Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Εκκλησιαστική Ιστορία αφορώσα στην Αργολίδα’ Category

Καμπαναριά


  

Ακούγεται ένα σήμαντρο – λυπητικά σημαίνει…

Γλαν, γλαν, γλαν, γλαν… Τι να ‘τυχε; Ποιος τάχα να πεθαίνει;

Αντήχησεν η λαγκαδιά. Γλαν, γλαν… αναστενάζει.

Ο θλιβερός αντίλαλος και τα’ αγεράκι σκιάζει.

Γλαν, γλαν… πάλε το σήμαντρο λυπητικά σημαίνει…

(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Το σήμαντρο»)

 

Άγιοι Απόστολοι Ναυπλίου

Εύρος συναισθημάτων προκαλεί ο ήχος της καμπάνας και των ση­μάντρων που κοσμούν τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της πατρίδας μας: από το κάλεσμα στις ιερές ακολουθίες και την επισήμανση των ιερών στιγμών της λατρείας έως την ειδοποίηση για χαρμόσυνα ή δυσάρεστα γεγονότα. Το κάλεσμα με σήμαντρα είναι γνωστό από την αρχαιότητα. Για την πρόσκληση του λαού σε τελετές και συναθροίσεις χρησιμοποιούνταν μεγάλα τεμάχια μετάλλου, κρεμασμένα σε σχοινιά που τα έκρουαν με μεταλλικές ή ξύλινες ράβδους. Η χρήση μικρών κωδώνων αναφέρεται και στη λατρεία των αρχαίων λαών: Σύρων, Αιγυπτίων, Ρωμαίων κ.ά.

Στο βιβλίο της Εξόδου αναφέρεται η ύπαρξη χρυσών κωδωνίσκων στις αρχιερατικές στολές. Αντιθέτως, για το κάλεσμα των Ισραηλιτών στις θρησκευτικές συγκεντρώσεις χρησιμοποιούνταν σάλπιγγες, με τις οποίες οι ιερείς γνωστοποιούσαν στο λαό τις νουμηνίες και τα Ιωβηλαία. Είχε θεσπιστεί η Εορτή των Σαλπίγγων την πρώτη του εβδόμου μηνός.

Είναι άγνωστο πότε έγινε η χρήση κωδώνων στη χριστιανική λατρεία για πρώτη φορά. Κατά την περίοδο των διωγμών οι πιστοί καλούνταν είτε με ενημέρωση στην απόλυση της προηγούμενης σύναξης είτε με τους «Θεοδρόμους» ή «Λαοσυνάκτες», οι οποίοι, με κίνδυνο της ζωής τους ειδοποιούσαν από πόρτα σε πόρτα για τον τόπο και το χρόνο της επομένης. Κατά την Τουρκοκρατία, την ειδοποίηση αναλάμβανε ο λεγόμενος από τους Έλληνες «κράκτης», από δε τους Τούρκους «τσεχενδεμίν νταβετσί» (δηλ. κλητήρας του Άδη).

 

Παναρίτι Αργολίδας (1905)

 

Μετά τους διωγμούς εισήχθησαν στους ναούς και στα μοναστήρια τα λεγόμενα «αγιοσίδερα», δηλ. σιδερένια ή ξύλινα σήμαντρα, που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Οι μεγάλες καμπάνες για την πρόσκληση του λαού στις ιερές ακολουθίες εμφανίζονται αρχικά στη Δυτική Εκκλησία. Το όνομά τους το πήραν από την πόλη της Γαλλίας Καμπανία, όπου υπήρχε ονομαστός χαλκός.

Η ετυμολογία της λέξης «καμπάνα», που παραπέμπει στη λέξη «κάμπος» (όπου ο ήχος ακούγεται χωρίς εμπόδια από τις ψηλά κρεμασμένες καμπάνες) και αποδίδεται στον ιστορικό Βαλσαμώνα, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Για λειτουργική χρήση οι καμπάνες εισήχθησαν πιθανόν από τον Πάπα της Ρώμης Σαβιανό. Ο Πάπας Ιωάννης ΚΓ’ εισήγαγε το λεγόμενο βάπτισμα των κωδώνων, δίνοντας ταυτόχρονα σε κάθε καμπάνα το όνομα ενός Αγίου.

 

Ζωοδόχος Πηγή, Κεφαλάρι Άργους

 

Στην Ανατολή κάποιος Βυζαντινός χρονογράφος αναφέρει ότι τον Θ’ αι. ο δούκας της Ενετίας Ούρσος χάρισε στον αυτοκράτορα Μιχαήλ δώδεκα μεγάλες καμπάνες, τις οποίες κρέμασε σε ιδιαίτερο πύργο στην αυλή της Αγίας Σοφίας. Πρώτη φορά τις έβλεπαν οι Βυζαντινοί, όμως τους άρεσαν τόσο, ώστε γενικεύτηκε η χρήση τους.

Οι Τούρκοι απαγόρευσαν τη χρήση τους κατά τη δουλεία, με εξαίρεση το Άγιον Όρος, τα Ιωάννινα και μερικά νησιά, για να μην ταράσσεται ο ύπνος των νεκρών Μουσουλμάνων, γιατί «ο κώδων είναι το μυστικόν όργανον του διαβόλου». Αντίθετα, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός γράφει: «το σήμαντρο αινίττεται τας των αγγέλων σάλπιγγας διεγείρει δε και τους αγωνιστάς προς τον των αοράτων εχθρών πόλεμον».

Οι πιο παλιές γνωστές καμπάνες συναντώνται τον όγδοο αιώνα. Η κατασκευή τους είναι χονδροειδής και αποτελείται από μεταλλικές πλάκες, συναρμολογημένες με σφυρηλατημένα καρφιά, όπως οι κατοπινοί λέβητες. Αργότερα επικράτησε η κατασκευή τους από χυτό ορείχαλκο άριστης ποιότητας. Η χρήση χρυσού ή ασημιού για καλύτερη ηχητική απόδοση ελέγχεται.

Το καμπαναριό είναι η θέση από όπου αντηχεί η καμπάνα με τη γλυκιά φωνή της. Στην Ανατολική Εκκλησία η θέση του καμπαναριού είναι στη δυτική πλευρά του ναού, ενσωματωμένο σ’ αυτόν ή σε ξεχωριστό κτίσμα, φτιαγμένο από πέτρα, μάρμαρο ή, σπανιότερα, σίδηρο. Ο αριθμός των καμπάνων ποικίλλει. Τα τελευταία χρόνια έκαναν την εμφάνιση τους οι ηλεκτρικές καμπάνες, καθώς και τα ρολόγια στις τέσσερις πλευρές των καμπαναριών, που χτυπούν και δείχνουν την ώρα.

 

Κείμενο: Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σελλής

Έρευνα – φωτογραφίες : Γιώργος Αντωνίου

  

Πηγή


Read Full Post »

Ιερείς του Ναού Τιμίου Προδρόμου Καρυάς


 

Παλιά η ιστορία του πολιούχου αγίου του χωριού της Καρυάς Αργολίδας καθώς την συναντούμε από την εποχή της Ενετοκρατίας. Τα πρώτα στοιχεία έρχονται στην επιφάνεια το 1699 με την απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας δίνοντας την περιγραφή της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η εκκλησία, και τον πληθυσμό του χωριού. Παραμένει όμως άγνωστη η ταυτότητα του λειτουργού της .

Παπαχρήστος Λάμπας με τις φουστανέλες πριν γίνει παπάς και ο πατέρας του Γεώργιος.

Η παράδοση και οι πληροφορίες που διαδόθηκαν από στόμα σε στόμα μας πληροφορούν για τον ιερέα παπά Προκόπη Καρώνη που σφαγιάσθηκε από τους Τούρκους στην επανάσταση του 1821, αρνούμενος να διακόψει την λειτουργία της εκκλησιάς στη μέση παρότι πληροφορήθηκε ότι τα στρατεύματα του Ιμπραήμ πασά είχαν φτάσει στο χωριό και κατέστρεφαν τον τόπο. Ήταν γαμπρός επ αδελφή του καπετάν Γιαννάκου Δαγρέ και καταγόταν από τα Τσιπιανά (Νεστάνη) του νομού Αρκαδίας.

Τα πρώτα γραπτά στοιχεία που εμφανίζονται για τον δεύτερο μαχόμενο υπέρ της πατρίδας ιερέα είναι το 1865 σε μια επιστολή των κατοίκων του χωριού και η  επιβεβαίωση του δημάρχου Λυρκείας Αναγνώστη Παπανικολάου, για τον ηρωικό θάνατο του πατρός Σταμάτιου Γεωργαντόπουλου τον Αύγουστο του 1821 στην μάχη της Γράνας μεταξύ Τσιπιανών και Λουκά της επαρχίας Τριπόλεως, και τον προβιβασμό του σε Υπαξιωματικό  Α τάξεως.

Το 1836 στον φάκελο του αγωνιστή Νικολάου Λάμπα (πρόγονο του γνωστού σε όλους παπά Χρήστου Λάμπα) λειτουργός του Αγιαννιού είναι ο Αθανάσιος Αναγνώστης Φλέσσας η Παπά- Θανασίου (1810-1878;) καταγόμενος από την Πολιανή Μεσσηνίας και απόγονος της μεγάλης οικογένειας των Φλεσσαίων.

Δύο χρόνια αργότερα το 1838 και από επιστολή* του ιδίου πληροφορούμαστε την χειροτονία του Γεωργίου η  Αναγνώστη Καραμούντζου σε ιερέα. Ένα ακόμη κληρικό που προσέφερε υπηρεσίες στην πατρίδα πλάι στον Γιαννάκο Δαγρέ και τον Δημήτρη Τσόκρη και τιμήθηκε με το ΣΙΔΗΡΟΥΝ ΑΡΙΣΤΕΙΟΝ στις 30 Μαΐου του 1841.

Ο γιός του προαναφερόμενου ιερέα Σταμάτιου Γεωργαντόπουλου Δημήτριος εμφανίζεται  το 1865 ως λειτουργός και υπογράφων ως Δημήτριος Παπά- Σταματίου.

Η μετονομασία των επιθέτων παρατηρείται έντονα εκείνη την εποχή διότι τα μικρά ονόματα των ιερέων έδιναν την θέση τους στα επίθετα των απογόνων τους και στη συνέχεια  πιστοποιούσαν την ταυτότητα τους. Ένας από τους απογόνους  του πατρός Γεωργίου Καραμούντζου ο πατέρας Σπυρίδωνας γεννήθηκε το 1830 περίπου, παντρεύτηκε την Κατερίνα Μούρτου και απέκτησαν 18 παιδιά.

Γεώργιος Καραμούντζος «Γερόπαπας» & Αλεξάνδρα Μαυροκορδοπούλου.

Από τα παιδιά του προέρχεται το επώνυμο Παπασπυρόπουλος. Είχε το παρατσούκλι «Μαυρουλάκης». Ο δεύτερος γιός Δημήτριος έγινε και εκείνος ιερέας και κάποια  από τα παιδιά του φέρουν το  επώνυμο Παπαδημητρίου. Ένας από τους γιούς του ο Γεώργιος ήταν ο τελευταίος Καραμούντζος παπάς. Είχε το προσωνύμιο «Γερόπαπας». Με την πρεσβυτέρα Αλεξάνδρα Δημ. Μαυροκορδοπούλου απέκτησαν τέσσερα κορίτσια. Μεταξύ αυτών και την πρώτη Καρυώτισα δασκάλα Ελένη Καραμούντζου ή Παπαγεωργίου συζ. Παναγιωτοπούλου. Η μεγάλη Καραμουντζαίικη  οικογένεια κυριάρχησε για 150 χρόνια περίπου στην διακονία του Αι Γιάννη.

Το 1866 η Καρυά απέκτησε τον πρώτο μη Καραμούντζο ιερέα τον  Σωτήριο Πασπαλιάρη. Έναν ιδιαίτερα θεοσεβούμενο γέροντα  που  κληροδότησε στους απογόνους του το επίθετο Παπασωτηρίου.

Εκείνη την εποχή η εκλογή του παπά μιας ενορίας γινόταν με ψηφοφορία και  δημοκρατικές διαδικασίες. Μαζευόταν το χωριό και ψήφιζε αυτόν που θεωρούσε καταλληλότερο για την θέση του ιερέα από τους υποψήφιους. Ο νικητής των εκλογών έπαιρνε τα αποτελέσματα και πήγαινε στον Μητροπολίτη. Εκείνος αξιολογούσε το ήθος, την προσωπικότητα του, τον εξομολογούσε και  αποφάσιζε εάν ήταν κατάλληλος για ιερέας. Εάν τον απέρριπτε την ίδια διαδικασία ακολουθούσε ο δεύτερος των εκλογών, ο τρίτος έως ότου βρισκόταν ο καταλληλότερος.

Από τους τελευταίους ιερείς ήταν ο πατέρας Χρήστος Γεωργίου Λάμπας που γεννήθηκε το 1899.Τον Απρίλιο του 1914 παντρεύετε την Γεωργία Αλεξάνδρου Μαυροκορδοπούλου με την οποία απέκτησε δέκα παιδιά. Λειτούργησε στην εκκλησία 52 χρόνια από το 1924 έως το 1976.  Απεβίωσε σε ηλικία ενενήντα ετών τον Αύγουστο του 1976.

 

Ο Παπαχρήστος Λάμπας με τη σύζυγό του Γεωργία Μαυροκορδοπούλου και τον εγγονό του Γιάννη Παπασωτηρίου (Μπουνάτσος).

 

Τέλος αξίζει να αναφερθούμε και στον τελευταίο ζώντα ιερέα τον πατέρα Παναγιώτη Φαρμάκη (1929-2019) που λειτουργεί τον Αι Γιάννη τα τελευταία τριάντα επτά χρόνια καθώς και στα χωριά Αγριλίτσα, Βρούστη, Μάζι και Μερκούρι. Μικρό χωριό η Καρυά αλλά με ιερείς μπροστάρηδες σε όλους τους αγώνες του έθνους για ελευθερία και που  σήμερα κατέχουν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά όλων μας.

Σημείωση βιβλιοθήκης: Σε ηλικία 90 ετών έφυγε από τη ζωή και ο ιερέας Παναγιώτης Φαρμάκης, για δεκαετίες εφημέριος στον ναό του Τιμίου Προδρόμου Καρυάς αλλά και στα υπόλοιπα χωριά της περιοχής. Η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε  την Τρίτη 17 Δεκεμβρίου, στις 3 μμ στον Ιερό Ναό Ευαγγελισμού Θεοτόκου Αγριλίτσας.

Η Ιερά Μητρόπολη Αργολίδος αναφέρει για το θάνατό του:

Ο αοίδιμος Πρεσβύτερος Παναγιώτης Φαρμάκης γεννήθηκε στην Καρυά το 1929. Τα εγκύκλια γράμματα παρακολούθησε στη γενέτειρά του και αποφοίτησε από την Μέση Νυχτερινή Ιερατική Σχολή Αθηνών το 1973. Υπηρέτησε κατά τα έτη 1951-1953 την πατρίδα ως στρατιώτης του Πεζικού.

Νυμφεύθηκε την Λεμονιά Ταραντίλη με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Χειροτονήθηκε Διάκονος την 6η Αυγούστου 1973 και Πρεσβύτερος την 12ην Αυγούστου 1973 στον Ιερό Ναό Τιμίου Προδρόμου Καρυάς, υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Αργολίδος Χρυσοστόμου του Β’ (Δεληγιαννοπούλου), συμμαρτυρούντος του μακαριστού επίσης Πρωτοπρεσβυτέρου Κων/νου Σχοινοχωρίτου.

Υπηρέτησε ως τακτικός Εφημέριος του Ιερού Ναού Τιμίου Προδρόμου Καρυάς επί 38 συναπτά έτη. Παράλληλα διηκόνησε την ενορία Αγίου Αθανασίου Βρουστίου και τους οικισμούς Αγριλίτσας, Μερκουρίου και Μαζίου.  Υπήρξε δόκιμος εργάτης του Ευαγγελίου του Χριστού και διηκόνησε το κατηχητικό έργο επί πολλά έτη.

Ο εκλιπών υπήρξε σεμνός Κληρικός, δόκιμος εργάτης του Ευαγγελίου του Χριστού, αφοσιωμένος στην αποστολή του, διακόνησε με ευσυνειδησία, συνέπεια και σύνεση πάντοτε με υπακοή προς την Εκκλησία.

 

Υποσημείωση 


 

* Προς την επί των Στρατιωτικών Β. Γραμματείαν της Επικρατίας.

Ο υποφαινόμενος οδεύων το 34 έτος της ηλικίας του μου, γεννημένος είς το χωρίον Καρυά του Δήμου Οινόης της Επαρχίας Άργους όπου και σταθερώς διαμένω, υπηρετήσας την Πατρίδα κατά το διάστημα του αγώνος, έδωσα κατά το 1835 & 1836 έτος τα υπέρ Πατρίδος των εκδουλεύσεων μου ενδεικτικά εις την των επί των Αριστείων Εξεταστικήν Επιτροπήν υπογεγραμμένα παρά του Αντισυνταγματάρχου κ. Δ. Τζιόκρη και υπό λοχαγού Ιωάννου Δαγρέ υπό των οποίων τας διαταγάς διέπρεψα κατά το διάστημα του πολέμου, και επερίμενα ανυπομόνως να λάβω το ανήκον μοι εθνόσημον.

Αλλ’ επειδή και μέχρι σήμερον δεν το έλαβον, κατά δυστυχίαν αγνοώ πως. Όθεν ήδη οδηγούμενος από την υπ’ αρ. 204 Δηλοποίησιν της Σ. ταύτης Γραμματείας, επαναλαμβάνω την αιτησίν μου δια το ως είρηται εθνόσημον. Και τολμώ να κάμω την παρατήρησιν εις την Σεβ. ταύτην Γραμματείαν, ότι όταν έδωσα την περί εθνοσήμου αναφοράν μου ονομαζόμουν ΓΕΩΡΓΙΟΣ ή ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΟΣ. Και επειδή ήδη χειροτονηθείς κατά το 1838 έτος Ιερεύς, υποσημειούμαι ήδη ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ιερεύς. Και παρακαλώ την Σ. ταύτην Γραμματείαν, ίνα ευαρεστηθή και διατάξη όπως μοι δοθή το ανήκον εθνόσημον, ως και εδόθη και είς τους ……….. συναγωνιστάς μου, πλήρης ελπίδων της αιτήσεώς μου ταύτης.

Υποσημειούμαι με σέβας (Τ.Υ) Γεώργιος Ιερεύς.

Εν Καρύα την 16 Νοεμβρίου 1839

Ελένη Φλέσσα

 

Πηγές


  •  Χ.Ε.Β  Αρχείο Αγωνιστών
  • ΓΑΚ Αριστεία
  • Κωνσταντίνος Δ. Κατσένης, «Καρυά 1810-2005», 2007.
  • Ημερολόγια 2007 & 2009. Προοδευτικού & Μορφωτικού Συλλόγου Καρυάς «ΤΟ ΑΡΤΕΜΙΣΙΟ».

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Wilhelm von Moerbeke (1215 -1286)


 

Φλαμανδός κληρικός και σημαίνων μεταφραστής αρχαίων κειμένων. Αρχιεπίσκοπος Κορίνθου ο οποίος είχε την έδρα του στο Μέρμπακα (Αγία Τριάδα) Αργολίδας.

 

Ο πρωτοπρεσβύτερος Αναστάσιος Σαλαπάτας, σε εργασία του σχετική με την ονομασία της γενέτειράς του Αγίας Τριάδας ( Μπέρμπακα) Αργολίδας αναφέρει μεταξύ άλλων ότι:

« Η πρώτη, σπουδαιότερη κι ίσως πιο κοντινή στην αλήθεια θεωρία, μας λέγει ότι το όνομα «Μέρμπακα» προέρχεται από παραφθορά του ονόματος του Λατίνου Επισκόπου Κορίνθου Wilhelm von Moerbeke Meerbeke), ο οποίος είχε την έδρα του στο Μέρμπακα — σύμφωνα με τον Adolf Struck— και συγκεκριμένα στο νεοϊδρυθέν τότε (περίπου στα 1200 μ.Χ.) μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, του οποίου το Καθολικό βρίσκεται ακόμη μέχρι σήμερα όρθιο, μέσα στα όρια του χωριού.

Ο Moerbeke (Moerbecca, Morbacha, Moerbeka, Moerbacha), ήταν αρχικά δομινικανός μοναχός, ανατολιστής και φιλόσοφος. Από το 1268 ζούσε στο Viterbo, ενώ το 1274 εμφανίστηκε στην Konzil της Λυών. Το 1277 εκλέχτηκε Αρχιεπίσκοπος Κορίνθου- ενός λατινικού (δηλ. Καθολικού) εξωτερικού πόστου στην Αργολίδα της ορθόδοξης Ελλάδαςαπό τον Πάπα Ιωάννη 21ο.

Στην θέση αυτή έμεινε μέχρι τον θάνατο του, στα τέλη του 13ου αιώνα. Η άποψη που επικρατεί στους ερευνητές είναι ότι το όνομα του Επισκόπου προέρχεται από το χωριό του, το οποίο ονομάζεται Moerbeke και βρίσκεται στην Ανατολική Φλάνδρα του Βελγίου. Εκεί γεννήθηκε ο Επί­σκοπος το 1215».

 

* Συνομιλούσε και εκπροσωπούσε πολλούς λόγιους της εποχής του, μεταξύ άλλων τον φιλόσοφο Thomas von Aquin ( Θωμά τον Ακινάτη), τον φυσιοδίφη Witelo και τον αστρονόμο Henri Bates von Mechelen (De Malines). Ο τελευταίος αφιέρωσε στον Wilhelm την πραγματεία του περί τον αστρολάβο, όπως και ο Wilhelm του είχε αφιερώσει με τη σειρά του το πόνημά του περί Οπτικής.

Ο Wilhelm von Moerbeke ήταν ο παραγωγικότερος μεταφραστής στον πρώιμο Μεσαίωνα, φιλοσοφικών, ιατρικών και αστρονομικών κειμένων από την ελληνική στη λατινική γλώσσα. Η ποιότητα των μεταφράσεών του χαίρει εκτίμησης μέχρι σήμερα.

Μετέφρασε άψογα τα κείμενα του Αριστοτέλη (ή και αναθεώρησε ήδη υπάρχουσες μεταφράσεις των), καθιστώντας τα προσβάσιμα στη λατινική Δύση, κάτι που ωφέλησε πολύ τους δυτικούς, τους περί τον Αριστοτέλη εντρυφούντες. Αιτία για την μεταφραστική δραστηριότητα του Wilhelm απετέλεσε η αμφίβολης ποιότητας και το ελλιπές των διαθέσιμων κειμένων του Αριστοτέλη κατά την εποχή του.

Στην κεντρική και δυτική Ευρώπη κατείχαν μόνον λίγοι την αρχαία Ελληνική, και, επιπλέον, κάποιες των λατινικών μεταφράσεων βασίζονταν απλώς σε υπάρχοντα αντίτυπα από αναμετάφραση συριακών εκδοχών (όρα Gerhard von Cremona) και ως εκ τούτου ήσαν ανεπαρκείς. Τούτο άλλαξε ριζικά με τις μεταφράσεις του Wilhelm, ο οποίος μπορούσε να χειριστεί τα ελληνικά πρωτότυπα κείμενα.

Μετέφρασε επίσης στη Λατινική μαθηματικές πραγματείες του Αρχιμήδη, του Χείρωνα του Αλεξανδρινού, καθώς και το “Institutio theologica” του Proklos. Οι τελευταίοι αποδείχθηκαν σημαντικότατη πηγή κατά την αναζωπύρωση της νεοπλατωνικής σκέψης κατά τον όψιμο Μεσαίωνα.

Εκ των υστέρων, κάποιος ουμανιστής επέκρινε τις μεταφράσεις του Wilhelm ως μη «κομψές». Ωστόσο εκθείασε την αξιοπιστία τους. Αργότερα, κάποιες από τις ελληνικές πηγές του Wilhelm χάθηκαν. Χωρίς την εργασία του, αυτές οι πηγές θα ήταν για μας απρόσιτες.

Παλαιότερες εκτιμήσεις απέδιδαν την μεταφραστική δουλειά του Wilhelm στον Thomas von Aquin ( Θωμά τον Ακινάτη) πράγμα, όμως, που δεν μπορεί να αποδειχθεί. 

 

Μετάφραση από τα Γερμανικά: Φώτης Μότσης

 

Πηγές


  • Wilhelm von Moerbeke  – Wikipedia Die freie Enzyklopädie
  • Πρωτοπρεσβύτερος Αναστάσιος Σαλαπάτας, «Το όνομα, στοιχεία ιστορίας και βιβλιογραφικά του χωριού Μέρμπακα»,  Ναυπλιακά Ανάλεκτα IV, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2000.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Χώρας Αθ. Γεώργιος Αρχιμανδρίτης (1934-2005)


 

Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Αθ. Χώρας

Ο Γεώργιος Αθ. Χώρας γεννήθηκε στο Λυγουριό Αργολίδας στις 27 Σεπτεμβρίου 1934 όπου και διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα. Στη συνέχεια φοίτησε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου απ’ όπου απεφοίτησε το έτος 1952 με βαθμό «Άριστα». Από το 1953 έως το 1957 σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1957 έως το 1959 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία ως ανθυπολοχαγός.

Στη συνέχεια διορίστηκε στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας ενώ παράλληλα υπηρέτησε επί επταετία ως καθηγητής του μαθήματος των Θρησκευτικών στο νυκτερινό παράρτημα των Γυμνασίων Αθηνών – 10ο αρένων και 9ο θηλέων. Κατά τα έτη 1963 έως 1966 αφού έλαβε από το Υπουργείο Παιδείας εκπαιδευτική άδεια πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Λουβαίν στο Βέλγιο και κατόπιν στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, όπου παρακολούθησε μαθήματα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Ρωμαϊκού και Εκκλησιαστικού Δικαίου και συνέγραψε 4 φροντιστηριακές μελέτες στα Γαλλικά και Γερμανικά, για τον Καρδινάλιο I.B. Pitra, τους Πατριάρχες Νικόλαο Μυστικό, Φώτιο κ.ά.

Γενικώτερα κατά τα έτη 1966 έως 1991 ο Γεώργιος Χώρας αφιερώθηκε στο Υπουργείο Παιδείας όπου έφθασε στο βαθμό του Προϊσταμένου του Τμήματος Θρησκευμάτων και των Διευθύνσεων Ανωτάτης Εκπαιδεύσεως και Διεθνών Εκπαιδευτικών Σχέσεων. Το έτος 1975 αναγορεύτηκε διδάκτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό «Άριστα». Το θέμα της εναισίμου διδακτορικής διατριβής του ήταν «Η Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Άργους». Κατά την περίοδο 1966 έως 1991 δημοσίευσε 15 αυτοτελείς μελέτες και μεγάλο αριθμό άρθρων σε έγκριτα περιοδικά και εφημερίδες, ενώ συμμετείχε σε συμβούλια Επιστημονικών Εταιρειών, όπως στον «Παρνασσό» και Συλλόγων («Ναύπλιος» κ.ά.).

Από το 1991 έως το 1995 φιλοξενήθηκε επτά φορές και προσέφερε υπηρεσίες στο Φανάρι, την Έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Από το 1995 έως το 2002 κήρυσσε το θείο λόγο τις Κυριακές και εορτές στην Ιερά Μονή του Οσίου Εφραίμ στη Νέα Μάκρη Αττικής.

Στις 20 Απριλίου 2002 χειροτονήθηκε διάκονος και την επομένη πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Γυθείου Χρυσόστομο και υπηρέτησε ως εφημέριος στον Ιερό Ναό Τριών Ιεραρχών Μαυροβουνίου – Γυθείου. Από το 2003 υπηρέτησε ως εφημέριος στην ενορία του Αγίου Δημητρίου Ψυρρή στην Αθήνα, του οποίου δημοσίευσε σύντομο ιστορικό, έως τις 4 Αυγούστου 2005, οπότε απεβίωσε λόγω μεταστατικού καρκίνου του προστάτη. Ετάφη στον οικογενειακό του τάφο στο Λυγουριό.

Καταγράφουμε κατά χρονολογική σειρά τα εξής έργα του, εκ των οποίων ορισμένα είναι αυτοτελή, ενώ άλλα αποτελούν άρθρα – συμμετοχές σε συλλογικούς Τόμους και Περιοδικά:

 

  1. «Η Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Άργους» (1975)
  2. «Τα Απομνημονεύματα του Παλαιών Πατρών Γερμανού» (1976)
  3. «Κωνσταντινούπολις, η βυζαντινή και σημερινή Πόλη» (1977)
  4. «Αθανάσιος Σολιώτης [1784-1841], εκκλησιαστικός Τοποτηρητής Ναυπλίου και Άργους (1986)
  5. «Σύντομη βιογραφία και τα κατά την κηδείαν της ηγουμένης της Αγίας Μονής (Αρείας) Κυπριανής Κρίγκα» (1986)
  6. «Ιστορία της Μονής Καλαμίου – Αδάμι Ναυπλίας (1988)
  7. «Πελοποννησιακά μετόχια του Παναγίου Τάφου» (1988)
  8. «Ιστορία της Μονής Ταξιαρχών Επιδαύρου» (1991)
  9. «Ιστορία ανεγέρσεως Ναών επί Τουρκοκρατίας» (1991)
  10. «Κανών εις τον Άγιον Θεοδόσιον Άργους, τον νέον και ιαματικόν» (1992)
  11. «Η μουσική παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο από το 18ο ως τον 20ο αιώνα» (1994)
  12. «Οι ξένοι στο Ναύπλιο κατά την εθνικήν Παλιγγενεσίαν [1821-1831]» (1995)
  13. «Ειρηνική πορεία του Οικουμενικού Πατριάρχου στο Αιγαίο» (1995)
  14. «Ο Άγιος Αθανάσιος Χριστιανουπόλεως [1681-1708] στο Ναύπλιο και οι Βενετοί αξιωματούχοι» (1998)
  15. «Άγνωστο αυτοβιογραφικό στιχούργημα από Ναυπλιώτη και τα δεινοπαθήματά του στο Ναύπλιο και στο Άργος [1451]» (1998)
  16. «Το Αρχείο του Στάικου Σταϊκόπουλου, ελευθερωτή του Ναυπλίου» (2000)
  17. «Το μαρτύριον του Νεομάρτυρος Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως [1655] και το εκκλησιαστικοπολιτικον πλαίσιον της εποχής του» (2000).

  

Πηγές


  • Πάνος Λιαλιάτσης, «Γεώργιος Αθ. Χώρας (Λυγουριό 1934 – Αθήνα 2005)», εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. VII (2009)
  • Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Αφιέρωμα στον π. Γεώργιο Χώρα (27.9.1934 – 4.8.2005), εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. VII (2009)

 

Read Full Post »

Ιάκωβος ο Αργείος – Σχολάρχης της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής


Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή

 

Σημαντική προσωπικότητα  των ελληνικών γραμμάτων του τέλους του 17ου και του πρώτου τρίτου του 18ου αιώνα. Καταγόταν από το Άργος από οικογένεια που ζούσε εδώ από τριακόσια χρόνια πριν. Το όνομά του ήταν Ιάκωβος ή Γιακουμής Μάν(ν)ας. Πρέπει να γεννήθηκε μεταξύ των ετών 1645-1650. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο Άργος. Στην Κωνσταντινούπολη ίσως φοίτησε στην Μεγάλη του Γένους Σχολή. Για κάποιο διάστημα άσκησε ως βιοποριστικό επάγγελμα αυτό του Γραμματικού ή του αντιγραφέα κωδίκων.

Περί το 1692 ή 1693 ανέλαβε ιδιωτικός διδάσκαλος των παιδιών του διδασκάλου του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου του εξ Απορρήτων, Ιωάννου και Νικολάου. Χρημάτισε μάλιστα και διδάσκαλος του γιου του Νικολάου, Κωνσταντίνου.

Στα 1707 ή 1708 «καλύπτει κενόν» Σχολάρχη στην Πατριαρχική Μεγάλη του γένους Σχολή, μετά την πρώτη αποχώρηση του Σπαντωνή από τη Σχολαρχία. Πριν αναλάβει τη Σχολαρχία υπήρξε στη Σχολή διακεκριμένος καθηγητής των φιλοσοφικών μαθημάτων. Στα χρόνια της υπηρεσίας του στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, του δόθηκε από το Πατριαρχείο ο τιμητικός τίτλος του «Υπάτου των Φιλοσόφων της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας». Σχολάρχης παρέμεινε τουλάχιστον μέχρι το 1714-15.

Δείγμα γραφής του Ιάκωβου του Αργείου από τον κώδικα ΜΠΤ 679.

Στα 1715 έως 1719 βρίσκεται στη Μολδαβία και συγκεκριμένα στο Ιάσιο κοντά στο φίλο του ηγεμόνα (βοεβόδα) Νικόλαο Μαυροκορδάτο. Επιστρέφοντας γύρω στα 1719 ο Ιάκωβος στην Κωνσταντινούπολη διηύθυνε για κάποιο μικρό διάστημα τη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Πρώτος γνωστός διάδοχός του φέρεται ο Δωρόθεος ο Λέσβιος κατά το 1726.

Ο Ιάκωβος είχε σημαντικούς μαθητές που αργότερα διακρίθηκαν για τις σπουδαίες υπηρεσίες τους στην Εκκλησία και στα γράμματα. Μαθητές μεταξύ άλλων υπήρξαν ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Παρθένιος, ο Δωρόθεος ο Λέσβιος, ο Αντώνιος Βυζάντιος, ο Κριτίας, ο Δημήτριος Προκοπίου, ο Διαμαντής Ρύσιος, ο Αλέξανδρος Ελλάδιος, ο Ιερόθεος Ιβηρίτης, ο Δημήτριος Νοταράς, ο Μακάριος Καλογεράς.

Έπασχε από «οφθαλμίαν» και έχασε το φως του. Απεβίωσε μετά το 1730 στην Κωνσταντινούπολη λόγω γήρατος σε ηλικία περίπου 80-85 ετών. Δεν ήταν νυμφευμένος ούτε είχε παιδιά. Διατηρούσε επαφές με τους Βενετούς της Κωνσταντινούπολης, από τους οποίους ζητούσε εξυπηρετήσεις για τον αδελφό του Γιάννη που είχε τέσσερα παιδιά και ο οποίος έμενε στην Πελοπόννησο.

Το γνωστό συγγραφικό του έργο αποτελείται από εγκωμιαστικούς λόγους, ένα επίγραμμα και επιστολές:

Α. Εγκωμιαστικοί λόγοι

α.«Λόγος συντεθείς παρά του Εντιμοτάτου και Λογιωτάτου, Υπάτου των Φιλοσόφων της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας κυρ Ιακώβου του Αργείου».

β.«Προσφώνησις τον Οικουμενικόν Πατριάρχην Καλλίνικον Β΄ τον Ακαρνάνα».

γ.«Λόγος εγκωμιαστικός εις Ιωάννην Κωνσταντίνον Μπασαράμπαν, ηγεμόνα της Ουγγροβλαχίας».

Β. Επίγραμμα

«Επίγραμμα εις τον Κωνσταντίνον Ραφαήλ».

Γ. Επιστολές

Σώζονται ή μαρτυρούνται γύρω στις 35 επιστολές.

 

Πηγές


 

  • Σοφοκλής Γ. Δημητρακόπουλος, «Ο Σχολάρχης της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής Ιάκωβος ο Αργείος», Πρακτικά Γ΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005), Αθήναι, 2006.
  • Αγαμέμνων Τσελίκας, «Νέα στοιχεία για την προσωπικότητα του διδασκάλου Ιακώβου του Αργείου, σύμφωνα με άγνωστες επιστολές του», Πρακτικά Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι, 1989.

Read Full Post »

Φραγκισκανοί Καπουκίνοι στο Ναύπλιο


 

Στο κείμενο που ακολουθεί γίνονται και γενικότερες αναφορές στους Καθολικούς του Ναυπλίου, για λόγους ευρύτερης ενημέρωσης των αναγνωστών μας.

 

Φραγκισκανοί Καπουκίνοι ( Ordo Fratrum minorum cappucinorum)

  

Ένας από τους τρεις κλάδους (Μικροί Αδελφοί, Καπουκίνοι ή Καπουτσίνοι, Κοινοβιακοί μοναχοί) Καθολικών μοναχών που ανάγουν την ίδρυση και πνευματικότητά τους στον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης.

Ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, έργο του Ελ Γκρέκο.

Προέρχονται από το μοναστικό τάγμα των Φραγκισκανών που αναγνωρίστηκε το 1210 από τον πάπα Ινοκέντιο Γ΄. Το τάγμα των Καπουκίνων ιδρύθηκε από τον φραγκισκανό μοναχό Φραγκίσκο ντε Μπάσι και επικυρώθηκε από τον πάπα Κλήμη Ζ΄. To 1619 δημιούργησαν ξεχωριστό τάγμα με δικό τους αρχηγό. Οι Καπουκίνοι περιέβαλαν με ιδιαίτερη φροντίδα και στοργή τους δυστυχείς και γρήγορα κέρδισαν την αγάπη και την εκτίμηση του λαού. Μολονότι είναι το φτωχότερο μοναστικό τάγμα της καθολικής Εκκλησίας, λόγω των κανόνων του περί ακτημοσύνης και πενίας, προσέλκυσαν πολλούς γόνους της ανώτερης κοινωνίας ενώ κατάφεραν να προσηλυτίσουν πολλούς διαμαρτυρόμενους, εντάσσοντάς τους στο καθολικό δόγμα.

Σχετικά με τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, εμπνευστή και ιδρυτή του τάγματος των Φραγισκανών, ο  ιστορικός Παναγιώτης Κανελλόπουλος γράφει: «έγινε με απόλυτο τρόπο, το γλυκύτατον έαρ που είχε ενσαρκώσει ο Ιησούς, η ανθρώπινα γλυκύτερη μορφή που έχει ως τα σήμερα γεννήσει η Ευρώπη» ενώ ο Φώτης Κόντογλου, παρά την αντιπάθειά του για κάθε τι το δυτικό, τον κατατάσσει «στους πιο αγνούς μαθητές του Ιησού».

 

Φραγκοκρατία ( 1212 -1389)

  

Στην περίοδο της Φραγκοκρατίας οι Λατίνοι Κληρικοί κατέλαβαν πλήρως τα εκκλησιαστικά πράγματα στην Αργολίδα. Οι Ορθόδοξοι κληρικοί και ιεράρχες παραγκωνίστηκαν ή εκδιώχτηκαν από τις έδρες τους και τις θέσεις τους πήραν καθολικοί Επίσκοποι. Αυτοί οι Κληρικοί που έστειλε η Ρώμη και που βίαια κατέλαβαν την εξουσία, κάποιες φορές δεν ήταν οι καλλίτεροι, ούτε οι καταλληλότεροι. Λόγω ακριβώς αυτού του λόγου η επίδρασή τους στους γηγενείς Ορθοδόξους ήταν μικρή. Το Ναύπλιο, το Άργος και η γύρω περιοχή υπάγονται πλέον στη δικαιοδοσία του Λατίνου Επισκόπου Άργους, ο οποίος εξαρτάται απολύτως από τον Λατίνο Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου.

 

Α΄Ενετοκρατία (1389- 1540)

  

Κατά τη διάρκεια της Α’ Ενετοκρατίας, η παρουσία της Ρωμαιοκαθολι­κής Εκκλησίας ήταν συνεχής, μέσω των απεσταλμένων της Αγίας Έδρας. Ο Λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου είχε, με την υποστήριξη της ομόδοξης πολιτικής Αρχής, βαρύνουσα παρουσία στην περιοχή, με έδρα από το 1397, το Ναύπλιο αντί του Άργους.

Γνωστός Λατίνος Επίσκοπος Άργους κατά την Ενετοκρατία, είναι ο Ενετός Secundus Nani. Περί τα τέλη του 1420, η περιοχή του Ναυπλίου, σείστηκε από φοβερή καταιγίδα, η οποία προξένησε πολλές ζημίες στα κτίρια της πόλης.

Στις 21 Ιανουαρίου 1421, με πρωτοβουλία του Λατίνου Επισκόπου Secundi Nani, μεταφέρονται τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Πέτρου Άργους, από το Άργος στο Ναύπλιο. Στο «Χρονικό Σύντομο» αναφέρε­ται: «τω στλκθ’, νεμήσει ιδ’, Ιανουαρίου κα’, ημέρα γ’, Σιγουντονάνης, επίσκοπος Λατίνων, μετεκόμισε τα τίμια λείψανα του οσιωτάτου Πέτρου, επισκόπου Ναυπλίου και Άργους, από Άργους εις την επισκοπήν Ναυ­πλίου».

Ο Nani αρχιερατεύει μεταξύ των ετών 1421-1424. Εν όσω ζούσε, είχε αποδεχθεί την νομική κατάσταση, η οποία υφίστατο επί ορθοδόξων στην «Αγία Μονή» Αρείας Ναυπλίου. Δέχθηκε δηλαδή, να παραμείνει ανενόχλη­τος στην ηγουμενία της Αγίας Μονής, ο ηγούμενος που είχε εκλεγεί χωρίς την έγκριση του και ο διάδοχος του στην ηγουμενία, να εκλέγεται από μόνους τους μοναχούς της Μονής, χωρίς ανάμιξη του οικείου Επισκόπου.

Κατά της αποφάσεως αυτής, ανεφέρθη στις Ενετικές Αρχές, ο διάδοχος του Nani, ο Λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου Bartholomaeus, ο οποίος απαίτησε την αναγνώριση, υπέρ εαυτού, του δικαιώματος διορισμού ηγουμέ­νου της «Αγίας Μονής».

Η αξίωση αυτή οδηγήθηκε ενώπιον της Συγκλήτου και ο δόγης της Ενετίας, Φραγκίσκος Foscari, κοινοποίησε την ληφθείσα απόφαση, δια του από 24ης Δεκεμβρίου 1437 εγγράφου του, προς τον «εξουσιαστήν και καπετάνον» Ναυπλίου Ιωάννην Barbo, αρμόδιο για την εφαρμογή των αποφασισθέντων.

Η μαρτυρία του εγγράφου αυτού, έχει μεγάλη σημασία, για τις σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Καθολικών στην περιοχή. Σ’ αυτό, ο Λατίνος Επίσκοπος επιδιώκει να επισείει την ποινή της απελάσεως, με τη βοήθεια μάλιστα των Οργάνων της Πολιτείας, όταν μοναχοί ή πρόσωπα, που έχουν γενικά εκκλησιαστική ιδιότητα, είναι ανεπιθύμητα στην περιοχή της δι­καιοδοσίας του. Οι μοναχοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αποκαλούνται υποτιμητικά «αδελφίσκοι» και χαρακτηρίζονται με κάποια περιφρόνηση, επειδή θεωρούνται επίφοβοι αιρετικοί. Αυτή η πληροφορία είναι σημαντική, διότι δεν έχουμε άλλες μαρτυρίες, για ανοικτή ρήξη και επεισόδια, μεταξύ Ελλήνων Ορθοδόξων κληρικών και Λατίνων κοσμικών ή εκκλησιαστικών αρχόντων.

Έτσι αυτό το πρόβλημα του Λατίνου Επισκόπου Αργολίδος, είναι ενδεικτικό και συνιστά αξιοπρό­σεκτη μαρτυρία για τη σοβούσα, έστω και υπό λανθάνουσα μορφή, κρίση στις σχέσεις μεταξύ κληρικών των δύο ομολογιών.

  

Α΄Τουρκοκρατία (1540- 1685)

 

Στις 13 Μαΐου του 1630, οι Καπουκίνοι Ιάκωβος και Άγγελος, έφτασαν στο Ναύπλιο προκειμένου να ιδρύσουν σταθμό. Οι δύο μοναχοί κατάγονταν από τις κωμοπόλεις Οστούντο και Τρίκαζε, της περιοχής του Σαλέντο  της Μεσημβρινής Απουλίας, που παλαιότερα ήταν ελληνόφωνη. Δεν αποκλείεται συνεπώς να μιλούσαν την ελληνική, που εξακολουθούν να μιλούν μέχρι σήμερα δέκα χωριά νότια του Lecce. Οι δύο μοναχοί εκτιμώντας την περιοχή εισηγήθηκαν στην Ιερά Σύνοδο, την μόνιμη παραμονή τους στο Ναύπλιο και την δημιουργία μόνιμου σταθμού με αιτιολογία την έλλειψη άλλων καθολικών κληρικών. Η Σύνοδος όμως δεν έκανε δεκτό το αίτημά τους και συμπεριέλαβε το Ναύπλιο στους σταθμούς της κινητής αποστολής των Καπουκίνων που ιδρύθηκαν το 1644 προσωρινά και το 1656 οριστικά.

Όσιος Ιωσήφ ο εκ Λεονίσης. Ιδρυτής της Αποστολής Καπουκίνων στην Ελληνική Ανατολή (1583).

Στα αμέσως επόμενα χρόνια, ο ανταγωνισμός μεταξύ Γάλλων και Ιταλών κληρικών για τον έλεγχο της περιοχής, υπήρξε έντονος. Όμως και μεταξύ ομοεθνών αλλά διαφορετικών ταγμάτων κληρικών, υπήρχε σοβαρός ανταγωνισμός. Οι σχέσεις των Γάλλων Ιησουιτών με τους επίσης Γάλλους Καπουκίνους ήταν ιδιαιτέρως οξυμμένες.

To 1640, έφτασαν στο Ναύπλιο δυο Γάλλοι Ιησουίτες, ο Φραγκίσκος Bleseau και Ρενέ de SaintCosme, που ήρθαν μαζί με τον νεοδιορισμένο πρόξενο της Γαλλίας Ιωάννη Villere, για να εξετάσουν την δυνατότητα εγκατάστασής τους στην πόλη.

Σε σύγχρονη στα γεγονότα αναφορά που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού και δημοσιεύτηκε το 1869 από τον αρχειοδίφη και βιβλιογράφο Αιμίλιο Legrand, πληροφορούμαστε ότι οι δυο Ιησουίτες πέρασαν στο Ναύπλιο το δεύτερο εξάμηνο του 1640 και τους τρεις πρώτους μήνες του 1641.

Εκτός από τις πνευματικές υπηρεσίες που προσφέρανε στην προξενική οικογένεια και στους ολιγάριθμους γηγενείς καθολικούς, κατήχησαν και μετέδωσαν τα μυστήρια σε κατάδικους, σε οθωμανικές γαλέρες που διαχείμαζαν στον Αργολικό.

Αν και η δραστηριότητα αυτή δικαιολογούσε την παρουσία τους στο Ναύπλιο, ο υπεύθυνος της αποστολής Φραγκίσκος Bleseau προτίμησε την ασήμαντη πολίχνη των Αθηνών, επειδή, λόγω της θέσης της, προσφέρονταν καλύτερα για τις επισκέψεις στην Αττική, Εύβοια, Βοιωτία και Πελοπόννησο, περιοχές που εστερούντο καθολικών ιερέων.

Ο π. Ουρβανός Παρισηνός, ηγούμενος των Καπουκίνων στο Ναύπλιο κατά την διετία 1660-1662, γράφει ότι την Μεγαλοβδομάδα του 1660, κήρυξε στην Μητρόπολη των Ελλήνων καλεσμένος από τον Επίσκοπο.

Το 1677 ο ίδιος κληρικός, ηγούμενος τότε στην Μονή Αγίου Γεωργίου στο Γαλατά της Κωνσταντινούπολης, επέστρεψε στο Ναύπλιο. Στην μονή της Παναγίας, ηγούμενος ήταν ο π. Βαρνάβας, επίσης από το Παρίσι, ο οποίος είχε διαδεχτεί τον εκδιωχθέντα από τους Τούρκους το 1674, π. Βασίλειο de Noyon. Με την ευκαιρία της επίσκεψής του, ο π. Ουρβανός που επέστρεφε από την Πάτρα κατευθυνόμενος προς την Κορώνη και Μεθώνη μέσω Ναυπλίου, συνέταξε για την Ιερά Σύνοδο Ευαγγελισμού των Λαών, μια ενδιαφέρουσα αναφορά για την κατάσταση των μικρών καθολικών κοινοτήτων της Πελοποννήσου.

 Συγκεκριμένα για το Ναύπλιο γράφει:

« Από την Πάτρα ήρθα στη Νάπολι της Ρωμανίας όπου μένουν δύο πατέρες μας. Θα πρέπει να ενισχυθούν με ένα τρίτο ώστε να έχουν τη δυνατότητα να επισκέπτονται διαδοχικά την Πάτρα. Στο σχολείο μας συχνάζουν 40 με 50 μαθητές του ελληνικού και του λατινικού τυπικού. Οι πιο αξιόλογες οικογένειες που πριν την οθωμανική κατάκτηση ήταν καθολικές, μας εκτιμούν πολύ. Όπως στην Αθήνα, το κήρυγμα γίνεται στα σπίτια επειδή δεν διαθέτουμε εκκλησίες. Το καλό μεταδίδεται από το ένα σπίτι στο άλλο και οι πιστοί μορφώνονται χωρίς θόρυβο. Κατά την διαχείμαση των γαλερών στον Αργολικό, πολλοί καταδικασμένοι στα κάτεργα χριστιανοί, έρχονται να ακούσουν τη λειτουργία, να εξομολογηθούν και να κοινωνήσουν. Μερικοί οπαδοί αιρέσεων, έχουν αποκηρύξει την πλάνη και ασπαστεί την καθολική πίστη. Όταν παλαιότερα υπηρετούσα εδώ, είχα μεταστρέψει 30 αιρετικούς που έκαναν δημόσια ομολογίας πίστεως….».

Το 1675, μετά από παρέμβαση του μαρκησίου de Nointel, ο οποίος ήταν πρέσβης του Λουδοβίκου ΙΔ΄στην Υψηλή Πύλη του Σουλτάνου, ο π. Βασίλειος de Noyon επέστρεψε στην έδρα του, αφού επισκευάστηκαν από τους Τούρκους όλες οι ζημιές που είχαν προκληθεί στη Μονή κατά την εποχή της δίωξής του.

Σε μια ενδιαφέρουσα επιστολή του Καπουκίνου μοναχού Πλάκιδου από τους Ρήμους ( Reims) της ΒΑ Γαλλίας, που επισκέφτηκε το Ναύπλιο κατά την τετραετία 1684-1688, διαβάζουμε ότι:

«Στο Ναύπλιο ( Napoli de Romanie) έχουμε ένα μικρό αλλά ωραίο και αξιομνημόνευτο μοναστήρι. Η πόλη βρίσκεται σε μια μεγάλη πεδιάδα με ερείπια του παλαιού κάστρου του Άργους σε μικρή απόσταση από την θάλασσα. Είναι, χωρίς υπερβολή, η πιο οχυρωμένη πολιτεία στο Μωριά. Διαθέτει δύο πολύ καλά κατασκευασμένα φρούρια. Το ένα βρίσκεται στην πόλη και το άλλο στη θάλασσα. Οι Τούρκοι υπολογίζονται σε 8.000. το λιμάνι είναι πάρα πολύ καλό για τα πλοία και τις γαλέρες που διαχειμάζουν εδώ. Μερικές φορές, όταν μας επιτρέπουν οι μπέηδες, επισκεπτόμαστε τους δυστυχείς σκλάβους.

 Άλλοτε μας επισκέπτονται στο μοναστήρι αλυσοδεμένοι και συνοδευόμενοι από Τούρκο φύλακα, τον οποίο πληρώνουν με την ελεημοσύνη που τους δίνουμε ή με χρήματα που συγκεντρώνουν στην πόλη.

Η δυστυχία τους είναι τόσο μεγάλη ώστε αναγκάζονται να κλέβουν ότι βρουν. Γι’ αυτό όταν έρχονται σε μας, κλειδώνουμε τα πάντα και δεν τους αφήνουμε μόνους. Τους παρακολουθούμε συνέχεια. Τους εξυπηρετούμε γράφοντας στους συγγενείς τους ή κρατώντας γι’ αυτούς τα γράμματα που τους στέλνουν.

Κάποτε, δίνουμε λύτρα στους μπέηδες για την απελευθέρωσή τους. Είναι ευχαριστημένοι γιατί με τον τρόπο αυτό κερδίζουν χρήματα χωρίς κόπο. Υποχρεωμένοι μαζί μας, μας επιτρέπουν να ταξιδεύουμε χρησιμοποιώντας τις γαλέρες τους, έναντι ολίγων χρημάτων…».   

 

Β΄Ενετοκρατία (1685- 1715)

  

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Στις 20 Αυγούστου 1686, κατά την γνωστή εκστρατεία του Μοροζίνη, το Ναύπλιο κυριεύτηκε και πάλι από τους Ενετούς, οι οποίοι εγκατέστησαν εδώ, νέα πολιτικοστρατιωτική διοίκηση, γνωστή με το όνομα Regno di Μοrea, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο (Napoli di Romania, «eccelentissima«, όπως την αποκαλούσαν οι Ενετοί).

Στο Ναύπλιο μετατίθεται, ο μέχρι τότε Επί­σκοπος Χίου Leonardo Balsarini, με τον τίτλο του «Αρχιεπισκόπου Κορίν­θου». Οι Ενετοί αποκαθιστούν την λατινική ιεραρχία, ανεχόμενοι παράλλη­λα, την Ελληνική ιεραρχία, με τους ιερείς και τα μοναστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Την περίοδο αυτή, δύο Ιταλοί Καπουκίνοι διαδέχτηκαν τους Γάλλους. Για τους Καπουκίνους στο Ναύπλιο κατά την Β΄Ενετοκρατία δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία. Στις πηγές αναφέρονται τα ονόματα του Ορατίου, δάσκαλου της λατινικής και της ελληνικής γλώσσας, του Βερναρδίνου d’ Ontella, με σημαντικές επιτυχίες στον τομέα μεταστροφής διαμαρτυρομένων εμπόρων, του π. Πατρίκιου από το Μιλάνο ο οποίος έφυγε το 1702 στη Ρωσία όπου, με την άδεια του Μεγάλου Πέτρου, ίδρυσε σταθμούς Καπουκίνων στην Πετρούπολη και το Αστραχάν.

Ένας άλλος Ιταλός Καπουκίνος, ο π. Ρόκος, διορίστηκε από την Ρώμη στις 29 Μαΐου του 1694, γενικός επιθεωρητής των καθολικών κοινοτήτων της Πελοποννήσου, με έδρα το Ναύπλιο όπου παρέμεινε μέχρι τον θάνατο του, την 20η Δεκεμβρίου 1695.

Τον Ιούλιο του 1715, το Παλαμήδι και το Μπούρτζι, αλώθηκαν για δεύτερη φορά από τους Τούρκους. Οι Ενετοί έχασαν όλες τις κτήσεις τους στην Ανατολική Μεσόγειο με εξαίρεση τα Επτάνησα τα οποία διατήρησαν μέχρι την κατάλυση της Δημοκρατίας τους από τον Μεγάλο Ναπολέοντα το 1797. 

  

Η έκθεση Corner

 

Αξίζει εδώ να αναφερθεί η έκθεση του Giacomo Corner, γενικού Προ­βλεπτή Πελοποννήσου, την οποία συνέταξε στις 23 Ιανουαρίου 1691, για χρήση της Γερουσίας. Περιγράφει εκεί ο Corner με μελανά χρώματα, την πνευματική κατάσταση της Πελοποννήσου, υποτιμώντας τον Ορθόδοξο Κλήρο, αλλά και μερικούς καθολικούς κληρικούς.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει στην έκθεση αυτή, η περιγραφή της ειρηνικής πολιτικής προς την Ορθόδο­ξη Εκκλησία, που είχαν προγραμματίσει να εφαρμόσουν οι Ενετικές Αρχές, κατά την παραμονή τους στο Ναύπλιο, με κύριο στόχο να μη δημιουργηθεί δυσαρέσκεια στο λαό, προφανώς προ της απειλής της Οθωμανικής Αυτο­κρατορίας, που είχε βλέψεις στην περιοχή.

Ο αγώνας τότε μεταξύ Τούρκων και Ενετών, ήταν η κυριαρχία στο Αιγαίο, για το οποίο έγιναν οι γνωστοί Ενετοτουρκικοί πόλεμοι. Οι Ενετοί συμπεριφέρονταν στον εντόπιο πληθυ­σμό ηπιώτερα, για να έχουν φυσικά την υποστήριξη τους.

Ο Corner υπόσχεται, ότι δε θα αφαιρεθούν οι περιουσίες των Εκκλησι­ών, αλλά και το ίδιο το Κράτος θα βοηθήσει στην επισκευή τους. Απέναντι στον Ορθόδοξο Κλήρο, συνιστά διπλωματική στάση, δηλαδή ήπια και διαλλακτική. Αλλά όπως πάντα, η πράξη διαφέρει της θεωρίας. Δηλαδή, η αρχή της συμφιλιωτικής πολιτικής επισκιαζόταν πολλές φορές, από την αρχή «βασιλικώτερος του βασιλέως»!

 

Β΄Τουρκοκρατία (1715- 1821)

  

Σχετικά με την περίοδο αυτή ο Δρ. Μάρκος Ρούσσος- Μηλιδώνης γράφει στα « ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΝΑΥΠΛΙΟΥ (75 μ.Χ-2004)» τα εξής:

 «Από το 1716 έως το 1821, την πνευματική φροντίδα των ελαχίστων Καθολικών στο Ναύπλιο, είχαν ένας ή δύο – ενίοτε και κανένας – Γάλλοι Καπουκίνοι οι οποίοι υπάγονταν στη μεγαλύτερη Μονή της Αθήνας. Η τύχη τους εξαρτώνταν από την παρουσία των πρόξενων της Γαλλίας που συχνά εγκατέλειπαν το Ναύπλιο για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Στη «φυγή» τους, τους ακολουθούσαν και οι εκτεθειμένοι στους εκβιασμούς των Τούρκων, Καπουκίνοι.

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Ούτε ο τόπος στον οποίο κατοικούσαν μετά το 1716, μας είναι γνωστός. Βέβαιο είναι ότι η μητρόπολη των Ενετών Άγιος Γεώργιος, μετατράπηκε σε τέμε­νος μετά την αποχώρηση τους. Θα πρέπει, συνεπώς, να έφυγαν από εκεί οι ιερο­μόναχοι που υποτίθεται ότι έμεναν σε γειτονικό με το ναό κτίριο.

Όταν εξερρά­γη η Επανάσταση, στο Ναύπλιο υπηρετούσε ο Σμυρναίος π. Πολύκαρπος ο οποί­ος το εγκατέλειψε το 1822, λόγω των εκτεταμένων ζημιών που είχε υποστεί η αγνώστου θέσεως κατοικία του. Οπωσδήποτε δεν ήταν στο χώρο της σημερινής καθολικής εκκλησίας η οποία λειτουργούσε το 1821, ως οθωμανικό τέμενος.

Με την επανάσταση και την απελευθέρωση του Ναυπλίου στις 29/30 Νοεμβρίου 1822, αρχίζει η νεώτερη ιστορία της πόλεως και μαζί της, της μικρής καθολικής κοινότητας, κυρίως εξ αλλοδαπών αλλά και ευάριθμων Κυκλαδιτών».

 

Ελεύθερη Ελλάδα

 

Ο Επίσκοπος Επιδαύρου κ. Καλλίνικος, στα ΝΑΥΠΛΙΑΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΙΙΙ (1998) αναφερόμενος στην τύχη των καθολικών πιστών και ιδρυμάτων επί τελευταίας Τουρκοκρατίας και ελευθέρας Ελλάδος γράφει:

«Στα 1781, υπήρχαν συνολικά εκατό (100) καθολικοί πιστοί, στην Αθή­να, το Ναύπλιο, την Κορώνη και την Πάτρα. Στο Ναύπλιο παρέμειναν λιγοστές οικογένειες, που ασχολούνταν με το εμπόριο και με διπλωματικές αντιπροσωπείες της Γαλλίας, της Βενετίας και άλλων Ευρωπαϊκών Κρατών.

Η κατάσταση αυτή, ανατρέχει σε όλη την Τουρκοκρατία (1771-1822), μέχρι που ήλθε ο πρώτος Βασιλιάς του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους, ο καθολικός το θρήσκευμα Όθωνας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, το 1833.

Το Βασιλιά Όθωνα, συνόδευε σημαντικός αριθμός καθολικών Βαυα­ρών. Υπολογίζεται πως ήταν μαζί του χίλιοι οκτακόσιοι πενήντα (1850) Βαυαροί, κυβερνητικοί, άλλοι τιτλούχοι, στρατιωτικοί, αυλικοί, οι οποίοι μετακόμισαν στην Αθήνα, όταν το 1834 μεταφέρθηκε εκεί η έδρα της πρω­τεύουσας. Σε ανεπίσημη απογραφή του καθολικού πληθυσμού στα 1834, μετά την εγκατάσταση του ‘Οθωνα στην Αθήνα, έχουμε ακόμη στο Ναύπλιο εκατόν είκοσι (120) πιστούς του καθολικού Δόγματος.

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

To 1839, ύστερα από αίτηση του Επισκόπου των Δυτικών Λουδοβίκου Μαρία Blanchis, Επισκόπου Σύρου, που είχε την ποιμαντική φροντίδα των καθολικών πιστών της Ελλάδας, σε περιοχές που δεν υπήρχαν Λατίνοι Επί­σκοποι, όπως στο Ναύπλιο, δωρήθηκε από τον Όθωνα το τέως μουσουλμα­νικό Τέμενος, δηλαδή η λεγόμενη «Φραγκοκλησιά» στην πλαγιά της Ακρο­ναυπλίας, για να μετατραπεί σε καθολικό Ναό του Ναυπλίου.

Στο Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α. Κράτους, και στους φακέλους: ΔΗΜ 1.1/Π 35(1839) και ΔΗΜ 1.1./12 32β (1838), βρίσκουμε τη σχετική αλληλογραφία, για την παραχώρηση του τζαμιού στους Δυτικούς, τους Καθολικούς του Ναυπλίου.

Βλέπουμε στο υπ’ αριθ, 4998/28 Αυγούστου 1838 έγγραφο του Διοικη­τού Αργολίδος, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίου, ότι «κατόπιν αιτήσεως του εν Σύρω Επισκόπου των Δυτικών, απευθυνόμενης προς την επί των Εκκλησια­στικών Βασιλικήν Γραμματείαν, ο Δήμαρχος προσκαλείται, βάσει και της υπ’ αριθ. 12021 διαταγής της επί των Εσωτερικών Γραμματείας», να κάμει αίτηση, ώστε να παραχωρηθεί στους πιστούς του Δυτικού Δόγματος το πα­ραπάνω τζαμί ή κάποιο άλλο κατάλληλο απ’ όσα υπάρχουν προς ανέγερσιν Ναού «κατά τον νόμον περί προικοδοτήσεως».

Ο Διοικητής παρακαλεί τον Δήμαρχο, να έχει την αίτηση του, το ταχύτερο, για να την υποβάλλει εις την «επί των Εσωτερικών Γραμματείαν». Το Τέμενος χαρακτηρίζεται ως «το υπό τον Ιτσκαλέ ερείπιον τζαμίου».

Σε έγγραφο της 7 Νοεμβρίου 1838, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίας, ο εφημέριος των καθολικών Ναυπλίου, ιερέας Πέτρος Πριβιλέγγιος, απο­στέλλει κατάλογο των «όσων έγραψε έως τώρα» καθολικών, εκατόν είκοσι εννέα (129) ονόματα, που βρίσκονται στο Ναύπλιο και επιφυλάσσεται να στείλει και άλλον με ονόματα των υπόλοιπων Καθολικών του Ναυπλίου. Με το από 20 Φεβρουαρίου / 4 Μαρτίου 1839 Βασιλικό Διάταγμα, πα­ραχωρείται «εις τούς ενταύθα διαμένοντας ή ως δημότας εις τον Δήμον Ναυ­πλίας καταγραφέντας Δυτικούς» η οικοδομή του τζαμιού, που βρίσκεται «εντός του φρουρίου πλησίον του Ιτσκαλέ».

Με το από 31 Μαρτίου / 12 Απριλίου 1839 έγγραφο του, ο ιερέας Πέ­τρος Πριβιλέγγιος, με την ιδιότητα του εφημέριου των καθολικών Ναυ­πλίου, ευχαριστεί και εκ μέρους των πιστών του Δυτικού Δόγματος τον Δήμαρχο Ναυπλίου, «διά την φιλοκαλίαν και προσπάθειαν», την οποία κατέ­βαλε ως προϊστάμενος του Δήμου Ναυπλιέων, προς επιδίωξη του σκοπού τους, δηλαδή για ίδρυση καθολικού Ναού.

Με το από 3 Μαΐου 1839 έγγραφο, ο Δήμαρχος Ναυπλίου Γ. Μ. Αντωνό­πουλος, διατάσσει τον Δημοτικό Αστυνόμο, να διώξει όσους κατοικούν εις τα «χαμώγια του υπό τον Ιτσκαλέ τζαμίου», δίνοντας τους μόνο τρεις (3) ημέρες προθεσμία, για να βρουν άλλα καταλύματα, διότι το τζαμί αυτό, εχορηγήθη εις τους καθολικούς δια της Κυβερνήσεως, για να ανιδρύσουν Ναόν του Δόγματος τους.

Στην παραχώρηση συνέβαλε, ο προσωπικός φίλος του Βασιλιά, Γάλλος συνταγματάρχης Α. Ιλαρίων Touret. Ο Ναός επισκευάζεται λόγω των ζη­μιών από τα επαναστατικά γεγονότα και ανοικοδομείται πρεσβυτέριο, για κατοικία του εκάστοτε εφημερίου. Τα εγκαίνια του ναού έγιναν στα 1840 από τον εφημέριο Φραγκίσκο Κουκούλα και αφιερώθηκε στη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος». Την εποχή εκείνη το Ναύπλιο συγκέντρωνε τριακοσίους (300) περίπου καθολικούς, Έλληνες και ξένους. Οι δεύτεροι ανήκαν στο σώμα των Βαυαρών στρατιωτών, που είχαν συνοδεύσει τον Όθωνα».

 

Σχετικά θέματα:

   

Πηγές


  • Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Φραγκισκανοί Καπουκίνοι στη Νάπολι της Ρωμανίας 1642-1821», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2000.
  • Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη, «Οι καθολικοί στο Ναύπλιο», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος ΙΙΙ, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1998.   
  • Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Ανάλεκτα Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου 75μ.χ. – 2004», Έκδοση Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου, 2004.
  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, « Η Ναυπλία από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς », Τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, Εν Αθήναις 1898.

Read Full Post »

Παπαδόπουλος Κυριάκος (παπά- Κυριάκος) Κωνσταντίνου (1797- ; )


 

 

Ο παπά Κυριάκος Παπαδόπουλος του Κωνσταντίνου, κάτοχος του ιερατικού οφφικίου του οικονόμου, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο [Αργολίδας] το 1797, και όπως υποδηλώνει το επώνυμό του, πιθανόν ο πατέρας ή ο παππούς του  να ήταν ιερέας. Δε γνωρίζουμε το όνομα της μητέρας του ούτε το γένος. Όπως φαίνεται από το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας Παπαδοπούλου, είχε έναν αδελφό, τον Αντρέα και δυο γιους, τον Κωνσταντίνο και τον Ιωάννη, από τους οποίους προέρχονται οι οικογένειες των αειμνήστων, Ευαγγέλου Κων/νου Παπαδοπούλου (Λεροβαγγέλη), του δωρητή της αρχικής Κοινοτικής Βιβλιοθήκης του Αχλαδοκάμπου Θεοδώρου Κων/νου Παπαδοπούλου και Αντωνίου Ιωάννου Παπαδοπούλου (Μαριαντώνη).

Από το οικογενειακό  περιβάλλον του και από την ενασχόληση και μελέτη με τα εκκλησιαστικά, φαίνεται, έμαθε λίγα γράμματα, τα οποία του χρησίμευσαν, και σαν αρχηγού εικοσιπενταμελούς ομάδας Αγωνιστών, κατά των Τούρκων, από την αρχή μέχρι το τέλος της Επανάστασης του 1821, και σαν ιερέα του χωριού, μετά το τέλος αυτής. Ο Κυριάκος Παπαδόπουλος υπηρέτησε την πατρίδα σαν Αγωνιστής, κατά την Επανάστασης του 1821, και σαν ιερέας του χωριού, μετά το τέλος αυτής.

Στο Παλαιό Μητρώο των Αγωνιστών του 1821, στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, με αύξοντα αριθ. 1417, αναφέρεται «ως απλούς στρατιώτης, Τάξεως Τρίτης», που παρευρέθη σε διάφορες μάχες. Στο Νέο Μητρώο με αύξοντα αριθ. 3192, αναφέρεται σαν αξιωματικός, γιατί κατά την 440 συνεδρίαση της σχετικής Επιτροπής του Υπουργείου των Στρατιωτικών, επανακρίθηκε και «ετάχθη εις την Εβδόμην Τάξιν αξιωματικών»  και σημειώνεται ότι  «ηγωνίσθη απ’ αρχής μέχρι τέλους του Αγώνα».

Για τη ζωή και τη δράση του, σαν Αγωνιστής του 1821, και μάλιστα επικεφαλής εικοσιπενταμελούς ή και πεντηκονταμελούς ομάδας συναγωνιστών, για τη συμμετοχή του στις  διάφορες μάχες της Πελοποννήσου, για τη φιλοξενία οπλαρχηγών και στρατιωτών στο πατρικό του σπίτι, για τα χρήματα που δαπάνησε για τη συντήρηση των στρατιωτών και για πολλά άλλα, πληροφορούμεθα από το σωζόμενο έγγραφο του Υπουργείου των Στρατιωτικών, με το οποίο του αποδόθηκε το Αργυρό νομισματόσημο, από το πιστοποιητικό του Δημάρχου Υσιών και από την τελευταία αίτησή του προς την Εθνική Επιτροπή, για αναγνώριση και αμοιβή των υπηρεσιών του. Τα έγγραφα αυτά, σχετικά με το πρόσωπο και τη δράση του, βρίσκονται στον οικείο φάκελο, στο κουτί 165, του Τμήματος Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης Αθηνών, όπου και το Μητρώο των Αγωνιστών του 1821.  

Παραθέτουμε χρονολογικά και αυτούσια τα σωζόμενα έγγραφα, χάρη της Ιστορίας.

α) Έγγραφο απονομής του Αργυρού νομισματοσήμου:

«Βασίλειον της Ελλάδος

Αριθ.8600

Το Υπουργείον των Στρατιωτικών,

Προς τον κυριον παπά- Κυριάκον Παπαδόπουλον, εξ Αχλαδοκάμπου.

Η αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς ηυδόκησε να εγκρίνη να δοθή κατά συνέπειαν των της 20 Μαΐου/ 1 Ιουνίου 1843 και 18/30 Σεπτεμβρίου 1835 διαταγμάτων εις τον κύριον παπά – Κυριάκον Παπαδόπουλον το Αργυρούν νομισματόσημον, δι’ ανταμοιβήν των κατά τον υπέρ της ανεξαρτησίας πόλεμον εκδουλεύσεών του, και χορηγεί εις αυτόν την άδειαν να το φέρη εις πάσαν περίστασιν.

Το δίπλωμα του νομισματοσήμου του ενχειρίζεται οσονούπω.

Αθήναι την 17 Μαΐου 1844

Ο Υπουργός 

(τ.σ.) Π. Γ. Ρόδιος»   

  

β) Πιστοποιητικό Δημάρχου:

 

«Βασίλειον της Ελλάδος

Αριθ. 460

Ο Δήμαρχος Υσιών πιστοποιεί ότι

Ο παπά – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος είναι κάτοικος του χωρίου Αχλαδοκάμπου και δημότης του οποίου προϊστάμεθα Δήμου, είναι εγγεγραμμένος υπό τον αύξοντα αριθ. 582 του Δημοτολογίου μας, υπό ηλικίαν ετών 58, το επάγγελμα ιερεύς της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, νυν δε διάγει το 68 έτος της ηλικίας του.  

Όθεν τη αιτήσει αυτού χορηγούμεν το παρόν της ταυτότητός του πιστοποιητικόν, δια να του χρησιμεύση όπου δει. 

Εν Αχλαδοκάμπω τη 24 Μαΐου 1865 

Ο Δήμαρχος 

(τ. σ.) Αντώνιος Δημ. Αντωνόπουλος»

  

γ) Αίτηση για αμοιβή των εκδουλεύσεών του:

 

«Εν Αχλαδοκάμπω την 24ην Μαΐου 1865. 

Προς την επί της εκδουλεύσεως των Αγωνιστών Εθνικήν Επιτροπήν,  δια του κυρίου Δημάρχου Υσιών.

Ο ευσεβάστως υποσημειούμενος παπά – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος, κάτοικος του χωρίου Αχλαδοκάμπου, του Δήμου Υσιών, της επαρχίας Άργους, αναφέρω δια της παρούσης μου τα εξής. 

Ότι κατά το  έτος 1821, όπου ήρχισεν η Επανάστασις, δράξας τα όπλα και τεθείς επί κεφαλής είκοσι πέντε  ανδρών, ηκολούθησα υπό τας διαταγάς  του αρχηγού Παναγ. Ζαφειροπούλου ή Άκουρου, Νικήτα Σταματελοπούλου και Γενναίου Κολοκοτρώνη, παρευρέθην εις τας πλείστας συγκροτηθείσας κατά την Πελοπόννησον μάχας, ήτοι εις Τρίκορφα, Βαλτέτζι, Δολιανά, Γράνα, Άγιον Σώστην, Ναύπλιον, Άργος, Νεόκατρον, Σπολιανά και Αβαρίνους. Παρευρέθην δε και εις την εκστρατείαν της Ρούμελης Δράμαλη, και είχον υπό τας διαταγάς μου πεντήκοντα στρατιώτας.

Εις τας μάχας ταύτας επολέμησα ανδρείως και καρτερικώς προς απελευθέρωσιν της φίλης ημών Πατρίδος, και πολλά χρήματα εδαπάνησα εις τους υπό την οδηγίαν μου στρατιώτας.

Η οικία μας ήτο, κατά την διάρκειαν της Επαναστάσεως, ως ξενοδοχείον διαφόρων οπλαρχηγών και πολλών στρατιωτών.

Προς ανταμοιβήν των εκδουλεύσεών μου εις τον υπέρ ανεξαρτησίας πόλεμον μοι εδόθη, από της παρελθούσης Κυβερνήσεως το Αργυρούν νομισματόσημον, δια της από 17 Μαΐου και υπ’ αριθ. 8600 διαταγής του Υπουργείου των Στρατιωτικών περί της εκδουλεύσεώς μου.  

Ανεφέρθην και εις την άλλοτε συσταθείσαν  επιτροπήν εις ην υπέβαλον και τα πιστοποιητικά των οπλαρχηγών μου, και ουδέν ενεργήθη. Αναφερόμενος και εις την Επιτροπήν ταύτην εις ην υποβάλλω αντίγραφον και  πιστοποιητικόν της Δημοτικής μου Αρχής περί της ταυτότητός μου και την παρακαλώ ίνα ευαρεστηθή να λάβη υπ’ όψιν την δικαίαν ταύτην αίτησίν μου, και να ενεργήση όπως μοι αποδοθούν τα στρατιωτικά μου δικαιώματα, δια  την προς την πατρίδα πιστών εκδουλεύσεών μου, δια να δυνηθώ ν’ ανακουφίσω τα  δεινοπαθήματά μου, ήδη ότε έφθασα εις γεροντικήν ηλικίαν ετών 68. 

Πέποιθα εις την δικαιοσύνην της σεβαστής ταύτης Επιτροπής.

Υποσημειούμαι, 

παπα – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος

Κυριάκος Παπαδόπουλος ιερεύς

Οικονόμος».

Στην απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865, αν και ζει ακόμη και υποβάλει αίτηση και πιστοποιητικό του Δημάρχου, δεν αναφέρεται μεταξύ των πολλών άλλων Αχλαδοκαμπιτών Αγωνιστών.  

Ο Κυριάκος Παπαδόπουλος υπηρέτησε τον Αχλαδόκαμπο και σαν ιερέας στο ναό της   αγίας Κυριακής. Δε γνωρίζουμε όμως, ούτε το χρόνο της χειροτονίας του, ούτε το χρόνο του θανάτου του.

Η χρονική περίοδος της ιερατείας του πρέπει να τοποθετηθεί μεταξύ του 1827, χρόνου κατά τον οποίον έληξε η Επανάσταση και του χρονικού διαστήματος, μεταξύ 1865, ότε ακόμη ζει και υποβάλει αίτηση, για την αμοιβή των στρατιωτικών του δικαιωμάτων , και του 1888, γιατί στο δωρητήριο συμβόλαιο εκείνου του χρόνου, με το οποίο οι κάτοικοι  του Αχλαδοκάμπου, παραχώρησαν δασικές εκτάσεις δωρεάν υπέρ της αποπεράτωσης του ναού του αγίου Δημητρίου, δεν αναφέρεται το όνομά του μεταξύ των επιζώντων και εν ενεργεία διατελούντων τότε ιερέων, οι οποίοι σαν αντιπρόσωποι της Εκκλησίας αποδέχονται τη δωρεά των κατοίκων.

Παράδοση των απογόνων του, που την αντιπροσωπεύει σήμερα ο ηλικίας  90 περίπου  χρόνων Γεώργιος Ηλία Σκούμπης, γαμβρός επί θυγατρί του Ευαγγέλου Κων/νου Παπαδοπούλου, μαρτυρεί ότι μέχρι το 1940 διασώζονταν στην πατρική οικία του παπά – Κυριάκου Παπαδόπουλου πολλά εκκλησιαστικά βιβλία, μεταξύ των οποίων και το Πηδάλιον των ιερών κανόνων.

Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος

Φιλόλογος – Θεολόγος

Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή  


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, «Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Ποιμήν θαυμαστός και θείον καταφύγιον και λίχνος του Άργους εχρημάτισας


  

Με ιδιαίτερη λαμπρότητα εορτάστηκε κι εφέτος η Μνήμη του Φρουρού και προστάτη της πόλης του Άργους, Αγίου Πέτρου, Επισκόπου Άργους, του Σημειοφόρου και Θαυματουργού.

Με την εντυπωσιακή παρουσία χιλιάδων πιστών, που προσήλθαν για να τιμήσουν τον «Μέγα εις την ταπείνωσιν, μέγα εις την αρετήν και την αγιότητα, μέγα εις την γραφίδα και τον λόγον, μέγα ως επίσκοπο της επαρχίας μας και αστέρα ολόκληρης της Ορθοδοξίας» και παρουσία τοπικών πολιτικών και στρατιωτικών αρχών, την παραμονή (2α Μαΐου) τελέστηκε μέγας πολυαρχιερατικός εσπερινός υπό την χοροστασία του Μητροπολίτη Πατρών κ. Χρυσοστόμου και αμέσως μετά ακολούθησε η λιτάνευση των Αγίων Λειψάνων και της Αγίας εικόνας Του, ενώ το φιλόχρηστο πλήθος παρακολούθησε με θρησκευτική κατάνυξη την πομπή.  

Την επομένη, κυριώνυμον (3η Μαΐου) τελέστηκε πανηγυρική πολυαρχιερατική θεία λειτουργία, χοροστατούντος του Μητροπολίτου Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευσταθίου και με την παρουσία των Μητροπολιτών: Αργολίδος κ. Ιακώβου, Άρτης κ. Ιγνατίου, Περιστερίου κ. Χρυσοστόμου, Πατρών κ.  Χρυσοστόμου, Κορίνθου κ. Διονυσίου  και των Θεοφιλεστάτων Επισκόπων Επιδαύρου κ. Καλλινίκου και Ανδρούσης κ. Θεοκτίστου.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, πραγματοποιήθηκε στο Σύλλογο Αργείων ο «ΔΑΝΑΟΣ» εορταστική Συνεδρία με θέμα: «Άγιος Πέτρος – Επίσκοπος Άργους, Σημειοφόρος και θαυματουργός» που οργάνωσε για δεύτερη χρονιά ο καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου, με την οργανωτική ευθύνη του Πρωτοπρεσβύτερου και Προϊσταμένου του Ναού π. Γεωργίου Σελλή και με ομιλητές εξέχοντες επιστήμονες.

Το πρόγραμμα είχε ως εξής:

Μουσική εισαγωγή. Ένα πιάνο και μια κιθάρα, κράτησαν μελωδική συντροφιά στο πολυπληθές ακροατήριο ενώ στη συνέχεια εψάλησαν Εορταστικοί Ύμνοι από την Χορωδία του Καθεδρικού Ιερού Ναού  Αγίου Πέτρου υπό  την διεύθυνση του κ. Γιάννη Χαβιαρλή.               

Την εκδήλωση χαιρέτισαν ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ. Καλλίνικος και ο Αντιδήμαρχος Άργους κ. Παναγιώτης Κωνσταντινόπουλος.   Την έναρξη των εργασιών κήρυξε ο Πρωτ/ρος π. Γεώργιος Σελλής.    Το πρώτο μέρος συντόνισε ο κος Γεώργιος Στείρης, Λέκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής   Πανεπιστημίου Αθηνών.                   

           

Η πρώτη ομιλήτρια κα Ειρήνη Χριστινάκη- Γλάρου. Διδάκτωρ του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην γλαφυρή και μεστή ομιλία της, ανέπτυξε το θέμα: “Η σύννομος ψηλάφηση του Ιερού Προσώπου και η κανονική ανακήρυξη της Αγιοσύνης Του κατά την Ορθόδοξη παράδοση’’.

Στην συνέχεια ο λόγος εδόθη στον κ. Παναγιώτη Πανταζάκο. Επίκουρο Καθηγητή του       Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος στην μεθοδική και τεκμηριωμένη ομιλία του ανέπτυξε το θέμα:‘‘Ιωακείμ και Άννα, ονειδισμού ατεκνίας. Παιδιά θαύματα του Θεού. Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους και η Παντοδυναμία του Θεού’’.

O Συντονιστής κ. Στείρης, έκλεισε το πρώτο μέρος της Συνεδρίας με σύντομη  αναφορά του στα συμπεράσματα που προέκυψαν.

Μετά το πέρας του πρώτου μέρους, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ. Καλλίνικος απένειμε αναμνηστική πλάκα, σε ένδειξη αγάπης και εκτιμήσεως της τοπικής εκκλησίας, στους τρεις εκλεκτούς επισκέπτες – ομιλητές.

Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε, με την απονομή επαίνων σε μαθητές της Α΄βάθμιας και Β΄βάθμιας Εκπαίδευσης Αργολίδος που συμμετείχαν και διακρίθηκαν στον μαθητικό διαγωνισμό με θέμα « Ο ναός στη ζωή μας ». Την πρωτοβουλία αυτή χαιρέτισε μα θερμούς λόγους ο Διευθυντής της Α΄βάθμιας Εκπαίδευσης κ. Αγγελόπουλος, ενώ την διαδικασία συντόνισε με μεγάλη επιτυχία η κα Δήμητρα Μποζιονέλου.  

Είθε η μυροβόλος και ιαματική αύρα του Αγίου, μας περιβάλλει και μας προστατεύει σε ολόκληρη την ζωή μας.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »