Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Ο Χαραλάμπης Περρούκας ως έμπορος στην Πάτρα προεπαναστατικώς, Ηλίας Γιαννικόπουλος,  Δικηγόρος – Δ.Ν. Πρακτικά του Εκτάκτου Αχαϊκού Πνευματικού Συμποσίου 2006 (Αίγιον 26-28 Μαΐου 2006). Αθήναι 2009. 

Αποθήκευση Έγγραφου: Ο Χαραλάμπης Περρούκας ως έμπορος στην Πάτρα προεπαναστατικώς

 

Read Full Post »

Μόρα Βαλεσή  (Η Οθωμανική Διοίκηση στην Πελοπόννησο)   


 

Κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, η Πε­λοπόννησος χωριζόταν σε ευρύτερες περιφέρειες, σαντζάκια, μερικές από τις οποίες (Μυστράς, Ναύ­πλιο) είχαν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου, του καπουδάν πασά. Κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία όμως (1716-1821), η Πελοπόννησος αποτέλεσε ξεχωριστό πασαλίκι, με διοικητή πασά που έδρευε στην Τριπολιτσά, η ο­ποία αναδείχθηκε έτσι σε ισχυρό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώ­σεις, όπως π.χ. ήταν η περίοδος της Αλβανοκρατίας (1770-1779) μετά την εξέγερση των Ορλοφικών (1769-1770), η έδρα μεταφέρθηκε εξ ανάγκης στο Ναύπλιο, το πολεμικό λιμάνι του οποίου βρισκόταν υπό την άμεση προστασία του οθωμανικού στόλου.

Ο καπουδάν πασάς Γαζή Χασάν Τζεζαερλή

Ο τίτλος του πασά της Πελοποννήσου ήταν Μόρα Βαλεσή (Mora valisi), δηλαδή βαλής (διοικητής) του Μοριά, και συγκέντρωνε στο πρόσωπό του ευ­ρύτατες αρμοδιότητες διοικητικές, στρατιωτικές και οικονομικές. Επρόκειτο για αξίωμα με μεγάλο κύ­ρος και υψηλές απολαβές, το οποίο ανατέθηκε κα­τά καιρούς σε σημαντικές προσωπικότητες της ο­θωμανικής εξουσίας, όπως π.χ. στον Μουχσινζαντέ Μεχμέτ πασά που είχε διατελέσει μέγας βεζί­ρης, στον Γαζή Χασάν Τζεζαερλή, που υπήρξε ε­ξαιρετικά επιτυχημένος αρχιναύαρχος του οθωμανικού στόλου, στο γυναικάδελφο του σουλτάνου Σελίμ Γ’, Μουσταφά Περισάν πασά κ.ά.

 Ως στρατιωτικός διοικητής (serasker, beylerbey, muhafiz), ο Μόρα Βαλεσή είχε την ευθύνη όχι μό­νο της υπεράσπισης της Πελοποννήσου από τυχόν εξωτερικούς κινδύνους ή εσωτερικές ανατρεπτικές κινήσεις, αλλά και της ενίσχυσης του οθωμανικού στρατού με τις στρατιωτικές δυνάμεις του Μοριά σε όποιο σημείο της αυτοκρατορίας κρινόταν απαραί­τητο από την Υψηλή Πύλη. Έτσι, το 1810 ο Βελή πασάς διατάχθηκε να ενισχύσει τον οθωμανικό στρατό στον Δούναβη κατά τη διάρκεια πολέμου με τη Ρωσία, ενώ το 1821 ο Χουρσίτ ανέλαβε την ηγε­σία του αγώνα για την καταστολή της ανταρσίας του Αλή πασά των Ιωαννίνων.

Επειδή η Πελοπόννη­σος αποτελούσε μεθόριο περιοχή για το οθωμανικό κράτος, και μάλιστα στο θαλάσσιο χώρο όπου γενι­κά κυριαρχούσαν οι ιταλικές ναυτικές πόλεις και ι­διαίτερα η Βενετία, η σημασία της στρατιωτικής της υπεράσπισης ήταν μεγάλη και ο πασάς, στον οποίο ανετίθετο, προαγόταν συνήθως, αν δεν κατείχε ήδη το αξίωμα αυτό, σε πασά τριών ιππουρίδων, ενώ σε πολλά άλλα πασαλίκια του κράτους οι πασάδες δι­οικητές είχαν μόνο δύο ιππουρίδες. Η ιππουρίδα (tug) δεμένη στο επάνω μέρος του κονταριού του πασά ήταν δηλωτική του στρατιωτικού του βαθμού. Οι διοικητές φρουρίων μεγάλης στρατηγικής ση­μασίας, όπως ήταν το Ναύπλιο και η Μεθώνη, εί­χαν κι αυτοί το βαθμό του πασά, όμως με μόνο δύο ιππουρίδες.

Εκτός από τη στρατολόγηση, συντήρηση και δια­τήρηση σε διαρκή πολεμική ετοιμότητα των στρα­τιωτικών σωμάτων της Πελοποννήσου, ο Μόρα Βα­λεσή όφειλε να μεριμνά και για τη συντήρηση των οχυρωματικών έργων της επαρχίας του. Οι υποχρε­ώσεις αυτές ήταν εξαιρετικά πολυδάπανες και έ­πρεπε να καλυφθούν από τα φορολογικά έσοδα της περιοχής, πράγμα το οποίο, ειδικά σε καιρό πολέμου, οδηγούσε σε υπέρογκη και συχνά ανεξέλε­γκτη φορολόγηση του τοπικού πληθυσμού, ο οποί­ος μέσω της κοινοτικής του αυτοδιοίκησης προσπα­θούσε να επιτύχει μειώσεις με την υποβολή στην Υψηλή Πύλη σχετικών αιτήσεων. Στις περιπτώσεις αυτές, ο πασάς φρόντιζε να διασκεδάζει τις εις βάρος του εντυπώσεις δωροδοκώντας αξιωματού­χους των ανακτόρων, με τους οποίους διατηρούσε φιλική σχέση, και κατηγορώντας τους διαμαρτυρό­μενους κατοίκους για στασιαστικές προθέσεις.

Σε καιρό ειρήνης, όταν οι ανάγκες σε στρατιωτικές δυ­νάμεις μειώνονταν, ο πασάς επιχειρούσε συνήθως να απολύσει μέρος των στρατιωτών που είχε στρα­τολογήσει για τις ανάγκες του πολέμου. Εκείνοι ό­μως (οι λεγόμενοι σεϊμένηδες, seymen) αντιδρούσαν βίαια για την απόλυσή τους και την απώλεια του μισθού τους (λουφές, ulufe) και συνιστούσαν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και για τον ίδιο τον πασά, ο οποίος αναγκαζόταν σε πολλές περιπτώσεις να υποχωρήσει στις αξιώσεις τους σε βάρος πάντοτε της τοπικής οικονομίας.

Είναι χαρακτηριστικό της οικονομικής επιβάρυνσης που προκαλούσε η παρουσία των στρατιωτικών αυτών δυνάμεων στον πληθυσμό, η θεσμο­θετημένη από το οθωμανικό κράτος πρακτική να διατρέφονται και γενικώς να φιλοξενούνται επί τρεις ημέρες με κάθε δυνατή άνεση από τον ντόπιο πληθυσμό οι στρατιώτες που συνόδευαν ως φρουρά τον Μόρα Βαλεσή σε κάθε περιοδεία του στην ενδοχώρα. Το κόστος μιας τέτοιας φιλοξενίας μπο­ρούσε να φθάσει, κατά τις πηγές της εποχής, και σε 15.000 γρόσια, ποσόν εξαιρετικά μεγάλο, αν ληφθεί υπόψη ότι ένα αρνί κόστιζε την ίδια περίοδο περίπου 3 γρόσια.

Οι στρατιωτικές δικαιοδοσίες του Μόρα Βαλεσή ποίκιλλαν ανάλογα με την ιστορική συγκυρία και την προσωπική πολιτική επιρροή του στα ανάκτο­ρα. Παράγοντας περιοριστικός της δικαιοδοσίας του ήταν ο ναυτικός χαρακτήρας της Πελοποννήσου, νοουμένης από τη σχετική οθωμανική νομοθεσία ως νήσου, της οποίας τα παράλια φρούρια ανήκαν περισσότερο στη δικαιοδοσία του καπουδάν πασά, δηλαδή του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου.

Περιηγητές του τέλους της Τουρκοκρατίας αναφέ­ρουν ότι ο πασάς δεν είχε δικαίωμα να επιθεωρήσει τα φρούρια ούτε να χορηγήσει άδεια επίσκεψής τους σε τρίτους (π.χ. Ευρωπαίους επισκέπτες) χωρίς την έγγραφη σύμφωνη γνώμη της κεντρικής εξουσίας. Η προτίμηση, εξάλλου, των πασάδων για την Τριπολιτσά ως έδρα της εξουσίας τους, πρέπει να ο­φειλόταν εν μέρει και στη σχετική ανεξαρτησία που αισθάνονταν εκεί, μακριά από την επιτήρηση του καπουδάν πασά.

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Σε ό,τι αφορά τις διοικητικές του αρμοδιότη­τες, ο πασάς της Πελοποννήσου είχε όλη τη δικαιοδοσία του σουλτάνου σε τοπικό επί­πεδο. Περιστοιχιζόταν, όπως ο σουλτάνος, από «υπουργικό συμβούλιο» Οθωμανών α­ξιωματούχων, το «διβάνιο», που ήταν το ανάλογο της Υψηλής Πύλης για τα δεδομένα του πασαλικιού. Επίσης, συνεργαζόταν στενά με τους εκπροσώ­πους της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, μουσουλμά­νους και χριστιανούς, στους οποίους ανέθετε την ευ­θύνη της κατανομής και είσπραξης των φόρων από τις περιοχές που αντιπροσώπευαν, καθώς και την ε­νημέρωση των συμπατριωτών τους για τις αποφάσεις της οθωμανικής εξουσίας.

Ο πασάς εξέδιδε έγγραφες αποφάσεις, τους λεγόμενους «ορισμούς» (buyuruldu), που οι ελληνικές πηγές αποκαλούν «μπουγιουρντιά», για όλα τα διοικητικά θέματα. Για την επικοινωνία του με τους χριστιανούς κατοί­κους της Πελοποννήσου, που αποτελούσαν και τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, αλλά και για τη δυνατότητα συνεννόησης με ξένους επι­σκέπτες, ο πασάς στηριζόταν στις υπηρεσίες του ε­πίσημου διερμηνέα, του δραγομάνου του Μορέως, ο οποίος υποστηριζόταν με τη σειρά του από ειδική γραμματεία, συχνά όμως συνέτασσε ο ίδιος στην ελληνική γλώσσα έγγραφα διοικητικού ενδιαφέροντος, δείγματα των οποίων έχουν διασωθεί σε οικογενειακά αρχεία κοτζαμπάσηδων, όπως π.χ. στο αρχείο της οικογένειας Περούκα στο Άργος.

Οι διοικητικές αποφάσεις του πασά έπρεπε να είναι σύμφωνες με την ισχύουσα οθωμανική νομο­θεσία και η νομική τους ορθότητα ελεγχόταν από τους τοπικούς καδήδες, που εκτός από ιεροδικαστές ήταν και νομικοί του σύμβουλοι. Ωστόσο, ο πα­σάς είχε δικαστικές αρμοδιότητες ευρύτερες εκεί­νων που είχαν οι ιεροδικαστές, κατ μάλιστα σε σο­βαρά ποινικά ζητήματα ή ζητήματα που αφορούσαν διαφορές μεταξύ κατοίκων διαφορετικών καζάδων (περιφερειών δικαιοδοσίας των τοπικών καδήδων) ή κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους των τοπικών αρ­χών.

Παρά το γεγονός ότι η επιβολή θανατικής ποινής περιλαμβανόταν στις δικαιοδοσίες του, ο Μόρα Βαλεσή συνήθως επέβαλλε πρόστιμο (curum/τζερεμέ) και μάλιστα υψηλό, το οποίο καρ­πωνόταν κατά κανόνα ο ίδιος.

Η σημαντικότερη ίσως πλευρά των αρμοδιοτήτων του πασά ήταν η δημοσιονομι­κή. Την οθωμανική εξουσία ενδιέφεραν κυρίως δύο πλευρές της επαρχιακής δι­οίκησης: η τήρηση της τάξης και η εί­σπραξη των φόρων.

Δεδομένου ότι η δεύτερη προ­καλούσε τις μεγαλύτερες δυσαρέσκειες και τη μεγαλύτερη αγανάκτηση ανάμεσα στους υπηκόους, και μάλιστα στους χριστιανούς, οι οποίοι επωμίζονταν και το μεγαλύτερο βάρος της φορολογίας, η αυστηρή επιτήρηση του πληθυσμού και καταστολή της όποιας εκδήλωσης δυσφορίας από την πλευρά των υπηκόων αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της δημοσιονομικής λειτουργίας της διοίκησης του πασαλικιού.

Για την άσκηση της λειτουργίας αυτής, ο πασάς στηριζόταν κυρίως στη συνεργασία των τοπικών προκρίτων, που τους καλούσε συχνά για σύ­σκεψη στην Τριπολιτσά και τους παρείχε δικαιώματα ένοπλης συνοδείας και φορολογικής απαλ­λαγής, ως ένδειξη της σπουδαιότητας του ρόλου τους. Η καλλιέργεια καλής σχέσης με τους ισχυ­ρούς χριστιανούς προκρίτους αποτελούσε δείγμα πολιτικής ικανότητας και διορατικότητας του Μόρα Βαλεσή, γιατί η επιρροή των ανθρώπων αυτών ξε­περνούσε πολύ συχνά τα όρια της ιδιαίτερης πατρίδας τους και έφθανε μέσω των αντιπροσώπων τους (βεκίληδων) στην Κωνσταντινούπολη, όπου μπορούσαν να προσεγγίζουν προσωπικότητες του σουλτανικού περιβάλλοντος και να επαινούν ή να ψέγουν τον πασά για τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του.

Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι, παρά την ύπαρ­ξη λεπτομερούς σχετικής νομοθεσίας, την αυστηρή τήρηση της οποίας απαιτούσαν κατά καιρούς σουλτανικά φιρμάνια και επιστολές του μεγάλου βεζίρη από την Κωνσταντινούπολη, που στόχευαν στον περιορισμό των αυθαιρεσιών και της υπερβο­λικής επιβάρυνσης των υπηκόων με δυσβάστα­κτους φόρους και αγγαρείες, οι τοπικές οθωμανι­κές αρχές ήταν ουσιαστικά ασύδοτες και σε πολλές περιπτώσεις αξίωναν την είσπραξη χρηματικών ποσών πολλαπλάσιων από εκείνα που προβλέπονταν από τις ισχύουσες διατάξεις.

Αυτή η πρακτι­κή εντάθηκε κατά τον τελευταίο αιώνα της Τουρκοκρατίας, λόγω και της παρακμής του κράτους που επέτρεπε στους τοπικούς διοικητές να παρα­κάμπτουν, ως ένα βαθμό, τις εντολές της Υψηλής Πύλης. Κυρίως όμως ήταν απότοκη του δημοσιο­νομικού συστήματος της οθωμανικής διοίκησης, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση ανέθετε κάθε χρόνο την είσπραξη των φόρων με πλειοδοτικό διαγωνισμό σε ενδιαφερόμενους μουσουλμάνους α­ξιωματούχους.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως η Πελοπόννη­σος και η Κύπρος, ο ανάδοχος που προέκυπτε από το διαγωνισμό αυτό αναλάμβανε ταυτόχρονα και το αξίωμα του διοικητή της Πελοποννήσου, γινόταν δηλαδή Μόρα Βαλεσή (η αρχική του όμως ιδιότη­τα ως αρμόδιου για την είσπραξη των φόρων του πασαλικιού ήταν muhassil μουχασίλης). Και ε­πειδή, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το εν­διαφέρον του μουχασίλη για την επαρχία της οποί­ας τη διοίκηση είχε αναλάβει ήταν μόνο κερδο­σκοπικό, ανέθετε με υπεκμίσθωση σε τρίτους τη διοίκησή της, ενώ ο ίδιος παρέμενε στην πρωτεύου­σα του κράτους για να διατηρεί τις υψηλές του ε­παφές που θα του επέτρεπαν να κερδίσει και τον επόμενο πλειοδοτικό διαγωνισμό.

Το ίδιο ίσχυε και με άλλα αξιώματα, όπως π.χ. του καδή και του βοεβόδα (που η δικαιοδοσία τους εξαντλούνταν στα γεωγραφικά όρια του καζά, δηλαδή της περιφέρει­ας που αντιστοιχούσε περίπου σε σημερινό νομό ή επαρχία). Οι αλλεπάλληλες αυτές υπεκμισθώσεις αξιωμάτων, ο χαρακτήρας των οποίων ήταν κυρίως φοροεισπρακτικός, συνέβαλαν στην υπερβολική αύξηση των φορολογικών υποχρεώσεων των υπη­κόων. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το περιθώριο αυθαιρε­σιών από την πλευρά του πασά ήταν ευρύ. Έχοντας δικαιοδοσίες ανάλογες με του σουλτάνου σε τοπικό επίπεδο, φάνταζε στα μάτια των υπηκόων ως παντοδύναμος και ανεξέλεγκτος δυνάστης.

Στην πραγματικότητα όμως η εξουσία του υπέκειτο σε πολλούς περιορισμούς και η διάρκεια της θητείας του σπάνια υπερέβαινε το ημερολογιακό έτος. Αντικαταστάσεις και καθαιρέσεις πασάδων πριν από την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης ετήσιας θητείας τους ήταν συχνό φαινόμενο στην οθωμανι­κή διοίκηση της Πελοποννήσου.

Ανταγωνιστές του Μόρα Βαλεσή στη διεκδίκηση του αξιώματος και των απολαβών του μπορούσαν εύκολα να τον διαβάλουν στο σουλτανικό περιβάλλον ως ύποπτο για έλλειψη νομιμοφροσύνης προς την κεντρική εξουσία ή μπορούσαν να δωροδοκήσουν αξιωματούχους της Υψηλής Πύλης, ώστε να «προσέξουν» περισσότερο τις αναφορές που υπέβαλλαν οι δυσαρεστημένοι υπήκοοι για τις αυθαιρεσίες του πα­σά και να σπεύσουν να ανταποκριθούν στο αίτημα της αντικατάστασης του πασά από άλλον.

Ειδικά στις περιπτώσεις που κάποιος πασάς επιδείκνυε υπερβολική και αδικαιολόγητη σκληρότητα σε βά­ρος εκπροσώπων της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, η συμπεριφορά του μπορούσε να επισύρει την οργή του σουλτάνου και την παραδειγματική τιμωρία του πασά. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αλήμπεη, που για τη σκληρότητα της διοίκησής του καταδικάστηκε σε θάνατο και αποκεφαλίστη­κε στην Κωνσταντινούπολη τον Απρίλιο του 1788, παρά το γεγονός ότι διέθετε ισχυρές διασυνδέσεις ως άνθρωπος του στενού περιβάλλοντος του πανί­σχυρου καπουδάν πασά Γαζή Χασάν Τζεζαερλή.

Σοβαρή μείωση του κύρους του αξιώματός του υ­πέστη, εξάλλου, ο πασάς της Πελοποννήσου μετά την εξέγερση των Ορλοφικών και κατά την περίο­δο της Αλβανοκρατίας που ακολούθησε, οπότε ο σουλτάνος, για να αντιμετωπίσει την έκρυθμη κατάσταση που προκάλεσαν οι Αλβανοί στον Μοριά, ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη ειδική υπηρεσία εποπτείας της διοίκησης του Μοριά, με επικεφα­λής τον «επιστάτη του Μορέως» (Μόρα ναζίρη).

Στον επόπτη αυτόν, καθώς και σε άλλους αξιωματούχους της πρωτεύουσας, απευθύνονταν συχνά, ι­δίως κατά της δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, εκπρόσωποι ισχυρών Πελοποννήσιων Οθωμανών προκρίτων, που συνεννοούνταν και συνεργάζονταν συγκυριακά με τους ομολόγους τους χριστιανούς κοτζαμπάσηδες, και από κοινού ενεργούσαν για την αντικατάσταση πασά που δεν ήταν της αρεσκεί­ας τους. Για την αντιμετώπιση του κινδύνου αυτού, ο πασάς αναγκαζόταν να διαθέτει μεγάλα χρηματικά ποσά, ώστε να δωροδοκεί πρόσωπα-κλειδιά στο σουλτανικό περιβάλλον, όπως επίσης και να επιδιώκει συμμαχίες με τους πολιτικούς αντιπάλους των κατηγόρων του σε τοπικό επίπεδο, εμπλεκόμε­νος αναγκαστικά σε τοπικές διαμάχες και «κομματικές» φατρίες.

Ο Βελή πασάς μάλιστα, γιος του Αλή των Ιωαννίνων, που κυβέρνησε τον Μοριά α­πό το 1807 έως το 1812, τήρησε, ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του, α­κόμη και προσωπική διπλωματική πολιτική συνάπτοντας φιλικούς και οικονομικούς δε­σμούς με ισχυρούς Άγγλους της εποχής, μέσω των οποίων εξασφάλιζε την υποστήριξη του Άγγλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, σε μια εποχή κατά την οποία η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε έντονη την ανάγκη της αγγλικής υποστήριξης απέναντι στον κίνδυνο που αντιπροσώπευε για την ακεραιότητά της η Ρωσία αλλά και η Γαλλία του Ναπολέοντα.

Οι στρατιώτες, τους οποίους στρατολογούσε ο πα­σάς εκτάκτως σε περιόδους εκστρατειών ή εσωτερικών ταραχών και στη συνέχεια τους απέλυε για λόγους οικονομίας ή για να προσλάβει άλλους α­φοσιωμένους στο πρόσωπό του, στην περίπτωση που αναλάμβανε για πρώτη φορά τα καθήκοντά του και δεν ήθελε να διατηρήσει τους φρουρούς του προκατόχου του, αποτελούσαν επίσης μεγάλο πο­νοκέφαλο για τον εκάστοτε πασά, καθώς μετατρέπονταν, μετά την απόλυσή τους, σε ταραχοποιά στοιχεία και έδιναν στην κεντρική εξουσία την, συχνά βάσιμη, εντύπωση ότι ο πασάς αδυνατεί να επιβά­λει την τάξη στην περιφέρειά του.

Σε ορισμένες πε­ριοχές του πασαλικιού, εξάλλου, η δικαιοδοσία του Μόρα Βαλεσή ήταν σχεδόν τυπική, εφ’ όσον οι πε­ριοχές αυτές αποτελούσαν αφιερώματα (βακούφια) σε μουσουλμανικά ευαγή ιδρύματα ή είχαν δοθεί ως ισόβιες επικαρπίες σε στενούς συγγενείς του σουλτάνου, οι οποίοι είχαν ασφαλώς τον πρώτο λό­γο στα εσωτερικά ζητήματα των περιοχών αυτών.

Οι «πονοκέφαλοι» της εξουσίας δεν εμπόδιζαν πάντως τον πασά να ζει μέσα στη χλιδή και να συμπεριφέρεται ηγεμονικά. Είναι πολύ ενδιαφέρου­σες και γραφικές οι περιγραφές του αυλικού πρω­τοκόλλου του πασά της Πελοποννήσου που άφησαν Ευρωπαίοι περιηγητές, οι οποίοι κατά καιρούς τον επισκέφθηκαν.

Πολυάριθμοι αξιωματούχοι και προσωπικοί φρουροί, γραμματείς και αγγελιαφό­ροι, υπηρέτες και ακόλουθοι, συνιστούσαν ένα πο­λύχρωμο μωσαϊκό, που ζούσε και κυκλοφορούσε στο σεράι, για να προστατεύει, να υπηρετεί και να διασκεδάζει τον πασά και την πολυάριθμη οικογένειά του, που περιλάμβανε, όπως και του σουλτάνου, πολυμελές χαρέμι και παιδιά. Επικεφαλής της προσωπικής του φρουράς ήταν ο σιλιχτάραγας, τελετάρχης του σεραγιού ο σελάμ αγάς, σταβλάρχης ο μιραχόρ, θησαυροφύλακας ο χαζνεντάραγας, αρχιθαλαμηπόλος ο κιλερτζήμπασης, υπεύθυνος προμηθειών ο μασράφ εφέντης, αρχιμάγειρος ο αστσίμπασης και υπεύθυνος για τη φύλαξη του χαρεμιού ο χαρέμ κεχαγιάς.

Πολλοί άλλοι κατώτεροι αξιωματούχοι και απλοί στρατιώτες ή υπηρέτες βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές των προαναφερθέντων, έτοιμοι να εκτελέσουν οποιαδήποτε επιθυμία του πασά, αλλά και να εκμεταλλευθούν στο έπακρο τη «θέση» τους, αξιώνοντας από τους υπηκόους οικονομικά και άλ­λα οφέλη, που τελικά συνιστούσαν είδος φορολό­γησης πολύ μεγαλύτερο και περισσότερο δυσβάστακτο από τους επίσημους φόρους.

Ο ίδιος ο πασάς, παρά τις πολλαπλές οικονομικές του υποχρεώσεις, για τη διατήρηση και την ετήσια ανανέωση της θητείας του στο αξίωμα του Μόρα Βαλεσή, συγκέντρωνε τελικά τεράστια ποσά, που προέρχονταν από την άγρια εκμετάλλευση του εισοδήματος των χριστιανών υπηκόων του.

Με ασήμαντες αφορμές δήμευε περιουσίες προκρίτων (π.χ. περιπτώσεις Μπενάκη και Παπατσώνη από τον Βελή πασά) ή άλλων ευκατάστατων χριστιανών, συμμετείχε σε επιχειρήσεις λαθραίας εξαγωγής σιτηρών από την Πελοπόννησο (η παραγωγή της οποίας σύμφω­να με το νόμο έπρεπε να διατίθεται για τον επισιτισμό της Κωνσταντινούπολης και να μην εξάγεται σε άλλες χώρες), επέβαλλε υψηλά πρόστιμα και έκτακτους φόρους με αφορμή διάφορα γεγονότα και αξίωνε ποικίλα «δώρα» (piskes, πεσκέσια) από τους υπηκόους για τον ίδιο και τους υφισταμένους του.

Τα ποσά που αναφέρονται από τις σχετικές πη­γές είναι πραγματικά αστρονομικά. Ειδικά για τον Βελή πασά, που ο ίδιος καυχιόταν ότι «διψούσε ό­χι για αίμα αλλά μόνο για χρήματα», αναφέρεται ότι αποκόμισε κατά την πενταετή θητεία του στο α­ξίωμα επτάμισι εκατομμύρια γρόσια. Αλλά η επιβολή της οικονομικής αυτής αφαίμαξης των ραγιάδων δεν απείχε πολύ από την κυριολεκτική αφαίμαξή τους και είναι βέβαιο ότι συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην έκρηξη της Επανάστασης στον Μοριά το Μάρτιο του 1821.            

 

Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών,

Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

 

Πηγή

 
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η άλωση της Τριπολιτσάς », τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

 


Read Full Post »

Ένας τεκές και ένα καφενείο στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης και ανεξαρτησίας στις  Θέρμες του Άργους


 

 Στο  Άργος διατηρήθηκαν σημαντικά αρχαία μνημεία, τα οποία εντυπωσίαζαν ανά του αιώνες τους περιηγητές  και κέντριζαν τη φαντασία των κατοίκων. Σε  ένα από αυτά, στις ρωμαϊκές θέρμες με το Σαραπείο, δίπλα στο Αρχαίο θέατρο,  λειτουργούσε από την πρώτη Τουρκοκρατία τεκές,  ισλαμικό «μοναστήρι», χώρος προσευχής και μυστικιστικής λατρείας των Μπεκτασήδων. 

 

[…] Στη βόρεια πλευρά των Θερμών και αμέσως ανατολικά του μεγάλου σωζόμενου πλίνθινου Σαραπείου, τουλάχιστον από τον 18ο αιώνα μ.Χ. υπήρχε ένα μεγάλο διώροφο τούρκικο σπίτι κατά τους ξένους περιηγητές (Μ. Sève, ό.π., 27), το οποίο όμως ήταν μουσουλμανικό λατρευτικό κτίριο, τεκές, όπως θα γίνει φανερό στη συνέχεια. Το κτίριο αυτό, κατασκευασμένο με σαχνισία και χαγιάτι, απεικονίζει σε σχέδιο του Βρετανικού Μουσείου 1811-1812 ο περιηγητής Cockerell.  

 

Τεκές και τμήμα του Σαραπείου από βορειοδυτικά (σχ. Ch. Cockerell).

 

Το κτίριο αυτό είχαν επισκεφθεί ο περιηγητής Dodwell το 1805 και αναφέρει υπόγειο με καμάρα και o Pourtalés το 1817, ο οποίος αναφέρει δάπεδο με μωσαϊκό, προφανώς των Θερμών, πάνω στο οποίο είχε κτιστεί το «τούρκικο σπίτι». Από το κτίριο αυτό μπορούσε κανείς να εισέλθει σε υπόγειο κτιστό καλοκατασκευασμένο χώρο, τον οποίο αναφέρει και o Foucherot το 1780.

Προφανώς ο Pourtalés εννοεί την μεγάλη υπόγεια κτιστή δίοδο στη βόρεια πλευρά των Θερμών, η οποία την εποχή αυτή ήταν ορατή, ενώ το δυτικό τμήμα της διόδου αυτής σώζεται μέχρι σήμερα σε καλή κατάσταση και αποτελούσε υπόγειο του τεκέ. Το υπόγειο σώζεται μέχρι σήμερα καθώς και η στενή αψιδωτή δίοδος στη νότια πλευρά με κτιστή μικρή κλίμακα, μέσω της οποίας επικοινωνούσε με το ισόγειο του κτιρίου. Ωστόσο το τούρκικο αυτό κτίριο, όπως προκύπτει από τις πηγές, δεν ήταν ένα «σπίτι» κάποιου Τούρκου, αλλά ένα θρησκευτικό, μουσουλμανικό λατρευτικό κτίριο. Το κτίριο αυτό κατεδαφίστηκε το πιθανότερο κατά την Επανάσταση του 1821 αλλά το υπόγειο του διατηρείται σε σχετικά καλή κατάσταση μέχρι και σήμερα.

Ο Διονύσιος Πύρρος στα χρόνια της Επανάστασης, αφού είχε ήδη κατεδαφιστεί το κτίριο, στα «Αργολικά», αντλώντας πληροφορίες από τους κατοίκους του Άργους, αναφέρει ότι:

 

«… κάτωθεν του υπογείου τούτου προλαβόν οι Τούρκοι είχαν προσκύνημα τι αυτών, κάτωθεν αυτού είναι δρόμος τις υπόγαιος εκ πλίνθων οπτών υπάγων εις μάκρος (εννοεί την υπόγεια βόρεια δίοδο των Θερμών). Τα υπόγεια ταύτα ανέσκαψε και αναποδογύρισε ο περίεργος Βελή Πασάς της Ηπείρου, πλην ουδέν εύρεν ειμή κολώνας τινας και μάρμαρα..» (Ανδ. Κεραμίδα, Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, ΑΡΓΟΛΙΚΑ, Άργος 1981,53).

 

Ο σωζόμενος υπόγειος χώρος του «τούρκικου» – μουσουλμανικού κτιρίου στα χρόνια της Επανάστασης και της Ανεξαρτησίας έφερε την ονομασία από τους Αργείτες ξεναγούς «παλαιός τεκές» (M. Séve, ό.π.28). Ο τεκές είναι ισλαμικό «μοναστήρι», χώρος προσευχής και μυστικιστικής λατρείας των Μπεκτασήδων. Ως γνωστόν στο Ισλάμ δεν υπάρχουν μοναστήρια και μοναχοί, όπως στον Χριστιανισμό.

Οι Μπεκτασήδες ήταν ισλαμική αίρεση, συγκερασμός σιιτικών στοιχείων με δοξασίες χριστιανικών αιρέσεων, η οποία ήταν πολύ διαδεδομένη στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και λάτρευαν το θεό με χορό και μουσική. Γίνεται φανερό ότι το ονομαζόμενο από τους περιηγητές τούρκικο σπίτι ήταν ισλαμικό «μοναστήρι» Μπε­κτασήδων, τεκές. Οι Μπεκτασήδες ήταν οργανωμένοι σε θρησκευτικά τάγματα, σε «μοναστήρια», τεκέδες δερβίσηδων και είχαν στην κατοχή τους σημαντικές εκτά­σεις γης (βακούφια).

Στο υπόγειο πολυτελώς διαμορφωμένο σωζόμενο χώρο του ισλαμικού τεκέ προφανώς κατέβαινε η ομήγυρις μουσουλμάνων Μπεκτασήδων και πριν από την τέλεση της λατρείας, έκαιγαν λιβάνι για την κατάλληλη προετοιμασία. Είναι αξιοσημείωτο ότι από την επίδραση του ισλαμικού τεκέ η λέξη υιοθετήθηκε από τους περιθωριακούς ρεμπέτες για τις μυστικές, και πριν τον πόλεμο, απαγορευμένες συνάξεις σε υπόγεια με τους αργιλέδες, το χασίσι και τον καπνό, για τη δημιουργία του κατάλληλου κλίματος που απαιτούσαν τα ρεμπέτικα τραγούδια της εποχής.

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

Ότι πρόκειται για θρησκευτικό ισλαμικό τεκέ Μπεκτασήδων, ενισχύεται από το ότι ο λατρευτικός αυτός χώρος κτίστηκε δίπλα στο άφθονο νερό του υδραγωγείου από το Κεφαλάρι, διότι οι μουσουλμάνοι θεωρούν απαραίτητη στα θρησκευτικά κτίρια την ύπαρξη κρήνης, αναβλύζοντος νερού, συντριβανιού κτλ, για τους καθαρμούς, το οποίο σχετίζεται με τον παράδεισο. Οι αιρετικοί Μπεκτασήδες, ως γνωστόν, δεν τελούσαν την λατρεία τους στα τζαμιά.

Αλλά η ύπαρξη μουσουλμανικού «μοναστηριού», τεκέ, στο Άργος ενισχύεται και από κατάστιχο σπιτιών του Άργους στα αρχεία της Βενετίας του 1698, όπου αναγράφεται μεταξύ των άλλων, ως «vacuffi» που επεξηγείται ως Convento di Turchi, δηλαδή μοναστήρι των Τούρκων. (Ανακοίνωση Κ. Ντόκου, Απογραφή του πληθυσμού και των κτισμάτων του Άργους κατά την Βενετοκρατία, 1698, Ημερίδα ΒΕΝΕΤΙΑ-ΑΡΓΟΣ 11 Οκτωβρίου 2008).

Convento, ως γνωστό είναι το μοναστήρι για τους χριστιανούς, αντίστοιχο με διαφορές όμως με τον τεκέ της μουσουλμανικής αίρεσης των Μπε­κτασήδων, ο οποίος σωζόταν κατά την απογραφή της δεύτερης Βενετοκρατίας το 1698 και δεν είχε κατεδαφιστεί. Φαίνεται λοιπόν πολύ πιθανόν ότι ο τεκές της Πρώτης Τουρκοκρατίας που διατηρήθηκε και καταγράφεται στα κατάστιχα του Άργους της Δεύτερης Βενετοκρατίας το 1698 βρισκόταν στην ίδια θέση με τον τεκέ της Δεύτερης Τουρκοκρατίας, τον οποίο απεικονίζει o Cockerell το 1811-1812, προφανώς ανακαινισμένο.

Ότι υπήρχαν Μπεκτασήδες σε μεγάλο αριθμό στην Αργολίδα, όχι μόνο κατά την πρώτη Τουρκοκρατία, όπως προκύπτει από το παραπάνω έγγραφο των αρχείων της Βενετίας, αλλά και κατά την δεύτερη Τουρκοκρατία, αποδεικνύεται και από μία σημαντική αναθηματική μουσουλμανική επιγραφή σε βρύση της δεύτερης Τουρ­κοκρατίας στο Ναύπλιο, στην πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα, στη γωνία της οδού Ποταμιάνου:

 

«… Στους πιστούς Bektashis και στο ένατο τάγμα ο άξιος σύντροφος, ο χαρισματικός στο λόγο Μαχμούτ Αγάς ακολουθώντας το δρόμο του Θεού, έκτισε αυτήν την όμορφη κρήνη για τα άλογα και προσέφερε το πιο καθαρό βάλσαμο στις διψασμένες άρρωστες καρδιές. Ενώνοντας το «ZA» σαν νερό. Ω! Hafiz διάβασε την ημερομηνία. Από την κρήνη του Μαχμούτ, πιες το νερό της ζωής που ευφραίνει την ψυχή». Έτος 1734-1735. (Ντ. Αντωνακάτου, Ναύπλιο 1988, Αθήνα 1988,42).

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι στον Αη-Γιάννη στην Πρόνοια, όπου αργότερα ήταν η εξοχική κατοικία του Ιωάννη Καποδίστρια, υπήρχε ένας τεκές όπου εμόναζε ένας δερβίσης (Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α’). Πολλοί Τούρκοι Αγάδες και στρατιωτικοί αρχηγοί και στρατιώτες που εγκαταστάθηκαν στην Αργολίδα και την Πελοπόννησο κατά την δεύτερη Τουρκοκρατία φαίνεται ότι ήταν Μπεκτασήδες.

O Hajii Bektash ήταν ο ιδρυτής του τάγματος των Δερβίσηδων στην Καππαδοκία, στο οποίο ανήκαν και οι Γενίτσαροι. Τη μεγάλη σφαγή των Γενιτσάρων του 1820 ακολούθησε ο χαλασμός των πιστών της αίρεσης των Bektashi. Μπεκτασήδες υπάρχουν και σήμερα στην Θράκη και στην Τουρκία.

Ο διατηρούμενος υπόγειος αυτός λατρευτικός χώρος του τεκέ, ο οποίος διατηρεί το μεγαλύτερο τμήμα του επιχρίσματος, ήταν επισκέψιμος στο κοινό μετά την κατεδάφιση του κυρίως κτιρίου κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και έφερε το όνομα «παλαιός τεκές» (M. Séve, ό.π., 28).

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο περιηγητής Swan το 1825 μνημονεύει τα graffiti ονομάτων και επωνύμων που είχαν χαράξει οι επισκέπτες, τα οποία αποτελούν ένα μοναδικό άγνωστο ντοκουμέντο της επανάστασης του 1821 και της Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας. Ο τεκές καταλάμβανε, όπως προκύπτει από τα σωζόμενα επιχρίσματα – κονιάματα τουλάχιστον τρεις μεγάλους ορθογώνιους χώρους στα βορειοδυτικά των Θερμών, το χώρο του δυτικού σωζόμενου υπόγειου τμήματος της βόρειας υπόγειας διόδου των Θερμών ως τη διαμορφωμένη σήμερα πρόσβαση στο αρχαίο Θέατρο, με την οποία επικοινωνούσε με μικρή αψιδωτή δίοδο.

Από το χώρο των Θερμών και του τεκέ αυτού διερχόταν υδραγωγείο με πολύ νερό, που διοχετευόταν ανατολικότερα, κατά μήκος της βόρειας υπόγειας διόδου των Θερμών, που σώζεται μέχρι σήμερα. Από το μουσουλμανικό τεκέ διασώθηκε σε καλή κατάσταση μόνο το αψιδωτό υπόγειο με το μεγαλύτερο τμήμα των επιχρισμάτων ανοιχτόχρωμου χρώματος, κατασκευασμένο από ασβεστοκονίαμα και ανακατεμένο με άχυρα για να αυξηθεί η σταθερότητα και η αντοχή του. Σήμερα παρά την στεγανότητα του υπογείου, λόγω της υγρασίας, το χρώμα του επιχρίσματος ποικίλει με την ωχροκίτρινη, ανοιχτοπράσινη και μαύρη πατίνα στη νότια πλευρά, όπου βρίσκεται η είσοδος.

 

Υπόγειος Τεκές

 

Η βόρεια υπόγεια δίοδος των Θερμών, όπως προκύπτει από τη γκραβούρα του Α. Ravoisé (1829) (Μ. Sève ό.π., 44. πιν.12), με κατεύθυνση Α – Δ είχε προ πολλού καταρρεύσει στο μεγαλύτερο τμήμα της αψιδωτής οροφής της, εκτός από το δυτικότερο διατηρημένο τμήμα της, μήκους 8.40 μ. και ήταν ορατή. Όπως προκύπτει μετά από προσεκτική εξέταση της μεγάλης ποσότητας σταλαγμιτικού υλικού που έχει δημιουργηθεί στις δύο ανώτερες εσωτερικές ράχες των κάθετων τοίχων της σωζόμενης υπόγειας διόδου, προφανώς δημιουργήθηκε από τη χρόνια συνεχή ροή νερών, πάνω από την υπόγειο δίοδο.

 

Υπόγειο του τεκέ

 

Τμήμα του πήλινου υδραγωγείου, που μετέφερε νερό σώζεται πάνω από το δυτικότερο σωζόμενο τμήμα της υπόγειας διόδου. Η συνεχής διαρροή νερού προφανώς αποτέλεσε την κύρια αιτία κατάρρευσης της οροφής της βόρειας υπόγειας διόδου. Το σωζόμενο δυτικότερο τμήμα της βόρειας υπόγειας διόδου μήκους 8.40 μ. Α-Δ και εσωτερικού πλάτους 1.75 μ. και αρχικού ύψους 2.50 μ. είχε διαμορφωθεί σε υπόγειο του μουσουλμανικού τεκέ της δεύτερης Τουρκοκρατίας (1715-1821), το οποίο ονομαζόταν στα χρόνια της Ανεξαρτησίας «παλαιός τεκές» (Μ. Sève  ό.π., 27) (φωτ.4).

Για το σκοπό αυτό είχε κτιστεί η ανατολική πλευρά του υπογείου με τοίχο από πέτρες και ασβεστοκονίαμα σωζόμενου ύψους 1.50 μ., πλάτους 1.75 μ. και πάχους 0.50 μ. Προφανώς ο τοίχος αυτός έκλεινε όλο το διαμορφωμένο ύψος της υπόγειας διόδου διαστάσεων 2.28×1.75 χ 8.40 μ. Στο ανώτερο τμήμα του κτιστού τοίχου θα υπήρχε παράθυρο για να μπαίνει φως στο υπόγειο. Το διαμορφωμένο δάπεδο του υπογείου βρίσκεται 0.40-0.50 μ. ψηλότερα από το αρχικό σωζόμενο χαμηλότερο δάπεδο της υπόγειας διόδου, που διατηρείται ανατολικότερα, στο δάπεδο της οποίας υπάρχει κτιστός αγωγός παροχέτευσης ανατολικότερα των νερών των πηγών του Κεφαλαρίου.

Στο μέσο της νότιας πλευράς του υπογείου υπάρχει καμαρωτό άνοιγμα ύψους 1.70 μ. και πλάτους 0.76 μ. με ένα πλατύσκαλο, που επικοινωνούσε με το αντίστοιχο ισόγειο ανώτερο δωμάτιο του τεκέ, όπου ελάμβανε χώρα η κυρίως μυστική λατρεία των Μπεκτασήδων. Στο μεγαλύτερο τμήμα του υπογείου υπάρχει επίχρισμα πάχους 1,5-2 εκ. από λευκό ασβεστοκονίαμα ανακατεμένο με άχυρο, το οποίο λόγω της χρόνιας υγρασίας στη νότια πλευρά του η πατίνα έχει χρώμα, που ποικίλει κατά περιοχές από ανοιχτόχρωμο, πρασινωπό ως μαύρο.

Στο ψηλότερο τμήμα των πλαϊνών τοίχων του αψιδωτού υπογείου, κατασκευασμένου με ρωμαϊκά τούβλα, υπάρχουν ορθογώνια ανοίγματα στους τοίχους, δοκοθήκες, διαστάσεων 15×13 εκ. και 20×20 εκ. στερέωσης της ξυλοδεσιάς κατασκευής των Θερμών. Στο σωζόμενο επίχρισμα του υπογείου, στις μεγαλύτερες επιφάνειες διατηρείται σε καλή κατάσταση μεγάλος αριθμός χαραγμένων ονομάτων και επωνύμων ελληνικών και ξένων, καθώς και αρκετές εγχάρακτες χρονολογίες που προσδιορίζουν χρονολογικά την περίοδο χάραξής τους. Τα graffiti του υπογείου αυτού αναφέρει ήδη ο Swan από το 1825. Οι εγχάρακτες χρονολογίες κυρίως σε μεγάλο αλλά και σε μικρό μέγεθος αναγράφουν τα έτη 1822, 1825, 1830, 1831, 1833. Εκτός εξαιρέσεων τα ονόματα – επώνυμα αναγράφονται κυρίως με κεφαλαία μεγάλα γράμματα, αλλά και με μικρά γράμματα, ενώ μερικά μεγαλογράμματα ονόματα-επώνυμα περικλείονται με εγχάρακτο ελλειψοειδή κύκλο.

Ελληνικά ονόματα – επώνυμα: Στην οροφή του υπογείου εντός ελλειψοειδούς κύκλου αναγράφεται με κεφαλαία γράμματα όνομα και επώνυμο με χρονολογία: «ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ 1833, Οκτωβρίου 18». Στη νότια πλευρά του υπογείου τα graffiti λόγω της υγρασίας είναι δυσανάγνωστα. Στη βόρεια πλευρά διακρίνονται με σαφήνεια πολλά επώνυμα και ονόματα όπως, «ΣΑΡΤΗΣ» «ΝΙΚΟ­ΛΑ»  (εντός ελλειψοειδούς κύκλου 0.75×0.50 μ.), με δυσανάγνωστο το επώνυμο, «Ιωαννίδης 1822»  (με μικρά γράμματα), «Δ. Ιωαννίδης», «Αναγνώστης Αντώνιος», «ΙΑΤΡΙΔΗΣ», «ΣΠΗΡΟΣ 1831».

Υπάρχουν και άλλα ελληνικά ονόματα δυσανάγνωστα. Για την ασφαλή ανάγνωσή τους είναι απαραίτητο να γίνει καθαρισμός και συντήρηση του επιχρίσματος. Τα ονόματα είναι χαραγμένα κυρίως στη βόρεια πλευρά που βρίσκεται απέναντι από την είσοδο.

 

Η ανατολική πλευρά του υπογείου του τεκέ κτισμένη με τοίχο (από ανατολικά).

  

Ξένα ονόματα – επώνυμα: Από τα ονόματα αυτά σημαντικός αριθμός είναι με επιμέλεια και προσεκτική εγχάραξη σε βάθος του επιχρίσματος, κυρίως με μεγάλα κεφαλαία καλογραμμένα γράμματα. Στη βόρεια πλευρά εντός ελλειψοειδούς κύκλου με χρονολογία 1831 είναι χαραγμένο το όνομα ενός Αμερικανού: «R.CALDER, USA 1831». Πάνω από το όνομα αυτό εντός του κύκλου με μικρότερα κεφαλαία γράμματα είναι χαραγμένο το όνομα «ΣΠΗΡΟΣ, 1831», το οποίο αναφέραμε παραπάνω. Η καλύτερα χαραγμένη αυτή επιγραφή φέρει σημαντικές πρόσφατες φθορές, από νεώτερους επισκέπτες, προφανώς από παιδιά της περιοχής, των οποίων προφανώς τραβούσε την προσοχή και τους προκαλούσε ο καλλιτεχνικός τρόπος χάραξης της επιγραφής.

Το πιθανότερο πρόκειται για κάποιο αμερικανό, Φιλέλληνα των χρόνων της Ανεξαρτησίας και πρέπει να ερευνηθεί η ταυτότητα του προσώπου. Άλλα καλογραμμένα με κεφαλαία γράμματα επώνυμα στη βόρεια πλευρά σώ­ζονται τα εξής: «RIEUX», ύψος γραμμάτων 7-8 εκ., «SVIN», «DOODD 1825», «CHIND». Τα επώνυμα «R.CALDER, USA 1831», «RIEUX», «SVIN» έχουν όμοιο επιμελημένο τρόπο χάραξης κα προφανώς χρονολογούνται όλα στην ίδια εποχή, το 1831.

 

Βόρεια πλευρά υπογείου: «R. CALDER, USA, 1831», «ΣΠΗΡΟΣ, 1831».

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι δίπλα στο επώνυμο SVIN είναι χαραγμένος σταυρός εξαγνισμού. Με μικρά ευδιάκριτα γράμματα στη βόρεια πλευρά του υπογείου με αντιστοιχία άνω και κάτω είναι γραμμένα δύο γερμανικά επώνυμα «Halle» και «Schaeffer». Είναι πολύ πιθανό το πρώτο όνομα να αναφέρεται στον περιηγητή K.Haller von Hallerstein που επισκέφτηκε το Άργος το 1811-1812. Στη βόρεια πλευρά υπάρχει επίσης εγχάρακτο και το σλαβικό επώνυμο; ΣΤΡΟΗΖΙΝΚΟΒ (ΣΤΡΟΗ [ρήμα] = χτίζω) με την κατάληξη ΖΙΝΚΟΒ (= κτίστης;).

Είναι επίσης πολύ σημαντικό ότι στη βόρεια πλευρά σώζεται το μεγαλύτερο τμήμα του επωνύμου «Dumon[ce]l», το οποίο είναι προφανώς το όνομα του Γάλλου περιηγητή (Th) Du Moncel, ο οποίος γνωρίζουμε ότι επισκέφτηκε το Άργος και τις Θέρμες το 1845, όταν ήταν εικοσιτεσσάρων ετών (M. Sève ό.π., 48, πιν.17) και μεταξύ των άλλων σχεδίασε μία σημαντική γκραβούρα με τις Θέρμες και το Θέατρο του Άργους, στην οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια.

Το εγχάρακτο αποσπασματικά σωζόμενο επώνυμο του περιηγητή Du Moncel αναγνώρισε πρώτος ο ανασκαφέας των Θερμών P. Aupert. Επίσης στη βόρεια πλευρά αναγράφονται οι λέξεις «DEI AVI». Αλλά στο υπόγειο αυτό έχουν χαραχθεί και νεώτερα ελληνικά και ξένα ονόματα από το 1973 και εξής κατ’ απομίμηση και την παράδοση των παλαιότερων εγχάρακτων ονομάτων, κατά την χρονική περίοδο της ανασκαφικής έρευνας των Θερμών, όπως «ARGENTINA» «FAGIA 1973», «J. HOOS» (με μονόγραμμα τα αρχικά γράμματα J και Η), «ΜΑΡΙΑ-ΓΙΑΝΝΑ», «ΜΑΡΙΝΑ- ΜΑΚΗΣ», «ΓΙΩΡΓΟΣ 26/4/75». Σήμερα για λόγους προστασίας ο χώρος αυτός δεν είναι επισκέψιμος.

Τα εγχάρακτα ονόματα του υπογείου του παλιού τεκέ-μουσουλμανικού «μοναστηριού», το οποίο συνέχισε να υπάρχει και μετά την κατεδάφισή του, το πιθανότερο στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, καθώς και οι εγχάρακτες ασφαλείς χρονολογίες 1822, 1825, 1830, 1831, 1833, που συνδυάζονται συνήθως με εγχάρακτα ονόματα και επώνυμα μας οδηγούν με ασφάλεια στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και στην πρώτη περίοδο της Ανεξαρτησίας ως το 1845, όπου αναγνωρίζεται με ασφάλεια το όνομα του Γάλλου περιηγητή (Th) Du Moncel.

Η χρονολόγηση των περισσότερων τουλάχιστον graffiti αυτών από το 1822 ως το 1845 ή και λίγα χρόνια αργότερα ως το 1850, φαίνεται ότι βρίσκεται κοντά στην πραγματικότητα. Ωστόσο τα περισσότερα ονόματα το πιθανότερο έχουν χαραχθεί στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και τα πρώτα χρόνια της Ανεξαρτησίας 1822-1833. Η αναγραφή των ονομάτων της χρονικής αυτής περιόδου σχετίζονται προφανώς με τα κρίσιμα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, με τα πλήθη των Φι­λελλήνων που βρίσκονταν στην Ελλάδα και επισκέπτονταν το χώρο, καθώς και των Αγωνιστών του 1821.

Ο υπόγειος τεκές λόγω της θρησκευτικής λατρείας των Μουσουλμάνων, διατηρημένος σε καλή κατάσταση, τραβούσε την προσοχή των Ελλήνων και ξένων επισκεπτών και αποτελούσε προφανώς ένα θρησκευτικό μυστηριακό αξιοθέατο αλλοθρήσκων. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα αναγραφόμενα ονόματα εκτός από την ελληνική γλώσσα είναι ονόματα – επώνυμα στην αγγλική, γαλλική, γερμανική αλλά και σλαβική γλώσσα και φανερώνουν την εθνικότητα, προέλευση των επισκεπτών που κατέφθαναν στην Ελλάδα κατά την Ελληνική Επανάσταση και την πρώτη περίοδο της Ανεξαρτησίας της πατρίδας μας.

Ωστόσο πρέπει να επισημάνουμε ότι στο Θέατρο του Άργους, από τις 11 Ιουλίου 1829 ως τις 6 Αυγούστου 1829 έλαβε χώρα η Δ’ εν Άργει Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση υπό τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Από τα πλήθη των Ελλήνων συνέδρων και ακροατών Ελλήνων και αλλοδαπών κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα στο χώρο αυτό, κάποιοι προφανώς χάραξαν το όνομά τους στον υπόγειο τεκέ.

Για τις ανάγκες της συνέλευσης στο χώρο της ορχήστρας του θεάτρου, σε ψηλότερο επίπεδο διότι το θέατρο δεν είχε ανασκαφεί ακόμα, κατασκευάστηκε μία μεγάλη ορθογώνιου σχήματος σκηνή με αψιδωτή διαμόρφωση προς τα δυτικά, προφανώς κατασκευασμένη με το ίδιο ακριβώς σωζόμενο σχέδιο του σωζόμενου ναού του Σαράπη των Θερμών, όπου συνεδρίαζαν οι 236 συνολικά πληρεξούσιοι του Έθνους, όπως εικονίζεται η σκηνή σε μια μοναδική γκραβούρα του A. Ravoisié (1829), M. Sève ό.π., 44, πιν.12). Τα πλαϊνά τοιχώματα της σκηνής ήταν ανοιχτά και τη συνεδρίαση παρακολούθησαν πολλοί ακροατές καθισμένοι στα λαξευτά στο βράχο εδώλια του αρχαίου θεάτρου.

Είναι αξιοσημείωτο ότι μεταξύ των άλλων σημαντικών ψηφισμάτων η Δ’ Εθνοσυνέλευση στο Θέατρο του Άργους με το αρ. I ψήφισμα, απαγόρευσε την εξαγωγή αρχαιοτήτων από τη χώρα (Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών 1975, 525 κ.ε.), στον ίδιο χώρο όπου το 1810 είχαν ανασκαφεί από το Βελή Πασά του Ναυπλίου και πουληθεί στον Άγγλο αξιωματούχο, Frederic North, συνολικά 16 αρχαία αγάλματα με το υπέρογκο ποσό των 1000 βενετικών τσεγκινίων, όπως αναφέρει ο Γάλλος πρόξενος Fauvel.

 

Καφενείο

Φαίνεται λοιπόν ότι κατά την Δ’ Εθνική Συνέλευση (11 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1829) ο υπαίθριος χώρος των Θερμών είχε χρησιμοποιηθεί ως καφενείο για την εξυπηρέτηση των πολλών συνέδρων αλλά και ακροατών της Δ’ Εθνοσυνέλευσης. Στη συνέχεια, μετά την Δ’ Εθνοσυνέλευση ένας χώρος των Θερμών, προφανώς εντός του μεγάλου σωζόμενου ναϊκού ρωμαϊκού κτιρίου του Σάραπη, προφανώς συνέχισε να λειτουργεί ως καφενείο για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών των σημαντικότερων μνημείων του Άργους, των Θερμών και του αρχαίου Θεάτρου.

Η άποψη αυτή ενισχύεται καταλυτικά από τη γνωστή μοναδική γκραβούρα του περιηγητή (Th) Du Moncel, που είχε επισκεφθεί το Άργος το 1845 και έχει χαράξει το επώνυμό του στον υπόγειο τεκέ. Στην σημαντική γκραβούρα του 1845 εικονίζεται η γενική άποψη της Λάρισας του Άργους από τα νοτιοανατολικά. Σε πρώτο πλάνο εικονίζονται οι Θέρμες, το Σαραπείο σε πλήρη λεπτομέρεια και σε δεύτερο πλάνο το αρχαίο Θέατρο, ο λόφος και το κάστρο της Λάρισας.

 

Άργος. Αρχαίο Θέατρο, Ρωμαικά Λουτρά, Κάστρο της Λάρισας.

 

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι εικονίζεται κάτω δεξιά στη γκραβούρα η ανατολική σωζόμενη καμαρωτή δίοδος, όπου βρίσκεται ο υπόγειος τεκές και από πάνω στο ύπαιθρο πέντε ανδρικές μορφές. Οι τρεις μορφές εικονίζονται καθιστές, δύο φουστανελοφόροι δεξιά και αριστερά και στο μέσο ένας παπάς. Η δεξιά καθιστή μορφή απολαμβάνει τον αργιλέ. Πίσω από τις καθιστές μορφές υπάρχουν δύο όρθιες ανδρικές μορφές με φουστανέλες. Και οι πέντε μορφές εικονίζονται σε σκηνή θερμής συνομιλίας γύρω από ένα χαμηλό κυκλικό αντικείμενο – σοφρά; (χαμηλό τραπέζι).

Νότια του ψηλού σωζόμενου τοίχου του Σαραπείου εικονίζεται όρθια ανδρική μορφή. Οι μορφές εικονίζονται στο ύπαιθρο σε μια ήρεμη ρομαντική σκηνή σχόλης και ανάπαυσης στα 1845 μέσα στο μυθικό-πραγματικό αρχαιολογικό χώρο του Άργους. Οι εικονιζόμενες μορφές προφανώς δεν είναι περιηγητές αλλά ντόπιοι κάτοικοι του Άργους, το πιθανότερο γνωστοί και φίλοι του περιηγητή. Η γκραβούρα αυτή του Τh. Du Μοncel του 1845, όταν επισκέφτηκε το Άργος ενισχύει καταλυτικά την άποψη ότι στις Θέρμες και στο χώρο του σωζόμενου Σαραπείου κατά τους χρόνους της Ανεξαρτησίας λειτουργούσε ένα καφενείο, που ζωντάνευε το χώρο και ξεδιψούσε τους επισκέπτες.

Στους υπόγειους τοίχους του τεκέ σώζεται ένας μοναδικός άγνωστος μέχρι τώρα κατάλογος ονομάτων και επωνύμων Ελλήνων και ξένων επισκεπτών, μέσα από τα οποία μπορούμε να ψηλαφίσουμε μια πολύ σημαντική περίοδο της Νεώτερης Ιστορίας της πατρίδας μας και του Άργους, στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, της Δ’ Εθνοσυνέλευσης του 1829 και της Ανεξαρτησίας.

Οι εγχάρακτες αυτές επιγραφές – ντοκουμέντα μας φέρνουν συνειρμικά στο νου την σωζόμενη υπογραφή του σαλπιγκτή της Ελευθερίας Ρήγα Βελεστινλή στον τοίχο της ταβέρνας των Ελλήνων στη Βιέννη. Τα ονόματα αυτά είναι περισσότερα από τα παραπάνω που αναφέραμε αλλά απαιτείται να γίνει ο αναγκαίος καθαρισμός και συντήρηση, με αποτέλεσμα να αποκαλυφθούν και άλλα ονόματα και επώνυμα κατά την περίοδο της Επανάστασης και Ανεξαρτησίας.

Στο χώρο αυτό του Άργους συνυπάρχει διαχρονικά μέσα από τα σωζόμενα αρχαία μνημεία το παλιό – αρχαίο, ρωμαϊκό και μεσαιωνικό παρελθόν, η Τουρκοκρατία με τους νεώτερους χρόνους της Ελληνικής Επανάστασης και Ανεξαρτησίας. Έχει γίνει πλέον συνείδηση στους ερευνητές ότι πρέπει να ερευνούμε και να γνωρίζουμε όχι μόνο το αρχαίο αλλά και το πρόσφατο παρελθόν ενός τόπου για την καλύτερη κατανόηση της ιστορίας των πραγμάτων και του εαυτού μας.

Αξίζει εδώ να υπενθυμίσουμε ότι τα αρχαία μνημεία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της ελληνικής συνείδησης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και στην δημιουργία του ευρωπαϊκού φιλελληνικού ρεύματος, το οποίο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην μεταστροφή της πολιτικής των ευρωπαϊκών κρατών υπέρ της Ελληνικής Ανεξαρτησίας. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ότι με την Ελληνική Επανάσταση του 1821 κερδίσαμε το πολυπόθητο αγαθό της Ελευθερίας, επίτευγμα του αρχαίου ελληνικού τρόπου αντίληψης της ζωής, η οποία ανέτρεψε το πολιτικό σκηνικό της Ευρώπης με την Ιερή Συμμαχία και άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση των λαών και την δημιουργία των κρατών της Ευρώπης και του σύγχρονου κόσμου.

Η συντήρηση, η ανάδειξη και η αποτελεσματική προστασία του μοναδικού αυτού σπάνιου υπόγειου κατάγραφου μνημείου και των Θερμών αποτελεί υποχρέωση όλων μας και της Δημοτικής Αρχής του Άργους. Τα μνημεία υπάρχουν μέσα στο χρόνο και σε κάθε εποχή διατηρούν τη μνήμη από το παρελθόν στο παρόν, ποτέ δεν ήταν αποκομμένα από το απώτερο και το κοντινό παρελθόν και αξίζουν την προσοχή και την προστασία όλων μας.

Αλλά η διατήρηση των μνημείων εκτός από τη συντήρησή τους και την ανάδειξή τους, προϋποθέτει και τη διατήρηση και ανάπλαση του περιβάλλοντος χώρου, που αποτελεί την αναγκαία ατμόσφαιρα, μέσα στην οποία τα μνημεία θα εξακολουθούν να υπάρχουν στον ιστορικό χρόνο. Τέλος, κρίνουμε απαραίτητο να επισημάνουμε ότι ο μοναδικός αυτός αρχαιολογικός χώρος του Άργους είναι και ένας «καθαγιασμένος» χώρος από τις διαφορετικές λατρείες, θρησκείες και θεότητες, που λατρεύτηκαν διαχρονικά μέσα στον ιστορικό χρόνο.

Η αρχαία ελληνική θρησκεία θεοποίησε τις φυσικές δυνάμεις και εξανθρώπισε τον τρόπο λατρείας προς το θεό, δημιούργησε μια ισορροπία στη σχέση ανθρώπων με το θείο και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των μεταγενέστερων θρησκειών. Στο χώρο των Θερμών και του Θεάτρου λατρευόταν ο Δίας, οι ηρωικές λατρείες (αντίστοιχες των αγίων) των Διοσκούρων, του Ηρακλή, του Ερασίνου, του Ασκληπιού και η αιγυπτιακή θεότητα του Σαράπη.

Η αρχαία ελληνική θρησκεία και φιλοσοφία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της χριστιανικής θρησκείας. Ο χώρος στη συνέχεια μετατράπηκε σε εκκλησία, χριστιανικό χώρο λατρείας, για να εξαγνιστεί από τα «είδωλα», σύμφωνα με την θρησκευτική αντίληψη των εκπροσώπων της νέας θρησκείας. Ωστόσο στο θεοκρατικό Βυζάντιο, η ισορροπία του ανθρώπου με το θείο διαταράχτηκε με σοβαρότατες επιπτώσεις στην ιστορική του πορεία και εξέλιξη. Η ισορροπία «αποκαταστάθηκε» με την στροφή στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό.

Τέλος, η διαδεδομένη στα χρόνια της Τουρ­κοκρατίας αιρετική λατρεία των Μπεκτασήδων ήταν ένας συνδυασμός σιιτικών στοιχείων, χριστιανικών «αιρετικών» δοξασιών και αρχαίων διονυσιακών στοιχείων. Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι η περιοχή των Θερμών και του Θεάτρου του Άργους είναι ένας ιστορικός – ιερός χώρος και αξίζει τον έμπρακτο σεβασμό όλων.

  

Χρίστος Πιτερός,

Αρχαιολόγος Δ΄ ΕΚΠΑ

  

Πηγή


  • «Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 4, Δεκέμβριος 2008.

Read Full Post »

Φιλική Εταιρεία – Οι Πρωτεργάτες


 

Η ποικιλόμορφη εναλλαγή της ιστορικής μοίρας των Επτανήσων, όπου οι δυνάμεις κατοχής (Βενετία, Γαλλία, Τουρκία – Ρωσία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία) απέδειξαν ότι δεν ενδιαφέρονταν και τόσο για την απελευθέρωση των Ελλήνων, στάθηκε αφορμή για να αντιληφθούν οι επί τέσσερις αιώνες σκλάβοι των Τούρκων, ότι, για να απελευθερωθούν, πρέπει να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις. Μετά τη συντριβή του Μ. Ναπολέοντα το 1812 στη Μόσχα και τον περιορισμό του στη νήσο Έλβα, ακολούθησε η μείωση της γαλλικής δύναμης στην Ευρώπη και η σύγκληση το 1814 του Συνεδρίου της Βιέννης. Εκεί, φάνηκε ότι όλοι ενδιαφέρονταν για τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και συνεπώς οι Έλληνες δεν είχαν καμία ελπίδα να βοηθηθούν από τα ευρωπαϊκά κράτη. Ο Νικόλαος Σκουφάς στην Οδησσό, αισθανόμενος αυτή την πολιτική κατάσταση, ίδρυσε, λίγο πριν από το Συνέδριο της Βιέννης, το καλοκαίρι του 1814, τη Φιλική Εταιρεία. 

 

Η Οδησσός της Φιλικής Εταιρείας

  

Οι Έλληνες, όσοι σκέπτονταν τον απελευθερωτικό αγώνα, στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν χωρισμένοι σε δυο στρατόπεδα: σε αυτούς που πίστευαν ότι «ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» και έπρεπε να γινόταν η Επανάσταση και σε εκείνους που υποστήριζαν ότι ήταν ακόμη νωρίς και, συνεπώς, χωρίς παιδεία και υποδομή, αυτή δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει. Η Φιλική Εταιρεία ως μυστική και επαναστατική οργάνωση, φρόντιζε να μην έχει έγγραφα ή να τα εξαφανίζει. Γι’ αυτό και «κατάλογοι πλήρεις των μελών της Εταιρείας δεν διεσώθησαν, ατυχώς».

Οι Έλληνες της Ρωσίας έζησαν στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα κάτω από την επίσημη πολιτική της Προστασίας. Αλλά σε αυτή την προστασία πρέπει να προσθέσουμε και την ιδιαίτερη συμπάθεια του ρωσικού λαού προς τους σκλαβωμένους ορθόδοξους της Βαλκανικής Χερσονήσου. Η ελληνική κοινότητα της Οδησσού το 19ο αιώνα ήταν από τις πιο ανθούσες, με εκκλησίες, εκπαιδευτήρια, σωματεία, λέσχες, κλπ. Οι Έλληνες της Οδησσού ήταν πολλοί, μεταξύ των αλλοδαπών εμπόρων της πόλεως. Μάλλον το δυναμικό των Ελλήνων εμπόρων της Οδησσού θα έδωσε την ονομασία «Ελληνική πόλις».

 

Η Οδησσός, χαλκογραφία στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» Μαρ. Βρετού 1861-1862.

 

Το 1808 η Οδησσός είχε 12.500 κατοίκους και το 1814, 25.000 κατοίκους. Από τις αρχές του 19ο αιώνα, η πόλη απέκτησε πολυεθνικό χαρακτήρα. Εκεί ζούσαν (κατά σειρά) Ρώσοι, Εβραίοι, Ουκρανοί, Πολωνοί, Γερμανοί, Ιταλοί, Έλληνες, Τάταροι κ.ά. Άλλωστε, γενικός διοικητής της περιοχής, από το 1803 έως το 1815, ήταν ο Γάλλος Αρμάνδος – Εμμανουήλ Ντε Πλεσίς (De Plessis), δούκας Ντε Ρισελιέ (De Richelieu) και το 1815 τον διαδέχθηκε πάλι ο Γάλλος Α. Φ. Ντε Λανζερόν (A .F. De Langeron).

Εξάλλου, υποστηρίχθηκε ότι μεγάλη επίδραση στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό είχε το γεγονός των νικηφόρων ροσω-τουρκικών πολέμων του τέλους του 18ο αιώνα, ιδίως των ετών 1768-1774 και 1781-1791. Είναι γεγονός ότι η Φιλική Εταιρεία (στην προετοιμασία της Επαναστάσεως του 1821) επέδρασε στη διαμόρφωση της κοσμοθεωρίας των Ρώσων Δεκεμβριστών.

Τέλος εκεί έζησαν αργότερα και οι επαναστάτες Ρώσοι Δεκεμβριστές Π. Ι. Ποστέλ (Ρ. Ι. Postel), Σ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (S. I. Murav’ev Apοstol) και Μ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (Μ. Ι. Murav’ev Apοstol) και ακόμη εκεί εξορίστηκε ο Α. Σ. Πούσκιν (A.S. Puskin). Τέλος, αργότερα ο Α. Σ. Πούσκιν, εμπνευ­σμένος από τον αγώνα του ελληνικού λαού, έγραψε ότι η Ελλάδα είναι «χώρα ηρώων και θεών».

 

Οι τρεις πρώτοι πρωτεργάτες

 

Νικόλαος Σκουφάς

Ο Νικόλαος Σκουφάς (1778-1818) ήταν μικροέμπορος και υπάλληλος. Δεν περισώθηκε ούτε το αληθινό όνομά του. Είχε στην Άρτα μικρό εμπορι­κό κατάστημα, όπου έραβε σκούφους, από όπου και το όνομά του. Γεννήθηκε στο Κομπότι της Άρτας το 1778 και πέθανε φτωχός στην Κωνσταντινούπολη, το 1818. Δυνατός χαρακτήρας, με απεριόριστη θέληση, έφθασε στην Οδησσό (1813) όπου ασχολήθηκε με το μικρεμπόριο και εργαζόταν ως υπάλληλος. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τους Τσακάλωφ και Ξάνθο και ίδρυσαν στην Οδησσό, στις 14 Σεπτεμβρίου 1814, τη Φιλική Εταιρεία, με «σκοπόν αμετάτρεπτον την ελευθέρωσιν της πατρίδος». Μετά τη σύσταση τη Φιλικής Εταιρείας, πήγε με αισιοδοξία στη Μό­σχα (τέλη Ιουλίου – αρχές Αυγούστου του 1814), με σκοπό να μυήσει τους εκεί Έλληνες μεγαλέμπο­ρους. Συνάντησε περιφρόνηση, δυσπιστία και χλευασμούς. Δεν απογοητεύτηκε, όμως, ο άσημος Ηπειρώτης ούτε από τους χλευασμούς των Ελλή­νων εμπόρων της Μόσχας, ούτε από την πτώχευσή του και αφοσιώθηκε στο έργο της Εταιρείας, θεώ­ρησε την πτώχευσή του ως «θεία Ευλογία». Το Δεκέμβριο του 1814  μύησε τον Γεώργιο Σέκερη, πρόσωπο κύρους στον Ελληνισμό της Ρωσίας. 

Παρά την απογοήτευση του Τσακάλωφ, ο Σκουφάς επέμενε στους στόχους της Εταιρείας και έπεισε τους συναγωνιστές του για τη μεταφορά της έδρας στην Κωνσταντινούπολη, η οποία αποτελούσε εμπορικό κέντρο για τους Έλληνες ομογενείς της Ανατολής. Ο Σκουφάς, διαβλέποντας πως η Πελοπόννησος ήταν κατάλληλη για την προετοιμασία και την έναρξη ακόμη της Επανάστασης, έπεισε τους Τσακάλωφ και Ξάνθο να εντάξουν στην Εταιρεία τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο από την Ανδρίτσαινα και να προγραμματίσουν ταξίδι στην Πελοπόννησο. Πλην, όμως, ο Σκουφάς πέθανε αιφνιδίως στις 31 Ιουλίου 1818, αφήνοντας τεράστιο κενό στη δράση της Εταιρείας, καθώς ήταν «άνθρωπος με πολύν ευαισθησίαν και πατριωτισμόν» – ψυχή ουσιαστικά της Εταιρείας.

Εμμανουήλ Ξάνθος, ξυλογραφία του 19ου αι.

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος (1772-1852) γεννήθηκε στην Πάτμο και πέθανε στην Αθήνα. Ιδρυτικό μέ­λος της Φιλικής Εταιρείας και ο μόνος ο οποίος έ­γραψε Απομνημονεύματα, που πρωτοεκδόθηκαν το 1845, δηλαδή 30 περίπου χρόνια μετά τα γεγο­νότα. Μικροέμπορος και υπάλληλος με ανήσυχο πνεύμα και μεγάλη δραστηριότητα. Μυήθηκε στην Εταιρεία των Ελευθέρων Τεκτόνων, στη Λευκά­δα, από το φίλο του Παναγιώτη Καραγιάννη και αργότερα «συνέλαβεν αμέσως την ιδέαν ότι ηδύνατο να ενεργηθεί μια φυσική εταιρεία, κατά τους κανόνες ταύτης της των ελευθέρων Τεκτόνων, βάσιν έ­χουσα την ένωσιν όλων των εν Ελλάδι και εις τα άλλα μέρη ευρισκομένων…».

Το 1814 στην Οδησσό, με τον Νι­κόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ ίδρυ­σαν τη Φιλική Εταιρεία. Αυτός, το 1819, πρότεινε στην Πετρούπολη την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας στον I. Καποδίστρια, αλλά είναι γνωστό ότι ο τελευταίος αρνήθηκε. Τότε, ο Ξάνθος απευθύνθηκε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος και αναγορεύτηκε Γενικός Επίτροπος της Αρχής, δηλαδή αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας.

Το 1827 ο Ξάνθος εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι «λησμονηθείς τοσούτον, ώστε να θεωρείται εν Ελλάδι αποθανών». Στη Ρουμανία, έζησε για δέκα χρόνια σχεδόν ξεχασμένος.   Αλλά το 1834, η δημοσίευση κατηγοριών από τον Π. Αναγνωστόπουλο, ότι ο Εμμανουήλ Ξάνθος σκόρπισε αλόγιστα τα χρήματα της Εθνικής Κάσας κατά τον Αγώνα, επανέφερε τον τελευταίο στην Ελλάδα, το 1837, όπου έγραψε, απολογητικώς, τα «Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας» (εκδόθηκαν το 1845). Του απενεμήθη ο Χρυσός Σταυρός τους Σωτήρος και ένα τιμητικό επίδομα, το οποίο ουδέποτε έλαβε. Έζησε πάμφτωχος και ξεχασμένος στην οδό Νικόδημου 27, ο Φιλήμων ανασκεύασε τις κατηγορίες εναντίον του και, ζώντας σε πλήρη ένδεια, δυστυχισμένος και μόνος, πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, γλιστρώντας από τα σκαλιά της Βουλής. Κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού. Νεότερες αρχειακές έρευνες στη Ρω­σία «διορθώνουν» ορισμένα σημεία των Απομνημονευμάτων του Εμμανουήλ Ξάνθου διότι, όπως αναφέραμε, αυτά γράφτηκαν απολογητικώς και περίπου 30 χρόνια μετά τα γεγονότα.

Αθανάσιος Τσακάλωφ

Ο Αθανάσιος Τσακάλογλου και στη συνέχεια Τσακάλωφ (περ. 1788 – 1851) υπήρξε ο νεότερος της «τρόικας» και ο πιο δραστήριος. Ο πατέρας του, Νικηφόρος Τεκελής, ήταν έμπορος από τον Τύρναβο και η μητέρα του, κόρη αρχοντικής γιαννιώτικης οικογένειας. Γεννή­θηκε στα Γιάννενα και πέθανε στη Μόσχα. Για να γλιτώσει από τον Αλή Πασά διέφυγε στη Μόσχα, όπου ήδη είχε εγκατασταθεί ο πατέρας του.   Σπούδασε στη Μαρουτσαία Σχολή των Ιωαννίνων, κοντά στον Αθανάσιο Ψαλίδα και τον Κοσμά Μπαλάνο και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι. Εκεί συμμετείχε στην πατριωτική εταιρεία «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον».  

Το 1813 επέστρεψε στη Οδησσό, οπότε και συνδέθηκε φιλικά με τους Ξάνθο και Σκουφά, ιδρύοντας τη Φιλική Εταιρεία. Μετέβη στη Σμύρνη και, μετά το θάνατο του Σκουφά, το 1818, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Ανήσυχος για την πορεία της Εταιρείας, ταξίδεψε ο ίδιος στην Πελοπόννησο και μετά τη δολοφονία του ύποπτου μέλους της Εταιρείας, Γαλάτη, στην Ερμιόνη Αργολίδας, έφυγε για την Ιταλία. Εκεί μύησε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, το μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο και τον ηγεμόνα Κωστάκη Καρατζά.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, διορίστηκε από τον Υψηλάντη υπασπιστής του Ιερού Λόχου, τραυματίστηκε στο Δραγατσάνι. Αργότερα, επί Καποδίστρια, υπηρέτησε ως υπάλληλος του Γενικού Φροντιστηρίου και ήταν πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση του Άργους. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια εγκαταστάθηκε στη Μόσχα, όπου πέθανε το 1851.

 

Τα πρώτα μέλη-βοηθοί των πρωταγωνιστών

 

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ξυλογραφία του Τάσσου.

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος (1790-1854).

Ο όγδοος κατά σειρά εκλογής εκ των 16 μελών της Αρχής. Μυήθηκε στην Εταιρεία μάλλον στις αρχές του 1816. Γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας γύρω στο 1790 και πέθανε στην Αθήνα το 1854. Στην Οδησσό ήταν υπάλληλος του εμπό­ρου Αθανασίου Σέκερη. Τον Απρίλιο του 1818, μα­ζί με τον Σκουφά και τον Λουριώτη πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνώρισε τον Ξάνθο. Με­τά το θάνατο του Σκουφά (Ιούλιος 1818), από τον Αύ­γουστο του 1818, ο Αναγνωστόπουλος ανέλαβε να επισκεφθεί, όπως και άλλοι Απόστολοι, όλα τα σημεία του Ελληνισμού.

Το Φεβρουάριο του 1819 πήγε στις παραδουνά­βιες ηγεμονίες για θέματα της Εταιρείας. Εκεί προσέλαβε στην Αρχή τον Γ. Λεβέντη και τον Γρ. Δικαίο. Δεν προσέλαβε όμως τον Θ. Νέγρη και αυτό προκάλεσε δυσαρέσκεια. Αργότερα, ήλθε στην Ελλάδα με τον Δημήτριο Υψηλάντη. Πολέ­μησε στον Αγώνα σε πολλές μάχες και μετά την α­πελευθέρωση ανέλαβε διάφορες διοικητικές θέ­σεις.

Η διαμάχη του με τον Ξάνθο, για το ποιος μυήθηκε πρώτος στην Εταιρεία και τι προσέφερε στον Αγώνα, προκάλεσε πολλές δημοσιογραφικές συζητήσεις από το 1834 και μετά. Ο πρώτος Φιλικός που μυήθηκε από τον Σκουφά ήταν, το Δεκέμβριο του 1814, στη Μόσχα, ο σπουδαστής Γεώργιος Σέκερης (αδελφός των μεγαλε­μπόρων στην Κωνσταντινούπολη, Παναγιώτη και Αθανασίου Σέκερη, οι οποίοι μυήθηκαν αργότερα).

Γιωργάκης Ολύμπιος (1772-1821)

Ο ίδιος ο Σκουφάς στα τέλη του 1815 μύησε στη Μό­σχα τον Αντώνιο Κομιζόπουλο (συγγενή του Γρηγορίου Ιω. Μαρασλή). Στις αρχές του 1816, στην Οδησσό, ο Σκουφάς, όπως αναφέραμε, μύησε τον Αθανάσιο Σέκερη και τον υπάλληλο του τελευταί­ου, Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Το 1816 τελικά δέχτηκε να μυηθεί ο Άνθιμος Γαζής. Το 1817, ο Γεωργάκης Ολύμπιος, διερχόμενος από το Ιάσιο, συνάντησε εκεί τον ήδη μυημένο Γε­ώργιο Λεβέντη. Το 1817, από τους τρεις οπλαρχη­γούς που πήγαν στην Οδησσό, ο Σκουφάς μύησε ε­κεί τον Ηλία Χρυσοσπάθη και ο Αναγνωστόπουλος τον Αναγνώστη Αναγνωσταρά και τον Παναγιώτη Δημητρόπουλο.

Στη γνωστή σφραγίδα (Εμ. Ξάνθος, Απομνημο­νεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845, σ. 11) της Φιλικής Εταιρείας, σε αχρονολόγητη ε­πιστολή προς τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφι­λο, αναφέρονται με τη σειρά οι:

 

I: Ιωάννης Καποδίστριας

Α: Άνθιμος Γαζής

Α: Αθανάσιος Τσακάλωφ

Π: Παναγιώτης Σέκερης

Ν: Νικόλαος Σκουφάς

Ε: Εμμανουήλ Ξάνθος

Π: Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος

Α: Αντώνιος Κομιζόπουλος

Α: Αθανάσιος Σέκερης

*Ε: Ελλάς

 

Βασικές λεπτομέρειες ύστερα από αρχειακές έρευνες στη Ρωσία

 

Ποιος είχε την ιδέα της ίδρυσης; Ο Ξάνθος έγρα­ψε ότι αυτός παρακίνησε τον Σκουφά, αλλά είναι βέβαιο ότι «ο Σκουφάς πρώτος διέγραψε επί χάρ­του σχεδόν περί Εταιρείας», όπως ο ίδιος ο Ξάνθος βεβαιώνει. Γενικά, το 1814 με 1818 η Φιλική Εταιρεία εξα­πλώθηκε με προσοχή και με αργούς ρυθμούς. Στις αρχές του 1817, η Φιλική Εταιρεία αριθμούσε μόλις 20 μέλη, αλλά ο Γαλάτης κατέθεσε στην Αστυνο­μία της Πετρουπόλεως ότι η οργάνωση είχε μέλη σε όλη την Ελλάδα και σε άλλες χώρες και ότι τα μέλη της είναι χιλιάδες!

 

Το σπίτι της οδού Κράσνη (πάροδος Ν. 18) στην Οδησσό, όπου ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία.

 

Ο Ξάνθος βρισκόταν στην Οδησσό από το 1810. Το 1812 πήγε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στην Ήπειρο. Επέστρεψε στη Οδησσό το Νοέμβριο του 1813, από όπου αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη το Δεκέμβριο του 1814. Τα Κρατικά Αρχεία της Οδησσού μαρτυρούν ότι ο Ξάνθος ήταν το 1814 στην Οδησσό και συνεπώς καταρρίπτονται όσα, αργότερα, καταμαρτυρεί ο Π. Αναγνωστόπου­λος κατά του Ξάνθου, ότι ο τελευταίος δεν ήταν το 1814 στην Οδησσό.

Στην Κωνσταντινούπολη, ο Ξαν­θός έγινε το 1818 επικεφαλής της Εταιρείας. Στις ικανότητες του Ξάνθου ανήκει το ότι ο Αλεξ. Υψη­λάντης ανέλαβε την καθοδήγηση της Εταιρείας. Ο Εμμανουήλ Ξάνθος ήταν στην Οδησσό πριν από το Νοέμβριο του 1814, ο Νικόλα­ος Σκουφάς πριν από τον Ιούνιο του 1814 και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ πριν από τον Απρίλιο του 1814. Δεν υπάρχει ημερομη­νία ιδρύσεως της Φιλικής Εταιρείας. Πάντως, χρόνος παραμονής και των τριών ιδρυτών στην Οδησσό φαί­νεται ο Ιούνιος του 1814 (τουλάχιστον των δύο Σκου­φά – Τσακάλωφ από τους τρεις). Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι τον Ιούνιο του 1814 τέθηκαν οι βάσεις της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας.

Που γινόταν η ορκωμοσία: Ο Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης υποστήριξε ότι η ορκωμοσία στην Οδησσό γινόταν στο ναό της Αγίας Τριάδος της Οδησσού, γι’ αυτό και ονομαζόταν «ο ναός των Φι­λικών».

 

«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Άλλωστε, έχουμε και έγγραφη μαρτυρία ορκωμοσίας μέσα σε ναό της Ζακύνθου (στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Λατίνων). Πρβλ. και την ελαιογραφία του Διονυσίου Τσόκου «Ο όρκος του Φιλικού», από το 1849, όπου ορκίζεται ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης από τον ιερομόναχο Άνθιμο Αργυρόπουλο, παρουσία του Αναγνωσταρά, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Ζακύνθου, την 1η Δεκεμβρίου 1818.

 

Κυριάκος Κ. Παπουλίδης

Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας του

Πανεπιστημίου Paris IV (Σορβόνη)

 

Βασική Βιβλιογραφία

  • I. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο 1834.
  • Σακελλάριος Γ. Σακελλαρίου, Φιλική Εταιρεία, Οδησσός, 1909.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, «Απομνημονεύματα αγωνιστών του ’21», τόμ. 9, Αθήνα 1959.
  • Gr. Ars, Tajno obscestvo Filiki Eterija, Μόσχα, 1965. Ελληνική μετάφραση: Σεραφείμ Παπαδημητρίου, Η μυστική οργάνωση «Φιλική Εταιρεία», Αθήνα 1966.
  • Gr. L. Ars, Eteristskoe dvizenie ν Rossii, Μόσχα 1970.
  • E.Π. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία (Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδι), Αθήνα (Ακαδημία Αθηνών) 1974.
  • Gr. L. Ars, I. Kapodistrija i greceskoe nacional noosvoboditel’noe dvizenie 1809-1822 gg., Μόσχα 1976.
  • Gr.L. Ars – Gr. M. Pjatigorskij, «Nekotorye voprosy istorii Filiki Eterii ν svete novyh dannyh sovetskih arhivov», στο συλλογικό έργο Balkanskie Issledovanija, τόμ. 11, Μόσχα 1989, σσ. 24-42.
  • Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης, Οι Έλληνες της Οδησσού, Θεσσαλονίκη (Αφοί Κυριακίδη) 1999. 

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Φιλική Εταιρεία / Άγνωστες πτυχές της μυστικής οργάνωσης », τεύχος 48, 14 Σεπτεμβρίου 2000.

 

  

Read Full Post »

Απογραφή του πληθυσμού και των κτισμάτων του Άργους κατά την Β΄ Βενετοκρατία (1698)


 

Η πόλη του Άργους και η επαρχία του γνώρισαν τη βενετική κατοχή σε δύο περιόδους. Η πρώτη από αυτές αρχίζει το έτος 1394 και φθάνει ως την κατάκτηση του από τους Οθωμανούς κατά την αρχή του α’ βενετοτουρκικού πολέμου(1463-1479). Βέβαια η πόλη στο διάστημα αυτό δεν είχε αυτόνομη παρουσία στο χώρο της βενετικής Ανατολής αλλά αποτελούσε τμήμα της τότε ενιαίας και ευρύτερης βενετικής κτήσης της Αργολίδας, στην οποία σημαντικότατη θέση κατείχε και το Ναύπλιο από το 1389 ως το 1540.

Έτσι λοιπόν το Άργος και το Ναύπλιο εντάσσονται κατά τα ως άνω άνισα χρονικά διαστήματα ως περιοχές της Αργολίδας στη λεγόμενη περίοδο της Πρώτης Βενετοκρατίας, στην οποία περιλαμβάνονται και κάποιες άλλες – παλαιότερες ή μεταγενέστερες – βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου. Η δεύτερη βενετική κατοχή του Άργους και της επαρχίας του εκτείνεται στο χρονικό διάστημα από το 1686 ως το 1715 το οποίο ανήκει στην ιστορική περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας (1685-1715), όταν στα πλαίσια του βενετοτουρκικού πολέμου του 1684-1699 κυριεύεται από τους Βενετούς ολόκληρη η Πελοπόννησος.

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Κατά τη Δεύτερη Βενετοκρατία η Πελοπόννησος που υπήρξε διαχρονικά η μεγαλύτερη σε έκταση βενετική κτήση στο χώρο της Ανατολής, διαιρέθηκε από τους νέους κυρίαρχους της χώρας σε 24 επαρχίες (territorii), των οποίων τα όρια συνέπιπταν σε μεγάλο βαθμό με εκείνα των καζάδων της προηγούμενης οθωμανικής διοικητικής διαίρεσης και μία από αυτές ήταν και εκείνη του Άργους.

Άλλα χαρακτηριστικά της διοικητικής οργάνωσης της βενετοκρατούμενης Πελοποννήσου έχουν πολύ συνοπτικά ως εξής: η κτήση διαιρέθηκε σε τέσσερα διαμερίσματα που ονομάστηκαν «provincie» της Ρωμανίας (Romania) με πρωτεύουσα το Ναύπλιο (Napoli di Romania), της Μεσσηνίας (Μalvesia), με πρωτεύουσα το Νέο Ναυαρίνο, της Αχαΐας με την Πάτρα και της Λακωνίας με τη Μονεμβασία. Πρωτεύουσα της κτήσης ορίστηκε το Ναύπλιο.

Επικεφαλής των βενετικών διοικητικών αρχών τοποθετήθηκε ένας γενικός διοικητής με τον τίτλο Provveditor General dell’Armi in Regno di Morea. Σε κάθε πρωτεύουσα διαμερίσματος εγκαταστάθηκε ένας «provveditore» με πολιτικά-στρατιωτικά καθήκοντα και ένας «rettore» ως οικονομικός διαχειριστής. Πέρα από αυτό το τακτικό πλέγμα της διοίκησης, σε ορισμένες πρωτεύουσες επαρχιών για ειδικούς λόγους διορίστηκαν επίσης Βενετοί διοικητές με πολιτικές, δικαστικές και δημοσιονομικές αρμοδιότητες. Εξάλλου την ανώτατη διεύθυνση των πολεμικών και στρατιωτικών υποθέσεων κατά την πολεμική περίοδο, δηλαδή ως το 1699, ασκούσε ο αρχιστράτηγος και αντίστοιχα κατά την ειρηνική περίοδο ο γενικός προβλεπτής της θάλασσας.

Παράλληλα όμως με αυτά τα νέα χαρακτηριστικά της διοικητικής οργάνωσης, οι Βενετοί προχώρησαν σε σημαντικές θεσμικές αλλαγές και στην κοινωνική, οικονομική και δημοσιονομική ζωή της νέας τους κτήσης. Με συντομία σημειώνουμε τις πιο σημαντικές: Κατήργησαν τον κεφαλικό φόρο (χαράτσι) και καθιέρωσαν τη δεκάτη επί των αγροτικών προϊόντων ως κύριο και γενικευμένο φόρο. Εφάρμοσαν τη λεγόμενη αρχή της Κυριάρχου (Dominante) στο σύστημα διακίνησης του εμπορίου, τουλάχιστον κατά το πρώτο διάστημα της Δεύτερης Βενετοκρατίας, σύμφωνα με την αρχή αυτή τα προϊόντα που προέρχονταν από διάφορους τόπους και προορίζονταν να εισαχθούν στη βενετική κτήση της Πελοποννήσου ή εξάγονταν από αυτή προς κάθε κατεύθυνση όφειλαν να περάσουν προηγουμένως από τη Βενετία. Ακόμη εισήγαγαν στην αυτοδιοίκηση το σύστημα των κοινοτικών συμβουλίων στα κυριότερα αστικά κέντρα της Πελοποννήσου, ενώ παράλληλα αναδιοργάνωσαν τα αγροτικά συμβούλια των προκρίτων και γερόντων στις ήδη υπάρχουσες άτυπες αγροτικές κοινότητες.

Εκχριστιάνισαν όσους Τούρκους είχαν παραμείνει σε περιορισμένο αριθμό στη χώρα. Διέκοψαν κάθε επαφή και σύνδεση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Πελοποννήσου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ανέθεσαν την εκλογή των ορθόδοξων αρχιερέων σε περίπτωση χηρείας του αρχιερατικού θρόνου στα συμβούλια των αστικών κοινοτήτων. Επιφόρτισαν τους λεγόμενους «μεϊντάνηδες» με την τήρηση της δημόσιας ασφάλειας κ. ά.

Ωστόσο η αλλαγή που δημιούργησε μία νέα εντελώς πραγματικότητα σε όλα τα επίπεδα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας υπήρξε η ανατροπή του παλαιού καθεστώτος της έγγειας κτήσης και των σχέσεων που πήγαζαν από το καθεστώς αυτό. Συγκεκριμένα όλη η γη που κατείχαν οι Οθωμανοί στην Πελοπόννησο περιήλθε κατακτητικώ δικαιώματι στην κυριότητα του βενετικού Δημοσίου, δηλαδή θεωρήθηκαν ότι ανήκαν στο βενετικό κράτος όλα τα εδάφη της χώρας που τη στιγμή της κατάκτησης των Βενετών δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία των χριστιανών.

Ποια όμως ήταν τα εδάφη αυτά και ποια ήταν τα ιδιόκτητα των χριστιανών; Οι Βενετοί για να απαντήσουν σ’ αυτό το ερώτημα επέλεξαν την εξής διαδικασία: διακήρυξαν πρώτα-πρώτα ότι αναγνωριζόταν στους παλαιούς κατοίκους η τυχόν υπάρχουσα ιδιοκτησία επί των γαιών και κτισμάτων και προσκάλεσαν τους δικαιούχους να προσκομίσουν τους οθωμανικούς τίτλους ιδιοκτησίας ή ελλείψει τούτων να παρουσιάσουν δύο μάρτυρες για να επιβεβαιώσουν ενόρκως το ιδιοκτησιακό τους δικαίωμα.

Στη συνέχεια τους εκχώρησαν νέο προσωρινό τίτλο κυριότητας, τον λεγόμενο τίτλο του «bene probatum». Ύστερα από αυτήν την εξομάλυνση, ό,τι απέμενε στη διάθεση των Βενετών, δηλαδή απέραντες εκτάσεις καλλιεργημένων ή ακαλλιέργητων αλλά και χέρσων γαιών καθώς και ένας πολύ μεγάλος αριθμός αγροτικών και αστικών κτισμάτων, αποτελούσε πλέον περιουσία του βενετικού Δημοσίου.

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Η Βενετία έχοντας στην κυριότητα της αυτή την απέραντη περιουσία γαιών και κτισμάτων σκέφθηκε να τη χρησιμοποιήσει για να αντιμετωπίσει ένα οξύ δημογραφικό πρόβλημα που παρουσίαζε η κτήση μετά τη βενετική κατάκτηση. Πραγματικά, τότε διαπιστώνεται δραματική μείωση του πληθυσμού της που είχε ως αποτέλεσμα να ελαττωθεί ο ενεργός αγροτικός πληθυσμός και να εγκαταλειφθεί η γεωργική καλλιέργεια σε μεγάλες εκτάσεις της πελοποννησιακής γης, γεγονός που ανέτρεπε καίρια την επιδίωξη των Βενετών να εκμεταλλευτούν οικονομικά την κτήση τους. Για να αυξήσουν λοιπόν τον πληθυσμό της Πελοποννήσου οργάνωσαν και έθεσαν σε εφαρμογή σύστημα εποικισμού της με την προσέλκυση και εγκατάσταση σ’ αυτήν εποίκων, αγροτικής κυρίως αλλά και αστικής προέλευσης, στους οποίους παραχωρούσαν γαίες και κτίσματα, όταν αυτοί προσέρχονταν και προέρχονταν από γειτονικές ή και πιο απομακρυσμένες τουρκοκρατούμενες περιοχές.

Με την παράδοση κτημάτων και κτισμάτων στους εποίκους άρχισαν βαθμιαία να αυξάνονται οι κάτοικοι και παράλληλα να σχηματίζονται δύο πληθυσμιακές κατηγορίες από τις οποίες η μία περιλάμβανε τους αυτόχθονες, οι οποίοι είτε ως πραγματικοί, είτε ως δήθεν ιδιοκτήτες – με το σύστημα της ένορκης βεβαίωσης των μαρτύρων – είχαν κατορθώσει να εκμαιεύσουν τον τίτλο κυριότητας του «bene probatum«. Σ’ αυτή την κατηγορία θα πρέπει να προσθέσουμε και εκείνους τους γηγενείς που ήταν και συνέχισαν να είναι ακτήμονες καθώς και όσους από τους παλαιούς κατοίκους είχαν περιουσία αλλά δεν επιδίωξαν να προμηθευτούν τον τίτλο του «bene probatum» για τις ιδιοκτησίες τους αλλά εξακολουθούσαν να κυριεύουν τα ακίνητα τους με καθεστώς απλής και αδιατάρακτης κατοχής.

Η άλλη κατηγορία περιλάμβανε όλους τους επήλυδες κατόχους – και όχι ιδιοκτήτες – ακινήτων, τα οποία τους παραχώρησε το κράτος είτε χαριστικά (per grazia), είτε με μακροχρόνια ή στο διηνεκές εκμίσθωση έναντι καταβολής πολύ μικρού ενοικίου (livello), είτε με απλή βραχυχρόνια ενοικίαση (affitanza). Με αυτόν τον τρόπο παράλληλα με τον παλαιό γηγενή πληθυσμό μία πανσπερμία νέων κατοίκων με ποικίλη προέλευση από ξένα μέρη άρχισε να σχηματίζεται τόσο στην ύπαιθρο, όσο και στα αστικά κέντρα της Πελοποννήσου κατά την περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας.

Είναι αυτονόητο ότι ένα τέτοιο φαινόμενο απαντάται εκείνη την εποχή και στην πόλη του Άργους, όπως ευχερώς μπορούμε να το διαπιστώσουμε από τις πληροφορίες που μας παρέχει ένα ενδιαφέρον, αδημοσίευτο ακόμη, αρχειακό έγγραφο, το οποίο απόκειται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας. Αν και δεν δηλώνεται ρητά, φαίνεται ότι αυτό το έγγραφο καταστρώθηκε και συντάχθηκε το έτος 1698 κατά τα φαινόμενα ύστερα από εντολή του τότε Γενικού Προβλεπτή του Μοριά Φραγκίσκου Grimani. Ο Βενετός αυτός διοικητής μας είναι γνωστός τόσο από την εν γένει επιτυχημένη διοικητική του δραστηριότητα, όσο και από το ειδικότερο ενδιαφέρον του για τη συστηματική κτηματογράφηση των δημόσιων και ιδιωτικών γαιών της Πελοποννήσου, τη συνολική αλλά και την επιμέρους απογραφή των πληθυσμών της, την καταγραφή των κτισμάτων καθώς και των ποικίλων πλουτοπαραγωγικών της πόρων με αντικειμενικό σκοπό τα σχετικά στοιχεία να χρησιμεύσουν στην λειτουργικότερη οργάνωση της κτήσης και κυρίως στην αποδοτικότερη οικονομική εκμετάλλευση της.

Όπως φαίνεται, στα πλαίσια αυτών των επιδιώξεων εντάσσεται και η γένεση του ως άνω εγγράφου, το οποίο περιέχει απογραφή όλων των κτισμάτων της πόλης ή πιο σωστά του εκτός ακρόπολης συνοικισμού (borgo) του Άργους καθώς και όλων των ονομάτων των αρχηγών των οικογενειών που χρησιμοποιούσαν τα κτίσματα αυτά ως κατοικίες ή για άλλους σκοπούς. Ας προσθέσουμε ότι σε όλα τα πρώην τουρκικά κτίσματα αναγράφονται αντιστοίχως τα ονόματα των άλλοτε Τούρκων ιδιοκτητών τους. Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τα στοιχεία που μας προσφέρει το έγγραφο μας (εφεξής: απογραφή) για τα κτίσματα και τους ανθρώπους.

Αρχίζουμε με τα κτίσματα. Αυτά διακρίνονται σε σπίτια (case), σε σπιτάκια ή πιο σωστά σε καλύβες (casette), σε καταστήματα ή εργαστήρια (botteghe) καθώς και σε εκκλησίες (chiese) και κελλιά (celle), ενώ σε ορισμένες – πολύ λίγες – περιπτώσεις χρησιμοποιούνται οι ονομασίες πύργος (torre), τζαμί (moschea) και λουτρό (bagno). Κάποια σπίτια αλλά και καλύβες ή καταστήματα φέρουν το χαρακτηρισμό apepian ή in Soler που σημαίνουν αντίστοιχα ότι έχουμε να κάνουμε με ισόγειο κτίσμα (κατώγι) ή κτίσμα με όροφο (ανώγι). Σε μία περίπτωση ένα κτίσμα αναφέρεται ως «vacuffi» που επεξηγείται ως «convento di Turchi», δηλ. μοναστήρι των Τούρκων.

Η απογραφή περιέχει κατ’ αύξοντα αριθμό 254 αναγραφές και χωρίζεται σε δύο τμήματα. Το πρώτο περιλαμβάνει τους αριθμούς 1-204 όπου καταγράφονται τα άλλοτε τουρκικά κτίσματα που ακολούθως πέρασαν στην κυριότητα του βενετικού Δημοσίου καθώς και οι πρώην Τούρκοι ιδιοκτήτες τους αλλά και οι επόμενοι, μετά την έλευση των Βενετών, χριστιανοί κάτοχοι τους. Το δεύτερο τμήμα περιλαμβάνει τους αριθμούς 205-254 όπου καταγράφονται τα ιδιόκτητα ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας ελληνικά κτίσματα καθώς και οι Έλληνες ιδιοκτήτες τους.

Τα κτίσματα που ανήκαν άλλοτε στους Τούρκους ανέρχονται σε 72 σπίτια με κεραμωτή στέγη καθώς και σε 57 καταστήματα ή εργαστήρια, σε 7 πύργους και σ’ αυτό που σημειώσαμε πιο πάνω ως «vacuffi». Πολύ περισσότερα όμως είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται καλύβες και φθάνουν τα 490. Αυτά τα πρώην τουρκικά ακίνητα σχεδόν στο σύνολο τους-εκτός δηλαδή από πολύ λίγες εξαιρέσεις-αναφέρονται στην απογραφή ως κατοικίες. Ακόμη πρέπει ίσως να προστεθεί και ένας μικρός ή μεγαλύτερος αριθμός από τα πρώην τουρκικά καταστήματα τα οποία φαίνεται ότι χρησιμοποιούνται αδήλως και αυτά ως κατοικίες. Εξάλλου τα ιδιόκτητα κτίσματα των γηγενών Ελλήνων ανέρχονται σε 37 σπίτια, 65 καλύβες και 4 καταστήματα ή εργαστήρια, ενώ υπάρχουν 6 ορθόδοξες εκκλησίες και ενδεχομένως μία ρωμαιοκαθολική.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Αν τώρα περάσουμε από τα κτίσματα στους ανθρώπους τότε θα μας απασχολήσει πρώτα-πρώτα ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει η δημογραφική έρευνα όταν τίθεται το ερώτημα ποιο πληθυσμιακό στοιχείο – το οθωμανικό ή το χριστιανικό – επικρατούσε στα αστικά κέντρα του τουρκοκρατούμενου ελλαδικού ή έστω πελοποννησιακού χώρου και βέβαια του Άργους που τώρα άμεσα μας ενδιαφέρει.

Τα σχετικά στοιχεία που μας παρέχει η απογραφή μας επιτρέπουν προς στιγμήν να σχηματίσουμε την εντύπωση ότι στο Άργος οι Οθωμανοί ήταν πολυπληθέστεροι από τους χριστιανούς, εφόσον τα στοιχεία αυτά δείχνουν αναμφισβήτητα ότι οι Τούρκοι ιδιοκτήτες των ακινήτων κατά την πρώτη Τουρκοκρατία ήταν πολλαπλάσιοι των αντίστοιχων χριστιανών ιδιοκτητών σ’ αυτήν τουλάχιστον την πόλη. Ωστόσο μια τέτοια εντύπωση μπορεί να είναι απατηλή, αφού ούτε όλοι οι ιδιοκτήτες ακινήτων σε μια πόλη είναι και κάτοικοι της, ούτε και όσοι από τους ιδιοκτήτες που κατοικούν εκεί αποτελούν υποχρεωτικά και την πλειονότητα των κατοίκων, θα επανέλθουμε όμως σ’ αυτό το ζήτημα και παρακάτω, όπου θα προσπαθήσουμε να συνδυάσουμε τις ειδήσεις της απογραφής με συναφείς πληροφορίες και από άλλες βενετικές πηγές.

Ας στρέψουμε όμως τώρα την προσοχή μας στην εξιχνίαση των συνθετικών στοιχείων που απαρτίζουν τον πληθυσμό της πόλης του Άργους κατά την εποχή της απογραφής, δηλαδή περί τα μέσα της περιόδου της Δεύτερης Βενετοκρατίας. Εν πρώτοις θα πρέπει να περιλάβουμε σ’ αυτόν  όλους ή έστω σχεδόν όλους τους ιδιοκτήτες ακινήτων με ή χωρίς τον τίτλο του «bene probatum».

Αυτοί όπως σημειώσαμε πιο πάνω αναφέρονται στους αριθμούς 205-254 της απογραφής. Συγκεκριμένα, εκεί έχουμε να κάνουμε με 40 συνολικά οικογένειες γηγενών, οι οποίες μεταξύ τους παρουσιάζοντα οικονομικά και κοινωνικά διαφοροποιημένες, αφού από το σύνολο τους μόνο οι 18 έχουν στην κυριότητα τους όλα τα κτίσματα που χαρακτηρίζονται ως σπίτια, ενώ οι υπόλοιπες 22 έχουν στην ιδιοκτησία τους μόνο καλύβες. Να προσθέσουμε εδώ και μια παρατήρηση: σε μια συστάδα με 9 καλύβες που όλες ανήκουν σε γηγενή ιδιοκτήτη φέρονται να κατοικούν, σύμφωνα με την απογραφή, 9 οικογένειες. Δεν γίνεται όμως φανερό αν πρόκειται για αυτόχθονες κατοίκους της πόλης ή για εποίκους από τα ξένα μέρη. Την ίδια αβεβαιότητα όμως θα αντιμετωπίσουμε και παρακάτω σε πολλές περιπτώσεις οικογενειών που καταγράφονται να κατοικούν σε πρώην τουρκικά κτίσματα. Πράγματι, τα άλλοτε τουρκικά ακίνητα, όπως έχουμε ήδη σημειώσει, χρησιμοποιήθηκαν ως κατοικίες εποίκων που προσήλθαν από τα έξω μέρη. Παράλληλα όμως, τέτοια ακίνητα σε απροσδιόριστο αριθμό φαίνεται ότι αποτέλεσαν – ή αποτελούσαν ήδη – κατοικίες γηγενών οικογενειών του Άργους, χωρίς αυτό να δηλώνεται ρητά στην απογραφή. Έτσι λοιπόν είναι προβληματικό να ξεχωρίσουμε με ευχέρεια στο έγγραφο αυτό τους επήλυδες από τους αυτόχθονες αφού είναι εγκατεστημένο σε ακίνητα της ίδιας κατηγορίας χωρίς να δηλώνεται η προέλευση τους.

Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να διακρίνουμε τους εποίκους με βάση τον τόπο προέλευσης τους και σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία και ενδείξεις της απογραφής μας.

Αρχίζουμε με τους Αθηναίους. Είναι γνωστή η φοβερή περιπέτεια των Αθηναίων οι οποίοι, μετά την κατάληψη της πόλης τους από τους Βενετούς το φθινόπωρο του 1687 και την επικείμενη αποχώρηση των βενετικών στρατευμάτων την επόμενη άνοιξη, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν σύσσωμοι την πατρίδα τους και να εγκατασταθούν τελικά ως έποικοι σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου αλλά και αλλού. Οι περισσότεροι από αυτούς και κυρίως οι οικογένειες αστικών χαρακτηριστικών βρήκαν καταφύγιο στα δύο μεγαλύτερα κέντρα της Πελοποννήσου, δηλαδή στην Πάτρα και το Ναύπλιο. Στο αγροτικό όμως Άργος σύμφωνα με την απογραφή φέρονται να κατοικούν μόλις 11 αθηναϊκές οικογένειες.

Ωστόσο είναι ενδεχόμενο να υπάρχουν εκεί πολύ περισσότερες, των οποίων όμως παραμένει άδηλη η προέλευση μέσα στο πλήθος των απροσδιόριστης καταγωγής εποίκων της απογραφής. Σε επίρρωση αυτής της υπόθεσης έχουμε μία άκρως ενδεικτική μαρτυρία άλλης βενετικής πηγής, σύμφωνα με την οποία στην ενορία της Αγίας Παρασκευής στο παζάρι του Άργους το 1696 σε 65 «αυθεντικές» (=πρώην τουρκικές) καλύβες κατοικούσαν 310 έποικοι, Αθηναίοι και Ευριπιώτες, χωρίς όμως να καθορίζεται πιο συγκεκριμένα ο αντίστοιχος αριθμός των ατόμων που ανήκαν στην κάθε μια από τις δύο αυτές πληθυσμιακές ομάδες.

Όπως βλέπουμε σ’ αυτή τη μαρτυρία εκτός από την Αθήνα άλλη τουρκοκρατούμενη περιοχή που έστειλε μετανάστες στην Πελοπόννησο υπήρξε και η Εύβοια, που βρέθηκε σε ανάλογες περίπου συνθήκες με εκείνες που εξώθησαν τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να μετοικήσουν εκεί.

Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια των Βενετών να εκπορθήσουν το φρούριο του Ευρίπου πολλοί χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής προσήλθαν τότε ή αργότερα στην Πελοπόννησο και εγκαταστάθηκαν εκεί με τις γνωστές εποικιστικές διαδικασίες. Στην απογραφή μαρτυρούνται μόνο 4 με 6 τέτοιες οικογένειες. Προφανώς και εδώ, όπως διαπιστώσαμε πιο πάνω, παρέμειναν αδιευκρίνιστοι πολύ περισσότεροι Ευριπιώτες μετανάστες.

Συνεχίζουμε με τους Θηβαίους, δηλαδή με τους εποίκους που προέρχονταν από τη Θήβα και την περιοχή της. Στην απογραφή σημειώνονται ρητά 18 μόνο οικογένειες ως θηβαϊκές, αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση οι έποικοι τέτοιας προέλευσης πρέπει να ήταν πολύ περισσότεροι. Μάλιστα, όπως πληροφορούμαστε και εδώ από άλλη βενετική πηγή οι Θηβαίοι αποτελούσαν την πολυπληθέστερη πληθυσμιακή ομάδα που παρουσιάζεται να έχει εγκατασταθεί στο Άργος εκείνη την εποχή. Από το σύνολο των εποίκων που το 1696 ανέρχεται σε 881 άτομα τα 551 έχουν ως τόπο προέλευσης τη Θήβα. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και σε κάποια χωριά της Αργολίδας όπως το Κουτσοπόδι (όπου στο σύνολο των κατοίκων έχουμε 327 Θηβαίους και 86 αυτόχθονες) και σε μικρότερη αναλογία στη Δαλαμανάρα. Πως εξηγείται το φαινόμενο αυτό; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αιτιολογία;

Τέλος ερχόμαστε στους εποίκους που έχουν ως τόπο καταγωγής τους τη Ρούμελη. Βέβαια η ονομασία αυτή καλύπτει ευρύτατη περιοχή από την οποία προήλθε οπωσδήποτε το μεγαλύτερο μέρος των εποίκων προς την Πελοπόννησο. Οι βενετικές πηγές όταν κάνουν λόγο για μετανάστες αυτής της προέλευσης αναφέρονται συνήθως σε μικρότερα ή μεγαλύτερα αστικά κέντρα ή χωριά της υπαίθρου. Στην απογραφή όμως δεν έχουμε τέτοιου είδους αναφορές, αν βέβαια εξαιρέσουμε την Αθήνα και τη Θήβα, και έτσι έχουμε απλώς την ένδειξη για μετανάστες από τη «Ρούμελη» και πιο συγκεκριμένα για 9 μόνο οικογένειες αυτής της κατηγορίας. Φυσικά και εδώ είναι αυτονόητο ότι οι έποικοι από τη Ρούμελη θα πρέπει να ήταν πολύ περισσότεροι.

Μετά τη Ρούμελη δεν αναφέρεται στην απογραφή κάποιος άλλος συγκεκριμένος τόπος προέλευσης των μεταναστών αλλά εμείς θα επιχειρήσουμε με βάση έμμεσα στοιχεία της απογραφής ή άμεσα άλλων βενετικών πηγών να εξιχνιάσουμε – ίσως όχι πάντοτε επιτυχώς – την καταγωγή και άλλων οικογενειών – επήλυδων ή και αυτοχθόνων – του Άργους. Συνοπτικά συμπεραίνουμε τα εξής: α) έχουμε 23 οικογένειες που ίσως κατάγονται από διαφορετικούς οικισμούς της Πελοποννήσου όπως δείχνει το όνομα τους π.χ. Thodorin di Andrizza, Dimitri Muchlioti κ.α., β) 9 οικογένειες που φαίνεται να προέρχονται από εκτός Πελοποννήσου περιοχές π.χ. Meleti Desfinioti, Maria de Tine κ.α., γ) 11 οικογένειες που κατάγονται από τη Θήβα π.χ. Gianni Calomira, Petro Cutra κ.α., δ) 2 οικογένειες από την Κρήτη π.χ.(; )  Palada και Zuanne Zelaiti και τέλος ε) 2 οικογένειες από την Αθήνα π.χ. Thodorachi Calogera και Dimitri Galaci.

Εξάλλου δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι στην απογραφή αναφέρονται ως κάτοχοι πρώην τουρκικών ιδιοκτησιών δύο οικογένειες, οι οποίες είναι ενδεχομένως γηγενείς, δηλαδή του Dimitri Caramuza και του Stathi Caramuza. Σ’ αυτές ας προσθέσουμε και άλλες 8 ακόμη που είναι με βεβαιότητα γηγενείς, αφού τις συναντούμε και στο σχετικό τμήμα της απογραφής (στους αριθμούς 205-254) όπου καταγράφονται οι αυτόχθονες. Τέλος ας επισημάνουμε μία οικογένεια της οποίας δεν γνωρίζουμε την καταγωγή αλλά απλώς μας κίνησε το ενδιαφέρον λόγω του αξιοπερίεργου ονόματος της: ο αρχηγός της ονομάζεται Dimitri Chigliarabi και μας φέρνει στο νου τον αρχαίο Κυλαράβη, γιο του Σθένελου βασιλιά του Άργους.

Σ’ αυτό το σημείο θεωρούμε σωστό να παρατηρήσουμε ότι ως τώρα χρησιμοποιήσαμε κατά κύριο λόγο τις ειδήσεις της απογραφής για να διακρίνουμε ξεχωριστά και κατά περίπτωση την προέλευση των οικογενειών του συνολικού πληθυσμού του Άργους τη συγκεκριμένη εποχή.

Ωστόσο τα αποτελέσματα της προσπάθειας μας δεν είναι τόσο ικανοποιητικά, αφού η εξακρίβωση της προέλευσης όχι μόνο δεν πραγματοποιήθηκε επιτυχώς για το σύνολο αλλά ούτε καν για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Γι αυτούς τους λόγους είμαστε υποχρεωμένοι να στρέψουμε την προσοχή μας τόσο στις ειδήσεις της απογραφής αλλά και άλλων αρχειακών πηγών, όσο και σε πληροφορίες περιηγητικών και ταξιδιωτικών κειμένων που θα μπορούσαν να συνδυαστούν με συναφή πορίσματα της νεότερης ιστορικής έρευνας.

Σύμφωνα με ταξιδιωτικές μαρτυρίες του πρώτου μισού του 18ου αιώνα, λίγα χρόνια μετά την ανάκτηση της Πελοποννήσου από τους Τούρκους (Fourmont, 1729) η πόλη του Άργους παρουσιάζεται να έχει περισσότερο αγροτικό παρά αστικό χαρακτήρα.

Εκεί αναφέρεται ότι απαρτιζόταν από «600 εστίες που δεν βρίσκονταν η μία κοντά στην άλλη αλλά ήταν διάσπαρτες κατά ομάδες και καταλάμβαναν μεγάλη έκταση» (Fourmont σε Michel Seve, Οι Γάλλοι ταξιδιώτες, σ.33). Παράλληλα γίνεται λόγος για ένα οικισμό διασκορπισμένο σε «συστάδες» (Στ. ίδιο, σ.29). Εξάλλου η νεότερη έρευνα πιστεύει ότι η αρχιτεκτονική του Άργους την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν τυποποιημένη με ισόγεια σπίτια από πλίθρες με πλατυμέτωπο σχέδιο και με κήπους που περιβάλλονταν με πλίθινη μάντρα. Η αρχιτεκτονική αυτή ανταποκρινόταν στην οικονομική και κοινωνική δομή της πόλης και κυριαρχεί ως την αρχή της τελευταίας εικοσαετία του 19ου αιώνα (Β. Δωροβίνης, Παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο Άργος).

Ας δούμε τώρα ως ποιο σημείο οι πληροφορίες και οι παρατηρήσεις αυτές συμπίπτουν κατά  κάποιο τρόπο με στοιχεία της απογραφής όπου σημειώνονται τα εξής: «ένα μέρος από τα πρώην  τουρκικά κτίσματα απαρτίζεται από σπίτια και καταστήματα, τα οποία είχαν στέγη από κεραμίδια, ενώ τα υπόλοιπα από αυτά, πολύ περισσότερα σε αριθμό είναι κατασκευασμένα από πηλό ή λάσπη (=πλίθρες) και καλύπτονται από αχυροσκεπές, ώστε είναι δυνατόν να χαρακτηριστούν ως καλύβες. Για παρόμοιους λόγους μπορούν να ονομαστούν καλύβες και όλα σχεδόν τα κτίσματα που ανήκουν στους Έλληνες».

Σ’ αυτές τις ειδήσεις της απογραφής ας προσθέσουμε και τα ποσοτικά στοιχεία που αυτή περιέχει για το σύνολο των πρώην τουρκικών καθώς και των ελληνικών κτισμάτων τα οποία χρησίμευαν ως κατοικίες: έχουμε 674 ακίνητα, δηλαδή 490 καλύβες, 72 κεραμοσκεπή σπίτια και 7 πύργους πρώην τουρκικής ιδιοκτησίας, καθώς και 40 κεραμοσκεπή σπίτια και 65 καλύβες ελληνικής ιδιοκτησίας. Το σύνολο των κτισμάτων αυτών απαρτιζόταν από 119 κεραμοσκεπή σπίτια και πύργους και από 555 αχυροσκεπείς καλύβες. Έτσι λοιπόν η πληροφορία του Fourmont ότι στο Άργος υπήρχαν 600 εστίες, δηλαδή κατοικίες οικογενειών, δεν απέχει πολύ από τα ποσοτικά δεδομένα της απογραφής. Εκεί όμως που οι ειδήσεις από τον Fourmont αλλά και τα συμπεράσματα της νεότερης έρευνας συμβαδίζουν με τα στοιχεία της απογραφής είναι όταν κάνουν λόγο ότι οι κατοικίες στην πόλη του Άργους συσσωματώνονται σε συστάδες κτισμάτων που περικλείονταν σε μικρό ή μεγάλο ποσοστό με περίβολο από πλίθινη μάντρα (Δωροβίνη, ό.π.).

Σύμφωνα με τις ειδήσεις της απογραφής στο σύνολο των 674 πρώην τουρκικών και ελληνικών κατοικιών έχουμε μόλις 35 μονοκατοικίες. Όλες οι υπόλοιπες κατοικίες είναι ομαδοποιημένες σε συστάδες – 117 πρώην τουρκικές και 27 ελληνικές – όπου η κάθε μία συστάδα περιλαμβάνει ποικίλο αριθμό οικογενειών που κυμαίνεται από 2 ως 16. Ας προσθέσουμε πως στην ίδια πηγή διαπιστώνεται ότι πολλές από τις εν λόγω συστάδες αναφέρονται ως περίκλειστες με μαντρότοιχο. Συγκεκριμένα 331 κατοικίες, οι μισές περίπου από το σύνολο, είτε βρίσκονταν σε περίκλειστες συστάδες μέσα σε μία αυλή είτε διέθεταν αυλή ή κήπο.

Μετά την παράθεση των στοιχείων αυτών είναι καιρός να επανέλθουμε στο ερώτημα που ήδη έχουμε διατυπώσει και το αφήσαμε αναπάντητο: ποιο δηλαδή από τα δύο πληθυσμιακά στοιχεία – το οθωμανικό ή το ελληνικό – υπερτερούσε στο Άργος κατά την προηγούμενη περίοδο της Τουρκοκρατίας;

Όπως έχουμε ήδη επισημάνει τα ακίνητα στην πόλη του Άργους που ανήκαν άλλοτε στους Τούρκους ανέρχονταν σε 72 σπίτια και 490 καλύβες. Τα σπίτια – στο σύνολο τους ή κατά ένα μεγάλο μέρος – χρησίμευαν τότε ως κατοικίες των Τούρκων. Αντίθετα όμως οι πολυπληθείς καλύβες που οι περισσότερες συσσωματώνονταν σε συστάδες κατοικιών και στην πλειονότητα τους ήταν διασκορπισμένες σε μεγάλη έκταση του αργειακού οικισμένου χώρου, είχαν χωρίς αμφιβολία στενή και αποκλειστική σχέση με το χριστιανικό αγροτικό στοιχείο.

Πραγματικά φαίνεται ότι όλες αυτές οι καλύβες αποτελούσαν κατοικίες των παροικών καλλιεργητών των τουρκικών κτημάτων, οι οποίοι την ίδια περίοδο σε άλλες πελοποννησιακές περιοχές – όπως για παράδειγμα σε εκείνη της Τριπολιτσάς – χαρακτηρίζονται ως «coloni» των Τούρκων. Είναι μάλιστα πολύ ενδεικτική μία σχετική μαρτυρία στην απογραφή που υπαινίσσεται την ύπαρξη τέτοιων καλλιεργητών των Οθωμανών και στο Άργος παρόλο που δεν χρησιμοποιείται ο χαρακτηρισμός τους ως «coloni».

Έτσι σημειώνεται στον αριθμό 196 αυτού του εγγράφου ότι κατοικούσαν 16 οικογένειες σε συστάδα με 16 καλύβες, η οποία άλλοτε ανήκε στον Τούρκο Imbro και αποτελούσε τη δική του «villa», δηλαδή το δικό του χωριό ή πιο σωστά το τσιφλίκι του. Παρόλο που έχουμε να κάνουμε μόνο με μία μαρτυρία, ωστόσο θεωρούμε δικαίωμα μας, συνυπολογίζοντας και άλλα σχετικά στοιχεία, να συμπεράνουμε ότι όλοι αυτοί οι χριστιανοί αγρότες που κατοικούσαν σε καλύβες τουρκικής ιδιοκτησίας μπορούν να ταυτιστούν με τους προσαρτημένους «coloni» των οθωμανικών γαιών. Αν λοιπόν τα πράγματα έχουν έτσι τότε το σύνολο του χριστιανικού πληθυσμού υπερτερούσε κατά πολύ έναντι των Οθωμανών της πόλης του Άργους.

Ποιες όμως υπήρξαν οι τύχες αυτού του πολυάριθμου χριστιανικού αγροτικού πληθυσμού του Άργους μετά την κατάκτηση της Αργολίδας από τους Βενετούς; Είναι πολύ πιθανό ότι ένα μικρό ή μεγαλύτερο μέρος του αφανίστηκε από τα δεινά του πολέμου είτε κατά τη βενετική κατάληψη της Αργολίδας το 1686, είτε κατά την πυρπόληση και καταστροφή της πόλης από τους Τούρκους εισβολείς το 1692. Είναι ακόμη ενδεχόμενο ένα τμήμα του να διασκορπίστηκε σε άλλες αργολικές ή πελοποννησιακές περιοχές γενικά ή να υποχρεώθηκε σε ακούσια ή και εκούσια φυγή προς τη Ρούμελη μαζί με τους Οθωμανούς κυρίους του. Πάντως έτσι και αλλιώς μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα ότι στις αγροτικές καλύβες της πόλης που εγκαταλείφθηκαν από τους αυτόχθονες κατοίκους σύντομα οι Βενετοί εγκατέστησαν άλλους επήλυδες από ξένα μέρη. Επομένως όλοι όσοι κατά τη βενετική περίοδο παρουσιάζονται ως κάτοικοι στις παραπάνω καλύβες προφανώς συναπαρτίζουν έναν ανάμεικτο πληθυσμό από γηγενείς και επήλυδες οικογένειες των οποίων όμως δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε την προέλευση μόνο από τις ειδήσεις της απογραφής.

Από άλλη βενετική πηγή που χρονολογείται στο 1696, δηλαδή δύο χρόνια πριν την απογραφή, τα δύο αυτά πληθυσμιακά στοιχεία παρουσιάζονται με την αναλογία που έχουμε ήδη αναφέρει: οι έποικοι ανέρχονται σε 881 άτομα και οι εντόπιοι σε 663. Ο συσχετισμός αυτών των αριθμών θα μπορούσε βέβαια να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο πληθυσμός των αυτοχθόνων του Άργους είχε υποστεί την περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας μεγάλη δημογραφική μείωση, η οποία φαίνεται να αναπληρώθηκε επιτυχώς με ανάλογο ή μεγαλύτερο αριθμό εποίκων, από τους οποίους οι περισσότεροι – και εδώ υπονοούμε τους Θηβαίους – είχαν ενδεχομένως κάποια σχέση με τους παλαιότερους κατοίκους του Άργους πριν από την έλευση των Βενετών.

Φθάνοντας στο τέλος της ανακοίνωσης θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι εξαιτίας του περιορισμένου χρόνου αναγκαστικά παραλείψαμε αρκετά ζητήματα που ίσως είχαν κάποιο ενδιαφέρον για το θέμα που μας απασχόλησε. Ελπίζουμε να επανέλθουμε μελλοντικά με πληρέστερο τρόπο κατά τη δημοσίευση του εγγράφου της απογραφής.

 

Κωνσταντίνος Ντόκος 

Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του. Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008.

Read Full Post »

Η αγορά των Πόλεων της Ελλάδας από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση ως τον 3ο αι. μ.Χ. – Η αγορά του Άργους


 

Το Άργος κατά την αυτοκρατορική περίοδο

Ο αυτοκράτορας Αδριανός, χρηματοδότησε το έργο υδροδότησης της πόλης.

Η μεγάλη δωρική πόλη του Άργους, καταλαμβάνει την πεδινή έκταση στη βάση δυο υψηλών  λόφων, του Προφ. Ηλία  και της Λάρισας, που ορίζουν  την πόλη από τα δυτικά.   Μολονότι η πόλη ως μέλος της Αχαϊκής Συμπολιτείας συμμετείχε στον πόλεμο εναντίον της Ρώμης κατόρθωσε να βγει σχετικά αλώβητη τόσο από αυτή τη σύγκρουση όσο και από τη γενικότερη αναστάτωση που προκάλεσαν οι εμφύλιοι πόλεμοι στο δεύτερο μισό του 1ου  αι. μ.Χ., και να διατηρήσει ένα υψηλό επίπεδο ευμάρειας κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου.

Η αρχαιολογική έρευνα των τελευταίων χρόνων έφερε στο φως στοιχεία που καταδεικνύουν ότι η πόλη όχι μόνο δεν συρρικνώθηκε κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου, αλλά ότι επεκτάθηκε μάλιστα προς τα νότια με την προσθήκη νέων οικοδομικών νησίδων. Αυτή η πολεοδομική και οικιστική επέκταση του Άργους, συμβαδίζει με μια γενικότερη τάση ενίσχυσης των παραδοσιακών αστικών κέντρων του ελλαδικού χώρου την εποχή αυτή. Νέα πληθυσιακά στοιχεία, όπως Ιταλοί συμπραγματευόμενοι (negotiatores)*, αλλά πιθανότατα και κάτοικοι μικρότεροι αποδυναμωμένων πόλεων της Αργολίδας εγκαταστάθηκαν στην πόλη στη πρώιμη αυτοκρατορική περίοδο.

Ο Παυσανίας που επισκέφτηκε την πόλη στα μέσα του 2ου  αι. μ.Χ μας δίνει ένα πολύτιμο οδηγό της τοπογραφίας του Άργους, αν και κατά τη συνήθειά του περιγράφει κυρίως τα θρησκευτικά σεβάσματα, τα ιερά και τα μνημεία της μακραίωνης ιστορίας της πόλης. Η σύγχρονή του ρωμαϊκή πόλη και τα κτίριά της καλύπτονται κάτω από τον μανδύα της κατά βάση θρησκευτικής του περιήγησης. Οι νεότερες ανασκαφές ωστόσο έφεραν στο φως ένα μεγάλο αριθμό κτιρίων και λιθόστρωτων δρόμων της ρωμαϊκής περιόδου που δείχνουν ότι η πόλη διέθετε ένα υψηλό επίπεδο υποδομών. Όπως και σε πολλές άλλες πόλεις του ελλαδικού χώρου, ισχυρά πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας είχαν ενεργό ρόλο στη διαχείριση της πόλης και στην εκτέλεση των δημοσίων έργων μέσω ευεργεσιών και ενός εκτεταμένου δικτύου πατρωνίας.

Η ιστορία της πόλης και η σημασία της ως πανελλήνιου θρησκευτικού κέντρου λόγω του Ηραίου, του μεγάλου ιερού που βρίσκεται 9 χλμ. από το Άργος, λειτούργησε ως πόλος έλξης επισκεπτών και πιθανότατα χορηγών. Η επίσκεψη του αυτοκράτορα Αδριανού στην πόλη έδωσε μια νέα ώθηση στις οικοδομικές εργασίες και λύση στο μεγάλο πρόβλημα παροχής πόσιμου νερού με την κατασκευή ενός μεγάλου υδραγωγείου.** Η εξέχουσα θέση της πόλης στην ελληνική ιστορία της έδωσε στις αρχές του 2ου  αι. μ.Χ. μια θέση στο Πανελλήνιο, το Κοινό ελληνικών πόλεων που ίδρυσε ο αυτοκράτορας Αδριανός με έδρα την Αθήνα.

Η S. Alcock επεσήμανε  ότι μετά την απώλεια της πολιτικής αυτονομίας, η στροφή στο ηρωικό παρελθόν και την παράδοση της κάθε πόλης ήταν όχι μόνο ένα άμεσο αποτέλεσμα της ρωμαϊκής κατάκτησης, αλλά ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες στη διαμόρφωση ενός νέου είδους πολιτικής ταυτότητας. Ακριβώς αυτή η ανάμνηση του ηρωικού παρελθόντος της πόλης που γίνεται αισθητή με τη διατήρηση ή την αναβίωση αρχαίων παραδόσεων, μνημείων και κτιρίων πρέπει να ήταν ένα από τα στοιχεία που έπαιζαν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ρωμαϊκού Άργους.***

 

Η Αγορά πριν από την αυτοκρατορική περίοδο

 

Η Αγορά της πόλης ταυτίζεται με ένα μεγάλο επίπεδο χώρο που εκτείνεται στα ανατολικά του αρχαίου θεάτρου και της σύγχρονου οδού Τριπόλεως, η οποία ακολουθεί περίπου την πορεία ενός αρχαίου δρόμου που απέληγε στην πύλη της Λέρνας. Η αρχική διαμόρφωση του χώρου αυτού ως Αγορά της πόλης φαίνεται ότι ανάγεται στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., όταν έλαβε χώρα ένα μεγάλο αποστραγγιστικό πρόγραμμα που διοχέτευσε τα νερά του ποταμού Κηφισού προς ένα μεγάλο κτιστό αγωγό που διέσχιζε το κεντρικό τμήμα της Αγοράς και απέληγε στα ΝΑ.

Κεντρικό σημείο της Αγοράς, πιθανότατα και αρχικός πυρήνας της, ήταν το ιερό-ναός του Απόλλωνα Λυκείου. Η Αγορά και ο ναός του Απόλλωνα αποτέλεσαν την αφετηρία του Παυσανία (2. 18-24) για τις περιηγήσεις του στην πόλη, αλλά τα περισσότερα από τα σεβάσματα και ιερά που αναφέρει σε σχέση με την Αγορά δεν έχουν ταυτιστεί με βεβαιότητα. Η θέση του ίδιου του ναού αλλά και η ευρύτερη τοπογραφία της Αγοράς παραμένουν μέχρι σήμερα σε ένα μεγάλο βαθμό ουσιαστικά άγνωστες.

Ο Vollgraff φαντάστηκε την Αγορά του Άργους ως ένα μεγάλο κανονικό τετράπλευρο, στις πλευρές του οποίου διατάσσονται τα κτίρια που περιγράφει ο Παυσανίας. Η νεότερη αρχαιολογική έρευνα έχει κατορθώσει να προσδιορίσει σε γενικές γραμμές τα όρια της Αγοράς. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η ανασκαμμένη περιοχή αποτελεί το ΝΔ τμήμα ενός ευρύτερου χώρου που εκτείνεται κυρίως προς τα ανατολικά και βόρεια. Ο χώρος αυτός φαίνεται ότι δεν υπόκειται σε μία τόσο αυστηρή οργάνωση, όπως αυτή που φαντάστηκε ο Vollgraff. Αντίθετα, τα κτίρια φαίνεται ότι διατάσσονται γύρω από μία ακανόνιστη πλατεία, στο εσωτερικό της οποίας υπήρχαν διάφορα μνημεία, μικρά ιερά, μια ορχήστρα καθώς και ένας δρόμος-στίβος αθλητικών αγώνων στο νότιο τμήμα της.

Στα τέλη της ελληνιστικής περιόδου η Αγορά του Άργους (το ανεσκαμμένο τουλάχιστον τμήμα της) παρουσίαζε την ακόλουθη μορφή. Στη ΝΔ γωνία του χώρου δέσποζε ένα μεγάλο υπόστυλο κτίριο με δωρική πρόσοψη, το οποίο ταυτίζεται με το Πρυτανείο ή το Βουλευτήριο της πόλης. Το κτίριο κτίστηκε στις αρχές του 5ου  αι. π.Χ. για να καλύψει πιθανότατα τις νέες δημόσιες λειτουργίες που επέφερε στη πόλη η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Στα ανατολικά του υπόστυλου κτιρίου και στον ίδιο άξονα (Δ-Α) υπήρχε μία μεγάλη δωρική στοά σχήματος Π (μήκους 83.45μ.) που κτίστηκε στο τρίτο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. και αποτελούσε πιθανότατα την πρόσοψη ενός δρομικού τρίκλιτου κτιρίου που ανοίγεται στα νότια. Το κτίριο (Ρ) ερμηνεύτηκε ως Γυμνάσιο και αποτελούσε πιθανότατα το νότιο όριο της Αγοράς. Μπροστά από τη βόρεια στοά του κτιρίου και κατά μήκος αυτής εκτεινόταν ένας δρόμος αθλητικών αγώνων (στίβος) με ελαφρά διαγώνιο άξονα. ΒΔ-ΝΑ. Ο δρόμος μαζί με ένα τριπλό σύστημα αποχετευτικών αγωγών που ορίζει το ανατολικό τμήμα του ανασκαμμένου χώρου κτίστηκαν στις αρχές του 4ου  αι. π.Χ. αλλά το πιο πιθανό είναι ότι αντικατέστησαν παλαιότερες κατασκευές των πρώιμων κλασικών χρόνων. Η ΝΑ απόληξη του δρόμου κατέληγε σε μια ομάδα κτιρίων που βρίσκονται σήμερα έκτος ανασκαμμένου χώρου και πιθανότατα όριζαν τη ΝΑ είσοδο της Αγοράς. Στα βόρεια της υπόστυλης αίθουσας αποκαλύφτηκε η κρηπίδα μια δωρικής στοάς μήκους 28μ, που κτίστηκε στα ελληνιστικά χρόνια, είχε κατεύθυνση ΝΔ-ΒΑ (διαγώνιο σε σχέση με την υπόστυλη αίθουσα) και έκλεινε μεγάλο τμήμα της δυτικής και βόρειας πλευράς της Αγοράς. Ο χώρος (κτίριο) που υπήρχε πίσω από την κρηπίδα-στοά στέγαζε μεταλλουργικά και κοροπλαστικά εργαστήρια, τα οποία καταστράφηκαν από φωτιά στις αρχές της αυτοκρατορικής περιόδου.

Μπροστά από την κρηπίδα της στοάς και σε επαφή με αυτήν ανασκάφτηκε μια πεταλοειδής κατασκευή διαμέτρου 28μ. η οποία κτίστηκε στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. και στο κέντρο της περιέκλειε ένα παλαιότερο βωμό με διακόσμηση τριγλύφων που χρονολογείται στον 5ου  αι. π.Χ. Παρόμοιοι ημικυκλικοί χώροι (ορχήστρες) βρέθηκαν σε πολλές άλλες πρώιμες Αγορές και χρησιμοποιούνταν για πάνδημες συγκεντρώσεις θρησκευτικού (πχ. ιερούς χορούς ή δράματα) αλλά και πολιτικού χαρακτήρα. Η ορχήστρα αυτή πρέπει να είχε στενή σχέση με τον παρακείμενο δρόμο αθλητικών αγώνων και μολονότι κατασκευάστηκαν στον 4ου  αι. π.Χ., αποτελούσαν δυο χώρους που είχαν ήδη μακρά ιστορία και ιδιαίτερη θέση στην τοπογραφία της Αγοράς. Στην ίδια περιοχή άλλωστε και δίπλα στην Ορχήστρα βρέθηκε ένας περιφραγμένος χώρος που ήταν αφιερωμένος στους επτά Αργείους ήρωες που έπεσαν μπροστά στα τείχη της Θήβας.

Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι κατά τη διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου δεν φαίνεται να έγιναν μεγάλες αλλαγές στην οργάνωση του χώρου ούτε να εκτελέστηκαν μεγάλα έργα, όπως ήταν για παράδειγμα οι στοές που κτίστηκαν και οριοθέτησαν την Αγορά των Αθηνών. Η ύπαρξη του δρόμου των αθλητικών αγώνων, του ημικυκλικού χορού για την τέλεση θρησκευτικών-τελετουργικών χορών αλλά και πολλών μικρών ιερών και σεβασμάτων, όπως το «πυρ του Φορωνέος» (Παυσανίας 2,19, 5) η το ηρώο των «Επτά επί Θήβας», είναι στοιχεία που συνάδουν με τα χαρακτηριστικά πολλών άλλων πρωίμων Αγορών και καταδεικνύουν ότι ο χώρος πιθανότατα διατήρησε σε μεγάλο βαθμό τον παραδοσιακό χαρακτήρα του.

 

Οικοδομικά έργα και νέα κτίρια κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου

 

H αποκατάσταση της ειρήνης και ο ερχομός μιας νέας περιόδου σταθερότητας μετά τη ναυμαχία του Ακτίου δεν φαίνεται να συνοδεύτηκε από την ανάληψη μεγάλων οικοδομικών έργων στην Αγορά του Άργους. Στις αρχές της αυτοκρατορικής, περιόδου (τέλη 1ου αι. π.Χ. η αρχές 1ου  αι. μ.Χ.), στη θέση των εργαστηρίων πίσω από τον στυλοβάτη Κ της ελληνιστικής στοάς, τα οποία είχαν μάλλον καταστραφεί από φωτιά, κτίζεται ένα μεγάλο κτίριο, από υλικό σε δεύτερη χρήση, στο οποίο ενσωματώνεται η παλιά κιονοστοιχία Κ που ήταν στραμμένη προς το εσωτερικό της Αγοράς. Το νέο κτίριο διατήρησε το λοξό προσανατολισμό του προκατόχου του. Η ανασκαφή στο εσωτερικό του κτιρίου έφερε στο φως μικρότερους χώρους με πηγάδια εργαστηριακής χρήσης που διατάσσονται γύρω από μια χαλικόστρωτη κεντρική αυλή, στοιχείο που αποδεικνύει ότι το κτίριο πίσω από τη στοά συνέχισε τη μακρά παράδοση του χώρου ως χώρου εργαστηρίων. Την ίδια περίοδο, στις αρχές του 1ου  αι. μ.Χ., ανακαινίζεται πιθανότατα και το παλιό κλασικό κτίριο (Ρ) με την πιόσχημη στοά. Μολονότι οι εξωτερικές στοές διατηρήθηκαν οι ίδιες, το εσωτερικό διαμορφώθηκε σε μια μεγάλη περίστυλη αυλή διαστάσεων 35.70 χ Ι7μ. Το κτίριο ταυτίστηκε με ένα από τα τρία Γυμνάσια του Άργους που αναφέρονται σε μια επιγραφή της εποχής του Αυγούστου προς τιμήν του τοπικού άρχοντα και γυμνασιάρχου Λευκίου Κορνηλίου Ινγένου. Η χρήση του κτιρίου θα αλλάξει ξανά κατά τη διάρκεια του 4ου αι. μ.Χ. όταν στο εσωτερικό του θα εγκατασταθεί ένα μνημειακό συγκρότημα λουτρών που είναι γνωστό ως Θέρμες Β.

 

 
 
 
 

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

 

 

Την ανακαίνιση του Γυμνασίου ακολούθησε η αναδιαμόρφωση του δρόμου/στίβου, ο οποίος πιθανότατα είχε πέσει σε αχρηστία. Ο στίβος αποτελούνταν από δεκαέξι διαδρόμους πλάτους 0,965μ. καθώς και ενός κενού χώρου στη μέση του στίβου με πλάτος 0.22μ. Το μήκος του έφτανε περίπου τα 89μ. Είναι άγνωστο τι είδους αγώνες τελούνταν στην Αγορά του Άργους, αλλά οπωσδήποτε η ανακαίνιση του στίβου δείχνει ότι η παράδοση αυτή συνεχίστηκε ή αναβίωσε στα πρώιμα αυτοκρατορικά χρόνια. Οι αθλητικοί αγώνες και οι θρησκευτικές γιορτές που συνδέονταν με αυτούς ήταν μια σημαντική πτυχή της ζωής των ελληνικών πόλεων που διατηρήθηκε και ενισχύθηκε στα αυτοκρατορικά χρόνια, καθώς σε πολλές περιπτώσεις οι αγώνες συνδέθηκαν με τη λατρεία των αυτοκρατόρων.

Στα τέλη του 1ου  αι. μ.Χ. λίγα μέτρα βόρεια του «δρόμου», κτίστηκε ένας οκτάστυλος μονόπτερος (baldacchin), που από τους ανασκαφείς ερμηνεύτηκε ως Νυμφαίο. Το κτίριο υψώθηκε στο κέντρο μιας τριβαθμιδωτής τετράγωνης κρηπίδας με πλευρά 16μ. και περιβαλλόταν από έναν κυκλικό πλινθόκτιστο αγωγό επιχρισμένο με υδραυλικό κονίαμα. Ο αγωγός αυτός συγκέντρωνε τα ύδατα από τους κρουνούς, οι οποίοι αποκαθίστανται περιμετρικά στο πόδιο του κτιρίου. Μια κλίμακα που βρισκόταν στο μέσο της βόρειας πλευράς του κτιρίου ανέβαζε στο στεγασμένο πτερό.

Στο κέντρο του δαπέδου του υπήρχε ένα άνοιγμα απ’ όπου μια σπειροειδής κλίμακα οδηγούσε σε μια παλαιότερη κρύπτη που υπήρχε, κάτω από το ρωμαϊκό κτίριο. Από την κρυπτή αυτή ξεκινούσε ένας μακρύς κτιστός διάδρομος που οδηγούσε σε μια κυκλική δεξαμενή στα βόρεια, η οποία όμως επιχώθηκε όταν κτίστηκε το ρωμαϊκό κτίριο. Ο μονόπτερος της ρωμαϊκής περιόδου φαίνεται ότι αντικατέστησε μια παλαιότερη κατασκευή των ελληνιστικών χρόνων, η οποία έστεκε επίσης πάνω από την κρυπτή. Η επιγραφή από το επιστύλιο του ρωμαϊκού κτιρίου, το ονοματίζει ως Νυμφαίο, επρόκειτο δηλαδή για ένα κτίριο που εκτός, της πρακτικής, του χρήσης ως κρήνη είχε και κάποια λατρευτική σημασία.

Ο Marchetti συγκρίνοντας το κτίριο του Άργους με άλλα παρόμοια μονόπτερα κτίρια της ρωμαϊκής περιόδου που έχουν βρεθεί στην Κόρινθο, στον Ισθμό αλλά και στην Αθήνα, εντοπίζει όχι μόνο αρχιτεκτονικές ομοιότητες, αλλά και ομοιότητες στη λειτουργία. Πιο συγκεκριμένα διαπιστώνει ότι όλα σχεδόν αυτά τα κτίρια γειτνιάζουν με κάποιο δρόμο αθλητικών αγώνων και ότι όλα τους (εκτός του κτιρίου της Αθήνας) έχουν αντικαταστήσει παλαιότερες κατασκευές της ελληνικής περιόδου. Η σύνδεση του μονόπτερου στο Άργος με κάποια συγκεκριμένη λατρεία είναι αβέβαιη.

Το κτίριο είχε αρχικά ταυτιστεί από τον Ρ. Aupert με το μνημείο του Πύρρου που είδε ο Παυσανίας, (2.21,4) στο κέντρο της Αγοράς, ενώ o M. Pierart το ταύτισε με ιερό της Αμυμώνης. Η αρχαία κρυπτή και η χθόνια λατρεία που πιθανότατα στεγαζόταν σε αυτήν έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του κτιρίου ως τα τέλη του 2ου  αι. μ.Χ. Τότε η κρύπτη μπαζώνεται, η κλίμακα της βόρειας πλευράς καταργείται και το κτίριο συνεχίζει τη λειτουργία του αποκλειστικά ως κρήνη.

Την οικοδόμηση του μονόπτερου ακολούθησε η κατασκευή – σε πολύ κοντινή απόσταση στα νοτιά – ενός μεγάλου μαρμάρινου μνημείου (Μ) και ενός μνημειακού τάφου (RΤ). Ο νεκρός του τάφου RT που ήταν στεφανωμένος, με χρυσό στεφάνι, ταυτίζεται πιθανότατα με τον χορηγό του παρακείμενου μονόπτερου ή με κάποιο άλλο επιφανές πρόσωπο της τοπικής κοινωνίας.

Η Αγορά, όπως γνωρίζουμε και από άλλες περιπτώσεις, ήταν ένας χώρος διάσπαρτος, με λατρείες ηρώων, οι οποίες, συχνά συνδέονται με κάποιο αρχαίο τάφο η κενοτάφιο, όπως ήταν το μνήμα του Δαναού στο Άργος, το Ποδάρειο στη Μαντινεία και ο τάφος του Πατρέα στην Πάτρα.

Η ταφή μέσα στο χώρο της Αγοράς ήταν μια εξαιρετική τιμή που ουσιαστικά κατέτασσε το τιμώμενο πρόσωπο ανάμεσα στους παλαιότερους ήρωες της πόλης.  Η επινόηση των προστατών ηρώων κατά την διάρκεια της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου έδινε στους πολίτες το αίσθημα συμμέτοχης σε μια κοινωνία με κοινές ρίζες και ιστορία. Ο αφηρωισμός ορισμένων πλουσίων πολιτών και η ανταμοιβή με μνημεία ή με το εξαιρετικό προνόμιο της ταφής στους κυριότερους δημόσιους χώρους της πόλης κατά την αυτοκρατορική περίοδο τόνιζε τον αποφασιστικό ρόλο της τοπικής αριστοκρατίας, ως φορέα εξουσία.

Η ένταξη επιφανών πολιτών της ρωμαϊκής περιόδου στη μακρόχρονη παράδοση των προστατών ηρώων της πόλης αναδείκνυε τον τεράστιο ρόλο τους στη διατήρηση της κοινωνικής, συνοχής. Η ακριβής χρήση του μνημείου Μ είναι άγνωστη μπορεί να αποτελεί την ανακατασκευή κάποιου παλαιού μνημείου της Αγοράς ή να αποτελεί μία νέα κατασκευή που λειτουργούσε ως Ηρώο, μνημείο ή κενοτάφιο, όπως ήταν ένα μεγάλο μνημείο που έστεκε πιθανότατα στην Αγορά της Σπάρτης και λειτουργούσε ως Ηρώο προς τιμήν του Γ Ιουλίου Ευρυκλή Ηρκλανού.

Στο δεύτερο μισό του 2ου αι. μ.Χ. κτίζεται μία δεύτερη κρήνη που καταργεί το δρόμο των αθλητικών αγώνων. Η κρήνη αποτελείται από μια πλινθόκτιστη συμπαγή βάση επενδυμένη με μάρμαρο πάνω στην οποία υψωνόταν ένα είδος τετραπύλου με πλινθόκτιστους πυλώνες. Μια επιγραφή που αποδίδεται στο κτίριο και βρέθηκε εντοιχισμένη στις, Θέρμες, που εγκαταστάθηκαν τον 4ου αι. μ.Χ. στο εσωτερικό της παλαίστρας μνημονεύει την οικογένεια των Τιβερίων Ιουλίων ως αναθέτες της κατασκευής.

Το μεγαλύτερο και σημαντικότερο ωστόσο κτίριο της ρωμαϊκής περιόδου κτίζεται στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ. όχι εντός της Αγοράς αλλά στη δυτική περιφέρειά της, ανάμεσα στη σημερινή οδό Τριπόλεως που βρίσκεται μάλλον στο δυτικό όριο της Αγοράς και τα πρανή της Λάρισας. Πρόκειται για ένα μνημειακό περίστυλο τέμενος διαστάσεων 84,15 x 43,45μ. με είσοδο στο μέσο της ανατολικής του πλευράς και έναν αξονικά τοποθετημένο ναό που καταλαμβάνει τη δυτική στενή πλευρά και ο οποίος πλαισιώνεται από δυο μικρότερους χώρους. Οι ανασκαφές στα βαθύτερα στρώματα της δυτικής, πτέρυγας έφεραν στο φως διάφορους τοίχους ελληνιστικών χρόνων καθώς και ένα ορθογώνιο κτίριο, ίδιου προσανατολισμού (άξονα Δ-Α), που ταυτίστηκε με ναό.

Το ρωμαϊκό κτίριο κτίστηκε κυρίως με οπτές πλίνθους, ενώ στα διάφορα τμήματά του ακολουθήθηκαν διάφορα συστήματα τοιχοδομίας, στο ναό και τα κτίρια της δυτικής πτέρυγας χρησιμοποιήθηκε αμιγής πλινθοδομή (opus testaceum), ενώ στις στοές μεικτή τοιχοποιία (opus mixtum). Οι ιωνικές στοές της αυλής αποτελούνται από μονολιθικούς γκρίζους κίονες που συνδέονται με τοξωτά επιστύλια Η αυλή, που ήταν πλακοστρωμένη, βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο (2μ.) από τις στοές και το ναό. Η πρόσβαση στο ναό γινόταν μέσω μίας πλατιάς μνημειακής κλίμακας που οδηγούσε στην πρόσοψη από  κορινθιακούς κίονες. Ο ναός αποτελείται από ένα βαθύ σηκό που στο πίσω μέρος του απέληγε σε αψίδα. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η στέγαση του ναού. Η κάμαρα που σκέπαζε το σηκό του ήταν κατασκευασμένη αποκλειστικά από οπτές πλίνθους και opus cacmcnticium. Η εγκάρσια τοποθέτηση των οπτών πλίνθων στην κάμαρα (pitched brick vaulting), μια πρακτική που δεν συνηθιζόταν στη ρωμαϊκή αρχιτεκτονική της περιόδου, θεωρήθηκε ότι προέρχεται από την Αίγυπτο, όπου η ίδια πρακτική, με ωμές ωστόσο πλίνθους, χρησιμοποιούνταν με επιτυχία ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ.  

Η μελέτη των Ρ. Aupert και R. Ginouves έδειξε ότι η κατασκευή της καμάρας αποτελούσε μία πρωτότυπη λύση στο πρόβλημα στέγασης μεγάλων χώρων, η οποία συνδύαζε την παραδοσιακή τεχνική με τη χρήση των νέων υλικών. Οι ανασκαφείς του κτιρίου είχαν αρχικά ταυτίσει το συγκρότημα με ένα από τα τρία Γυμνάσια του Άργους. Η ανακάλυψη το 1975 μιας κεφαλής του Ασκληπιού σε ένα δρόμο που οδηγούσε προς το θέατρο αλλά και η τυπολογία του περίστυλου κτιρίου, οδήγησε στην ταύτιση του τεμένους με Ασκληπιείο.

Την ταύτιση ενίσχυσε η αναφορά του Παυσανία (2.21.1) σε ένα ιερό του Ασκληπιού που βρισκόταν στην περιφέρεια της Αγοράς, κοντά σε μια περιοχή που ονομάζει «Δέλτα», αποκρύπτοντας όμως για θρησκευτικούς λόγους την προέλευση της ονομασίας. Ο τύπος του περίστυλου κλειστού τεμένους με τον αξονικά τοποθετημένο ναό σε μια από τις στενές πλευρές και στην είσοδο στην άλλη είναι ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς και διαδεδομένους κτιριακούς τύπους της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής. Ο Sjovist πρότεινε ότι ο τύπος αυτός που προσαρμόστηκε έτσι ώστε να καλύψει τις ανάγκες της νέας αυτοκρατορικής λατρείας, προερχόταν πιθανότατα από περίστυλα τεμένη που στέγαζαν την επίσημη λατρεία των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι στην κλίμακα του ναού βρέθηκε εντοιχισμένη σε δεύτερη χρήση μία μνημειακή επιγραφή με χάλκινα γράμματα στην οποία μνημονεύεται «οίκος των Σεβαστών». Η εύρεση της επιγραφής είναι πιθανότατα μια ένδειξη ότι στο τέμενος πιθανότατα στεγαζόταν και η αυτοκρατορική λατρεία. Ο αναθέτης του κτιρίου είναι φυσικά άγνωστος. Οι αρχιτεκτονικές και κατασκευαστικές καινοτομίες, η χρήση πολυτελών υλικών (μάρμαρο), η παρουσία εξειδικευμένων συνεργείων (Αθηναίοι τεχνίτες δούλεψαν τους κίονες) είναι πιθανότατα στοιχεία που καταδεικνύουν την παρουσία ενός επιφανούς προσώπου ως χορηγού του έργου.

 

Αλλαγές στη μορφή και οργάνωση του χώρου της Αγοράς κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου

 

Όπως είδαμε στην εισαγωγή, η πόλη κατά τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζουμε επεκτάθηκε προς τα νότια με την προσθήκη νέων οικοδομικών νησίδων. Η πολεοδομική ανάπτυξη της πόλης έκανε επιτακτική την ανάγκη εκτέλεσης μεγάλων έργων υποδομής, όπως ήταν το έργο υδροδότησης που χρηματοδότησε ο αυτοκράτορας Αδριανός και το οποίο αναβάθμισε τη ζωή στην πόλη.****

Η υδροδότηση του άνυδρου Άργους είναι ένα καλό παράδειγμα για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η ολοκλήρωση ενός βασικού έργου υποδομής μπορούσε να προκαλέσει την εκτέλεση μικρότερων έργων κοινής ωφελείας και εξωραϊσμού της πόλης και των δημόσιων χώρων της (πχ. Νυμφαία, κρήνες, λουτρά), τα οποία χρηματοδοτούνταν από μέλη της τοπικής αριστοκρατίας.***** 

Ένας από τους χώρους, όπου εκτελέστηκαν τα νέα έργα, ήταν προφανώς η Αγορά, η οποία παρέμενε κέντρο της δημόσιας και θρησκευτικής ζωής της πόλης. Όπως και σε πολλές άλλες πόλεις του ελλαδικού χώρου, έτσι και στο Άργος η αναδιαμόρφωση των δημοσίων χώρων και η ανάληψη μεγάλων οικοδομικών προγραμμάτων φαίνεται ότι ήταν μια αργή διαδικασία.

Καθώς δεν διαθέτουμε συνολική εικόνα της Αγοράς, είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε αν και σε ποιο βαθμό υπήρξαν δραστικές αλλαγές στην οργάνωση του χώρου. Η επικράτηση της οικονομικής, και κοινωνικής σταθερότητας στην εποχή του Αυγούστου βοήθησε πιθανότατα στην ανάληψη ορισμένων έργων. Τα ανασκαφικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι τα έργα αυτά είχαν κυρίως αναστηλωτικό ή επιδιορθωτικό χαρακτήρα. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η ανακαίνιση του «δρόμου-στίβου» και η επιδιόρθωση και μετατροπή του κλασικού κτιρίου με τις πιόσχημες στοές (Ρ).

Το μοναδικό νέο κτίριο αυτής της περιόδου είναι ένα κτίριο με εσωτερική αυλή, το οποίο κτίστηκε στη θέση των παλαιών εργαστηρίων που βρίσκονταν πίσω από την κρηπίδα Κ και τα οποία είχαν καταστραφεί από φωτιά στις αρχές της αυτοκρατορικής περιόδου. Πάρα τη θεωρία που θέλει όλες τις εμπορικές και χειροτεχνικές δραστηριότητες να απομακρύνονται από το χώρο της Αγοράς κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου, ο εργαστηριακός χαρακτήρας του κτιρίου ΚR καταδεικνύει ότι η Αγορά εξακολουθούσε να είναι ένας χώρος στον οποίο στεγάζονταν ποικίλες δραστηριότητες της πόλης, μολονότι υπήρχε αναμφισβήτητα η τάση να συγκεντρωθούν οι δραστηριότητες αυτές σε σαφώς προσδιορισμένους και περιφραγμένους χώρους, όπως ήταν το εσωτερικό της νότιας πλατείας στην Αθήνα, ο «μάκελλος» της Επιγόνης στη Mαντίνεια ή ο λεγόμενος «δρύφακτος» στη Θήρα.

Ανάληψη νέων οικοδομικών έργων στο χώρο της Αγοράς γίνεται μόνο μετά τα μέσα του 1ου αι. μ.Χ. Η οικοδόμηση του μονόπτερου Νυμφαίου στο κέντρο της Αγοράς, το οποίο κτίστηκε πάνω από μια παλιά λατρευτική κρύπτη, αλλά και του μνημειακού περίστυλου τεμένους, στη δυτική περιφέρεια της Αγοράς, το οποίο αντικατέστησε ένα παλαιότερο ναό αποτελούν ισχυρές ενδείξεις ότι τα νέα κτίρια κτίστηκαν για να δώσουν μνημειακή μορφή σε παλαιούς χώρους ή κτίρια. Η αυτοκρατορική λατρεία θα ήταν ασφαλώς μια από τις νέες προσθήκες στο χώρο της Αγοράς, μολονότι ο Παυσανίας δεν κάνει καμμία νύξη για την ύπαρξη ναού ή βωμού.

Μια επιγραφή στην οποία οι «Σεβαστοί» μνημονεύονται μαζί με τους άλλους ήρωες της πόλης είναι ενδεικτική ότι η αυτοκρατορική λατρεία τελούνταν στο χώρο της Αγοράς, αν και παραμένει άγνωστο σε ποιο κτίριο. Το μεγάλο τέμενος που κτίστηκε στην δυτική περιφέρεια της Αγοράς συγκεντρώνει αρκετές πιθανότητες να στέγαζε σε κάποιον από τους χώρους τη λατρεία του αυτοκρατορικού οίκου, αφού τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του θυμίζουν τα λεγόμενα «Καισάρεια». Την ταύτιση υποστηρίζει έξαλλου, όπως προαναφέραμε, η εύρεση μίας επιγραφής με χάλκινα γράμματα που εντοιχίστηκε στη βόρεια στοά του κτιρίου, όταν αυτό μετατράπηκε σε Θέρμες και η οποία πιθανότατα προερχόταν από την πρόσοψη του vαού.

Η καθυστέρηση ή η διστακτικότητα στην εκτέλεση νέων έργων δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Σύμφωνα με τον Ρ. Aupert, ο εκρωμαισμός των δημοσίων χώρων στις ελληνικές πόλεις ήταν μια διαδικασία αργή που συχνά κωλυόταν από την αδυναμία εξεύρεσης πόρων, την αδυναμία προσέλκυσης μεγάλων χορηγών ή απλώς την έλλειψη πραγματικών αναγκών που θα υπαγόρευαν την κατασκευή νέων κτιρίων.

Η περιγραφή του Παυσανία είναι ενδεικτική ότι τουλάχιστον μέχρι την εποχή της επίσκεψής του, η τοπογραφία και οι παραδοσιακές αρχές οργάνωσης του χώρου παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτες αν και συχνά είναι δύσκολο κάτω από την επιφάνεια της θρησκευτικής περιήγησης του Παυσανία να διακρίνουμε ποια από τα κτίρια που περιγράφει ήταν πράγματι παλαιά ή ποια από αυτά αποτελούν προσθήκες της αυτοκρατορικής περιόδου.

Είναι ωστόσο πιθανό ότι η Αγορά, παρά την προσθήκη κάποιων νέων κτιρίων και τις επιδιορθώσεις των παλαιών, διατήρησε σε μεγάλο βαθμό την παραδοσιακή της μορφή τουλάχιστον ως τα τέλη του 2ου αι. μ.Χ. Τότε κτίζεται η μαρμάρινη κρήνη των Τιβερίων Ιουλίων που κατάργησε το δρόμο των αθλητικών αγώνων (στίβο), ενώ παράλληλα η πεταλοειδής κατασκευή (ορχήστρα) μετατράπηκε σε δεξαμενή. Την ίδια περίοδο επίσης φαίνεται ότι μπαζώνεται η κρύπτη και πιθανότατα καταργείται και η λατρεία που στεγαζόταν κάτω από το κυκλικό Νυμφαίο, το οποίο λειτουργεί πλέον ως απλή κρήνη. Η κατάργηση του δρόμου, της Ορχήστρας αλλά και η αλλαγή χρήσης του μονόπτερου είναι πιθανόν ενδείξεις ότι κάποιοι από τους παραδοσιακούς χώρους έχασαν τη σημασία τους.

Οι αλλαγές αυτές συνοδεύτηκαν από αλλαγές στο χωροοργανωτικό πλαίσιο της Αγοράς, καθώς την περίοδο αυτή καταργήθηκε η δυτική πτέρυγα του ρωμαϊκού Γυμνασίου και η βόρεια στοά του κτιρίου προεκτάθηκε προς τα δυτικά και συνέδεσε το Γυμνάσιο με το υπόστυλο κτίριο (Βουλευτήριο), ενώ μια σειρά καταστημάτων κτίστηκε πίσω από την προέκταση της στοάς. Η προέκταση της, στοάς προς τα δυτικά σηματοδοτεί οπωσδήποτε μια σημαντική αλλαγή στο χωροοργανωτικό πλαίσιο της Αγοράς, καθώς μια πρόσβαση ανοικτή για αιώνες κλείνει και η μορφή του χώρου προσεγγίζει πιο κλειστά σύνολα, όπως ήταν οι περίστυλες Αγορές. Το κλείσιμο της νότιας πλευράς της Αγοράς και η δημιουργία μιας ενιαίας πλατείας συνοδεύτηκε πιθανότατα από μια προσπάθεια μνημειακής οριοθέτησης των βασικών εισόδων του χώρου. Τα θεμέλια δυο πυλώνων που ανασκάφτηκαν στο βόρειο τμήμα του ανασκαμμένου χώρου ανήκουν σε μία αψίδα που χρονολογείται στις αρχές του 4ου  αι. μ.Χ., και είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο πιθανότατα έγινε προσπάθεια να διαμορφωθούν μνημειακά οι κύριες είσοδοι της Αγοράς.

 

Κτιριακοί τύποι και τρόποι κατασκευής

 

Οι δυο κρήνες που κτίστηκαν στην αυτοκρατορική περίοδο στον κεντρικό ανοικτό χώρο της Αγοράς αποτελούν από πολλές απόψεις χαρακτηριστικά δείγματα της αρχιτεκτονικής της περιόδου. Οι κατασκευαστές χρησιμοποίησαν σύγχρονα υλικά (οπτές πλίνθους, χυτή τοιχοποιία και υδραυλικό κονίαμα), αναδεικνύοντας την αναπτυγμένη υδραυλική τεχνολογία της εποχής μέσω καλαίσθητων και ακριβών κατασκευών που ακολουθούσαν γνωστούς κτιριακούς τύπους της περιόδου, όπως είναι η μικρή θόλος.

Ένα κτίριο που αξίζει ιδιαίτερης, προσοχής, τόσο για το μέγεθός του όσο και τις εμφανείς επιρροές του από τη ρωμαϊκή αρχιτεκτονική, είναι το περίστυλο τέμενος που κτίστηκε εκτός ορίων της Αγοράς, στη δυτική περιφέρειά της. Ο αρχιτεκτονικός τύπος του περίστυλου τεμένους με τον αξονικά τοποθετημένο ναό, τα υλικά (π.χ. οπτές πλίνθοι και opus caementicium) και η κατασκευαστική καινοτομία της που εφαρμόστηκε στην καμάρα που στέγαζε το σηκό είναι στοιχεία που είναι ξένα στην παραδοσιακή ελληνική αρχιτεκτονική.

Ο Ρ. Aupert δέχεται ότι η ταύτιση του κτιρίου με Ασκληπιείο ή τέμενος, των Αιγυπτίων θεών θα μπορούσε να εξηγήσει ορισμένα από τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του, όπως το περίκλειστο σχήμα, τους γκρίζους μονολιθικούς κίονες στις στοές, την αυλή που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από τις στοές, το βαθύ σηκό του ναού, ακόμα και την καμαροσκέπαστη οροφή. Ωστόσο πιστεύω ότι παρά τα «αιγυπτιακά» χαρακτηριστικά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κτίριο τόσο κατασκευαστικά – τεχνικά όσο και τυπολογικά εντάσσεται απόλυτα στην αρχιτεκτονική της περιόδου που εξετάζουμε. Ο τύπος του περίστυλου τεμένους με τον αξονικά τοποθετημένο ναό στο βάθος της αυλής είναι, όπως είδαμε, ένας αρχιτεκτονικός τύπος που μολονότι προέρχεται αρχικά από την πτολεμαική Αίγυπτο, αργότερα προσαρμόστηκε στις ρωμαϊκές ανάγκες, ιδιαίτερα ως Καισάρειο ή αυτοκρατορικό Forum και αποτέλεσε ένα από τους πιο διαδεδομένους αρχιτεκτονικούς τύπους της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής.

Η παρουσία ενός τόσο χαρακτηριστικού ρωμαϊκού κτιριακού τύπου στο κέντρο μίας επαρχιακής πόλης καταδεικνύει πιθανότατα ότι η διάδοση αρχιτεκτονικών τύπων, όπως και υλικών δομής της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής στην Ανατολή, ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι πιστεύουμε.

Το κτίριο οπωσδήποτε δεν αποτελεί εξαίρεση στην αρχιτεκτονική ιστορία της πόλης του Άργους. Οι κρήνες της Αγοράς, η νέα σκηνή (scaenae frons) του θεάτρου, το πλινθόκτιστο Ωδείο, το υδραγωγείο και οι Θέρμες είναι κτίρια που εντάσσονται στο αρχιτεκτονικό πλαίσιο της περιόδου και όμοιά τους βρίσκουμε σε αναρίθμητες άλλες πόλεις του ρωμαϊκού κόσμου.

Έτσι αναδεικνύεται μια εικόνα της Αγοράς και γενικότερα της πόλης του Άργους, που είναι αρκετά πιο σύνθετη από την εικόνα που μας παραδίδει ο Παυσανίας. Αναμφισβήτητα η Αγορά ήταν ένας χώρος που διατήρησε σε μεγάλο βαθμό τον παραδοσιακό του χαρακτήρα και τα ιστορικά του κτίρια και αυτό ακριβώς το στοιχείο ήταν που προσέλκυσε το ενδιαφέρον περιηγητών όπως ο Παυσανίας, επισκεπτών με αρχαιοδιφικό ενδιαφέρον αλλά και του ίδιου του αυτοκράτορα. Παράλληλα όμως η Αγορά ήταν ένας ζωντανός – λειτουργικός χώρος που εξυπηρετούσε τις ανάγκες των πολιτών και ως τέτοιος σταδιακά εμπλουτίστηκε με κτίρια κτισμένα με νέα υλικά και σύγχρονους αρχιτεκτονικούς τύπους.

 

Υποσημειώσεις


 

* Van Berchem D., «Les Italiens d’ Argos et le decline de Delos», BCH 86 (1962), 305-313 Pierant M., «A propos des subdivisions de la population argienne». BCH 109 (1985), 355-356. Οι «Ρωμαίοι οι εν Άργει κατοικούντες» εμφανίζονται σε διάφορες επιγραφές, όπως την IG IV αρ. 606, στην οποία οι Ρωμαίοι κάτοικοι της πόλης εμφανίζονται να τιμούν τον τοπικό ευεργέτη Τιβέριο Κλαύδιο Διόδοτο για τις οικονομικές του συνεισφορές. Σε μια άλλη επιγραφή του 67 π.Χ (IG IV αρ. 604) η ίδια ομάδα εμφανίζονται ως «Ιταλοί οι εν Άργει πραγματευόμενοι».

** Μπανάκα – Δημάκη Α.,  Παναγιωτοπούλου Α.,  Οικονόμου- Laniado A. οπ. σημ. 40, 328. Η πιο πιθανή πηγή του νερού είναι οι πηγές στο σημερινό Κεφαλάρι, βλ. Vollgraff W., BCH 54 (1920), 224 αλλά μάλλον υπήρχε  και δεύτερη πηγή στα βόρεια της πόλης. Σύμφωνα με την S. Alcock, οπ. σημ. 4. 124-125 το νερό προερχόταν πιθανότατα από το μεγάλο υδραγωγείο που έκτισε ο Αδριανός για να υδροδοτήσει την Κόρινθο από την περιοχή της Στυμφάλου. Το ένα υδραγωγείο απέληγε σε μια δίχωρη δεξαμενή Vollgraff W., BCH 82 (1958). 516 κ.ε. που ήταν λαξευμένη μέσα στο βράχο στις ανατολικές πλαγιές της Λάρισας και θύμιζε σπηλιά. Η ανωδομή του οικοδομήματος ήταν κτισμένη από οπτές πλίνθους και η οροφή σχημάτιζε καμάρα. Στο εσωτερικό έστεκε το άγαλμα του Αδριανού σε ηρωική γυμνότητα, βλ. Marceade M – Reftopoulou E., Sculptures  BCH 87 (1963), 42-49, εικ.16 και 18. Niemeyer H.G. studien Zu den statuarischen Darstellungen der romischen Kaiser, Berlin, 1968, αρ. 113 ενώ η πρόσοψη είχε τη μορφή ιωνικής κιονοστοιχίας. Από αυτή την κεντρική δεξαμενή ξεκινούσαν μικρότεροι αγωγοί που εφοδίαζαν τις διάφορες κρήνες και θέρμες της πόλης.

*** Spawforth A. J. «Corinth, Argos and the Imperial Cult, Pseudo – Julian, Letters 198». Hesperia 63 (1994), 226-230. Η αίσθηση ανωτερότητας που πηγάζει από τη θέση της πόλης στην ελληνική ιστορία και στους μύθους γίνεται αντιληπτή από μια επιγραφή που σώζει επιστολή που έστειλαν οι Αργείοι σε κάποιο Ιουλιοκλαύδιο αυτοκράτορα και στην οποία – περήφανοι για το όνομα και την ιστορία της πόλης τους – παραπονούνται σε αυτόν για το ότι πρέπει να πληρώνουν για την τέλεση θηριομαχιών στην Κόρινθο (τις οποίες αποκαλούν «ξενική θεά»), χαρακτηρίζοντας μάλιστα υποτιμητικά τους κατοίκους της Κορίνθου ως απογόνους σκλάβων. Η επιγραφή χρονολογούνταν στα παλαιότερα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουλιανού αλλά σύμφωνα με τον Spawforth χρονολογείται στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ. Η Μ. Walbank “ Evidence for Imperial cult in Julio Claudian Corinth’’, στο  A. Small (επιμ.) Subject and Ruler the cult of  ruling power in classical antiquity. JRA suppl 17 (1994), 213 θεωρεί ότι η επιγραφή   είναι ακόμα παλαιότερη και χρονολογείται στα πρώτα χρόνια της ζωής της αποικίας της Κορίνθου.

**** Σύμφωνα με τον J. Coulton Roman Aqueducts in Minor Asia, στο Minor Asia, στο Macready S – Thompson F.H. (επιμ.), Roman Archiecture in the Creek World. London 1987, 73 η κατασκευή ενός υδραγωγείου, εκτός των πρακτικών αποτελεσμάτων που είχε στην υδροδότηση και την υγιεινή μιας πόλης, συμβόλιζε πάνω απ’ όλα την ύπαρξη ενός φορέα εξουσίας (της αυτοκρατορίας) που μπορούσε να εξασφαλίζει την εκτέλεση και διατήρηση έργων που κάλυπτα μεγάλες αποστάσεις και διέσχιζαν διαφορετικές εδαφικές επικράτειες.

***** Όπως και σε άλλες ελληνικές πόλεις της περιόδου η δράση των εκρωμαισμένων αριστοκρατών τους ήταν ένας πολύ σημαντικός μηχανισμός για την ενίσχυση των υποδομών της πόλης και τον εξωραϊσμό της βλ. σχετικά Stephan E. Homoratioren, Griechen, Polisburger Kollektive Identitaten inncrhalb der Oberschicht des Kaiscrzeitlichen Kleinasien, Gottihngen 2002 και Quab F., Honoratiorenschicht in den Stadten des griechischen Ostens. Sturtgart 1993. Οι δωρεές αυτές συχνά περιστρέφονται ή σχετίζονται με κάποια μεγάλη αυτοκρατορική χορηγία όπως ήταν για παράδειγμα το υδραγωγείο του Αδριανού. Αυτό είναι το φαινόμενο που παρατηρείται σε όλες σχεδόν τις πόλεις που ευεργετήθηκαν από αυτοκρατορικές χορηγίες. Η κατασκευή ενός μεγάλου έργου δημοσίας ωφέλειας της κλίμακας ενός λιμανιού, ενός υδραγωγείου ή μιας εμπορικής Αγοράς, ήταν εκτός των οικονομικών δυνατοτήτων των τοπικών ευγενών, αλλά συχνά ένα τέτοιο μεγάλο έργο λειτουργούσε ως καταλύτης που προκαλούσε την εκτέλεση μικρότερων έργων που σχετίζονταν με αυτό και το αναδείκνυαν.

 

Πηγή


  • Ευαγγελίδης Βασίλειος, «Η αγορά των Πόλεων της Ελλάδας από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση ως τον 3ο αι. μ.Χ.», διδακτορική διατριβή, τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 2007.

 

 Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »