εισρεύσει στη χώρα μας προς αναζήτηση τύχης με την ευκαιρία της Ελληνικής Επανάστασης. Πολλοί από αυτούς ήσαν ξένοι πράκτορες και πουλούσαν εκδούλευση στους αγωνιζόμενους για την ελευθερία τους Έλληνες, αντλούντες πληροφορίες από αυτούς για να τις μεταβιβάσουν με αμοιβή στους Τούρκους. Άλλοι πάλιν ήσαν έτοιμοι να αλλάξουν στρατόπεδο ανάλογα με τα συμφέροντά τους.

Όλος αυτός ο συρφετός των διαφόρων επιδιώξεων τιτλοφορήθηκε από τους αφελείς Έλληνες «Φιλελληνισμός» και οι διάφοροι τυχοδιώκτες της Δύσης τιτλοφορήθηκαν «Φιλέλληνες». Αυτά τα είχε ζήσει από κοντά ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ και για το λόγο αυτό θεωρούσε τον τίτλο του φιλέλληνα ως υβριστικό.[33]

Ο ίδιος είχε γνώση της ελληνικής πραγματικότητας και αντιλαμβανόταν ότι τα στενά εδαφικά όρια, μέσα στα οποία είχαν περιορίσει το νεοσύστατο κράτος οι Με­γάλες Δυνάμεις, δεν ήσαν βιώσιμα και έπρεπε οπωσδήποτε να επεκταθούν για να μπορέσει ο ελληνικός λαός να ζήσει και να δημιουργήσει. Όπως όμως είχαν δια­μορφωθεί τα πράγματα δεν υπήρχε διέξοδος με τις άσκοπες πολεμικές προετοιμα­σίες σε μια εποχή μάλιστα που η Δύση κόπτονταν για την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[34]

Εκείνο λοιπόν που έπρεπε να γίνει στη φάση αυτή ήταν η οργάνωση της διοίκησης και η οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώ­ρας.[35] Αν αυτό επιτυγχανόταν, θα μπορούσε να οργανωθεί ένας αξιόμαχος στρα­τός που θα ήταν σε θέση να αντιπαραταχθεί με τον υπέρτερο αριθμητικά αλλά κα­κώς οργανωμένο τουρκικό στρατό. Ο Γκραγιάρ λοιπόν οραματίστηκε ένα μικρό αλ­λά καλά οργανωμένο στράτευμα που θα αντιπαρέθετε τη σύγχρονη πολεμική τακτι­κή στην αριθμητική δύναμη του εχθρού. Ήθελε δηλαδή, τηρουμένων των αναλογι­ών, να μεταβάλει την Οθωνική Ελλάδα σε ένα υπερσύγχρονο μικροσκοπικό κρά­τος που θα μπορούσε να αντιπαραταχθεί στον Οθωμανικό γίγαντα, όπως αντιπα­ρατάσσεται σήμερα το μικρό αλλά καλά οργανωμένο κράτος του Ισραήλ απέναντι στον Αραβικό Γίγαντα. Για το λόγο αυτό συνέλαβε και κατέστρωσε ένα μεγαλειώ­δες σχέδιο – υπόμνημα, το οποίο υπέβαλε στο βασιλιά Όθωνα την 9η Απριλίου 1835 με την ευκαιρία της ενηλικίωσής του. [36] Με το μακροσκελές του υπόμνημα – το όλον 58 σελίδες – ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπεδείκνυε στο νεαρό ηγεμόνα τους τρόπους ενεργείας και τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για να επιτευχθεί η ταχεία οργάνωση της διοίκησης και η επιτάχυνση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονο­μίας.

Από την ανάλυση του υπομνήματος προκύπτουν πολλά και ωφέλιμα στοιχεία και εξάγονται χρήσιμα ιστορικά συμπεράσματα για την κατάσταση που επικρατούσε στη μεταπελευθερωτική Ελλάδα και τις δυνατότητες που είχαν οι Έλληνες να εξέλθουν από το φάσμα της οικονομικής καχεξίας και να ακολουθήσουν την ανο­δική πορεία των Ευρωπαϊκών λαών. Από το ίδιο το υπόμνημα ή μάλλον από την αριστοτεχνική αυτή οικονομικοτεχνική μελέτη σκιαγραφείται η προσωπικότητα, το ήθος, η συγκρότηση, η προβλεπτικότητα και προνοητικότητα του συντάκτη και τον αναδεικνύουν σε στοχαστή και μεταρρυθμιστή των ελληνικών πολιτικών πραγμά­των της εποχής του, αφού πολλοί από τους σχεδιασμούς και τις υποδείξεις του πραγματοποιούνται ή μελετώνται με καθυστέρηση ενός και μισού αιώνα.[37]

Εκεί­νο που θα πρέπει να τονισθεί είναι ότι, ενώ το περιεχόμενο του υπομνήματος είναι πλούσιο και πολύ ενδιαφέρον από κάθε πλευρά, ο Γκραγιάρ του έδωσε ένα μετριοπαθή τίτλο, που σε ελεύθερη Απόδοση μεταφράζεται: «Περί των τρόπων της ανα­πτύξεως του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού». Στην αρχή του υπομνήματος ο Γκραγιάρ αναφέρεται στους λόγους που τον ώθησαν στη σύνταξή του, κάμνοντας μία σύντομη αναδρομή στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, για να προχωρή­σει στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και να εξηγήσει τις επιδράσεις που δέχτηκαν οι Έλληνες από τη μακροχρόνια τουρκική καταπίεση και τυραννία. Δικαιολογεί το δυσδιοίκητο, το καχύποπτο και το ανυπότακτο του νεοέλληνα. Μας δίνει τη δομή και τη συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας στις παραμονές του Αγώνα κατά τά­ξεις και γεωγραφικά διαμερίσματα.

Κατά τον Γκραγιάρ, άλλη είναι η κοινωνική συγκρότηση στην Πελοπόννησο, την οποία χαρακτηρίζει συντηρητική, με τους προεστώτες κυρίαρχους και τον απλό λαό καταδυναστευόμενο, τη συγκρίνει με το αυταρχικό καθεστώς της Τσαρικής Ρωσίας. Άλλη είναι η κοινωνική δομή στα νησιά, στα οποία διακρίνει τρεις τά­ξεις, τους προεστώτες, τους αστούς και το λαό, προσομοιάζει την κοινωνική συγ­κρότηση των νησιών με αυτήν της Μεγάλης Βρετανίας. Περισσότερο προοδευτική κοινωνική συγκρότηση διακρίνει στη Ρούμελη (με τον όρο Ρούμελη εννοεί από τον Ισθμό της Κορίνθου μέχρι και τη Θράκη) με διαμορφωμένη την αστική τάξη. Εμπόριο, βιομηχανία (υποτυπώδη), τέχνες – γράμματα, συνεταιριστικό και συνερ­γατικό πνεύμα, πολεμική αριστοκρατία είναι το σήμα κατατεθέν της νέας τάξης πραγμάτων στην Ηπειρωτική Ελλάδα.

Η Ισχύς των προεστώτων στη Ρούμελη εί­ναι σκιώδης. Τη φιλελεύθερη κοινωνική δομή της Ρούμελης ο Γκραγιάρ τη συγ­κρίνει με αυτήν της Γαλλίας. Με βαθειά διεισδυτικότητα και κριτική διάθεση εξε­τάζει τις διάφορες τάσεις που διαμορφώθηκαν στη διάρκεια του Αγώνα και τις επιδράσεις που άσκησαν οι διάφορες προσωπικότητες στο ανώνυμο πλήθος των αγω­νιστών. Μέσα στο καμίνι του Αγώνα ανιχνεύονται οι πρώτες τάσεις συγκρότησης της νεοελληνικής κοινωνίας. Κύριο χαρακτηριστικό η εξασθένηση της ισχύος των προεστών και των προυχόντων, άνοδος των αστών – διανοουμένων πολιτικών -, έμπο­ρων – μεταπρατών και της πολεμικής αριστοκρατίας των στρατιωτικών, των καπε­τάνιων του Αγώνα.

Η μη απόλυτη επικράτηση της επανάστασης στον Ελλαδικό χώρο οφείλεται στην έλλειψη σχεδιασμού και συντονισμού των πολεμικών επιχει­ρήσεων, αφού κάθε πολεμικός αρχηγός και οπλαρχηγός ενεργούσε κατά τον τρόπο που αυτός έκρινε σωστό. Διαπιστώνει την έλλειψη οργανωμένης διοίκησης στις απελευθερούμενες από τους Τούρκους περιοχές. Ο ανταγωνισμός για την επικράτηση όχι μόνον ανάμεσα στις τάξεις, αλλά ακόμη και ανάμεσα στις διάφορες φατρίες της ίδιας τάξης οδήγησαν σε πολιτικές συμμαχίες ανίερες και ζημίωσαν ανεπανόρ­θωτα την επανάσταση. Ο αγώνας του ελληνικού λαού είχε ως αφετηρία την απο­τίναξη της τουρκικής δεσποτείας με βάση το πνεύμα φιλελευθερισμού που είχε διαμορφωθεί στην Ευρώπη των αρχών του 19ου αιώνα. Μας κάνει σκιαγράφηση της προσωπικότητας των πολιτικών και στρατιωτικών αρχηγών και επισημαίνει τα λάθη και τις αδυναμίες τους. Περισσότερο αναλυτικός είναι στους Δημήτριο Υψη­λάντη, Μαυροκορδάτο, Κωλέττη και στον Ιωάννη Καποδίστρια. Διαπιστώνει ότι η επανάσταση θα είχε επιτύχει στους στόχους της αν μέσα από τον Αγώνα αναδυό­ταν επιβλητική προσωπικότητα κοινής αποδοχής για να κατευθύνει και συντονίζει τις πολεμικές επιχειρήσεις και να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στο έργο της διοίκησης που ποτέ δεν λειτούργησε μεθοδευμένα και αποδοτικά.

Για τον Καποδίστρια παραδέχεται ότι εφόσον τηρούσε τις ισορροπίες ανάμεσα στο φιλελευθερισμό που εξέφραζαν οι πολλοί και το δεσποτισμό που εξέφραζαν οι ολίγοι, η διοίκησή του ήταν άψογη και ετύγχανε της γενικής αποδοχές. Ακόμη επισημαίνει τις επιδράσεις που ασκούσαν οι διάφορες προσωπικότητες προς το ανώ­νυμο πλήθος, με αποτέλεσμα στενά ατομικά συμφέροντα ορισμένων ατόμων να παρουσιάζονται στο λαό ως εθνική υπόθεση. Οι ολέθριες αυτές τάσεις διαμορφώθη­καν κατά τη διάρκεια του Αγώνα και συνετάραξαν για ολόκληρες δεκαετίες τη μεταπελευθερωτική Ελλάδα. Οι τάσεις αυτές, εξηγεί, οδήγησαν στη δολοφονία του Καποδίστρια και στον εμφύλιο πόλεμο. Με θάρρος και παρρησία ασκεί έντονη κρι­τική στο έργο της Αντιβασιλείας και δε διστάζει να καταγγείλει τις αυθαιρεσίες και τα σφάλματά της. Για να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος, υποδεικνύει στον Όθωνα τους σωστούς τρόπους ενεργείας για το καλό του ίδιου του βασιλιά, όπως τονίζει, και των υπηκόων του.

Το υπόμνημα μπορούμε να το χωρίσουμε σε δύο φυσικές ενότητες. Στην πρώ­τη ενότητα περιλαμβάνονται πολύτιμα ιστορικά στοιχεία και πληροφορίες για τη ζωή των Ελλήνων στην περίοδο της τουρκοκρατίας, για τις διάφορες φάσεις του Αγώνα και τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκειά του και μετά την επιτυχή λήξη του. Το δεύτερο μέρος σε συσχετισμό με τις επισημάνσεις του πρώ­του μέρους είναι το κυρίως υπόμνημα, το οποίο με τη σειρά του παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί περιγράφει την κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα και υπο­δεικνύει στο νεαρό ηγεμόνα τα πρέποντα. Το τι πρέπει δηλαδή να κάνει: «…Δια να αναλάβει η Ελλάς εκ νέου εις τον πολιτισμόν του μέλλοντος την θέσιν του πρω­τοπόρου την οποίαν είχεν διατηρήσει επί τόσον μακρόν χρόνον εις την αρχαιότητα και το όνομα του Όθωνος, προφερόμενον με αγάπην και σεβασμόν παρά πάντων, θά καθίστατο ο πρώτος άμα και Ένδοξος κρίκος της αλύσου προς μίαν νέαν εποχήν δια την ανθρωπότητα…».

Από το παρατιθέμενο απόσπασμα διαφαίνεται η ακρά­δαντα πίστη του Γκραγιάρ ότι η νέα Ελλάδα είχε τις δυνατότητες να αναπτυχθεί οικονομικά, διοικητικά και πολιτιστικά και να παίξει πρωτεύοντα ρόλο στον αν­θρώπινο πολιτισμό. Αλλά αυτό θα αποτελούσε μία ευχή ενός οραματιστή εάν τα υποδεικνυόμενα μέτρα δεν ημπορούσαν να υλοποιηθούν. Οι υποδείξεις όμως του Γκραγιάρ ήταν καλομελετημένες και μπορούσαν να τύχουν άμεσης εφαρμογής. Ο Γκραγιάρ υποδεικνύει στον Όθωνα να ρίξει όλο το βάρος των ενεργειών του στον εκσυγχρονισμό της γεωργίας, στην ανάπτυξη της βιοτεχνίας – βιομηχανίας, του εμπορίου και της εμπορικής ναυτιλίας, στην οργάνωση της δημοσίας διοίκησης και των οργανισμών. Όλα αυτά προϋποθέτουν μακρά περίοδο ειρήνης και εσωτερικής ασφάλειας για να μπορέσει ο ελληνικός λαός να αναπτύξει τις δημιουργικές δυνά­μεις του και να ακολουθήσει την τροχιά των οικονομικά ανεπτυγμένων χωρών. Η φιλοσοφία του υπομνήματος Γκραγιάρ στόχευε να αποτρέψει τον Όθωνα από τον ολισθηρό κατήφορο της φιλοπόλεμης τάσης του αυλικού περιβάλλοντος που τον ωθούσε σε εξωπραγματικές επιδιώξεις, τη λύση δηλαδή του ελληνικού προβλήμα­τος με την εμπλοκή της ανοργάνωτης πολεμικά χώρας σε πολεμικές περιπέτειες.

Ιδιαίτερα πρέπει να σταθούμε σε ορισμένα βαθυστόχαστα σημεία του υπομνή­ματος Γκραγιάρ, τα οποία προκαλούν το θαυμασμό και την έκπληξή μας για την πρωτοτυπία των ιδεών και τη διεισδυτικότητα του πνεύματος Γκραγιάρ στην υφή και στην ουσία των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων της εποχής του. Για τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας και της κτηνοτροφίας με παράλληλη ανάπτυξη οικιακής βιοτεχνίας και βιομηχανίας, του εμπορίου και της εμπορικής ναυτιλίας, υποδεικνύει τη συγκέντρωση του πληθυσμού σε βιώσιμες οικιστικές μονάδες με τη δημιουργία είδους αγροτοπόλεων. Την οργάνωση και την εξειδίκευση σε όλους τους τομείς της οικονομίας με τη μετάκληση Ελλήνων εκ του εξωτερικού ή και αλ­λοδαπών. Υπαινίσσεται τη δυσφορία και την άρνηση των πλουσίων Ελλήνων της διασποράς για επενδύσεις στην πατρίδα τους. Υποδεικνύει τη δημιουργία Κεντρι­κής Τράπεζας στην πρωτεύουσα με παραρτήματα στους νομούς και στις επαρχίες για τη δανειοδότηση των αγροτών, των επαγγελματοβιοτεχνών και όλων των πα­ραγωγικών επενδύσεων. Ακόμη υποδεικνύει την ίδρυση Πανεπιστημίου και Σχολής Καλών Τεχνών με παράλληλη ίδρυση επαγγελματικών σχολείων στις επαρ­χίες, θεωρεί την εξειδίκευση ως τον ακρογωνιαίο λίθο για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Κρίνει απαραίτητο τον εκσυγχρονισμό του φορολογικού συ­στήματος και τη δικαιότερη κατανομή του εθνικού εισοδήματος. Για τη διάθεση των γεωργικών και λοιπών εγχώριων προϊόντων και την ποιοτική τους βελτίωση υποδεικνύει την καλλιέργεια του συνεταιριστικού και συνεργατικού πνεύματος. Α­κόμη και για τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο έκανε πρόβλεψη οΦραγκίσκος Γκρα­γιάρ, γιατί τον θεωρούσε ως το κύτταρο της δημοκρατίας και από ό,τι εγνώριζε, η λειτουργία του δεν είχε τεθεί σε σωστές βάσεις.

Οι πρωτοποριακές αυτές ιδέες του Φραγκίσκου Γκραγιάρ για τη λύση του ελληνικού προβλήματος δεν βρήκαν απήχηση στους πολεμοκάπηλους της διεφθαρ­μένης αυλής του Όθωνα, που ωθούσαν αυτόν τον ίδιο στην καταστροφή και τον ελληνικό λαό στην οικονομική εξαθλίωση και την εθνική του ταπείνωση, αφού κάθε άστοχη ενέργεια του ηγεμόνα του σε αυτόν ξεσπούσαν τα βάρη. Μπορούμε με βε­βαιότητα να υποθέσουμε, ότι το υπόμνημα Γκραγιάρ δεν περιήλθε ποτέ στα χέρια του Όθωνα. Αλλά και να περιερχόταν δεν θα είχε διαφορετική τύχη: Ο Όθωνας βασανιζόταν από συμπλέγματα κατωτερότητας λόγο της γνωστής διανοητικής του κατάστασης. Επειδή δε αδυνατούσε να ασκήσει ουσιαστική διοίκηση για να επιτύ­χει την οικονομική ανάπτυξη της χώρας και την κατά τρόπο αποδοτικό λειτουρ­γικότητα της κρατικής μηχανής, παρουσίαζε τον εαυτό του εις τούς υπηκόους του ως επεξεργαζόμενος την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. [38] Μέσα λοιπόν σε αυτό το αρρωστημένο πολιτικό κλίμα που επικρατούσε στο Παλάτι, το υπόμνη­μα Γκραγιάρ δεν είχε καμμία απολύτως θέση. [39] Ωστόσο, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ δεν απογοητεύεται και δεν τα βάζει κάτω, αλλά αναλαμβάνει νέες πρωτοβουλίες.

Το 1837 ηγείται μιας κίνησης που αποσκοπούσε στη συνένωση όλων των πο­λιτικών δυνάμεων με στόχο και πάλι την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας. Η κίνηση αυτή ονομάστηκε «Συγχώνευσις» και παρέμεναν αξεδιάλυ­τοι οι στόχοι και ο σκοπός της ίδρυσής της, ακόμη και μέχρι τα τελευταία χρόνια. [40]  Οι λόγοι αυτής της ασάφειας οφείλονται στο γεγονός ότι η κίνηση αυτή αποσκοπού­σε στη συνένωση όλων των πολιτικών δυνάμεων με ηγέτη το Βασιλιά Όθωνα. Άλλα μια τέτοια κίνηση από τα υπεύθυνα για την κακοδαιμονία της χώρας κόμ­ματα και το συνυπεύθυνο τους βασιλιά κάθε άλλο παρά ευμενή απήχηση μπορούσε να έχει στα λαϊκά στρώματα και στον τύπο της εποχής.[41]

Μόνον ο συσχετισμός του υπομνήματος Γκραγιάρ του 1835 προς το βασιλιά Όθωνα και η κίνηση της «Συγχώνευσις» του ιδίου του έτους 1837 ξεδιαλύνουν τα πράγματα, γιατί εμπνευστής και των δύο κινήσεων είναι οΦραγκίσκος Γκραγιάρ με κοινό στόχο την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας.

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ, που είχε ζήσει έντονα τη μακροχρόνια ελληνική τραγωδία, όταν απέτυχε να πείσει τον Όθωνα να αφήσει τους ακροβατισμούς και να ακολουθήσει το σωστό δρόμο, οραματίστηκε τη συνένωση όλων των πολιτικών δυνάμεων της χώρας ως μοναδική διέξοδο στο αδιέξοδο της αντιπαλότητας των Ανακτόρων και των κομματικών φατριών, που είχαν δημιουργήσει εκείνη την ασφυ­κτική κατάσταση.[42]

Ο Γκραγιάρ ηγήθηκε μιας ευρύτατης κίνησης με στόχο ένα είδος οικουμενικής κυβέρνησης για τη λύση των εκρηκτικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η χώρα. Φυσικά η κίνηση Γκραγιάρ δεν έγινε κατανοητή από τις πο­λιτικές δυνάμεις της εποχής του. Ωστόσο, οι ιδέες του επεκράτησαν αργότερα με τη δημιουργία οικουμενικών κυβερνήσεων, σε κρίσιμες φάσεις του εθνικού μας βίου. Και από την άποψη αυτή ο τίτλος του οραματιστή και του ελληνολάτρη ανήκει δι­καιωματικά στο Μεγάλο Φιλέλληνα Φραγκίσκο Γκραγιάρ.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Ψ. Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχη­γός Χωροφυλακής.

[2] Ν. Σ. Κ τ ε ν ι ά δ ο υ : «ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΓΚΡΑΓΙΑΡ 1792 – 1863, Ο Πρώτος Αρ­χηγός της Ελληνικής Χωροφυλακής», Επιθεώρηση Χωροφυλακής, τόμος 9ος / 1978, σελ. 319-321.

[3] Χαρίκλειας Γ. Δημακοπούλου «Ο ΣΑΙΝΣΙΜΟΝΙΣΤΗΣ FRANCOIS GRAILLARD», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τό­μος 22ος, Αθήναι 1979, σελ. 368. «…Δεν εξετιμήθη ειμή ως στρατιώτης, ως επαγγελ­ματίας πολεμιστής, ενώ έκρυβεν ολόκληρον κόσμον ιδεών, νέων και ριζοσπαστικών δια την εποχήν του και ίσως δια μόνον δι’ αυτήν ως ιδεολόγος, ως στοχαστής, ως πολιτικός αναλυτής, ως εισηγητής μεταρρυθμίσεων, αι οποίαι απέβλεπον εις το μεγαλείον, την προκοπήν και την ακτινοβολίαν της Ελλάδος».

[4] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, ό. π.

[5] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου, ό .π., σελ. 390 – 391.

[6] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου, ό. π., σελ. 386.

[7] Αρχείον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας τής Ελλάδος, αριθμός κωδικός 284.

[8] Φύλλον Μητρώου του Φραγκίσκου Γκραγιάρ, της υπηρεσίας αρχείων του Υπουργείου Στρατιωτικών της Γαλλίας.

[9] Εφημ. «Παλιγγενεσία», φύλλο 141 της 16 Μαΐου 1863, σελ. 4 και εφημ. «Ραδαμάνθυς», φύλλο 17 της 16 Μαΐου 1863, σελ. 2 «Λόγος Επιτάφιος, επί του τάφου του Γάλλου φιλέλληνος και Στρατηγού Γραλλιάρδου» υπό  I. Κόνιαρη.

[10] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, ό. π.

[11] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου,   ό. π., σελ. 369, υποσ. 3.

[12] Ναπολέοντα Σταμ. Δοκανάρη: «Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΓΛΟΣ (1789- 1868)», Ιωάννινα 1987, σελ. 109, υποσ. 9, όπου γίνεται σύντομη βιογραφία του Φραγκίσκου Γκραγιάρ.

[13] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου:   ό. π., σελ. 372.

[14] Αρχείον Μαυροκορδάτου, τεύχος 111, εν Αθήναις 1968, σελ. 531-533 (έγγρ. 831) και σελ. 543-545 (έγγρ. 839).

[15] Διον. Καραβία,   τόμος 1  (1971), τεύχος Β, σελ. 187 – 189 και 191 – 197.

[16] Ναπολέοντος Σταμ.  Δοκανάρη: «Σύγχρονα Ιστορικά θέματα», Θεσσαλονίκη 1978, σελ. 21-28, Ιστορική Ανασκόπησις των Γεγονότων και Συμβάντων τα οποία οδήγησαν εις την Ναυμαχίαν του Ναυαρίνου.

[17] Ναπολέοντος Σταμ.  Δοκανάρη: «Σύγχρονα Ιστορικά θέματα», ό. π., σελ. 24-27.

[18] Ε λ. Γ. Πρεβελάκη: «Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΙΜΠΡΑΗΜ ΠΑΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ», εν Αθήναις 1950, σελ. 60, 84 και 115.

[19] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Φ.  Φραγκίσκος Γκραγιάρ κτλ. .

[20] Ναπολέοντα Σταμ. Δονακάρη: «Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΧΑΧΟΠΟΥΛΟΣ 1789-1868», Ιωάννινα 1987, σελ. 109-110, υποσ. 9.

[21] Ν. Σ. Κ τ ε ν ι ά δ ο υ: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ (1833 -1933», τεύχος Α’ (1821 -1835), «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΚΗΡΥΚΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ», Αθήναι 1931, σελ. 48.

[22] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Ανέκδοτο Ιστορικό Λεύκωμα για τα 150 Χρόνια της Ελληνικής Χωροφυλακής, Αθήνα 1983.

[23] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Φ. Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχη­γός της Ελληνικής Χωροφυλακής.

[24] Γενικά Αρχεία του Κράτους – Οθωνικό αρχείο Υπουργείου Εσωτερικών – Αστυνομία -Χωροφυλακή, φάκελλοι 1 -10.

[25] Χρήστου Ρέππα: «Η ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ» (1833 -1834), περιοδικό «Επιθεώρηση Χωροφυλακής», τεύχος 154 (Οκτώβριος 1982), σελ. 739 έως 742.

[26] Τ. Α. Πετρόπουλος – Αικ. Κουμαριανού. ό. π., σελ. 95: «Η ίδρυση της Χωροφυλακής αποδείχτηκε πιο επιτυχής…….».

[27] G. Eichthal: «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑ­ΔΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1821», επιμ. ΑΘ. Χ. Παπαδοπούλου, εν Αθήναις 1974, σελ. 39 και ιδίου   «Η ΕΛΛΑΣ ΤΟΥ 1833-1835», έπιμ. Γ. Τ. Μίρκου, έν Αθήναις 1968, σελ. 36.

[28] Ν.  Σ.  Κ τ ε ν ι ά δ ο υ : «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ – Ιστορικαί σελίδες», τόμος Α’, Αθήναι 1960, σελ. 81.

[29] Διάταγμα της 19ης και 22ας Μαΐου 1854, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φυλ. 15 της 5 Ιουνίου 1854, σελ. 77-78.

[30] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου:   ό. π., σελ. 378.

[31] Ιστορικά  Αρχεία Αρχηγείου  Χωροφυλακής»,  Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχηγός Χωροφυλακής.

[32] Γενικά Αρχεία του Κράτους, φάκ. 10 – ¡90 – Όθων. Αρχ. Υπουργείου Εσωτερικών.

[33] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής,  Φραγκίσκος Γκραγιάρ κτλ.

[34] I.   Α.   Πετρόπουλος – Αικ. Κουμαριανού ,   ό. π., σελ. 33 και 217.

[35] Χαρίκλειας   Γ.   Δ η μ α κ ο π ο ύ λ ο υ ,   ό. π., σελ. 392.

[36] Το υπόμνημα Γκραγιάρ είχε καταγραφεί από τον αείμνηστο καθηγητή Σπύρο Λάμπρο και είναι ταξιθετημένο στο αρχείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελ­λάδος, άριθ. Κώδικα 284.

[37] Δυστυχώς, οι ιδέες του Γκραγιάρ για εξειδίκευση στο γεωργικό και κτηνοτροφικό τομέα, ακόμη και στο βιοτεχνικό, ναυτιλιακό και εμπορικό τομέα, άργησαν πολύ να πραγματοποιηθούν στη χώρα μας. Ακόμη, η δημιουργία αγροτοπόλεων, που εισηγήθηκε, για τη συγκράτηση των αγροτικών πληθυσμών στην ύπαιθρο, μόνον προς το τέλος τής 10ετίας του 1960 συζητήθηκε στην ελληνική Βουλή, χωρίς να υλοποιηθεί.

[38] Σπ. Β. Μαρκεζίνη:«Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΑ­ΔΟΣ», τόμος πρώτος, Αθήναι 1966, σελ. 208.

[39] Ιωάννης Πετρόπουλος – Αικατερίνη Κουμαριανού: «ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΜΟΝΑΡΧΙΑΣ», σελ. 40-90, τόμος ΙΓ’ Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους Εκδοτικής Αθήναι Α.Ε., Αθήναι 1977.

[40] Ιωάννης Πετρόπουλος – Αικατερίνη Κουμαριανού: «Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ -Οθωνική περίοδος 1833-1843», Εκδόσεις Παπαζήση, Αθή­να 1982, σελ. 198-199.

[41] Έφημ. «ΑΘΗΝΑ», τόμοι 1837 και 1838.

[42] Ναπολέοντος Σταμ. Δοκανάρη : «ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ AΣMA ΤΟΥ ΟΘΩΝΙΚΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ», περιοδικόν «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 325 – 326 / Μάιος – Ιούνιος 1979, σελίδες 387 – 396, βλέπε σελ. 388 «…Η πολιτική που ακολούθησε ο Όθωνας για την υλοποίηση των σκοπών της Μεγάλης Ιδέας ήταν καθόλα λανθασμένη…..».

Ναπολέοντας  Σταμ. Δοκανάρης

Φιλόλογος – Ιστορικός

Ηπειρωτική Εστία (Μηνιαία Επιθεώρησις Εν Ιωαννίνοις), Ιανουάριος – Φεβρουάριος – Μάρτιος 1990, τεύχη, 453-454-455.

Διαβάστε ακόμη:

Οι Σαινσιμονιστές στο Ναύπλιο

Προσπάθειες Διαδόσεως των Ιδεών του Saint- Simon και Πρακτικής των Εφαρμογής στον Ελλαδικό Χώρο 1825 – 1837.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »