Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category
Πρoστατευμένο: Η εικονογράφηση του καθολικού της μονής Πετράκη από τον Αργείο ζωγράφο Γεώργιο Μάρκου |Ένα πελοποννησιακό εργαστήριο του 18ου αιώνα στην Αθήνα, Ιωάννα Στουφή – Πουλημένου, Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Γ’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005, Αθήναι, 2006.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ζωγραφική, Θρησκεία, Ιστορία, Ιωάννα Στουφή – Πουλημένου, Πρακτικά Συνεδρίου, Πελοποννησιακά, Ψηφιακά Βιβλία, Ψηφιακές Συλλογές on 14 Οκτωβρίου, 2012|
Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους |1961-2011 Μισός αιώνας λειτουργίας
Posted in Άργος, Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Μουσεία Αργολίδας, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ιστορία, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Museum on 1 Οκτωβρίου, 2012| Leave a Comment »
1961-2011:Μισός αιώνας λειτουργίας του Μουσείου Άργους
Μουσείο στο Άργος:Η αρχή και η εξέλιξή του
Τον Ιούνιο του 1961 εγκαινιαζόταν το σημερινό μουσείο αρχαιοτήτων του Άργους [1], ενώ από τα μέσα του 1959 είχε τελειώσει η ανακαίνιση – διαμόρφωση του κτιρίου της οικίας του Δημητρίου Καλλέργη σε αίθουσα μουσείου, στο ισόγειο της οποίας εκτέθηκαν τα ευρήματα της Λέρνας [2]. Ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα είχε διαμορφωθεί το αίτημα, από λογίους της πόλης, για ίδρυση στο Άργος μουσείου άξιου της ιστορίας του, ενώ οι ανασκαφές του Ολλανδού Wilhelm Vollgraff (για λογαριασμό της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών) κατά πρώτο στην αρχή του 20ού αιώνα, και έπειτα στη δεκαετία του 1930, αναζωπύρωσαν το ενδιαφέρον, τώρα και από τις στήλες του τοπικού Τύπου.
Ο νέος κύκλος ανασκαφών της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στο Άργος, από την αρχή της δεκαετίας του 1950, ώθησε το από πολλές πλευρές πια ενδιαφέρον, στη διαμόρφωση του σημερινού αρχαιολογικού μουσείου, με έξοδα του Γαλλικού Κράτους, αλλά και με την παραχώρηση της χρήσης της οικίας Καλλέργη,αυτής σε ερειπιώδη κατάσταση, από τον Δήμο Άργους, στον οποίο είχε δωρηθεί το κτίριο από τους απώτερους κληρονόμους του Καλλέργη.
Στο άρθρο αυτό θα εκθέσουμε την «πορεία» μουσείου για τις αρχαιότητες του Άργους από τα μέσα του 19ου αιώνα, όπου βρίσκονται οι πρώτες πληροφορίες για στεγασμένη αρχαιολογική συλλογή στο Άργος, μέχρι τις μέρες μας. Αλλά είναι ανάγκη να προσθέσουμε ότι μόλις τώρα (πιθανόν 2012) δημιουργείται μουσείο για τις βυζαντινές αρχαιότητες (του Άργους, αλλά και της υπόλοιπης Αργολίδας), σε αίθουσες των Στρατώνων Καποδίστρια, ενώ δεν γίνεται καν, ακόμα, σοβαρά και οργανωμένα λόγος, για μουσείο της νεότερης ιστορίας και της λαογραφίας τηςπόλης.
Ο συντάκτης του άρθρου, τα τελευταία τριάντα χρόνια, έχει επανειλημμένα, σε διάφορα άρθρα του, τονίσει την ανάγκη για δημιουργία τέτοιου μουσείου, οργανωμένου βεβαίως με τις σύγχρονες μουσειολογικές αντιλήψεις. Τούτο σημαίνει ότι πρέπει να δημιουργηθεί μουσείο που δεν θα περιορίζεται σε έκθεση αντικειμένων, αλλά στόχο θα έχει την πρόκληση μέθεξης στους επισκέπτες, σε μία πόλη που δεν έπαψε να ζει συνεχώς με την πάροδο των χρόνων και των αιώνων. Ας ελπίσουμε ότι πρώτα ο Δήμος Άργους θα ενστερνισθεί την ιδέα αυτή, μέσα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης κατανόησης της κοινωνικής και οικονομικής αξίας της πολιτισμικής ανάπτυξης.
1. Οι απαρχές
Ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης, ανάμεσα στα σκόρπια άρθρα και σημειώματά του, τόσο στον αργειακό όσο και στον αθηναϊκό Τύπο, δημοσίευσε με τα αρχικά του και με την άκρα σεμνότητα που τον διέκρινε, στην εφημερίδα «Δαναΐς» του Δημ. Δεσμίνη, μικρό άρθρο με τον τίτλο «Το εν Άργει Αρχαιολογικόν Μουσείον»[3], όπου με τη γνωστή αντικειμενικότητά του εκθέτει συνοπτικά τις απαρχές της στέγασης μιας πρώτης αρχαιολογικής συλλογής στο Άργος.
Μεταξύ άλλων γράφει ο Βαρδουνιώτης:
«Αι Αργείαι αρχαιότητες ήσαν διεσπαρμένοι τήδε κακείσε, μηδενός μεριμνώντος περί αυτών μέχρι 1 Δεκεμβρίου 1878. Τότε ο αείμνηστος έφορος των αρχαιοτήτων και ευλαβέστατος και ενθουσιώδης λάτρης αυτών Παναγιώτης Σταματάκης συνεκέντρωσε αυτάς και υπό το κατάστημα της Δημαρχίας μας συνέστησε και ετακτοποίησε πρώτος το αρχαιολογικόν της πόλεως ημών Μουσείον. Περιέλαβε δε τούτο 526 τεμάχια αρχαίων εκ του Ηραίου και του Άργους προ πάντων, μεταξύ των οποίων ήσαν και τινα πολλού λόγου άξια.
Έκτοτε το Μουσείον μας εξηκολούθει πλουτιζόμενον εκ διαφόρων εκάστοτε αρχαίων, τα πλείονα των οποίων προήλθον εκ των ανασκαφών της Λυκώνης, του θεάτρου, του λόφου της Ασπίδος κλπ.
Η φύλαξις του Μουσείου αυτού ήτο ανατεθειμένη αρχήθεν εις τον εκάστοτε κλητήρα της δημαρχίας. Και είχε μεν διορισθή δημοτικός τις Έφορος του Μουσείου υπό του δημοτικού συμβουλίου και του δημάρχου, αλλ’ ο διορισμός ούτος ήτο μάλλον τιμητικός τίτλος, κενός πάσης εξουσίας και ενεργείας, σχεδόν ΙΝ ΡΑRTIBUS μέχρι Σεπτεμβρίου 1899, ότε ο δημοτικός αυτός έφορος παρητήθη.
Τούτου ένεκα και διευκολύνθησαν απώλειαί τίνες των εν τω Μουσείω αυτώ αρχαιοτήτων. Κατά δε τον Αύγουστον του 1900 εγένετο σοβαρά κλοπή τοιούτων, αίτινες όμως μετ’ ου πολύ ανεκαλύφθησαν σχεδόν πάσαι.
Κατά την εποχήν εκείνην αφίκοντο ένεκα της ως άνω κλοπής εξ Αθηνών οι κ.κ. Καββαδίας και Τσούντας οίτινες και έλαβον μετά του κ. Νομάρχου Αργολίδος μέτρα διασώσεως των καλλιτέρων αρχαιοτήτων, αφού δεν ήσαν ασφαλείς εν τω Μουσείω μας, ως υπέδειξεν η κλοπή. Μόλις δε τον Οκτώβριον 1901 το Υπουργείον της Παιδείας διώρισε τακτικόν επιμελητήν των εν Άργει αρχαιοτήτων, όστις και μεριμνά και εργάζεται όσον δύναται διά το εν λόγω Μουσείον μας.
Λέγω όσον δύναται, διότι το Μουσείον έχει ήδη πλείστας αρχαιότητας σωρευθείσας πολλάς εν μια μόνη αιθούση. Και είναι απόλυτος ανάγκη, ει μη νέου ειδικού οικοδομήματος, τουλάχιστον μιας έτι αιθούσης και ερμαρίων προς αραίωσιν, τακτοποίησιν και νέαν απογραφήν και απαρίθμησιν των αρχαιοτήτων. Ο δήμαρχος Αργείων κ. Α. Καρατζάς, μεθ’ ου αρκετά περί τούτου συνωμιλήσαμεν, υπεσχέθη φιλοτιμίας την παραχώρησιν της δευτέρας αιθούσης, ήτις παράκειται τη πρώτη».
Τελειώνοντας το άρθρο του, ο Δημ. Βαρδουνιώτης καταλήγει ότι πρέπει να γίνουν επισκευές για την ανάδειξη του μουσείου, ότι ο Δήμος δεν έχει τα οικονομικά μέσα και ότι είναι ανάγκη να συνεισφέρει και το κράτος. Διαπιστώνει ότι το μουσείο είναι γεμάτο σκόνη και απεριποίητο και ότι αν οι αρμόδιοι ευνοούν να το εγκαταλείψουν στην κατάσταση αυτή, είναι καλύτερα να το διαλύσουν και να μεταφέρουν αλλού τις αρχαιότητες. Πράγμα που προφανώς έγινε το 1900. Ως προς τον έφορο – επιμελητή αρχαιοτήτων του μουσείου, εντοπίζουμε σε δημοσιεύματα της εποχής [4] ότι το λειτούργημα αυτό είχε αναλάβει ακριβώς ο Δημ. Βαρδουνιώτης. Τα στοιχεία που παρέχει ο Δημ. Βαρδουνιώτης είναι δυνατό να διασταυρωθούν επωφελώς με όσα παραθέτει στο άρθρο που μνημονεύσαμε προηγουμένως, η Β. Χατζημιχάλη στο «Βήμα», και προφανώς τα μεταφέρει από το Δελτίον της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.
Σύμφωνα με αυτά, η περισυλλογή και έκθεση αρχαιοτήτων στο Άργος έγινε το 1872, αναφέροντας ότι στη Γεν. Συνέλευση της Εταιρείας της 18ης Ιουνίου, ο Γεν. Γραμματέας της δήλωσε ότι αποφασίσθηκε για πρώτη φορά η επιθεώρηση όλων των αρχαιοτήτων του κράτους, μάλιστα στις επαρχίες, που προέρχονταν «εξ αγροικίας τινός ή πλεονεξίας, ηύξανον δ’ επιφόβως οσημέραι, ένεκα της ακηδίας των κατά τόπους αρχών». Και επειδή κανένα από τα τότε μέλη της Εταιρείας δεν μπορούσε να απουσιάσει από τα καθήκοντά του στην Αθήνα, επιφορτίσθηκαν άλλα κατάλληλα πρόσωπα, και συγκεκριμένα ο σχολάρχης της Ερμούπολης Α. Βλαστός και ο βοηθός του «αρχαιολογικού γραφείου» του Υπουργείου Παιδείας Παν. Σταματάκης.
Τον Ιούλιο του 1871 ο Α. Βλαστός επισκέφθηκε και το Άργος και τακτοποίησε την συλλογή των αρχαίων. Το 1878 – και εδώ επιβεβαιώνεται εν μέρει ο Βαρδουνιώτης- ο Π. Σταματάκης, που είναι πλέον έφορος αρχαιοτήτων στο Υπουργείο, κατεβαίνει στο Άργος, συγκεντρώνει αρχαία που ήταν διασκορπισμένα στην πόλη και τα περίχωρά της και τα μεταφέρει στην «δημοτικήν συλλογήν».
Στο μεταξύ είχαν αρχίσει στις Μυκήνες οι ανασκαφές του Ερρίκου Σλήμαν και η Αργολίδα βρέθηκε στο προσκήνιο ευρωπαϊκού, πια, ενδιαφέροντος. Όμως από το 1831 είχαν γίνει περιορισμένες ανασκαφές στην αργολική πεδιάδα, μάλιστα στο Ηραίον, από τον γνωστό μας Τόμας Γκόρντον, που τότε ήταν επικεφαλής του ελληνικού στρατού και είχε κτίσει το σπίτι του στο Άργος (σήμερα έδρα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην πόλη) από το 1829.
Η αρχαιολογική συλλογή του Άργους είναι, όμως, πλέον βέβαιο, μετά τη γνωστοποίηση της διατριβής του Michel Seve [5], ότι είχε σχηματισθεί τουλάχιστον από τα μέσα του 19ου αιώνα και στεγασθεί από τότε ήδη στο υπόγειο του κτιρίου της Δημαρχίας [6]. Αυτό μαρτυρείται κατά πρώτο στην επίσκεψη του Ερνέστ Μπρετόν, το 1859 στο Άργος: «μια από τις αίθουσες της Δημαρχίας περιέχει μικρό μουσείο αγγείων, γλυπτών και διαφόρων αποσπασμάτων, που συνελέγησαν στις ανασκαφές».
Έπειτα, κατά την επίσκεψη του Σαρλ Σωμπ, το 1862 («Επισκέφθηκα στο κτίριο της κοινότητας, ένα μικρό δωμάτιο, γεμάτο από αρχαία υπολείμματα, όμως δεν είδα τίποτε το εντυπωσιακό»!). Συνεχίζοντας, όμως, με τους ταξιδιώτες που περνούν από το Άργος, σύμφωνα με την μαρτυρία του Εμίλ Ιζαμπέρ, το 1873, διαβάζουμε ότι:
«… μερικά ενδιαφέροντα υπολείμματα της αρχαιότητας είναι ακόμα διάσπαρτα στη σύγχρονη πόλη, ανάμεσα στα άλλα και στο σπίτι του στρατηγού Τσώκρη, ένα ανάγλυφο που απεικονίζει την περίφημη ποιήτρια Τελέσιλλα» (sic από την πλευρά μας). «Στα κτίρια της δημαρχίας βρίσκεται μικρό μουσείο το οποίο περιλαμβάνει ορισμένες επιγραφές, κυρίως όμως άξια προσοχής είναι αποσπάσματα γλυπτικής της μετώπης του Ηραίου, έργα της σχολής του Πολυκλείτου που αποκαλύφθηκαν πριν ορισμένα χρόνια, στις ανασκαφές που διευθύνονταν από τον κ. Ραγκαβή. Πρόκειται για αποσπασματικά υπολείμματα, κεφαλές, μέλη, τμήματα ενδυμάτων, που δεν δοκίμασαν διόλου να συσχετίσουν για να αναστηλώσουν τις μορφές. Όμως αυτά τα υπολείμματα, άκρως ενδιαφέροντα για την ιστορία της τέχνης, έχουν τέτοιαν ομορφιά ύφους, ώστε μπορούν να ανταγωνιστούν τα γλυπτά του Παρθενώνα».
Ο Γερμανός Φον Φραντς Πετί επισκέπτεται το Άργος το 1878, τότε που πιθανόν ο Σταματάκης έχει ήδη συνθέσει την αρχαιολογική συλλογή της πόλης. Αναφέρει ότι «το Άργος κατέχει, έτσι, μερικούς θησαυρούς της τέχνης της γλυπτικής, που αποκαλύφθηκαν πρόσφατα και σχηματίζουν την αρχή μιας συλλογής. Μέχρι να αποκτήσει η πόλη ένα μουσείο, οι θησαυροί αυτοί διατηρούνται στο κτίριο του δικαστηρίου». Η μαρτυρία αυτή υποδεικνύει ότι στο κτίριο του Δημαρχείου είχε ξαναβρεί στέγη και η πρώτη λειτουργία του, του 1831, ως δικαστικού καταστήματος, παράλληλα με τη στέγαση της δημοτικής Αρχής. Ο Πετί συνεχίζει με το ότι ένας δημοτικός υπάλληλος τον συνόδευσε:
«… σε ένα γραφείο προς τα πίσω, όπου διατηρούνται οι θησαυροί. Σε μια γωνιά έσκυβε μελαγχολικά ένα αντίγραφο της Αφροδίτης της Μήλου. Το αντίγραφο είναι αρκετά ασήμαντο, μόνο που το άγαλμα, με ύψος ενάμισο πόδι, έχασε το κεφάλι του στο πέρασμα του χρόνου. Στο πλάι, μια ορθογώνια πλάκα με ανάγλυφη γυναικεία κεφαλή. Η έκφραση του προσώπου είναι ενεργητική, το μέτωπο είναι ισχυρό, τα μάτια ορθάνοιχτα, στα πλάγια βρίσκονται δύο φίδια, στραμμένα στην αρχή προς τα πάνω και έπειτα προς τα κάτω(…). Άλλη πλάκα παρουσιάζει ένα νεαρό σε άλογο, κι αυτόν σε ανάγλυφο και προφανώς καλής εποχής. Άλλα αποσπάσματα και πολυάριθμα κεραμικά και μπρούτζινα έχουν τοποθετηθεί σε ψηλές ντουλάπες, ανάμεσα σε σκονισμένα αρχεία. Στην αυλή του κτιρίου υπήρχαν πολλά κομμάτια κιόνων και επιστυλίων, που κατά το μεγαλύτερο μέρος τους προέρχονται από το Ηραίον».
Την ίδια χρονιά επισκέπτεται το Άργος ο Ζοζέφ Ρενάκ και γράφει ότι «θα επισκεφθούμε ένα μικρό μουσείο αρχαίων αποσπασμάτων, που αποκαλύφθηκαν στο Ηραίον και συγκεντρώθηκαν στη Δημαρχία (σημείωση: «μου γράφουν από την Αθήνα ότι η πλατεία του Δημαρχείου του Άργους μόλις πήρε το όνομα πλατεία Γαμβέτα – Μάρτιος 1879» χρονολογία έκδοσης του βιβλίου του Ρενάκ):
Όταν μπήκαμε, το δημοτικό συμβούλιο συνεδρίαζε, με πουκάμισα, γύρω από ένα τραπέζι κουζίνας. Βλέποντάς μας, αυτοί οι ταπεινοί διάδοχοι των Ατρειδών, σηκώθηκαν και με χάρη μας παρουσίασαν την αξία του μουσείου τους. Εντυπωσιάστηκα ζωηρά από ένα μικρό μαρμάρινο άγαλμα, που η στάση του είναι ίδια με της Αφροδίτης της Μήλου, λίγο πιο όρθιο(…).
Αργότερα, το 1886, ο Άγγλος Τζον Ήντουιν Σάντυς, γράφει ότι επισκέφθηκε πρώτα «το μουσείο, ένα δωμάτιο στο ισόγειο της Δημαρχίας, στο ίδιο κτίριο με το τοπικό σχολείο. Ο δάσκαλος ξεκλείδωσε την πόρτα» και είδε πολυάριθμα αποσπάσματα γλυπτικής, κυρίως από το Ηραίον. Επισημαίνει και αυτός το μικρό άγαλμα που μοιάζει με την Αφροδίτη της Μήλου και ένα άλλο που αναπαριστά νύμφη, όπως και πολλές επιγραφές.
Τέλος, το 1896, οι μαρτυρίες δύο άλλων ταξιδιωτών μας οδηγούν και πάλι στην αρχαιολογική συλλογή του μουσείου. Ο Γκυστάβ Λαρουμέ γράφει ότι «στο Δημαρχείο υπάρχουν ορισμένα όμορφα θραύσματα γλυπτικής, που σχηματίζουν μικρό μουσείο», ενώ ο αββάς Ε. Λε Καμύ, αφού πρώτα ταυτίζει τη σημερινή πλατεία του Αγίου Πέτρου, με τον νεόκτιστο τότε ομώνυμο ναό, με την … αρχαία αγορά του Άργους (ακόμα δεν είχε ανασκαφεί η πραγματική θέση της), αναφέρει ότι «το μουσείο, σε μία από τις αίθουσες της Δημαρχίας, είναι μέτριου ενδιαφέροντος», τα περισσότερα εκτιθέμενα ευρήματα προέρχονται από το Ηραίον.
«Τα αποσπάσματα που συνελέγησαν θα έπρεπε να μας δώσουν μία ιδέα για τους δύο μεγάλους καλλιτέχνες που συνέδεσαν το όνομά τους με αυτό το αριστούργημα (σημ. τον ναό της Ήρας). Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει. Αυτά τα αποσυνδεμένα υπολείμματα, κεφαλές, μέλη, επιτάφιοι λίθοι, μετόπες, επιγραφές, όλα θλιβερά κομματιασμένα, δεν λένε σπουδαία πράγματα» (….). «Και αφού ξαναβρήκαν ένα ανάγλυφο που αναπαριστά την Τελέσιλλα (sic, από την πλευρά μας, φαίνεται ότι ήδη είχε εμπεδωθεί ο σχετικός μύθος), την ποιήτρια και πατριώτισσα που υπήρξε από τις δόξες του Άργους, γιατί δεν βρίσκεται εδώ; Ένας πλούσιος ιδιοκτήτης της πόλης το κράτησε και το φυλάει στο σπίτι του, μαζί με άλλα πολύτιμα αντικείμενα».
Πριν κλείσουμε αυτή την ενότητα, μεταφέρουμε εδώ μία περίεργη σημείωση του Γιάννη Βλαχογιάννη από το αρχείο του[7], μεταφορά από φύλλο της εφημερίδας «Εφημερίς», σύμφωνα με την οποία το 1854 οι Μπούρσιαν και Ραγκαβής έσκαψαν στο Ηραίο και βρήκαν «χιλιάδες κουκλών και άλλας αρχαιότητας, αίτινες εξετέθησαν εν τω δημαρχιακώ καταστήματι Άργους. Εκ τούτων σήμερον ουδεμία υπάρχει, άπασαι δ’ απωλέσθησαν». Τη σημείωσή του έχει τιτλοφορήσει «Αρχαιοκαπηλεία εν Άργει».
Στο Ημερολόγιον του Σκόκου, δώδεκα χρόνια αργότερα [8], μεταφέρεται απόσπασμα από έργο του Εδουάρδου Έγγελ, στο οποίο αναφέρεται ότι το «μουσείον εύρηται έν τινι πενιχρά οικοδομή» και ότι «αξιόλογος κατάλογος των εν αυτώ, εκπονηθείς υπό του εν Βερολίνω πρέσβεως Αλ. Ραγκαβή» βρίσκεται στο μουσείο, τέλος δε ότι οι Αργίτες δεν κρατούν όσα αρχαία βρίσκουν, αλλά τα παραδίδουν στο μουσείο.
Οι πληροφορίες αυτές είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσες, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μάλιστα για την ύπαρξη καταλόγου, ο οποίος στα 1911, όταν γράφει ο Βαρδουνιώτης, προφανώς είχε πια υπερκερασθεί από το πλήθος των νέων ευρημάτων, ιδίως μετά τις ανασκαφές στο Άργος.
Για «μουσείο ενός δωματίου» κάνει λόγο και η Ίζαμπελ Άρμστρονγκ, σύμφωνα με σχετικά πρόσφατη δημοσίευση αποσπάσματος βιβλίου της σε τοπικό περιοδικό [9]. Τέλος, ως προς τη φύλαξη του μουσείου είναι χαρακτηριστικό, μικρό σημείωμα τοπικής εφημερίδας, σύμφωνα με το οποίο, όταν ο τότε ανασκαφέας του Ηραίου Βαλστάιν επισκέφθηκε το μουσείο, διαπίστωσε ότι έλειπαν αγγεία που είχε δει σε προηγούμενη επίσκεψη του κι όταν ρώτησε τον «επιστάτη» τι απέγιναν, αυτός απάντησε ότι ξένοι επισκέπτες «χάριν φαίνεται ενθυμήσεως λαμβάνουσιν από ταύτα»! Και η εφημερίδα προσθέτει ειρωνικά ότι «Ημείς νομίζομεν ότι δεν πρέπει να γίνηται λόγος περί αυτών, διότι είναι μικρά αντικείμενα ανάξια φυλάξεως!!!» (εφημ. «Αγαμέμνων», 10-4-1854).
2. Στις αρχές του 20ού αιώνα
Η κλοπή που σημειώθηκε στην αρχαιολογική συλλογή του Άργους, η οποία, από όσα εκθέσαμε ήδη, φαίνεται ότι δεν είχε τύχει ιδιαίτερης φροντίδας και φύλαξης, μετά την οργάνωσή της από τον Π. Σταματάκη και την σύνταξη καταλόγου από τον Ραγκαβή, σφράγισε την τύχη της κατά το πέρασμα στον 20ό αιώνα. Σε εφημερίδες της εποχής η κατάσταση παρουσιάζεται με αρκετά ανάγλυφο τρόπο. Δημοσιεύεται η είδηση, στα μέσα του 1901 [10], ότι η συλλογή πρόκειται να μεταφερθεί στο Ναύπλιο, είδηση που συνοδεύεται από σχόλιο ότι «Δεν μας αφήκαν τίποτε. Μας έχουν διαγράψει όλους (οι) επάνω. Μας αφήρεσαν όλα τα οποία είχομεν. Μας αφήκαν έρημον τον στρατώνα. Μας κοροϊδεύουν όλους.
» Και αφού τίποτε, τίποτε δεν έχομε, μας αφαιρούν και το Μουσείον μας. Σημείον ότι στο μέλλον θα βάλουν φωτιά να μας κάψουν. Ο άμοιρος αυτός και άτυχος τόπος είναι διαγεγραμμένος από τους αρμοδίους.»
Βεβαίως, παρόμοια σχόλια δεν έπαψαν να δημοσιεύονται στον τοπικό Τύπο του Άργους, όχι μόνο για το μουσείο αλλά και για πλείστα όσα θέματα της πόλης. Η εποχή του Δημάρχου Σπ. Καλμούχου, που προίκισε την πόλη με την νεοκλασική αγορά, το κτίριο παράπλευρα του Δημαρχείου, και με την ίδια την αναμόρφωση του δημαρχιακού κτιρίου (αρχιτέκτονάς τους ο από τους σημαντικούς αρχιτέκτονες της εποχής Π. Καραθανασόπουλος, 1889-1890), είχε παρέλθει. Και η νοοτροπία ότι οι άλλοι «φταίνε για το κατάντημα του Άργους», όμως ουδείς από τους τοπικούς αρμοδίους και «φυσικά» κανένας από τους κατοίκους του, μία νοοτροπία που δεν έχει εξαφανιστεί ούτε στις μέρες μας, διαπιστώνεται πως έχει βαθιές τις ρίζες της. Αντίστοιχή της είναι εκείνη για τη «διεθνή συνωμοσία» κατά της Ελλάδας και των Ελλήνων, πλήρως ανεύθυνων και αθώων κατ’ αυτήν…
Πέντε μήνες αργότερα, από την ίδια εφημερίδα [11] πληροφορούμαστε ότι το μουσείο είχε κλειστεί περίπου προ μιας διετίας, λόγω της κλοπής τριών αγαλμάτων. Οι δράστες της κλοπής, μη κατονομαζόμενοι και προσδιοριζόμενοι, είχαν ανακαλυφθεί και τιμωρηθεί (δεν αναφέρεται η τύχη των ίδιων των αγαλμάτων, ούτε ποια ακριβώς ήταν), όμως η σχετική ανάκριση που δεν είχε ολοκληρωθεί κρατούσε το μουσείο κλειστό. Και γίνεται έκκληση προς τον δήμαρχο να φροντίσει να ξανανοίξει το μουσείο, ώστε να μη μειώνεται η υπόληψη της πόλης έναντι των ξένων.
Λίγες μέρες αργότερα [12] δίδεται η είδηση ότι εισαγγελέας είχε ζητήσει από το Υπουργείο Παιδείας να ορίσει έφορο, που να παρευρίσκεται κατά τη στιγμή της «αποσφράγισης» της αρχαιολογικής συλλογής, αλλά και το ότι ο μόνος έφορος του μουσείου που υπήρχε είχε παραιτηθεί προ καιρού και κανένας δεν είχε ζητήσει την αντικατάστασή του.
Όμως λίγους μήνες αργότερα το Υπουργείο διόρισε «Επιμελητήν των εν Αργεί αρχαιοτήτων» τον Δημ. Βαρδουνιώτη, ενώ πλέον κατονομάζεται ο δεύτερος από τους αρχαιοκάπηλους, ο σιδηρουργός Π. Λιμνιάτης, που καταδικάσθηκε στο Ναύπλιο σε 8 μήνες φυλακή [13]. Το μουσείο συνέχισε να παραμένει κλειστό [14], αλλά τον Ιούλιο 1902 ο δήμαρχος Εμμ. Ρούσσος είχε λάβει πρόνοια για επισκευή της αίθουσας και προστασία των παραθύρων της με σιδερένια κιγκλιδώματα. Η εφημερίδα που αναφέρει την είδηση [15], συντασσόμενη από τον ίδιο τον Βαρδουνιώτη, δίνει επίσης τις πληροφορίες ότι κατατέθηκαν και άλλες αρχαιότητες στη συλλογή και ότι ο ίδιος ο Βαρδουνιώτης, με ένταλμα Ειρηνοδίκη, κατέσχε στην οικία του Θ. Κοντογιάννη και μετέφερε στη συλλογή δύο ανάγλυφα, πήλινα ειδώλια, αγγεία και αρχαία νομίσματα.
Άλλα μεγάλα αγγεία είχαν κατασχεθεί «εις χείρας γυναικός τινος». Ο Βαρδουνιώτης είχε αρχίσει την ειδολογική τακτοποίηση των αντικειμένων, για τα μικρά από τα οποία είχε παραγγείλει μεγάλες ντουλάπες. Μετά την τακτοποίηση θα ακολουθούσε γενική απογραφή και ακριβής κατάλογος, εκφραζόταν δε η ελπίδα ότι έτσι το μουσείο θα γινόταν ένα από τα καλύτερα επαρχιακά.
Εννέα χρόνια αργότερα, δηλαδή το έτος που ο Βαρδουνιώτης δημοσιεύει στη «Δανάϊδα» το εμπεριστατωμένο άρθρο του, σε άλλη τοπική εφημερίδα [16]δημοσιεύεται πολύ σημαντικό σχόλιο, που περιγράφει την κατάσταση στο μουσείο:
… Κανένας δε ζητεί να το επισκεφθεί, επειδή όλα τα αξιόλογα αντικείμενά του είχαν μεταφερθεί στην Αθήνα, ώστε οι εκεί αρχαιολόγοι να τα μελετήσουν. Μόνο θραύσματα αγγείων και αρχαίες επιγραφές είχαν παραμείνει σε αυτό, πράγμα που συνεχιζόταν και το επόμενο έτος[17], παρά τη δεύτερη περίοδο των ανασκαφών του Φόλγκραφ. Γι’ αυτό και η εφημερίδα τόνιζε ότι καλύτερα να έκλεινε το μουσείο, που κατελάμβανε «ασκόπως» μια αίθουσα του Δημαρχείου, ή να «πλουτισθεί και να γίνει τέλειον», με την επιστροφή και των αντικειμένων που παρέμεναν στην Αθήνα. Ανάλογα τονίζονται και το επόμενο έτος[18], ενώ το 1915 κρούεται ο κώδωνας του κινδύνου ότι αν το μουσείο δεν μεταφερθεί σύντομα σε καταλληλότερη αίθουσα, θα μεταφερθούν τα αντικείμενα στο μουσείο του Ναυπλίου. Λίγες μέρες νωρίτερα ο Επόπτης Αρχαιοτήτων στην Αργολιδοκορινθία Φιλαδελφεύς είχε επιθεωρήσει το μουσείο και «απεκόμισεν» κακές εντυπώσεις, κυρίως για το ότι οι αρχαιότητες ήταν τοποθετημένες σε εντελώς ακατάλληλο χώρο του Δημαρχείου[19].
Βρισκόμαστε πλέον στην περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και σε όσα τον ακολούθησαν. Διχασμός, εκστρατεία στη Μ. Ασία, Μικρασιατική Καταστροφή, ενώ σε τοπικό επίπεδο παύει να εκδίδεται κάθε τοπική εφημερίδα. Μόνον ενδελεχής έρευνα στα δημοσιεύματα της Αρχαιολογικής Εταιρείας και στα τυχόν διασωζόμενα αρχεία του Υπουργείου Παιδείας ενδεχομένως θα μπορούσε να μας παράσχει στοιχεία για την αρχαιολογική συλλογή του Άργους μέχρι τον προχωρημένο Μεσοπόλεμο.
3. Η περίοδος του Μεσοπολέμου
Στις εφημερίδες του Άργους που αρχίζουν να εκδίδονται μετά το 1925 εντοπίζουμε ότι η αρχαιολογική συλλογή συνεχίζει να στεγάζεται στο ισόγειο του Δημαρχείου και ότι μεταφέρεται σε αίθουσα του παράπλευρου κτιρίου, επί της σημερινής οδού Βασ. Σοφίας (όπου σήμερα στεγάζονται υπηρεσίες του Δήμου), που τότε στέγαζε το Ελληνικό Σχολείο[20].
Κομβικό, όμως, για την ίδρυση μουσείου στο Άργος είναι το έτος 1931, οπότε με Υπουργό Παιδείας τον Γεώργιο Παπανδρέου σχεδιάζεται και αρχίζει να υλοποιείται εντατικά κτιριακό πρόγραμμα για την ανέγερση ολόκληρης σειράς νέων σχολικών κτιρίων. Έτσι, δίδεται η πληροφορία ότι διάταγμα του Υπουργείου Παιδείας πρόβλεψε την ίδρυση μουσείου στο Άργος[21], ενώ ο τότε δήμαρχος Κ. Μπόμπος φαίνεται να πέτυχε την χορήγηση πίστωσης 600.000 δραχμών από το ίδιο Υπουργείο, για την ίδρυση του μουσείου στην οικία Καλλέργη[22].
Σε λίγες μέρες, ειδική επιτροπή για το μουσείο Άργους, υπό την προεδρία του Νομάρχη Παπαδάμ και μέλη την Έφορο Αρχαιοτήτων Σέμνη Καρούζου (που μέχρι το τέλος της ζωής της δεν έπαψε να ενδιαφέρεται για το Άργος), τον πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Αρ. Παιδάκη και τον γυμνασιάρχη (μόνιμα μέλη), και με αιρετά μέλη τους Γεώργιο Μέντζο, Γ. Κωνσταντόπουλο και Ανδρέα Καρατζά, επισκέφθηκε την οικία Καλλέργη και γνωμάτευσε πως είναι κατάλληλη για να στεγάσει το μουσείο[23].
Δύο χρόνια αργότερα, κι όταν έχουν μεσολαβήσει οι γνωστές ανώμαλες πολιτικές εξελίξεις, με στρατιωτικά κινήματα κλπ., δεν έχει σημειωθεί καμία εξέλιξη στο ζήτημα του μουσείου, ενώ τοπική νέα εφημερίδα [24], υπό τον εύγλωττο τίτλο «Υπάρχει Μουσείον;» διεκτραγωδεί την υπάρχουσα κατάσταση και ζητά να τακτοποιηθούν οι αρχαιότητες στην αίθουσα όπου έχουν μεταφερθεί, να καθορισθούν ώρες για την επίσκεψή της και να τοποθετηθεί πινακίδα που να δείχνει πού βρίσκεται… Η ίδια εφημερίδα, και μέχρι να πάψει την έκδοσή της με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν παύει να δημοσιεύει άρθρα για την επιτέλους ίδρυση μουσείου στο Άργος [25]. Από άρθρο της του 1935 μαθαίνουμε ότι στο Υπουργείο Παιδείας υπήρχαν «δύο σχέδια», από τα οποία το ένα αφορούσε τη μετατροπή της οικίας Καλλέργη και το δεύτερο την οικοδόμηση νέου κτιρίου (λύση που πρόκρινε και η ίδια).
Αργότερα, το 1936, πληροφορεί ότι από τον Δεκέμβριο του 1933 ο Δήμος Άργους είχε λάβει απόφαση, και την γνωστοποίησε στο Υπουργείο, ότι δώριζε οικόπεδο κοντά στο κτίριο Καλλέργη, όπου θα μπορούσε να ανεγερθεί «μεγαλοπρεπές κτίριον», με δαπάνη και του Υπουργείου Συγκοινωνιών, «εις το ισόγειον του οποίου θα εστεγάζετο το Μουσείον και εις τους άνω ορόφους αι υπηρεσίαι 3Τ» (ταχυδρομείο, τηλεγραφείο, τηλεφωνείο).
Από τότε είχε αρχίσει η εκτόξευση «φαεινών» κτιριακών ιδεών, που μέχρι σήμερα δεν παύουν να εκτοξεύονται, υπό νέες βεβαίως μορφές, ταλανίζουν το Άργος, προκαλούν διαρκείς αναβολές στην εκπόνηση οιασδήποτε ορθολογικής πρότασης για χρήση σημαντικών κτιρίων και, σε τελευταία ανάλυση, προκαλούν θυμηδία και ειρωνικά σχόλια για το πολιτισμικό επίπεδο της πόλης… Σε άλλα σχόλια της ίδιας της εφημερίδας, επί δικτατορίας Μεταξά, το 1938, δημοσιεύονται οι πληροφορίες ότι το κονδύλι του Υπουργείου Παιδείας για το μουσείο δύο φορές είχε εγγραφεί στους ετήσιους προϋπολογισμούς του και δύο φορές είχε διαγραφεί, διότι… δεν υπήρχε νόμος για την ανέγερση μουσείων, παρά μόνο για επισκευές ή συμπληρώσεις τους (sic). Γι ‘ αυτό και το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε να δωρίσει το ίδιο το κτίριο Καλλέργη, πράγματι προέβη στη δωρεά, αλλά κεντρικά κρίθηκε ακατάλληλο για τον σκοπό αυτό. Ο Δήμος Άργους φαίνεται ότι συνεχίζει αμέθοδες προσπάθειες, που τελικά αποδεικνύονται πλήρως ατελέσφορες, όπως και εκείνη, την ίδια εποχή, για ίδρυση Πνευματικού Κέντρου στην πόλη.
4. Η αρχαιολογική συλλογή κατά την Κατοχή
Σε αχρονολόγητο τμήμα επίσημης έκθεσης του ελληνικού κράτους, όπου καταγράφονται οι καταστροφές που προκάλεσαν στη χώρα οι Αρχές Κατοχής (σχετικά εκδόθηκε στα αγγλικά και «Μαύρη Βίβλος», σε μεγάλο σχήμα), περιλαμβάνεται και μνεία για το ότι κατά την περίοδο αυτή κλάπηκαν ευρήματα τα οποία απόκεινταν στο μουσείο Άργους. Η αρχαιολογική συλλογή είχε επανέλθει στο ισόγειο του Δημαρχείου, είχε εμπλουτισθεί με ευρήματα των νέων ανασκαφών Φόλγκραφ, κατά τη δεκαετία του 1930 [26], αλλά παραμένει εντελώς άγνωστο αν είχε συνταχθεί νέος κατάλογος των αποκειμένων αντικειμένων ή, επιτέλους, αν είχε ενημερωθεί ο παλαιός, που σίγουρα υφίστατο από την εποχή των Σταματάκη – Ραγκαβή – Βαρδουνιώτη.
Έτσι, παραμένει στο σκοτάδι τι ακριβώς αφαιρέθηκε από την συλλογή αυτή, αν εντοπίστηκαν μεταπολεμικά, στις πρώην χώρες Κατοχής της χώρας μας, αντικείμενα ή έστω στοιχεία για τα αφαιρεθέντα αντικείμενα, όπως και αν και πώς και με ποιο αποτέλεσμα τυχόν διεκδικήθηκαν από τις ελληνικές Αρχές. Κυκλοφόρησαν, βεβαίως, και εξακολουθούν να κυκλοφορούν ακόμα στην πόλη, ιδιαίτερα μεταξύ των παλαιοτέρων, «πληροφορίες» για κλοπές και για κλοπείς Γερμανούς και Ιταλούς, αλλά χωρίς τίποτε το συγκεκριμένο.
Τέλος, δεν έχει ποτέ διευκρινισθεί πόσα και ποια, τελικά, αντικείμενα της αρχαιολογικής συλλογής όδευσαν προς το Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών και αν, ποια και πότε τυχόν «επέστρεψαν» στο Άργος. Αλλά και δεν έχω πληροφόρηση αν εκείνα τα αντικείμενα που εντοπίζονται στην αρχαιολογική συλλογή κατά τον 19ο αιώνα, από ξένους ταξιδιώτες, βρίσκονται σήμερα στο μουσείο.
5. Η μεταπολεμική ίδρυση του μουσείου (και η συνέχεια)
Με την επανέκδοση της εφημερίδας «Ασπίς», υπό την αποκλειστική διεύθυνση πια του τυπογράφου I. Ψωμαδάκη, επαναλαμβάνεται τακτική αρθρογραφία, από το 1950, και λίγο πριν ξαναρχίσει η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή συστηματικές ανασκαφές στο Άργος, αλλά και η δική μας Αρχαιολογική Υπηρεσία τις σωστικές ανασκαφές, για την ίδρυση του αρχαιολογικού μουσείου[27].
Σε φύλλο της 16-5-1954 δημοσιεύεται επίσημη απάντηση του τότε Γεν. Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας Κωνσταντίνου Γεωργούλη, του γνωστού φιλολόγου, ότι καταρχήν αποφασίσθηκε να ιδρυθεί Μουσειακή Συλλογή (sic) στο Άργος, υπό την προϋπόθεση (που όμως .. .αποτελούσε δεδομένο, μετά την απόφαση περί δωρεάς από τον Δήμο Άργους) να εγκατασταθεί στο «μέγαρο Καλλέργη» και «εφόσον τούτο ήθελεν επισκευασθεί».
Τελικά η ανέγερση του νέου μουσείου αναλαμβάνεται με έξοδα του Γαλλικού κράτους, σε σχέδια του ρώσου αρχιτέκτονα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών Φομίν, με αξιοποίηση του κτιρίου Καλλέργη και με την ανέγερση νέας πτέρυγας, που ο Φομίν όχι μόνο πρόβλεψε ανατολικά του Καλλέργειου, αλλά τη «σφήνωσε» στην πλευρά του προς νότο. Δυστυχώς εξαφάνισε και όλες τις ιστορικές πλέον τοιχογραφίες στο εσωτερικό του ερειπωμένου κτιρίου, ενώ δεν πρόβλεψε την αναστήλωση του προστυλίου του, για το οποίο δεν υπήρχαν μεν τότε διαθέσιμες οι αναπαραστάσεις του, όπως του Στάντεμαν, όμως ήταν σαφέστατα ορατές οι βάσεις στήριξης των δοκών αυτού του προστυλίου, που ο Φομίν τις έχει αποτυπώσει, ενώ στο καποδιστριακό σχέδιο πόλης σαφώς και εμφανίζεται το προστύλιο σε κάτοψη.
Θεωρώ ότι κατά τη μελλοντική ανασυγκρότηση του μουσείου Άργους, που έχει προγραμματισθεί, θα πρέπει να αποκατασταθεί η ανατολική πλευρά του «Καλλέργειου» και να απελευθερωθεί από τη «σφήνα», καθώς και ότι ο Δήμος θα πρέπει να το απαλλάξει από το βάρβαρο πρόσκτισμα, στη νότια πλευρά, που παλαιότερα το είχε νοικιάσει σε σιδηρουργείο και σήμερα σε φαστφουντάδικο. Η αντίληψη του μπουρδουκλώματος μουσείου – «3Τ»- και όποιας άλλης χρήσης, κολλητά στο μουσείο, είναι καιρός να πάρει τέλος.
Μέσα σε ένα χρόνο (1956-1957) είχαν λυθεί όποια ζητήματα παρουσιάστηκαν για τη δημιουργία του μουσείου και είχε επισκευασθεί το «Καλλέργειο» [28], στο ισόγειο του οποίου εκτέθηκαν τα ευρήματα από τις ανασκαφές στη Λέρνα, από τον Τζον Κάσκυ [29], ενώ τελείωσε στις αρχές του 1959 η νέα πτέρυγα, όπου άρχισαν να τοποθετούνται προθήκες, για να μεταφερθούν οι αρχαιότητες από το ισόγειο του κτιρίου της Εμπορικής Σχολής (παλαιότερα, του Ελληνικού Σχολείου), όπου και πάλι είχαν μετακομίσει από το ισόγειο του Δημαρχείου [30].
Έτσι, στις 25 Ιουνίου 1961 έγιναν με κάθε επισημότητα τα εγκαίνια του συνόλου συγκροτήματος του μουσείου Άργους [31]. Ανακαίνιση του Μουσείου, περιορισμένης έκτασης, έγινε το 1991 [32], ενώ από το 1995 άρχισαν να εμφανίζονται desiderata, δίχως όμως χωροταξική και τεχνική θεμελίωση, για δημιουργία νέου μουσείου, στον ευρύτερο χώρο της Αρχαίας Αγοράς.
Το σημερινό μουσείο είναι αλήθεια ότι έχει υπερκορεσθεί από τη συγκέντρωση αρχαιοτήτων και μία προσωρινή λύση για μεταφορά μέρους των αρχαιοτήτων σε αποθήκη του Δήμου Άργους παρουσιάζει πλήθος μειονεκτημάτων. Το 2005, σε θερινή επίσκεψη του στο Άργος, ο τότε υφυπουργός Πολιτισμού Π. Τατούλης δήλωσε ότι «το Υπουργείο ήταν αποφασισμένο να προχωρήσει στη δημιουργία ενός νέου μεγάλου και σύγχρονου μουσείου, που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καιρών και θα διαθέτει, παράλληλα, σύγχρονους αποθηκευτικούς χώρους».
Πέντε χρόνια νωρίτερα, πάλι σε θερινή επίσκεψη, ο τότε Υπουργός Πολιτισμού Θ. Πάγκαλος δήλωσε ότι: «Για το μουσείο Άργους: καταλήξαμε στην απόφαση ότι πρέπει να δημιουργηθεί νέο μουσείο. Ο δήμαρχος θα προτείνει τους υπάρχοντες χώρους στο νέο σχέδιο του Άργους, το κατάλληλο ακίνητο, εντός του οποίου θα ξεκινήσουμε τη διαδικασία, ελπίζοντας να γίνει έναρξη των εργασιών μέσα στην τετραετία» [33]. Τελικά, τον Απρίλιο του 2010 ανακοινώθηκε ο εκσυγχρονισμός του υπάρχοντος μουσείου και ότι το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ενέκρινε τη σχετική αρχιτεκτονική μελέτη [34].
6. Ως κατάληξη
Στο Άργος συγκροτείται μια πρώτη αρχαιολογική συλλογή και στεγάζεται, ίσως και πριν τα μέσα του 19ου αιώνα, σε αίθουσα του ισογείου του κτιρίου του Δημαρχείου Άργους, που κτίσθηκε το 1830 και στέγασε αρχικά το «Ανέκκλητον Δικαστήριον» του νέου ελληνικού κράτους. Υπάρχουν πολλές, αλλά όχι λεπτομερείς πληροφορίες για τα αντικείμενα του μουσείου και, πάντως, μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξή του μέσα στο χρόνο, μέσα από πολύτιμες πληροφορίες που δημοσιεύονται στον τοπικό Τύπο (άρθρα, σχόλια, ειδήσεις).
Οι Π. Σταματάκης και Αλ. Ραγκαβής ήταν αυτοί που κατέταξαν τα αντικείμενα της αρχαιολογικής συλλογής και συνέταξαν τους πρώτους καταλόγους, ενώ ο ιστορικός του νεότερου Άργους Δημ. Βαρδουνιώτης διετέλεσε Επιμελητής-Έφορός της και μερίμνησε στη συνέχεια για τη συλλογή αυτή. Ήδη από την αρχή του 20ού αιώνα διαμορφώθηκε το αίτημα για δημιουργία μουσείου στην πόλη. Κατά τον Μεσοπόλεμο αναλήφθηκαν συγκεκριμένες ενέργειες για τον σκοπό αυτό και γράφηκε σχετικό κονδύλι στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας. Εσωτερικές ασυστηματοποίητες και δίχως προφανή συνέχεια ενέργειες και γνώμες, αλλά και κεντρικές ανωμαλίες εμπόδισαν την υλοποίηση της δημιουργίας του.
Μεταπολεμικά, με δαπάνες του Γαλλικού κράτους, συγκροτήθηκε το σημερινό Μουσείο Άργους, αλλά με ασύμβατες επεμβάσεις στεγάσθηκε στο ιστορικό κτίριο του Δημ. Καλλέργη (κτίσθηκε το 1830). Σήμερα σχεδιάζεται ο εκσυγχρονισμός του, ενώ κατά τη διαρρεύσασα δεκαετία γενικές προτάσεις για δημιουργία νέου μουσείου και υπουργικές υποσχέσεις φαίνεται να επαναλαμβάνουν, με αναπάντεχο τρόπο, την «πορεία» του μουσείου κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου.
Αθήνα, Οκτώβριος 2010
Προσθήκη
Στις αρχές του 2012 κυκλοφόρησε το έργο της Ντόρας Βασιλικού «Το χρονικό της ανασκαφής των Μυκηνών, 1870-1878» (έκδοση της Αρχαιολογικής Εταιρείας). Στο έργο αυτό αναδεικνύεται ο σημαντικός ρόλος του αρχαιολόγου Παν. Σταματάκη και αξιοποιείται το αρχείο του, όσον αφορά τις ανασκαφές των Μυκηνών κατά τη δεκαετία του 1870. Μεταξύ άλλων δίδεται η πληροφορία ότι, το φθινόπωρο του 1878, ξεκίνησε έρευνες στο Άργος και στο Ναύπλιο, αρρώστησε βαριά από ελονοσία, η οποία και τον οδήγησε στο θάνατο το 1885 (σελ. 185, 105,81).
Αλλά και πριν το 1878 ο Σταματάκης βρισκόταν σε επαφή με το Άργος, όπως το 1873, από όπου γράφει επιστολή στον Στέφ. Κουμανούδη (σελ. 83, σημ. 193), το 1876, από όπου συντάσσει επιστολή προς τον Νομάρχη Αργολίδας και το 1877, οπότε συντάσσει άλλη επιστολή προς τον πρόεδρο της Αρχ. Εταιρείας (σελ. 204-205). Σύμφωνα με τα Πρακτικά της Αρχ. Εταιρείας (συνεδρίαση της 24-11-1876), οι Αργείοι ήθελαν να κρατήσουν τα αρχαία των Μυκηνών επί τόπου, αλλά αντέδρασε ο αντιπρόεδρός της Φιντικλής, που βρισκόταν για λίγες μέρες στις Μυκήνες, διότι στο Άργος δεν υπήρχε κατάλληλος χώρος ούτε για εναπόθεση ούτε για μελέτη (σελ. 137).
Έτσι, ενισχύονται οι πληροφορίες του Βαρδουνιώτη που δημοσιεύουμε στη μελέτη μας, ιδιαίτερα όσον αφορά την παραμονή του Σταματάκη στο Άργος και την τακτοποίηση από αυτόν της αρχαιολογικής συλλογής της πόλης, το Νοέμβριο του 1878, αλλά και την κατά καιρούς διαπιστωνόμενη έλλειψη επαρκούς χώρου για τις αρχαιότητες.
(Β.Κ.Δ, 23-2-2012)
Βασίλης Κ. Δωροβίνης
Δικηγόρος, πολιτικός επιστήμων, ιστορικός
Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση της Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Άργους – Μυκηνών, τεύχος 5, Μάρτιος 2012.
Υποσημειώσεις
[1] Εκτός από τον τοπικό Τύπο της εποχής, και ο αθηναϊκός έδωσε επαρκή δημοσιότητα στο γεγονός, βλ. γ. π. εκτενές άρθρο της Β. Χατζημιχάλη στο «Βήμα» της 25-6-1961.
[2] Βλ. άρθρο-έρευνα του Μ. Παρασκευαΐδη στην «Καθημερινή» της 4-7-59. Για την ιστορία του κτιρίου του Δημ. Καλλέργη, βλ. σειρά άρθρων μου στο περιοδικό «Αρχαιολογία», τεύχη 36 (Σεπτ. 1990), 38 (Μάρτ. 1991) και 74 (Ιούν. 2000). Βασίστηκαν στην αποδελτίωση του τοπικού Τύπου, σε υλικό αρχείων και σε εικονογράφηση εποχής. Αναδημοσιεύουμε εδώ τμήμα του εικονογραφικού αυτού υλικού.
[3]«Δαναΐς», φύλλο της 18-11-1911, με υπογραφή «Εν Άργει, Δ.Κ.Β.». Έχουμε συγκεντρώσει και κατατάξει δεκάδες άρθρων του Βαρδουνιώτη, θα μπορούσαν δε να εκδοθούν μόνο τα ιστορικά του, με τη σχετική εργογραφία του, βιβλιογραφία κλπ.
[4]Βλ. σ.χ. εφημερίδα «Άργος» φ. II, 1-1-1903, σελ. 4.
[5] Διατριβή 3ου Κύκλου στο Πανεπιστήμιο 10 του Παρισιού (Ναντέρ), υπό τη διεύθυνση του Ρενέ Ζινουβές, 1979, υπό τον τίτλο (μετάφραση) «Μαρτυρίες ταξιδιωτών και καλλιτεχνών για την πόλη και τις αρχαιότητες του Άργους, 16ος -19ος αιώνας». Το έργο αυτό, επεξεργασμένο από τον συγγραφέα, πρόκειται να εκδοθεί προσεχώς στα ελληνικά.
[6] Για την ιστορία του κτιρίου της Δημαρχίας βλ. στο περιοδικό «Αρχαιολογία» τη μελέτη μου «Το «Δημόσιον Κατάστημα», σήμερα συγκρότημα όπου το Δημαρχείο Άργους», τχ. 30 (Μάρτ. 1989) και 31 (Ιούν. 1989). Δυστυχώς, από τεχνικό λάθος, έχει γίνει αντιμετάθεση παραγράφων στην αρχή του κειμένου, την οποία ο αναγνώστης πρέπει να λάβει υπόψη για την ομαλή ανάγνωσή του.
[7] ΓΑΚ/Βλαχ./κουτί 60. από το φύλλο της εφημερίδας «Εφημερίς», της 25-11-1876.
[8]«Ημερολόγιον» Σκόκου, 1888, σελ. 68.
[9] «Ελλέβορος» τχ. II, «Πρώτο αφιέρωμα στο Άργος» σελ. 39, δίχως καμία αναφορά τίτλου του βιβλίου, έτους έκδοσης, μετάφρ. Αρίστης Κούρτογλου.
[10] Εφημ. «Μυκήναι», που διευθυνόταν από τον λόγιο Κ. Ολύμπιο, φ. 6, 6-5-1901.
[11] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 28, 7-10-1901.
[12] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 30, 21-10-1901
[13]Εφημ. «Ίναχος», φ. 8, 25-1-1902.
[14] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 48, 17-3-1902
[15]Εφημ. «Ίναχος», φ. 9-10, 6-7-1902.
[16] Εφημ. «Άργος», φ. 126, 25-5-1911.
[17]Εφημ. «Άργος», φ. 168, 27-4-1912.
[18] Εφημ. «Άργος», φ. 176, 21-6-1912.
[19] Εφημ. «Άργος», φ. 19-3-1915.
[20] Εφημ. «Αλήθεια», 13-4-1927, «Παναργειακή» 3-6-1928 και «Αγροτική Αργολίς» επίσης 3-6-1928.
[21] Εφημ. «Χρονικά του Άργους», 26-7-1931.
[22] Εφημ. «Αγροτ. Αργολίς», 2-8-31
[23]Εφημ. «Αγροτ. Αργολίς», 30-8-1931.
[24]«Ασπίς τον Άργους», 22-10-1933.
[25] «Ασπίς του Άργους», φύλλα των 7-10-1934, 24-2-1935, 3-3-1936, 19-7-1936, 21-2-1937, 23-5-1937, 6-3-1938, 25-3-1938, 26-9-1938.
[26]Για την απήχηση των ανασκαφών Φόλγκραφ στο Άργος βλ. μελέτη μου που πρόκειται να δημοσιευθεί στα Πρακτικά του συνεδρίου για τον Φόλγκραφ.
[27] Από το φύλλο της 3-9-1950 και συνεχής αρθρογραφία μέχρι και την ολοκλήρωση του μουσείου.
[28] Βλ. χαρακτηριστικά απάντηση του τότε Υπουργού Παιδείας Κ. Τσάτσου εφημ. «Ασπίδα» της 13-1-1957.
[29] Βλ. «Ασπίδα» 10-8-58.
[30]«Ασπίς» 24-5-59.
[31]Βλ. σημ. 1.
[32]«Φείδων», 22-5-91, «Αργειακό Βήμα» 3-7-91.
[33]Οι δηλώσεις Τατούλη στην «Αργολίδα» της 20-8-05, στο «Αργειακό Βήμα» της 24-8-05 και στον «Φείδωνα» της 7-9-05. Οι δηλώσεις Πάγκαλου στα «Νέα της Αργολίδας» και στον «Παρατηρητή» της 17-7-2000.
[34]«Τα Αργολικά» της 1-4-2010.
Σχετικά θέματα:
Πρoστατευμένο: «Αργείων Γένος» και «Κύπριος χαρακτήρ» στις «Ικέτιδες» του Αισχύλου, Κ. Ε. Χατζηστεφάνου, Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήναι, 1989.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αισχύλος, Ιστορία, Ικέτιδες, Πελοποννησιακά, Πολιτισμός, Συνέδριο, Ψηφιακά Βιβλία, Ψηφιακές Συλλογές on 21 Σεπτεμβρίου, 2012|
Εφημερίδα της Κυβερνήσεως – Το Ναύπλιον γενέθλιος πόλις της εφημερίδος της Κυβερνήσεως
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δημοσιογραφία, Επανάσταση 21, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, Εφημερίδες, Ιστορία, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Φαρμακίδης Θεόκλητος (1784-1860) on 14 Σεπτεμβρίου, 2012| Leave a Comment »
Το Ναύπλιον γενέθλιος πόλις της εφημερίδος της Κυβερνήσεως
I. Η Εφημερίς της Κυβερνήσεως διέπεται σήμερον υπό του Ν. 301/ 1976, ο οποίος ορίζει ποίαι πράξεις δημοσιεύονται εις αυτήν, ήτοι (αρθρ. 1) οι νόμοι, ο κανονισμός της Βουλής, τα Πρ. Δ/γματα, αι κατά το άρθρον 44 παρ. 1 του Συντάγματος πράξεις του Προέδρου της Δημοκρατίας, αι κανονικαί πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και των Υφυπουργών, και αι ατομικού χαρακτήρος διοικητικαί πράξεις ως και αι πράξεις των δημοσίων επιχειρήσεων, εταιρειών και ιδρυμάτων, εφ’ όσον η δημοσίευσίς των επιβάλλεται δια νόμου.
Βάσει του άρθρου 4 του νόμου τούτου ωρισμέναι εκ των ως άνω πράξεων δημοσιεύονται εν περιλήψει. Μέχρι θέσεως εν ισχύι κατά το τρέχον έτος του Ν. 301/1976 η Εφημερίς της Κυβερνήσεως ως προς την δημοσιευτέαν ύλην διείπετο υπό νόμων παλαιών προ αιώνος και πλέον εκδοθέντων, έτι δε και επί εποχής βασιλέως Όθωνος, δια των οποίων προεβλέπετο η δημοσίευσις σειράς πράξεων, με συνέπειαν την άσκοπον επιβάρυνσιν της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως με ύλην επουσιώδη. Ο πρόσφατος νόμος περιώρισε σημαντικώς την έκτασιν των δημοσιευτέων πράξεων και επέφερε σχετικήν ελάφρυνσιν έν προκειμένω. Δι’ ωρισμένας δε πράξεις προέβλεψεν άλλον τύπον δημοσιότητος, καθ’ όσον άνευ ταύτης η πράξις πάσχει νομικώς, ως ειδικώς έχουν αποφανθή τα δικαστήρια.
II. Η Εφημερίς της Κυβερνήσεως δέον να θεωρήται ως η αρχαιοτέρα ελληνική εφημερίς. Εξεδόθη το πρώτον το 1825 εις Ναύπλιον υπό τον τίτλον ΓΕΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ από την τότε κρατικήν Διοίκησιν. Η απόφασις προς έκδοσιν της εν λόγω εφημερίδος ελήφθη δια του από 7 – 10- 1825 ψηφίσματος, το οποίον έχει ως εξής:
Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος
Το Εκτελεστικόν Σώμα
Επειδή δια την ανάγκην του να δημοσιεύωνται τα πρακτικά της Διοικήσεως και να κοινοποιούνται εν τάχει αιειδήσεις, όσαι μάλιστα αποβλέπουν τα συμφέροντα του λαού, εκρίθη αναγκαίον να συσταθή εφημερίς εις την καθέδραν της Διοικήσεως, της οποίας η επιστασία να παραδοθή εις άνδρα άξιον και απολαμβάνοντα την υπόληψιν της Διοικήσεως δια την παιδείαν και την αρετήν του.
Συναινέσει και του σεβαστού Βουλευτικού, κατά το υπ’ αριθ. 130 προβούλευμα,
Δ ι α τ ά τ τ ε ι
Α’. Ο κύριος Θεόκλητος Φαρμακίδης διορίζεται εφημεριδογράφος της Διοικήσεως.
Β’. Θέλει έχει υπό την Διεύθυνσίν του την τυπογραφίαν της Διοικήσεως, συγκειμένην από τρία πιεστήρια με όλα τα αναγκαία των.
Γ’. Τα πρακτικά του σεβαστού Βουλευτικού θέλει παραλαμβάνει παρά του Α’ Γραμματέως του αυτού σώματος.
Α’. Τα λοιπά πρακτικά της Διοικήσεως και τας επισήμους ειδήσεις θέλει παραλαμβάνει παρά της Γενικής Γραμματείας.
Ε’. Ο Γενικός Γραμματεύς να ενεργήση την παρούσαν διαταγήν.
Εν Ναυπλίω τη 29η Οκτωβρίου 1825
Ο Γενικός Γραμματεύς Α. Μαυροκορδάτος
Ο Αντιπρόεδρος
Γκίκας Μπότασης
Αναγνώστης Σπηλιωτάκης
Κων. Μαυρομιχάλης
Ιωάννης Κωλέττης
Εκ του κειμένου του εν λόγω ψηφίσματος καταφαίνεται η σοβαρότης με την οποίαν η Διοίκησις αντιμετώπιζε την έκδοσιν της εφημερίδος ως εκ της αναθέσεως της εκδόσεώς της εις τον Θεόκλητον Φαρμακίδην.
Ούτος ήτο αρχιμανδρίτης γεννηθείς το 1784 εις Λάρισαν, συγγραφεύς θεολογικών έργων πολυγραφώτατος, εκλεγείς μετέπειτα καθηγητής εις το Πανεπιστήμιον Αθηνών, κλασσικόν έργον του οποίου υπήρξε το περί Καινής Διαθήκης εκδοθέν εις επτά τόμους. Ο Φαρμακίδης ήτο έμπειρος δημοσιογράφος, ήδη παλαιότερον είχεν εργασθή ως διευθυντής από του έτους 1816 εις την εφημερίδα ΛΟΓΙΟΣ ΕΡΜΗΣ, η οποία εξεδίδετο εις Βιέννην. Εκ της εφημερίδος ταύτης απεχώρησε το 1819 προκειμένου να συνέχιση τας σπουδάς του. Εν συνεχεία ανέλαβε την διεύθυνσιν της εφημερίδος ΣΑΛΠΙΓΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ, η οποία εξεδόθη το 1821 εις Καλαμάταν και είναι η πρώτη εφημερίς επί ελληνικού εδάφους, δεδομένου ότι προ της επαναστάσεως εξεδίδετο πλήθος ελληνικών εφημερίδων και περιοδικών εις την Ευρώπην υπό του ελληνισμού της διασποράς, άλλ’ ως είναι φυσικόν εις την κυρίως Ελλάδα δεν ήτο δυνατή η έκδοσις εφημερίδος, καθ’ όσον ο Τούρκος δυνάστης ουδέποτε θα το επέτρεπε.
Η επιστημονική, φιλολογική και κυρίως η δημοσιογραφική ικανότης του Φαρμακίδη υπήρξαν ο κύριος συντελεστής της από της πρώτης στιγμής πλήρους επιτυχίας και καθολικής ανταποκρίσεως της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος. Το επίτευγμα δεν είναι μικρόν αν αναλογισθή κανείς, ότι η προηγουμένη προσπάθεια της Διοικήσεως όπως εκδώση εφημερίδα ήτο η προαναφερθείσα ΣΑΛΠΙΓΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ εις Καλαμάταν, η οποία όμως διεκόπη προώρως το αυτό έτος λόγω κυρίως διαφωνίας Φαρμακίδη – Δ. Υψηλάντη. Από του έτους δε 1821 μέχρι του έτους 1825 κατέστη αδύνατος η έκδοσις εφημερίδος υπό της Διοικήσεως όλως απαιραιτήτου δια τον λαόν εν όψει του ότι, ως γνωστόν, η επίδρασις του τύπου επί του φρονήματος του αγωνιζομένου έθνους θα ήτο σοβαρώτατος παράγων επιτυχίας του ιερού αγώνος. Δια της προαναφερθείσης όθεν εύστοχου ενεργείας της Διοικήσεως η συνεχής και αδιάλειπτος έκδοσις της εφημερίδος κατέστη γεγονός.
Δεύτερον στοιχείον επιτυχίας ταύτης υπήρξεν η ύλη της. Αύτη απετελείτο από τρία ούτως ειπείν τμήματα. Το πρώτον τμήμα απετέλουν οι νόμοι, τα διατάγματα, τα ψηφίσματα και αι λοιπαί νομοθετικού περιεχομένου πράξεις της Διοικήσεως, ύλη δηλονότι προσιδιάζουσα προς την της εφημερίδος της Κυβερνήσεως της σημερινής εποχής, επί πλέον δε εδημοσίευε και τα πρακτικά των συζητήσεων του Βουλευτικού. Το δεύτερον ούτως ειπείν τμήμα απετέλουν αι κρατικαί ειδήσεις αι αναγόμεναι δηλονότι εις την δραστηριότητα της Διοικήσεως. Και το τρίτον τμήμα απετέλουν αι πάσης φύσεως ειδήσεις εσωτερικαί και εξωτερικαί. Τας εκ του εξωτερικού ειδήσεις η εφημερίς επληροφορείτο εκ του ξένου τύπου, δεδομένου ότι είχε ληφθή πρόνοια, όπως τα από καιρού εις καιρόν καταπλέοντα πλοία εις το Ναύπλιον μεταφέρουν δια λογαριασμόν της Διοικήσεως πλήθος ξένων εφημερίδων.
Η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος εξεδίδετο ως δισεβδομαδιαία, κυκλοφορούσα καθ’ έκαστην Τετάρτην και Σάββατον. Ήτο κατά κανόνα τετρασέλιδος διαστάσεων 0,28 Χ 0,22, πολλάκις όμως περιείχε περισσοτέρας σελίδας παρενθέτους ως παραρτήματα. Η ετησία συνδρομή της ήτο εξ δίστηλα τάληρα Ισπανίας. Η δε Διοίκησις είχεν εκδώσει διάταγμα, βάσει του οποίου όσοι εκ των δημοσίων υπαλλήλων εμισθοδοτούντο δια ποσού άνω των 200 γροσίων μηνιαίως, ήσαν υποχρεωμένοι να εγγράφωνται συνδρομηταί. Ούτω πλην του ειδησεογραφικού είχεν εξασφαλίσει την επιτυχίαν και εις τον οικονομικόν τομέα η περί ης ο λόγος εφημερίς.
Ως ανεφέρθη, διευθυντής της εφημερίδος ήτο ο Θεόκλητος Φαρμακίδης. Από τεχνικής απόψεως ούτος επεμελείτο κατά μέγα μέρος μόνος της δημοσιευτέας ύλης, εργασίαν ην παρ’ όλον τον μόχθον διεξεπεραίωνεν επιτυχώς χωρίς αξιόλογους συνεργάτας. Μάλιστα δε βλέπομεν ωρισμένα φύλλα να μη έχουν εκδοθή, καθ’ όν χρόνον ο Φαρμακίδης ήτο ασθενής. Ωσαύτως υπήρξαν και τίνες άλλαι, μικράς διαρκείας πάντοτε διακοπαί, οφειλόμενοι εις υπερβολικός αξιώσεις των τυπογράφων, οι οποίοι ήσαν ελάχιστοι και ήτο αδύνατος η εξεύρεσις άλλων ειδικευμένων τεχνιτών.
Πέραν τούτων ο Φαρμακίδης είχε να αντιμετώπιση και πλείστα όσα πολιτικά θέματα εις την εφημερίδα. Ούτω παρ’ ότι κατά γενικήν ομολογίαν υπήρξεν ικανός δημοσιογράφος και άκρως αντικειμενικός, εν τούτοις πλειστάκις κατηγορήθη υπό τρίτων, των οποίων αι φιλοδοξίαι εξετείνοντο μέχρι σημείου να ζητήται η προσωπική των δια της εφημερίδος προβολή και προς την οποίαν δεν έστεργεν ο Φαρμακίδης.
Πλην της εξυψώσεως του φρονήματος των αγωνιζομένων ο Φαρμακίδης ενωρίς διέγνωσεν ότι δια της εφημερίδος του ήτο δυνατόν να επηρεάση ευμενώς την πολιτικήν των ξένων δυνάμεων υπέρ της Ελλάδος. Δια της καταλλήλου δε ειδησεογραφίας κατέβαλε σοβαράς προσπαθείας προς τούτο. Από του έτους 1826 συνεζητείτο α ανάθεσις της διακυβερνήσεως της Ελλάδος εις τον Ιωάννην Καποδίστριαν ή εις βασιλέα.
Η Γενική Εφημερίς κατεχώρησεν ανώνυμον σχόλιον την 24 – 2 -1826, δια του οποίου κατεκρίνετο η Συνέλευσις επί του θέματος τούτου. Η Συνέλευσις όμως την 1ην Μαρτίου εις μυστικήν συνεδρίασιν απεφάσισε την απόλυσιν του Φαρμακίδη. Πλην όμως λόγω εντόνου αντιδράσεως κυρίως του Σπ. Τρικούπη υποστηρίξαντος, ότι το δημοσίευμα ουδέ προσβλητικόν της θρησκείας ήτο, ουδέ συκοφαντικόν, ουδέ παράνομον και επομένως η ελευθερία του τύπου δεν δύναται να θίγεται, η απόφασις περί απολύσεως του Φαρμακίδη δεν εξετελέσθη.
Εν τω μεταξύ την 9ην Απριλίου 1827 εις την εφημερίδα δημοσιεύεται η διακήρυξις του προέδρου της Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως, περί του ότι η Συνέλευσις εξέλεξεν ως Κυβερνήτην της Ελλάδος τον Ιωάννην Καποδίστριαν. Ο Φαρμακίδης ήτο αντίθετος προς την λύσιν ταύτην, δια τούτο και την 4ην Ιουνίου 1827 διαφωνών υποβάλλει την παραίτησίν του από την διεύθυνσιν της εφημερίδος, δι’ επιστολής του δημοσιευομένης εις ταύτην και η οποία έχει ως έξης:
Επιθυμών πάντοτε να υπηρετήσω και εγώ την Πατρίδα κατά τας δυνάμεις μου και να φανώ χρήσιμος εις το Έθνος απεδέχθην την σύνταξιν της εφημερίδος, αν και ήξευρα, εκ πείρας, πόσον επίπονον, πόσον οχληρόν και αχάριστον έργον αποδέχομαι και τρία εξάμηνα είχον το φορτίον αυτό.
Αλλά δια περιστάσεως ιδιαιτέρας, δεν ημπορώ πλέον να εξακολουθήσω την σύνταξιν και διεύθυνσιν της εφημερίδος. Και παραιτούμενος, εύχομαι πρώτον εις την Πατρίδα τα κρείττω και δεύτερον ομολογώχάριτας εις τους σνγκαταβατικούς αναγνώστας μου και εις όσους μας εσυνέδραμον.
Νομίζω ότι, καθ’ όσον καιρόν εχρημάτισα συντάκτης, έπραξα κατά τα συμφέροντα της Πατρίδος και πάντοτε επροσπάθησα να είμαι από του υγιούς μέρους των συμπολιτών.
Πολλοί εφάνησαν ενάντιοίμου και με εκατηγόρησαν δημοσίως ως δούλον φατριών, ως μισθωτόν κλπ., αλλ’ εφάνησαν άδικοι και, αν ήθελον νά κρίνωσι ορθώτερον, δεν ήθελον φανή τοιούτοι. Έπειτα δεν εφαντάσθην ποτέ ότι ημπορώ να φανώ εις όλους ενάρεστος. Ουδ’ ο Ζεύς τοις πασιν ανδάνει.
Όσον και αν εφιλοτιμούμην να καταστήσω την εφημερίδα τελειοτέραν, δεν ημπορούσα να το κατορθώσω. Τα εμπόδια ήσαν πολλά και δεν ήτο εις την εξουσίαν μου να νικήσω. Τέλος έπραξα όσον ηδυνήθην. Αναμάρτητον δεν ενόμισα ποτέ εμαυτόν. Εύχομαι ο διάδοχος μου να φανή ευδοκιμώτερος.
Εν Πόρω 1827 Ιουνίου 4.
Γενομένης αποδεκτής της παραιτήσεως του Φαρμακίδη, η διεύθυνσις της εφημερίδος ανετέθη εις τον Γ. Χρυσίδην. Ούτος αναλαμβάνων την διεύθυνσιν εδημοσίευσεν εις το φύλλον της 22-6- 1827 το «Πρόγραμμά του» ως το τιτλοφορεί, δια του οποίου και πληροφορεί τους αναγνώστας ότι η εφημερίς θα εξακολουθή να εκδίδεται υπό την αυτήν τιμήν, αναφέρει ότι κατ’ αρχήν ηρνήθη να αναλάβη την διεύθυνσιν της εφημερίδος ύποβαλών την παράκλησιν, όπως αύτη ανατεθή εις ικανώτερον τούτου, επείσθη δε τελικώς λόγω των προς την πατρίδα υποχρεώσεών του.
Περαιτέρω παρακαλεί τους συνεργάτας του να σέβωνται κυρίως την αλήθειαν και τέλος παραθέτει εκτενείς απόψεις δια την ελευθερίαν του Τύπου, ως και δια τους κινδύνους εκ της καταχρηστικής ασκήσεώς της. Σκοπός δε της ελευθεροτυπίας δέον να είναι η μόρφωσις καλών πολιτών και καλών στρατιωτών προς ενίσχυσιν του αγώνος και στερέωσιν της ελευθερίας. Εκ του προγράμματος του Χρυσίδου προκύπτει ωσαύτως, ότι ούτος ήτο ικανός και εμπνευσμένος δημοσιογράφος.
Εν τω μεταξύ η Γενική Εφημερίς ήλλαξεν έδραν κατ’ επανάληψιν. Ούτω την 24ην Νοεμβρίου 1826 μετεφέρθη εις Αίγιναν. Την 30ήν Μαρτίου 1827 εις Πόρον. Την 22αν Ιουνίου 1827 επανέρχεται εις Ναύπλιον. Την 24ην Αυγούστου του αυτού έτους μεταφέρεται πάλιν εις Αίγιναν. Το αυτό έτος μετεφέρθη δι’ ένα μήνα εις Άργος, δια να επανέλθη ευθύς αμέσως εις Αίγιναν. Την 18ην Οκτωβρίου 1830 μετεφέρθη οριστικώς εις την πρώτην της έδραν εις Ναύπλιον, ένθα συνέχισεν εκδιδομένη και μετά την έλευσιν του Όθωνος.
Εν τω μεταξύ την 18ην Απριλίου του έτους 1832 ήλλαξε τίτλον μετονομασθείσα Εθνική Εφημερίς και εν συνεχεία μετωνομάσθη Ελληνικός Μηνύτωρ. Από 1ης Φεβρουαρίου 1833 μετωνομάσθη τελικώς Εφημερίς της Κυβερνήσεως, τίτλον τον οποίον διατηρεί μέχρι σήμερον, η δε διεύθυνσίς της ανετέθη εις τον Γ. Αποστολίδην Κοσμητήν.
Από του χρόνου της τελευταίας ταύτης μετονομασίας της μετέβαλεν ριζικώς και μορφήν. Τουτέστιν έπαυσε την δημοσίευσιν ειδησεογραφίας και εδημοσίευεν αποκλειστικώς νόμους και λοιπάς νομοθετικού περιεχομένου πράξεις ως ακριβώς και σήμερον, συνετάσσετο όμως εις δύο γλώσσας, εις την Ελληνικήν και την Γερμανικήν. Υπό την νέαν ταύτην μορφήν το σχήμα της ήτο μεγαλύτερον, εις δε την προμετωπίδα έφερε τον βασιλικόν θυρεόν. Το περιεχόμενόν της ήτο κεχωρισμένον εις δύο στήλας, εξ ων εις την αριστεράν ήτο το ελληνικόν κείμενον, εις δε την δεξιάν το γερμανικόν. Η δίγλωσσος έκδοσις συνεχίσθη μέχρι της 17ης Ιουνίου 1835. Έκτοτε εκδίδεται μόνον εις ελληνικήν γλώσσαν. Η εφημερίς αυτή συνέχισε την έκδοσίν της εις το Ναύπλιον μέχρι του 40ού φύλλου της. Από του 41ου, ήτοι την 21ην Δεκεμβρίου 1834 μετεφέρθη εις Αθήνας, ένθα εκδίδεται μέχρι σήμερον.
III. Η συμβολή της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος εις τον αγώνα του Γένους υπήρξε λίαν σημαντική. Εξ άλλου εις ταύτην εδημοσιεύθησαν πλήθος επισήμων εγγράφων, ειδήσεων, συζητήσεων του Βουλευτικού κλπ., τα οποία άλλως θα είχον κατά μέγα μέρος απολεσθή, το δε ιστορικόν της επαναστάσεως υλικόν θα ήτο ασυγκρίτως πτωχότερον.
Ας σημειωθή χαρακτηριστικώς, ότι η περί ης ο λόγος εφημερίς προέτεινεν εις το φύλλον της 21ης Οκτωβρίου 1825 την καθιέρωσιν ως εθνικού ύμνου του ποιήματος του Δ. Σολωμού «Ύμνος προς την Ελευθερίαν», του οποίου εδημοσίευσεν ανάλυσιν υπό του Σπ. Τρικούπη. Τουτέστιν τεσσαράκοντα έτη προ της καθιερώσεώς του ως τοιούτου δεδομένου, ότι ως γνωστόν, το ποίημα τούτο καθιερώθη ως εθνικός ύμνος της Ελλάδος μόλις την 4ην Αυγούστου 1865 υπό του Βασιλέως Γεωργίου του Α’, ο οποίος τον ήκουσε να ανακρούεται εις Κέρκυραν κατά την προ έτους εκεί επίσκεψίν του.
Ιδιαιτέρως συγκινητική είναι εξ άλλου η εξιστόρησις της πολιορκίας και ηρωικής εξόδου του Μεσολογγίου. Έτερον χαρακτηριστικόν η περιγραφή της εντυπώσεως, ην ενεποίησεν εις τους Ναυπλιείς ο κατάπλους εις Ναύπλιον του πρώτου ατμοκίνητου πλοίου «Καρτερία» την νύκτα της 2ας προς 3ην Σεπτεμβρίου 1826.
Τέλος η εφημερίς εξέδωκε και το πρώτον εις την ιστορίαν του ελληνικού τύπου παράρτημα την 11ην Ιανουαρίου 1828, αγγέλλουσα την έλευσιν του Καποδιστρίου. Κύριον πάντως χαρακτηριστικόν της εφημερίδος αυτής υπήρξεν η σοβαρότης της ύλης της, το έγκυρον του περιεχομένου της, η αντικειμενικότης και η αποφυγή παντός δημοσιεύματος εξυπηρετούντος τον κιτρινισμόν ή των εκτραχηλισμόν του Τύπου, φαινόμενον το οποίον δυστυχώς ενεφάνησαν αι λοιπαί εκδιδόμεναι εφημερίδες, ιδία αι ασκήσασαι αντιπολίτευσιν κατά του Καποδιστρίου.
Γεώργιος Ηλ. Κρίππας
Διδ. Πολιτ. Επιστημών
Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα (εκτός του πολυτονικού)
Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Ναύπλιον 4 – 6 Δεκεμβρίου 1976), Αθήναι, 1979.
Σχετικά θέματα:
Υλικαί παροχαί επί μεσοβασιλείας εις τους πρωτεργάτας και τα θύματα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως (1862-1863)
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναυπλιακή Επανάσταση 1862, tagged 1863, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Όθωνας, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση, Ιστορία, Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, Ναυπλιακά, Ναυπλιακή Επανάσταση, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Στρατιωτικοί on 11 Σεπτεμβρίου, 2012| Leave a Comment »
Υλικαί παροχαί επί μεσοβασιλείας εις τους πρωτεργάτας και τα θύματα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως (1862-1863)
Αι προτάσεις και τα ψηφίσματα περί της αποκαταστάσεως των αγωνιστών του 1821, δια τας υπέρ του Αγώνος προσφερθείσας θυσίας, απετέλεσαν προηγούμενον δια παρομοίας φύσεως προσπαθείας και εκδηλώσεις υπέρ των αγωνιστών των αντιοθωνικών επαναστάσεων, της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και της Φεβρουαριανής Ναυπλιακής επαναστάσεως του 1862. Η μέριμνα αυτή δια τους αγωνιστάς των αντιοθωνικών επαναστάσεων ήτο χαρακτηριστική εκάστης μετεπαναστατικής περιόδου, υπαγορευθείσα κυρίως από την εκάστοτε εξυπηρετούμενην πολιτικήν σκοπιμότητα εν μέσω του λαϊκού ενθουσιασμού των πρώτων μετεπαναστατικών ημερών, καταλήξασα ούτω πολλάκις εις ανεπίτρεπτον επέκτασιν της εθνικής ευγνωμοσύνης εις χρηματικάς και άλλας παρομοίας φύσεως παροχάς, δι’ ο και ουδέποτε ευωδώθη υπό ομαλάς πολιτικάς και κοινοβουλευτικάς συνθήκας, αλλά πάντοτε υπό ανωμάλους περιστάσεις και διαδικασίας και εν πολλοίς εν κρύπτω και δη κατά τρόπον εκάστοτε ατομικόν και χαριστικόν.
Και δια μεν τους αγωνιστάς της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 αι σχετικαί προσπάθειαι εις την Εθνοσυνέλευσιν, αφορώσαι εις την απονομήν ειδικών ισοβίων συντάξεων εις τους πρωτεργάτας της επαναστάσεως, κατέληξαν εις την έγκρισιν σχετικού ψηφίσματος, το οποίον όμως με την πάροδον του χρόνου παρέμεινεν ανεκτέλεστον, αφού εις την συγκληθείσαν κατόπιν Βουλήν ποικίλαι υπήρξαν αντιδράσεις και πλείσται εξεφράσθησαν διχογνωμίαι περί την ισχύν και την ερμηνείαν των διατάξεων του ψηφίσματος και τελικώς ο ίδιος ο Δ. Καλλέργης, εξ ονόματος όλων των συναγωνιστών του, παρητήθη πάσης εν προκειμένω υλικής απολαυής χολωθείς από τον τρόπον των συζητήσεων και τας αντιδράσεις των βουλευτών [1].
Δεν συνέβη όμως το ίδιον και επί Μεσοβασιλείας δια τους αγωνιστάς της Φεβρουαριανής Ναυπλιακής επαναστάσεως του 1862, εκραγείσης ως γνωστόν και κατασταλείσης εν Ναυπλίω, Σύρω και Κύθνω και προηγηθείσης κατά εν οκτάμηνον της εξώσεως του Όθωνος.
Λαϊκή απεικόνιση της τριανδρίας (Ρούφος – Βούλγαρης- Κανάρης) που ανέλαβε την εξουσία μετά την έξοδο του Όθωνα.
Πράγματι κατά το πρώτον τρίμηνον της Μεσοβασιλείας και προ της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως, η Προσωρινή Κυβέρνησις των Βούλγαρη, Κανάρη και Μπενιζέλου Ρούφου ασκούσα κατά το «Ψήφισμα του Έθνους» της 11ης Οκτωβρίου 1862, ημέρας εξώσεως του Όθωνος, ορθότερον δε ειπείν επαναστατικά δικαιώματι, την τε νομοθετικήν και την εκτελεστικήν εξουσίαν, είχε την ευχέρειαν να θεσπίζη διατάξεις και να εκδίδη αποφάσεις αμέσως εκτελεστάς, οσονδήποτε και αν είχον αύται ατομικόν και χαριστικόν χαρακτήρα και δη κατά το πλείστον μη δημοσιευόμενος εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αλλά καταχωριζομένας εις το μυστικόν βιβλίον των πρακτικών των συνεδριάσεων αυτής.
Το βιβλίον τούτο, άγνωστον κατά την περίοδον της Μεσοβασιλείας, αποτελεί σημαντικήν και επίσημον πηγήν των γεγονότων αυτής της εποχής, εδημοσιεύθη δε υπό Δ. Πετρακάκου εκ της αρχειακής συλλογής Ιωάννου Γενναδίου [2]. Τα σχετικά αποσπάσματα εκ των καταχωρημένων συνεδριάσεων, τα αφορώντα εις παροχάς υπέρ των αγωνιστών της Ναυπλιακής επαναστάσεως, περιλαμβάνουν έξοδα επανόδου εις την Ελλάδα των προσφύγων επαναστατών, απόδοσιν μισθών των απολυθέντων δημοσίων λειτουργών, στελεχών της επαναστάσεως, ποικίλας χρηματικάς αρωγάς, ισοβίους μηνιαίας συντάξεις και άλλας συναφείς παροχάς, έχουν δε κατά χρονολογικήν σειράν ως κάτωθι [3].
Συνεδρίασις 17ης Οκτωβρίου 1862:
Εν τη σημερινή συνεδριάσει παρόντων του τε προέδρου, των μελών της Προσωρινής Κυβερνήσεως και των κ.κ. Υπουργών της Επικρατείας… Απεφασίσθη να χορηγηθώσιν εις τους εις Παρισίους και Λονδίνον πρόσφυγας της Φεβρουαριανής επαναστάσεως αξιωματικούς ανά χίλια φράγκα, εις δε τους υπαξιωματικούς ανά τριακόσια τριάκοντα τρία φράγκα, δι’ έξοδα επανόδου των. Επίσης εις μεν τους εν Τουρίνω και τη λοιπή Ιταλία πρόσφυγας αξιωματικούς ανά επτακόσια φράγκα, εις δε τους υπαξιωματικούς και στρατιώτας ανά 233 δια τον αυτόν λόγον.
Ως γνωστόν με την καταστολήν της Ναυπλιακής επαναστάσεως αναχώρησαν εκ Ναυπλίου εις το εξωτερικόν, φυγαδευθέντες δια δυο ατμοπλοίων, ενός γαλλικού και ενός αγγλικού, 200 περίπου επαναστάται, αξιωματικοί, υπαξιωματικοί, στρατιώται και πολίται. Αρκετοί εξ αυτών κατετάγησαν εις το πυροβολικόν του στρατού του Τουρίνου και έλαβον μέρος εις τας εν Ιταλία πολεμικάς επιχειρήσεις[4].
Συνεδρίασις της 25ης Οκτωβρίου 1862:
… Απεφασίσθη να δοθώσι εις την κυρίαν Καλλιόπην Παπαλεξοπουλου δραχμαί 2.000….
Πρόκειται δια την γνωστήν ηρωίδα της Ναυπλιακής επαναστάσεως, χήραν του γερουσιαστού Παπαλεξοπούλου και θυγατέρα του πολιτευτού Πατρών Καλαμογδάρτη.
Συνεδρίασις της 30ης Οκτωβρίου 1862:
… Απεφασίσθη να χορηγηθή εκ του Υπουργείου των Εσωτερικών εκ των βοηθημάτων χρηματική βοήθεια 3.000 δρχ. εις τον αρχηγόν της Εθνοφυλακής…
Πρόκειται δια τον εκ των πρωτεργατών της Ναυπλιακής επαναστάσεως αντισυνταγματάρχην Πάνον Κορωναίον, πληγωθέντα κατά τα Ναυπλιακά, αιχμαλωτισθέντα, φυλακισθέντα και εξαιρεθέντα της αμνηστίας του Όθωνος, αναλαβόντα δε επί Μεσοβασιλείας τα καθήκοντα του αρχηγού της Εθνοφυλακής.
Συνεδρίασις της 31ης Οκτωβρίου 1862:
… Απεφασίσθη να χορηγηθή χρηματική βοήθεια εις τον πολλά παθόντα και ζημιωθέντα κ. Αντωνόπουλον, υπέρ της Μεταπολιτεύσεως, εκ δραχμών 3.000….
Προφανώς πρόκειται δια τον δικηγόρον του Ναυπλίου Κωνσταντίνον Αντωνόπουλον, μέλος της επί της ασφαλείας επιτροπής της επαναστάσεως, επιβιβασθέντα εις το αγγλικόν ατμόπλοιον κατά την αναχώρησιν των επαναστατών.
Συνεδρίασις της 5ης Νοεμβρίου 1862:
…Απεφασίσθη να πληρωθώσιν εις τους κ.κ. Γεώργιον Πετιμεζάν και Πέτρον Μαυρομιχάλην, εφέτας Ναυπλίου, οι μισθοί της θέσεως, ην κατείχον κατά τον Φεβρουάριον….
Αμφότεροι ήσαν μέλη της επί της ασφαλείας επιτροπής της Ναυπλιακής επαναστάσεως, εξαιρεθέντες της αμνηστείας του Όθωνος και επιβιβασθέντες του αγγλικού ατμοπλοίου κατά την αναχώρησιν των επαναστατών. Ήδη δια της ως άνω αποφάσεως λαμβάνουν τους μισθούς των αναδρομικώς από της ημέρας της απομακρύνσεώς των.
Συνεδρίασις της 6ης Νοεμβρίου 1862:
…Απεφασίσθη να δοθή βοήθεια εκ δραχ. 200 εις τον Ν. Φανδρίδην, του οποίου ο υιός εφονεύθη εις Ναύπλιον… εις τον Εμμ. Παπαδάκην δημοδιδάσκαλον Προνοίας πληγωθέντα κατά τον Φεβρουάριον δραχ. 200 ….
Αμφότεροι ήσαν δημοδιδάσκαλοι εις το Ναύπλιον, ο δε εξ αυτών Έμμ. Παπαδάκης ήτο και αρχηγός των εν Ναυπλίω Κρητών, οι οποίοι προσεχώρησαν εις τους επαναστάτας και ηρωικώς ηγωνίσθησαν κατά των κυβερνητικών δυνάμεων.
Συνεδρίασις 7ης Νοεμβρίου 1862:
… Απεφασίσθη να διορισθή τετραμελής επιτροπή εκ των κ.κ. Α. Κάλου, Θ. Βρατσάνου, Οδ. Ιαμέλου και Δ. Παράσχου έργον έχουσα να γνωμοδοτή επί των προς αυτούς αποστελλομένων αναφορών περί απονομής βοηθημάτων…
Άπαντα τα μέλη της επιτροπής αυτής ήσαν μεμυημέναεις την Φεβρουαριανήν Ναυπλιακήν επανάστασιν. Ο εξ αυτών Θ. Βρατσάνος ήτο μέλος της επαναστατικής επιτροπής Σύρου, οι δε λοιποί συνελήφθησαν εν Αθήναις την παραμονήν της εκρήξεως της επαναστάσεως κατόπιν της κατασχέσεως εις Ναύπλιον επιστολής του αρχηγού των επαναστατών συνταγματάρχου Αρτέμη Μίχου προς τον εν Αθήναις αδελφόν του Αλέξιον.
Συνεδρίασις της 10ης Νοεμβρίου 1862:
… Απεφασίσθη να χορηγηθή εις τους εκ της αλλοδαπής ελθόντας κ.κ. Κατσικογιάννην, Χρ. Γρίβαν, Δημ. Γρίβαν, Νικόλ. Μακρήν, Βασίλ. Ορλώφκαι Λεων. Γραμματικόπουλον αποζημίωσις εκ δρχ. 800 εις έκαστον δι έξοδα επανόδου των….
Εκ των ανωτέρω ο Βασίλ. Ορλώφ ήτο κατά τον Φεβρουάριον ο κυβερνήτης της «Καρτερίας», η οποία προσεχώρησεν εις τους εν Σύρω επαναστάτας, οι δε λοιποί μέλη της επαναστατικής επιτροπής Ναυπλίου αναχωρήσαντα ης το εξωτερικόν δια του αγγλικού ατμόπλοιου.
Συνεδρίασις 13ης Νοεμβρίου 1862:
… Απεφασίσθη να χορηγηθή σύνταξις εκ δρχ. 500 κατά μήνα εις την κυρίαν Καλλιόπην Παπαλεξοπούλου, εις ην θέλει συμπεριληφθή και η δυνάμει του νόμου των συντάξεων περί χηρών και ορφανών των γερουσιαστών χορηγούμενη….
Συνεδρίασις 15ης Νοεμβρίου 1862:
…Απεφασίσθη να πληρωθώσιν οι μισθοί του νομαρχιακού διδασκάλου Προνοίας κ. Ν. Φανδρίδη, παυθέντος μετά τήν Ναυπλιακήν επανάστασιν. Εις δε τον δημοδιδάσκαλον Έμμ. Παπαδάκην, πληγωθέντα κατά την επανάστασιν Ναυπλίου και παυθέντα, να χορηγηθή μηνιαία σύνταξις εκ δραχ. 40…
Συνεδρίασις 17ης Νοεμβρίου 1862:
… Απεφασίσθη να χορηγηθή χρηματική βοήθεια εκ δραχ. 1.000 εις τον κ. Αντώνιον Νικολαίδην, άλλοτε συντάκτην της «Αθήνας», πολλά παθόντα και υποστάντα υπέρ της επαναστάσεως… Επίσης χρηματική βοήθεια εκ δραχ. 100 εις τον Χρ. Πλαπούταν πληγωθέντα εν Ναυπλίω….
Ο μνημονευόμενος Αντώνιος Νικολαΐδης ήτο μεμυημένος εις την Ναυπλιακήν επανάστασιν συλληφθείς εις Αθήνας την παραμονήν της εκρήξεώς της κατόπιν της εν Ναυπλίω κατασχέσεως της επιστολής των επαναστατών.
Συνεδρίασις της 20ης Νοεμβρίου 1862:
… Απεφασίσθη να χορηγηθή χρηματική βοήθεια εις ην κυρίαν Καλλιόπην Παπαλεξοπούλου εκ δραχ. 1.000….
Συνεδρίασις της 22ας Νοεμβρίου 1862:
… Απεφασίσθη να χορηγηθώσιν εις τον συνταγματάρχην κ. Αρτέμιον Μίχον δραχ. 5.000 δια τας υπέρ της μεταπολιτεύσεως ενεργείας του και τας ζημίας, ας υπέρ αυτών υπέστη….
Πρόκειται ως γνωστόν δια τον αρχηγόν της Ναυπλιακής επαναστάσεως επανελθόντα εκ της αλλοδαπής μετά την έξωσιν του Όθωνος δι’ ειδικώς προς τούτο αποσταλέντος υπό της Προσωρινής Κυβερνήσεως εθνικού ατμοπλοίου.
Συνεδρίασις της 5ης Δεκεμβρίου 1862:
Εν τη σημερινή συνεδριάσει, παρόντων των μελών της Προσωρινής Κυβερνήσεως (εκτός του κ. Κανάρη ασθενούντος) και των Υπουργών της Επικρατείας, ο κ. πρόεδρος επρότεινεν ότι θεωρεί καθήκον της παρούσης Κυβερνήσεως, όπως δοθή εις τον ναύαρχον κ. Κανάρην γενναία εθνική αμοιβή δια τε την αρχαίαν και την νεωτέραν αυτού ιστορίαν επομένως προτείνει να εκδοθή ψήφισμα, δι ου να παραχωρήται εθνικόν τι κτήμα προς τον κ. ναύαρχον Κανάρην, του οποίου το κύρος να επιφυλαχθή η Κυβέρνησις να προκαλέση εν καιρώ παρά της εθνικής Συνελεύσεως….
Παραθέτομεν το ανωτέρω απόσπασμα εκ των πρακτικών της συνεδριάσεως της 5ης Δεκεμβρίου, μη ειδικώς σχετιζόμενον με τους αγωνιστάς της Ναυπλιακής επαναστάσεως, χαρακτηριστικόν όμως των συνθηκών και της νοοτροπίας της τότε Προσωρινής Κυβερνήσεως, η οποία ούτε η ιδία δεν φαίνεται να επίστευεν εις την νομιμότητα των χορηγουμένων υπ’ αυτής παροχών, δι’ ο και προκειμένης της προτάσεως περί αποκαταστάσεως του εκ των μελών της τριανδρίας αυτής ναυάρχου Κανάρη διατυπώνει την ανάγκην όπως η σχετική απόφασις περιβληθή το κύρος νομίμου ψηφίσματος της συγκληθησομένης Εθνοσυνελεύσεως.
Συνεδρίασις της 11ης Δεκεμβρίου 1862:
… Απεφασίσθη να πληρωθώσιν εις τον κ. Αλέξ. Μίχου οι μισθοί του, από της ημέρας της παύσεώς του, εις τον Δ. Καλλιαντζήν υπογραμματέα των εν Ναυπλίου Εφετών και Ιωάννην Παρασκευόπουλον υπογραμματέα των εν Ναυπλίω Πρωτοδικών, παυθέντας κατά την Φεβρουαριανήν επανάστασιν, επίσης οι μισθοί των από της απολύσεώς των. Επίσης εις τον πρώην σχολάρχην Σύρου Αρ. Τσάτσον οι μισθοί του από της ημέρας της παραιτήσεώς του….
Εκ των ανωτέρω ο Αλέξ. Μίχου, αδελφός του αρχηγού της Ναυπλιακής επαναστάσεως Αρτέμη Μίχου, ήτο ανώτερος υπάλληλος της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας Αθηνών, μεμυημένος εις την επανάστασιν, συλληφθείς και απολυθείς της θέσεώς του κατόπιν της κατασχέσεως της προς αυτόν εκ Ναυπλίου επιστολής των επαναστατών. Ο δε σχολάρχης Τσάτσος είναι ο γνωστός επαναστάτης της Σύρου και ένθερμος εμψυχωτής της νεολαίας εις τον αντιοθωνικόν αγώνα.
Συνεδρίασις της 13ης Δεκεμβρίου 1862:
… Απεφασίσθη να χορηγηθή χρηματική βοήθεια εκ δραχ. 500 εις τον Γεώργιον Φραγκιάν….
Ούτος ήτο εκ των πρωτεργατών της Ναυπλιακής επαναστάσεως, εξαιρεθείς της αμνηστείας του Όθωνος και επιβιβασθείς μετά των Τσόκρη και Ζαβιτσάνου εις το γαλλικόν ατμόπλοιον κατά την αναχώρησιν των επαναστατών.
Συνεδρίασις της 20ης Δεκεμβρίου 1862:
Εν τη σημερινή συνεδριάσει, παρόντων των μελών της Προσωρινής Κυβερνήσεως και των Υπουργών της Επικρατείας, απεφασίσθη να διατηρηθή η άμαξα του Κορωναίου δαπάνη του Δημοσίου και να τω επιτροπή να κατοική εις την οικίαν εν η διαμένει εν όσω διαρκεί η ενοικίασις αυτής παρά τον Δημοσίου. Επιτρέπεται εις τον Υπουργόν των Οικονομικών να παραιτηθή από πάσης απαιτήσεως κατά Γ. Πετιμεζά, Ι. Παπαζαφειροπούλου και Σπ. Ζαβιτσάνου σχέσεις εχούσης με την Φεβρουαριανήν Ναυπλιακήν επανάστασιν….
Ήδη τότε ο εκ των πρωτεργατών της Ναυπλιακής επαναστάσεως αντισυνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος είχε παραιτηθή της θέσεώς του ως αρχηγού της Εθνοφυλακής λόγω διαφωνιών του με την Κυβέρνησιν περί την οργάνωσιν αυτής (αρχάς Νοεμβρίου 1862). Παρά ταύτα η Κυβέρνησις διατηρεί τιμητικώς την άμαξαν αυτού και την επ΄ ενοικίω κατοικίαν του δαπάναις του Δημοσίου.
Οι μνημονευόμενοι εν συνεχεία Γ. Πετιμεζάς, Ι. Παπαζαφειρόπουλος και Σπ. Ζαβιτσάνος υπήρξαν σημαίνοντα στελέχη της Ναυπλιακής επαναστάσεως εξαιρεθέντα της αμνηστίας του Όθωνος. Εκ τούτων οι Γ. Πετιμεζάς, εφέτης Ναυπλίου, και Ι. Παπαζαφειρόπουλος, δικηγόρος Ναυπλίου, ήσαν μέλη της επί της ασφαλείας επιτροπής της επαναστάσεως και επεβιβάσθησαν του αγγλικού ατμοπλοίου κατά την αναχώρησιν των επαναστατών, ο δε Σπ. Ζαβιτσάνος, πρόξενος του Βελγίου, εις τον διπλωματικόν σάκκον του οποίου κατεσχέθη η επιστολή των επαναστατών, η προκαλέσασα την σύλληψιν των εν Αθήναις στελεχών της επαναστάσεως, επεβιβάσθη μετά των Δ. Τσόκρη και Γ. Φραγκιά του γαλλικού ατμοπλοίου.
Συνεδρίασις της 8ης Ιανουαρίου 1863:
Εν τη σημερινή συνεδριάσει, παρόντων των μελών της Προσωρινής Κυβερνήσεως και των Υπουργών της Επικρατείας, απεφασίσθη να δοθή χρηματική βοήθεια εις τον πολλά παθόντα και ζημιωθέντα υπέρ της μεταπολιτεύσεως αξιωματικόν του πεζικού κ. Ν. Μακρήν εκ δραχ. 1.500….
Ούτος εν εκτοπίσει διατελών εις Ναύπλιον από του Μαΐου 1861 μετέσχεν ενεργώς της Φεβρουαριανής επαναστάσεως αποσταλείς υπό των επαναστατών εις Σύρον και αγωνισθείς παρά το πλευρόν του Λεωτσάκου.
Τοιαύται λοιπόν υπήρξαν αι επισήμως τουλάχιστον χορηγηθείσαι υπό της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Μεσοβασιλείας υλικαί παροχαί εις τους πρωτεργάτας της Ναυπλιακής επαναστάσεως. Φαίνεται όμως ότι πέραν τούτων υπήρξαν και άλλαι ανεπίσημοι και δη κατά πολύ μεγαλύτεροι. Και τούτο προκύπτει εκ της αποκαλύψεως μερικών των τοιούτων ατομικών και χαριστικών παροχών και τον εκσπάσαντα σχετικόν σάλον κατά το 1863. Έναυσμα του δημιουργηθέντος θορύβου υπήρξεν επιστολή του αξιωματικού του στρατού Δ. Λώρη δημοσιευθείσα την 22αν Μαρτίου 1863 [5] και καταγγέλλουσα ότι υπό της Προσωρινής Κυβερνήσεως των Βούλγαρη, Κανάρη και Μπενιζέλου Ρούφου κατεβλήθησαν χιλιάδες δραχμών εις τους πρωτεργάτας της Ναυπλιακής επαναστάσεως υπό το πρόσχημα της αποζημιώσεώς των δια τους αγώνας και τα δεινά, άτινα υπέστησαν υπέρ της μεταπολιτεύσεως.
Επηκολούθησεν η αποκάλυψις, εις την Εθνοσυνέλευσιν, της αυθαιρέτου, παρατύπου και ανενταλμάτου διαθέσεως 40.000 δραχμών υπό της Προσωρινής Κυβερνήσεως, εξ ων 15.000 δραχμαί εις τον στρατηγόν
ως αποζημίωσίς του δια τας υπέρ της μεταπολιτεύσεως υπηρεσίας του, αι δε λοιπαί 25.000 εις τους σωματάρχας αυτού, μεταξύ των οποίων οι Χ. Κατσικογιάννης, Ν. Μακρής και Χρ. Γρίβας, άπαντες σημαίνοντα στελέχη της Φεβρουαριανής Ναυπλιακής επαναστάσεως.
Σύσσωμος τότε ο λαός του Ναυπλίου εξηγέρθη [6] και απήτησε να του αποδοθούν τα χρήματα, τα οποία κατέβαλεν εις τους υπέρ των επαναστατών εράνους διαρκούσης της Ναυπλιακής επαναστάσεως, κατατεθείσης μάλιστα και σχετικής προτάσεως εις την Εθνοσυνέλευσιν [7].
Ο θόρυβος εκόπασεν έπ’ ολίγον εκ της μεσολαβήσεως των γνωστών «Ιουνιακών», μετά την παρέλευσιν των οποίων επανελήφθησαν αι αιτιάσεις περί «λαφυραγωγίας του δημοσίου πλούτου» και «διαρπαγής του δημοσίου ταμείου υπό αφιλοκερδών πατριωτών», ευθέως δε κατηγορήθη ο πρωτεργάτης της Ναυπλιακής επαναστάσεως αντισυνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος ως παρανόμως λαβών παρά της Προσωρινής Κυβερνήσεως 25.000 δραχμάς, γεγονός το οποίον και ο ίδιος παρεδέχθη[8], διευκρινών όμως συνάμα ότι εξ αυτών μόνον αι 3.000 ήσαν χαριστικαί, αι δε λοιπαί απόδοσις αναδρομικώς των μισθών του, τους οποίους είχε στερηθή επί Όθωνος τεθείς εις υποχρεωτικήν αργίαν. Ως ήδη ανεφέρθη, όλαι σχεδόν αι κατά τα ανωτέρω υλικαί παροχαί παρά της Προσωρινής Κυβερνήσεως εις τους πρωτεργάτας της Ναυπλιακής επαναστάσεως εγένοντο κατά το τρίμηνον Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 1862.
Μετ’ ολίγον, δι’ ειδικού ψηφίσματος της συγκληθείσης εν τω μεταξύ Εθνοσυνελεύσεως, απηγορεύθη εις την Κυβέρνησιν η χορήγησις συντάξεων και πάσης φύσεως υλικών παροχών, υπέρ οιουδήποτε προσώπου, απορρεουσών εξ οιωνδήποτε εκδουλεύσεων υπέρ της μεταπολιτεύσεως.
Αξίζει πάντως να σημειωθή ότι εν μέσω των γενομένων αυτών υπό της Προσωρινής Κυβερνήσεως ατομικών και χαριστικών παροχών, ουδεμία ελήφθη υπ’ αυτής πρόνοια, δια τας οικογενείας των φονευθέντων αγωνιστών της Ναυπλιακής επαναστάσεως, αρκετοί των οποίων κατέλιπον συζύγους εν χηρεία, απόρους γονείς, ανήλικα τέκνα και ανυπάνδρους αδελφάς και θυγατέρας.
Τούτο όμως επεχείρησεν, εν τινι μέτρω, ολίγους μήνας αργότερον η Εθνοσυνέλευσις. Την 16ην Μαρτίου 1863 η επί των οικονομικών Επιτροπή αυτής υπέβαλεν [9] εις την ολομέλειαν του σώματος την εξής πρότασιν ψηφίσματος συνοδευομένην υπό της σχετικής εισηγητικής εκθέσεως:
Η εν Αθήναις Β’ των Ελλήνων Συνέλευσις
Θεωρούσα ότι η πατρίς οφείλει να αποδείξη, ότι εκτιμά πρεπόντως και ανταμείβει επαξίως τας υπέρ των ελευθεριών αυτής προσφερθείσας θυσίας
Ψηφίζει
Α) Χορηγεί τοις επιζώσι γονεύσι του αειμνήστου ανθυπασπιστού Παγώνη, του εν τω Αργολικώ πεδίω κατά την 8ην Φεβρουαρίου 1862 πεσόντος, μηνιαίαν ισόβιον σύνταξιν εκ δραχ. 100, προικίζει τας ανηλίκους αδελφάς αυτού με 150 στρέμματα εθνικής γης πρώτης ποιότητος κατ εκλογήν, όταν φθάσωσιν εις ώραν γάμου, και διατάττει οι αδελφοί αυτού να προτιμηθώσιν ως υπότροφοι της Κυβερνήσεως.
Β) Χορηγεί, χάριν του κατά την εν Αρεία της 1ης Μαρτίου 1862 συμπλοκήν πεσόντος αειμνήστου ανθνπολοχαγού Δυοβουνιώτη, τω υποστρατήγω Δυοβουνιώτη, πατρί αυτού, και τη μητρί του μηνιαίαν ισόβιον σύνταξιν εκ δραχ. 400.
Γ) Χορηγεί εις την χήραν του αειμνήστου Λεωτσάκου, πεσόντος εν Κύθνω την 1ην Μαρτίου 1862, ενόσω μένει εις την χηρείαν, μηνιαίαν σύνταξιν εκ δραχ. 100, και διατάττει να ανατραφή ο υιός του ως υπότροφος υπό της Κυβερνήσεως, και να προικισθή η ανήλικος κόρη του, όταν υπανδρευθή, με 150 στρέμματα πρώτης ποιότητος εθνικής γης κατ εκλογήν.
Δ) Χορηγεί εις τας αδελφάς του ωσαύτως εν Κύθνω κατά την 1ην Μαρτίου 1862 πασόντος αειμνήστου Μωραϊτίνη, όταν έλθωσι εις γάμον, ανά 200 στρέμματα πρώτης ποιότητος και κατ εκλογήν εθνικής γης, και διατάττει να εξακολουθή η παρά της Προσωρινής Κυβερνήσεως χορηγουμένη υποτροφία των δύο αδελφών του εν Ευρώπη μέχρις αποπερατώσεως των σπουδών των.
Ε) Χορηγεί εις την μητέρα του ωσαύτως εν Κύθνω κατά την 1ην Μαρτίου 1862 πεσόντος αειμνήστου Σκαρβέλη μηνιαίαν ισόβιον σύνταξιν εκ δρχ. 300, προικίζει την άγαμον αδελφήν αυτού με 200 στρέμματα εθνικής γης πρώτης ποιότητος και κατ εκλογήν, όταν φθάση εις ώραν γάμον, και διατάττει ο αδελφός αυτού να προτιμηθή ως υπότροφος του Δημοσίου.
ΣΤ) Χορηγεί σύνταξιν ισόβιον εκ δραχ. 40 εις τον Σπυρίδωνα Δήμα Πίνην πληγωθέντα κατά την 29ην Μαρτίου εν τω ελαιώνι των Αθηνών, μεταβαίνουσαν μετά τον θάνατόν του και εις την επιζήσουσαν σύζυγόν του.
Ζ) Εάν τα πρόσωπα, εις τα οποία παρεχωρήθησαν αι ανωτέρω συντάξεις, απολαύωσιν ή θέλωσιν απολαύσει ετέραν σύνταξιν ή μισθόν, δεν γίνεται συσσώρευσις, αλλά θέλουν λαμβάνει το μεγαλύτερον εξ αυτών ποσόν, η δε παραχωρηθείσα σύνταξις εις αμφότερους τους σνζύγους μεταβαίνει μετά την αποβίωσιν του ενός εις τον έτερον.
Εν Αθήναις τη 15 Μαρτίου 1863
Η Επιτροπή
Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ, Ε. ΠΑΡΙΣΗΣ, Γ. ΠΕΡΩΤΗΣ
Ο Εισηγητής
Λύσανδρος Βιλαέτης.
Η ευμενής απήχησις εκ της αναγνώσεως της προτάσεως αυτής εις την Εθνοσυνέλευσιν και η συγκίνησις εις όλας τας πτέρυγας αυτής και το ακροατήριον, ως πάντα ταύτα αναλυτικώς περιγράφονται εις τα πρακτικά της συνεδριάσεως (16-3-1863), παρέσυρε προφανώς νεωτέρους τινάς ερευνητάς [10] εις το να παραδεχθούν, όλως εσφαλμένως, την έγκρισιν του σχετικού ψηφίσματος, έτι δε και την απονομήν των προταθεισών παροχών.
Όμως τοιούτον ψήφισμα ουδέποτε ενεκρίθη. Κατά τον Κανονισμόν της Εθνοσυνελεύσεως (άρθρον 32 αυτού ψηφισθέντος την 19-1-1863) η πρότασις μετά της οικείας αιτιολογικής εκθέσεως ώφειλε, μετά την ανάγνωσίν της υπό του εισηγητού, να τυπωθή, εν συνεχεία να διανεμηθή μεταξύ των πληρεξουσίων και να συζητηθή εις ετέραν τακτήν συνεδρίασιν της Εθνοσυνελεύσεως, ίνα τεθή εις τελικήν ψηφοφορίαν. Και η πρότασις του ψηφίσματος αυτού, μετά την ανάγνωσίν της, απεφασίσθη να τυπωθή. Όμως ούτε ετυπώθη, ούτε συνεζητήθη, πολλω δε μάλλον δεν ενεκρίθη. Και τούτο εμβάλλει κατ’ αρχήν εις εύλογωον απορίαν, λαμβανομένης υπ’ όψιν της όλως ευμενούς απηχήσεως εκ της αναγνώσεως της εις την Εθνοσυνέλευσιν.
Ότι όμως ούτος έχουν τα πράγματα, ότι δηλαδή η πρότασις αύτη τελούσα εις διαρκή αναβολήν αφέθη τελικώς εις την λήθην, προκύπτει και από το γεγονός ότι μετά ταύτα πολλαί κατετέθησαν εις την Εθνοσυνέλευσιν και υπό διαφόρων πληρεξουσίων παρόμοιοι προτάσεις υπέρ των αυτών προσώπων και δια την αυτήν αιτίαν, αλλά με διαφορετικόν το είδος των προτεινομένων παροχών, ήτοι χορήγησιν μόνον μηνιαίων συντάξεων εις τας χήρας και τα ορφανά των ως άνω φονευθέντων αγωνιστών της Ναυπλιακής επαναστάσεως, κατά τας συνεδριάσεις 16ης και 29ης Μαΐου 1863, ως και 12ης και 29ης Οκτωβρίου 1864 (έντυπον τοιαύτης προτάσεως γενομένης υπό του πληρεξουσίου Τριφυλίας και Υπουργού των Οικονομικών Σ. Σωτηροπούλου με ημερομηνίαν 19-10-1864 εύρηται εις Γενικά Αρχεία του Κράτους) [11].
Αλλ’ εκ του περιεχομένου των τελευταίων τούτων προτάσεων του διαφοροποιούντος, ως ελέχθη, τας προτεινομένας παροχάς εις χορηγήσεις αποκλειστικώς και μόνον συντάξεων εις τας χήρας και τα ορφανά των φονευθέντων, διαφαίνεται πλέον και ο λόγος, δι’ όν δεν ενεκρίθη τελικώς το αρχικόν ψήφισμα.
Τούτο καθ’ ημάς οφείλεται εις τας διατάξεις αυτού τας αφορώσας εις προικοδοτήσεις των αγάμων θυγατέρων και αδελφών των φονευθέντων με στρέμματα εθνικής γης, πρώτης μάλιστα ποιότητος και κατ’ εκλογήν, διατάξεις αρρήκτως συνδεόμενος ως εκ της φύσεώς των με το ήδη περίπλοκον πρόβλημα της διανομής της εθνικής γης και, το συναφές αυτώ, της αποκαταστάσεως των αγωνιστών του 1821. Τυχόν έγκρισις τοιαύτης προτάσεως όχι μόνον θα προσέθετεν εν ακόμη ανεκτέλεστον ψήφισμα εις τα μέχρι τότε παρομοίας φύσεως εκδοθέντα, αλλά θα απετέλει και πρόκλησιν δια τους αγωνιστάς του 1821 και τους απογόνους των, οι οποίοι δεν είχον ακόμη αποκατασταθή δια τας υπέρ του Αγώνος θυσίας των.
Νικ. Δ. Πιέρρος
Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα (εκτός του πολυτονικού)
Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Ναύπλιον 4 – 6 Δεκεμβρίου 1976), Αθήναι, 1979.
Υποσημειώσεις
[1]Συνεδριάσεις της 24ης και 25ης Αυγούστου 1845.
[2]Δ. Πετρακάκου, Κοινοβουλευτική Ιστορία της Ελλάδος, τ. Β’, σσ. 495 κ. έπ.
[3]Τα αποσιωπητικά εις τα παρατιθέμενα αποσπάσματα αντιστοιχούν εις έτερα θέματα της ημερησίας διατάξεως εκάστης συνεδριάσεως μη ειδικώς σχετιζόμενα με τους αγωνιστάς της Ναυπλιακής επαναστάσεως.
[4]Εφημερίς «Αιών»,άρ. φ. 2057 της 13-8-1862.
[5]Εφημερίς «Εθνοφύλαξ», άρ. φ. 227 της 22-3-1863.
[6]Εφημερίς «Εθνοφύλαξ», άρ. φ. 266 της 23-5-1863.
[7]Συνεδριάσεις της 7ης και 8ης Μαΐου 1863.
[8]Πάνου Κορωναίου, Έλεγχος των δημοσιευθέντων εντός και εκτός Ελλάδος εγγράφων περί των συμβάντων του Ιουνίου 1863, σ. 75, υποσημ., 78.
[9] «Επίσημος Εφημερίς της Συνελεύσεως», αρ. φ. 38 της 8- 4 -1863, σ. 298 κ. έπ.
[10] Βλ. Αι αγορεύσεις του Ελληνικού Κοινοβουλίου, εκδοσις Εθνικού Κήρυκος, Περίοδ. Α’, τ. 2, σ. 71-72.
[11]ΓΑΚ Συλλογή Βλαχογιάννη, Ε’ Ιδιωτικαί Συλλογαί, φ. 209, Εθνοσυνελεύσεις, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1864.
Πρoστατευμένο: Ύποπτη κίνηση κατασκοπείας (1825) εις βάρος της αγωνιζομένης Ελλάδος, Ελένη Αναστ. Καρύδη, Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιο 4-6 Δεκεμβρίου 1976), Αθήναι, 1979.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση, Επανάσταση 21, Ελένη Αναστ. Καρύδη, Ιστορία, Ιμπραήμ, Κατασκοπεία, Πελοπόννησος, Πελοποννησιακά, Στρατιωτικοί on 7 Σεπτεμβρίου, 2012|
Πρoστατευμένο: Μεσσηνιακές Επισκοπές – Άλλες Επισκοπές της Μονεμβασίας, Τάσος Γριτσόπουλος, «Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν», Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 1992.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ιστορία, Πελοπόννησος, Τάσος Αθ. Γριτσοπούλος, Ψηφιακά Βιβλία, Ψηφιακές Συλλογές on 7 Αυγούστου, 2012|
Πρoστατευμένο: Μητρόπολις Μονεμβασίας – Καλαμάτας, Τάσος Γριτσόπουλος, «Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν», Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 1992.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ιστορία, Ορθοδοξία, Πελοπόννησος, Τάσος Γριτσόπουλος, Ψηφιακά Βιβλία, Ψηφιακές Συλλογές on 30 Ιουλίου, 2012|
Πρoστατευμένο: Μητρόπολις Χριστιανουπόλεως, Τάσος Γριτσόπουλος, «Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν», Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 1992.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Εκκλησιαστική Ιστορία αφορώσα στην Αργολίδα, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Θρησκεία, Ιστορία, Πελοπόννησος, Τάσος Αθ. Γριτσοπούλος, Ψηφιακά Βιβλία, Ψηφιακές Συλλογές on 27 Ιουλίου, 2012|
Πρoστατευμένο: Λακωνικές Επισκοπές, Τάσος Γριτσόπουλος, «Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν», Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 1992.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Θρησκεία, Λακωνία, Λακωνικές Επισκοπές, Ορθοδοξία, Πελοπόννησος, Τάσος Αθ. Γριτσοπούλος, Ψηφιακά Βιβλία, Ψηφιακές Συλλογές on 21 Ιουλίου, 2012|





















