Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Ο οργασμός των Μεγάλων Τεχνικών Έργων επί κυβερνήσεων Τρικούπη – Λύντια Τρίχα


 

Χαρίλαος Τρικούπης

Στο άκουσμα του ονόματος του Χαρίλαου Τρικούπη, κάθε μέσος ιστορικά ενημερωμένος Έλληνας ανακαλεί στη μνήμη του πρώτα βέβαια τα κοινότοπα «ανθ΄ημών ο κύριος Γουλιμής» και «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», και αμέσως κατόπιν την κατασκευή των σιδηροδρόμων. Δεδομένου ότι το σύνολο των γραμμών που κατασκευάσθηκε επί των ημερών του αποτέλεσε ουσιαστικά το μόνο σιδηροδρομικό δίκτυο της Ελλάδας μέχρι τους βαλκανικούς πολέμους, δικαίως ο Τρικούπης θεωρείται ο πατέρας των ελληνικών σιδηροδρόμων.

Ο Τρικούπης κατά την εικοσαετία 1875-1895 σχημάτισε επτά κυβερνήσεις και παρέμεινε στην εξουσία επί έντεκα συνολικά χρόνια. Το πρόγραμμα, που εφήρμοσε κυρίως κατά τις δύο μακροχρόνιες πρωθυπουργίες του στη δεκαετία 1880-1890, υπήρξε φιλόδοξο και μακρόπνοο. Προοδευτικό πνεύμα καθώς ήταν, επεδίωξε να φέρει την Ελλάδα των πενήντα χρόνων ελεύθερου βίου, στα ευρωπαϊκά επίπεδα. Η πρώτη μακροχρόνια πρωθυπουργία του, που συνδέθηκε με τα μεγάλα τεχνικά έργα της εποχής, άρχισε το 1882, αμέσως μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος και πενήντα ακριβώς χρόνια από την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού βασιλείου.

Η εικόνα της Ελλάδας στα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας της ήταν πραγματικά αξιοθρήνητη: μια χώρα μικρή και φτωχή, που εξήλθε από την επανάσταση και τους εμφύλιους σπαραγμούς απογυμνωμένη, με καμμένα πολλά από τα χωριά της και τα περισσότερα χωράφια της, με υποτυπώδη μόνο διοικητική οργάνωση, χωρίς χρήματα στο δημόσιο ταμείο της, χωρίς έργα υποδομής, χωρίς δρόμους και με κατεστραμμένα τα λίγα γεφύρια της. Μια χώρα που, ξεκινώντας ουσιαστικά από το μηδέν, είχε να αντιμετωπίσει άπειρες δυσκολίες για την ανασυγκρότησή της. Τα πρώτα βήματα δεν μπορούσαν παρά να γίνουν με αργούς ρυθμούς.

Οι ξένοι περιηγητές που την επισκέπτονται εντυπωσιάζονται πάντα από τις λαμπρές αρχαιότητές της και εκθειάζουν τις φυσικές ομορφιές του τόπου, δεν παραλείπουν όμως να αναφέρουν τις δυσκολίες της χερσαίας και της ατμοπλοϊκής συγκοινωνίας και την παντελή έλλειψη δημοσίων κτιρίων αξίων προσοχής. Για παράδειγμα ο Émile Burnouf, διευθυντής της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής επί Τρικούπη, αναφερόμενος στην Ελλάδα που γνώρισε στα χρόνια της νεότητάς του, γράφει τα εξής:

«Το 1847 και τα επόμενα χρόνια διέσχισα με το άλογο 1.500 με 1.800 λεύγες προς όλες τις κατευθύνσεις του Βασιλείου: δεν είδα ούτε ένα οικοδόμημα που να μου άφησε την παραμικρή ανάμνηση. Δρόμοι δεν υπήρχαν πουθενά, εκτός από αυτόν που ένωνε την Αθήνα με τον Πειραιά. Ούτε γεφύρια· περνούσαμε τα ποτάμια από τα διαβατά τους σημεία. Στον Ευρώτα υπήρχε ένα τούρκικο γεφύρι, του οποίου όμως η μεσαία αψίδα ήταν τόσο ψηλή, που έπρεπε να ξεπεζέψει κανείς από το άλογο και να σκαρφαλώσει για να το περάσει. Το γεφύρι του Κράθι, στα παράλια της Αχαΐας, κατασκευασμένο με διαδοχικές αψίδες, είχε κοπεί στη μέση και τα δύο άκρα του είχαν ενωθεί πρόχειρα με κάποια δοκάρια· μόλις που τολμούσες να το διαβείς. […] Όσο για τους δρόμους, […] το 1847 δεν υπήρχαν καθόλου.

Οι Τούρκοι ή και οι προκάτοχοί τους, είχαν λιθοστρώσει μερικά μονοπάτια, πλάτους μόλις δύο μέτρων. […] Αυτά τα μονοπάτια όμως δεν είχαν συντηρηθεί καθόλου και όταν τύχαινε να συναντήσουμε κάποιο, προτιμούσαμε να το παρακάμψουμε».[1]

Φωτογραφία του Χαρίλαου Τρικούπη με την υπογραφή του, Λονδίνο 1885.

Αλλά η Ελλάδα που περιγράφει ο Burnouf, όπου δεν υπήρχαν δρόμοι και η συγκοινωνία γινόταν με άλογα και κάρα, όπου τα δημόσια κτίρια ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, αφού δεν υπήρχαν ούτε ανάκτορα και ο βασιλιάς έμενε σε νοικιασμένο σπίτι, όπου οι ωραίες κατοικίες ήταν ελάχιστες και στην επαρχία τα περισσότερα σπίτια δεν είχαν τζάμια στα παράθυρα και πολλές φορές δεν είχαν ούτε κρεβάτια, όπου, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, δεν εύρισκε κανείς όχι μόνον αυτά που κάνουν τη ζωή μας ευχάριστη ή εύκολη, αλλά ούτε καν αυτά που την καθιστούν βιώσιμη, αυτή η Ελλάδα ασκούσε μια ανεξάντλητη γοητεία στους ξένους. Και όσο και αν αυτό φαίνεται περίεργο, υπήρχαν πολλοί Ευρωπαίοι που ανησυχούσαν μήπως με την οικονομική ανάπτυξή της και τη δημιουργία δικτύου συγκοινωνιών έχανε τη γραφικότητά της ή ακόμη και τη σύνδεση με το παρελθόν της.

Η απώλεια αυτής της γραφικότητας βέβαια ήταν το τελευταίο πράγμα που θα απασχολούσε τον Χαρίλαο Τρικούπη στα σχέδιά του για το μέλλον της Ελλάδας, την οποία επιθυμούσε να καταστήσει ένα οικονομικά εύρωστο κράτος και μία υπολογίσιμη δύναμη στην ευρύτερη περιοχή της. Ακολουθώντας το εκσυγχρονιστικό του πρόγραμμα, έκανε άλματα πραγματικά και, με μεγάλο βέβαια οικονομικό κόστος, κληροδότησε στη χώρα μεγάλα δημόσια έργα υποδομής, που της άνοιξαν τον δρόμο για τον εκσυγχρονισμό.

Η ανάπτυξη της συγκοινωνίας με την κατασκευή εθνικού οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου, η διάνοιξη του Ισθμού της Κορίνθου, η διεύρυνση του πορθμού του Ευρίπου, η αποξήρανση της Κωπαΐδας, η κατασκευή λιμανιών και γεφυρών, η ίδρυση φάρων και φανών καθώς και η αναδιοργάνωση της ταχυδρομικής και της τηλεγραφικής υπηρεσίας είναι έργα που άλλα άρχισαν και άλλα ολοκληρώθηκαν επί της πρωθυπουργίας του και που πάντως όλα φέρουν την προσωπική του σφραγίδα.

Θεωρώντας ως απαραίτητη προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας την ανάπτυξη της συγκοινωνίας, την οποία έβλεπε ως συνδυασμό πλήρους οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου, επεδίωξε την κατασκευή οδικών αρτηριών και σιδηροδρομικών γραμμών που να καλύπτουν όλη την επικράτεια. Ιδιαίτερα η κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου αποτελούσε το μεγαλύτερο όραμά του και υπήρξε ένα από τα κυριότερα μελήματα όλων των κυβερνήσεών του. Τονίζοντας ο ίδιος τη σημασία του έργου ονόμασε τη Βουλή της περιόδου 1887-1890 «Σιδηροδρομική Βουλή» για να εξάρει τις ιστορικές αποφάσεις της για τη θεμελίωση του δικτύου. Παράλληλα φρόντισε να κατασκευασθούν δρόμοι που θα ένωναν το εσωτερικό της χώρας με τους σιδηροδρομικούς σταθμούς.

Όταν ανέλαβε την εξουσία ο Τρικούπης το οδικό δίκτυο ήταν ελλειπέστατο και το σιδηροδρομικό ανύπαρκτο. Υπήρχε μόνο μία σιδηροδρομική γραμμή που ένωνε την Αθήνα με τον Πειραιά, μήκους 8,5 χιλιομέτρων. Το οδικό δίκτυο δεν κάλυπτε ούτε καν 2.000 χιλιόμετρα: σε όλη τη χώρα υπήρχαν 1.771 χιλιόμετρα εθνικών, επαρχιακών και δημοτικών δρόμων και από αυτά, τα 677 βρίσκονταν στα Επτάνησα, κατασκευασμένα κυρίως επί αγγλοκρατίας.[2]

 

Πολιτικός χάρτης της Ελλάδας, 1832-1923.

 

Στις ορεινές περιοχές δεν υπήρχαν ούτε επαρχιακοί ούτε δημοτικοί δρόμοι, ενώ οι χείμαρροι και οι μικροί ποταμοί παρέμεναν αγεφύρωτοι, καθιστώντας προβληματική κάθε μετακίνηση. Τον χειμώνα ορισμένα ορεινά περάσματα ήταν τόσο δυσδιάβατα που δυσκολεύονταν να περάσουν όχι μόνο οι άμαξες αλλά και τα ίδια τα ζώα. Οι αγωγιάτες αναγκάζονταν να στρώνουν τις κάπες τους στο έδαφος για να διευκολύνουν τη διέλευση των αλόγων και των ημιόνων που κινδύνευαν αλλοιώς να τραυματισθούν.

Χώρα ναυτική η Ελλάδα, με εκτεταμένες ακτές και πολλά νησιά, βασιζόταν από παλιά στην ακτοπλοϊκή συγκοινωνία που εξυπηρετούσε το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών μεταφορών. Δεν είναι τυχαίο ότι τα πρώτα οδικά έργα που έγιναν αποσκοπούσαν στη σύνδεση των λιμανιών με την ενδοχώρα τους. Στη διευκόλυνση της ακτοπλοΐας αποσκοπούσε και το μεγάλο έργο της διάνοιξης του Ισθμού. Μέχρι να τελειώσει, τα πλοία που συνέδεαν τον Πειραιά με την Πάτρα, την Ήπειρο και τα Επτάνησα υποχρεωτικά έπρεπε να κάνουν τον περίπλου της Πελοποννήσου και να αντιμετωπίσουν τις ταραγμένες θάλασσές της. Το ταξίδι από τον Πειραιά στην Καλαμάτα διαρκούσε μία ημέρα και στην Πάτρα δύο, για την ακρίβεια 60 ώρες με τις στάσεις σε όλα τα λιμάνια της Πελοποννήσου.

 

Ένα από τα σχέδια κατασκευής του Διώρυγας της Κορίνθου (1883). Πηγή: Archives historiques BNP Paribas.

 

Χάρτης του Ισθμού της Κορίνθου.

 

Από την κατασκευή της Διώρυγας της Κορίνθου. Πηγή: Archives historiques BNP Paribas.

 

Σε αντίθεση με τις θαλάσσιες αποστάσεις που μετριώνταν σε ναυτικά μίλια, οι αποστάσεις στη ξηρά για πολλά χρόνια εξακολουθούσαν να μετριώνται σε ώρες πορείας και όχι σε χιλιόμετρα. Ακόμη και στα νεώτερα χρόνια είχε μείνει η έκφραση «ένα τσιγάρο δρόμος». Στα τέλη του 19ου αιώνα για να φθάσουν άνθρωποι και εμπορεύματα από την μία πόλη στην άλλη χρειάζονταν μέρες ολόκληρες. Η δυσκολία αυτή των συγκοινωνιών δεν είχε αντίκτυπο μόνο στη διενέργεια του εμπορίου αλλά και στην ασφάλεια των μετακινήσεων, καθώς ευνοούσε την εξάπλωση της ληστείας. Η κατασκευή του τρικουπικού οδικού δικτύου, σε συνδυασμό μάλιστα με το σιδηροδρομικό δίκτυο, συντόμευσε σημαντικά τον απαιτούμενο χρόνο των μετακινήσεων, που βέβαια για τα σημερινά δεδομένα παρέμενε ασύγκριτα μακρύς. Χαρακτηριστικός είναι ο πίνακας με τις αποστάσεις των διαφόρων πόλεων από την Αθήνα που δημοσιεύθηκε το 1885, μετά την κατασκευή αρκετά μεγάλου μέρους του τρικουπικού οδικού δικτύου:[3]

 

 

Το Μεσολόγγι απείχε από την Αθήνα 54 ώρες. Για να πάει δηλαδή ο Τρικούπης από την Αθήνα στην πατρίδα του ήθελε τρείς ημέρες: δύο για να φθάσει στην Πάτρα με το πλοίο και άλλη μία από την Πάτρα μέχρι εκεί. Για να φθάσει κανείς από το ένα άκρο της χώρας στο άλλο, από την Καλαμάτα, ας πούμε, στον Βόλο, χρειαζόταν θεωρητικά 4-5 μέρες συνεχούς ταξιδιού, στην πραγματικότητα όμως ταξίδευε περίπου δύο εβδομάδες. Η απόσταση ήταν 104 ώρες, αλλά οι αγωγιάτες δεν ταξίδευαν πάνω από οκτώ ώρες την ημέρα, γιατί τόσο άντεχαν τα ζώα τους.

 

Ο ισθμός της Κορίνθου. Στερεοσκοπική φωτογραφία, περ. 1895.

 

Ακόμη και στην περιοχή της πρωτεύουσας η κατάσταση, όπως περιγράφεται την ίδια εποχή, δεν ήταν καλλίτερη: από την Αθήνα μέχρι την Κηφισιά χρειαζόταν κανείς 2½ ώρες, μέχρι την Μονή Πεντέλης 3½  ώρες και μέχρι τον Μαραθώνα στην καλλίτερη περίπτωση 4½ και στη χειρότερη 7, ενώ ο δρόμος προς το Σούνιο, όταν ανέλαβε ο Τρικούπης την εξουσία, στο μεγαλύτερο μέρος του δεν ήταν παρά ένα φαρδύ μονοπάτι.[4]

 

Τα εγκαίνια της Διώρυγας της Κορίνθου. Πίνακας του Κων. Βολανάκη.

 

Το 1882 βρίσκονταν υπό κατασκευή αρκετά έργα που είχαν δημοπρατηθεί κατά την προηγούμενη εξαετία (1876-1881). Η κυβέρνηση Τρικούπη επιτάχυνε το χρονοδιάγραμμα κατασκευής τους και, καλώντας μια αποστολή γάλλων μηχανικών, μελέτησε και δημοπράτησε πληθώρα νέων έργων – δρόμους, γέφυρες και λιμάνια. Μέσα σε δέκα χρόνια, αυξάνοντας σημαντικά την ετήσια κρατική δαπάνη για την οδοποιία, υπερτριπλασίασε το οδικό δίκτυο της παλαιάς Ελλάδας (εκτός Επτανήσου) κατασκευάζοντας 2.600 χιλιόμετρα εθνικών, επαρχιακών και δημοτικών δρόμων κόστους 33 εκατομμυρίων δραχμών και 65 μεμονωμένες γέφυρες. Συγχρόνως αναφέρεται ότι υπήρχαν άλλα 600 χιλιόμετρα οδών υπό κατασκευή.[5]

 

Το οδικό δίκτυο το 1870 και το 1892. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Παράλληλα με τα έργα οδοποιίας και στο πλαίσιο του προγράμματος ανάπτυξης των συγκοινωνιών, ασχολήθηκε και με τη μελέτη, τον σχεδιασμό και την κατασκευή λιμενικών έργων καθώς και με την αναδιοργάνωση της υπηρεσίας Φάρων και Φανών. Η ειδική επιτροπή φάρων που ιδρύθηκε το 1887 συνέταξε και παρέδωσε δύο χρόνια αργότερα τον πρώτο ολοκληρωμένο προγραμματισμό ανάπτυξης του φαρικού δικτύου. Πέρα των 43 υφισταμένων φάρων η επιτροπή πρότεινε την ανέγερση άλλων 73. Το 1893 αναφέρεται η λειτουργία 69 φάρων, ενώ άλλοι 55 ήσαν υπό κατασκευή.[6]

 

Ο φάρος της Σαπιέντζας, ανοιχτά της Μεθώνης, που ιδρύθηκε το 1885. Εδώ, οι αξιωματικοί του πλοίου ανεφοδιασμού φωτογραφίζονται με τους φαροφύλακες και τις οικογένειές τους. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Δύο από τα νέα θωρηκτά που παρήγγειλε ο Τρικούπης. Κατέπλευσαν στον Πειραιά μετά την πτώση της κυβέρνησής του.

 

Δύο από τα νέα θωρηκτά που παρήγγειλε ο Τρικούπης. Κατέπλευσαν στον Πειραιά μετά την πτώση της κυβέρνησής του.

 

Συγχρόνως έγινε μεγάλη προσπάθεια και για τη συντήρηση του οδικού δικτύου. Όπως φαίνεται από τις εκθέσεις του υπουργείου Εσωτερικών η αναλογία των δαπανών επισκευής και συντήρησης του δικτύου και των δαπανών κατασκευής νέων δρόμων ήταν 1 προς 3.[7] Συγκρίνοντας τη σχέση αυτή με τα σημερινά δεδομένα διαπιστώνουμε ότι τότε διετίθετο για τη συντήρηση των δρόμων ποσό, αναλογικά πολύ μεγαλύτερο από αυτό που διατίθεται σήμερα.

Κατά την ίδια αυτή δεκαετία, από το 1882 μέχρι το 1893, θεμελιώθηκε και το σιδηροδρομικό δίκτυο, με την κατασκευή σχεδόν 1.000 χιλιομέτρων στην Πελοπόννησο, τη Θεσσαλία, την Αττική και την Αιτωλοακαρνανία.[8] Το 1882 υπογράφηκαν οι συμβάσεις για την κατασκευή των σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, Θεσσαλίας και Λαυρίου, συνολικού μήκους 700 χιλιομέτρων, ενώ η γαλλική αποστολή μηχανικών μελέτησε τη γραμμή Αθηνών-Λαρίσης, χωρίς να προχωρήσει η ανάθεσή της.

 

Χάρτης με τις σιδηροδρομικές γραμμές που σχεδιάστηκε το 1882. Από το εικονιζόμενο εδώ δίκτυο κατασκευάστηκε το μεγαλύτερο μέρος του, περισσότερα από 900 χιλιόμετρα.Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Εφ’ όσον επιδιωκόταν η κατασκευή όσο το δυνατόν περισσοτέρων χιλιομέτρων μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα και με σχετικά περιορισμένους οικονομικούς πόρους, φυσικό ήταν να επιλεγούν οι στενοί σιδηρόδρομοι του ενός μέτρου, που ήταν λιγότερο δαπανηροί. Σε σχέση με τους ευρύτερους των ευρωπαϊκών προδιαγραφών μειονεκτούσαν βέβαια, γιατί επέτρεπαν την ανάπτυξη μικρότερης ταχύτητας, για τα ελληνικά όμως δεδομένα τα πλεονεκτήματά τους υπερτερούσαν.

 

Διαχρονική εξέλιξη του Σιδηροδρομικού δικτύου στην Ελλάδα, 1869-1909.

 

Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη συζήτηση περί κατασκευής σιδηροδρόμων είχε γίνει ήδη το 1835, όταν έλληνες και ξένοι επιχειρηματίες πρότειναν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος την κατασκευή του σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς, πριν ακόμη κατασκευασθεί η αντίστοιχη αμαξιτή οδός. Η γραμμή αυτή ήταν πράγματι η πρώτη που κατασκευάσθηκε, είκοσι χρόνια όμως αργότερα. Έκτοτε και μέχρι τον Τρικούπη, υπήρχε ένα συνεχές ενδιαφέρον κεφαλαιούχων για επενδύσεις σε σιδηροδρομικές γραμμές, που δεν ευδοκίμησε μεν, καλλιέργησε όμως το έδαφος και προετοίμασε την πολιτική βούληση.

 

Η σιδηροδρομική γέφυρα του Ισθμού της Κορίνθου. Κάρτ ποστάλ της εποχής.

 

Με τα χρόνια ο ελληνικός σιδηρόδρομος είχε αρχίσει να διαμορφώνεται και ως κοινωνικό οικονομικό αίτημα των κατοίκων, με έντονο τοπικό και γεωργικό χαρακτήρα. Η αύξηση της παραγωγής και της εξαγωγής της σταφίδας δημιούργησε την ανάγκη συγκοινωνιακής υποδομής στη δυτική Πελοπόννησο για τη μεταφορά της, ενώ αντίστοιχες ανάγκες θα εμφανισθούν μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας για τη διαμετακόμιση της μεγάλης σιτοπαραγωγής. Η ανάπτυξη της συγκοινωνίας με δρόμους και κυρίως με σιδηροδρόμους αναμενόταν να επιδράσει ευνοϊκά στην εθνική οικονομία, αφενός μεν διευκολύνοντας τη μεταφορά των προϊόντων και το εμπόριο, αφετέρου δε αυξάνοντας την παραγωγή και την κατανάλωση. Η επιθυμία να έρθει το τραίνο στην Ελλάδα ήταν γενική, χωρίς όμως τη χαρισματική προσωπικότητα του Τρικούπη θα ήταν πολύ δύσκολο να υλοποιηθεί το σιδηροδρομικό όραμα, που δικαίως έχει συνδεθεί άμεσα με το όνομά του.

 

Η νέα γέφυρα του Ευρίπου, γύρω στο 1895. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Τα τρία μεγάλα έργα της εποχής, η διάνοιξη του Ισθμού της Κορίνθου, η αποξήρανση της Κωπαΐδας και η κατασκευή των σιδηροδρόμων, μετά από πολλές συζητήσεις, αμφιβολίες, παλινδρομήσεις και επανεξετάσεις, ανατέθηκαν με το σύστημα της αυτοχρηματοδότησης. Η εκμετάλλευση κάθε έργου παραχωρήθηκε για 99 χρόνια στην αντίστοιχη κατασκευάστρια εταιρεία, η οποία ανέλαβε την υποχρέωση να το χρηματοδοτήσει η ίδια. Μόνο στην περίπτωση των σιδηροδρόμων υπήρχε συμμετοχή και του κράτους.

 

Φωτογραφία του Τρικούπη στις αρχές της δεκαετίας του 1880, κολλάζ της αδελφής του. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Η Ελλάδα είχε γίνει ένα μεγάλο εργοτάξιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα έργα του Ισθμού και των σιδηροδρόμων απασχολούνταν τόσοι εργάτες, ώστε το γεγονός αυτό προβλήθηκε στη Βουλή ως λόγος ματαίωσης άλλων δημοσίων έργων, καθώς θεωρητικά είχε απορροφηθεί πλέον όλο το εργατικό δυναμικό της χώρας.[9] Στον Ισθμό, μόνο, το 1883 αναφέρονται 1.800 εργαζόμενοι και το 1893 περίπου 2.700, αριθμός πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα. Ας σημειωθεί δε ότι είχαν προσληφθεί και πολλοί ξένοι εργάτες για να καλυφθούν οι ελλείψεις.[10]

 

Μετοχές του Σιδηρόδρομου Θεσσαλίας, των Σιδηροδρόμων Πειραιώς – Αθηνών – Πελοποννήσου, και των γαλλικών εταιρειών της Διώρυγας της Κορίνθου και της λίμνης Κωπαΐδας. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Οι πρώτες σιδηροδρομικές γραμμές παραδόθηκαν στην κυκλοφορία σταδιακά από το 1883 μέχρι το 1890, αλλάζοντας την εικόνα της Ελλάδας. «Το ταξίδι στην Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον εξαιρετικό προνόμιο των λίγων εκλεκτών της τύχης», έγραφε το 1889 ένας γνωστός αγγλικός τουριστικός οδηγός. «Η Αθήνα χάρις στους σύγχρονους σιδηροδρόμους και τα ατμόπλοια δεν απέχει παρά μόνο τέσσερις ημέρες από το Λονδίνο. Από την Πάτρα ο νέος σιδηρόδρομος σας μεταφέρει σε 4 ½ ώρες στην Κόρινθο και σε 9 στην Αθήνα».[11]

Αν και ορισμένοι ξένοι εξέφραζαν τη απορία τους για την επιλογή των στενών γραμμών και της χαμηλής συνεπώς ταχύτητας, ονομάζοντας τον ελληνικό σιδηρόδρομο «τράμ με ατμό»[12], οι Έλληνες ήσαν ενθουσιασμένοι με το τραίνο τους και τα πρώτα χρόνια οι συρμοί σταματούσαν συχνά σε ωραία τοπία ή πάνω στις γέφυρες για να απαθανατισθούν επιβάτες και σιδηροδρομικοί υπάλληλοι σε φωτογραφίες που εν συνεχεία κυκλοφορούσαν ως καρτ ποστάλ.

 

Τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας τους, τα τραίνα σταματούσαν συχνά σε διάφορες τοποθεσίες, και οι επιβάτες, ο μηχανοδηγός και το υπόλοιπο προσωπικό κατέβαιναν για να τραβήξουν μια αναμνηστική φωτογραφία.

 

Τα πρώτα αποτελέσματα από τη λειτουργία των σιδηροδρόμων δεν ήσαν ωστόσο αντίστοιχα των προσδοκιών του Τρικούπη, κυρίως λόγω της μειωμένης – σε σχέση με την αναμενόμενη – οικονομικής απόδοσης του θεσσαλικού κάμπου. Ο θαλάσσιος όμως αποκλεισμός της Ελλάδας από τις Μεγάλες Δυνάμεις το 1886 έδειξε σαφέστατα τη στρατηγική σημασία των χερσαίων μεταφορών. Έτσι ο Τρικούπης στην επόμενη πρωθυπουργία του (1886-1890) θα υπογράψει συμβάσεις για άλλα 1.100 χιλιόμετρα: τη διεθνών προδιαγραφών γραμμή Αθηνών-Λαρίσης – Συνόρων, το υπόλοιπο σύμπλεγμα Πελοποννήσου και τη γραμμή Αιτωλοακαρνανίας. Αυτή τη φορά το κράτος ανέλαβε το κόστος της κατασκευής του μεγαλύτερου μέρους των γραμμών. Οι συνθήκες όμως δεν διαμορφώθηκαν ακριβώς όπως τις είχε υπολογίσει ο Τρικούπης: η συμμετοχή και η επιβάρυνση του κράτους υπήρξε μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη, τα αναγκαία δάνεια συνήφθησαν με δυσμενέστερους όρους, και τα έργα καθυστέρησαν υπερβολικά. Έτσι το 1893, όταν πτώχευσε η Ελλάδα, από τα νέα 1.100 χιλιόμετρα είχαν κατασκευασθεί μόνο τα 213.

Θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι από όλα τα έργα που κατασκευάσθηκαν επί Τρικούπη, παρόλον ότι το σιδηροδρομικό δίκτυο προκάλεσε τη μεγαλύτερη επιβάρυνση στο κράτος, εκείνο το οποίο αποτέλεσε μόνιμο θέμα πολιτικής διαμάχης στην ελληνική Βουλή, σε όλα τα στάδια αποπεράτωσής του, ήταν το έργο της αποξήρανσης της Κωπαΐδας, παρά το ότι με την ολοκλήρωσή του η Ελλάδα θα αποκτούσε ειρηνικά μία εύφορη επαρχία.

 

Φωτογραφία από την αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδας. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Φωτογραφία από την αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδας. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Ενώ οι επαρχιακές πόλεις αποκτούσαν δρόμους και σιδηροδρόμους, η πρωτεύουσα άλλαζε μορφή με την ανέγερση όχι μόνο ωραίων κατοικιών αλλά και σημαντικών δημοσίων κτιρίων. Στη δεκαετία του 1890 η Αθήνα μπορούσε πια να υπερηφανευθεί για πολλά και ωραία δημόσια οικοδομήματα, τα περισσότερα από τα οποία αναγέρθηκαν με δωρεές εθνικών ευεργετών βάσει σχεδίων του Θεόφιλου Χάνσεν και του Ερνέστου Τσίλλερ και υπό την επίβλεψη του τελευταίου: Η Ακαδημία, η Βιβλιοθήκη, η Σχολή Ευελπίδων, το Αρχαιολογικό Μουσείο, το νοσοκομείο Ευαγγελισμός, το Χημείο του Πανεπιστημίου, το Ζάππειο Μέγαρο κ.ά.

 

Το Αρχαιολογικό Μουσείο άρχισε να κτίζεται το 1866, με δωρεά του Δημητρίου Βερναρδάκη σε οικόπεδο που δώρισε η Ελένη Τοσίτσα. Το 1888 ο Τρικούπης αποφάσισε τη αποπεράτωσή του με έξοδα του δημόσιου και το έργο ανέλαβε ο Ερνέστος Τσίλλερ, που τροποποίησε τα προηγούμενα σχέδια. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Το μέγαρο του Χημείου του Πανεπιστημίου σχεδιάστηκε το 1887, επί Τρικούπη. Υδατογραφία του Ερνέστου Τσίλλερ. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Συγχρόνως έκανε δειλά τα πρώτα βήματά του το ελληνικό τηλέφωνο: πρώτη σύνδεση, τα ανάκτορα της Αθήνας με το Τατόι και τα διάφορα υπουργεία· ακολούθησε η σύνδεση των σιδηροδρομικών σταθμών της γραμμής Αθηνών Πειραιώς μεταξύ τους και του εργοταξίου του Ισθμού με τα γραφεία της κατασκευάστριας εταιρείας.[13] Η εικόνα της Ελλάδας μετά από τη δεκαετή περίπου διακυβέρνηση Τρικούπη είχε αλλάξει σημαντικά.

Τελειώνοντας θα ήθελα να σχολιάσω τον οραματισμό του Τρικούπη, που έχοντας παραλάβει ένα κράτος χωρίς σχεδόν δρόμους μπορούσε να βλέπει τόσο μακριά ώστε το 1889 να αναφερθεί στη Βουλή στην ενδεχόμενη γεφύρωση του στενού Ρίου Αντιρρίου. Σε μια Ελλάδα που δεν έφθανε πέρα από τη Θεσσαλία, που οι μισοί σχεδόν ενήλικοι κάτοικοί της ήταν αγράμματοι, και που μόλις αποκτούσε ένα αξιοπρεπές αλλά περιορισμένο οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, αυτός τολμούσε να οραματισθεί ένα παρόμοιο έργο και να το θεωρήσει ως πιθανό και υλοποιήσιμο, έστω και αν όχι ως πρώτης προτεραιότητας![14]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Émile Burnouf, «La Grèce en 1886», π. Revue des Deux Mondes, τ. 79, Παρίσι 1887, σ. 550.

[2] Αρχείο Χαρίλαου Τρικούπη, ΑΧΤ 18/035/01 Δημόσια εν γένει έργα της Ελλάδος, χειρόγραφο υπόμνημα [1885]・ πρβλ. Κ. Τσουκαλάς, «Η ανορθωτική προσπάθεια του Χαρίλαου Τρικούπη», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Αθήνα 1977, τ. ΙΔ΄, σ. 50, όπου αναφέρονται 1.360 χιλ. εκ των οποίων τα 2/3 στα Επτάνησα.

[3] Πηγή: Ι. Νουχάκης, Νέος Χωρογραφικός Πίναξ, Αθήνα 1885, ως παράρτημα «Πίναξ Ι: Της εις ώρας σχετικής απ’ αλλήλων αποστάσεως των πρωτευουσών των επαρχιών του Βασιλείου της Ελλάδος».

[4] Αγνή Σμιθ, Βλέμματα επί του ελληνικού βίου και της ελληνικής τοπιογραφίας, μετάφραση ανωνύμου, Λειψία 1885, σ. 44 και 54・ Ι. Νουχάκης, ό.π., σ. 5-6.

[5] Ο Α. Σιμόπουλος αναφέρει κόστος 41 εκ. δρχ., όπως στο Α. Ανδρεάδης, Έργα, τ. ΙΙ, Αθήνα 1939, σ. 385・ πρβλ. π. Δελτίον της Εστίας, 23.9.1890.

[6] Γ. Παπαγεωργίου, Ελληνικοί Πέτρινοι Φάροι, Αθήνα 1996, σ. 49-50.

[7] «Ελληνική Οδοποιία», π. Οικονομική Επιθεώρησις, τ. 13, Αθήνα 1889, σ. 79・ Παράρτημα Εφημερίδος Συζητήσεων της Βουλής, ΙΒ΄Α΄, 1891, αρ. 213, σ. 271.

[8] Για τους σιδηροδρόμους βλ. Σ. Κορώνης, Ελληνικοί σιδηρόδρομοι και σιδηροδρομική πολιτική, Αθήνα 1914・ Α. Μάτσας, Το κράτος και οι σιδηρόδρομοι εν Ελλάδι, Αθήνα 1922・ Ν. Σ. Κτενιάδης, Οι πρώτοι ελληνικοί σιδηρόδρομοι. Πρωτότυπος ιστορική μελέτη, Αθήνα 1936・ Λ. Παπαγιαννάκης, Οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι (1882-1910). Γεωπολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις, Αθήνα 1982・Σύλλογος Φίλων του Σιδηροδρόμου, Οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι. Η διαδρομή τους από το 1869 έως σήμερα, Αθήνα [1997].

[9] Εφημερίς Συζητήσεων της Βουλής, Θ΄Α΄ 65/7.5.1882, σ. 677.

[10] π. Οικονομική Επιθεώρησις, τ.11, 1883-1884, σ. 213-215・ ημερολόγιο Πανελλήνιος Σύντροφος 1893, σ. 370.

[11] Κ. Baedeker, Greece. Handbook for Travellers, Λειψία/Λονδίνο 1889, σ. xi, xiii.

[12] Emile Burnouf, ό.π., σ. 567.

[13] π. Δελτίον της Εστίας,16.5.1882.

[14] Εφημερίς Συζητήσεων της Βουλής, ΙΑ΄ έκτ. 22/29.3.1889, σ. 277.

 

Λύντια Τρίχα

Δικηγόρος – Ιστορικός

Συνέδριο: «170 χρόνια πολυτεχνείο – Οι μηχανικοί και η τεχνολογία στην Ελλάδα», τόμος α’. Επιστημονική επιμέλεια: Μ. Ασημακόπουλος, Γ. Καλογήρου, Ν. Μπελαβίλας, Θ. Π. τάσιος. Πολυτεχνειούπολη ζωγράφου, 4 & 5 Μαρτίου 2009. Πρακτικά – Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνίο, Αθήνα, 2012.

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

 

 

Read Full Post »

Ένας Κωνσταντινουπολίτης μεταξύ Ανατολής και Δύσης: To Esquisses de Moeurs Turques aux XIXe siècle (1827) του Γρηγορίου Παλαιολόγου (Ιδεολογικές κατευθύνσεις και διακειμενικές προεκτάσεις)* – Πέρσα Αποστολή


 

 Η ανακοίνωση διερευνά ποικίλες πτυχές της ενδιαφέρουσας «πραγματείας» (Φαρίνου) ή «δοκίμιου» (Tonnet) του Γρ. Παλαιολόγου, Esquisses de Mœurs Turques aux xixe siècle (1827), [Σκίτσα τουρκικών εθίμων τον 19ο αιώνα], όπου περιγράφονται όψεις του δημόσιου και ιδιωτικού βίου των Οθωμανών.

******

Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος (1793 – 1844), άφησε ανεξίτηλη την παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή του Άργους. Αποτελεί μία από τις πλέον εξέχουσες προσωπικότητες της Καποδιστριακής περιόδου και των πρώτων ετών της βασιλείας του Όθωνος. Γεωπόνος, γεωργοοικονομολόγος, οικονομολόγος, αλλά και λογοτέχνης, εκδότης περιοδικού, συνέβαλε από τη θέση του και με τις δυνάμεις του στην προαγωγή της γεωργικής οικονομίας της χώρας.

Γεννημένος στα τέλη του 18ου αιώνα – πιθανόν το 1793 – στην Κωνσταντινούπολη, μεγάλωσε στη Βλαχία, αφού ο πατέρας του διετέλεσε επιτετραμμένος του ηγεμόνα της Βλαχίας στην Οθωμανική Πύλη, σπούδασε στην Πατριαρχική Ακαδημία και στη συνέχεια με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας των Παρισίων» παρακολούθησε θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα Γεωπονικής στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Ελβετία. Τις χώρες αυτές φαίνεται ότι τις γνώρισε πραγματικά, όπως μαρτυρείται από το έργον του «Πολυπαθής». Το γεγονός ότι οι νέοι της εποχής του Παλαιολόγου ακολουθούσαν συνήθως σπουδές Ιατρικής και Νομικής, ενώ αυτός ακολούθησε σπουδές Γεωπονικής, αποδεικνύουν μία διαφορετική, ξεχωριστή προσωπικότητα. Στην Αγγλία μεταβαίνει για να εξασφαλίσει τη μεσολάβηση της αγγλικής κυβερνήσεως για να του αποδοθούν κάποια κτήματά του στη Βλαχία, γεγονός που θα του έδινε την οικονομική δυνατότητα να τελειοποιήσει τις γνώσεις του στην αγγλική γλώσσα και να παρακολουθήσει μαθήματα «πολιτικής». Οι προσπάθειες του αυτές δεν τελεσφόρησαν, προσπάθησε να διδάξει έναντι αμοιβής την ελληνική στο Cambridge, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα, και τελικά μετέφρασε στην αγγλική το θεατρικό έργο του Ν.Σ. Πίκκολου, «Ο θάνατος του Δημοσθένους», έργο που έχει ως σκοπό να ευαισθητοποιήσει τη συνείδηση των Άγγλων ουμανιστών απέναντι στην ελληνική υπόθεση.

Το 1827 δηλώνει στον πρόλογο του βιβλίου του «Esquisses de moeures turques de XIXe siècle», τυπωμένου στο Παρίσι, ότι έχει περατώσει τις σπουδές του και ετοιμάζεται να αναχωρήσει. Όμως, η αναχώρησή του δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή τα δύο επόμενα έτη τον συναντούμε ακόμα στη Γαλλία ως υπότροφο της «Societe Philanthropique en faveur des Grecs» στο Παρίσι και είναι ένας από τους σπουδαστές για τον οποίο γίνονται θερμές συστάσεις προς τον Καποδίστρια, ο οποίος είχε ενδιαφερθεί για νέους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος.

Το 1828 εκδίδει με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας» το έργον του με τίτλο «Ερμηνεία της καλλιέργειας του γεωμήλου» (Paris: F. Didot). Ο ίδιος ο Παλαιολόγος ομολογεί ότι όσα γράφει για το φυτό, αποτελούν γνώσεις που τις απέκτησε από την μελέτη των καλυτέρων συγγραφέων για το ίδιο θέμα, η διετής διατριβή του σε ένα από τα πλέον γνωστά Γεωργικά Καταστήματα της Ευρώπης, του Ροβελίου, καθώς και το γεγονός ότι γνώρισε την καλλιέργεια του γεωμήλου στην Αγγλία και Γερμανία.

Τον επόμενο χρόνο, το 1829, ολοκληρώνει τις γεωπονικές του σπουδές και επιστρέφει στην Ελλάδα, έτοιμος να προσφέρει στην ανασύνταξη του νεοτεύκτου ελληνικού κράτους. Η οποιαδήποτε συνεισφορά του ως Διευθυντού του Αγροκηπίου της Τίρυνθος πρέπει να αποτιμηθεί μέσα στα πλαίσια της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια.  [Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού].

 

Το 1827 η Ελληνική Επανάσταση βρίσκεται σε μια κρίσιμη φάση της πορείας της: Έχουν προηγηθεί δύο εμφύλιοι, πόλεμοι, ενώ σημαντικά εδάφη τόσο της Πελοποννήσου όσο και της Στερεάς Ελλάδας έχουν απολεσθεί, εξαιτίας των συντονισμένων ενεργειών Τούρκων και Αιγυπτίων.

Την ίδια περίοδο έχει αρχίσει σταδιακά να κάμπτεται η αρνητική στάση των περισσότερων Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και παράλληλα αναπτύσσεται κλίμα έντονης φιλελληνικής δράσης. Σε αυτό συμβάλλουν αφενός μεν οι επαναστατικές διακηρύξεις ελλήνων στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών που μεταφράζονται και κυκλοφορούν διεθνώς, και αφετέρου πλήθος βιβλίων, φυλλαδίων και μαχητικών άρθρων γραμμένων από Έλληνες λογίους της διασποράς, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Κωνσταντίνος Μηνωίδης Μηνάς, ο Παναγιώτης Κοδρικάς και ο Κωνσταντίνος Πολυχρονιάδης, αλλά και από Ευρωπαίους λογοτέχνες, ανάμεσα στους οποίους ο Choiseul  – Gouffier, ο Chateaubriand, ο Byron και ο Pouqueville. [1]

Μέσα σε αυτό το φορτισμένο κλίμα και διαπνεόμενος από την ίδια πρόθεση να ενημερώσει την κοινή γνώμη για την κατάσταση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και να την επηρεάσει θετικά υπέρ των Ελλήνων, ο Κωνσταντινουπολίτης Γρηγόριος Παλαιολόγος εκδίδει το 1827 στο Παρίσι μια περιγραφή των Οθωμανικών ηθών, το γαλλόφωνο Esquisses de Moeurs Turques aux XIXe siècle, [Σκίτσα τουρκικών εθίμων τον 19ο αιώνα], με την οικονομική υποστήριξη του εκεί φιλελληνικού κομιτάτου. [2]

 

Esquisses de Moeurs Turques aux XIXe siècle, [Σκίτσα τουρκικών εθίμων τον 19ο αιώνα],

 

Τρία χρόνια νωρίτερα, είχε μεταφράσει στα αγγλικά τη διδακτική τραγωδία του Νικολάου Πίκκολου Ο θάνατος τον Δημοσθένους, την οποία και εξέδωσε στο Λονδίνο, και πάλι με την υποστήριξη των εκεί φιλελληνικών κύκλων. [3] Απευθυνόμενος τότε στον Φιλέλληνα αναγνώστη, που γνώριζε την Ελλάδα μόνο μέσα από τον αρχαίο πολιτισμό της, τον καλούσε να συμμεριστεί το δίκαιο του Αγώνα για τη δημιουργία ενός ελεύθερου και ανεξάρτητου κράτους. Αν αυτό το κράτος εξασφάλιζε τα εχέγγυα για μια σταθερή οικονομική ανάπτυξη, οι Έλληνες θα μπορούσαν κατά την άποψη του να αποκτήσουν και πάλι πνευματική καλλιέργεια αντάξια με εκείνη των αρχαίων προγόνων τους.[4]

Πατριωτικά είναι τα κίνητρα που προβάλλει ο Παλαιολόγος και στον πρόλογο του Esquisses de Mceurs Turques. [5] Εκεί εξομολογείται το ανεξόφλητο χρέος που αισθάνεται ότι έχει απέναντι στην πατρίδα, καθώς λόγω της «ασθενικής» – όπως αναφέρει – «κράσης» του δεν συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα (νίΐ). (Παρενθετικά να σημειωθεί εδώ ότι κατά την έκδοση του βιβλίου ο Παλαιολόγος φέρεται να έχει ήδη ολοκληρώσει τις σπουδές του (νίΐ), η παραμονή του όμως στην Ευρώπη παρατείνεται μέχρι τα τέλη περίπου του 1829).[6]

Προκειμένου να κάμψει τη δυσπιστία του δυτικού αναγνώστη, στον οποίο και απευθύνεται, ο συγγραφέας σπεύδει να τον διαβεβαιώσει για τον αμερόληπτο τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τα Οθωμανικά ήθη (ix-x). Τονίζει δε με έμφαση πως τα όσα καταγράφει είναι έγκυρα και επαρκώς τεκμηριωμένα, καθώς κατά κύριο λόγο αποτελούν προϊόν αυτοψίας: επικαλείται το γεγονός ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη, ότι μιλάει την τουρκική γλώσσα και ότι λόγω της Φαναριώτικης καταγωγής του είχε τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή με ντόπιους διαφορετικών τάξεων και διαφορετικών εθνοτήτων αποκομίζοντας έτσι από πρώτο χέρι γνώσεις ακόμα και για την ιδιωτική ζωή των Οθωμανών (vii-ix). Η παραπάνω διευκρίνιση αποτελεί έμμεση βολή κατά ορισμένων Ευρωπαίων περιηγητών που μετέφεραν μια αλλοιωμένη εικόνα για τον Οθωμανικό κόσμο, καθώς δεν ήταν επαρκώς εξοικειωμένοι με αυτόν. [7]

 

Oι Οθωμανοί χλευάζουν κι αποκαλούν

ανόητους τους Ευρωπαίους, επειδή

βάζουν τα κλάματα όταν αντικρίζουν

τον Βράχο της Ακρόπολης

 

Ο Παλαιολόγος υιοθετεί το ειδολογικά ανοιχτό σχήμα μιας «πραγματείας» (ο όρος «πραγματεία» είναι της Φαρίνου) ή ενός «δοκιμίου», κατά τον Tonnet, [8] σε μορφή διαλόγων, [9] τείνοντας με αυτόν τον τρόπο στις παρυφές της λογοτεχνίας. Πιο συγκεκριμένα, τo Esquisses de Moeurs Turques αποτελείται από 20 αυτόνομους διαλόγους, 20 διαφορετικές σκηνές, όπου κατά κύριο λόγο Οθωμανοί, προερχόμενοι από διαφορετικές επαγγελματικές και κοινωνικές τάξεις και από διαφορετικές γωνιές της Οθωμανικής επικράτειας, συζητούν για θέματα που συνδέονται με την ιδιωτική και τη δημόσια σφαίρα του βίου.

Ο συγγραφέας εξηγεί την επιλογή του διαλογικού σχήματος στον πρόλογο. Υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο θέλησε να κινήσει την προσοχή του αναγνώστη και να αμβλύνει τα αισθήματα αγανάκτησης και περιφρόνησης που ενδεχομένως θα του προκαλούσαν τα όσα θα διάβαζε. [10] Πράγματι, η πολυφωνία και η ζωντάνια των διαλόγων, επιτείνουν όχι μόνο το αναγνωστικό ενδιαφέρον του κειμένου αλλά και τη δραστικότητά του. Όπως επισημαίνεται και σε επαινετική βιβλιοκρισία στο περιοδικό Oriental Herald, οι διάλογοι «ενεργοποιούν έναν αριθμό λεπτομερειών που, σε μια απλή εξιστόρηση, θα έμεναν αόριστες και απαρατήρητες ενώ και οι λίγες λέξεις ενός διαλόγου είναι ικανές να καταστήσουν κατανοητό αυτό που μια μακρά έκθεση μόνον ατελώς θα μπορούσε να σκιαγραφήσει».[11]

Επιπλέον, μέσω της χρήσης του διαλογικού σχήματος, δημιουργείται η ψευδαίσθηση μιας αδιαμεσολάβητης και ανεπηρέαστης μεταφοράς της γνώσης, καθώς το συγγραφικό υποκείμενο φαινομενικά αποσύρεται από το κυρίως κείμενο: Οι διάλογοι δεν τιτλοφορούνται, ούτε συνοδεύονται από εισαγωγικά σημειώματα· στην αρχή κάθε κεφαλαίου αναγράφονται μόνο επιγραμματικά και με ουδέτερο ύφος τα θέματα των συζητήσεων και τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτές, σε ορισμένες δε περιπτώσεις και ο τόπος· οι σημειώσεις, στις οποίες θα επανέλθουμε παρακάτω, μεταφέρονται σε ξεχωριστό τμήμα στο τέλος του βιβλίου. Εξαίρεση αποτελούν 1) κάποιες υποσελίδιες σημειώσεις, οι οποίες υποδηλώνονται με αστερίσκους και 2) οι γαλλικές αποδόσεις που συνοδεύουν εντός παρενθέσεως τις πολυάριθμες (γύρω στις διακόσιες) τουρκικές λέξεις.[12]

Πρόκειται όμως μόνο για μια προσεκτικά οικοδομημένη ψευδαίσθηση. Αν εστιάσει κανείς στις συγγραφικές στρατηγικές που υιοθετούνται, θα διαπιστώσει ότι ο Παλαιολόγος, ακόμα κι όταν δεν σχολιάζει, ευθέως, τοποθετείται απέναντι στην Ανατολή ποικιλοτρόπως:[13] μέσα από τα θέματα στα οποία επέλεξε να στρέψει την προσοχή του δυτικού αναγνώστη· μέσα από τον λόγο των προσώπων του που εκείνος κατασκεύασε, ώστε να μεταφέρει όχι μόνο τις θέσεις των Οθωμανών αλλά και τον αντίλογο της Δύσης ή την οπτική του συγγραφέα·[14] μέσα από τις καρικατουρίστικες υπερβολές στις οποίες οδηγεί κάποια από τα πρόσωπά του ή τις ειρωνικές και κωμικές απολήξεις ορισμένων σκηνών. Ενδιαφέρον για την διπλή του στόχευση είναι π.χ. ο 12ος  διάλογος. Εδώ οι Οθωμανοί του διαλόγου χλευάζουν κι αποκαλούν ανόητους τους Ευρωπαίους, επειδή βάζουν τα κλάματα όταν αντικρίζουν τον Βράχο της Ακρόπολης, γεγονός που για τους Ευρωπαίους καταδεικνύει απεναντίας την ανοησία των Οθωμανών: ότι δηλαδή αγνοούν τη σημασία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Παράλληλα όμως μέσα από τις σατιρικά υπονομευτικές σκηνές του διαλόγου, επικυρώνεται ο χαρακτηρισμός των Ευρωπαίων ως ανόητων, καθώς λόγω της αρχαιομανίας τους πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από τους Τούρκους.

 

Esquisses de Moeurs Turques aux XIXe siècle

 

Ας δούμε όμως από πιο κοντά τη θεματική των διαλόγων. Ο συγγραφέας φωτίζει αρκετές πτυχές του Οθωμανικού βίου, αν και, όπως ξεκαθαρίζει, η περιγραφή του περιορίζεται στα βασικά σημεία και δεν είναι εξαντλητική, γι’ αυτό και έδωσε στο έργο του τον τίτλο «Esquisses», δηλαδή σκίτσα: Πιο συγκεκριμένα, ο Παλαιολόγος δίνει λεπτομερείς πληροφορίες για θέματα που αφορούν τη θρησκεία: από τις αντιλήψεις και τις προκαταλήψεις, μέχρι τις συνήθειες και τα καθήκοντα των πιστών ή τον ρόλο των θρησκευτικών λειτουργούν στην οθωμανική κοινωνία.[15]

Παράλληλα αποτυπώνει τον τρόπο οργάνωσης του κράτους (το νομικό και δικαστικό σύστημα, τα αξιώματα και τις ιεραρχίες), ανατέμνει όμως και την ιδιωτική ζωή των Οθωμανών (καθώς περιγράφει π.χ. τα έθιμα, τις οικογενειακές στιγμές, τη μυστική ζωή των οθωμανίδων στο χαρέμι, τις συζητήσεις των ανδρών στα καφενεία, τις καταχρήσεις όπως το όπιο και το ποτό ή τις ομοφυλοφιλικές αποκλίσεις, αποφεύγοντας όμως λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να σκανδαλίσουν.)[16]

Η θεματολογία του Esquisses de Moeurs Turques συγκλίνει σε αρκετά σημεία με εκείνη των περιηγητικών και άλλων κειμένων του ευρωπαϊκού και του νεοελληνικού ανατολισμού της ίδιας περιόδου.[17]

Πιο συγκεκριμένα, ο Παλαιολόγος προβάλλει μια σειρά από χαρακτηριστικά του Οθωμανικού βίου, τα οποία εμφανίζονται τυποποιημένα, όπως ο θρησκευτικός φανατισμός, η μοιρολατρία, η διαφθορά και η δυσλειτουργία του κρατικού μηχανισμού, ο δεσποτισμός, η ακαμψία απέναντι σε κάθε είδους μεταρρύθμιση, η προκατάληψη απέναντι στα επιστημονικά και τα τεχνολογικά επιτεύγματα που προέρχονται από τη Δύση.

Το γεγονός ότι επέλεξε να συμπεριλάβει στους διαλόγους του πολλά πρόσωπα και των δύο φύλων, διαφορετικών επαγγελματικών και κοινωνικών θέσεων, του δίνει την ευελιξία να κινηθεί άνετα σε αυτό το ευρύ φάσμα θεμάτων: Επίσης καθώς από διάλογο σε διάλογο μετατοπίζει το βλέμμα του σε διαφορετικές γωνίες της Οθωμανικής επικράτειας (Κωνσταντινούπολη, Βλαχία, Αθήνα, Γιάννενα, Θεσσαλία, Μακεδονία), επιτυγχάνει να καταδείξει πως τα όσα περιγράφει αφορούν μια μεγάλη γεωγραφική έκταση, η οποία μάλιστα δεν περιορίζεται στο Ασιατικό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά επεκτείνεται και στο Ευρωπαϊκό, και κατά συνέπεια ότι επηρεάζουν μεγάλο όγκο πληθυσμού και μεγάλο αριθμό διαφορετικών εθνών.

 

Παίρνει θέση στο ζήτημα της συνέχειας

του ελληνικού έθνους, απορρίπτοντας

την προσφώνηση «Ρωμιοί» και προκρίνοντας

την ονομασία «Έλληνες»

 

Ένα άλλο μεγάλο θέμα που θίγεται στο Esquisses de Moeurs Turques είναι οι σχέσεις των Οθωμανών με τους άλλους λαούς: αφενός μεν με τους υποτελείς της Πύλης, ιδίως τους Έλληνες, και αφετέρου με τους Ευρωπαίους, γεγονός το οποίο δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να τοποθετηθεί απέναντι στην ελληνική υπόθεση.

Η οπτική του Παλαιολόγου ευθυγραμμίζεται εν πολλοίς με την επιχειρηματολογία αρκετών φιλελληνικών κειμένων της εποχής: Θίγοντας π.χ. το ζήτημα της αρχαιοκαπηλίας και της καταστροφής των αρχαίων μνημείων (12ος  διάλογος) επικαλείται τον θαυμασμό των Ευρωπαίων για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Αποτυπώνοντας το μίσος των Οθωμανών για τους Χριστιανούς [18], τις ωμές σφαγές αθώων πολιτών ιδίως από τους γενίτσαρους, τις υφαρπαγές ξένων περιουσιών και τους βιασμούς γυναικών [19] καταγγέλλει την κατάλυση κάθε νομιμότητας στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προβάλλοντας παράλληλα εμμέσως τα φιλελεύθερα αιτήματα της δικαιοσύνης, της ισότητας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας του λόγου. Επίσης, ενημερώνοντας τους Ευρωπαίους αναγνώστες για τις πολυάριθμες επαναστατικές εστίες των Ελλήνων και την νικηφόρο έκβαση αρκετών μαχών σε στεριά και θάλασσα, [20] επιδιώκει να τους πείσει ότι ο Ελληνικός Αγώνας έχει στερεωθεί για τα καλά και δεν είναι ένα πρόσκαιρο πυροτέχνημα, όπως αρχικά θεωρούσαν. [21] Ενώ πληροφορώντας τους αφενός μεν για τη διείσδυση των μοναρχικών Αυστριακών στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας, ιδίως σε σχέση με την αναδιοργάνωση του τουρκικού στρατού (14ος  και 20ος διάλογος), και αφετέρου για τις Ρωσικές διεκδικήσεις (11ος  διάλογος), το Ρωσικό Τελεσίγραφο (20ος διάλογος) και την προφητεία για το ξανθό γένος (171, 383), επιδιώκει να κινητοποιήσει και τα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά κράτη προκειμένου να αναλάβουν ενεργό δράση υπέρ των Ελλήνων.

Κι αν στο πλαίσιο των διαλόγων η προβολή των παραπάνω θέσεων γίνεται με έμμεσο τρόπο, ο συγγραφέας καθιστά σαφέστερες τις προθέσεις του στις σημειώσεις που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου και καταλαμβάνουν έκταση 64 σελίδων. Σε αρκετές από αυτές απλώς μεταφέρονται με αποστασιοποιημένο και ουδέτερο ύφος συμπληρωματικές γεωγραφικές, ιστορικές και γλωσσικές πληροφορίες ή λεπτομέρειες σχετικά με τα έθιμα της Ανατολής, που δεν γινόταν να ενσωματωθούν στο κυρίως σώμα των διαλόγων.

Σε άλλες, παρατίθενται αποσπάσματα από το κοράνι, από νομικούς ή στρατιωτικούς κώδικες, και από γνωστά περιηγητικά ή άλλα κείμενα που ανατέμνουν τα οθωμανικά ήθη, όπως του J. Ε. Beauvoisins, του R. Chandler, του F. Pouqueville, του Du Vigneau, του C. Ε. Savary, του Μ. D’ Ohson κ.ά., προκειμένου να δοθεί στο κείμενο του Παλαιολόγου η αίσθηση της αυθεντικότητας και της αξιοπιστίας. Τα αποσπάσματα τίθενται εντός εισαγωγικών, ενίοτε δε προσδιορίζεται το κεφάλαιο ή η σελίδα από την οποία προέρχεται το παράθεμα. Εδώ προκύπτουν βεβαίως αρκετά ζητήματα που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης: πόσο αξιόπιστες είναι τελικά οι πηγές που επικαλείται ο Παλαιολόγος προς επίρρωσιν της εγκυρότητας των δικών του ισχυρισμών (π.χ. το -σαφών φιλελληνικών προαιρέσεων – άνισο έργο τού Pouqueville). Κατά πόσο στηρίχτηκε ο Παλαιολόγος σε αυτές τις πηγές για την ανεύρεση υλικού; Με ποιον δηλαδή τρόπο και σε ποιο βαθμό τις αξιοποίησε – πέραν των σημειώσεων – και για τη συγκρότηση των ίδιων των διαλόγων του; Σε σχόλιό του ο Παλαιολόγος μας δίνει κάποια ιδέα για τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε: στην προσπάθεια του να αναπτύξει πληρέστερα τα θέματά του παραδέχεται ότι άντλησε στοιχεία που μπορεί να αφορούν διαφορετικές ιστορικές περιόδους ή διαφορετικά ιστορικά πρόσωπα. «Δεν ανέλαβα να γράψω την ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», ξεκαθαρίζει, «αλλά μονάχα να γνωστοποιήσω τα ήθη και τα έθιμα των Οθωμανών», γι’ αυτό και ως μόνη και απαρέγκλιτη αρχή του είχε καθετί που γράφει και βασίζεται σε γεγονότα (395).

Ενδιαφέρον έχει, πάντως, να δούμε πώς ο Παλαιολόγος σχολιάζει πλέον εδώ ανοιχτά μια σειρά θεμάτων. Μεταξύ άλλων μιλάει με υπερηφάνεια για τις πολεμικές επιδόσεις του Κανάρη (399) και με αγανάκτηση για τις σφαγές των Ελλήνων (π.χ. 399). Εκφράζει ευθέως τη διαφωνία του με τα φιλοτουρκικά δημοσιεύματα της Quotidienne (395-396) και τις αναξιόπιστες συγγραφικές πρακτικές κάποιων ευρωπαίων ταξιδιωτών (π.χ. 379, 385, 395-96), που στηρίζονται αποκλειστικά στις μονόπλευρες μαρτυρίες των Τούρκων. Παίρνει θέση στο ζήτημα της συνέχειας του ελληνικού έθνους, απορρίπτοντας την προσφώνηση «Ρωμιοί» και προκρίνοντας την ονομασία «Έλληνες» (357). Στρέφεται κατά του θρησκευτικού φανατισμού και της μοιρολατρίας των μουσουλμάνων, την οποία αποκαλεί γελοία (357, 369, 373 κ.ά.).[22]

Σε γενικές γραμμές, όμως, δεν παρασύρεται σε προπαγανδιστικές ακρότητες ή σε υβριστικούς χαρακτηρισμούς εναντίον των Τούρκων, όπως συνέβαινε σε αρκετά φυλλάδια ή μαχητικά άρθρα της δεκαετίας του 1820. Ούτε περιορίζεται σε μια συλλήβδην απόρριψη του Οθωμανικού κόσμου. [23] Ο Παλαιολόγος αποδίδει πολιτικές και ηθικές ευθύνες για το αδιέξοδο της χώρας κυρίως στους κρατούντες: Ασκεί σκληρή αλλά καλοζυγισμένη κριτική στην πολιτική του Σουλτάνου και των υπουργών του, που, όπως υποδεικνύει, έχει ολέθριες επιπτώσεις και στους ίδιους τους Τούρκους. [24] Παρουσιάζει, τέλος, στο κοινό και μια μειοψηφία Οθωμανών η οποία επιζητά μεταρρυθμίσεις (13ος  και 16ος  διάλογος).

Αυτό που αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης διαβάζοντας το Esquisses de Mazurs Turques είναι ότι, κάνοντας λόγο για τα οθωμανικά ήθη, ο Παλαιολόγος επιδιώκει να μιλήσει γενικότερα για την ηθική, όπως υποδεικνύεται και από το απόφθεγμα που παραθέτει στο εξώφυλλο του βιβλίου: «Le vice n’ arrive dans le monde que par l’ ignorance des choses qui constituent la vertu.» Και σε αυτή την περίπτωση η ηθική συνδέεται με τις φιλελεύθερες διαφωτιστικές αντιλήψεις της Δύσης ενώ η ανηθικότητα με τις πρακτικές της Ανατολής. Οι διάλογοι του Esquisses de Moeurs Turques αντικατοπτρίζουν ακριβώς αυτή την αντιπαράθεση του ιδεολογικοί) και πολιτικο-κοινωνικού συστήματος της Ανατολής και της Δύσης. Κι αυτό που κατά ειρωνικό τρόπο προκύπτει είναι ότι λόγω της αδιαλλαξίας των Οθωμανών είναι τελικά αδύνατη η πραγματοποίηση διαλόγου, είναι αδύνατη η επικοινωνία μεταξύ των δύο κόσμων.[25]

Η αντιπαράθεση Δυτικού και Ανατολικού κόσμου επανέρχεται 12 χρόνια αργότερα στον Πολύπαθη (1839), το πρώτο, ηθογραφικών και πάλι προθέσεων, μυθιστόρημα του Παλαιολόγου, όταν βέβαια οι συνθήκες για τους Έλληνες είναι πολύ διαφορετικές. Και εδώ ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετές σελίδες για την περιγραφή των Οθωμανικών ηθών, για τις οποίες, όπως αρχικά επισήμανε η Φαρίνου και διεξοδικά κατέδειξε με τις πολυάριθμες συγκριτικές επισημάνσεις του ο Tonnet, μεταφέρθηκαν αρκετές σκηνές και μοτίβα από το Esquisses de Moeurs Turques.[26]

Και στο πλαίσιο του Πολυπαθούς ο Παλαιολόγος επισημαίνει αρκετές αδυναμίες της Οθωμανικής κοινωνίας (π.χ. 22-26, 87-107).[27] Δεν παραλείπει, όμως, να αναφερθεί επίσης στα θετικά βήματα που έχουν αρχίσει πλέον να σημειώνονται στον οθωμανικό χώρο. Προβαίνει μάλιστα κάποτε σε συγκρίσεις με τη Δύση, συχνά δε εις βάρος της δεύτερης. Θίγοντας, π.χ. το θέμα της κρατικής ασυδοσίας, ο συγγραφέας υπογραμμίζει σε υποσημείωση την περιστολή των καταχρήσεων επί Σουλτάν Μαχμούτ και συνεχίζει:

 

«Ο Σουλτάν Απδούλ Μετζίτης, όχι μόνον ακολουθεί τα προοδευτικά ίχνη του πατρός του αλλά δίδει παραδείγματα, άξια να τα μιμηθώσι τινές των Ευρωπαϊκών και Χριστιανικών Δυνάμεων. Όλοι οι επιθυμούντες την πρόοδον του ανθρωπίνου γένους εύχονται την πραγματοποίησιν και την διατήρησιν αυτών των θεσμοθεσιών, διά των οποίων μόνον θα ευτυχήση το οθωμανικόν Κράτος» (104).

Για να καταλήξει: «[…] αν και οι Οθωμανοί έχουν, ένεκα της αμαθείας των, πολλάς προλήψεις και άλλα τινά ελαττώματα, είναι όμως ειλικρινέστεροι εις την φιλίαν των και τιμιώτεροι εις τα συναλλάγματά των από πολλά χριστιανικά έθνη.» (104).

Ενώ σε άλλο σημείο, αναφερόμενος στην ηθική των γυναικών, ο ήρωάς του δηλώνει ότι προτιμά τα «ήθη των Ασιανών» (206). Χαρακτηριστική είναι, όμως, και σχετική σημείωσή του στον Ζωγράφο (1842), το δεύτερο μυθιστόρημά του: Εδώ ο Παλαιολόγος χαρακτηρίζει, με κάποια ίσως υπερβολή, την Οθωμανική Κυβέρνηση «φρονιμωτέρα» έναντι των Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων λόγω των απαγορεύσεων που έχει επιβάλει για την περιστολή της χαρτοπαιξίας: «Ίσως τινές ονομάζουν τούτο περιορισμόν της ελευθερίας· [σχολιάζει] αλλ’ ας μάθουν, ότι εις την Τουρκίαν είναι περισσοτέρα ελευθερία, παρά εις πολλά άλλα Ευρωπαϊκά κράτη. Τουλάχιστον, όχι μόνον βιβλία και εφημερίδες παντός είδους αναγινώσκονται δημοσίως, και καθείς ομιλεί ελευθέρως ό,τι φρονεί, αλλ’ ο λαός ψάλλει εις τας οδούς αυτής της Πρωτευούσης άσματα, διά τα οποία η Αστυνομία και αυτών των Παρισίων ήθελε φυλακίσει τους τραγωδιστάς».[28]

 

 

Ερχόμενος στην Ελλάδα, ο ήρωας του

θα διαπιστώσει φατριασμούς

και αναξιοκρατία που εμποδίζουν την πολυπόθητη

αλλά ουδόλως διαφαινόμενη Αναγέννηση του Έθνους.

 

 

Επιπλέον, εκμεταλλευόμενος τις περιπλανήσεις του ήρωά του, που δεν περιορίζονται μόνο στον Ανατολικό χώρο, αλλά επεκτείνονται στη Ρωσία και σε μια σειρά δυτικών κρατών, ο συγγραφέας θα αδράξει την ευκαιρία να αποτυπώσει τα ήθη και τα ελαττώματά της Δύσης.[29] Θα απορρίψει, διά στόματος του ήρωά του, συλλήβδην τα ήθη των Ρώσων (76) και θα διαπιστώσει στο τέλος του ταξιδιού του μελαγχολικά πόσο «σπανία είναι σήμερον η ηθική αύτη! Μάλιστα εις τας πολιτισμένος κοινωνίας» (206). «Φαίνεται ότι ο άνθρωπος είναι παντού ο αυτός και τοιούτος θα μείνη μέχρι της συντέλειας των αιώνων» (232), καταλήγει.

Ερχόμενος εν συνεχεία στην Ελλάδα, ο ήρωας του θα διαπιστώσει φατριασμούς και αναξιοκρατία που εμποδίζουν την πολυπόθητη αλλά ουδόλως διαφαινόμενη Αναγέννηση του Έθνους. Ο Παλαιολόγος, πάντοτε διά στόματος του ήρωά του, σαφώς θα εξακολουθεί, όπως και στο Esquisses de Moeurs Turques, να εκφράζει «το φιλελεύθερο πνεύμα του μετριοπαθούς Διαφωτισμού»,[30] θεωρώντας πως εκεί βρίσκεται η μόνη λύση για τη βιωσιμότητα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους: «Η παιδεία και ο καιρός, με την σύμπραξιν εμφρόνου Κυβερνήσεως, θα βελτιώσουν βαθμηδόν τα ήθη» (228), θέλει να ελπίζει. Από το κείμενο διακρίνεται πάντως η απογοήτευση του από την τρέχουσα κατάσταση του Έθνους, την οποία σκιαγραφεί με ιδιαιτέρως καυστικό τρόπο στα δύο τελευταία κεφάλαια. Στο τέλος του βιβλίου ο Παλαιολόγος παρουσιάζει τον ήρωά του, Φαβίνη, του οποίου ο όψιμος γάμος με τη Ρωξάνδρα δίνει αφορμή στον «φιλόμωμον κόσμον να γελάση» (242) να αποσύρεται στην εξοχή, διατηρώντας όμως την επικοινωνία του με τα τεκταινόμενα στον πολιτικό χώρο.

 

Άποψη των τειχών της αρχαίας Τίρυνθας. Στο πρώτο επίπεδο απεικονίζεται η Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας (σήμερα Αγροτικές Φυλακές), την οποία ίδρυσε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Στο βάθος διακρίνονται το Ναύπλιο και το Μπούρτζι.

 

Η στάση του Παλαιολόγου όπως αποτυπώνεται στον Πολύπαθη, ενδεχομένως συνδέεται με τις προσωπικές απογοητεύσεις που βίωσε ο συγγραφέας ερχόμενος στην Ελλάδα: Τα φιλόδοξα γεωπονικά του σχέδια ναυάγησαν, ο ίδιος διώχθηκε από το Αγροκήπιο της Τίρυνθας και έκτοτε δεν χρησιμοποιήθηκε σε τομείς της αρμοδιότητάς του. Επιπλέον, η κριτική εξαπέλυσε εναντίον του δριμεία επίθεση όταν εξέδωσε τον Πολύπαθη, ενώ το δεύτερο μυθιστόρημά του, Ο ζωγράφος, που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη, είχε αποκλειστικά ετερόχθονες συνδρομητές. Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Παλαιολόγος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Αρχικά απασχολήθηκε στην εκεί ελληνική πρεσβεία, ενώ σύμφωνα με την νεκρολογία του εργάστηκε για λογαριασμό του τουρκικού κράτους για την ανασυγκρότηση των ταχυδρομείων.

Πολυταξιδεμένος και πολυπαθής ο Κωνσταντινουπολίτης Γρηγόριος Παλαιολόγος θα εμπνέεται από τα φιλελεύθερα ιδανικά της Δύσης, χωρίς να μπορεί να απαρνηθεί τα παράλια του Βοσπόρου, τα οποία τόσο συγκινημένος περιγράφει σε σημείωσή του στο Esquisses de Mοeurs Turques (400).

 

Υποσημειώσεις


  1. Από την εκτεταμένη σχετική βιβλιογραφία, βλ. ενδεικτικά: Κ. Θ. Λημαράς (επιμ.), Περιηγήσεις στον ελληνικό χώρο, Αθήνα 1967· Λ. Δρούλια, «Η δικαίωση του αγώνα στα ξενόγλωσσα ελληνικά κείμενα του 1821», περ. Νέα Εστία, (Χριστούγεννα 1970), σ. 286-93· Droulia, Philhellénisme. Ouvrages inspirés par la guerre de I’indépendance grecque, 1821-1833. Repertoire bibliographique, K.N.E./E.I.E, Αθήνα 1974· Απ. Βακαλόπουλος, «Ο φιλελληνισμός μέσα στο πλαίσιο των μεγάλων ευρωπαϊκών ιδεολογικών ρευμάτων», Ιστορία του νέου ελληνισμού, τόμ. Ε’, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 568-609· Κ. Σιμόπουλος, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21: απομνημονεύματα, χρονικά, ημερολόγια, υπομνήματα, αλληλογραφία εθελοντών, διπλωματικών, ειδικών απεσταλμένων, περιηγητών, πρακτόρων κ.ά., 5 τόμοι, Αθήνα2 1984-1990· Βιγγοπούλου, Ρ. Πολυκανδριώτη, «Περιηγητικά κείμενα για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο 15ος—19ος αιώνας. Κατάλογος Συντομευμένων τίτλων», στον τόμο: Περιηγητικά θέματα. Υποδομή και προσεγγίσεις, Τετράδια Εργασίας, τόμ. 17, Κ.Ν.Ε/Ε.Ι.Ε., Αθήνα 1993, σ. 17-157· S. Moussa, La relation orientate: enquête sur la communication dans les récits de voyage en Orient, 1811-1861, Klincksieck, Παρίσι 1995.
  2. Esquisses de Mceurs Turques au XIXe siècle; ou scènes populates, usages religieia; cérémonies publiques, vie intérieure, habitudes societies., idées politiques des Mahométans, en fotine de dialogues. Paris, Moutardier, 1827, σ. XVI + To κείμενο μεταφράστηκε στα ολλανδικά το 1829. (Βλ. Μ. X. Χατζηιωάννου, «Ο θάνατος τον Δημοσθένους του Ν. Σ. Πίκκολου και ο Γρ. Παλαιολόγος», Μνημών 9 (1984), σ. 248, σημ. 4 και Γ. Φαρίνου, «Γρηγόριος Παλαιολόγος», στο: Η παλαιότερη πεζογραφία μας, Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τόμ, Γ, Σοκόλης, Αθήνα 1996, σ. 359.) Να αναφερθεί εδώ ότι το φιλελληνικό κομιτάτο είχε συνδράμει οικονομικά προκειμένου ο Παλαιολόγος να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του στο Παρίσι. Τον βοήθησε επίσης αργότερα προχειμένου να εκδώσει κάποια γεωπονικά του συγγράμματα και να εφαρμόσει τα γεωπονικά του προγράμματα στην ελληνική επικράτεια. (Βλ. Γ, Φαρίνου, «Γρηγόριος Παλαιολόγος», ό.π., σ. 156).
  3. The Death of Demosthenes. A Tragedy in Four Acts in Prose. Translated from the Modern Greek by Gregorios Paleologos, of Constantinople. Cambridge. Printed for the Author and Sold by Richard Newby, Trinity Street, 1824, σ. X + Βλ. Μ. X. Χατζηιωάννου, ό.π., σ. 247-54, όπου και στοιχεία για τις διασυνδέσεις του Παλαιολόγου με το αγγλικό φιλελληνικό κομιτάτο.
  4. Βλ. Μ. X. Χατζηιωάννου, ό.π., σ. 249.
  5. Βλ. και την αφιέρωση στον Lieutenant – Général Alexandre Lameth, ο οποίος, όπως σημειώνει ο Παλαιολόγος, είναι «un des premiers, avez tendu unemain secourable à la Grèce abandonnée, el qut avez été un des plus zéJés et des plus constants défenseurs de notre sainte cause».
  6. Βλ. την επιστολή του Κόμη Lasteyrie με ημερομηνία 8 Σεπτεμβρίου 1829, στην οποία ο Παλαιολόγος φέρεται να μην έχει αποχωρήσει ακόμη για την Ελλάδα. Η επιστολή παρατίθεται στο: Ελένη Κούκκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος – ο διπλωμάτης, Εστία, Αθήνα2 1984, σ. 316, 406, (Πληροφορία από: Gr, Palaiologue, L’ Homme aux mille mésaventures, μτφρ., εισαγ., επιμ., H. Tonnet, L’ Harmattan, Παρίσι 2000, σ. 14).
  1. Βλ. και Γ. Φαρίνου, «Γρηγόριος Παλαιολόγος», ό.π., σ. 161. Στις πρακτικές των ξένων περιηγητών επανέρχεται και στο κυρίως κείμενο του Esquisses de Moeurs Turques (π.χ. σ, 143-44) αλλά και στις σημειώσεις του (Βλ, παρακάτω).
  2. Βλ. αντιστοίχως Γ. Φαρίνου, «“Ελληνικός Ζιλβλάσιος;” Ο Πολνπαθής του Γρ. Παλαιολόγου», ΕΕΦΣΑΠΘ 1 (1991), σ. 311 και Η. Tonnet, «Κωνσταντίνος Ράμφος», στο: Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τόμ. Δ’, Σοκόλης, Αθήνα 1996, σ. 298.
  3. Ο διάλογος, έμμετρος ή πεζός, αυτόνομος ή ενσωματωμένος σε διάφορα λογοτεχνικά είδη, έχει μια μακρά ιστορία, με ποικίλες ειδολογικές διακλαδώσεις, τόσο στις δυτικοευρωπαϊκές όσο και στις ανατολικές γραμματείες, και με ιδιαίτερη διάδοση κατά τον 18° αιώνα στον ελληνικό και στον ευρύτερο Βαλκανικό χώρο. Όπως σημειώνει ο Γ. Κεχαγιόγλου: «[…] στιχομυθία, διάλογος και πρόσωπα-χαρακτήρες απαντούν και σε μεγάλο αριθμό πεζών θεατρικοίν έργων, πεζών έργων με δραματικό περιεχόμενο και δοκιμιακών-στοχαστικών έργων, από τα αιγαιοπελαγίτικα «θρησκευτικά δράματα» του Μπαρόκ ως το Κριτήριον ή Διάλεξις του Σοφού με τον Κόσμον του πολυγλώσσου μολδαβοΰ Καντεμίρη (Dimitrie Cantemir) και τους διαλόγους της φαναριώτικης γραμματείας, από τους πρώτους Μαυροκορδάτους ως τον Κοραή, την παρέα του και τους αντιπάλους του, τον Σολωμό.» («Γραμματολογική εισαγωγή. Η αφηγηματική πεζογραφική παραγωγή της “παλαιότερης” γραμματείας μας: δεδομένα, παρεξηγήσεις, προτάσεις. Μερικές πρώτες προϋποθέσεις και σταθμίσεις», στο: Η Παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τόμ. ΒΊ, Σοκόλης, Αθήνα 1999, σ. 1). Το περιορισμένο πλαίσιο της παρούσας ανακοίνωσης δεν επιτρέπει την απαιτούμενη διερεύνηση της σχέσης του Esquisses de Moeurs Turques, με την παράδοση (/παραδόσεις). Για το διαλογικό είδος στον δυτικοευρωπαϊκό χοίρο, βλ. ενδεικτικά S. Guellouz, Le dialogue, Presse Universitaires de France, Παρίσι 1992 (όπου και εκτενής περαιτέρω βιβλιογραφία). Για τον διάλογο κατά τον 18° και κυρίως τον 19ο αιώνα στον νεοελληνικό χοίρο, βλ. Παν, Μουλλάς, «Εισαγωγή», στο: Η Παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσιιιο πόλεμο, τόμ. Α’, Σοκόλης, Αθήνα 1998, σ. 39-49.
  1. Γράφει ο Παλαιολόγος στην εισαγοιγή: «J’ ai préféré cette méthode, parce que je la crois la plus propre â intéresser le lecteur, et â adoucir I’indignation que pourraient lui inspirer les vices, les atrocites el les horreurs du fanatisme.» (ix)
  2. Βλ. «Pictures of Turkish Manners and Opinions», περ. Oriental Herald, τχ. 14 (Ιούλιος 1827), σ. Η μετάφραση είναι της Γ. Φαρίνου («Γρηγόριος Παλαιολόγος», ό.π., α. 161).
  3. Σχετικά με το φωνητικό-ορθογραφικό σύστημα που υιοθετεί ο Παλαιολόγος για την καταγραφή των τουρκικών λέξεων, βλ. τη σχετική σημείωση του Παλαιολόγου (348-349) και Γ. Κεχαγιόγλου, «Εισαγωγή», στο: Βασίλειος-Μιλτιάδης Νικολαΐδης, Αλί-Χουρσίντ Μπέης. Επει- σόόιον της ελληνικής επαναστάσεως, επιμ. Γ. Κεχαγιόγλου, Νεφέλη, Αθήνα 2001, σ. 99-100, σημ. 77.

[13] Όπως σημειώνει και ο Edward Said: «Καθένας που γράφει για την Ανατολή πρέπει να τοποθετηθεί πρόσωπο με πρόσωπο απέναντι της· μεταφρασμένη σε κείμενο, αυτή του η θέση περικλείνει το είδος της αφηγηματικής φωνής που υιοθετεί, τον τύπο δομής που οικοδομεί, τα είδη των εικόνων, των θεμάτων, των μοτίβων που ανακυκλώνονται μέσα στο κείμενό του – που όλα συνοψίζονται, εντέλει σε εσκεμμένους τρόπους ν’ απευθυνθεί στον αναγνώστη περικλείνοντας την Ανατολή και, τελικά, να την εκπροσωπήσει ή να μιλήσει για λογαριασμό της.» (Οριενταλασμός, μτφρ. Φ. Τερζάκης, Νεφέλη, Αθήνα 1996, σ. 33).

[14] Χαρακτηριστικός από αυτήν την άποψη είναι π.χ. ο δραματικός μονόλογος της Khadidgé, η οποία εκθέτει τη δυστυχία της και τη δυστυχία αρκετών Οθωμανίδων (34-35) ή το καταγγελτικό ξέσπασμα ενός Οθωμανού ναύτη εναντίον της υποκρισίας των ομοθρήσκων του (321-22).

[15] Σχετικά με τα θέματα και τα μοτίβα τα οποία πραγματεύεται ο Παλαιολόγος στο Esquisses de Moeurs Turques, βλ. και Γ. Κεχαγιόγλου, «Εισαγωγή», ό.π., σ. 98-99, σημ. 76.

[16] Όπως δήλωνε και στον πρόλογο: «Je passerai même sous silence mille choses qui auraient pu blesser la pudeur et le sentiment des convenances», (x) Έτσι, π.χ. στη σελ. 200 διακόπτει την αφήγηση ενός επεισοδίου με ομοφυλοφιλικό περιεχόμενο, για λόγους σεμνοπρέπειας.

[17] Σχετικά με τη θεματολογία των περιηγητικών κειμένων και των κειμένων του Ευρωπαϊκού ανατολισμού της περιόδου, βλ. παραπάνω, υποσημείωση αρ. 1. Ένα πρώτο διάγραμμα του νεοελληνικού ανατολισμού δίνεται στο: Γ. Κεχαγιόγλου, «Νεοελληνικός ανατολισμός: Συνέχεια και ασυνέχεια στις γραμματειακές προσεγγίσεις του Αραβικού κόσμου», στο: Μνήμη Λίνου Πολίτη. Φιλολογικό μνημόσυνο και επιστημονική συνάντηση, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 157-65. Ειδικότερα όσον αφορά το Esquisses de Moeurs Turques και τη σχέση του με άλλα κείμενα του νεοελληνικού ανατολισμού, θα περιοριστώ εδώ στην περίπτωση του Αλί-Χονρσίντ Μπέη, του Β. Μ. Νικολάιδη που όπως επισημαίνει ο Γ. Κεχαγιόγλου, παρουσιάζει αρκετές θεματικές και άλλες ομοιότητες με το κείμενο του Παλαιολόγου. (Βλ. Γ. Κεχαγιόγλου, «Εισαγωγή», ό.π., σ. 97-100).

[18] Π.χ. σ. 100, 114, 132, 284, 298 και σε πολλά άλλα σημεία. Επίσης, συχνά παρουσιάζονται οι Τούρκοι να βρίζουν τους Χριστιανούς, αποκαλώντας τους «chiens» (σκυλιά).

[19] Π.χ. τρίτος, πέμπτος, δέκατος και δέκατος πέμπτος διάλογος.

[20] Π.χ. σ. 54,169,177, 299, 311-15, 338, 339.

[21] Χαρακτηριστική είναι επίσης η αναφορά κάποιων Οθωμανών σε προφητικά βιβλία που προβλέπουν ότι οι Έλληνες θα νικήσουν τους Τούρκους κι ότι επίκειται το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (235-236) όπως και η πληροφορία ότι πολλές αρχοντικές οικογένειες Τούρκων επιλέγουν να θάβουν τους δικούς τους στο Σκούταρι, στο Ασιατικό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι τάφοι δεν θα πέσουν κάποτε στα χέρια των Χριστιανών (388).

[22] Να σημειωθεί ότι ο Παλαιολόγος στρέφεται συλλήβδην κατά του θρησκευτικού φανατισμού, επισημαίνοντας ότι το φαινόμενο δεν εντοπίζεται μονάχα στο Ισλάμ, αλλά και στους κόλπους του Χριστιανισμού (357).

[23] Π.χ. εντοπίζει μεν στο Κοράνι αντιφάσεις και παραλογισμούς, υποστηρίζει όμως ότι περιέχει και αρκετά λογικά πράγματα και ωραία γνωμικά. Κατά την άποψή του, το πρόβλημα είναι ότι οι διδαχές από το Κοράνι ερμηνεύονται και μεταφράζονται σχεδόν πάντοτε σύμφωνα με το συμφέρον του φανατισμένου κλήρου ή του διεφθαρμένου και βάναυσου κράτους (373).

[24] Γράφει χαρακτηριστικά: «Les injustices et les cruautés de la politique du sultan et des ses ministres ne pèsent pas seulement sur les sujets tributaires, elles se font sentir sur les Turcs eux- memes. Musulmans ou chrétiens, pauvres ou riches, petits ou grands, tous partagent les malheurs et les vexations auxquels donne naissance ce gouvernement absurde et sanguinaire» (365).

[25] Την αδυναμία πραγματοποίησης διαλόγου μεταξύ των δυο κόσμων αντικατοπτρίζει με ιδιαίτερα εύγλωττο τρόπο ο 16ος διάλογος.

[26] Βλ. Γ. Φαρίνου, «Γρηγόριος Παλαιολόγος», ό.π., σ. 161, σημ. 6 και Gr. Palaiologue, ό.π., passim. Συμπληρωματικές επισημάνσεις γίνονται και στο Π. Αποστολή, Το πικαρικό μυθιστόρημα και η παρουσία του στον ελληνικό 190 αιώνα (Από τον Ερμήλο ως την Πάπισσα Ιωάννα), αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2003, σ. 170-71.

[27] Οι παραπομπές στον Πολύπαθη αφορούν την έκδοση: Γρ. Παλαιολόγος, Ο πολυπαθής, εισαγ.- επιμ. Ά. Αγγέλου, Ερμής, Αθήνα 1989. Για το θέμα βλ. Και Π. Αποστολή, ό.π., σ. 174-76.

[28] Βλ. Γρ. Παλαιολόγος, Ο ζωγράφος, εισαγ.-επιμ. Ά. Αγγέλου, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1989, σ. 226-27.

[29] Βλ. Γ. Φαρίνου, «“Ελληνικός Ζιλβλάσιος;” Ο Πολύπαθης του Γρ. Παλαιολόγου», ό.π., σ. 311- 12 και Π. Αποστολή, ό.π., σ. 177-80,187.

[30] Γ. Φαρίνου, «“Ελληνικός Ζιλβλάσιος;” Ο Πολυπαθής του Γρ. Παλαιολόγου», ό.π., σ. 315.

 

* Η ανακοίνωση αυτή αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης μελέτης που ετοιμάζω για το θέμα. Θα ήθελα να ευχαριστήσω και από εδώ τη Ράνια Πολυκανδριώτη, τη Στέση Αθήνη και τον Λάμπρο Βαρελά για τις χρήσιμες υποδείξεις τους.

Πέρσα Αποστολή*

Διδάκτωρ Φιλολογίας, Διδάσκουσα στο ΕΑΠ

«Ο ελληνικός κόσμος ανάμεσα στην εποχή του Διαφωτισμού και στον εικοστό αιώνα», Πρακτικά του Γ’ Ευρωπαϊκού Συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών (Βουκουρέστι, 2-4 Ιουνίου 2006), επιμ. Κ. Α. Δημάδης, Ελληνικά Γράμματα, 2007.

 

* Η Πέρσα Αποστολή είναι απόφοιτη Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (Β.Α., Ph.D.) και του King’sCollegeτου Πανεπιστημίου του Λονδίνου (M.A.). Η διδακτορική της διατριβή είχε θέμα: «Το πικαρικό μυθιστόρημα και η παρουσία του στον ελληνικό 19ο αιώνα». Από το 2003 εργάζεται ως μέλος Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας και Νεοελληνική Φιλολογία, 19ος-20ός αι.), ενώ έχει διδάξει ως Ειδική Επιστήμονας με βάση το Π.Δ. 407/80 στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Έχει επίσης συμμετάσχει σε ερευνητικά προγράμματα του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας («Μεταπολιτευτικά περιοδικά, 1974 έως σήμερα») και της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών («Η γυναικεία λογοτεχνική και εικαστική παρουσία σε περιοδικά λόγου και τέχνης, 1900-1940»). Υπήρξε μέλος της ομάδας φιλολογικής επιμέλειας του Λεξικού Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007), ενώ το 2011 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Περίπλους ο τόμος: Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου, Η αυθεντική ιστορία τις πάπισσας Ιωάννας, που επιμελήθηκε φιλολογικά. Έχει λάβει μέρος σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια, ενώ μελέτες της έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά και σύμμικτους τόμους. Ερευνητικά ενδιαφέροντα: Πεζογραφία του 19ου και του 20ού αιώνα, περιοδικός τύπος (19ος-20ός αι.), συγκριτική φιλολογία, γυναικεία συγγραφική δραστηριότητα. Είναι τακτικό μέλος της Ελληνικής και της Διεθνούς Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Η αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας (1931) της Μαριέττας Γιαννοπούλου – Μινώτου: Μια άγνωστη λογοτεχνική μετάπλαση ενός διαβόητου μύθου[1] – Πέρσα Αποστολή


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την ανακοίνωση  της Δρ. Πέρσας Αποστολή, στο Δ’ Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών που πραγματοποιήθηκε στη Γρανάδα, 9-12 Σεπτεμβρίου 2010, με τίτλο:

 

«Η αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας (1931) της Μαριέττας Γιαννοπούλου – Μινώτου: Μια άγνωστη λογοτεχνική μετάπλαση ενός διαβόητου μύθου».

 

Η σκανδαλιστική ιστορία της Πάπισσας έχει προσελκύσει για περισσότερο από οκτώ αιώνες τώρα το ενδιαφέρον πλήθους κληρικών, θεολόγων, ιστορικών, λογοτεχνών, φιλολόγων, καλλιτεχνών κ.ά. Οι πρώτες σχετικές αναφορές από τον 13ο αιώνα, σε εκκλησιαστικά χρονικά, βίους παπών, συλλογές με υποδειγματικές αφηγήσεις (exempla) κ.ά., είναι σύντομες και γενικές: Μια γυναίκα μεταμφιεσμένη σε άνδρα καταφέρνει να ανέλθει στον παπικό θρόνο, ως τη στιγμή που το σκάνδαλο αποκαλύπτεται, όταν κατά τη διάρκεια λιτανείας ο πάπας γεννάει ένα ημιθανές βρέφος εν μέσω του οργισμένου πλήθους. Δεν δίνεται το όνομα ή η καταγωγή αυτής της γυναίκας, ούτε χωροχρονικές πληροφορίες για τη διαδρομή και τη θητεία της ή εξηγήσεις σχετικά με την παρενδυσία και την εγκυμοσύνη. [2]

Έκτοτε η ιστορία αναπαράγεται, αναπλάθεται και ανασημασιοδοτείται ξανά και ξανά. Τα αρχικά κενά του μύθου συμπληρώνονται σταδιακά από μεταγενέστερους συγγραφείς, καθένας από τους οποίους επιχειρεί να διαμορφώσει τη δική του εκδοχή της ιστορίας και κατ’ επέκταση να κατασκευάσει τη δική του εικόνα αυτής της θρυλικής γυναικείας μορφής, ανάλογα με τις όποιες θρησκευτικές, ιδεολογικές, αισθητικές ή άλλες προθέσεις του.

Η υπόθεση της Πάπισσας αρχικά τροφοδοτεί εκκλησιαστικές συζητήσεις στους κόλπους των ίδιων των Καθολικών, για να περάσει αργότερα και στο στρατόπεδο των Προτεσταντών. Έτσι, εκτός από το επίμαχο ερώτημα για την ιστορικότητα του μύθου, δίνει μεταξύ άλλων την αφορμή για ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τον αποκλεισμό των γυναικών από την ιερουργία, το αλάθητο του πάπα και τη διαφθορά της Καθολικής Εκκλησίας. [3] Η Ιωάννα (ή κατ’ άλλους Αγνή, Άννα, Γκιλμπέρτα ή Γκλάνσια) [4] αποτυπώνεται άλλοτε ως μια βλάσφημη και αδίστακτη γυναίκα που με τη βοήθεια του διαβόλου γνώρισε την υπέρτατη Δόξα και τον έσχατο εξευτελισμό, άλλοτε ως θηλυκός Φάουστ ή και προάγγελος του Αντίχριστου, [5] ενώ ορισμένοι φτάνουν να αναγνωρίσουν στο πρόσωπό της ακόμα και τη «Μεγάλη Πόρνη της Βαβυλώνος» της Αποκαλύψεως (κεφ. 17). [6]

Καθώς από τον 15o αιώνα η Πάπισσα περνάει και στη λογοτεχνία, οπότε καταργούνται τα ήδη ρευστά όρια μεταξύ ιστορικής καταγραφής και μυθοπλαστικής επεξεργασίας, η υπόθεση αποκτά νέα συμφραζόμενα, που επιδέχονται νέες αναγνώσεις: αλληγορικές ή μεταφυσικές, μπουρλέσκες, σατιρικές ή ρομαντικές, μισογυνικές ή φεμινιστικές κ.ά. Μέσα από αυτές τις αναγνώσεις τίθενται νέα ερωτήματα: για τη γυναικεία φύση σε συνάρτηση με την ερωτική επιθυμία, τη φιλοδοξία και την ηθική, για την απόκρυψη της γυναικείας ταυτότητας μέσω της μεταμφίεσης, για τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων κ.ά. [7] Έτσι, π.χ. κατά τον βραζιλιάνο μεσαιωνολόγο Hilario Franco Jr. η Πάπισσα Ιωάννα συγκεφαλαιώνει την «Ουτοπία της ανδρογυνίας»· [8] ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος, πάλι, διαβάζει τον μύθο ως «μια παραβολή που εξερευνά τους κινδύνους με τους οποίους έρχονται αντιμέτωπες οι γυναίκες […] εάν απατηθούν ότι μπορούν να απαρνηθούν εντελώς το φύλο και τη φύση τους», ενώ αντιθέτως ο Jacques Le Goff κάνει λόγο για την «άρνηση του άλλου φύλου». [9] Και η ιστορία της ιστορίας της Πάπισσας συνεχίζεται, καθώς πολλαπλασιάζονται διαρκώς οι γραπτές ή άλλες πηγές που επιχειρούν να την καταγράψουν, συγκροτώντας μια τεράστια διεθνή «γενεαλογία». [10]

Σε ό,τι αφορά την ελληνική συμμετοχή σε αυτή τη διεθνή «γενεαλογία», η πρωτοκαθεδρία αναμφισβήτητα ανήκει στο περίφημο έργο του Εμμανουήλ Ροΐδη (Η Πάπισσα Ιωάννα. Ιστορική μελέτη, 1866), ενώ θα πρέπει να προστεθεί εδώ και η πιο πρόσφατη ελεύθερη διασκευή του ροϊδικού έργου από τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο (Η απίστευτη ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας, Κέδρος 2000).

Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου (1900-1962).

Στόχος της παρούσας ανακοίνωσης είναι να φέρει στο φως μια ακόμη, εν πολλοίς άγνωστη Πάπισσα Ιωάννα, την οποία έγραψε η δραστήρια λογία Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου (1900-1962). [11] Γνωστή επίσης με τα ψευδώνυμα «Επτανησία» και «Χειραφετημένη», η Μινώτου υπήρξε ένθερμη οπαδός του δημοτικισμού, με πλούσιο πνευματικό και συγγραφικό έργο (λογοτεχνικό, φιλολογικό, μεταφραστικό, λαογραφικό κ.ά.), αποτελούμενο από εξακόσια περίπου δημοσιεύματα, στον τύπο ή σε αυτοτελείς εκδόσεις. Εξίσου πλούσια είναι και η εκδοτική της δράση: Μεταξύ άλλων, μόλις στα εικοσιένα της χρόνια εξέδωσε το πρώτο ζακυνθινό φεμινιστικό περιοδικό Εύα Νικήτρια (1921-1923) και από το 1927 ως τον Οκτώβριο του 1935 υπήρξε συνεκδότρια του γνωστού «μηνιαίου φιλολογικού και καλλιτεχνικού περιοδικού» Ιόνιος Ανθολογία. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να συμβάλει στη διάδοση των επτανησιακών γραμμάτων, ενώ, τέλος, με δική της πρόταση καθιερώθηκαν από το 1932 οι εβδομάδες ελληνικού βιβλίου. [12]

Η Αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας της Μινώτου δημοσιεύτηκε σε 18 συνέχειες, από τον Μάιο ως τον Σεπτέμβριο 1931, στο αθηναϊκό λογοτεχνικό περιοδικό Εβδομάς. [13] Με αυτή τη δημοσίευση, εγκαινιάζεται μια τακτική συνεργασία της συγγραφέως με το εν λόγω έντυπο, η οποία διατηρείται ως το 1936. [14]

Ήδη από τον τίτλο («αυθεντική ιστορία») αλλά και από σχετικές αναφορές εντός του κειμένου, υποδηλώνεται η πρόθεση της συγγραφέως να αποκαταστήσει την αλήθεια γύρω από την περίπτωση της Πάπισσας, [15] μέσα από μια τεκμηριωμένη και πιστή καταγραφή των γεγονότων, και σε αντιδιαστολή όπως υπονοείται με παλαιότερα αντίστοιχα εγχειρήματα. (Να σημειωθεί πάντως ότι η συγγραφέας αποφεύγει και την παραμικρή αναφορά στο εμβληματικό κείμενο του Ροΐδη.) Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει στον «Πρόλογο», στόχος της είναι να «κατατοπίσει πραγματικά τον αναγνώστη πάνω στο τόσο ενδιαφέρον πρόσωπο της Πάπισσας Ιωάννας, χωρίς φανταστικά παραφουσκώματα που καταντούν την ιστορία μυθιστόρημα» (σ. 1216).

Για τον σκοπό αυτό, η Μινώτου δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της τεκμηρίωσης: Προκειμένου να ενισχύσει το κύρος της αφήγησής της, μνημονεύει επανειλημμένως τις πηγές στις οποίες βασίστηκε, υπογραμμίζοντας την αξιοπιστία τους, [16] ενσωματώνει παραθέματα (είτε αυτούσια είτε σε ελεύθερη απόδοση, εντός και εκτός εισαγωγικών), καταφεύγει σε παρεκβάσεις προκειμένου να ανασυνθέσει τα ήθη και τις ιστορικοκοινωνικές συνθήκες της περιόδου που εξετάζει, [17] διανθίζει μάλιστα το κείμενό της με εικονογραφικό υλικό από τις πηγές αυτές, προκειμένου να ενισχύσει την αίσθηση της αυθεντικότητας, αλλά και για να κρατάει το ενδιαφέρον του κοινού, ενώ τέλος επισημαίνει το πλήθος των έγκριτων άλλων συγγραφέων που έχουν καταγράψει το επεισόδιο (σσ. 1216, 1648). Το γεγονός αυτό καταδεικνύει την ενημέρωση της συγγραφέως, η οποία πάντως δεν στοχεύει στην εξαντλητική διερεύνηση του θέματος.[18]

Σε ό,τι αφορά τις πηγές που χρησιμοποίησε η Μινώτου, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε δύο κατηγορίες: εκείνες από τις οποίες άντλησε υλικό για την εποχή, τα ιστορικά πρόσωπα ή τον χώρο της εκκλησίας [19] και εκείνες που αναφέρονται στην ίδια την Πάπισσα. Ως προς τις δεύτερες, η συγγραφέας κατονομάζει: α) Το περίφημο χρονικό του Μαριανού του Σκώτου [Marianus Scotus, Chronicon, 14ος αι.], που και ο Ροΐδης είχε αξιοποιήσει, β) ένα κείμενο «του εκκλησιαστικού συγγραφέως Αλβερίκου Μονκασίν» [Albéric du Mont-Cassin, 11ος αι.], που δεν διευκρινίζεται ποιο, και γ) «δύο σχετικ[ές] μελέτ[ες] των Λασάτρ και Φιορέττι» (σσ. 1216, 1540). Από τις δύο τελευταίες πηγές, που αναφέρονται στους βίους των παπών, μπόρεσα μέχρι στιγμής να ταυτοποιήσω μόνο την πρώτη: Πρόκειται, για τον τρίτο τόμο του έργου του Maurice Lachâtre, Histoire des Papes (1842). [20]

Η χρήση των πηγών δεν γίνεται με αυστηρά φιλολογικό τρόπο, όπως σε μια βιογραφική μελέτη, δηλαδή με ακριβείς παραπομπές, πιστή μεταφορά των παραθεμάτων και αναλυτικό κατάλογο βιβλιογραφίας στο τέλος. Θυμίζουμε εξάλλου ότι το κείμενο δημοσιεύεται σε ένα ποικίλης ύλης περιοδικό, απευθυνόμενο στο ευρύτερο κοινό. Η ίδια δε η συγγραφέας στον κατάλογο εργογραφίας – βιβλιογραφίας που εξέδωσε το 1957 δεν κατατάσσει την Πάπισσα Ιωάννα της στις βιογραφικές μελέτες, αλλά στις «μυθιστορηματικές βιογραφίες».[21] Μάλιστα πρόκειται για την πρώτη της μυθιστορηματική βιογραφία.

Πράγματι, πέρα από την αμφισβητούμενη υπόσταση της Πάπισσας και το γεγονός ότι στο κείμενο της Μινώτου συνυπάρχουν ιστορικά και ψευδοϊστορικά πρόσωπα ή γεγονότα, [22] ο ίδιος ο τρόπος παρουσίασης και οργάνωσης του υλικού μάς απομακρύνουν από το είδος της βιογραφικής μελέτης. Παρά τις αντίθετες προγραμματικές δηλώσεις της στον πρόλογο, γίνεται σαφές ότι η Μινώτου δεν περιορίζεται στην καταγραφή μόνο των περιστατικών που τεκμηριώνονται από τις πηγές, αλλά ότι μεγάλο μέρος του υλικού της αποτελεί προϊόν μυθοπλαστικής επεξεργασίας. Συχνά καταφεύγει σε τεχνικές από τον χώρο του μυθιστορήματος, όπως επινοημένους διαλόγους, δραματοποιημένες σκηνές και εσωτερικούς μονολόγους, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον της από τα εξωτερικά γεγονότα στις εσωτερικές διεργασίες, από την αλήθεια των γεγονότων σε μια βαθύτερη αλήθεια που αφορά το πρόσωπο της Ιωάννας. Τα παραπάνω αποτελούν βασικά γνωρίσματα της νεότερης μορφής της μυθιστορηματικής βιογραφίας που – υπό την επίδραση της σύγχρονης ψυχολογίας – κάνει την εμφάνισή της τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, [23] γνωρίζοντας ιδιαίτερη άνθιση και στον ελλαδικό χώρο κατά τον μεσοπόλεμο.[24]

H Πάπισσα Ιωάννα, δημοσιεύεται στο: « Histoire de la Papesse Jeanne, fidèlement tirée de la dissertation latine de Monsieur de Spanheim,…1695».

Ποια είναι όμως η «αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας» όπως καταγράφεται σε αυτή τη μυθιστορηματική βιογραφία; Η Ιωάννα είναι νόθα κόρη του Καρλομάγνου, ο οποίος, μεταμφιεσμένος σε απλό στρατιώτη, αποπλανεί την νεαρή Αγνή και εξαφανίζεται. Η Αγνή, προκειμένου να αποφύγει το σκάνδαλο, προστρέχει στον ηγούμενο του Ίνγκελχάιμ, πατέρα Γιλβέρτο, ο οποίος την εξαναγκάζει να φύγουν μαζί και να παντρευτούν.

Γεννιέται η Ιωάννα, η οποία αγνοεί την βασιλική καταγωγή της. Από μικρή επιδεικνύει εξαιρετικές πνευματικές ικανότητες και αισθάνεται το περιβάλλον γύρω της περιοριστικό. Μπαίνει στον πειρασμό να το σκάσει με κάποιον από τους ηλικιωμένους θαυμαστές της, ώσπου γνωρίζει έναν νεαρό σπουδαστή, μοναχό στο μοναστήρι της Φούλδας. Τον ερωτεύεται και μεταμφιεσμένη σε μοναχό τον ακολουθεί στη μονή του.

Όταν ο ηγούμενος τη μονής, Ραμπάν Μάουρ, ανακαλύπτει την αλήθεια, οι νέοι φεύγουν και περιπλανιούνται αρχικά στην Αγγλία και εν συνεχεία στη Γαλλία, όπου η ετεροθαλής αδερφή της Ιωάννας, Ίμμα, την ερωτεύεται. Η Ιωάννα αναγκάζεται να της αποκαλύψει το φύλο της και για να γλιτώσουν από την οργή της, το ξανασκάνε για τη Μασσαλία, όπου η Ιωάννα ανακτά για λίγο την γυναικεία της ταυτότητα, οι δυο νέοι συστήνονται ως αδέρφια και αναζητούν εργασία. Ακολουθούν δέκα ειδυλλιακά χρόνια στην Αθήνα, όπου η Ιωάννα διαπρέπει πνευματικά, ώσπου ένας επίδοξος θαυμαστής της δηλητηριάζει τον νέο της Φούλδας. Εκείνη κατευθύνεται τότε στη Ρώμη, και για να ξεπεράσει τη θλίψη της αφοσιώνεται στη δουλειά. Διδάσκει στην περίφημη Ελληνική Σχολή της Ρώμης, ανελίσσεται στην εκκλησιαστική ιεραρχία κι εντέλει καταλαμβάνει τον παπικό θρόνο.

Η μονοτονία του παπικού βίου την οδηγεί στην αναζήτηση ενός εραστή, τον οποίο βρίσκει στο πρόσωπο του Καρδινάλιου Μπρενάου. Τότε την επισκέπτεται ένας άγγελος που της ζητά να επιλέξει το είδος της τιμωρίας που προτιμά. Εκείνη επιλέγει επί γης καταισχύνη, ώστε να λάβει την μετά θάνατον εξιλέωση. Ακολουθεί εσωτερική πάλη. Η Ιωάννα σκέπτεται τελικά να αποκαλύψει η ίδια την αλήθεια, προκειμένου να γίνουν γνωστά τα επιτεύγματά της, αλλά και να ζητήσει έλεος από το πλήθος, ενώ λίγο μετά ανακαλύπτει την εγκυμοσύνη της. Δεν καταφέρνει εντούτοις να πραγματοποιήσει τα σχέδιά της. Γεννά πρόωρα και πεθαίνει κατά τη διάρκεια λιτανείας.

Η αφήγηση της Μινώτου ευθυγραμμίζεται εν πολλοίς με την κύρια διεθνή παράδοση του μύθου, διαφοροποιούμενη σε αρκετά σημεία από την εκδοχή του Ροΐδη, του οποίου τις επινοήσεις δεν υιοθετεί ούτε στο ελάχιστο. Λ.χ. ο Νέος της Φούλδας – ο Φρουμέντιος του Ροΐδη – παραμένει εδώ ανώνυμος. Διαφορετικός είναι επίσης ο τρόπος γνωριμίας των δύο νέων, όπως και η μετέπειτα τύχη του νέου: όχι εγκατάλειψη του νέου από την Ιωάννα, όπως στον Ροΐδη, αλλά θάνατος, εκδοχή την οποία είχε εισαγάγει στον μύθο ο Βοκκάκιος.[25]

Παράλληλα, η αφήγηση της Μινώτου περιλαμβάνει κάποια νεοφανή στοιχεία, κατά πάσα πιθανότητα δικής της επινόησης, καθώς σύμφωνα τουλάχιστον με τη μέχρι στιγμής έρευνα, δεν μπόρεσα να τα εντοπίσω σε κάποια άλλη πηγή. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι πως η Ιωάννα μας συστήνεται από την Μινώτου όχι ως αγνώστου πατρός, αλλά ως νόθα κόρη του Καρλομάγνου, προκειμένου να καταδειχθεί ότι «η λάμψη της μεγαλοφυΐας της κι η τόση ερωτική της ορμή» έχουν ενδεχομένως κληρονομική εξήγηση (σ. 1216). Νεοφανές είναι και το επεισόδιο με την ετεροθαλή αδερφή της Ίμμα, το οποίο μάλιστα καταλαμβάνει αρκετή έκταση (σσ. 1432-3, 1468-9, 1504-5).

 

Η πρόωρη γέννα της Πάππισας κατά τη διάρκεια λιτανείας. Trechos do livro «De Mulieribus Claris» («Mulheres Famosas»), de 1362, escrito por Giovanni Boccaccio (1313–1375).

 

Η ιδιαιτερότητα της αφήγησης συνίσταται, ωστόσο, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο σκιαγραφείται η προσωπικότητα της Ιωάννας. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, παρά τη βασική επιδίωξή της Μινώτου να καταγράψει την «αυθεντική ιστορία» της Πάπισσας και να ανασυνθέσει ανάγλυφα την εποχή και τα ήθη, η συγγραφέας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη διερεύνηση του ψυχισμού της ηρωίδας, ευθυγραμμιζόμενη με ένα από τα βασικά αιτήματα της γενιάς του ’30, «το αίτημα της εσωτερικότητας».[26] Παραμένοντας εντός του πλαισίου της ρεαλιστικής πεζογραφικής παράδοσης (γραμμική ακολουθία των γεγονότων, τριτοπρόσωπη συνεκτική αφήγηση από έναν παντογνώστη αφηγητή κ.λπ.), η Μινώτου επιτρέπει στον αναγνώστη, κυρίως μέσα από εσωτερικούς μονολόγους και ελεύθερους πλάγιους λόγους, να έχει πρόσβαση στην εσωτερική ζωή της πρωταγωνίστριας και να παρακολουθήσει τη σταδιακή πορεία της προς την αυτοσυνείδηση.[27]

Η πορεία αυτή παρουσιάζεται ως μια διαλεκτική διαδικασία που συντελείται μέσα από την επαφή της ηρωίδας με εκπροσώπους και των δύο φύλων και την οδηγεί από την μονότονη ακινησία της ιδιωτικότητας στην ενεργό συμμετοχή στο δημόσιο βίο και δη στο κατεξοχήν ανδροκρατούμενο απαγορευμένο χώρο της Εκκλησίας, [28] κάτι το οποίο βεβαίως γίνεται εφικτό μόνο μέσω της παρενδυσίας, δηλαδή μόνο μέσα από την απόκρυψη της γυναικείας ταυτότητάς της.

Κατ’ αρχάς λοιπόν η Ιωάννα αντιδιαστέλλεται από το πρότυπο της παθητικής και υποταγμένης γυναίκας – θύματος, που αντιπροσωπεύει η μητέρα της: [29] Στον αντίποδα, η Ιωάννα σκιαγραφείται ως μια ισχυρή και ασυμβίβαστη προσωπικότητα, που επιδιώκει να υπερβεί τους ασφυκτικούς κοινωνικούς περιορισμούς, διεκδικώντας το δικαίωμα στη μόρφωση, τον έρωτα και τη δημόσια δράση. Περιγράφεται ως «ανυπόταχτη φύση που δεν υποχωρεί σε τίποτα, που δεν εννοεί να σκλαβώσει την ελευθερία της θέλησής της, έστω και στην φοβερότερη ανάγκη» (σ. 1396) και που επιθυμεί «ν’ αποχτήσει οπωσδήποτε την ελευθερία της όπως αυτή ήθελε. Πραγματική ελευθερία. Χωρίς συμβιβασμούς και όρους» (σ. 1324).

Παράλληλα, η συγγραφέας διαχωρίζει την Ιωάννα από το πρότυπο των φιλάρεσκων και διεφθαρμένων γυναικών που κυριαρχούσε στη μεσαιωνική Γαλλία και Ρώμη:

 

«Η πώρωση των γυναικών είχε φτάσει σε τέτοιαν υπερβολή που προκαλούσε την αηδία, και η ξετσιπωσιά τους ποτέ άλλοτε δεν υπερέβη τους σκοτεινούς εκείνους χρόνους. Ένα μονάχα κοίταζαν, το πώς να κατακτήσουν τους περισσότερους άντρες. […] Εδημιουργείτο έτσι ένα ελεεινό περιβάλλον μια ανήκουστη παραλυσία στα ήθη, όπου κυριαρχούσεν ο φθόνος και τα τρομερότερα πάθη» (σ. 1469).

 

Αντιθέτως η Ιωάννα:

 

«Δεν ήταν ο μαλθακός τύπος της γυναίκας της εποχής εκείνης, που […] θα ήταν ευτυχισμένη να περνάει ώρες ολόκληρες μέσα σ’ ένα νοσηρό ρεμβασμό για μικροεπεισόδια ερωτικά και άλλα ασήμαντα πράγματα» (σ. 1576). Και σε άλλο σημείο: «Δεν ήταν μια γυναίκα που μπορούσε να πουλήσει τον εαυτό της σ’ αντάλλαγμα της δόξας. Ούτε ήταν από τις πραγματικά διεφθαρμένες γυναίκες που πουλιούνται για το χρυσάφι κι αδιαφορούν για όλα τ’ άλλα» (σ. 1288).

 

Η ηθική ανωτερότητα της Ιωάννας θεμελιώνεται, όμως, και μέσα από την αντιπαράθεσή της με το ανδρικό φύλο. Υιοθετώντας την στερεοτυπική εικόνα του αρσενικού που κυριαρχείται από ανεξέλεγκτα ερωτικά πάθη, η Μινώτου αποτυπώνει τους περισσότερους ανδρικούς χαρακτήρες ως υστερόβουλους και ακόλαστους, συχνά σε βαθμό ώστε, στην προσπάθειά τους να υποτάξουν την Ιωάννα, να καταντούν καταγέλαστες καρικατούρες (π.χ. σσ. 1288, 1324, 1396). Εξαίρεση αποτελούν κυρίως ο νέος της Φούλδας και ο μετέπειτα εραστής της Ιωάννας, Καρδινάλιος Μπρενάου.

Αντιθέτως η Ιωάννα, αν και έχει επίγνωση της έλξης που ασκεί στο άλλο φύλο, εμφανίζεται να περιφρονεί όσους επιχειρούν να τη διαφθείρουν, ενώ διακρίνεται μάλλον για την αγνότητα των συναισθημάτων (π.χ. σσ. 1288, 1324). Δεν θυμίζει δηλαδή σε τίποτα το αμαρτωλό και λάγνο θηλυκό του Ροΐδη ή του Ραπτόπουλου, πόσο μάλλον τη «Μεγάλη Πόρνη της Βαβυλώνος». Χαρακτηριστική από αυτή την άποψη είναι η αφελής ονειροπόλησή της καθώς και η παρθενική της συστολή κατά την ερωτική εξομολόγηση του Νέου της Φούλδας (σ. 1360), που μας παραπέμπουν περισσότερο σε ρομαντικές ηρωίδες.

Η Ιωάννα υιοθετεί μια ρομαντική αντίληψη για τον έρωτα, τον οποίο συνδέει περισσότερο με το συναίσθημα παρά με την ερωτική πράξη. Έτσι, η ηρωίδα εμφανίζεται αφοσιωμένη στον Νέο της Φούλδας ακόμα και μετά τον θάνατό του, καθώς εξακολουθεί να αποκρούει τους αντεραστές του (σσ. 15761577, 1612). Ενώ, όταν – πολύ αργότερα – επιλέγει τον καρδινάλιο ως σύντροφό της, αυτό αποδίδεται όχι στα σεξουαλικά της ένστικτα, αλλά κυρίως στη μονοτονία του παπικού βίου και στην ανάγκη να μοιραστεί με κάποιον το βάρος του μυστικού της (δηλαδή της επί χρόνια κρυμμένης της ταυτότητας), το οποίο την έχει ουσιαστικά οδηγήσει στην απομόνωση και την ψυχική εξάντληση (σ. 1649). Είναι, τέλος, ενδεικτικό ότι απουσιάζουν από το κείμενο οι περιγραφές αισθησιακών σκηνών ή ερωτικού πάθους, ενώ και η αποτύπωση της εξωτερικής ομορφιάς τη Ιωάννας περιορίζεται σε γενικές και όχι υπερβολικά ηδυπαθείς αναφορές (σσ. 1288, 1360, 1396, 1720).

Παράλληλα με την ηθική ακεραιότητα της Ιωάννας, η συγγραφέας επιχειρεί να αναδείξει και την ψυχική και πνευματική της υπεροχή: Εξαίρει τον δυναμισμό της, έναντι των δύο εραστών της, που προβάλλουν αδύναμοι σαν «χάρτιν[α] ανδρείκελ[α]» (σσ. 1576, 1756)· δίνει έμφαση στην ξεχωριστή προσωπικότητα, στα έμφυτα χαρίσματα, τις ικανότητες και τη μόρφωσή της, όπως επίσης στο πολύτιμο έργο που προσέφερε κατά τη διάρκεια της παπικής της θητείας (π.χ. σσ. 1288, 1361, 1432, 1576, 1612-13, 1648). Μάλιστα η βιογραφία τελειώνει με τον έπαινο αυτής ακριβώς της θαυμαστής προσφοράς:

 

«Στον παπικό θρόνο συχνά ανέβηκαν άνθρωποι που τον δόξασαν. Ιδίως οι Ουμανιστές πάπαι της Αναγεννήσεως που υποστήριξαν με τόση θέρμη την εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού του Βυζαντίου, τα γράμματα και τις ωραίες τέχνες.

Μα αν και τόσα χρόνια πίσω, στη σκοτεινή εκείνη εποχή του Μεσαίωνος, η Ιωάννα κυβέρνησε, απ’ όσες πηγές διεσώθηκαν, κατά τον ίδιο επωφελή τρόπο την αιωνία Πόλη, κι αν δεν επρόκειτο για γυναίκα, ορισμένως η ιστορία των παπών θα την κατέτασσε περήφανα δίπλα στους Ουμανιστές εκείνους πάπας που με τ’ όνομά τους λαμπρύνουν τις σελίδες της» (σ. 1829).

 

Όπως έχει επισημάνει η κριτική, τα φεμινιστικά κινήματα τόσο στον ελληνικό όσο και στον διεθνή χώρο, «ανατρέχουν συχνά», κυρίως στα πρώτα τους βήματα, «στον νομιμοποιητικό λόγο της ιστορίας.» [30] Στα καθ’ ημάς, συγγραφείς, όπως λ.χ. η Καλλιρρόη Παρρέν, η Σωτηρία Αλιμπέρτη, η Αθηνά Ταρσούλη αλλά και η Μαριέττα Μινώτου (μέσα από τις σελίδες του περιοδικού της Εύα νικήτρια αλλά και με πλήθος ιστορικών, φιλολογικών κ.ά. κειμένων και διαλέξεών της), [31] επιχειρούν να ανασύρουν στην επιφάνεια παραδείγματα γυναικών με πολλαπλή συνεισφορά στον χώρο του πνεύματος, των τεχνών, αλλά και σε άλλους τομείς της δημόσιας δράσης, από το παρελθόν αλλά και κατά τα μεταγενέστερα χρόνια.

 

«Η Γέννηση», σκηνή από τον θρύλο της Πάπισσας Ιωάννας. Αναπαράσταση από την Αναγεννησιακή περίοδο.

 

Θα μπορούσε άραγε η Πάπισσα Ιωάννα της Μινώτου να λειτουργήσει ως ένα τέτοιο αντίστοιχο παράδειγμα; Η απάντηση είναι εντέλει μάλλον αρνητική, εν πρώτοις επειδή η ίδια η περίπτωση της Πάπισσας δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ανήκει στον χώρο της ιστορίας και όχι του μύθου. Επιπλέον, επειδή, παρά το γεγονός ότι συγκεντρώνει αρκετά στοιχεία που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν μια θετική εικόνα για τη γυναικεία ταυτότητα, όπως ξεχωριστές πνευματικές ικανότητες, μόρφωση, δυναμισμός, η Ιωάννα δεν ξεφεύγει εντελώς από ορισμένους ιδεολογικούς κοινούς τόπους για το γυναικείο φύλο: η Ιωάννα δεν αποτυπώνεται ως μια απολύτως απελευθερωμένη γυναίκα, δεν επιδιώκει μια εντελώς αυτοδύναμη και ανεξάρτητη πορεία προς την προσωπική ολοκλήρωση και δεν διανοείται καν να εγκαταλείψει την πατρική εστία χωρίς την ανδρική προστασία. Αρχικά της τίθεται μόνο το ηθικό δίλημμα αν, προκειμένου να πετύχει τον στόχο της, θα πρέπει να υποταχθεί στις ορέξεις κάποιου γηραλέου θαυμαστή της ή όχι, και ποιος είναι αυτός που θα επιλέξει (σ. 1288). Κι όταν κάποτε το σκάει από το σπίτι, αυτό δεν γίνεται εντέλει προκειμένου να κυνηγήσει τα όνειρά της, αλλά προς χάριν του έρωτα, για τον οποίο για μεγάλο διάστημα «παράτ[άει] τα μεγάλα σχέδια για την κατάκτηση της δόξας. Τώρα στην εφαρμογή καταλάβαινε πως δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν η αγάπη της κι η δόξα μαζί», όπως εξομολογείται (σ. 1360-1). Επίσης, παρά τον δυναμικό της χαρακτήρα, η Ιωάννα εμφανίζεται να δηλώνει πλήρη υποταγή και στους δύο εραστές της:

 

«Η Ιωάννα έβλεπε πια την αδυναμία της. Ο νέος της Φούλδας δεν ήταν σαν τους άλλους. Κυριαρχούσεν επάνω της, σαν αφέντης» (σ. 1360).

 

Ομοίως αργότερα γράφει στον Μπρενάου:

 

«Στο εξής ο πάπας Ιωάννης δεν υπάρχει πια για σένα. Έχεις μια φίλη, μιαν αδελφή που σου ανήκει ό,τι και σ’ αυτήν ανήκει. Ο θρόνος του Βατικανού θα ‘ναι στα χέρια σου όπως και ολόκληρη η Ιωάννα. Κατά τη βούλησή σου θα κυβερνάς και τους δυο χωρίς αντίσταση» (σ. 1721).

 

Τέλος, ας μην ξεχνάμε πως η προσπάθεια της ηρωίδας να υπερβεί τους κοινωνικούς φραγμούς εντέλει τιμωρείται.[32] Ίσως επειδή παρά τις όποιες ευγενείς αρχικές προθέσεις της, η μετέπειτα πορεία της Ιωάννας ξεφεύγει από τα συνήθη μέτρα και η στάση της μάλλον αγγίζει τα όρια της ύβρεως: Λίγο πριν εμφανιστεί ο άγγελος θέτοντάς της το γνωστό δίλημμα «μαρτυρικός θάνατος επί γης και συγχώρεση ή αιώνια καταδίκη στην κόλαση», η Πάπισσα έχει ήδη σκεφτεί να αποκαλύψει από μόνη της την αλήθεια, με μοναδικό κίνητρο τη μετά θάνατον δόξα (άλλο ένα νεοφανές στοιχείο στο κείμενο της Μινώτου). Η Ιωάννα υπολογίζει πως μόνο μέσα από μια τέτοια προσωπική θυσία, την οποία συγκρίνει με εκείνη του Χριστού, θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά τα επιτεύγματά της, τα οποία διαφορετικά θα ήταν καταδικασμένα να παραμείνουν στη λήθη:

 

«Και κείνο ιδίως που της έβαζε στο μυαλό τη σκέψη ν’ αποκαλυφθεί ήταν και πάλιν η δόξα. Συχνά αναρωτιόταν μόνη της πού θα τελείωνε αυτή η ιστορία. Αν πέθαινε και το πράγμα έμενε σκεπασμένο, τότε ποια σημασία θα είχε όλος αυτός ο όγκος της δράσεως που στο διάστημα της παποσύνης της έδειξε; Απλώς οι επερχόμενες γενεές θα ανάφεραν πως ο πάπας Ιωάννης ο Ζ’ κυβέρνησε καλά. Για έναν άντρα επιτέλους ήταν φυσικό. Μα για μια γυναίκα δεν ήταν το ίδιο. Θα έμενε για πάντα ως το μοναδικό φαινόμενο, το πιο παράξενο που είχε να επιδείξει η ιστορία, πως μια γυναίκα μόνο με την αξία της κατόρθωσε ν’ ανέβει στην παπική έδρα. […] Τι ήταν επιτέλους μερικές στιγμές, μερικές ώρες βασανιστηρίων μπροστά στην αθάνατη δόξα που το όνομά της θ’ αποχτούσε; Μήπως ο Χριστός, σκεφτόταν, απόχτησε διαφορετικά την αθανασία;» (σ. 1757)

 

Όταν λίγο μετά ανακαλύπτει πως είναι έγκυος, δεν φαίνεται να την απασχολεί ιδιαιτέρως ότι μαζί με τη δική της ζωή θα χαθεί και η ζωή του εμβρύου που κυοφορεί. Χωρίς να ελλείπουν κάποιες στιγμιαίες υπαναχωρήσεις και παλιμβουλίες, η Ιωάννα θεωρεί την εγκυμοσύνη της πρωτίστως σαν ένα γεγονός «υποβοηθητικό των σχεδίων της» (σ. 1757), καθώς θα μπορούσε να επιτείνει το στοιχείο του εντυπωσιασμού κατά την αποκάλυψη της πραγματικής της ταυτότητας. Δυστυχώς για την ίδια, η Μοίρα αποφασίζει διαφορετικά: πρόωρος τοκετός και θάνατος τόσο για εκείνη όσο και για το βρέφος.

Μια τέτοια περίπτωση, όπως εκείνη της Πάπισσας Ιωάννας – η οποία ούτως ή άλλως υπερβαίνει τα συνήθη μέτρα και δεν μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική – είναι αμφίβολο κατά πόσο μπορούσε τελικά να λειτουργήσει αφυπνιστικά προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης μιας έμφυλης συνείδησης, την οποία μάλιστα η ίδια η ηρωίδα δεν εμφανίζεται να έχει. [33] Η Ιωάννα εγγράφεται εντέλει στη βιογραφία της Μινώτου ως μια γυναικεία μορφή αινιγματική και αντιφατική.

Ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους για τον οποίο η συγγραφέας δεν εξέδωσε το κείμενό της και σε αυτοτελή τόμο, όπως συνέβη με άλλες μυθιστορηματικές βιογραφίες της. [34] Με την έκδοση της Αυθεντικής Ιστορίας της Πάπισσας Ιωάννας της Μαριέττας Μινώτου ίσως μπορέσει ετούτη η από πολλές απόψεις ενδιαφέρουσα λογοτεχνική μετάπλαση αυτού του διαβόητου μύθου να πάρει τη θέση που της αναλογεί στο πλαίσιο της διεθνούς γενεαλογίας της Πάπισσας.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η παρούσα ανακοίνωση αποτελεί συνεπτυγμένη μορφή της «Εισαγωγής» που συνοδεύει το βιβλίο: Μαριέττα Γιαννοπούλου – Μινώτου, Η Αυθεντική Ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας, σε φιλολογική επιμέλεια της υποφαινόμενης. Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την κ. Μαριέττα Δ. Μινώτου  – Παπαδημητρίου, τη Σοφία Ντενίση, τη Νίνα Παλαιού και τον Νίκο Μαυρέλο για τη συνδρομή τους.

[2] Για μια ενδελεχή εξέταση των πηγών που αναφέρονται στην Π.Ι., βλ. Alain Boureau, The Myth of Pope Joan, μτφ. Lydia G. Cochrane, The University of Chicago Press, Chicago and London 2001 (γαλλ. έκδοση 1988) και Rosemary και Darroll Pardoe, The Female Pope: The Mystery of Pope Joan [εκδ. Crucible (Thorsons) 1988], < http://www.users.globalnet.co.uk/~pardos/PopeJoanHome.html>. 25/8/2010. Στις δύο αυτές μελέτες στηρίχτηκα για τις πληροφορίες που αφορούν την διεθνή παράδοση της Πάπισσας. Για μια κατατοπιστική επισκόπηση του θέματος, βλ. επίσης Δημήτρης Δημηρούλης, «Εισαγωγή. Η διαρκής γοητεία της Πάπισσας», στο: Εμμανουήλ Ροΐδης, Η Πάπισσα Ιωάννα. Το αυθεντικό κείμενο του 1866, εισ.-επιμ. Δημήτρης Δημηρούλης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2005: xi-lxxxiv.

[3] Για τα ζητήματα αυτά, εκτός από τις μελέτες των Boureau και Pardoe, που αναφέρθηκαν παραπάνω, βλ. επίσης Cesare D’ Onofrio, Mille Anni di Leggenda. Una Donna sul Trono di Pietro, Romana Societa Editrice, Roma 1978 (ειδική έκδοση εκτός εμπορίου) [= La papessa Giovanna: Roma e papato tra storia e leggenda, Romana Societa Editrice, Roma 1979].

[4] Ως Agnes απαντά π.χ. στον Adam Usk (Chronicon, περ. 1405) και στον Jan Hus (De Ecclesia, 1415), ως Anna στον John Wycliffe (Cruciata, 1382), ως Glancia στο Χρονικό της μονής του Tegernsee (14ος αι.) και ως Gilberta στον Giovanni Boccaccio (De mulieribus claris, περ. 1361) και αργότερα στον John Bale (Illustrium majoris Britanniae scriptores Summarium, 1548). Ως Jutta, βαυαρική εκδοχή του ονόματος Johanna, απαντά π.χ. στον Dietrich Schernberg (Fraw Jutta, περ. 1480, εκδ. 1565).

[5] Π.χ. στον Etienne de Bourbon (Tractatus de diversis materiis praedicadibilibus, περ. 1261), στον Βοκκάκιο (ό.π.) κ.α· ειδικότερα ως θηλυκή εκδοχή του Φάουστ στο Flores temporum (περ. 1290) και στον Dietrich Schernberg Fraw Jutta (ό.π.)· τέλος ως προάγγελος του Αντίχριστου στον Pier Paolo Vergerio (Historia di papa Giovanni VIII che fu meretrice e strega, 1557).

[6] Π.χ. Alexander Cooke (Pope Joane, a dialogue between a Protestant and a Papist, 1610), Ανωνύμου, A Present for a Papist, or The Life and Death of Pope Joan (1678) και Sabine Baring-Gould, Curious Myths of the Middle Ages (1877). Αναλυτικότερα για το θέμα βλ. Pardoe, ό.π.: κεφ. 5. και Boureau, ό.π.: σσ. 229-231 και passim.

[7] Για τους σχετικούς προβληματισμούς, βλ. Boureau, ό.π.: 165-167, 215-216, και κεφ. 7 (σσ. 255-296). Επίσης Pardoe, ό.π.: κεφ. 7.

[8] Παρατίθεται στο Ζακ λε Γκοφ, «Η Πάπισσα Ιωάννα», Ελευθεροτυπία, Ένθετο Βιβλιοθήκη 380 (4/11/2005).

[9] Αντιστοίχως Βαγγέλης  Ραπτόπουλος,     «Ξαναγράφοντας την Πάπισσα Ιωάννα», <http://vangelisraptopoulos.wordpress.com>. 15/8/2010 και Λε Γκοφ, ό.π.

[10] Ο όρος «γενεαλογία» από τον A. Boureau, ό.π.: 266. Βλ. και Δημηρούλης, ό.π.: xiii.

[11] Το κείμενο εντοπίστηκε στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος με θέμα: «Η γυναικεία λογοτεχνική και εικαστική παρουσία στα περιοδικά λόγου και τέχνης (1900-1940)», που εντάσσεται στο: «Φύλο – Πυθαγόρας ΙΙ – Ενίσχυση ερευνητικών ομάδων στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών – ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ» και είχε ως επιστημονική υπεύθυνη την επίκουρη καθηγήτρια κ. Σοφία Ντενίση. Αναλυτική παρουσίαση του προγράμματος στην ιστοσελίδα: <http://www.asfa.gr/greek/aclivilies/sile denissi/index.html> 3/9/2010.

[12] Βλ. τον αναλυτικό κατάλογο εργογραφίας – βιβλιογραφίας που συνέταξε η ίδια η συγγραφέας: Μαριέττα Ευστ. Γιαννοπούλου, Η αναγραφή μου, πρόλ. Γεώργιος Ζώρας, χ.ε, Αθήνα 1957. Για τη ζωή και το έργο της Μινώτου, βλ. κυρίως τα αφιερώματα των περιοδικών Περίπλους 3 (Φθινόπωρο 1984) και Επτανησιακά Φύλλα ΚΒ’/3-4 (Φθινόπωρο-Χειμώνας 2002). Επίσης: Μάρη Θεοδοσοπούλου, «Η δυναμική Επτανησία», Το Βήμα (2/2/2003)· Αλίκη Ξένου-Βενάρδου, «Ελισάβετ Μουτζάν  – Μαρτινέγκου,­­ Μαριέττα Γιαννοπούλου – Μινώρου», Ριζοσπάστης (17/8/2003):16· Μαριέττα Δ. Μινώτου-Παπαδημητρίου, «Το ζακυνθινό περιοδικό Εύα Νικήτρια: 1921-1923», στο: Πρακτικά Στ’ Διεθνούς Πανιόνιου Συνεδρίου (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), Κέντρο Μελετών Ιονίου / Εταιρεία Ζακυνθιακών Σπουδών, Αθήνα 2004: 291-310 και Ευγενία Κεφαλληναίου, «Η παρουσίαση στην Ελλάδα του Ούγου Φώσκολου από την Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου», ό.π.: 159-177.

[13] Η Εβδομάς είναι μια «Εβδομαδιαία Εικονογραφημένη Επιθεώρησις» η οποία εκδίδεται από τον Οκτώβριο 1927 ως τον Ιούνιο 1940, με εκδότες τους αδερφούς Γεράρδου και αρχισυντάκτη αρχικά τον Φώτο Γιοφύλλη και αργότερα τον Ντόλη Νίκβα (ψευδ. του Απόστολου Βασιλειάδη). Εκτός από την πλούσια λογοτεχνική ύλη (ελληνική και μεταφρασμένη) το περιοδικό δημοσιεύει κείμενα για την πνευματική και καλλιτεχνική επικαιρότητα (θέατρο, κινηματογράφος, συναυλίες, διαλέξεις, εκθέσεις, εκδόσεις κ.ά.), για τη γυναικεία ζωή, επίσης ευθυμογραφήματα κ.ά. Ανάμεσα στους συνεργάτες του περιοδικού συγκαταλέγονται οι Δημ. Βουτυράς, Διον. Κόκκινος, Κ. Μπαστιάς, Μυρτιώτισσα, Π. Νιρβάνας, Κλ. Παράσχος, Λ. Πριονιστή, Σοφ. Σπανούδη, Γερ. Σπαταλάς, Α. Ταρσούλη, Παντ. Χορν κ.ά. Η δημοσίευση της Πάπισσας Ιωάννας της Μινώτου γίνεται στα τεύχη 190-207 (23/5/1931-19/9/1931). Καθώς η σελιδαρίθμηση των τευχών της Εβδομάδος είναι ενιαία, στο εξής οι παραπομπές στο κείμενο της Μινώτου θα γίνονται μόνο σε αριθμό σελίδας από τον τόμο του έτους 1931.

[14] Βλ. Γιαννοπούλου, ό.π.: passim.

[15] Υπογραμμίζει μάλιστα τις προσπάθειες του Βατικανού να «ρίξει στάχτη στα μάτια του κόσμου» (σ. 1216) και να εξαλείψει «κάθε ίχνος που συνδεόταν με την ύπαρξή της» (σ. 1829).

[16] Βλ. π.χ. σ. 1216 και σ. 1648, όπου κάνει λόγο για ντοκουμέντα «αδιαφιλονίκητα», «αναμφισβήτητα».

[17] Βλ. π.χ. τις παρεκβάσεις για τη ζωή του Καρλομάγνου (σ. 1216), για τις απαγωγές νεαρών κοριτσιών από καλόγερους (σ. 1289), για τις γυναίκες που ιερουργούσαν με ανδρικά άμφια και την φήμη της Πατριάρχισσας (σ. 1324), για την ιστορία της Αθήνας την εποχή εκείνη και για την Ειρήνη την Αθηναία (σ. 1540-1541), για την παραλυσία των γυναικείων ηθών της Δύσης και την εποχή της γυναικοκρατίας τη Ρώμη (αντιστοίχως σσ. 1469 και 1504).

[18] Π.χ. στη σ. 1324, παραδέχεται πως απλώς μεταφέρει κάποιες πληροφορίες από την πηγή που χρησιμοποίησε και πως δεν της δόθηκε η ευκαιρία να κάνει πιο ενδελεχή έρευνα για να εξακριβώσει την αλήθεια, ενώ όπως διευκρινίζει π.χ. στη σ. 1648 αποφεύγει την λεπτομερή παράθεση των σχετικών πηγών, για να μην κουράσει τους αναγνώστες.

[19] Σε ό,τι αφορά τις γενικότερες ιστορικές πηγές που χρησιμοποίησε, η Μινώτου αναφέρει: α) κάποιες βιογραφίες του Καρλομάγνου, χωρίς να τις κατονομάζει (σ. 1216)· β) το «χρονικό του πάτερ-Χερεμπέρ» (σ. 1324), που από την έρευνα διαπίστωσα πως αναφέρεται στο Histoire des Lombardes (10ος αιώνας) του Herembert / Herempert ή Erchembert / Erchempert du Mont Cassin. Να σημειωθεί πως οι πληροφορίες από το εν λόγω κείμενο σχετικά με την ύπαρξη Πατριάρχισσας στην Κωνσταντινούπολη περιλαμβάνονται και στον Σπανχάιμ (Βλ. Ιεζεκιήλ Σπανχάιμ, Η Ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας. Αντιπαραβολή με την Πάπισσα του Ροΐδη, μτφ. Περικλής Ροδάκης, πρόλ.-επιμ. Αγησίλαος Τσελάλης, Γιαννίκος, Αθήνα 1963: 64)· γ) Το «χρονικό του Λορχ» και «τον ιστορικό Αιμοέν», για την ιστορία της Ιμμας και του Έγκενχαρντ (σ. 1432). Πρόκειται αντιστοίχως για το Χρονικό της μονής του Lauresheim ή Lorch (Annales Laureshamenses, 9ος αι.;) και το έργο του βενεδικτίνου χρονικογράφου Aimoin de Fleury, Historia Francorum (αρχές 11ου αι.)· δ) τον «Γρηγόροβιτς», για την ιστορία των Αθηνών κατά τον 8ο και 9ο αιώνα (σ. 1540). Εικάζω πως αναφέρεται στο έργο του γερμανού ιστορικού Ferdinand Gregorovius, Geschichte der Stadt Athen im Mittelalter (1889)· και ε) τον χρονικογράφο Θεοφάνη [Χρονογραφία, περ. 811-814] για τη ζωή και τη δράση της Ειρήνης της Αθηναίας (σ. 1541).

[20] Maurice Lachâtre, «Histoire de la Papesse Jeanne», Histoire des Papes. Crimes, Meurtres, Empoisonnements, Parricides, Adultères, Incestes, τόμ. 3, Administration de Librairie, Paris 1842: 28-42. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η Μινώτου να χρησιμοποίησε μόνο αυτά τα δύο τελευταία έργα, καθώς τα αποσπάσματα που παραθέτει από τον Μονκασίν και τον Σκώτο, περιλαμβάνονται στον Lachâtre (ό.π.: 28, 31, 32), ο οποίος με τη σειρά του ακολουθεί, όπως διαπίστωσα, σε μεγάλο βαθμό στενά τον Σπανχάιμ (Frederick Spanheim, Disquisitio historica de papa foemina inter Leonem IV et Benedictum III, 1691).

[21]Βλ. Γιαννοπούλου, ό.π.:11 (αρ. 188).

[22] Π.χ. ιστορικά πρόσωπα είναι ο βενεδικτίνος μοναχός και μετέπειτα αρχιεπίσκοπος του Mainz, θεολόγος και συγγραφέας Ράμπαν Μάουρ (Rabanus Maurus Magnentius, περ. 780-856)· επίσης ο γάλλος θεολόγος και ουμανιστής λόγιος Λου ντε Φεριέρ (Loup de Ferrières, περ. 805-862), αλλά και ο φράγκος λόγιος, βιογράφος του Καρλομάγνου, Έγκενχαρντ (Eginhard, Einhard ή Einhart, περ. 775-840). Τέλος η Ίμμα είναι πρόσωπο ψευδοϊστορικό, καθώς ο Καρλομάγνος δεν είχε καμία κόρη Ιμμα. (Βλ. Frangois M. Guizot, The History of Civilization. From the Fall of the Roman Empire to the French Revolution, μτφ. William Hazlitt, τόμ. 3, D. Appleton & Company, New York 1854: 70).

[23] Βλ. Alan Shelston, Βιογραφία, μτφ. Ιουλιέττα Ράλλη, Καίτη Χατζηδήμου, Ερμής, Αθήνα 1982 (Σειρά: Η γλώσσα της κριτικής 24): ιδίως σελ. 99-116 και Laura Marcus, «The Newness of the ‘New Biography’: Biographical Theory and Practice in the Early Twentieth Century», στο: Peter France, William St Clair (επιμ.), Mapping Lives: The Uses of Biography, Oxford University Press, Oxford 2004: 193-218. Για τις σχέσεις βιογραφίας – ιστορικής αλήθειας – μυθοπλασίας αλλά και για ορισμένες επιμέρους κατηγοριοποιήσεις του είδους (historical biography, fictionalized biography, historicized fictional biography, fictional biography), βλ. επιλεκτικά και Dorrit Cohn, The Distinction of Fiction, The Johns Hopkins University Press, Baltimore 2000: ιδίως 18-34 και 85. Για την πλουσιότατη σχετική διεθνή βιβλιογραφία, βλ. Carl Rollyson, Biography: An Annotated Bibliography, BackInprint.com Editions, Pasadena 2007.

[24] Βλ. Απόστολος Σαχίνης, Προσεγγίσεις. Δοκίμια Κριτικής, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1989: 206, 257.

[25] Βλ. Boureau, ό.π.: 211. Ασφαλώς οι διαφοροποιήσεις δεν περιορίζονται μόνο σε επίπεδο περιεχομένου, αλλά αφορούν επίσης στο ύφος και τη στόχευση, θέμα το οποίο θα απαιτούσε ιδιαίτερη πραγμάτευση.

[26] Παναγιώτης Μουλλάς, «Το αίτημα της εσωτερικότητας», Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), τόμ. Α’, Σοκόλη, Αθήνα 1993: 83-93.

[27] Από αυτή την άποψη το κείμενο της Μινώτου θα μπορούσε να διαβαστεί και σε συνάρτηση με το είδος της «γυναικείας αφήγησης αυτοανακάλυψης» («narrative of female self-discovery») και πιο συγκεκριμένα του «γυναικείου μυθιστορήματος διαμόρφωσης» («feminist Bildungsroman»), θέμα στο οποίο δεν μπορώ να επεκταθώ στο πλαίσιο της παρούσας ανακοίνωσης. Βλ. σχετικά Rita Felski, «The Novel of Self-Discovery: Integration and Quest», Beyond Feminist Aesthetics. Feminist Literature and Social Change, Harvard University Press, Cambridge, Massachussets 1989: 122-153, 209-213.

[28] Για τη γυναικεία ταυτότητα όχι ως κάτι σταθερό και εγγενές, αλλά ως διαδικασία που καθορίζεται από την αλληλεπίδραση, την ταύτιση ή την διαφοροποίηση από τον «άλλο», βλ. Judith Kegan Gardiner, «On Female Identity and Writing by Women», στο: Elizabeth Abel (επιμ.), Writing and Sexual Difference, The University of Chicago Press, Chicago 1982: 177-191. Για τη «σχεσιακή σύλληψη της ταυτότητας» γενικότερα, βλ. Δημήτρης Τζιόβας, Ο άλλος εαυτός. Ταυτότητα και κοινωνία στη νεοελληνική πεζογραφία, μτφ. Άννα Ρόζενμπεργκ, θεώρ. μτφ.-επιμ. Ουρανία Ιορδανίδου, Πόλις, Αθήνα 2007: κυρίως 22-34.

[29] Για το ρόλο της αποστασιοποίησης από το μητρικό πρότυπο της γυναίκας-θύματος στη διαμόρφωση της γυναικείας ταυτότητας, βλ. ενδεικτικά Gardiner, ό.π.: 186.

[30] Αγγέλικα Ψαρρά, «Το μυθιστόρημα της χειραφέτησης ή η ‘συνετή’ ουτοπία της Καλλιρόης Παρρέν», επίμετρο στο: Καλλιρρόη Παρρέν, Η χειραφετημένη, Εκάτη, Αθήνα 1999: 416. Βλ. επίσης Ελένη Βαρίκα, Η εξέγερση των κυριών. Η γένεση μιας φεμινιστικής συνείδησης στην Ελλάδα 1833-1907, Κατάρτι, Αθήνα 42004 [1987]: 252, 341347· Κωστούλα Σκλαβενίτη, «Τα γυναικεία έντυπα 1908-1918», Διαβάζω, 198 (14/9/1988): 18, η οποία επισημαίνει πάντως την αισθητή μείωση αυτού του είδους κειμένων την περίοδο του μεσοπολέμου· Έφη Αβδελά, «Ιστορία των γυναικών, ιστορία του φύλου, φεμινιστική ιστορία: μεθοδολογικές διεργασίες και θεωρητικά ζητήματα μιας εικοσαετίας», Δίνη 6 (1993): 12-29. Σε ό,τι αφορά τον διεθνή χώρο, από την πλουσιότατη βιβλιογραφία, βλ. επιλεκτικά: Berenice Caroll (επιμ.), Liberating Women’s History, Urbana, Illini Books Editions 1976· Karen Offen, Ruth Roach Pierson, Jane Rendall (επιμ.), Writing Women’s History: International Perspectives, Indiana University Press, Bloomington 1991 και Judith Bennett, History matters: patriarchy and the challenge of feminism, University of Pennsylvania Press, Philadelphia 2006.

[31] Βλ. π.χ. τις μελέτες της Μινώτου «Η γυναικεία βιοτεχνία Ζακύνθου» (1921), Οι γυναίκες εις την ιταλικήν Αναγέννησιν (1922), «Ελεονώρα Ντουζε» (1924), «Ελισάβετ Μαρτινέγκου Μουτσά» (1952), «Γύρω στην Αγγελική Νίκλη» (1952), «Κάλη Καρτάνου» (1952), «Ροξάνδρα Μαυροκορδάτου» (1953) και πολλές άλλες. Πλήρης κατάλογος σχετικών κειμένων με ακριβή βιβλιογραφικά στοιχεία στο Γιαννοπούλου, ό.π.: passim. Σε ό,τι αφορά τα σχετικά δημοσιεύματα στο περιοδικό Εύα Νικήτρια, βλ. Μινώτου-Παπαδημητρίου, ό.π.

[32] Σύμφωνα με τη Felski (ό.π.: 124-125), ο συμβολικός ή κυριολεκτικός θάνατος της πρωταγωνίστριας ως τίμημα για την προσπάθεια υπέρβασης των κοινωνικών αξιών, απαντά πολύ συχνά σε παλαιότερα μυθιστορήματα, ιδίως του 19ου αιώνα.

[33] Όπως εξηγεί η Felski (ό.π.: 94), η φεμινιστική εξομολόγηση τείνει «να δίνει έμφαση στα συνηθισμένα γεγονότα της ζωής μιας πρωταγωνίστριας, στην αντιπροσωπευτικότητά τους σε σχέση με την έννοια της κοινοτικής ταυτότητας», και όχι τόσο στην «καταγραφή ενός ασυνήθιστου αλλά παραδειγματικού βίου». (Η ελληνική μετάφραση από τον Τζιόβα (ό.π.: 110). Για το θέμα βλ. και το ενδιαφέρον άρθρο της Rosalind Coward, «Are Women’s Novels Feminist Novels», στο: Elaine Showalter (επιμ.), The New Feminist Criticism. Essays on Women, Literature and Theory, Virago Press, London 1993: 225-239.

[34] Π.χ. Τζιάκομο Λεοπάρντι. Ο ποιητής του παγκόσμιου πόνου, του έρωτος και του θανάτου (1934) και Ισαβέλλα Θεοτόκη. Η μεγάλη εμπνεύστρια (1959).

 

Πέρσα Αποστολή

Διδάκτωρ Φιλολογίας, Διδάσκουσα στο ΕΑΠ

«Ταυτότητες στον ελληνικό κόσμο (από το 1204 έως σήμερα) – Δ’ Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών, Γρανάδα, 9-12 Σεπτεμβρίου 2010.  Πρακτικά, Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών, Αθήνα, 2011.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Προσωπογραφικά του Ναυπλίου την εποχή της Βενετοκρατίας – Χρύσα Μαλτέζου, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά, Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Στη γνωστή μελέτη του Η Ναυπλία από των αρχαιότατων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς [1] ο ιστορικός του Ναυπλίου Μιχαήλ Λαμπρυνίδης αφιερώνει βραχύ κεφάλαιο στους Ναυπλιώτες που είχαν διακριθεί μεταξύ των συγχρόνων τους στα γράμματα και στο πολεμικό φρόνημα. Παρατίθενται, σύμφωνα με το σχήμα αυτό, από τη μια μεριά λόγιοι, όπως οι Ζυγομαλάδες και οι Μαλαξοί, και από την άλλη στρατιώτες, όπως ο Μποζίκης, ο Μπλέσης και άλλοι. Υπακούει δηλαδή ο Λαμπρυνίδης στην παλαιά ιστοριογραφική άποψη που θέλει την προσωπογραφία να ασχολείται με πρόσωπα που έχουν ξεχωρίσει με την προσφορά έργων τους είτε αυτά είναι προϊόντα λόγου και τέχνης είτε πράξεις ανδρείας και ηρωισμού. Τα πρόσωπα με τα όποια θα ασχοληθώ στην ανακοίνωσή μου δεν ανήκουν στην κατηγορία αυτή. Ακολουθώντας τη σύγχρονη ιστοριογραφική τάση, θα επιχειρήσω να εξετάσω την εικόνα που μας στέλνουν οι διαθέσιμες από την εποχή της βενετοκρατίας πηγές για πρόσωπα της ναυπλιακής κοινωνίας, τα όποια με την παρουσία τους σε συγκεκριμένες περιόδους της ναυπλιακής ιστορίας αναδεικνύουν αντιλήψεις, συμπεριφορές και ανησυχίες οργανωμένων σωμάτων του κοινωνικού συνόλου, μαζί με τον ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό περίγυρό τους.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Η πρώτη παραδειγματική περίπτωση που εισχώρησε στο στόχαστρο της ερευνητικής μου περιέργειας ανάγεται χρονολογικά στο έτος 1444 και αφορά τον Ιωάννη από το Ναύπλιο, δρουγγάριο, όπως λέει η πηγή μας, των Τσιγγάνων. Τη χρονιά εκείνη, σύμφωνα με έγγραφο των διοικητικών οργάνων της Βενετίας, η κεντρική βενετική διοίκηση ακύρωσε την απόφαση του Βένετου αξιωματούχου στο Ναύπλιο Matteo Barbarο, με την όποια ο Ιωάννης έπαυε πλέον να είναι δρουγγάριος των Τσιγγάνων.

Η απόφαση, σημειώνεται στο σχετικό έγγραφο, ήταν αντίθετη με τα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί στους Τσιγγάνους τόσο από τις ίδιες τις αρχές της μητρόπολης όσο και από τον προκάτοχο του Barbarο, Ottaviano Bon. [2] To βενετικό έγγραφο με τη μνεία του Τσιγγάνου Ιωάννη από το Ναύπλιο (Johannes Cingano de Neapoli Romanie), γνωστό στον μεσαιωνοδίφη Karl Hopf από τα τέλη ήδη του 19ου αι., έχει εκδοθεί με εύστοχες παρατηρήσεις από τον Γεώργιο Σούλη, το 1961, σε μελέτη του με θέμα τους Τσιγγάνους στη βυζαντινή αύτοκρατορία. [3] Καθώς αποτελεί τη μοναδική μαρτυρία για την παρουσία Τσιγγάνων στο Ναύπλιο, η αρχειακή αυτή φωνή από τη μεσαιωνική πελοποννησιακή πόλη προκαλεί ερωτήματα και απαιτεί ευρύτερο σχολιασμό.

Σύμφωνα με το έγγραφο, τα προνόμια που οι Βενετοί είχαν παραχωρήσει στους Τσιγγάνους, χρονολογούνται από την εποχή του Ottaviano Bon, ο όποιος είχε διατελέσει podestà του Ναυπλίου δύο φορές, στα χρόνια 1397-1399 και 1403-1406. [4] Τα χρονολογικά στοιχεία οδηγούν άνετα στο συμπέρασμα ότι το ενδιαφέρον της Βενετίας για τους Τσιγγάνους είχε εκδηλωθεί την εποχή της κατάληψης του Άργους από τους Τούρκους (1397), η όποια είχε ως αποτέλεσμα την αιχμαλωσία πολλών χιλιάδων κατοίκων. [5] Η δημογραφική αποδυνάμωση της περιοχής είχε τότε αναγκάσει τη Βενετία να λάβει εποικιστικά μέτρα, καλώντας Αλβανούς να εγκατασταθούν στο Ναύπλιο και το Άργος. [6] Στα πρώτα χρόνια του 15ου αι., ο podesta του Ναυπλίου Ottaviano Bon διατάχθηκε να παραχωρήσει γαίες σε «ξένους» (forinseci) εποίκους, με σκοπό την πύκνωση του πληθυσμού της περιοχής. [7] Καθώς μνεία Αλβανών έποικων απουσιάζει στο σχετικό έγγραφο, δεν αποκλείεται ανάμεσα στους «ξένους» να ήταν και Τσιγγάνοι. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί εμμέσως και το γεγονός ότι στο έγγραφο του 1470, που αφορά το φέουδο των Τσιγγάνων στην Κέρκυρα (feudum Cinganorum), η λέξη forensis απαντά σε συνάρτηση με τον όρο cinganus: cinganus forensis.[8]

Παρουσία Τσιγγάνων μαρτυρείται στη Μεθώνη ήδη από τα τέλη του 14ου αι., στην Κέρκυρα από την εποχή της ανδεγαυικής κυριαρχίας, στη Ζάκυνθο από τον 16ο αι. [9] και, τέλος, στην Κύπρο από την περίοδο της φραγκοκρατίας. [10] Οι Τσιγγάνοι των περιοχών αυτών ήταν συνήθως σιδηρουργοί η αγρότες. Δεν φαίνεται να είχαν την ίδια ασχολία με αυτούς οι Τσιγγάνοι του Ναυπλίου.

Ο Ιωάννης που μνημονεύεται στη βενετική απόφαση του 1444, είχε το αξίωμα του δρουγγαρίου, ήταν δηλαδή αρχηγός σώματος Τσιγγάνων, οι όποιοι παρείχαν, σε αντάλλαγμα διαφόρων προνομίων που τους είχαν παραχωρηθεί από τους Βενετούς, στρατιωτική υπηρεσία. Η προνομιακή μεταχείριση έποικων, με αντάλλαγμα την προσφορά από την πλευρά τους στρατιωτικής βοήθειας, υπήρξε διαδεδομένη βυζαντινή πρακτική, την όποια ακλούθησαν οι Βενετοί εφαρμόζοντάς την στις πελοποννησιακές κτήσεις τους.

Λίγες δεκαετίες νωρίτερα, ο δεσπότης του Μορέως Θεόδωρος Παλαιολόγος είχε δεχθεί πληθώρα ξένων έποικων στην επικράτεια του, μεταξύ των όποιων πολυάριθμους Αλβανούς, αποσκοπώντας όχι μόνο στη δημογραφική ανάπτυξη της ερημωμένης από τις εχθρικές επιδρομές πελοποννησιακής γης, άλλα και στην ενίσχυση της στρατιωτικής οργάνωσης στην περιοχή, με την ένταξη εποίκων στον στρατό για την αντιμετώπιση εχθρικών έπιθέσεων. [11] Στον επιτάφιο που αφιέρωσε στον αδελφό του Θεόδωρο ο αυτοκράτορας Μανουήλ ο Β’, περιγράφει με πολλή ζωντάνια τον τρόπο με τον όποιο ο δεσπότης είχε αντιμετωπίσει τους εποίκους. Αθρόα ήταν, γράφει, τα έθνη που είχαν συρρεύσει στο Δεσποτάτο από κοντινά και μακρινά μέρη, από τη θάλασσα και από τη στεριά. Ο δεσπότης δεχόταν ασμένως τους πρέσβεις των εποίκων, με τους όποιους διαλεγόταν τους όρους εγκατάστασής τους στην Πελοπόννησο, ζητώντας τους μόνο να δώσουν όρκο πίστης στην εξουσία του (όρκοις ηρκέσθη τοις παρ’ αυτών).[12]

Την ίδια τακτική φαίνεται πως είχαν αντιγράψει οι Βενετοί, όταν χρειάστηκε να ασχοληθούν με τους Τσιγγάνους. Όπως παλαιότερα ο δεσπότης Θεόδωρος Παλαιολόγος είχε δεχθεί τους πρέσβεις των ξένων «εθνών» που είχαν έρθει στην Πελοπόννησο, έτσι και ο Βενετός αξιωματούχος του Ναυπλίου θα είχε δεχθεί τον αρχηγό των Τσιγγάνων, στον όποιο παραχώρησε στη συνέχεια διάφορα προνόμια. Ανάμεσα στα τελευταία ήταν η απονομή του βυζαντινής καταγωγής αξιώματος του δρουγγαρίου στον επικεφαλής των Τσιγγάνων. Συγκροτήθηκε με τον τρόπο αυτό στο Ναύπλιο ειδικό στρατιωτικό σώμα Τσιγγάνων (ο δρούγγος των Βυζαντινών), [13] έτοιμων να πολεμήσουν κάτω από τη σημαία του Αγίου Μάρκου τους εχθρούς της Βενετίας. Η ένταξη των Τσιγγάνων του Ναυπλίου στο βενετικό σύστημα αποτελεί καλό δείγμα της πολιτικής που εφάρμοσε, χρησιμοποιώντας βυζαντινά εργαλεία, η Βενετία, για να προφυλάξει τις πελοποννησιακές κτήσεις της από εχθρικές επιβουλές.

Η αρχειακή μαρτυρία για την παρουσία δρούγγου Τσιγγάνων στο Ναύπλιο είναι μεμονωμένη και δεν επαρκεί για τη συναγωγή συμπερασμάτων ως προς την τσιγγάνικη δράση στην περιοχή. Δεν γνωρίζουμε, για παράδειγμα, τι απέγινε ο Τσιγγάνος Ιωάννης που έφερε τον βυζαντινό τίτλο του δρουγγαρίου, πότε και που είχε πολεμήσει, αν παρέμεινε στο Ναύπλιο ή, το πιθανότερο, αν μετακινήθηκε μαζί με τους δικούς του σε άλλες περιοχές. Μισθοφορικά πάντως σώματα στην υπηρεσία των Βενετών που να καλούνται δρούγγοι η αρχηγοί πολεμιστών με το αξίωμα του δρουγγαρίου δεν μαρτυρούνται στις πηγές.

Λίγο αργότερα θα εμφανιστούν μισθοφορικά σώματα που τα απαρτίζουν Έλληνες, Αλβανοί και άλλοι πολεμιστές (όχι όμως Τσιγγάνοι), οι γνωστοί περίφημοι stradioti, που πολεμούν για τα συμφέροντα της Βενετίας σε στρατιωτικές επιχειρήσεις της εποχής. Τα πολυεθνικά, όπως θα τα αποκαλούσαμε σήμερα, πολεμικά αυτά σώματα ήταν οργανωμένα όχι πια σε δρούγγους άλλα σε στρατείες /στρατιές. Όμως, δεν είναι χωρίς σημασία ότι το Ναύπλιο, από όπου καταγόταν ο Τσιγγάνος Ιωάννης, ανήκει στις περιοχές με έντονη την παράδοση της μισθοφορικής στρατιωτικής υπηρεσίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι αντιπροσωπευτικοί τύποι των stradioti, όπως λ.χ. ο Μανώλης Μπλέσης (εάν όντως ήταν υπαρκτό πρόσωπο) και ο Μερκούριος Μπούας, είχαν γεννηθεί στο Ναύπλιο και ότι ο Τζάνες Κορωναίος, που συνέθεσε το γνωστό ποίημα με θέμα τα ανδραγαθήματα του Μπούα, είχε μεταβεί στο Ναύπλιο, για να συλλέξει από τους εκεί άρχοντες πληροφορίες για τη δράση της οικογένειας του stradioto.[14]

Μελετώντας, με συνεργό την προσωπογραφία, την ιστορία του Ναυπλίου κατά τις επόμενες δεκαετίες, ανασύρω από τις διαθέσιμες αρχειακές πηγές τις ακόλουθες πληροφορίες: το 1493, η βενετική Σύγκλητος αποφάσισε την κατάργηση της θέσης του Έλληνα γιατρού που έπαιρνε ως ετήσιο μισθό 50 δουκάτα. Στα επόμενα χρόνια, πάλι με απόφαση της Συγκλήτου, διορίζονται γιατροί της πόλης του Ναυπλίου, το 1503 ο maistro Panthαdeo (cyroico) με μισθό 48 δουκάτα τον χρόνο και το 1539, μετά από αίτηση των Ναυπλιέων, ο Giovanni Andrea Benivol από την Bologna (fisico) και ο Giovanni Battista από το Burano (ceroico).

Οι δύο τελευταίοι γιατροί όφειλαν να εξετάζουν δωρεάν πολίτες και στρατιώτες, οι όποιοι θα πλήρωναν μόνο τα φάρμακα. Όφειλαν επίσης, να αγοράσουν από τη Βενετία, με χρήματα που θα τους χορηγούσαν οι αρχές, ό,τι χρειάζονταν για να ασκήσουν την τέχνη τους στο Ναύπλιο. [15] Αν συσχετίσουμε τις πληροφορίες αυτές με όσες γνωρίζουμε για τον θεσμό του γιατρού στην Κρήτη τον 14ο αι.,[16] άλλα και τους κατοπινούς αιώνες, [17] μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι η Βενετία διαχειρίστηκε στο Ναύπλιο το ζήτημα της δημόσιας υγείας όπως το είχε διαχειριστεί στην Κρήτη. Ο γιατρός τον 14ο αι. πληρωνόταν εκεί από το ταμείο των Βενετών φεουδαρχών και ήταν υποχρεωμένος να παρέχει τις υπηρεσίες του μόνο σ’ αυτούς που τον είχαν προσλάβει, δηλαδή στους Βενετούς. Στο Ναύπλιο, η κατάργηση από τη μία μεριά της θέσης του Έλληνα γιατρού και η πρόσληψη από την άλλη Ιταλών γιατρών που θα περιέθαλπαν τους στρατιώτες και τους cittadini δείχνουν ότι η ιατρική βοήθεια αφορούσε το σώμα των στρατιωτών και ένα μονάχα κοινωνικό στρώμα, αυτό των cittadini. Δείχνουν, συνεπώς, οι αποφάσεις αυτές ότι η περίθαλψη των ασθενών δεν ήταν κοινωνικό αγαθό προσιτό σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού, αλλά ότι αφορούσε μόνο τους Βενετούς και τους στρατιώτες που υπηρετούσαν τη Γαληνότατη. Όσο για την υγεία του ντόπιου πληθυσμού, φαίνεται πως αυτή είχε αφεθεί στη φροντίδα Ελλήνων γιατρών, οι όποιοι αμείβονταν για τις υπηρεσίες τους από τους ίδιους τους ασθενείς.

Στις αρχειακές πηγές που ανέφερα δεν υπάρχει μνεία Νοσοκομείου για τη φροντίδα των αρρώστων. Νοσοκομείο για την περίθαλψη των φτωχών στο Ναύπλιο (un hospedal per li poveri) μνημονεύεται το 1397 στη διαθήκη του Nerio Acciaiuoli [Νέριο Α΄ Ατσαγιόλι], κύριου της Κορίνθου και των Αθηνών. Στη διαθήκη του ο Nerio είχε εκφράσει την επιθυμία να ιδρυθεί Νοσοκομείο φτωχών στο Ναύπλιο, αφήνοντας για την οικοδόμηση και συντήρησή του χρήματα και ακίνητα, και ορίζοντας ακόμη και τον τρόπο διοίκησής του. [18] Δεν γνωρίζουμε αν η επιθυμία του Φράγκου ηγεμόνα πραγματοποιήθηκε και αν τελικά ιδρύθηκε το Νοσοκομείο των φτωχών. [19] Αντίθετα, γνωρίζουμε με ασφάλεια ότι στη διάρκεια της δεύτερης βενετοκρατίας λειτουργούσε στο Ναύπλιο Νοσοκομείο, όπου υπηρετούσαν γιατροί, οι όποιοι πρόσφεραν μεγάλες υπηρεσίες, ειδικότερα στη διάρκεια της πανώλης που είχε πλήξει την Πελοπόννησο στα τέλη τού 17ου αί. [20]

Το Νοσοκομείο αυτό, που χαρακτηρίζεται στις πηγές ως ospital importantissimo, [21] ήταν στρατιωτικό, καθώς εξυπηρετούσε τις ανάγκες των ασθενών του στρατού (infermi dell’ armata). Τον καιρό της πανούκλας, στα χρόνια 1687-1688, υπηρετούσαν στο νοσοκομειακό ίδρυμα τέσσερεις γιατροί, ανάμεσά τους ο γνωστός medico fisico Alessandro Pini, ο όποιος συνέγραψε περιγραφή της Πελοποννήσου, [22] και ένας Έλληνας, ο Δημήτριος Πορφυρός, του όποιου οι ιατρικές γνώσεις είχαν εκτιμηθεί δεόντως από τους Βενετούς αξιωματούχους. [23] Η παρουσία του Έλληνα γιατρού στο στρατιωτικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου αγγίζει το πολυσυζητημένο ζήτημα των σχέσεων ντόπιου και ξένου στοιχείου. Αν η θέσπιση, στις αρχές του 16ου αι. στο Ναύπλιο, θέσης δημόσιου έμμισθου γιατρού για την περίθαλψη των στρατιωτών και των Βενετών υπηκόων και η κατάργηση της αντίστοιχης θέσης του Έλληνα γιατρού είναι δηλωτική του φόβου της Βενετίας να εμπιστευτεί την υγεία των Βενετών που ήταν εγκατεστημένοι στις κτήσεις της στα χέρια ντόπιων γιατρών, στην περίοδο της δεύτερης βενετοκρατίας φαίνεται πως η βενετική στάση είχε αλλάξει. [24] Σε εποχή έκτακτης ανάγκης, όταν με την εξάπλωση του λοιμού ο φόβος του θανάτου είχε καταλάβει ολόκληρο τον πληθυσμό, ντόπιους και Λατίνους, η Βενετία όχι μόνο είχε δεχθεί την προσφορά ενός Έλληνα γιατρού στο στρατιωτικό Νοσοκομείο της, άλλα ανενδοίαστα είχε εξάρει την όλη ιατρική του κατάρτιση.

Το διαθέσιμο πληροφοριακό υλικό δεν μας διαφωτίζει ως προς τα ζητήματα που η συμβίωση μεταξύ ντόπιου και ξένου στοιχείου είχε δημιουργήσει. Τα πρόσωπα που εμφανίζονται στην ιστορική σκηνή του Ναυπλίου κατά την πρώιμη βενετοκρατία είναι δύο: ο Giovanni Cavaza, καστελλάνος στα πρώτα χρόνια του 15ου αι., και ο Bartolomeo Minio, προνοητής στα τέλη του ίδιου αιώνα. Από την παραμονή τους στο Ναύπλιο ως εκπροσώπων της βενετικής εξουσίας σώθηκαν η διαθήκη του πρώτου και τα dispacci του δευτέρου, έγγραφα που μελετήθηκαν, όπως είναι γνωστό, από την Diana Wright.[25] Διαβάζοντας η μάλλον ξαναδιαβάζοντας τις πηγές αυτές, διαπιστώνουμε εύκολα ότι το ελληνικό στοιχείο απουσιάζει από τα κοινωνικά δρώμενα της εποχής. Οι Έλληνες με τους όποιους είχε σχέση ο καστελλάνος στη διάρκεια της θητείας του ήταν μονάχα μια υπηρέτρια, η Ζωή, και ο γιος ενός βιλλάνου, ο Σταμάτης, που πιθανότατα ήταν νόθο παιδί του Βενετού αξιωματούχου. Όσο για τις σχέσεις του Minio με τους ντόπιους, αυτές περιορίζονταν στις συναλλαγές που ως προνοητής είχε με διάφορους Έλληνες stradioti, στους όποιους, μάλιστα, σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφεραν στη Βενετία, τους χάριζε μεταξύ άλλων βελούδινα, χρυσοκέντητα ενδύματα μαύρα ή πορφυρά.

 

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Σε αντίθεση με τους Βενετούς αξιωματούχους που επικέντρωναν την προσοχή τους μόνο στα ζητήματα διοίκησης και άμυνας της κτήσης, αδιαφορώντας για τους ντόπιους που ήταν αποκομμένοι από τους διοικητικούς μηχανισμούς, οι Βενετοί που είχαν εγκατασταθεί ως άποικοι στο Ναύπλιο, έχοντας επηρεαστεί από το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον, κατέληξαν προοδευτικά να θεωρούν την πελοποννησιακή πόλη ως γλυκεία πατρίδα τους.

Είναι η περίπτωση του Vincenzo Argiti που είχε αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους, όταν καταλήφθηκε η πόλη, και είχε κατορθώσει να ελευθερωθεί και να φτάσει στη Βενετία. Εκεί απηύθυνε προς τις βενετικές αρχές αίτηση να του παραχωρηθεί δημόσια θέση, σύμφωνα με την απόφαση των αρχών, που αφορούσε την παροχή βοήθειας στους πρόσφυγες από το Ναύπλιο μετά την τουρκική κατάκτηση. Στην αίτησή του ο Vincenzo αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο πατέρας του, Franco, ο παππούς του, Pierro, και ο αδελφός του παππού του, Giovanni, είχαν σκοτωθεί στη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης και ότι ο ίδιος είχε χάσει την περιουσία που είχε η οικογένειά του στο Ναύπλιο, και μαζί είχε στερηθεί την «αγαπημένη και γλυκεία πατρίδα του». [26]

Ανάλογες αιτήσεις για οικονομική βοήθεια απηύθυναν στα διοικητικά όργανα της Βενετίας πολλοί Ναυπλιώτες που είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι από τους Τούρκους μετά την κατάληψη της πόλης. Αναφέρω για παράδειγμα την αίτηση του Luca Mosua, ο όποιος διηγείται με γλαφυρότητα τις περιπέτειες της μητέρας του, που είχε υποκύψει αναγκαστικά στις ορέξεις ενός Τούρκου που την είχε αιχμαλωτίσει, είχε μείνει σκλάβα του για πολλά χρόνια, είχε κατορθώσει τελικά να διαφύγει με τα παιδιά της στην Κλαρέντζα κι από κει να προωθηθεί στην Κεφαλονιά, όπου σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια ενός σεισμού. [27] Από τις άλλες αιτήσεις για οικονομική βοήθεια που απηύθυναν στο Collegio οι πρόσφυγες από το Ναύπλιο, αναφέρω ακόμη αυτές του Δημήτρη, της Φιλίππας, χήρας του Μανούσου Σπαθάρη, της Laura, χήρας του καστελλάνου Andrea Boldù, του Τζουάννε Γκιόλμα, του Στράτη, του ποτέ Δημήτρη Συμπρικού, του Δημήτρη Λιάτα (Gliata), της Ζαμπέτας (Isabetta) Σγουρομάλη, του Νικολό Γολέμη, του Τζώρτζη Βαλάκη (Zorzi Vcdacchi) και του Μιχάλη Ψαρά. Όλοι αυτοί χαρακτηρίζονται στα έγγραφα ως fedeli nostri ή ως Napoletani. [28] Για όλους, Έλληνες ή Βενετούς, το Ναύπλιο ήταν «η γλυκεία τους πατρίδα».

Όσα από τα πρόσωπα που έδρασαν κατά την περίοδο της βενετοκρατίας, ειδικά της πρώτης, έγιναν αντικείμενο της ανακοίνωσής μου προσφέρονται μαζί με πάμπολλα άλλα ως καλά δείγματα για τη διερεύνηση της συναισθηματικής συμπεριφοράς που είχαν επιδείξει στο πλαίσιο του κοινωνικού περιβάλλοντος τους. Αν εξετάσουμε το λεξιλόγιο των πηγών, που χρησιμοποιήθηκε για την έκφραση των συναισθημάτων τους, μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες κοινωνικές στάσεις: τη δυσαρέσκεια μιας κοινωνικής ομάδας από τη μη τήρηση συμφωνιών, τον φόβο του θανάτου, του πολέμου και της πείνας, τη νοσταλγία, την ελπίδα, την αγάπη για την πατρίδα.

Η μνεία, σε ένα φαινομενικά τυπικό βενετικό γραφειοκρατικό έγγραφο, των προνομίων της τσιγγάνικης μειονότητας του Ναυπλίου, τα όποια είχαν παραβλεφθεί από τις αρχές, υποδηλώνει τη δυσαρέσκεια των Τσιγγάνων και την αντίδραση του αρχηγού τους. Στη διαθήκη, εξάλλου, που είχε συντάξει Εν τω Αναυπλίω της Ρωμανίας, το 1534, η Δούκαινα Φροσύναινα, σημειώνεται ότι, καθώς είχε προσβληθεί από την πανώλη (ευρισκαμένη κεντρωμένη υπό την αθέμιτον πίκραν συμφορά της λοιμικής νόσου), διακατεχόταν από τον φόβο (φοβηζάμενη) μήπως πεθάνει χωρίς να έχει τακτοποιήσει τα υπάρχοντά της.[29]

Ο φόβος, πάλι, που προκαλεί γενικά το φάσμα της πείνας και του πολέμου, εκφράζεται με ιδιαίτερα έντονο τρόπο στην αναφορά που είχαν στείλει οι κάτοικοι του Ναυπλίου, το 1539, διεκτραγωδώντας την τραγική θέση στην όποια είχε περιέλθει η πόλη. Οι Ναυπλιώτες, σύμφωνα με την αναφορά, δεν είχαν πλέον τρόφιμα και κινδύνευαν να πεθάνουν από την πείνα. Εάν οι Βενετοί δεν φρόντιζαν να τους στείλουν έγκαιρα σιτάρι, οι «poveri fidelissimi servitori» θα καταντούσαν να φάνε τα παιδιά τους, για να μην πεθάνουν από την πείνα. [30] Η αγάπη, από την άλλη μεριά, για την πατρίδα αποτυπώνεται στις φράσεις με τις όποιες οι πρόσφυγες που ζητούσαν βοήθεια από τη Βενετία χαρακτήριζαν το Ναύπλιο: mia cara et dolce patria κι ακόμη infelice città.[31]

Τέλος, το συναίσθημα της ελπίδας αναγνωρίζεται στις συμβολαιογραφικές πράξεις των διαθηκών, στις όποιες οι διαθέτες διατύπωναν τις τελευταίες επιθυμίες τους. Έτσι, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου, το 1544, ο Τζουάν Καρβούρης (Zuan Carvuri) στη διαθήκη που είχε συντάξει στη Βενετία, όπου είχε προσφύγει μετά την άλωση της πατρίδας του, έγραφε ότι, εάν ποτέ ξαναγυρνούσε στα χέρια των χριστιανών η πόλη του Ναυπλίου, τότε άφηνε στον ναό του Σωτήρα στο Ναύπλιο δύο καμπάνες (et se venisse mai la città de Napoli in mano de Christiani io lasso alla predita giesa [San Salvador] due campane). [32] Η ελπίδα επιστροφής στα πάτρια διατηρήθηκε για μεγάλο ακόμη χρονικό διάστημα στον νου και τη σκέψη των Ναυπλιέων που είχαν εγκαταλείψει την πόλη. Αρκετά χρόνια μετά την παράδοση της πόλης στους Τούρκους, το 1559, όταν η Ελληνική Αδελφότητα Βενετίας πρότεινε να πουλήσει τις καμπάνες που είχαν μεταφερθεί από το Ναύπλιο μετά την τουρκική κατάκτηση, ο Νικόλαος Καλαβρός που τις είχε φέρει εγκαταλείποντας την πατρίδα του, αντιτάθηκε σθεναρά, υπενθυμίζοντας ότι οι καμπάνες είχαν παραδοθεί στην Αδελφότητα με τον όρο να επιστραφούν όταν το Ναύπλιο θα ελευθερωνόταν από τούς Τούρκους.[33]

Τα λίγα παραδείγματα που με τη βοήθεια του λεξιλογίου των πηγών παρέθεσα, σχετικά με τη συναισθηματική στάση ορισμένων προσώπων, αρκούν, νομίζω, για να καταδειχτεί ότι η μελέτη της ιστορίας των συναισθημάτων αποτελεί, σύμφωνα με τη διατύπωση της Tiziana Plebani, ένα κλειδί ανάγνωσης για να προσεγγίσουμε τις κοινωνίες του παρελθόντος άλλα και τού παρόντος. [34] Στην περίπτωσή μας επιχειρήθηκε, με τη χρήση αρχειακών τεκμηρίων, η διεύρυνση της οπτικής, μέσα από την όποια εξετάζεται η κοινωνία του βενετοκρατούμενου Ναυπλίου.

 

Chryssa Maltezou

Prosopographical Issues of Nafplio during the period of Venetian Domination

 

The study attempts to examine individual personalities of Nafplio during the venetocratia, in order to reconstruct on the basis of archival and published survivals various realities of life and also to understand sentimental tensions in the local society. In particular, it discusses the case of John the Gypsy, who bore the title of drungarius, known from a Venetian document of 1444, of the physicians exercising their profession in the town from the fifteenth to the seventeenth century, of the Venetian dignitaries during the fifteenth century, and of the inhabitants of Nafplio who sought refuge in Venice after the Turkish conquest of the town.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μ. Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς. Ιστορική μελέτη, Αθήνα² 1950, σ. 86-92· για το βιβλίο και τον συγγραφέα του βλ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, «Μιχαήλ Λαμπρυνίδης. Η ανέκδοτη β’ γραφή της “Ναυπλίας” και η ετοιμασία συναγωγής των μελετών του», Πρακτικά Β’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Γ’, Αθήνα 1981-1982, σ. 127-132

[2] Από την Ινδία, από όπου προέρχονταν, οι Αθίγγανοι εξαπλώθηκαν, τον 9ο αι., μέσω της Περσίας, αρχικά στη βόρεια Συρία και Κιλικία και στη συνέχεια στη Βλαχία, φτάνοντας ως την Πελοπόννησο (βλ. πρόχειρα: A. Guillou, Ο βυζαντινός πολιτισμός, μτφρ. Ρ. Odorico, Σμαράγδα Τσοχανταρίδου, Αθήνα 1996, σ. 549). Στην ιστορία των Τσιγγάνων έχει αφιερώσει δύο εργασίες ο Κ. Η. Μπίρης, Οι Γύφτοι. Μελέτη λαογραφική και εθνολογική, Αθήνα 1942· του ίδιου, Οι Τσιγγάνοι (Ρωμ και Γύφτοι). ‘Εθνογραφία και ιστορία, Αθήνα 1954.

[3] G. Soulis, «The Gypsies in the Byzantine Empire and the Balkans in the Late Middle Ages», Γ. Σούλης 1927-1966. Ιστορικά μελετήματα βυζαντινά, βαλκανικά, νεοελληνικά, Αθήνα 1980, σ. 152-153, 164.

[4] Ρ. Topping, «Argos and Nauplia in the Rubrics of the Senato Misti (1389-1413)», Θησαυρίσματα 20 (1990), σ. 180, αρ. 36, και σ. 182, αρ. 47.

[5] Ρ. Topping, «Albanian Settlements in Medieval Greece: Some Venetian Testimonies», Charanis Studies. Essays in Honor of Peter Charanis, επιμ. Αγγελική Λαΐου- Θωμαδάκη, New Brunswick Ν. J. 1980, σ. 261, υποσ. 2.

[6] Για την εγκατάσταση Αλβανών σε βενετικά εδάφη βλ. γενικά Αναστασία Παπαδία – Λάλα, «Εγκαταστάσεις πληθυσμών στην ελληνοβενετική ανατολή (13ος-18ος αιώνας). Μία όψη του μεταναστευτικού φαινομένου», Γαληνοτάτη. Τιμή στη Χρύσα Μαλτέζου, επιμ. Γωγώ Κ. Βαρζελιώτη – Κ. Γ. Τσικνάκης, Αθήνα 2013, σ. 624 κ.ε. (όπου συγκεντρωμένη βιβλιογραφία).

[7] Κ. Ν. Σάθας (εκδ.), Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας. Documents inedits relatifs a l’ histoire de la Grèce an Moyen Âge, τ. Β’, Παρίσι 1881, σ. 123-124 (επιτομή έγγρ.: Fr. Thiriet, Régestes des délibérations dti Sénat de Venise concemant la Romanie, τ. B’, 1400-1430, Παρίσι – Χάγη 1959, σ. 49, αρ. 1172)· πρβλ. Topping, «Albanian Settlements», ό.π., σ. 261-262.

[8] Soulis, «The Gypsies», ό.π., σ. 165.

[9] Στο ίδιο, σ. 154 κ.ε.

[10] Κ. Π. Κύρρης, «Οι Ατσίγγανοι εν Κύπρω», ανάτυπο από το Παγκύπριον Εκπαιδευτικόν Περιοδικόν “Μόρφωσις» 25 (1969), αρ. 292-295, σ. 3-7.

[11] D. A. Zakythinos, Le despotat grec de Morée, τ. B’, Vie et. institutions, édition revue et augmentée par Chryssa Maltézou, Παρίσι 1975, σ. 32.

[12] Σπ. Π. Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τ. Γ’, Αθήνα 1926, σ. 40-41 (πρβλ. Zakythinos, Le despotat. grec, ό.π., σ. 32).

[13] Η Αγγελική Παπαγεωργίου, «Ο όρος δρούγγος κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο (13ος-15ος ai.)», Aureus. Τόμος Αφιερωμένος στον καθηγητή Ευάγγελο Χρυσό, Αθήνα 2014, σ. 663-671, θεωρεί ότι μετά τον 12ο αι. ο όρος δρούγγος χρησιμοποιήθηκε πιθανότατα με την ευρύτερη έννοια της διοικητικής ή γεωγραφικής υποδιαίρεσης.

[14] Κ. Ν. Σάθας, Ελληνικά Ανέκδοτα περισυναχθέντα και εκδιδόμενα κατ’ έγκρισην της Βουλής εθνική δαπάνη, τ. Α’, Τζάνε Κορωναίου Μπούα Ανδραγαθήματα, Σουμάκη Ρέμπελων Ποπολάρων, Μάτεση Ημερολόγιον, εισαγωγική μελέτη – ευρετήρια Φάνη Μαυροειδή, Αθήνα 1867, φωτοτυπ. επανέκδ. 1982, σ. 28.

[15] Γ. Σ. Πλουμίδης, «Ειδήσεις δια το βενετοκρατούμενον Ναύπλιον (1440-1540)», Πελοποννησιακά 8 (1971), σ. 266, 267 και 272, αρ. 39, 58, 122 αντίστοιχα.

[16] Βλ. Χρύσα Μαλτέζου, «Η διαχείριση της υγείας στη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Οι δημόσιοι γιατροί (14ος αι.)», Τιμητικός τόμος Στέφανου Γερουλάνου, υπό έκδοση.

[17] Βλ. Ιωάννα Α. Ραμουτσάκη, Σταθμοί της ιστορίας της ιατρικής στην Κρήτη κατά την περίοδο της βενετοκρατίας και τουρκοκρατίας στο νησί (δύο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα γιατρών), Ηράκλειο, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή (αναρτημένη στο διαδίκτυο: http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/10996#page/l/mode/2up).

[18] Βλ. Julian Chrysostomides, Monumenta Peloponnesiaca. Documents for the history of the Peloponnese in the 14th and 15th centuries, Αθήνα (Porphyrogenitus) 1995, σ. 314, αρ. 160, και Μαρίνα Κουμανούδη, «“Ή εποχή των εύλαβων ιδρύσεων”. Ευσέβεια, φιλανθρωπία και πατρωνία στο Αιγαίο κατά τον ύστερο Μεσαίωνα», Γαληνοτάτη. Τιμή στη Χρυσά Μαλτέζου, ό.π., σ. 394- 397.

[19] Σύμφωνα με τον Λαμπρυνίδη (Η Ναυπλία, ό.π., σ. 58, υποσ. 1) το Νοσοκομείο που ανακαίνισε ο Καποδίστριας είναι πιθανότατα αυτό που ιδρύθηκε με δωρεά του Acciaiuoli.

[20] Χρύσα Α. Μαλτέζου, «Στοιχεία για την πανώλη τού 1687/1688 στην Πελοπόννησο», Η εκστρατεία του Morosini και το Regno di Moreα, Μονεμβασιώτικος Όμιλος. Γ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, 20- 22 Ιουλίου 1990, επιμ. Χάρις Καλλιγά, Αθήνα 1998, σ. 173.

[21] Α. Μ. Μαλλιαρής, Alessandro Pini: Ανέκδοτη Περιγραφή της Πελοποννήσου (1703), Βενετία 1997, σ. 80.

[22] Στο ίδιο, σ. 4, 77, 79-81

[23] Μαλτέζου, «Στοιχεία», ό.π., σ. 173.

[24] Για την πολιτική της Βενετίας στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας βλ. γενικά Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ευαγή και νοσοκομειακά Ιδρύματα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, Βενετία 1996, σ. 29 κ.έ.

[25] Diana G. Wright, Bartolomeo Minio Venetian Administration in 15th century Nauplion, Ουάσινγκτον 1999 (UMI Dissertation Services on line)· της ίδιας, «The wooden towns of the State Mar. Medieval construction in Nauplion», Studi Veneziani 40 (2000), σ. 169-177.

[26] A.S.V., Collegio, Suppliche di dentro, 1 (1563-1565), έγγρ. μέ χρονολογία 1563 (β.έ.), 4 Φεβρουάριου.

[27] Στο ίδιο, έγγρ. με χρονολογία 1564, Σεπτέμβριος.

[28] Βλ. A.S.V., Grazie. Maggior Consiglio, reg. 1540- 1543, φ. 73v, reg. 1571-1589, φ. 44v, 54v, 56, 58v, 61v, 64v, 65, 69v.

[29] Η διαθήκη έχει εκδοθεί από τον Μ. Ι. Μανούσακα, «Μια διαθήκη από το Ναύπλιο (1534) με πλούσιο γλωσσικό υλικό», Αντίχαρη. Αφιέρωμα στον καθηγητή Σταμάτη Καρατζά, Αθήνα 1984, σ. 257-269.

[30] Πλουμίδης, «Ειδήσεις», ό.π., σ. 273-274.

[31] A.S.V., Collegio, Suppliche di dentro, ό.π., έγγρ. με χρονολογία 1563 (β.έ.), 4 Φεβρουάριου.

[32] Ersie Burke, The Greek Neighbourhoods of Sixteenth Century Venice, 1498-1600. Daily Life of an Immigrant Community, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Monash University 2004, σ. 233.

[33] Για το ζήτημα σχετικά με τις καμπάνες βλ. Νίκη Γ. Τσελέντη, «Οι καμπάνες του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου στη Βενετία (1540-1693)», Θησαυρίσματα 15 (1978), σ. 228-245.

[34] Tiziana Plebani, Un secolo di sentimenti. Amori e conflitti generazionali nella Venezia del Settecento, Βενετία 2012, σ. XIX.

 

Χρύσα Μαλτέζου,

ιστορικός, τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και τέως Διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας. 

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά, Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία της συγγραφέως.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ο ωρολογοποιός, μοναχός Γαλακτίων και το σχέδιο του Ιωάννη Καποδίστρια να ιδρύσει την πρώτη σχολή ωρολογοποιίας στην Ελλάδα – Νικολέττα Ζυγούρη Ιστορικός, ΜΔΕ


 

Με αφορμή το ρολόι του Ανδρέα Μιαούλη που βρίσκεται στις Συλλογές του Ε.Ι.Μ., ξεκίνησε η έρευνα για την αναζήτηση του μοναχού Γαλακτίωνος στον οποίο ο ναύαρχος είχε δωρίσει το ρολόι του. Η πληροφορία που μας μετέφεραν οι επιστολές που συνόδευαν τη δωρεά, για το μοναχό Γαλακτίωνα από τη μονή της Πάτμου, δεν επαληθεύτηκε από την έρευνά μας [1], η οποία ωστόσο, δεν απέβη άκαρπη. Μας επέτρεψε να ιχνηλατήσουμε τη ζωή ενός άλλου ιερομονάχου με το ίδιο όνομα, του Γαλακτίωνος Γαλάτη από το Μοναστήρι του Πόρου, ο οποίος αν και δεν ήταν ο κάτοχος του ρολογιού της Συλλογής μας, ωστόσο, υπήρξε μια μοναδική προσωπικότητα που συνδέθηκε με το όνειρο του Ιωάννη Καποδίστρια να ιδρυθεί σχολή ωρολογοποιίας στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Ο ιερομόναχος Γαλακτίων Γαλάτης, από τη Μονή Ζωοδόχου Πηγής στον Πόρο, υπήρξε ο πρώτος αυτοδίδακτος ωρολογοποιός που εστάλη από τον Καποδίστρια στη Γενεύη, για την τελειοποίηση της τέχνης του. Με την παρακίνηση και την προσωπική φροντίδα του Ελβετού φιλέλληνα ιατρού Louis Andre Gosse, ο Γαλακτίων ταξιδεύει το 1829 από τον Πόρο στη Γενεύη, όπου τοποθετείται αμέσως δίπλα σ’  έναν ωρολογοποιό για την εκμάθηση της τέχνης. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Ι. Καποδίστρια ο Γαλακτίων, μετά το πρώτο εξάμηνο των σπουδών του, εκπαιδεύεται στο σχέδιο και την κατασκευή μεγάλων ρολογιών που τόσο απαραίτητα ήταν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Ο Κυβερνήτης σκόπευε να συστήσει στο άμεσο μέλλον, μια δημόσια σχολή ωρολογοποιίας [2], όπου εκεί θα αξιοποιούσε το ταλέντο και τις γνώσεις του Έλληνα ωρολογοποιού.

 

Ο Ιερομόναχος Γαλακτίων Γαλάτης, σχέδιο του Βέλγου διπλωμάτη Benjamin Mary (1792-1846), 25 Αυγούστου 1841.

 

Μετά το θάνατο του I. Καποδίστρια (27/9/1831), το σχέδιο για τη σύσταση της σχολής μένει μετέωρο, ωστόσο, επανέρχεται ως προσδοκία σε επιστολή που στέλνει το 1835 ο Βιάρος Καποδίστριας στον Gosse. Σε αυτή γίνεται λόγος για τον ιερομόναχο Γαλακτίωνα που βρισκόταν στη Γενεύη και την προοπτική να επιστρέφει στην πατρίδα του για να προσφέρει με τις γνώσεις του σε αυτή και εκφράζεται η πρόθεση δημιουργίας ενός ιδρύματος τεχνολογίας στο Ιόνιο, όπου ο μοναχός θα μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του.

Το 1835 ο ιερομόναχος Γαλακτίων έφυγε από τη Γενεύη. Από το 1835 έως το 1837 υπάρχουν αναφορές ότι εργάζεται στο Λονδίνο και καλύπτει με διάκριση, ως πνευματικός, τις ανάγκες της ελληνικής κοινότητας του Λονδίνου, χωρίς να έχει επισήμως διοριστεί. Μετά από ένα κενό διάστημα εννέα ετών, το όνομα του Γαλακτίωνος το εντοπίζουμε σε επιστολή που ο ίδιος από την Αθήνα απέστειλε προς το Υπουργείο περί των Εκκλησιαστικών και Εκπαιδεύσεως την 1η Δεκεμβρίου 1846.

Σε αυτή την επιστολή ο ιερομόναχος, αφού συστηνόταν παρουσιάζοντας εν συντομία τη ζωή του, ζητούσε την άδεια να επιστρέφει στη Μονή του στον Πόρο, όπου ο ίδιος ανήκε εξ απαλών ονύχων, για να λάβει μετάνοια και να προσφέρει τις υπηρεσίες του στους νεότερους μοναχούς που θα επιθυμούσαν να μάθουν την τέχνη των κρεμαστών ρολογιών. Το αίτημά του, το οποίο προωθήθηκε με την προσωπική μέριμνα του ίδιου του Υπουργού Κωνσταντίνου Κανάρη, αν και έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τον Ηγούμενο της Μονής Ζωοδόχου Πηγής – ο οποίος εξέφρασε την επιθυμία να τον αξιοποιήσει ως δάσκαλο της τέχνης του στη Μονή για να διδάξει όχι μόνο τους μοναχούς αλλά και τους συμπατριώτες του Ποριώτες – δεν υλοποιήθηκε ποτέ, αφού εν τω μεταξύ, μέσα σε διάστημα μόλις 40 ημερών μετά από τη συνταχθείσα από τον ίδιο επιστολή, ο μοναχός Γαλακτίων πεθαίνει και στη Μονή επιστρέφει πλέον για να ταφεί. Έτσι, το όνειρο δημιουργίας μιας σχολής ωρολογοποιίας που είχε συνδεθεί με την προσωπικότητα του μοναχού – ωρολογοποιού Γαλακτίωνος Γαλάτη, κατά την πρώιμη περίοδο του ελληνικού κράτους, χάνεται οριστικά μαζί του στις 10 Ιανουάριου 1847.

 

Ο μοναχός Γαλακτίων και το ταξίδι του στη Γενεύη

 

Η αρχή του μίτου που ξεδιπλώνει μέσα από τα αρχειακά έγγραφα τη ζωή του ιερομόναχου Γαλακτίωνος, βρίσκεται στο έτος 1829, έτος κατά το οποίο ο μοναχός αφήνει το μοναστήρι του για να εγκατασταθεί στην Ελβετία.

Η αλληλογραφία που σώζεται στο αρχείο της οικογένειας Gosse στην Ελβετία [3] αλλά και στο Αρχείο Καποδίστρια στην Κέρκυρα [4], μεταξύ του φιλέλληνα Louis-Andre Gosse και του Κυβερνήτη της Ελλάδος, ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας το ταξίδι του Έλληνα μοναχού από τον Πόρο στη Γενεύη και τη συστηματική φροντίδα, τόσο του Ελβετού φιλέλληνα γιατρού, όσο και του Ιωάννη Καποδίστρια για την ολοκλήρωση των σπουδών του στην τέχνη της ωρολογοποιίας. Απώτερη επιθυμία όλων ήταν μετά το πέρας των σπουδών του, να επιστρέψει ο μοναχός στην Ελλάδα για να διδάξει την τέχνη στους νεότερους.

(εικ.1) Στον εξωτερικό νότιο τοίχο του καθολικού τη Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου υπάρχει μέχρι και τις μέρες μας το ηλιακό ρολόι που κατασκεύασε ο ηγούμενος της Μονής Γαλακτίων Γαλάτης πριν το ταξίδι του στην Ελβετία, δείγμα του αυτοδίδακτου ταλέντου του.

Ο μοναχός Γαλακτίων Γαλάτης ήταν αυτοδίδακτος ωρολογοποιός και είχε ήδη δημιουργήσει στη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής Πόρου [5] ένα ηλιακό ρολόι (εικ.1), όταν τον γνώρισε ο Ελβετός γιατρός Louis – Andre Gosse ο οποίος αποφάσισε να τον βοηθήσει ώστε να σπουδάσει την τέχνη στην Ελβετία.

Ο θαυμασμός που ο Gosse ένοιωθε για τις ικανότητες αλλά και το ήθος του μοναχού Γαλακτίωνος, φανερώνεται στην επιστολή που στέλνει στον Κυβερνήτη στο Ναύπλιο από την Ύδρα στις 26 Φεβρουαρίου/10 Μαρτίου 1829 [6] όπου διαβάζουμε:

Ο φέρων την παρούσα επιστολή εκεί, είναι ο Γαλακτίων «ιερομόναχος» ηγούμενος στο Μοναστήρι του Πόρου. Πρόκειται για τον ιερέα για τον οποίο είχα την τιμή να σας μιλήσω όταν σας συνάντησα στην Αίγινα και ο οποίος διακρινόμενος για την ευφυΐα του στις μηχανικές τέχνες και ειδικά στην ωρολογοποιία, αξίζει να ενθαρρυνθεί και να αποκτήσει τα μέσα για να τελειοποιήσει το αξιοσημείωτο ταλέντο του. Ένα διάστημα στη Γενεύη θα του προσέφερε αυτό το προνόμιο και θα μπορούσε σύντομα διατηρώντας την έντιμη και ανεξάρτητη προσωπικότητά του, να προσφέρει τις γνώσεις του στους νέους Έλληνες είτε ως εκπαιδευτικός είτε ακόμη και ως υπουργός Εκκλησιαστικών και Θρησκείας. Είναι ένας άνθρωπος βαθιά σεμνός, καθόλου εκπαιδευμένος (με την κοινή έννοια) που θα μπορούσε λοιπόν έχοντας το προνόμιο της εκπαίδευσης να διατηρήσει τις σταθερές αρχές των οποίων εσείς γνωρίζετε καλύτερα να εκτιμάτε την αξία. Η γολέτα που θα φύγει από την Ύδρα για Μασσαλία θα μπορούσε αρκετά να μειώσει τα μεταφορικά έξοδα, αφού θα χρειαστεί μόνο τα χρήματα για την καραντίνα και τα έξοδα μεταφοράς του από τη Μασσαλία στη Γενεύη. H διαμονή του στη Γενεύη ίσως θα μπορούσε να περιληφθεί και επίσης θα είχα το προνόμιο να προβλέψω ότι θα μπορούσα να αξιοποιήσω άμεσα τα ταλέντα του και να πληρώσω γι’ αυτά.

Εύχομαι ότι αυτή η πρόταση προς την εξοχότητά σας προς όφελος ενός τίμιου μοναχού, λίγο τυχερού, αλλά αξιοπρεπή, θα τύχει της ευνοίας και του ενδιαφέροντός σας για τους νέους Έλληνες που οφείλουν να γίνουν πολίτες ενάρετοι και χρήσιμοι στο κράτος.

 Ο αμοιβαίος σεβασμός και η εκτίμηση που υπήρχε μεταξύ του φιλέλληνα γιατρού και του Κυβερνήτη της Ελλάδος Ι. Καποδίστρια, καθώς και οι πολλές φορές διατυπωμένη σε επιστολές σκέψη του Καποδίστρια για την αναγκαιότητα κατασκευής δημοσίων ρολογιών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος υπήρξαν οι λόγοι που το όνειρο του μοναχού έγινε πραγματικότητα.

Σε επιστολή που βρίσκεται στο Αρχείο της οικογένειας Gosse στη Γενεύη [7] παρακολουθούμε βήμα προς βήμα την προσπάθεια που έκανε ο φιλέλληνας γιατρός να βρει πλοίο με το οποίο θα μπορούσε να μεταφερθεί δωρεάν ο Γαλακτίων από την Ύδρα στη Μασσαλία. Φαίνεται σε αυτήν ότι ο Gosse ζήτησε από τον καραβοκύρη Τριέντη στην Αίγινα να προσφέρει στο μοναχό Γαλακτίωνα τη δωρεάν μεταφορά του, με ένα από τα πλοία του από τον Πόρο στη Μασσαλία. Ενώ με επισυναπτόμενα σημειώματα που έστειλε προς τον Κουντουριώτη του ζητούσε να δώσει τις επιστολές που επιθυμούσε στον ιερομόναχο Γαλακτίωνα, ο οποίος θα έφθανε πριν από αυτόν στη Γενεύη. Επίσης, ο Gosse με σημείωμά του προς τον Ιάκωβο Τομπάζη, τον ενημερώνει ότι ο ιερομόναχος Γαλακτίων θα μπορούσε να φύγει είτε με το πλοίο που είχε ναυλώσει ένας Γάλλος έμπορος, είτε με το πλοίο του Μοσκόβου που είχε φορτίο με λάδι για τη Μασσαλία και αναφέρει ότι θα ήταν ευχής έργο να του εξασφάλιζαν τα δωρεάν μεταφορικά του έξοδα.

Φεύγοντας από την Ελλάδα, ο Gosse φρόντισε με τη συγκατάθεση του Καποδίστρια να πάρει μαζί του και τον Γαλακτίωνα τον οποίο, με τη βοήθεια του διάσημου ωρολογοποιού της Γενεύης, Jean Francois Bautte [8], τοποθέτησε δίπλα σ’ ένα δάσκαλο ωρολογοποιίας Nauchelatois, για την εκμάθηση της τέχνης.

Το ιστορικό της εγκατάστασης του μοναχού στη Γενεύη και της οικονομικής του ενίσχυσης από τον Κυβερνήτη, όπως και πληροφορίες για την πρόοδό του, διαβάζουμε στην επιστολή που ο Louis Andre Gosse (εικ.2) από τη Γενεύη, στις 8 Απριλίου 1830 [9], απέστειλε στον Ιω. Καποδίστρια.

 

(εικ.2) Andre Louis Gosse (1791-1873). Ελβετός φιλέλληνας γιατρός, επίτιμος πολίτης του Πόρου, διορισμένος (15/3/1829) από τον Ιωάννη Καποδίστρια στην «επί των Ναυτικών Επιτροπή», επιφορτισμένος με τη σύσταση ναυστάθμου και τη συγκέντρωση και διανομή πολεμικού υλικού.

 

Μιλώντας τώρα σχετικά με τον γενναίο μοναχό μας τον Γαλακτίωνα, θα πληροφορήσω την εξοχότητά σας ότι κατά την άφιξή τον στην Γενεύη τον τοποθέτησα με τη βοήθεια του κυρίου Bautte δίπλα σε ένα δάσκαλο ωρολογοποιίας Nauchelatois, άνθρωπο αξίας, με την τιμή των τριακοσίων φράγκων το χρόνο, για την εκπαίδευσή του. Στην τιμή δεν περιλαμβάνεται η διατροφή του ωστόσο περιλαμβάνονται τα προϊόντα εργασίας τον, κάτι που είναι μεγάλο πλεονέκτημα. Τα χρήματα του ταξιδιού του εξαντλήθηκαν, τα 600 φράγκα που είχατε φροντίσει να έχει μαζί του δαπανήθηκαν είτε για τα έξοδα της διατροφής του, είτε για την αγορά ενδυμάτων, διαφόρων εργαλείων και βασικών υλικών και με βαθιά ευγνωμοσύνη έλαβε τη δεύτερη αποστολή του ποσού των 600ων φράγκων που μόλις του κάνατε και τα οποία θα χρησιμοποιηθούν στην πληρωμή των διδάκτρων τον και της διαμονής τον. Έχει ήδη συμπληρώσει όλα τα στάδια μέσα στον τομέα της βιομηχανίας με τον οποίο απασχολείται, έχει ήδη ολοκληρώσει δηλαδή το βασικό μηχανισμό των ρολογιών και ασχολείται με την κατασκευή του άξονα και τη διάνοιξη με τη χρήση σκληρών λίθων. Ήδη έχει τελειώσει το μηχανισμό ενός ρολογιού τον οποίο επιθυμεί να σας στείλει, ως την καλύτερη απόδειξη του ταλέντου του μετά από έξι μηνών εκμάθηση. Ο μοναχός Γαλακτίων είναι ένας πολύτιμος άνθρωπος για την Ελλάδα. Οι δάσκαλοί του έχουν τις πιο ικανοποιητικές αποδείξεις. Η συνέπειά του είναι υποδειγματική, διότι εργάζεται από το πρωί έως το βράδι, γίνεται σεβαστός δείχνοντας τον χαρακτήρα του Έλληνα μοναχού και εκτιμάται από όλους όσους τον γνωρίζουν. Η ευγνωμοσύνη τον για εσάς είναι χωρίς όρια. Ξεκινά να μιλά γαλλικά και τα καταλαβαίνει ακόμη καλύτερα ώστε να μπορεί να συνεννοείται σε αυτή την γλώσσα. Θα τον στείλουμε στον οίκο More Dapt. στο καντόνι Jura, για να σπουδάσει την κατασκευή μεγάλων ρολογιών, ακολουθώντας τις τόσο σωστές οδηγίες που μας υποδείξατε και παίρνει μαθήματα σχεδίου για να μπορέσει να αντιγράψει τις μηχανές. Σκέπτομαι πως στο ταλέντο του θα μπορούσε να βασιστεί ένα σχολείο ωρολογοποιίας στεγαζόμενο στο ορφανοτροφείο. Ωστόσο, γι’ αυτόν τον λόγο θα πρέπει να μάθει όλους τους κλάδους της ωρολογοποιίας και η μάθησή του δεν θα τελειώσει παρά σε δέκα με δώδεκα μήνες. Μια συμπληρωματική εκπαίδευση για το μέλλον θα τον ήταν απαραίτητη και γι’ αυτό χρειάστηκε να αγοράσει ένα σετ εργαλείων τα οποία θα φροντίσετε να πληρωθούν από το ποσό των 15.000 φράγκων που το κομιτάτο της Γενεύης τοποθέτησε στον λογαριασμό τον κυρίου Hentch, στη δική σας διάθεση, με σκοπό να σας διευκολύνει στις αναγκαίες επιχορηγήσεις με σκοπό τη δημόσια εκπαίδευση και διοίκηση[…].

Ο Ελβετός φιλέλληνας μεριμνώντας για τον μοναχό που έφερε μαζί του από την Ελλάδα, μεσολαβούσε στον Κυβερνήτη της Ελλάδος για να του διατεθούν τα χρήματα και ο χρόνος που χρειαζόταν ώστε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Εξάλλου, η σαφής οδηγία που είχε δοθεί από τον Ιω. Καποδίστρια[10] να εκπαιδευτεί ο μοναχός στον σχεδίασμά αλλά και την κατασκευή μεγάλων ρολογιών του επέβαλε να παραμείνει στην Ελβετία τουλάχιστον για δώδεκα μήνες. Επίσης μοιράστηκε με τον Κυβερνήτη το όνειρο να στηριχτεί πάνω στο ταλέντο και στις γνώσεις του Γαλακτίωνος κατά την επιστροφή του, ένα σχολείο ωρολογοποιίας στεγαζόμενο στο ορφανοτροφείο.

Ο Γαλακτίων μετά από μόλις έξι μήνες εκπαίδευσης είχε ήδη τελειώσει το μηχανισμό ενός ρολογιού (εικ.3), το οποίο και απέστειλε στον Κυβερνήτη με τον κομιστή της επιστολής Γερμανό φαρμακοποιό Mahn, ο οποίος επρόκειτο να κατέβει στην Ελλάδα για να ιδρύσει ένα φαρμακείο συστημένος στον Καποδίστρια από τον Gosse.

 

(εικ.3) Ανάμεσα στα προσωπικά αντικείμενα του Κυβερνήτη που σήμερα σώζονται στο Μουσείο Καποδίστρια – Κέντρο Καποδιστριακών Μελετών στην Κέρκυρα, υπάρχει και ένα ηλιακό ρολόι. Το γεγονός ότι δεν έχει καταγραφεί ανάμεσα στα αντικείμενα που ο Καποδίστριας έφερε μαζί του από το εξωτερικό στην Ελλάδα το 1828 (ΓΑΚ χειρόγρ.40) μας οδηγεί στη σκέψη ότι ίσως πρόκειται για το ρολόι που ο Γαλακτίων Γαλάτης έστειλε στον Κυβερνήτη τέλη του 1830 από την Ελβετία (ΜΚ087, Διαστ: 7,5×7,5 cm).

 

Η προσφορά του Ελβετού γιατρού που έφθασε τέλη του 1826 στην Ελλάδα ως απεσταλμένος του κομιτάτου της Γενεύης, τόσο στη διοικητική οργάνωση του ναυτικού κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, όσο και στον περιορισμό της επιδημίας της πανώλης που είχε πλήξει τον ελλαδικό χώρο τα έτη 1827-1828 [11] είχε ήδη εκτιμηθεί από τον Ιωάννη Καποδίστρια, όπως φαίνεται και από την αποχαιρετιστήρια – ευχαριστήρια επιστολή που του απέστειλε στις 23/2/1829 παραμονές της αποχώρησης του Gosse από την Ελλάδα, και η οποία δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα στις 9/3/1829.

(εικ.4) Η επιστολή πολιτογράφησης του φιλέλληνα γιατρού Andre Louis Gosse υπογεγραμμένη στις 28-6- 1828 από τους κατοίκους της κοινότητας του Πόρου και εγκεκριμένη από τον Βιάρο Καποδίστρια BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2683 fr201.

Η εκτίμηση και ο σεβασμός στο πρόσωπό του επιβεβαιώνεται επιπλέον και από το γεγονός ότι ο Gosse ήταν ο μόνος φιλέλληνας τον οποίο η κοινότητα του Πόρου πολιτογράφησε τιμητικά, δείχνοντας την ευγνωμοσύνη της για την ανιδιοτελή προσφορά του στον Αγώνα. Το δίπλωμα πολιτογράφησής του σώζεται στα γαλλικά και στα ελληνικά στο Αρχείο της Βιβλιοθήκης της Γενεύης, (εικ.4)

Οι δεσμοί του με τον Πόρο ήταν πραγματικά ειλικρινείς και όπως αναφέρει στο έργο του για τον Ελβετό φιλέλληνα ο Ιάκωβος Τομπάζης [12], το μόνο που πήρε μαζί του το 1829 φεύγοντας από την Ελλάδα, ήταν ένα μπαστούνι από αγριελιά της Αρχαίας Επιδαύρου πάνω στο οποίο είχε χαράξει από τη μια πλευρά τη φράση ΓΕΝΕΥΑΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΡΙΩΤΗΣ και από την άλλη Ο ΙΑΤΡΟΣ Λ. Α. ΓΚΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ.

Το γνήσιο φιλελληνικό του συναίσθημα και η ανθρωπιά του αναδεικνύονται και από την ευεργετική και υπεύθυνη στάση του απέναντι στον Ποριώτη μοναχό, τον οποίο με κάθε τρόπο προστατεύει και νοιάζεται, ακόμη και μετά το θάνατο του Κυβερνήτη.

Ο Καποδίστριας, μέχρι και το καλοκαίρι του 1831, φρόντισε να εξασφαλίσει στο μοναχό το χρόνο και τα χρήματα που ο Gosse με τις επιστολές του, τού ζητούσε για την εκπαίδευσή του στην Ελβετία. Από επιστολή που ο Κυβερνήτης έλαβε από τους τραπεζίτες Hentsch, με ημερομηνία 19 Ιουλίου 1831 [13], μαθαίνουμε ότι ο ίδιος φρόντισε να δοθεί στον Γαλακτίωνα το ποσό των 500 γαλλικών φράγκων από το λογαριασμό που το φιλελληνικό κομιτάτο είχε θέσει στην διάθεσή του. Επίσης, πληροφορούμαστε ότι την επιστολή αυτή θα την παρέδιδε στον Κυβερνήτη ο ίδιος ο μοναχός, γεγονός που μας οδηγεί στη σκέψη ότι πιθανώς ο Γαλακτίων επέστρεψε στην Ελλάδα για μικρό διάστημα και συνάντησε τον Κυβερνήτη το καλοκαίρι του 1831.

Δυστυχώς, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, το όνειρο του μοναχού να επιστρέφει στην Ελλάδα ολοένα και απομακρύνεται. Αναφορά στην επικείμενη επιστροφή του βρίσκουμε στην επιστολή που ο Βιάρος Καποδίστριας από την Κέρκυρα στέλνει στον Gosse στις 26 Ιουνίου 1835. [14]

Στην πολυσέλιδη επιστολή του μιλάει για την πρόσφατη συζήτηση που είχε κάνει με τον Κόμη Λούντζι [15] στην Κέρκυρα για το πώς θα μπορούσε ο Γαλακτίων να είναι ωφέλιμος στην πατρίδα του προτείνοντας να αξιοποιηθεί ως δάσκαλος της τέχνης του, σε κάποια σχολή εφαρμοσμένης τεχνολογίας στο Ιόνιο. Ωστόσο, η επιθυμία τους να επιστρέψει στην Ελλάδα δεν ικανοποιήθηκε, αφού το 1835 ο Γαλακτίων έφυγε από τη Γενεύη και εγκαταστάθηκε για δύο τουλάχιστον χρόνια στο Λονδίνο, όπου ενώ εργαζόταν, ασκούσε χωρίς να είναι διορισμένος, την πνευματική καθοδήγηση των Ελλήνων της παροικίας. [16]

Την αναφορά αυτή βρίσκουμε στο έργο του Edwin W. Fletcher, Hellenism in England, όπου φαίνεται ότι ο πρώτος πνευματικός της Ελληνικής κοινότητας, από το 1835 έως και το 1837, ήταν ο μοναχός Γαλακτίων Γαλάτης, ο οποίος αν και δεν ήταν διορισμένος, αφού δεν υπήρχε ακόμη στο Λονδίνο επίσημος τόπος λατρείας για τους ορθόδοξους Έλληνες, ωστόσο, κάλυπτε με ιδιαίτερη φροντίδα και διάκριση, τις πνευματικές ανάγκες των συμπατριωτών του. Η ευεργετική παρουσία του συνέβαλε στο να αναγεννηθεί η ελληνική κοινότητα του Λονδίνου, η οποία απέκτησε το 1838 το δικό της τόπο λατρείας.

 

Η επιστροφή στην Ελλάδα

 

Οκτώ χρόνια αργότερα, ο Γαλακτίων φθάνει στην Ελλάδα και μάλιστα στην Αθήνα, από όπου απευθύνει επιστολή στο Υπουργείο επί των Εκκλησιαστικών και της Εκπαιδεύσεως (1-12-1846)[17] με την οποία, αφού αναφέρεται εν συντομία στο βίο του, ζητά να του επιτραπεί η επιστροφή στη Μονή του για μετάνοια ώστε να προσφέρει εκεί τις υπηρεσίες του, διδάσκοντας στους νεότερους μοναχούς την τέχνη των κρεμαστών ρολογιών.

Η επιστολή της 1ης Δεκεμβρίου αποτελεί και τη σωζόμενη αυτοβιογραφία του. Σε αυτή διαβάζουμε μέσα από τον ιδιαίτερα εναργή και εκλεπτυσμένο λόγο του τα εξής:

Ο υποφαινόμενος, κατά τους νόμους της μοναστικής πολιτείας, είμαι συγκαταριθμημένος στην χορεία της αδελφότητος της κατά τον Πόρον Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής, προ χρόνων τριάκοντα πέντε. Ενδυθών εν αυτή το μοναδικό σχήμα και συγχρόνως χειροτονηθείς ιερεύς ενταύθα και κανονικός ηγούμενος χρηματίσας το 1815 και ως τοιούτος διακονίσας χρόνους σχεδόν επτά και ησύχως διαβιώσας εν αυτή μέχρι του έτους 1829: ως γνωστόν τοις πάσι και αναντίρρητον ότε ο αοίδιμος κυβερνήτης, ως έχοντα αρχάς της ωρολογικής τέχνης, με απέστειλεν εις Ελβετίαν προς τελειοποίησιν αυτής. Προ ενός ήδη έτους και επέκεινα επανελθών, διατρίβω εις την πρωτεύουσαν ταύτην, μετερχόμενος την ωρολογικήν, αλλ’ άπρεπον και εναντίον της συνειδήσεώς μου θεωρώ την ενταύθα συμπεριφορά μου, δι’ αυτόν εθεώρησα αναγκαίον την μεταβασίν εις την ειρημένη Μονήν της μετανοίας μου, όπου μετά των αδελφών μου εν Χριστώ συμβιωτεύων, διέλθω το υπόλοιπον της ζωής μου. Συμμορφώμενος με τα έθιμα της Ιεράς Μονής καθά εξ’ απαλών ονύχων αδελφός γνήσιος και συγκοινοβιώτης και προηγούμενος και προαιρούμενος εν ταυτώ να διδάξω εις τους θέλοντας εκ των νεοτέρων μοναχών την τέχνην των κρεμαστών ρολογιών, αν τούτο εγκριθή και παρά του ηγουμένου και εκ των λοιπών αδελφών, μη διακοπτομένης της μοναστηριακής λειτουργίας. Εγώ δεν διστάζω εις την αγάπην και καλήν διάθεση των συναδελφών μου μήτε αμφιβάλλω ότι και Εκκλησιαστικοί κανόνες και Βασιλικά Διατάγματα καθιστώσι νόμιμον την μεταβασίν μου εις την Ιεράν Μονήν της μετανοίας μου αλλά επικαλούμαι κατά χρέος την συγκατάθεσιν του Σ: Υπουργείου σε ότι παρά τούτου κρίνη εύλογον και υποκλίνομαι με το προσήκον Σέβας.

 

Γαλακτίων Γαλάτης

 

Από την επιστολή αυτή μάθαμε από τον ίδιο τον Γαλακτίωνα ότι ανήκε στη Μονή από το 1811, οπότε εκάρη μοναχός και παράλληλα εχρίσθη ιερέας, ενώ για 7 χρόνια, από το 1815 μέχρι και το 1822, χρημάτισε και ηγούμενός της. Το 1829 εστάλη από τον Κυβερνήτη στην Ελβετία για την τελειοποίηση της τέχνης του ως ωρολογοποιός και επέστρεψε μετά από 16 χρόνια, το 1845, στην Αθήνα, όπου για ένα έτος ζούσε ασκώντας το επάγγελμα του ωρολογοποιού. Το ταπεινό αίτημά του, να επιστρέψει στην Ιερά Μονή της μετανοίας του στην οποία ανήκε εξ’ απαλών ονύχων , πραγματικά μας συγκινεί.

Ο Γαλακτίων ήταν ένα αναγνωρίσιμο και σεβαστό πρόσωπο και όλοι όπως και ο ίδιος τόνισε στην επιστολή του, γνώριζαν την ιστορία του και τους λόγους αποστολής του στη Γενεύη από τον Ι. Καποδίστρια, γι’ αυτό και ο ίδιος ο Υπουργός Κωνσταντίνος Κανάρης σπεύδει να προωθήσει το αίτημά του στις 2/16 Δεκεμβρίου 1846 [18] μόλις μία μέρα μετά, προς τη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής του Πόρου, σημειώνοντας τη δική του ευνοϊκή ως προς το αίτημα τού μοναχού, απάντηση. Με την απαντητική επιστολή που η Μονή στέλνει προς το Υπουργείο στις 12 Ιανουαρίου 1847 [19] πληροφορούμαστε ότι ο μοναχός εκοιμήθη την ημέρα που επρόκειτο να επιστρέψει στη Μονή του, γεγονός που γέμισε με θλίψη τους αδελφούς του που τον περίμεναν.

Έτσι τελειώνει η ιστορία του ιερομόναχου Γαλακτίωνος Γαλάτη, του πρώτου Έλληνα σπουδαγμένου στην Ελβετία ωρολογοποιού και ταυτοχρόνως ενός σεβάσμιου πνευματικού οδηγού, ο οποίος ήταν γνωστός σε όλους τους φιλελληνικούς κύκλους της Γενεύης καθώς και στον παροικιακό ελληνισμό του Λονδίνου. Το όνομά του συνδέθηκε άρρηκτα με το όνειρο δημιουργίας μιας δημόσιας σχολής ωρολογοποιίας στα πρώτα χρόνια ίδρυσης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Με το θάνατο του Γαλακτίωνος έσβησαν και οι προσδοκίες για τη δημιουργία μιας Σχολής Ωρολογοποιίας στην Ελλάδα κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Θερμά ευχαριστώ τον Γραμματέα της Βιβλιοθήκης της Μονής Ι. Μελιανό ο οποίος μας έδωσε την πληροφορία ότι μοναχός με το όνομα Γαλακτίων δεν υπήρξε ποτέ κατά το παρελθόν στην Μονή Ι. Θεολόγου στην Πάτμο, στηριζόμενος στην ανέκδοτη μελέτη του διακ. Χρυσοστόμου Φλωρεντή, βιβλιοφύλακα της Μονής, με τίτλο «Κατάλογος Ηγουμένων Ι. Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου», και στο «Βραβείο» της Μονής, τον κώδικα με τα σύντομα χρονικά των θανάτων των μοναχών της Μονής (16ος-20ός αι.), το οποίο και έχει εκδοθεί από τον ίδιο στην σειρά Διπτύχων Παράφυλλα, αρ. 1, της Εταιρείας Βυζ. και Μεταβυζαντινών Μελετών, Αθήνα 1980.

[2] Σύμφωνα με όσα έγραψε ο Α. Μουστοξύδης στην Έκθεση που συνέταξε στις 18/2/1831 (Αρχείο της Ιονίου Γερουσίας αρ.584) Περί από της συστάσεως του ορφανοτροφείου της Αιγίνης φαίνεται ότι είχε προβλεφθεί η ίδρυση στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας χειροτεχνικών σχολών διδασκαλίας της βιβλιοδετικής, ξυλουργικής, τυπογραφίας αλλά και ραπτικής στις οποίες θα απασχολούνταν οι μαθητές που επιθυμούσαν να μάθουν μια τέχνη. Μάλιστα, υπήρχε η πρόνοια ώστε τα χρήματα από τα παραγόμενα προϊόντα κατά τη διάρκεια της μαθητείας τους, να αποταμιευτούν, ώστε να τους χρησιμεύσουν για μελλοντικό επαγγελματικό τους ξεκίνημα. Παπαγεωργίου, Β. 1939. Ο Καποδίστριας εις την Εκπαίδευσιν. Αθήναι: Εκδοτικός οίκος «Ερμού», 58.

[3] BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2682 f 213-4, 2686 f 217. Οι επιστολές αυτές ψηφιοποιημένες καθώς και το δικαίωμα έκδοσης τους δόθηκαν από τη Βιβλιοθήκη της Γενεύης. Προγενέστερες αναφορές στις επιστολές αυτές υπάρχουν στο έργο του Βακαλόπουλου. Α. Κ. 2008. Ευρωπαίοι παρατηρητές και τεχνοκράτες στην επαναστατημένη Ελλάδα και στο Ελλαδικό Βασίλειο (1821-1843), Θεσσαλονίκη : Αντ. Σταμούλη, 239-242.

[4] ΓΑΚ Κέρκυρας: Αρχείο Καποδίστρια, φακ. Gosse 342. Θερμά ευχαριστώ τον ιστορικό και ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Χρήστο Λούκο, ο οποίος αφού εντόπισε πρώτος τις ανέκδοτες αυτές επιστολές, είχε την καλοσύνη ευεργετικά να μου τις παραχωρήσει σε ψηφιακή μορφή, προς μελέτη.

[5] Ευχαριστώ θερμά τη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής για τη φωτογραφία του ηλιακού ρολογιού που μου έστειλε καθώς και για τις πληροφορίες για τη ζωή του μοναχού που προέρχονται από το βιβλίο της κ. Ι. Ρουμάνη Μονή Ζωοδόχου Πηγής Πόρου (1992).

[6] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φακ. 342/14, επιστ. Louis – Andre Gosse: 26 Φεβρ.ουαρίου/10 Μαρτίου 1829.

[7] BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2686 f.253.

[8] Jean Franpois Bautte (1772-1837). Υπήρξε ο πιο διάσημος ωρολογοποιός και κοσμηματοποιός της εποχής του. Γεννήθηκε στη Γενεύη το 1772 και από την ηλικία των δώδεκα ετών μπήκε στον τομέα της ωρολογοποιίας και κοσμηματοποιίας. Περνώντας από όλα τα στάδια τελειοποίησε την τέχνη του και ήδη από πολύ νωρίς το 1793 έφτιαξε το δικό του οίκο συνεργαζόμενος με το πρώην αφεντικό του, Mouligne-Bautte. Δεν άργησε να αναγνωριστεί διεθνώς για την τέχνη του, ενώ πελάτες του υπήρξαν σημαίνουσες προσωπικότητες της εποχής του. Βλ. Ζυγούρη, Ν. 2016. Τα πολύτιμα δώρα τον Ιωάννη Καποδίστρια και ο δημιουργός τους Jean Francois Bautte, Αθήνα: ΙΕΕΕ, 56-59.

[9] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φακ. 342/9.

[10] Η προνοητικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια για την κατασκευή μεγάλων δημοσίων ρολογιών στο Ναύπλιο ώστε να υπάρχει ένα κοινό σημείο μέτρησης του χρόνου, αποκαλύπτεται στην επιστολή που στέλνει στον Ανδρέα Μουστοξύδη το έτος 1828 στην οποία του ζητά να αγοράσει δύο μεγάλα ρολόγια από τη Βενετία και να έρθει σε επαφή με τον Ελβετό αρχιτέκτονα Bogutti για να επιμεληθεί την απαραίτητη ξυλοκατασκευή για τη στερέωσή τους Betan, Ε.Α. 1839. Correspondance du Comte J. Capodistrias, President de la Grece, tome deuxieme Geneve, 36-38.

[11] Gosse, A.L.1838. Relation de la peste qui a regne en Greee en 1827 et 1828, Geneve και Bouvier-Bron, M. 1973. Le sejour en Greee Louis Andre Gosse (1827-1829), Geneve, 1-5.

[12] Τομπάζης, Ιακ. 1910. Ο Φιλέλλην Ελβετός ιατρός Λουδοβίκος Γκος. Αθήνα:Τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου, 28. Στην αναφορά του αυτή ο Τομπάζης παρακινεί την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία Ελλάδος να ζητήσει από τους κληρονόμους του Γκος τη βακτηρία καθώς και τη φουστανέλα που ο Ελβετός φιλέλληνας συνήθιζε να φορά.

[13] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φ.347/2.

[14] BGE: Les papiers de la Famille Gosse, fr.2682 f.214.

[15] Πρόκειται πιθανώς για τον κόμη Ερμάννο Λούντζη (1806-1878), ο οποίος φιλοξενούμενος από τον αδελφό του για ένα διάστημα στη Γενεύη το 1833, πρέπει να γνώρισε τον Γαλακτίωνα. Ο ίδιος τον Ιούλιο του 1834, κατά το ταξίδι της οριστικής επιστροφής του από τη Βενετία στη Ζάκυνθο, πέρασε από την Κέρκυρα, συναντήθηκε με τον Βιάρο Καποδίστρια και συζήτησε μεταξύ άλλων για την τύχη του ωρολογοποιού μοναχού Γαλακτίωνα Γαλάτη. Βλ. Συνοδινός, Χ. Ζ. 2004. Αρχείο Οικογένειας Λούντζη. Αθήνα: εκδ. Περίπλους, 163.

[16] Fletcher, E. W 1915. Hellenism in England… London by the Faith press at the Faith House, 86, 110.

[17] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά, φακ. 255, έγγρ. 1ης Δεκ. 1846.

[18] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά φακ.255.

[19] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά φακ.255.

 

Νικολέττα Ζυγούρη

Ιστορικός, ΜΔΕ

Τεκμήρια Ιστορίας Μονογραφίες,  Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2017.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αναγνωστόπουλος Παναγιώτης (1790-1854)


 

Αναγνωστόπουλος Παναγιώτης (1790-1854)

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ένας από τους σημαντικότερους Φιλικούς, ηγετικό στέλεχος και συναρχηγός της Εταιρείας σε ορισμένες φάσεις της διαδρομής της, γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα της σημερινής επαρχίας Ολυμπίας το 1790, όπου έζησε έως και τα δεκαπέντε χρόνια του. Σύμφωνα με τον Αγησίλαο Τσέλαλη, πατέρας του ήταν ο Αναγνώστης Μυλωνάς ή Ρόδιος και μητέρα του η Μαρίτσα από το γένος των Χριστακαίων. [1]

Όπως είναι εύλογο, τα πρώτα γράμματά του έμαθε στη γεννέτειρά του και κατά τούτο μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με τους άλλους πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας, εξαιρούμενου βέβαια του Αθανασίου Τσακάλωφ που έλαβε καλύτερη μόρφωση.

Το 1808 η οικογένεια του Αναγνωστόπουλου εγκατέλειψε την Ανδρίτσαινα και εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη και στη συνέχεια ο Παναγιώτης από την πρωτεύουσα της Ιωνίας θα βρεθεί στην Οδησσό, γραμματικός στην εμπορική εταιρεία του Αθανασίου Σέκερη, στην οποία ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα, πάντα όμως μέσα στο πεδίο δράσης του γραμματικού ενός μεγάλου εμπορικού οίκου.

Οι τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας μετά από το φθινόπωρο του 1814 θα αναχωρήσουν από την Οδησσό προς διάφορες κατευθύνσεις, δηλαδή ο Σκουφάς και ο Τσακάλωφ θα κινήσουν για τη Μόσχα και ο Ξάνθος για την Κωνσταντινούπολη, καθώς διάφορες πιεστικές υποχρεώσεις τους αναγκάζουν να ασχοληθούν παράλληλα με τα της Εταιρείας και με τις προσωπικές υποθέσεις τους.

Από τους τρεις πρωτεργάτες ωστόσο ο Νικόλαος Σκουφάς στις αρχές του 1816 θα επανέλθει στην Οδησσό και μάλιστα θα βρεθεί κοντά στην εμπορική επιχείρηση του Αθανασίου Σέκερη, στην οποία εργαζόταν ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος. Κατά συνέπεια η μύηση των Σέκερη και Αναγνωστόπουλου στη Φιλική Εταιρεία από τον Νικόλαο Σκουφά το 1816 είχε τον χαρακτήρα μιας αναμενόμενης  εξέλιξης, η οποία, όμως, όπως  εκ των πραγμάτων αποδείχτηκε, αποτέλεσε μια σημαντική επιτυχία που καταγράφεται στο ενεργητικό του Σκουφά. Περαιτέρω, ωστόσο, η ένταξη του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου στη Φιλική Εταιρεία δεν υπήρξε μια απλή μύηση ενός πατριώτη στην Εταιρεία, καθώς εφεξής αυτός θα αποκτήσει όλα τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στους πρωτεργάτες της Εταιρείας, επειδή θα αναδειχθεί σε έναν από τους πρωταγωνιστές της συνωμοτικής δράσης και θα ανέλθει γρήγορα στα ηγετικά κλιμάκια της Οργάνωσης.

Την επόμενη χρονιά (1817) ο Αθανάσιος Τσακάλωφ θα αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπολη, όπου ξέρουμε ότι βρισκόταν από καιρό ο Ξάνθος, ενώ ο Σκουφάς  και ο Αναγνωστόπουλος θα παραμείνουν πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, δρώντας κυρίως στην Οδησσό και στον κοντινό χώρο των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Ξέρουμε από τα στοιχεία του βίου και της δράσης του Νικ. Σκουφά την άφιξη στην Οδησσό των τριών οπλαρχηγών Αναγνώστη Παπαγεωργίου (Αναγνωσταρά), Ηλία Χρυσοσπάθη και Παναγιώτη Δημητρόπουλου που είχαν πάρει το δρόμο για την Πετρούπολη διεκδικώντας χρήματα για παλαιότερες υπηρεσίες τους προς τον ρωσικό στρατό. Από αυτούς ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος φέρεται να μύησε στη Φιλική Εταιρεία τον Αναγνωσταρά στις 25 Οκτωβρίου 1817. Εφεξής ο Αναγνωστόπουλος θα αναλάβει διάφορες αποστολές στην περιοχή της Βεσσαραβίας, ενώ θα βρεθεί στο Κισνόβι και αργότερα στο Ιάσιο για συνεννοήσεις με έναν άλλο σημαντικό Φιλικό, τον Γεώργιο Λεβέντη.

Το άγαλμα του Νικόλαου Σκουφά στην πλατεία του Κομποτίου Άρτας. (Λεπτομέρεια)

Όπως  γνωρίζουμε εξάλλου την εποχή αυτή την πρωτοβουλία στα πράγματα της Εταιρείας έχει ο Νικ. Σκουφάς, ο οποίος μετά τη θανάτωση του Καραγιώργη, τον οποίο οι Φιλικοί είχαν αποφασίσει να βοηθήσουν να επιστρέψει στη Σερβία προσβλέποντας σε ένα μελλοντικό συντονισμό των επαναστατικών κινημάτων που θα ξεσπούσαν στην Ελλάδα και στη Σερβία, αποφασίζει τη μετεγκατάσταση της έδρας της Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη, όπου ήδη βρίσκεται εγκατεστημένος ο Ξάνθος από καιρό, ενώ ο Τσακάλωφ έχει καταφθάσει το φθινόπωρο (από τον Οκτώβριο ή τον Δεκέμβριο) του 1817.

Έτσι, λοιπόν, στις αρχές Απριλίου 1818 ο Νικόλαος Σκουφάς θα φθάσει, και αυτός, στην Κωνσταντινούπολη φέρνοντας μαζί του και άλλα ηγετικά στελέχη της Φιλικής Εταιρείας, όπως τον Χριστόδουλο Λουριώτη και βέβαια τον σύντροφό του από την παραμονή στην Οδησσό Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Κατά συνέπεια την άνοιξη του 1818, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, όλος ο ηγετικός πυρήνα της Εταιρείας θα βρεθεί στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Εκεί, μετά από πολύ λίγο χρονικό διάστημα (31 Ιουλίου 1818) η Φιλική Εταιρεία θα θρηνήσει τον πρόωρο θάνατο του Νικόλαου Σκουφά και εφεξής τον ηγετικό πυρήνα της θα αποτελέσουν οι δύο εναπομείναντες από τους ιδρυτές της και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, τους οποίους θα ενισχύει στο έργο τους συνεχώς ο πατριωτισμός και η οικονομική επιφάνεια ενός άλλου Σέκερη, του Παναγιώτη, ο οποίος έχει την έδρα των επιχειρήσεών του στην Κωνσταντινούπολη.

Με την αλλαγή που επέρχεται στον ηγετικό πυρήνα της Φιλικής Εταιρείας το 1818 θα συνδεθούν διάφορες μετεπαναστατικές διενέξεις σχετικά με την ένταξη και τη θέση του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, για τις οποίες θα αναφερθούμε και στο τέλος του παρόντος βιογραφικού. Σε αυτό συνέβαλε και η δυσνόητη για μας, δεύτερη κατήχηση στην Εταιρεία – όπως αναφέρουν διάφορες πληροφορίες – του Ξάνθου από τον Σκουφά τη χρονιά αυτή στη Κωνσταντινούπολη. Το γεγονός αυτό ίσως έχει την ερμηνεία του στην απουσία του Ξάνθου από τη Μόσχα, όταν συντάχθηκε ο κανονισμός της μυστικής οργάνωσης, καθώς και το τυπικό των ορκωμοσιών και κατά συνέπεια ο Ξάνθος τυπικά δεν είχε δεθεί με τον όρκο των Φιλικών. Πάντως, τότε ο Αναγνωστόπουλος θα λάβει τα συνωμοτικά αρχικά AI ενώ ο Ξάνθος τα αντίστοιχα Α Θ αντί του Α Δ που είχε στην αρχή και εν συνεχεία ο Σκουφάς είχε δώσει στον Γαλάτη. Εξάλλου, στις επιτυχίες του Αναγνωστόπουλου καταγράφεται η κατήχηση στην Εταιρεία αυτή την περίοδο και του Παναγιώτη Σέκερη (έλαβε τα συνωμοτικά αρχικά A Κ), πράξη αποφασιστικής σημασίας, επειδή ο τελευταίος, όπως γνωρίζουμε από πολλές πηγές, θα ενισχύσει με τα κεφάλαιά του ποικιλοτρόπως τη Φιλική Εταιρεία, δηλαδή τα μέλη της στις διάφορες αποστολές τους. Πολλά μάλιστα από τα χρηματικά ποσά που κατέβαλε ο Σέκερης καταχωρίστηκαν και στα οικονομικά κατάστιχα της Εταιρείας. Όπως και να έχουν τα πράγματα και όποιες ερμηνείες και αν τους δοθούν σχετικά με την ηγετική θέση του Εμμανουήλ Ξάνθου και του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, ο τελευταίος θα αναδειχθεί σε έναν από τους πρωτεργάτες της ετοιμασίας του ελληνικού επαναστατικού κινήματος που θα ξεσπάσει μετά από λίγα χρόνια.

Τον Οκτώβριο (και τον Νοέμβριο) του 1818 ο Αναγνωστόπουλος βρίσκεται ακόμα στην Κωνσταντινούπολη, όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε από δύο επιστολές που στέλνει από την Ύδρα ο Αναγνωσταράς, ζητώντας οικονομική ενίσχυση για τους σκοπούς της Εταιρείας.[2] Τελικά Ξάνθος και Αναγνωστόπουλος θα αναχωρήσουν από την Πόλη τον Φεβρουάριο του 1819 με γαλαξειδιώτικο καράβι και θα κατευθυνθούν προς τις γνώριμες σ’ αυτούς περιοχές των Ηγεμονιών.

Στην πορεία τους αυτή έφθασαν στο Γαλάτσι, όπου συνάντησαν άλλα επιφανή στελέχη της Εταιρείας (Δημ. Θέμελη, Στέργιο Πρασσά, Θεόδωρο Νέγρη, Γεώργιο Λεβέντη κ.ά.). Στις αρχές Μαρτίου 1819 οι δρόμοι του Ξάνθου και του Αναγνωστόπουλου χώρισαν, καθώς ο Ξάνθος, όπως γνωρίζουμε, έχει αναλάβει τη σοβαρή αποστολή να κατευθυνθεί προς την Πετρούπολη και να προσπαθήσει να πείσει τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος στην περιοχή των Ηγεμονιών θα αναπτύξει σοβαρή δραστηριότητα και θα συστήσει στο Γαλάτσι την πρώτη Εφορεία της Φιλικής Εταιρείας, οργανωτική πράξη που στη συνέχεια θα επαναληφθεί και σε διάφορες άλλες πόλεις για να αντιμετωπισθεί με συστηματικό τρόπο ο μεγάλος αριθμός των μυημένων Φιλικών. Οι εφορείες, λοιπόν, κατέγραφαν τα μέλη της κάθε περιοχής, συγκέντρωναν χρηματικές ενίσχυσες και γενικώς επόπτευαν τη συμπεριφορά και δράση των μελών τους. Ο Ιω. Φιλήμονας παραδίδει μάλιστα στο Δοκίμιόν του ότι ο Αναγνωστόπουλος υπήρξε εκείνος που εκπόνησε τον ειδικό κανονισμό σύστασής τους.[3]

 

Όψη της Οδησσού το 1820. Λιθογραφία. Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο της Οδησσού.

 

Ωστόσο, κατά τη συγκρότηση των Εφορειών, ο Αναγνωστόπουλος, όπως παραδίδεται, ήλθε σε σύγκρουση με επιφανείς Φιλικούς, όπως λ.χ. με τον Θεόδωρο Νέγρη. Σχετικά με το ζήτημα αυτό από το Γαλάτσι ο Αναγνωστόπουλος θα γράψει στις 26 Μαρτίου 1819 μία επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Τομάροβο – καθ’ οδόν προς την Πετρούπολη – στην οποία αναφέρεται σε διάφορες δυσκολίες που συναντά και από την οποία επιπλέον κερδίζουμε ένα ψευδώνυμό του: Π. Αθανασιάδης. Σε νέα επιστολή του και πάλι προς τον Ξάνθο (Τομάροβο), γραμμένη στις 28 Απριλίου 1819, ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος (ως Αθανάσιος Ιωάννου), αναφέρεται στις διενέξεις που προκάλεσε η σύσταση της Εφορείας στο Ιάσιο, όπου σημειώθηκε σοβαρή αντιπαράθεση Θεόδωρου Νέγρη και Παναγ. Αναγνοστοπούλου.[4] Με την επιστολή αυτή διασταυρώνονται έτσι οι σχετικές πληροφορίες που αναφέρει πρώτος ο Φιλήμονας. [5] Σε σύγκρουση εξάλλου, που ήδη έχει αρχίσει από τις μέρες της Κωνσταντινούπολης, είχε έλθει ο Αναγνωστόπουλος και με ένα άλλο σημαντικό στέλεχος της Εταιρείας, τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα, που αυτόν τον καιρό βρισκόταν και αυτός στη Μολδοβλαχία.

Τον ίδιο καιρό προτάθηκε από τον Αναγνωστόπουλο – πράγμα που αναφέρει και στην τελευταία επιστολή που μνημονεύσαμε – η ίδρυση ενός κεντρικού σχολείου στην Πελοπόννησο. Το πράγμα παρουσιάζεται ως βούληση της Φιλικής Εταιρείας, η οποία πιθανώς σκόπευε με την κίνηση αυτή να καλύψει τη συγκέντρωση χρημάτων με το πρόσχημα ακριβώς την ίδρυση του σχολείου αυτού. Γνωρίζουμε αρχικά πως η ίδρυση της σχολής αυτής  ανατέθηκε στον Θεόδωρο Νέγρη – ίσως και για να παύσει η δυσαρέσκειά του εναντίον του Παναγ. Αναγνωστόπουλου εξαιτίας της σύνθεσης της Εφορείας του Ιασίου – και για τον σκοπό αυτό ο Nέγρης θα συνεργαστεί με γνωστούς λόγιους της εποχής, όπως ο Βενιαμίν Λέσβιος, ο Στέφανος Δούγκας και ο Δανιήλ Φιλιππίδης. Η πληροφορία για την ίδρυση του σχολείου αυτού διασταυρώνεται και από γράμμα του Παναγ. Σέκερη προς τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο της 15ns Ιουλίου 1819, [6] όπου ο  Σέκερης αναφέρεται στα γράμματα του Οικουμενικού Πατριάρχη που απαιτούνται για την υλοποίηση ίδρυσης της σχολής και απαιτεί ο Αναγνωστόπουλος. Την έκδοσή τους εμπόδισε η πανώλη και η απουσία του Πατριάρχη από την Κωνσταντινούπολη, όμως «Θεού βοηθούντος, θέλει λάβει καλήν έκβασιν η αιτησίς σας και έστω» (τώρα γνωρίζουμε ότι την 1η Αυγούστου τα πατριαρχικά γράμματα ήταν έτοιμα). [7]

Από το Ιάσιο ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στις 7 Μαΐου 1819 θα απευθύνει μια νέα εκτενή επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο, ο οποίος εξακολουθεί να παραμένει στο Τομάροβο. [8] Από την επιστολή αυτή γίνονται και πάλι φανερές οι διενέξεις μεταξύ των μελών της Εταιρείας, στις οποίες ο Αναγνωστόπουλος αναμφίβολα πρωταγωνιστεί. Με δριμύτητα καταφέρεται εναντίον κάποιων Φιλικών, τους οποίους δεν κατονομάζει βέβαια, αλλά είναι πολύ πιθανόν ότι πρόκειται για τους Κωνσταντίνο Πεντεδέκα και Θεόδωρο Νέγρη, τους οποίους στολίζει με διάφορα απαξιωτικά επίθετα (αχρείος, μαύρος, λυσσιασμένο σκυλί κ.ά.). Στην ίδια επιστολή γίνεται λόγος και για τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, ο οποίος μετά τη δολοφονία του Νικ. Γαλάτη βρίσκεται στη Μάνη μαζί με τον Παναγιώτη Δημητρόπουλο.

Ωστόσο, η δολοφονία του Γαλάτη και οι περιπλοκές που αυτή προξένησε δεν άφησαν ανεπηρέαστο ούτε τον Αναγνωστόπουλο, μολονότι αυτός δεν φαίνεται να είχε κάποια ανάμειξη σε αυτήν.

 

Ο ιερομόναχος Ευστάθιος, αδελφός του Γαλάτη,

απειλούσε να εκδικηθεί τον θάνατο του

αδελφού του, προβαίνοντας σε διάφορες

δολοφονίες Φιλικών, με το χέρι του αποσταλέντος

από αυτόν Ανδρέα Σφαέλου

 

Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες ο Αναγνωστόπουλος θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει το Ιάσιο, επειδή ειδοποιήθηκε από τον Δημ. Θέμελη ότι κινδυνεύει η ζωή του, καθώς ο ιερομόναχος Ευστάθιος, αδελφός του Γαλάτη, απειλούσε να εκδικηθεί τον θάνατο του αδελφού του, προβαίνοντας σε διάφορες δολοφονίες Φιλικών, με το χέρι του αποσταλέντος  από αυτόν Ανδρέα Σφαέλου, παρά τις προσπάθειες του Νέγρη να αποσοβήσει τον κίνδυνο και να απομακρύνει από την περιοχή των Ηγεμονιών τον Σφαέλο. Τελικά αυτό πραγματοποιήθηκε και με τη βοήθεια του Θέμελη, ο οποίος αναφέρει ότι εκτός από τις παραινέσεις του προσέφεραν και 200 γρόσια. [9]

Τελευταία γνωστή επιστολή του Αναγνωστόπουλου (ως Αντώνιος και Αναστάσιος Ιωάννου) από το Ιάσιο είναι εκείνη της 24ns Μαΐου 1819, από την οποία έχουμε σημαντική πληροφόρηση για τα πράγματα της Εταιρείας. [10] Στην ίδια επιστολή εμφανίζεται και το όνομα του Κεφαλονίτη Ανδρέα Σφαέλου, που αναφέραμε παραπάνω, και ο οποίος χαρακτηρίζεται από τον ανδριτσάνο Φιλικό «από εκείνους οπού πίνουν το αίμα με το ποτήρι». Στον κίνδυνο που διέτρεξε ο Αναγνωστόπουλος αναφέρεται εξάλλου και ο Δημήτριος Θέμελης σε επιστολή του προς τον Εμμ. Ξάνθο της ιδίας εποχής (7 Ιουνίου) που του έστειλε από το Γαλάτσι στο Ρένι. Στο γράμμα αυτό ο Θέμελης αναφέρεται σαφέστατα σ’ αυτά τα επικίνδυνα για τις τύχες της Εταιρείας γεγονότα: («ο φίλος [=Αναγνωστόπουλος] εμίσεψεν από εκεί διά Βουκουρέστιον εις την πρώτην του τρέχοντος») και στην οποία υπαινίσσεται ότι πρέπει να αναληφθεί απόπειρα δολοφονία εναντίον του Σφαέλου. [11]

Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Έργο του Διονυσίου Τσόκου, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Από το Ιάσιο ο Αναγνωστόπουλος θα βρεθεί στο Βουκουρέστι όπου θα συναντήσει τον Γρηγόριο Δικαίο και τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα. Αλλά και στην πρωτεύουσα τα Βλαχίας η κατάσταση δεν είναι καλή και τα πνεύματα των Φιλικών που βρίσκονται εκεί είναι ιδιαίτερα οξυμμένα. Έτσι ο Λεβέντης συμβουλεύει τον Αναγνωστόπουλο να συστήσουν και εκεί Εφορεία, προκειμένου να τεθεί η όλη κατάσταση κάτω από κάποιο σοβαρό έλεγχο. Την ίδια εποχή φέρεται ότι ο Αναγνωστόπουλος έκανε γνωστή στον Λεβέντη την Αρχή της Εταιρείας, πράγμα που προξένησε τον ενθουσιασμό του τελευταίου, ο οποίος έγινε μέλος της Αρχής με τα αρχικά Α Λ και εφεξής θα συνεισφέρει μεγάλα ποσά για την επιτυχία των σκοπών της. Ο Φιλήμων αναφέρει επιπρόσθετα ότι ακριβώς την ίδια εποχή στο Βουκουρέστι ο Αναγνωστόπουλος δέχθηκε σοβαρές πιέσεις από τον Γρηγόριο Δικαίο, που απαιτούσε να πληροφορηθεί εκτενέστερα τα σχετικά με τη Φιλική Εταιρεία και ότι αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να καταστήσει τον αρχιμανδρίτη μέλος της Αρχής με τα στοιχεία Α Μ και το ψευδώνυμο Αρμόδιος.

Στις 21 Ιουλίου 1819 ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος, όπως μας πληροφορεί άλλη επιστολή του Δημ. Θέμελη, βρίσκεται ακόμα στο Βουκουρέστι. Αλλά και στις 4 Αύγουστου εξακολουθεί να παραμένει εκεί, ενώ από γράμμα της 11ης Αυγούστου και πάλι του Δημ. Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο, μαθαίνουμε ότι εκ μέρους του Αναγνωστόπουλου υπάρχει κάποια διάθεση κινητικότητας, καθώς ο τελευταίος κοινοποίησε στον Θέμελη να τον περιμένει «οπού να απέλθωμεν μαζύ εις Γαλάτζι και από εκεί είναι διά τα ενδώτερα μέρη…».[12] Πράγματι, στο Γαλάτζι ο Αναγνωστόπουλος εντοπίζεται στις 14 Οκτωβρίου 1819, όπως αναφέρει σε επιστολή του ο Φιλικός Ευάγγελος Μαντζαράκης, ενώ άλλη επιστολή τον θέλει την ίδια μέρα στο Ρένι. Τούτο επειδή τον καιρό αυτό έχει ξεσπάσει επιδημία πανώλης, οι καραντίνες δεν διεξάγονται κανονικά και κατά συνέπεια οι μετακινήσεις είναι δύσκολες και απαιτούν μεγάλους χρόνους.

Σε όλο αυτό το διάστημα είναι γεγονός διαπιστωμένο μέσα από πυκνές αναφορές σε διάφορες επιστολές ότι ο Ξάνθος και ο Αναγνωστόπουλος βρίσκονται σε στενή επαφή, ο ένας γνωρίζει τις κινήσεις του άλλου, ενώ σε καμιά περίπτωση δεν εμφανίζεται η παραμικρή νύξη δυσαρέσκειας και ανταγωνισμού. Το αντίθετο. Βέβαια οι κινήσεις του Αναγνωστόπουλου είναι πάντα ηγετικές. Είναι μέλος της Ανώτατης Αρχής και αυτό φαίνεται από την όλη δράση του και βέβαια από τις εντάσεις που γύρω από αυτόν δημιουργούνται, καθώς ακριβως από την ηγετική συμπεριφορά του έρχεται σε συχνές προστριβές με άλλα υψηλόβαθμα στελέχη της Εταιρείας που δρουν στην περιοχή των Ηγεμονιών. Κάποια στιγμή ο Παναγ. Σέκερης σε γράμμα του προς τον Αναγνωστόπουλο της 1ης  Αυγούστου 1819 και δεδομένου ότι ο Ξάνθος εξακολουθεί να χρονοτριβεί και να μην αναχωρεί για την Πετρούπολη, υπαινίσσεται αντιθέσεις μεταξύ των δύο ανδρών αλλά η πληροφορία δεν διασταυρώνεται.[13] Ωστόσο, τα γραφόμενα εκ μέρους του Σέκερη είναι πολύ χαρακτηριστικά και νομίζω ότι αξίζει να τα αναφέρουμε:

«από τον Μανόλην έλαβα γράμμα διά θαλάσσης. Μου γράφει ότι ήτον έτοιμος να μισεύση· άμποτε να είναι αληθινόν. Παραπονείται ότι δεν έλαβε γράμμα μου ειμή μόνον ένα εις τόσον διάστημα καιρού. Διατί να μην του στείλεις τα γράμματά μου, αγνοώ την αιτίαν και άρχισα να υποθέτω ότι ίσως  και με τούτον έχετε τίποτα κρυολογήματα και είθε να είμαι απατημένος».

Όπως και να έχουν τα πράγματα είναι πάντως γεγονός ότι ο Αναγνωστόπουλος επιδεικνύει κάποιες στιγμές συμπεριφορά που είναι δυνατόν να θίξει πρόσωπα, και μάλιστα αυτά προς τα οποία παρουσιάζεται κάποια δυσχέρεια στις σχέσεις του. Σε μια τέτοια περίπτωση ο καλός και συνετός Παναγιώτης Σέκερης που, εκτός από την αμέριστη οικονομική στήριξη προς την Φιλική Εταιρεία, προσπαθεί να συμβιβάζει τα πράγματα και να ισορροπεί καταστάσεις, γράφει (13 Αυγούστου 1819) προς τον Αναγνωστόπουλο, ανάμεσα στα άλλα, τα παρακάτω: «Την γραφήν σου διά τον Χρυσοσπάθην ούτε την έδωσα ούτε την δίδω αφού δεν είναι διά δόσιμον και αν θέλεις στείλε άλλην καλήν, όχι με παρόμοιον δεσποτικόν ύφος. Ο άνθρωπος δεν μου φαίνεται κακοήθης, ούτε φατριαστής είναι. Εις τας ομιλίας του δεν ευρίσκω ασχημάδαν, ούτε εις τα καμώματά του σφάλμα θανάσιμον και είναι ανάγκη να βαστούν οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων και να μην προπαιρνόμεθα από τον θυμόν».

Η περιπλάνηση του Αναγνωστόπουλου σε διάφορες πόλεις των Ηγεμονιών συνεχίζεται και όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, θα βρεθεί στο Γαλάτσι (11 Οκτωβρίου 1819) όπου θα συναντήσει προβλήματα από το κλείσιμο των συνόρων εξαιτίας της πανώλης αλλά θα διαπιστώσει ότι τα πράγματα της Εταιρείας πάνε πολύ καλά και συγχρόνος, αναμφίβολα χρησιμοποιώντας συνθηματική γλώσσα, ενημερώνει τον Ξάνθο για πολλά ζητήματα.[14] Σε μια άλλη επιστολή του στενού συνεργάτη του Ξάνθου Μ. Φωκιανού προς τον Ξάνθο, της 13ns Δεκεμβρίου 1819 από το Ισμαήλι, ο Φωκιανός αναφέρει τα σχετικά με το σχολείο: «ο Θέμελης και ο Παναγιωτάκης [= Αναγνωστόπουλος] ήλθον προ πολλού εδώ… διά να τους δεχθούν εδώ εις καραντίναν τζερές δεν εστάθη, αλλ’ ούτε εις Ρένη, οι φίλοι όλοι επήγαν εις χαιρετισμόν τους, και εγώ η υπόθεσις οπού εστάθη ο ερχομός τους εδώ ήτον ως είπον οι ίδιοι, ότι είχεν ο Παναγ. τοιαύτας διαταγάς από το μέρος οπού δίδονται, διά να διορίση εδώ επιτρόπους του σχολείου μας, ως και εις άλλα μέρη, οπού αυτοί να αγροικούνται με το απαρθενεύον μέρος, και αυτοί να δέχονται τον τυχόντα, κρίνοντάς  τον άξιον και όσοι εσκορπισμένοι ευρίσκονται εις το καθ’ ένα να μαζωχθώσιν…».

 

Ο Αναγνωστόπουλος στη γραμμή

των πρόσφατων αντιθέσεων καταφέρεται

εναντίον του Κωνσταντίνου Πεντεδέκα,

του Θεόδωρου Νέγρη, εναντίον των οποίων

χρησιμοποιεί αρκετά βαριές εκφράσεις

(κενός, κομήτης, αχρείος, ασυνείδητος,

αλιτήριος, φιλοτάραχος, σκανδαλοποιός κ.ά.).

 

Παρακολουθώντας από κοντά τις κινήσεις του Αναγνωστόπουλου, έχουμε τη δυνατότητα με βάση τις υπάρχουσες πηγές, να τον εντοπίσουμε στις 16,17, 23 Ιανουάριου 1820 στο Γαλάτζι, στο Ισμαήλι και στο Ρένι. [15] Στις τελευταίες σελίδες της προηγούμενης παραπομπής υπάρχει εκτενέστατη επιστολή του Παναγ. Αναγνωστόπουλου (ως Ανδρέας Ιωακείμ) προς τον Εμμ. Ξάνθο της 24ns Ιανουάριου 1820 από την καραντίνα του Ρένι, στην οποία αναφέρονται αναλυτικά στοιχεία για την εσωτερική κατάσταση της Φιλικής Εταιρείας και κάποιες  αντιθέσεις μεταξύ των μελών της. Ο Αναγνωστόπουλος στη γραμμή των πρόσφατων αντιθέσεων καταφέρεται εναντίον του Κωνσταντίνου Πεντεδέκα, του Θεόδωρου Νέγρη, εναντίον των οποίων χρησιμοποιεί αρκετά βαριές εκφράσεις (κενός, κομήτης, αχρείος, ασυνείδητος, αλιτήριος, φιλοτάραχος, σκανδαλοποιός κ.ά.). Είναι πολύ δύσκολο να ανασυγκροτήσει κάνεις το ακριβές πλέγμα των σχέσεων που κυριαρχούν ανάμεσα στα μέλη της Εταιρεία και ειδικότερα αυτών που δραστηριοποιούνται στην περιοχή των Ηγεμονιών εκείνη ακριβώς την περίοδο και λίγο πριν αναλάβει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης την αρχηγία της. Το πράγμα πάντως είναι πολύ ενδιαφέρον, επειδή και το πρόσφατα εκδοθέν Αρχείο Ξάνθου πιστεύω ότι προσφέρει πολλά νέα στοιχεία· όμως, παράλληλα, ανακύπτουν και κάποιες δυσκολίες επειδή η συνθηματική γραφή που χρησιμοποιούν τα μέλη της Εταιρείας απαιτεί μεγάλη προσοχή για την αποκρυπτογράφησή της αλλά και επειδή η Εταιρεία έχει πολλαπλασιαστεί σε μεγάλο βαθμό και οι σχέσεις των μελών της διευρύνονται προς πολλές κατευθύνσεις.

Συνεχίζοντας, όσο γίνεται από πιο κοντά, την παρακολούθηση της πορείας του Παναγ. Αναγνωστόπουλου μαθαίνουμε από επιστολή του Μ. Φωκιανού προς τον Εμμ. Ξάνθο της 14ns Φεβρουάριου 1820 ότι ο Αναγνωστόπουλος παρέμεινε επί 25 μέρες στην καραντίνα στο Ρένι και ότι στις 6 Φεβρουάριου αναχώρησε «δι’ αναγκαίας υποθέσεις του οπίσω».

 

Σφραγίδα της Εφορείας της Φιλικής Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη.Τα γράμματα αντιστοιχούν στα αρχικά της Εταιρείας (ΦΕ) και στα αρχικά του επωνύμου των τριών Εφόρων, Κουμπάρη (Κ), Σπ. Μαύρου (Μ) και Ιωάν. Μπάρμπη (Μ).

 

Βρισκόμαστε πια κοντά στον χρόνο που ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος θα εγκαταλείψει την περιοχή των Ηγεμονιών, όπου ανέπτυξε, όπως είχαμε την ευκαιρία θα παρακολουθήσουμε, σημαντική δράση και θα κινήσει για την Πίζα της Ιταλίας, όπου βρίσκεται κιόλας για άλλους λόγους ο Αθανάσιος Τσακάλωφ. Μια επιστολή του Αναγνωστόπουλου (με το ψευδώνυμο «Ιωακήμ Αρχιμανδρίτης» προς τον Αντώνιο Κομιζόπουλο, Μόσχα) γραμμένη στις 11 Φεβρουάριου 1820, κρίνουμε σκόπιμο να την παραθέσουμε αυτούσια, επειδή επισημαίνει σοβαρά προβλήματα που έχουν παρουσιαστεί και υπαινίσσεται την επικείμενη αναχώρησή του.

Κύριε.

Διά της παρούσης μου σας λέγω τα ακόλουθα· ειδοποιηθείς από φίλον, ότι ο φιλάνθρωπος [=τσάρος] επεριφρόνησε το πράγμα και ωργίσθη κατά του Α.Θ. [= Ξάνθος] και Α.Ι. [= Αναγνωστόπουλος] μαθών αυτήν την απεφκεταίαν είδησιν, χωρίς τινός αναβολής ανεχώρησα εκείθεν όπου με την προλαβούσαν σας έλεγα ότι ευρισκόμην. Το διά πού δεν λέγω, διότι ούτε εγώ ηξεύρω, όπου όμως αποκατασταθώ θέλω σας γράψει· να μη μου γράψετε πλέον, διότι δεν ηξεύρετε διά ποιον μέρος. Aν η παρουσία του Ξάνθου ανατρέψη τα πράγματα, το οποίον τούτο ανυπομόνως προσμένω να ακούσω, θέλετε δώσει την είδησιν εις τον Λεβέντην, παρ’ ου ειδοποιούμαι καγώ.

Τι σκοπεύει να πράξει ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος δεν είναι φανερό, ούτε αυτός θέλει άλλωστε να το φανερώσει στο γράμμα του. Ένα άλλο όμως σημαντικό στέλεχος της Εταιρείας ο Νικόλαος Πατζιμάδης, την 1η Απριλίου σε επιστολή του από τη Μόσχα προς τον Εμμ. Ξάνθο που ενεργεί για τους γνωστούς λόγους στη Πετρούπολη, κρίνει ότι ο πελοποννήσιος Φιλικός «όταν τα πράγματα λάβωσιν αυτού κατα την επιθυμίαν μας καλόν τέλος και επιστέψετε εδώ τότε πρέπει να ελθή εδώ και ο Ιωάννης [= Αναγνωστόπουλος] όπου οι τέσσαροι να συνθέσωμεν καλά και μόνιμα συμφωνητικά…».[16] Τα ίχνη του έχει χάσει από τον Φεβρουάριο κι ο Ευάγγελος Μαντζαράκης, όπως γράφει στο Ξάνθο στις 27 Απριλίου 1820 από το Ισμαήλι: την τελευταία φορά που και αυτός τον εντόπισε ήταν ο Φεβρουάριος, όταν βρισκόταν στο λοιμοκαθαρτήριο στο Ρένι, ενώ και ο Aντώνιος Κομιζόπουλος γράφοντας στις 13 Μαΐου 1820 από τη Μόσχα στον Ξάνθο (Πετρούπολη) αγνοεί «που εκαταστάθη ο Ιωαννίδης».[17]

Η ασάφεια για τις κινήσεις του Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου πάντως αρκετά γρήγορα θα διαλυθεί καθώς, όπως ξέρουμε, θα ακολουθήσει για διαφορετικούς λόγους τα βήματα του Αθανάσιου Τσακάλωφ και θα βρεθεί την άνοιξη του 1820 στην Πίζα της Ιταλίας, στο γνωστό περιβάλλον όπου ξεχωρίζουν ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο Ιωάννης Κρατζάς.

 

Σύμβολα αφιερώσεως και καθιερώσεως μελών της Φιλικής Εταιρείας.Δημοσιεύεται στο Γ. Τσούλιος – Τ. Χατζής (ετημ.), Ιστορικόν Λεύκωμα της ΕλληνικήςΕπαναστάσεως τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 1970, σ. 34.

 

Από τις υπάρχουσες πηγές δεν γίνεται φανερό γιατί ο Αναγνωστόπουλο εγκατέλειψε το περιβάλλον των Ηγεμονιών, όπου αυτή την εποχή – όπως και στη γειτονική Ρωσία, αλλά και στην κοντινή Κωνσταντινούπολη – παιζόταν το σημαντικότερο παιχνίδι της Φιλικής Εταιρείας, ενώ στην Πίζα ο ρόλος του εκ των πραγμάτων είναι λίγο αποδυναμωμένος. Πολλά από τα σημαντικά στελέχη της Εταιρείας στις μεταξύ τους επιστολές υπαινίσσονται ή και ομολογούν ανοικτά αντιθέσεις και διενέξεις μεταξύ των Φιλικών των Ηγεμονιών, στις οποίες ο Αναγνωστόπουλος ασφαλώς είναι έντονα ανακατεμένος. Αλλά πέραν τούτου ουδέν.

Ωστόσο, ο Α. Λεονάρδος (=Γ. Λεβέντης) σε γράμμα του της 19ns Μαΐου 1820 από το Βουκουρέστι προς τον Εμμ. Ξάνθο (Πετρούπολη) φαίνεται να ξεκαθαρίζει κάπως τα πράγματα περιγράφοντας μια ζοφερή κατάσταση που είχε δημιουργηθεί εναντίον του Αναγνωστόπουλου. Συγκεκριμένα θα γράψει: «αν ήσουν ενταύθα, δεν ήθελες απορεί διά την αποδημίαν του Α. Ιωαννίδου [= Π. Αναγνωστοπούλου] τόσος αναβρασμός ήτον καθ’ αυτού, ώστε αν ο Λαρσάκης [= Γ. Λεβέντης] δεν επρολάμβανε να τον διευθύνη προς την Ιταλίαν, όπου ευρίσκεται ήδη, ήτον επόμενον αφεύκτως να ακολουθήση τι άτοπον. Και τώρα να επιστρέψη, ως γράφει ο Α. Θανασίου [= Ξάνθος] εις Βεσσαραβίαν, θα προξενηθώσι ταραχαί, όθεν εγώ εγκρίνω να μείνη εκεί όπου ευρίσκεται κατά το παρόν άχρις ου λάβουν το αίσιον τέλος τα ημέτερα πράγματα…». Λίγες γραμμές παρακάτω στην ίδια επιστολή ο αποστολέας θα αναφερθεί ονομαστικά στον νέο τόπο διαμονής του Αναγνωστόπουλου αλλά και πάλι είναι ξεκάθαρος ότι πρέπει να παραμείνει εκεί: «Ο Iωαννίδης [= Αναγνωστόπουλος] ως έμαθον σήμερον έφθασεν εις Πίζαν, όθεν γράψατέ τον, πλην με πολλήν προσοχήν, και περικλείσατε το γράμμα προς τον διδάσκαλον, εγώ δεν του στέλλω κανένα από τα γράμματά σας, διότι δεν τολμώ διά της Αυστρίας να τα στείλλω, μην τον συμβουλεύετε όμως να έλθη προς αυτά τα μέρη, διότι δεν είναι καιρός. σας γράφω εγώ πότε πρέπει να γίνη τούτο».

Τέλος, για τα ίδια επεισόδια μας δίνει μια εικόνα και ο έμπιστος του Εμμ. Ξάνθου Μιχαήλ Φωκιανός, γράφοντας του στις 29 Μαΐου 1820 από το Ισμαήλι: «ο Θέμελης ήλθεν ως έμαθον και είδον και γραφήν του, εις Γαλάτζι αυτός γράφει προς τον εδώ κύριον Καλαματιανόν εις απόκρισιν οπού τον ερώτησεν πού ευρίσκεται ο κυρ Παναγ. Αναγν. και τον λέγει ούτος πως εις τας 10 Φεβρουαρίου από Γαλάτζι είχεν μισεύσει προς το Βουκουρέστι με έναν άλλον φίλον οπού ήλθεν και τον αντάμωσεν λεγόμενον Κανέλον Ζαφειρόπουλον… λέγει πως δεν ηξεύρει πού επήγαν, του γράφει μάλιστα μεθ’ όρκου. Του λέγει ακόμα πως και το εμπορικόν τους ήτον τεταραγμένον και ες ακαταστασίαν εξ αιτίας των καταχρήσεων των κομισιονέρων, και ότι τα πάντα θέλει τα πληροφορηθεί από τον κυρ Τζούνην…».

Αυτά τα σημαντικά, λοιπόν, για τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, με τη δράση του οποίου στις Ηγεμονίες συνδέονται διάφορα «ατοπήματα», τα οποία τον ανάγκασαν, και με την παρότρυνση του Γεωργίου Λεβέντη, να αφήσει την κυρίως περιοχή δράσης του και να μετακομίσει στην Πίζα, όπου, σύμφωνα με την επιστολή της 19ns Μαΐου 1820 που αναφέραμε μόλις παραπάνω, έφθασε στις 19 Μαΐου 1820. (Σε μια επιστολή του ο Μ. Φωκιανός ιχνογραφεί την πορεία του ταξιδιού του Παναγ. Αναγνωστόπουλου ως εξήδ: Ρένι-Βουκουρέστι – Θεσσαλονίκη – Ύδρα – Λιβόρνο – Πίζα).

 

«Σχέδιον για την παντιέραν της Εταιρείας της Επαναστάσεως» με σύμβολα «εφοδιαστικού ποιμένος» της Φιλικής Εταιρείας. Το σχεδίασμα προέρχεται από τον Δημήτριο Γουδή, ο οποίος πρώτος ύψωσε στο πλοίο του τη σημαία της Ελευθερίας στις Σπέτσες το 1821 (2 Απριλίου). Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, Σημαίες ελευθερίας, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1996, σ. 20.

 

Ο Αναγνωστόπουλος, πολύ πιθανόν, την πρώτη επιστολή που θα γράψει από την Ιταλία θα την απευθύνει, όπως σχεδόν ήταν αναμενόμενο, στον Γεώργιο Λεβέντη, όπως ο τελευταίος αναφέρει σε επιστολή του της 8ns Ιουνίου 1820 προς τον Εμμ. Ξάνθο.[18] Στην ίδια επιστολή ο Λεβέντης επιμένει και πάλι ότι ο Αναγνωστόπουλος δεν πρέπει να επιστρέψει με κανένα τρόπο στις Ηγεμονίες αλλά ούτε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά «κάλιον να περάση εις τα ενδότερα της Ρωσίαςs». Όπως λοιπόν διαγράφονται τα πράγματα και με βάση τη πυκνή πληροφόρησή μας για τα γεγονότα αυτά, ο Αναγνωστόπουλος υποχρεώνεται να απομακρυνθεί στην Πίζα εξαιτίας των σφοδρών αντιθέσεων και περιπλοκών που προξένησε στις Ηγεμονίες και οι οποίες ελπίζουν όλοι ότι θα διαλύσει η εκλογή μιας σημαντικής προσωπικότητας στη θέση του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας.

Για τον λίγο σχετικά καιρό που θα περάσει ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στην Πίζα δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Πάντως όπως και να έχουν τα πράγματα, είναι ευνόητο να βρίσκεται πολύ κοντά στον Αθανάσιο Τσακάλωφ και λίγο – πολύ οι πράξεις τους αυτή την περίοδο να ταυτίζονται. Μαζί, άλλωστε, θα πάρουν το δρόμο και πάλι προς τις  Ηγεμονίες μετά τις ραγδαίες  εξελίξεις που εν τω μεταξύ έλαβαν χώρα στο «μέτωπο» της Πετρούπολης, όπου ενεργούσε ο Εμμ. Ξάνθος, δηλαδή την άρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια να τεθεί επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας αλλά, αντίθετα, την αποδοχή του Αλέξανδρου Υψηλάντη να κατευθύνει ως αρχηγός της Εταιρείας τον αγώνα.

Έτσι, μετά τις αποφασιστικές συσκέψεις που έλαβαν χώρα στο Ισμαήλιο στις αρχές Οκτωβρίου 1820 και τις σοβαρές και κρίσιμες αποφάσεις της Εταιρείας για την ανάληψη του ένοπλου αγώνα, ο Τσακάλωφ και ο Αναγνωστόπουλος θα λάβουν εντολή να κινηθούν και αυτοί εκ νέου προς την περιοχή των Ηγεμονιών. Ωστόσο, οι προηγούμενες αντιθέσεις και τα επεισόδια στα οποία είχε εμπλακεί ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος ακόμα ρίχνουν τη σκιάτους. Το πράγμα αυτό έρχεται να υπενθυμίσει μια επιστολή του Γεωργίου Λεβέντη της 1ης  Νοεμβρίου 1820 από το Βουκουρέστι, ο οποίος απευθυνόμενος προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Κισνόβι, μετά την επιστροφή του από την Πετρούπολη και μετά από τις συσκέψεις στο Ισμαήλιο, σημειώνει: «…περί της όσον ούπω αφίξεως των κυρίων Α. Βασιλείου [= Αθ. Τσακάλωφ] και Ιωαννίδου [= Αναγνωστόπουλος], προς τον δεύτερον να γράψητε να έλθη αμέσως εκεί διά να μην προξενήση εις τα ενταύθα μέρη ταραχήν ο ερχομός του».[19]

Οι δύο Φιλικοί, Τσακάλωφ και Αναγνωστόπουλος, θα αρχίσουν το ταξίδι της επιστροφής και στην πορεία τους αυτή θα βρεθούν και στη Βιέννη, όπου, όπως γνωρίζουμε, ο Τσακάλωφ θα ασθενήσει σοβαρά, ενώ ο Γρηγόριος Δικαίος τους περιμένει με αδημονία, μαζί βέβαια με τον Αλ. Υψηλάντη, στην Πελοπόννησο.

Πορτραίτο του Εμμανουήλ Ξάνθου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

 

Ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στις 15 Ιανουάριου 1821 θα γράψει από το Βουκουρέστι, όπου βρίσκεται και πάλι, μια επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Κισνόβι, με τον οποίο έρχεται και πάλι σε απευθείας επαφή και στην οποία κάνει μια επισκόπηση των πραγμάτων.[20] Σε αυτή λοιπόν γίνεται νύξη και για το ταξίδι της Ιταλίας: «Το αν εφοβήθημεν διό και ετραβήχθημεν επ την άκρην του κόσμου, ή το παρ’ ημών ζητούμενον άλλο ήτον, απαιτεί και τούτο ωσαύτως προσωπικήν εντάμωσιν». Στη συνέχεια αναφέρεται στο ταξίδι της επιστροφής τους, την άγνοια που είχε για την εξέλιξη της αποστολής του Ξάνθου, την ασθένεια του Τσακάλωφ στη Βιέννη, τη συνάντησή του με τον Γεώργιο Λεβέντη, από τον οποίο πληροφορήθηκε τα όσα συνέβησαν στην Πετρούπολη. Ακόμη στην ίδια επιστολή αναφέρει και κάποιες συζητήσεις που κυκλοφορούν στο Βουκουρέστι σχετικά με μελλοντικές επαναστατικές κινήσεις στη Βουλγαρία και τη Σερβία σε σχέση με το «μελλούμενον πανηγύρι», ενώ στην επιστολή του εμφανίζεται πλέον και ο Καλός [= Αλέξανδρος Υψηλάντης] πράγμα που σημαίνει ότι έχει και αυτός ευθυγραμμιστεί προς τις εξελίξεςι στην κορυφή της Φιλικής Εταιρείας. Ωστόσο, όλα αυτά επιβάλλουν συνάντηση των δύο Φιλικών, όπως σαφέστατα το διατυπώνει: «έχω ανάγκην διά να σας ανταμώσω».

Μετά από ένα μήνα ακριβώς νέα επιστολή του Αναγνωστόπουλου (Ιάσι) προς τον Ξάνθο (Ισμαήλιο), στην οποία αναφέρει και πάλι δυσαρέσκειες και επιπρόσθετα τονίζει ότι είναι απαραίτητη η προσωπική του συνάντηση με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη· για τον σκοπό αυτό έχει κιόλας γράψει προς τον πρίγκιπα για να του υποδείξει ο τελευταίος τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί αυτή η επαφή. Υποδεικνύει ότι σε αυτή τη συνάντηση είναι καλό να παρευρίσκεται και ο Ξάνθος, όμως δεν ξέρει σε ποιο σημείο είναι οι σχέσεις τους, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Μη παραξενεύεσαι φίλε, διότι σε ερωτώ, ηξεύρεις την παροιμίαν, όποιος εκάη εις τον χυλόν φυσά και το γιαούρτι. Εδώ ευρίσκονται μεγάλαι δυσαρέσκειαι μεταξύ των εμπόρων, αι οποίαι απαιτούν ταχείαν την διόρθωσίν των. Ο ερχομός του Ιωαννίδη [= Αναγνωστόπουλου] τόσον εδώ, καθώς και εις Βουκουρέστιον επροξένησε μόνος του την ατομικήν του αθώωσιν, διότι δεν ευρέθη κανένας να ειπή ότι τον έδωσέ τι και έμειναν κατεντροπιασμένοι».

Η εντύπωση που σχηματίζει

ο ηγέτης της Φιλικής Εταιρείας

από τη συνάντηση με τον

Παναγ. Αναγνωστόπουλο

δεν είναι καθόλου καλή

 

Την 21η Φεβρουαρίου ο Αναγνωστόπουλος βρίσκεται στο Κισνόβι, όπου βρίσκεται και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης. Αυτό αναφέρει σε επιστολή του ο ίδιος Αλ. Υψηλάντης προς τον Εμμ. Ξάνθο, όμως η εντύπωση που σχηματίζει ο ηγέτης της Φιλικής Εταιρείας από τη συνάντηση με τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο δεν είναι καθόλου καλή.[21] Aς την παρακολουθήσουμε, όπως αποτυπώνεται από το χέρι του Υψηλάντη: «ο Αναγνωστόπουλος έφθασεν εδώ με ένα ιατρόν, μοι γράφουν από Βουκουρέστι και από Γιάσι ότι ήλθεν να με επισκεφθή. εγώ δεν το πιστεύω επειδή και είναι Γραικός, πλην η φυσιονομία του είναι πολλά αχρεία. Δεν τον απέδειξα τίποτε. Άρχησε να λέγη και κατά σου πολλά ότι εσείς οι δύω, δεν ηξεύρω ποιον άλλον εννοεί, πταίετε και τα εξής. Τα λόγια του είναι πολλά περδευμένα. Δεν με άρεσε παντελώς. Έχει ένα ιατρόν μαζή του, κοίταξε αν αρρωστήσης να μη πάρnς ιατρικά από αυτόν».

Δυσαρέσκειες, αντιπαλότητες, διενέξεις, αντιπάθειες ήταν αναμφίβολα φυσικό να δημιουργούνται μεταξύ των μελών της Εταιρείας. Πιθανόν στο βάθος να υπάρχουν σοβαροί λόγοι, πιθανόν να οφείλονται και σε αιτίες της στιγμής. Κάποιες φαίνεται να διευθετούνται γρήγορα, κάποιες θα επανεμφανιστούν και μετεπαναστατικά. Ορισμένα στοιχεία ανατρέπονται γρήγορα, πολύ γρήγορα, όπως λ.χ. η άποψη του Αλ. Υψηλάντη για τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο. Πράγματι, μετά από πέντε μέρες (26 Φεβρουάριου 1821) ο πρίγκιπας θα γράψει και πάλι στον Ξάνθο από το Ιάσιο, όμως θα σημειώσει τώρα στο γράμμα του: «ως σοι έγραφον ότι δεν επίστευσα τον Αναγνωστόπουλον αρκετά βδελυρόν διά να κάμη εν τοιούτον έργον, πλην μοι το έγραψαν από Βουκουρέστι…» και λίγο παρακάτω στο ίδιο γράμμα: «Ο Αναγνωστόπουλος, προς ον δεν έχω καιρόν να γράψω (επειδή και τέσσαρας ώρας  το ημερονύκτιον δεν κοιμούμαι από το πλήθος των γραψιμάτων, διαταγών και οργανισμών), ας ήναι ήσυχος δι’ όσα μοι έγραψαν, εγώ ούτε τα επίστευσα· πρέπει όμως να υπάγη εις Κωνσταντινούπολιν να βιάση την πυρκαϊάν, αυτά και όσα άλλα ημπορέσει, να καιρός πρόσφορος διά να απόδειξη ο καθ’ εις τι ημπορεί να κάμη».

Είναι φανερό από τη συγκεκαλυμμένη αλληλογραφία που εξακολουθεί να διατηρείται μεταξύ των Φιλικών ότι ο Αναγνωστόπουλος έχει μάλλον διαμορφώσει μία διαφορετική άποψη για την έναρξη των επαναστατικών δραστηριοτήτων. Ίσως η παραμονή στην Πίζα και η επαφή με την ομάδα των Ελλήνων που δρουν στην ιταλική πόλη να έπαιξε κάποιο ρόλο, ίσως οι τόσες διενέξεις με άλλα σημαντικά στελέχη της Εταιρείας να υπαινίσσονται και κάποιες διαφορές απόψεων σε κρίσιμα ζητήματα δράσης. Πάντως, από το γράμμα του Αλέξ. Υψηλάντη γίνεται φανερό ότι κάποιοι έγραψαν κατά του Αναγνωστόπουλου κάτι σοβαρό, το οποίο αυτός δεν τολμά να το πιστέψει, όμως, παράλληλα έχει και την τάση να τον απομακρύνει από την περιοχή της άμεσης δράσης του, δηλαδή από τις Ηγεμονίες, όπου εντος ολίγου θα ηχήσουν τα επαναστατικά όπλα.

Στα γεγονότα αυτά θα αναφερθεί πολύ αργότερα (20 Ιανουάριου 1847) και ο ίδιος ο Αναγνωστόπουλος, όταν θα ξεσπάσει η αντιδικία με τον Ξάνθο για τον ρόλο του καθενός στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, σύμφωνα με υπόμνημά του που υπάρχει στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ, αρ. 9136) και μέρος του έχει δημοσιεύσει στη βιογραφία του για τον Αναγνωστόπουλο, το 1933, ο Αγ. Τσέλαλης.[22] Σύμφωνα με το υπόμνημα αυτό πρέπει να είχε συνταχθεί ένα σχέδιο δράσης από τους Φιλικούς του Βουκουρεστίου, το οποίο προέβλεπε αναβολή των επαναστατικών πολεμικών ενεργειών για λίγους μήνες και μετάθεση του κέντρου βάρους από τις Ηγεμονίες στην Πελοπόννησο. Τα γράμματα με το σχέδιο αυτό στάλθηκαν στον Αλέξ. Υψηλάντη και έτσι, όταν ο Αναγνωστόπουλος θα συναντήσει μετά από αίτησή του τον Υψηλάντη στο Κισνόβι, θα βρει, όπως γράφει, «άλλον Υψηλάντην, παρά εκείνον, όστις μοι έγραφε… επαρατήρησα αυτόν όλως ηλλοιωμένον και περιοριζόμενον μόνο εις τινας βιασμένας περιποιήσεις».

Ο Αναγνωστόπουλος, όπως ο ίδιος γράφει, θα επιχειρήσει να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από όλα αυτά και θα βρει ότι «μία συμμορία εν Ιασίω, έχουσα επί κεφαλής τον Ζαπάντην… έγραψε προς αυτόν [Υψηλάντην] ότι ο Αναγνωστόπουλος μετά του Τσακάλωφ συνφωνήσαντες και μετά του εν Ιταλία πρίγκηπος Καρατζά όπως αυτόν αναδείξωσιν αρχηγόν, ήτον ο σκοπός των να δηλητηριασθή ο Υψηλάντης και οι εκτελεσταί του ανοσιουργήματος τούτου είναι ως φαίνεται αυτός ο ίδιος».

Όπως και να έχουν τα πράγματα γίνεται, πιστεύω, προφανές ότι υπάρχει διάσταση απόψεων για τον τόπο και τον χρόνο έναρξης της πολεμικής επαναστατικής δράσης. Άλλωστε, εκτός από τις διαφορετικές απόψεις, τούτο καταφαίνεται κυρίως από τον διαφορετικό τρόπο υλοποίησης  των αποφάσεων των συσκέψεων στο Ισμαήλιο και των διακηρύξεων που τις ακολούθησαν, επειδή οι πράξεις των πρωταγωνιστών άλλοτε είναι σύμφωνες και άλλοτε δεν είναι σύμφωνες με το πνεύμα των διακηρύξεων αυτών.

Παρακολουθώντας από κοντά τις πληροφορίες που αποδεσμεύουν τα έγγραφα θα σταθούμε σε μια επιστολή της 2ας  Μαρτίου 1821 που γράφει ο Γ. Καντακουζινός από το Τίργο Φορμόσι προς τους Ξάνθο και Αναγνωστόπουλο.[23] Ο αποστολέας καλεί τους δύο πρωτοφιλικούς να μεριμνήσουν ώστε οι «νέοι Έλληνες» που συγκλίνουν από παντού στις Ηγεμονίες να φθάσουν στα μέρη που πρέπει «εφοδιαζόμενοι με τα συνήθη φορέματα μαύρα, έχοντες καθ’ ένας όσα ημπορεί άρματα και να μας προφθάσουν το ογληγορώτερον εις Φωξάνι». Προφανώς οι νέοι που συρρέουν είναι όσοι θα συγκροτούσαν τον Ιερό Λόχο.

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι παρά τις αντιρρήσεις  και τις διαφορετικές απόψεις ο Αναγνωστόπουλος δεν κάνει πίσω την κρίσιμη στιγμή και θα αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν στο μέτωπο της Βλαχίας, πράγμα που διαφαίνεται και από επιστολή του προς τον Εμμ. Ξάνθο από το Κισνόβι της 9ns Μαρτίου 1821, στην οποία δεν γίνεται άλλος λόγος παρά μόνο για τις κινήσεις του Υψηλάντη και τις αρμοδιότητες του Ξάνθου και τις δικές του, για τις αποστολές γραμμάτων στη Ρωσία, με άλλα λόγια συμμετέχει σε μια κατάσταση κινητικότητας και δράσης, στην οποία ο ρόλος του Αλέξ. Υψηλάντη είναι βέβαια πρωταρχικός.[24] Στη γραμμή αυτή είναι χαρακτηριστική και πάλι μία επιστολή του ίδιου του Αναγνωστόπουλου προς τον Ξάνθο (Κισνόβι) της 26ns Απριλίου 1821 από το Τζερναούτζι τns Μπουκοβίνας. Η επιστολή αυτή, δημοσιευμένη ήδη στα Απομνημονεύματα του Ξάνθου εμφανίζει τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο να βρίσκεται δίπλα στον Αλέξανδρο, να στέλνει μέσω του Ξάνθου χαιρετισμούς στη μητέρα του πρίγκιπα που δεν πρέπει ανησυχεί για τον γιο της, δηλαδή φανερώνει έναν Αναγνωστόπουλο δεξί χέρι του Αλέξανδρου Υψηλάντη.[25]

 

Εκποιούν κοσμήματα της

οικογένειας Υψηλάντη,

για να συγκεντρώνουν χρήματα

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, Εθνικό Ημερολόγιο Βρεττού, Παρίσι (1862).

Εφεξής οι πληροφορίες μας για τη δράση του Αναγνωστόπουλου στην περιοχή των Ηγεμονιών είναι ελάχιστες και δεν μας διαφωτίζουν για την περαιτέρω συμμετοχή στο κίνημα του Υψηλάντη. Αντίθετα, υπάρχουν πληροφορίες ότι ο Αναγνωστόπουλος μόλις πληροφορήθηκε την έναρξη των εχθροπραξιών στην Πελοπόννησο έπεισε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη να επιτρέψει την αναχώρηση του αδελφού του Δημητρίου για την Πελοπόννησο, όπου η παρουσία θεωρείται υψίστης σημασίας για την επιτυχία του αγώνα. Δημήτριος Υψηλάντης και Παναγ. Αναγνωστόπουλος σε αναζήτηση χρηματικών ενισχύσεων έφθασαν μαζί στην Οδησσό, σπουδαία βάση της Φιλικής Εταιρείας, όπου φαίνονται να εκποιούν κοσμήματα της οικογένειας Υψηλάντη, να συγκεντρώνουν χρήματα και από εκεί να κατευθύνονται στο Κισνόβι, να προμηθεύονται πλαστά διαβατήρια για να περάσουν την πάντα επικίνδυνη, για πολλούς λόγους, περιοχή της Αυστρίας και κατόπιν να φθάνουν στην Τεργέστη.

Νέες προσπάθειες για τη συλλογή ενισχύσεων, σύντομη παραμονή στην Τεργέστη και από εκεί με πλοίο στην Ύδρα όπου φθάνουν στις 8 Ιουνίου 1821. Στο ταξίδι αυτό ο Αναγνωστόπουλος θα ταξιδέψει ως δήθεν έμπορος, εφοδιασμένος με ρωσικό και γερμανικό διαβατήριο, συνοδευόμενος από τους δύο «υπηρέτες» του, τον Αθανάσιο Στοστοπόπουλο (Δημ. Υψηλάντης) και Νικόλαο Βλάση (Σουβατζόγλου). Τις ίδιες μέρες ο Αλέξανδρος  Υψηλάντης υφίσταται την καταστροφική ήττα στο Δραγατσάνι.[26]

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ένας από τους πρωτοφιλικούς βρίσκεται πλέον μέσα στην καρδιά των επαναστατικών εξελίξεων, βρίσκεται στην επαναστατημένη καρδιά του αγώνα, στην Πελοπόννησο. Όπως είναι φυσικό – άλλωστε αρμόζει απόλυτα στον ηγετικό χαρακτήρα του – θα λάβει μέρος σε πολλές κινήσεις που αποσκοπούν στην εδραίωση και στην επιτυχία του αγώνα: συσκέψεις, μετακινήσεις, διαβουλεύσεις, διαμάχες, μάχες. Στοιχεία για τη συμμετοχή του σε διάφορα επαναστατικά γεγονότα θα εκθέσει ο ίδιος σε αναφορά του στον Όθωνα.[27] Σύμφωνα με αυτή παραβρέθηκε στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς, στην εκστρατεία των Τρικόρφων, στην πολιορκία και την τελική έφοδο εναντίον του Ναυπλίου, στην πολιορκία και παράδοση του Ακροκορίνθου, στην εκστρατεία εναντίον της Λαμίας και της Φθιώτιδα, στη μάχη του Άργους και την καταστροφή του Δράμαλη, στη μάχη στα Βέρβενα εναντίον του Ιμπραήμ, στοιχεία τα οποία βεβαιώνει και ο Δημήτριος Υψηλάντης με δική του αναφορά (Τροιζήνα, 4 Μαρτίου 1828).[28]

 

Μάχη Δερβενακίων, έργο του Νέστορα Λ. Βαρβέρη, 1899. Δημαρχείο Κρανιδίου.Δημοσιεύεται στο Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Ζωγράφοι-Γλυπτές-Χαράκτες, 16ος-20ος αιώνας, τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 2000, σ. 142.

 

Το 1826 έλαβε μέρος στη Γ’ Εθνοσυνέλευση, στην οποία αντιτάχθηκε έντονα στο ψήφισμα που επιζητούσε την αγγλική προστασία. Αντίθετα, ο ίδιος συμφωνεί με τον Υψηλάντη, τον Νικηταρά και τον Γ. Καραϊσκάκη να αναχωρήσει για την Πετρούπολη και να ζητήσει την προστασία της Ρωσίας. Αναχωρεί, λοιπόν, για την Κωνσταντινούπολη και παρουσιάζεται στον ρώσο πρέσβη, ο οποίος τον απέτρεψε από την περαιτέρω συνέχιση του ταξιδιού προς την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Ανέλαβε όμως ο τελευταίος να διαβιβάσει τα αιτήματα των επαναστατών προς τον τσάρο και έδωσε στον Αναγνωστόπουλο υποσχέσεις για τη ρωσική συνδρομή. Έτσι ο ανδριτσάνος Φιλικός και αγωνιστής επέστρεψε πάλι στην καρδιά του αγώνα.

 

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος

κατά τη διάρκεια της

καποδιστριακής περιόδου διορίστηκε

έκτακτος επίτροπος της Ηλείας

 

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος κατά τη διάρκεια της καποδιστριακής περιόδου διορίστηκε έκτακτος επίτροπος της Ηλείας (1829-1831), μετά όμως από τη δολοφονία του Κυβερνήτη παραιτήθηκε και ιδιώτευσε για ένα διάστημα. Στη συνέχεια ο πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας τον διόρισε διοικητή της Εύβοιας με διάταγμα της 23ns Ιουνίου 1838· λίγο ενωρίτερα, τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου είχε τιμηθεί με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος «διά τας εκδουλεύσεις του», ενώ τον Απρίλιο του ίδιου έτους του απονεμήθηκε το Νομισματόσημον «δι’ ανταμειβήν των κατά τον υπέρ ανεξαρτησία πόλεμον εκδουλεύσεων του».

Εν συνεχεία θα υπηρετήσει σε διάφορες δημόσιες θέσεις και συγκεκριμένα ως διοικητής της Σπάρτης, Σύρου και Θήρας. Υπηρετώντας στην Εύβοια θα γίνει στόχος δολοφονικής απόπειρας, ενώ θα βρεθεί μπλεγμένος σε διάφορες ίντριγκες που είχαν ως στόχο τον Νικόλαο Κριεζώτη, με αποτέλεσμα να φθάσουν στον Όθωνα κατηγορίες εναντίον του, για τις οποίες φρόνησε να τον ενημερώσει ο φίλος του Αινιάν. Για όλα αυτά θα φροντίσει να συντάξει απολογητικό υπόμνημα, με το οποίο δηλώνει την πίστη και αφοσίωσή του στο πρόσωπο του βασιλιά.

Μετά τις υπηρεσίες που προσέφερε στη διοίκηση των περιφερειών αυτών διορίστηκε στις 12 Οκτωβρίου 1843 με βασιλικό διάταγμα Σύμβουλος της Επικράτειας, ενώ το 1845 θα διορισθεί νομάρχης Λακωνίας, αργότερα νομάρχης επίσης Αργολιδοκορινθίας και Μεσσηνίας και μετά από όλα αυτά, σε ηλικία περίπου 60 ετών θα εγκατασταθεί στην νεοσύστατη πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου, την Αθήνα.

Ο κύκλος της ζωής του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου θα κλείσει άδοξα, αφού θα προσβληθεί από την επιδημία της χολέρας που έπληξε την περιοχή της Αττικής και την οποία είχαν μεταφέρει τα αγγλογαλλικά στρατεύματα που έφθασαν ως συνέπεια των δραματικών γεγονότων του Κριμαϊκού πολέμου. Θα πεθάνει στις 15 Νοεμβρίου 1854.

Όπως έχουμε αναφέρει ήδη ο Εμμανουήλ Ξάνθος και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος θα αποτελέσουν τους ήρωες ενός αξιομνημόνευτου μετεπαναστατικού επεισοδίου, σχετικά με τη θέση και τη συμβολή ενός εκάστου στην ίδρυση και την μετέπειτα δράση της Φιλικής Εταιρείας, του οποίου οι συνέπειες έφθασαν και έως τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, εννοείται πάντα σε ιστοριογραφικό επίπεδο.

Γνωρίζουμε δηλαδή ότι ο Ιωάννης Φιλήμων δημοσιεύοντας το Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας το 1834, πολύ πιθανόν υπό την αφηγηματική επίδραση του Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου, μειώνει δραματικά τη συμβολή του πάτμιου Εμμανουήλ Ξάνθου στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας. Αντίθετα, τονίζει ότι υπάρχουν κατηγορίες εναντίον του Πάτμιου ότι καταχράστηκε χρήματα της Φιλικής Εταιρείας και ότι υπήρξε υπεύθυνος για τον πρόωρο θάνατο του Νικόλαου Σκουφά το 1818 στην Κωνσταντινούπολη. Γνωρίζουμε επίσης ότι λόγω των κατηγοριών αυτών ο Εμμανουήλ Ξάνθος και επιζητώντας να τις αποσείσει συνέγραψε το 1837 την Απολογία του, η οποία περιήλθε πριν ακόμα εκδοθεί σε γνώση του Φιλήμονα, γεγονός που τον ανάγκασε να αποκαταστήσει τα πράγματα σχετικά με τη δράση και το ρόλο του Εμμανουήλ Ξάνθου, γράφοντας σχετικό άρθρο στην εφημερίδα Αιών ης 19ης Μαρτίου 1839.

Είναι επίσης γνωστό ότι αργότερα (1845) ο Ξάνθος θα δημοσιεύσει και Απομνημονεύματά του, στα οποία συγκεντρώνει και δημοσιεύει σημαντικά έγραφα για τη δράση τη δική του αλλά και άλλων προσώπων που πλαισίωσαν την Φιλική Εταιρεία, πάντα βέβαια επιζητώντας να αποσείσει τις εναντίον του κατηγορίες, οι οποίες εκπορεύονται κυρίως εκ μέρους του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια δημοσιεύτηκαν αρκετές αρχειακές συλλογές προσώπων που συμμετείχαν από κοντά στην προετοιμασία του αγώνα, με αποτέλεσμα να είμαστε σε θέση να δούμε τα πράγματα καλύτερα, καθώς τα σχετικά τεκμήρια έχουν πολλαπλασιαστεί.

 

Σημαία με τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας. Τη σημαία έφερε το υπό τον Πιέρρο Γρηγοράκη- Τζανετάκη σώμα της Ανατολικής Μάνης κατά την πολιορκία και την άλωση της Μονεμβασίας, το 1821. Ι. Κ. Μαζαράκης- Αινιάν, Σημαίες ελευθερίας Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 1996, σ. 12.

 

Επανερχόμενοι στη διένεξη μεταξύ Ξάνθου και Αναγνωστόπουλου πρέπει να έχουμε κατά νου ότι το χρονικό πλαίσιο αναφοράς τοποθετείται στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, όταν τα όπλα έχουν μόλις σιγάσει και διεξάγεται ένας πρώτος απολογισμός της συνεισφοράς προσώπων και τόπων ακόμα και με προφανείς ιδιοτελείς σκοπούς. Η συγγραφή πολλών βιβλίων τοπικής ιστορίας ακριβώς την περίοδο αυτή αλλά και αργότερα, καθώς το φαινόμενο συνεχίζεται, είναι χαρακτηριστική εκδήλωση της διεκδίκησης από τους ενδιαφερομένους μεγάλου ποσοστού συμμετοχής στην απελευθέρωση των ελληνικών τόπων και τη συγκρότηση του νεότερου ελληνικού κράτους.

Είναι βέβαια γεγονός ότι η ηγετική προσωπικότητα του Παναγ. Αναγνωστόπουλου και η σημαντική δράση του ως ανωτάτου στελέχους της Φιλικής Εταιρείας του έδιναν το έναυσμα να προωθήσει τον εαυτό του ως το απώτατο σημείο των ιδρυτών της, καθώς μάλιστα ορισμένες συμπτώσεις ή και εκ των υστέρων κατασκευές διευκόλυναν τον σκοπό του. Έτσι μόλις εκδηλώθηκε η αντίδραση του Εμμ. Ξάνθου και η αναγνώριση του λάθους εκ μέρους του Φιλήμονα, δηλαδή η δημοσίευση του άρθρου στον Αιώνα που αναγνώρισε το ρόλο και τη δράση του πάτμιου αγωνιστή, δεν έμεινε άπραγος. Μετά την αναδίπλωση του Φιλήμονα θα συντάξει τον ίδιο χρόνο (1839) ένα υπόμνημα με τις δικές του απόψεις, το οποίο τιτλοφόρησε «Γενικοί παρατηρήσεις», και το παρέδωσε στον Φιλήμονα για να το δημοσιεύσει, πράγμα που ο τελευταίος δεν έκανε, ίσως γιατί θέλησε να μη συμβάλει στην περαιτέρω συνέχιση της άχαρης αυτής διένεξης.

Στην ίδια γραμμή ο Αναγνωστόπουλος προσπαθεί να εμπλέξει στη διαμάχη και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, όταν ο τελευταίος έχει πλέον καταφύγει και ζει στη Μόσχα, γράφοντάς του μια επιστολή στις 8 Δεκεμβρίου 1845, όπου ανάμεσα στα άλλα θα αναφέρει: «Ιδού τα νέα: Ο κ. Ξάνθος εξέδωκεν έν, ως ο ίδιος το ωνόμασεν Ιστορικόν υπόμνημα της Φιλικής Εταιρείας. Λέγει δε ότι αυτός κατά το 1813 μεταβάς από Κωσταντινούπολιν εις Πρέβεζαν και εκείθεν εις Οδησσόν, όπου ευρών τον Σκουφάν, πρώτον τον ενέπνευσεν, καθώς και υμάς δεύτερον, τον περί ελευθερίας Σκοπόν και ότι καθ’ ο μασσών (κτίστης) έκαμε το σχέδιον της Εταιρείας. Συμφωνήσαντες δε και υμείς μετ’ αυτού, εκάματε το Σύστημα αυτής. Τοιαύτα και πολλά άλλα κακοήθη ψεύδη εκήρυξεν, ενώ ζώσιν εισέτι εξ από τα πρωτενεργά μέλη, τα οποία γνωρίζουν ότι αυτός εκατηχήθη κατά το 1818…».

Φυσικά στο κείμενό του ο Αναγνωστόπουλος καταφερόταν εναντίον του Ξάνθου, αμφισβητώντας τον πατριωτισμό του και κατηγορώντας τον για ατασθαλίες ες βάρος των οικονομικών της Εταιρείας. Εξάλλου και παρά την αναμφισβήτητη παρουσία του Ξάνθου στην Οδησσό το 1814 και τη συμμετοχή του στις πρώτες σκέψεις και πράξεις που οδήγησαν στη σύσταση της Εταιρείας, ο Αναγνωστόπουλος αμφισβητεί τη συμμετοχή του Ξάνθου και επωφελούμενος από τη μετέπειτα παρουσία και αδράνεια του Πάτμιου στην Κωνσταντινούπολη επιμένει ότι ο Ξάνθος έγινε μέλος της Εταιρείας το 1817 και ότι η μοναδική του συμβολή υπήρξε η αποστολή του στην Πετρούπολη για να πείσει τον Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικές Εταιρείας και η μετά την άρνηση του τελευταίου επιτυχία του να καταστήσει αρχηγό της τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.

 

Ελευθερία ή Θάνατος, ξυλογραφία του Τάσσου.

 

Όπως έχουμε αναφέρει, η αντιδικία Ξάνθου – Αναγνωστόπουλου θα εξελιχθεί σε ένα από τα σοβαρά επεισόδια για ένα είδος ιστοριογραφίας που ακριβώς θεωρεί ως έργο της να πάρει το μέρος του ενός  ή του άλλου. Μπορούμε λοιπόν στην εξέλιξη της διαμάχης αυτής να αναφέρουμε ότι παίρνουν το μέρος του ενός ή του άλλου ο Φιλήμων, ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο Πρόκες φον Όστεν, ο Αμβρόσιος Φραντζής, ο Νικ. Σπηλιάδης, ο Αναστ. Γού0as, ο Τάκης Κανδηλώρος, ο Διον. Κόκκινος, ο Αγησ. Τσέλαλης, ο Τάσος Γριτσόπουλος, για να αναφέρουμε ορισμένα μόνο ονόματα.

Πέρα από αυτά όμως και εν σχέσει προς τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο γεγονός είναι ότι τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν απολύτως θετικά. Παρά την αναγνώρισή του ως ενός από τα πρώτα και σημαντικότερα μέλη της Φιλικής Εταιρείας, η δημόσια ιστορία ποτέ δεν ξέφυγε από το γνωστό σχήμα της ιδρυτικής τριάδας Ξάνθος, Τσακάλωφ, Σκουφάς. Έτσι οι υποστηρικτές του Αναγνωστόπουλου θα επιχειρήσουν να μετατρέψουν τουλάχιστον την τριάδα σε τετράδα προσθέτοντας βέβαια τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο ως τέταρτο ιδρυτικό μέλος.

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα στη γραμμή αυτή η εκδήλωση που έλαβε χώρα με την ευκαιρία της συμπλήρωσή των 145 ετών από τον θάνατο του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου. Συγκεκριμένα στο αμφιθέατρο του Υπουργείου Εξωτερικών στις 23 Μαρτίου 2000 η Πανηλειακή Συνομοσπονδία και ο Δήμος Ανδρίτσαινας οργάνωσαν ημερίδα για την αποκατάσταση του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου στην ιδρυτική τετράδα της Φιλικής Εταιρείας. Με την παραπάνω ευκαιρία ο Δήμος Ανδρίτσαινας θα εκδώσει και σχετικό φυλλάδιο με όλα τα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της άποψης αυτής: Φιλήμων, Ιστορία του Πρόκες Φον Όστεν, χειρόγραφο 9142 της Εθνικής Βιβλιοθήκης – επιστολή του Ξάνθου προς τη Βουλή στις 15.12.1843, Ημερολόγιον του Αγώνος (1814-1830).

Τώρα πια τα πνεύματα έχουν ηρεμήσει και είναι πιο εύκολο αντί για έριδες και διαμάχες, η πρώτη ηγετική τριάδα να μετατραπεί σε τετράδα ώστε η διεύρυνση να αποκαταστήσει την ιστορική «αδικία».

 

Υποσημειώσεις


[1] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 13.

[2] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ.31-34

[3] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 37-38.

[4] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 50-52.

[5] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 239-242.

[6] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 43.

[7] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 46-48-51.

[8] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 57-60.

[9] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 105.

[10] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 71-74.

[11] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 91-93.

[12] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 135.

[13] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 47.

[14] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 203-204.

[15] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 7-8-12-14-21.

[16] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 80-83..

[17] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 106.

[18] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 203-204.

[19] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 208.

[20] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 128-130 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 35-37.

[21] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 142-143 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 103.

[22] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 52-57.

[23] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 155 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 131.

[24] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου,  σ. 143-144.

[25] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου,  σ. 203-204.

[26] Δ. Γκίνης, Ο Δημήτριος Υψηλάντης, σ. 187-189.

[27] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 65-66.

[28] Εθνική Βιβλιοθήκη, αρ. 4768.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αγησίλαος Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος ο Φιλικός, Αθήνα 1933, β’ έκδ. 1998.
  • Δημ. Γκίνης, «Ο Δημήτρη Υψηλάντης κατεβαίνει στην Ελλάδα», π. Ο Ερανιστής 2,  (1964), σ. 187-189.
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος-Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη-Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π. Σέκερη, Αθήνα 1967.
  • Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία. Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδα,Αθήνα 1964.
  • Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τόμ. Ε’, Αθήνα 1872.

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

H πολιορκία της Τριπολιτσάς


 

Στα μέσα Μαρτίου 1821, λίγες ημέρες αφ’ ότου έφτασε η είδηση της εισόδου του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις Ηγεμονίες, οι κοινοτικοί άρχοντες της Πελοποννήσου, κοτζαμπάσηδες και αρχιερείς, καθώς και οι Μανιάτες αρχηγοί, δραστηριοποιήθηκαν για την κήρυξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Στηριγμένοι στο κύρος που διέθεταν και στον εξουσιαστικό έλεγχο που ασκούσαν στις κοινότητες, κινητοποίησαν τις επαρχίες και ανέλαβαν διεύθυνση των πολεμικών επιχειρήσεων. Συγκρότησαν δηλαδή σώματα ενόπλων, αποτελούμενα κατά βάση από τους κάπους που βρίσκονταν στην υπηρεσία τους, και προχώρησαν σε επιθετικές ενέργειες και κυρίως στην πολιορκία των οχυρών.

Δημήτριος Πλαπούτας, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ωστόσο, στις πρώτες σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες που έκριναν τη στερέωση της Επανάστασης, όπως ήταν οι μάχες στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου) και τα Δολιανά και τα Βέρβαινα (18 Μαΐου), πρωταγωνίστησαν και διακρίθηκαν ως οπλαρχηγοί οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι, παλιοί καπομπασήδες και κατά καιρούς κλέφτες. Τέτοιοι ήταν οι Πλαπουταίοι, οι Πετιμεζαίοι, ο Αναγνωσταράς, ο Σταματελόπουλος κ.ά., με προεξάρχουσα τη φυσιογνωμία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Η Επανάσταση παρείχε τη δυνατότητα στους ανθρώπους αυτούς, και ιδιαίτερα σε πολεμιστές του κύρους του Κολοκοτρώνη, να αναδειχθούν σε στρατιωτικούς ηγέτες με αυτόνομη πολιτική παρουσία και δύναμη και να διεκδικήσουν κυριαρχικά δικαιώματα στην επαναστατημένη Πελοπόννησο, πλάι στις παραδοσιακές εξουσιαστικές αυθεντίες του τόπου.

 

Οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά

δημιούργησαν νέα δεδομένα

για την εξάπλωση της Επανάστασης

 

Οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά δημιούργησαν νέα δεδομένα για την εξάπλωση της Επανάστασης. Από τη μια, έδειξαν ότι η Επανάσταση στην Πελοπόννησο μπορούσε να έχει θετικές προοπτικές, καθώς απέτυχε η προσπάθεια των Οθωμανών να την καταστείλουν εξορμώντας από την Τριπολιτσά, όπου είχε συγκεντρωθεί το κύριο μέρος των δυνάμεών τους, προς την περιφέρεια της Πελοποννήσου. Από την άλλη, έστρεψαν το βάρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων των επαναστατών στην Τριπολιτσά. Έως την εποχή εκείνη η πολεμική δράση περιοριζόταν, εξαιτίας της επιμονής των κοτζαμπάσηδων, σε παράκτιες πόλεις και οχυρά, όχι όμως και στο ισχυρό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Ο Κολοκοτρώνης αντίθετα υποστήριξε τη σημασία που θα είχε η κατάληψη της Τριπολιτσάς για την ευόδωση της Επανάστασης και στις άλλες επαρχίες και οι στρατιωτικές του επιτυχίες στα μέσα Μαΐου τού επέτρεψαν να δοκιμάσει τις ιδέες του. Του έδωσαν την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως πολεμικός ηγέτης και συνομιλητής των ισχυρών εξουσιαστικών ομάδων του τόπου, να «αμφισβητήσει» δηλαδή τη μονοπώληση της διεύθυνσης του πολέμου από τους κοινοτικούς άρχοντες.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, λιθογραφία.

Βέβαια, ο Κολοκοτρώνης δεν είχε ακόμη τότε αποκτήσει σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα, δεν είχε καν δικό του σώμα ενόπλων. Αρχιστράτηγος των όπλων της Πελοποννήσου είχε οριστεί, περίπου την ίδια εποχή, στην συνέλευση των Καλτεζών (Μάιος), ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ενώ από τα μέσα Ιουνίου ήταν ο Υψηλάντης που διεκδικούσε αυτή τη θέση. Ο Κολοκοτρώνης όμως ήταν εκείνος που είχε συλλάβει την ιδέα δημιουργίας στρατοπέδου γύρω από την Τριπολιτσά (αρχές Απριλίου 1821) και είχε αναλάβει να πραγματώσει με κάθε τρόπο αυτήν την ιδέα, ιδίως μετά την πρώτη αποτυχημένη μάχη στο Βαλτέτσι (24 Απριλίου). Η αυξανόμενη επιρροή του στις ορεινές επαρχίες της κεντρικής Πελοποννήσου ενισχύθηκε και από την αναγνώρισή του ως αρχιστράτηγου της Καρύταινας από τους κοτζαμπάσηδες της περιοχής, τους Δεληγιανναίους (28 Απριλίου).

Με τις νίκες του στα μέσα Μαΐου πέτυχε την προώθηση των ελληνικών θέσεων εγγύτερα στην Τριπολιτσά, συγκροτώντας ταυτόχρονα το πλέον οργανωμένο στρατόπεδο από όσα έως τότε είχαν συσταθεί στην Πελοπόννησο. Συγκεκριμένα, ενώ πριν από τις μάχες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά τα Ελληνικά στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά βρίσκονταν στα Τρίκορφα, στο Βαλτέτσι, στο Λεβίδι και στα Βέρβαινα, έως το πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου οι Ελληνικές θέσεις προωθήθηκαν, ύστερα από μικρές νικηφόρες συγκρούσεις, στους Αγίους Θεοδώρους, τον Άγιο Βλάση, στην Επάνω Χρέπα, στο Στενό και τις Ρίζες, ενώ δημιουργήθηκαν νέες οχυρές θέσεις στον Θάνα και την Αγία Παρασκευή.

Έκτοτε, η πολιορκία της Τριπολιτσάς έγινε περισσότερο ασφυκτική, ιδίως μετά και την άφιξη του Δημητρίου Υψηλάντη στα Τρίκορφα στις αρχές Ιουλίου, οπότε και καταλήφθηκαν εγγύτερες θέσεις προς την πόλη και το μεγαλύτερο μέρος των ενόπλων χωρίστηκε σε τέσσερα σώματα με επικεφαλής τους Κολοκοτρώνη, Αναγνωσταρά, Μαυρομιχάλη και Γιατράκο. Σημαντική, από επιχειρησιακής πλευράς, ήταν και η δημιουργία της περίφημης Γράνας (τάφρου) έξω από την Τριπολιτσά, ώστε να εμποδιστούν οι έξοδοι Οθωμανικών αποσπασμάτων για την προμήθεια εφοδίων, που κι αυτή ιδέα του Κολοκοτρώνη ήταν.

Η νίκη των Ελλήνων στη θέση αυτή (10 Αυγούστου 1821) ήταν αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της πολιορκίας, καθώς οι πολιορκημένοι ουσιαστικά αποκλείστηκαν μέσα στα τείχη. Από τότε άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την κυρίευση της πόλης και κλιμακώθηκαν οι διαπραγματεύσεις, τόσο ανάμεσα στους πολιορκητές και τους πολιορκημένους, για τους όρους παράδοσης, όσο και μεταξύ των πολιορκητών, για τη διανομή των λαφύρων.

Ο Κολοκοτρώνης, από το στρατόπεδό του στα Τρίκορφα, που ήταν το κέντρο των πολεμικών επιχειρήσεων, διηύθυνε με τους ενόπλους του ουσιαστικά αυτός την πολιορκία, παρά το γεγονός ότι ήταν απλώς ο αρχηγός ενός από τα κύρια ένοπλα σώματα γύρω από την Τριπολιτσά και τυπικά βρισκόταν κι αυτός, όπως και οι άλλοι πολεμικοί αρχηγοί, υπό τις διαταγές του Υψηλάντη. Ενδεικτικό ακόμη του κύρους που απολάμβανε ήταν οι χωριστές διαπραγματεύσεις με την Αλβανική φρουρά της πόλης, η συμφωνία στην οποία κατέληξε (18 Σεπτεμβρίου) και, ιδίως, η τήρηση της συμφωνίας, δηλαδή η ασφαλής έξοδος μερικών χιλιάδων Αλβανών ενόπλων στις 23 Σεπτεμβρίου, δηλαδή την ημέρα της άλωσης  κι ενώ η πόλη βρισκόταν στο έλεος των πολιορκητών. [1]

 

Στις απαρχές της Επανάστασης

η στρατολόγηση γινόταν συχνά με τη βία,

ενώ οι αμαθείς στον πόλεμο και τη ζωή

του στρατοπέδου αγρότες το έσκαγαν

 

Νικήτας Φλέσσας, αδελφός του Παπαφλέσσα.

Στην διάρκεια των έξι και πλέον μηνών από την έναρξη της Επανάστασης και έως την άλωση της Τριπολιτσάς, πλάι στον Κολοκοτρώνη διακρίθηκαν στις πολεμικές επιχειρήσεις κι άλλοι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου, όπως οι συγγενείς του Κολοκοτρωναίοι και Πλαπουταίοι, ο επίσης συγγενής του Νικήτας Σταματελόπουλος, ο Παναγιώτης Κεφάλας, οι Γιατράκοι, οι Φλεσσαίοι, οι Πετμεζαίοι κ.ά. Οι περισσότεροι από αυτούς, που διεκδικούσαν νέους ρόλους στην Επανάσταση, ήταν άνθρωποι δικοί του, τον στήριζαν στις επιλογές του και συνέδεαν μαζί του την προσωπική τους παρουσία και δύναμη. Ταυτόχρονα, όπως και ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης, αντλούσαν το κύρος τους από τη δύναμη των όπλων που διηύθυναν, από τους ένοπλους Πελοποννήσιους που τους ακολουθούσαν.

Πραγματικά, για πρώτη φορά από την αρχή της Επανάστασης είχαν συγκεντρωθεί τόσο πολλοί, σχεδόν από όλες τις επαρχίες της Πελοποννήσου και ζούσαν πλέον κανονικά στα στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά. Ο Κολοκοτρώνης και οι οπλαρχηγοί είχαν κατορθώσει να κινητοποιήσουν τις επαρχίες και να τις εντάξουν στη λογική του πολέμου. Είχαν δηλαδή κατορθώσει να κινητοποιήσουν ανθρώπους μαθημένους μέχρι τότε να μην αφήνουν εύκολα τον τόπο τους, τα χωριά και τις κοινότητες στις οποίες ζούσαν, για να πάνε να πολεμήσουν αλλού.

Βέβαια, στις απαρχές της Επανάστασης η στρατολόγηση γινόταν συχνά με τη βία [2], ενώ οι αμαθείς στον πόλεμο και τη ζωή του στρατοπέδου αγρότες το έσκαγαν. Ωστόσο, οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά μετέβαλαν την κατάσταση, δημιουργώντας στους ανθρώπους αυτούς νέες παραστάσεις όσον αφορά τις καινούργιες προοπτικές και τις δυνατότητες που έφερνε ο πόλεμος εναντίον των Οθωμανών, τους καλλιέργησαν λογής προσδοκίες που τους κινητοποιούσαν, τους έκαναν να ανταποκρίνονται θετικά στα κελεύσματα των οπλαρχηγών, να προσέρχονται και να παραμένουν στα στρατόπεδα, να παίρνουν μέρος άφοβα στις μάχες. Και δεν έχει τόση σημασία τι μπορεί να ήταν αυτό που αναγνώριζε ο καθένας μέσα από τη συμμετοχή του στην πολιορκία, τι ήταν δηλαδή αυτό που τον κινητοποιούσε (το επαναστατικό φρόνημα, η συμμετοχή στα λάφυρα, η εκδίκηση ή η απελπισία), όσο το γεγονός καθ` εαυτό της μαζικής κινητοποίησης και συμμετοχής στον πόλεμο. Το γεγονός ήταν ότι ο Κολοκοτρώνης και οι Πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί έφτιαχναν τον καιρό εκείνο το στρατό της Επανάστασης, μετέτρεπαν τους χωρικούς σε πολεμιστές, οργάνωναν στρατιωτικά την κοινωνία της εποχής, την έκαναν να πιστεύει στον πόλεμο και να μπορεί να τον αναλάβει και τούτο ήταν σημαντικό από μόνο του. Κάπως έτσι, άλλωστε, δεν γίνεται με όλες τις επαναστάσεις;

Έτσι, από τον Απρίλιο του 1821, που άρχισε η πολιορκία της Τριπολιτσάς, μέχρι και το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, που κατελήφθη η πόλη, γεννήθηκε το «στρατιωτικό» της Επανάστασης. Τότε φάνηκε, δηλαδή, ότι η Επανάσταση είχε αρχίσει να γίνεται στρατιωτική υπόθεση, υπόθεση των στρατιωτικών και τούτο σε βάρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και των προυχοντικών οικογενειών που είχαν φτιάξει αυτόν τον θεσμό, είχαν αναλάβει από την αρχή οι ίδιοι τα της Επανάστασης και πίστευαν ότι με τον τρόπο αυτό θα έλεγχαν την εξουσία στη νέα κατάσταση. Για να το πούμε διαφορετικά: Στις νέες συνθήκες του πολέμου, όπου αξιοδοτούνταν τα όπλα και καταξιώνονταν οι φορείς τους, φτιαχνόταν μια νέα κοινωνικοπολιτική αυθεντία, ο Πελοποννήσιος στρατιωτικός αρχηγός, και μια νέα κοινωνικοπολιτική κατηγορία, το «στρατιωτικό» της Πελοποννήσου, με αποτέλεσμα να επαναπροσδιοριστούν έκτοτε οι σχέσεις δύναμης και εξουσίας στην επαναστατημένη Πελοπόννησο.

Η Πελοπόννησος, όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση, δεν είχε την εμπειρία του πολέμου. Ο γενικευμένος πόλεμος ήταν έξω από τη ζωή και τη μνήμη των ανθρώπων του τόπου: Είχε περάσει περισσότερο από αιώνας από τις επιχειρήσεις ανακατάληψης της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς (1715), ενώ ελάχιστοι είχαν ζήσει τις, μικρής άλλωστε κλίμακας, επιχειρήσεις των Ορλοφικών (1770). Οι Πελοποννήσιοι της εποχής λοιπόν δεν είχαν ποτέ τους πολεμήσει. Ακόμη περισσότερο, η πλειονότητα των ραγιάδων δεν ήξερε από όπλα, δεν κατείχε τέτοια και συνεπώς δεν γνώριζε τη χρήση τους.

 

Οι κάτοικοι ζούσαν τη ζωή τους

μακριά από τις ιδεολογικές διεργασίες

και τις προετοιμασίες της Φιλικής Εταιρείας

 

Μάλιστα, οι αγροτικοί πληθυσμοί αντιμετώπιζαν με δέος τις ένοπλες ομάδες των κάπων, οι οποίοι, στην υπηρεσία των ισχυρών κοινοτικών αρχόντων, περιφέρονταν στα χωριά για να επιβλέπουν τη διαδικασία είσπραξης των φόρων και απόδοσης των προσόδων, αλλά και για να κυνηγήσουν τους κλέφτες και τους κάθε λογής απείθαρχους. Με δέος, επίσης, οι ραγιάδες άκουγαν και διηγούνταν ιστορίες για τους κλέφτες και με φόβο τους αντιμετώπιζαν όσα χωριά βρίσκονταν στο χώρο των δραστηριοτήτων τους. Όλα τούτα, τα κλέφτικα και τα καπιλίκια, η ζωή και η ενασχόληση με τα όπλα γενικότερα, ήταν για τους λίγους, όχι για τους πολλούς. Τούτοι οι τελευταίοι γνώριζαν καλά ότι το παιχνίδι της εξουσίας ανάμεσα στους λογής ενόπλους, τις περισσότερες φορές κατέληγε σε βάρος τους και φρόντιζαν να μένουν μακριά από αυτό. Ταυτόχρονα, στην πλειονότητά τους οι κάτοικοι ζούσαν τη ζωή τους μακριά από τις ιδεολογικές διεργασίες και τις προετοιμασίες της Φιλικής Εταιρείας και το σχέδιο που εξυφαινόταν στους κόλπους της. Έτσι, και παρά την οπωσδήποτε επιτυχημένη προπαγάνδα των απεσταλμένων της Φιλικής Εταιρείας τον τελευταίο χρόνο πριν από την Επανάσταση, οι πολλοί όχι μόνο δεν ήταν προετοιμασμένοι να ζήσουν σε συνθήκες γενικευμένου πολέμου, αλλά και δεν είχαν καν διανοηθεί ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατόν να συμβεί στους ίδιους και στον τόπο τους.

Η πραγματικότητα αυτή δέσμευε ασφαλώς το πώς και από ποιους θα ξεσπούσε η Επανάσταση. Έτσι, τους πρώτους μήνες του 1821, τους σχεδιασμούς και τις προετοιμασίες για τον πόλεμο τα είχαν αναλάβει και τα διαχειρίζονταν οι κοινοτικές ιεραρχίες. Οι προύχοντες του τόπου, με τους ενόπλους που είχαν τότε στην υπηρεσία τους, βάλθηκαν να οργανώσουν το «γενικό ξεσηκωμό». Έφτιαξαν έτσι «Οργανισμούς», «Γερουσίες», «Κονσολάτα» και «Εφορείες», με σκοπό να συλλέξουν πολεμικό υλικό και κυρίως να στρατολογήσουν, να συστήσουν στρατόπεδα, με άλλα λόγια να φτιάξουν το στρατό της Επανάστασης. Με την πειθώ ή με τη φοβέρα και την απειλή, μοιράζοντας πραγματοποιήσιμες ή και απατηλές, τις περισσότερες φορές, υποσχέσεις, οι τοπικές αρχηγεσίες επιδόθηκαν στο δύσκολο έργο να μάθουν την κοινωνία της εποχής να ζει σε συνθήκες πολέμου. Για να το πούμε αλλιώς: ηγήθηκαν μιας κίνησης που απέβλεπε στη «στρατιωτικοποίηση» της κοινωνίας.

 

Σχέδιο της πολιορκίας.

 

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση στην Πελοπόννησο, οι ένοπλοι του τόπου, παλιοί κάποι και κατά καιρούς κλέφτες, βρίσκονταν στην υπηρεσία των μεγάλων προυχοντικών οικογενειών που είχαν, όπως προαναφέρθηκε, την ευθύνη τής κατά τόπους οργάνωσης και της διεξαγωγής του πολέμου. Αυτοί οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι, διαφορετικά από ό,τι συνέβαινε με τους αρματολούς της Ρούμελης, δεν αποτελούσαν κυριαρχική δύναμη στην Πελοπόννησο, οι επαρχίες της οποίας ελέγχονταν από τους κοτζαμπάσηδες.

Η Πελοπόννησος ήταν «χώρα», δηλαδή ήταν ένας πολιτικά και διοικητικά αυτόνομος και ενοποιημένος κοινωνικός χώρος, καλά οργανωμένος, με ισχυρούς πολιτικούς θεσμούς και ιεραρχίες, τις μεγάλες προυχοντικές οικογένειες, που είχαν πολιτική εμπειρία και οικονομική δύναμη, ασκούσαν εξουσίες και είχαν κύρος και επιρροή στις επαρχίες. Οι προύχοντες εισέπρατταν τις προσόδους των επαρχιών και με τα έσοδα που αποκόμιζαν προσλάμβαναν οπλαρχηγούς και συγκροτούσαν στρατιωτικά σώματα τα οποία έλεγχαν και μισθοδοτούσαν οι ίδιοι.

Οι οπλαρχηγοί αυτοί, μυημένοι αρκετοί στη Φιλική Εταιρεία, άνθρωποι με πολεμικές δεξιότητες, γνώστες του χώρου και των ανθρώπων του, είχαν λοιπόν τη δυνατότητα και βάλθηκαν εξαρχής, ενεργώντας στην υπηρεσία των προυχόντων, να κινητοποιήσουν, να προετοιμάσουν και να οργανώσουν τις κοινότητες για πόλεμο.

Ωστόσο, καθώς η παρουσία των οπλαρχηγών κρινόταν απαραίτητη, στις νέες συνθήκες του πολέμου, η θέση τους πολύ γρήγορα επρόκειτο να αναβαθμιστεί. Ήδη από τις απαρχές της Επανάστασης, έξω από τα πολιορκημένα κάστρα, στα στρατόπεδα των επαναστατών και στα πεδία των μαχών, νέες κοινωνικές σχέσεις άρχισαν να καλλιεργούνται ανάμεσα στους ανθρώπους των όπλων και στους στρατολογημένους αγροτικούς πληθυσμούς, σχέσεις που διέπονταν από τις αξίες και τις αρχές των νέων μορφών συλλογικής οργάνωσης και δράσης τις οποίες γεννούσαν οι έκτακτες συνθήκες και ανάγκες του πολέμου. Βέβαια, η σύσταση των πρώτων στρατοπέδων ακολουθεί αρχικά μορφές οργάνωσης που προσιδιάζουν σε μια κοινωνία οργανωμένη στη βάση των δεσμών συγγένειας και της τοπικότητας. «Οι Έλληνες εις την αρχήν της επαναστάσεως αυτομάτως εσυναθροίζοντο εις τα στρατόπεδα καθ’ ομάδας, οικογενείας, χωρία και κατ’ επαρχίας. (…) Κάθε χωρίον είχε ιδικόν του καπετάνιον, και δεν επαραχώρει εις κανένα άλλον την αρχηγία, ούτε οι γείτονές των ακολούθουν άλλον τινά. Τότε ως επί το πλείστον ήσαν ομάδες συγγενικαί».[3]

Αρχικά, μόνο στους Μανιάτες φαίνεται ότι παραχωρούνταν η αρχηγία, ωστόσο σιγά σιγά άρχισαν να αναγνωρίζονται όσοι διακρίνονταν στη μάχη. Στα στρατόπεδα και τα πεδία του πολέμου οι άνθρωποι μοιράζονταν δυνατές και πρωτόγνωρες εμπειρίες, μάθαιναν να αναμετριούνται με το φόβο και δοκίμαζαν τις αντοχές τους. Στους χώρους αυτούς, λοιπόν, άρχισαν να αναπτύσσονται ισχυροί δεσμοί αμοιβαιότητας και αλληλεγγύης ανάμεσά τους και οι άπειροι στον πόλεμο χωρικοί συνδέονταν με σχέσεις πίστης και αφοσίωσης προς τους εμπειροπόλεμους οπλαρχηγούς τους. Αυτοί οι τελευταίοι προσπαθούσαν, και σε ένα βαθμό το κατόρθωναν, με το καλό ή με το άγριο να μετατρέψουν τους φοβισμένους και απείθαρχους χωρικούς σε πολεμιστές:

«Ο Κολοκοτρώνης εις Χρυσοβίτσι είχε συνήθειαν κάθε δύο ημέρας να κατεβάζη τους στρατιώτας κάτω εις τον κάμπον, να βάλλη τους υπασπιστάς του να τους μετρούν, να τους ομιλή και να τους λέγη να κάμουν ανά δύο δύο διάφορα κινήματα με τα ντουφέκια των και πώς να φέρωνται, να τους εμψυχώνη, να τους κάμη να γνωρίζονται και να αγαπώνται και να πονούνται αναμεταξύ των όταν έβλεπεν ο ένας τον άλλον, μάλιστα έσταιναν όπως οι τακτικοί τα τουφέκια των όλα μαζί πυραμίδας, έπαιζαν, ωμιλούσαν, έριχναν τo λιθάρι, εχόρευαν επήδαγαν και έπειτα με μίαν φωνήν τους επανέφερε πάλιν εις τα άρματα».[4]

Στα στρατόπεδα, και ιδίως γύρω από την Τριπολιτσά μάθαιναν να πολεμούν, να μη διαλύονται μπροστά στις πρώτες δυσκολίες και, κυρίως, να υπακούουν τους σωματάρχες τους και να εκτελούν τις διαταγές τους. Ακόμη, μάθαιναν κανόνες και αρχές κοινωνικής συνύπαρξης εντελώς διαφορετικούς από αυτούς στους οποίους είχαν μάθει έως τότε να ζουν: η κατοχή και η καθημερινή χρήση των όπλων, οι νέοι αξιακοί κώδικες που συναρτώνται με αυτά, η πειθαρχία και ο καταμερισμός ρόλων και αρμοδιοτήτων μιας οιονεί στρατιωτικής ζωής, δηλαδή οι νέες ιεραρχίες που συστήνονταν και νομιμοποιούνταν πρωτίστως βάσει των πολεμικών δεξιοτήτων· όλα τούτα ήταν πράγματα που δεν αντλούσαν από την παράδοση των κοινοτικών θεσμών, ήταν πράγματα καινούργια, που άνοιγαν, με τη σειρά τους, νέες προοπτικές για τούς επαναστάτες και τους οπλαρχηγούς τους.

Οι Τούρκοι ήταν κλεισμένοι

στα κάστρα και οι κοινοτικοί θεσμοί

και εξουσίες, δεν λειτουργούσαν όπως παλιά,

είχαν αποσταθεροποιηθεί

 

Οι πολεμικές δεξιότητες, παραδείγματος χάριν, καθώς αναγνωρίζονταν ως οι μέγιστες αξίες στις νέες αυτές συνθήκες ζωής των ανθρώπων, καταξίωναν τους φορείς τους στις συνειδήσεις των υπολοίπων, και βεβαίως αποτελούσαν, μεταξύ άλλων, μέσον επίδειξης και εμπέδωσης ισχύος και επιβολής ανάμεσά τους. Στις συνθήκες του πολέμου, οι κανονικότητες των αγροτικών πληθυσμών είχαν διαταραχθεί, πολλοί από τους καταναγκασμούς της προηγούμενης ζωής τους εξέλιπαν πλέον και νέες μέριμνες και υποχρεώσεις τους είχαν αντικαταστήσει: οι Τούρκοι ήταν κλεισμένοι στα κάστρα και οι κοινοτικοί θεσμοί και εξουσίες, τώρα πια, μέσα στην αναστάτωση, τις νέες προτεραιότητες και τις ανάγκες που γεννούσε ο πόλεμος, δεν λειτουργούσαν όπως παλιά, είχαν αποσταθεροποιηθεί. Πολλοί λοιπόν ήταν αυτοί που εγκατέλειπαν τα σπίτια και τις οικογένειες τους για τα στρατόπεδα, που άφηναν πίσω το φοροεισπράκτορα και τα χρέη τους ακολουθώντας κάποιον οπλαρχηγό. Αρχικά, το έκαναν πιθανά από φόβο, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς ή γιατί δεν είχαν και τίποτα να χάσουν και αναζητούσαν κάποιες νέες ευκαιρίες.

 

Πορτρέτο Έλληνα αγωνιστή (ενδεχομένως του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη). Ελαιογραφία αγνώστου, 19ος αιώνας. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα.

 

Εκεί πάντως, στα στρατόπεδα, ένιωθαν κατά κάποιον τρόπο ελεύθεροι, και βέβαια ήταν οπλισμένοι, στην αρχή μόνο με μαχαίρια και αγροτικά εργαλεία και στη συνέχεια με τα όπλα των αντιπάλων τους, τα οποία κέρδιζαν στη μάχη, γεγονός που τους έδινε μια αίσθηση δύναμης, τους έκανε να έχουν μιαν άλλη εικόνα για τον εαυτό τους και για τον κόσμο γύρω τους. Οι φήμες πάλι, που οργίαζαν εκείνη την εποχή για τις μεγάλες περιουσίες των Τούρκων στις οχυρωμένες πόλεις και στα κάστρα, και ιδίως στην Τριπολιτσά, τους κινητοποιούσαν, όπως και η προπαγάνδα των Φιλικών για τη διανομή των χωραφιών που είχαν εγκαταλείψει οι Τούρκοι.

Η προσκόλληση σε κάποιο δυνατό οπλαρχηγό, ο οποίος θα μπορούσε να τους τα προσφέρει όλα τούτα, ήταν κίνητρο ζωής για τους ανθρώπους της εποχής, που τους έκανε να ακολουθούν πιστά τους αρχηγούς τους, να δένονται μαζί τους και να τους εμπιστεύονται τις τύχες τους. Κυρίως, όμως, οι οπλισμένοι χωρικοί, μπροστά στο φόβο του πολέμου, αναγνώριζαν στον οπλαρχηγό εκείνον που θα μπορούσε να αναλάβει την ευθύνη τους, να τους προστατέψει. Από τη στιγμή μάλιστα που εντατικοποιήθηκε η διαδικασία της στρατολόγησης και πολλοί χωρικοί ζούσαν πλέον ως πολεμιστές στα στρατόπεδα, όπως συνέβη από ένα σημείο κι έπειτα στην Τριπολιτσά, όλο και περισσότερο συνέδεαν τη ζωή τους και τη μοίρα τους με τους οπλαρχηγούς τους, τους οποίους άρχιζαν να αναγνωρίζουν πλέον ως νέους αρχηγούς τους, νέους προστάτες και ευεργέτες τους.

 

Με το άκουσμα της έλευσης του πρίγκιπα

από τη Ρωσία, ο ενθουσιασμός συνεπήρε

τους εξεγερμένους Χριστιανούς

 

Από την άλλη πλευρά, οι οπλαρχηγοί, που διαδραμάτιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη στρατολόγηση και τις πολεμικές επιχειρήσεις, ενέπνεαν εμπιστοσύνη και προκαλούσαν το σεβασμό των ανθρώπων που οδηγούσαν στις μάχες, οι οποίοι αναγνώριζαν σ’ αυτούς το δεινό πολεμιστή, αυτόν που γνωρίζει να χειρίζεται τα όπλα και να δίνει λύσεις στις δύσκολες στιγμές, που δεν φοβάται τον εχθρό, μπορεί να κρατήσει τη θέση του απέναντι του και να τον αντιμετωπίσει ως ίσος προς ίσον.

Έτσι, οι οπλαρχηγοί δεν άργησαν να αποκτήσουν δύναμη, να αισθάνονται και οι ίδιοι δυνατοί στο «φυσικό» τους περιβάλλον που ήταν ο πόλεμος. Με άλλα λόγια, στους ανθρώπους αυτούς άρχισε να καλλιεργείται η αίσθηση ότι θα μπορούσαν να αποδεσμευτούν από τους παλιούς πάτρωνές τους, τους προύχοντες, και να διεκδικήσουν πλέον νέους, αυτόνομους ρόλους στην Επανάσταση.

Ας μην το ξεχνάμε. Ο πόλεμος, με τη μεγάλη κοινωνική σύγχυση και το κενό εξουσίας που είχε προκαλέσει στις επαρχίες της Πελοποννήσου, συνιστούσε μια ρευστή κατάσταση που κυοφορούσε αλλαγές στη ζωή, τις αντιλήψεις και τις σχέσεις των ανθρώπων. Οι άνθρωποι της εποχής είχαν αυτήν την αίσθηση της ανατροπής στη ζωή τους· το παλιό και το σταθερό, ότι κι αν σήμαινε για τον καθένα, δεν υφίστατο, προς το παρόν τουλάχιστον, και αυτό τους δημιουργούσε μεγάλη ανασφάλεια. Ο κόσμος, στον οποίο είχαν μάθει να αναγνωρίζουν και να αποδίδουν ρόλους στον εαυτό τους και τον άλλο, δεν ήταν, τώρα, ο ίδιος με πριν. Ακόμη και η αίσθηση που είχαν για το χρόνο οι άνθρωποι είχε αρχίσει να αλλάζει: από το μακρό, σχεδόν ακίνητο χρόνο και την κανονικότητα της ποιμενικής και αγροτικής ζωής, ζούσαν τώρα μέσα στη δίνη του πολέμου και του επαναστατικού πυρετού, όπου τα γεγονότα διαδέχονταν γρήγορα το ένα το άλλο, το ίδιο και τα συναισθήματα, οι εμπειρίες και οι προκλήσεις που καθημερινά είχαν να αντιμετωπίσουν. Είχαν λοιπόν οι άνθρωποι την αίσθηση του ρευστού παρόντος και του ασχημάτιστου όσο και αβέβαιου μέλλοντος, που τους έκανε να φοβούνται, αλλά και τους έδινε, ταυτόχρονα, μια πρωτόγνωρη αίσθηση δύναμης και ελευθερίας.

Στα στρατόπεδα των επαναστατών, λοιπόν, οι παλιές ιεραρχίες και οι καταναγκασμοί των κοινοτικών θεσμών έχαναν μεγάλο μέρος της ισχύος τους και νέες ξεπρόβαλλαν, οι στρατιωτικοί αρχηγοί, που πρωταγωνιστούσαν στον πόλεμο, προσεταιρίζονταν τις κοινότητες, αποκτούσαν τους «δικούς τους» ανθρώπους κι άρχισαν έτσι να διαμορφώνουν το δικό τους χώρο. Με άλλα λόγια, τους πρώτους μήνες της Επανάστασης, στα στρατόπεδα που βρίσκονταν έξω από τα πολιορκημένα κάστρα, συστήνονταν νέες σχέσεις εξουσίας, οι οποίες εγκαθιδρύονταν ως σχέσεις προστασίας ανάμεσα στον παλιό κάπο και κλέφτη, που διεκδικούσε να γίνει στρατιωτικός ηγέτης, και τις εξεγερμένες πλέον κοινότητες που μάθαιναν ένα νέο τρόπο ζωής· σχέσεις που, στις νέες αυτές συνθήκες, δεν διαμεσολαβούνταν αναγκαστικά από την παρουσία των προυχόντων, των παλιών αφεντάδων και των μεν και των δε, και εκ των πραγμάτων διαρρήγνυαν τους μακρόχρονους δεσμούς αυτών των τελευταίων με τους κοινοτικούς πληθυσμούς και έθεταν έτσι υπό αίρεση τις παραδοσιακές σχέσεις και θεσμούς εξουσίας. Κοντολογίς, η ένταξη των ανθρώπων του 1821 στις νέες μικροκοινωνίες και ιεραρχίες των στρατοπέδων είχε αποτέλεσμα τη διατάραξη μακραίωνων πολιτικών ισορροπιών, την άρση πολλαπλών δεσμεύσεων και εξαρτήσεων, βάσει των οποίων είχαν οργανωθεί και λειτουργούσαν μέχρι τότε οι κοινοτικοί δεσμοί στην Πελοπόννησο.

Οι δυναμικές αμφισβήτησης των σχέσεων εξουσίας που είχαν αρχίσει να διαφαίνονται μετά τις μάχες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά και τη συστηματοποίηση της πολιορκίας της Τριπολιτσάς από τον Θ. Κολοκοτρώνη, ενισχύθηκαν από την άφιξη στην Πελοπόννησο του Δημήτριου Υψηλάντη (21 Ιουνίου) και την απαίτησή του να αναλάβει, ως πληρεξούσιος του γενικού επιτρόπου της Αρχής, τη γενική διεύθυνση του Αγώνα.

Δημήτριος Υψηλάντης. Σχέδιο Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, Ιανουάριος, 1827.

Με το άκουσμα της έλευσης του πρίγκιπα από τη Ρωσία, ο ενθουσιασμός συνεπήρε τους εξεγερμένους Χριστιανούς που πήραν δυναμικά το μέρος του στις πρώτες διαφωνίες με τους κοτζαμπάσηδες στα τέλη Ιουνίου (Βέρβαινα) και στις αρχές Ιουλίου (Ζαράκοβα). Ο Υψηλάντης έκανε λοιπόν ηγεμονική εμφάνιση στην Πελοπόννησο, παρουσιάστηκε ως ο «αρχηγός» των εξεγερμένων, διεκδίκησε για τον εαυτό του το ρόλο του ισχυρού και αναγνωρισμένου ηγέτη τους στην Επανάσταση και υιοθέτησε τα στρατιωτικά σχέδια του Κολοκοτρώνη για τη σημασία της πτώσης της Τριπολιτσάς.

Οι περισσότεροι από τους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου τάχθηκαν στο πλευρό του Υψηλάντη, του προσέφεραν, αρχικά τουλάχιστον, την υποστήριξη τους στις αντιδικίες του με τους προύχοντες και από την 1η Ιουλίου τον αναγνώρισαν ως αρχηγό της πολιορκίας της Τριπολιτσάς και από κοινού ανέλαβαν την οργάνωση της. Έκτοτε, ο Υψηλάντης μαζί με τον Κολοκοτρώνη και τους Πελοποννήσιους ενόπλους διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιορκία και την κυρίευση της πόλης, ήλεγχαν τα στρατεύματα και κατηύθυναν τις κινήσεις τους, αντιπροσώπευαν τους πολιορκητές στις συνομιλίες και διαπραγματεύσεις, με άλλα λόγια αναγνωρίζονταν πλέον ως στρατιωτικοί αρχηγοί. Ως τέτοιοι οι οπλαρχηγοί συμμετείχαν και στην κατανομή των λαφύρων, όταν έπεσε η πόλη, γεγονός που τους επέτρεψε να ισχυροποιήσουν ακόμη περισσότερο τη θέση τους στην Επανάσταση. Τα λάφυρα τους προσέφεραν τη δυνατότητα να στρατολογούν και να διαθέτουν δικούς τους ενόπλους, αφού θα μπορούσαν πλέον να τους μισθοδοτούν οι ίδιοι. Ακόμη περισσότερο, τώρα που είχαν φύγει οι Οθωμανοί και είχαν κλειστεί στα κάστρα, οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι θα μπορούσαν, δια των ενόπλων τους και με τα λάφυρα που είχαν αποκομίσει, να ελέγχουν τις επαρχίες ιδιοποιούμενοι τις προσόδους και εισπράττοντας τους φόρους τους.

Γι’ αυτούς του ανθρώπους, όπως και για τους προύχοντες εξάλλου, το ζήτημα της εξουσίας στην Επανάσταση αφορούσε το ποιος θα ελέγχει τα όπλα και θα διαχειρίζεται τις κοινότητες ως προς την πολιτική και οικονομική οργάνωση και διεξαγωγή του πολέμου. Οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι διαμόρφωναν έτσι, εκείνη την εποχή, τους υλικούς όρους ανάδειξης και αναπαραγωγής τους ως αυτόνομης στρατιωτική και πολιτικής δύναμης στην Επανάσταση.

Ήδη στην κεντρική ορεινή Πελοπόννησο είχαν προκληθεί σημαντικές ανακατατάξεις στις σχέσεις τοπικής δύναμης και εξουσίας ανάμεσα στους ανθρώπους των όπλων και τους προύχοντες. Ο Κολοκοτρώνης και οι συγγενείς του Πλαπουταίοι είχαν διαμορφώσει ζώνες επιρροής στην Καρύταινα και ασκούσαν τον έλεγχο σε σημαντικά τμήματα της επαρχίας, γεγονός το οποίο θα επέτρεπε στον πρώτο, λίγο μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, να στρατολογήσει και να εκστρατεύσει στην Πάτρα επικεφαλής δικού του στρατιωτικού σώματος. Ο Κολοκοτρώνης είχε ισχυρές διασυνδέσεις στην εν λόγω επαρχία από την εποχή που ήταν καπόμπασης. Το ίδιο συνέβαινε και με τους συγγενείς του Πλαπουταίους, επίσης ισχυρούς καπομπασήδες της ίδιας επαρχίας, που ήλεγχαν από παλιά τα χωριά της Λιοδώρας. Τα ήδη δημιουργημένα αυτά δίκτυα σχέσεων ενεργοποιήθηκαν και ενδυναμώθηκαν στις νέες συνθήκες του πολέμου, με αποτέλεσμα να ανατραπούν παραδοσιακές ισορροπίες και να αρχίσουν να μεταστρέφονται οι τοπικοί συσχετισμοί δύναμης υπέρ των στρατιωτικών και σε βάρος της μεγάλης προυχοντικής οικογένειας των Δεληγιανναίων.

Όταν έπεσε η Τριπολιτσά (23 Σεπτεμβρίου), ο Κολοκοτρώνης μαζί με τους Πελοποννήσιους ενόπλους «πάτησε το πόδι του» στην πόλη ως θριαμβευτής και νέος κατακτητής. Και το γεγονός τούτο συμβόλιζε τη μεγάλη δύναμη που άρχιζαν πλέον να αποκτούν στην Επανάσταση οι παλιοί κάποι και κλέφτες της Πελοποννήσου.

Η Επανάσταση και ο πόλεμος έφτιαχναν τότε ένα νέο τύπο ηγέτη: τον Πελοποννήσιο ένοπλο, στον οποίο προσφερόταν η δυνατότητα να αποδεσμευτεί από την επιρροή των παλιών πατρώνων του, να καταξιωθεί μέσα από τη συμμετοχή και την προσφορά του στον πόλεμο, να αποκτήσει ιδιαίτερη κοινωνική παρουσία και πολιτικό βάρος και να διεκδικήσει έτσι ηγετικό ρόλο στην Επανάσταση ως στρατιωτικός αρχηγός.

 

Παναγιώτης Κεφάλας. Ο Κεφάλας σηκώνει τη σημαία της ελευθερίας στα τείχη της Τριπολιτσάς.

 

Άλωση Τριπολιτσάς – η εξέλιξη

 

23 Σεπτεμβρίου 1821 – (Παρασκευή) 9 π.μ. -10 π.μ.

Μάχες και εξόντωση της τουρκικής φρουράς στην τάπια της «Πόρτας τ’ Αναπλιού», από το Σώμα του Μανόλη Δούνια. Είσοδος των Ελλήνων και ύψωση της σημαίας τους πάνω από την Πόρτα, όπου κυμάτιζαν πριν οι ημισέληνοι.

10 π.μ. – απόγευμα

Σκληρές οδομαχίες στην πόλη της Τριπολιτσάς, με 300 Έλληνες πολεμιστές νεκρούς. Νωρίς το απόγευμα. Εκτέλεση Σωτηράκη Κουγιά, προεστού Τριπολιτσάς, και άλλων συνεργατών των Τούρκων, που ήσαν αντίθετοι στην Επανάσταση

4. μ.μ. (;)

Ανεπιτυχής απόπειρα πυρπόλησης των γραφείων του σεραγιού της Τριπολιτσάς – όπου στεγάζονταν τα αρχεία και άλλες υπηρεσίες – από τους ίδιους τους Τούρκους.

5.00 μ.μ. – 6.00 μ.μ.

Καύση των διαμερισμάτων (κονακίων) μόνο του σεραγιού από τους Έλληνες. Εκεί βρίσκονταν 300 Αλβανοί, που δεν δέχονταν να «συμβιβαστούν» με τους επαναστάτες.

Μεσάνυχτα

Ολοσχερής πυρπόληση και αποτέφρωση του σεραγιού (γραφείων, κονακίων, λοιπών εγκαταστάσεων) χωρίς να είναι γνωστός ο δράστης, Τούρκος (;) ή Έλληνας (;)

24 Σεπτεμβρίου 1821 (Σάββατο) Πρωί

Οι οδομαχίες συνεχίζονται. Σφαγή Ελλήνων συνεργατών-Τούρκων και Εβραίων.

Μεσημέρι (;)

Απομάκρυνση – έπειτα από συμφωνία με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη – περίπου 3.000 (;) Αλβανών που είχαν εισέλθει στην Τριπολιτσά πριν από την άλωση.

25 Σεπτεμβρίου 1821 (Κυριακή)

Συνέχεια σφαγών: συνολικά σφάζονται περί τους 10.000 ή και περισσότερους Τούρκους, Εβραίους, Έλληνες και Αλβανούς. Οι Έλληνες συνεργάτες είναι λιγοστοί, όπως και οι Αλβανοί. Οι εβραϊκές οικογένειες υπολογίζονται σε 50. Οι υπόλοιποι είναι Τούρκοι.

26 Σεπτεμβρίου 1821 (Δευτέρα)

Διαταγή παύσης σφαγών.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Πρβλ.: «…εγώ τους είπα “Εάν θέλετε να βαρέσετε τους Αρβανίταις, σκοτώσετε εμένα πρώτα, ειμή και είμαι ζωντανός όποιος πρωτορήξη εκείνονε πρωτοσκοτώνω πρώτα”. Κ’ εμβήκα μπροστά με τους σωματοφύλακάς μου… Εγώ έμεινα πιστός εις τον λόγον της τιμής μου», Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, Αθήνα, εκδ. Τολίδη, χ.χ., σ. 165.

[2] Πρβλ. «Από εδώ ο Κολοκοτρώνης έστειλεν αμέσως τον Πάνον εις τα χωρία της Καρύταινας με γραπτή διαταγήν του να βγάλη όλους τους Καρυτινούς εις τα άρματα… Είχε δε την άδειαν ο Πάνος να σκοτώνη, να καίη τα σπίτια των και να δημεύη τα πράγματά των προς όφελος των στρατιωτών», Φωτάκος, Απομνημονεύματα Περί της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, τ. Α, εκδόσεις Βεργίνα, 1996, ο. 93.

[3] Ο.π., σ. 115

[4] Ο.π., σ. 130

 

Νίκος Ροτζώκος – Ιστορικός, Καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Διονύσης Τζάκης – Ιστορικός, Καθηγητής Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου  

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η άλωση της Τριπολιτσάς», τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η Τριπολιτσά πριν από την επανάσταση


  

Η απαρχή

 

H Τριπολιτσά, θεμελιωμένη στο κέντρο της Πελοποννησιακής ενδοχώρας και του Αρκαδικού λεκανοπεδίου, ανάγει την αρχή της τουλάχιστον στα ύστερα Παλαιολόγεια χρόνια, πιθανόν ως μικρός οικισμός (εμπορικός σταθμός) σε μικρή απόσταση από το κάστρο Droboniza, προφανώς παραφθορά της τοπωνυμίας Draboliza, όπως διασώζεται η πληροφορία και η τοπωνυμία σε κατάλογο Πελοποννησιακών κάστρων του έτους 1450, αλλά και σε παρόμοιους διαδοχικούς καταλόγους κάστρων, ως Draboliza [1] (1469) και Drοboliza (1467-1469). Η πολυτυπία, γραπτή και προφορική, της ονομασίας του οικισμού προέρχεται ασφαλώς από τη γλωσσική σύγχυση που προκαλεί η διατύπωση της ξενικής τοπωνυμίας και θα συνοδεύει την πόλη στην ιστορική διαδρομή της μέχρι τον 20ό αιώνα. Το κάστρο, μικρό οχυρό που επέβλεπε τη ΝΔ ευρεία περιοχή του τριπολιτσιώτικου οροπεδίου και έλεγχε τις διαβάσεις του Μαινάλου προς την ορεινή Γορτυνιακή ενδοχώρα με τα συνεχόμενα ονομαστά κάστρα της, προειδοποιούσε έγκαιρα τους πληθυσμούς από μαζικές εχθρικές εισβολές ή μεμονωμένες παρενοχλήσεις.

 

17ος αι.: Σε χάρτες αλλά και σε χειρόγραφα

αναφέρεται ο οικισμός με το όνομα Τριπολιτσά

 

Σε θέση επίκαιρη με εποπτεία μεγάλης εδαφικής επίπεδης έκτασης, συμπήχθηκε με την πάροδο του χρόνου εμπορικός σταθμός για την εξυπηρέτηση των καθημερινών αναγκών εφοδιασμού των στρατιωτών του κάστρου και εξελίχθηκε σε σημαίνουσα θέση στην είσοδο των Γορτυνιακών ορεινών όγκων. Είναι γνωστό ότι η αρχαία πόλη με την ονομασία «Τρίπολις» δεν υπήρξε. Η τοπωνυμία, σλαβικής προελεύσεως (σημ. «μικρό δάσος»),* χωρίς τούτο να είναι απόλυτα βέβαιο, δεν υποδηλώνει εξάπαντος ότι υπήρχε πόλισμα [πόλισμα < αρχαία ελληνική πόλισμα < πόλις]  με αυτή την ονομασία από τον 7ο αιώνα μ.Χ, όταν τα Σλαβικά φύλα κατεβαίνουν νότια και κατοικούν μόνιμα στην Αρκαδία. Δεν αποκλείεται να πρόκειται για μικροτοπωνύμιο της περιοχής, όπως διατηρούνται μέχρι σήμερα και τόσα άλλα στο εύφορο λεκανοπέδιο, χωρίς να προϋποθέτουν αντίστοιχες οικιστικές εγκαταστάσεις. Άλλωστε, η μόνη Βυζαντινή «χώρα» (πόλη), με ονομαστό κάστρο και οργανωμένη Ελληνική στρατιωτική διοίκηση, υπήρξε στην περιοχή, ήδη από τους μέσους Βυζαντινούς χρόνους (9ος αιώνας), το Νύκλι (αρχαία Τεγέα). * [Σημ. Βιβλιοθήκης] Εκτός του «Ντρομπολιτσά», η προφορική παράδοση και οι γραπτές πηγές χρησιμοποιούν μια αρκετά μεγάλη ποικιλία ονομάτων: Ντρομπολ(ι)τζιά, Τροπολιτζ(ι)ά, Τροπολικιά, Ντριμπολιτζ(ι)ά, Τριπολιτζά, Τριπολιτσά, Τρομπολιτσά, Τροπολ(ι)τσά, Υδροπολιτζά, Ύδωρ Μολιτζά, κλπ. (Οι Τούρκοι παράλληλα χρησιμοποιούσαν τις ονομασίες Νταραμπολίτζα, Ταραμπολίτζα, Ταραμπουλούς). Άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι είναι από το Υδρόπολις, (αρχαία Ελληνική αποικία, στην νότια Αλβανία, Ιλλυρία τότε), Ντρόπολις και χαϊδευτικά Ντροπολιτσά (ιτσα = υποκοριστικό π.χ. Ελένη = Ελενίτσα), δηλαδή μικρή Ντρόπολι.

 

Ο Πληθυσμός

 

Λαός ομόθρησκος και σύμμαχος, κατά περιόδους, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι Αλβανοί εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα Αρκαδικά εδάφη το 14ο αιώνα με άδεια και βοήθεια των Αυτοκρατόρων, κυρίως λόγω της οικονομικής και διοικητικής κακοδαιμονίας, του φορολογικού αδιεξόδου και της πολιτικής αβεβαιότητας που επικρατούσε στον τόπο. Η ερήμωση μεγάλων παραγωγικών εδαφικών εκτάσεων στην Αρκαδία και η μείωση του γηγενούς Ελληνικού πληθυσμού επέβαλαν ως άμεση λύση των σοβαρών αυτών προβλημάτων , για να αποφευχθεί η κατάρρευση της χώρας, τη μόνιμη εγκατάσταση Αλβανών στο Δεσποτάτο του Μυστρά, κατά την περίοδο των Αυτοκρατόρων Μανουήλ Καντακουζηνού (1380) και Θεόδωρου Α’ Παλαιολόγου (1382-1407).

 

Οι Αλβανοί εγκαταστάθηκαν μόνιμα

στα αρκαδικά εδάφη το 14ο αιώνα λόγω

της μείωσης του γηγενούς πληθυσμού

 

Οι επήλυδες, μαζί με τους Έλληνες, αναλαμβάνουν τη φύλαξη των ονομαστών ορεινών κάστρων γύρω από το οροπέδιο της Τριπολιτσάς (Μουχλί, Τσιπιανά, Ταβία, Μπεζενίκος).

Το έτος 1668 (περίοδος Α’ Τουρκοκρατίας) ο αμφισβητούμενος από ορισμένους ιστορικούς και χαρακτηριζόμενος ως αφελής μυθοπλάστης Τούρκος περιηγητής και γεωγράφος Εβλιγιά Τσελεμπή επισκέφθηκε την Τριπολιτσά και την ευρύτερη περιοχή της, επισημαίνοντας την παρουσία Αλβανών «που μιλούν Αλβανικά».

 

Η εξέλιξη της πόλης από το 16ο αιώνα

 

Με την είσοδο του 16ου αιώνα, στη σκοτεινή και μαρτυρική περίοδο της Α’ Τουρκοκρατίας, στην εδαφική περιφέρεια του ερειπωμένου πλέον κάστρου Draboliza, ο μικρός ομώνυμος οικισμός ευνοήθηκε από τη θέση του και την ιστορική συγκυρία και εμφανίζεται ως σημαντικός οικιστικός πυρήνας σε σχέση με τους υπόλοιπους αγροτικούς οικισμούς (χωριά) του οροπεδίου.

 

Τριπολιτσά, δημοσιεύεται στο: Christopher Wordsworth, «Greece pictorial, descriptive, & historical , 1839, σελ. 343.

 

Μνημονεύεται στους χάρτες των J. Gasta (1545 Ντρομπολίτσα) και Morea Peninsula (1574, Ιντροπολίτσα). Στο προσφάτως δημοσιευμένο Μαρτύριο του Τριπολιτσιώτη νεομάρτυρα και ιερομονάχου Λαζάρου (το χειρόγραφο των αρχών του 17ου αιώνα, πριν από το 1618), ο οικισμός προσδιορίζεται ως «κώμη» (πατρίδα δε έσχε κώμην τινά, Υδροπολιτζάν ονομαζομένην)· αλλά και σε γραπτές πηγές του 17ου αιώνα (1645, 1651, 1696) η Τριπολιτσά χαρακτηρίζεται οικιστικά ως «χώρα». Η ιστορική έρευνα έχει προ πολλού επισημάνει ότι με τον όρο «χώρα», κατά τη μακρά χρονική περίοδο του 16ου έως και των αρχών του 19ου αιώνα στη Πελοπόννησο, νοείται αρκούντως μεγάλη οικιστική εγκατάσταση με κάποια μορφή αυτοδιοίκησης, ενδιαφέρουσα οικονομική δραστηριότητα, διακίνηση γεωργικών προϊόντων και βιοτεχνικών εμπορευμάτων, την επεξεργασία πρώτων υλών σε μικρά και μεγάλα εργαστήρια με εξειδικευμένες ομάδες (συντεχνίες) τεχνιτών, εγκατεστημένων ομαδικά σε συγκεκριμένους δρόμους και συνοικίες στην πόλη.

 

Ζεύγος ποιμένων στην Αρκαδία, C. Delort, D΄ Apres M. H. Belle, 1879.

 

Το ίδιο συμβαίνει και στην Τριπολιτσά, η οποία ευνοείται επιπροσθέτως και από τη μεταφορά της έδρας του σουλτάνου (Μόρα Βαλεσή) με όλη τη διοικητική, στρατιωτική και θρησκευτική ηγεσία που ταλαιπωρεί και ελέγχει την πίστη των υποδούλων, αλλά και αναπτύσσεται η οικονομία, το εμπόριο, οργανώνονται βιοτεχνίες και καταστήματα. Η πόλη εξελίσσεται ραγδαία στην καρδιά του Μοριά. Είναι πλέον η διοικητική πρωτεύουσα της Πελοποννήσου μέχρι την έκρηξη της Επανάστασης.

Το 18ο αιώνα μαρτυρείται έντονη χρηματιστική αγορά με κύριους εκπροσώπους Τούρκους και Εβραίους, αλλά και τραπεζίτες Τούρκους και Έλληνες. Στην οικονομική κίνηση συμβάλλει οπωσδήποτε και το ονομαστό πανηγύρι της Τριπολιτσάς, που συνήθως γινόταν στην εβδομάδα Διακαινησίμου και αποτελούσε κέντρο εμπορικής έλξης για την αγορά της ορεινής ενδοχώρας με τη διαχείριση τσόχινων, μεταξωτών και διαφόρων υφασμάτων, αλλά και της μετάξης που προαγόραζαν Γάλλοι έμποροι, την παραλάμβαναν από τους παραγωγούς και τους έμπορους στο πανηγύρι του Μυστρά το Σεπτέμβριο και το διακινούσαν εκτός Πελοποννήσου. Μετά την αποτυχημένη Επανάσταση των Ορλοφικών (1770), το πανηγύρι της Τριπολιτσάς, αλλά και εκείνο του Μυστρά, διαλύθηκαν και δεν ανασυγκροτήθηκαν. Άλλωστε και η Γαλλική εμπορική δραστηριότητα σχεδόν εξαφανίστηκε από την Πελοπόννησο στα τέλη του αιώνα. Παρέμεινε μόνον η Αγορά εντός της Τριπολιτσάς, με τη διακίνηση προϊόντων και αγαθών για την εξυπηρέτηση της τοπικής και περιφερειακής κοινωνίας.

 

Ορλοφικά

 

Στην επανάσταση του Ορλόφ (1770), ο Ρώσος λοχαγός Μπαρκόφ, βαδίζοντας εναντίον της υπόδουλης Τριπολιτσάς, βρήκε, παρά τις στρατηγικές εκτιμήσεις του, οργανωμένη ντόπια Τουρκική δύναμη και ενώ πολιορκούσε την πόλη, οι Τούρκοι, με την αναπάντεχη ενίσχυση των Αλβανών, διέλυσαν τους επιτιθέμενους επαναστάτες και την πολιορκία και προέβησαν σε ανηλεείς σφαγές των κατοίκων, λεηλασίες, εμπρησμούς, τη Μ. Δευτέρα 29 Μαρτίου (παλ.) του 1770. Ένα από τα θύματα και ο Μητροπολίτης Άνθιμος με τους κληρικούς του.

 

1770: Στη διάρκεια των Ορλοφικών

οι εξεγερμένοι Έλληνες πολιορκούν την πόλη.

Τελικά οι Τούρκοι καταφέρνουν να αποκρούσουν

τους επιτιθέμενους και προβαίνουν σε μαζική

σφαγή και λεηλασία των χριστιανών κατοίκων της (Απρ.).

 

Ο αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων Αντ. Πετρίδης περιγράφει την οδυνηρή ημέρα στη δύσμοιρη Τριπολιτσά: «Τόση άδικος σφαγή έγιναν εις αυτήν την δύστηνον χώραν, ώστε οπού αι οικίαι και δρόμοι εγέμισαν αίμα… Εκκλησίαι, μοναστήρια και σχολεία κατεσκάφησαν και ηφανίσθησαν, άπειρα πλήθη αθλίων χριστιανών, ιερωμένων τε και λαϊκών, ανδρών τε και γυναικών, νέων τε και γερόντων, παρθένων τε και απειροκάλων βρεφών, δορυάλωτοι, εις τα πέρατα της οικουμένης διασπαρέντες».

 

 

1715: Οι Τούρκοι ανακαταλαμβάνουν την Πελοπόννησο,

η οποία για περίπου μία 30ετία ανήκε στους Βενετούς.

Η Τρίπολη ορίζεται ως έδρα του πασαλικιού του Μοριά.

Αναπτύσσεται σε διοικητικό, πολιτικό και οικονομικό

κέντρο της πελοποννησιακής ενδοχώρας.

 

Τρίπολη, 1836. Υδατογραφία του Hans Hanke από το έργο του Ludwig Köllnberger.

 

Τουρκική εγκατάσταση – Το τείχος 

 

1785: Η πόλη οχυρώνεται.

Το τείχος που την περικλείει οε τετράγωνο

σχήμα διαθέτει 7 πύλες επικοινωνίας.

 

Η ανοργάνωτη και αποτυχημένη Επανάσταση είχε ολέθριες συνέπειες στην εξέλιξη της πόλης, σε όλους τους τομείς του βίου της. Πρώτη συνέπεια υπήρξε η απόφαση του Σουλτάνου να την οχυρώσει και να μεταφέρει εδώ την διοίκηση της Πελοποννήσου.

Σταθμό στην ιστορική πορεία της προεπαναστατικής πόλης αποτελεί η τείχισή της και η σταδιακή διαμόρφωσή της ως τυπικής οργανωμένης τουρκόπολης. Μετά τα δραματικά για την Τριπολιτσά γεγονότα της επανάστασης του Ορλόφ, οχυρώθηκε το 1786. Το επιβλητικό τείχος, σύμβολο της Τουρκικής κυριαρχίας στο κέντρο του Μοριά, είχε περίμετρο 3.500 μ. και η πόλη εκτεινόταν σε εμβαδόν 1.320 στρεμμάτων. Το τείχος, πλάτους περίπου 2,00 μ. και ύψους 5,50 μ. είχε επάλξεις με πολεμίστρες, τέσσερις μεγάλους πύργους και δεκατρείς μικρούς που το ενίσχυαν σε καίρια σημεία του. Στη ΝΔ πλευρά, σε μικρό ύψωμα, το τετράγωνο φρούριο (ακρόπολη) μικρών διαστάσεων (Μεγάλη Τάπια, σημερινή «Δεξαμενή») επέβλεπε την πόλη και έλεγχε τις κινήσεις στην περίμετρο των τειχών. Το τετράγωνο οχύρωμα είχε τέσσερις προμαχώνες με κανόνια ενετικής προέλευσης, προφανώς κατάλοιπα της κατοχής των Ενετών (Β’ Ενετοκρατία, 1687 – 1715). Επτά πύλες στα τείχη διευκόλυναν την επικοινωνία της τειχισμένης πόλης, ονοματισμένες οι περισσότερες από τις κατευθύνσεις των δρόμων προς τα οικιστικά κέντρα των όμορων καζάδων (επαρχιών) με την Τριπολιτσά: Καλαβρύτων, Καρύταινας, Λεονταρίου, Ναυπλίου, Μυστρά, Αγ. Αθανασίου και μιας για την αποκλειστική χρήση των αναγκών του σεραγιού.

 

Θρησκευτικός βίος

 

Παράλληλα με τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις του 17ου αιώνα, η Τριπολιτσά αποτελεί έδρα Πατριαρχικής Εξαρχίας. Βέβαια, λεπτομέρειες δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, λείπει το πλήθος των γραπτών μαρτυριών, όμως οι Ενετοί κατακτητές (1687 – 1715) διέκοψαν τις επαφές της Εκκλησίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και εγκατέστησαν στην Τριπολιτσά πρόσωπα, ιεράρχες, φιλικά προσκείμενα στην Καθολική Εκκλησία. Στη θέση του σημερινού κτιρίου του «Μαντζουνείου» υπήρχε το λεγόμενο «Καθολικό Σχολείο», κέντρο δυτικής προπαγάνδας. Τότε εγκαθίσταται, με την υποστήριξη των Ενετών, ο Αγαθάγγελος ως μητροπολίτης. Εξαιρετική δραστηριότητα στον προσηλυτισμό φαίνεται να επέδειξε και ο Γάλλος πρόξενος Μπ. Αμιρά (B. Amirat), ο οποίος επηρέασε θρησκευτικά την αρμένικη κοινότητα της Τριπολιτσάς.

 

1798-1799: Ο Γάλλος Πουκεβίλ,

ευρισκόμενος στα χέρια των Τούρκων στην Τρίπολη,

καταγράφει σημαντικές πληροφορίες

για την καθημερινή ζωή της πόλης.

 

Τα τελευταία χρόνια οι πληροφορίες μας για την βενετοκρατούμενη Πελοπόννησο, και ειδικότερα για την Τριπολιτσά, πληθαίνουν από τη δημοσίευση των Ενετικών Αρχείων. Το αρχείο της Ενετικής Διοικήσεως του Μορέως (Αρχείο Grimani), όταν διοικητής είχε αναλάβει ο Φρ. Γκριμάνι (1697-1700), περιέχει καταλόγους των οικισμών της χώρας. Κληρικοί, όλων των βαθμίδων, καταγράφουν με λεπτομέρειες την εκκλησιαστική περιουσία.

Η Τριπολιτσά, απαλλαγμένη από την Τουρκική παρουσία, οικισμός με Ελληνικό πληθυσμό, είναι διαιρεμένη εκκλησιαστικά σε ενορίες.  Ιδού μια ενδεικτική αναγραφή: «1696 Σεπτεμβρίου 8 εις Δρομπολητζά. Ενορία του Ταξιάρχου. Η εκκλησία του Ταξιάρχου με άρτοικους [νάρθηκες] δύο και αυλή. Στην ενορία υπάρχουν σπίτια αυθεντικά…».

Επανήλθε ασφαλώς η Πατριαρχική Εξαρχία με την αποχώρηση των Ενετών και την επανάκαμψη των Τούρκων (1715), αλλά με σοβαρά οργανωτικά προβλήματα. Όμως οι Τριπολιτσιώτες προεστοί, με αναφορά τους στο Πατριαρχείο, ζήτησαν να αποτελέσει η πόλη έδρα ξεχωριστής επαρχίας και πετυχαίνουν τον αναβιβασμό της σε Αρχιεπισκοπή, εξαρτωμένης από το Πατριαρχείο, με πρώτο αρχιεπίσκοπο τον ονομαστό εθνομάρτυρα (1770) Τριπολιτσιώτη Άνθιμο, από τη γνωστή προεστή οικογένεια Βάρβογλη (Μπάρμπογλη). Η Αρχιεπισκοπή καταργήθηκε το έτος 1763.

 

Μουσουλμανικό τέμενος στην Τρίπολη – Christopher Wordsworth, 1839.

 

Φαινόμενο ιστορικά ανεξερεύνητο ακόμη, σε όλες τις εκδηλώσεις του, αποτελούν οι νεομάρτυρες, μορφή αντίστασης και διαμαρτυρίας των Ελλήνων Χριστιανών στον αλλόθρησκο κατακτητή.

Ενδιαφέρουσα είναι η κατηγορία των νεομαρτύρων που οικειοθελώς, σε κάποια δύσκολη φάση του βίου τους (από επηρεασμό, πείσμα και άλλα προσωπικά γεγονότα), έκριναν πως έπρεπε να εγκαταλείψουν την πατρική πίστη και να ασπαστούν το Μωαμεθανισμό. Μερικοί εξαπατήθηκαν από Τούρκους, άλλοι κατηγορήθηκαν αναιτίως. Αυτή η θρησκευτική μεταστροφή δήλωνε οπωσδήποτε Τουρκοποίηση. Η δημόσια ομολογία και η επανάκαμψη στο Χριστιανισμό σήμαινε τελεσίδικα και μαρτύριο. Η Τριπολιτσά, ως διοικητικό κέντρο του Μοριά, έδρα του πασά και των δικαστικών αρχών, έχει να επιδείξει πλήθος ανώνυμων και επώνυμων νεομαρτύρων, καταγόμενων από την πόλη ή που οδηγήθηκαν δέσμιοι και μαρτύρησαν σε αυτήν: Λάζαρος ιερομόναχος, Τριπολιτσιώτης (αρχές 17ου αιώνα), Μήτρος (1794), Δημήτριος, κτίστης – κουρέας, από Λιγούδιστα Μεσσηνίας (1803), Παύλος, σανδαλοποιός, από Σοποτό Καλαβρύτων (1818) και ο Τριπολιτσιώτης Πέτρος ο οποίος μαρτύρησε στο Τεμίσι της Μ. Ασίας (1776). Για την υπόδουλη τριπολιτσιώτικη Ελληνική κοινωνία, η οικειοθελής δημόσια θυσία τους, στην Αγορά της πόλης ή έξω από την πύλη του σεραγιού, αποτελούσε έμπρακτη διαμαρτυρία στο ανελεύθερο καθεστώς και παρηγορούσε τους Χριστιανούς.

Στη γνωστή απογραφή της Τριπολιτσάς του Ρήγα Παλαμήδη (1828) καταγράφεται και δημόσιο Τουρκικό κτίριο «Μεχκεμές» (κατοικία των κριτών) όπου μέσα σ’ αυτό πρέπει να ομολόγησαν την ορθή πίστη οι νεομάρτυρες, αλλά και πλήθος αιχμαλώτων Ελλήνων που ήταν κάτω από τις εκάστοτε ορέξεις και διαθέσεις της Τουρκικής ηγεσίας.

 

Η απογραφή

 

Η απογραφή του Ρήγα Παλαμήδη των επαρχιών της Τριπολιτσάς και του Αγ. Πέτρου Κυνουρίας είναι διεξοδική και εξόχως διδακτική για τη σκιαγράφηση του καθημερινού βίου της πόλης στις δύο τελευταίες προεπαναστατικές δεκαετίες. Αν και η απογραφή έγινε με εντολή του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια το 1828, επί τόπου, μας αποκαλύπτει τις εσωτερικές δομές της Τριπολιτσάς, όσον αφορά την οικονομία, το εμπόριο, την παραγωγή και τη δραστηριότητα των καταστημάτων, στοιχεία για πλησιόχωρους με την πόλη οικισμούς, κτήματα, επαγγέλματα, επώνυμα Τούρκων και Ελλήνων, ιδιωτικά και δημόσια Τουρκικά κτίρια, χριστιανικές εκκλησίες και άλλα λεπτομερειακά στοιχεία, τα οποία συγκροτούν θησαύρισμα ανεπανάληπτο για τη δραστηριότητα της πόλης πριν το μεγάλο επαναστατικό τόλμημα.

 

Τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής της «Εκστρατείας του Μοριά» συνοδευόμενα από Γάλλους στρατιώτες στην είσοδο της Τριπολιτσάς. Λιθογραφία του Prosper Baccuet, 1836.

 

Τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής της «Εκστρατείας του Μοριά» συνοδευόμενα από Γάλλους στρατιώτες στην είσοδο της Τριπολιτσάς. Λιθογραφία (λεπτομέρεια) του Prosper Baccuet, 1836.

 

Ιδού δείγμα απογραφής του Ρ. Παλαμήδη: «Μητρόπολις Τριπολιτσάς, το εμβαδόν της οποίας συνίσταται από στέμματα 525, έχοντα πήχεις τετραγωνικές 45 κατά πλάτος και 45 κατά μήκος».

Φαμίλιαι τουρκικαί και ιδιοκτησίαι αυτών:


– Χασάν Μπαρμπέρης, οσπίτια 1, ο ίδιος μετά της φαμίλιας του εδώ [δηλαδή Τριπολιτσά] Χριστιανοί.
– Εμίν Αγάς, οσπίτια 1, η γυνή του και δύο θυγατέρες του εδώ, 2 αρρένες εις Τουρκίαν.

Εισοδήματα Τούρκων Τριπολιτσάς:


Αλή Κότζης: οσπίτιον 1, εργαστήρια 9 (τα 5 προς 8 γρόσια τον μήνα, το 1 προς 20, τα 2 προς 10, το 1 προς 25), χρονικόν εισόδημα εις γρόσια 1260. Οι υιοί του με τις φαμέλιαις εις Τουρκίαν.

Χριστιανοί Τριπολιτζάς:  Φαμέλιαι 1237, ψυχαί 2113.

Απογραφή καταστημάτων:

Θανάσης Γεωργόπουλος, φούρνος ψωμάτικος.

Δημήτριος Λαγοπάτης, καβενές.

Πολίτης Χρυσόχος κλεισμένον [ενν. εργαστήριο].

Αναστάσιος Παπαγιαννόπουλος, καβενές και μπαρμπέρικον.

Γιώργος Βυτινιώτης, μπακάλης.

Από τα συναγόμενα της απογραφής Παλαμήδη εμφανίζεται μια σχετικά ευημερούσα και δραστήρια προεπαναστατική πόλη, χωρίς όμως να δίνονται πληροφορίες και για τη νοοτροπία των κρατούντων, κατά κανόνα εριστική, ύπουλη και γενικά αρνητική προς τον ελληνικό εντόπιο πληθυσμό, στην πλειονότητά του φτωχό. Αποκαλυπτική η πληροφορία του Γάλλου περιηγητή Πουκεβίλ, ο οποίος επισκέφθηκε λίγα χρόνια πριν από την επανάσταση την Τριπολιτσά, όσον αφορά τις οικονομικές δυνατότητες και τις συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων: «Οι κακόμοιροι Έλληνες, εξοστρακισμένοι στα σοκάκια γύρω από τα τείχη, κατοικούν σε κάτι πανάθλιες μονόχωρες τρώγλες, που έχουν απολεπισμένα κεραμίδια, ανάμεσα στα οποία βρίσκει διέξοδο ο καπνός της εστίας, τοποθετημένης στο κέντρο του χώρου».

Η πλασματική, για το σύνολο των κατοίκων, οικονομική βελτίωση της πόλης στα τελευταία προεπαναστατικά χρόνια θα ανακοπεί από τον άθλο των Ελλήνων επαναστατών υπό την ηγεσία και στρατιωτική οξύνοια του Θ. Κολοκοτρώνη. Η άλωση (23 Σεπτεμβρίου 1821) θα την πλήξει σε όλους τους τομείς της δραστηριότητάς της. Οριστικό τέλος θα δώσει ο Ιμπραήμ με τη οργανωμένη κατεδάφισή της (Φεβρουάριος 1828) και δεν θα υπάρξει επιστροφή στο θλιβερό παρελθόν. Η νέα ελεύθερη πόλη θα σχεδιαστεί εν μέρει επάνω στα ερείπια της παλαιάς και η κοινωνία της θα δραστηριοποιηθεί ανάλογα με τις δυνατότητες του νέου ελεύθερου κράτους. Τίποτε δεν θα θυμίζει πλέον το παρελθόν, παρά μόνον η φήμη μιας «αθλίας» (Δ. Σολωμός), αλλά και ένδοξης Τριπολιτσάς.

 

Υποσημείωση


 

[1] Ντρομπολιτσά – Τριπολιτσά – Τρίπολη: μια ιχνηλάτηση. Τα ονόματα, μια αντικειμενική κατηγορία του ανθρώπινου λόγου, έχουν κι εκείνα τη δική τους ιστορία. Το όνομα, κοντολογίς, αποτελεί μιαν αυθύπαρκτη και αντικειμενική ιστορική πηγή. Ξεκινώντας την ιχνηλάτηση, θα διαπιστώνει ο ερευνητής του παρελθόντος πως ο στίχος του γνωστού δημοτικού άσματος («σαράντα παλληκάρια… πάνε για να πατήσουνε την Ντρομπολιτσά») δεν αποτελεί τη μοναδική μαρτυρία για τον αρχικό τύπο του ονόματος. Η αρχαιότερη μνεία του ονόματος (και του οικισμού) είναι, πιθανώς, εκείνη που αναφέρεται στο έργο ενός ύστερου Βυζαντινού χρονικογράφου, του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη, σε συνάρτηση με την εισβολή των Τούρκων στην Πελοπόννησο το 1422. Ως «ερειπωμένο κάστρο» αναφέρεται η Droboliza σε έναν κατάλογο του Σεπτεμβρίου του έτους 1467 που περιλαμβάνεται στα «Ενετικά Χρονικά» («Annali Veneti») του Stefano Magno. Η ίδρυση, λοιπόν, του κάστρου της Τριπολιτσάς θα πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά μεταξύ των ετών 1422 κατ 1467.

Το όνομα Dropolitza/Dropolizza/Dropoliza αναφέρεται στους ενετικούς χάρτες της Πελοποννήσου κατά τους 16ο και 17ο αιώνες, ενώ σε αγγλικό χάρτη του 1660 φέρεται με τις παραλλαγές Ντρομπόλιτζα, Ντρομπόλιτσα, αλλά και Υδροπολιτσά. Ο τελευταίος αυτός τύπος προέρχεται ασφαλώς από μια λόγια παρετυμολογία του ονόματος, η οποία εμφανίζεται σε ελληνικές πηγές του 17ου αιώνα. Το 1715, τέλος, ο Γάλλος Benjamin Brue, που συνοδεύει τα τουρκικά στρατεύματα που θα ανακαταλάβουν οριστικά την Πελοπόννησο από τους Ενετούς, θα αναφέρει την πόλη στο Χρονικά του ως Dropoliza.

Η σύντομη αυτή επισκόπηση των πηγών μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αρχική ονομασία της πόλης ήταν Drobolitsa και ότι οι τύποι Υδροπολιτσά  καθώς και ο σημερινός τύπος Τρίπολη δεν είναι παρά μεταγενέστερες λόγιες παραλλαγές, οι οποίες οφείλονται σε παρετυμολογία. Το αρχικό έτυμο του ονόματος είναι σλαβικό: πρόκειται για τοπωνύμιο που σχηματίστηκε από ένα σλαβικό ανθρωπωνύμιο Drobol και από το επίθημα (κατάληξη) -ica. Ως προς τη σημασία του ανθρωπωνυμίου Drobol, θα αναφέρουμε εδώ ότι πρόκειται για ένα προσωνύμιο («παρατσούκλι»), που αποδίδει μια φυσική ιδιότητα του ατόμου (σλαβικό: drob= «λεπτός, μικροκαμωμένος»).

Δύο είναι τα συμπεράσματα, οι πληροφορίες τις οποίες θα αντλήσει ο ερευνητής του παρελθόντος από τον αντικειμενικό αυτό μάρτυρα, το όνομα που μας παραδόθηκε από το μακρινό παρελθόν: η Ντρομπόλιτσα ανήκει, πρώτον, στην κατηγορία εκείνη των τοπωνυμίων του νότιου ελλαδικού χώρου (Πελοποννήσου και Στερεάς) τα οποία σχηματίστηκαν από γλωσσικούς φορείς της σλαβικής γλώσσας. Τα τοπωνύμια αυτά, μαζί με τις μαρτυρίες των γραπτών πηγών, τεκμηριώνουν ένα αντικειμενικό δεδομένο: ότι κατά το μακρινό παρελθόν (γύρω στις αρχές του 8ου αιώνα) ήλθαν και εγκαταστάθηκαν σποραδικά στις ελλαδικές επαρχίες του Βυζαντίου Σλάβοι καλλιεργητές.

Το δεύτερο συμπέρασμα, στο οποίο θα οδηγηθεί ο αντικειμενικός ιστορικός ερευνητής, είναι ότι, επειδή το τοπωνύμιο (όπως έχει διατηρηθεί στην ελληνική γλωσσική παράδοση) αντικατοπτρίζει μια πρώιμη φάση στη γλωσσική εξέλιξη των σλαβικών γλωσσών, οι αρχικοί φορείς του απώλεσαν νωρίς τη γλωσσική τους ταυτότητα και αφομοιώθηκαν γλωσσικά από τους ελληνόφωνους γηγενείς. Μια διεργασία, η οποία τεκμηριώνεται και από τις αφηγηματικές πηγές, στις οποίες δεν αναφέρονται σλαβόφωνοι κάτοικοι της Πελοποννήσου μετά το 15ο αιώνα.  Ένα συμπέρασμα, η συνάφεια του οποίου με την τρέχουσα επικαιρότητα [2003] είναι προφανής, διότι οι ξένοι «λαθρομετανάστες» κατά το Μεσαίωνα αφομοιώθηκαν τελικά από το γηγενή, τον ελληνόφωνο πληθυσμό και δεν αποτέλεσαν παρά ένα βραχυχρόνιο επεισόδιο στη μακραίωνη εθνική μας περιπέτεια…

[Σημείωση του αειμνήστου ιστορικού και καθηγητή του Τμήματος Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, Φαίδωνα Μαλιγκούδη].

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αλεξάνδρου (Παπαδοπούλου) Μητροπολίτου, Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, τ. Α, Αθήναι 2000.
  • Ν. Α. Βέη, Η Τρίπολις προ του 17ου αιώνος, εν Αθήναις 1907.
  • Τ. Αθ. Γριτσόπουλου, Τα Ορλωφικά, εν Αθήναις 1967.
  • Τ. Αθ. Γριτσόπουλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ. Α, Αθήναι 1972.
  • Β. Κρεμμυδά, Το εμπόριο της Πελοποννήσου στο 18ο αιώνα (1715-1792), Αθήνα 1972.
  • Α. Πετρονώτη, Η Οθωμανική Τριπολιτσά (Μνημεία Αρχιτεκτονικής), Πρακτικά Β’ Συνεδρίου Αρκαδικών Σπουδών, Αθήνα 1990, 263-272.
  • Φρ. Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα. Πελοπόννησος, Αθήνα 1997 (εκδ. Τολίδη).
  • Ε. Fenster, Nochmals zu den Venezianischen listen der Kastelle auf der Peloponnes, «Byz. Zeit» 72 (1979), 321.
  • Pylia, Les notables moreotes, fin du XVIIIe debut du XIXe siecle: fonctions et comportements, t. I-II, Παρίσι 2001.

 

 

Παναγιώτης Βελισσάριος

ιστορικός, προϊστάμενος ΓΑΚ- Αρχείων

Νομού Αρκαδίας, Τρίπολη.

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η άλωση της Τριπολιτσάς», τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Read Full Post »

Βαλτέτσι 1821 – Δοξασίες και ψυχολογία των πολεμιστών | Κώστας Ρωμαίος, Καθηγητής  Πανεπιστημίου – Ακαδημαϊκός


 

Ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος, πασίγνωστος ιδίως με το βαπτιστικό του όνομα ως Φωτάκος, είναι γνωστό ότι από την αρχή της Επαναστάσεως του 1821 υπήρξε αφοσιωμένος υπασπιστής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και ότι αρκετούς χρόνους, μετά το τέλος της Επαναστάσεως, συνέγραψε εκτενή Απομνημονεύματα που έχουν εκδοθεί σε δύο τόμους [1]. Εκείνο όμως, που δεν είναι ευρύτερα γνωστό, είναι ότι ο Φωτάκος, ακριβώς επειδή ασχολείται πολύ συχνά με πολλές και μικρές λεπτομέρειες για πρόσωπα και γεγονότα του πολέμου, αναδεικνύεται – παράλληλα με την εξαίρετη ιστορική άξια των Απομνημονευμάτων του – και ως μία αξιόλογη λαογραφική πηγή. Γενικά για τον λαϊκό πολιτισμό της εποχής του 1821, τόσο τον σχετικό με τον υλικό βίο όσο και με τον κοινωνικό και ιδιαίτερα τον πνευματικό βίο του λαού, ο Φωτάκος γίνεται με το βιβλίο του πολύτιμος.

 

Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος. Προτομή στο χωριό Μαγουλιανά.

 

Από το πλούσιο υλικό των πληροφοριών του Φωτάκου, έχω διαλέξει να ασχοληθώ μόνο με το στρατόπεδο που συνεστήθη στο Βαλτέτσι, για να οργανωθεί αποτελεσματικότερα η πολιορκία της Τριπολιτσάς. Τα χρονικά όρια των γεγονότων εκείνων περιορίζονται μεταξύ της 16 Απριλίου και της 13 Μαΐου 1821. Άλλα και πάλι, από το ποικίλο υλικό των πληροφοριών του Φωτάκου διάλεξα να εξετάσω τώρα μόνο τρία περιστατικά, με τα όποια δεν έχω ύπ’ όψη μου να έχει ασχοληθεί έως σήμερα άλλος ερευνητής της ελληνικής λαογραφίας.

Αναφέρονται τα τρία αυτά προβλήματα στα έξης περιστατικά: 1) Στο ότι οι Μανιάτες στο Βαλτέτσι με κανένα τρόπο δεν ήθελαν να μετρηθούν, και ας επρόκειτο για διαταγή του Κολοκοτρώνη. 2) Στο ότι οι Έλληνες στρατιώτες, μόλις αντίκρισαν τα κατακρεουργημένα κορμιά των συναδέλφων τους, που είχαν πριν από λίγη ώρα σφαγή από τους Τούρκους, έστεκαν κίτρινοι από τον φόβο τους και δεν τολμούσαν να τα εγγίσουν και να τα θάψουν. Και 3) στο ότι μπροστά από το στρατιωτικό τμήμα του Κολοκοτρώνη, που ξεκίνησε από το Χρυσοβίτσι και έσπευδε στη μάχη, ξεπετάχτηκαν ξαφνικά τρεις λαγοί, που όμως τους έπιασαν ζωντανούς.

A

Η καταμέτρηση του στρατού στο Βαλτέτσι

 

Τον Απρίλιο του 1821 ο Κολοκοτρώνης προσπαθεί να οργάνωση στρατόπεδο στο Βαλτέτσι, ώστε να αρχίσει στενότερη την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ο Φωτάκος και πολλοί άλλοι ξεκίνησαν στις 16 Απριλίου από το Διάσελο της Αλωνίσταινας, όπου είχαν στρατόπεδο, και επήγαν στο Βαλτέτσι.

Στις 23 Απριλίου άρχισε εκεί μια συστηματική καταμέτρηση όλων όσοι ήσαν παρόντες. Σκοπός γι’ αυτό το μέτρημα ήταν να εξακριβωθεί ο ακριβής αριθμός των στρατιωτών, για να οργανωθεί αντίστοιχα καλύτερος ο επισιτισμός τους. Ξαφνικά όμως σ’ αύτη την καταμέτρηση αρνήθηκαν να πάρουν μέρος οι Μανιάτες, κυρίως οι απλοί στρατιώτες. Τελικά όμως αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν και να δεχθούν την καταμέτρηση, επειδή αλλιώς ο Κολοκοτρώνης δεν επρόκειτο να τους συμπεριλάβει στον κατάλογο των δικαιούχων για τροφοδοσία. Η σχετική μαρτυρία του Φωτάκου έχει ως έξης: «Την περασμένην ημέραν (δηλαδή την πριν από τη μάχη και τη διάλυση του στρατοπέδου, η οποία έγινε στις 24 Απριλίου) εμετρήθημεν όλοι οι ευρεθέντες εκεί και ήμεθα υπέρ τας δύο ήμισυ χιλιάδες στρατιώται. Εις αυτήν μάλιστα την καταμέτρηοιν έναντιωθησαν οι άπλοι Μανιαται στρατιώται και δεν ήθελαν να μετρηθούν, διότι το είχαν κακόν, άλλ’ εβιάσθηοαν να δεχθούν την καταμέτρησιν, διότι δεν ήθελεν ο Κολοκοτρώνης να τους δώση τροφήν (ταΐνι)»[2].

Την επομένη ημέρα μετά την καταμέτρηση, επετέθησαν εναντίον του ελληνικού στρατοπέδου στο Βαλτέτσι περίπου 9 χιλιάδες Τούρκοι, πεζικό και ιππικό, που βγήκαν από την Τριπολιτσά. Οι Τούρκοι κυρίευαν το χωριό Βαλτέτσι και οι Έλληνες απωθήθηκαν βορεινά, προς το δρόμο που οδηγούσε στο μικρό χωριό Αραχαμίτες που βρίσκεται κοντά στην σημερινή Ασέα.

Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος, ελαιογραφία, Ελένη Προσαλέντη, 1899, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Εκεί στο δρόμο, έξω από το Βαλτέτσι και βορεινά του χωριού, σταμάτησαν οι Καπεταναίοι και πολέμησαν μόνοι τους, αναγκάζοντας έτσι τους Τούρκους να μην προχωρήσουν πιο πέρα. Αν δεν είχαν επιχειρήσει αύτη την αντίδραση οι Καπεταναίοι, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να πιάσουν οι Τούρκοι αιχμάλωτο τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, τον αρχηγό των Μανιατών. Εξ άλλου από την πλευρά τους οι Μανιάτες, που δείλιασαν και δεν έμειναν να πολεμήσουν (όπως ήξεραν και μπορούσαν να πολεμούν), γόγγυζαν εναντίον του Κολοκοτρώνη, λέγοντας ότι εκείνος έφταιγε που τους ανάγκασε να μετρηθούν, και για τούτο οι Τούρκοι τους έκαμαν μάγια και εκείνοι δείλιασαν και δεν σταμάτησαν να πολεμήσουν.

Η σχετική μαρτυρία του Φωτάκου έχει ως έξης: «Την άλλην ημέραν (24 Απριλίου) μετά την καταμέτρησιν… ήρθαν οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς έως 9 χιλιάδες πεζοί και καβαλαραϊοι και αφού μας εκυνήγησαν, εγόγγυσαν κατά του Κολοκοτρώνη οι Μανιάται και έλεγαν ότι εξ αιτίας όπου εμετρήθησαν τους εμάγευσαν οι Τούρκοι και ως εκ τούτον εδειλίασαν και δεν εστάθησαν εις τον πόλεμον. Οι Τούρκοι μας επήραν το χωρίον Βαλτέτσι και μας έσπρωξαν κατά το βορεινόν μέρος σιμά τον χωριού, όπου είναι ο δρόμος των Αραχαμιτών εκεί επολέμησαν μόνοι των οι μεγάλοι Καπεταναΐοι και τους εσταμάτησαν άλλως επίαναν ζωντανόν τον Κυριακούλην»[3].

Η συμπεριφορά των Μανιατών είναι φυσικό να μας φαίνεται τουλάχιστον περίεργη. Επιβάλλεται όμως να την προσέξουμε πιο πολύ και να αναζητήσουμε να την ερμηνεύσουμε.

Είναι γνωστό ότι ακόμη και σήμερα οι Έλληνες βοσκοί, σε όλη σχεδόν την Ελλάδα, αποφεύγουν να μετρούν τα πρόβατα ή τα γίδια της στάνης τους, και κυρίως αποφεύγουν συστηματικά να ανακοινώνουν σε άλλους τον ακριβή αριθμό των ζώων τους. «Το έχουν για κακό», όπως γράφει και ο Φωτάκος για τους Μανιάτες. Για τούτο, οσάκις κάποιος τρίτος, ανίδεος από την ψυχολογία των βοσκών, ερώτηση κάποιον τσοπάνη πόσα είναι τα πρόβατά του, εκείνος αποφεύγει να αναφέρει αριθμό. Συνηθισμένη απάντηση του είναι: «Δεν ξέρω» η αλλιώς: «Πόσα είναι; Όσα είναι».

Πιστεύουν οι βοσκοί ότι, αν μετρήσουν τα ζώα της στάνης τους, τότε αυτά κινδυνεύουν να υποστούν άμεση καταστροφή. Είναι γνωστή η φράση: «Από τα μετρημένα τρώει ο λύκος». Πρόκειται αρχικά για ένα ποιμενικό γνωμικό ολοκληρωτικής λαϊκής αποδοχής, που γρήγορα έπειτα έγινε πανελλήνια παροιμία. Η άποψη, που υποστηρίζεται μ’ αυτό το γνωμικό, μπορεί να διατυπωθεί: Αν δεν μετρήσεις τα ζώα της στάνης σου, αυτά όχι μόνο δεν κινδυνεύουν άλλα και θα πληθύνονται συνεχώς. Αν όμως τα μετράς, εκείνα κινδυνεύουν άμεσα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι και σήμερα ακόμη, υπάρχει ανάλογη δοξασία ανάμεσα και στους χαρτοπαίκτες. Εάν ένας κερδίζει και το παιγνίδι συνεχίζεται, δεν εννοεί με κανένα τρόπο να μετρήσει πόσα κερδίζει, γιατί πιστεύει – και πιστεύουν και οι άλλοι – ότι όσο δεν τα μετράει, τόσο η ευνοϊκή τύχη θα εξακολουθεί και τα κέρδη θα αυξάνονται και θα πληθύνονται, ενώ αν κάμει το μεγάλο λάθος να τα μετρήσει, από εκεί και πέρα η καλή τύχη σταματάει και η χασούρα αρχίζει να κυριαρχεί. Και τότε, τα μετρημένα δεν τα τρώει μόνο ο λύκος, άλλα και τα ενθυλακώνει ο αντίπαλος χαρτοπαίκτης.

Ακόμη και σχετικά με τα παιδιά μίας οικογένειας, παλαιότερα δεν ήθελαν οι γονείς να ανακοινώνουν σε άγνωστους και τρίτους, πόσα είναι. «Πόσα παιδιά έχεις; – Όσα έχει δώσει ο Θεός!» απαντούσαν.

Ζεύγος ποιμένων στην Αρκαδία, C. Delort, D΄ Apres M. H. Belle, 1879.

Πίσω από αυτά τα έθιμα κρύβεται η λαϊκή δοξασία ότι καταμετρώντας κάποιο πλήθος, το περιχαρακώνεις, το εξουσιάζεις και το κάνεις ευπαθέστερο. Γι’ αυτό αν θέλεις να παραμένει εκείνο ισχυρό, (οτιδήποτε είναι που χρειάζεται προστασία, αύξηση και μεγάλωμα, όπως είναι ζώα, παιδιά, χρήματα, καρποφόρα δέντρα), οφείλεις να αποφεύγεις την καταμέτρηση τους [4]. Ούτε πρέπει να ανακοινώνεις σε άλλους τον ακριβή αριθμό των πραγμάτων που έχεις. Εκείνος που θα πληροφορηθεί τον ακριβή αριθμό των ζώων μίας στάνης, είναι σα να έχει γίνει ο μαγικός κάτοχος της στάνης. ’Εάν δηλαδή ακουστή ο αριθμός των ζώων της στάνης, τούτο ισοδυναμεί ως να έχει κοινολογηθεί ήδη το σπουδαίο μυστικό και ως να έχει μάθει τούτο ακόμη και ο λύκος, στον οποίο άλλωστε είναι γνωστό ότι του απεδίδοντο δαιμονικές ιδιότητες. ’Ακόμη και για τα παιδιά της οικογένειας, ο αριθμός τους έπρεπε να παραμένει μυστικός για τους ξένους, επειδή και εκείνοι, γινόμενοι κάτοχοι του αριθμού, είναι σα να αποκτούν αντίστοιχα τη δυνατότητα να βλάψουν. Ποικίλη μαγική ενέργεια στο μέλλον θα είναι πολύ εύκολο να κατευθύνεται εναντίον του συγκεκριμένου εκείνου αριθμού.

Συγκεντρωμένοι συνεπώς για πρώτη φορά οι Μανιάτες στις 23 Απριλίου του 1821 στο στρατόπεδο του Βαλτετσίου, – στην πρώτη τους πολεμική έξοδο από τη Μάνη και πριν καλά-καλά συμπληρωθεί μήνας από την επίσημη κήρυξη της Επαναστάσεως – μετέφεραν μαζί τους έντονες όλες τις δοξασίες τους, που μάλιστα γίνονταν ισχυρότερες μπροστά στο αβέβαιο του πολεμικού κινδύνου. Είναι για τούτο δικαιολογημένοι, διότι δεν ήθελαν να μετρηθούν πριν από τη μάχη. Αν δέχονταν, θα ήταν σα να παραχωρούν στους αντιπάλους τους -προκαταβολικά και εθελοντικά – τη δύναμη της μαγικής εξόντωσής τους.

Οι Μανιάτες συνεπώς, πιστεύοντας ακράδαντα ότι έχουν γίνει υποκείμενο ισχυρής μαγείας, υπέστησαν αυθυποβολή. Οι εμπειροπόλεμοι στρατιώτες της Μάνης, ξαφνικά έγιναν απόλεμοι. Και για να αποφύγουν μια μάχη που εκ των προτέρων πίστευαν ότι θα τους αποβεί μοιραία, προχώρησαν στον μόνο τρόπο σωτηρίας που τους απέμενε, στο να φύγουν κυνηγημένοι για να σωθούν. Στη φυγή τους μάλιστα ξέχασαν και τον γενναίο αρχηγό τους, τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ο οποίος ήταν φυσικό να οπισθοχωρεί ακούσια και τελευταίος, και παρά λίγο να συλληφθεί αιχμάλωτος. Καθώς πήγαινε ουραγός, θα είχε σίγουρα αιχμαλωτισθεί, εάν οι άλλοι «μεγάλοι Καπεταναίοι» – όπως τους ονομάζει ο Φωτάκος – δεν σταματούσαν και δεν πολεμούσαν μόνοι τους Τούρκους, σώζοντας τον Κυριακούλη.

Πιστεύω ότι τώρα μπορούμε να εξηγήσουμε ικανοποιητικά την συμπεριφορά των Μανιατών στο Βαλτέτσι. Έχοντας ριζωμένη στον ψυχικό τους κόσμο την πεποίθηση ότι έπειτα από τη δημόσια καταμέτρησή τους ένας μεγάλος κίνδυνος τους απειλεί, επίστεψαν ότι στους επιτιθέμενους Τούρκους της επομένης ημέρας πολύ σωστά «αναγνωρίζουν» τους ανθρώπους που τους έκαναν μάγια και τώρα έρχονται να αποτελειώσουν με φόνο το αποτέλεσμα της μαγικής ενέργειας που είχε προηγηθεί. Το κείμενο του Φωτάκου ευθυγραμμίζεται με όλα αυτά και αποδίδει με ακρίβεια την ομαδική ψυχολογία. Ιδού: «Εγόγγυσαν κατά του Κολοκοτρώνη οι Μανιάται και έλεγαν ότι εξ αιτίας όπου εμετρήθησαν τους εμάγευσαν οι Τούρκοι και ως εκ τούτου εδειλίασαν και δεν εστάθησαν εις τον πόλεμον»[5].

 

Β

Τα κατακρεουργημένα κορμιά στο Βαλτέτσι

 

Αφού οι Τούρκοι έφυγαν, μετά την επίθεση και τη σφαγή που έκαμαν, ξαναγύρισαν έπειτα στο Βαλτέτσι και οι Έλληνες. Το θέαμα όμως που αντίκρισαν τότε ήταν φρικιαστικό. Βρήκαν να έχουν κατακρεουργηθεί οι Έλληνες εκείνοι, όσοι έμειναν και πολέμησαν και στη συνέχεια δεν πρόλαβαν να φύγουν. Κανένας από τους ερχόμενους – και ανάμεσά τους φυσικά και ο Φωτάκος – δεν είχε το θάρρος να ζυγώσει κοντά στους σκοτωμένους. Κατακίτρινοι όλοι τους από τον φόβο, έστεκαν και κοίταζαν. Τότε ο Κολοκοτρώνης για να τους δώσει θάρρος, επήγε ο ίδιος και άρχισε να μαζεύει τα σκόρπια κομμάτια των σκοτωμένων. Τα έπαιρνε, τα φιλούσε και έλεγε στους γύρω του στρατιώτες ότι αυτοί, που σκοτώθηκαν μ’ αυτό τον άγριο τρόπο, είναι πραγματικοί άγιοι και ότι θα πάνε στον παράδεισο, γιατί είναι μάρτυρες που εμαρτύρησαν για τον Χριστιανισμό. Μονάχα τότε, έπειτα από όλα αυτά, επήραν θάρρος – ο Φωτάκος και οι άλλοι τρομαγμένοι – και επλησίασαν και έθαψαν τους νεκρούς.

Το σχετικό κείμενο, που μας έχει παραδώσει για το περιστατικό ο Φωτάκος, έχει ως εξής: «Αφού εγλυτώσαμεν από τον πόλεμον και επέστρεψα – μεν εις το χωριό Βαλτέτσι, ήβραμεν τους σκοτωμένους χριστιανούς και δεν εζυγώναμεν κανένας μας εις αυτούς κοντά. Εκιτρινίσαμεν από τον φόβον μας διότι πρώτην φοράν είδαμεν ανθρώπους σκοτωμένους. Ο δε Κολοκοτρώνης δια να μας ενθαρρήνη, εμάζωνε τα κομμάτια του καθενός νεκρού, τα εφίλει και έλεγεν εις τους τριγύρω στρατιώτας ότι αυτοί είναι άγιοι και ότι θα υπάγουν εις τον παράδεισον ωσάν μάρτυρες, και τότε εζυγώσαμεν και τους εθάψαμεν»[6].

Ανάλογο επεισόδιο συνέβη και αργότερα, πάλι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Τριπολιτσάς. Το περιστατικό συνέβη στον Άγιο Σώστη, ένα από τα χωριά στον κάμπο της Τεγέας, ασφαλώς το πιο κατάλληλο για οχύρωση, επειδή βρίσκεται πάνω σε χωμάτινο λόφο και αγναντεύει τον κάμπο και το δρόμο για τη γειτονική Τριπολιτσά.

Ο Κολοκοτρώνης είχε δώσει διαταγή στον Φωτάκο, να πάει και να ζυγώσει στο χωριό, τον Άγιο Σώστη. Πριν ξεκινήσει όμως ο Φωτάκος, ο Κολοκοτρώνης του έδωσε και άλλες σπουδαίες οδηγίες που ήσαν το αποτέλεσμα της Κολοκοτρωναίϊκης μακροχρόνιας πείρας στον τομέα της κλεφτουριάς. Γράφει σχετικά ο Φωτάκος: «Έπειτα με ωδήγησε, πως να πλησιάσω τον Άγιον Σωστήν. Να υπάγω δηλαδή τριγύρω ξέμακρα, να μη με τρώγη το βόλι εύκολα. – Πρόσεξε, μου είπεν ακόμη, τα πουλάκια τα μικρά, όταν τα σηκώνης ή οηκώνωνται μοναχά τους, εάν περνούν επάνω από το χωριό και τα ιδής να κάθωνται μέσα εις το χωριό άφοβα, τότε δεν είναι μέσα Τούρκοι και πήγαινε άφοβα ει δε και τα βλέπεις, άμα φθάσουν εις το χωρίον και γυρίζουν πίσω φοβισμένα και κάμουν (ε)λιγμούς ξαφνιασμένους, τότε είναι μέσα Τούρκοι και μην πας»[7].

Ο Φωτάκος ακολούθησε με προσοχή τις συμβουλές του Κολοκοτρώνη και έπειτα μπήκε στο χωριό τρέχοντας με το άλογό του από τη βορεινή πλευρά του χωρίου προς τη μεσημβρινή. Εκεί, στο νότιο μέρος του Αγίου Σώστη, είδε την εκκλησία του χωριού και την πόρτα της ανοιχτή. Ο Φωτάκος πλησίασε και κοίταξε στο εσωτερικό της εκκλησίας: «Έσκυψα και είδα την εκκλησίαν γεμάτην από πτώματα κοψοκέφαλα. Εφοβήθηκα πολύ και εγύρισα οπίσω εις τον αρχηγόν, ο όποιος ήρχετο με τους στρατιώτας, δια να πιάσουν το χωρίον και να κάμουν όλην την νύκτα ταμπούρια»[8].

Ο Κολοκοτρώνης ερώτησε τον Φωτάκο, γιατί έχει γίνει κίτρινος από τον φόβο του και εκείνος διηγήθηκε όσα είδε. Στη συνέχεια ο Κολοκοτρώνης εκάλεσε τους καπεταναίους και τους ρώτησε, τι πτώματα ήσαν εκείνα μέσα στην εκκλησία. Εκείνοι του είπαν ότι δεν έθαψαν τους σκοτωμένους. «Τότε (ο Κολοκοτρώνης) έδιαλεξεν ανθρώπους συνηθισμένους να μη φοβούνται τους νεκρούς (διότι τότε ο φόβος ήτο πολύς εις τους Έλληνας, επειδή ήσαν ασυνήθιστοι να πιάνουν και να θάφτουν πτώματα) και τους έστειλε και έκαμαν ένα μεγάλον λάκκον και τους έρριξεν όλους μέσα»[9].

Ανακατωμένες είναι οι δικαιολογίες που φέρνει ο Φωτάκος. Ωστόσο ο φόβος των Ελλήνων στρατιωτών στο Βαλτέτσι δεν οφείλεται απλώς στο ότι πρώτη φορά εκείνοι έβλεπαν ανθρώπους σκοτωμένους. Ούτε και κιτρίνισαν άπ’ αυτή την αιτία, δηλαδή διότι δεν είχαν συνηθίσει να βλέπουν σκοτωμένους. Εξ άλλου, στον Άγιο Σώστη της Τεγέας ο φόβος δεν προερχόταν απλώς γιατί είδαν μέσα στην εκκλησία τα κορμιά να είναι κοψοκέφαλα. Αν ήσαν μόνο αυτοί οι λόγοι, ασφαλώς έπειτα από τον πρώτο φόβο οι Έλληνες στρατιώτες θα ζύγωναν και θα έθαβαν τους νεκρούς.

Αλλά τότε, ποιός είναι ο βαθύτερος – και ο άγνωστος – λόγος για τον οποίο όλοι τους, Φωτάκος και λοιποί, έστεκαν κατακίτρινοι και ασάλευτοι, μην τολμώντας να πλησιάσουν και να έγγισουν τα πτώματα;

Πριν απαντήσω στο ερώτημα, προτείνω να γνωρίσουμε, τι ακριβώς πιστεύει, ακόμη και σήμερα, ο πολύς λαός ως προς τους πιθανούς κινδύνους που απειλούν καθέναν που θα πιάσει με τα χέρια του κάποιον νεκρό. Πιστεύουν λοιπόν ότι το λιγότερο που έχει να πάθη, είναι ότι θα τρέμουν τα χέρια του ή θα μένουν μουδιασμένα ή πιασμένα. Αυτό σημαίνει ότι τα χέρια που θα αγγίξουν το πτώμα, θα αχρηστευθούν προσωρινά από κάποιο νευρικό κλονισμό που θα πάθουν, ή από την ακινησία του αίματος και το βαρύ μούδιασμα.

Αναφέρω δύο παραδείγματα που μου είναι γνωστά από τη Θράκη: 1) Στον Σκοπό της Θράκης οι γυναίκες που έπαιρναν μέρος στο άλλαγμα του νεκρού, συνήθιζαν να κόβουν από το σάβανο ένα μικρό τετράγωνο κομμάτι που το έραβαν έπειτα πάνω στο εσωτερικό ποκάμισό τους, και το έκαναν αυτό «για να μην τρέμουν τα χέρια τους» [10]. 2) Στο Σαμακόβι της Ανατολικής Θράκης «οι νεκροθάφτες, φεύγοντας από το σπίτι του πεθαμένου, παίρνουν μια λωρίδα πανί και το κρύβουν κάπου, έξω στην αυλή τους. Έπειτα από σαράντα ημέρες το παίρνουν πάλι, το πλένουν και το βάζουν για μπάλωμα σ’ ένα ρούχο τους, για να μην πιαστούν τα χέρια τους»  [11].

Διαπιστώνομε ότι και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις εκείνος που θα πιάσει τον νεκρό, είτε για να τον αλλάξει, είτε για να τον θάψει, κινδυνεύει να ίδει τα δύο χέρια του να τρέμουν ή να είναι πιασμένα και αχρηστευμένα και αυτό να γίνεται για αρκετόν καιρό. Φυσικά, όλα αυτά συμβαίνουν στις πιο αθώες περιπτώσεις, όταν δηλαδή ο θάνατος είναι φυσιολογικός και γίνεται μέσα στο σπίτι, και όταν οι γειτόνισσες σπεύδουν πρόθυμα για να περιποιηθούν τον προσφιλή νεκρό και οι νεκροθάφτες του χωριού να βοηθήσουν για την ταφή.

Στην περίπτωση όμως των βιαιοθανάτων, που τα κορμιά τους κατακρεουργήθηκαν από αιμοσταγείς φονιάδες, είναι πολύ φυσικό ότι η εκδικητική αντίδραση του νεκρού θα είναι πολύ ισχυρότερη και χειρότερη, και ότι θα κατευθύνεται αδιακρίτως εναντίον καθενός που θα τολμήσει να πιάσει τα διαμελισμένα κομμάτια του αδικοσκοτωμένου νεκρού. Καθένας που θα πιάσει τα ματωμένα κομμάτια, θα βάψη και αυτός τα χέρια του στο αδικοχυμένο αίμα. Θα γίνει συνεπώς συνένοχος στον φόνο και συνεκδοχικά συμμέτοχος στην εκδίκηση και την τιμωρία που θα προκαλέσει ο νεκρός.

Το μίασμα συνεπώς και ο πανίσχυρος φόβος από το μίασμα, ήσαν οι λόγοι που είχαν κάμει στο Βαλτέτσι και τον Φωτάκο και τους άλλους Έλληνες, να σταθούν περίτρομοι, κατακίτρινοι και αποσβολωμένοι, ευθύς ως αντίκρισαν τα κομματιασμένα κορμιά των συστρατιωτών τους. Ούτε και θα μετέβαλλαν ποτέ εκείνοι αύτη τη στάση τους, εάν δεν παρενέβαινε ο Κολοκοτρώνης, αυτός ο συχνός «από μηχανής θεός» για πάρα πολλά προβλήματα, μικρά και μεγάλα, που συνεχώς παρουσιάζονταν σε όλη την μακροχρόνια διάρκεια του πολέμου της Ανεξαρτησίας.

Εζύγωσε λοιπόν τότε ο Κολοκοτρώνης και όχι μόνο έπιανε και εμάζευε ο ίδιος τα σκόρπια κομμάτια από τα διαμελισμένα κορμιά, άλλα και – αντιπαραθέτοντας σκόπιμα, στους δήθεν μιασμένους και εκδικητικούς νεκρούς, την αγιότητα των τωρινών νεκρών – έλεγε στους στρατιώτες του ότι οι νεκροί εκείνοι δεν είναι βλαπτικοί και μιασμένοι, άλλ’ ότι είναι πραγματικοί Άγιοι, και θα πάνε σίγουρα στον παράδεισο, γιατί είναι ισάξιοι με τους Μάρτυρες του Χριστιανισμού.

Και για να αποδείξει έμπρακτα ο Κολοκοτρώνης ότι επρόκειτο για Αγίους και για λείψανα Αγίων, εφιλούσε με ευλάβεια το κάθε κομμάτι που εμάζευε. Το εφιλούσε με ευλάβεια, που ήταν όμοια με εκείνην, όταν φιλούμε τα ιερά λείψανα κάποιου Αγίου.

Γ

Οι τρεις λαγοί, πριν από τη μάχη στο Βαλτέτσι

 

Αρκετές ημέρες πριν από τη μάχη, ο Κολοκοτρώνης πηγαινοερχόταν κάθε ημέρα ανάμεσα στο Χρυσοβίτσι, το Βαλτέτσι και την Πιάνα. Οι ενδιάμεσες αποστάσεις σ’ αυτά τα τρία χωριά είναι αρκετά μεγάλες, αλλά ο οργανωτικός Κολοκοτρώνης εννοούσε να έχει κάθε ημέρα προσωπική αντίληψη για το κάθε πρόβλημα: «Αφού ήλθαν τα στρατεύματα, εις Βαλτέτσι, τότε ο Κολοκοτρώνης δια πολλάς ημέρας επήγαινε και ήρχετο εις Βαλτέτσι την αυγήν από εκεί το μεσημέρι πάλιν εις Χρυσοβίτσι και το εσπέρας εκείθεν εις Πιάνα. Ταύτα ήσαν αδύνατον να μη γίνουν κάθε ημέραν, μολονότι το διάστημα ήτο όχι ολίγον»[12].

Το αξιοσημείωτο όμως είναι ότι ακριβώς μέσα σε εκείνο το καθημερινό πέρα – δώθε βρήκε τον Κολοκοτρώνη και η είδηση, ότι επί τέλους οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς ξεκίνησαν πανστρατιά, με σκοπό να συντρίψουν ολοσχερώς όλους τους Έλληνες που είχαν συγκεντρωθεί στο Βαλτέτσι. Ο Φωτάκος γράφει σχετικά: «Ο δε Κολοκοτρώνης εξακολουθούσε να πηγαινοέρχεται και να βλέπη και τας τρεις θέσεις… του Χρυσοβιτσιού, της Πιάνας και του Βαλτετσιού, και τα πάντα ήσαν έτοιμα… Τέλος πάντων ήλθεν η ώρα να δοξασθούν και να ελευθερωθούν οι Έλληνες με του Θεού την βοήθειαν. Οι Τούρκοι εβγήκαν από την Τριπολιτσάν όλοι υπέρ τας δώδεκα χιλιάδας πεζοί και καβαλαραΐοι… Ο Κολοκοτρώνης εις το Χρυσοβίτσι τότε ευρισκόμενος, άμα είδε τους καπνούς[13], ότι οι Τούρκοι πηγαίνουν εις το Βαλτέτσι, αμέσως έστειλε τον Θεοδόσην Καρδαράν καβαλάρην με μίαν σημαίαν να έβγη εις την ράχιν του Βαλτετσιού δια να τον βλέπουν οι κλεισμένοι εις το Βαλτέτσι, ότι τους πηγαίνομεν βοήθειαν. Έπειτα διέταξε τους στρατιώτας να τον ακολουθήσουν»[14]. Και πιο κάτω ο Φωτάκος συνεχίζει: «Αφού ο πόλεμος άρχισεν εις τα καλά, έφθασεν ο Κολοκοτρώνης με τους Χρυσοβιτσιώτας και άλλους κοντά 700 και επήρε τις πλάτες των Τούρκων»[15].

 

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος (λεπτομέρεια). Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Ανάμεσα, όμως σε εκείνες τις κρίσιμες στιγμές, – ενώ η μεγάλη μάχη είχε αρχίσει και ενώ ο Κολοκοτρώνης πήγαινε, εσπευσμένα, για το Βαλτέτσι, – ιδού ότι στο δρόμο του ξεπετάχτηκαν μπροστά από το στρατιωτικό τμήμα τρεις λαγοί. Ψυχολογικά, το ασήμαντο τούτο για σήμερα περιστατικό ήταν για τότε ότι χειρότερο θα μπορούσε να φαντασθεί κανείς για εκείνες τις ώρες. Γενικά, εάν ένας λαγός παρουσιαζόταν είτε στο στρατόπεδο είτε σε ώρες κρίσιμες για πολεμική δράση, και ιδίως εάν ο λαγός έκοβε τον δρόμο προσπερνώντας κάθετα, τότε όλοι πίστευαν ότι τούτο ήταν προάγγελος για βέβαιη καταστροφή. Το νόημα όμως του οιωνού εκείνου πίστευαν ότι θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά, αρκούσε οι στρατιώτες να ήσαν ικανοί να σκοτώσουν τον απροσδόκητο τετράποδο επισκέπτη τους, ή προπάντων να καταφέρουν να τον πιάσουν ζωντανό. Το τελευταίο τούτο εθεωρείτο και ως το σπουδαιότερο. Και τότε η ελπίδα για επικείμενη και βέβαιη νίκη άλλαζε και γινόταν πεποίθηση.

Ο Φωτάκος, περιγράφοντας το περιστατικό, έχει φροντίσει να προσθέσει και τις δικές του παρατηρήσεις σχετικά με την δοξασία. Το κείμενό του έχει ως εξής: «Όταν ο πόλεμος άρχισεν εις το Βαλτέτσι και ο Κολοκοτρώνης με τούς Χρυσοβιτσιώτας ήρχετο εκεί, οι στρατιώται του εις τον δρόμον έπιασαν λαγούς ζωντανούς· επειδή δε οι Έλληνες εκ προλήψεως εθεώρουν τον λαγόν, τον οποίον απαντούσαν καθ’ οδόν ως κακόν σημείον, ο Κολοκοτρώνης είπε τότε εις τους στρατιώτας δια να τους δώση θάρρος· «καλόν σημείον, στρατιώται, έτσι θα πιάσωμεν και ημείς ζωντανούς τους Τούρκους»[16].

Παραλλαγή, ως προς την αφήγηση του αυτού επεισοδίου, συναντούμε στα Απομνημονεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, όπως ο Γέρος του Μόρια αφηγήθηκε το ίδιο περιστατικό στον Γεώργιο Τερτσέτη: «Όταν εκίνησα διά να υπάγω εις το Βαλτέτσι, εις τον δρόμο εβγήκαν τρεις λαγοί και τους επιάσαν ζωντανούς οι Έλληνες. Τότε τους είπα, ότι: «Η νίκη, παιδιά, είναι δική μας». Είχαν πρόληψη οι Έλληνες, όταν έβλεπαν λαγούς και επερνούσαν από το στρατόπεδο και δεν τους εσκότωναν ή δεν τους επίαναν, η καρδιά των Ελλήνων εκρύωνε, ότι θα χάσουν τον πόλεμο»[17].

Προτού προχωρήσω στις οποιεσδήποτε παρατηρήσεις μου, θα προτιμούσα να παραθέσω αμέσως τώρα το κείμενο από τρεις άλλες παρόμοιες μαρτυρίες, που προέρχονται από την νεώτερη προφορική παράδοση.

Η πρώτη προέρχεται από την καταγραφή μίας ρουμελιώτικης παραδόσεως που την άκουσε ο Ανδρέας Καρκαβίτσας. Ο τελευταίος την ανακοίνωσε στον Γιάννη Βλαχογιάννη, ο όποιος και τη δημοσιεύει το έτος 1927: «Στη Γραβιά, πριν μπούνε και κλειστούν οι Έλληνες στό Χάνι, πετάχτηκε λαγός από τα γύρωθε σπαρτά. Ο Ανδρούτσος φώναξε: – Μη χαλάτε τα φουσέκια σας». Έβαλε το λαγό στο κυνήγι και τον έπιασε ζωντανό, λένε»[18].

Στο Ζαγόρι της Ηπείρου έχουν την ακόλουθη δοξασία, σύμφωνα με όσα γράφει στην Λαογραφία το έτος 1921 ο καταγόμενος από εκεί και μετέπειτα καθηγητής της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γεώργιος Αναγνωστόπουλος: «Άμα πας πουθενά και προσπεράσει λαγός, δε βρίσκεις καλά και μ’ ευκολία για ότι δουλειά πας»[19].

Τέλος η φιλόπονη και ευσυνείδητη λογία της Θράκης Ελπινίκη Σαραντή-Σταμούλη, γνωστή ιδιαίτερα για τις λαμπρές πληροφορίες εθίμων και δοξασιών της Θράκης που έχει δημοσιεύσει, γράφει το 1951 στη Λαογραφία:  «Σαν ο λαγός τους έκοφτε το δρόμο, δεν το ’χαν σε καλό, προπάντων όσοι πήγαιναν για το στρατό»[20].

Έχω τη γνώμη ότι τώρα είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να συγκρίνω τις πληροφορίες και να προσθέσω μερικές παρατηρήσεις που θα ήθελα να κάμω.

  1. Πρώτα-πρώτα, η πιο αδύναμη μαρτυρία από όλες τις πιο πάνω είναι αύτη που ο Γιάννης Βλαχογιάννης την έχει δημοσιεύσει στην «Ιστορική Ανθολογία». Γίνεται φανερό ότι ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, που άκουσε τη σχετική ρουμελιώτικη διήγηση, θαύμασε προπάντων τη λεβεντιά του Οδυσσέα Ανδρούτσου και ιδίως τη θρυλική ταχύτητά του στο τρέξιμο. Θαυμάζοντας όμως αυτά, δεν πρόσεξε και δεν ρώτησε να μάθη περισσότερα για τη λαϊκή δοξασία, που κρύβεται πίσω από την ιστορία. Όπως η παράδοση έχει διασωθεί, φαίνεται απλώς σαν ένα περιστατικό που δείχνει την ωκυποδία του θρυλικού στο τρέξιμο Οδυσσέα. Στο μεταξύ όμως η παράδοση – μ’ αύτη τη μορφή της – έχει χάσει όλο το δραματικό στοιχείο της, που επικεντρώνεται στο ότι, την ώρα που οι γενναίοι αλλά ολίγοι πορεύονται για το απροστάτευτο Χάνι, ένας λαγός ξεπετιέται μπροστά τους, για να τους προειδοποιήσει ότι εκεί που πάνε τους περιμένει ο θάνατος. Μονάχα επειδή ο Οδυσσέας κατάφερε και έπιασε ζωντανό εκείνο τον λαγό, μονάχα τότε όλοι τους έγιναν σίγουροι, και ότι θα ταπεινώσουν την επόμενη ήμερα τον πολυάριθμο τουρκικό στρατό, και ότι οι ίδιοι τελικά θα ξεφύγουν, με εκείνο το νυκτερινό άλλα δυναμικό γιουρούσι τους την μεθεπόμενη νύχτα.
  2. Αντίθετα όμως με τη διήγηση για τον Ανδρούτσο και το Χάνι της Γραβιάς, οι άλλες πληροφορίες είναι πολύ καλές. Πρόκειται για τις δύο για το Βαλτέτσι και για τις άλλες δύο, τις σχετικές με τη νεώτερη ζωή στο Ζαγόρι της Ηπείρου και στη Θράκη. Αξίζει λοιπόν να απομονώσουμε – και να τονίσουμε – τα σπουδαιότερα στοιχεία τους.

Και πρώτα-πρώτα, από όσα υποστηρίζουν οι δύο νεοελληνικές μαρτυρίες, η πληρέστερη μορφή της δοξασίας δεν ολοκληρώνεται απλώς με την παρουσία ενός λαγού στο δρόμο, άλλα κυρίως με το να προσπεράσει κάποιος λαγός κάθετα, μπροστά από τον δρόμο σου: «Άμα πας πουθενά και προσπεράσει λαγός» τονίζεται στο Ζαγόρι. «Σαν ο λαγός τους έκοφτε το δρόμο», επιμένουν και στη Θράκη.

Η αναποδιά πάντως, που προκαλείται με την εμφάνιση του λαγού, είναι γενική και ισχύει για τον οποιοδήποτε σκοπό που επιδιώκεται με την πορεία. Κυρίως όμως η απροσδόκητη εμφάνιση κάποιου λαγού συνδέεται αμεσότερα με τους κινδύνους που σχετίζονται με το στρατό και τον πόλεμο, διότι εκεί άλλωστε δεσπόζει το αβέβαιο του μέλλοντος. Σ’ αυτό το σημείο συμφωνούν μεταξύ τους, τόσο η μαρτυρία της Θράκης, όσο και οι δύο σχετικές με το Βαλτέτσι, ιδίως όμως η παραλλαγή που την διηγείται ο ίδιος δ Κολοκοτρώνης. «Σαν ο λαγός τους έκοψε το δρόμο, δεν το ’χαν σε καλό, και προπάντων όσοι πήγαιναν για το στρατό» (Θράκη). «Οι Έλληνες, όταν έβλεπαν λαγούς και επερνούσαν από το στρατόπεδο[21] και δεν τους εσκότωναν ή δεν τους έπιαναν, η καρδιά των Ελλήνων εκρύωνε, ότι θα χάσουν τον πόλεμο» (Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα).

 

Δ

 

Ως προς τον ρόλο τώρα του λαγού, και τη σημασία της ξαφνικής παρουσίας του, δεν έχω αμφιβολία ότι ως αρχική αφετηρία στις δοξασίες πρέπει να έχει υπάρξει η δαιμονική και κυρίως η χθόνια ιδιότητα, που από παλαιότατους χρόνους και από αρκετούς ευρωπαϊκούς λαούς έχουν αποδοθεί στον λαγό. Γι’ αυτό τον λόγο ο λαγός – ιδίως στα ευρωπαϊκά έθιμα του θερισμού – έχει πολύτιμες μαγικές ιδιότητες. Εάν έξαφνα στο τέλος του θερισμού ξεφύγει κάποιος λαγός, που σ’ αύτη την περίπτωση συμβολίζει τον πλουτοδότη δαίμονα του σίτου, τότε πιστεύουν ότι η καρποφορία του μεγάλου χωραφιού θα μεταβληθεί σε ασήμαντη για το επόμενο έτος. Εάν όμως οι θεριστές του αγρού, κόβοντας τα τελευταία δράγματα (τις τελευταίες «χεριές») από τα στάχια, θα τύχη να συλλάβουν κάποιον αληθινό λαγό, η έστω εάν απομιμηθούν ότι τάχα τον έπιασαν – φωνάζοντας θριαμβευτικά «να, ο λαγός» και τρέχοντας «τον πιάνουν» – τότε και η καλή εσοδεία του αγρού εκείνου πιστεύουν ότι θα είναι απόλυτα εξασφαλισμένη και για την επόμενη χρονιά. Η ευετηρία που συνυπάρχει με τον λαγό, δαίμονα του σίτου, παραμένει στο χωράφι, όπου και ανήκει.

Συνοψίζω συνεπώς τις σκέψεις μου γύρω από το βαθύτερο νόημα, που – σε πολλούς ευρωπαϊκούς λαούς, άλλα και στην Ελλάδα – βρίσκεται πίσω από τα έθιμα του θερισμού: Η εμφάνιση του λαγού φέρνει μαζί της την ευγονία της γης και την ευτυχία στον αγρότη, άλλα στη συνέχεια η φυγή και εξαφάνισή του σε ξένους αγρούς προκαλεί αντίστοιχα την καχεξία του χωραφιού στο άμεσο μέλλον. Αντίθετα, εάν κατορθωθεί η σύλληψη του λαγού ζωντανού, ή έστω «η εικονική μιμητική σύλληψή του» μέσα στις φάσεις του θεριστικού «δρωμένου», τότε τούτο συμβολίζει ότι και η μελλοντική επιτυχία στην παραγωγή του χωραφιού θα είναι σίγουρη.

Δεν χρειάζεται λοιπόν παρά μόνο τα ίδια νοήματα και τους συμβολισμούς να τους μεταφέρουμε και στο χώρο του πολέμου και να παραδεχτούμε ότι και εκεί συμβαίνουν πράγματα πανομοιότυπα. Η εμφάνιση δηλαδή και στη συνέχεια η φυγή ενός λαγού μπροστά από τους στρατιώτες, σημαίνει καταστροφή τους. Αντίθετα η σύλληψη του ζωντανού, σημαίνει μεγαλειώδη θρίαμβο κατά την επόμενη μάχη.

Ο Κολοκοτρώνης συνεπώς δεν είχε άδικο, όταν βλέποντας ότι οι στρατιώτες του έπιασαν ζωντανούς τους τρεις λαγούς τους είπε ότι η νίκη στο Βαλτέτσι είναι σίγουρη: «Εις τον δρόμο (για το Βαλτέτσι, όπου έσπευδαν) εβγήκαν τρεις λαγοί και τους έπιασαν ζωντανούς οι Έλληνες. Τότε τους είπα, ότι «η νίκη, παιδιά, είναι δική μας».

Σιγά-σιγά όμως το παλαιότατο και βαθύτερο νόημα, ως προς την εμφάνιση και τη φυγή ή τη σύλληψη ζωντανού του λαγού, που ήταν ο δαίμων του σίτου και πάροχος αγροτικής ευημερίας, ήταν φυσικό με τα χρόνια να ξεχασθεί.

Τι απέμενε λοιπόν έκτοτε; Απέμενε να παρεμβληθεί η λύση της ομοιοπαθητικής αναλογίας. Το παλαιό δηλαδή έθιμο επέζησε, το αίμα όμως που ανανεώνει τη ζωή του έχει αλλάξει ιδιότητες και αιτιολογία.

Στη νέα αύτη φάση, με την οποία επιβιώνει σήμερα η παλιά δοξασία, υπόκειται το ακόλουθο σκεπτικό. Ερώτηση: Συμβαίνει ένας λαγός να παρουσιάζεται ξαφνικά μπροστά σου και προσπερνώντας να σου κόβει το δρόμο, την ώρα που πηγαίνεις για κάτι σπουδαίο; Αν αυτό συμβαίνει, τότε με αύτη την εμφάνισή του είναι σα να προειδοποιεί και να σου λέγει: «Όπως εγώ τρέχω πανικόβλητος για να σωθώ, έτσι και εσύ αυτού που πας θα τρέχεις το ίδιο πανικόβλητος για να σωθείς». Εάν λοιπόν ο λαγός τελικά ξεφύγει, τότε τούτο σημαίνει μεγάλη ζημιά η μεγάλο κίνδυνο. Εάν όμως θα καταφέρουν να τον πιάσουν ζωντανό – όπως και στα μιμητικά δρώμενα του θερισμού – τότε τα πράγματα αλλάζουν, γιατί εκείνος που θα τρέχει σε λίγο, κυριολεκτικά πανικόβλητος, θα είναι ο νικημένος αντίπαλός σου.

Στα έθιμα τοκετού, κάθε φορά που θα έρθει μέσα στο σπίτι της επιτόκου κάποια γειτόνισσα, αντί του καθημερινού και κανονικού χαιρετισμού συνηθίζεται να λέει ως πρώτη λέξη την ακόλουθη ευχή: «Χέλια!» Μπορεί αλλιώς να ειπεί και ως έξης: (Όπως γλιστράει το χέλι, έτσι να γλιστρήσει και το παιδί». Σ’ αύτη τη φράση αναγνωρίζουμε τον τρόπο που γίνεται η σύνθεση της ομοιοπαθητικής ευχής. Η ευχή δηλαδή που εκφωνείται απαρτίζεται από δύο ισόποσα, ισότιμα και αλληλοεπηρεαζόμενα τμήματα, που συνδέονται και εξομοιώνονται μεταξύ τους με τους δύο εναρκτήριους συνδέσμους «όπως… έτσι…».

Ακριβώς όμως παρόμοια αμοιβαία εξομοίωση έχει συμβεί και στη σύντομη προσφώνηση του Κολοκοτρώνη προς τους στρατιώτες του, αμέσως μετά τη σύλληψη των τριών λαγών. Ο Φωτάκος βέβαια αναφέρει μόνο το δεύτερο τμήμα, γράφοντας: «Καλόν σημείον, στρατιώται, έτσι θά πιάσωμεν και ημείς ζωντανούς τους Τούρκους». Δεν υπαρχή φυσικά καμιά αμφιβολία, ότι και ο Κολοκοτρώνης είναι δυνατόν να είπε ακριβώς έτσι, δηλαδή να παρέλειψε το πρώτο τμήμα ως ευκολονόητο. ‘Ωστόσο η κανονική και πλήρης διατύπωση της ομοιοπαθητικής μορφής πρέπει να είχε ως έξης: «Καλόν σημείον, παιδιά [22], όπως επιάσατε ζωντανούς τους λαγούς, έτσι θα πιάσωμεν και ημείς ζωντανούς τους Τούρκους». Με αυτή τη διατύπωση η ομοιοπαθητική έκφραση έχει πάρει την τέλεια μορφή της.

Τελικά η παλαιά ιδιότητα του λαγού, που φέρει μαζί του τον δαίμονα του σίτου και την ευημερία, έχει πλέον ξεχασθεί. Η νέα όμως δικαιολογία που ξεφύτρωσε, στηριγμένη ειδικά πάνω στην ομοιοπαθητική διαδικασία, ζει και βασιλεύει. Ημπορεί μάλιστα να δίνη τέτοια φτερά στα πόδια και τέτοιο κουράγιο στις καρδιές των πολεμιστών του Βαλτετσίου, ώστε πολύ σύντομα το περιεχόμενο της ομοιοπαθητικής προμαντείας θα γίνει πραγματικότητα. Περιγράφεται μάλιστα από τον Φωτάκο εκείνη η νέα πραγματικότητα με δύο διαφορετικές ενότητες, πρώτα με τα όσα έγιναν στο Βαλτέτσι, και δεύτερο με όσα διαδραματίσθηκαν μέσα στην Τριπολιτσά.

Ως προς το Βαλτέτσι, οι Τούρκοι «έφυγαν και άφηκαν σκοτωμένους γεμάτες τις ράχες δεξιά και αριστερά, καθώς πάει η ρεματιά εις την Τριπολιτσάν» [23]. Ως προς δε τους ολοφυρμούς στην Τριπολιτσά, ο Φωτάκος γράφει: «Τούτο δε μόνον εμείς γνωρίζομεν, ότι ολονυκτίς εκουβάλαγαν πληγωμένους μέσα εις την Τριπολιτσάν θρήνος και κλαυθμός πολύς εγίνετο μέσα εις την πόλιν, και δεν ήτο κανένα σπίτι χωρίς μοιρολόγια και κλαύματα. Αι γυναίκες των, τα παιδία των και όλη η Τουρκιά της Τριπολιτσάς έτρεχαν εις τους δρόμους, ως μας είπαν ύστερα οι κλεισμένοι μέσα Έλληνες, και ερωτούσαν και εφώναζαν ο καθένας τους δικούς των, αν τους είδαν ζωντανούς ή σκοτωμένους, και αν έρχωνται, ή τι έγιναν. Εκεί έβλεπε τις τας γυναίκας των Τούρκων να κορωνυχιάζουν τα μάγουλα των με τα νύχια των και να τραβούνε τα μαλλιά των, τα δε παιδιά να φωνάζουν και να γυρεύουν τους πατέρας των. Τοιαύτη ήτο η θέα της Τριπολιτσάς εις το έμβασμα των Τούρκων των τσακισμένων εις το Βαλτέτσι» [24].

 

Ε

  

Έχω υποστηρίξει, αμέσως από την αρχή της μελέτης μου, ότι ο Φωτάκος, «ακριβώς επειδή ασχολείται πολύ συχνά με πολλές και μικρές λεπτομέρειες για πρόσωπα και γεγονότα του πολέμου, αναδεικνύεται… ως μία αξιόλογη λαογραφική πηγή» για την εποχή εκείνη. Νομίζω ότι τα τρία μικρά προβλήματα που εξέτασα πιο πάνω, σχετικά με το ελληνικό στρατόπεδο και τη μάχη στο Βαλτέτσι, είναι ικανά να αποδείξουν αύτη την αλήθεια.

Το αποτέλεσμα στην πρώτη μεγάλη μάχη και τη νίκη των Ελλήνων εκερδήθη φυσικά από την στρατηγική ιδιοφυΐα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο ίδιος όμως ο στρατηγός γνώριζε πολύ κοίλα ότι πίσω από τα γεγονότα – και παράλληλα με αυτά – βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και μία άλλη μορφή πολέμου, η σχετική με τη σύγκρουση των δοξασιών. Αν ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης δεν είχε προβλέψει τι οδυνηρές συνέπειες θα είχε για όλο το στρατόπεδο «το μέτρημα» των Μανιατών – που παρά λίγο να είχε στοιχίσει την αιχμαλωσία στον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, τον «Μεγαλομούστακον» της Μάνης -, ωστόσο ο Γέρος του Μόρια παρενέβη σωτήρια στις δύο άλλες και σημαντικές περιπτώσεις: α) Δυνάμωσε την ψυχική αντοχή των στρατιωτών του, ως προς τη θέα των κατακρεουργημένων κορμιών και τους βοήθησε να απαλλαγούν από τον ισχυρό φόβο του μιάσματος. Και β) στη συνέχεια, στερέωσε την πίστη των στρατιωτών του για σίγουρη νίκη, και αυτό έγινε κατά τις κρίσιμες στιγμές, όταν ξεπετάχτηκαν οι τρεις λαγοί, σύμβολα  – όπως και οι Δελφικοί χρησμοί – δισυπόστατα από σημασιολογική άποψη. Σύμβολα δηλαδή επαίσχυντης φυγής, εάν δεν συλληφθούν, άλλα και σύμβολα θριάμβου, εάν οι λαγοί θα συλληφθούν.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φωτίου Χρυσανθοπούλου η Φωτάκου, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθηνήσι 1858. Φωτοτυπική επανέκδοση, – με επιμέλεια, εισαγωγή και ευρετήριο από τον κ. Τάσον Αθ. Γριτσόπουλον -, έχει γίνει από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών (Αθήναι 1974). Σ’ αύτη την τελευταία έκδοση παραπέμπω κάθε τόσο, πιο κάτω.

[2] Φωτάκος Α, σελ. 121.

[3] Φωτάκος Α, σελ. 122.

[4] Σε ανέκδοτους ιατροσοφικούς κώδικες των περασμένων αιώνων η ερευνήτρια αυτών των κωδίκων Αγλαΐα Παπασπυροπούλου, διδάκτωρ Λαογραφίας, με πληροφορεί ότι λέγεται συχνά: «βάλε αμέτρητο» άπ’ αυτό το βοτάνι η το άλλο. Αν το μετρήσεις, νομίζω ότι εκείνο χάνει τη θεραπευτική του δύναμη.

[5] Φωτάκος Α, σελ. 122.

[6] Φωτάκος Α, σελ. 126.

[7] Φωτάκος Α, σελ. 218.

[8] Φωτάκος Α, σελ. 218.

[9] Φωτάκος Α, σελ. 218-219.

[10] Επετηρίς Λαογραφικού Αρχείου, τομ. 2 (1940) σελ. 173.

[11] Έπετ. Λαογρ. Αρχ. 2, 187.

[12] «Οι καπεταναίοι όσοι βαστούσαν την Επάνω Χρέπαν, φρόντιζαν πάντοτε να βάλλουν καπνούς εις την κορυφή δια να ειδοποιείται ο κόσμος και τα στρατόπεδα, ότι βγήκαν οι Τούρκοι» (Φωτάκος Α, σελ. 150).

[13] Από τους καπνούς στην Επάνω Χρέπα του Μαινάλου οι Έλληνες εμάθαιναν όχι μόνο ότι εβγήκαν Τούρκοι από την Τριπολιτσά, αλλά και προς τα που κατευθύνονται. Αυτά τα εμάθαιναν από ορισμένα σημάδια. «Το σημείον ήτο το ακόλουθον όταν οι Τούρκοι έβγαιναν να υπάγουν δια το Ναύπλιον, έβαλλαν εις την κορυφήν του βουνού της Επάνω Χρέπας ένα καπνόν, αν επήγαιναν δια το Λεβίδι τρεις, και δια το Βαλτέτσι τέσσερας και ούτω καθ’ εξής. Εδώ δια πρώτην φοράν μετεχειρίσθησαν οι Έλληνες τους καπνούς δια να γνωρίζουν που πηγαίνουν οι Τούρκοι. Αφού έβλεπαν τους καπνούς ετουφέκιζαν από ράχιν εις ράχιν και στρατιώται και τσοπάνηδες όπου ευρίσκοντο και διεδίδετο από τον έναν εις τον άλλον η είδησις της εξόδου των Τούρκων εις όλην σχεδόν την Πελοπόννησον και ούτως εφύλαττον τας οικογένειας των και τα ζώα των από τους Τούρκους» (Φωτάκος Α, σελ. 140-141).

[14] Φωτάκος Α, σελ. 150-151.

[15] Φωτάκος Α, σελ. 153.

[16] Φωτάκος Α, σελ. 161.

[17] Θ. Κ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων της Έλλην. φυλής, φωτομηχανική επανέκδοση από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, με εισαγωγή, εύρετηριον, επιμέλεια Τάσου Γριτσόπουλου, Αθήναι 1981, σελ. 83.

[18] Γιάννη Βλαχογιάννη, Ιστορικοί Ανθολογία, 1927, σελ. 139, αρ. 264.

[19] Λαογραφία τομ. 8 (1921) σελ. 219, αρ. 18. Ο Γ. Αναγνωστόπουλος στο ρήμα προσπέραση δίνει την ερμηνεία (που είναι η σωστή) «διάσχιση τον δρόμον καθέτως και προ σού».

[20] Λαογραφία 13 (1951) σελ. 233, αρ. 196.

[21] Η έκφραση «από το στρατόπεδο» έχει εδώ τη σημασία, ότι οι λαγοί θα διέσχιζαν το στρατόπεδο. Τούτο ισοδυναμεί με την περίπτωση που ένας λαγός προσπερνάει κόβοντας κάθετα τον δρόμο.

[22] Η κλητική που χρησιμοποιεί ο Κολοκοτρώνης (στα Απομνημονεύματά του) είναι «παιδιά» και όχι «στρατιώται» που γράφει ο Φωτάκος.

[23] Φωτάκος Α, σελ. 160.

[24] Φωτάκος Α, σελ. 160.

 

Κώστας Ρωμαίος (1913 – 1992)

Καθηγητής  Πανεπιστημίου – Ακαδημαϊκός

«Πελοποννησιακά» (1985-1986) , τόμος 16. Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών.

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό σύστημα.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »