Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Βελλίνης Γεώργιος (†1840)


 

Γεώργιος Βελλίνης: Εμπνευσμένος κληρικός, φιλικός και αγωνιστής του 1821 από το Ναύπλιο. Το 1810 ήταν εφημέριος στο Πλατανίτι Ναυπλίου. Οι Τούρκοι γρήγορα διαπίστωσαν την πατριωτική του δράση, έτσι το 1820 αναγκάστηκε να καταφύγει στο Γαλάζιο της Μολδαυΐας. Πήρε μέρος στην Επανάσταση της Μολδοβλαχίας, που κήρυξε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης το Φεβρουάριο του 1821 και μετά το άδοξο τέλος της πήγε στην Τεργέστη και κατόπιν ήλθε στο Ναύπλιο, όπου έγινε πρωθιερέας στο ναό του Αγίου Γεωργίου.

Πήρε μέρος στην Επανάσταση στην Αργολίδα, εμψυχώνοντας τούς πολεμιστές στα γύρω στρατόπεδα. Πήρε μέρος επίσης και στην τελευταία έφοδο του Στάϊκου Σταϊκόπουλου εναντίον των Τούρκων του Παλαμηδίου, η οποία και κατέληξε στην άλωσή του, στις 30 Νοεμβρίου 1822. Την ίδια μέρα τέλεσε την πρώτη ευχαριστήρια λειτουργία και δοξολογία στο ναό του Αγίου Ανδρέα, που βρίσκεται στο Παλαμήδι, χρησιμοποιώντας τα ιερά σκεύη του ναού της Αγίας Παρασκευής. Μετά την απελευθέρωση του Ναυπλίου ο Γεώργιος Βελλίνης ξαναγύρισε στη θέση του ως πρωθιερέας του ναού του Αγίου Γεωργίου και έγινε έφορος και δημογερόντων Ναυπλίου. Πέθανε στις 25 Νοεμβρίου 1840 στο Ναύπλιο και τάφηκε μέσα στο ναό, κάτω από το Άγιο Βήμα.

Γιος του ήταν ο Σπυρίδων Βελλίνης , λόγιος και εκδότης της «Ιστορίας της Ελλάδας από την άλωση της Κωνσταντινούπολης μέχρι το 1821», που εξέδωσε το 1856.

 

Πηγές


 

  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • «Ποικίλη Στοά», Εθνικόν Ημερολόγιον 1887, σελ. 293-294, Αθήναι.

Read Full Post »

Οι έφιπποι ανδριάντες του Κολοκοτρώνη – Η υπαίθρια γλυπτική


 

Ο Κολοκοτρώνης του Ναυπλίου – Ο Κολοκοτρώνης της Αθήνας – Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη – Ο Κολοκοτρώνης στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας – Η προτομή του Κολοκοτρώνη στο Άργος.

 

Η γλυπτική από τη φύση της εκπληρώνει το υψηλότερο όραμα της τέχνης. Την υπέρβαση της φθοράς και του θανάτου, την κατάκτηση της αιωνιότητας, τη διάρκεια. Λόγω της αντοχής των υλικών της, προοριζόταν κυρίως για τον ανοιχτό, υπαίθριο χώρο. Τα υπαίθρια γλυπτά έχουν αξία καλλιτεχνική αλλά και διδακτική, γιατί προβάλλουν πρότυπα και συμβάλλουν στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Λόγω της καλλιτεχνικής και της ιστορικής τους σημασίας θεωρούνται και είναι μνημεία, αφού με τον όρο «μνημείο» χαρακτηρίζεται ένα αντικείμενο που χρησιμεύει στη διαιώνιση της μνήμης ενός ή πολλών προσώπων, ενός γεγονότος ή μιας ιδέας. Μνημείο γίνεται ό,τι αξίζει να διασωθεί από τη λήθη και να μείνει στη μνήμη.

Ο «Ιππέας Rampin». Μουσείο Ακρόπολης.

Ο «Ιππέας Rampin». Μουσείο Ακρόπολης.

Τα δημόσια γλυπτά είναι μια ξεχωριστή κατηγορία έργων τέχνης. Θα τα βρούμε στις πλατείες, στα πάρκα, σε κάθε είδους δημόσιους χώρους, σε όλες τις πόλεις του κόσμου. Το γλυπτό έργο τέχνης  φέρει τη σφραγίδα του δημιουργού του, τοποθετείται σε χώρο, που γίνεται το άμεσο περιβάλλον του και  καλείται  να «συνομιλήσει» με το θεατή. Η επιλογή του χώρου είναι καθοριστική για το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα και την ένταξη του γλυπτού στο περιβάλλον. Τα κριτήρια επιλογής του αφορούν είτε την ιστορική σύνδεση του χώρου με το τιμώμενο πρόσωπο ή γεγονός, είτε αρχιτεκτονικές και χωροταξικές παραμέτρους. Τη συνολική, βέβαια, εικόνα του γλυπτού επηρεάζουν οι διαρρυθμίσεις του περιβάλλοντος χώρου, το πράσινό, ο φωτισμός, η κυκλοφορία και η κίνηση των πεζών καθώς και το βάθρο, το οποίο άλλοτε αναβαθμίζει και άλλοτε υποβαθμίζει το έργο τέχνης.

Οι έφιπποι ανδριάντες είναι μνημειακές παρουσιάσεις ενός ιππέα με το άλογό του σε ποικίλους βηματισμούς. Είναι Φιλοτεχνημένοι κυρίως σε ορείχαλκο, ώστε να εξασφαλίζεται η σταθερότητά τους. Το παλαιότερο σωζόμενο έφιππο άγαλμα ανήκει στην αρχαϊκή εποχή και είναι ο επονομαζόμενος «Ιππέας Rampin», που είχε βρεθεί σε μια πλαγιά της Ακρόπολης των Αθηνών. Έχει φιλοτεχνηθεί από μάρμαρο γύρω στο 560 π. Χ. και απεικονίζει κούρο ιππέα πάνω στο άλογό του.

Έφιππος ανδριάντας του Μάρκου Αυρηλίου στο Καπιτώλιο της Ρώμης.

Έφιππος ανδριάντας του Μάρκου Αυρηλίου στο Καπιτώλιο της Ρώμης.

Στην αρχαία Ρώμη έφιπποι ανδριάντες αναγείρονταν προς τιμήν αυτοκρατόρων, πολιτικών ανδρών και στρατιωτικών ηγετών. Σήμερα το μόνο σωζόμενο δείγμα της εποχής εκείνης είναι ο μπρούντζινος έφιππος ανδριάντας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, που χρονολογείται από το 2ο μ. Χ. αιώνα. Παλαιότερα, ο ανδριάντας στεκόταν σ’ ένα βάθρο στο κέντρο της Πλατείας του Καπιτωλίου στη Ρώμη, που είχε διαμορφώσει το δέκατο έκτο αιώνα ο Μιχαήλ Άγγελος. Σήμερα στο κέντρο της πλατείας υπάρχει ένα αντίγραφο του έφιππου ανδριάντα του Μάρκου Αυρηλίου, ενώ το πρωτότυπο φυλάσσεται στο Μουσείο του Καπιτωλίου.

Χάλκινος ανδριάντας του Έρασμο ντα Νάρνι (Γκαταμελάτα). Έργο του Ντονατέλο, Πάντοβα.

Χάλκινος ανδριάντας του Έρασμο ντα Νάρνι (Γκαταμελάτα). Έργο του Ντονατέλο, Πάντοβα.

Από τα σημαντικότερα δείγματα έφιππων ανδριάντων της αναγεννησιακής Ευρώπης είναι ο χάλκινος ανδριάντας του Βενετσιάνου Έρασμο ντα Νάρνι, γνωστού ως Γκαταμελάτα, φιλοτεχνημένος από το Φλωρεντινό γλύπτη Ντονατέλο, που βρίσκεται σήμερα στην  Πάντοβα της Ιταλίας. Το άγαλμα αυτό στήθηκε στο βάθρο του το 1453 και απεικονίζει τον Γκαματελάτα με πανοπλία και με σκήπτρο εξουσίας στο υψωμένο δεξί του χέρι. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους έφιππους ανδριάντες της Αναγέννησης, αφού υπήρξε ο πρόδρομος όλων των έφιππων μνημείων, που φιλοτεχνήθηκαν έκτοτε.

Στα νεότερα χρόνια της ευρωπαϊκής ιστορίας, έφιπποι ανδριάντες αυτοκρατόρων, βασιλιάδων, ηγεμόνων και στρατιωτικών ηγετών, φιλοτεχνημένοι κυρίως από χαλκό, συνωστίζονται στις ευρωπαϊκές πόλεις. Χαρακτηριστικός είναι ο έφιππος ανδριάντας του Μεγάλου Πέτρου, επονομαζόμενος «Μπρούτζινος Καβαλάρης», στην Πλατεία  των Δεκεμβριστών στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας

Στη νεότερη Ελλάδα η υπαίθρια γλυπτική με έφιππους ανδριάντες σε δημόσιους χώρους είναι διαδεδομένη και σήμερα υπάρχουν συνολικά 15 έφιπποι ανδριάντες στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις, που στήθηκαν όλοι κατά τον 20ο αιώνα.

Συγκεκριμένα ο ανδριάντας του Βασιλιά Κωνσταντίνου, φιλοτεχνημένος το 1938, στην είσοδο του Πεδίου του Άρεως στην Αθήνα,  του Γεωργίου Καραϊσκάκη (1966) στον Κήπο του Ζαππείου, απέναντι από το Παναθηναϊκό Στάδιο στην Αθήνα, του στρατάρχη και πρωθυπουργού της Ελλάδας Αλέξανδρου Παπάγου στη λεωφόρου Μεσογείων στην Αθήνα, του στρατηγού Στέφανου Σαράφη (2001) στον Άλιμο Αττικής του Βασιλιά Κωνσταντίνου στη Θεσσαλονίκη, ο μοναδικός στην Ελλάδα έφιππος ανδριάντας από μάρμαρο,  ο ανδριάντας του Μωχάμετ  Άλυ στην Καβάλα, που στήθηκε το 1934, δύο έφιπποι ανδριάντες του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Παραλία της Θεσσαλονίκης (1973)  και στην Έδεσσα,  του Νικολάου Πλαστήρα (1987) στην Καρδίτσα, του βασιλιά Πύρρου της Ηπείρου στην  Άρτα,  του Γεωργίου Καραϊσκάκη (1990) στο Μαυρομμάτι Καρδίτσας, γενέτειρα του Καραϊσκάκη, και πιο πρόσφατος  (2010) έφιππος ανδριάντας του Συνταγματάρχη Μαρδοχαίου Φριζή,  ήρωα του 1940 στο αλβανικό μέτωπο, στην Πλατεία Φριζή στη Χαλκίδα.

Τιμητική θέση στον τομέα αυτό έχει ο ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο θρυλικός γέρος του Μωριά, με τέσσερις συνολικά έφιππους ανδριάντες. Έναν στο Ναύπλιο (1901) και έναν στην Αθήνα (1904) φιλοτεχνημένους από τον ίδιο γλύπτη, το Λάζαρο Σώχο, έναν στην Τρίπολη (1971), έργο του γλύπτη Φάνη Σακελλαρίου, και έναν στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας, γενέτειρας του Κολοκοτρώνη (2007).

 

Ο Λάζαρος Σώχος

 

Λάζαρος Σώχος. Τσιγκογραφία από το «Ημερολόγιο Σκόκου», 1895.

Λάζαρος Σώχος. Τσιγκογραφία από το «Ημερολόγιο Σκόκου», 1895.

Το άγαλμα του Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο μαζί με το αντίστοιχό του στην Αθήνα φιλοτέχνησε ο ίδιος γλύπτης, ο Λάζαρος Σώχος (1862-1911), ένας διακεκριμένος Έλληνας γλύπτης του 19ου αιώνα. Γεννήθηκε το 1862 στο χωριό Υστέρνια της Τήνου από φτωχή αγροτική οικογένεια. Σε ηλικία εννέα ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και πήγε στην Κωνσταντινούπολη σε κάποιο θείο του, λιθοξόο το επάγγελμα. Μπήκε στην τέχνη και έμαθε τα βασικά στοιχεία της γλυπτικής, ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα στην καλλιτεχνική σχολή του Γάλλου Guillement, όπου κατέκτησε αμέσως τον θαυμασμό και την εκτίμηση των δασκάλων του και γνωρίστηκε με τη συμμαθήτριά του Θηρεσία Γ. Ζαρίφη, κόρη του τραπεζίτη Γεωργίου Ζαρίφη, που ανέλαβε την υποστήριξη των πρώτων δημιουργικών του προσπαθειών.

Όταν ο Guillemet πέθανε και η σχολή του έκλεισε, ο Σώχος, με μόνο εφόδιο μια συστατική επιστολή, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για να παρακολουθήσει μαθήματα γλυπτικής στο Πολυτεχνείο με δάσκαλο το Λεωνίδα Δρόση, στο εργαστήριο του οποίου εργαζόταν με ευτελές ημερομίσθιο, και ζωγραφικής κοντά στο συμπατριώτη του Νικηφόρο Λύτρα. Τα έξοδα των αθηναϊκών σπουδών του κάλυπτε, ως ένα βαθμό, το Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας της Τήνου, με τη χορήγηση υποτροφίας ύψους 30 περίπου δραχμών μηνιαίως. Τελικά αποφοίτησε με άριστα σε όλες τις τάξεις γλυπτικής και ζωγραφικής. Αμέσως μετά την αποφοίτησή του το 1881, με τη βοήθεια της Θηρεσίας Γ. Ζαρίφη, η οποία τώρα ήταν κυρία Α. Βλαστού, ο Σώχος πήγε στο Παρίσι για μετεκπαίδευση και έγινε ο πρώτος Έλληνας εικαστικός που σπούδασε στο εξωτερικό. Στο Παρίσι διακρίθηκε και κέρδισε σε διάφορους διαγωνισμούς συνολικά δεκαεπτά αργυρά και χάλκινα μετάλλια προόδου.

Το 1901 επέστρεψε στην Ελλάδα  και το 1908 γίνεται καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην οποία δίδαξε Πλαστική  ως το 1911. Έργο του ήταν η αναστήλωση του Λέοντα της Χαιρώνειας. Φιλοτέχνησε επίσης πολλά έργα, τα οποία όλα σχεδόν κατά καιρούς βραβεύτηκαν. Στα σημαντικότερα δημιουργήματά του συγκαταλέγονται: ο Κολοκοτρώνης, που βραβεύτηκε από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Ρώμης, τα μνημεία του Παύλου Μελά και του Ανδρέα Συγγρού, η προτομή του Αδαμάντιου Κοραή, η οποία βρίσκεται στη Γαλλία, και τα δύο ανάγλυφα που βρίσκονται στην βάση του Ανδριάντα του Κολοκοτρώνη στην Αθήνα. Ο Λάζαρος Σώχος άφησε την τελευταία του πνοή το 1911.

  

Ο Κολοκοτρώνης του Ναυπλίου

 

Ένα από τα σπουδαιότερα έργα νεοελληνικής γλυπτικής, που φέρει την υπογραφή του Τήνιου γλύπτη Λάζαρου Σώχου, είναι ο μνημειακός έφιππος ανδριάντας του ήρωα της Eλληνικής Eπανάστασης, Θεόδωρου Kολοκοτρώνη , που δεσπόζει στο κέντρο του πάρκου Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο. Είναι το πρώτο έφιππο άγαλμα (1901) της νεοελληνικής γλυπτικής.

Το  1884, σαράντα χρόνια μετά το θάνατο του Κολοκοτρώνη, που έφυγε από τη ζωή το 1843,  στο Ναύπλιο αποφασίστηκε η ανέγερση έφιππου ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. O Θ. Κολοκοτρώνης (1770-1843), μία από τις πιο σημαντικές φυσιογνωμίες του αγώνα της απελευθέρωσης της Ελλάδας από τους Τούρκους, μεγάλος στρατηγός και πρωταγωνιστής της Επανάστασης του 1821, είχε μακρά σχέση με την πόλη του Ναυπλίου.  Σε αυτόν παραδόθηκε η πόλη μετά την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους και εδώ έζησε επί αρκετά χρόνια, όπως και άλλοι γνωστοί οπλαρχηγοί. Μάλιστα, για την προσφορά του, του είχε παραχωρηθεί σπίτι στην Πλατεία Συντάγματος, καθώς και κτήματα στην είσοδο της πόλης στη σημερινή οδό Άργους, μαζί με το εκκλησάκι των Aγίων Θεοδώρων, που σώζεται μέχρι σήμερα. Ωστόσο ο Κολοκοτρώνης συνδέεται με το Ναύπλιο και με μια από τις πιο πικρές στιγμές της ζωής του, αφού στο Ναύπλιο συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο (1834) για συνομωσία κατά της Αντιβασιλείας και παρέμεινε φυλακισμένος στο Παλαμήδι ως το 1835.

 

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος (λεπτομέρεια). Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος (λεπτομέρεια). Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Ύστερα από καλλιτεχνικό διαγωνισμό, που προκήρυξε ο τότε Δήμαρχος Ναυπλίου Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος, ένας δήμαρχος που εργάστηκε πολύ για τον εξωραϊσμό της πόλης και επί της δημαρχίας του τοποθετήθηκε στην Ακροναυπλία το ρολόι που ήταν δωρεά του βασιλέως Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα,  προκηρύχτηκε η κατασκευή ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Το 1891 εκτέθηκαν τα προπλάσματα των υποψηφίων στη Βίλα Τζούλια της Ρώμης και στο διαγωνισμό προκρίθηκε ο Σώχος, στον οποίο τον ίδιο χρόνο ανατέθηκε η δημιουργία του μνημείου. Το γύψινο πρόπλασμα  του  Σώχου  βράβευσε η Ακαδημία της Pώμης, ενώ εκτέθηκε επίσης στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1900, όπου και πήρε το πρώτο βραβείο. O Henri Jouin μάλιστα, γραμματέας της Σχολής Kαλών Tεχνών του Παρισιού, εξέδωσε σε ειδικό φυλλάδιο λόγο που του ενέπνευσε το έργο αυτό και ο οποίος δημοσιεύτηκε τότε στην εφημερίδα «Eστία».

Tο χρηματικό ποσό για την κατασκευή του ανδριάντα ήταν ιδιαίτερα υψηλό και χρειάστηκε να γίνει  πανελλήνιος έρανος για τη συγκέντρωσή του. O ανδριάντας δουλεύτηκε στο Παρίσι τα χρόνια 1891–1895, στο εργαστήριο που είχε παραχωρήσει στο Σώχο ο Γάλλος καθηγητής του στη Σχολή Kαλών Tεχνών Antoine Mercie στο boulevard  Saint–Michel. Η χύτευση του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη έγινε σε δύο αντίτυπα  από ορείχαλκο (κράμα χαλκού). Το υλικό προερχόταν από κανόνια της Επανάστασης, που υπήρχαν στο Κάστρο του Παλαμηδίου.

Kαρτ ποστάλ με το γύψινο πρόπλασμα του έφιππου ανδριάντα του Θεόδωρου Kολοκοτρώνη, έργο του γλύπτη Λάζαρου Σώχου (1852–1911) με φωτογραφία του ίδιου του γλύπτη σε ένθετο εικονίδιο.

Kαρτ ποστάλ με το γύψινο πρόπλασμα του έφιππου ανδριάντα του Θεόδωρου Kολοκοτρώνη, έργο του γλύπτη Λάζαρου Σώχου (1852–1911) με φωτογραφία του ίδιου του γλύπτη σε ένθετο εικονίδιο.

Ο Σώχος για να αποδώσει τον Κολοκοτρώνη μελέτησε τα πρόσωπα των εν ζωή συγγενών του, διάβασε τα απομνημονεύματά του, είδε τη φορεσιά και τον οπλισμό του, που διατηρούνται στο Εθνικό Μουσείο, και μελέτησε ακόμη και την ιπποσκευή του. Απέδωσε έτσι ρεαλιστικά και με ιστορική αλήθεια όλες τις εξωτερικές λεπτομέρειες, αλλά κυρίως απέδωσε το θάρρος και τα ιδανικά σε ένα άγαλμα, που κοσμεί την Ελλάδα με το μεγαλείο του και τις ιδέες που συμβολίζει. O «Γέρος του Mοριά» παριστάνεται έφιππος με το αριστερό χέρι να κρατάει τα ηνία του αλόγου και με το δεξί να δείχνει προς τα εμπρός. Tο σύνολο του έργου είναι επιβλητικό και η αγέρωχη μορφή του Κολοκοτρώνη αποπνέει μνημειακότητα.

Ο Κολοκοτρώνης ευθυτενής ιππεύει αρσενικό άλογο, κρατά με το αριστερό χέρι τα χαλινάρια και με το δεξί τεντωμένο δείχνει μπροστά. Το κεφάλι του Κολοκοτρώνη είναι στραμμένο προς τα αριστερά. Όλη η ένταση της σύνθεσης συγκεντρώνεται στο δείκτη του δεξιού χεριού, που είναι τεντωμένος ίσια μπροστά. Το κεφάλι στρέφεται στους άλλους αγωνιστές, τους δείχνει το στόχο που πρώτος έχει αντιληφθεί, τους δείχνει σαν στρατηγός τον εχθρό, που πρέπει να πολεμήσουν. Όλη η στάση του εκφράζει δύναμη, ορμή και αποφασιστικότητα. Ο δείκτης του χεριού χαράσσει συμβολικά το δρόμο μπροστά, δείχνει το μέλλον. Εκφράζει το όραμα της ελευθερίας που κατακτιέται με αγώνες και θυσίες.

Ο Κολοκοτρώνης παρουσιάζεται με μακριά μαλλιά που πέφτουν κυματιστά στους ώμους του και με μακρύ παχύ μουστάκι. Φορά πλούσια φουστανέλα, φαρδυμάνικη πουκαμίσα, φαρδύ ζωνάρι με τα άρματά του, μεγάλο τοξωτό σπαθί που κρέμεται αριστερά. Κάθεται σε στολισμένη σέλα, πατά σε αναβολείς και φορά σπιρούνια. Τα λουριά της σέλας και τα ηνία στο κεφάλι του αλόγου είναι στολισμένα με φούντες. Ο Κολοκοτρώνης φορά επίσης μια εντυπωσιακή αρχαιοπρεπή περικεφαλαία.

Γραμματόσημο - Έφιππος Κολοκοτρώνης

Γραμματόσημο – Έφιππος Κολοκοτρώνης

Από έγγραφα της εποχής ήταν γνωστό πως ο Σώχος, αφού έκανε την απαραίτητη έρευνα, επιθυμούσε να φιλοτεχνήσει τον Κολοκοτρώνη με την αυθεντική του μορφή ασκεπή, χωρίς κάλυμμα κεφαλιού, προκειμένου να φαίνεται η γνωστή του χαίτη, όπως φαίνεται και στο γνωστό μας πεντοχίλιαρο, που εκδόθηκε το 1984. Οι πιέσεις όμως ήταν έντονες, διότι η Επιτροπή λαχταρούσε έναν επιβλητικό ήρωα και όχι έναν απλό πολεμιστή, πόσο μάλλον με μακριά μαλλιά και ξυρισμένο εμπρός το κεφάλι, πράγμα που συνήθιζαν οι Αρβανίτες. Έτσι αναγκάζουν το γλύπτη να φορέσει στο Γέρο περικεφαλαία και μάλιστα βαριά, αρχαιοπρεπή, και έτσι τελικά ο ήρωας απέκτησε την εντυπωσιακή και όλο μεγαλείο περικεφαλαία του.

Δε γνωρίζαμε ούτε τις αντιδράσεις, ούτε τα συναισθήματα του καλλιτέχνη, γι αυτή την επιβολή στην εικαστική του άποψη, μέχρι το 2002, όπου κατά τις εργασίες συντήρησης του ανδριάντα της Οδού Σταδίου στην Αθήνα από την αρχαιολογική υπηρεσία, αποκαλύφθηκε η ακόλουθη επιγραφή στην περικεφαλαία και το  εσωτερικό της χαίτης: Παρά τη θέλησιν του Σώχου, Κολοκοτρώνη μου, ξαναφόρεσε την περικεφαλαία, Paris 1909. Δεν είναι γνωστό εάν η ίδια σκωπτική επιγραφή υπάρχει και στο άγαλμα του Ναυπλίου, αλλά το περίεργο είναι το πώς αυτή η επιγραφή έχει χρονολογία το 1909, ενώ είναι γνωστό πως τοποθετήθηκε σε αυτή τη θέση το 1904.

Ο γλύπτης Λάζαρος Σώχος ενώ εργάζεται για την κατασκευή του έφιππου ανδριάντα του Κολοκοτρώνη.

Ο γλύπτης Λάζαρος Σώχος ενώ εργάζεται για την κατασκευή του έφιππου ανδριάντα του Κολοκοτρώνη.

Το γλυπτό  του Ναυπλίου χυτεύθηκε στο ίδιο χυτήριο µε το γλυπτό της  Αθήνας. Και τα δύο γλυπτά χυτεύθηκαν  κατά τµήµατα, τα οποία συναρμολογήθηκαν πιθανώς επί τόπου. Μια επιθεώρηση στο άγαλμα του Ναυπλίου αποδεικνύει την ύπαρξη 5 τµηµάτων:  την κεφαλή και το λαιµό  του αλόγου (µέχρι το µέσο του στήθους), το ανώτερο τµήµα του σώµατος του Κολοκοτρώνη µε την Περικεφαλαία, το κατώτερο  τµήµα του σώµατος  του Κολοκοτρώνη, τα πόδια του αλόγου και τη συµφυή  μεταλλική  βάση  και τέλος την ουρά και το µπροστινό αριστερό πόδι του αλόγου.

Η επιλογή του Σώχου να παραστήσει τον Κολοκοτρώνη έφιππο δεν έγινε απλά, για να προσδώσει κύρος και μεγαλοπρέπεια. Το άλογο το χρησιμοποιούσε καθημερινά ο Κολοκοτρώνης. Ήταν βασικό στοιχείο γρήγορης μετακίνησης και αιφνιδιασμού στον ανταρτοπόλεμο, που κυρίως διεξήγαγε νικηφόρα απέναντι σε έναν πολυάριθμο εχθρικό στρατό. Αυτός και οι συμπολεμιστές του ήταν συνεχώς ανεβασμένοι στα άλογά τους, έτσι που στα δημοτικά μας τραγούδια μεταφέρεται πως: Καβάλα παν, στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε, καβάλα παίρν’ αντίδωρο απ’ του παπά το χέρι.

Το μεγαλόσωμο άλογό του έχει ακριβώς την ίδια στάση, την ίδια θέληση, την ίδια αποφασιστική ορμή με τον ιππέα του. Έχει περήφανα όρθιο τον λαιμό του και προβάλλει το μέτωπο επιθετικά. Έχει σηκωμένο το αριστερό μπροστινό πόδι του σε ελαφρύ βηματισμό και ανασηκωμένο το πίσω δεξιό. Δεν πατά και με τα τέσσερα πόδια του σταθερά και ήρεμα στη γη. Τα υψωμένα πόδια δεν δείχνουν μόνο κίνηση και ανησυχία. Από ορισμένους αυτή η κίνηση θεωρείται συμβολισμός της σχέσης του αναβάτη με τον ηρωισμό και τον ένδοξο θάνατο στη μάχη. Συνθετικά ο κάθετος άξονας του κεφαλιού του αλόγου δένει αρμονικά με τα δύο κάθετα σίγουρα πόδια και έρχεται σε αντίθεση με τη γεμάτη δύναμη καμπύλη του λαιμού, αλλά και τις μυώδεις καμπύλες της ράχης, του λαιμού και της κοιλιάς του αλόγου, ιδίως όταν παρατηρούμε το άλογο από το πλάι.

Η στάση του αλόγου του Κολοκοτρώνη  θεωρείται περίεργη, γιατί στη διεθνή γλυπτική γλώσσα είναι γνωστό ότι, εάν το άλογο του έφιππου ατόμου έχει και τα δυο μπροστινά του πόδια στον αέρα, σημαίνει πως αυτό το άτομο πέθανε στη μάχη. Εάν το άλογο πατά στη γη το ένα του μπροστινό πόδι και έχει το άλλο πόδι στον αέρα, τότε αυτός πέθανε αργότερα, από τραύματα που υπέστη κατά τη διάρκεια των μαχών. Εάν το άλογο έχει και τα τέσσερα πόδια στη γη, τότε το άτομο αυτό απεβίωσε από φυσικό θάνατο.

Κι όμως το άλογο του έφιππου Κολοκοτρώνη έχει το ένα του πόδι στον αέρα, αν και είναι γνωστό πως ο Κολοκοτρώνης δεν πέθανε από τραύματα της μάχης, αλλά στις 4 Φεβρουαρίου 1843 από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη μετά το γλέντι για το γάμο του μικρού του γιου Κολίνου (Κωνσταντίνου). Ίσως καλλιτέχνης και Αρχές ήθελαν να αποτίσουν ένα αιώνιο φόρο τιμής στον ηρωικό άντρα και παρέβλεψαν του κανόνες της διεθνούς γλυπτικής πρακτικής.

Το έργο αποπερατώθηκε το 1894 στο Παρίσι, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα το 1895 και παρέμεινε πέντε χρόνια στις αποθήκες του Οπλοστασίου του Ναυπλίου, που ήταν μονάδα του Στρατού με σκοπό την επισκευή και παραγωγή οπλισμού και πυρομαχικών,  η οποία άρχισε τη λειτουργία της μετά την Επανάσταση του 1821 στο υπό σύσταση ελληνικό κράτος και συνέχισε κατά τον 19ο αιώνα.

 

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Tα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα έγιναν στις 23 Απριλίου του 1901, όταν Δήμαρχος Ναυπλίου ήταν ο πατέρας του γνωστού Ναυπλιώτη λογοτέχνη, θεατρικού συγγραφέα και ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη, δικηγόρος Δημήτριος Τερζάκης (1899-1903), που διατέλεσε και βουλευτής, γερουσιαστής και αργότερα νομάρχης Αργολίδος. Τοποθετήθηκε στο Βοτανικό Κήπο του Ναυπλίου, που από τότε ονομάστηκε Πάρκο Κολοκοτρώνη. Το άγαλμα έχει ύψος  4,30 μέτρα και το βάρος του φτάνει τους 5 τόνους. Το βάθρο ήταν δωρεά του Ν. Κωτσάκη, σχεδιάστηκε στο Παρίσι από τους αδελφούς Tιερό, ανατέθηκε στο γλύπτη Ι. Καρακατσάνη και στον αρχιτέκτονα Α. Νικολούδη και κατασκευάστηκε το 1900 στο αθηναϊκό μαρμαρογλυφείο του Iωάννη Xαλδούπη. Στις γωνίες του σιδερένιου κιγκλιδώματος, που περιβάλλει το βάθρο του αγάλματος, είναι τοποθετημένα στο έδαφος 4 κανόνια που από χρονολογία που αναγράφεται επάνω σ’ ένα απ’ αυτά είναι κατασκευασμένα το 1670.

 

Πρόγραμμα εορτών για τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στο Ναύπλιο το 1901.

Πρόγραμμα εορτών για τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στο Ναύπλιο το 1901.

 

Μετά από 100 και πλέον χρόνια Ανδριάντας και βάθρο εμφάνισαν φθορές, όπως αλλοιώσεις και θραύσεις του βάθρου, επικαθίσεις αιθάλης από την ατμοσφαιρική ρύπανση, εμφάνιση σκουριάς στους μεταλλικούς συνδέσμους, ρηγματώσεις και απώλειες υλικού και βανδαλισμούς. Και το κυριότερο. Διαπιστώθηκε πως υπάρχει μικρή μετακίνηση του ανδριάντα από το βάθρο από δυναμική καταπόνηση κατά το παρελθόν (ίσως από σεισμό), γεγονός που σε συνδυασμό με την οξείδωση των μεταλλικών συνδέσμων του βάθρου προκάλεσε ανησυχία. Για το λόγο αυτό έγινε προσωρινή στερέωση του γλυπτού με τη βοήθεια γερανοφόρου οχήματος, προκειμένου να αποφευχθεί πτώση του μνημείου και ατύχημα από κάποιο σεισμό.

Το Σεπτέμβρη του 2013 ο ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο χαρακτηρίστηκε μνημείο από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων και μετά από αυτοψία στελεχών του υπουργείου Πολιτισμού, που πραγματοποιήθηκε στο πάρκο Κολοκοτρώνη,  δρομολογήθηκαν οι απαραίτητες εργασίες για την αποκατάστασή του με την απομάκρυνση του γλυπτού από τη βάση του και την επανατοποθέτησή του μετά την επισκευή του.

Συνεργεία του Υπουργείου Πολιτισμού αποκόλλησαν το άγαλμα του Κολοκοτρώνη από την μαρμάρινη βάση του και το κατέβασαν για την απαραίτητη συντήρηση την Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013. Συνολικά 7 μήνες διήρκεσαν οι εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης των φθορών του ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της μαρμάρινης βάσης του. Επανατοποθετήθηκε στις 2 Μαΐου 2014. Η επανατοποθέτηση του αγάλματος στην μαρμάρινη βάση του έγινε από ειδικό γερανοφόρο όχημα. Την επίβλεψη των εργασιών και την όλη προετοιμασία έκανε ο μηχανικός Γεώργιος Μπινιάρης.

 

 Ο Κολοκοτρώνης της Αθήνας

 

Έφιππος Κολοκοτρώνης μπροστά από το κτίριο της παλιάς Βουλής.

Έφιππος Κολοκοτρώνης μπροστά από το κτίριο της παλιάς Βουλής.

Όμοιος ανδριάντας, έργο του ίδιου γλύπτη, υπάρχει και στην Aθήνα, μπροστά από το κτίριο της Παλαιάς Bουλής. O Λάζαρος Σώχος είχε κατασκευάσει και δεύτερο γύψινο πρόπλασμα του έφιππου Κολοκοτρώνη, πανομοιότυπο μ’ εκείνο του ανδριάντα του Ναυπλίου. Σκέφτηκε πως το δεύτερο αυτό έργο του έπρεπε να στηθεί  στην Aθήνα και έγραψε στον εξάδελφό του δικηγόρο Ξενοφώντα Σώχο ότι το προσφέρει δωρεάν, αρκεί να καταβληθεί το αντίτιμο του ορείχαλκου, για να χυτευθεί σε χαλκό το γύψινο πρόπλασμα. Έπειτα από αναφορά Aθηναίων δημοτών προς τον τότε δήμαρχο Aθηναίων Σπυρίδωνα Mερκούρη και προς το Δημοτικό Συμβούλιο και μπροστά στον υπαρκτό κίνδυνο να αγοραστεί το πρόπλασμα του ανδριάντα από Γάλλο πολίτη, το Δημοτικό Συμβούλιο Αθηνών αποφάσισε το 1900 να εγκρίνει αρχικά ποσό 5.000 δραχμών από δημοτικούς πόρους για την αγορά του προπλάσματος και επιπλέον τη σύσταση ερανικής επιτροπής με πρόεδρο τον αντιεισαγγελέα του Aρείου Πάγου Kωνσταντίνο Mανιάκη και γραμματέα το δικηγόρο Iωάννη Mακρόπουλο, για να συγκεντρώσει με πανελλήνιους εράνους τα υπόλοιπα χρήματα ύψους 16.000 φράγκων για την κάλυψη του συνολικού ποσού αγοράς και χύτευσης του αγάλματος.

Κατασκευάστηκε το 1900 στο Παρίσι και στήθηκε το 1904 στην Αθήνα. Υπήρξε μάλιστα διαφωνία για τον τόπο, όπου θα τοποθετηθεί το άγαλμα. Ο Δήμος Αθηναίων πρότεινε να στηθεί μπροστά στο Ζάππειο Μέγαρο, ενώ η Νομαρχία Αθηνών μπροστά στην Παλαιά Βουλή επί της οδού Σταδίου. Η Νομαρχία τελικά ενέκρινε την πλατεία Κολοκοτρώνη, όπως ήταν και η γνώμη του καλλιτέχνη, ο οποίος προτίμησε τη δεύτερη θέση και απέρριψε το Ζάππειο, καθώς θεώρησε ανάρμοστη την προβολή του γλυπτού στον Παρθενώνα. Ο ανδριάντας τοποθετήθηκε τελικά στη μικρή πλατεία μπροστά στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής, που ονομάστηκε έκτοτε πλατεία Κολοκοτρώνη, αφού απορρίφθηκε έφεση του Δήμου κατά της απόφασης της Νομαρχίας. Άλλωστε στην περιοχή αυτή μετά το 1835 ο Κολοκοτρώνης έχτισε σπίτι, στη διασταύρωση των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Το Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής στην οδό Σταδίου, που είναι ένα εντυπωσιακό κτίριο και αποτελεί ένα από τα πιο ιστορικά κτίσματα της Αθήνας, καθώς και ο περιβάλλων χώρος του, η πλατεία Κολοκοτρώνη, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ελληνική κοινοβουλευτική ιστορία για έναν σχεδόν αιώνα. Το οίκημα αυτό το 1834 αποτέλεσε προσωρινή κατοικία του βασιλιά Όθωνα. Το 1835 προστέθηκε μια μεγάλη οκταγωνική αίθουσα χωρητικότητας 200 και πλέον ατόμων για επίσημες τελετές και δεξιώσεις, η οποία  χρησιμοποιήθηκε για πάνω από μία δεκαετία (1843-1854) ως χώρος συνεδριάσεων της Βουλής και της Γερουσίας, μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Στις 18 Μαρτίου 1843 πραγματοποιήθηκε  εκεί η πανηγυρική συνεδρίαση της Βουλής, κατά την οποία ο Όθωνας ορκίστηκε υπακοή στο σύνταγμα αναγνωρίζοντας το πολίτευμα της συνταγματικής μοναρχία.   Τον Οκτώβριο του 1854 το κτίριο καταστράφηκε από πυρκαγιά και τον Αύγουστο του 1858 ξεκίνησαν οι διαδικασίες κατασκευής νέου κτιρίου. Παράλληλα αποφασίστηκε η μετατροπή της πρόσοψης από διώροφη σε μονώροφη για οικονομικούς λόγους. Η οικοδόμηση περατώθηκε το 1871 και στις 11.09.1875 το κτίριο στεγάζει και πάλι τις λειτουργίες της Βουλής.

Από το 1931 η Βουλή φιλοξενείται πλέον στο κτίριο στο οποίο στεγάζεται μέχρι και σήμερα, ενώ στο κτίριο της Παλαιάς Βουλής λειτούργησε το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Έπειτα από κάποιες καταστροφές που υπέστη το κτίριο αναπαλαιώνεται εκ νέου με σκοπό να στεγάσει το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Σήμερα η Παλαιά Βουλή είναι αρχιτεκτονικό κόσμημα στο κέντρο των Αθηνών. Η μεγαλοπρεπής αίθουσα των συνεδριάσεων αποτελεί χώρο ιστορικής μνήμης, αλλά και κατάλληλη στέγη για σημαντικές εκδηλώσεις ιστορικού και πολιτιστικού περιεχομένου. Στην πλατεία Κολοκοτρώνη δεσπόζει ο έφιππος ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ενώ μαρμάρινοι ανδριάντες δύο από τους σημαντικότερους πολιτικούς του 19ου αι. κοσμούν τον περίβολο του Μεγάρου. Ο ανδριάντας του πρωθυπουργού Χαριλάου Τρικούπη, έργο του γλύπτη Θωμά Θωμόπουλου, που τοποθετήθηκε στο προαύλιο της Παλαιάς Βουλής το 1920 σε κηπάριο προς την οδό Σταδίου μπροστά από την είσοδο του κτιρίου και μεταφέρθηκε το 1954 στη σημερινή του θέση στο πλάι του κτιρίου. Και ο ανδριάντας του πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1905 στα σκαλιά του Μεγάρου,  έργο του γλύπτη Γεωργίου Δημητριάδη, που τοποθετήθηκε στον περίβολο του Μεγάρου (ΒΑ γωνία) το 1931 και μεταφέρθηκε στη σημερινή του θέση το 1954.

Αθήνα, μεταφορά του αγάλματος του Κολοκοτρώνη.

Αθήνα, μεταφορά του αγάλματος του Κολοκοτρώνη.

Η αρχική θέση του αγάλματος ήταν στην γωνία Σταδίου και Κολοκοτρώνη. Η τοποθέτηση αυτή έδωσε φυσικά και την ονομασία στον γειτονικό δρόμο. Η διαμόρφωση της πλατείας και η λειτουργία της Παλαιάς Βουλής ως Μουσείου ανάγκασαν σε μετακίνηση του ανδριάντα στη σημερινή του θέση (στην είσοδο του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου) το Φεβρουάριο του 1954.

Το άγαλμα είναι από ορείχαλκο (κράμα χαλκού) και ακολουθεί την παράδοση αυτού του τύπου αγαλμάτων. Έχει συνολικό ύψος περίπου 9 µέτρα  μαζί με το  βάθρο και είναι επιβλητικό πάνω στο ψηλό βάθρο του. Ο στρατηγός παριστάνεται έφιππος σε ηγετική στάση και ο θεατής πλησιάζοντας υποβάλλεται από το μέγεθος και το ύψος του. Το άγαλμα μας θυμίζει πάντα ότι την ελευθερία που απολαμβάνουμε οι σύγχρονοι Έλληνες τη χρωστάμε στους αγώνες και στην αυτοθυσία του ήρωα Κολοκοτρώνη και των άλλων ηρώων της επανάστασης, τους επώνυμους, αλλά και τους αφανείς. Για την απόδοση της μορφής του ήρωα ο γλύπτης μελέτησε πέρα από τα απομνημονεύματα, την ενδυμασία και τον οπλισμό του. Ιδιαίτερα για την απόδοση του προσώπου, πέρα από φυσιογνωμική μελέτη των συγγενών του, χρησιμοποίησε εκμαγείο που είχε ληφθεί από το νεκρό Κολοκοτρώνη και σήμερα βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, λίγα μέτρα πίσω από τον ανδριάντα. Το κεφάλι είναι στραμμένο προς τα πίσω σαν να απευθύνεται στους ενόπλους αγωνιστές που τον ακολουθούν, για να βεβαιωθεί ότι βλέπουν τον εχθρό. Με τον τρόπο αυτό μαζί με την κίνηση που δίνει στην μορφή μεταφέρει και τον χαρακτήρα του αεικίνητου πολεμιστή και ικανού στρατηλάτη που είχε ο Θ. Κολοκοτρώνης.

Το δεξί του χέρι είναι τεντωμένο μπροστά και οριζόντια. Ο δείκτης δείχνει προς ορισμένη κατεύθυνση, ίσως την πορεία προς την μάχη. Οι υπερπατριώτες λένε ότι δείχνει προς την Κωνσταντινούπολη. Μόνο που το άγαλμα έχει μετακινηθεί από την αρχική θέση στην οποία ήταν προορισμένο να στηθεί και η μετακίνησή του έχει αποπροσανατολίσει τους ερευνητές, οι οποίοι εικάζουν διάφορα.

Το µνηµείο εδράζεται σε µαρµάρινο βάθρο, που φέρει στις δύο πλαϊνές πλευρές του ένθετες  ανάγλυφες πλάκες από κράµα χαλκού, διακοσµηµένες  µε πολεµικές αναπαραστάσεις, οι οποίες έχουν επίσης φιλοτεχνηθεί από τον Σώχο το 1895 και το 1897.  Στις ένθετες ορειχάλκινες ανάγλυφες συνθέσεις από τη ζωή του Κολοκοτρώνη, που εμπνεύστηκε ο καλλιτέχνης μελετώντας τα απομνημονεύματά του, στη μια όψη παριστάνεται η καταστροφή του Δράμαλη και στην άλλη η προτροπή του Γέρου του Μωριά προς τους έλληνες να κάψουν τα συγχωροχάρτια των τούρκων, που τους είχε δώσει ο σουλτάνος και να προσχωρήσουν στην επανάσταση. Ο Σώχος επέλεξε αυτές τις δύο σκηνές θεωρώντας τες τις δύο από τις πιο σημαντικές της ζωής του Κολοκοτρώνη, σύμφωνα με τα απομνημονεύματά του.  Οι συνθέσεις αυτές θα κοσμούσαν αρχικά τον ανδριάντα του Ναυπλίου, επειδή όμως δεν είχαν ολοκληρωθεί ο καλλιτέχνης θέλησε να τοποθετηθούν στην Αθήνα.

Το µαρµάρινο βάθρο σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα  Αλέξανδρο Νικολούδη και κατασκευάστηκε από τον γλύπτη Ιωάννη Καρακατσάνη, ο οποίος χρησιµοποίησε δύο τύπους µαρµάρου, µάρµαρο Κοκκιναρά και Πεντελικό.

Ο ανδριάντας χυτεύθηκε σε 5 ξεχωριστά κοµµάτια: το κράνος,  το πάνω µέρος του σώµατος, το κάτω µέρος του σώµατος µαζί µε τη βάση, το κεφάλι του αλόγου και την ουρά του αλόγου. Η περικεφαλαία, τα χαλινάρια του αλόγου, η µπαρουτοθήκη και τα λουριά της αποτελούν ένθετα κοµµάτια, που προσαρτήθηκαν είτε µε συγκόλληση είτε µε βίδες.

Στην εμπρόσθια όψη του βάθρου έχει χαραχθεί η επιγραφή: Έφιππος χωρει γενναίε στρατηγέ ανά τους αιώνας διδάσκων τους λαούς πως οι δούλοι γίνονται ελεύθεροι. Στην αντίθετη πλευρά θυμίζει ότι ο ανδριάντας αποπερατώθηκε με κοινό έρανο των ελλήνων το 1904. To 2002 στη διάρκεια εργασιών καθαρισμού και συντήρησης στο μνημείο οι συντηρητές ανακάλυψαν χαραγμένη σημείωση, στο εσωτερικό της χαίτης και της περικεφαλαίας, με την οποία ο Σώχος εκφράζει την αντίθεσή του στην τοποθέτηση της περικεφαλαίας που πρόσθεσε στο άγαλμα:  Παρά τη θέλησιν του Σώχου, Κολοκοτρώνη μου, ξαναφόρεσε την περικεφαλαία, Paris 1909.

Ο ανδριάντας του Θ. Κολοκοτρώνη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα υπαίθρια γλυπτά της πρωτεύουσας. Πέρα από σημείο αναφοράς για την οδό Σταδίου είναι σημείο συνάντησης, συγκεντρώσεων, αλλά και πολιτικής έκφρασης με συνθήματα πάνω στις μαρμάρινες επιφάνειές του αγάλματος. Ότι και να κάνουν όμως οι Έλληνες πάντα θα τιμούν τον μεγάλο στρατηγό που ανά του αιώνες διδάσκει τους λαούς «πώς οι δούλοι γίνονται ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ»!.

 

Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη

 

Ο τρίτος έφιππος ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη βρίσκεται στην Τρίπολη και είναι έργο του Έλληνα γλύπτη Φάνη Σακελλαρίου (1916 – 2000), ο οποίος θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της μνημειακής γλυπτικής στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα.  Το άγαλμα είναι τοποθετημένο στο κάτω μέρος της πλατείας του Άρεως. Είναι χάλκινο και βλέπουμε τον Κολοκοτρώνη πάνω στο άλογό του, με το δεξί χέρι ψηλά να κρατά το γιαταγάνι του.

Η ιδέα της ανέγερσης του ανδριάντα αυτού ξεκίνησε από το 1911, ενώ μετά 19 χρόνια, το 1930, συγκροτήθηκε η πρώτη ερανική επιτροπή, που σαλπίζει εθνικό προσκλητήριο. Οι Αρκάδες ευαισθητοποιούνται και θέλουν να δουν την εμβληματική μορφή του Γένους περήφανη να κοιτάζει τα Τρίκορφα, όπου έδρασε με τα παλικάρια του. Υπήρχαν πολλές προτάσεις για το σχέδιο του αγάλματος, αλλά εγκρίθηκε η μακέτα του γλύπτη Φάνη Σακελλαρίου. Ο γλύπτης επισκέφτηκε ειδικά χαλκοχυτήρια στην Ιταλία, για να μελετήσει τις τεχνικές διαδικασίες της χύτευσης του Ανδριάντα. Το έργο τελικά κατασκευάστηκε στα εργαστήρια Miceloucci της Φλωρεντίας το 1966 επί δημαρχίας Τάσου Σεχιώτη και κόστισε 1.500.000 δραχ. συμπεριλαμβανομένου και του κόστους του βάθρου. Έχει ύψος 8-9 μέτρα. Ο Ανδριάντας παραδόθηκε από την Ερανική Επιτροπή στην Τρίπολη τον Αύγουστο του 1971 και τα αποκαλυπτήρια πραγματοποιήθηκαν στις Γιορτές της Άλωσης, το Σεπτέμβριο του 1971.

 

Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη

Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη.

 

Ο ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη παρουσιάζει το Γέρο του Μοριά τη στιγμή που τραβά με το αριστερό του χέρι τα χαλινάρια και υποχρεώνει το άλογό του να σταθεί ακίνητο στα πίσω πόδια του, ενώ  αυτός ανασηκώνεται κραδαίνοντας το σπαθί του. Η στάση του αλόγου και η κίνηση του δεξιού χεριού του στρατηγού, η θέση του σώματός του και η έκφραση του προσώπου του δίνουν το χαρακτήρα μιας μεγάλης αποφασιστικής στιγμής. Ο Κολοκοτρώνης ανακόπτει τον ορμητικό καλπασμό του αλόγου του, για να εποπτεύσει καλύτερα το πεδίο της μάχης και να αποφασίσει γρήγορα προς τα πού είναι περισσότερο ανάγκη να στραφεί. Γι΄ αυτό το λόγο το έργο έχει οργανωθεί σε δύο σειρές με θέματα διαγώνια, όπως ο κορμός του ανασηκωμένου στα πισινά  πόδια αλόγου, το χαλινάρι και τα μπροστινά πόδια του, και κάθετα, όπως το σώμα του Κολοκοτρώνη, ο λαιμός, το πίσω μέρος και η ουρά του αλόγου, που δίνουν αμεσότητα και αλήθεια στο σύνολο. Μ’ αυτό  τον τρόπο το έργο κερδίζει ένα πλούσιο εκφραστικό περιεχόμενο στο έργο, που κινείται στο κλίμα του ακαδημαϊκού ρεαλισμού και διακρίνεται για την μνημειακότητά του. Όταν το 1971 ο Αρκάς καθηγητής της κοινωνιολογίας Δημήτριος Τσάκωνας έκανε τα αποκαλυπτήρια του αριστουργηματικού αγάλματος του Κολοκοτρώνη,  που δεσπόζει στην Πλατεία Άρεως στην Τρίπολη, ο ελληνικός τύπος υποδέχτηκε θερμότατα το μνημειακό αυτό έργο του Φάνη Σακελαρίου.

Στο χώρο του μνημείου φυλάσσονται τα οστά του «Γέρου του Μοριά». Ο Κολοκοτρώνης πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών και ετάφη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών  με τη στολή του αντιστράτηγου. Στο πλευρό του τοποθετήθηκε το σπαθί με το οποίο ξεκίνησε την Επανάσταση, ο θώρακας, η περικεφαλαία του, οι επωμίδες τις οποίες φορούσε κατά την υπηρεσία του στα Επτάνησα, ενώ ως σύμβολου αιώνιας δόξας του τοποθετήθηκε κάτω απ’ τα τσαρούχια του, στα πόδια του, η τουρκική σημαία. Η πολεμική αυτή εξάρτυση του Κολοκοτρώνη βρίσκεται σήμερα στα Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών, όπου και μεταφέρθηκε μετά την εκταφή των οστών με σκοπό την ανακομιδή τους στην Τρίπολη. Το 1930 ο Ελευθέριος Βενιζέλος, κατόπιν αιτήματος των Αρκάδων,  φρόντισε για τη μεταφορά τους στην Τρίπολη συνοδεύοντας μάλιστα ο ίδιος την μεταφορά τους και αποδίδοντας τιμή στον ελευθερωτή του Γένους μας με λόγο που εκφώνησε για την περίσταση στην πλατεία της Τρίπολης.

Η μεταφορά των οστών του Κολοκοτρώνη από το Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας στην Τρίπολη έγινε  σιδηροδρομικώς στις 10 Οκτώβριο του 1930 κατά τη διάρκεια των εορτών της Εκατονταετηρίδας από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και εναποτέθηκαν αρχικά  στην κρύπτη του Μνημείου Αρχιερέων και Προκρίτων δίπλα από την πλατεία Άρεως της Τρίπολης. Συγκινητικές στιγμές εκτυλίχτηκαν κατά τη μεταφορά και το τρένο υποχρεωνόταν να σταθμεύει σε όλους τους ενδιάμεσους σταθμούς της περιοχής από τα πλήθη, που συνέρρεαν για να αποτίσουν φόρο τιμής στον πρωταγωνιστή της επανάστασης του 1821, αλλά και στον  Ελ. Βενιζέλο.

Από τις 25 Σεπτεμβρίου 1993 τα οστά βρίσκονται σε ειδική κρύπτη στη βάση του ανδριάντα αυτού, που αποτελεί την «Τελευταία κατοικία» του Γέρου του Μοριά. Σήμερα εκεί στην πολυσύχναστη και ζωντανή αυτή πλατεία οι διαβάτες προσπερνούν δίπλα από το μνημείο. Και γύρω του και κάτω του, μικρά παιδιά παίζουν ανέμελα τις Κυριακές. Αλλά υπάρχουν στιγμές, που από τα περήφανα βουνά του Μαινάλου, που φαίνονται αντίκρυ, μια αύρα ανάλαφρη φυσά. Μαζί μ’ ένα τραγούδι: Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά, κι ο ήλιος στα λαγκάδια, έτσι λάμπει κι η κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι …

 

Ο Κολοκοτρώνης στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας

 

Ο τελευταίος χρονολογικά έφιππος ανδριάντας του Κολοκοτρώνη βρίσκεται στο χωριό Ραμοβούνι (Δημοτική κοινότητα Μίλα,  Δημοτικής ενότητας  Μελιγαλά , Δήμου  Οιχαλίας  Μεσσηνίας) της Μεσσηνίας, τόπο γέννησης του Κολοκοτρώνη. Το χωριό Ραμοβούνι βρίσκεται στο βόρειο άκρο του νομού Μεσσηνίας,  45 χλμ. ΒΔ της Καλαμάτας.  Στο βουνό αυτού του χωριού γεννήθηκε κάτω από ένα  δέντρο (βελανιδιά) στις 3-4-1770 (Δευτέρα της Λαμπρής) ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης του Κωνσταντίνου και της Γεωργίτσας (Ζαμπιάς, Τζατζιάς), το γένος Κωτσάκη, προεστού της Αλωνίσταινας. Ο ίδιος διηγείται στον Τερτσέτη: εγεννήθηκα εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής… εις βουνό, εις ένα δένδρο από κάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενο Ραμοβούνι.

Το Σεπτέμβριο του 2006 ο Σύλλογος Πελοποννησίων Θεσσαλονίκης «Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ» με πρωτοβουλία του προέδρου του, Αναστάσιου Καλαμπόκη, φιλοτέχνησε ανδριάντα του έφιππου Κολοκοτρώνη, που κρατάει στο δεξί του χέρι το γιαταγάνι και στο αριστερό το λάβαρο της Επανάστασης.

Στην απόφαση του Συλλόγου σημειώνεται ότι η κατασκευή του αγάλματος αποτελεί ελάχιστο φόρο τιμής για την ακροτελεύτια και ατίμητη παρακαταθήκη, που μας άφησε ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ με αυτές τις αδρές γραμμές: πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος.

Ο Κολοκοτρώνης στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας

Ο Κολοκοτρώνης στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας

Η ανέγερση του έφιππου ανδριάντα του Κολοκοτρώνη στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας στοίχισε το ποσό των 190.000 € και μεταξύ των χορηγών του ήταν ο Αναστάσιος Ηλ. Καλαμπόκης, Πρόεδρος του Συλλόγου, που κατέθεσε 18.000 €. Μια βελανιδιά, κάτω από την οποία η παράδοση λέει πως γεννήθηκε ο «Γέρος του Μοριά», και ένα παλιό εκκλησάκι, κάτω από το οποίο αναβλύζει μια πηγή, δίπλα από τον επιβλητικό ανδριάντα του έφιππου στρατηλάτη, προσυπογράφουν το ιστορικό  γεγονός. Η εγκατάσταση του ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο βάθρο του στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας έγινε τις 16 Αυγούστου 2007 και στις 20 Νοεμβρίου 2007 ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας τέλεσε τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα.

Σύμφωνα με πρωτόκολλο του Συλλόγου Πελοποννησίων Θεσσαλονίκης «Αντάμωμα των Απανταχού Πελοποννησίων θα πραγματοποιείται εφεξής κάθε έτος στον γενέθλιο τόπο του Κολοκοτρώνη, στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας και ειδικότερα θα πραγματοποιείται το πρώτο Σάββατο του μηνός Αυγούστου εκάστου έτους». Όπως σημειώνεται στο πρωτόκολλο, «η οργάνωση και η εποπτεία της διοργάνωσης τίθεται από τούδε και στο εξής υπό την αποκλειστική αρμοδιότητα της Περιφέρειας Πελοποννήσου και της αντιπεριφέρειας Μεσσηνίας, οι οποίες και θα μεριμνούν για τη διοργάνωση του κάθε έτος».

 

Η προτομή του Κολοκοτρώνη στο Άργος

 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνη είναι η πλέον προσφιλής προσωπικότητα της νεοελληνικές γλυπτικής. Μόνο ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον προσεγγίζει, αλλά και αυτός από απόσταση. Η κοινή αποδοχή στο πρόσωπό του Κολοκοτρώνη αποτυπώνεται με πληθώρα εκδηλώσεων και άλλων εκφράσεων τιμής, που εξακολουθούν ενάμισι αιώνα μετά το θάνατό του. Επίσημοι κρατικοί θεσμοί επέλεξαν να φιλοτεχνηθεί η μορφή του σε χαρτονομίσματα, νομίσματα και γραμματόσημα. Το πορτραίτο του κατέχει πε­ρίοπτη θέση ανάμεσα στους ήρωες του 1821 σε σχολικές αίθουσες, γιορτές, διαλέξεις, ομιλίες, ποικίλα έντυπα. Κινηματογραφικά ή θεατρικά έργα. Ακόμη και διαφημίσεις χρησιμοποίησαν τη μορφή του για να προβάλλουν επίκαιρα μηνύματα ποικίλου χαρακτήρα. Και βέβαια ο  θυμόσοφος γέρος με την περικεφαλαία έγινε αγαπημένη φιγούρα των σκιτσογράφων.

Η προτομή του Κολοκοτρώνη στο Άργος

Η προτομή του Κολοκοτρώνη στο Άργος

Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έδωσαν το όνομά του σε δρόμους και πλατείες. Μόνο στην Αθήνα και στους όμορους Δήμους περίπου πενήντα δρόμοι και πέντε πλατείες φέρουν το όνομά του. Διάφοροι φορείς θεώρησαν ότι έπρεπε ο ανδριάντας ή η προτομή του να κοσμούν δημόσιους χώρους. Προτομές και ανδριάντες του υπάρχουν σχεδόν σε κάθε πόλη της νοτίου Ελλάδας,  αλλά και σε αρκετές πόλεις στην υπόλοιπη επικράτεια. Οι πλέον διάσημοι είναι οι δίδυμοι ορειχάλκινοι έφιπποι ανδριάντες του,  που τοποθετήθηκαν  σε κεντρικές πλα­τείες της Αθήνας, του Ναυπλίου και της Τρίπολης.  Πλήθος άλλοι ανδριάντες ή προτομές του Κολοκοτρώνη  έχουν τοποθετηθεί  στα Δερβενάκια, στη Θεσσαλονίκη, σε γειτονιές της Αθήνα και σε δημόσιους χώρους σε Δήμους της Αττικής,  όπως στο Α΄ Νεκροταφείο, Χολαργό, Νέα Φιλαδέλφεια, Χαϊδάρι, Παπάγου, Μαρούσι, Δάφνη και αλλού.

Το Άργος δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Η προτομή του Κολοκοτρώνη τοποθετήθηκε στην οδό Φείδωνος επί της πλατείας Δημητρίου Πλαπούτα από τον Σύλλογο Αρκάδων Άργους. Το κόστος καλύφθηκε με χρήματα του Συλλόγου των μελλών του και δωρεές. Την πρωτοβουλία είχε ο Αργείος χρυσοχόος και τότε πρόεδρος του συλλόγου Ανδρέας Μέγκος, ο οποίος κατάγεται από το Ελαιοχώρι Κυνουρίας. Ο Κολοκοτρώνης παρουσιάζεται με τη χαρακτηριστική του περικεφαλαία στο κεφάλι. Έχει παχύ μουστάκι, ενώ το κεφάλι του είναι στραμμένο ελαφρώς προς τα αριστερά. Στην βάση της προτομής αναγράφονται τα λόγια: ΘΕΟΔ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ 1770 – 1843 ΤΙΜΗ & ΔΟΞΑ ΣΤΟΝ ΓΕΡΟ ΤΟΥ ΜΩΡΙΑ και πιο κάτω ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΡΚΑΔΩΝ ΑΡΓΟΥΣ 1999», αλλά, δεν δίδονται πληροφορίες για τον καλλιτέχνη.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αντωνοπούλου, Ζ., «Τα γλυπτά της Αθήνας, Υπαίθρια Γλυπτική», 1834-2004, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2003.
  • Δημητρόπουλος Δημήτρης, Ο «ΓΕΡΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ»: ΚΤΙΖΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΚΗ ΦΙΓΟΥΡΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2012.
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα 1996.
  • Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, επιμ. (1937). Λεύκωμα της εκατονταετηρίδος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1837 – 1937.
  • Δημήτρης Καμπουράκης, «Μια σταγόνα ιστορία», Εκδόσεις Πατάκη 2003.
  • Λυδάκης Στέλιος, «Οι Έλληνες Γλύπτες – Η νεοελληνική γλυπτική: ιστορία – τυπολογία – λεξικό γλυπτών», στο «Έφιπποι ανδριάντες», Εκδοτικός οίκος «ΜΕΛΙΣΣΑ» τόμ. 5ος, Αθήνα 1981.
  • Μυκονιάτης Η., «Ελληνική Τέχνη, Νεοελληνική Γλυπτική», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα1996.
  • Πάρκο Κολοκοτρώνη. Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο.
  • ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΡΙΠΟΛΗΣ. project 1ο ΛΥΚΕΙΟΥ ΤΡΙΠΟΛΗΣ.
  • Σκόκος Κωνσταντίνος,  «Ημερολόγιον Σκόκου», Εκ του Τυπογραφείου των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, Εν Αθήναις 1893.
  • Υπαίθρια γλυπτική της Αθήνας, εφημερίδα «Καθημερινή», ένθετο «7 ημέρες», Κυριακή 25 Οκτωβρίου 1998.
  • Χαραλάµπους ∆ηµήτρης – Πολυκρέτη Κυριακή – Αργυροπούλου Βασιλική, «Ο∆ΗΓΟΣ  ΚΑΛΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ για την Προστασία των Υπαίθριων Μπρούντζινων Μνηµείων  στην Ελλάδα»,  ΤΕΙ Αθήνας, 2007.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « ΑΡΓΟΣ το πολυδίψιον», εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Καλλέργης Δημήτριος (1803-1867)


Δημήτριος Καλλέργης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δημήτριος Καλλέργης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

 

Στρατιωτικός και πολιτικός από την Κρήτη. Στις αρχές του 1822 κατεβαίνει στην Ελλάδα με τα αδέρφια του Νικόλαο και Εμμανουήλ, έχοντας μαζί τους πολλά χρήματα και πολεμοφόδια. Ο Δημήτρης το 1825 βρίσκεται στο Άργος, προερχόμενος από την Κρήτη, επικεφαλής 700 περίπου Κρητικών. Πολέμησε στο Νιόκαστρο, στη Γραμβούσα της Κρήτης, στην Αράχωβα, στην Αττική. Στη μάχη του Ανάλατου αιχμαλωτίστηκε τραυματισμένος. Το όνομά του συνδέθηκε ιδιαίτερα με την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, γιατί πρωτοστάτησε στο κίνημα για την παραχώρηση Συντάγματος εκ μέρους του βασιλιά. Ιστορικό έμεινε το σπίτι του στο Άργος, το γνωστό Καλλέργειο, όπου σήμερα στεγάζεται το Μουσείο Άργους.

 

Νύχτα, 3ης  Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

 

Προσωπογραφία του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη (1914) - Έργο του Γεωργίου Ιακωβίδη (1853-1932).

Προσωπογραφία του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη (1914) – Έργο του Γεωργίου Ιακωβίδη (1853-1932).

 

Καλλέργης Δημήτριος, λιθογραφία. Βρετός-Παπαδόπουλος Μαρίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα Γ΄ (1863).

Καλλέργης Δημήτριος, λιθογραφία. Βρετός-Παπαδόπουλος Μαρίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα Γ΄ (1863).

 

Δημήτριος Καλλέργης. Λιθογραφία, J. Donon, Μαδρίτη.

Δημήτριος Καλλέργης. Λιθογραφία, J. Donon, Μαδρίτη.

 

Καλλέργης Δημήτριος -Νέος Αριστοφάνης.

Καλλέργης Δημήτριος -Νέος Αριστοφάνης.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 – Θεόδωρος Βρυζάκης


 

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Στο έργο αυτό, που φιλοτέχνησε ο Βρυζάκης το 1858, απεικονίζεται η απελευθε­ρωμένη Ελλάδα ως αρχαία κόρη, πάνω σ’ ένα σύννεφο που την κρατά υπερυ­ψωμένη και κυρίαρχη στο κέντρο του πίνακα. Φορά δάφνινο στεφάνι στα ξέπλεκα μαλλιά της, και πατά στις σπασμένες αλυσίδες των δεσμών της. Έχει τα χέρια της απλωμένα δεξιά και αριστερά, σε μία συμβολική κίνηση εναγκαλισμού αλλά και προ­στασίας πλέον όλων όσοι με θυσίες και αγώνες συνετέλεσαν στην απελευθέρωσή της, όλων όσοι εξακολουθούν να διαθέτουν τις περιουσίες τους για την ανασυγκρότησή της, όπως υποδηλώνει ο σωρός των νομισμάτων που της προσφέρεται.

 

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 - Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 – Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Γύρω της συνωστίζονται οι γνώριμοι πρωτεργάτες της Επανάστασης, οι πρόδρομοι Ρήγας Φεραίος, Αδαμάντιος Κοραής, Αλέξανδρος Υψηλάντης, Μιχαήλ Σούτζος, οι γενναίοι αγωνιστές Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, οι ήρωες των ναυτικών αγώνων Κωνσταντίνος Κανάρης, Ανδρέας Μιαούλης, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Για την απόδοση των αναγνωρίσιμων φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών τους, ο Βρυζάκης χρησιμοποιεί τις προσωπογραφίες των αγωνιστών που είχε σχεδιάσει ο Krazeisen και είχαν ευρέως διαδοθεί με μία σειρά λιθογραφίων που εκδόθηκε το 1831 στο Μόναχο [1].

Ο Βρυζάκης, εκφράζοντας τα συναισθήματα των Ελλήνων που αισθάνονταν την ανάγκη να τιμήσουν όσους θυσίασαν τη ζωή τους για την ελευθερία, φιλοτεχνεί την αλληγορική αυτή σύνθεση, η οποία φέρνει κοντά τους έναν κόσμο ηρωικό και ανακαλεί στη μνήμη τους την εποχή των αγώνων, που ο απόηχος τους είναι ακόμα ζωντανός και καθορίζει από πολλές απόψεις τη ζωή τους. Η εικόνα ενεργεί συγκι­νησιακά και προβάλλει ένα ζήτημα ηθικής στάσης, την αναγνώριση της αρετής, την απόδοση τιμής, αλλά και τη συνειδητοποίηση της υποχρέωσης για μίμηση και συνέ­χεια [2]. Βασικό ρόλο σ’ αυτό παίζει η δύναμη της αναπαράστασης με τα μορφολογικά της χαρακτηριστικά αλλά και οι συνειρμοί που την ακολουθούν. Δεν είναι καθόλου απίθανο να ισχύει αυτό που έχει υποστηριχθεί από πολλούς μελετητές ότι το έργο παραπέμπει στους στίχους τους αποδιδόμενους στον Ρήγα Φεραίο «Ω παιδιά μου ορφανά μου… » [3].

Επίσης οι επισημάνσεις του Goethe, σε κείμενο σχετικό με τις λιθο­γραφίες του Krazeisen με τους Αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης [4], στο οποίο αναφέρεται ότι το κοινό χρειάζεται, απαιτεί να βλέπει σε πιστές προσωπογραφίες όσους απέκτησαν ένα σημαντικό όνομα και επηρέασαν τη ζωή του, αλλά και η μακρι­νή υπόμνηση του τύπου της Παναγίας του Ισχυρού Μανδύα [5], με την οποία μπορεί να σχετισθεί η απεικόνιση της Ελλάδας, μεγαλύτερης σε μέγεθος από το πλήθος των αγωνιστών, που με την προστατευτική θέση των ανοικτών χεριών της δείχνει να τους σκεπάζει, διαμορφώνουν την αλληγορική λειτουργία του έργου και τον ιδεολογικό ρόλο που καλείται να παίξει. Άλλωστε οι διάφοροι τίτλοι που αποδίδονται στον πίνακα Η Ελλάς ευγνωμονούσα, Υπέρ Πατρίδος το Παν, Η Ελλάς συνάγουσα τα τέκνα της και η ευρεία διάδοσή του σε λιθογραφημένη απόδοση, αποδεικνύει την ταύτιση του κοινού με την απεικόνιση, καθώς η παράσταση εκπληρεί το αίτημα της «ελληνικής μετεπαναστατικής κοινωνίας που είχε ανάγκη να διαβάζει εικαστικά τις μεγάλες στιγμές του ελληνικού έθνους, να τις αναπολεί ως σημεία αναφοράς και να τα εξιδανικεύσει παρά να αντιμετωπίζει τη σκληρή πραγματικότητα» [6].

 

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 400 και Φίλιππος Μαζαράκης – Αινιάν στο Αθήνα-Μόναχο 2000 σ. 402- 411

[2] Μυκονιάτης 1979, σ. 126-127

[3] Καλλιγιάννη-Αλεξοπούλου 1992, σ. 43-46

[4] Μυκονιάτης 1979, σ. 124-125 και σημ. 418

[5] Κασιμάτη στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 426. Για τον εικονογραφικό τύπο της Παναγίας του Ισχυρού Μανδύα (Mater Misericordia) βλ. Αγαθονίκου Έφη στον κατάλογο της έκθεσης Οι Πύλες του Μυστηρίου. Θησαυροί της Ορθοδοξίας από την Ελλάδα. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα 1994, σ. 310, αρ. 157

[6] Μισιρλή στο 100 χρόνια Εθνική Πινακοθήκη 2000, σ. 65

 

Βιβλιογραφία


 

  • Λυδάκης, Ιστορία 1976, σ. 130, εικ. 193.
  • Λυδάκης 1976, σ.76, 78 εικ. 11.
  • Κασιμάτη στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 426, 427 (εικ).
  • Παπανικολάου 2002, σ. 90, 92 (εικ.)
  • Margaritis στο Mythen der Nationen 1998, σ. 162

 

Read Full Post »

Ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτες στον αγώνα – Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα)


 

 Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα), Ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτες στον αγώνα.

Κατά πρότυπο του Peter von Hess (1792-1871). Λάδι σε μουσαμά, 64 χ 49 εκ. Εθνική Πινακοθήκη.

 

Ο Peter von Hess ακολούθησε το 1832 τον βασιλιά Όθωνα στην Ελλάδα μαζί με τα μέλη της, αντιβασιλείας έχοντας εντολή από τον βασιλιά Λουδοβίκο της Βαυαρίας να εικονογραφήσει θέματα από τη νεότερη ιστορία των Ελλήνων, με τα οποία θα κοσμούσε το βασιλικό ανάκτορο. Ο Hess πράγματι εξετέλεσε την παραγγελία και ετοίμασε 39 πίνακες σε σχέδια και ελαιογραφικά σκίτσα όπου απεικονίζονται η πολεμική δραστηριότητα, οι αγώνες και οι ηρωικές θυσίες των Ελλήνων τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα.

Τελικά τα έργα αυτά δεν τοποθετήθηκαν στη βασιλική κατοικία αλλά στη βόρεια στοά του Hofgarten, πάνω σε σχέδια του Klenze για να είναι προσιτά στους κατοίκους του Μονάχου σε μία προσπάθεια προσέγγισης του βαυαρικού και του ελληνικού λαού. Η μεταφορά στους τοίχους έγινε από το ζωγράφο Friedrich Christoph Nilson το 1841-1844 [1]. Οι στοές καταστράφηκαν, δυστυχώς, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα σωζόμε­να όμως σχέδια, που έγιναν με κάρβουνο σε χαρτί και σε σχετικά μεγάλες δια­στάσεις (περίπου 87×65 εκ.), τα ελαιογραφικά σκίτσα σε μικρές διαστάσεις 15,5×11 εκ. που διασώζουν τον χρωματισμό, τοποθετημένα ανά οκτώ σε χωριστά πλαίσια, και η λιθογραφική αναπαραγωγή τους το 1842 στο Μόναχο, με διευκρι­νιστικό κείμενο στα γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά και ελληνικά, διέσωσαν την εικό­να αυτού του εικονογραφικού προγράμματος [2].

Το έργο που παρουσιάζουμε  είναι αντίγραφο του τέταρτου θέματος μετά τον τίτλο του πρώτου πλαισίου και απεικονίζει τον Αθανάσιο Διάκο, ο οποίος, ως οπλαρχηγός της περιοχής της Λειβαδιάς από το 1820, στρατολογούσε άνδρες στα χωριά Δαύλεια και Χαιρώνεια που ονομάζονταν και αυτά Δερβενοχώρια [3].

 

Ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτες στον αγώνα. Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα), κατά πρότυπο του Peter von Hess (1792-1871).

Ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτες στον αγώνα. Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα),
κατά πρότυπο του Peter von Hess (1792-1871).

 

Στη σκηνή απεικονίζεται ο Αθανάσιος Διάκος με το ένδυμα του κληρικού, αν και ήταν γνωστό ότι μετά την εμπλοκή του στον Αγώνα είχε αποβάλει το ιερατικό σχήμα. Πιθανώς ο Hess επιθυμεί να εξάρει τον ρόλο της εκκλησίας στην απελευθέρωση της Ελλάδας αλλά και το σημαντικό έργο που επετέλεσε για την εκπαίδευση του ελληνικού λαού, συμβάλλοντας στη διατήρηση της πίστης του και στη διάσωση της εθνικής του ταυτότητας [4].

Στο έργο απεικονίζεται η σκηνή αποχωρισμού των αγωνιστών της Επανάστασης από τις οικογένειές τους, ενώ ο Αθανάσιος Διάκος με μια αποφασιστική κίνηση του χεριού του τους υπενθυμίζει ότι έφθασε η ώρα της αναχώρησης.

Όπως γνωρίζουμε και από άλλα έργα του Hess, ο καλλιτέχνης παράλληλα με τα ηρωικά ανδραγαθήματα απεικόνισε και προσωπικές στιγμές των ηρώων, τις ταλαιπωρίες, τον πόνο, τις κακουχίες τα οδυνηρά επακόλουθα του πολέμου. Η σκηνή διαδραματίζεται στο ύπαιθρο σε κάποιο χωριό, όπως δηλώνει το μεγάλο δέντρο και το σπίτι αριστερά. Οι μορφές, καταλαμβάνουν ολόκληρο τον πίνακα και καθώς συνωθούνται για τον αποχαιρετισμό των οικείων τους, απο­κτούν μνημειακό χαρακτήρα και ανάγονται σε σύμβολα του αγωνιζόμενου λαού. Παρά τα αναγνωρίσιμα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά, η ιδεαλιστική εμφάνιση και η σφιχτοδεμένη σύνθεση με τον επικό χαρακτήρα ανάγει αυτές τις σκηνές στη σφαίρα του μυθικού, με την εξιδανίκευση και αυτής ακόμη της ανθρώπινης πλευ­ράς του Αγώνα.

 

 Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

  

Σημειώσεις


 

[1] Παπανικολάου 1981, σ. 114-116. Σαμπίνε Φάστερτ (Sabine Fasten) στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 430-436

[2]  Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου σε άρθρο του στο Ελεύθερο Βήμα της 15ης Νοεμβρίου 1939 αναφέρει ότι οι στοές επρόκειτο να γκρεμισθούν και τα έργα να αποτοιχισθούν. Κάνει έκκληση, προ­κειμένου να αποθηκευθούν σε κάποιο Μουσείο, να γίνει προσπάθεια να αγορασθούν από το ελληνικό κράτος.

[3] Με το όνομα Δερβενοχώρια αναφέρονται κι άλλα χωριά της Ελλάδας εκτός από τα γνωστά Δερβενάκια, κοντά στη Νεμέα. Υπάρχουν τα Δερβενοχώρια του όρους Ελικώνα, όπως και τα χωριά Δαύλεια, Χαιρώνια κ.α. της Λειβαδιάς.

[4] Παπανικολάου 1981, σ. 119. Σαμπίνε Φάστερτ (Sabine Fasten) στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 438.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Παπασπύρου – Καραδημητρίου Ευθυμία, Ο Θανάσης Διάκος στην τέχνη, εκδ. Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος, Αθήνα 1986, σ. 77, σημ. 4.
  • Οδηγός του Μουσείου Βούρου – Ευταξία (Της πόλεως των Αθηνών), Αθήνα 1994, σ. 111, αρ. 385 

 

Read Full Post »

Γιατράκος Παναγιώτης – Σπυρίδων Προσαλέντης (1830-1895)


 

 Προσωπογραφία του αγωνιστή Παναγιώτη Γιατράκου, έργο του Σπυρίδωνα Προσαλέντη.

Λάδι σε μουσαμά, 93 χ 72 εκ. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Σπυρίδων Προσαλέντης, γιος του γλύπτη Παύλου Προσαλέντη, μετά την επιστροφή του το 1865 στην Ελλάδα από τη Βενετία, όπου είχε μεταβεί για συνέ­χιση των σπουδών του στην εκεί Ακαδημία και όπου είχε διακριθεί, ασχολήθηκε σχε­δόν αποκλειστικά με την προσωπογραφία. Ευνοούμενος των Ανακτόρων και καθη­γητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, δέχτηκε μετά από ανάθεση να εκτελέσει σειρές προ­σωπογραφιών πνευματικών ανθρώπων, καθηγητών ή ηρώων του 1821, για το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Υπουργείο Στρατιωτικών και το Υπουργείο Ναυτικών.

 

Προσωπογραφία του αγωνιστή Παναγιώτη Γιατράκου, έργο του Σπυρίδωνα Προσαλέντη. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Ναυπλίου.

Προσωπογραφία του αγωνιστή Παναγιώτη Γιατράκου, έργο του Σπυρίδωνα Προσαλέντη. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Το ενδιαφέρον του για την απεικόνιση αγωνιστών της Ανεξαρτησίας μαρτυρείται ήδη από τα χρόνια της μαθητείας του ακόμα, αφού το 1858 φιλοτέχνησε την προσωπο­γραφία του Ανδρέα Ζαΐμη[1], ενώ το 1870, αμέσως μετά την οριστική του εγκατάστα­ση στην Αθήνα τιμήθηκε με Χρυσό Βραβείο Β’ Τάξεως στην Έκθεση των Β’ Ολυμπίων για την προσωπογραφία του στρατηγού Καλλέργη[2].

Η προσωπογραφία που εκτίθεται απεικονίζει τον Παναγιώτη Γιατράκο, γόνο περιώνυμης οικογένειας της Πελοποννήσου, που έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά την Επανάσταση του 1821 και διακρίθηκε επανειλημμένως για την τόλμη και τη γενναιότητά του. Ο Σπυρίδων Προσαλέντης ζωγραφίζει τον Γιατράκο, ντυμένο με την επίσημη στολή, σύμφωνα με το πνεύμα της εξιδανικευτικής αντίληψης της ιστορικής ζωγραφικής και μόνο στην απεικόνιση του προσώπου διακρίνεται κάποια ρεαλιστική διάθεση, που αποδίδει τον χαρακτήρα του αγωνιστή με το σπινθηροβόλο και κάπως περιπαικτικό βλέμμα. Ωστόσο η ζωγραφική του Προσαλέντη δεν παύει να κινείται στο πλαίσιο μιας ακαδημαϊκής ακαμψίας που οδηγεί στην τυποποίηση, χωρίς διάθεση ερμηνείας της προσωπικότητας των απεικονιζόμενων.

  

Υποσημειώσεις


 

[1] Μπαρούτας 1990, σ. 31

[2] Ολύμπια του 1870, Περίοδος Δευτέρα, Αθήναι 1872, σ. 7. Μπαρούτας, ό. π. σ. 43

 

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Σχετικά θέματα:

  

Read Full Post »

Τα Ημερολόγια του ’21 των Πρώσσων Αξιωματικών Bollmann & Bellier De Launay, Ρεγγίνα Quack – Μανουσάκη, Μνημοσύνη, τόμος 13ος 1995-1997.


Τα Ημερολόγια του '21 των Πρώσσων Αξιωματικών

Τα Ημερολόγια του ’21 των Πρώσσων Αξιωματικών

Στην αξιόλογη σειρά «ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΚΑ 1821-1831» που εκδόθηκε το 1975 από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος ανατυπώθηκαν, σε 10 τόμους, 120 φιλελληνικά συγγράμματα γραμμένα σε πέντε διαφορετικές γλώσσες. Πρόκειται κυρίως για πολιτικά φυλλάδια, εκκλήσεις και ποιήματα, αλλά και για διηγήματα, πορτραίτα ηρώων, θεατρικά έργα και άλλα.

Ο επιμελητής της σειράς I. Μαζαράκης – Αινιάν, στην εισαγωγή του, εκθέτει τους σκοπούς της επανεκδόσεως των φιλελληνικών φυλλαδίων αυτών: Θέλει να παρουσιάσει αντιπροσωπευτική εικόνα των φιλελληνικών εκδηλώσεων στις διάφορες χώρες. Ως προς την επιλογή των συγγραμμάτων ο Μαζαράκης – Αινιάν γράφει μεταξύ άλλων το εξής: «Στη σειρά αυτή δεν ήταν δυνατόν να περιληφθούν βιβλία πολυσέλιδα, γι’ αυτό λείπουν οι πολύτιμες διηγήσεις των ξένων εθελοντών που κατέβηκαν στην Ελλάδα […]». Όσο δικαιολογημένος φαίνεται αυτός ο περιορισμός τόση έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι παρά ταύτα η σειρά περιέχει δύο ημερολόγια εθελοντών, τις «Παρατηρήσεις για την ηθική, πολιτική και στρατιωτική κατάσταση της Ελλάδος» του Louis de Bollmann, και «Μερικά λόγια για την Ελλάδα», του Wilhelm Bellier de Launay.

Tο κύριο κριτήριο για την υποδοχή των δύο μοναδικών ημερολογίων αυτών στη σειρά φαίνεται ότι ήταν η συντομία τους· το πρώτο περιλαμβάνει 46 σελίδες, το δεύτερο μόνο 30. Αναλύοντας στη συνέχεια λεπτομερώς τα δύο βιβλία αυτά θα ήθελα να δείξω ότι η επιλογή τους δεν ήταν εύστοχη και ότι θα ήταν προτιμότερο να λείπει η κατηγορία ημερολογίων εθελοντών εντελώς από τη σειρά. Ενώ το ημερολόγιο του Bellier de Launay δεν σχολιάζεται καθόλου από το Μαζαράκη-Αινιάν, το ημερολόγιο του Bollmann αναφέρεται ως χαρακτηριστικό δείγμα της απογοητεύσεως που αισθάνθηκαν πολλές φορές οι ξένοι […]

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ρεγγίνας Quack – Μανουσάκη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Bollmann & Bellier De Launay

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ξένος παρατηρητής στην παράδοση του Ναυπλίου το 1822


karl krazeisen – Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Η άλωσις του Παλαμηδίου και στη συνέχεια η παράδοσις του Ναυπλί­ου στους Έλληνες το τέλος του έτους 1822 ήταν σύμφωνα με τον χαρακτηρι­σμό του Καποδίστρια, ένα γεγονός μεγάλης σημασίας για την εξέλιξη του Ελληνικού Αγώνα Απελευθερώσεως [1]. Πολλοί Έλληνες αγωνιστές όπως επί­σης ξένοι εθελοντές έχουν διηγηθή με αρκετές λεπτομέρειες τα συμβάντα αυτών των ημερών στα απομνημονεύματά τους απ’ όπου πέρασαν μετά στις μεγάλες Ιστορίες της Ελληνικής Επαναστάσεως.

Και όμως, ειδικά για την άλωση του Παλαμηδίου την νύχτα της 29ης-30ής Νοεμβρίου του 1822 έχομε, απ’ ότι γνωρίζομε, μία μόνο έκθεση που προ­έρχεται από πραγματικό αυτόπτη μάρτυρα, τον Γερμανό αξιωματικό Gustav Friedrich von Mandelsloh.

Ο εθελοντής von Mandelsloh από τη Σαξωνία έφθα­σε τον Ιανουάριο του 1822 στην Ελλάδα. Ως λοχαγός στο Σώμα των Φιλελ­λήνων έλαβε μέρος στην Ηπειρωτική Εκστρατεία και επέζησε κατά τη μοι­ραία μάχη του Πέτα. Δια μέσου Αθηνών έφθασε τον Οκτώβριο του 1822 στο Ναύπλιον όπου έμεινε, κατά τη μαρτυρία του Γερμανού γιατρού Heinrich Treiber, τουλάχιστον μέχρι τον Αύγουστο του 1822 [2]. Μετά την επιστροφή στην πατρίδα του ο von Mandelsloh δημοσίευσε, τον Νοέμβριο του 1824, στη «Βραδινή Εφημερίδα» της Δρέσδης τρεις μεγάλες επιστολές με τον τίτλο «Ματιές ενός αυτόπτη μάρτυρα στον Απελευθερωτικόν Αγώνα των Ελλήνων» [3].

Στην πρώτη επιστολή ο von Mandelsloh μιλά για τη συμμετοχή των ξένων στον Αγώνα του ’21, για τις δύσκολες συνθήκες που ευρήκαν αυτοί στην Ελλάδα, αλλά και για τη συχνή απαράδεκτη συμπε­ριφορά τους. Αρχίζει μια σφοδρή πολεμική ειδικά εναντίον του συμπατριώτη του, του ανθυπολοχαγού von Kotsch ο οποίος είχε δημοσιεύσει απομνημονεύματα για το ταξίδι του στην Ελλάδα  [4].

Στη δεύτερη επιστολή ο von Mandelsloh περιγράφει την επιχείρηση κατακτήσεως του Παλαμηδίου, κάτω από την ηγεσία του Στάικου Σταϊκόπουλου, στην οποία συμμετείχε ο ίδιος και μάλιστα ως αρχηγός της εμπροσθοφυλακής που πρωτομπήκε στο φρού­ριο [5].

Η τρίτη και τελευταία επιστολή στη «Βραδινή Εφημερίδα» της 25ης Νοεμβρίου του 1824 έχει τον υπότιτλο «Παράδοσις του Ναυπλίου την 22αν Δεκεμβρίου του 1822 (3ην Ιανουαρίου του 1823)». Ενώ στην άλωση του Παλαμηδίου, ο van Mandelsloh έλαβε μέρος προσωπικά, στην παράδοση του Ναυπλίου δεν είχε πια άμεση ανάμιξη. Δεν συμμετείχε, φυσικά, στις διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για τους όρους παραδόσεως. Άλλωστε οι διαπραγματεύσεις αυτές με αποτέλεσμα την υπογραφή συνθήκης έγιναν τα­χύτατα και με τη σχεδόν αποκλειστική ενέργεια του Κολοκοτρώνη, ο οποίος, κατά την κατηγορία του Αναστασίου Μαυρομιχάλη, έδρασε σαν ένας απόλυ­τος μονάρχης [6].

Επίσης ο von Mandelsloh δεν ανήκε στην φρουρά που ωρίστηκε από τον Κολοκοτρώνη για να επίβλεψη την διαφύλαξη των λαφύρων μέσα στα τείχη του Ναυπλίου. Ήταν απλώς ένας από τους πάρα πολλούς στρατιώτες που περίμεναν, τρεις ολόκληρες εβδομάδες, έξω από την πύλη της πόλεως μέχρις ότου ν’ άνοιξη. Παρά ταύτα η έκθεσις του ξένου παρατηρητή προσφέρει πολλά ενδιαφέ­ροντα στοιχεία. Μας δίνει μεταξύ άλλων λεπτομέρειες σχετικά με τα μέτρα του Κολοκοτρώνη για τη φρούρηση της πόλεως που επιβεβαιώνουν τις σημε­ρινές μας γνώσεις, ενώ άλλες λεπτομέρειες, που αφορούν την ποσότητα και την διανομή των λαφύρων, τις συμπληρώνουν [7].

Συγκινητικές είναι οι εικόνες που περιγράφει ο von Mandelsloh από την άθλια κατάσταση των στρατευμά­των στην αναμονή, και απολαυστικά τα μικρά επεισόδια που εντυπωσίασαν τον ξένο, όπως π.χ. η εμφάνισις του Κολοκοτρώνη που κατεβαίνει με κραυγές και πετροπόλεμο από το άνω φρούριο για να καθησύχαση την μάζα των φιλονεικούντων.

Επίσης ο von Mandelsloh αναφέρει αυτά που λέγονταν τότε και αυτά που ακούγονταν. Ερμηνεύει όλες αυτές τις φήμες και κάνει τις δικές του σκέ­ψεις. Και αφού απευθύνεται στο γερμανικό κοινό συνθέτει μια εικόνα της γε­νικής καταστάσεως που επικρατούσε τότε στην Ελλάδα. Οι κρίσεις και σκέ­ψεις του συγγραφέα όπως και το στυλ εκφράσεώς του αποδεικνύουν ότι πρό­κειται για τις εκτιμήσεις ενός έξυπνου και μετριοπαθή άνδρα που δεν προ­σπαθεί να παρουσίαση τις δικές του γνώσεις σαν απόλυτες [8]. Τελικά, η έκθεσις του Γερμανού λοχαγού στο σύνολό της δείχνει ακόμα με ποιο ζήλο ένας φιλέλληνας συμμετείχε στον Αγώνα και με ποια πραγματική συμπάθεια συμ­μερίσθηκε την τύχη των Ελλήνων.

 

Μετάφρασις από τη «Βραδινή Εφημερίδα» της Δρέσδης, αρ. 283, της Πέμπτης 25ης Νοεμβρίου 1824:

Ματιές ενός αυτόπτη μάρτυρα στον Απελευθερωτικόν Αγώνα των Ελλήνων. 

Τέλος) Μέρος 3: Παράδοσις του Ναυπλίου [Napoli di Romania] την 22αν Δεκ. 1822 (3ην Ιαν. 1823) Δρέσδη, την 8ην Νοεμβρίου 1824.

 

Μόλις το φρούριο του Παλαμηδίου περιήλθε στα χέρια των Ελλήνων ο Κολοκοτρώνης, ο τότε αρχιστράτηγος ή στρατάρχης του Μοριά, άρχισε τις διαπραγματεύσεις σχετικά με την παράδοση του Ναυπλίου. Στη συνθηκολό­γηση ωρίσθηκε ότι η τουρκική φρουρά όπως και οι κάτοικοι, όλοι μαζί περί­που 4.000 ψυχές, θα άφηναν πίσω το πιο μεγάλο μέρος των υπαρχόντων τους και θα μεταφερόντουσαν με ελληνικά πλοία στην ακτή της Μικράς Ασίας.

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Έτσι 200 Έλληνες μπήκαν στην πόλη και κατέλαβαν την Αρβανιτιά, αυτό το τέως κάτω φρούριο των Βενετών που κείται στο βραχώδη διάσελο μεταξύ της πόλεως και του κόλπου και το οποίο, λόγω παλαιοτέρων οχυρωμάτων, είναι εντελώς αποκομμένο από την πόλη. Εκεί βρίσκονται οι κύριες πυροβολαρχίες προς τον κόλπο, όπως επίσης μερικές υψηλές πυροβολαρχίες προς τη στεριά και την πόλη. Συγχρόνως 50 επίτροποι μπήκαν στο φρούριο για να παραλάβουν όλα τα εντός ευρισκόμενα πυρομαχικά, πυροβόλα και πο­λεμοφόδια και για να κατασχέσουν από τα χρήματα, τους πολύτιμους λίθους, τα όπλα και τ’ άλλα αξιόλογα πράγματα το μερίδιο που ανήκε στους Έλληνες και το οποίο θα διαφύλατταν στα πιο μεγάλα τουρκικά τζαμιά. 

Όλες αυτές οι εργασίες μπορούσαν να τελειώσουν σε μία εβδομάδα. Επί πλέον η Ύδρα και οι Σπέτσες είναι κοντά και ο στόλος δεν είχε απο­πλεύσει αυτή την περίοδο, έτσι ώστε ο αναγκαίος αριθμός πλοίων συγκεντρώθηκε γρήγορα. Επίσης εμφανίστηκε ακόμα μία αγγλική φρεγάδα με τον πλοίαρχο Hamilton, ο οποίος προσφέρθηκε όχι μόνο να συνοδεύση αυτή τη μεταφορά μέχρι την ακτή της Μικράς Ασίας, για την ασφάλεια των δύο πλευρών, αλλά και να δεχθή ένα σημαντικό αριθμό Τούρκων στο πλοίο του.

Εκτός απ’ αυτό ένα σημαντικό σώμα Τούρκων ευρισκόταν ακόμα κοντά στην Κόρινθο το οποίο θα μπορούσε, σε μια μέρα, να εμφανισθή στο Ναύ­πλιο. Αυτό το σώμα, αν θα ερχόταν πραγματικά, μάλλον δεν θα μπορούσε εύκολα να καταλάβη εκ νέου όλο το κάστρο, όμως θα δημιουργούσε μεγάλη αταξία, διότι θα μπορούσε όχι μόνο να ελευθέρωση την ενεργό ομάδα της τουρκικής φρουράς και να την πάρη μαζί του στην Κόρινθο, αλλά θα μπο­ρούσε επίσης να αχρηστεύη όλα τα πυροβόλα και τα πυρομαχικά. 

Δεν θα έπρεπε επίσης οι Έλληνες να συλλογίζωνται ότι πριν από μισό χρόνο περίπου ευρίσκονταν στο ίδιο σημείο; και ότι μόνο ο διχασμός τους έφταιγε που έπρεπε να αποσυρθούν με άδεια χέρια από το κάστρο του Ναυπλίου, την κατάκτηση του οποίου θεωρούσαν κιόλας σαν δεδομένη. Δεν είχαν τότε το Παλαμήδι στα χέρια τους, αλλά το θαλασσινό κάστρο τους είχε παραδοθή (και το κρατούσαν μετά συνεχώς στην κατοχή τους), οι όμηροι είχαν ανταλλαχθή για την εγγύηση της συμβάσεως και η τουρκική φρουρά διατρεφόταν από τους Έλληνες. 

Δηλαδή όλα ήταν καθωρισμένα και έτοιμα, μόνο που δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν με τους Υδραίους και Σπετσιώτες για το κόστος της διατροφής και της μεταφοράς. Και ενώ μάλωναν και παζάρευαν ακόμη, ο Δράμαλης πασάς εισέβαλε στο Μοριά, έδιωξε τους Έλληνες από το κάστρο, ακύρωσε τη συνθηκολόγηση, διώρισε καινούργιο φρού­ραρχο, τον Αλή πασά, ενίσχυσε τη φρουρά και εφοδίασε το φρούριο με τρό­φιμα. 

Πόσοι λόγοι λοιπόν για τους Έλληνες για να επισπεύσουν τώρα όσον το δυνατόν την επιβίβαση των Τούρκων! Όμως, παρά αυτό το μάθημα, και παρά το κόστος που δημιούργησε η διατροφή των Τούρκων, δεν μπόρεσαν, ούτε αυτή τη φορά, να συμφωνήσουν και να τελειώσουν με τους πλοιοκτήτες σχετικά με τη μεταφορά. Τελικά, οι δαπάνες αυτές καλύφθηκαν με ένα μέρος των λαφύρων και έτσι, 22 μέρες μετά την άλωση του Παλαμηδίου, την 22αν Δεκεμβρίου του 1822 (3ην Ιανουαρίου του 1823) η παράδοσις του Ναυπλίου πραγματοποιήθηκε με σχετική τάξη, γεγονός στο οποίο μάλλον η παρουσία των Άγγλων συνέβαλε αρκετά. 

Γι’ αυτήν την καθυστέρηση όμως δεν έφταιγε μόνο ο κανονισμός των δαπανών της μεταφοράς, αλλά πιο πολύ ακόμα οι εσωτερικές κάπως ανώμα­λες συνθήκες της Ελλάδος και πριν απ’ όλα η επίδρασις των κομμάτων, τα οποία ευρίσκονταν σε ακραία αντίθεση μεταξύ τους. Γι’ αυτό το λόγο δεν είναι άσκοπο ν’ αναφερθούν μερικά συμβάντα που συνδέονται με αυτό το γε­γονός. Διότι ή συμπεριφορά των δύο κομμάτων, δηλαδή ο σφετερισμός του ενός και η παθητικότητα και δειλία του άλλου δίνει μία αρκετά χαρακτηριστική εικόνα της τότε καταστάσεως των εσωτερικών συνθηκών της Ελλάδος και αποδεικνύουν ειδικά την αδυναμία της τότε κυβερνήσεως.

Η κυβέρνησις της οποίας τα κύρια μέλη ήταν ο αντιπρόεδρος Θάνος, ο υπουργός του πολέμου Ιωάννης Κωλέττης και ο υπουργός των εξωτερικών Νέγρης (ο πρόεδρος του Εκτελεστικού πρίγκιψ Μαυροκορδάτος και ο πρόε­δρος του Βουλευτικού πρίγκιψ Υψηλάντης απουσίαζαν), μετά την εισβολή των Τούρκων στο Μοριά, είχε μεταβή στο Καστρί απέναντι της Ύδρας. Εκεί η κυβέρνησις, λόγω της τοποθεσίας και λόγω της αφοσιώσεως όλης της γύρω περιοχής σε αυτήν, προστατευόταν από τις εχθροπάθειες του Κολοκοτρώνη και του κόμματός του.

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδι. Peter Von Hess, επιχρωματισμένη λιθογραφία.

Ο Κολοκοτρώνης, που εσκόπευε πάντα να ενώση την πολιτική εξουσία με τη στρατιωτική, επιτηδείως επωφελήθηκε από την άτυχη καταστροφή αυτή για να διασπείρη την φήμη ότι ειδικά ο Θάνος και ο Νέγρης όχι μόνο δεν εμπόδισαν την εισβολή των Τούρκων, αλλά ότι αυτή η εισβολή έγινε εις γνώ­ση των και την διευκόλυναν, και ήθελαν, για να ευνοηθούν, να υποκύψη ο Μοριάς πάλι στους Τούρκους. 

Κάθε λαός που βρίσκεται στην ατυχία και στην μεγάλη ανάγκη γίνεται ευκολόπιστος, έτσι ήταν εύκολο οι Έλληνες να πεισθούν για την αλήθεια της φήμης αυτής. Επομένως ο Κολοκοτρώνης μπό­ρεσε να τολμήση να δηλώση δια μέσου προκηρύξεως προς το λαό τους δύο επικεκηρυγμένους. Με την φυγή τους στο Καστρί, όπου μετέβη όλη η κυβέρνησις, απέφυγαν μεν τις συνέπειες της προκηρύξεως αυτής ο δε Κολοκοτρώ­νης επέτυχε δι’ αυτού πράγματι να μονοπώληση την πολιτική εξουσία και να τη μοιράση μόνο με τη Γερουσία, δηλαδή την τοπική κυβέρνηση του Μοριά, η οποία με πρόεδρο τον Παπαφλέσα, είχε υποκύψει από καιρό στα συμφέροντα του Κολοκοτρώνη.

Εν τω μεταξύ η άλωσις του Ναυπλίου παρουσίασε στην κυβέρνηση την καλή ευκαιρία να ξαναποκτήση, τουλάχιστον εν μέρει, το παλαιό κύρος της και την εξουσία που της άνηκε διότι εκτός από το γεγονός ότι η Γερμανική Λεγεών με 150 άνδρες που μόλις είχε φθάσει, ήταν αποκλειστικά στη διάθεσή της, η κυβέρνησις μπορούσε να βασισθή με σιγουριά στο Σύνταγμα (των τα­κτικών) και στο πλήθος των προσελευσομένων στο Ναύπλιον Καστριωτών και Κρανιδιωτών και κυρίως στους Υδραίους και Σπετσιώτες που είχαν έλθει με πολυάριθμα καράβια. Παρά ταύτα δεν τόλμησε να στείλη επιτρόπους στις διαπραγματεύσεις για την παράδοση του Ναυπλίου, αν και ο διοικητής του Συντάγματος συνταγματάρχης Gubernati όχι μόνο την ειδοποίησε την ίδια νύχτα σχετικά με την άλωση του Παλαμηδίου αλλά της ζήτησε να στείλη αμέσως απεσταλμένους, για την ασφάλεια των οποίων το Σύνταγμα θα εγγυάτο.

Ο Κολοκοτρώνης ως αρχιστράτηγος του Μοριά συνήψε μόνος του την συμφωνία και μόνο κατόπιν εμφανίσθηκαν μερικοί Υδραίοι, οι οποίοι ήταν μέλη της κυβερνήσεως αλλά δεν την αντιπροσώπευαν και που ήθελαν απλώς να φροντίσουν τα ιδιωτικά συμφέροντα της Ύδρας και του στόλου. Η κυβέρνησις, που στην αρχή από φόβο δεν έστειλε αντιπροσώπους, ήταν μετά αρκετά ασύνετη να αρνηθή επιμόνως την επικύρωση της συνθηκολογήσεως που είχε συνάψει ο Κολοκοτρώνης. Έτσι έχασε σχεδόν όλο το μερίδιο των λαφύρων που της ανήκε, αλλά και τα στρατεύματα που ήταν υπό τας διαταγάς της, πριν απ’ όλα το Σύνταγμα, παραμελήθηκαν. Επί πλέον δημιουργή­θηκε η στιγμιαία δυσχέρεια ότι οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες που ήταν ανέ­καθεν με το μέρος της κυβερνήσεως, αρχικά δεν ήθελαν να προμηθεύσουν τα αναγκαία πλοία για τη μεταφορά της τουρκικής φρουράς, όπως το είχε απαι­τήσει ο Κολοκοτρώνης. Τελικά όμως πείσθηκαν με το επιχείρημα ότι ένας πε­ρισσότερος δισταγμός θα μπορούσε εύκολα να βλάψη υπερβολικά το καλό της Ελλάδος.

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

Η επιβίβασις των Τούρκων στα πλοία πραγματοποιήθηκε τελικά, αλλά προτού τελείωση οι Έλληνες, γύρω στους 10.000 άνδρες, εισέβαλαν στην πό­λη και όλα αυτά που δεν είχαν διαφυλαχθή στα τζαμιά αφέθηκαν στο έλεός τους. Και όμως αυτό πού θα φαινόταν απίστευτο ακόμα με ευρωπαϊκά στρα­τεύματα, συνέβη εδώ, δηλαδή δεν έλαβε μέρος ούτε μία φιλονεικία με σοβαρές συνέπειες. Αυτό είναι πάρα πολύ αξιοθαύμαστο, διότι πρέπει να συλλογισθή κανείς ότι το σώμα που εισέβαλε απετελείτο από τους οπαδούς δύο εχθρικών κομμάτων, από τρεις διαφορετικές φυλές, δηλαδή τους Έλληνες, τους Αλβα­νούς και τους Βλάχους, και από τα στρατεύματα της ξηράς και τους ναυτι­κούς. Επίσης κανένας Τούρκος δεν σκοτώθηκε, αλλά μερικοί μαύροι, άνδρες και γυναίκες, επέθαναν μεταξύ των πολλών ατύχων, τους οποίους οι Τούρκοι μεταχειρίζονταν κατά βούληση και τους οποίους είχαν αφήσει πίσω μισοπε­θαμένους, ελεεινούς και απογυμνωμένους.

Στο Ναύπλιο και στο Παλαμήδι μαζί βρέθηκαν πάνω από 300 πυροβό­λα μεταξύ των οποίων ήταν μερικές πολύ καλές πυροβολαρχίες των 36 και 24 λιβρών, μόνο που εξ αιτίας της κακής καταστάσεως του τροχισμού τους όλες ήταν σχεδόν μη χρησιμοποιήσιμες. Επίσης τα αποθέματα από πολεμοφόδια υπήρξαν σημαντικά, και τα πραγματικά λάφυρα ήταν εξαιρετικά πολλά αλλά δυστυχώς οι πιο δυνατοί καπεταναίοι κατακράτησαν πολλά απ’ αυτά έτσι ώστε τα στρατεύματα πήραν μόνο ένα μικρό μερίδιο από τα πράγματα, τα οποία επί πλέον έπρεπε πρώτα να πωληθούν για να μοιρασθούν μετά. 

Του Συντάγματος π.χ. ο απλός στρατιώτης έλαβε 90 γρόσια, ο υπαξιωματικός 120, ο δεκανεύς 200, ο λοχαγός 300 κλπ. Ο Κολοκοτρώνης, φυσικά, πήρε κά­τι παραπάνω μεταξύ άλλων πήρε για τον εαυτό του το στιλέττο του πασά, του οποίου η αξία εκτιμόταν σε 200.000 γρόσια. Το πόσο συνολικά πήρε για τον εαυτό του σε αυτή την περίπτωση ούτε περίπου μπορεί κανείς να το εκτί­μηση. Αλλά μάλλον είναι σημαντικό, διότι ήδη λίγες μέρες μετά την άφιξη των επιτρόπων στην πόλη ο ένας απ’ αυτούς ο προσωπικός ιατρός του Κολοκοτρώνη, διαπίστωσε ότι εκτός από τα μετρητά χρήματα παρελήφθησαν πολύτιμοι λίθοι αξίας μερικών εκατομμυρίων γροσίων αργότερα όμως ούτε για το μεν ούτε για το δε έγινε ποτέ πια λόγος. Αν υποτεθή ότι ο Κολοκο­τρώνης έδωσε ένα μερίδιο ειδικά στην Μπουμπουλίνα, όπως και στον Νική­τα, τον Στάικο και μερικούς άλλους καπετάνιους, το μεγαλύτερο μερίδιο σί­γουρα θα το κράτησε για τον εαυτόν του.

Αυτές οι 22 μέρες μεταξύ της αλώσεως του Παλαμηδίου και της παρα­δόσεως του Ναυπλίου ήταν για τα στρατεύματα που περίμεναν, από τις πιο φοβερές όλης της εκστρατείας. Η ασταμάτητη δυνατή βροχή ανάγκασε τους στρατιώτες να προστατευτούν σε σπηλιές, αλλά κυρίως σε μία ελληνική εκκλησία και στο μνημείο ενός Τούρκου άρχοντα, που ήταν τα δύο σκαλισμέ­να και κτισμένα στο βράχο κοντά στην πόλη. Εδώ προφυλάσσονταν μεν αρχικά από τη βροχή, αλλά εκάθονταν ο ένας επάνω στον άλλον, και όταν αργότερα τα πολλά νερά μπήκαν μέσα και εκεί, η κατάστασίς τους έγινε απελ­πιστική. Εκτός απ’ αυτό για μερικές μέρες τα τρόφιμα έλλειπαν σχεδόν εξ ολοκλήρου, ενώ πολλές φορές τη νύχτα τα στρατεύματα έπρεπε να μπουν στη γραμμή λόγω της μικρής αποστάσεως του τουρκικού σώματος που ευρίσκετο στην Κόρινθο.

Πρέπει να τονισθή επίσης ότι η παρουσία του Συντάγματος «Τακτικών» ήταν και σε αυτά τα γεγονότα πάρα πολύ χρήσιμη διότι, πράγματι, το Σύν­ταγμα εφύλαξε το φρούριο από τους ίδιους τους Έλληνες, οι οποίοι, χωρίς αυτό τον έλεγχο, θα είχαν πιθανώς εισβάλει πιο γρήγορα και θα είχαν δημι­ουργήσει αταξίες. Αλλά και ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης έκανε συχνά την αστυνόμευση όταν η αναταραχή στην πόλη υπερέβη τα όρια. 

Σε ένα Ευρωπαίο θα φανή παράξενο ν’ ακούση ότι σε τέτοια περίπτωση ο αρχιστράτηγος του Μο­ριά που αρχικά εζήτησε ησυχία από το άνω φρούριο με διαπεραστική φωνή, αλλά ματαίως, και που διέταξε μάλιστα να πυροβολήσουν μερικές φορές ανά­μεσα στους ταραξίες, τελικά κατέβηκε από τους βράχους, επικεφαλής 100 πα­λικαριών (τιμητική ονομασία για ικανούς πολεμιστές) και δεν σταμάτησε να ρίξη τη ράβδο του, πέτρες και ό,τι αντικείμενο βρήκε μπροστά του μέσα στο πλήθος, μέχρις ότου εχώρισε τους καυγαδίζοντες και αποκατέστησε την ησυχία.

Ήδη στην αφήγηση για την άλωση του Παλαμηδίου ανέφερα ότι η κα­τοχή του φρουρίου του Ναυπλίου είχε ένα απίστευτο όφελος για τους Έλλη­νες, διότι αυτοί όπως και οι Τούρκοι πίστευαν με σιγουριά πως από την τύ­χη του φρουρίου αυτού εξαρτιόταν η έκβασις όλου του πολέμου. Επίσης λόγω της θέσεώς του είναι ειδικά κατάλληλο για εμπορικό κέντρο. Πράγματι, λίγο μετά την κατάληψή του, οι εισπράξεις από δασμούς επαρκούσαν για τη συντήρηση μιας σημαντικής φρουράς. Αλλά κυρίως από στρατιωτικής απόψεως το Ναύπλιον προσφέρει το πλεονέκτημα ότι προστατεύει σχεδόν όλο το Μοριά από την εισβολή των Τούρκων. Διότι αυτοί, όσο πολυάριθμοι και αν ήταν και όσο καιρό κατείχαν την Κόρινθο, κράτησαν μόνο μία στενή λωρίδα, μεταξύ Κορίνθου και Πατρών και μετά την πτώση της Κορίνθου μό­νο πια τα περίχωρα των Πατρών*.

 

ν. Mandelsloh

* Πόσο διαφορετική ακούγεται αυτή η εκθεσις ενός αυτόπτη μάρτυρα που συμμετείχε σε πολλά γεγονότα αν τη συγκρίνωμε με τις προφανώς πολύ επιπολαίως συλλαμβανόμενες περιγραφές φόνων και ερωτικές περιπέτειες με λαφυραγωγημένες Τούρκισσες, οι οποίες μας παρουσιάζονται τόσο γεναιόδωρα στο «Ταξίδι ενός αξιωματικού του πυροβολικού». (Essen, Bädeker, 1824) στη σελ. 54 και επ.![9]

 

Regina Quack – Μανουσάκη

Διατηρήθηκε η ορθογραφία της συγγραφέως (εκτός του πολυτονικού)

Μνημοσύνη, τόμος δέκατος τέταρτος 1998-2000, Εν Αθήναις. 

 

Υποσημειώσεις


[1] Βλ. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1982, τόμ. ΣΤ, σ. 277.

[2] Τράϊμπερ Ερρίκου, Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822-1828, εκδ. Χρήστου Ν. Αποστολίδου, Αθήναι (1960), σ. 55.

[3]Abend-Zeitung, αρ. 278, 279, 283, 19./20./25. November 1824.

[4] Τον πλήρη τίτλο του βιβλίου αυτού βλ. κατωτέρω, υποσ. 9.

[5]Για αυτή την δεύτερη επιστολή έκανα μια ανακοίνωση στο Α’ Διεθνές Συνέδριο Πελοπ. Σπουδών στη Σπάρτη το Σεπτ. του 1975, η οποία δημοσιεύθηκε στα Πρακτικά (Αθήναι 1976, τόμ. Γ’, σσ. 124-144) μαζί με τη δική μου μετάφραση ολοκλήρου του κειμέ­νου. Εκεί βλ. επίσης περισσότερες λεπτομέρειες για τη σταδιοδρομία του von Mandelsloh στην Ελλάδα και για την πολεμική του εναντίον του von Kotsch, όπως επίσης στοιχεία για την εξακρίβωση της αυθεντικότητας των γραφομένων του von Mandelsloh (σσ. 135-136).

[6] Βλ. Κ. Λ. Κοτσώνη, Συμβάντα μετά την κατάληψη του Ναυπλίου (1822), Πρα­κτικά Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήναι 1979, σσ. 164, 170.

[7]Για τα αποτελέσματα της έρευνας βλ. την κατανοητή περίληψη των γεγονότων με βάση τιςπηγές από τον Κ. Κοτσώνη, ενθ’ ανωτ., σσ. 168 και επ. και το σχετικό κεφά­λαιο του Απ. Βακαλοπούλου, ενθ’ ανωτ., σσ. 273 και επ.

[8]Αν συγκρίνωμε τις γενικές εκτιμήσεις του von Mandelsloh από τότε με τις σημε­ρινές μας γνώσεις, συμπεραίνομε ότι αυτός δεν έπεσε πολύ έξω.

[9]Ο εκδότης των επιστολών του von Mandelsloh στη «Βραδινή Εφημερίδα» της Δρέσδης, αναφέρεται εδώ στο ημερολόγιο του ανθυπολοχαγού Maximilian von Kotsch «Τα­ξίδι ενός Γερμανού αξιωματικού του πυροβολικού στην Ελλάδα και διαμονή του επί τό­πον από τον Αύγουστο του 1822 μέχρι τον Ιούλιο του 1823. Ακολουθώντας τα ημερολό­για και τις σημειώσεις αυτού σε επεξεργασία του F. Μ. von Mauvillon». (Το βιβλίο αυτό «Reise eines deutschen Artillerie affiriers nach Griechenland…» εμφανίστηκε στο Essen το 1824, ανώνυμα). Για την πολεμική μεταξύ των δύο εθελοντών, του von Mandelsloh και του von Kotsch βλ. τη μελέτη μου, ενθ’ ανωτ., υποσ. 5, σσ. 135, 139-140.

Read Full Post »

Το Ναύπλιον γενέθλιος πόλις της εφημερίδος της Κυβερνήσεως


 

 

I. Η Εφημερίς της Κυβερνήσεως διέπεται σήμερον υπό του Ν. 301/ 1976, ο οποίος ορίζει ποίαι πράξεις δημοσιεύονται εις αυτήν, ήτοι (αρθρ. 1) οι νόμοι, ο κανονισμός της Βουλής, τα Πρ. Δ/γματα, αι κατά το άρθρον 44 παρ. 1 του Συντάγματος πράξεις του Προέδρου της Δημοκρατίας, αι κανονικαί πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και των Υφυπουργών, και αι ατομικού χαρακτήρος διοικητικαί πράξεις ως και αι πράξεις των δημοσίων επιχειρήσεων, εταιρειών και ιδρυμάτων, εφ’ όσον η δημοσίευσίς των επιβάλλεται δια νόμου.

Βάσει του άρθρου 4 του νόμου τούτου ωρισμέναι εκ των ως άνω πράξεων δημοσιεύονται εν περιλήψει. Μέχρι θέσεως εν ισχύι κατά το τρέχον έτος του Ν. 301/1976 η Εφημερίς της Κυβερνήσεως ως προς την δημοσιευτέαν ύλην διείπετο υπό νόμων παλαιών προ αιώνος και πλέον εκδοθέντων, έτι δε και επί εποχής βασιλέως Όθωνος, δια των οποίων προεβλέπετο η δημοσίευσις σειράς πράξεων, με συνέπειαν την άσκοπον επιβάρυνσιν της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως με ύλην επουσιώδη. Ο πρόσφατος νόμος περιώρισε σημαντικώς την έκτασιν των δημοσιευτέων πράξεων και επέφερε σχετικήν ελάφρυνσιν έν προκειμένω. Δι’ ωρισμένας δε πράξεις προέβλεψεν άλλον τύπον δημοσιότητος, καθ’ όσον άνευ ταύτης η πράξις πάσχει νομικώς, ως ειδικώς έχουν αποφανθή τα δικαστήρια.

 

Γενική Εφημερίς της Ελλάδος

 

II. Η  Εφημερίς της Κυβερνήσεως δέον να θεωρήται ως η αρχαιοτέρα ελληνική εφημερίς. Εξεδόθη το πρώτον το 1825 εις Ναύπλιον υπό τον τίτλον ΓΕΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ από την τότε κρατικήν Διοίκησιν. Η απόφασις προς έκδοσιν της εν λόγω εφημερίδος ελήφθη δια του από 7 – 10- 1825 ψηφίσματος, το οποίον έχει ως εξής:

 

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Το Εκτελεστικόν Σώμα

Επειδή δια την ανάγκην του να δημοσιεύωνται τα πρακτικά της Διοι­κήσεως και να κοινοποιούνται εν τάχει αιειδήσεις, όσαι μάλιστα αποβλέ­πουν τα συμφέροντα του λαού, εκρίθη αναγκαίον να συσταθή εφημερίς εις την καθέδραν της Διοικήσεως, της οποίας η επιστασία να παραδοθή εις άν­δρα άξιον και απολαμβάνοντα την υπόληψιν της Διοικήσεως δια την παιδείαν και την αρετήν του.

 Συναινέσει και του σεβαστού Βουλευτικού, κατά το υπ’ αριθ. 130 προβούλευμα,

 Δ ι α τ ά τ τ ε ι

Α’.   Ο κύριος   Θεόκλητος  Φαρμακίδης  διορίζεται   εφημεριδογράφος  της Διοικήσεως.

Β’.   Θέλει έχει υπό την Διεύθυνσίν του την τυπογραφίαν της Διοικήσεως, συγκειμένην από τρία πιεστήρια με όλα τα αναγκαία των.

Γ’.    Τα πρακτικά του σεβαστού Βουλευτικού θέλει παραλαμβάνει παρά του Α’ Γραμματέως του αυτού σώματος.

Α’.    Τα λοιπά πρακτικά της Διοικήσεως και τας επισήμους ειδήσεις θέλει παραλαμβάνει παρά της Γενικής Γραμματείας.

Ε’.  Ο Γενικός Γραμματεύς να ενεργήση την παρούσαν διαταγήν.

 

Εν Ναυπλίω τη 29η Οκτωβρίου 1825

                 Ο Γενικός Γραμματεύς   Α. Μαυροκορδάτος                                              

                                                                       Ο Αντιπρόεδρος

                                                                                 Γκίκας Μπότασης

                                                                              Αναγνώστης Σπηλιωτάκης

                                                                                Κων. Μαυρομιχάλης

                                                                              Ιωάννης Κωλέττης

Εκ του κειμένου του εν λόγω ψηφίσματος καταφαίνεται η σοβαρότης με την οποίαν η Διοίκησις αντιμετώπιζε την έκδοσιν της εφημερί­δος ως εκ της αναθέσεως της εκδόσεώς της εις τον Θεόκλητον Φαρμακίδην.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Ούτος ήτο αρχιμανδρίτης γεννηθείς το 1784 εις Λάρισαν, συγγραφεύς θεολογικών έργων πολυγραφώτατος, εκλεγείς μετέπειτα καθηγητής εις το Πανεπιστήμιον Αθηνών, κλασσικόν έργον του οποίου υπήρξε το περί Καινής Διαθήκης εκδοθέν εις επτά τόμους. Ο Φαρμακίδης ήτο έμπειρος δημοσιογράφος, ήδη παλαιότερον είχεν εργασθή ως διευθυντής από του έτους 1816 εις την εφημερίδα ΛΟΓΙΟΣ ΕΡΜΗΣ, η οποία εξεδίδετο εις Βιέννην. Εκ της εφημερίδος ταύτης απεχώρησε το 1819 προκειμένου να συνέχιση τας σπουδάς του. Εν συνεχεία ανέλαβε την διεύθυνσιν της εφημερίδος ΣΑΛΠΙΓΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ, η οποία εξεδόθη το 1821 εις Καλαμάταν και είναι η πρώτη εφημερίς επί ελληνικού εδάφους, δεδομένου ότι προ της επαναστάσεως εξεδίδετο πλήθος ελληνικών εφημερίδων και περιοδικών εις την Ευρώπην υπό του ελληνισμού της διασποράς, άλλ’ ως είναι φυσικόν εις την κυρίως Ελλάδα δεν ήτο δυνατή η έκδοσις εφημερίδος, καθ’ όσον ο Τούρκος δυνάστης ουδέποτε θα το επέτρεπε.

Η επιστημονική, φιλολογική και κυρίως η δημοσιογραφική ικανότης του Φαρμακίδη υπήρξαν ο κύριος συντελεστής της από της πρώτης στιγμής πλήρους επιτυχίας και καθολικής ανταποκρίσεως της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος. Το επίτευγμα δεν είναι μικρόν αν αναλογισθή κανείς, ότι η προηγουμένη προσπάθεια της Διοικήσεως όπως εκδώση εφημερίδα ήτο η προαναφερθείσα ΣΑΛΠΙΓΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ εις Καλαμάταν, η οποία όμως διεκόπη προώρως το αυτό έτος λόγω κυρίως διαφωνίας Φαρ­μακίδη – Δ. Υψηλάντη. Από του έτους δε 1821 μέχρι του έτους 1825 κα­τέστη αδύνατος η έκδοσις εφημερίδος υπό της Διοικήσεως όλως απαιραιτήτου δια τον λαόν εν όψει του ότι, ως γνωστόν, η επίδρασις του τύπου επί του φρονήματος του αγωνιζομένου έθνους θα ήτο σοβαρώτατος παρά­γων επιτυχίας του ιερού αγώνος. Δια της προαναφερθείσης όθεν εύστοχου ενεργείας της Διοικήσεως η συνεχής και αδιάλειπτος έκδοσις της εφημερί­δος κατέστη γεγονός.

Δεύτερον στοιχείον επιτυχίας ταύτης υπήρξεν η ύλη της. Αύτη απετελείτο από τρία ούτως ειπείν τμήματα. Το πρώτον τμήμα απετέλουν οι νόμοι, τα διατάγματα, τα ψηφίσματα και αι λοιπαί νομοθετικού περιεχο­μένου πράξεις της Διοικήσεως, ύλη δηλονότι προσιδιάζουσα προς την της εφημερίδος της Κυβερνήσεως της σημερινής εποχής, επί πλέον δε εδημοσίευε και τα πρακτικά των συζητήσεων του Βουλευτικού. Το δεύ­τερον ούτως ειπείν τμήμα απετέλουν αι κρατικαί ειδήσεις αι αναγόμεναι δηλονότι εις την δραστηριότητα της Διοικήσεως. Και το τρίτον τμήμα απετέλουν αι πάσης φύσεως ειδήσεις εσωτερικαί και εξωτερικαί. Τας εκ του εξωτερικού ειδήσεις η εφημερίς επληροφορείτο εκ του ξένου τύπου, δεδομένου ότι είχε ληφθή πρόνοια, όπως τα από καιρού εις καιρόν καταπλέοντα πλοία εις το Ναύπλιον μεταφέρουν δια λογαριασμόν της Διοική­σεως πλήθος ξένων εφημερίδων.

Η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος εξεδίδετο ως δισεβδομαδιαία, κυ­κλοφορούσα καθ’ έκαστην Τετάρτην και Σάββατον. Ήτο κατά κανόνα τετρασέλιδος διαστάσεων 0,28 Χ 0,22, πολλάκις όμως περιείχε περισσο­τέρας σελίδας παρενθέτους ως παραρτήματα. Η ετησία συνδρομή της ήτο εξ δίστηλα τάληρα Ισπανίας. Η δε Διοίκησις είχεν εκδώσει διάτα­γμα, βάσει του οποίου όσοι εκ των δημοσίων υπαλλήλων εμισθοδοτούντο δια ποσού άνω των 200 γροσίων μηνιαίως, ήσαν υποχρεωμένοι να εγγράφωνται συνδρομηταί. Ούτω πλην του ειδησεογραφικού είχεν εξασφαλίσει την επιτυχίαν και εις τον οικονομικόν τομέα η περί ης ο λόγος εφημερίς.

Ως ανεφέρθη, διευθυντής της εφημερίδος ήτο ο Θεόκλητος Φαρμα­κίδης. Από τεχνικής απόψεως ούτος επεμελείτο κατά μέγα μέρος μόνος της δημοσιευτέας ύλης, εργασίαν ην παρ’ όλον τον μόχθον διεξεπεραίωνεν επιτυχώς χωρίς αξιόλογους συνεργάτας. Μάλιστα δε βλέπομεν ωρισμένα φύλλα να μη έχουν εκδοθή, καθ’ όν χρόνον ο Φαρμακίδης ήτο ασθενής. Ωσαύτως υπήρξαν και τίνες άλλαι, μικράς διαρκείας πάντοτε διακοπαί, οφειλόμενοι εις υπερβολικός αξιώσεις των τυπογράφων, οι οποίοι ήσαν ελάχιστοι και ήτο αδύνατος η εξεύρεσις άλλων ειδικευμένων τεχνιτών.

Πέραν τούτων ο Φαρμακίδης είχε να αντιμετώπιση και πλείστα όσα πολιτικά θέματα εις την εφημερίδα. Ούτω παρ’ ότι κατά γενικήν ομολογίαν υπήρξεν ικανός δημοσιογράφος και άκρως αντικειμενικός, εν τού­τοις πλειστάκις κατηγορήθη υπό τρίτων, των οποίων αι φιλοδοξίαι εξετείνοντο μέχρι σημείου να ζητήται η προσωπική των δια της εφημερίδος προβολή και προς την οποίαν δεν έστεργεν ο Φαρμακίδης.

Πλην της εξυψώσεως του φρονήματος των αγωνιζομένων ο Φαρμακί­δης ενωρίς διέγνωσεν ότι δια της εφημερίδος του ήτο δυνατόν να επηρεάση ευμενώς την πολιτικήν των ξένων δυνάμεων υπέρ της Ελλάδος. Δια της καταλλήλου δε ειδησεογραφίας κατέβαλε σοβαράς προσπαθείας προς τούτο. Από του έτους 1826 συνεζητείτο α ανάθεσις της διακυβερνήσεως της Ελλάδος εις τον Ιωάννην Καποδίστριαν ή εις βασιλέα.

Η Γενική Εφημερίς κατεχώρησεν ανώνυμον σχόλιον την 24 – 2 -1826, δια του οποίου κατεκρίνετο η Συνέλευσις επί του θέματος τούτου. Η Συνέλευσις όμως την 1ην Μαρτίου εις μυστικήν συνεδρίασιν απεφάσισε την απόλυσιν του Φαρμακίδη. Πλην όμως λόγω εντόνου αντιδράσεως κυρίως του Σπ. Τρικούπη υποστηρίξαντος, ότι το δημοσίευμα ουδέ προσβλητικόν της θρησκείας ήτο, ουδέ συκοφαντικόν, ουδέ παράνομον και επομένως η ελευθερία του τύπου δεν δύναται να θίγεται, η απόφασις περί απολύσεως του Φαρμακίδη δεν εξετελέσθη.

Εν τω μεταξύ την 9ην Απριλίου 1827 εις την εφημερίδα δημοσιεύεται η διακήρυξις του προέδρου της Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως, περί του ότι η Συνέλευσις εξέλεξεν ως Κυβερνήτην της Ελλάδος τον Ιωάννην Καπο­δίστριαν. Ο Φαρμακίδης ήτο αντίθετος προς την λύσιν ταύτην, δια τούτο και την 4ην Ιουνίου 1827 διαφωνών υποβάλλει την παραίτησίν του από την διεύθυνσιν της εφημερίδος, δι’ επιστολής του δημοσιευομένης εις ταύ­την και η οποία έχει ως έξης:

 

Επιθυμών πάντοτε να υπηρετήσω και εγώ την Πατρίδα κατά τας δυ­νάμεις μου και να φανώ χρήσιμος εις το Έθνος απεδέχθην την σύνταξιν της εφημερίδος, αν και ήξευρα, εκ πείρας, πόσον επίπονον, πόσον οχληρόν και αχάριστον έργον αποδέχομαι και τρία εξάμηνα είχον το φορτίον αυτό.

 Αλλά δια περιστάσεως ιδιαιτέρας, δεν ημπορώ πλέον να εξακολουθήσω την σύνταξιν και διεύθυνσιν της εφημερίδος. Και παραιτούμενος, εύχομαι πρώτον εις την Πατρίδα τα κρείττω και δεύτερον ομολογώχάριτας εις τους σνγκαταβατικούς αναγνώστας μου και εις όσους μας εσυνέδραμον.

Νομίζω ότι, καθ’ όσον καιρόν εχρημάτισα συντάκτης, έπραξα κατά τα συμφέροντα της Πατρίδος και πάντοτε επροσπάθησα να είμαι από του υγιούς μέρους των συμπολιτών.

Πολλοί εφάνησαν ενάντιοίμου και με εκατηγόρησαν δημοσίως ως δούλον φατριών, ως μισθωτόν κλπ., αλλ’ εφάνησαν άδικοι και, αν ήθελον νά κρίνωσι ορθώτερον, δεν ήθελον φανή τοιούτοι. Έπειτα δεν εφαντάσθην ποτέ ότι ημπορώ να φανώ εις όλους ενάρεστος. Ουδ’ ο Ζεύς τοις πασιν ανδάνει.

Όσον και αν εφιλοτιμούμην να καταστήσω την εφημερίδα τελειοτέραν, δεν ημπορούσα να το κατορθώσω. Τα εμπόδια ήσαν πολλά και δεν ήτο εις την εξουσίαν μου να νικήσω. Τέλος έπραξα όσον ηδυνήθην. Αναμάρτητον δεν ενόμισα ποτέ εμαυτόν. Εύχομαι ο διάδοχος μου να φανή ευδοκιμώτερος.

Εν Πόρω 1827 Ιουνίου 4.

 

Γενομένης αποδεκτής της παραιτήσεως του Φαρμακίδη, η διεύθυνσις της εφημερίδος ανετέθη εις τον Γ. Χρυσίδην. Ούτος αναλαμβάνων την διεύθυνσιν εδημοσίευσεν εις το φύλλον της 22-6- 1827 το «Πρόγραμμά του» ως το τιτλοφορεί, δια του οποίου και πληροφορεί τους αναγνώστας ότι η εφημερίς θα εξακολουθή να εκδίδεται υπό την αυτήν τιμήν, ανα­φέρει ότι κατ’ αρχήν ηρνήθη να αναλάβη την διεύθυνσιν της εφημερίδος ύποβαλών την παράκλησιν, όπως αύτη ανατεθή εις ικανώτερον τούτου, επείσθη δε τελικώς λόγω των προς την πατρίδα υποχρεώσεών του.

Περαι­τέρω παρακαλεί τους συνεργάτας του να σέβωνται κυρίως την αλήθειαν και τέλος παραθέτει εκτενείς απόψεις δια την ελευθερίαν του Τύπου, ως και δια τους κινδύνους εκ της καταχρηστικής ασκήσεώς της. Σκοπός δε της ελευθεροτυπίας δέον να είναι η μόρφωσις καλών πολιτών και καλών στρατιωτών προς ενίσχυσιν του αγώνος και στερέωσιν της ελευθερίας. Εκ του προγράμματος του Χρυσίδου προκύπτει ωσαύτως, ότι ούτος ήτο ικανός και εμπνευσμένος δημοσιογράφος.

Εν τω μεταξύ η Γενική Εφημερίς ήλλαξεν έδραν κατ’ επανάληψιν. Ούτω την 24ην Νοεμβρίου 1826 μετεφέρθη εις Αίγιναν. Την 30ήν Μαρτίου 1827 εις Πόρον. Την 22αν Ιουνίου 1827 επανέρχεται εις Ναύπλιον. Την 24ην Αυγούστου του αυτού έτους μεταφέρεται πάλιν εις Αίγιναν. Το αυτό έτος μετεφέρθη δι’ ένα μήνα εις Άργος, δια να επανέλθη ευθύς αμέσως εις Αίγιναν. Την 18ην Οκτωβρίου 1830 μετεφέρθη οριστικώς εις την πρώτην της έδραν εις Ναύπλιον, ένθα συνέχισεν εκδιδομένη και μετά την έλευσιν του Όθωνος.

Εν τω μεταξύ την 18ην Απριλίου του έτους 1832 ήλλαξε τίτλον μετονομασθείσα Εθνική Εφημερίς και εν συνεχεία μετωνομάσθη Ελληνικός Μηνύτωρ. Από 1ης Φεβρουαρίου 1833 μετωνομάσθη τελικώς Εφημερίς της Κυβερνήσεως, τίτλον τον οποίον διατηρεί μέχρι σήμερον, η δε διεύθυνσίς της ανετέθη εις τον Γ. Αποστολίδην Κοσμητήν.

 

Το πρώτο Φύλλο της «Εφημερίδος της Κυβερνήσεως», Ναύπλιον 16 Φεβρουαρίου 1833.

 

Από του χρόνου της τελευταίας ταύτης μετονομασίας της μετέβαλεν ριζικώς και μορφήν. Τουτέστιν έπαυσε την δημοσίευσιν ειδησεογραφίας και εδημοσίευεν αποκλει­στικώς νόμους και λοιπάς νομοθετικού περιεχομένου πράξεις ως ακριβώς και σήμερον, συνετάσσετο όμως εις δύο γλώσσας, εις την Ελληνικήν και την Γερμανικήν. Υπό την νέαν ταύτην μορφήν το σχήμα της ήτο μεγαλύτερον, εις δε την προμετωπίδα έφερε τον βασιλικόν θυρεόν. Το περιεχόμενόν της ήτο κεχωρισμένον εις δύο στήλας, εξ ων εις την αριστεράν ήτο το ελληνικόν κείμενον, εις δε την δεξιάν το γερμανικόν. Η δίγλωσσος έκδοσις συνεχίσθη μέχρι της 17ης Ιουνίου 1835. Έκτοτε εκδίδεται μόνον εις ελληνικήν γλώσσαν. Η εφημερίς αυτή συνέχισε την έκδοσίν της εις το Ναύπλιον μέχρι του 40ού φύλλου της. Από του 41ου, ήτοι την 21ην Δεκεμβρίου 1834 μετεφέρθη εις Αθήνας, ένθα εκδίδεται μέχρι σήμερον.

III. Η συμβολή της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος εις τον αγώνα του Γένους υπήρξε λίαν σημαντική. Εξ άλλου εις ταύτην εδημοσιεύθησαν πλήθος επισήμων εγγράφων, ειδήσεων, συζητήσεων του Βουλευτικού κλπ., τα οποία άλλως θα είχον κατά μέγα μέρος απολεσθή, το δε ιστορι­κόν της επαναστάσεως υλικόν θα ήτο ασυγκρίτως πτωχότερον.

Ας σημειωθή χαρακτηριστικώς, ότι η περί ης ο λόγος εφημερίς προέτεινεν εις το φύλλον της 21ης Οκτωβρίου 1825 την καθιέρωσιν ως εθνικού ύμνου του ποιήματος του Δ. Σολωμού «Ύμνος προς την Ελευθερίαν», του οποίου εδημοσίευσεν ανάλυσιν υπό του Σπ. Τρικούπη. Τουτέστιν τεσσαράκοντα έτη προ της καθιερώσεώς του ως τοιούτου δεδομένου, ότι ως γνω­στόν, το ποίημα τούτο καθιερώθη ως εθνικός ύμνος της Ελλάδος μόλις την 4ην Αυγούστου 1865 υπό του Βασιλέως Γεωργίου του Α’, ο οποίος τον ήκουσε να ανακρούεται εις Κέρκυραν κατά την προ έτους εκεί επίσκεψίν του.

Ιδιαιτέρως συγκινητική είναι εξ άλλου η εξιστόρησις της πολιορ­κίας και ηρωικής εξόδου του Μεσολογγίου. Έτερον χαρακτηριστικόν η περιγραφή της εντυπώσεως, ην ενεποίησεν εις τους Ναυπλιείς ο κατά­πλους εις Ναύπλιον του πρώτου ατμοκίνητου πλοίου «Καρτερία» την νύκτα της 2ας προς 3ην Σεπτεμβρίου 1826.

Τέλος η εφημερίς εξέδωκε και το πρώτον εις την ιστορίαν του ελληνικού τύπου παράρτημα την 11ην Ιανουαρίου 1828, αγγέλλουσα την έλευσιν του Καποδιστρίου. Κύριον πάντως χαρακτηριστικόν της εφημερίδος αυτής υπήρξεν η σοβαρότης της ύλης της, το έγκυρον του περιεχομένου της, η αντικειμενικότης και η αποφυγή παντός δημοσιεύματος εξυπηρετούντος τον κιτρινισμόν ή των εκτραχηλισμόν του Τύπου, φαινόμενον το οποίον δυστυχώς ενεφάνησαν αι λοιπαί εκδιδόμεναι εφημερίδες, ιδία αι ασκήσασαι αντιπολίτευσιν κατά του Καποδιστρίου.

 

Γεώργιος Ηλ. Κρίππας

Διδ. Πολιτ. Επιστημών

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα (εκτός του πολυτονικού)

Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Ναύπλιον 4 – 6 Δεκεμβρίου 1976), Αθήναι, 1979. 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »