Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Γενίτσαροι


  

Για πολλούς αιώνες οι Γενίτσαροι [يڭيچرى] παρέμεναν η δυνατότερη πηγή της στρατιωτικής δύναμης των Οθωμανών, ως τη στιγμή της διάλυσής τους από τον ίδιο τον προστάτη τους, το σουλτάνο Μαχμούτ Β’, στις 15 Ιουνίου του 1826. Μέσα σε μια μέρα, χιλιά­δες από αυτούς θανατώθηκαν, χιλιάδες άλλοι εξορίστηκαν σε μακρινούς τόπους και απογυμνώθηκαν από το πρότερο κύρος τους, ενώ οι υπόλοιποι αναγκάστηκαν να κρυφτούν ανάμεσα στους πολίτες, αν αυτό ήταν δυνατό. Ο διωγμός τους συνεχίστηκε μετά το αποκαλούμενο Vakayi Hayriye (Βακάι -ι Χαϊριγέ) και γρήγορα εξελίχθηκε σε ένα κυνήγι μαγισσών ως τα πέρατα της αυτοκρατορίας.

Γενίτσαρος της Ανακτορικής φρουράς, έργο του Louis Duprè. Λιθογραφία, 1825.

Οτιδήποτε είχε σχέση με τους Γενίτσαρους ή ενδεχομέ­νως τους θύμιζε, ακόμη και οι πλάκες στα μνήματά τους, δεν μπόρεσε να ξεφύγει από την καταστροφή. Ακόμη και οι πολίτες οπαδοί του Τάγματος των Bektashi (Μπεκτασί της ισλαμικής σέκτας των Γενίτσαρων) έγιναν στόχος του μένους του σουλτάνου, ενώ οι τεκέδες τους (ισλαμικά μοναστήρια) δημεύτηκαν και παραχωρήθηκαν σε άλ­λες κοινότητες ορθόδοξων σουνιτών ισλαμιστών. Ο Μαχμούτ κατάφερε αυτό που οι προκάτοχοί του ούτε είχαν τολμήσει ούτε ήταν ικανοί να κάνουν. Εί­χε φτάσει το τέλος μιας εποχής.

Η ημερομηνία αυτή αποτελεί το σημείο κορύφω­σης ενός σταδιακά συσσωρευόμενου μίσους εναντίον των Γενίτσαρων, το οποίο είχαν προκαλέσει οι ίδιοι με τις ανομίες τους, με τη δυσφορία που έ­δειχναν για τις νέες μεθόδους εκπαίδευσης, για το νέο εξοπλισμό, για τις βελτιώσεις στην τακτική της τέχνης του πολέμου της εποχής, με την απεί­θαρχη και μάλλον αλαζονική στάση τους απέναντι στη βασιλική οικογένεια και τους απλούς πολίτες.

Είχαν αποκτήσει τη συνήθεια να προκαλούν συχνά ταραχές για διάφορες αιτίες, απαιτώντας την εκτέλεση όσων θεωρούσαν υπαίτιους για παράπονα εναντίον τους (ακόμη και οι ίδιοι οι σουλτάνοι δεν αποτελούσαν εξαίρεση), και στις περισσότερες περιπτώσεις πετύχαιναν το στόχο τους εξαιτίας της έλ­λειψης μιας αντίρροπης δύναμης που θα μπορού­σε να τους σταματήσει. Κάθε επιτυχία διόγκωνε την αυτοπεποίθηση και την αλαζονεία τους εις βάρος του κύρους του σουλτάνου.

Ο στρατός των Γενίτσαρων, η πειθαρχημένη πο­λεμική τάξη της βασιλικής φρουράς είχε εξελι­χθεί σε ένα ημιστρατιωτικό παράκεντρο εξουσίας, που επικεντρωνόταν σε ενδοχώριους πολιτικούς και οικονομικούς αγώνες, εξυπηρετώντας κυρίως τα δικά του συμφέροντα και όχι απαραίτητα εκείνα του σουλτάνου. Τα πράγματα όμως δεν ήταν ανέκαθεν έτσι.

Υπήρξε μια εποχή που αυτοί οι χριστιανικής καταγωγής νέοι άνδρες αποτελούσαν τον πυρήνα του οθωμανικού στρατιωτικού μηχανισμού και ήταν η δύναμη που έκρινε τον αγώνα στο πεδίο της μάχης. Αυτοί υπήρξαν ο καθοριστικός παράγοντας της επιτυχίας του οθωμανικού futuhat (φουτουχάτ) – επέκταση μέσω κατακτητικής πολιτικής – και το καθοριστικό σημείο της επιτυχίας τους ήταν η οργανωτική δομή των ταγμάτων τους [Ocak (Οτζάκ) ] στο σύνολό της, την οποία και θα εξετάσουμε με αυτό το δοκίμιο.

 

Η ίδρυση

 

Ο οθωμανικός στρατός στο αρχικό του στάδιο αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από ιππείς που προέρχονταν από τοπικές φυλές υποτελείς στο σουλτάνο. Καθώς το σουλτανάτο επεκτεινόταν, οι άρχοντες αυτών των φυλών διορίστηκαν ως «αφέντες των συνόρων» (uc beyi (ούτς μπέη) για να προστατεύουν και, όταν αυτό ήταν δυνατό, να διευρύνουν την οθωμανική επικράτεια. Τους είχε παραχωρηθεί το δικαίωμα να δρουν αυτόνομα, αρκεί να παρέμεναν αφοσιωμένοι στην κεντρική εξουσία του σουλτάνου. Για να εξασφαλίσει αυτή την αφοσίωση, ο Ορχάν (γιος του Οσμάν) ήταν ο πρώτος που ένιωσε την α­νάγκη ύπαρξης μιας κεντρικής δύναμης η οποία θα επέβαλλε την ισορροπία ανάμεσα στις φυλές. Έτσι, ήδη από το 1338, ο Ορχάν είχε καθιερώσει τα δυο είδη μόνιμων στρατευμάτων: το πεζικό [Yaya (Γιαγιά)] και το ιππικό [Müsellem (Μουσελέμ)].

Ο Σουλτάνος Μουράτ Α΄, ιδρυτής των Γενιτσάρων.

Το 1362 ο Μουράτ Α’ επέβαλε το «Νόμο του Ενός Πέμπτου» [Penchik Kanunu (Πεντζχίκ Κανουνού)], εισάγοντας ένα νέο φορολογικό σύστημα, το οποίο του έδινε το δικαίωμα να αποσπά για λογαριασμό του τον ένα στους πέντε αιχμαλώτους που έφταναν από τις εκστρατείες. Σύντομα αυτός ο νό­μος έγινε η κύρια πηγή στρατολόγησης.

Ο Οθωμανός χρονικογράφος Asikpasazade (Ασίκ Πασάζαντε) μας το μεταφέρει ως εξής:

 «Μια μέρα ένας danishmend [ντανισμέντ (γνώστης, ειδικευμένος σπουδαστής σε ανώτερο εκπαιδευτήριο] με το όνομα Kara Rüstem [(Καρά Ρουστέμ) Rustem ο Μαύρος] που έφτασε από την επαρχία Karaman [(Καραμάν) περιοχή της κεντρικής Ανατολίας της σύγχρονης Τουρκίας] ήρθε και εί­πε… αυτοί οι αιχμάλωτοι που τους φέρνουν οι gazis [(γαζί) οι ιεροί πολεμιστές] από τους gazas [(γκαζάς) τους ιερούς πολέμους], κατ’ εντολήν του θεού ο ένας από τους πέντε ανήκει στο σουλ­τάνο. Γιατί δεν τον παίρνεις;…Ο σουλτάνος Μουράτ είπε ότι είναι εντολή του θεού να τους πά­ρεις… Ύστερα ο Kara Rüstem άρχισε να μένει στην Καλλίπολη και να δέχεται τον έναν στους πέντε αιχμαλώτους… ύστερα τους έστειλαν στους Τούρκους στην Ανατολία. Οι Τούρκοι τους χρη­σιμοποιούσαν στα χωράφια μέχρι να μάθουν τουρκικά. Ύστερα τους έφερναν στο Kapu [(Καπού) τη βασιλική πύλη: το παλάτι]. Εκεί φορού­σαν Ak Bork [(Ακ Μπερκ) άσπρο τσόχινο καπέ­λο] και ονομάζονταν Yeniceri [(Γενίτσερι) Νέοι Στρατιώτες]».

Μετά την ήττα του Βαγιαζήτ από τα στρατεύματα του Ταμερλάνου στη μάχη της Άγκυρας το 1402, απειλήθηκε η ίδια η ύπαρξη του Οθωμανικού Σουλ­τανάτου. Ήταν μια περίοδος σύγχυσης και ανατα­ραχών. Οι κατακτήσεις είχαν σταματήσει καθιστώ­ντας δύσκολη τη στρατολόγηση αιχμαλώτων. Προ­κειμένου, λοιπόν, να εξασφαλιστεί ο συνεχής εφοδιασμός του στρατού με άντρες καθ’ όλη τη διάρκεια της επεκτατικής περιόδου, υιοθετήθηκε ένα νέο σύστημα, το Devsirme (Ντεβσιρμέ). Το σύστημα Devsirme βασίστηκε στην επιλογή νέων, υγιών ανδρών ανάμεσα στους γιους των χριστιανών πολι­τών της αυτοκρατορίας, που προέρχονταν κυρίως α­πό την Ελλάδα, την Αλβανία, τη Βοσνία, και αρ­γότερα τη Σερβία και την Ουγγαρία.

Ο Yeniceri Agasi [(Γενίτσαρι Αγασί) γενι­κός διοικητής των Γενίτσαρων] ήταν προ­σωπικά υπεύθυνος για την επιλογή, τη μετακίνηση, την ασφάλεια, τη διανομή και τη στρατολόγηση των Acemis [(Ατζεμίς) νεοσύλλεκτων] στο σύνολό τους. Στη συνέχεια, έστελναν τα αγόρια να ζήσουν για 5-7 χρόνια με τους Τούρκους αγρότες στην Ανατολία [η ίδια μέ­θοδος με το Pengik (Πεντσίκ)] για να μάθουν την τουρκική γλώσσα, τα έθιμα και το Ισλάμ. Τότε τους διέταζαν να επιστρέψουν και έμπαιναν στο Acemi Ocagi [(Ατζεμί Οτζαγί) στο Τάγμα των Νεοσύλλε­κτων] όπου περίμεναν τη σειρά τους για να γίνουν δεκτοί στο Yeniceri Ocagi [(Γενίτσερι Οτζαγί) τάγμα των Γενίτσαρων], γεγονός που συνέβαινε μόνο όταν ένας παλαιός Γενίτσαρος πέθαινε ή α­ποστρατευόταν.

 

Η οργάνωση

 

To Yeniceri Ocagi ή Yaya Beyler [(Γιαγιά Μπεϊλέρ) επικεφαλής του πεζικού] αποτελούνταν αρχικά από 1.000 άτομα, οργανωμένα σε 10 λόχους, ο καθένας από τους οποίους περιελάμβανε 100 Γε­νίτσαρους. Κάθε λόχος, με επικεφαλής έναν Yayabasi [(γιαγιαμπσί) αρχηγός πεζικού), επιτε­λούσε μια συγκεκριμένη λειτουργία, και ονομαζό­ταν «Orta» (Ορτά) ή «Cemaat» (Τζεμαάτ).

Ο αριθμός των ορτάδων αυξήθηκε ραγδαία κατά το 15ο αιώνα και μετά την ενσωμάτωση του Sekban Bölükleri [(Σεκμπάν Μπελουκλερί) άλλη οργά­νωση με 34 bölük (μπελούκ=λόχους πεζικού) και 1 ιππικού] και τη δημιουργία του Aga Bölükleri [(Αγά Μπελουκλερί) 61 bölük (=λόχοι)] στα τέλη του αιώνα, το Σώμα έφτασε στο απόγειο της δύνα­μής του.

 

Γενίτσαρος. Εθνική Βιβλιοθήκη, Παρίσι.

 

Υπήρχαν 100 τακτικοί ορτάδες (με 100 ά­τομα ο καθένας), 1 Sekban Bölükleri Ortasi [(Σεκμπάν Μπελουκλερί Ορτασί) 35 λόχοι με 50 ά­τομα ο καθένας], και το Aga Bölükleri Ortasi [(Αγά Μπελουκλερί Ορταοί) 61 λόχοι με 50 άτομα ο καθένας], φτάνοντας συνολικά τους 14.800 άνδρες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, βέβαια, λόγω της πληθώρας των καθηκόντων που επωμίζονταν τα μέλη των ορτάδων, δεν ήταν δυνατό να διατηρείται ένας προκαθορισμένος αριθμός ατόμων μέσα σε αυ­τές, αυτός πάντως ήταν ο γενικός κανόνας.

Ο ίδιος ο σουλτάνος είχε καταταγεί ως το πρώτο μέλος του πρώτου ορτά και εφ’ όσον η διανομή του τριμηνιαίου μισθού γινόταν στο παλάτι, συνήθιζε να πηγαίνει στο αρχηγείο των Γενίτσαρων για να παίρνει ο ίδιος το μισθό του, ως μια συμβολική πράξη που έδειχνε το μέγεθος του κύρους που εί­χαν αποκτήσει οι Γενίτσαροι.

Τα πρώτα χρόνια, άλλωστε, οι σουλτάνοι ήταν αυτοί που ηγούνταν και είχαν το γενικό πρόσταγμα του στρατού, μια συνή­θεια που σταδιακά εγκατέλειψαν προς τα τέλη του 16ου αιώνα. Στους Γενίτσαρους δεν επιτρεπόταν να παντρευ­τούν και συνήθως ζούσαν μια μάλλον μοναστική ζωή, ακριβώς όπως οι δερβίσηδες του τάγματος Bektashi.

Στην πραγματικότητα υπήρχε ένας συ­γκεκριμένος ορτάς (ο 99ος) με την ονομασία «Hukesanlar Ortasi» (Χουκεσανλάρ Ορταοί) τον οποίο απάρτιζαν δερβίσηδες Bektashi. Οι Bektashi λειτουργούσαν επίσης τεκέδες (θρησκευ­τικά σχολεία) όπως το Okgular Tekkesi [(Οκτσουλάρ Τεκεσί) σχολή τοξοβολίας] ή το Pehlivanlar Tekkesi [(Πεχλιβανλάρ Τεκεσί) σχολή πάλης] για την εκπαίδευση των Γενίτσαρων. Σε περιόδους ει­ρήνης η κύρια ασχολία τους ήταν η προπόνηση, ε­νώ επίσης συνόδευαν το σουλτάνο στο κυνήγι.

Υπήρχε ένας ισχυρός δεσμός μεταξύ των Γενί­τσαρων, ένα αίσθημα «αδερφοσύνης», ένας βαθύς κώδικας ιπποσύνης στον οποίο συμμετείχε κάθε έ­νας από τους Γενίτσαρους. Αποκαλούνταν μεταξύ τους «Yoldas» [(γιολντάς) σύντροφοι στα όπλα]. Είχαν σχεδιάσει με τατουάζ στο σώμα τους το σύμ­βολο του λόχου τους και υπήρχαν φορές που η α­φοσίωση στο λόχο τους αποδεικνυόταν ισχυρότερη από την αφοσίωσή τους στο σουλτάνο. Είχαν ένα κοινό ταμείο στο οποίο τακτικά έδιναν χρήματα με σκοπό την υποστήριξη των τραυματισμένων ή από­στρατων συντρόφων τους.

 

Προαγωγές

 

Γενίτσαροι σε γερμανική λιθογραφία του 19ου αιώνα μ.Χ.

Οι ανώτατοι διοικητές των Yenigeri Ocagi ιε­ραρχικά ήταν οι εξής: Yeniceri Agasi [(Γενίτσαρι Αγασί) επιτελάρχης], Sekbanbasi [(Σεκμπανμπασί) διοικητής 35 λόχων Sekban], Kethuda Bey [(Κετχουντά Μπέη) διοικητής του πρώτου λόχου Aga], Zagarcibasi [(Ζαγιαρτζουσού) επικεφαλής του 64ου λόχου με τα κυνηγόσκυλα], Seksoncubasi [(Σεκοοντζουμπασί) επικεφαλής του 71ου λό­χου], Turnacibasi [(Τουρνατζουμπασί) επικεφα­λής του 6ου λόχου με τα γεράκια], 4 Haseki [(Χασέκι) διοικητές των 14ου, 49ου, 66ου, 67ου λόχων], και Bascavus [(Μπαστσαβούς) αρχιλοχίας].

Tο σύστημα ήταν υπερβολικά ευαίσθητο σε θέματα προαγωγών και ποινών. Οι Τσαούσηδες ήταν επιφορτισμένοι με τις προα­γωγές κατά τη διάρκεια της μάχης. Η δου­λειά τους ήταν να παρακολουθούν από κοντά τη μάχη και να αναφέρουν τα ατομικά κα­τορθώματα των Γενίτσαρων απ’ ευθείας στο σουλ­τάνο. Η προαγωγή (που μεταφραζόταν, τις περισ­σότερες φορές, στην απονομή κάποιου τίτλου και στην παραχώρηση μιας μεγάλης έκτασης γης με υψηλά έσοδα) γινόταν αμέσως, χωρίς καμιά κα­θυστέρηση. Με παρόμοιο τρόπο επιτηρούνταν για κάθε εί­δους εγκληματικές πράξεις και οι ποινές εκτελού­νταν άμεσα και μυστικά, πάντα μέσα στο πλαίσιο του τάγματος.

Ήταν λοιπόν δυνατό για ένα νεαρό α­γόρι που ζούσε σε ένα μικρό χωριό των Βαλκανίων, να επιλεγεί, να γίνει Acemi, ένας Γενίτσαρος, και μια μέρα να γίνει Sadrazam [(Σανταζάμ) πρωθυπουργός], ανάλογα με τις ικανότητές του. Είχε τη δυνατότητα να αναρριχηθεί χρησιμοποιώντας τη σκάλα της κοινωνικής κινητικότητας, με την προϋ­πόθεση ότι εξυπηρετούσε πάντα τα συμφέροντα του σουλτάνου.

 

Επίλογος

 

Otto Magnus von Stackelberg. Γενίτσαρος από τα Γιάννενα.

Ακριβώς την εποχή της κορύφωσης της αίγλης των Γενίτσαρων, εμφανίστηκε η πρώτη ένδειξη ό­τι οι «χρυσές» μέρες είχαν περάσει. Ο Μουράτ Γ’, ικανοποιημένος από την παράσταση που έδωσαν κάποιοι καλλιτέχνες κατά την τελετή περιτομής του γιου του, τους ρώτησε τι επιθυμούσαν ως δώ­ρο. Εκείνοι ζήτησαν να τους παραχωρηθεί το δι­καίωμα να γίνουν Γενίτσαροι και έτσι για πρώτη φορά στην ιστορία ένας μη devsirme έγινε απ’ ευθείας δεκτός στο Acemi Ocagi. Ο επιτελάρχης των Γενίτσαρων Φερχάτ αγάς, που είχε εναντιω­θεί σε αυτή την απόφαση, αντικαταστάθηκε άμε­σα από τον εκτελεστή της συγκεκριμένης σουλτα­νικής εντολής.

Η αλλαγή του νόμου των Devsirme (η δυνατό­τητα στρατολόγησης αποκλειστικά αγοριών που εί­χαν γεννηθεί χριστιανοί) είχε σιωπηρά πυροδοτή­σει μια σειρά ανάλογων γεγονότων, τα οποία τελικά θα οδηγούσαν στον αφανισμό ενός οργανισμού που κάποτε προκαλούσε το σεβασμό και το φόβο.

Το Τάγμα των Γενίτσαρων αντιπροσωπεύει μια ολό­κληρη εποχή της οθωμανικής ιστορίας. Η ίδρυση και η ακμή του συμπίπτουν με την ά­νοδο των Οθωμανών. Και όπως συμβαίνει με όλα τα κοινωνικά φαινόμενα, ο σπόρος της πτώσης βρι­σκόταν κρυμμένος στο ψηλότερο σημείο της ανό­δου, θα μπορούσε ακόμη και να ξαναγράψει κά­ποιος την ιστορία της παρακμής της αυτοκρατορίας, τοποθετώντας τους Γενίτσαρους στον άξονα του ο­θωμανικού συστήματος, γιατί στην ουσία ήταν αυτό ακριβώς που αποκαλούσαν kalb (καλμπ) -η καρδιά του στρατού στο πεδίο της μάχης.

Η ιστορία των Γενίτσαρων, των χριστιανών από τα χωριά της περι­φέρειας της αυτοκρατορίας που δεν είχαν αριστο­κρατική καταγωγή αλλά γίνονταν οι ιππότες της ι­σχυρότερης πολεμικής μηχανής του καιρού τους, αξίζει να ερευνηθεί σε βάθος. Αξίζει την προσοχή των ακαδημαϊκών.

 

Erdal Kϋcϋkyalcin

Φοιτητής μεταπτυχιακού προγράμματος

Οθωμανικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Βοσπόρου

(Bogazici University)

μετάφραση: Χρήστος Σταθάτος

 

Βιβλιογραφία


 

  • Uzunçarsili, Ismail Hakkı, Osmanlı Devlet  Teşkilatından Kapıkulu Ocakları  Vol.I-II (Ankara, Türk Tarih Kurumu, 1988).
  • Goodwin Godfrey, Janissaries  (London, Saqi Books, 1997).
  • Kafadar Cemal, Istanbul Ansiklopedisi,Yenineri  Maddesi  (Istanbul, Tarih Vakfi Publications).
  • Nicolle David, The Janissaries  (London, Osprey Military, 1995).
  • Murphey Rhoads, Ottoman Warfare 1500-1700 (London, UCL Press, 1999).
  • Asikpaşazade, Osmanogulları ‘nm Tarihi  (Istanbul, Koç Kültür Sanat, 2003).
  • Ricaut, Türklerin Siyasi Düsturları, (Istanbul, AD Yayıncılık, 1996).
  • Birge John Kingsley, Bektaşilik Tarihi  (Istanbul, Ant Yayıncılık, 1991).
  • Beydilli Kemal, Bir Yeniçerinin Hatıratı  (Istanbul, Tatav Yayınları, 2003).
  • Yücel Unsal, Türk Okçuluğu (Ankara, Atatürk Kültür Merkezi Yayınları, 1999).
  • Koca Şevki, Ondeng Songung Gürgele, Yeniçeri Ocağı ve Devşirmeler (Istanbul, Nazenin, 2000).

 

Πηγή


  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οθωμανική Αυτοκρατορία», τεύχος 285, 12 Μαΐου     2005.

Read Full Post »

Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών, «Η ζωή γύρω από μια ανασκαφή». Ασίνη, Μιδέα, Δενδρά, Μπερμάντι, (Αργολίδα, 1922 – 1959)


 

Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών

Το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών είναι ένα ιδιωτικό ίδρυμα με έδρα τη Στοκχόλμη που χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Παιδείας της Σουηδίας. Στεγάζεται από το 1976 σε ένα διατηρητέο νεοκλασικό κτίριο στην νότια πλαγιά της Ακρόπολης στην περιοχή Μακρυγιάννη. Ιδρύθηκε το 1948 ως αποτέλεσμα των εκτεταμένων ανασκαφών που πραγματοποίησαν Σουηδοί ερευνητές στην Ελλάδα από το 1922 έως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέχρι το 1948 αιτήσεις για τις άδειες των Σουηδών αρχαιολόγων γίνονταν μέσω άλλων ξένων σχολών στην Ελλάδα. Από τότε και μέχρι σήμερα έχει αναπτύξει ένα σημαντικό αρχείο της εργασίας υπαίθριου (ανασκαφή και έρευνα) στην Κρήτη, καθώς και αρχαιολογικά προγράμματα που περιλαμβάνουν ανασκαφές στην Αφίδνα (Αττική), Ασίνη, Μιδέα, Δενδρά και Μπερμάντι (Αργολίδα), Χανιά, Μάλθι (Μεσσηνία), Παράδεισος (Δυτική Θράκη), Ασέα (Αρκαδία) και Καλαυρεία (Πόρος).

 

Η ζωή γύρω από μια ανασκαφή

 

Το πρώτο ευρύ σουηδικό ανασκαφικό πρόγραμμα στην Ελλάδα έλαβε χώρα στη δεκαετία του 1920 στην αρχαία Ασίνη, σημερινό Καστράκι, που βρίσκεται στην Αργολίδα, κοντά στο Τολό, νοτιοανατολικά του Ναυπλίου. Σύντομα ακολούθησαν και άλλα προγράμματα στην ίδια περιοχή, στα Δενδρά / Μιδέα και στο Μπερμπάτι (σημερινή Πρόσυμνα).

 

Το λιμάνι της Αρχαίας Ασίνης. Διακρίνεται το Τολό δεξιά και η νησίδα Ρόμβη αριστερά. Άφιξη των εφοδίων για τις ανασκαφές. 1922 (Αρχείο Ασίνης).

 

Κύριος ανασκαφεύς σε όλες τις τοποθεσίες πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ο Axel W. Persson. Τα επιστημονικά αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν σε πολλά βιβλία και άρθρα και ο Persson έγραψε επίσης εκλαϊκευμένα έργα, τόσο για την Ασίνη όσο και για τα Δενδρά. Τα τελευ­ταία είναι γραμμένα στη σουηδική γλώσσα και δεν είναι ευπρόσιτα. Τόσο στις επιστημονικές εκδόσεις, όσο και στις εκλαϊκευμένες, γίνονται συχνά εμφανή και όσα συνέβαιναν πέρα από τις ανασκαφές. Στα ημερολόγια αναφέρεται πόσοι εργάτες είχαν απασχοληθεί και στα φωτογραφικά αρχεία έχουν αποτυπωθεί την ώρα της δουλειάς αλλά μερικές φορές και σε άλλες καταστάσεις.

 

Ασίνη. Άνδρες και αγόρια στον προμαχώνα της ανατολικής πλευράς του κυκλικού οχυρώματος της ακροπόλεως. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Εκείνη την εποχή μια ανασκαφή απασχολούσε γενικώς όλο το χωριό. Άνδρες, γυναίκες και έφηβοι έπαιρναν μέρος στις δραστηριό­τητες γύρω από το πρόγραμμα. Η αναλογία εργατών και αρχαιολόγων ήταν διαφορετική από σήμερα. Οι πρώτοι ήταν πάντα περισσότεροι. Με εξαίρεση την άνοιξη του 1922, όλοι οι εργάτες στο πρόγραμμα της Ασίνης ήταν από την περιοχή. Στο βιβλίο του Asine. De svenska utgràvningarna (Ασίνη, οι σουηδικές ανασκαφές), Ουψάλα 1931, ο Axel W. Persson αναφέρει ότι την άνοιξη του 1922 προσελήφθησαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, Αρμένιοι, Άραβες και λίγοι Έλληνες, οι οποίοι μιλούσαν όλοι τουρκικά και ο Χρίστος ήταν ο μοναδικός που γνώριζε ελληνικά.

Στην Ασίνη ο αριθμός των εργατών ποίκιλε από είκοσι ως τριάντα κατά την άνοιξη του 1922 και από τριάντα ως σαράντα στο τέλος του ίδιου χρόνου. Το 1924 απασχολήθηκαν δεκαπέντε με είκοσι εργάτες, το 1926 από είκοσι ως πενήντα και το 1930 μόνο πέντε ως δέκα. Οι αριθμοί βεβαίως αντανακλούν την έκταση των εργασιών κατά τα αντίστοιχα χρόνια. Συγκριτικά ο αριθμός των αρχαιολόγων και των βοηθών τους ποτέ δεν έφτασε τους δεκαπέντε και κάποιοι από αυτούς έρχονταν για μικρό χρονικό διάστημα.

 

Ασίνη. Εργασίες δίπλα στα οχυρώματα έγιναν το 1922 και το 1926. Οι άνδρες έσκαβαν και έκαναν μεταφορές με τις χειράμαξες, ενώ οι γυναίκες φτυάριζαν χώμα. Το καλοχτισμένο τείχος αριστερά υποστηρίζει τις σκάλες που ανεβαίνουν στην ακρόπολη από την ανατολική πλευρά. Ίσως το 1926 (Αρχείο Ασίνης).

 

Ο Persson μας πληροφορεί επίσης ότι στις ανασκαφές του θολω­τού τάφου στα Δενδρά το 1926 είχαν απασχοληθεί δέκα άνδρες στην ανασκαφή και αργότερα μερικά κορίτσια για το κοσκίνισμα. Υπήρχε σαφής διαχωρισμός των εργασιών, πράγμα που φαίνεται καθαρά στις φωτογραφίες από την Ασίνη. Οι άνδρες χρησιμοποιούσαν αξίνα, οι γυναίκες και οι έφηβοι φτυάρι και τα κορίτσια κοσκίνιζαν. Το πλύσιμο των οστράκων το είχαν αναλάβει οι γυναίκες, οι έφηβοι και, στο Μπερμπάτι, ακόμα και τα παιδιά.

 

Μπερμπάτι. Η Κωνσταντίνα Μπελεσιώτη του Γεωργίου και ο Axel Persson στην Παναγία. 1937 (Αρχείο Μπερμπάτι).

 

Οι φωτογραφίες δείχνουν τις γυναίκες από την Ασίνη να εργάζονται μαζί με τους άνδρες στη γη, ενώ στα Δενδρά/Μιδέα και στο Μπερμπάτι φαίνεται πως δεν συνέβαινε το ίδιο. Δεν γνωρίζουμε το γιατί, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε πως οι αγρό­τες από τα Δενδρά/Μιδέα και το Μπερμπάτι ήταν σε καλύτερη οικο­νομική κατάσταση απ’ ότι οι ψαράδες στο Τολό. Το εισόδημα από τις ανασκαφές μπορεί να ήταν καλοδεχούμενο στην οικογένεια, αλλά στην Ασίνη ίσως περισσότερο απ’ ότι στα άλλα χωριά. Ο Ορέστης από τις Μυκήνες εργάστηκε στα Δενδρά ως μάγειρας για την ομάδα. Είχε ζητήσει να εργαστεί, καθώς ήταν αυτός που, ως οδηγός, είχε συνοδέψει την αμερικανίδα αρχαιολόγο Dorothy Burr στην ανακάλυψη του θολωτού τάφου. Ο Ορέστης, που πήρε μέρος επίσης στις ανασκαφές στο Μπερμπάτι, ήταν γιος του ιδιοκτήτη της «Ωραίας Ελένης» στις Μυκήνες, ταβέρνα γνωστή για την εξαίρετη κουζίνα της.

 

Δενδρά. Οι αρχαιολόγοι (από αριστερά Erik Knudtzon, Νικόλαος Μπέρτος – έφορος της Αργολίδας – Axel W. Persson και Lie Lindback) λούζουν τα μαλλιά τους στο χωριό, υπό την επιτήρηση του νεαρού Ορέστη από τις Μυκήνες, γιου του ιδιοκτήτη της «Ωραίας Ελένης». (The Persson Papers, Βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου της Ουψάλα).

 

Για τα έτη 1936 και 1937 δεν υπάρχουν πληροφορίες για το εργα­τικό δυναμικό. Από την άλλη μεριά, ο κατάλογος του 1938 είναι μακρύς: Αντώνης Κρεμμύδας, Γιάννης Αλωνιστιώτης, Γεώργιος Πανούσης, Παναγιώτης Χρόνης, Παναγιώτης Κουτσούρης, Παναγιώτης Κρεμμύδας, Γιώργης Παπαϊωάννου, Ευθύμιος Αλωνιστιώτης, Δημήτριος Τέντζερης, Νικόλαος Κλώπας, Ιωάννης Αλωνιστιώτης, Μπάρμπας Γιώργος, Δημήτριος Τρίκκας, Δημήτριος Κοσμόπουλος, Κωνσταντίνα και Κώστας. Η Κωνσταντίνα Μπελεσιώτη του Γεωργίου ήταν η μοναδική γυναίκα, και από τις φωτογραφίες φαίνεται πως μαγείρευε για την ομάδα.

 

Μπερμπάτι. Ο ναός της Παναγίας από τα βορειοδυτικά. (Αρχείο Μπερμπάτι).

 

Ο Κώστας ήταν ο Κωνσταντίνος Ντάσσης (Μπακακάς) από τις Μυκήνες. Πρόκειται αναμφίβολα για τον ίδιο Κώστα που ήταν προϊστάμενος το 1953, αλλά δεν αναφέ­ρεται στον κατάλογο αυτού του έτους που ακολουθεί. Όταν συγκρί­νουμε αυτόν τον κατάλογο με εκείνον του 1953, είναι φανερό πως τα πρόσωπα που αναφέρονται δεν προέρχονται όλα από το Μπερμπάτι, αλλά και από τις Μυκήνες.

Ο κατάλογος του 1953 περιλαμβάνει τους Αθανάσιο Κολιζέρα, Ευάγγελο Κολιζέρα, Δημήτριο Τέντζερη, Γιάννη Αλωνιστιώτη, Γιάννη Χριστόπουλο, Παναγιώτη Κολιζέρα, Νικόλαο Χριστόπουλο από τις Μυκήνες και τους Δημήτρη Γκότση, Νικόλαο Κλώπα, Αναστάσιο Κλώπα, Μιλτιάδη Μπελεσιώτη και Σπύρο Δήμα από το Μπερμπάτι, αν και οι Μπερμπατιώτες δεν εργάστηκαν τόσες μέρες, όσες οι Μυκηναίοι. Αυτή τη χρονιά εμφανίζεται ξανά το όνομα Κωνσταντίνα και υποθέτω πως πρόκειται για την ίδια Κωνσταντίνα Μπελεσιώτη του Γεωργίου που εργαζόταν στις ανασκαφές από το 1938. Πληρωνόταν με 20.000 δραχμές την ημέρα το 1953, όταν οι άνδρες έπαιρναν 30.000. Για το έτος 1959 δυστυχώς έχουμε μόνο τα μικρά ονόματα αυτών που εργάστηκαν στις ανασκαφές: Θάνος, Νίκος, Παναγιώτης, Τάκης, Γιώργος, Άγγελος κι ακόμη ένας Θάνος, του οποίου ο πατέρας είχε πεθάνει. Μερικοί απ’ αυτούς τους άνδρες έχουν ταυτιστεί με κάποι­ους από τον κατάλογο των ανασκαφών του 1953.

 

Ασίνη. Όλοι έβαλαν τα καλά τους για την ομαδική φωτογραφία. Αριστερά ο κύριος Νικόλας Γριμάνης, που ήταν φύλακας στο Μουσείο του Ναυπλίου και εργάστηκε ως προϊστάμενος των εργατών σε όλες τις ανασκαφικές περιόδους. 1922 (Αρχείο Ασίνης).

 

Στα Δενδρά και στο Μπερμπάτι οι ανασκαφές γινόταν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, ενώ στην Ασίνη άρχιζαν γενικώς τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο και μερικές φορές κρατούσαν ως το τέλος Ιουνίου (1924) και μια φορά, το 1926, ως τις 10 Ιουλίου. Η ανασκαφική περίοδος το 1924 διήρκεσε δυόμισι μήνες και το 1926 τρεις. Στην Ασίνη έγιναν ανασκαφές και το φθινόπωρο του 1922. Η διαφορετική χρονική έκτα­ση κάθε ανασκαφικής περιόδου εξηγεί ίσως τον μεγαλύτερο ή μικρό­τερο αριθμό εργατών που χρησιμοποιήθηκαν.

Στα τέλη του 1922, συμμετείχε στις ανασκαφές και ο  Βασιλιάς Γουσταύος VI Αδόλφος, ένθερμος ερασιτέχνης αρχαιολόγος. Ήταν τότε Διάδοχος της Σουηδίας και το ενδιαφέρον του για την αρχαιολογία τον έκανε να πάρει την πρωτοβουλία για τις ανασκαφές στην Ασίνη και τον ώθησε να γίνει ένας από τους ιδρυτές του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών. Εδώ πρέπει να προσθέσω ότι ο Διάδοχος πήρε ενεργό μέρος σε όλα τα προγράμματα στην Αργολίδα.

 

Ασίνη (Καστράκι) 1922-1930

 

Η αρχαία Ασίνη προσδιορίζεται από ένα βραχώδες ακρωτήριο, που σήμερα ονομάζεται Καστράκι, κοντά στο Τολό. Μια ομάδα Γάλλων είχε αρχίσει τις έρευνες εδώ, όταν, το 1920, επισκέφθηκε το μέρος ο Διά­δοχος της Σουηδίας Γουσταύος Αδόλφος. Η ομορφιά του τοπίου τον προσέλκυσε.

 

Ασίνη. Οι αρχαιολόγοι γευμάτιζαν κοντά στο ναό της Παναγίας. Εδώ ο Διάδοχος Γουσταύος Αδόλφος. Συχνά το μεσημεριανό αποτελείτο από σαρδέλες και αβγά, όπως εδώ. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Οι Γάλλοι εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους, όταν άκου­σαν πως ο Διάδοχος ενδιαφερόταν να ξεκινήσουν ανασκαφές από Σουηδούς. Συστάθηκε τότε στη Σουηδία μια επιτροπή με τον Διάδοχο πρόεδρό της. Ο Διάδοχος παρακολούθησε το πρόγραμμα των ανασκαφών από το 1922, που άρχισε, ως το 1930, που τελείωσε, και πήρε μέρος ο ίδιος για έξι εβδομάδες το φθινόπωρο του 1922. Με δική του μάλιστα παρέμβαση εκδόθηκε το 1938 η μελέτη των Ο. Frödin και A.W. Persson, Asine. Results of the Swedish excavations 1922-1930.

Ο Frödin και ο Person ήταν οι διευθυντές των ανασκαφών. Ερεύνησαν όχι μόνο την Ακρόπολη και την ελαφρώς επικλινή βόρειο κλιτύ της, αλλά επίσης μέρος της νοτίου και της ανατολικής κλιτύος του λόφου Μπαρμπούνα, απέναντι. Ανακάλυψαν περισσότερο ή λιγό­τερο συνεχή ίχνη ανθρώπινης παρουσίας από την πρώιμη εποχή του χαλκού ή την αρχή της τρίτης χιλιετηρίδας π.Χ. ως την ύστερη αρχαιό­τητα, σχεδόν τον 4ο αιώνα μ.Χ.

 

Ο Διάδοχος της Σουηδίας Γουσταύος Αδόλφος στις ανασκαφές μαζί με τους αρχαιολόγους. Ο Διάδοχος παρακολούθησε το πρόγραμμα των ανασκαφών από το 1922, που άρχισε, ως το 1930, που τελείωσε, και πήρε μέρος ο ίδιος για έξι εβδομάδες το φθινόπωρο του 1922.

 

Η Ασίνη δεν υπήρξε ποτέ πολύ σημα­ντική τοποθεσία στην Αργολίδα, έπαιξε όμως σπουδαίο ρόλο στην ιστορία ως ασφαλές και καλά προστατευμένο λιμάνι. Η στρατηγική της σπουδαιότητα μαρτυρείται από την τοποθεσία, όπου σήμερα διασώ­ζονται κυρίως τα ελληνιστικά οχυρώματα.

Στα οχυρώματα αυτά έγι­ναν προσθετικά έργα την περίοδο της τουρκοκρατίας και ξαναχρησιμο­ποιήθηκαν από τις ιταλικές κατοχικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι ανασκαφές στην Ασίνη ξανάρχισαν στη δεκαετία του 1970 από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Πρόσφατα κυκλοφόρησε στα σουη­δικά και στα αγγλικά μια ευρεία μελέτη για την περιοχή του Carl Gustaf Styrenius, Asine. A Swedish excavation site in Greece (Medelhavsmuseet, Skrifter 22) Stockholm 1998, στην οποία περιλαμβάνεται και χρήσιμη βιβλιογραφία.

 

Δενδρά – Μιδέα

 

Ενώ εργαζόταν στην Ασίνη, στα 1926, ο Axel W. Persson προσεκλήθη να ανασκάψει τον θολωτό τάφο στα Δενδρά, στα ανατολικά του Αργολικού Κάμπου. Ο τάφος περιείχε εκπληκτικά ευρήματα, για παράδειγμα το χρυσό κύπελλο με το χταπόδι που σήμερα φυλάσσεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Ο Persson συνέχισε την έρευνα και σε άλλους θαλαμοειδείς τάφους το επόμενο έτος και ξανά το 1937 και το 1939. Κατά την τελευταία ανασκαφική περίοδο ενδιαφέρθηκε κυρίως για την ακρόπολη κοντά στη Μιδέα με τα καλοδιατηρημένα οχυρώματά της από τον 13ο αιώνα π.Χ.

 

Δενδρά. Κατά τη διάρκεια της ανασκαφής του θολωτού τάφου το 1926, οι αρχαιολόγοι κοιμόνταν στον δρόμο του τάφου κάθε βράδυ από το φόβο των αρχαιοκαπήλων. (The Person Papers, Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Ουψάλα).

 

Ο Persson ανακάλυψε πως ήδη στα μέσα της εποχής του χαλκού ή στο πρώτο μισό της δεύτερης χιλιετηρίδας, η ακρόπολη είχε κατοικηθεί και ξανακατοικήθηκε κατά τη διάρκεια της ακμής του μυκηναϊκού πολιτισμού, τον 13ο και τον 14ο αιώνα π.Χ. Ο Axel W. Persson εξέδωσε τα αποτελέσματα των ερευ­νών του στους τόμους The royal tombs at Dendra near Midea, Lund 1931 και New tombs at Dendra near Midea, Lund 1942. Οι ανασκαφές στη Μιδέα συνεχίζονται με τη συνεργασία ελλή­νων αρχαιολόγων και του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών.

 

Μπερμπάτι 1935-1939, 1953 και 1959

 

Ουσιαστικά θεωρούμε ότι οι παλιές ανασκαφές στο Μπερμπάτι περι­λαμβάνουν και τις ανασκαφικές περιόδους της δεκαετίας του 1950, καθώς οι έρευνες της περιόδου 1935-1939 δεν ολοκληρώθηκαν εξ αιτίας του πολέμου. Οι εργασίες που έγιναν κατά τη μεταπολεμική περίοδο συμπληρώνουν αυτές που έγιναν πριν τον πόλεμο.

 

Μπερμπάτι. Ανασκαφή του εργαστηρίου αγγειοπλαστικής στην ανατολική κλιτύ του Μαστού. Τρεις από τους άνδρες έχουν αναγνωριστεί. Αριστερά ο Παναγιώτης Κρεμμύδας ο άνδρας με το μαντήλι στο κεφάλι είναι ο πατέρας του Αντώνιος Κρεμμύδας αριστερά του ο Γεώργιος Πανούσης (;). (Αρχείο Μερμπατιού).

 

Ο Axel W. Persson ξεκίνησε τις έρευνες στο Μπερμπάτι, ανασκάπτοντας πρώτα το θολωτό τάφο, το 1935, ο οποίος είναι γνωστός στην περιοχή ως – Ο Τάφος του Δασκάλου – στοχεύοντας μετά στο Μαστό, το λόφο από ασβεστόλιθο, αυτό το τόσο χαρακτηριστικό πέτρωμα στην δυτική πλευρά της κοιλάδας του Μπερμπατιού. Στο Μαστό υπάρχουν ίχνη ανθρώπινης παρουσίας από την πρώι­μη νεολιθική εποχή, την έκτη χιλιετηρίδα π.Χ. Υπάρχει επίσης ένας μικρός οικισμός της πρώιμης εποχής του χαλκού, την τρίτη χιλιετηρίδα π.Χ., αλλά η δεύτερη χιλιετηρίδα έχει περισσότερο ενδιαφέρον για τον επιστημονικό κόσμο. Στο πρώτο μισό αυτής της χιλιετηρίδας υπάρχει σαφής μαρτυρία παραγωγής κεραμικών, που συνεχίζεται για περίπου εξακόσια χρόνια.

 

Ο Κώστας Ντάσσης (Μπακακάς) από τις Μυκήνες ήταν προϊστάμενος. Εδώ καθώς ανασκάπτει το εργαστήριο αγγειοπλαστικής. 1938 (φωτ. Βο Ηellman, Αρχείο Μπερμπάτι).

 

Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν ότι στην κοιλάδα υπήρχαν εργαστήρια κεραμικής καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας της. Ο Persson δεν δημοσίευσε τίποτα ο ίδιος, αλλά οι συνεργάτες του, που ήταν υπεύθυνοι για τα διάφορα μέρη της ανασκαφής. Δεν χρειά­ζεται να αναφερθεί πως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση εξ αιτίας του πολέμου.

 

Μουσείο Ναυπλίου. Η Σουηδική Αίθουσα στο μουσείο, πιθανόν κατά τα εγκαίνια μετά το 1930. Οι βιτρίνες αγοράστηκαν από την Επιτροπή για την Ασίνη. Στο βάθος της αίθουσας υπάρχει η σουηδική σημαία. Ο κύριος Νικόλαος Γριμάνης, η σύζυγός του και δυο από τα παιδιά τους ήταν παρόντες. Το αντικείμενο μπροστά στο δάπεδο προέρχεται από τον θαλαμοειδή τάφο στα Δενδρά και βρέθηκε το 1927. (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Τα ακόλουθα δημοσιεύματα πραγματεύονται το παλιό υλικό που ανευρέθη: Gοsta Saflund, Excavations at Berbati 1936-1937, Stockholm 1965. Πραγματεύεται τον οικισμό από την τρίτη χιλιετηρί­δα π.Χ. και τους θαλαμοειδείς τάφους που ανακαλύφθηκαν στις χαμηλότερες πλαγιές του Φυτεσούμι, βόρεια του Μαστού.

 

Ναύπλιο, ο δρόμος προς την πλατεία Συντάγματος με το Τριανόν, που τότε ήταν καφενείο. 28 Οκτωβρίου 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Ο Erik J. Holmberg ανέσκαψε και δημοσίευσε έναν θαλαμοειδή τάφο δυτικά του ναού του Αγίου Γεωργίου, A Mycenaean champer tomb near Berbati in Argolis, Goteborg 1983. H Barbro Santillo Frizell δημοσίευσε «The Tholos tomb at Berbati» στο Opuscula Atheniensia 15, 1984. H μελέτη του Ake Akerstrom για την μυκηναϊκή εικονιστική κεραμική που παραγόταν στον Μαστό εκδόθηκε το 1987 στην εκδοτική σειρά του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών (Berbati. Vol. 2. The pictorial pottery.) Τα τελευταία δέκα χρόνια έχει γίνει επιφανειακή έρευνα στην κοιλάδα και οι ανασκαφές συνεχίζονται από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών.

 

Αθήνα, Σεπτέμβρης 1998

Berit Wells

Σημείωμα του Berit Wells, στον κατάλογο της Έκθεσης, «Η ζωή γύρω από μια ανασκαφή», που πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα Τέχνης Ναυπλίου, από τις  24 Οκτωβρίου, έως τις  14 Νοεμβρίου 1998, στα πλαίσια των εορτασμών των 50 χρόνων από την ίδρυση του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών.   

Read Full Post »

Το νόμισμα στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο


 

Η ιστορία του νομίσματος

Το χρήμα χρησιμοποιείται σε όλες τις εποχές προς όλες τις κατευθύνσεις και για όλους τους σκοπούς. Η από­κτησή του υπήρξε εδώ και πολλούς αιώνες μία από τις κύριες επιδιώξεις των ανθρώπων. Τα νομίσματα αποτελούν μια βασική μονάδα μέτρησης του χρήματος. Τα νομίσματα άλλαξαν, μεταβλήθηκαν, προσαρμόστηκαν στις εκάστοτε αλλαγές που προκάλεσαν ή προκλήθηκαν από διαφορετικές αιτίες παρακολουθώντας κοινωνικές, οικονομικές και ιστορικές συνθήκες.

Τα πρώτα νομίσματα κατασκευάστηκαν στη Μ. Ασία από ήλεκτρο, κράμα χρυσού και αργύρου, στα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα. Το πολύτιμο μέταλλο έδινε την αξία, το μικρό σχήμα το έκανε εύκολο στη μεταφορά, το σύμβολο της κάθε εκδί­δουσας αρχής, που προστέθηκε αργότερα, έδινε την εγγύηση για το βάρος και την αυθεντικότητά του.

Αργυρή δραχμή Άργους (370-350 π.χ.)

Οι ελληνικές πόλεις διέδωσαν την χρήση του νομίσματος από την Ισπανία μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Χρησιμοποίησαν τα σύμβολά τους, ήρωες, θεούς, ζώα, φυτά κ.λπ., για να σηματοδοτήσουν τα νομίσματα. Έκοψαν νομίσματα κυρίως σε άρ­γυρο, καθώς αυτό ήταν το πολύτιμο μέταλλο στο οποίο είχαν ευκολότερη πρόσβαση. Στα τέλη του 5ου και κυρίως τον 4ο π.Χ. αιώνα κυκλοφόρησαν και χάλκινα νομίσματα για τις μικρές καθημερινές συναλλαγές.

Ο βασιλιάς Φίλιππος Β’ διέδωσε τη χρήση των χρυσών νομισμάτων, καθώς είχε πρόσβαση στα μεταλλεία χρυσού του Παγγαίου. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου Γ’ άρχισαν να απεικονίζονται ηγεμόνες και βασιλείς της κάθε περιοχής στα νομίσματα. Η παράσταση του ηγεμόνα αυτοκράτορα γίνεται το βασικό θέμα της εικονογραφίας στα ρωμαϊκά αυτοκρατορικά νομίσματα από τον 1ο π.Χ. έως τον 4ο μ.Χ. αιώνα.

Τα ρωμαϊκά νομίσματα διαδόθηκαν σε όλο το γνωστό κόσμο και κόπηκαν σε χρυσό, άργυρο και χαλκό. Στα βυζαντινά νομίσματα εκτός από τον αυτοκράτορα προστέθηκε και η απεικόνιση του θείου, ο Χριστός, το χέρι του Θεού, η Θεοτόκος, χριστιανικά σύμβολα, έγιναν παραστάσεις στην κύρια όψη του νομίσματος. Ένας Θεός και ένας αυτοκράτορας, η αντίληψη του βυζαντινού για τον κόσμο απεικονίστηκαν στα νο­μίσματα.

Ο βυζαντινός χρυσός σόλιδος επικράτησε από τον 4ο έως τον 11ο αιώνα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και πολύ πέρα απ’ αυτήν. Στη Δυτική Ευρώπη, νομίσματα χρυσά ακολούθησαν τα πρότυπα των ρωμαϊκών και βυζαντινών νομισμάτων. Από το 13ο έως και το 15ο αιώνα, το βενετσιάνικο νόμισμα θα επικρατήσει σ’ αυτήν την περιοχή. Στην Ευρώπη, τα χρυσά φιορίνια της Φλωρεντίας θα αποτελέσουν τη βάση των εμπορικών συναλλαγών στη διάρκεια του 14ου αιώνα.

Από το 15ο αιώνα στο Νέο Κόσμο που διαμορφώνεται με τις ανακαλύψεις, τα νέα κοιτάσματα και την άνθηση του εμπορίου εκδίδονται αργυρά και αργότερα χρυσά μεγάλα νομίσματα τα οποία θα κατακλύσουν τον κόσμο. Ισπανικά και αργότερα αυστροουγγρικά τάληρα θα κατακτήσουν τις αγορές και οι άλλες περιφερειακές δυνάμεις θα αναγκαστούν να προσαρμοστούν στο σύστημα του ταλήρου.

Μετά τη γαλλική επανάσταση καθιερώθηκε πρώτα στη Γαλλία και στη συνέχεια σε μεγάλο μέρος του κόσμου το δεκαδικό σύστημα. Από το 19ο αιώνα διαδίδεται η χρήση των χαρτονομισμάτων. Σταματά η σχέση του νομίσματος με το πολύτιμο μέταλλο από το οποίο είναι κατασκευασμένο. Η κυκλοφορία των χαρτονομισμάτων ήταν μέχρι πρόσφατα εξαρτημένη από την επάρκεια χρυσού. Το τέλος αυτής της αντιστοιχίας σε πολύτιμο μέταλλο, είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει η διεθνής οικονομία, και να σηματοδοτήσει την παγκόσμια κυριαρχία του άυλου χρήματος.

  

Πριν από το νόμισμα

 

Πριν από το νόμισμα, η ανταλλαγή προϊόντων, ο αντιπραγματισμός, υπήρξε η πιο διαδεδομένη πρακτική εξα­σφάλισης των βασικών αναγκών των ανθρώπων. Ο αντιπραγματισμός είναι πολύ παλιός και με κάποια έννοια, μερικά στοι­χεία του μοιάζουν να υπάρχουν και μέσα στη φύση, στα φυτά, έντομα και ζώα όπου ανταλλάσσονται υπηρεσίες και πόροι για την εξασφάλιση της επιβίωσης των ειδών και τη διατήρηση της ισορροπίας του περιβάλλοντος.

Οι συναλλαγές σε είδος διευκόλυναν τις πρώτες κοινωνίες των ανθρώπων στην επιβίωσή τους. Γεωργικά προϊόντα διατροφής, δέρματα, ζώα, κοχύλια ήταν τα αποδεκτά μέσα συναλλαγής. Το πιο πολύτιμο ήταν το πιο σπάνιο. Ανάλογα με την αφθονία, τη χρησιμότη­τα και το ρόλο του κάθε προϊόντος σε κάθε κοινωνία προσδιοριζόταν και η τιμή του. Με την εγκατάσταση του ανθρώπου σε μόνιμη κατοικία, η οικονομία έγινε γεωργοκτηνοτροφική. Ως μέσο συναλλαγής χρησιμο­ποιήθηκαν κυρίως τα ζώα. Στην Ιλιάδα τα χάλκινα όπλα του Διομή­δη αναφέρονται ως εννεάβοια (αξίζουν 9 βόδια) ενώ τα χρυσά του Γλαύκου εκατόμβοια.

Ο πλούσιος λεγόταν πολυβούτης (που διαθέ­τει πολλά βόδια), ο ακτήμων αβούτης. Ακόμα και σήμερα, αυτό απο­τυπώνεται σε πολλές γλώσσες του κόσμου. Λατινικά caput σημαίνει κεφαλή βοσκήματος και από κει προέρχεται η λέξη κεφάλαιο (capital) και καπιταλισμός. Pecus σημαίνει τα θρέμματα, τα βοσκήματα και από κει προέρχεται ο όρος pecunia (περιουσία, χρήματα).

Τον τρόπο αυτών των συναλλαγών που δεν μπορούμε να τον ανιχνεύ­σουμε με ασφάλεια στις προϊστορικές κοινωνίες, μπορούμε να τον παρακολουθηθούμε καλύτερα σε κοινωνίες νεώτερες όπως της Αφρικής, της Ωκεανίας κ.λπ. όπου μέχρι πρόσφατα ήταν σε χρήση.

Στις σύγχρονες κοινωνίες το φαινόμενο επανεμφανίζεται, όταν διαμορφώνονται ειδικές συνθήκες, όπως στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι ανταλλαγές με τσιγάρα και λάδι. Επίσης παρουσιάζονται σε μικρή κλίμακα, ανταλλαγές αντικειμένων και αγαθών, μέσω των αγγελιών στις εφημερίδες και στο διαδίκτυο οι οποίες καθιστούν τη ζωή των πολιτών ευκολότερη.

Με την ανακάλυψη και τη διάδοση των μετάλλων, ένα νέο μέσο συναλλαγής προστέθηκε παράλληλα με τα ζώα. Η χρήση του μετάλλου στις εμπορικές συναλλαγές μαρτυρείται από τα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. στη Μεσοποταμία. Επιγραφές αναφέρουν νόμους, πληρωμές, συμβόλαια τα οποία πραγματοποιούνταν με βάση ζυγισμέ­νο άργυρο, μερικές φορές σε συνδυασμό με κριθάρι ή άλλα σιτηρά. Καθώς πρόκειται για τις πρώτες γραπτές πηγές που έχουμε, συνδέεται έτσι και η γραφή με την καταμέτρηση των αγαθών και των εμπο­ρικών συναλλαγών.

Με την πάροδο του χρόνου, το μέταλλο επικράτησε στις συναλλαγές και σε άλλες περιοχές. Στην Αίγυπτο, στο τέλος της 2ης χιλιετίας αναφέρονται μέταλλα ζυγισμένα με σταθερά σταθμά για τον υπολογι­σμό της αξίας μιας ομάδας προϊόντων. Και εδώ ήταν δυνατόν οι πληρωμές να υπολογιστούν σε χαλκό (1 ντέμπεν =91 γρ.) και να πραγμα­τοποιηθούν ή σε χαλκό ή σε συνδυασμό με άλλα προϊόντα.

Αν και η Αίγυπτος δε διέθετε άργυρο, ήταν δυνατόν να γίνουν αγορές και με πολύτιμα μέταλλα όπως χρυσό και άργυρο. Έχουν βρεθεί θησαυροί με ράβδους, δαχτυλίδια, σύρμα κ.λπ. από αυτά τα πολύτιμα μέταλλα.

Τα μέταλλα, άργυρος, χρυσός, αλλά και σίδηρος και χαλκός, χρησιμοποιήθηκαν σε κομμάτια ακατέργαστα, σε ράβδους, ορθογώνια σχήματα, με τη μορφή λεπτού σύρματος ή ακόμα και ολόκληρα μεταλλικά χρη­στικά αντικείμενα, όπως τρίποδες, λέβητες, πελέκεις: σκεύη – νομίσμα­τα όπως τα ονόμασε ο Γάλλος ιστορικός και νομισματολόγος Theodore Reinach.

Οι ιδιότητες του μετάλλου κάλυπταν βασικές αδυναμίες του προηγούμενου συστήματος ανταλλαγής προϊόντων. Τα μέταλλα ήταν ανθεκτικότερα, λιγότερο ογκώδη, διαιρούνταν σε κομμάτια μικρότερης αξίας, μεταφέρονταν πιο εύκολα και δεν φθείρονταν. Η αξία τους ήταν ανάλογη με το βάρος τους και υπολογιζόταν με το ζύγισμα.

 

Τάλαντα που βρέθηκαν στις Μυκήνες, χρησιμοποιήθηκαν κατά το 16ο - 14ο π. Χ.

 

Στον Ελλαδικό χώρο από τη 2η χιλιετία π.Χ. φαίνεται να χρησιμο­ποιούνται ως μέσο συναλλαγής τα τάλαντα, δηλαδή πλάκες μετάλ­λου που το σχήμα τους, για πολλούς μελετητές, αναπαράγει αυτό της τεντωμένης δοράς βοδιού και για άλλους ήταν πιο πρακτικό στη μετα­φορά. Τάλαντα έχουν βρεθεί σε διάφορες περιοχές της Μεσογειακής λεκάνης, στα νότια παράλια της Μ. Ασίας, στη Σαρδηνία, στην Κύπρο, στις Μυκήνες, στην Κύμη, στην Κρήτη και σε άλλα νησιά του Αιγαίου.

 

Τα πρώτα νομίσματα

 

 

Οβελός (Φείδων, 7ος αι. π.χ.)

Στα τέλη του 8ου και τις αρχές του 7ου π.Χ. αιώνα, ένα ακόμα χρηστικό αντικεί­μενο, ο σιδερένιος οβελός (σούβλα ψησίμα­τος) χρησιμοποιήθηκε ως μέσο συναλλαγής. Έξι οβελοί, όσοι δηλαδή χωράει να κρατή­σει η παλάμη του ανθρώπου, είχαν αξία μιας δραχμής (δράττομαι = κρατώ, δράξ = παλάμη > δραχμή).

* [Η χρήση των οβελών. Ο οβελός ως μέσο συναλλαγής, αποδίδεται από ορισμένους μελετητές στο βασιλιά του Άργους Φείδωνα. Αυτός ήταν που καθιέρωσε τη χρήση του μετάλλου ως νομίσματος με τη μορφή οβελών.

Η χρήση των οβελών ήταν ευρύτατα διαδεδομένη για πρακτικούς λόγους και γι’ αυτό επικράτησαν αμέσως και ως μέσο συναλλαγής. Ήταν ταυτόχρονα όργανα με χρήση πρακτική, αφού χρησίμευαν για το ψήσιμο των ζώων, αλλά και νομισματική, εφόσον αναπλήρωναν με επιτυχία τα προηγούμενα μέσα συναλλαγής. Το πάχος κάθε οβελού ήταν τόσο λεπτό, ώστε στο ένα του χέρι ήταν δυνατό να κρατήσει κανείς 6 οβελούς συγχρόνως. Από το «δράττω – δραξ» (= αδράχνω, πιάνω, κρατώ) προήλθε και η λέξη «δραχμή», που εξακολούθησε επί τόσους αιώνες να είναι η νομισματική μονάδα των Ελλήνων.

Στο νομισματικό μουσείο της Αθήνας φυλάσσεται το περίφημο αφιέρωμα οβελών του βασιλιά του Άργους Φείδωνα, όπως πιστεύουν ορισμένοι ερευνητές, προς τη θεά Ήρα. Οι οβελοί αυτοί βρέθηκαν κατά τη διάρκεια των αμερικανικών ανασκαφών στο ιερό του αρχαίου Ηραίου του Άργους το 1894. Παρόμοιοι οβελοί έχουν βρεθεί και σε δυο αρχαίους τάφους μέσα στην πόλη του Άργους και φυλάσσονται στο αρχαιολογικό μουσείο της πόλης. Η χρήση των οβελών ως μέ­σων συναλλαγής συνεχίστηκε και στους επόμενους αιώνες, ενώ ο όρος δραχμή επιβίωσε ως την εποχή μας].

Ο Αριστοτέλης αναφέρει : «ότι τον καιρό του έβλεπε κανείς στον ναό της Ήρας του Άργους μετάλλινους οβελίσκους, που ο βασιλεύς Φείδων αφιέρωσε άλλοτε. Δεν ήσαν παρά δείγματα πού χρησίμευαν για την ανταλλαγή, πριν αντικατασταθούν από τα αργυρά νομίσματα, τις χελώνες. Ο Φείδων τα εκρέμασε στο τοίχωμα, σαν ιερά λείψανα, προς μαρτυρίαν σεβασμού και εθίμων».

 

Η επινόηση του νομίσματος ήταν θέμα χρόνου. Η εμπειρία του μετάλλου στις συναλλαγές και η τυποποίησή του σε διάφορα σχήματα οδήγησαν εύκολα στο νόμισμα. Το μικρό του μέγεθος επέτρεπε την εύκολη μεταφορά του. Σφραγισμένο από την υπεύθυνη αρχή, η αξία του ήταν συγκεκριμένη και δεν υπήρχε πια η ανά­γκη του ζυγίσματος. Η γενικευμένη χρή­ση όμως του νομίσματος διαδόθηκε αρ­γά.

Τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν στο βα­σίλειο της Λυδίας και στις ελληνικές πό­λεις της Μικράς Ασίας, στην Ιωνία, περι­οχές αναπτυγμένες εμπορικά και οικονο­μικά, στα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα. Το υλι­κό τους ήταν ο ήλεκτρος, κράμα χρυσού και αργύρου. Το σχήμα τους ήταν ωοει­δές και στη μία πλευρά είχαν ακανόνι­στα βαθουλώματα.

Το «θησαυρό» που βρέθηκε στα θεμέ­λια του ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο το 1904/5 αποτελούσαν νομίσματα από ήλεκτρο, αλλά και κοσμήματα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Ο θησαυρός περιείχε νομίσματα από πόλεις της Λυδίας αλλά και ελληνικές των παραλίων της Μικράς Ασίας. Η απόκρυψη θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε μεταξύ 600-560 π.Χ. Το εύρημα αυτό βοήθησε στη χρονολόγηση των πρώτων νομισμάτων. Τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου γρήγορα έκοψαν ανάλογα νομίσματα.

                          

Τα νομίσματα των ελληνικών πόλεων – κρατών

 

Αίγινα – Κόρινθος – Αθήνα

 

Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο τα νομίσματα εκδίδονταν από τις πόλεις-κράτη. Αυτές, ανεξάρτητα από την έκταση και τη δύνα­μή τους, είχαν αυτόνομη οικονομία και διαφορετικό νόμισμα η κάθε μία, που ξεχώριζε από τους τύπους του. Η κάθε πόλη απεικόνιζε στα νομίσματά της παραστάσεις οικείες στους πολίτες της, που προέρχονταν από την ιστορία της, τη μυθολογία της, τα χαρα­κτηριστικά προϊόντα της. Έκοβαν κυρίως αργυρά νομίσματα, λιγότερα χρυσά και από τον 4ο αι. π.Χ. πολλά χαλκά. Πολύ σπάνια χρησιμοποιούσαν το σίδηρο και άλλα κράματα. Η Αίγινα, η Κόρινθος και η Αθήνα έκοψαν τα πρώτα αργυρά ελληνικά νομίσματα και διέδωσαν τη χρήση του νομίσματος στον υπό­λοιπο τότε γνωστό κόσμο.

Η Αίγινα πρώτη, λίγο πριν από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ., εξέδωσε στατήρες με παράσταση θαλάσσιας χελώνας στην πρόσθια όψη και έγκοιλο, μοιρασμένο σε ακανόνιστα διάχωρα, στην άλλη. Τα νομί­σματα* της Αίγινας -γνωστά ως χελώναικυκλοφόρησαν στις περισ­σότερες περιοχές του Ελλαδικού χώρου. Βρέθηκαν όμως και στην Περσία, την Αίγυπτο και την Κάτω Ιταλία. Η αντικατάσταση της θαλάσσιας χελώνας από τη χερσαία και η χάραξη των αρχικών της πόλης αποτελούν τα χαρακτηριστικά της αλλαγής που συντελέστη­κε το 446 π.Χ., λίγο πριν από τον Πελοποννησιακό πόλεμο, και σηματοδοτεί το τέλος της κυριαρχίας της Αίγινας στη θάλασσα.

* [Σημείωση βιβλιοθήκης: Στο Πάριο χρονικό αναφέρονται τα εξής: ΑΦ’ ΟΥ Φ[ΕΙ]ΔΩΝ Ο ΑΡΓΕΙΟΣ ΕΔΗΜΕΥΣ[Ε ΤΑ] ΜΕΤ[ΡΑ ΚΑΙ ΣΤ]ΑΘΜΑ ΚΑΤΕΣΚΕΥΑΣΕ ΚΑΙ ΝΟΜΙΣΜΑ ΑΡΓΥΡΟΥΝ ΕΝ ΑΙΓΙΝΗι ΕΠΟΙΗΣΕΝ, ΕΝΔΕΚΑΤΟΣ ΩΝ ΑΦ’ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, ΕΤΗ ΓΗΔΔΔΙ, ΒΑΣΙΛΕΥΟΝΤΟΣ ΑΘΗΝΩΝ [ΦΕΡΕΚΛ]ΕΙΟΥΣ….. = σε νέα ελληνική: Όταν ο Φείδων ο Αργείος κοινοποίησε τα μέτρα και σταθμά κατασκεύασε αργυρό νόμισμα που το έφτιαξε στην Αίγινα, έγινε 11ος από τον Ηρακλή, έτος ΓΗΔΔΔΙ = 631, όταν ο Φερέκλειος βασίλευε στην Αθήνα].

 

Αργυρός στατήρας Αίγινας (480 π.χ.)

 

Η Κόρινθος επίσης έκοψε στατήρες στα μέσα περίπου του 6ου αι. π.Χ., που αντα­νακλούν την εμπορική και οικονομική της ανάπτυξη. Η κυκλοφορία των πρώτων Κορινθιακών στατήρων ήταν τοπικά περιορι­σμένη, η ανεύρεσή τους όμως σε «θη­σαυρούς» στις αποικίες της στη Μεγάλη Ελλάδα δηλώνει τη μεγάλη τους διάδοση.

Αργυρό τρίδραχμον Κορίνθου, περ. 390 π.Χ.

Η νομισματική παραγωγή της Κορίνθου, ύστερα από κάμψη που σημείωσε την περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου – λόγω έλλειψης της πρώτης ύλης, του αρ­γύρου, που προμηθευόταν από την Αθή­να – παρουσίασε θεαματική αύξηση στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. Οι τύποι των κοριν­θιακών νομισμάτων εμπνέονται από τη μυθολογία και την τοπική ιστορία: ο Πήγα­σος, το φτερωτό άλογο που δάμασε ο κο­ρίνθιος ήρωας Βελλερεφόντης με τη βοή­θεια της θεάς Αθηνάς, αποτυπώνεται στην πρόσθια όψη τους — σ’ αυτόν αναφέρεται και η αρχαία ονομασία τους: πώλοι (που­λάρια).

Γύρω στα τέλη του 6ου αι. π.Χ., καθιερώνεται η κεφαλή της Αθηνάς Χαλινίτιδος στην οπίσθια όψη. Τους ίδιους τύ­πους παρουσιάζουν και τα νομίσματα ορισμένων αποικιών της Κορίνθου, κατά τον 5ο και 4ο  αι. π.Χ., όπως η Λευκάδα, η Αμβρακία κ.ά.

Η Αθήνα ύστερα από τις πρώτες της νομισματικές απόπειρες, τα λεγόμενα εραλδικά νομίσματα (Wappenmunzen),  από τα τέλη του 6ου αι. π.Χ. εγκαινίασε την έκδοση των αργυρών τετραδράχμων. Τα νομίσματα αυτά είναι τα πρώτα που εξαπλώθηκαν και διαδόθηκαν στον αρχαίο κόσμο, στον οποίο έγιναν γνωστά ως «γλαύκες», από την παράσταση της κουκουβάγιας στην οπίσθια όψη τους. Στην πρόσθια εικονίζεται η κεφαλή της θεάς Αθηνάς, προστάτιδας της πόλης. Με τις παραστάσεις αυτές εκδίδονταν τα αθηναϊκά νομίσματα μέχρι τον 1ο αι. π.Χ., οπότε χρονολογούνται τα τελευταία τετράδραχμα «νέας τεχνοτροπίας». Το διεθνές αυτό νόμισμα απομιμήθηκαν, λόγω της δύναμής του, στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, την Αραβία, τη Βαβυλωνία, την Λυκία και αλλού.

Η νομισματοκοπία των Αθηνών

 

Από τον 6ο αιώνα π.Χ. έως τον 3ο αιώνα μ.Χ. η Αθήνα έκοψε νομίσματα κυρίως σε άργυρο, αργότερα και σε χαλκό, ενώ σε δυο περιστάσεις εκτάκτου ανάγκης εξέδωσε και χρυσά νομίσματα. Το αργυρά αθηναϊκά τετράδραχμα κυκλοφόρησαν από την Ιταλία έως το Αφγανιστάν και ήταν ένα από τα ισχυρότερα και μακρο­βιότερα νομίσματα του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Οι πρώτες νομισματικές εκδόσεις των Αθηνών, από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. κ.ε., απεικονίζουν διάφορα θέματα, όπως γλαύκα, ίππο, ταυροκεφαλή, τροχό, γοργόνειο κ.ά. Τα νομίσμα­τα αυτά ονομάστηκαν «εραλδικά» (Wappenmunzen) καθώς παλαιότεροι μελετητές θεώρησαν ότι έφεραν εμβλήματα αριστοκρατικών οικογενειών της Αθήνας. Πιθανότερο είναι όμως η θεματολογία να σχετίζεται με θρη­σκευτικές και αθλητικές δραστηριότητες όπως οι γιορτές των Παναθηναίων.

 

Αργυρό τετράδραχμον Αθηνών (440 - 420 π.χ.)

 

Με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας παγιώ­θηκαν οι παραστάσεις των αθη­ναϊκών νομισμάτων. Για τους επόμενους πέντε αιώνες η πλειονότητα των αττικών κοπών φέρει την κεφαλή της θεάς Αθη­νάς, προστάτιδας της πόλης, και στην άλλη όψη τη γλαύκα, το ιερό σύμβολο της θεάς, με την επιγραφή ΑΘΕ, τα αρ­χικά γράμματα της λέξης Αθηναίων. Από επιγραφές και πηγές σώζονται απο­σπασματικές πληροφορίες για τιμές και μισθούς στην αρχαία Αθήνα.

Στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. ένας ξυλουργός ή λιθοτεχνίτης έπαιρνε για εργασία στο Ερέχθειο μία αργυρή δραχμή την ημέρα. Την ίδια εποχή το ημερομί­σθιο ενός στρατιώτη ή ναύτη κυμαινόταν από τρεις οβολούς έως έξι οβολούς (που ισούνταν με μία δραχμή). Αργότερα, λίγο πριν από το 330 π.Χ. ένας αττικός μέδιμνος σιταριού (δηλ. περίπου52,18 λίτρα ή40,38 κιλά) στην Αθήνα κόστιζε πέντε δραχμές.

 

 

Αργυρό τετράδραχμον Αθηνών (β΄ όψη)

Αργυρό τετράδραχμον Αθηνών (β΄ όψη)

 

Η εκμετάλλευση των αργυροφόρων κοιτασμάτων των μεταλλείων του Λαυρίου στην Αττική θα δώσει σημαντικό πλεονέκτημα στην Αθήνα για να προωθήσει τη νομισματική της παραγωγή. Τα αργυρά αθηναϊκά τετράδραχμα θα κυκλοφορήσουν ευρύτατα στον κλασικό κόσμο και θα γνωρίσουν λόγω της αποδοχής τους πολλές απομι­μήσεις, ιδίως στο χώρο της Ανατολής τον 4ο αιώνα π.Χ. (Λυκία, Παλαιστίνη, Αίγυπτος κ.ά.). Η τύχη της πόλης συχνά αντικατο­πτρίζεται στα νομίσματά της, με χαρακτηριστική περίπτωση αυτή της έκδοσης κερμάτων με αργυρό περίβλημα και χάλ­κινο πυρήνα. Πρόκειται για τα πονηρά χαλκία που ανα­φέρει ο Αριστοφάνης και τα οποία συνιστούν μια κοπή εκτάκτου ανάγκης στο τέλος του Πελοποννησιακού Πο­λέμου (406/5 π.Χ.).

Σε άλλη περίσταση πάλι, γύρω στο 295 π.Χ., ο τύραννος Λαχάρης θα αναγκαστεί μέσα στην πολιορκημένη πόλη να απογυμνώσει το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς και να προβεί στην κοπή χρυσών νομισμάτων, για την πληρωμή μισθοφόρων. Το 2ο αιώνα π.Χ. το αθηναϊκό νόμισμα θα γνωρίσει μία δεύ­τερη ακμή με μια νέα σειρά αργυρών νομισμάτων πρόκειται για τα λεγόμενα τετράδραχμα «Νέας Τεχνοτροπίας». Τα συγκεκρι­μένα νομίσματα παρουσιάζουν τη γλαύκα πάνω σε αμφορέα, ενώ την όλη παράσταση περιβάλλει στεφάνι ελιάς — στοιχείο που έδωσε και τη χαρακτηριστική ονομασία στεφανηφόρα που απαντά σε πλήθος επιγραφών.

Με την παραχώρηση της Δήλου από τους Ρωμαίους το 166 π.Χ. η Αθήνα θα αποκτήσει ένα σημαντικό λιμάνι, το οποίο θα της επιτρέψει να διαδώσει πάλι τη νομισματοκοπία της και να εξυπη­ρετήσει τόσο τα δικά της όσο και τα ρωμαϊκά συμφέροντα. Η αθηναϊκή νομισματική παραγωγή παρουσιάζει ποικιλία υποδιαιρέ­σεων όπως τετράδραχμα, δραχμές, τριώβολα, οβολούς, ημιωβόλια κ.λπ., γεγονός που δείχνει την προσπάθεια εκχρηματισμού της αττι­κής κοινωνίας και στις καθημερινές συναλλαγές. Στο πνεύμα των καιρών, ανάλογη πρακτική συνιστά και η κοπή χάλκινων νομισμάτων, από τον 4ο αιώνα π.Χ. κ.ε., με πληθώρα νέων εικονογραφικών τύπων.

 

Δεκάδραχμον Αθηνών

 

Το αθηναϊκό δεκάδραχμο είναι από τα σπα­νιότερα νομίσματα του αρχαίου κόσμου. Τα βαριά αυτά νομίσματα ζύγιζαν περίπου 43 γραμμάρια και ισοδυναμούσαν με 10 αθη­ναϊκές δραχμές. Ξεχωρίζουν από τη χαρα­κτηριστική πίσω πλευρά τους όπου η γλαύκα εικονίζεται μετωπική. Η Αθήνα σε μια μόνο περίσταση προχώρη­σε στην έκδοση δεκαδράχμων. Τα νομίσμα­τα αυτά είχαν συνδεθεί αρχικά από τους μελετητές με την ανακάλυψη μιας νέας φλέβας αργύρου στο Λαύ­ριο (483 π.Χ.) ή με τους Περσικούς Πολέμους ως επινίκια κοπή (479 π.Χ.). Η νεώτερη έρευνα κατέδειξε ότι τα δεκάδραχμα συνι­στούν σειρά ενταγμένη στην αθηναϊκή νομισματική παραγωγή και η οποία πρέπει να χρονολογηθεί υστερότερα.

Η κοπή πιθανότατα εκδόθηκε μετά από τη μεγάλη νίκη του Κίμωνα στον Ευρυμέδοντα Ποταμό (466 π.Χ.) και εκτός από μάλλον αναμνηστικό χαρακτήρα είχε και κάποια διάρκεια στον χρόνο. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια υπήρχαν μόλις ένδεκα αθηναϊκά δεκά­δραχμα· ακόμη και σήμερα η σπανιότητα των συγκεκριμένων νομισμάτων παραμένει μεγάλη καθώς τα γνωστά τεμάχια είναι γύρω στα σαράντα. Το 1999 με την ευγενική χορηγία ενός ανώνυμου δωρητή το Νομισματικό Μουσείο κατόρθω­σε να αποκτήσει ένα σπανιότατο λαμπρό δείγμα της αθηναϊκής νομισματοκοπίας. Πέραν της αίσιας επιστροφής του στην εκδότρια πόλη —και έδρα του Μουσείου ταυτοχρόνως— το πολύτιμο απόκτημα έχει επιπλέον ιδιάζουσα σημασία, καθώς η πίσω πλευρά του με τη γλαύκα αποτέλεσε από τις αρχές του 20ού αιώνα πηγή έμπνευσης για το έμβλημα του Νομισματικού Μουσείου.

 

Τα νομίσματα των ελληνικών αποικιών στην Κάτω Ιταλία και τη Σικελία

 

Οι ελληνικές αποικίες στην Κάτω Ιταλία άρχισαν να κόβουν νομίσματα μετά τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Οι πρώτες κοπές χαρακτηρίζονται από την ιδιάζουσα κοιλόκυρτη τεχνική χάραξης των τύπων. Στα νομί­σματα αυτά παρατηρούμε ότι η σχεδόν όμοια παράσταση και των δυο όψεων προ­βάλλει έκτυπη στην πρόσθια και πρόστυπη στην οπίσθια όψη. Η ιδιόρυθμη αυτή νομισματοκοπία γνώρισε μεγάλη άνθηση στο τε­λευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα και υιοθετήθηκε από όλα τα κατωιταλικά νομισματοκο­πεία.

Όταν εγκαταλείπεται η κοιλόκυρτη τεχνική, οι κοπές χαρακτηρίζονται από μεγα­λύτερη ποικιλία εικονογραφικών τύπων. Η εικονογραφία αυτή δεν ξεφεύγει από τη φιλο­σοφία των πρώτων ιταλικών νομισμάτων: αναφέρεται άλλοτε στην πηγή πλούτου και άλλοτε στην προστάτιδα θεότητα της εκδότριας πόλης. Χαρακτηριστι­κό παράδειγμα της πρώτης κατηγο­ρίας αποτελούν οι στατήρες του Μεταποντίου, μίας από τις αποικίες των Αχαιών, όπου απεικονίζεται το στάχυ. Η δεύτερη περίπτωση πα­ρουσιάζεται στις κοπές της σπαρτια­τικής αποικίας του Τάραντα, όπου απεικονίζεται ένας έφηβος πάνω σε δελφίνι. Πρόκειται κατά μία ερμη­νεία για τον Φάλανθο, τον ιδρυτή της πόλεως για τον οποίο υπάρχει η παράδοση ότι διασώθηκε στη ράχη ενός δελφινιού.

 

Αργυρό δεκάδραχμον Συρακουσών, περ. 395 π.Χ.

 

Άλλη άποψη ταυτί­ζει τη μορφή με τον οικιστή ήρωα Τάραντα, που ήταν γιος του Πο­σειδώνα. Οι αποικίες στη Σικελία άρχισαν να κόβουν νομίσματα από το β’ μι­σό του 6ου αιώνα π.Χ. Οι Συρα­κούσες, αποικία της Κορίνθου, ήταν η πιο σημαντική πόλη του νησιού με σπουδαία νομισματοκοπία. Η πρόσθια όψη των τετραδράχμων των Συρακουσών φέρει τέθριππο άρμα και Νίκη που υπερίπταται, ενώ την άλλη όψη των κοπών αυτών κοσμεί η κεφαλή της τοπικής νύμφης Αρέθουσας. Οι νομισματικοί τύποι των Συρακουσών επη­ρέασαν και άλλες σικελικές πόλεις, όπως για παράδειγμα τα τετράδραχμα της Μεσσήνης και της Γέλας.

Στη Σικελία εργάσθηκαν πολλοί σημαντικοί χαράκτες σφραγίδων κοπής νομισμάτων. Αυτό είναι εμφανές στα ίδια τα νομίσματα, καθώς ορισμένα που εκδόθηκαν κατά τον ύστερο 5ο και πρώιμο 4ο αιώνα π.Χ. θεωρούνται από τα πιο εντυπωσιακά του αρχαίου κόσμου από άποψη αισθητικής. Επιπλέον, οι ίδιοι οι χαράκτες αρχίζουν να υπογράφουν υπερήφανοι για τα έργα τους από το τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ. και εξής. Συγκριτικά, ανάμεσα στο πλήθος των νομισμάτων που κόπηκαν στους αρχαίους χρόνους και που είναι δυνατόν να θεωρηθούν αριστουργήματα μικροτεχνίας, ελάχιστα είναι εκείνα που αναγράφουν το όνομα του καλλιτέχνη, αφού οι χαράκτες κρατούσαν την ανωνυμία.

Εξαίρετο παράδειγμα της καινοτομίας αυτής βλέπουμε σε ένα δεκάδραχμο των Συρακουσών, στην οπίσθια όψη του οποίου, κάτω από το λαιμό της Αρέθουσας διαβάζουμε το όνομα του φημισμένου χαράκτη Ευαίνετου. Η επίδραση των μεγάλων χαρακτών της Σικελίας διαδόθηκε σε πολλές κοπές περιοχών της μητροπολιτικής Ελλάδας (Θεσσαλία, Αμφίπολη, Ρόδος κ.ά.) και της νότιας Μικράς Ασίας (Λυκία, Κιλικία).

 

Τα νομίσματα των ελληνικών αποικιών στη Μ. Ασία, την Προποντίδα και τον Εύξεινο Πόντο

 

Ο χώρος της Μικράς Ασίας απο­τέλεσε το γενέθλιο λίκνο του νομίσματος κατά τον ύστερο 7ο αι­ώνα π.Χ. και οι εκεί ελληνικές πόλεις παρήγαγαν στο πέρασμα των αιώ­νων μερικά από τα πλέον εξαιρετικά δείγματα νομισματοκοπίας. Τα πρώ­τα νομίσματα κόπηκαν σε ήλεκτρο. Σύντομα η πρακτική αυτή εγκαταλεί­φθηκε κατά τη διάρκεια του 6ου αιώ­να και παγιώθηκε η χρήση του αργύ­ρου, με εξαίρεση τις πόλεις της Κυζίκου, της Λαμψάκου, της Φωκαίας, της Μυτιλήνης και της Χίου που συ­νέχισαν και αργότερα να εκδίδουν νομίσματα ηλέκτρου.

Αργυρό τρετράδραχμον Εφέσου, περ. 370-350 π.Χ.

Η νομισματοκοπία της Εφέσου συν­δέεται με τη λατρεία της Αρτέμιδος, της θεάς που κατεξοχήν λατρευόταν στην πόλη. Η μέλισσα, συχνή απει­κόνιση στην πρόσθια όψη των εφεσιακών νομισμάτων, ήταν σύμβολο της αρχαίας ασιατικής θεότητας της φύσης, την οποία οι Ίωνες ταύτισαν με την Άρτεμη. Έμβλημα της θεάς του κυνηγιού επίσης αποτελεί το ελά­φι, που εικονίζεται συνήθως στην άλ­λη όψη, ενώ ο φοίνικας δηλώνει το δέντρο κάτω από το οποίο σύμφωνα με τον μύθο γεννήθηκε η θεά.

Η ιωνική Φώκαια είναι γνωστή από πρώιμες κοπές της που φέ­ρουν ως εμπροσθότυπο μία φώ­κια, το λαλούν σύμβολον (εικονι­στική απόδοση του ονόματος) της πόλεως. Γρήγορα εξελίχθηκε σε σημαντικό νομισματοκοπείο, όπου για δύο περίπου αιώνες (6ο – 4ος αιώνας π.Χ.) επικράτησε η έκδοση μικρών κερμάτων από ήλεκτρο, ίσων με το 1/6 (έκτη) του στατήρα που φέρει κεφαλή νύμφης. Από τη νομισματική παραγωγή της Φωκαίας αξίζει να μνημονευθεί η περίσταση της εμπορικής σύμπρα­ξης με τη γειτονική Μυτιλήνη, όταν γύρω στα 394-390 π.Χ. απο­φασίστηκε η κοπή νομισμάτων εκ περιτροπής και η από κοινού λήψη μέτρων κατά των παραχαρακτών.

Η Κύζικος, αποικία της Μιλήτου στην Προποντίδα, εξέδιδε επί μακρόν στατήρες και υποδιαιρέσεις από ήλεκτρο. Χαρακτηριστικό εικονογραφικό στοιχείο που συνοδεύει την παράσταση της πρόσθιας πλευράς αποτελεί ο θύννος, το ψάρι γνωστό σήμερα ως τόνος. Συχνά ο τόνος λειτουργεί ως γραμμή εδάφους, όπως για παράδειγμα σε κυζικηνό νόμισμα όπου παριστάνεται Ηρακλής· παρομοίως σε κυζικηνές κοπές που φέρουν κεφαλή Αθηνάς, ο τόνος εμφανίζεται στο σημείο τομής του λαιμού. Η εμβληματική παρουσία του ψαριού αυτού συνδέεται με τη θέση της πόλης που συνιστούσε πέρασμα για αγέλες τόνων και συνακόλουθα καίριο σημείο για την αλίευση και την εμπορία ενός ιδιαίτερα προσοδοφόρου είδους διατροφής.

Η πόλη Ιστρία ή Ίστρος είχε ιδρυ­θεί κοντά στο δέλτα του Δούναβη από Μιλησίους αποίκους γύρω στο 625 π.Χ. Τα νομίσματα της πόλεως φέρουν στην πίσω πλευρά θαλάσ­σιο αετό πάνω σε δελφίνι. Την πρό­σθια όψη των εκδόσεων της Ιστρίας, κοσμούν δυο εκφραστικά ανδρι­κά κεφάλια, τοποθετημένα σε αντί­θετο άξονα: ίσως αποδίδουν τους Διοσκούρους, η λατρεία των οποίων ήταν διαδεδομένη στα παράλια του Ευξείνου. Κατά μια άλλη ερμηνεία οι δυο αντίρροπες κεφαλές συμβολίζουν τα δυο αντίθετα στόμια του Δούναβη, για τον οποίο πιστευόταν για μια περίοδο ότι εξέβαλλε τόσο στη Μαύρη Θάλασσα όσο και στην Αδριατική.

Η Ολβία, άλλη μια μιλησιακή αποικία, ιδρύθηκε γύρω στο 600 π.Χ. σε καίριο σημείο των παραλίων της σημερινής Ουκρανίας. Η πόλη ήταν για αιώνες σημαντικό εμπορικό κέντρο, γεγονός που εναρμο­νίζεται με την ευδαιμονία που υπονοεί το όνομά της. Η νομισματι­κή παραγωγή της Ολβίας παρουσιάζει ιδιοτυπίες. Τον 5ο αιώνα π.Χ. οι Ολβιοπολίτες εξέδωσαν δελφινόσχημα χάλκινα νομίσματα. Έχει προταθεί η σύνδεση του δελφινιού ως συμβόλου με την τοπι­κή λατρεία του Απόλλωνος, αλλά η ερμηνεία της συγκεκριμένης νομισματικής σειράς παραμένει υπό συζήτηση. Κατά τον ύστερο 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. η πόλη επιδόθηκε στην έκδοση χάλκινων χυτών νομισμάτων μεγάλου βάρους, πριν προχωρήσει στην κοπή παιστών νομισμάτων, δηλ. κερμάτων προερχόμενων από χτύπημα μεταξύ σφραγίδων (παιστά).

Άποικοι από τη Μίλητο είχαν ιδρύσει και το Παντικάπαιον στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. Κατέχοντας στρατηγική θέση στη χερσόνησο της Κριμαίας η πόλη αυτή θα ακμάσει στο διάβα των αιώνων. Οι χρυσοί στατήρες του Παντικαπαίου χρονολογούνται από τα μέσα του 4ου αιώνα και αποτελούν έξοχα δείγματα μικρογλυφίας. Στην πρόσθια όψη τους παριστάνεται η κεφαλή του Πάνα, του θεού που ήταν άμεσα συνδεδεμένος με το όνομα της πόλης, ενώ την άλλη πλευρά κοσμεί γρύπας.

 

Τα νομίσματα των βασιλέων: Φίλιππος Β’

 

Αργυρό τετράδραχμον Φιλίππου Β, 355-349 π.Χ.

Μια νέα εποχή στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική δομή του αρχαίου κόσμου σηματοδοτήθηκε με το Φίλιππο Β’, βασιλιά της Μακεδονίας. Από το 359 ως το 336 π.Χ. κατόρθωσε να επεκτείνει τα όρια του κράτους του και να το καταστήσει τη σπουδαιότερη δύναμη στον ελλαδικό χώρο. Έχοντας τον έλεγχο μεταλλείων στη Μακεδονία και τη Θράκη, ιδι­αίτερα τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου στην περιοχή του Παγ­γαίου, ο Φίλιππος ήταν σε θέση να εκδόσει νομίσματα σε μεγαλύ­τερες ποσότητες από ότι όλοι οι προκάτοχοί του και να ξεπεράσει τα έσοδα κάθε ελληνικής πόλης – κράτους, με εξαίρεση ίσως την Αθή­να.

Ο Φίλιππος εξέδωσε νομίσματα και στα τρία μέταλλα, το χρυσό, τον άργυρο και το χαλκό. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του συστήματός του ήταν ότι για τα νομίσματα από πολύ­τιμο μέταλλο ακολουθήθηκαν δυο διαφορετικοί σταθμητικοί κανόνες. Ο άργυρος κοβόταν καθόλη τη δι­άρκεια της βασιλείας του Φιλίππου ακολουθώντας ένα τοπικό σταθμητικό κανόνα, τον οποίο εφάρμοζαν για τις αργυρές νομισματοκοπίες τους το Κοινό των Χαλκιδέων με έδρα την Όλυνθο, η Άκανθος στην ανατολική ακτή της Χαλκιδικής, και η Αμφίπολη κοντά στις εκβολές του Στρυμόνα, όπου το τετράδραχμο είχε θεωρητι­κό βάρος 14,52 γραμ.

 

Αργυρό τετράδραχμον Δημητρίου Πολιορκητή Μακεδονίας (301-295 π.χ.)

Ως εμπροσθότυπος των αργυρών  τετραδράχμων, επιλέχθηκε —για πρώτη φορά στα νομίσματα των βασιλέων της Μακεδονίας— το κεφάλι του Δία. Για την άλλη όψη επιλέχθηκαν δυο τύποι: ο έφιππος άνδρας, που σύμφωνα με κάποιες απόψεις είναι ο ίδιος ο Φίλιππος, και ο νεαρός ιππέας που κρατά κλαδί φοίνικα, και αποτελεί αναφορά στη νίκη του αλόγου του Φιλίππου στην Ολυ­μπιάδα του 356 π.Χ.

Η κοπή του χρυσού άρχισε γύρω στα 345 π.Χ., σύμφωνα με τον αττικό σταθμητικό κανόνα, όπου ο στατήρας είχε θεωρητικό βάρος 8,54 γραμμάρια. Στην πρόσθια όψη των στατήρων απεικονίζεται το κεφάλι του θεού Απόλλωνα, ενώ η παράσταση της πίσω πλευράς, ένα άρμα που το σέρνουν δυο άλογα, σχετίζεται με ανάλογη νίκη του Φιλίππου στους Ολυμπιακούς αγώνες.

Νομίσματα με τους τύπους και το όνομα του Φιλίππου συνέχισαν να εκδίδονται και μετά το θάνατό του το 336 π.Χ. και κυκλοφόρη­σαν ευρέως στον ελλαδικό χώρο, τη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια. Οι χρυσοί στατήρες και τα αργυρά τετράδραχμα, που διείσδυσαν στην Ευρώπη μέσω των Βαλ­κανίων, έγιναν σταδιακά αντικείμενο μίμησης από τους κελτικούς λαούς κατά μήκος του Δούναβη και οι απομιμήσεις αυτές επηρέα­σαν με τη σειρά τους τα νομίσματα της Γαλατίας και της Βρετανίας κατά τον 1ο αιώνα π.Χ.

 

Μέγας Αλέξανδρος

 

Ο Μέγας Αλέξανδρος βασίλεψε από το 336 ως το 323 π.Χ. Συνέχισε το έργο του πατέρα του Φιλίππου Β’ και δημιούργησε μια τεράστια αυτοκρατο­ρία, που εκτεινόταν από τη Μακεδονία μέχρι τα βάθη της Ανατολής. Η ρευστοποίηση μέρους από τα αμύθητα πλούτη των Αχαιμενιδών, που περιήλθαν στην κατοχή του, επέφερε σημαντικές αλλαγές στις οικονομικές συνήθειες του ελληνικού κόσμου.

Ο Αλέξανδρος εφάρμοσε ενιαία νομισματική πολιτική στο αχανές κράτος. Επέβαλε την έκδοση των ίδιων τύπων από πολλά συγχρόνως νομισματοκοπεία ενώ για τα νομίσματά του σε ευγενή μέταλλα ακολούθησε τον αθη­ναϊκό σταθμητικό κανόνα που ήταν ευρύτατα αποδεκτός την εποχή εκείνη. Εντυπωσιακές ποσότητες αργυρών και χρυσών αλεξάνδρειων κοπών κατέκλυσαν τις αγορές της Ανατολικής Μεσογείου, και σε αυτό συνέβαλε και η επιστροφή των παλαιμάχων και των μισθοφόρων του Αλεξάνδρου στις πατρίδες τους.

 

Αργυρό τετράδραχμον Αλεξάνδρου Γ΄, 323-320 π.Χ. (μεταθανάτια κοπή).

 

Στην πρόσθια όψη των χρυσών στατήρων, απεικονίζεται η κεφαλή της θεάς Αθηνάς με κορινθιακό κράνος, πιθανόν εμπνευσμένη από το κολοσσιαίο χάλκινο άγαλμα της Αθηνάς Προμάχου του Φειδία στην Ακρόπολη. Η οπίσθια όψη αυτών των νομισμάτων φέρει την καθαρά συμβολική παράσταση της Νίκης και προβάλει την ιδέα ότι η Νίκη αποτελεί μια από τις ιδιότητες του Μακεδόνα βασιλιά.

Το κεφάλι του Ηρακλή, μυθικού προγόνου του βασιλικού οίκου της Μακεδονίας, επιλέγεται ως εμπροσθότυπος των αργυρών και χάλ­κινων κοπών. Ο Δίας καθισμένος σε θρόνο να κρατά αετό και σκή­πτρο απεικονίζεται στις αργυρές κοπές, όπως τετράδραχμα, δραχ­μές αλλά και δεκάδραχμα. Οι συγκεκριμένοι τύποι είχαν γενική παραδοχή από τους Έλληνες. Ταυτόχρονα ήταν αποδεκτοί και από τους λαούς της Ανατολής οι οποίοι έβλεπαν σε αυτούς τους δικούς τους θεούς, όπως τον Βάαλ στη μορφή του Διός και τον Μελκάρτ ή τον Γκιλγκαμές στο πρόσωπο του Ηρακλή.

Νομίσματα με τους τύπους και το όνομα του Αλεξάνδρου συνέχισαν να παράγονται και να κυκλοφορούν μετά το θάνατο του βασιλιά από τους Διαδόχους, τους Επιγόνους και πολλές πόλεις μέχρι και το 2ο αιώνα π.Χ. Ενδεικτικό της αποδοχής των αργυρών νομισμάτων του είναι το γεγονός ότι πλήθος απομιμήσεών τους εκδόθηκαν από διάφορους λαούς και ηγεμόνες στις παρυφές του ελληνιστικού κόσμου.

 

Συμμαχικά και Κοινά νομίσματα

 

Στη διάρκεια της ελληνικής αρχαιότητας συνάφθηκαν διάφορες στρατιωτικές συμμαχίες πόλεων ή εθνών, προ­κειμένου να αντιμετωπίσουν συλλογικά ένα προβλεπόμενο κίνδυνο (π.χ. Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία) ή να απαλλαγούν από άλλης μορφής υποτέλεια, όπως η αθηναϊκή ηγεμονία, που προά­σπιζε τα αθηναϊκά κυρίως συμφέροντα με δυσβάστακτο για τους λοιπούς Έλληνες τρόπο. Σε ορισμένες περιπτώσεις το κοινό νόμι­σμα αποτελούσε μέρος της ενιαίας τακτικής της συμμαχίας. Επίσης ιδρύθηκαν Συμπολιτείες και Κοινά, πολιτικό-στρατιωτικές και πολιτειακές ενώσεις των πόλεων σε διάφορες περιοχές, που μεταξύ των άλλων κοινής αποδοχής δεσμεύσεων, ήταν η έκδοση κοινού νομίσματος. Οι κοπές αυτές χαρακτηρίζονταν από περιορι­σμένη και τοπική κυκλοφορία.

Ευβοϊκή Συμπολιτεία. Συστάθηκε και ανέπτυξε τοπικό ρόλο τον 4ο αιώνα π.Χ. Καταρχάς υπό την επιρροή της Θήβας εντάχθηκε στο μέτωπο εναντίον των Αθηναίων και στη συνέχεια, σε ρήξη πλέον με τη Θήβα, οδηγήθη­κε σε προσωρινή προσέγγιση με την Αθήνα. Οι νομισματικές εκδόσεις της Ευβοϊκής Συμπολιτείας έχουν ως κύριες παραστάσεις την κεφαλή της νύμφης Εύβοιας και το μοσχάρι, το οποίο αποτελούσε τη σπουδαιότερη πηγή πλούτου του τόπου, καθιστό ή όρθιο. Οι παραστά­σεις αυτές εναλλάσσονται στις δύο όψεις των νομισμά­των, ενώ το βάρος τους ακολουθεί αρχικά τον αιγινιτικό, στη συνέχεια τον αττικό σταθμητικό κανόνα, ανάλογα με τη σφαίρα επιρροής στην οποία βρισκόταν η Συμπολιτεία.

Κοινόν των Βοιωτών. Υπήρχε ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ. Η περίοδος της μεγαλύτερης ανάπτυξης του συμπίπτει με κείνη της θηβαϊκής ηγεμονίας, 378-362 π.Χ. Στην πρόσθια όψη των στατήρων κυριαρχεί η παράσταση της βοιωτικής ασπίδας, το εθνικό έμβλημα των Βοιωτών. Στην άλλη συνα­ντάται ποικιλία παραστάσεων, συνήθως αυτή του κρατήρα.

Δελφική Αμφικτυονία. (336/5-334 π.Χ.) Ο θρησκευτικός αυτός οργανισμός περιελάμβανε δώδεκα αντιπροσώπους ελληνικών πό­λεων, που ανέλαβαν την ευθύνη του ιερού για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, αμέσως μετά το θάνατο του Φιλίππου Β’ της Μακεδο­νίας. Εξέδωσε ξεχωριστής ποιότητας αργυρά νομίσματα, στατήρες και δραχμές. Η κεφαλή της Δήμητρας, πεπλοφόρου και με στεφάνι από στάχυα, εικονίζεται στην πρόσθια όψη των στατήρων ενώ στην άλλη, ο Απόλλων, η κυρίαρχη θεότητα των Δελφών, καθισμένος στον ομφαλό της γης, στηρίζεται στη λύρα του.

Αργυρό τριώβολον Αιτωλών, 323-300/290 π.Χ.

Κοινόν των Αιτωλών. Τέλη 4ου – μέ­σα 2ου αιώνα π.Χ. Απέκτησε αξιόλο­γη υπόσταση και δράση κυρίως ύστε­ρα από την ανάδειξη των Αιτωλών σε υπολογίσιμη πολιτική δύναμη της κεν­τρικής Ελλάδας τον 3ο αιώνα π.Χ. Από τις νομισματικές εκδόσεις της Αιτωλικής Συμπολιτείας, τα τριώβολα (ημίδραχμα) κόπηκαν σε εξαιρετικά μεγάλες ποσότητες ιδίως στις τελευ­ταίες δεκαετίες της ύπαρξής της, εξυπηρετώντας την κάλυψη ασταμά­τητων στρατιωτικών αναγκών. Στην πρόσθια όψη τους απεικονίζεται το κεφάλι της Αταλάντης με καυσία (κά­λυμμα κεφαλιού) και στην άλλη ο Κα­λυδώνιος κάπρος που τρέχει προς τα δεξιά. Στο κυνήγι του άγριου αυ­τού ζώου πρωταγωνίστησε η μυθική ηρωίδα Αταλάντη με τα βέλη της, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, που αποδόθηκε και στις παραστά­σεις των νομισμάτων.

Κοινόν των Ακαρνάνων. Έδρασε από τον 4ο αι. π.Χ. μέχρι το 167 π.Χ., ως αντίποδας του Κοινού των Αιτωλών, ασθενέστερος αλλά υπολογίσιμος. Στην πρόσθια όψη των στατήρων, που εξέδω­σε το Κοινό, κυριαρχεί η παράσταση του ανθρωπόμορφου ταύρου, προσωποποίηση του ποτάμιου θεού Αχελώου. Η προάσπιση του ποταμού, πηγής ζωής και ανάπτυξης της Ακαρνανίας, και της δια­τήρησης του ελέγχου του ως φυσικού συνόρου, υπήρ­ξε η πρωταρχική μέριμνα των Ακαρνάνων, στον συνε­χή ανταγωνισμό τους με τους Αιτωλούς. Στην οπίσθια όψη των στατήρων εικονίζεται καθιστός ο Απόλλων Άκτιος.

Κοινόν Ηπειρωτών (234/3-168 π.Χ.) Η δράση του συμπίπτει με τα κρίσιμα χρόνια της ιδιόμορφης και καταλυτικής εμφάνισης των Ρωμαίων στον ελλαδικό χώρο, 234/3-168 π.Χ. Η νομισματοκοπία του Κοινού, στατήρες και δραχμές κυρίως, αναπτύσσεται στις τε­λευταίες δεκαετίες του, ξεκινώντας πριν από το 180 π.Χ., ενώ τη μεγαλύτερη ακμή της παρουσιάζει το τελευταίο διάστημα, ειδικά τις παραμονές της τελικής αναμέτρησης με τους Ρωμαίους, το 168 π.Χ., που επεφύλασσε το βάναυσο τέλος της Ηπείρου. Οι συ­ζευγμένες κεφαλές του Δωδωναίου Δία με στεφάνι από φύλλα δρυός και της νύμφης Διώνης, στην πρόσθια όψη των στατήρων, θυμίζουν τη σύνθεση στα νομίσματα της Πτολεμαϊκής δυναστείας. Σε μια σύγχρονη περίπου πτολεμαϊκή κοπή εικονίζονται ενωμένες οι κεφαλές του Σαράπιδος και της Ίσιδος. Στην οπίσθια όψη απο­δίδεται επιτιθέμενος ταύρος, μέσα σε στεφάνι δρυός.

Κοινόν των Θεσσαλών. Ιδρύθηκε τον 2ο αιώνα π.Χ. και λειτούρ­γησε υπό ρωμαϊκή κηδεμονία μέχρι την εποχή του Αυγούστου. Στην πλούσια νομισματοκοπία του δεσπόζουν οι αργυροί στατή­ρες, με την κεφαλή του δαφνοστεφανωμένου Δία στην πρόσθια όψη και στην άλλη τον αγαλματικό τύπο της Αθηνάς Ιτωνίας.

Αχαϊκή Συμπολιτεία (τέλη 3ου-2ος αι­ώνας π.Χ.). Μια από τις σπουδαιότερες συμμαχίες της ελληνιστικής περιόδου, συγκροτήθηκε προς τα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. και σύντομα ήλεγχε πολιτικά όλη την Πελοπόννησο. Μετά τις πρώτες εκδόσεις αργυρών τριωβόλων (ημιδράχμων) που είχαν κοινούς τύπους, κεφαλή Δία δαφνοστεφανωμένου στην εμπρό­σθια όψη και στην άλλη το μονόγραμμα ΑΧ της συμμαχίας μέσα σε στεφάνι, οι πόλεις-μέλη χάραξαν ενδεικτικά σύμβο­λα και μονογραφήματα, που δήλωναν την ταυτότητά τους. Τα νομίσματα αυτά χρησίμευαν για την πληρωμή του σιτηρέσιου των στρατιωτών αλλά και για άλλες συν­αλλαγές, όπως οι εμπορικές.

 

Τεχνική κατασκευής      

 

Οι σφραγίδες μήτρες ήταν κατασκευασμένες από ορείχαλκο, σίδηρο ή μπρούντζο. Μια μήτρα μπορούσε να παράγει από 10.000 έως 30.000 νομίσματα. Ειδικοί τεχνίτες χάρασσαν τις μή­τρες για την τύπωση των νομισμάτων.

Η κατασκευή του αρχαίου νομίσματος γινόταν σε ειδικά κρατικά εργαστήρια, τα νομισματοκοπεία. Οι μεγαλύτερες πόλεις διέθεταν οργανωμένες εγκαταστάσεις. Στην ανασκαφή της αρχαίας Αγο­ράς της Αθήνας εντοπίστηκε και νομισματοκοπείο, που λειτουρ­γούσε από τα τέλη του 5ου αιώνα έως και τα χρόνια του Αυγούστου (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.).

 

Σφραγίδα - μήτρα με την παράσταση της γλαύκας και τα σύμβολα της πόλης των Αθηνών για την αποτύπωση παράστασης στο νόμισμα.

 

Η τεχνική κατασκευής ξεκινούσε με τον καθαρισμό και με το λιώ­σιμο του μετάλλου. Όταν το μέταλλο με τη θέρμανση αποκτούσε υγρή μορφή το έχυναν σε καλούπια για να πάρει κυκλικό σχήμα, ή σχημάτιζαν ράβδους από τις οποίες έκοβαν κυκλικές πλάκες. Οι κυκλικές αυτές πλάκες μετάλλου, ακόμα και σήμερα, ονομάζονται πέταλα. Η αποτύπωση των παραστάσεων γινόταν με την τοποθέτη­ση των πετάλων ανάμεσα σε δυο σφραγίδες-μήτρες. Με την πίεση που προκαλούσε το χτύπημα ενός σφυριού στις σφραγίδες οι παρα­στάσεις αποτυπωνόταν στο πέταλο. Όταν το «πέταλο» ήταν παχύ, συνήθως θερμαινόταν πριν να χτυπηθεί. Η τεχνική αυτή κατασκευής νομισμάτων χρησιμοποιήθηκε έως και το 17ο αιώνα, οπότε γενικεύ­τηκε η χρήση των μηχανών.

Η πλειονότητα των αρχαίων πόλεων έκοψε αργυρά νομίσματα. Χρυσά νομίσματα κόπηκαν σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ή σε μεγα­λύτερο αριθμό από πόλεις που διέθεταν την πρώτη ύλη. Η χρήση τους γενικεύτηκε με το Φίλιππο Β’ και το γιο του Αλέξανδρο. Χαλκός χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά τον 4ο αιώνα, κυρίως για τις υποδιαιρέσεις κατώτερης αξίας. Καθοριστικός παράγοντας για την επιλογή του μετάλλου των νομισμάτων ήταν η ύπαρξη μεταλλευμά­των σε κάθε περιοχή. Δεν είναι πάντα γνωστό από που προμηθευ­όταν η κάθε πόλη μέταλλο για τα νομίσματά της. Η Αθήνα έπαιρνε άργυρο από το κοντινό της Λαύριο.

Τα αρχαία ελληνικά νομίσματα ήταν αποκλειστικά χρηστικά αντικείμενα. Οι Έλληνες όμως φρόντιζαν πολύ για την τελειότητα της κατασκευής τους και απέδωσαν καλλιτεχνικά τις παραστάσεις. Κάποιες φορές οι χαράκτες έγραφαν το όνομά τους επάνω στα νομίσματα.

 

Χρήση και κυκλοφορία του νομίσματος στον αρχαίο ελληνικό κόσμο

 

Η χρήση των νομισμάτων στις συναλλαγές και τις πληρωμές δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., τα καθιέρωσε σταδιακά ως την επικρατέστερη μορφή χρήματος στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Πόλεις – κράτη και ηγεμόνες εξέδωσαν τα δικά τους νομίσματα για να εδραιώσουν την αυτονομία τους, για να διευκολύνουν τις οικονομικές συναλλαγές τους και για να επω­φεληθούν από την ίδια τη διαδικασία της κοπής, κερδίζοντας σε μέ­ταλλο.

Ο αργυρός στατήρας, όπως προσδιοριζόταν στον κάθε σταθμητικό κανόνα, και το τετράδραχμο ήταν τα βασικά νομίσματα για κρατικές συναλλαγές ή για μεγάλης κλίμακας πληρωμές. Αντίθετα, για τις κα­θημερινές συναλλαγές χρησιμοποιούνταν οι μικρότερες αργυρές υποδιαιρέσεις, οι οποίες όμως δεν ήταν ιδιαίτερα πρακτικές λόγω του μικρού μεγέθους τους. Αυτό οδήγησε, ήδη από το β’ μισό του 5ου αιώνα π.Χ., στη σταδιακή αντικατάστασή τους από μεγαλύτερου μεγέθους νομίσματα σε χαλκό, αρκετά πιο φθηνό μέταλλο από τον άργυρο.

Για την έκδοση νομισμάτων σε πολύτιμο μέταλλο χρησιμο­ποιήθηκε, εκτός από τον άργυρο και το χαλκό, ο ήλεκτρος και ο χρυσός. Κατά κανόνα, η κοπή χρυσών νομισμάτων στον Ελλαδικό χώρο είναι σπάνια μέχρι και τα μέσα περίπου του 4ου αιώνα π.Χ., επειδή η αξία του χρυσού ήταν πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με τον άργυρο. Για αυτό το λόγο φυλασσόταν για περιόδους ανάγκης ή για σημαντικές πληρωμές.

Συνήθως τα ελληνικά κράτη επέβαλλαν τη χρήση των εκδόσεών τους μέσα στην εδαφική περιοχή τους, χωρίς να αποκλείουν ανα­γκαστικά την κυκλοφορία κοπών άλλων εκδοτριών αρχών, και ενίο­τε έπαιρναν άμεσα μέτρα για να το πετύχουν. Σε πολλές περιπτώσεις η νομισματική παραγωγή δεν ήταν συστη­ματική και μεταξύ των εκδόσεων μεσολαβούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ο αριθμός των νομισμάτων που εκδίδονταν είχε άμεση σχέση με τα μέταλλα που διέθεταν οι εκδίδουσες αρχές και το εύ­ρος των κερματικών συναλλαγών. Από τη διοχέτευσή τους στην αγορά, μέσω διαφόρων κρατικών πληρωμών, και της ανακύκλωσής τους, μέσω της κάθε είδους φορολογίας, παρεμβαλλόταν η κυκλο­φορία τους.

Χρήσιμες πληροφορίες για τη νομισματική κυκλοφορία αλλά και την οικονομία των διαφόρων περιοχών του ελληνικού κόσμου πα­ρέχουν τα νομίσματα, που ανακαλύπτονται τυχαία ή κατά τη διάρ­κεια των ανασκαφών, μεμονωμένα ή ως θησαυροί. Ιδιαίτερα οι θησαυροί, τα νομίσματα δηλαδή που αποκρύφθηκαν ή απωλέσθηκαν ως σύνολα στο παρελθόν, αποτελούν σημαντική πηγή και για τη χρονολόγηση των νομισμάτων.

 

«Θησαυρός» Από την Ακρόπολη Αθηνών, 1886

 

Ο «θησαυρός» από 62 αργυρά νομίσματα ήρθε στο φως κατά τη διάρκεια των ανασκαφών του 1886 στο βράχο της Ακρόπολης. Βρέθηκε κοντά στο Ερέχθειο, σε στρώμα που συμπεριλάμβανε μαρμάρινες αναθηματικές κόρες, κομμάτια επιγραφών και πήλινα αντικείμενα. Πρόκειται για το στρώμα καταστροφής, που σχετίζεται με την πυρκαγιά που προκάλεσαν οι Πέρσες στα μνημεία του ιερού βράχου, όταν κατέλαβαν την Αθήνα το 480 π.Χ. Το εύρημα περιλαμβάνει μόνον αθηναϊκές κοπές. Ένα τμήμα του είναι οι μικρές υποδιαιρέσεις, όπως οβολοί με τον τύπο του τρο­χού, που ανήκουν στα χρόνια της διακυβέρνησης της πόλης από την οικογένεια των Πεισιστρατιδών (560-510 π.Χ.).

Τα περισσό­τερα όμως νομίσματα είναι πρώιμες γλαύκες, δηλαδή τετράδραχμα με την κεφαλή της Αθηνάς στην πρόσθια όψη και τη γλαύκα στην άλλη. Το κακότεχνο της κατασκευής των συγκεκριμένων νομι­σμάτων πιθανόν να οφείλεται στη μαζική παραγωγή τους που χρονολογείται τη δεκαετία του 480 π.Χ., λίγα χρόνια πριν την εισβολή των Περσών. Την περίοδο αυτή οι Αθηναίοι εξέδωσαν μεγάλη ποσότητα νομισμάτων για να ναυπηγήσουν και να συντηρήσουν ισχυρό στόλο από τριήρεις.

Ο «θησαυρός» ίσως να ήταν μια προσφορά σε κάποιο από τα ιερά της Ακρόπολης. Η έκφραση ευλάβειας προς το θείο συχνά συν­δέθηκε με την εξαγορά της ευμένειας του θεού με την προσφορά υλικών αγαθών, με αποτέλεσμα στα ιερά να συγκεντρώνονται πλούσια αναθήματα. Η συγκέντρωση μεγάλου πλούτου από τα ιερά είχε σαν επακόλουθο την ανάπτυξη έντονης οικονομικής δραστη­ριότητας σε αυτούς τους χώρους, όπως για παράδειγμα την κατάθεση χρημάτων προς φύλαξη αλλά και τη λήψη δανείων.

 

«Θησαυρός» Από την Όλυνθο Χαλκιδικής, 1931

  

Ο «θησαυρός» εντοπίστηκε σε οικία της Ολύνθου στη Χαλκιδική κατά τη διάρκεια εκτεταμένων ανασκαφών στον αρχαίο οικισμό. Αποτελείται από 34 αργυρά νομίσματα, από τα οποία 33 είναι τετράδραχμα της Χαλκιδικής Συμμαχίας και ένα τετράδραχμο της Ακάνθου, πόλης στην ανατολική Χαλκιδική.

Πρόκειται για ένα ποσό 136 δραχμών, αρκετά σημαντικό αν αναλογιστούμε ότι την εποχή αυτή η τιμή πώλησης ενός ακινήτου ξεκινούσε από τις 280 δραχμές. Η Όλυνθος ήταν η πρωτεύουσα της Χαλκιδικής Συμμαχίας, η οποία από τα τέλη του 5ου και το πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ., αποτέλεσε ι­σχυρή πολιτική, στρατι­ωτική και οικονομική δύ­ναμη στο βορειοελλαδι­κό χώρο. Η σπουδαιότη­τα της Συμμαχίας αντα­νακλάται και στην πλού­σια νομισματική της πα­ραγωγή. Η δαφνοστεφανωμένη κεφαλή του Απόλ­λωνα στην πρόσθια και η κιθάρα του θεού στην οπίσθια όψη των νομισμάτων των Χαλκιδέων, θεωρούνται από τις αριστοτεχνικότερες παραστάσεις της αρχαίας σφραγιστικής. Οι Χαλκιδείς αντιστάθηκαν με σθένος στα σχέδια του Φίλιππου Β’, βασιλιά της Μακεδονίας, για επέκταση του βασιλείου του.

Η Συμμαχία διαλύθηκε το 348 π.Χ., όταν ο μακε­δόνας βασιλιάς κατέλαβε ύστερα από πολιορκία την Όλυνθο και σε επίδειξη ισχύος κατέστρεψε την πόλη και εξανδραπόδισε τους κατοίκους της. Με αυτό το γεγονός πολύ πιθανόν να συνδέεται και η απόκρυψη του «θησαυρού». Ο κάτοχος των νομισμάτων απέκρυ­ψε στο μαγειρείο της οικίας του ό,τι πιο πολύτιμο είχε στα χέρια του, με την προσδοκία μετά την πάροδο του κινδύνου να αναζητή­σει το «θησαυρό» του.

 

«Θησαυρός» Από την Αρχαία Κόρινθο, 1930

 

Ο «θησαυρός» βρέθηκε σε μια κοιλότητα του εδάφους κάτω από το δάπεδο της βόρειας στοάς στην Αγορά της αρχαίας Κορίνθου. Αποτελείται από ένα χρυσό περιδέραιο και 51 χρυσούς στατήρες — 41 του Φιλίππου Β’ και 10 του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τα νομί­σματα του Φιλίππου προέρχονται από τα νομισματοκοπεία της Πέλ­λας και της Αμφίπολης, ενώ του Αλεξάνδρου από τα νομισματοκο­πεία της Αμφίπολης, της Μιλήτου, της Ταρσού, της Σαλαμίνας στην Κύπρο και της Σιδώνας.

 

Χρυσοί στατήρες Φιλίππου Β΄ και Αλεξάνδρου Γ΄ από το θησαυρό της Αρχαίας Κορίνθου.

 

Η ανεύρεση εκδόσεων των μακεδόνων βασιλέων στην Κόρινθο πιθανόν να σχετίζεται με την παρουσία των μακεδονικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο μετά το 338 π.Χ. και την εγκατά­σταση φρουράς για τον έλεγχο του Ισθμού. Ο «θησαυρός» πρέπει να αποκρύφθηκε μετά το 330 π.Χ., όταν ο Αλέξανδρος είχε πλέον καταλύσει την Περσική αυτοκρατορία και επέκτεινε τα όρια του κρά­τους του προς τα βάθη της Ανατολής. Εκείνη την εποχή καθιερώθηκε η συστηματική έκδοση και η ευρύ­τερη χρήση του χρυσού νομίσματος στον ελληνικό κόσμο.

Η έντονη εκμετάλλευση των μεταλλείων χρυ­σού στη Μακεδονία από τον Φίλιππο Β’ και η πρόσ­βαση του Αλεξάνδρου στα πλούσια αποθέματα της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών επέτρεψε την κοπή χρυσών νομισμάτων σε μεγάλες ποσότητες που κατέ­κλυσαν τις αγορές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μει­ωθεί η αναλογία του χρυσού προς τον άργυρο από 1:13 σε 1:10. Έτσι, ο κάθε χρυσός στατήρας του «αντιστοιχούσε σε 20 αργυρές δραχμές, όσο περίπου ήταν ο μηνιαίος μισθός ενός πεζού στρατιώτη.

 

«Θησαυρός» από τη Μύρινα Καρδίτσας, 1970

 

Ο «θησαυρός», τυχαίο εύρημα που εντοπίσθηκε μέσα σε μελαμβαφή όλπη, αποτελείται από 149 στατήρες Αίγινας. Απ’ αυτούς οι 131 έχουν την παράσταση της θαλάσσιας χελώνας, και τοποθετούνται χρονολογικά στον πρώιμο 5ο αιώνα π.Χ. Οι υπόλοιποι 18 στατήρες ανήκουν στον τύπο της χερσαίας χελώνας, που υιοθετήθηκε μετά την απώλεια της ανεξαρτησίας του νησιού, το 457 π.Χ.

Η απόκρυψη του «θησαυρού» χρονολογείται γύρω στο 440 π.Χ. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα υστερόσημα, σφραγίσματα μεταγενέστερα με τα οποία επαναφέρει στην κυκλοφορία τα κέρματα η ίδια εκδίδουσα αρχή ή κάποια άλλη, επίσημη ή όχι, και συναντώνται τόσο στους πρώιμους όσο και στους οψιμό­τερους στατήρες του «θησαυρού».

Φαίνεται πως σχετίζονται με τη σταδιακή έλλειψη αυτού του είδους νομισμάτων από τις συναλλαγές, που με τη σειρά της οφείλεται στην κάμψη της νομισματικής παραγωγής της Αίγινας. Πάντως στην περιοχή της Θεσσαλίας, μολονότι είχαν ήδη κυκλοφορήσει οι πρώτες τοπικές αργυρές κοπές, ακολουθώντας και αυτές τον αιγινητικό νομισματικό σταθμητικό κανόνα, η επίμονη προτίμηση του νομίσματος της Αίγινας στις συναλλαγές και τους αποθησαυρισμούς απηχεί τον διεθνή χαρακτήρα του. 

 

Νομίσματα από το Κωρύκειον Άντρον

 

Το Κωρύκειον Άντρον στις πλαγιές του Παρνασσού, όχι μακριά από το πανελλήνιο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς, υπήρξε στην αρχαιότητα τό­πος λατρείας του Πάνα και των Νυμφών. Οι ανασκαφές στο εσωτερικό του σπη­λαίου αποκάλυψαν πλήθος τεχνουργη­μάτων, όπως πήλινα ειδώλια, αγαλματί­δια, αγγεία και νομίσματα, κατάλοιπα της λατρευτικής δραστηριότητας στο ιερό. Τα περισσότερα από τα εκατό νομίσματα που περισυλλέγησαν, είναι χάλκινα και χρονολογούνται στον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ. Τα 2/5 των νομισμάτων εκδόθηκαν από νομισματοκοπεία γειτονικά με το Κω­ρύκειον Αντρον, όπως των Φωκέων, των Λοκρών και των Αιτωλών.

Τα υπόλοιπα προέρχονται από περισ­σότερο απομακρυσμένες περιοχές, όπως τη Θεσσαλία, την Ατ­τική, την Πελοπόννησο, την Κέρκυρα, τη Λευκάδα, τη Μακεδονία και τη Μ. Ασία. Τα νομισματικά ευρήματα μαρτυρούν για την ποι­κίλη προέλευση των προσκυνητών του ιερού. Η καθιέρωση των χάλκινων νομισμάτων στο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κόσμου από τον 4ο αιώνα π.Χ. έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καθη­μερινή ζωή καθώς αποσκοπούσε στη διευκόλυνση των συναλλα­γών τοπικού χαρακτήρα και στην εξοικονόμηση πολύτιμου μετάλλου με την αντικατάσταση αργυρών κοπών. Σε αντίθεση με τα νομίσματα από ευγενή μέταλλα, οι χάλκινες κοπές χρησι­μοποιούνταν από όλα τα κοινωνικά στρώματα, και κυρίως από όσους συμμετείχαν στις πανηγύρεις, τις αγορές, τα δικα­στήρια, τους ταξιδιώτες. Συνεπώς, η κυκλοφορία και η γεω­γραφική εξάπλωση του χάλκινου νομίσματος είναι περισσότερο αντιπροσωπευτική της διακίνησης των ανθρώπων.       

                                                                                                   

Ιδεολογία και συμβολισμός

 

Τα νομίσματα ήταν αντικείμενα ευρείας χρήσης. Στην επιφάνειά τους αποτυπώνονταν θέματα χαρακτηριστικά της πόλης και εύκο­λα αναγνωρίσιμα από τους πολίτες. Με αυτή την έννοια, στην παρά­σταση και στην επιγραφή των νομισμάτων, συμπυκνώνονταν τα σύμ­βολα της κάθε ανεξάρτητης πόλης – κράτους και αργότερα του κάθε ηγεμόνα.

Μυθολογικές παραστάσεις και Θεοί

Αργυρός στατήρ Κορίνθου, περ. 340-325 π.χ.

Στα νομίσματα των πόλεων απεικονίζονται θέματα από την αρχαία ελληνική μυθολογία και τη θρησκεία. Πρόκειται για μύθους που τις περισσότερες φορές αφορούν στην τοπική ιστορία της πόλης (καταγωγή, τοπικοί ήρωες, προέλευση του ονόματος, ιδρυτές), κάνοντας έτσι και τα νομίσματα περισσότερο ανα­γνωρίσιμα. Το φτερωτό άλογο Πήγασος, ξεπήδησε από τη Μέδουσα Γοργώ, όταν την αποκεφάλισε ο Περσέας. Η Αθηνά Χαλινίτις, έδωσε στο μυθικό ήρωα Βελλερεφόντη τα χαλινάρια για να τον δαμάσει στην Κόρινθο, δίπλα στην πηγή Πειρήνη, σύμφωνα με το μύθο. Το δίπτυχο Πήγασος-Αθηνά είναι ο κύριος τύπος των κορινθιακών νομισμάτων από τον 6ο αιώνα π.Χ. έως το τέλος της κορινθιακής νομισματοκοπίας τον 3ο αιώνα μ.Χ.

Χλωρίδα – Πανίδα

Από τις πιο αγαπητές νομισματικές παραστάσεις είναι αυτές που προέρχονται από το βασίλειο των ζώων και των φυτών. Τις περισσό­τερες φορές επιλέχθηκαν γιατί ήταν τα κύρια προϊόντα μιας πόλης ή γιατί συνδέονταν με το όνομά της. Ζώα της ξηράς και της θάλασσας, αμφίβια και ερπετά, πτηνά και έντομα, δέντρα, φύλλα, καρποί, φρού­τα και κάθε λογής φυτά, κοσμούν νομίσματα διαφόρων πόλεων.

Στα τετράδραχμα της Εφέσου, η μέλισσα συνδέεται με τη λατρεία της Αρτέμιδος, αφού οι ιέρειές της ήταν γνωστές ως «μέλισσαι». Σταθερός νομισματικός τύπος της Κυρήνης υπήρξε η παράσταση του φυτού σιλφίου, χάρη στο εμπόριο του οποίου η πόλη όφειλε την πλεονεκτική της θέση ανάμεσα στις ελληνικές αποικίες της Αφρικής.

Το σίλφιον δεν υπάρχει πια ως φυτικό είδος και παραδίδεται από τους αρχαίους συγγραφείς Θεόφραστο και Διοσκουρίδη ως φάρ­μακο για όλες τις ασθένειες. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι στην εποχή του βρέθηκε μόνο ένα φυτό σιλφίου, το οποίο πρόσφεραν στον αυτοκράτορα Νέρωνα ως το τελευταίο δείγμα αυτού του πασίγνωστου τότε είδους. Το σέλινο που αποδίδεται φυσιοκρατικά, στην πρό­σθια όψη των αργυρών αλλά και των χάλκινων νομισμάτων του Σελινούντος στη Σικελία, λειτουργούσε και ως «λαλούν σύμβολο» της πόλης. Η παράσταση του φυτού με την ίδια ονομασία με την πόλη, κάνει άμεσα ανα­γνωρίσιμο το νόμισμα και αυτή είναι μια πρακτική που ακολού­θησαν πολλές πόλεις.

 Γλυπτά

Πολλές φορές στα νομίσματα απεικονίστηκαν γλυπτά έργα που ήταν ονομαστά στην αρχαιότητα και η φήμη τους διατηρήθηκε με το πέρασμα του χρόνου. Οι χαράκτες της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής απέφυγαν, κατά κανόνα, να αντιγράψουν σύγχρονα γλυπτά έργα και προτίμησαν να διατηρήσουν μια αυτονομία στην τέχνη τους. Οι χαράκτες όμως της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής εποχής πολύ συχνά αντέγραψαν έργα της κλασικής εποχής, αποτυπώνοντας το μεγαλείο της δημιουργίας των προκατόχων τους.

 

Αργυρή δραχμή Επιδαύρου (πρώτο τέταρτο 3ου αιώνα π.χ.)

 

Τα νομίσματα αυτά έγιναν έτσι πολύτιμοι μάρτυρες για έργα που δεν σώζονται και βοήθησαν στην αναπαράστασή τους από τη νεώτερη έρευνα. Στα νομίσματα της Επιδαύρου, απεικονίζεται ο τύπος του χρυσελε­φάντινου αγάλματος του Ασκληπιού, θεού της ιατρικής, καθιστού με σκήπτρο και φίδι. Βρισκόταν στην Επίδαυρο, έδρα της λατρείας του Ασκληπιού και ήταν φημισμένο έργο του γλύπτη Θρασυμήδη από την Πάρο. Πρόκειται για σπάνια περίπτωση κατά την οποία το νόμισμα και το γλυπτό ανήκουν στην ίδια εποχή.

 

Πορτραίτα

Οι ηγεμόνες των ελληνιστικών βασιλείων τόλμησαν να απεικονί­σουν τα πορτραίτα τους στα νομίσματά τους, μια συνήθεια που είχαν ξεκινήσει ήδη από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. οι σατράπες της υπό περσική κατοχή Ανατολής. Αυτή η τακτική, που στα ρωμαϊ­κά χρόνια έγινε κανόνας, εξυπηρετούσε διάφορους σκοπούς.

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά με τα οποία επέλεγε να αποδοθεί ο κάθε ηγεμόνας, δηλαδή το διάδημα, απλή ταινία ή με κέρατα, η δορά ελέφαντα, το ακτινωτό στέμμα, το κράνος, του προσέδιδαν μεγα­λύτερη αίγλη ως σύμβολα εξουσίας ή θεοποίησης και τον συνέδε­αν στις συνειδήσεις των λαών τους με συγκεκριμένα πρότυπα. Οι εικονιστικές αυτές κεφαλές μετέφεραν και διέδιδαν την εικόνα του βασιλέα, ηγεμόνα ή μονάρχη και την έκαναν γνωστή, προπαγανδί­ζοντας τη δύναμή του, σε συνδυασμό και με τις μεγαλεπήβολες επιγραφές στα νομίσματα που έκοψαν.

Από τεχνικής απόψεως τα πορτραίτα, στην αρχή ιδεαλιστικά, στη συνέχεια ρεαλιστικά, άλλες φορές είναι στατικά και δείχνουν περιο­ρισμένα στην κυκλική επιφάνεια των νομισμάτων και άλλες φορές διακρίνονται από δυναμισμό και ελευθεριότητα, που προδίδουν τη δύναμη και την τόλμη του χαράκτη τους.

Γυναικεία πορτραίτα απα­ντούν κατεξοχήν στα νομίσματα του βασιλείου της Αιγύπτου. Στους χρυσούς στατήρες, που εξέδωσαν οι ελληνικές πόλεις περί το 196 π.Χ., προκειμένου να τιμήσουν τον ρωμαίο στρατηγό Τίτο Φλαμινίνο, για την νίκη του εναντίον του Φιλίππου Ε’ στις Κυνός Κεφαλές (197 π.Χ.), αποτυπώθηκε ένα ρεαλιστικό πορτραίτο του. Αποτελεί ταυτοχρόνως ένα από τα τελευταία του είδους του ελληνιστικό πορτραίτο σε ευρωπαϊκό έδαφος και το πρώτο ρωμαϊκό. Το πορτραίτο του βασιλιά Ευκρατίδη Α’ της Βακτρίας αποδίδεται με κράνος και ψηλό λοφίο, κέρατο και αυτί βοδιού, στοιχεία που εμπλουτίζουν τη φυσιοκρατική εικόνα του.

 

Οικοδομήματα

Πολλές ελληνικές πόλεις απεικόνισαν στην οπίσθια όψη των νομισμάτων τους οικοδομήματα και αρχιτεκτονικά σύνολα. Σ’ αυτά συγκαταλέγονται ναοί και ιερά διαφόρων αρχιτεκτονικών τύπων, που πολλές φορές αποδίδονται προοπτικά ή άλλες με στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου και συνήθως συνοδεύονται από το λατρευτικό άγαλμα του θεού, στο εσωτερικό τους. Στις περιπτώσεις των σύνθετων οικοδομημάτων και των αρχιτεκτονικών συμπλεγμάτων από δυο ή περισσότερους ναούς οι χαράκτες εκμεταλλεύτηκαν με άριστο τρόπο την μικρή μεταλλική επιφάνεια των νομισμάτων.

Στο ίδιο εικονογραφικό θέμα ανήκουν παραστάσεις με τείχη πόλεων, πύλες και αψίδες, βωμούς, γέφυρες, αλλά και λιμάνια με νεώρια, φάροι, καθώς και ειδικές κατασκευές με συγκεκριμένη χρήση. Στην πίσω πλευρά χάλκινου νομίσματος της Αλεξάνδρειας απεικονίζεται ο Φάρος της πόλης, ένα από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας, η φήμη του οποίου είναι γνωστή ως τις μέρες μας. Ήταν έργο του έλληνα αρχιτέκτονα Σωστράτου και παραγγέλθηκε από τον Πτολεμαίο Β’ (286-246 π.Χ.).

 

Κείμενα των: Δέσποινας Ευγενίδου, Ευαγγελίας Αποστόλου, Γιάννη Στόγια, Παναγιώτη Τσελέκα, Μαίρης Φουντουλή, Ευτέρπης Ράλλη, * Αλέξη Τότσικα.

   

Πηγές


  • Υπουργείο Πολιτισμού – Νομισματικό Μουσείο, «Η Ιστορία του Νομίσματος», Αθήνα, χ.χ.
  • Αλέξης Τότσικας, «η δραχμή μας», Ιστόραμα, 2002.
  • Ιστορία των νομισμάτων, «Ήτοι εγχειρίδιον ελληνικής νομισματικής / Barclay V. Head», μεταφρασθέν εκ της αγγλικής και συμπληρωθέν υπό Ιωάννου Ν. Σβορώνου, πίνακες Α΄-ΛΕ΄, Εν Αθήναις, Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1898.
  • Αδαμάντιος Γ. Κρασανάκης, «Νομισματική Ιστορία και τα Αρχαία Νομίσματα Κρήτης». Αθήνα, 2003.

Read Full Post »

Άγιος Γεώργιος – Λαογραφία


 

 Ένας βαθιά ελληνικός ορθόδοξος άγιος με «ρίζες» και «κλαδιά» πέρα από την ορθοδοξία

Υπάρχουν άγιοι στην ορθοδοξία που οι θρύλοι οι οποίοι τους συνοδεύουν φανερώνουν την ιδιαίτερη σχέση και αγάπη των πιστών προς αυτούς, σχέση που τους εκτείνει πέρα από τα όρια του δόγματος και της θρησκείας, τους καθιστά περισσότερο οικείους και οικουμενικούς.

Εικόνα Αγίου Γεωργίου

Ένας από τους κυριότερους τέτοιους αγίους είναι ο Καππαδόκης άγιος Γεώργιος, ο οποίος στη λαϊκή ψυχή έχει στοιχεία αγιοσύνης και ηρωισμού ταυτόχρονα, όπως και ο άλλος έφιππος άγιος, ο άγιος Δημήτριος. Στην Καππαδοκία, μάλιστα, πιστεύουν ότι τα άλογα του Άι-Γιώργη, του Άι-Δημήτρη, των αγίων Θεοδώρων και του αγίου Μηνά τρέχουν στον ουρανό και ότι είναι αυτά που προκαλούν τις βροντές και τις αστραπές με τα πέταλά τους.

Το βασικό χαρακτηριστικό όμως του αγίου Γεωργίου σύμφωνα με τους θρύλους που σχετίζονται μ’ αυτόν, το φανερώνει το επίθετο «δρακοντοκτόνος», επειδή ο άγιος σκότωσε έναν δράκο που φρουρούσε όλο το νερό της περιοχής και δεν άφηνε τους κατοίκους να υδρευτούν, αν δεν του έδιναν βορά κάθε φορά από έναν συντοπίτη τους. Αυτό συνεχιζόταν επί πολλά χρόνια, μέχρι που ήρθε η σειρά της μονάκριβης κόρης του τοπικού άρχοντα να θυσιαστεί στον δράκο. Τότε, ο άγιος, καβαλάρης, με το κοντάρι του σκότωσε τον δράκο, έσωσε την κοπέλα και ελευθέρωσε και την πόλη.

Το αξιοσημείωτο στην όλη ιστορία είναι ότι την ιδιότητα του δρακοντοκτόνου ο άγιος την αποκτά μόλις τον εντέκατο αιώνα, και όχι ενωρίτερα. Οι παλαιότερες παραστάσεις του αγίου τον εικονίζουν ως αξιωματούχο. Γράφει σχετικά η αναπληρώτρια καθηγήτρια Βυζαντινής Τέχνης, Μαρία Βασιλάκη: «Οι κατ’ εξοχήν δρακοντοκτόνοι άγιοι στην Ανατολική Εκκλησία ήταν οι δυο Θεόδωροι, ο Τήρων και ο Στρατηλάτης. Η παλαιότερη παράσταση με τον Γεώργιο του έκτου αιώνα τον δείχνει ως αξιωματούχο, δηλαδή με την επίσημη και όχι με τη στρατιωτική του στολή. Δεν γνωρίζω για παράσταση του ένατου αιώνα. Πάντως, μόλις τον εντέκατο εμφανίζεται ως δρακοντοκτόνος. Πως και γιατί αντικαταστάθηκαν οι Θεόδωροι από τον Γεώργιο είναι ένα ζητούμενο». Το γεγονός πάντως δεν είναι άσχετο και με το ότι τον εντέκατο αιώνα το Βυζάντιο βρίσκεται πλέον σε εξαιρετικά δυσχερή θέση.

Ως δρακοντοκτόνο, τον άγιο τον διεκδίκησε και το Ισλάμ, κατά τον δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο αιώνα, ονομάζοντας τον Σαρί Σαλτίκ. Σύμφωνα με τον δικό τους θρύλο, ο Σαρί Σαλτίκ, πιστός σύντροφος του Χατζί Μπεκτάς (ιδρυτή του τάγματος των Μπεκτασήδων) έφθασε στη Βουλγαρία, σκότωσε έναν δράκοντα με επτά κεφάλια, απελευθέρωσε τη βασιλοπούλα και οι χριστιανοί (οι «άλλοι») ασπάστηκαν τον Μωάμεθ. Ο ίδιος θρύλος είναι πολύ ισχυρός στην Κρόια της Αλβανίας, αλλά και στη Βοσνία.

 

Ο Άγιος Γεώργιος (εικόνα αγνώστου, 1830). Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου – Άνω Σύρος.

 

Αρχαιοελληνικές καταβολές…

Στην ελληνική παράδοση, δρακοντοκτόνους ήρωες έχουμε και στα προ Χριστού χρόνια, ο θρύλος των οποίων επέζησε στους μετά Χριστόν αγίους. Έτσι, ο Άι-Γιώργης αποτελεί συνέχεια του ηλιακού θεού Απόλλωνα, ο οποίος σκότωσε τον πύθωνα στους Δελφούς.

Ο πύθωνας ήταν ένα μεγάλο σαυροειδές τέρας που γέννησε η Γη. Ζούσε στις μεγάλες βραχώδεις σχισμές των νοτίων παρυφών του Παρνασσού και προστάτευε τις πηγές Μάνα και Κασταλία, ενώ καταδίωκε τις Νύμφες, προκαλούσε ανέμους και έφερνε καταστροφές. Το θηρίο αυτό σκότωσε με το τόξο του ο Απόλλων και στη συνέχεια έφυγε από τους Δελφούς για να εξαγνισθεί. Αφού εξαγνίστηκε, επέστρεψε και έτσι καθιερώθηκε η λατρεία του στους Δελφούς. Από το γεγονός αυτό πήρε την επωνυμία Πύθιος, και η ιέρειά του ονομάστηκε Πυθία. Στον μύθο αυτόν βασίζεται και το άγαλμα του Απόλλωνα του Σαυροκτόνου, που αποδίδεται στον Πραξιτέλη. Σχετικός επίσης μπορεί να θεωρηθεί και ο αρχαιοελληνικός μύθος του Περσέα, ήρωα των Μυκηνών, ο οποίος επίσης σκότωσε έναν δράκοντα.

Η απολλώνια λατρεία λοιπόν πέρασε στους θρύλους του αγίου Γεωργίου, ο οποίος όμως συνδέεται με τον ηλιακό θεό και με άλλον τρόπο: πριν από τη θανατική καταδίκη του, ο άγιος είχε μεταφερθεί από τον Διοκλητιανό στον ναό του Απόλλωνα, με τον όρο να δεχτεί τη θεότητά του και να θυσιάσει στα είδωλα. Ο άγιος Γεώργιος όμως αρνήθηκε, μεσούντος του πλέον αιματηρού διωγμού των Χριστιανών.

Ο άγιος Γεώργιος των Μπεκτασήδων

Ο σύγχρονος ελληνισμός έχει συνδέσει με πλήθος εθίμων τη γιορτή του αγίου Γεωργίου. Τόσα πολλά είναι τα έθιμα πού συνοδεύουν τις γιορτές του, ώστε είναι αδύνατον να καταγραφούν όλα και από όλα τα μέρη του ελληνισμού. Κοινό χαρακτηριστικό των περισσοτέρων είναι ότι ανήμερα της γιορτής του τρώνε αρνί, ενώ το ζώο αυτό, σε πολλά κτηνοτροφικά μέρη, κατά τη σχετική πανήγυρη, το περιφέρουν γύρω από την εκκλησία του αγίου, ενώ κολλούσαν κεριά στα κέρατά του και τα άναβαν, καθώς πήγαιναν να προσκυνήσουν.

Ο άγιος Γεώργιος όμως είναι αγαπημένος άγιος και των μουσουλμάνων Μπεκτασήδων ή Αλεβιτών (αίρεση του Ισλάμ, κατά πολλούς όμως θεωρούνται κρυπτοχριστιανοί). Ιδιαίτερα σε περιοχές της Θράκης, ο άγιος Γεώργιος τιμάται σε πολλούς τεκέδες (αλεβίτικα μοναστήρια), αλλά και στις πολλές ορθόδοξες εκκλησιές και παρεκκλήσια του αγίου που υπάρχουν στην περιοχή πολλές φορές απαντώνται μουσουλμάνοι που πηγαίνουν να προσευχηθούν ή να αφήσουν κάποιο τάμα! Κυρίως όμως προσφέρουν θυσίες ζώων, τα λεγόμενα Κουρμπάνια, κατά την ημέρα της γιορτής του αγίου, με το παλαιό ημερολόγιο, στις 6 Μαΐου. Τα κυριότερα παρεκκλήσια στη θρακική περιοχή που επισκέπτονται οι Αλεβίτες-Μπεκτασήδες είναι τα έξης:

Ο Άγιος Γεώργιος Δρυμιάς: Βρίσκεται βορειοδυτικά της Ξάνθης, στην Κοινότητα Πασχαλιάς. Οι μουσουλμάνοι ονομάζουν το παρεκκλήσι αυτό Bayramli j Paskalya Ay Yorgi. Όταν επισκέπτονται το παρεκκλήσι, αποσύρονται σε κελιά που υπάρχουν στο πίσω μέρος του ναού για να προσευχηθούν. Ο χώρος είναι γεμάτος με αφιερώματα από μουσουλμάνους, κυρίως Πομάκους (αφιερωματικές πλάκες με αραβικές επιγραφές, τερλίκια πομακικά, μικρές στάμνες, κομπολόγια κ.α.).

Ο  Άγιος   Γεώργιος   Πόταμου: Απέχει 4 χιλιόμετρα από την Αλεξανδρούπολη, και βρίθει αφιερωμάτων από μουσουλμάνους.

Ο Άγιος Γεώργιος Λουτρού: Απέχει13 χιλιόμετρααπό την Αλεξανδρούπολη, προς Φέρρες, μετά από τα ερείπια της αρχαίας Τραϊανουπόλεως. Εδώ οι επισκέψεις των μουσουλμάνων γίνονται το καλοκαίρι, και συνδυάζονται με τη λουτροθεραπεία στις ιαματικές πηγές της Τραϊανουπόλεως.

Ο Άγιος Γεώργιος Πετρωτών: Απέχει 32 χιλιόμετρα, νοτιοανατολικά της Κομοτηνής. Εκεί συμπροσεύχονται οι μουσουλμάνοι στις 6 Μαΐου, και μιλούν για πολλά θαύματα του αγίου που οι ίδιοι έχουν βιώσει.

Χιδελερέζ…

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την Τουρκοκρατία τα παρεκκλήσια που προαναφέραμε χρησιμοποιήθηκαν από τους Μπεκτασήδες τεκέδες, και μάλιστα έτσι τα αποκαλούν μέχρι σήμερα. Τον άγιο Γεώργιο πολλές φορές τον συγχέουν με τον Προφήτη Ηλία (επίσης πολύ αγαπημένο τους Μπεκτασήδες) και τον ονομάζουν Χιδελερέζ, σύνθετο όνομα από το Χιζίρ (Γεώργιος) και Ελέζ (Ηλίας).

Άγιος Γεώργιος ο Καππαδόκης

Η γιορτή του αγίου Γεωργίου (Χιδελερέζ), στον μουσουλμανικό κόσμο της Θράκης, λόγω του ότι λαμβάνει χώρα στις αρχές του καλοκαιριού, συνδυάζεται με υπαίθρια γλέντια (κουρμπάνια), ψήσιμο αρνιών, τα οποία μοιράζουν σε όλους τους παρευρισκόμενους, και σε ορισμένα χωριά συνδυάζεται με τις κούνιες: κάνουν αυτοσχέδιες κούνιες από δέντρο σε δέντρο, όπου κάθονται νεαρές κοπέλες ενώ τα νεαρά αγόρια κουνούν το καθένα την κοπέλα που του αρέσει.

Η τιμή που αποδίδουν οι Μπεκτασήδες στον Άι-Γιώργη φαίνεται και από ένα επιπλέον γεγονός: στις Φέρρες, βρίσκεται το μαυσωλείο ενός αγίου του μπεκτασισμού, του Sari Saltik. Ο συγκεκριμένος άγιος γιορτάζεται ανήμερα του αγίου Γεωργίου, στη συνείδηση των πιστών του ταυτίζεται με τον άγιο Γεώργιο, ενώ πολλές φορές τον παρουσιάζουν με τα άμφια του αγίου Νικολάου. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ημέρα της γιορτής του συρρέουν στο μαυσωλείο και πολλοί χριστιανοί.

Στον Έβρο, στις Καστανιές

 

Ας παραμείνουμε λίγο περισσότερο στο γεωγραφικό αυτό κομμάτι της Ελλάδας, πηγαίνοντας στις Καστανιές του Έβρου, όπου γιορτάζουν τον άγιο Γεώργιο επί τρεις μέρες. Την παραμονή της γιορτής οι γυναίκες ζυμώνουν 6 άρτους και τους πηγαίνουν στην εκκλησία, ενώ τα κορίτσια σηκώνονται χαράματα (ανήμερα της γιορτής) και κόβουν πρασινάδες και λουλούδια, με τα όποια στολίζουν το σπίτι τους, ενώ τα μεγάλα στάχυα τα χαρίζουν στον άγιο, για να χαρίσει καλή καρποφορία.

Τα νεαρά αγόρια κόβουν ένα κλαδί μελιάς με φύλλα και το κάνουν λάβαρο (μπαϊράκι). Όταν τελειώσει η λειτουργία στην εκκλησία, γυρνούν με νταούλια σε ζουρνάδες σε όλο το χωριό ενώ με τα λάβαρα χτυπούν τα παράθυρα των σπιτιών. Μετά από τον ηχηρό αυτόν γύρο του χωριού, τα παλικάρια μαζεύονται στην εκκλησία, όπου υπάρχουν δυο πρόβατα, ως προσφορά στον άγιο. Όποιος σφάξει το πρώτο παίρνει την προβιά και το συκώτι, ενώ ο παπάς την πλάτη. Το υπόλοιπο το μαγειρεύουν με ρύζι και το τρώνε όλοι μαζί. Το δεύτερο πρόβατο είναι το έπαθλο των αγώνων πάλης μεταξύ των αγοριών που ακολουθεί. Η επόμενη (τελευταία) ημέρα κυλά με χορούς τραγούδια και μεγάλο γλέντι με κάθε είδους πειράγματα μεταξύ των εορταζόντων.

Ο Σκυριανός Άι-Γιώργης

Από τον Έβρο πλέουμε προς τη Σκύρο, όπου ο Άι-Γιώργης είναι ο πολιούχος του νησιού, με μεγάλη φήμη ως θαυματουργού. Η εκκλησία του ανεγέρθη γύρω στο 1600, αλλά η μονή είναι πολύ παλαιότερη, πριν από το 1494. Η εικόνα του πήγε εκεί από την Κωνσταντινούπολη, επί εικονομαχίας, και εξαιτίας αυτού οι Ενετοί ονόμαζαν την Σκύρο Isola San Giorgio (το νησί του αγίου Γεωργίου). Στη γιορτή του κάθε χρόνο συνέρεαν εκεί πιστοί από τη Σμύρνη και από τους Αγίους Τόπους, φέρνοντας μύρο, εξ ου και η φράση: «για συγγνώμη και για μύρο, κίνησε να πας στη Σκύρο», ενώ οι ντόπιοι τραγουδούσαν: «άγιε μου Γιώργη Σκυριανέ, μεγάλε και θαυματουργέ».

Το τραγούδι του Άργους

Μιλώντας όμως για τραγούδια, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε σε μία παραλλαγή του τραγουδιού του αγίου, που τραγουδιέται στο Άργος, κατά την πανήγυρη προς τιμήν του αγίου, τραγούδι το οποίο αρχίζει να περνάει στην λήθη από το 1913 και έπειτα. Αυτό που κάνει το τραγούδι ιδιαίτερο είναι ότι έχει δομηθεί ως λαϊκό δημιούργημα που εκφράζει την έντονη θρησκευτικότητα του λαού πάνω στον θρύλο της συνάντησης του αγίου με τον δράκοντα και τη νίκη του αγίου στην αναμέτρησή του με το κακό. Κάτι ανάλογο με την νίκη του Ιησού επί του διαβόλου, που καταδεικνύει την αγαθότητα, την αποτελεσματικότητα και τα θαυματουργά χαρακτηριστικά του αγίου.

Άγιος Γεώργιος

Στην Αράχοβα, από τον Καραϊσκάκη στον Άι- Γιώργη…

Συνεχίζοντας το «αγιωργίτικο» ταξίδι μας στην Ελλάδα, κάνουμε οπωσδήποτε μία στάση στην Αράχοβα, όπου ο άγιος γιορτάζεται με μεγάλη επισημότητα, λιτάνευση της εικόνας του, καθώς μουσικά όργανα τη συνοδεύουν όπως και τιμητική ακολουθία με γυναίκες και άνδρες που φορούν παραδοσιακές φορεσιές. Μετά από τη λιτάνευση ακολουθεί πολύς χορός και γλέντι, όπου, κατά τα σύγχρονα χρόνια, η μουσική και τα όργανα έχουν αντικαταστήσει πλήρως το τραγούδι.

Σημειώνουμε ότι και εδώ η γιορτή κρατά τρεις ήμερες. Την πρώτη ημέρα μάλιστα γίνεται αγώνας δρόμου μεταξύ των γερόντων της περιοχής, κατά τον οποίο τρέχουν στο στάδιο και ανεβαίνουν έναν δύσκολο ανήφορο με κροκάλες (στρογγυλές πέτρες) γονατιστοί! Ο πρώτος παίρνει ως έπαθλο ένα αρνί, το όποιο ψήνει και το μοιράζεται με όλους όσοι αγωνίστηκαν μαζί του. Ουσιαστικά, το πραγματικό έπαθλο είναι η ηθική ικανοποίηση της πρωτιάς.

Κάνοντας μία παρένθεση, οφείλουμε να πούμε ότι παρόμοιοι αγώνες γίνονται και στη Λοκρίδα, αλλά και σε άλλα χωριά της Ρούμελης, με ανάλογο έπαθλο. Εκεί, ανήμερα του Άι-Γιώργη έκαναν και το ρόγισμα: αυτό ήταν η συμφωνία (ρόγα) που έκλεινε κάθε βοσκός που ήθελε βοηθό, και που κρατούσε (η συμφωνία) μέχρι του αγίου Δημητρίου. Επανερχόμαστε στην Αράχοβα, για να επισημάνουμε ότι οι γέροντες έχουν μία ιδιαίτερη θέση στις σχετικές με τον άγιο Γεώργιο γιορτές, χωρίς όμως να είναι γνωστός ο λόγος για τον οποίο επικράτησε αυτός ο ρόλος των γερόντων.

Σήμερα βέβαια, κατά τον εορτασμό δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός ρόλων και όλοι μαζί (από πολύ μικρά παιδιά μέχρι πολύ ηλικιωμένοι) γλεντούν και συμμετέχουν στις εκδηλώσεις. Παλαιότερα όμως, οι γέροι ήταν αυτοί που ξεκινούσαν τον χορό και ο καθένας τους τραγουδούσε το τραγούδι του αγίου μόνος του. Αυτό έχει εκλείψει πια. Το τραγούδι του αγίου σχετίζεται και εδώ με τον δράκοντα και το νερό που φυλάει και δεν αφήνει κανέναν να το χρησιμοποιήσει, ενώ τρεις λυγερές κοπέλες τον παρακαλούν να αφήσει το νερό ελεύθερο. Το τραγούδι αυτό είναι πολύ πιθανό να έχει τις ρίζες του στο 1826, στη μεγάλη μάχη της Αράχοβας.

Κατά πολλούς, αποτελεί έναν συμβολισμό του θριάμβου του Καραϊσκάκη στη μάχη (ο οποίος σχετίζεται με τον Άι-Γιώργη), ενώ ο Τούρκος είναι ο δράκοντας που έκοψε το νερό (πράγματι, οι Τούρκοι στερούσαν το νερό από τους κατοίκους της περιοχής), ενώ στις τρεις λυγερές «βλέπουν» τις δυνάμεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, που υποτίθεται ότι ενεργούν προς το συμφέρον της Ελλάδος.

Για άλλη μία φορά λοιπόν μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι λαογραφία και ιστορία, μύθοι, θρύλοι και γεγονότα «μπερδεύονται γλυκά», απεικονίζοντας την ιδιαίτερη πραγματικότητα και στοιχεία της ίδιας της διαχρονικής ψυχής των λαών.

 

Μαρία Σταματιάδου

Νομικός – Αρθρογράφος

 

Πηγή 


  • Περιοδικό, «Νέμεσις», τεύχος 113, Μάρτιος 2011.

Read Full Post »

Πελοπόννησος – Η Κιβωτός του Ελληνικού Πολιτισμού


 

Πελοπόννησος, η μεγαλύτερη και η νοτιότερη χερσόνησος της Ελλάδος και η νοτιότερη της Ευρώπης. Έχει έκταση 21.439 τ. χλμ. και διοικητικώς χωρί­ζεται σε επτά νομούς : Αργολίδας, Αρκαδίας, Αχαΐας, Ηλείας, Κορινθίας,  Λακωνίας και Μεσσηνίας. Από την εποχή που για πρώτη φορά κατοικήθηκε η Πελοπόννησος, μέχρι σήμερα, ήταν πάντοτε ένας ζωτικός χώρος της ελληνικής γης. Δεμένη με την υπόλοιπη χώρα, αλλά με έντονα δικό της χαρακτήρα και γεωγραφική διαμόρφωση, ευνόησε μια πολύμορφη ανάπτυξη του πολιτισμού, χωρίς όμως αυτός να χάσει την ενότητά του, ανοιχτή από πολύ νωρίς στο Αιγαίο, αλλά και στην Αδριατική, υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα, όπου ο ελληνικός Πολι­τισμός γεννήθηκε και διατηρήθηκε γνήσιος στην διάρκεια των αιώνων.

 

Χάρτης της Πελοποννήσου (Map of Peloponnese) - Frederik de Wit, 1702.

 

Κάθε περιοχή της Πελοποννήσου είχε από την αρχή τα ιδιαίτερα εκείνα γνωρίσματα, που χαρακτήρισαν την ζωή και την τέχνη της στους αιώνες που ακολούθησαν. Η Αργολίδα και η Κορινθία, σε άμεση επαφή με την κατ’ εξοχή ελληνική θάλασσα, που τις ένωνε με την ανατολή, ήταν πάντοτε οι προο­δευτικότερες περιοχές, εκείνες όπου οι καινούργιες ιδέες έπαιρναν χαρακτήρα ελληνικό και εξελίσσονταν διαρκώς σε νέες μορφές πολιτισμού. Η Αρκαδία, απομονωμένη στα βουνά της, δημιούργησε τον δικό της κόσμο και έμεινε πιστή στη δική της παράδοση: οι αρκαδικοί μύθοι και οι ιδιόρρυθμες αρκαδικές λατρείες διατήρησαν στα επόμενα χρόνια πανάρχαια στοιχεία, όπου μπορεί κανείς ν’ ανιχνεύσει τις ίδιες τις ρίζες του ελληνισμού.

Η Αχαΐα και η Ηλεία δεν απομονώθηκαν ποτέ από την ανατολή, δέχθηκαν όμως, όπως άλλωστε ήταν φυσικό, περισσότερο τις επιδράσεις της Δύσης και δέθηκαν με την υπόλοιπη δυτική Ελλάδα και μέσω αυτής με τη βόρειο. Στη μεγάλη μεσσηνιακή πεδιάδα συνδυάστηκαν τα αργολικά στοιχεία με τις δυτικές επιδράσεις και η περιοχή έγινε το δεύτερο σε σπουδαιότητα κέντρο της Πελοποννήσου στα προϊστορικά αλλά και στα πρώιμα ιστορικά χρόνια, μέχρι την κατάκτησή της από τους Σπαρτιάτες.

Η Λακωνία τέλος δεν υπήρξε καθόλου μια κλειστή και συντηρητική περιοχή, που αδιαφόρησε για την τέχνη: από πολύ νωρίς μαρτυρούνται οι επαφές της με την Κρήτη, υπήρξε κέντρο μυκηναϊκό, και τα εργαστήριά της έγιναν ξακουστά κατά τη διάρκεια της γεωμετρικής και της αρχαϊκής περιόδου, επηρεαζόμενα έντονα μάλιστα, από ιωνικές επιδράσεις.

Η αρχαιολογική έρευνα έδωσε από την αρχή περισσότερο βάρος στην Πελοπόννησο, παρά σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Ελλάδας επαληθεύοντας την παράδοση στο μεγαλύτερο μέρος της. Έτσι με σχετική σαφήνεια γνωρίζουμε τις πολιτισμικές φάσεις της από τα πρώιμα χρόνια της προϊστορίας έως το τέλος του αρχαίου κόσμου, ενώ συνεχώς νέα στοιχεία συνεχίζουν να μας αποκαλύπτουν πολύτιμες μαρτυρίες για τις περιόδους που άνηκαν πριν στην περιοχή του μύθου και που τώρα αποκτούν πλέον ιστορική υπόσταση. Οι τελευταίες ανασκαφές στην περιοχή της Κυλλήνης – Κατακώλου, αλλά και στην ανατολική Ηλεία, βεβαίωσαν την ανθρώπινη παρουσία στην Πελοπόννησο ήδη από την Μέση Παλαιολιθική περίοδο (γύρω στο 10.000 π.Χ.). Μια σημαντική, πρόσφατη επίσης, ανακάλυψη για την απώτερη προϊστορία της Πελοποννήσου αλλά και γενικότερα της Ελλάδας είναι το σπήλαιο της Φράγχθης στην Ερμιονίδα, στο οποίο βρέθηκαν διαδοχικά στρώματα ανθρώπινης εγκατάστασης από την παλαιολιθική έως και την νεολιθική περίοδο.

Η Νεολιθική εποχή χαρακτηρίζεται στην Πελοπόννησο, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα από την προοδευτική ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, τη δημιουργία νόμιμων συνοικισμών και τη χρήση της κεραμικής. Στις επόμενες φάσεις ο αριθμός των νεολιθικών θέσεων της Πελοποννήσου αυξάνεται.

Στην Αργολιδοκορινθία, η Κόρινθος, η Γωνία, η Νεμέα, η Πρόσυμνα, η Λέρνα έδωσαν άφθονα νεολιθικά ευρήματα. Στην Αρκαδία, η Ασέα και τα Αγιωργίτικα. Νοτιότερα, στη Λακωνία και στη μεσσηνιακή Μάνη, το Κουφόβουνο, τελευταία το γνωστό σπήλαιο της Αλεπότρυπας στον Δυρό, η Καρδαμύλη και η Ζαρνάτα. Στη βόρειο Μεσσηνία η ακρόπολη της Μάλθης, αλλά και σε άλλες περιοχές, όπου η έρευνα βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της επιφανειακής ανίχνευσης. Στην Ηλεία τέλος η περιοχή του κάστρου του Χλεμούτσι και το Αρνοκατάραχο, κοντά στην Ολυμπία, έχουν δώσει στοιχεία για την ύπαρξη οικισμών.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Οπωσδήποτε η Πελοπόννησος δεν έχει να παρουσιάσει άνθιση πολιτισμού όμοια με εκείνη π.χ. του Διμηνιού, ακολουθεί όμως από πολύ κοντά την εξέλιξη, αποκτά ισχυρή νεολιθική παράδοση και στην επόμενη μεγάλη φάση της Προϊστορίας, την εποχή του χαλκού, στο έδαφός της κυρίως θα αναπτυχθεί ο λεγόμενος Ελλαδικός πολιτισμός. Στην Πελοπόννησο η πρώιμη φάση της πρώτης μεγάλης περιόδου της Χαλκοκρατίας, της Πρωτοελλαδικής απετέλεσε στην ουσία μια συνέχεια της τελευταίας νεολιθικής.

Η ακμή σημειώθηκε στην Πρωτοελλαδική (2500 – 2100 π.Χ.) με την ίδρυση κέντρων όπως η Λέρνα, η Τίρυνθα, οι Ζυγουριές, του Κοράκου, η Μάλθη, και με την ανάπτυξη των εξωτερικών σχέσεων. Στο τέλος αυτής της περιόδου μια αρκετά βίαιη αλλαγή είναι φανερή από τα αρχαιολογικά δεδομένα που μαρτυρούν εισβολές και μετακινήσεις, που πιθανότατα δεν είναι άσχετες με τη σύγχρονη μεγάλη καταστροφή που έχει διαπιστωθεί στις δυτικές και νότιες ακτές της Μικράς Ασίας.

Τα φύλλα που κατοικούσαν την Πελοπόννησο πριν από το 2000 π.Χ. ήταν οι λεγόμενοι Πρωτοαχαιοί στην Αχαΐα, οι Καύσωνες στη Μεσσηνία και οι Πελασγοί στο μεγαλύτερο μέρος της κεντρικής και της ανατολικής πλευράς της.

Λίγο μετά το 2000 π.Χ. άρχισε η κάθοδος των Πρωτοελλήνων από τις βορειότερες περιοχές της χώρας: οι Ίωνες εγκαταστάθηκαν στην Αργολιδοκορινθία, στην Κυνουρία, στην Αχαΐα, στην Πισατίδα, στη βόρειο Τριφυλία, και οι Αρκάδες στη βόρειο και την κεντρική Αρκαδία, απ’ όπου και διέδωσαν τη διάλεκτό τους σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Η κάθοδος και η εγκατάσταση των νέων φυλών στην Πελοπόννησο αυτήν την περίοδο, αλλού έγινε ομαλά και αλλού βίαια. Στην πυκνοκατοικημένη Αργολιδοκορινθία, καταστρέφονται η Λέρνα, η Τίρυνθα, η Ασίνη, οι Ζυγουριές και η Κόρινθος.

 

Τα τείχη της Τίρυνθας (Walls of Tiryns) – Edward Dodwell, 1834.

 

Στην Μεσσηνία έχει βεβαιωθεί η ύπαρξη τουλάχιστον δέκα πρωτοελλαδικών συνοικισμών με σπουδαιότερο αυτόν της Μάλθης. Στην Αρκαδία έχουν επισημανθεί συνοικισμοί στα Αγιωργίτικα, στην Ηραία και στην Ασέα. Στη Λακωνία κατοικήθηκε κυρίως η κοιλάδα του Ευρώτα και μαρτυρούνται σχέσεις με την Κρήτη. Στην Ηλεία τέλος, κατά μήκος της παραλίας της έχουν διαπιστωθεί πρωτοελλαδικές εγκαταστάσεις. Υπήρχαν σίγουρα επαφές με το Αιγαίο, σύμφωνα με τα κυκλαδικά ειδώλια που βρέθηκαν εκεί μαζί με οψιανό.

Οι δημιουργοί του Μεσοελλαδικού πολιτισμού θεωρούνται ως οι πρώτοι Έλληνες. Την υπόθεση αυτή βεβαιώνει η αδιάσπαστη συνέχεια στην εξέλιξη έως τα κλασσικά χρόνια και τα στοιχεία που προέκυψαν από την αποκρυπτογράφηση της μυκηναϊκής γραφής και που πιστοποίησαν την ελληνικότητα των μεσοελλαδικών φυλών. Η Πελοπόννησος βρέθηκε στο κέντρο αυτής της δημιουργίας. Τα ευρήματα δείχνουν μια ευρεία εγκατάσταση, ιδιαίτερα στην Αργολιδοκορινθία και την Μεσσηνία αλλά και στην Ηλεία, στην Ολυμπία, στη Φεία και την Πίσσα. Στο τέλος αυτής της περιόδου δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις εκείνες που οδήγησαν στην πρώτη μεγάλη εκδήλωση του ελληνισμού, τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, και η Πελοπόννησος ήταν η περιοχή όπου κυρίως συντελέσθηκε αυτή η μεταμόρφωση.

Κατά την Μυκηναϊκή εποχή (1600 – 1100 π.Χ.) η Πελοπόννησος έφθασε σε υψηλό επίπεδο πολιτισμού και έγινε ουσιαστικά το κέντρο του ελληνικού κόσμου. Οι ανασκαφές επαλήθευσαν το θρύλο των πολύχρυσων Μυκηνών του Ομήρου και η περίφημη ακρόπολη της Αργολίδας υπήρξε το κέντρο της ακτινοβολίας, η περιοχή γύρω από την οποία πλάσθηκαν οι σπουδαιότεροι από τους μύθους της Πελοποννήσου. Και δεν είναι φυσικά τυχαίο, ότι ο Όμηρος τον βασιλιά των Μυκηνών τραγούδησε ως αρχηγό των Ελλήνων, στην πρώτη μεγάλη εκστρατεία της ιστορίας τους, τον Τρωικό πόλεμο.

Οι δυο μεγάλοι μυθολογικοί κύκλοι, των Περσιδών και των Πελοπιδών, από τους οποίους κατάγονται ο Ηρακλής και οι Ατρείδες, διαμορφώθηκαν από τους θρύλους της περιοχής των ανακτόρων των Μυκηνών και της Τίρυνθας και έτσι οι Μυκήνες έμειναν στη συνείδηση των επόμενων γενεών ως το κέντρο της δόξας των προγόνων και όταν πια δεν είχαν γίνει παρά ένα ασήμαντο χωριό.

 

The Citadel of Mycenas.

 

Η μνημειώδης μυκηναϊκή αρχιτεκτονική υπήρξε η απαρχή της ελληνικής αρχιτεκτονικής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στα ιστορικά χρόνια. Ο τύπος του ελληνικού ναού με τον πρόδομο, το σηκό και τον οπισθόδομο είναι μια παραλλαγή του μυκηναϊκού μεγάρου, της κατοικίας του βασιλιά. Δεύτερο μεγάλο μυκηναϊκό κέντρο υπήρξε η Μεσσηνία με το ανάκτορο του Εγκλιανού στην Πύλο που ταυτίσθηκε από τον ανασκαφέα του με το παλάτι του Νέστορα, του σοφού μεσσήνιου γέροντα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Ένας μεγάλος αριθμός θολωτών τάφων με πλούσια κτερίσματα, εγκατεσπαρμένων σε ολόκληρη την δυτική Μεσσηνία μαρτυρούν την ακμή της, που πρέπει να ήταν ανάλογη με εκείνη της Αργολίδας. Η αρχαιολογική έρευνα δεν έχει ακόμα επισημάνει την θέση του ανακτόρου της Σπάρτης, δεν υπάρχει όμως καμμία αμφιβολία για την σπουδαιότητα της περιοχής κατά την μυκηναϊκή περίοδο.

Η τελευταία φάση της Μυκηναϊκής περιόδου (1400-1100 π.Χ.) ήταν η περίοδος της μεγάλης ακμής με την οργάνωση των ανακτόρων κα των πόλεων, την ανάπτυξη της γραφής και τις μνημειακές μορφές τέχνης. Από τον 14ο αι. π.Χ. άρχισε η εξάπλωση προς τη Δύση και την Ανατολή. Η Μεσόγειος υπήρξε ο μεγάλος δρόμος που έφερε τους Μυκηναίους στις ακτές της Ασίας και της Αφρικής. Ο Τρωικός πόλεμος δηλώνει συγχρόνως τη μεγάλη ισχύ και την αρχή  της παρακμής τους. Πίσω από τον μύθο της Ελένης της Σπάρτης και της αρπαγής της, κρύβεται μια πραγματική εκστρατεία των Αχαιών στις Β.Α. ακτές της Μικράς Ασίας γύρω στο 1200 π.Χ. Το σημαντικό ιστορικό συμπέρασμα για τον Τρωικό πόλεμο είναι ότι έγινε μια εκστρατεία, κατά την οποία όλοι οι κάτοικοι της Ελλάδας εμφανίστηκαν ενωμένοι. Από την Πύλο έως την Ιωλκό και από την Κρήτη μέχρι και τα Δωδεκάνησα ξεκίνησαν οι Αχαιοί του Ομήρου και όλοι αυτοί αναγνώρισαν ως αρχηγό τους τον βασιλιά των Μυκηνών. Η παράδοση λοιπόν και η αρχαιολογική έρευνα συμφωνούν ως προς το κέντρο του μυκηναϊκού κόσμου.

 

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

 

Με την κάθοδο των Δωριέων τον 12ο π.Χ. αι. έρχεται και το τέλος του Μυκηναϊκού κόσμου και αρχίζει ο λεγόμενος Ελληνικός Μεσαίωνας ο οποίος θα διαρκέσει από τον 10ο π.Χ. έως τον 8ο π.Χ. αιώνα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αναπτύσσεται η κοινή εθνική συνείδηση και παράλληλα συνειδητοποιείται η κοινή καταγωγή και η λατρεία των θεών και των ηρώων-προγόνων.

Η παράδοση συνέδεσε τους Δωριείς με την επιστροφή των Ηρακλειδών, που κατέβηκαν από τις βόρειες περιοχές της Ελλάδας και πέρασαν στην Πελοπόννησο από το Ρίο με τη βοήθεια των Αιτωλών. Οι Αιτωλοί κατέλαβαν την Αχαΐα και την Ηλεία, ενώ οι Δωριείς εγκαταστάθηκαν στην Αργολίδα, την Κορινθία, τη Λακωνία και τη Μεσσηνία. Μετά τη Δωρική εγκατάσταση τα ισχυρότερα κράτη που σχηματίσθηκαν στην περιοχή ήταν της Κορίνθου, του Άργους και της Σπάρτης, αλλά και μικρότερης ισχύος, όπως στην Αρκαδία όπου δεν υπήρχε ενιαίο κράτος αλλά πόλεις συνδεδεμένες μεταξύ τους με χαλαρούς δεσμούς, σπουδαιότερες από τις οποίες ήταν ο Ορχομενός, η Τεγέα και η Μαντινεία.

Στην δυτική Πελοπόννησο είχε ιδρυθεί το Αιτωλικό κράτος των Ηλείων, οι ανεξάρτητες έξι αιολικές πόλεις της μετέπειτα Τριφυλλίας και το κράτος της Πίσσας. Ως προς την Αχαΐα, από τα ομηρικά ακόμα χρόνια αυτή εχωρίζετο σε δυτική και ανατολική. Και η μεν ανατολική ονομάζετο Αιγιαλεία η δε δυτική ανήκε στους Ηλείους με τους οποίους ενώθηκαν οι Αιτωλοί και οι Αρκαδικοί Καύκωνες. Η Σπάρτη και το Άργος διεκδίκησαν από την αρχή την ηγετική θέση στην Πελοπόννησο. Το Άργος είχε υπό τον άμεσο έλεγχό του την περιοχή της Αργολίδας, δηλαδή τις πόλεις Επιδαύρου, της Τροιζήνας, των Μυκηνών και της Τίρυνθας, αλλά γρήγορα η επιρροή του εξαπλώθηκε μέχρι το Μαλέα και τα Κύθηρα.

Στην Κορινθία, η Κόρινθος (με την Σικυώνα και τον Φλιούντα) χάρη στην προνομιακή της θέση προσανατολίσθηκε από νωρίς προς το εμπόριο και την ίδρυση αποικιών και τέλος η Σπάρτη κυριαρχώντας στην άνω κοιλάδα του Ευρώτα και έχοντας ιδρύσει τη Στενύκλαρο (η οποία καταλήφθηκε αργότερα από τους Αρκάδες) άρχισε σιγά σιγά να εξαπλώνεται προς την εύφορη μεσσηνιακή πεδιάδα την οποία και κατέκτησε μετά από σκληρούς αγώνες που διήρκεσαν ολόκληρο περίπου τον 8ο π.Χ. αι.

 

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου, Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Γύρω στα τέλη του 8ου π.Χ. αι. οι πελοποννησιακές πόλεις αναπτύσσουν μεγάλη αποικιακή δραστηριότητα, ιδίως προς την Δύση: οι Κορίνθιοι ίδρυσαν την Κέρκυρα από την οποία προήλθαν οι Συρακούσες στην Σικελία το 734 π.Χ., οι Σπαρτιάτες τον Τάραντα στην Κάτω Ιταλία το 707, ενώ Αχαιοί άποικοι είχαν ήδη ιδρύσει από το 721 και το 710 τη Σύβαρη και τον Κρότωνα.

Από τον 8ο π.Χ. αι. η Πελοπόννησος κατέκτησε την πρώτη θέση στη χαλκουργία με κέντρα το Άργος, τη Σπάρτη και την Κόρινθο. Το ιερό της Ολυμπίας, που έγινε με την καθιέρωση των Ολυμπιακών Αγώνων ένα από τα μεγαλύτερα πανελλήνια ιερά, είναι το κατ’ εξοχήν ιερό των χαλκών αναθημάτων. Από τα ευρήματα των ανασκαφών μαθαίνουμε για την άνθηση της πελοποννησιακής χαλκουργίας κατά τη γεωμετρική και την αρχαϊκή εποχή. Οι ίδιες πόλεις υπήρξαν επίσης τα κέντρα των κεραμικών εργαστηρίων, από τα οποία εκείνο του Άργους γνώρισε ιδιαίτερη ακμή από την πλευρά της καλλιτεχνικής ποιότητας, συνεχίζοντας έτσι την παράδοση της περιοχής στην τέχνη του πηλού.

Οι πρώτοι αιώνες της ελληνικής ιστορίας υπήρξαν επίσης η εποχή της διαμόρφωσης της θρησκείας του Δωδεκάθεου. Στην Πρόσυμνα η Ήρα λατρεύτηκε στην θέση της παλαιότερης θεάς και στην Ολυμπία διαδέχθηκε τη θεά Γη. Στις Αμύκλες, χωρίς να παραμερισθεί ο Υάκινθος, καθιερώθηκε η λατρεία του Απόλλωνα. Σε αυτά τα πρώιμα χρόνια οι τοπικές λατρείες είχαν μεγά­λη διάδοση, ιδιαίτερα στην Αρκαδία, άπου γενικότερα η θρησκευτική ζωή ακολούθησε ένα ξεχωριστό δρόμο με πολύ μυστηριακό χαρακτήρα.

Τον 7ο π.Χ. ο Φείδωνας έκοψε για πρώτη φορά νόμισμα στο Άργος και οδήγησε την πόλη σε μεγάλη ακμή αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε η σύγκρουση με την αιώνια αντίπαλο πόλη, τη Σπάρτη. Η οριστική επιβολή της Σπάρτης και η αναγνώρισή της ως ηγετικής δύναμης στην Πελοπόννησο έγινε μόνο έναν αιώνα αργότερα, αφού δηλαδή συνέτριψε τη Σικυώνα και οργάνω­σε την πρώτη συμμαχία των πελοποννησιακών Πόλεων υπό την αιγίδα της στα μέσα τον 6ου π.Χ. αι.

Έως τις  αρχές του 6ου π.Χ. αι. η Κόρινθος κυριαρχούσε στις αγορές της Ανατολής και της Δύσης με τα κεραμικά προϊόντα της, η Αθήνα όμως διεκδίκησε αυτήν την πρωτοκαθεδρία και τελι­κά πέτυχε να την εκτοπίσει, γεγονός που είχε ως φυσιολογικό επακόλουθο την οριστική παρακμή της Κορίνθου. Την ίδια περίοδο αμείωτη συνεχίσθηκε και η άνθηση των εργαστηρίων της πλαστικής και της χαλκουργίας των πελοποννησιακών εργαστηρίων έξοχα δείγματα των οποίων είναι το σύνταγμα του Κλεόβη και του Βίτωνα και ο Κούρος της Τεγέας.

Στην αρχιτεκτονική, στη διαμόρφωση της οποίας η Πελοπόννησος είχε ηγετική θέση, σπουδαίες δημιουργίες της πορείας για την αναζήτηση της τελειότητας του ρυθμού αποτελούν τα ερείπια του ναού του Απόλλωνος στην Κόρινθο και του ναού της Ήρας στην Ολυμπία.

 

Αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα στην Κόρινθο – J. D. Le Roy, 1770

 

Ο 5ος αιώνας, η εποχή της μεγάλης δόξας του Ελληνισμού, ήταν εποχή ακμής και για την Πελοπόννησο, η συμμετοχή της οποίας στα διάφορα ιστορικά γεγονότα υπήρξε πρωταρχικής σημασίας. Κατά την διάρκεια των Περσικών πολέμων από το 490 (μάχη του Μαραθώνα) μέχρι το 479 (μάχη των Πλαταιών) οι πελοποννησιακές πόλεις, και ιδίως η Σπάρτη, παραμερίζοντας τις αντιθέσεις μεταξύ τους και με την Αθήνα, βοήθησαν με κάθε τρόπο στον κοινό αγώνα των Ελλήνων κατά των βαρβάρων Μήδων. Στην άτυχη αλλά ένδοξη μάχη των Θερμοπυλών η τιμή αποδόθηκε ολόκληρη στους πελοποννήσιους, που αντιπροσωπεύθηκαν από τον ολιγάριθμο στρατό του Σπαρτιάτη βασιλιά Λεωνίδα. Αλλά η ένωση των ελληνικών πόλεων δεν κράτησε για πολύ μετά τα μηδικά.

Ακολούθησε μια περίοδος 50 χρόνων κρυφού ανταγωνισμού μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης η οποία οδήγησε στην έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου, που υπήρξε η αρχή του τέλους του αρχαίου ελληνισμού. Ο 4ος αιώνας άρχισε με το λεγόμενο Κορινθιακό πόλεμο (395-387), στον οποίο η Σπάρτη με βασιλιά τον Αγησίλαο αντιμετώπισε και νίκησε τις ενωμένες δυνάμεις των Αθηναίων, Θηβαίων, Koρινθίων, Αργείων και Θεσσαλών. Έτσι μετά το 379 η Σπάρτη εμφανίζεται πάλι, στην ηγετική θέση μεταξύ των ελληνικών πόλεων. Η κυριαρχία της όμως δεν θα κρατήσει για πολύ. Η αντίθεση με τους Θηβαίους, οι οποίοι επίσης επεδίωξαν την ηγεμονία της Ελλάδας, οδήγησε σειρά συγκρούσεων στις οποίες η σπαρτιατική στρατιωτική υπεροχή συνετρίβη οριστικά. Η ταπείνωση της Σπάρτης τονίσθηκε ακόμα περισσότερο με την ίδρυση στις παρυφές του λακωνικού κράτους της Μεγαλόπολης και της Μεσσήνης.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Οι αλλεπάλληλοι αυτοί πόλεμοι εξασθένησαν την Πελοπόννησο και έτσι όταν η νέα ανερχόμενη δύναμη του ελληνισμού, οι Μακεδόνες, επιχείρησαν την ανάληψη της ηγεμονίας στον ελληνικό χώρο, η Πελοπόννησος δεν μπόρεσε να την εμποδίσει. Μετά την αποφασιστική για την τύχη της Ελλάδας μάχη της Χαιρώνειας (338), ο Φίλιππος οργάνωσε συμμαχία πολλών πελοποννησιακών πόλεων (Αργείοι, Μεσσήνιοι, Αρκάδες) εναντίον της Σπάρτης και απέσπασε από αυτήν πολλές περιοχές τις οποίες απέδωσε στους Αργείους, τους Τεγεάτες και τους Μεσσήνιους, στους οποίους ανήκαν αρχικά. Οι πελοποννησιακές (πλην της Σπάρτης), αλλά και οι άλλες ελληνικές πόλεις, αναγκάσθηκαν στο συνέδριο της Κορίνθου να αναγνωρίσουν την μακεδονική κυριαρχία και να συμμετάσχουν στην εκστρατεία κατά της Περσίας. Στους αγώνες που ακολούθησαν μεταξύ των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου η Πελοπόννησος πολλές φορές έγινε πεδίο μαχών και συγκρούσεων και πλούσιες περιοχές της όπως η Αργολίδα και η Ήλιδα συχνά λεηλατήθηκαν.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των πόλεμων, στους δυο αυτούς αιώνες της κλασσικής εποχής, η τέχνη έφθασε στην ακμή της και η Πελοπόννησος δεν έμεινε αμέτοχη σε αυτό. Τα γλυπτά του ναού του Διός στην Ολυμπία υπήρξαν η πρώτη έκφραση της κλασσικής τέχνης, όπως αυτή διαμορφώθηκε αργότερα στον Παρθενώνα. Οι μεγάλοι ναοί, που οικοδομήθηκαν σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Πελοποννήσου αποτελούν λαμπρά παραδείγματα της αρχιτεκτονικής: ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο ναός των Βασσών στην Φιγαλία, ο ναός της Αθηνάς στην Τεγέα και ο ναός της Ήρας στο Άργος.

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, Edward Dodwell, 1834.

 

Η ίδρυση της Αχαϊκής Συμπολιτείας το 280 είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο της δύναμης των ενωμένων πελοποννησιακών πόλεων, γεγονός που επέφερε την σύγκρουση με τους Μακεδόνες κατακτητές. Παράλληλα αυξήθηκε και πάλι η σπαρτιατική δύναμη με τις μεταρρυθμίσεις των βασιλέων Άγιδος Δ’ και Κλεομένη Γ’, αλλά η άνοδος αυτή αντί να οδηγήσει σε μια ένωση ολόκληρης της Πελοποννήσου εναντίον των Μακεδόνων, αντίθετα οδήγησε στην σύγκρουση μεταξύ της Αχαϊκής Συμπολιτείας και της Σπάρτης και έτσι η Σπάρτη νικήθηκε με την βοήθεια των Μακεδόνων και δεν μπόρεσε να ανακτήσει την προηγούμενη δύναμή της.

Η πρώτη ήτα των Μακεδόνων από τους Ρωμαίους το 197 σήμαινε το τέλος της ανεξαρτησίας της Ελλάδας. Οι Ρωμαίοι εκμεταλλεύτηκαν την ελληνική αδυναμία και έξυπνα υποκίνησαν διάφορες διασπαστικές κινήσεις, ώστε να εκμηδενισθούν οι προσπάθειες της Αχαϊκής Συμπολιτείας, του τελευταίου ελληνικού προπυργίου, η οποία την εποχή αυτή με τον Φιλοποίμενα έδινε τον ύστατο αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία. Το 168 υπέταξαν οριστικά την Μακεδονία και 22 χρόνια αργότερα, αφού προηγουμένως πέτυχαν την αποστασία πολλών πόλεων από την Συμπολιτεία, κατέβαλαν και κατέστρεψαν την Κόρινθο, οδηγώντας έτσι στο τέλος του όχι μόνο τον πελοποννησιακό αλλά και ολόκληρο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

 

Άποψη της αρχαίας Μεγαλόπολης, Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Μετά την ίδρυση από τους Ρωμαίους της επαρχίας της Αχαΐας, που περιελάμβανε την Πελοπόννησο, τα νησιά του Ιονίου, την Ήπειρο, την Θεσσαλία και την Στερεά, μόνο η Σπάρτη, με το Κοινό των Ελευθερολακώνων, κατόρθωσε να διατηρήσει την αυτονομία της. Η Κόρινθος, ρωμαϊκή πλέον πόλη μετά την αναστήλωσή της έγινε το διοικητικό κέντρο της υποταγμένης Ελλάδας. Γενική παρακμή στις εκδηλώσεις ζωής και του πνεύματος, μείωση του εμπορίου, περιορισμός στην καλλιέργεια της γης, έλλειψη κάθε καλλιτεχνικής πρωτοβουλίας χαρακτήρισαν την περίοδο της ρωμαϊκής κατοχής στην Πελοπόννησο όπως άλλωστε και σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Στην αποφασιστική για την διαμόρφωση του ρωμαϊκού κράτους ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.), η Σπάρτη πολέμησε στο πλευρό του Αυγούστου και αυτός αργότερα ευεργέτησε την Πελοπόννησο: η Σπάρτη μάλιστα κατόρθωσε να διατηρήσει την αυτονομία της μέχρι τον 3ο μ.Χ. αι. Ο περιηγητής Παυσανίας τον 2ο αι. περιγράφει τα μεγάλα ιερά και πόλεις σε βαθιά παρακμή, αλλά η σύγχρονη ζωή διατηρείτο στους συνοικισμούς και στις μικρές πόλεις.

Η περιοχή ιδιαίτερα ευαίσθητη στις σεισμικές δονήσεις, θα δοκιμασθεί συχνά και κυρίως στον μεγάλο σεισμό του 375 μ.Χ. Με τις καταστροφές αυτές, συμπληρωμένες από τις τρομερές βαρβαρικές επιδρομές κλείνει ο 4ος μ.Χ. αι. και μαζί του και ο αρχαίος κόσμος δίνοντας την θέση του στην νέα κοσμοθεωρία, τον Χριστιανισμό.

Κέντρα του χριστιανισμού στην Πελοπόννησο ήταν η κοινότητα της Κορίνθου, που είχε ιδρυθεί από τον Απόστολο Παύλο, η Πάτρα όπου είχε μαρτυρήσει ο Απόστολος Ανδρέας και η Σπάρτη. Νέα εποχή εγκαινιάζεται με την ίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και η Πελοπόννησος πλέον ανήκει στην επαρχία του Ιλλυρικού. Δυο γεγονότα σφραγίζουν τα τελευταία χρόνια του 4ου αι: Η κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 393 και οι επιδρομές των Γότθων του Αλάριχου το 395 που αφού καίνε την Κόρινθο και καταλαμβάνουν το Άργος και την Σπάρτη, ηττώνται τελικά στην Φολόη από τον στρατηγό Στηλίχωνα.

Οι βαρβαρικές επιδρομές (Βάνδαλοι, Ούννοι) θα συνεχισθούν κατά την διάρκεια του 5ου και του 6ου αι. παρά τις προσπάθειες του Ιουστινιανού να οχυρώσει την Κόρινθο η οποία δοκιμάζεται σκληρά από επιδρομές και σεισμούς. Ο 9ος και ο 10ος αι. είναι αιώνες δοκιμασιών για την Πελοπόννησο, που υφίσταται τις επιθέσεις Αράβων και Βουλγάρων.

Οι Άραβες, ιδίως μετά την κατάκτηση της Κρήτης (827), την κάνουν ορμητήριο και ταλαιπωρούν τις πελοποννησιακές ακτές με αλλεπάλληλες επιδρομές. Η βουλγαρική απειλή γίνεται ιδιαίτερα κρίσιμη επί Σαμουήλ, όταν το 996, η ορμητική του κάθοδος καταλήγει στην Πελοπόννησο. Πάρ’ όλα ταύτα η Κόρινθος αντιστέκεται και λίγο αργότερα οι Βούλγαροι ηττώνται από τον Νικηφόρο Ουρανό.

Ο 12ος αι. χαρακτηρίζεται από νέες καταστρεπτικές επιδρομές, που επιχειρούν οι Νορμανδοί, ο νέος εχθρός που έρχεται από τη Δύση. Ο Ρογήρος ο Β’ λεηλατεί την Πελοπόννησο, καταλαμβάνει την Κόρινθο και παίρνει αιχμάλωτους, κυρίως υφαντουργούς, που μεταφέρει και εγκαθιστά στην Σικελία. Η παραχώρηση από τους Κομνηνούς εμπορικών προνομίων στους Βενετούς φέρνει τους τελευταίους και στα πελοποννησιακά λιμάνια, την Κόρινθο, τη Μεθώνη, την Πάτρα, το Ναύπλιο κ.α.

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

 

Η γενική κατάσταση που χαρακτηρίζει ολόκληρη την αυτοκρατορία, πριν από την φράγκικη κατάκτηση επικρατεί και στην Πελοπόννησο. Ο κεντρικός έλεγχος ατονεί και η λαϊκή τάξη, έρμαιο της αυθαιρεσίας των κρατικών υπαλλήλων, απροστάτευτη από τις πειρατικές επιδρομές και θύμα της βαριάς φορολογίας, δοκιμάζεται εντονότερα και υφίσταται τις συνέπειες της παρακμής.

Ωστόσο η Πελοπόννησος, στους τελευταίους αιώνες πριν την Φραγκοκρατία, παρ’ όλους τους εχθρούς που την ταλαιπώρησαν, είχε μια αξιόλογη εμπορική και οικονομική ανάπτυξη, με σπουδαιότερο κέντρο την Κόρινθο που είχε αναπτύξει διάφορες βιοτεχνίες, ανάμεσα στις οποίες σημαντικότερη ήταν η υφαντουργία και η μεταξουργία. Η Πάτρα, πλούσια και ευημερούσα, το Άργος, το Ναύπλιο, η Μονεμβάσια, καθώς και άλλες μικρότερες πόλεις όπως η Αρκαδία κοντά στην Κυπαρισσία, η Μαντίνεια της Λακωνικής, που φημιζόταν για τα κρασιά και το μετάξι της, η Λακεδαιμονία που κτίσθηκε στα ερείπια της αρχαίας Σπάρτης, η Βοστίτσα (Αίγιο), η Μεθώνη και η Κορώνη.

Αξιοσημείωτο είναι ακόμα πως ενώ η πνευματική άνθιση την εποχή αυτή περιορίζεται κυρίως στον θεολογικό τομέα, το πλήθος των βυζαντινών εκκλησιών, των αιώνων αυτών αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική ευαισθησία.

Με την κατάλυση του βυζαντινού κράτους από τους Φράγκους το 1204 και την εισαγωγή του δυτικού πολιτικοκοινωνικού συστήματος της φεουδαρχίας, η Πελοπόννησος θα αποτελέσει ένα από τα φεουδαρχικά κρατίδια της διασπασμένης αυτοκρατορίας και μάλιστα το καλύτερα οργανωμένο.

 

Κορώνη - Coronelli Maria Vincenzo, 1685

 

Ιδρυτές της Φράγκικης ηγεμονίας της Πελοποννήσου θα είναι οι Γάλλοι με τον Γουλιέλμο Σαμπλίτη και τον Γοδεφρείδο Βιλεαρδουίνο. Η έλλειψη αρχηγού και οργανωμένης βυζαντινής στρατιωτικής δύναμης θα δώσει τη δυνατότητα στους Γάλλους να καταλάβουν με σχετική ευκολία πολλές πόλεις όπως η Πάτρα, η Καλαμάτα, η Ανδραβίδα κ.α., η κατάκτηση όμως του εσωτερικού της περιοχής θα παρουσιάσει δυσκολίες γιατί προβάλλεται αξιόλογη αντίσταση σε ορισμένες περιοχές, όπως π.χ. στην Ήλιδα και στην Αρκαδία.

Ο σπουδαιότερος από τους Γάλλους κατακτητές θεωρείται ο Γουλιέλμος Β’ Βιλεαρδουίνος, αξιόλογος πολιτικός και στρατιωτικός που θα συνεχίσει την κατάκτηση της Πελοποννήσου, η οποία, εκτός από ορισμένες περιοχές και οχυρές θέσεις θα περιέλθει στην εξουσία του.

Το πριγκιπάτο της Αχαΐας, όπως ονομάσθηκε το φράγκικο κράτος της Πελοποννήσου, χωρίσθηκε σε 12 βαρονίες: της Καλαμάτας, της Άκοβας, της Καρύταινας, της Πάτρας, της Βοστίτσας, των Καλαβρύτων, της Χαλανδρίτσας, της Βελιγοστής, του Νυκλίου, της Γρίτσαινας, του Γερακιού και του Πασσαβά. Η οργάνωση του πριγκιπάτου ήταν καθαρά στρατιωτική: οι φεουδάρχες, που βρίσκονταν σε συνεχή στρατιωτική υπηρεσία, έκτισαν οχυρωμένους πύργους στα φέουδά τους και έφεραν ήθη της Δύσεως στο ελληνικό έδαφος, ενώ η ηγεμονική αυλή χαρακτηριζόταν για την λαμπρότητα, την κομψότητα και το άψογο ιπποτικό της πνεύμα. Ο Γουλιέλμος θα επιχειρήσει να επεκτείνει τα σύνορα του πριγκιπάτου πέρα από την Πελοπόννησο αλλά θα αποτύχει και η αποτυχία του αυτή θα σημάνει την αρχή της παρακμής του πριγκιπάτου, ενώ παράλληλα θα προκαλέσει την απαρχή της σταδιακής επανάκτησης της Πελοποννήσου από τους Βυζαντινούς.

 

Άποψη της Πάτρας από το αρχαίο υδραγωγείο – Λιθογραφία, Otto Magnus von Stackelberg, 1834

 

Στην μάχη της Πελαγονίας το 1259 ο Γουλιέλμος θα αιχμαλωτισθεί από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο και θ’ αναγκασθεί να παραδώσει στους βυζαντινούς τα κάστρα της Μάνης, του Μυστρά και της Μονεμβασιάς. Αυτά τα κάστρα και ιδίως ο Μυστράς, θα αποτελέσουν αργότερα το ορμητήριο για την ανάκτηση της Πελοποννήσου από τους βυζαντινούς. Η τελευταία αυτή ελληνική βάση, αφού επί 50 σχεδόν χρόνια (1262-1308) διοικείται από στρατηγό, αποκτά, μετά το 1308, μόνιμο διοικητή με τον τίτλο του Δεσπότη που θα διοικεί το Δεσποτάτο του Μορέως, όπως θα ονομασθεί το ελληνικό κράτος της Πελοποννήσου.

Η οικογένεια των Κατακουζηνών πρώτα και αργότερα αυτή των Παλαιολόγων θα αναλάβουν την διακυβέρνηση αυτής της περιοχής. Το Φράγκικο πριγκιπάτο μετά τον θάνατο του Γουλιέλμου θα παρακμάσει και θα διαλυθεί από τις επιδρομές των Τούρκων, πλην των βενετικών κτήσεων της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυπλίου που θα πέσουν τελικά το 1540. Οι πρώτες τουρκικές επιδρομές στην Πελοπόννησο έγιναν το 1379, 1400 και 1401 και προετοίμασαν το έδαφος για την ολοκληρωτική κατάκτηση της περιοχής, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες αντίστασης των Βυζαντινών και των Φράγκων.

 

Μιστράς (Mistras) - Bernard Randolph, χαλκογραφία, 1681

 

Οι Παλαιολόγοι της Πελοποννήσου, στις αρχές του 15ου αιώνα θα οχυρώσουν την περιοχή του ισθμού με το περίφημο τείχος του Εξαμυλίου με σκοπό να αποτρέψουν τις τούρκικες επιδρομές. Οι τούρκοι όμως με αρχηγό τον Τουραχάν εύκολα θα εξουδετερώσουν αυτό το εμπόδιο το 1423 και θα κατακτήσουν το Δεσποτάτο φόρου υποτελές στον σουλτάνο Μουράτ Β’.

Το 1443 ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (ο μετέπειτα τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας) έγινε Δεσπότης του Δεσποτάτου αλλά οι προσπάθειές του να οχυρώσει την Πελοπόννησο, δεν σταμάτησαν τον σουλτάνο Μουράτ ο οποίος το 1446 παγίωσε την τουρκική κυριαρχία σε ολόκληρη την Β. Πελοπόννησο. Μετά την αναχώρηση του Κωνσταντίνου για την Κωνσταντινούπολη το 1449 και την άλωση της πόλης το 1453 την Πελοπόννησο μοιράσθηκαν, ως φόρου υποτελείς στον σουλτάνο, οι αδελφοί του Θωμάς και Δημήτριος.

Στα χρόνια που ακολούθησαν την άλωση επεκράτησε στην Πελοπόννησο μεγάλη αναστάτωση, ανταρσίες Αλβανών και Μανιατών και τούρκικες εισβολές που τελικά έληξαν με την εκστρατεία του ίδιου του σουλτάνου Μωάμεθ Β’ στην περιοχή το 1458-60. Σοβαρές επιπτώσεις στην ιστορία της Πελοποννήσου είχαν οι Βενετοτουρκικοί πόλεμοι που ακολούθησαν: στον πρώτο (1463-79) έλαβαν μέρος πολλοί πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί και επίλεκτα σώματα Ελλήνων και Αλβανών Stradioti.

Μετά τη λήξη του πολέμου που ακολούθησαν οι πρώτες ομαδικές έξοδοι των Πελοποννησίων προς τα γειτονικά Επτάνησα και προς την Κρήτη. Ο 2ος βενετοτουρκικός πόλεμος (1499-1502) είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη από τους Τούρκους της Ναυπάκτου, της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυαρίνου. Το 1537 ο 3ος βενετοτουρκικός πόλεμος επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς προκαλεί νέα έξοδο των Πελοποννησίων προς τα Επτάνησα, την Κρήτη και την Κάτω Ιταλία αυτή την φορά, όπου ιδρύθηκαν ελληνικές παροικίες στη Σικελία και στη Νεάπολη.     

 

Γαβριήλ – Μιχαήλ Δημητριάδης, Αρχαιολόγος – Ιστορικός

Παναγιώτης Μιχαλόπουλος, Αρχιτέκτων – Συγγραφέας  

Πηγή


  • Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

Το κάψιμο του Ιούδα, Πασχαλινό έθιμο της Ασίνης


 

Η Ασίνη (Πιν. ΙΓ’, 1) είναι το μοναδικό χωριό της Αργολίδας[1]που διατηρεί σήμερα το «κάψιμο του Γιούδα», γραφικό λαμπριάτικο έθιμο. Το έθιμο τούτο, που το θυμάται από τα παιδικά του χρόνια και ο γεροντότερος Ασιναίος, είναι γνωστό και από άλλες ελληνικές περιοχές, αποτελεί  μια θεαματική λαϊκή τελετή, που εντάσσεται στις εορταστικές εκδηλώσεις της ανοίξεως και του Πάσχα. Ενώ όμως έχουμε σχετικές περιγραφές από άλλα ελληνικά χωριά,δεν υπάρχει καταγραφή του εθίμου της Ασίνης. Αξίζει, λοιπόν, να περιγράψουμε την ιδιόμορφη τούτη γιορτή, που παλαιότερα είχε μεγάλη αίγλη, να δούμε τα κύρια χαρακτηριστικά της, την καταγωγή της και, τέλος, να επιχειρήσουμε μια γενικότερη ερμηνεία της.

Η Ασίνη δεν έχει άλλα ιδιαίτερα λαογραφικά στοιχεία από τα λοιπά χωριά του κάμπου, που είναι γνωστά σαν Δρεπανοχώρια.Όλα αυτά τα χωριά, μικρά και νοικοκυρεμένα, σκαρφαλωμένα σε μικρούς λόφους μέσα στον κάμπο, όπου άλλοτε οι κάτοικοι τους καλλιεργούσαν σιτάρι, αμπέλια, ελιές, καπνό και κηπευτικά και σήμερα αποκλειστικά, σχεδόν, εσπεριδοειδή, ακολούθησαν τη ζωή και την τύχη τ’ Αναπλιού, με το οποίο άμεσα επικοινωνούν. Η επικοινωνία τους αυτή με ένα διοικητικό κέντρο πανελλήνιας ακτινοβολίας είχε ως αποτέλεσμα και την πολιτιστική τους εξάρτηση απ’ αυτή την πρωτεύουσα. Έτσι δεν έχουν, εκτός από τα κοινά πανελλήνια έθιμα, ιδιόμορφες συνήθειες, για τις οποίες θ’ άξιζε ιδιαίτερη μνεία.

Μόνο το κάψιμο του Ιούδα διαφοροποιεί λαογραφικά την Ασίνη από τ’ άλλα χωριά του αναπλιώτικου κάμπου. Είναι δε χαρακτηριστικό πως, ενώ τα γειτονικά: Τσέλο, Λευκάκια, Δρέπανο – εκτός του Τολού που έχει κρητική προέλευση – προσπάθησαν κατά καιρούς να μιμηθούν το έθιμο τούτο της Ασίνης, δεν μπόρεσαν να το σταθεροποιήσουν και να το διατηρήσουν πάνω από 3-5 χρόνια.

Η Μεγάλη Σαρακοστή ήταν για τους Ασιναίους περίοδος πολύ κοπιαστική. Μετά τις γιορτές της Αποκριάς, άρχιζαν οι δουλειές των ξωμάχων στ’ αμπέλια και στα περιβόλια. Έπρεπε να περιποιηθούν τ’ αμπέλι, να ξεβοτανίσουν το σιτάρι, να φυτέψουν τα ζαρζαβατικά, αναμένοντας τη σοδειά του καλοκαιριού. Έτσι η μεγάλη γιορτή της Λαμπρής ήταν μια ανάπαυλα μέσα στον ανοιξιάτικο μόχθο.

Τα παιδιά, ιδιαίτερα, άρχιζαν τις προετοιμασίες τους από νωρίς, πριν από τις σχολικές διακοπές. Έπρεπε να προμηθευτούν από τ’ Ανάπλι βεγγαλικά, τρακατρούκες και, πριν απ’ όλα, μπαρούτη, να ετοιμάσουν τα βαρελότα και τις ρουσιέτες. Αυτά απαιτούσαν λεπτή τεχνική, στην οποία επιδίδονταν κυρίως οι έφηβοι και οι άντρες. Τα παιδιά περιορίζονταν στα «κλειδιά», που τα γέμιζαν με μπαρούτη και προκαλούσαν έτσι έκρηξη, χτυπώντας τα με μια πρόκα.

Οπλοφόροι ετοιμάζονται για το κάψιμο του Ιούδα. Ασίνη 1972.

Κέντρο όμως και αποκορύφωμα αυτής της πολεμικής προετοιμασίας ήταν η κατασκευή του ομοιώματος του Ιούδα και η «εκτέλεσή του». Οι νέοι τον φιλοτεχνούσαν με μεράκι, ενώ οι μεγάλοι ετοίμαζαν την πανοπλία τους για την ώρα της εκτελέσεώς του. Οι γιορτές άρχιζαν το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων, όταν ακούονταν, δειλά, οι πρώτες εκπυρσοκροτήσεις με την είσοδο του Νυμφίου, και τελείωναν με τον εσπερινό της Αγάπης, ανήμερα τη Λαμπρή με τις οδομαχίες.

Η κυρίως γιορτή περιείχε παλαιότερα τρία στάδια: 1ο Το φτιάξιμο του Ιούδα μέσα στον αχυρώνα. 2ο  Την περιφορά του με το κάρρο μέσα στο χωριό και το στήσιμό του πάνω στο ικρίωμα και 3ο  το κάψιμό του και το γενικό πόλεμο, μικρών και μεγάλων. Τη φροντίδα για το ομοίωμα του Ιούδα την είχαν 8-10 παιδιά, ηλικίας 16-18 χρονώ, καμμιά φορά και μικρότερα. Αφού συνεννοούνταν από τις αρχές της Μεγαλοβδομάδας, έκαναν την τελική συνάντηση το βράδυ του Μ. Σαββάτου σ’ ένα καλύβι.

Εκεί μάζευαν τα υλικά της κούκλας: ένα μακρύ παντελόνι, ένα σακκάκι, μια νεροκολοκύθα, αρβύλες, γάντια και μια τραγιάσκα. Το άχυρο ήταν τότε άφθονο. Μετά έφευγαν για την Ανάσταση, που γιορταζόταν μέσα σε πανδαιμόνιο κρότων από τις εκρήξεις συχνά αυθεντικού πολεμικού υλικού. Μετά την Κατοχή, μερακλήδες Ασιναίοι εύρισκαν δυναμίτιδες και νάρκες, που τις ξέχωναν, με κίνδυνο της ζωής τους πάντοτε, από τα αντιαρματικά Γερμανοϊταλικά έργα στην παραλία της Πλάκας, για να «λαμπρύνουν» μ’ αυτές την Ανάσταση[2].

Πριν από το λαμπριάτικο τραπέζι του μεσημεριού, οι νεαροί τεχνίτες ετοίμαζαν τον Ιούδα: Παραγέμιζαν το παντελόνι και το σακκάκι με άχυρο και μετά τα συνέδεαν με σύρμα λεπτό ή χοντρό σπάγγο. Τη ραφή την κάλυπταν συνήθως με μια στρατιωτική ζώνη. Ιδιαίτερη λεπτότητα τεχνικής απαιτούσε το κεφάλι του Προδότη.

Συχνά ήταν μια ζωγραφιστή νεροκολοκύθα ή ένα γεμισμένο τόπι που το κάλυπτε μια μάσκα, απομεινάρι της Αποκριάς. Το κεφάλι έπρεπε να προσαρμοσθή κατάλληλα, ώστε να ξεχωρίζη ο λαιμός από τον κορμό. Τα μάτια, η μύτη, τα φρύδια, και το μουστάκι έπρεπε να ζωγραφισθούν παραστατικά, ώστε ν’ αποδίδουν πρόσωπο πολύ πονηρό. Δεν έλειπε και η τραγιάσκα με το γείσο υπερυψωμένο, ώστε να διακρίνεται καθαρά το πρόσωπο του αχάριστου μαθητού.

Τέλος, προσαρμοζόταν στο υπογάστριο ο φαλλός: ένα ξερό κολοκύθι με δυο στρογγυλά «μποτσίκια», σε μεγάλο μέγεθος. Ήταν έτσι έτοιμος ο Ιούδας, γύρω στις 9-10 το πρωί, και ο παλαιότερος μάστορης, που επιστατούσε, έδινε την έγκρισή του για την έξοδο. Τον ανέβαζαν τότε απάνω σ’ ένα κάρρο και τον έστηναν σε μια καρέκλα, όρθιο ή ελαφρά καθιστό. Τελευταία έμπαινε η επιγραφή, καλλιγραφημένη στο στήθος: «Ιούδας ο Προδότης».

Μετά άρχιζε το σεργιάνι μέσα στα σοκάκια του χωριού. Πήγαινε μπροστά το κάρρο με τον Ιούδα (Πιν. ΙΓ’, 2) και τους μαστόρους του και ακολουθούσαν τα παιδιά με τροκάνια, σφυρίχτρες, τρακατρούκες και βαρελότα.

Όταν η πομπή είχε πια περάσει απ’ όλα τα σοκάκια, κατέληγε στην «Κόντρα» (Πιν. ΙΔ’, 4) μικρό λοφίσκο 100 περίπου μέτρα δυτικά του Αϊ-Δημήτρη – πολιούχου της Ασίνης. Εκεί κρέμαγαν τον Ιούδα πάνω σε μια ξύλινη κρεμάλα, στημένη σε γερή βάση. Η οριζόντια κεραία εξείχε και εκεί δενόταν συχνά ο Προδότης. Το τοπίο με το ικρίωμα θύμιζε τον «Κρανίου τόπον», όπως τον εικόνιζε παραστατικά τοιχογραφία της Σταυρώσεως στη γειτονική εκκλησία του Αϊ-Τρύφωνα.

Το μεσημέρι άφηναν τα παιδιά την Κόντρα και γύριζαν στα σπίτια τους για το τραπέζι της Λαμπρής. Κανείς δεν θα πείραζε το μελλοθάνατο προ της ώρας του. Άλλη όμως ήταν η κατάσταση στα γειτονικά χωριά, που μιμούνταν το έθιμο της Ασίνης: Ένα μεσημέρι του 1953 οι Λευκακιώτες έκλεψαν το στημένο Γιούδα του Τσέλου την ώρα του φαγητού. Ακολούθησε λαμπριάτικος καυγάς ανάμεσα στα δυο χωριά και από τότε οι Τσελιώτες έβριζαν τους Λευκακιώτες «κλεφτογιουδάδες».

Το απόγευμα της Λαμπρής, κατά τις 5, χτυπούσε η καμπάνα της Αγάπης. Ήταν η ώρα της πιο επίσημης εμφανίσεως, ιδιαίτερα των γυναικών. Οι εκτελεστές όμως του Ιούδα δεν πήγαιναν στον Αϊ-Δημήτρη, έμεναν έξω στο προαύλιο – στην «πλακόστρωση» – ή συχνά ανηφόριζαν πάνοπλοι προς την Κόντρα (Πιν. ΙΓ’, 3).

Υπήρχε τόση βιασύνη στο εκκλησίασμα για το επικείμενο θέαμα, ώστε παλαιότερα ο παπάς, μετά τον ασπασμό του Ευαγγελίου, έβγαινε κι αυτός από την εκκλησία και διάβαζε την απόλυση στην Κόντρα. Αλλιώς δεν θα έμενε ψυχή ως το τέλος της ακολουθίας. Οι θεατές έπαιρναν ημικυκλική θέση γύρω από το εκτελεστικό απόσπασμα. Πίσω από τον κατάδικο –βοριοδυτικά – απαγορευόταν η κυκλοφορία.

Η εκτέλεση άρχιζε με την καθιερωμένη ανάγνωση της καταδικαστικής αποφάσεως. Κάποιος γραμματιζούμενος Ασιναίος είχε γράψει ένα δεκάρικο λογύδριο, μια – δυο σελίδες, με το αιτιολογικό της καταδίκης: η προδοσία του Χριστού. Αξιοσημείωτο είναι ότι συχνά ταυτιζόταν ο Προδότης με πρόσωπα της επικαιρότητας.

Έτσι τον καιρό της εξεγέρσεως των Κυπρίων κατά των Άγγλων, ο Ιούδας ταυτίστηκε με τον Χάρτιγκ και έφερε στρατιωτική στολή. Τη χρονιά της απριλιανής δικτατορίας, κάποιος φανατικός του νέου καθεστώτος του φόρεσε ημίψηλο πολιτικού φαυλοκράτη (Πιν. ΙΔ’, 5) και του διάβασε ένα βαρυσήμαντο κείμενο πολιτικής καταδίκης, κάτω από τα επιτιμητικά βλέμματα των τυφεκιοφόρων που βιάζονταν.

Μετά την πτώση της δικτατορίας, κάποιοι νεαροί είχαν προμηθευθή το πουλί της 21ης και ετοιμάζονταν να ντύσουν τον Ιούδα χουντικό, που πρόδωσε την Κύπρο. Οι μεγάλοι όμως, φρόνιμοι και μυαλωμένοι, έκριναν ότι δεν έπρεπε αυτή τη φορά να εκδηλωθή ο Ιούδας πολιτικώς.

 Γυρεύεις, τους είπαν, ποιος ξέρει του χρόνου τα γυρίσματα. Θέλετε να σας καλούν στο Τολό, στην αστυνομία; Έτσι ο Ιούδας δεν τουφεκίστηκε ως χουντικός.

Αφού τελείωνε η ανάγνωση της ετυμηγορίας, ο επικεφαλής του αποσπάσματος πρόσταζε: Πυρ! Τότε διμούτσουνες, γκράδες, αργότερα ντουφέκια εγγλέζικα, γερμανικά, ιταλικά, όλα πλιάτσικο και κρυμμένα ως τότε, στις μέρες μας δίκαννα και καραμπίνες εκπυρσοκροτούσαν με μιας. Στόχος όλων το κεφάλι του Προδότη. Ο καλός σκοπευτής σημάδευε τα μάτια και την τραγιάσκα.  

Δεν ξεχώριζες όμως τη δεινότητά του μέσα στις ομοβροντίες. Το μένος της χριστιανικής εκδικήσεως ήταν τέτοιο, ώστε, όταν πια διαλυόταν το ανδρείκελο, οι εκτελεστές χτυπούσαν ακράτητοι τα ξύλα της κρεμάλας. Τέλος, μετά από 10-15 λεπτά πυρός ομαδόν, εδίδετο η χαριστική βολή και τα λείψανα του κατάδικου καίγονταν μέσα σε γενική αγαλλίαση.

Οι τυφεκιοφόροι του αγήματος γύριζαν βιαστικά στα σπίτια τους, έβγαζαν την εξάρτυσή τους και έπαιρναν πολεμοφόδια για την επικείμενη μάχη. Το ίδιο έκαναν μικροί και μεγάλοι. Διάλεγαν στρατηγικά σημεία εφόδου στον κεντρικό δρόμο του χωριού, που οδηγεί στο Τολό. Οι φρόνιμοι είχαν βγάλει τα γιορτινά τους και φορούσαν τα «λιάπικα». Είχαν εφοδιασθή με βαρελότα και ρουσιέτες.

Χωρίζονταν σε δυο παρατάξεις, τους πάνω και τους κάτω. Η διαχωριστική γραμμή ήταν στο μέσο του δρόμου, στο σημερινό περίπτερο της Ασίνης. Κρατούσαν απόσταση 80-100 μέτρα. Το σύνθημα της επιθέσεως δινόταν με τις φράσεις:

– Τα μασάτε; έλεγαν οι απάνω.

– Τα μασάμε, απαντούσαν οι κάτω.

Έτσι άρχιζε η σύγκρουση, ανελέητη, με εκσφενδονιζόμενα πυροτεχνήματα. Οι γυναίκες και τα παιδιά παρακολουθούσαν φοβισμένα από τα μπαλκόνια. Όταν ορμούσαν οι αντίπαλοι, τους απομάκρυναν οι άλλοι με πυραυλοφόρες βολές. Για να ‘χουν μεγάλο βεληνεκές οι ρουσιέτες, τις συνέδεαν οι παλαιότεροι μ’ ένα καλαμάκι που έδινε σ’ αυτές μεγάλη ορμή.

Αυτά ήταν τα «σαϊτάρια», τέχνη επιδέξιων μαστόρων της Ασίνης τον καιρό της ακμής του εθίμου. Ο πόλεμος, μέσα σε βροντές, καπνούς, γιουχαΐσματα και βλαστήμιες, με εναλλασσόμενες προελάσεις και οπισθοχωρήσεις, βαστούσε μιαν ώρα περίπου. Μετά εκφυλιζόταν στα σοκάκια. Ήταν πάντοτε πολύ επικίνδυνος. Συχνά το βαρελότο ή το σαϊτάρι χτυπούσε σε ζωντανό στόχο.

Αν εύρισκε την τσέπη του αντιπάλου, όπου φύλαγε τα πυρομαχικά του, εκείνος έπαιρνε φωτιά και καιγόταν. Έτρεχε τότε στην απάνω ή στην κάτω βρύση και προσπαθούσε να σβησθή. Έγιναν πολλά τέτοια ατυχήματα κατά καιρούς και πολλοί τραυματίες κατέφυγαν στα δικαστήρια. Αλλά οι δράστες, αν βρίσκονταν, πρόβαλλαν στερεότυπα την ίδια δικαιολογία:

– Έθιμο παμπάλαιο, κύριε πρόεδρε.

Η κατασκευή των βαρελότων ήταν πάντοτε επικίνδυνο εγχείρημα. Πολλές φορές τύχαινε να πάρουν φωτιά μέσα στο φούρνο, όπου τα έβαζαν να στεγνώσουν. Όχι σπάνια τα εύρισκε στη «λιάστρα» η κατσίκα και μασούσε το εξωτερικό χορτάρι που τα έσφιγγε. Τότε παίρναν φωτιά στο στόμα της. Έτσι μερικοί στο τραπέζι της Λαμπρής έτρωγαν όχι αμνόν σιτευτόν, αλλ’ αναγκαστικά γρια γκιόσα, πρώτο θύμα των πασχαλινών πολεμοφοδίων.

Την ώρα της μάχης η κυκλοφορία στο δρόμο σταματούσε. Αν κανένας οδηγός αυτοκινήτου, στα νεώτερα χρόνια, τολμούσε να περάση τα οχυρά, οι Ασιναίοι ξέσπαγαν στο όχημά του, που βγαίνοντας απ’ το χωριό έφερνε εξωτερικά έκδηλα τα ίχνη της εξ Ασίνης πασχαλινής διελεύσεώς του. Όταν πια είχε σουρουπώσει για καλά, οι αντίπαλοι συμφιλιώνονταν όλοι, κριτίκαραν την τελετή του Ιούδα και γύριζαν κατάκοποι στο βραδυνό τραπέζι.

Είδαμε ως εδώ μια σύντομη περιγραφή του εθίμου, που όσο πάει και σβήνει. Δεν γίνονται πια οι οδομαχίες και ο ταλαίπωρος Ιούδας εκτοπίσθηκε από τον «Κρανίου τόπον». Η Κόντρα φυτεύτηκε ελιές. Εφέτος (1976) η εκτέλεση έγινε στον Άγιο Κωνσταντίνο, κοντά στη στροφή του Τολού, όπου υπάρχουν τουριστικά κέντρα.

Η νέα κατάσταση δικαιολογήθηκε με την πρόφαση πως ο Ιούδας συγχρονίστηκε πια και μπορεί η τελετή του να τέρπη και τους περαστικούς τουρίστες, ώστε να προβάλλεται ευρύτερα το χωριό.

Ωστόσο, δυο ερωτήματα προβάλλουν στο μελετητή του εθίμου: α) Από που ήρθε το έθιμο στην Ασίνη και β) ποιο είναι το νόημά του. Θα προσπαθήσω να δώσω μια σύντομη εξήγηση.

Το πρώτο ζήτημα συνδέεται με την προέλευση των Ασιναίων. Φαίνεται πως το αρχικά μικρό Τζαφέρ – Αγά μετά την Επανάσταση εποικίσθηκε από ξένους διαφόρων περιοχών, που κατέβηκαν από την ορεινή Αργολίδα, Κορινθία, Αρκαδία, από την Ύδρα, Ερμιονίδα, κ.α. Πολλοί ήταν τσοπάνηδες. Τούτο προδίδει το επώνυμο ωρισμένων Ασιναίων και μαρτυρούν οι οικογενειακές τους παραδόσεις.

Από το Φωτάκο, μαθαίνουμε πως ο Παπα-Θοδόσης Μπούσκος – Οικονόμου, παπάς της Ασίνης κατά την κήρυξη της Επαναστάσεως, ήταν φιλικός και φροντιστής στην πολιορκία του Ναυπλίου. Φαίνεται ότι κατέβηκε στο Τζαφέραγα από την ορεινή Ναυπλία. Ένας από τους πρώτους προεστούς του χωριού, σύγχρονος του Παπα-Θοδόση ήταν ο Παναγιώτης Χρίστου ή Χριστόπουλος, αγωνιστής κι αυτός του 21, που ήρθε από την Ύδρα, σύμφωνα με τη βέβαιη παράδοση της οικογενείας του.

Μαζί του εγκατεστάθησαν στο Τζαφέραγα και δυο του ανίψια, της οικογενείας Χρίστου, που πήραν εδώ τα επώνυμα Τζαβέλλας («φέσα σαν του καπετάν Τζαβέλλα») και Σκανδάλης («σκάνταλο στην τράτα του θείου του Παναγιωτάκη»), τους οποίους είχε πλήρωμα στο καΐκι του κατά τη διάρκεια του Αγώνα και ύστερα. Ένας άλλος νεοφερμένος στο χωριό από την Ερμιονίδα ήταν ο Δαμιανού.

Ορισμένοι «ελάσσονες» αγωνιστές πήραν κτήματα από το Δημόσιο μετά την Παλιγγενεσία, με ειδικά παραχωρητήρια, σαν αποτίμηση της προσφοράς τους. Και ο Παπα-θοδόσης και ο Χριστόπουλος και άλλοι Ασιναίοι πήραν τέτοια κτήματα στον κάμπο της Ασίνης. Ήταν φυσικό, οι νεοφερμένοι να έφεραν εδώ παλιές συνήθειες του τόπου τους, που συγχωνεύτηκαν με τις ντόπιες παραδόσεις.

Νομίζω, λοιπόν, ότι το έθιμο που μελετάμε, το έφερε από την Ύδρα ο Παναγιώτης Χριστόπουλος με τους άλλους συμπατριώτες του σαν εκδήλωση, που έδινε λαμπρότητα στο Πάσχα της νέας τους πατρίδας. Στο νησί τους το κάψιμο του Ιούδα ετελείτο με λαμπρότητα το 19ο αιώνα. Και σήμερα η τελετή εξακολουθεί να γίνεται, εκτός από την Ύδρα, στις Σπέτσες και στα παρακείμενα χωριά της Ερμιονίδας[3].

Επειδή οι Υδραίοι αυτοί έζησαν και πρόκοψαν στην Ασίνη, το έθιμο ρίζωσε στο χωριό. Ότι αυτή είναι η καταγωγή του εθίμου, δείχνει μια άλλη λεπτομέρεια: Σύμφωνα με την παράδοση, στη φροντίδα για την ετοιμασία του Ιούδα πρωτοστατούσαν ανέκαθεν οι Τζαβελλαίοι και οι Σκανδαλαίοι.

Η αφετηρία του εθίμου, όπως δείχνει η έρευνα, πρέπει να τοποθετηθή στα χρόνια του Παπα-Γιώργη Μηναίου, του διαδόχου του Παπα Θοδόση, στην Ασίνη, από το 1825. Ας σημειωθή ακόμα, ότι στην ακμή του φθάνει, μέσα στο 19ο αιώνα, στην περίοδο της ιεροσύνης του γιου του Παπα-Γιώργη, Παπα-Παντελή Μηναίου (†1902)[4]. Οπωσδήποτε, μετά τους διαφόρους πολέμους (Βαλκανικούς, δυο παγκοσμίους) παρουσίαζε έξαρση, όπως φανερώνουν σχετικές αφηγήσεις των γερόντων.

Για την ερμηνεία του εθίμου είναι αναγκαία μια ευρύτερη θεώρηση της θρησκευτικής εκφράσεως του ελληνικού λαού. Τίθεται το ερώτημα: Το έθιμο του Ιούδα ανεπτύχθη μέσα σε γνήσια χριστιανική παράδοση ή είναι παγανιστικό κατάλοιπο; Μια πρώτη προσέγγιση του ζητήματος δείχνει ότι το έθιμο τούτο έχει μεν επίφαση χριστιανική, αλλά στην ουσία του είναι αρχαιοελληνική επιβίωση.

Με την άποψη αυτή θα συμφωνούσε η λαογραφική έρευνα, η οποία συναντά και άλλες παρόμοιες συνήθειες στη νεώτερη λαϊκή παράδοση και δίνει ανάλογη ερμηνεία. Το μεγάλο πλήθος ποτέ δεν κατάλαβε βαθιά τη χριστιανική μεταφυσική, την απάρνηση του σώματος για μια μεταθανάτια δικαίωση.

Επηρεάζεται βέβαια από την θεολογία των καθαρά θρησκευόμενων, αλλά με τη δική του προσληπτική ικανότητα, η οποία δεν επιφέρει μεγάλες αλλαγές στη συμπεριφορά του. Η ψυχή του δεν μεταβάλλεται ριζικά από τη νέα πίστη, η οποία γίνεται αποδεκτή με τα παλαιά σύμβολα της ελληνικής μυθοπλασίας. Για το μεγάλο, το ανώνυμο πλήθος δεν υπάρχει ξαφνική conversion.

Το νέο, το χριστιανικό όραμα του κόσμου χρωματίζεται από τις παλαιότερες εκφραστικές συνήθειες, που αποτελούν τη γέφυρα του παλαιού και του νέου. Έτσι ο Άδης εξακολουθεί να είναι ο κάτω κόσμος, σκοτεινός και αφιλόξενος όπως αποκαλύπτεται στα ελληνικά μοιρολόγια.

Η Ανάσταση φαίνεται πως γιορτάζεται σαν συνέχεια της αναστάσεως του Άδωνη[5], συμβολισμός οικείος στο λαό, που ζωντανεύει με την εαρινή αναγέννηση της ελληνικής φύσεως. Ο Ιούδας, ειδικώτερα, είναι ένα πρόσωπο του θείου δράματος, που για τον Έλληνα, ιδιαίτερα του 19ου αιώνα, συνδέεται άμεσα με τη «μπαμπεσιά», την οποία ανέκαθεν απεχθάνεται. Ο απλοϊκός άνθρωπος, που συντηρεί ευλαβικά την παράδοση, δεν κατανοεί το «μυστήριο» του Ιούδα: Ήταν το προωρισμένο όργανο που συνέβαλε στη σωτηρία ή απλά ο αχάριστος μαθητής, που πρόδωσε το Δάσκαλό του; Το δεύτερο το καταλαβαίνει καλύτερα.

Έτσι, την ημέρα της Λαμπρής εκδηλώνει το μίσος του με την παραδειγματική καταδίκη του προδότη. Από τα στοιχεία, λοιπόν, του χριστιανικού πάθους προσοικειώνεται τα συγγενή και τα πρόσφορα στην ψυχοσύνθεση και στην εκφραστικότητά του. Υπήρχε στον ελληνικό χώρο μια παμπάλαια παράδοση βδελυγμίας προς τον προδότη και την προδοσία, όπου βρήκε πρόσφορο έδαφος η απέχθεια του νεόφυτου χριστιανού προς το πρόσωπο του Ιούδα.

Έτσι η διαπόμπευσή του πέρασε στο χριστιανικό λαό ως παραδειγματική πράξη στιγματισμού της θεοκτονίας. Ο Ιούδας ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος, που πάνω του ο λαός φόρτωσε όλα τα εγκλήματα, τα όποια έγιναν κατά το Πάθος. Συμβόλιζε, γενικώτερα, κάθε μισητό και αντιλαϊκό υποκείμενο, που η παρουσία του ρύπαινε την πόλη. Έτσι ο χριστιανικός αντισημιτισμός βρήκε προσωπικό στόχο.

Ο προδότης έπρεπε ν’ αποβληθεί, θεαματικά, από την κοινότητα των πιστών. Αναζητώντας αυτή την παράδοση, στα πλαίσια της οποίας βρήκε, φαίνεται, την έκφρασή του το έθιμο του Ιούδα, μπορούμε, να αναχθούμε ως την αρχαία λαϊκή γιορτή των Θαργηλίων (Απρίλιος-Μάιος), που ήταν αφιερωμένη στον Απόλλωνα. Το εξιλαστήριο θύμα λεγόταν, τότε, φαρμακός, που στην κλασσική και μετέπειτα περίοδο κατάντησε συνώνυμο βρισιάς (=κάθαρμα, λέρα).

Σε περίπτωση θεομηνίας, λιμού, επιδημίας ή άλλης συμφοράς, η πόλη αισθανόταν την ανάγκη καθαρμού με ανθρωποθυσία – τα αρχαϊκά χρόνια. Συνήθως ο φαρμακός ήταν ένας κατάδικος, που ο λαός της Ιωνίας περιέφερε στους δρόμους της πόλεως, τον μαστίγωνε με χλωρά κλαδιά και τελικά τον σκότωνε. Μετά έκαιγαν το σώμα του πάνω σε κλαριά άκαρπων δέντρων και πετούσαν την τέφρα του στη θάλασσα.

Μπορούσε να χρησιμοποιηθή στη γιορτή και ένας σκύλος. Ο βυζαντινός γραμματικός και ποιητής Ιωάννης Τζέτζης μας διασώζει το έθιμο με τους έξης πολιτικούς στίχους:

 Ο φαρμακός το κάθαρμα τοιούτον ην το πάλαι.

Αν συμφορά κατέλαβε πόλιν θεομηνία,

είτ’ ούν λιμός είτε λοιμός είτε και βλάβος άλλο,

των πάντων αμορφότερον ήγον ως προς θυσίαν,

εις καθαρμόν και φάρμακον πόλεως της νοσούσης.

Εις τόπον δε τον πρόσφορον στήσαντες την θυσίαν,

τυρόν δε δόντες τη χειρί και μάζαν και ισχάδας[6],

επτάκις γαρ ραπίσαντες εκείνον εις το πέος

σκίλλαις[7], συκαίς αγρίαις τε και άλλοις των αγρίων,

τέλος πυρί κατέκαιον εν ξύλοις τοις αγρίοις

και την σποδόν εις θάλασσαν έρραινον εις ανέμους(…).

 

Το έθιμο του φαρμακού ήταν πανελλήνιο με μικρές παραλλαγές κατά τόπους και διάφορες περιόδους. Στην Αθήνα, όπως παραδίδει ο Αλεξανδρινός ρήτορας Αρποκρατίων (πιθανόν β’ αι. μ.Χ.) στο «Λεξικόν των Δέκα Ρητόρων», «δύο άνδρας ε ξ ή γ ο ν καθάρσια εσομένους της πόλεως εν τοις Θαργηλίοις, ένα μεν υπέρ των ανδρών, ένα δε υπέρ των γυναικών ότι δε όνομα κύριόν έστιν ο Φαρμακός, ιεράς δε φιάλας του Απόλλωνος κλέψας και αλούς υπό των περί τον Αχιλλέα κατελεύσθη, και τα τοις Θαργηλίοις αγόμενα τούτων απομιμήματά έστιν, Ίστρος εν τω α’ των Απόλλωνος επιφανειών είρηκεν».

Όπως βλέπουμε σ’ αυτό το απόσπασμα, γίνεται προσπάθεια ν’ αναχθή το έθιμο στα ηρωικά ελληνικά χρόνια και να ερμηνευθή ως μίμηση συγκεκριμένου γεγονότος. Και εδώ αναζητείται, από τη μεταγενέστερη παράδοση, επώνυμος κακοποιός, για να εξηγηθή η αφετηρία του εξαγνισμού της πόλεως κατά την εορτή των Θαργηλίων.

Ο μύθος, λοιπόν, πλάθεται και εδώ ως απαραίτητο λειτουργικό στοιχείο μέσα στα πλαίσια της ελληνικής θρησκευτικής παραδόσεως, ο οποίος συχνά κατέληγε σε καλλιτεχνική έκφραση. Στην πραγματικότητα όμως ερμηνεύεται έτσι η πανάρχαια ανάγκη του καθαρμού της πόλεως από τα ανίερα στοιχεία που τη βεβήλωναν. Η τελετουργία αυτή, όπως μας εξηγεί ο ιστορικός της αρχαίας ελληνικής θρησκείας Μ. Ρ. Νilsson, δεν ήταν ακριβώς θυσία, αλλά εξαγνισμός, ο οποίος δρούσε αυτόματα, χωρίς την επέμβαση του θεού, και είχε ως σκοπό να απομακρύνη το μίασμα από την πόλη και τους αγρούς. Γι’ αυτό περιέφεραν, ανάμεσά τους, το φαρμακό.

Παρόμοιο έθιμο καθαρμού, με ανάμικτα στοιχεία θυσίας και αυτομάτου εξαγνισμού, βρίσκουμε και στους αρχαίους Εβραίους. Κατά την  μεγάλη ημέρα του Εξιλασμού, ο αρχιερέας πρόσφερε στον Ιεχωβά, ανάμεσα στις άλλες θυσίες, και έναν τράγο για τη συγχώρηση των αμαρτιών του λαού. Έπαιρνε αρχικά δυο τράγους και τους τοποθετούσε μπροστά στη σκηνή του Μαρτυρίου.

Μετά έρριχνε κλήρους, έναν για τον τράγο της θυσίας που έφερνε την επιγραφή «τω Κυρίω» και έναν για τον αποδιοπομπαίο τράγο με την επιγραφή «τω Αζαζέλ» (=τω Σατανά). Με την κλήρωση εκφραζόταν το θείο θέλημα. Ο πρώτος τράγος θυσιαζόταν «περί αμαρτίας». Μετά ο αρχιερέας επέθετε τα χέρια του πάνω στο κεφάλι του αποδιοπομπαίου τράγου και ωμολογούσε φωναχτά τις αμαρτίες του λαού.

Έτσι ο τράγος έπαιρνε πάνω στη ράχη του τα κρίματα του λαού και τα μετέφερε στην έρημο του διαβόλου: «Και επιθήσει Ααρών τας χείρας αυτού επί την κεφαλήν του χιμάρου (=τράγου) του ζώντος και εξαγορεύσει έπ’ αυτού πάσας τας ανομίας των υιών του Ισραήλ και πάσας τας αδικίας αυτών και πάσας τας αμαρτίας αυτών και επιθήσει αυτάς επί την κεφαλήν του χιμάρου του ζώντος και εξαποστελεί εν χειρί ανθρώπου ετοίμου εις έρημον και λήψεται ο χίμαρος ε φ’  ε α υ τ ώ τας αδικίας αυτών εις γην άβατον, και εξαποστελεί τον χίμαρον εις την έρημον».

Τα μεταγενέστερα χρόνια, κατά την εορτή του Εξιλασμού, οι Εβραίοι έρριχναν τον τράγο σ’ ένα γκρεμό, για να πάρη έτσι ο καθαρμός θεαματικώτερο χαρακτήρα, συνήθεια που μας θυμίζει το έθιμο του φαρμακού στις ελληνικές περιοχές.

Η παραβολή του σημερινού εθίμου προς εκείνα της αρχαιότητας και ιδιαίτερα προς το έθιμο του φαρμακού δείχνει πως προϋπήρχαν οι εθιμικοί  τύποι, για να συνέχιση μετέπειτα ο λαός την τελετή με χριστιανικά σύμβολα. Κάτι ανάλογο που έγινε, όπως είναι γνωστό, και σε άλλες χριστιανικές εκδηλώσεις και λατρευτικά έθιμα με την ευελιξία της αρχαίας Εκκλησίας, η οποία στις ειδωλολατρικές συνήθειες προσπαθούσε να δώση νέα πνευματικότητα.

Όπως εξηγεί ο καθηγητής Ανδρέας Φυτράκης, «εξωχριστιανικαί συνήθειαι παρελαμβάνοντο ή ήσαν υπ’ αυτής (της Εκκλησίας) ανεκταί, εάν και μόνον δεν αντέκειντο προς τας ιδίας αυτής θεμελιώδεις διδασκαλίας και δεν υπενθύμιζον κατά απαράδεκτον τρόπον την ειδωλολατρικήν πράξιν».

Έτσι εξηγείται γιατί η Εκκλησία δεν καταπολέμησε το έθιμο του Ιούδα, όπως λ.χ. τα Αναστενάρια, όπου υπερτερεί έκδηλα ο παγανισμός. Μελετώντας, ειδικώτερα, το έθιμό μας από τη σκοπιά αυτή, διαπιστώνουμε έτσι ότι και στη χριστιανική του έκφραση εξακολουθεί να διατηρή πολλές αρχαιοελληνικές καταβολές. Το κάψιμο του Ιούδα, πριν απ’ όλα, είναι ένα δημόσιο  θέαμα, σαν κι αυτά που συντηρούσαν ανέκαθεν την κλίση του Έλληνα στα πανηγύρια. Αυτή η ροπή έδινε την ευκαιρία για ποικιλόμορφες λαϊκές εκδηλώσεις και αυτοσχεδιασμούς, που εντάσσονταν όμως πάντοτε σε παμπάλαιους εκφραστικούς τύπους.

Τούτη η ανάγκη εδημιούργησε την εποπτική τέλεση των Παθών του Κυρίου, όπως βλέπουμε στο τυπικό της Μ. Εβδομάδας. Στην Ανατολή και στη Δύση, τα λεγόμενα χριστιανικά μυστήρια ήταν ανάλογη προσπάθεια εκφράσεως των Παθών με θεατρικά σχήματα, που το Μεσαίωνα παριστάνονταν στον περίβολο των εκκλησιών. Και εδώ έχουμε λαϊκό θέαμα.

Στην περίπτωση του Ιούδα, επανέρχεται έντονα στο λαό η βαθειά αγάπη του για πανηγυρισμό μετά τη μακριά και κουραστική Σαρακοστή. Οι ξωμάχοι του κάμπου, μετά το πένθος της Μεγαλοβδομάδας, θέλουν να χαρούν και να ξεφαντώσουν τη μέρα της Λαμπρής.

Με το ανδρείκελο του Ιούδα μπορούν να εκφρασθούν ως Έλληνες χριστιανοί, φέρνοντας μαζί τους, βέβαια, αρχαίες παγανιστικές συνήθειες: μασκαρέματα, λαϊκή πομπή, σφυρίγματα, κροτίδες, φωτιές, φαλλικά έθιμα, βωμολοχίες κ.α.[8]. Από μορφολογική λαογραφική επισκόπηση, το κάψιμο του Ιούδα εντάσσεται, ειδικώτερα, στις εαρινές πυρές, που αρχίζουν την Αποκριά και τελειώνουν – μετά την ανάπαυλα της Σαρακοστής[9] – τη Μ. Εβδομάδα[10] με αποκορύφωση την Ανάσταση, που το μήνυμά της προσφέρεται για τέτοιους πανηγυρισμούς.

Πρέπει όμως να τονίσουμε εδώ, ότι το έθιμο μ’ αυτά τα ετερόκλητα στοιχεία μπόρεσε να επιβιώση, γιατί το συντηρεί η καθαρά χριστιανική παράδοση. Όχι μόνο γιατί προϋποθέτει το χριστιανικό εορτολόγιο, αλλά ακόμα γιατί το συντροφεύει η λαϊκή πίστη. Ο τυφεκιοφόρος της Κόντρας δεν θα μπορούσε να σημαδεύη το ανδρείκελο στο ικρίωμα, αν δεν πίστευε βαθιά πως συμμετέχει έτσι στις εκδηλώσεις αναπαραστάσεως των Παθών, που η ίδια η Εκκλησία τελεί τη Μ. Εβδομάδα. Γι’ αυτό ο Ιούδας εκτελείται πάντοτε στον περίβολο της εκκλησίας.

Παρατηρούμε, δηλαδή, πως το έθιμο δεν είναι μια απολιθωμένη παράσταση που συντηρεί έναν παλαιικό τύπο, όπως συμβαίνει στα καθαρά εθνικά κατάλοιπα, αλλά ένας αναγκαίος παρεκκλησιαστικός επίλογος στο Πάθος του Κυρίου, που ζει έντονα η λαϊκή ψυχή όλη τη Μ. Εβδομάδα.

«Σκοτώνοντας το Γιούδα», ο Ασιναίος πιστεύει ότι συμβάλλει έτσι στην απονομή της δικαιοσύνης, που επιβάλλει η λογική των ύμνων, τους οποίους ακούει στις ακολουθίες των Παθών. Έτσι η ένταση της συγκινήσεως που δέχεται σ’ αυτό το διάστημα, και η αγαλλίαση που φέρνει η Ανάσταση, δικαιολογούν την επιθετικότητά του, η οποία παίρνει τα χαρακτηριστικά μιας ομαδικής εκδικήσεως.

Γιατί οι τυφεκιοφόροι είναι εδώ οι ένοπλοι οπαδοί του Χριστού, όπως θα τους ήθελε η βυζαντινή ευαισθησία. Απέναντί τους έχουν το μισητό Προδότη, που, αν έπιαναν ζωντανό την ώρα της «παραδόσεως», μπορούσαν να τον λυντσάρουν. Αυτό το μένος είναι παρόν την ώρα της εκτελέσεως στην Κόντρα. Μέσα σ’ αυτό το λαϊκό αυθορμητισμό διοχετεύονται και συντηρούνται τα παγανιστικά σύμβολα σαν υποδεέστερα μεν, αλλ’ οργανικά στοιχεία της όλης τελετής.

Η πιο πέρα έρευνα δεν θα μπορούσε, ίσως, να μας δώση λεπτομερή στοιχεία για το  πως πέρασε ακριβώς το έθιμο από τον αρχαίο κόσμο στο χριστιανικό. Η αναγωγή που κάναμε ως το φαρμακό, δείχνει πως ο λαός κρατάει επίμονα στην ψυχή του σταθερά βιωματικά σύμβολα, που έρχονται και ξανάρχονται στην επιφάνεια σαν θεμελιακά αρχέτυπα.

Αυτά τα βιώματα μορφοποιούνται κάθε τόσο και αποκρυσταλλώνονται σε ιστορικά  πρόσωπα, ανάλογα με τον πολιτισμικό περίγυρο. Έτσι, ενώ τα πολιτισμικά μορφώματα αλλάζουν, οι βιωματικές σταθερές εξακολουθούν να λειτουργούν με νέα σύμβολα. Ένα τέτοιο λαϊκό αρχέτυπο είναι ο προδότης Ιούδας. Έτσι συναιρούνται παλαιά και νέα σύμβολα χωρίς πολλή καθαρότητα, γιατί η λαϊκή ψυχή δεν φθάνει ως την εποπτεία, όπως βιώνει την πίστη ο ανεπτυγμένος χριστιανός. Η συγγένεια, λοιπόν, των συμβολικών στοιχείων ερμηνεύεται από αυτή την εμπειρική αφετηρία, που υπάρχει στο βάθος κάθε λαϊκής εκδηλώσεως. Τούτη η αρχή έχει χαραχτήρα υπεριστορικό και υπερθρησκευτικό, γιατί εκφράζει γνήσια το αιώνιο λαϊκό αίσθημα.

Μετά από αυτά, μπορούμε να καταλήξουμε στο  συμπέρασμα, πως το κάψιμο του Ιούδα είναι ένα έθιμο με ανάμικτα ελληνικά και χριστιανικά στοιχεία, σαν απήχηση των επιρροών που εδέχθη μέσα στους αιώνες ο λαός μας. Δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε εδώ την ελληνική αισθαντικότητα από την ιουδαϊκή πνευματικότητα, γιατί η συνήθεια έχει παλαιότερη ακόμα καταγωγή και γιατί και οι δυο έχουν συγχωνευθή και έχουν μορφοποιηθή σε αυθεντική λαϊκή έκφραση.

Ο ελληνικός λαός δέχεται κατά καιρούς διάφορα πολιτιστικά στοιχεία, αλλά τα αφομοιώνει με το δικό του φυλετικό αισθητήριο, που το διακρίνει η μυθοπλασία και η παραστατικότητα. Αυτό είναι το γνώρισμα της ελληνικής ευαισθησίας, που διατηρείται αναλοίωτη μέσα στους αιώνες.

 

Πάνος Λιαλιάτσης

Καθηγητής  Θεολόγος 

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα.

Πρακτικά του Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον 4-6 Δεκεμβρίου 1976), Πελοποννησιακά, Περιοδικόν της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, Εν Αθήναις, 1979.  

 
 
Υποσημειώσεις

[1] Στη Νέα Κίο το βράδυ της Μ. Παρασκευής, την ώρα της περιφοράς του Επιταφίου, «καίνε το Βαραββά», έθιμο που το έφεραν στην Αργολίδα, μετά το 1922, οι πρόσφυγες από την Κίο της Μ. Ασίας. Μπήγουν στο έδαφος μια σωλήνα, ίσαμε δυο μέτρα ύψος, που την περιβάλλουν με ξερά χόρτα. Πάνω στην οριζόντια κεραία της κρεμούν ένα αχυρένιο ομοίωμα του Βαραββά. Όταν περάση ο Επιτάφιος από κείνο το μέρος, βάζουν φωτιά στα ξερόχορτα και καίνε το ανδρείκελο. Το έθιμο τούτο είναι ανατολική παραλλαγή του εθίμου του Ιούδα.

[2] Αλησμόνητος παραμένει ο μπαρμπα-Γιάννης Κωστόπουλος, ο λεγόμενος Σωτηρόγιαννης (†1974), πού μετά την Κατοχή φύλαγε πάντα μια νάρκα για την ώρα της Αναστάσεως. Έβγαινε τα μεσάνυχτα στην «Τάπια» και με το ρολόι στο χέρι ή με το άκουσμα της καμπάνας έβαζε φωτιά στο φυτίλι. Η έκρηξη ήταν τρομερή και εδονείτο όλος ο κάμπος της Ασίνης.

[3] Τα κατοικούσαν κυρίως αλβανόφωνοι (Ερμιόνη, Πόρτο-Χέλι, Δίδυμα). Μια σύγκριση του εθίμου της Ασίνης μ’ εκείνο της Ύδρας δείχνει πολλές ομοιότητες. Οι κυριώτερες διαφορές είναι: α’. Στην Ύδρα το έθιμο μπορεί να τελεσθή και τη Δευτέρα του Πάσχα, ενώ στην Ασίνη πάντα ανήμερα, β’. Ο Ιούδας ντύνεται εκεί συχνά με κόκκινη χλαμύδα —κατάλοιπο, φαίνεται, μνήμης από τ’ αναγνώσματα της Μ. Εβδομάδας.

[4] Ο Παπα-Γιώργης Μηναίος (πρώην Παναγιωτόπουλος, 1800-1875), φερμένος στο Τζαφέραγα από τη Γκούρα, κατά την οικογενειακή του παράδοση, χειροτονήθηκε ιερέας στη μονή του αγίου Νικολάου Σπετσών, το 1825, από τον «πρώην Τριπόλεως Διο­νύσιο». Διαδέχτηκε στον άγιο Δημήτριο της Ασίνης τον Παπα-Θοδόση, που στο μεταξύ κατοικούσε στ’ Ανάπλι, λόγω των νέων του καθηκόντων στη Μητρόπολη και στη Δι­οίκηση («επιστάτης των προσόδων» επαρχίας Ναυπλίας —βλ. Γ. Χώρα, όπ. παρ.). Ο γιος του, Παπα-Παντελής Μηναίος (1833-1902), διεδέχθη τον πατέρα του ως εφημέ­ριος της Ασίνης το 1865. Και οι δυο τους ήταν εργατικοί και φιλοπρόοδοι. Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από «ενθυμήσεις» του Παπα-Παντελή σε λειτουργικό Ευαγγέλιο του πατέρα του (Ενετίησι, 1754), που το κληρονόμησε ο εγγονός του πρώτου, Παπα-Ανάστα­σης Ορφανός, και σήμερα το κατέχει ο γιος του, κ. Κυριάκος Ορφανός.

[5] Για τα νεοελληνικά έθιμα γύρω από την ανάσταση της φύσεως και το συμβολισμό της, Γ. Μέγα, όπ. παρ., σσ. 185-191. Στις Μυκήνες, το παλιό Χαρβάτι, ανεβίωσε (1977) το παλιό έθιμο του «πεθαμένου» με την πρωτοβου­λία του Λαογραφικού Πελοποννησιακού Ιδρύματος Β. Παπαντωνίου, που έχει την έδρα του στο Ναύπλιον. Το έθιμο εντάσσεται στις γιορτές της ανοίξεως. Οι μοιρολογίστρες «κλαίνε» με ιλαρότητα τον πεθαμένο γύρω στη φωτιά, που κείτεται μέσα στην κάσα κατά­φορτος από τσουκνίδες. Ο πεθαμένος «ανασταίνεται» —πηδάει από την κάσα του – στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα που φουντώνει το γλέντι των πανηγυριστών, που έχουν ντυθή παλιές τοπικές στολές – ανάμεσά τους κι ένας «παπάς». Το έθιμο τούτο επα­ναφέρει αρχαιοελληνικές μνήμες και είναι καθαρή «παράσταση». Η κατάνυξη όμως που διακατέχει τη χριστιανική ψυχή τη Μ. Εβδομάδα, είναι σημάδι ζωντανής πίστεως, ότι «κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» (Α’ Κορινθ., ιε’ 54). Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά της γνήσιας χριστιανικής τελετής από τα παγανιστικά «δρώμενα».

[6] Αρμαθιά από ξερά σύκα, σύμβολο αποτροπής του κακού. Απ’ εδώ η άλλη ονομασία του φαρμακού – σύβακχος (=συκόβακχος). Πρβλ. Ε. des Places,La Religion Grecque, Paris 1969, σ. 93.

[7] Με σκιλλοκρέμμυδα, κοινώς μποτσίκια. Ακόμα διατηρείται η πίστη στα χωριά της Αργολίδας πως, αν τριφτούν τα γεννητικά μόρια με μποτσίκι, ερεθίζονται και διογκώ­νονται. Η σκίλλα ή παράλια χρησιμοποιόταν στην αρχαιότητα σε αγνιστικές τελετές, όπως στην περίπτωση του φαρμακού (βλ. Θεοφράστου, Χαρακτήρες, XVI, 13). Είναι τυ­χαίο άραγε το γεγονός πως και στο έθιμο του Ιούδα χρησιμοποιούσαν, καθώς είδαμε, οι παλαιότεροι Ασιναίοι βολβούς σκίλλας για υποδήλωση του φαλλού; Ή μήπως πρόκειται για την ίδια πανάρχαια συνήθεια, που ενσωματώθηκε στο νεώτερο έθιμο;

[8] Στη μεσαιωνική Δύση τα αστεία και οι βωμολοχίες, που προκαλούσαν τα γέλια του λαού «εις αποζημίωσιν της μακράς νηστείας», λέγονταν μέσα στις εκκλησίες, αντί κηρύγματος, την Κυριακή του Πάσχα σε ειδικές φαιδρές παραστάσεις. Η συνήθεια αυτή, που χαρακτήριζε τις διαθέσεις του μεγάλου πλήθους, είναι γνωστή ως «πασχάλιος γέλως» (Β. Στεφανίδου, ό.π., σ. 541).

[9] Τέτοιες αποκριάτικες φωτιές ανάβονταν παλαιότερα στις τρεις γειτονιές της Ασίνης: Αλώνια, Άγιο – Δημήτρη, Κάτω Βρύση. Οι νέοι, μασκαρεμένοι συνήθως, πηδούσαν τις φωτιές, χόρευαν και ξεφάντωναν, μαζί με τους μεγάλους, ως τις πρωινές ώρες.

[10] Τη Μ. Εβδομάδα οι Ασιναίοι δεν ανάβουν φωτιές, καίνε όμως θυμίαμα πάνω σε μεγάλη θράκα κατά την περιφορά του Επιταφίου. Ο Επιτάφιος, στολισμένος περί­τεχνα από τα κορίτσια με λουλούδια του κήπου τους, περιφέρεται σε όλο το χωριό με τρεις «στάσεις». Το πλήθος περνάει από κάτω «για ευλογία» την ώρα που βγαίνει από τον Αϊ-Δημήτρη. Στην περιφορά οι νοικοκυρές καίνε λιβάνι έξω στην πόρτα τους, απ’ όπου περνάει η Ιερή πομπή. Μετά το τέλος της ακολουθίας, καθένας παίρνει λουλού­δια του Επιταφίου «για το καλό του σπιτιού». Βλ. ανάλογες συνήθειες σε άλλες περιο­χές Γ. Μέγα, ό.π., σ. 160 -161.

Read Full Post »

Μύλοι της Αργολίδας 


 

Ο λαϊκός μας πολιτισμός του χθες, υλικός και πνευματικός, αποτελεί σήμερα καταφύγιο ανθρωπιάς, απάγκιο και βάλσαμο απέναντι στα σύγχρονα κοινωνικά αδιέξοδα που μέρα τη μέρα γίνονται όλο και πιο ασφυκτικά. Η απλότητα και η αλήθεια, που χαρακτηρίζουν τα λαϊκά έργα ως δημιουργήματα έκφρασης και επιβίωσης, μπορούν σήμερα να διαμορφώσουν συνειδήσεις, ν’ αποκαταστήσουν τη λαϊκή μνήμη, ν’ αποτελέσουν σπουδαίες ιστορικές πηγές, αφού τα μνημεία αποτελούν μέρος του πολιτισμού άλλων παλαιότερων μορφών κοινωνικής οργάνωσης ικανά να δώσουν πληροφορίες γι’ αυτή, για τις κοινωνικές συνθήκες και ασχολίες, τις κοινωνικές σχέσεις, τις τεχνικές δυνατότητες των ανθρώπων του απώτερου και πρόσφατου παρελθόντος. Για έναν κόσμο που λειτούργησε σε ισορροπία με τη φύση, ικανό σήμερα όχι μόνο να υπενθυμίσει, αλλά και να εμπνεύσει και να νουθετήσει.

Οι νερόμυλοι και ανεμόμυλοι και στο νομό μας, ταπεινοί, ερειπωμένοι και εγκαταλελειμμένοι σήμερα, αποτελούν σημαντικά μνημεία της προβιομηχανικής περιόδου με πολλαπλή σημασία, ιστορική, αρχιτεκτονική, οικονομική, κοινωνική και λαογραφική. Η αναζήτηση, ο εντοπισμός και η καταγραφή των μύλων της Αργολίδας – που διήρκεσε περί τα δύο χρόνια – έφερε στο φως 185 μύλους (131 νερόμυλους και 54 ανεμόμυλους) που βρίσκονται σε 57 πόλεις, χωριά και οικισμούς του νομού. Προφανώς θα υπήρξαν κι άλλοι, οι οποίοι δεν εντοπίστηκαν.

 

Ανεμόμυλος Γιάννη Ζερβού, Κουρτάκι Άργους, χτίστηκε τη δεκαετία του 1840.

Τα ξεχασμένα αυτά κτίσματα, που δεν κεντρίζουν εύκολα το ενδιαφέρον, αναζητήθηκαν στις παρυφές των χωριών, μα κυρίως έξω από αυτά, σε ερημικές – κατά βάση- περιοχές, σε χείμαρρους και ποταμιές πνιγμένες στη βλάστηση (οι νερόμυλοι) ή σε υψώματα και λόφους, αλλά και σε πεδινές περιοχές (οι ανεμόμυλοι). Άλλα κτίσματα από αυτά κρατούν με δυσκολία όρθιο το κορμί τους, άλλα έχουν λυγίσει από το βάρος του χρόνου, άλλα δίνουν το στίγμα τους με ένα λιθοσωρό, ενώ κάποια – άγνωστο πόσα – δεν άφησαν κανένα ίχνος τους, κατέρρευσαν παίρνοντας μαζί τους τα μυστικά τους και μόνο το τοπωνύμιο μαρτυρά την ύπαρξή τους (π.χ. Παλιόμυλος, Μυλόλακα, Μυλόρρεμα, Μύλος κλπ.).

Διασκορπισμένοι σ’ όλη την Αργολίδα οι νερόμυλοι συγκροτούν σε αρκετές περιοχές μυλοτόπια. Πρόκειται για ομάδες μύλων που λειτουργούσαν με την υδροκίνηση που παρείχε η διαδοχική εκμετάλλευση του νερού του ίδιου χειμάρρου. Οκτώ νερόμυλοι ήταν συγκεντρωμένοι στο Κεφαλάρι, έντεκα κατά μήκος του χειμάρρου που συνδέει τη Δήμαινα με τη Νέα Επίδαυρο, οκτώ στη Φρουσιούνα, επτά στο Κεφαλόβρυσο, οκτώ στο χείμαρρο Ξοβριός από το Κιβέρι ως την Ανδρίτσα, επτά στην Καρυά, επτά στην Προσύμνη, πέντε στον Αχλαδόκαμπο, πέντε στην Άνω Επίδαυρο, τέσσερις στη Τζιρίστρα και στο χείμαρρο Ράδο στα Καρνεζέϊκα, ενώ στις παρυφές δεκάδων άλλων χωριών λειτούργησαν κατά καιρούς από ένας έως τρεις νερόμυλοι.

 

Μύλος Μπούζιου (Ελευθερογιάννη), Λέρνα

 

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους ανεμόμυλους, οι οποίοι έχουν διαφορετική πηγή ενέργειας, την αιολική. Από τους 57 συνολικά ανεμόμυλους που εντοπίστηκαν οι περισσότεροι ήταν στην Ερμιονίδα. Δεκατρείς τουλάχιστον λειτούργησαν στο Κρανίδι (οι τέσσερις έχουν αναστηλωθεί), εννέα στην Ερμιόνη (από τους οποίους οι περισσότεροι κατεδαφίστηκαν κατά τη δεκαετία του 1930-1940, ενώ υπάρχει ένας αναστηλωμένος στο Μπίστι). Σώζονται επίσης από δύο στα Δίδυμα και τους Φούρνους, ένας στην Κοιλάδα και υπάρχουν ίχνη δύο ανεμόμυλων στον Ίναχο, τριών στην Πουλακίδα και άλλων τριών ΒΑ του Άργους (ενός υπάρχει μισοερειπωμένο το κτίσμα).

Επίσης υπάρχουν τα κτίσματα δύο ανεμόμυλων στο Κουτσοπόδι, δύο στο Κουρτάκι και στο Ανυφί. Ένας έως πέντε λειτούργησαν κατά καιρούς στην Ακροναυ­πλία, δύο στο Αραχναίο, ενώ ένας υπήρξε στην Πυργέλα, το Δρέπανο, την Α­σίνη, δύο στο Λιγουριό και ο μοναδικός της δυτικής ορεινής Αργολίδας υπήρξε μεταξύ Φρουσιούνας και Αλέας.

Με βάση γραπτές μαρτυρίες, ο παλαιότερος μύλος στο νομό μας πρέπει να είναι αυτός που κτίστηκε στην έπαυλη του Όθωνα ντε λα Ρος, Μέγα Κύρη των Αθηνών, λίγο μετά το 1212 μετά την παραχώρηση σε αυτόν της Αργολιδοκορινθίας από το Γοδεφρείδο Βιλλαρδουίνο.

Ο Δημήτριος Λαμπρόπουλος, (Δημητρίου Α. Λαμπρόπουλου, Η Λέρνα, Αθήνα 1959, σ. 81), επισημαίνει σχετικά: «Ήρξατο και εις την Λέρνην η κατασκευή στρατιωτικών οχυρωματικών έργων και η ίδρυσις παραθαλασσίων υδρόμυλων κινουμένων δια των υδάτων των πηγών της δια την άλεσιν σιτηρών. Επίσης έκτισαν επί του Ποντίνου Φρούριον – Κάστρον και πλησίον της οικοδομής του υδρόμυλου κα­τοικίας μικρόν καθολικόν ναόν».

Επίσης ο ίδιος συγγραφέας, περιγράφοντας τη θερινή έπαυλη του Όθωνα ντε λα Ρος στην παραλία του Κιβερίου, αναφέ­ρει ότι «…οικοδόμησαν οχυρόν πύργον μεθ’ υπογείων στοών. Εν τη παραλία πλησίον της επαύλεως ανώρυξαν τα φρέατα ποσίμου ύδατος και οικοδόμησαν τον παραθαλάσσιον θολωτόν υδρόμυλον δια την άλεσιν σιτηρών και εκ του ο­ποίου διατηρείται μικρόν τμήμα και λειτουργεί και νυν ως υδρόμυλος δια του ύδατος πηγής του Πανός» (στο σημείο αυτό υπήρχε ο νερόμυλος Νταβέλου, ο οποίος λειτούργησε ως τη δεκαετία του 1970).

Αναφορά σε μύλους της περιοχής μας συναντάμε και το 1479 στο κείμενο συνθήκης μεταξύ Ενετών και Τούρκων επί Μωάμεθ του Β’: « Το δε Τσιβέριν όπερ έστι κεχαλασμένον νυν έστω μεν τη αυθεντία των Βενετών μη κτισθήτω δε ομοίως και όσοι μύλοι ευρεθώσι εις την περιοχήν αυτού ήτις μέλλει γενήσεσθαι, έστωσαν και ούτοι της αυθεντίας των Βενετών».

Επίσης σε έκθεση του συνδίκου της Ενετίας Μαρίνου Μικέλλι το 1691 προς το Δόγη της Ενετίας μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι «Η πεδιάς αύτη – του Άργους – αρδεύεται δε υπό πηγής, ήτις έρχεται υπογείως εκ της κοιλάδος του Καίσαρι και δι’ ης κινούνται οι πλείστοι μύλοι…».

Άλλη γραπτή αναφορά που χρονολογείται το 1715 μαρτυρά την ύπαρξη νερόμυλων στον Αχλαδόκαμπο. Πρόκειται για απόσπασμα από το ημερολόγιο Γάλλου, διερμηνέα της γαλλικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος αναφέρει, (Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, Η ιστορία του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1961): «εγένετο καταυλισμός – των δυνάμεων του Μεγάλου Βεζύρη- εις τόπον αρκούντως ευρύχωρον καλούμενον «Achlado Campo», όπου υπήρχεν δροσερότατον ύδωρ και μύλοι τίνες εις ερείπια…».

Πληθαίνουν βέβαια τα στοιχεία για την ύπαρξη και λειτουργία μύλων κατά τις επόμενες χρονικές περιόδους. Για παράδειγμα σημαντική οικονομική αλλά και ιστορική σημασία διαδραμάτισαν οι μύλοι της Λέρνης. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μακρυγιάννης για τη μάχη των Μύλων του 1825: «…τότε έπιασα τους Μύλους και έφτιασα ταμπούρια κι έκλεισα τους μύλους μέσα. Τον τοίχο τον έχτισα ως μέσα στη θάλασσα και τον ασφάλισα καλά με όλα με όλα τα μαζγάλια… έκοψα και νερό από το μυλαύλακο … δυνάμωσα τη θέση των Μύλων να πολεμήσουμε εκεί όσο να λειώσουμε…».  

Ο λόγος γίνεται βέβαια για τους «αυθεντικούς» ή «αφεντικούς» λεγόμενους μύλους της Λέρνας ή αλλιώς τους «εθνικούς» ή «μύλους του Ναυπλίου», γιατί οι μύλοι του Κεφαλαρίου αναφέρονται και ως «Αργείτικοι μύλοι». Τους «αυθεντικούς» μύλους διεκδίκησε το 1823 ομάδα 32 Αργείων, (Θεοδώρου Γιαννακόπουλου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα 3 (1998), έκδ. Δήμου Ναυπλιέων, σ. 60). οι οποίοι με σχετική αναφορά τους προς την Υπέρτατη Διοίκηση αιτιολογούν το αίτημά τους γράφοντας ότι: «εκ νεαράς ηλικίας ηξεύρομεν κάλλιστα ότι οι αυθεντικοί μύλοι και όσα περιβόλια και χωράφια ευρίσκονται από το νερόν και εδώθεν, όλα ανήκουν εις το Άργος, καθότι επί Τουρκίας τα χωράφια εδεκατίζοντο από το Άργος…».

Με την ίδρυση του νέου Ελληνικού κράτους βρέθηκαν περίπου 6.000 νερόμυλοι πανελλαδικά κατά τα 3/4 κατεστραμμένοι. Από αυτούς οι 5.500 ήταν τούρκικοι και περιήλθαν στο Δημόσιο που τους νοίκιασε σε ιδιώτες. Σήμερα τα παλιά υδροκίνητα προβιομηχανικά εργαστήρια, συνολικά υπολογίζονται σε 30.000 (μύλοι, νεροτριβές κλπ), εκ των οποίων ελάχιστα δουλεύουν. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μύλων ποικίλει, αφού ακολουθεί τις κοινωνικό-πολιτικές αλλαγές και συνθήκες κάθε εποχής.

Διακρίνουμε τους μύλους που κατασκεύασαν οι κατά καιρούς κατακτητές, Φράγκοι, Ενετοί, Τούρκοι, εκείνους που κατείχε το Δημόσιο και η Εκκλησία και τους αυτοδιαχειριζόμενους, από καλόγερους – μυλωνάδες, μύλους («καλογερικοί» μύλοι). Ως καλογερικούς μύλους αναφέρουμε ενδεικτικά το μύλο του Αντωνόπουλου στον Αχλαδόκαμπο, που λειτούργησε ως τις αρχές του 20ου αι. από καλόγερους της Μονής Βαρσών, τρεις μύλους της Καρυάς, της Επιδαύρου κ.ά. Πολλοί από τους μύλους του Δημοσίου αλλά και της εκκλησίας νοικιάζονταν, ενώ κάποιοι παραχωρήθηκαν σε αξιωματούχους της εποχής (Τσώκρης, Περρουκαίοι, Νικηταράς κ.ά.). Πολλοί βέβαια μύλοι ανήκαν σε ιδιώτες. Επρόκειτο για οικογενειακές επιχειρήσεις με συγκεκριμένες παραγωγικές δυνατότητες.

Οι νερόμυλοι στην περιοχή μας προτιμήθηκαν έναντι των ανεμόμυλων εκτός από την περιοχή της Ερμιονίδας, όπου υπερτερούν οι ανεμόμυλοι (20 ανεμόμυλοι έναντι 10 νερόμυλων).

Ο μύλος αποτελούσε σημαντικό περιουσιακό στοιχείο και προϋπέθετε μεγάλη – για την εποχή –  επένδυση. Σωζόμενα κτίσματα νερόμυλων, π.χ. οι μύλοι των Μπαρμπουλέτου και Ελευθερόγιαννη στον Ξοβριό Κιβερίου, του Σωτηρίου και ο μύλος «Σαραβάκο» στην Πρόσυμνα, ο μύλος στο Μετόχι Θερμησίας, οι μύλοι του Κεφαλόβρυσου, της Φρουσιούνας, του Κεφαλαρίου και της Τζιρίστρας ήταν έργα μεγάλης έκτασης.

Να σημειωθεί δε ότι η δαπάνη κατασκευής των υδραυλικών εγκαταστάσεων που συνόδευαν ένα νερόμυλο (μυλαύλακα, κρεμάσεις, στέρνες, βαγένια, νεροκράτες κλπ.) ξεπερνούσε κατά πολύ το κόστος της κατασκευής του κτίσματος του ίδιου του μύλου. Υπήρχαν μύλοι των οποίων το μυλαύλακο ξεκινούσε από πολύ μεγάλη απόσταση προκειμένου να μεταφερθεί το νερό στον αλεστικό μηχανισμό. Παράλληλα έπρεπε να κατασκευαστεί και ένα – έστω στοιχειώδες – δίκτυο οδοποιίας για την απρόσκοπτη προσπέλαση των φορτωμένων ζώων και των ανθρώπων.

Μυλόπετρα έξω από το μύλο Παπαμπόμπου (Άργος)

Το δικαίωμα που εισέπραττε ο μυλωνάς για τα αλεστικά, το λεγόμενο ξάι, κυμαινόταν σε ποσοστό από 3% έως 12% ανάλογα με την περιοχή, ενώ σε κάποιες περιοχές υπήρχε και το «κεφαλιάτικο» (χρέωση για άλεσμα ενός χρόνου). Με ένα μέρος από το αλεύρι που έπαιρναν οι μυλωνάδες κάλυπταν τις οικογενειακές διατροφικές τους ανάγκες και το υπόλοιπο το πουλούσαν σε ακτήμονες, κυρίως, χωρικούς.

Το εισόδημα που απέφεραν οι μύλοι στους ιδιοκτήτες τους ήταν αρκετά σημαντικό, αν σκεφτεί κανείς ότι η αλεστική ικανότητα του μύλου έφτανε και τις 100 οκάδες την ώρα. Για να κατανοηθεί καλύτερα ο ρόλος και το οικονομικό στίγμα των μύλων στην Αργολίδα αρκεί να αναφέρουμε ότι – με βάση τον Αντώνη Μηλιαράκη, ( Γεωγραφία Πολιτική Νέα και Αρχαία του νομού Αργολίδος και Κο­ρινθίας, Αθήναι 1886) – το 1885 η παραγωγή δημητριακών μόνο στην περιοχή του Άργους ανέρχονταν σε 150.000 κιλά σιτάρι και 130.000 κιλά κριθάρι. Ανάλογη πα­ραγωγή παρατηρείται την ίδια χρονιά και στις υπόλοιπες περιοχές του νομού αφού η συνολική παραγωγή άγγιξε τα 330.000 κιλά σιτάρι που πέρασε κατά βάση από τους μύλους.

Αν κάνουμε ένα χρονικό άλμα και μεταφερθούμε στο 1938, (Ν. Αναγνωστόπουλου – Γ. Γάγαλη, Η Αργολική Πεδιάς, Αθήνα 1938),  βλέπουμε μια παραγωγή πολλαπλάσια αυξημένη που φτάνει τα 350.000 κιλά σιτάρι ή το 30% της συνολικής αγροτικής παραγωγής και 1.500.000 κιλά κριθάρι.

Το σύνολο σχεδόν της παραγωγής αυτής πέρασε από τους νερόμυλους και ανεμόμυλους της περιοχής, ενώ ένα πολύ μικρό μέρος αλέστηκε από τους χειρόμυλους ή χερόμυλους που διέθεταν τότε πολλά νοικοκυριά προκειμένου να καλύψουν συμπληρωματικές ανάγκες άλεσης για την παρασκευή τρα­χανάδων κλπ. Οι μύλοι ανάλογα με τις συνθήκες δεν άλεθαν μόνο σιτάρι και κριθάρι, αλλά και σιμιγδάλι, καλαμπόκι, βίκο, λαθούρια, κουκιά, ρεβίθια, ενώ στα δύσκολα χρόνια της κατοχής άλεσαν και ξυλοκέρατα (χαρούπια), γκόρτσα, σάρωμα κ.ά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κατασκευαστικό – αρχιτεκτονικό αλλά και τεχνολογικό μέρος των μύλων. Οι νερόμυλοι κτίζονταν συνήθως έξω από οικισμούς. Ήταν μεμονωμένα, ανεξάρτητα κτίσματα μέσα σε ποταμιές, ενώ αρκετοί συγκροτούσαν μυλοτόπια (ομάδες μύλων).

Πετρόκτιστοι στο σύνολό τους, οι μύλοι – συχνά με προσεγμένη λιθοδομή – κτίζονται σύμφωνα με τις τοπικές κατασκευαστικές – αρχιτεκτονικές συνήθειες και με ανάλογα υλικά. Ήταν μονώροφοι ή διώροφοι (μυλόσπιτα που στον επάνω όροφο στέγαζαν την οικογένεια του μυλωνά) με κεραμοσκεπές μονόριχτες, δίριχτες ή τετράριχτες. Ανάμεσά τους υπήρχαν και μύλοι με πολυεπίπεδες κατασκευές και πολλούς χώρους, όπως στο Μετόχι της θερμησίας, ο μύλος του Μπαρμπουλέτου στο Κιβέρι και του Παναγόπουλου στο Μπόρσα). Συνήθως στη μία γωνία βρίσκονταν ο αλεστικός μηχανισμός, ενώ στον υπόλοιπο χώρο ήταν τα αποθηκευμένα σακιά με τα δημητριακά ή το αλεύρι, η πλάστιγγα, ο χώρος συναλλαγών κλπ. Το πάτωμα ήταν συνήθως πλακόστρωτο ή χωμάτινο. Κάποιοι από τους νε­ρόμυλους διέθεταν τζάκι, ενώ σε πολλά από τα κτίσματα που σώζονται έως σήμερα διακρίνονται χωνευτά ντουλάπια, μικρά παράθυρα και πεζούλια. Κάποιοι διέθεταν και χώρο για το σταυλισμό των ζώων και αυλή για τη φορτο­εκφόρτωση τους.

 

Μέρος του αλεστικού μηχανισμού (Άγιος Νικόλαος)

 

Οι μεγαλοπρεπείς συχνά κρεμάσεις των μύλων ήταν λιθοδομή κτισμένη με κουρασάνι (υλικό το οποίο περιείχε τριμμένο κεραμίδι ακόμη και ασπράδι αυγών). Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι ενώ σε αρκετούς μύλους έχει καταρρεύσει το κυρίως κτίσμα τους οι κρεμάσεις παραμένουν αλώβητες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν σήμερα οι σωζόμενες τοξωτές κρεμάσεις ορισμένων νερόμυλων (στο Κιβέρι, στην Πρόσυμνα, στο Λιγουριό).

Ανάλογο είναι και το ενδιαφέρον για το ζουργιό ή χούρχουρη που βρίσκονταν στο υπόγειο του μύλου. Ήταν ένας θολωτός χώρος στον οποίο ήταν τοποθετημένη η φτερωτή (μεταλλικό στεφάνι με πτερύγια), η οποία γύριζε με τη δύναμη του νερού και ο κεντρικός της κάθετος άξονας μετέδιδε την κίνηση στις μυλόπετρες που βρίσκονταν στο ισόγειο του μύλου. Από ‘κει μέσω της τοξωτής εξόδου το νερό συνέχιζε το ταξίδι του για άλλο μύλο ή για το πότισμα των καλλιεργειών. Να σημειωθεί δε ότι η χρήση του νερού αποτελούσε συχνά αιτία αντιδικιών μεταξύ του μυλωνά και κατοίκων της περιοχής.

Το ότι οι νερόμυλοι αποτελούσαν σημαντικά κοινωνικο-οικονομικά κέντρα της περιοχής αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι κοντά τους δημιουργούνταν και χώροι αρκετών άλλων παραγωγικών δραστηριοτήτων. Έτσι συνυπάρχουν μύλοι με νεροτριβές, όπως στο Κεφαλάρι όπου οι πέντε από τους οκτώ συνολικά μύλους διέθεταν νεροτριβή.

Συχνά η μεταφορά δημητριακών συνδυάζονταν με τη μεταφορά μάλλινων υφασμάτων, που χρησιμοποιούνταν για γυναικείες τοπικές ενδυμασίες (σιγκούνια, γιουρτιά) για ανδρικές ποιμενικές κάπες κλπ. Νεροτριβές σε μύλους συναντάμε επίσης στο Κεφαλόβρυσο, στον Αχλαδόκαμπο κ.α. Συνηθισμένη ήταν επίσης η συνύπαρξη νερόμυλου με λιοτρίβι (Μύλοι του Μπαρμπουλέτου και Νταβέλου στο Κιβέρι, στην Άνω Επίδαυρο κλπ). Σε άλλες περιπτώσεις ο μύλος συνυπήρχε με ταβέρνα, καφενείο, πηγάδι, αλώνι, τυροκομείο και χάνι.

 

Ανεμόμυλοι

 

Εντελώς διαφορετικά ήταν τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά των ανεμόμυλων. Κυλινδρικοί, με κωνική στέγη, ήταν κτισμένοι συνήθως σε ανεμόδαρτα υψώματα ή σε πεδινές εκτάσεις με προσανατολισμένες τις πελώριες ξύλινες φτερωτές τους προς το συνηθέστερο άνεμο της κάθε περιοχής. Σε σχέδιο του Ναυπλίου (G. F. Camocio, 1571-1575) της περιόδου της πρώτης Βενετοκρατίας διακρίνονται πέντε ανεμόμυλοι στο σημερινό χώρο της Α­κροναυπλίας. Στην περιοχή του Ναυπλίου υπήρχε ένας ακόμη μεμονωμένος ανεμόμυλος (μύλος Ταμπακόπουλου) στη θέση «Γλυκειά».

 

Ο ανεμόμυλος Ντουνέτα (Κρανίδι)

 

Χαρακτηριστικό της επιλογής του τόπου ανέγερσης των ανεμόμυλων είναι το γεγονός ότι στη νοητή ευθεία Αγ. Αδριανός – Κουτσοπόδι λειτούργησαν κατά περιόδους περίπου 20 ανεμόμυλοι (2 στο Κουρτάκι, 2 στο Ανυφί, 1 στον Αγ. Αδριανό, 5 στο Άργος, 1 στην Πυργέλα, 3 στην Πουλακίδα, 3 στον Ίναχο, και 2 στο Κουτσοπόδι), προφανώς επειδή υπήρχε ευνοϊκό ρεύμα αέρα, ενώ στη δυτική ορεινή Αργολίδα εντοπίστηκε μόνο 1 ένας στην Αλέα.

Οι ανεμόμυλοι ήταν δίπατοι και χωρίζονταν με ξύλινο πάτωμα. Οι χώροι τους ήταν περιορισμένοι. Στο ισόγειο ήταν η πρόχειρη αποθήκη με τα σακιά ενώ στον επάνω όροφο ήταν ο αλεστικός μηχανισμός, ο οποίος από τους ιστορικούς της τεχνολογίας θεωρείται ως το πιο σύνθετο δείγμα μηχανισμού ευρείας χρήσης της προβιομηχανικής περιόδου. Σημειωτέον ότι ο πολύπλοκος αυτός μηχανισμός ήταν χειροποίητος και συναρμολογημένος από 550 περίπου κομμάτια κατεργασμένου ξύλου.

Εσωτερικός και εξωτερικός μηχανισμός χωρίζονταν σε τρία βασικά μέρη. Στον αλεστικό που προαναφέραμε (μυλόπετρες, σκαφίδα κλπ.) στον κινητικό (τεράστια φτερωτή, αξόνι, αντένες) και στο μηχανισμό προσανατολισμού της φτερωτής.

 

Μέρος του μηχανισμού του ανεμόμυλου Ντουνέτα (Κρανίδι)

 

Οι ανεμόμυλοι άρχισαν να φθίνουν μαζικά και στην Αργολίδα λίγο μετά το 1920 και έως τον πόλεμο είχαν σταματήσει να λειτουργούν σχεδόν όλοι. Πολλοί κατεδαφίστηκαν – ιδιαίτερα αυτοί των πεδινών περιοχών – και οι πέτρες τους χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή σπιτιών, αποθηκών, πηγαδιών κλπ.

Με βάση την προαναφερθείσα σύντομη περιγραφή του τεχνολογικού μέρους των ανεμόμυλων και νερόμυλων αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα τη σημασία τους ως μνημεία της προβιομηχανικής εποχής. Οι πολύπλοκοι ξύλινοι – κατά βάση – μηχανισμοί τους ήταν δημιούργημα του ίδιου του μυλωνά, ενός απλού καθημερινού ανθρώπου χωρίς ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις.

Και όμως ο άνθρωπος αυτός στην προσπάθεια επιβίωσής του και στηριγμένος στη συλλογική πείρα και τη γνώση που απορρέει από αυτή, επινόησε ένα μηχανισμό, που στις βασικές τουλάχιστον αρχές του, στηρίχτηκε και η δημιουργία ανάλογων μηχανισμών στις νεότερες εποχές. Επομένως οι μύλοι αποτέλεσαν σταθμό στην εξέλιξη της τεχνολογίας και με την κατάργησή τους τελείωσε μια ολόκληρη εποχή. Αμέσως μετά εμφανίζονται οι κυλινδρόμυλοι με τους μεταλλικούς, ντιζελοκίνητους και στη συνέχεια ηλεκτροκίνητους μηχανισμούς τους.

Σήμερα η παραμελημένη αυτή τεχνολογία χάνεται κάτω από τα βάτα και τα ερείπια των κτισμάτων των μύλων. Πάρα πολλές μυλόπετρες – τα σύμβολα των μύλων – αφανίζονται μέρα με τη μέρα, εκτός βέβαια από αυτές που κοσμούν τις αυλές και τις βεράντες των απογόνων των μυλωνάδων.

Κάποιοι από τους μύλους της Αργολίδας συνδέθηκαν με μεγάλα ή μικρότερα ιστορικά γεγονότα ή συμβάντα της εποχής τους. Έτσι εκτός από τους «αυθεντικούς μύλους» της Λέρνης που προαναφέρθηκαν, ο ανεμόμυλος του Ταμπακόπουλου στη θέση «Γλυκειά» του Ναυπλίου έπαιξε το ρόλο του οχυρού κατά τη διάρκεια της Ναυπλιακής επανάστασης, όπου σε δύο διαφορετικές μάχες φονεύθηκαν περίπου 200 στρατιώτες, ενώ διπλάσιοι ήταν οι τραυματίες. Στο ζουριό του μύλου της Φρουσιούνας Έλληνες στρατιώτες εγκλώβισαν Τούρκους και τους έπνιξαν στα νερά του.  Στο μύλο του Παναγόπουλου, στο Μπόρσα, οι Γερμανοί συνέλαβαν ομάδα πατριωτών με ασύρματους και τους εκτέλεσαν. Το μυλόσπιτο του Λαλούση στο Ηλιόκαστρο οι Γερμανοί το έκαναν στάχτη μαζί με το νοικοκυριό της μυλωνάδικης οικογένειας κ.ά.

Ψυχή και κεντρικό πρόσωπο του νερόμυλου ήταν βέβαια ο μυλωνάς που η ζωή του κυλούσε μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο από φωνές ανθρώπων και ζώων που πνίγονταν από το συνεχές βουητό των νερών και το κροτάλισμα του βαρδαλιού και της μυλόπετρας. Η συνάντηση πολλών ανθρώπων στο μύλο έδινε την εικόνα καθημερινού λαϊκού πανηγυριού. Πολλοί πελάτες (απαλέτες) αναγκάζονταν να διανυκτερεύσουν στο μύλο περιμένοντας τη σειρά τους και έτσι τα βράδια τόριχναν στο φαγοπότι με το μυλωνά. Η μυλωνού πηγαινοερχόταν με τις τσιγαρίδες και το κρασί (σχεδόν όλοι οι μύλοι είχαν το βαρέλι τους) και άρχιζαν τα χωρατά και το τραγούδι. Άλλες φορές άρχιζαν τις ιστορίες, τα παραμύθια και τ’ ανέκδοτα κι έτσι τους εύρισκε το πρωί.

Πρωταγωνιστής ο μυλωνάς, που τους κρατούσε ξύπνιους συχνά με τις υπερβολές και τα ψέματά του. Δεν είναι τυχαία η φράση που έχει επικρατήσει «λόγια του μύλου» που υποδηλώνει λόγια που στερούνται σοβαρότητας. Πάντως ο μυλωνάς είναι ίσως το πιο τραγουδισμένο επάγγελμα. Καλόκαρδος, αγαθός και γελαστός, κάπου έκανε όμως και τις… ζαβολιές του στο ζύγι ιδίως. «Μη κάνεις φίλο μυλωνά, ψαρά και μακελάρη, γιατί άκουσε τη γνώμη μου είναι κι οι τρεις γάιδαροι», λέει η λαϊκή μούσα η οποία τους έχει καταγράψει και ως μουρντάρηδες και ευάλωτους στη γυναικεία παρουσία. «Χωριατοπού­λες τ’ άλεσμα / στο μύλο καρτερούνε / και με το γέρο μυλωνά / μονάχες ξενυ­χτούνε…», λέει υπαινικτικά ένα από τα πολλά μυλωνάδικα τραγούδια.

Αμέτρητες είναι ακόμα οι παροιμίες ή παροιμιακές φράσεις για το μυλω­νά, τη μυλωνού και το μύλο:

– «από μυλωνάς δεσπότης»,

– «Φτηνός στ’ αλεύρι ακριβός στα πίτουρα», ή

– «Μπάτε σκύλοι [ χίλιοι]  αλέστε κι αλεστικά μη δίνετε».

Υπάρχει κι ένα τοπικό τραγούδι γραμμένο για έναν από τους πιο γνωστούς μυλωνάδες της περιοχής μας, το Σπύρο τον Κεφάλα από το Κεφαλάρι.

 Μπάρμπα, μωρέ μπάρμπα

Θανάση μυλωνά

για δεν αλέθει ο μύλος

της θειας μας της Κοντύλως.

Το κό- μωρέ το κόψαν

τόρημο νερό

το κόψανε στη στάλα

στου Σπύρου του Κεφάλα.

Το κό- μωρέ το κόψαν

οι Αργίτισσες

με τ’ άσπρα τους τα μπράτσα

που βγάζουνε τα πράσα.

Το κό- μωρέ το κόψαν οι Αναπλιώτισσες

με τ’ άσπρα τους τα πόδια

που πιάνουν τα χταπόδια.

Τέλος για αρκετούς μύλους της Αργολίδας η λαϊκή φαντασία έπλασε μύθους για δαίμονες και για νεράιδες, για ξωτικά, αράπηδες και καλικάτζαρους. Για παράδειγμα στο μύλο του Ελευθερόγιαννη στο Σπηλιωτάκη λέγανε πως ένας αράπης και μάλιστα φουστανελάς τροφοδοτούσε με νερό το μύλο τα μεσάνυχτα και τον έβαζε να δουλέψει. Στο μύλο του Σελή στον Αχλαδόκαμπο τα ίδια. Ένα ξωτικό, που πολλοί το είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια, εμφανίζονταν στο μύλο του Κατσιάμη στον Αχλαδόκαμπο.

Καλικάτζαρος κυνήγησε ένα Λιγουριάτη που ερχόταν από το μύλο με το γάιδαρό του και σώθηκε γιατί κουλουριάστηκε ανάμεσα στα τσουβάλια του αλευριού. Απροσδιόριστο ξωτικό εμφανιζόταν και στον ανεμόμυλο των Κατσικανίων, γι’ αυτό οι γονείς συμβούλευαν τότε τα παιδιά τους ν’ αποφεύγουν να τον πλησιάζουν. Επίσης ο Νικόλαος Πολίτης, (Νικολάου Πολίτη, Παραδόσεις, βιβλίο Β’, έκδοση «Ιστορική έρευνα»), αναφέρει: «Κοντά στους αφθεντικούς μύλους έ­βγαινε την ημέρα μια Νεράιδα με πράσινα μάτια, που τα στόλιζε με μαργαρι­τάρια και μερτζάνια και στέγνωνε τα ρούχα της στους βράχους. Τη νύχτα με φεγγάρι η ίδια νεράιδα χόρευε πάνω στα κύματα της θάλασσας».

Έχει περάσει ήδη μισός αιώνας από τότε που οι μύλοι έκλεισαν τον ιστορικό τους κύκλο. Η έρευνα για τον εντοπισμό και μια πρώτη καταγραφή τους, δεν είναι παρά το πρώτο στάδιο. Τώρα το λόγο πρέπει να πάρει η Πολιτεία,  οι τοπικοί φορείς και η ίδια η τοπική κοινωνία. Κάποιοι από τους ξεχασμένους σήμερα μύλους της Αργολίδας θα μπορούσαν να πάρουν πνοή και να διηγηθούν την ιστορία τους στον τουρίστα, τον περιπατητή, το φυσιολάτρη, το μαθητή προκειμένου να έλθουν όλοι αυτοί σε επαφή με την παραδοσιακή αγροτική κοινωνία. Με μια ζωή σκληρή αλλά αληθινή….

 

Κείμενο – Φωτογραφίες: Γιώργος Αντωνίου

 

Πηγές

 

 

  • Άργος, Κοινωνία και Πολιτισμός, Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης της 22 και 23 Μαρτίου 2003, Εκδόσεις Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αθήνα, 2009.
  • Γιώργος Αντωνίου, «Μύλοι της Αργολίδας», Έκδοση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας,  Ναύπλιο, 2005.

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Το Χρονικό του Μορέως  


 

Τα χρονικά του Μορέως είναι κείμενα του 14oυ αιώνα, που αφηγούνται την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους το 1204 και την ιστορία του πριγκιπάτου της Αχαΐας κατά τον 13ο αιώνα, σε ελληνική, γαλλική, ιταλική και αραγωνική γλώσσα.

Από όλες αυτές τις αποδόσεις του ίδιου βασικά κειμένου μόνο η ελληνική είναι έμμετρη και διασώζεται σε τρία χειρόγραφα, η ιταλική είναι κακή μετάφραση του ελληνικού κειμένου, η αραγωνική αποτελεί συμπίλημα, που όμως φθάνει χρονικά ως το 1377, ενώ το γαλλικό κείμενο είναι παράλληλο προς το ελληνικό και, όπως δείχνουν τα κομμάτια που το συναπαρτίζουν, συμπίλημα κάποιου άλλου, που δεν σώθηκε. Εδώ θα πρέπει να συμπληρώσουμε ότι διασώζεται, επίσης, και μια επίτομη διασκευή σε πεζό στην ελληνική γλώσσα, μεταγενέστερη του 14ου αιώνα, που αποδίδεται στον Δωρόθεο Μονεμβασίας ή, για την ακρίβεια, στον Ψευδο-Δωρόθεο.

Από τα χειρόγραφα της ελληνικής έμμετρης απόδοσης, το πιο πλήρες και, ίσως, το αρχαιότερο είναι της Κοπεγχάγης 57, που αποτελείται από 9219 στίχους. Ο κώδικας PARISINUS 2898 περιλαμβάνει 8191 στίχους και είναι, κατά πάσα πιθανότητα, μεταγενέστερος, αφού έχουν αφαιρεθεί απ’ αυτόν, όπως και από τον κώδικα του Τορίνου Β. Ι Ι. .Ι, οι μομφές κατά των Ελλήνων της Πελοποννήσου και των άλλων βασιλείων της Ανατολής, και έχει εξομαλυνθεί κάπως μετρικά. Του παρισινού κώδικα σώζονται και δύο μεταγενέστερα αντίγραφα, ο ΡARISINUS 2753 και της Βέρνης 5091.[1]

 

Κείμενο από το Χρονικό του Μορέως

 

Ο Πέτρος Π. Καλονάρος χωρίζει το κείμενο του Χρονικού σε δύο, άνισα μεταξύ τούς, τμήματα: στο πρώτο (στίχοι 1-1339), που αναφέρεται στην ιστορία της πρώτης και της τέταρτης σταυροφορίας καθώς και στην ιστορία της λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης των ετών 1204-1261, στο δεύτερο και κύριο μέρος (στίχοι 1340-9235), το οποίο αναφέρεται στην κατάκτηση της Πελoπoνvήσoυ και στην ιστορία του πριγκιπάτου της Αχαΐας μέχρι το 1292.

 

Κέντρο της αφήγησης αποτελούν τα χρόνια της ηγεμονίας του Γουλιέλμου Βιλλεαρδουίνου (1245-1278) και τελειώνει στα χρόνια της κόρης του Ισαβέλλας και του δεύτερου συζύγου της Φλωρέντιου Αναγαυικού. Παράλληλα όμως το χρονικό αφηγείται και άλλα γεγονότα, που έχουν οπωσδήποτε μια σχέση με την ιστορία του πριγκιπάτου, στην πραγματικότητα όμως αποτελούν από μόνα τους αυθύπαρκτες αφηγηματικές ενότητες, όπως π.χ. οι ιστορίες του Θεόδωρου Β’ Λασκάρεως, του Μιχαήλ Παλαιολόγου, του βασιλιά Καρόλου της Νεαπόλεως κ.ά.

Έτσι, κατά τη γνώμη μου, το Χρονικό πρέπει να διαιρεθεί σε περισσότερα των δύο τμήματα και κυρίως στα σημεία εκείνα όπου ο ίδιος ο αφηγητής νιώθει την ανάγκη να μεταφέρει το λόγο του αλλού και παρεμβάλλει για αυτό διηγήσεις, ιστορίες και περιγραφές προσώπων,  γεγονότων, θέσμιων, ηθών, εθίμων κ.λ.π. που έχουν βέβαια μικρή ή και μεγάλη σχέση με το καθ’ αυτό μέρος της αφήγησης, που είναι η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους και η ιστορία του πριγκιπάτου επί των τριών πρώτων πριγκίπων και της διαδόχου των.

Είναι μια τεχνική που θυμίζει τα εμβόλιμα άσματα των τραγωδιών, όπως θα διαμορφωθούν αυτά στη συνέχεια με την εξέλιξη των θεατρικών ειδών. Θα πρέπει, επίσης, να τονίσουμε ότι το Χρονικό, γραμμένο για να διαβάζεται τις μακριές χειμωνιάτικες νύχτες, όταν ο χρόνος περισσεύει και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να καλυφθεί, είναι φυσικό να έχει έκταση μεγαλύτερη απ’ αυτήν που θα ανεχόταν ένας σύγχρονος αναγνώστης ή ακροατής, πλατειασμούς και επικαλύψεις, αφού το ζητούμενο ήταν να παίξει, στη φράγκικη κοινωνία της Πελοποννήσου που εξελληνιζόταν ταχύτατα, το ρόλο που έπαιξαν τα Ομηρικά έπη στις κοινωνίες της ελληνικής αρχαιότητας. Φυσικά, η σύγκριση σταματάει εδώ, αφού δεν υπάρχει σημείο επαφής ανάμεσα στον ποιητή της Ιλιάδας και τον άγνωστο γασμούλο στιχοπλόκο του Χρονικού.

 

 [ Ο συγγραφέας του ελληνικού κειμένου ήταν πιθανότατα γασμούλος, δηλαδή γόνος μεικτού γάμου από Φράγκο πατέρα και ελληνίδα μητέρα, ή εξελληνισμένος Φράγκος. Γνώριζε πολύ καλά την ελληνική γλώσσα, όχι μόνο την καθομιλουμένη, αλλά και την λόγια, όπως φαίνεται από κάποιους τύπους που χρησιμοποιεί. Επίσης πρέπει να γνώριζε καλά και την γαλλική γλώσσα, αν κρίνουμε από γαλλικές λέξεις που χρησιμοποιούνται. Σχετικά με την χρήση των γαλλικών λέξεων προκύπτει το ενδιαφέρον ερώτημα αν είναι απλά αποτέλεσμα της ανάγνωσης του γαλλικού κειμένου ή αν είναι μάρτυρας της επίδρασης της γαλλικής γλώσσας στην ομιλία των κατοίκων της περιοχής. (H. Tonnet, Ιστορία τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας, ελλ. μτφρ. 1995, Αθήνα: Παπαδήμας ) ]

 

Η κατάκτηση της Πελοποννήσου θα γίνει το 1204 από δύο συνεργάτες τυχοδιώκτες, τον Γουλιέλμο Σαμπλίττη και τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο, η εξουσία όμως θα περιέλθει οριστικά στον δεύτερο με απάτη. Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, που ήταν ανιψιός του συνονόματού του ιστορικού και πρωτοστράτορα της Καμπανίας, βρέθηκε σχεδόν τυχαία στη δίνη της τέταρτης σταυροφορίας και ύστερα από ένα ναυάγιο αποβιβάστηκε στις ακτές της Πελοποννήσου. Εκεί συνεργάστηκε με τον Γουλιέλμο Σαμπλίττη, συναγωνιστή του Φράγκου βασιλιά της Θεσσαλονίκης, του Βονιφάτιου Μομφερατικού. Την αρχηγία των επιχειρήσεων την είχε ο Σαμπλίττης.

 

Η στέψη του Βονιφάτιου του Μομφεράτου σαν αρχηγού της 4ης Σταυροφορίας - έργο του Henri Decaisne (1840).

 

Κατά το Χρονικό, οι Φράγκοι αποβιβάζονται στην Αχαΐα, όπου εκεί τους πληροφορούν οι ντόπιοι για μια γη της επαγγελίας που τους περιμένει, την Ανδραβίδα, και σπεύδουν να την κατακτήσουν:

 

«Βουλήν απήραν μ’ εκεινούς  τους τοπικούς Ρωμαίους,

όπου τους τόπους έξευραν, του καθενός την πράξιν,

κ’ είπαν κ’ εσυμβουλέψαν τους το πως ένι η Ανδραβίδα

η χώρα η λαμπρότερη στον κάμπον του Μορέως’

ως χώρα γάρ απολυτή κείτεται εις τον κάμπον,

ούτε πύργους, ούτε τειχέα έχει κανόλως ‘ς αύτην». (στ. 1424-1429) 

 

Σε μεσαιωνικά κείμενα δεν βρίσκουμε εύκολα περιγραφές πόλεων της Ηλείας όπως αυτή για την Ανδραβίδα, που, κατά τα φαινόμενα, είναι η σπουδαιότερη πόλη του Μορέως. Ας σημειωθεί εδώ ότι «Μορέας» στο Χρονικό δεν ονομάζεται πάντα η Πελοπόννησος στο σύνολό της αλλά κυρίως η Ηλεία με τις πολλές μουριές και την εκτεταμένη καλλιέργεια του μεταξοσκώληκα. Μετά την Ανδραβίδα, ολόκληρη η Ηλεία και, στη συνέχεια η Πελοπόννησος, με τον πόλεμο ή με τη φρόνηση, περιήλθε στα χέρια των Φράγκων.

Ήταν τέτοια η καταπίεση της Βυζαντινής γραφειοκρατίας, η φορολογική εκμετάλλευση και η αθλιότητα στην οποία είχε περιέλθει ο τόπος και οι κάτοικοι, ώστε η αντίσταση που συνάντησαν ήταν σχεδόν μηδαμινή, ενώ η αποδοχή τους πλατιά. Αποδοχή ελευθερωτών και όχι κατακτητών. Αυτό δείχνει και το γεγονός ότι δεν έχουμε πληροφορίες για στάσεις και εξεγέρσεις, ενώ έγιναν πολλοί γάμοι ανάμεσα στους κατακτητές και ντόπιες γυναίκες. Τα παιδιά όμως που προήλθαν από τέτοιου είδους συζεύξεις, οι περίφημοι γασμούλοι, δεν είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν επήλθε πλήρης εξομοίωση του πληθυσμού.

Σύμφωνα με το Χρονικό – που απηχεί βέβαια τη βούληση και τη σκέψη των κατακτητών, δείχνει όμως ταυτόχρονα και τις διαθέσεις του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής – μέγας θρήνος ξεχύθηκε στο Μοριά όταν πέθανε ο πρώτος πρίγκιπας, ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος:

 

«’Ωρισε με προφώνεσιν γλυκέα τους παραγγέλλει

τους κεφαλάδες κι αρχιερείς κι όλους τους καβαλλαρίους,

να έχουσιν τον μισίρ Ντζεφρέ αφέντην κληρονόμον,

και να θυμούνται πάντοτε την πολιτείαν όπου είχεν,

τον κόπον όπου εκόπιασεν να κερδεθεί ο Μορέας, .

το σπλάχνος κι ανθρωποφιλίαν όπου είχεν είς τους πάντας.

Κι όσον απεκατέστησεν ετούτα κι άλλα πλείστα,

εμεταστάθη, ως χριστιανός’ ο Θεός να τον συγχωρήσει.

Κι ωσάν εμεταστάθηκεν, καθώς σας το αφηγούμαι,

θρήνος εγένετον πολύς εις όλον τον Μορέαν,

διατί τον είχαν ακριβόν, πολλά τον αγαπούσαν

δια την καλήν την αφεντίαν, την φρόνεσιν όπου είχεν». (στ. 2453-2464)

 

Από τους γάμους Γάλλων ευγενών και ντόπιων γυναικών προήλθαν οι επόμενες γενιές των γασμούλων, όπως αναφέρθηκε και πιο πριν, στους οποίους, κατά πάσα πιθανότητα, ανήκει και ο συγγραφέας του Χρονικού, που δέθηκαν στενά με τον τόπο και με το πέρασμα του χρόνου έγιναν ένα μαζί του, ώστε να βλέπουν κάθε Φράγκο που ερχόταν από την Ευρώπη ως ξένο.

Απ’ την ένωση αυτή προήλθε και ο καινούργιος Ελληνογαλλικός, ιπποτικός κόσμος, ο καινούργιος Ελληνογαλλικός πολιτισμός που μπόλιασε με νέο αίμα τον νεοελληνικό, όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά, αλλά έντονα ιδεαλιστικά και μεγαλόστομα, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο συγγραφέας που πάσχισε να συνθέσει μέσα του μύριες αντικρουόμενες απόψεις, σκέψεις και ιδέες:

«Λες κι ένας καινούργιος Ευφορίων, ο ανώτατος Γασμουλος, ο ερωτικός καρπός του Φάουστ και της Ελένης, θα γεννιόταν τώρα στο Ελληνικό χώμα. Να έχει το θείο σώμα της μάνας και την αχόρταγη, ρομαντική, αγιάτρευτα διψασμένη για το άπειρο ψυχή του πατέρα…» [2]

Έτσι λοιπόν, με τη Φράγκικη κατάκτηση της Πελοποννήσου που ήταν μακροχρόνια αλλά και με τα άλλα φραγκικά κράτη που θα ιδρυθούν ταυτόχρονα στα ερείπια της πάλαι ποτέ κραταιάς Βυζαντινής αυτοκρατορίας, για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα, θα κάνει την ένδοξη εμφάνισή του ένας καινούργιος κόσμος και πολιτισμός: αυτός που την περιγραφή του θα προσπαθήσει να κάνει το «Χρονικό του Μορέως», τον κόσμο των ιπποτών της Δύσης επί Ελληνικού εδάφους και τη σύζευξή του με ένα πάντα ζωντανό παρελθόν.

 

Γοδεφρείδος Α' Βιλλεαρδουίνος - Geoffroi de Villehardouin

 

Έτσι, έκπληκτος ο σημερινός αναγνώστης, που αγνοεί εξ ολοκλήρου τα γεγονότα, πληροφορείται για μάχες σώμα με σώμα, πολιορκίες πόλεων, συνωμοσίες και ίντριγκες πολιτικές, προδοσίες, συνελεύσεις ευγενών και βουργησίων (κούρτες), κονταρομαχίες για τα ωραία μάτια μιας αρχόντισσας, συνοικέσια, έρωτες, απαγωγές, πάθη, δημηγορίες, ταξίδια και περιπλανήσεις, πλείστα όσα γαλλικά ονόματα, που, έστω και εξελληνισμένα, ή ίσως για αυτό, ηχούν περίεργα και παράταιρα στο αυτί και δίνουν έναν τόνο ιστορικού εξωτισμού στην αφήγηση και στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί: Ancelin de Toucy, Viliain d’ Annoy, Piancy, Brice, D’ Aby, L’ Espinas, Gautier de Rosieres, Guy de Nivelet, Γκαλεράν ντ’ Iβρύ, Γκυ ντε Λαρός κ.λ.π.

[Το κείμενο του Χρονικού του Μορέως ήταν πηγή έμπνευσης για αρκετούς έλληνες λογοτέχνες που έγραψαν έργα σχετικά με αυτήν την ιστορική περίοδο. Ενδεικτικά αναφέρονται οι Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (Ο Αυθέντης του Μορέως), Άγγελος Τερζάκης (Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ), Δημήτριος Βερναρδάκης (Μαρία Δοξαπατρή). Σήμερα είναι σημείο αναφοράς για την ιστορία όλων των πόλεων και των χωριών της Πελοποννήσου που αναφέρονται σε αυτό ].

Ακούει για τίτλους παράξενους, βυζαντινούς ή φράγκικους, σε περίεργες συζεύξεις: βαρόνος της Καρύταινας, του Νικλίου, των Καλαβρύτων, της Χαλανδρίτσας, πρωτοστράτορας, κοντόσταβλος, δούκας των Αθηνών, πρίγκιπες, σιργέντες της κουγκέστας, βαϊλοι του Μοριά, μέγας δεμέστικος, κόντος της Κεφαλλωνίας, μέγας κυρ των Αθηνών, τζαγρατόροι, φλαμουριάροι, αμιράλης, καστελάνοι, κιβιτάνοι κ.λ.π. λατινογενή ή ελληνογενή ή γασμούλικα.

Ακόμα και συνέλευση γυναικών περιγράφεται στο Χρονικό, όταν οι άνδρες βρίσκονται αιχμάλωτοι στα χέρια των εχθρών, πράγμα αδιανόητο στο Βυζάντιο αλλά και στη Δυτική Ευρώπη, όχι όμως και στους Φράγκους του Μοριά, στους οποίους δεν ίσχυε ο Σάλιος νόμος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονταν οι γυναίκες από κληρονομικά και κυριαρχικά δικαιώματα.

Στο πριγκιπάτο οι γυναίκες διαδέχονται και κληρονομούν τον άνδρα, όταν δεν υπάρχει άλλο αρσενικό μέλος στην οικογένεια. Ιδού η επαλήθευση:

 

«Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες

εκεί με την πριγκίπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου

κ ‘εκάμνασιν τον παρλαμά κ ‘επαίρναν την βουλή τους’

κι ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ’ αύτες,

μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήτον λογοθέτης

και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,

όπου ήτο ο φρονιμώτατος όλου του Πριγκιπάτου». (στ. 4400-4406).

 

Ο στιχουργός του Χρονικού είναι κατά πάσα πιθανότητα, γασμούλος, όπως άλλωστε και η πλειονότητα των Φράγκων της Πελοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα και, όπως φαίνεται από πολλές ενδείξεις, από τις μακροσκελείς περιγραφές συνελεύσεων της κούρτης, απ’ την πληθώρα των νομικών παρατηρήσεων που παραθέτει και από την εγγενή του αντιπάθεια προς τους ντόπιους Έλληνες, άνθρωπος της αυλής, προφανώς γραφέας ή νοτάριος.

Από τις δύο παραλλαγές του Χρονικού, η μία, του κώδικα της Κοπεγχάγης, είναι γραμμένη για τους εξελληνισμένους Φράγκους του Μοριά, στο γλωσσικό ιδίωμα που μιλούσαν αυτοί τον 14ο αιώνα, ενώ η δεύτερη, του Παρισινού κώδικα, είναι, πιθανόν, διασκευή από Έλληνα και για τους Έλληνες, αφού έχουν αφαιρεθεί από το κείμενο όλα τα τμήματα που εκφράζονται άσχημα για τους Έλληνες και έχει, κατά κάποιο τρόπο, εξομαλυνθεί γλωσσικά και μετρικά.

Κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης, λοιπόν, όλοι οι Φράγκοι ανεξαιρέτως είναι φρόνιμοι, «πολλά χαριτωμένοι» ευγενικοί, πιστοί χριστιανοί, ταπεινοί, κρατούν τους όρκους τους με θρησκευτική ευλάβεια, ευσεβείς, ευσπλαχνικοί, γενναίοι, έντιμοι, πράοι, διακριτικοί, παιδευτικοί, κοπιαστές, επιδέξιοι, φιλάνθρωποι, αντρικώτατοι, επαινετοί, παράξενοι, ελεήμονες, απόκοτοι, «εις τ’ άρματα τεχνίτες», γλυκείς, άνθρωποι της αλήθειας, «όπου κρατούμε του Χριστού την πίστιν και τον νόμον» (στ. 771), ενώ οι Έλληνες, αντίθετα, είναι δόλιοι, ύπουλοι, συνωμότες, επίορκοι, κακοί, ασεβείς, άπιστοι, θεοκατάρατοι, άνομοι δημεγέρτες, προδότες, άτιμοι, πονηροί, τσάγδαροι, λιμαρικοί, αλαζονικοί, σχισματικοί, ανέντιμοι, άθλιοι, βέβηλοι, πανάπιστοι, Ιούδες και άλλα, ων ουκ έστι αριθμός.

Ο Λέων Σγουρός είναι ταυτόχρονα «φρόνιμος και βέβηλος» (στ. 1488), αλλά και «ο κάποιος μέγας άνθρωπος και φοβερός στρατιώτης» (στ. 1464). Εδώ ο άγνωστος στιχουργός δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την παλικαριά του ηρωικού αυτού Έλληνα, που τα κατορθώματά του έγιναν τραγούδι, αφού ιδανικό του άλλωστε είναι ο ηρωισμός, η αυτοθυσία και η γενναιότητα. Παρά ταύτα όμως «αξιάζει Φράγκος εις φαρί δια είκοσι Ρωμαίους» (στ. 4944), οι συμβουλές δε που δίνονται στους ομοεθνείς του στιχοπλόκου είναι:

 

«ποτέ. Ρωμαίου μη εμπιστευτείς δια όσα και σου ομνύει’

όταν θέλει και βούλεται του να σε απεργώσει,

τότε σε κάμνει σύντεκνον ή αδελφοποιτόν του,

ή κάμνει σε συμπέθερον δια να σε εξολοθρέψει». (στ. 3934-3937). 

 

Θυμίζει έντονα το περίφημο «φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας». Φυσικά, έχει ξεχάσει παντελώς τις φράγκικες ατιμίες, πάνω στις οποίες στήριξε την εξουσία του ο πρώτος Βιλλεαρδουίνος ή παντρεύτηκε ο δεύτερος.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

Το κείμενο είναι γραμμένο και να διαβάζεται και να απαγγέλλεται, με σκοπό πάντα ηθικοπλαστικό για αυτό και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο σε πλείστες περιπτώσεις εναλλάσσεται με την αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, ενώ ο αφηγητής δεν διστάζει να απευθύνει τον λόγο και στον αναγνώστη, όταν κρίνει ότι αυτό το επιβάλλουν οι ανάγκες και οι σκοποί που έχει θέσει κατά τη συγγραφή του έργου του:

 

«Κι αν έχεις όρεξιν να ακούεις πράξες καλών στρατιώτων,

να μάθεις και παιδεύεσαι, α λάχει να προκόψεις.

Ει μεν εξεύρεις γράμματα, πιάσε ν’ αναγιγνώσκεις’

ει τε είσαι πάλι αγράμματος, κάθε σιμά μου, αφκράζoυ’

κ’ ελπίζω, αν είσαι φρόνιμος, ότι να διαφορήσεις,

επεί πολλοί από αφήγησες εκείνων των παλαίων,

όπου ήλθασιν μετά εκεινών, επρόκοψαν μεγάλως». (στ. 1349-1355).

 

Γίνεται σαφές κι απ’ αυτή τη δήλωση ότι το Χρονικό κράταγε συντροφιά στους Φράγκους του Μοριά τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα, δίπλα στο παραγώνι, σαν παραμύθι, κι ότι έπαιζε το ρόλο που έπαιξαν για τους αρχαίους Έλληνες τα Ομηρικά έπη στην εκπαίδευση των παιδιών τους – και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της ιδεολογίας τους.

Ο γασμούλος χρονογράφος, με πραγματική ευχαρίστηση, αναλώνει πολύ μεγάλο μέρος της αφήγησής του σε λεπτομέρειες ποικίλες και εκτενείς περιγραφές συνεδριάσεων και ασήμαντων περιστατικών. Αυτό δείχνει ότι περισσεύει χρόνος για τον αναγνώστη ή ακροατή, όμως για μας τους σημερινούς είναι ιδιαίτερα κουραστικό. Κάποτε βέβαια αντιλαμβάνεται ότι οι πολλές και άχρηστες λεπτομέρειες δεν προσδίδουν πάντα λογοτεχνική αξία και αφηγηματικό ενδιαφέρον, αλλά περιττό όγκο, σε ένα, ούτως ή άλλως, εκτενέστατο κείμενο και τότε σταματάει από μόνος του την άσκοπη εξιστόρηση ασήμαντων συμβάντων, αφού πια κατάλαβε ότι το παράκανε:

 

«Λοιπόν, αν ήθελα λεπτώς να σε τα έγραψα όλα

όσα και γαρ εγίνησαν στο σέντζο της Κορίνθου,

πολλά ηθέλαν βαρεθεί εκείνοι οπού το ακούσιν». (στ. 2815-2817).

 

Και αλλού:

 

«Λοιπόν, εάν σου έγραφα λεπτομερώς τες πράξες,

το όσον εγίνετον εκεί στον πόλεμον εκείνον,

αλάχη να εβαρήθηκες δια την πολυλογίαν

καθώς βαρειώμαι γαρ κ’ εγώ να σε τα διπλογράφω». (στ. 7031-7034).

 

Ειλικρινής δήλωση αυτογνωσίας ενός παραγνωρισμένου συγγραφικού ταλέντου ή λογοτεχνική προσποίηση; Ό,τι κι αν είναι δεν παύει να αποτελεί ένα παλιό, όσο και καινούργιο, δηλαδή μοντέρνο, αφηγηματικό κόλπο!

Από τις διάφορες αποδόσεις του Χρονικού κάποια λογοτεχνική αξία έχει η Γαλλική. Αντίθετα, το Ελληνικό κείμενο δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της λογοτεχνικής αποτελεσματικότητας.

Όμως αποτελεί σημαντική ιστορική πηγή, για μια εποχή που στερείται πολλών προσβάσεων στην έρευνα, παρά τις ιστορικές ανακρίβειες που περιέχει, τις συγχύσεις, τα αδιευκρίνιστα, σκοτεινά ή και φανταστικά καμιά φορά γεγονότα που εξιστορεί.

Παράλληλα αποτελεί, και αυτό ίσως είναι και το πιο σημαντικό προσόν του, γλωσσική πηγή πρώτου μεγέθους για το γλωσσικό ιδίωμα της Πελοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα, ενώ είναι και πηγή πληροφοριών για την ιστορία της Μεσογείου κατά την ίδια εποχή. Θα μπορούσα να υποστηρίξω την άποψη ότι το Χρονικό τελικά δεν είναι ένα κείμενο καθαρά ιστορικό αλλά ένα κείμενο μυθιστορίας με ήρωα την οικογένεια των Βιλλεαρδουίνων και τις περιπέτειές τους, στηριγμένο σε γεγονότα πραγματικά ή φανταστικά. Καλύτερα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για συνδυασμό χρονογραφίας και μυθιστορίας, είδος νόθο, όπως και ο δημιουργός του, με χαλαρή σύνδεση των μερών, στο γλωσσικό ιδίωμα της εποχής (14ος αιώνας), και κυρίως στο πλήρες φραγκισμών ιδίωμα των εξελληνισμένων Φράγκων του Μοριά, με αφήγηση πλαδαρή και σε κάποια σημεία κουραστική.

Παρά τις κάθε λογής ατέλειες όμως και τις ανακρίβειες που εμπεριέχει, αυτή καθ’ εαυτή η αφήγηση, σε κάποιες λιγοστές στιγμές, γίνεται εξόχως συναρπαστική, ιδιαίτερα όταν μας δείχνει έναν κόσμο τόσο κοντινό και ταυτόχρονα μακρινό, ξένο και οικείο, που σχεδόν αγνοούμε την ύπαρξή του παρά τα όσα μας άφησε, αφού έζησε και διέπρεψε στα χώματά μας περισσότερο από δυόμιση αιώνες.

Ο ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας Κ. Θ. Δημαράς παρατηρεί, μεταξύ των άλλων, και τα εξής για το Χρονικό:

«ο στιχουργός του Χρονικού του Μορέως είναι μάρτυς της γόνιμης συσχέτισης του ελληνικού με τον δυτικό πολιτισμό επάνω στα ελληνικά εδάφη. Η αισθητική του όμως ανεπάρκεια, που τον τοποθετεί συνήθως έξω από την ιστορία τής καθαυτό λογοτεχνίας, μας επιβάλλει να εξάρουμε την σημασία της συσχέτισης αυτής εκεί οπού δίνει πλούσιους αισθητικά καρπούς, στην πρώιμη κυπριακή και δωδεκανησιακή ποίηση. Γιατί αισθητική κρίση σχεδόν δεν επιδέχεται το έργο τούτο που δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια έμμετρη χρονογραφία».

Και συνεχίζει:

«Μέσα στις εννιά χιλιάδες στίχους της μακρότερης παραλλαγής μάταια θα αναζητήσει ο αναγνώστης μια νότα λυρική, ένα κάποιο ξέσπασμα της έμπνευσης. Η περιγραφή σέρνεται βαριά, και η αφήγηση εννοεί να μην παραλείψει καμιά λεπτομέρεια. Το δραματικό ενδιαφέρον που – σπάνια – παρουσιάζεται, οφείλεται όχι στον αφηγητή, αλλά στα γεγονότα τα οποία αφηγείται».[3]

Στο σημείο αυτό οφείλω να διαφωνήσω με κάποιες από τις παρατηρήσεις του ιστορικού της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ιδιαίτερα με αυτές που αμφισβητούν την όποια λογοτεχνική αξία του Χρονικού. Για τις λεπτομερείς περιγραφές, τις άσκοπες εξιστορήσεις είδαμε και τον ίδιο τον στιχουργό, σε αρκετά σημεία του κειμένου, να νοιώθει ότι πρέπει να σταματήσουν, κάθε φορά βέβαια που αντιλαμβάνεται ότι ξεπέρασε κάθε όριο, αισθητικό, αφηγηματικό ή ψυχολογικό. Απ’ την άλλη μεριά δεν είναι πάντα εντελώς ανούσιες αυτού του είδους οι αφηγηματικές περιγραφές αφού, συνειδητά ή ασυνείδητα, παίζουν κι αυτές το ρόλο τους στην ολοκλήρωση της αφήγησης, συμπληρώνουν τα πιθανά κενά της, εικονογραφούν την ατμόσφαιρα, την εποχή και, φυσικά, πληροφορούν για το χρόνο, τον τόπο, τα ήθη, τα έθιμα, τον πολιτισμό. Επίσης, υπάρχουν στίχοι, λίγοι βέβαια, είναι γεγονός, όμως υπάρχουν χωρίς τεχνικά λάθη και με αρκετά στοιχεία λυρικής και δραματικής φόρτισης. Αλλά το πιο σημαντικό για μένα είναι η επίδραση που άσκησε το Χρονικό, φανερή ή κρυφή, σε μεταγενέστερους συγγραφείς και ποιητές, που από μόνη της είναι λόγος ικανός και σοβαρός ώστε να μην αποκλειστεί ποτέ, έστω και για λόγους ιστορικούς και φιλολογικούς, από καμία ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ίσως και για αυτό να μην το απέκλεισε απ’ τη δικιά του και ο Κ. Θ. Δημαράς!

Ο εκδότης του Χρονικού Πέτρος Π. Καλονάρος παρατηρεί σχετικά: «Η επακολουθήσασα μετέπειτα αθρόα μετάφρασις και παραγωγή Ελληνικών μεσαιωνικών ρομάτζων κατά τα πρότυπα της Δύσεως αποδεικνύουν ότι η Φραγκοκρατία υπήρξεν όχι μόνον κέντρον εγερτικόν των εθνικών δυνάμεων, το οποίον αφύπνισε τας κοινωνικάς αρετάς και τα εθνικά ιδεώδη αλλά και κίνητρον της γλωσσικής ημών και λογοτεχνικής αναγεννήσεως».

Έτσι, μετά το Χρονικό του Μορέως γεννιούνται επί Ελληνικού εδάφους τα: «Καλλίμαχος και Χρυσορρόη», « Λίβιστρος και Ροδάμνη», «Βέλθανδρος και Χρυσάντζα», «Φλώριος και Πλάτζια Φλώρα», «Ιμπέριος και Μαργαρώνα» κ.ά.

Και ακολουθούν ο «Ερωτόκριτος» του Κορνάρου τον 17ο αιώνα, «ο αυθέντης του Μορέως» του Αλέξανδρου Ραγκαβή το 1850, «Η πριγκηπέσα Ιζαμπώ» του Άγγελου Τερζάκη, κάποια κείμενα του υπογράφοντος, συμπολίτη του άγνωστου στιχοπλόκου του Χρονικού, από το «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου». Επίσης η«Μαρία Δοξαπατρή» του Βερναρδάκη, τα τραγούδια του Θοδωρή Γκόνη κ.ά. Τώρα, τι οφείλει κάθε ένα απ’ αυτά τα κείμενα χωριστά στο Χρονικό αποτελεί αντικείμενο προσεκτικής έρευνας που δεν έχει γίνει ακόμη.

 

Ανδρέας Φουσκαρίνης

Υποσημειὠσεις


 

[1] Για περισσότερες πληροφορίες δες την κριτική έκδοση: «Το Χρονικόν του Μορέως». Το Ελληνικόν κείμενον κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών εκ του Παρισινού. Εισαγωγή, υποσημειώσεις και επεξεργασία υπό Πέτρου Π. Καλονάρου. Αρχαίος Εκδοτικός Οίκος Δημ. Δημητράκου Α.Ε. Αθήναι 1940. Σελίδες λβ’ + 400 μετά 64 φωτογραφιών, όπου και σχετική βιβλιογραφία καθώς και αναλυτικά περιεχόμενα του κειμένου, λεξιλόγιο, κατάλογος ηγεμόνων και βαϊλων και παρατηρήσεις ποικίλες, ιστορικές, γλωσσικές, φιλολογικές καθώς και για τη χειρόγραφη παράδοση του έργου. Νεώτερη επανέκδοση με προλεγόμενα του Ρένου Ηρ. Αποστολίδη, εκδόσεις «Εκάτη», χ.χ.

[2] Νίκου Καζαντζάκη: «Ταξιδεύοντας ( Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, Ιερουσαλήμ, Κύπρος, ο Μοριάς) ». Αθήνα 1961, σελ. 219.

[3] Κ. θ. Δημαρά: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας». Δ’ έκδοση Ίκαρος σελ. 25.

 

 

Πηγή


  • Ελληνικό ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό, «Διαπολιτισμός», http://www.diapolitismos.gr

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Έλληνες Πάπες


Η ελληνική παρουσία  στον θρόνο των ποντιφήκων

Ο παπικός θρόνος δεν μονοπωλήθηκε ευθύς εξαρχής από Δυτικοευρωπαίους ιεράρχες. Η ακτινοβολία του ελληνικού πολιτισμού, ιδίως στους αιώνες πριν από το Σχίσμα μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, είχε τον αντίκτυπό της στην παρουσία παπών ελληνικής καταγωγής στον θρόνο του Αγίου Πέτρου. Στη μελέτη αυτή κατ’ αρχήν εξετάζεται και αναδεικνύεται η ελληνικότητα της Εκκλησίας της Ρώμης, στη συνέχεια παρουσιάζονται οι Έλληνες επίσκοποί της και στο τέλος γίνεται λόγος για τον τελευταίο Έλληνα πάπα, τον Κρητικό Αλέξανδρο Ε’.

 

Η Ελληνικότητα της Αρχαίας Εκκλησίας της Ρώμης  

 

Ο Άγιος Πέτρος, Μονή Αγ. Αικατερίνης, Σινά.

Η άποψη του αείμνηστου καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανε­πιστημίου Αθηνών Παναγιώτη Τρεμπέλα (1886-1979)[1] είναι πώς μεταξύ των πιστών της πρώτης Εκκλησίας της Ρώμης συγκαταλέγονταν και Χρι­στιανοί ιουδαϊκής προέλευσης, αλλά ότι ως επί το πλείστον η Εκκλησία αυ­τή αποτελείτο από Χριστιανούς εξ εθνών, δηλαδή από τη Συρία, Μικρά Ασία, Μακεδονία και Ελλάδα, οι οποίοι επισκέπτονταν συχνά την πρωτεύουσα, για εμπορικούς και πολιτικούς λόγους. Αξίζει εδώ να επισημανθούν και να αναδειχθούν ορισμένα σημεία που πιστοποιούν και επιβεβαιώνουν την ελληνικότητα της Εκκλησίας της Ρώμης[2].

Ο απόστολος Παύλος έγραψε την επιστολή του προς τους Χριστιανούς της Ρώμης στην ελληνική γλώσσα, γεγονός που προϋποθέτει ότι οι παραλήπτες ήσαν και ελληνόφωνοι, που διαβιούσαν στο κέντρο του ρωμαϊκού κόσμου. Ένα δεύτερο σημαντικό γεγονός που συνηγορεί υπέρ της ελληνικότητας της πρώτης Εκκλησίας της Ρώμης, είναι ο αριθμός των πρώτων  Ελλήνων επισκόπων της, για τους οποίους γίνεται αναλυτικός λόγος στη συνέχεια. Τέλος, ένα ακόμη γεγονός που πιστοποιεί την ελληνικότητα της αρχαίας αυτής Εκκλησίας είναι η διασωθείσα φιλολογία.

Η ελληνόφωνη Εκκλησία της Ρώμης κατά το τελευταίο τέταρτο του 1ου μ.Χ. αιώνα ήταν ήδη «αξιόθεος», δηλαδή «αντάξια του Θεού»[3], διότι η «Ρωμαίων Εκκλη­σία» ενσωμάτωσε όλη την κληρονομιά της αποστολικότητας του Πέτρου και του Παύλου και από αυτήν προέκυψε το καθήκον να υπερασπίζεται ως «πρωτοκάθεδρη» με κύρος τις αλήθειες της πίστης και της παράδοσης[4]. Επομένως, η καταξίωσή της δεν οφειλόταν στο μέγεθός της ή στο ότι ήταν η Εκκλησία της πρωτεύουσας και στο ότι περιλάμβανε πολλούς πιστούς, αλλά στην προέλευση και την αποστολική καταβολή της, όπως και στο ορ­γανωτικό πνεύμα της, που διασφάλιζε την ευστάθεια και την ευταξία της [5].

Η ευθύνη της έγκυρης στήριξης της πίστης και της τάξης, μετά τους επισκόπους Ρώμης Λίνο (64/67-76/79) και Ανέγκλητο ή Ανάκλητο (76/79-88/91), διαβιβάσθηκε, σύμφωνα με τους αρχαίους καταλόγους του Ηγησίππου[6], στον τρίτο διάδοχο των κορυφαίων αποστόλων, τον ελληνομαθέστατο επίσκοπο Φλάβιο Κλήμεντα (88/91-97/100), που θεώρησε καθήκον εξ ονόματος της Εκκλησίας του να αναλάβει πρωτοβουλία παρέμβασης για την επίλυση ενός σοβαρού εσωτερικού προβλήματος του εκκλησιαστικού σώματος της Κορίνθου, όταν αμφισβητήθηκε η μονιμότητα της διακονίας του «Πρεσβυτερίου» της από νεώτερα «λαϊκά» μέλη της.

Έτσι, «η μεγάλη τε και θαυμασία» κατά τον Ευσέβιο Καισαρείας (Εκκλησιαστική Ιστορία, Γ’ ιστ’ 16′) επιστολή του Κλήμη είναι γραμμένη στα Ελληνικά. Παράλληλα, στη Ρώμη γράφτηκε στα Ελληνικά, περί τα μέσα του 2ου αιώνα, το λεγόμενο Αποστολικό Σύμβολο[7]. Εκτός από τα έργα του Κλήμη και του Ερμά, συγγραφέα του έργου «Ο Ποιμήν» και αδελφού του πάπα Πίου, διασώθησαν και άλλα έργα, όπως η επι­στολή του Ιγνατίου Αντιοχείας (68-107) προς την Εκκλησία της Ρώμης και η επιστολή του επισκόπου Ρώμης Σωτήρα (166-174) προς την Εκκλησία της Κο­ρίνθου, οι οποίες επίσης γράφτηκαν στα Ελληνικά.

 

Η βασιλική του Κωνσταντίνου (σχέδιο μεταξύ 1483 και 1506)

 

Ο Ιγνάτιος Αντιοχείας αναγνωρίζεται ως ο κορυφαί­ος εκφραστής του δημόσιου αισθήματος της αρχαϊ­κής Εκκλησίας για την αποστολική λειτουργία της Εκκλησίας της Ρώμης, την οποία αναγνωρίζει ως «πρωτοκάθεδρη της αγάπης», όχι μόνο για τη φιλάνθρωπη αλληλεγγύη της, αλλά κυρίως για τη στοργική επιστασία της σε κάθε είδους ποιμαντική και διοικητική ανάγκη των «περιοικουσών» Εκκλησιών. Έτσι, δεν άργησε να τιμηθεί η καθέδρα του επισκόπου Ρώμης, ως η «ύπατη αποστολική αρχή» για τη στήριξη της πίστης και της παράδοσης, και να εξαρθεί η λειτουργία της ως «ο τόπος των Απο­στόλων» και ως κεντρικού «στύλου» του ιερού θε­σμού της Εκκλησίας.

Κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, καμία άλλη Εκκλησία δεν επιχείρησε να την υποκαταστήσει ή να της απευθύνει νουθεσίες, παραινέσεις ή ελέγ­χους, ώστε να κλονισθεί η αποστολική αυθεντία της. Η εξαιρετική προέλευση και τα έργα της αλλη­λεγγύης αυτής της Εκκλησίας ενίσχυσαν το κύρος της στην υπεράσπιση της αποστολικής παράδοσης για τα σοβαρά θέματα του «συνεορτασμού του Πάσχα» και του αναβαπτισμού των «αιρετικών».

Οι απολογητές Ιουστίνος (πεθ. 165) και Τατιανός (120-172), που ήταν εγκατεστημένοι στη Ρώμη, έγραψαν στα Ελληνικά, όπως Ελληνικά έγραψαν γνωστοί και μεγάλοι αιρετικοί συγγραφείς, εγκατεστημένοι στη Ρώμη, και στα Ελληνικά αντιμετωπί­σθηκαν τόσο από τον Ιουστίνο όσο και από τον γνω­στό Σμυρναίο επίσκοπο Λουγδούνου (Λυών) Ειρη­ναίο (140 – 202, επίσκοπος το 178). Ο Barnard[8] γρά­φει σαφώς ότι «μέχρι του τέλους του 2ου αιώνα η Ρωμαϊκή Εκκλησία ήταν κυρίως ελληνόφωνη και στη σύνθεσή της ανατολική. Τα ονόματα των επι­σκόπων είναι ελληνικά ή ανατολικά. Οι επιγραφές επί των παπικών τάφων ήταν κυρίως στην ελληνική ως το τέλος περίπου του 3ου αιώνα, ενώ η χρήση της ελληνικής στη λειτουργία συνεχίσθηκε ακόμη περισσότερο».

  

Πλατεία Αγίου Πέτρου

 

Η ελληνική γλώσσα, όπως εύστοχα σημειώνει ο αρχιεπίσκοπος πρώην Θυατείρων και Μ. Βρετανίας, μητροπολίτης Πισιδίας Μεθόδιος (Φούγιας) (1924-2006), στο εξαίρετο και βαθυστόχαστο έργο του «Έλληνες και Λατίνοι» (σελ. 53), ήταν παράγο­ντας μεγάλης σπουδαιότητας για την ενότητα της Εκκλησίας της Ρώμης με τις άλλες Εκκλησίες, διό­τι η λατινική ήταν ανεπαρκής για να εκφράσει τις μεταφυσικές αναζητήσεις της ελληνικής φιλοσο­φίας. Μία παράγραφος του Αουλου Γέλλιου (Aulus Gellius), σημειώνει ο Η. Milman[9], απεικονίζει την ενσυνείδητη ανεπάρκεια της λατινικής να εκφράσει, παρά τις καινοτομίες του Κικέρωνα, τις κομψότατες διδασκαλίες της ελληνικής φιλοσοφίας.

Ένα πρόσθετο στοιχείο που ενισχύει την ελλη­νικότητα της Εκκλησίας της Ρώμης, και το οποίο κατά τη γνώμη μας έχει παραγνωρισθεί, έγκειται στον τρόπο ανάδειξης του Λίνου ως επισκόπου Ρώμης. Ο Ευσέβιος Καισαρείας είναι σαφής ως προς το ότι ο Λίνος αναδείχθηκε με κλήρωση: «μετά Πέτρον της Ρωμαίων εκκλησίας την επισκοπήν ήδη πρότερον κληρωθείς δεδήλωται» και σε ένα άλλο σημείο: «μετά την Παύλου και Πέτρου μαρτυρίαν, πρώτος κληρούται την επισκοπήν Λίνος»[10]. Η ανάδειξη με κλήρωση στα αξιώματα κάποιας ελλη­νικής πόλης αποτελούσε την πιο δημοκρατική δια­δικασία.

Καίρια το επισημαίνει αυτό ο Αριστοτέλης, όταν δηλώνει: «Λέγον δ’ οίον δοκεί δημοκρατικόν είναι το κληρωτάς είναι τας αρχάς το δ’ αιρετός ολιγαρχικόν»[11], περιγράφοντας τους θεσμούς της αθηναϊκής δημοκρατίας, στους οποίους κυ­ριαρχούσε η κλήρωση. Η διαδικασία αυτή δεν ήταν άγνωστη στην αρχαία Εκκλησία. Η ανάδειξη του Ματθία στη θέση του Ιούδα ως δωδέκατου αποστόλου έγινε με κλήρωση[12], κατά τον τρόπο που προέβλεπε το αθηναϊκό πολίτευμα[13], γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η οργάνωση της Εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ μετά την ανάληψη του Χριστού έγινε με βάση ελληνικά πρότυπα[14].

Το πολιτικό ήθος των Ελλήνων υπεισήλθε στο ήθος και της Εκκλησίας της Ρώμης. Αξίζει να επισημανθεί ότι πριν από την αρχιερα­τεία του Σωτήρα (166-174), οι προεστώτες της εκ­κλησίας της Ρώμης ήσαν πρεσβύτεροι, όπως σα­φώς προκύπτει από τις επιστολές του Ειρηναίου προς τον επίσκοπο Ρώμης Βίκτωρα, όταν του γρά­φει «οι προ σου πρεσβύτεροι», και προς τον επί­σκοπο Ρώμης Ανίκητο «λέγοντα, την συνήθειαν των προ αυτού πρεσβυτέρων οφείλειν κατέχειν»[15]. Η λεπτομέρεια αυτή μπορεί να εκληφθεί ως τάση ορ­γάνωσης της Εκκλησίας κατά το δημοκρατικό ήθος των Ελλήνων[16].

 

Πλατεία Αγίου Πέτρου

 

Η λατινική παράδοση εγκαινιάσθηκε στην Εκκλησία της Ρώμης όχι από Ρωμαίους, αλλά από Αφρικανούς Χριστιανούς. Έτσι, όταν ο Ευσέβιος Καισαρείας γράφει περί του Νοβάτου, του βίου και της αίρεσής του, αναφέρεται στην επιστολή του Κορνηλίου Ρώμης (251-252) προς τον Αντιοχείας Φάβιο (252-255) που γράφτηκε στα Ελληνικά[17], ενώ θεωρεί ως εξαιρετική και άξια μνείας την επιστολή του αγίου Κυπριανού (248/9-258) που γράφτηκε στα Λατινικά: «Ρωμαϊκή φωνή συντεταγμέναι, Κυπρια­νού και των αμ’ αυτώ κατά την Αφρικήν».

Μόλις περί τα μέσα του 3ου αιώνα υποχώρησε η ελληνική επιρροή στην Εκκλησία της Ρώμης, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως εξαφανίσθηκε η συμβολή της στη δημιουργία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, διότι εάν δεν προϋπήρχε, δεν θα δινόταν η ευκαιρία στους Τερτυλλιανό, Αρνόβιο και Νοβατιανό να γράψουν χριστιανικά κείμενα στα Λατινικά.

Ο πλούτος όμως της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας της Ρώμης μέχρι την εποχή του Ευσέβιου αποκαλύπτει και την κοινωνική κατάσταση των Ελλήνων μελών και ηγε­τών της. Αυτό το δηλώνει ο επίσκοπος Κορίνθου Διονύσιος, ο οποίος γράφοντας στα Ελληνικά στον επίσκοπο Ρώμης Σωτήρα, του αναφέρει ότι «εξ αρ­χής γαρ υμίν έθος εστίν τούτο» και «το μέχρι του καθ’ ημάς διωγμού (δηλ. του Δεκίου, 249-251) φυλαχθέν Ρωμαίων έθος», και του υπογραμμίζει τον ελε­ήμονα και ευεργετικό ρόλο της Εκκλησίας προς τις άλλες Εκκλησίες («πάντας μεν αδελφούς ποικίλως ευεργετείν εκκλησίαις τε πολλαίς ταις κατά πάσαν πόλιν εφόδια πέμπειν, ώδε μεν την των δεομένων πενίαν αναψύχοντας, εν μετάλλοις δε αδελφοίς υπάρχουσιν επιχορηγούντας δι’ ων πέμπετε αρχήθεν εφοδίων πατροπαράδοτον έθος Ρωμαίων Ρω­μαίοι φυλάττοντες»)[18].

Εκείνος όμως που καθιέρωσε κηρύγματα στη λατινική γλώσσα ήταν ο πάπας Λέων Α’ (440-461), ο οποίος στερέωσε τον λατινικό χαρακτήρα της Εκκλησίας της Ρώμης[19]. Αναμφισβήτητα υπήρξε μέγας, δεδομένου ότι διέσωσε τη Ρώμη τόσο από τον Αττίλα όσο και από τον Γιζέριχο, εγκαινιάζοντας παράλληλα το παπικό πρωτείο, το οποίο στήριξε σε ομιλίες του κα­τά την επέτειο της μνήμης του αποστόλου Πέτρου, κατά τις επετείους της εκλογής του στο παπικό αξίωμα και στις επιστολές που έστελνε στις Εκκλησίες της Αφρικής, του Ιλλυρικού, της Γαλλίας, στον πατριάρχη Αλεξανδρείας Διόσκορο, στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ανατόλιο και στους αυτοκράτορες Μαρκιανό και Πουλχερία, εκθέτοντας τις απόψεις του για τον επίσκοπο Ρώμης ως «primus omnium episcoporum» και δηλώνο­ντας ότι σ’ αυτόν μεταβιβάζεται η «plenitudo potestatis», η «solicitudo omnium pastorum» και η «communis cura universalis ecclesiae»[20]. Πρόκειται για εκ­φράσεις και συμπεριφορές που απομάκρυναν την Εκκλησία της Ρώμης όχι μόνο από τους Έλληνες της Ρώμης, αλλά απ’ όλη την Ανατολική Εκκλησία.

 

Οι Έλληνες Επίσκοποι της Εκκλησίας της Ρώμης

 

Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία παρέμεινε ενωμένη, έστω και με δύο μέρη, υπό τους γυιούς του Μ. Κωνσταντίνου και του Θεοδοσίου του Μεγάλου. Η Εκκλησία, αντίθετα, έδειχνε σημεία διαίρεσης σε Λατινική και Ελληνική. Στην Ανατολή επικράτησαν τα ελληνικά στοιχεία, κυρίως στον στρατό και στη νομοθεσία.

Η Ιστορία γνωρίζει Λατίνους στη Δύση και Έλληνες στην Ανατολή, με την κορυφαία διαφορά ότι αρκετοί Έλληνες έγιναν πάπες (του­λάχιστον 12 κατά τον π. Νικηφόρο Βιδάλη)[21] ή αντιπάπες, αλλά ουδείς Λατίνος έγινε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Το γεγονός αυτό θα μπο­ρούσε να ερμηνευθεί ως απόδειξη της μεγαλύτερης ελευθερίας που επικρατούσε στην Ρώμη προς τους Έλληνες, ως ένδειξη ασφάλειας που αισθάνονταν οι Ρωμαίοι ή ακόμη και ως μία οφειλή που αισθάνονταν οι Ρωμαίοι προς τους Έλληνες που ίδρυσαν την Εκκλησία της Ρώμης[22]. Οι Έλληνες πάπες της Ρώ­μης υπερβαίνουν τους 20, διότι οι Σύριοι και οι άλλοι Ανατολί­τες πάπες πρέπει να θεωρη­θούν ελληνίζοντες, δεδομένου ότι έγραψαν στα Ελληνικά[23].

Χαρακτηριστική είναι η περί­πτωση του αγίου Ιππολύτου (217-235), μαθητή του αγίου Ει­ρηναίου, επισκόπου Λυών, ο οποίος φέρεται στο Annuario Pontifico ως Ρωμαίος, ενώ οι Ρω­μαιοκαθολικοί πατρολόγοι J. Quasten και Β. Altaner γράφουν χωρίς επιφυλάξεις ότι ήταν Έλληνας από την Ανατολή[24]. Τα γεγονότα και τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνουν ότι η Λατι­νική Εκκλησία της Ρώμης αποτελούσε συνέχεια της Ελληνι­κής Εκκλησίας στη ρωμαϊκή πρωτεύουσα.

Η προσάρτηση της διοικητικής περιφέρειας του Ιλλυρικού στη Νέα Ρώ­μη είχε αρνητικές ιστορικές και εκκλησιολογικές επιπτώσεις στην Ορθό­δοξη εξέλιξη του πρώτου Δυτικού πατριαρχείου. Στην αρχαία αυτή καθέ­δρα είχαν αρχιερατεύσει μέχρι τότε 13 ελληνόφωνοι επίσκοποι, με τελευταίους τον Εφέσιο πάπα Ιωάννη ΣΤ’ (701-705) και τον Καλαβρό Ιωάννη Ζ’ (705-707). Κατά την περίοδο της βασιλείας των Λέοντα Γ’ και Κωνσταντίνου Ε’ αρχιεράτευσαν ο συριακής καταγωγής πάπας Γρηγόριος Γ’ (731-741) και ο Έλληνας Ζαχαρίας (741 -752). Οι ελληνικής και συριακής καταγωγής πάπες οι οποίοι κάθισαν στο Σύνθρονο της Ρωμαϊκής Εκκλησίας από το 607 έως το 752, υποστήριξαν σθε­ναρά την Ορθόδοξη πίστη, ίσως διότι διατελούσαν ακόμη υπό την πνευμα­τική επιρροή της Ανατολής.

Οι περισσότεροι προστάτευσαν την οικουμενι­κότητα του θρόνου τους, παρά τις επεμβάσεις των Φράγκων, τόσο στο θέ­μα της παρεξήγησης του όρου περί των αγίων εικόνων, όσο και στην εισαγωγή του διφορούμενου όρου του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως, που δυστυχώς άνοιξε τον δρόμο προς την ετεροδοξία. Όσο κυριαρχούσε το ελ­ληνικό εικονόφιλο πνεύμα, το πατριαρχείο Παλαιάς Ρώμης ήταν το κέντρο αντίστασης της Ορθοδοξίας και το καταφύγιο ευσεβών κληρικών.

Η περίοδος της αρχιερατείας του επισκόπου Στεφάνου Β’ (752-757) αποτέλεσε καμπή στην ιστορία της Εκκλησίας της Ρώμης στρέφοντας οριστικά την παπική έδρα προς τους Φράγκους. Η προ­οδευτική εγκατάλειψη της Ρώμης από το Βυζάντιο, οι απειλές των εικονομάχων και οι επιθέσεις των Λογγοβάρδων, ανάγκασαν τον πάπα Στέφανο Β’ να καταφύγει στον Πιπίνο τον Βραχύ, που ουσιαστικά «ελευθέρωσε» τη Ρώμη από τη διπλή απειλή εξ Ανατολών και Βορρά[25].

 

 Έλληνες Πάπες

 

Πάπας Ανάκλητος

Ως ένας από τους πρώτους Έλληνες επισκό­πους της Εκκλησίας της Ρώμης φέρεται ο Ανάκλη­τος ή Ανάγκλητος (76/79-88/91), ο διάδοχος του Λί­νου, ο οποίος ήταν Αθηναίος. Διάδοχός του υπήρξε ο Κλήμης. Τρίτος επίσκοπος Ρώμης, σύμφωνα με τον Ειρηναίο, ήταν ο Ευάρεστος που διετέλεσε επίσκοπος της επτάλοφης πόλης, σύμφωνα με τον Ευσέβιο, από το δωδέκατο έτος της βασιλείας του Δομιτιανού μέχρι το τρίτο του Τραϊανού, δηλαδή από το 97 μέχρι το 105 μ.Χ.[26]

Πάπας Ευάρεστος

Η πληροφορία ότι ο Κλήμης καταγόταν από τον αυτοκρατορικό οίκο των Φλαβίων, έχει κριθεί ανυπόσταστη[27]. Σύμφωνα με την παράδοση, πρόκειται για τον συνεργάτη του αποστόλου Παύλου στην κοινότητα των Φιλιππησίων, άποψη που αποδέχεται ο Ωριγένης[28], θεωρείται όμως απί­θανη, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται από τον Ειρηναίο, ο οποίος αναφέρει ως βοηθό του αποστόλου τον Λίνο[29]. Η είδηση του μαρτυρικού θανάτου του με την πρόσδεση άγκυρας στον λαιμό του, στο λιμάνι της Χερσώνας, δεν φαίνεται ακριβής, δεδομένου ότι ο Ειρηναίος δεν αναφέρει κάτι τέτοιο και ότι ο Ευσέβιος κάνει λόγο για φυσικό θάνατό του[30]. Ο Κλήμης είναι ο συγγραφέας των δύο περίφημων επιστολών προς τους Κορινθίους.

 

Πάπας Τελεσφόρος

Επόμενος Έλληνας πάπας μετά τον Ευάρεστο ήταν ο Τελεσφόρος (125-136), του οποίου η θητεία συνέπεσε με τη βασιλεία του αυτοκράτορα Αδριανού (117-138)[31]. Με ελληνική καταγωγή (γεννήθηκε στον Τάραντα της Μεγάλης Ελλάδας), πολέμησε τις αιρέσεις των Γνωστικών και εισήγαγε πολλές λατρευτικές διατάξεις, όπως τη νηστεία της Σαρακοστής, την καθιέρωση τριών λειτουργιών κατά τα Χριστούγεννα (ανάλογα με την επιθυμία του ιερέα) και τη θέσπιση του ύμνου «Δόξα εν υψίστοις Θεώ» κατά τη θεία λειτουργία. Μαρτύρησε δι’ αποκεφαλισμού («ός και ενδόξως εμαρτύρησεν», γράφει ο Ειρηναίος Λουγδούνου)[32].

Πάπας Υγίνος

 Τον Τελεσφόρο διαδέχθηκε ο Υγίνος ο οποίος, σύμφωνα με παλαιές πηγές, φέρεται ως Αθηναίος[33]. Η αρχιερατεία του διήρκεσε από το 136 έως το 140, ή, σύμφωνα με τον Ευσέβιο Καισαρείας, από 148 έως το 142. Απεβίωσε κατά το «τέταρτον της επισκοπής έτος»[34]. Η περίοδος της αρχιερατείας του συμπίπτει με τη μακρά ειρηνική και εποικοδο­μητική περίοδο διακυβέρνησης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τον Αντώνιο Πίο (138-161).

 

 

 Στον Υγίνο αποδίδονται αρκετές εκκλησιαστικές, λατρευτικές και θεολογικές οδηγίες, όπως ο προσδιορισμός των μικρών βαθμών του ιερατείου, η ονομασία των ιερατικών οφφικίων, η επιβεβαίωση ότι η πληρότητα του ιερατείου περιέχεται μόνον στο επι­σκοπικό αξίωμα, η άποψη ότι οι επί­σκοποι μαζί με τον πάπα αποτελούν τη διδάσκουσα Εκκλησία, η θέσπιση αναδόχων για το βάπτισμα των κα­τηχούμενων.

Πάπας Ελεύθερος

Ξεχωριστή είναι η περίπτωση του Ελευθέρου ή Ελευθερίου (που αναφέρεται ως «δωδέκατος από των αποστόλων»), Έλληνα την καταγωγή από τη Νικόπο­λη της Ηπείρου[35]. Η Νικόπολη, ιδρυμένη από τον Αύγουστο σε ανάμνη­ση της νίκης του επί του Αντωνίου στη ναυμαχία στο Άκτιο (31 π.Χ.), απο­τελούσε σημαντικό κέντρο της Δυτικής Ελλάδας. Η χριστιανική Εκκλησία της Νικόπολης ιδρύθηκε από τον απόστολο Παύλο, και γι’ αυτό τον λόγο ακόμη και σήμερα η Μητρόπολη Νικοπόλεως και Πρεβέζης αναγνωρίζεται ως αποστολική. Από πληροφορία του Ηγησίππου (που αναφέρεται στην προς Κορινθίους επιστολή του Κλήμεντα Ρώμης), συνάγεται ότι ο Ελεύθερος υπήρξε διάκονος του Ανικήτου (τον Ανίκητο διαδέχθηκε ο Σωτήρ από την Καμπανία (166-175) και αυτόν ο Ελεύθερος).

Ο Ελεύθερος ποίμανε την Εκκλησία κατά την περίοδο της αυτοκρατο­ρίας του Μάρκου Αυρηλίου (168-180) και του γιου του Κόμμοδου (180-192). Παρά το γεγονός ότι ο Κόμμοδος δεν είχε τις αρετές του πατέρα του, κα­τά την περίοδο της διακυβέρνησής του, σύμφωνα με τον Ευσέβιο Καισαρείας, «η κατάσταση των Χριστιανών βελτιώθηκε και, θεία βουλήσει, η ει­ρήνη επεκτάθηκε σε όλες τις Εκκλησίες της αυτοκρατορίας. Ο λόγος της σωτηρίας άρχισε να ελκύει τις καρδιές των ανθρώπων κάθε κοινωνικής τά­ξης και εκτενώς δόξαζαν τον Πλάστη του Σύμπαντος, έτσι ώστε στη Ρώμη πολλοί επιφανείς άνθρωποι με ολόκληρη την οικογένειά τους αγκάλιαζαν τη διδασκαλία της σωτηρίας»[36]. Η αρχιερατεία του Ελεύθερου συνέπε­σε με την αίρεση του Μοντανισμού και με τους διωγμούς του Μάρκου Αυ­ρηλίου (177-178) κατά των Χριστιανών.

Ο επόμενος Έλληνας επίσκοπος Ρώμης ήταν ο Αντέρως, ο οποίος εποίμανε την Εκκλησία επί 43 ημέρες (29/11/235-3/1/236).

Η ποιμαντορία της ρωμαϊκής Εκκλησίας από τον αθηναϊκής καταγωγής Σίξτο (30/8/257-6/8/258) σημαδεύθηκε από ένα διάταγμα του Βαλεριανού (τον Αύγουστο του 257), το οποίο θεωρούσε τη χριστιανική θρησκεία παράνομη, υποχρέωνε τον κλήρο να θυσιάζει στους θεούς και απαγόρευε στους Χριστιανούς να συγκεντρώνονται στις κατακόμβες[37].

 

Tο μαρτύριο του πάπα Σίξτου.

 

Ο Ευσέβιος Καισαρείας[38] εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ο Βαλεριανός άλλα­ξε τακτική έναντι των Χριστιανών και, ενώ στην αρχή ήταν ανεκτικός, στη συνέχεια έγινε εχθρός τους. Μεταξύ των μαρτύρων αυτού του διωγμού συ­γκαταλέγεται ο Κυπριανός, επίσκοπος Καρθαγένης (13/9/257), αλλά και ο ίδιος ο Σίξτος (6/8/258). Βραχεία υπήρξε και η ποιμαντορία της Εκκλησίας της Ρώμης από τον Ευσέβιο (18/4/309 ή 310 – 17/8/309 ή 310), ο οποίος βρέθηκε ενώπιον των δραματικών καταστάσεων της εποχής του Κωνσταντίνου, του Λικίνιου και του Μαξέντιου.

Πάπας Ζώσιμος

Η ποιμαντορία της έδρας του αποστόλου Πέτρου από τον Έλληνα Ζώ­σιμο (από την Καππαδοκία) (18/3/417-26/12/418) χαρακτηρίζεται από τη στά­ση του έναντι της αίρεσης του πελαγιανισμού (η οποία είχε καταδικασθεί από τον προκάτοχό του Ιννοκέντιο Α’), καθώς και από την έκδοση εγγρά­φου σχετικού με την αμαρτία, το οποίο ο ιερός Αυγουστίνος επαινεί για τη σαφήνειά του.

Ο Ζώσιμος αγωνίσθηκε για την επιβολή πειθαρχίας στον κλήρο, την κατάργηση της δουλείας και των ανήθικων θεαμάτων. Επιπλέον κατόρθωσε να επιβάλει τα δικαιώματα της Αποστολικής Έδρας στους επισκόπους της Αφρικής[39].

 

Ρωμαίος, αλλά ελληνικής καταγωγής, ήταν ο Βονιφάτιος Γ’ (19/2/607 -12/11/607), ο οποίος είχε διατελέσει αποκρισάριος του πάπα Γρηγορίου του Μεγάλου (590-604), του επονομαζόμενου Διαλόγου, λόγω του συγγραφικού του έργου στην Κωνσταντινούπολη.

 

Πάπας Θεόδωρος Α΄

Ο Ιεροσολυμίτης, Έλληνας πάπας, Θεόδωρος Α’ (642-649) τάχθηκε κατά της αίρεσης του μονοθελητισμού και υιοθέτησε τον τίτλο «πατριάρχης της Δύσεως». Ο Κύπρου Σέργιος του απέστειλε εγκάρδιο γράμμα, στο οποίο τον αποκαλεί «στήριγμα θεοπαγές και ασάλευτον, και στηλογραφίαν δια­φανή της πίστεως… την σην αποστολικήν καθέδραν ιδρύσατο Χριστός ο Θεός ημών. Συ γαρ… υπάρχεις Πέτρος, και τω σω θεμελίω της Εκκλησίας οι στύλοι πεπήγασι»[40].

Πάπας Ιωάννης ΣΤ΄

Από τη Μικρά Ασία, και ειδικότερα από την Έφεσο, καταγόταν ο Ιωάν­νης ΣΤ’ (30/10/701 – 11/1/705), του οποίου η διαποίμανση χαρακτηρίσθηκε από σύνεση και από το ειρηνοποιό του πνεύμα. Δύο επιτεύγματα ιστορικής σημασίας καταγράφονται στο ενεργητικό του. Πρώτον, η συνετή του στά­ση έναντι του αξιωματούχου Θεοφύλακτου, Βυζαντινού έξαρχου στην Ιτα­λία, που κατευθυνόταν στη Ρώμη με κακές προθέσεις και τον οποίο ο Ιω­άννης κατόρθωσε να τον κατευνάσει ώστε να μην καταστρέψει την πόλη. Δεύτερον, η σωτηρία και η αποσόβηση του κινδύνου των επαρχιών της Ν. Ιταλίας από τον δούκα των Λογγοβάρδων Γκισούλφο Μπαμπάρδο[41].

 

Πάπας Ιωάννης Ζ΄

Τον Ιωάννη ΣΤ’ διαδέχθηκε ο γεννημένος στην Καλαβρία Έλληνας Ιωάννης Ζ’ (1/3/705 – 18/10/707), ο οποίος άφησε αγαθή μνήμη για τη διαχείρι­ση της εκκλησιαστικής περιουσίας και για τη φροντίδα του να στολίσει τη Ρώμη με μνημεία.

Στον Έλληνα πάπα Ζαχαρία (10/12/741 – 22/3/752) οφείλεται η μετάφρα­ση από τα Λατινικά στα Ελληνικά των τεσσάρων βιβλίων «Διάλογοι του πά­πα Γρηγορίου του Μεγάλου» (590-604), καθώς και η στέψη του Πιπίνου του Βραχέος ως βασιλέα των Φράγκων (751), πράξη που εγκαινίασε τη δυνατότητα των παπών να στέφουν και να καθαιρούν τους Φράγκους βασιλείς δια­σφαλίζοντας ταυτόχρονα την ιερότητα αυτής της πράξης από τους Φρά­γκους[42].

Πάπας Ζαχαρίας

Στην ιστορική αναδρομή των Ελλήνων που ποίμαναν την αποστολική έδρα του Πέτρου πρέπει να προσθέσουμε δύο στοιχεία. Πρώτον, την ανα­γνώριση της σημαντικής συμβολή της Ρώμης κατά την Εικονομαχία, δεδο­μένου ότι στην Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο (Νίκαια, 24/9-23/10/787) μετείχαν ως εκπρόσωποι του πάπα Αδριανού Α’ (772-795) δυο τοποτηρητές του, ο πρω­τοπρεσβύτερος Πέτρος στη βασιλική του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη και ο Έλληνας ηγούμενος Πέτρος «ελληνικής» μονής του Αγίου Σάββα στη Ρώμη[43]. Δεύτερον, το γεγονός ότι ο πάπας Ιωάννης Α’ (523-526) ήταν ο πρώτος πάπας που επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη, τον Μάρτιο του 524. Πα­ράλληλα, υπήρξε ο πρώτος και τελευταίος πάπας που έστεψε Βυζαντινό αυτοκράτορα, τον Ιουστίνο Α’, το Πάσχα (19 Απριλίου) του 524, όταν λει­τούργησε «λατινίδι τη φωνή» στη δεύτερη βασιλική της του Θεού Σοφίας, του Θεοδοσίου Β’.

 

Αλέξανδρος Ε’: Ο τελευταίος Έλληνας πάπας

 

Για την πολυκύμαντη και πολυσχιδή δραστηριότητα του πάπα Αλεξάν­δρου Ε’ κάνει λόγο ο Μάρκος Ρενιέρης (1815-1897). Ο Πέτρος Φιλάργης εί­χε γεννηθεί στην Κρήτη περί το 1340[44]. Προφανώς δεν είχε οικογένεια και έλαβε το όνομα Πέτρος από τον Χάνδακα. Διδάχθηκε Λατινικά από έναν Μινορίτη μοναχό. Ως Φραγκισκανός μοναχός στην Κρήτη το 1357, στάλθηκε από το ισχυρό τάγμα του Αγίου Φραγκίσκου στην Πάδοβα, φοί­τησε στο εκεί πανεπιστήμιο και συνέχισε τις σπουδές του στη Θεολογία στα περίφημα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και των Παρισίων, όπου αναγο­ρεύθηκε διδάκτωρ, διδάσκοντας μάλιστα επί ένα διάστημα. Στο συγγραφι­κό του έργο συγκαταλέγονται σχόλια στα Sententiae του Πέτρου του Λομ­βαρδού[45].

Αλέξανδρος Ε’

Εγκατέλειψε όμως την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία όταν το 1378 εκδηλώθηκε στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας το μεγάλο σχί­σμα και όλοι οι οπαδοί του πάπα Ουρβανού ΣΤ’ εκδιώχθηκαν από το Πανε­πιστήμιο των Παρισίων. Το 1384 μετέβη στην Παβία, το 1386 εξελέγη επί­σκοπος Πιατσέντσας και το 1388 επίσκοπος Βιτσέντσας. Παράλληλα γνώ­ρισε τον Τζιαν Γκαλεάτσο Βισκόντι και έγινε πολιτικός του σύμβουλος, με­τέχοντας σε διπλωματικές αποστολές στην Πράγα.

Με την υποστήριξη του Βισκόντι αναδείχθηκε αρχιεπίσκοπος Μεδιολάνων το 1402. Αν και στενά συνδεδεμένη με την Αυλή της Γαλλίας (λόγω του μεγάλου σχίσματος στο εσωτερικό της), η οικογένεια Βισκόντι δεν είχε εντούτοις εγκαταλείψει και τον ποντίφηκα της Ρώμης. Πάπας στην Αβινιόν ήταν ο Βενέδικτος ΙΓ’, ενώ στη Ρώμη ο Ιννοκέντιος Ζ’, ο οποίος επιζητούσε τη φιλία των Βισκόντι και του Πέτρου Φιλάργη. Από τότε ο Φιλάργης έγινε ιδιαίτερα σημαίνον πρό­σωπο για την παπική Αυλή. Το 1405 τιμήθηκε με τον τίτλο του καρδιναλίου και στάλθηκε ως πρεσβευτής στη βόρεια Ιταλία, όπου συνασπίσθηκε με τους υπόλοιπους καρδιναλίους προγραμματίζοντας σύνοδο για να επιτευ­χθεί η ένωση της Καθολικής Εκκλησίας.

Στις 25 Μαρτίου 1409 άρχισε η Σύνοδος της Πίζας, κατά την οποία ο Πέ­τρος Φιλάργης αναδείχθηκε εξαιρετικά δραστήριος. Στις 26 Ιουνίου 1406 εκλέχθηκε πάπας, έχοντας εξα­σφαλίσει τα δύο τρίτα του κον­κλαβίου. Έλαβε το όνομα Αλέ­ξανδρος Ε’ και όφειλε πλέον να φροντίσει για την ειρήνη του Καθολικού κόσμου, και για την καλή λειτουργία της μηχανής της παπικής εξουσίας, με όρα­μα την Ένωση της Ορθόδοξης με την Καθολική Εκκλησία. Ως Φραγκισκανός, προώθησε αμέ­σως βούλλες (προνόμια) υπέρ του τάγματός του, ελπίζοντας ίσως ότι οι Φραγκισκανοί θα ανανέωναν το εκκλησιαστικό σώμα.

Ο Αλέξανδρος Ε’ επιθυμούσε το τέλος του σχίσματος μεταξύ της Αβινιόν και της Ρώμης. Αναγνωρίσθηκε από πολλές ιταλικές πόλεις, από τη Γαλλία, την Αγγλία, ένα τμήμα της Γερμανίας και από τη Βοημία. Ο σπουδαιότερος αντίπαλός του ήταν βέ­βαια η ίδια η Ρώμη. Μετά από οκτώ μήνες, την 1η Μαΐου 1410, η Ρώμη έπε­σε και ο Αλέξανδρος Ε’ θα μπορούσε να εγκατασταθεί εκεί ως πνευματικός ηγέτης της παπωσύνης με τη δύναμη των όπλων. Τελικά όμως δεν κατόρ­θωσε να εισέλθει στη Ρώμη. Ασθένησε στην Μπολώνια, απεβίωσε στις 4 Μαΐου 1410 και ετάφη στο κοιμητήριο του τάγματος των Φραγκισκανών.

Ευαίσθητος στις πράξεις συμφιλίωσης, ο Μάρκος Ρενιέρης υπογραμμί­ζει ιδιαίτερα τη διαλλακτική στάση του Αλεξάνδρου και τις προσπάθειές του να κατευνάσει τα πάθη και να συμβιβάσει τα πνεύματα στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας. Ο Ρενιέρης θέλησε να προβάλει στο πρόσωπό του τις αστείρευτες δυνάμεις του Ελληνισμού ο οποίος, αν και κάτω από ξένη κυριαρχία, κατόρθωσε, παρά τις εθνικές αντιξοότητες, να διαδραμα­τίσει ηγετικό ρόλο στη Δύση[46].

Αντίστοιχη είναι η περίπτωση του επίσης Κρητικού Οικουμενικού πατριάρχη Κυρίλλου Λούκαρι (1572-1638), ο οποίος με σπάνιες ικανότητες, οπλισμένος με μόρφωση, παρρησία και μεγαλειώ­δες παράστημα, υπηρέτησε τον Ελληνισμό στις πλέον κρίσιμες στιγμές του, κατορθώνοντας να καταστήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο παράγο­ντα της ευρωπαϊκής πολιτικής. Στις δύο αυτές προσωπικότητες της Κρή­της διέβλεπε ο Ρενιέρης δυνατότητες για την αποκατάσταση της Ένωσης των Εκκλησιών, που αποτελεί μείζον ζήτημα της Ευρωπαϊκής Ιστορίας.

 

 Χρήστος Π. Μπαλόγλου

Διδάκτωρ Κοινωνικών & Οικονομικών

Επιστημών του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης

 Περιοδικό, «Ιστορικά θέματα», τεύχος 90, Δεκέμβριος 2009.

 

Υποσημειώσεις


  

[1] Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις τας Επιστολάς του Παύλου, Αθήνα 1937, σελ. 10.

[2] Μεθόδιος Φούγιας, Έλληνες και Λατίνοι, Εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1994, 48-54 (β’ έκδ.).

[3] Ιγνάτιος Αντιοχείας, Προς Ρωμαίους Ι 6-9, στη σειρά Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων, τ. Β’, Αθήνα 1955.

[4] Ειρηναίος, Κατ’ Αιρέσεων 3,33.

[5] Αριστείδης Πανώτης, Το Συνοδικόν της εν Ελλάδι Εκκλησίας, τ. Α’ (50 μ.Χ. -1850), Εκδ. Σταμούλης, Αθήνα 2008, σελ.69.

[6] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Δ’ 51,5.

[7] Α. Hahn et al., Bibliothek der Symbole und Glaubensregeln der alten Kirche, Μπρεσλάου 1897 (ανατ. G. Olms, Χίλντεσχαίμ 1962), 22-23.

[8] L. W. Barnard, Studies in Church History and Patristics, Θεσσαλονίκη 1978, 26 (στη σειρά Analekta Vlatadon, αρ. 26).         

[9] Η. Milman, History of Latin Christianity; including that of the Popes to the Pontificate of Nicholas V, τ. I, Λονδίνο 1857 (β’ έκδ.), σελ. 31, σε σημείωση.

[10] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Γ’ 4,8, και Γ’ 1,2, αντίστοιχα.

[11] Αριστοτέλης, Πολιτικά Δ’ 9, 1294 β 8-9.

[12] Πράξεις των Αποστόλων α’ 23-26.

[13] Για τη σύνδεση της αρχαίας ελληνικής πρακτικής της κλήρωσης με την εκκλησιαστική παράδοση βλ. Χ. Π. Μπαλόγλου, «Η άμεση δημοκρατία στην εκλογή επισκόπων και ο τελευταίος Έλλην πάπας», Η Νέα Πολιτική, τχ. 19, Μάιος 2007, σελ. 61, του ιδίου, «Εναλλακτική πρόταση για την εκλογή επισκόπων», Το Βήμα, Μ. Παρασκευή 25 Απριλίου 2008, σ. Α10, του ιδίου, «Η εκλογή επισκόπων και η αρχαία ελληνική δημοκρατία», Η Νέα Πολιτική, τχ. 34, Οκτώβριος 2008, 39-40. 

[14] Ιωάννης (Ζηζιούλιας) Περγάμου, Ελληνισμός και Χριστιανισμός. Η συνάντηση δυο κόσμων, Εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2008 (β’ έκδ.), σελ. 127.

[15] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ε’ 24,15 και 24,16 αντίστοιχα.

[16] Αρχιμ. Βασ. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία. Απ’ αρχής μέχρι σήμερον, Εκδ. Αστήρ, Αθήνα, 1959, σελ. 49, σημ. 7.

[17] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία ΣΤ’ 43 και ΣΤ’ 43, 3, αντίστοιχα.

[18] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Δ’ 23, 9 και 10.

[19] Milman, Α’, 170. Πρβλ. Στεφανίδη, «Οι πάπαι Κελεστίνος Α’ και Λέων ο Α’ εν ταις σχέσεσιν αυτών προς τους Βυζαντινούς αυτοκράτορας και τας υπ’ αυτών συγκαλουμένας οικουμενικάς συνόδους», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 1924.

[20] Φούγιας, σελ. 54.

[21] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Οι Ρωμαίοι Ποντίφικες και το έργο τους, Εκδόσεις Κ.Ε.Ο, Αθήνα, 1994, σελ. 170.

[22] Ch. Diehl, Byzantium. Greatness and Decline, Rutgers Univ. Press, 1957, σσ. 241-50.

[23] Gay, «Quelques remarques sur les papes Grecques et Syriens avant la querelle des Iconoclastes (678-715)», Melanges P. Schlumberger, τ. I, Παρίσι 1924, 40 (αναφ. από τον Φούγια, σελ. 62, σημ. 41).

[24] J. Quasten, Patrology, τ. II (1962), 163, Β. Altaner, Patrologie. Leben Schriften und Lehre der Kirchenvaeter, Φράιμπουργκ 1958,183 (5η έκδ.). To ίδιο ισχύει και στους καταλόγους των παπών που έχει συντάξει ο αρχιμ. Βασ. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 802-4.

[25] Πανώτης, σσ. 252-3.

[26] Ειρηναίος, Έλεγχος 3,3,3, Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Γ’ 15, 34.

[27] Για τη σχετική επιχειρηματολογία βλ. Δ. Μπαλάνο, Πατρολογία, τ. Α’, Αθήνα 1930, σελ. 31 κ.εξ.

[28] Απ. Παύλος, προς Φιλιππησίους δ’ 3, Ωριγένης, Εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον εξηγητικών, ΣΤ’ 36.

[29] Δημ. Μπαλάνος, Πατρολογία, σελ. 32, Σωφρόνιος (Ευστρατιάδης) Λεοντοπόλεως, Λεξικόν της Καινής Διαθήκης, Πατριαρχικό Τυπογραφείο, Αλεξάνδρεια, 1910 (ανατ.: Αθήνα, εκδ. Πελεκάνος, 2001), σελ. 436.

[30] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Γ’ 34.

[31] Ο όρος «πάπας» προέρχεται από το αραμαϊκό Abba (ab στην εβραϊκή), που σημαίνει πατέρας. Ο τίτλος του πάπα προσλήφθηκε για πρώτη φορά από τον πειθαρχικό και αυστηρό επίσκοπο Ρώμης Σιρίκιο (384-399), αλλά η τακτική χρήση του άρχισε επί, επισκόπου Ρώμης Αγαπητού (535-536): Πανώτης, σα. 151, 220, σημ. 26.

[32] Ειρηναίος, Κατά των αιρέσεων Γ 3,3. Πρβλ. Ευσέβιο, Εκκλησιαστική Ιστορία, Δ’ 10, Ε’ 6,4.

[33] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Οι Ρωμαίοι ποντίφικες, σελ. 57.

[34] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Δ’ 10, 11, 6.

[35] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Ε’ (πρόλογος) 1. Ε 3,4, Π. Χρήστου, «Ο Έλλην πάπας Ελεύθερος (175-189)», Ηπειρωτικό Ημερολόγιο Β’ (1980).

[36] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Ε 3,4, 4,1, Ε 21,1.

[37] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Οι Ρωμαίοι, σελ. 73.

[38] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ζ’ 10.

[39] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Σελ. 94.

[40] Πανώτης, Το Συνοδικόν, σελ. 229.

[41] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, 150-1.

[42] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, σελ. 160.

[43] Β. Σταυρίδης, Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος Νίκαια (β’), Θεσσαλονίκη 1987, Πανώτης, 262-5.

[44] Μ. Ρενιέρης, Ιστορικαί Μελέται. Ο Έλλην Πάπας Αλέξανδρος Ε’. Η εν Βασιλεία Σύνοδος, σσ. 1-105, κεφ. Ι-Θ.

[45] Fr. Ehrle, Der Sentenzenkommentar Peters von Candia, des Pisaner Papstes Alexander V (1925) (αναφ. από τον Στεφανίδη, Εκκλησιαστική Ιστορία, 562-3).

[46] Ρωξάνη Α. Αργυροπούλου «Μάρκος Ρενιέρης: Η ρομαντική ιστοριογραφία στην φιλοσοφική της θεώρηση», Μ. Ρενιέρη, Ιστορικαί Μελέται, σσ. ξα’- πγ’.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »