Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Εχθρικές ενέργειες των Άγγλων εναντίον του Ιωάννη Καποδίστρια


 

Ιωάννης Καποδίστριας

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους των Αθηνών και της Κέρκυρας υπάρ­χουν πλήθος εγγράφων για τις συνωμοτικές ενέργειες του Άγγλου και του Γάλλου αντιπρέσβεων εναντίον του Κυβερνήτου Ιωάννη Καποδί­στρια και των πολλών άλλων ξένων προξένων, αξιωματικών και ναυάρ­χων και δύο αυτών χωρών, οι οποίοι υποκινούσαν τους αντικαποδιστριακούς Έλληνες αρχηγούς να στασιάσουν εναντίον του Κυβερνήτου.

1. Από το μεγάλο αυτό αριθμό των εγγράφων – πηγών που αποδει­κνύουν με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο την ενοχή των δύο αυτών ξέ­νων δυνάμεων, τόσο στα στασιαστικά κινήματα και τις ανταρσίες των Ελλήνων όσο και στην τραγική τελευταία πράξη της δολοφονίας του Καποδίστρια, αναφέρω στην παρούσα ανακοίνωσή μου μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα και πληροφορίες από τις αδιάψευστες αυ­τές ιστορικές πηγές που αφορούν αποκλειστικά στις ενέργειες των Άγγλων, για τους οποίους οι πάντες έγραφαν -κυρίως οι νεώτεροι- ότι δεν υπάρχουν στοιχεία αποδεικτικά. Καταβάλλεται δε προσπά­θεια να φανερώσουν τη χρονολογική εξέλιξη.

Μία από τις παλαιότερες ειδήσεις για την στάση των ξένων εκπρο­σώπων -κυρίως της Γαλλίας και Αγγλίας- που είχαν καταφθάσει στον Πόρο τον Ιούνιο του 1828 για την περιβόητη συνδιάσκεψη του Πόρου, είναι οι συζητήσεις που θα είχαν με τον Κυβερνήτη και τους άλλους Έλληνες αρμοδίους για το θέμα της διαμορφώσεως των συνόρων του ελληνικού κράτους.

Ο Γάλλος συνταγματάρχης Theophile Feburier, σε έκθεσή του, στις 28 Αυγούστου 1828, προς τον Γάλλο κόμη Rayneval, που αντικαθι­στούσε προσωρινά τον επίσημο αντιπρόσωπο της Γαλλίας στον Πόρο de la Ferronays, του έκανε σαφή λόγο για την αντίδραση που οργανωνόταν στα σκοτεινά από τους Άγγλους και Γάλλους εκπροσώπους εναντίον του Καποδίστρια. Ο Γάλλος στρατηγός την προηγούμενη ημέρα μάλιστα είχε δεχθεί την επίσκεψη δύο μελών της οικογενείας Μαυρομιχάλη, οι οποίοι καταφέρθηκαν με πάθος εναντίον του Κυβερνήτη και έθεσαν τους εαυτούς τους στη διάθεση των Γάλλων και Άγγλων για κάθε τους αντικυβερνητική ενέργεια[1].

Ακόμη πιο σαφής και κατηγορηματικός για την στάση των Άγγλων εκπροσώπων στην συνδιάσκεψη του Πόρου εναντίον του Καποδί­στρια είναι ο Ρώσος εκπρόσωπος, ο διπλωμάτης J. Ribeaupierre, που ήταν παρών και αυτόπτης μάρτυς όλων αυτών των μακρών συζητήσεων και αντιδράσεων, που κράτησαν έξι ολόκληρους μήνες. Γράφει στα Ιστορικά Απομνημονεύματά του[2]:

 «Η εποχή εκείνη υπήρξε λίαν κοπιώδης εις εμέ. Η Αγγλία απηρνείτο το ίδιον αυτής δημιούργημα, ο δε Canning επισταμένως προσεπάθει να ελαττώσει τα όρια των συνό­ρων της δυστήνου Ελλάδος, ίνα μη δυνηθεί και αναπτύξει τας θαλασσί­ους αυτής δυνάμεις. Εζήτει πάσαν πρόφασιν να εγείρει εις τον κόμητα Καποδίστριαν προσκόμματα, να εξεγείρει τους εχθρούς της τάξεως και παρείχε εις τον Κυβερνήτην πάσαν δυσχέρειαν. Έχω δε πλήρη πεποίθησιν ότι η χειρ η οποία εφόνευσε τον Καποδίστριαν εξοπλίσθη πα­ρά πράκτορος της απεχθούς Αγγλίας!…».

2. Στον Πύργο της Ηλείας η Αγγλία είχε τοποθετήσει ως αντιπρόξενό της τον Αναστάσιο Πασχουάλη, όπως αναφέρεται στα έγγραφα, τα εξαιρετικώς πολλά, που σχετίζονται με την κατασκοπευτική του δρά­ση και τις σκοτεινές ενέργειές του. Σε έγγραφο της Γραμματείας της Επικρατείας προς τον επί των Εξωτερικών Γραμματέα της Κυβερνήσεως, της 17 Ιουλίου 1829, από το Άργος [3], αναφέρεται ότι ο κατά την Ελλάδα έκτακτος Επίτροπος κατήγγελε «στασιώδεις τινάς πράξεις», που γίνονταν στον Πύργο της Ηλείας. Και βεβαίωνε ότι «οι πρωταίτιοι αυτών των πράξεων συγκρο­τούσαν νυκτερινός και μυστικός συνελεύσεις εις του Αναστασίου Πασχουάλη, Αγγλικού Αντιπροξένου την οικίαν, ήτις είναι εν γένει το καταφύγιον όλων, όσους καταδιώκει δι’ ατοπήματα η επιτόπιος αρ­χή». Δεν εκρίθη όμως αυτό να τον συλλάβουν πριν από την ενημέρωση του Άγγλου αντιπρέσβη Dawkins. Το υπουργικό Συμβούλιο ανέθεσε στον επί των Εξωτερικών Γραμματέα να επισημάνει στον Άγγλο αντι­πρέσβη, ότι αν όντως ήταν υπάλληλός του «να τον σωφρονίσει μόνος του, ειδεμή να ειδοποιήσει περί του εναντίου την Κυβέρνησιν, ήτις τό­τε θέλει λάβει η ιδία περί αυτού τα ανήκοντα μέτρα».

Από την μέχρι τώρα έρευνά μου δεν μπόρεσα να εύρω πληροφορίες για την απάντηση ή τις ενέργειες του Dawkins. Το πιθανότερο είναι ότι δεν προέβη σε καμιά αποφασιστική ενέργεια. Στις 6 Δεκεμβρίου 1829 ο Γενικός Αστυνόμος της Ήλιδος Ιωάννης Μανιατόπουλος, σε αναφορά του προς την κυβέρνηση [4] ανέφερε ότι στην οικία του «αγγλι­κού προξένου» στον Πύργο, συνεχίζονταν οι συγκεντρώσεις των «κα­κοβούλων» και ανέφερε και τα ονόματα των Ελλήνων, που συμμετεί­χαν: «Λυκούργος Κρεστενίτης, Παπαγεωργίου, Γαλάνης, Παπασχοινάς, Α. Αχόλου, Α. Ξυλάρης, Αναγνώστης Τσιτσίκας, Διονύσιος Σκούφος, Νικίας, Σλαϊδής, και Α. Παπασταθόπουλος».

Τόμας Γκόρντον, έργο του Καρλ Κρατσάιζεν , Πόρος, 13 Απριλίου 1827.

Ο έκτακτος επίτροπος Αργολίδος Ν. Καλλέργης, σε έγγραφό του προς τον Κυβερνήτη Καποδίστρια, από το Ναύπλιο, στις 2 Νοεμβρίου 1828, ανέφερε μια απίθανη και εξαιρετικά σημαντική πληροφορία για τον Άγγλο αντιπρέσβη Dawkins, ενδεικτική για την μετέπειτα αντικαποδιστριακή στάση του [5]: «Έφθασε ενταύθα (στο Ναύπλιο) εκ Ζακύνθου, προ της εχθές το εσπέρας επί του πλοίου του συνταγμα­τάρχου Κυρίου Θωμά Γόρδων, ο Κύριος Dawkins, Άγγλος, και σήμε­ρον προς το εσπέρας ή αύριον το πρωΐ εκκινεί δια ξηράς εις αντάμωσιν της Κυβερνήσεως. Μολονότι η ευγένειά του δεν εκοινοποίησε τί­ποτε, ούτε δια τον ερχομόν του, ούτε δια τον βαθμόν του υποκειμένου του, φημίζεται όμως ότι είναι πρέσβης απεσταλμένος προς την ελληνικήν Κυβέρνησιν…». Ο Καλλέργης τον επισκέφθηκε στην οικία του Γόρδων όπου έμενε και του πρόσφερε τις υπηρεσίες του.

Για την συνεχή συνεργασία του Άγγλου αντιπροξένου Παχουάλη ή Πασχουαλίνου, όπως αναφέρεται, με τον Λυκούργο Κρεστενίτη υπάρχουν αρκετές επώνυμες καταθέσεις, όταν άρχισαν σχετικές ανα­κρίσεις. Σε κατάθεση ενός μάρτυρα με δυσανάγνωστη υπογραφή, από την Αγουλινίτσα του Πύργου, της 29 Νοεμβρίου 1829 [6], αναφέρεται ότι ο Κρεστενίτης πληρωνόταν από τους «Ιγγλέζους» προκειμένου να «βγαίνει στο παζάρι και να λέγει, ότι οι Ιγγλέζοι είναι έθνος καλό και υπερασπίζονται τους φτωχούς Έλληνας και θα είδομεν το καλόν από αυτούς. Και λείποντες αυτοί είμεθα χαμένοι…».

Είχαν οργανώσει στον Πύργο και μυστική Εταιρεία. Και όταν ο μάρτυς, προσποιούμενος ζήτησε να γίνει «μέλος του φρονήματός της» του είπαν ότι ο Κρεστενίτης «μας είπεν ότι να παστρεύομεν τα τουφέκια μας και το περισσότερον τας μπιστόλες, διότι αυτές θα δουλεύουν καλιότερα διότι ο Καποδίστριας το παραχάλασε και εις ολίγας ημέρας έρχεται πρίγκυψ Ιγγλέζος, ο οποίος είναι και συγγενής του βασιλέως και είναι και πλούσιος άνθρωπος. Ο οποίος εις δέκα ημέρες έρχεται και ο Καποδίστριας πάει την στράτα του, διότι άλλα υποσχέθηκε και άλλα κάνει και τους απάτησεν όλους. Και οι πληρεξούσιοι άνοιξαν τα μάτια τους και εμετανόησαν και τόσον είναι προκομένοι οι Ιγγλέζοι, όπου δια 16 ημέρες ήλθεν Ιγγλέζος από την Λόνδραν και εκόνεψε σπίτι μου… κατ’ αίτησιν της Γε­νικής αστυνομίας του τμήματος της Ήλιδος δίδω την παρούσαν μου μαρτυρίαν και υπογράφομαι…».

Παρόμοια κατάθεση έκαναν την άλλη ημέρα, στις 30 Νοεμβρίου 1829, στο ίδιο αστυνομικό τμήμα και ο Αθανάσιος Φωτόπουλος και ο Αλέξης Κοτέρης(;) [7].

Στις 6 Δεκεμβρίου 1829, ο Γενικός Αστυνόμος της Ήλιδος Ιω. Μανιατόπουλος, σε αναφορά του προς τον έκτακτον επίτροπον της ίδιας επαρχίας, έδινε ακόμη πιο συγκεκριμένες πληροφορίες για τη δράση του «κονσόλου της Βρεταννίας» στον Πύργο Αν. Πασχαλινού. Στην οικία του «εσυστήθη εταιρεία, η οποία σκοπόν έχουσα να αρχεύσουν οι Άγγλοι εις την Ελλάδα και ο αρχηγός αυτής είναι ο διαληφθείς κονσό­λας, όστις υπόσχεται εις εκείνους οίτινες καταχηθώσιν μεγάλας υπο­σχέσεις και ότι θέλουν χαίρονται ευδαιμονίαν» οικονομικήν. Τις πλη­ροφορίες αυτές τις είχε από τον Νικόλ. Πατρώνα, που είχε στενή φι­λία με τον Άγγλο πρόξενο και οσάκις τον επισκεπτόταν του «επαινού­σε τους Άγγλους και κατηγορούσε τον έξοχον Κυβερνήτην και να υπόσχεται μεγάλα πράγματα εις εκείνους οι οποίοι φρονούν δια τους Άγγλους».

Ο Πατρώνας ανέφερε ακόμη ότι ο Άγγλος πρόξενος είχε κατατάξει και «τους αποστόλους όπου έχει κατηχημένους ως έπεται: Αη κλάσις: Λυκούργον Κρεστενίτην, ένθερμος ζηλωτής και κορυφαίος των αποστόλων. Βα: παπά Γεώργιος Οικονόμου, Γαλάνης, Παπασχινάς, Αλέξανδρος Άχολος, γαμβρός του κονσόλου. Γη: Αναστάσιος Ζηλάρας(;), Αναγνώστης Τζίτζικας, Διονύσιος Σκούφος, Νικίας, Πιλαΐδης, επιστήθιος του Λυκούργου, Αθανάσιος Παπασταθόπουλος, ωσαύτως». Όλοι αυτοί «ομιλούν πλαγίως εις τους σχετικούς τους», προκειμένου να αυξήσουν τα μέλη της μυστικής αντικαποδιστριακής εταιρείας. Και όλοι προσπαθούσαν «να κινήσουν τον λαόν εις οχλαγωγίαν», εναντίον της κυβερνήσεως του Καποδίστρια. Ο Μανιατόπουλος προέτρεψε τον Πατρώνα «να υπάγει να κατηχηθεί εις αυτήν την εταιρείαν, με ό,τι μέσα ημπορέσει, όπου να ανακαλύψωμεν αυτήν», έγραφε στην αναφορά του. Μετά τρεις ημέρες, στις 9 Δεκεμβρίου 1829, ο Μανιατόπουλος πλη­ροφορούσε τον έκτακτον Επίτροπον Ήλιδος ότι ένας φίλος του – που δεν τον ονομάζει – του είπε ότι η εταιρεία αυτή είχε επεκταθεί και στα χωριά και ένας κάτοικος του χωριού Καραμελέα Λακωνίας «ενεργεί δια την γνωστήν σας Εταιρείαν και υπόσχεται μισθούς και βαθμόν εις εκείνους, οι οποίοι ήθελον τον ακολουθήσει»[8].

Ιωάννης Καποδίστριας. Εικόνα από λιθογραφία του Μύλλερ, σχέδιο εκ του φυσικού. Φέρει την υπογραφή του Καποδίστρια με τη φράση: «Αυτό που με κολακεύει περισσότερον είναι να ζήσω εις την ανάμνησιν των ανθρώπων ». Η λιθογραφία επανεκτυπώθηκε στην Καρλσρούη με σκοπό τα έσοδα από τις πωλήσεις να διατεθούν υπέρ του Αγώνα των Ελλήνων.

Τα γεγονότα αυτά ανησύχησαν την κυβέρνηση, η οποία ανέθεσε στον Παναγ. Αναγνωστόπουλο να ερευνήσει με κάθε προφύλαξη την υπόθεση του Άγγλου προξένου στον Πύργο. Ο Αναγνωστόπουλος, σε μακρά αναφορά του προς τον Κυβερνήτην, από τον Πύργον, στις 15 Δεκεμβρίου 1829[9] τον ενημέρωνε λεπτομερώς για την ανησυχητική κατάσταση που επικρατούσε στην πόλη αυτή, λόγω των συνωμοτικών ενεργειών του Πασχαλινού. «Η πόλις αυτή, έγραφε, είναι η εστία όλων των κακών ανεξαιρέτως- είναι συστημένη υπό των εγωιστών εχθρών της Ελλάδος, φωλεά τις δι’ ενός υπουργού του Πασχαλίγκου κονσό­λου… αυτός έχει όνομα και μορφήν άλλην αλλά καρδίαν εγωϊστού και τίγρεως. Το σπίτι του είναι ως μία λέσχη, όπου συναθροίζοναι συνεχώς οι προσήλυτοι και εταίροι και συνομιλούν και σχεδιάζουν κινήματα τινά δεικνύουν το πράγμα εναργέστατα ως μίαν εταιρείαν…».

Και σε άλλο σημείο αναφέρει: «Ο Πασχαλίγκος έλαβε πρό τινων ημερών επιστολήν τινά αξιωματι­κών εξ Αγγλίας, ειδοποιητικήν των πιστών του και πολυειδών εκδουλεύσεων. Του προσδιορίζονται εκ της (βασιλικής) Αυλής του δια μισθόν ενιαύσιον δίστηλα χίλια και διακοσίας λίρας στερλίνας δι’ αποζημίωσιν εξόδων του… Λέγει πολλά και μαινόμενος κατά καθεστώτων και κατά της Σ(εβαστής) Κυβερνήσεως…».

Ο Αναγνωστόπουλος αναφέρει ακόμη ότι «πέντε άνθρωποι διορι­σμένοι από την ενταύθα φωλεάν των εταίρων θέλει υπάγουν τρεις ώρας μακράν της Αγουλινίτσας, εις το χωρίον Ανεμοχώρι, δια να φυλάξουν εκεί και πάρουν εκ του ταχυδρομείου τα γράμματα της Κυβερνήσεως». Και ζητούσε άμεση αποστολή στρατιωτικής ενισχύσεως. Πιστεύει ότι βασικός σκοπός όλων αυτών των ενεργειών του Άγγλου προξένου – σύμφωνα με τις εντολές που έχει πάρει από τις αρμόδιες αρχές της χώρας του – είναι να πείσει τις ευρωπαϊκές χώρες ότι ο ελληνικός λαός δεν θέλει τον Κυβερνήτη «ως μη φυλάξαντα όσα υπεσχέθη». Γι’ αυτό και σκοπεύουν να «εκδιώξωσι τας αρχάς (τις κρατικές) και να φέρουν την αναρχίαν και των μαχαιροφόρων την επικράτησιν», όπως και στο πρόσφατο παρελθόν[10].

Ο προσωρινός Διοικητής Λεβαδείας και Θηβών Αθανάσιος Λιδωρίκης, σε αναφορά του προς τον Πληρεξούσιο Τοποτηρητή της Κυ­βερνήσεως, στις επαρχίες της Στερεάς Ελλάδος, Αυγουστίνο Καποδί­στρια, από την Αράχοβα, στις 7 Σεπτεμβρίου 1829, μεταξύ των άλλων πληροφοριών, που του έδινε για τις μάχες στην Στερεά Ελλάδα του ανέφερε ότι «οι Τούρκοι εις Εύριπον τρέφουν μεγάλας ελπίδας ότι αγγλικά πλοία μέλλουν να τους φέρουν τροφάς και να τους βοηθήσωσι» ποικιλοτρόπως[11].

Σε μακρά καταγραφή, κατά χρονολογική σειρά, των συνωμοτικών γεγονότων, ξένων και Ελλήνων, από τις αστυνομικές αρχές, στις 22 Μαρτίου 1831, ο Β. Μπουντούρης, αναφέρει[12]:

 «Οι κακόβουλοι περι­μένουν ανυπομόνως τον Μιαούλην. Συνήλθαν εις το κατάστημα της Τυπογραφίας (στην ‘Υδρα) και ομίλησαν τι να κάμουν, αν ιδούν τινά ανά­γκην. Εσυμβουλεύθησαν και τους Κουντουριώτας, οίτινες τους ενεθάρ­ρυναν, υποσχόμενοι:

1ον: Ν’ ανοίξουν το θησαυροφυλάκιόν των δια το γενικόν καλόν της Πατρίδος.

2ον: Είπαν εις τους πλοιάχους να μην απελπίζονται ότι έχουν εξωτερικούς βοηθούς (Άγγλους και Γάλλους).

3ον: Προς τον Δώκινς και Ρουάν[13], πέμπουν ανά 15 φύλλα του Απόλ­λωνος- και αυτοί ευχαριστηθέστες υπεσχέθησαν να δώσουν βοήθειαν, εν χρεία και ναυτιλιακά έγγραφα.

4ον: Ότι κατά τας ειδήσεις Μαυρο­κορδάτου και Τρικούπη, τα της Δυτικής Ελλάδος και Αιγαίου Πελά­γους υπάγουν καλά εις τον σκοπόν τους[14].

5ον: Ότι οι αντιπρέσβεις (Dawkins και Rouen) έπιασαν γράμματα του Κυβερνήτου προς την Ρωσίαν, διαλαμβάνοντα ότι προσπαθεί να φέρει τα πράγματα της Ελλάδος εις τον σκοπόν της Ρωσίας και επρόσθετε να μην επικυρώσει την έκτασιν των ορίων της Ελλάδος[15].

6ον: Ότι οι αυτοί αντιπρέσβεις τους υπόσχονται δάνειον διανεμηθησόμενον εις τους αντικυβερνήτας. Και δι’ όλα αυτά κηρύττουν θάνατον (του Κυβερνήτου) αλλ’ ουχί παύσιν της εφημερίδος» (του Απόλλωνος).

Ο ίδιος ο Βασίλειος Μπουντούρης, σε άλλο σημείωμά του στην ίδια αναφορά, γράφει, στις 3 Ιανουαρίου 1830, ότι «το πλοίον του Σ. Μπουντούρη ύψωσε την τρίχρουν σημαίαν (την γαλλική) με κανονιοβολισμούς». Ο έκτακτος επίτροπος Αργολίδος Γ. Ράδος, στις 22 Δεκεμβρίου 1829, στο ίδιο έγγραφο, αναφέρει ότι «πολλοί ραδιούργοι φλυαρούν ασυστόλως κατά της Κυβερνήσεως. Η περιοδεία τον Γόρδων (του Άγγλου στρατηγού) εις την Πελοπόννησον δίδει υποψίας ταραχής. Η υπόσχεσις του Λη (Georges Lee, Άγγλος πράκτορας) και του Μάσσων δια μερικόν δάνειον (στους αντικυβερνητικούς) αγνοείται εις τι απο­βλέπει». Επίσης ο Ράδος έστελνε στην αστυνομία «ονόματα Άγγλων εχόντων σχέσεις με τους Δεληγιάννηδες, Παπαλεξόπουλον, Σπηλιωτόπουλον κ.λ.π.»[16].

Στις 30 Απριλίου 1831, ο ναύαρχος Κων. Κανάρης, σε επιστολή του προς τον αδελφό του Κυβερνήτη Βιάρο Καποδίστρια, μεταξύ άλλων πληροφοριών για την τραγική κατάσταση της Ελλάδος, γράφει[17]: «… Η πρόοδος του καιρού δίδει αιτίας εμψυχώσεως εις την ραδιουργίαν και τα ποικιλόχρωα χρώματα των ξένων συνοπαδών της[18], δια των οποίων παριστάνουσιν εις τους μωρούς την αθανασίαν, έκαμαν τους ανόητους να λατρεύουν ως ημιθέους τους αρχηγούς της. Κατάσκοποι πληροφορίαι αναφέρουν και περί της αλώσεως του Ιω. Γρηγορακόγκονα· ήδη ούτε και τους πιστούς Σπαρτιάτας, ούτε εις τινα εξ αυτών εμπορεί τινάς να πιστεύσει ή να επιχειρισθεί φιλανθρωπικάς ενεργείας. Όλοι διε­φθαρμένοι (από τους ξένους). Άλλος από τας ανεξαλήπτους καταχρή­σεις τον άλλος από την αλλαγή της τύχης του (εννοεί με τα χρήματα που έλαβε), την οποίαν κολακεύεται να ελπίσει από την ανωμαλίαν και άλλος να πραγματεύεται την Σ. Κυβέρνησιν και να καταχράται το επιχεόμενον εις την αχαριστίαν άφθονον έλεός της, και άλλος άλλως. Δεν μένει πλέον ίχνος ελπίδος δια να θεραπευθεί η πληγή με έμπλαστρα μαλακτικά · αυτά ίσως επαπειλούν εις την γάγκρεναν!»

Ο προσωρινός Διοικητής των επαρχιών Νησίου, Ανδρούσης, Εμπλακίων και Λεονταρίου Σταμάτης Σεραφείμ, σε επιστολή του προς τον Κυβερνήτη, από το Νησί της Καλαμάτας, στις 20 Μαΐου 1829, ανέφερε μεταξύ άλλων[19]: Κατά την περιοδεία που έκανε στις επαρ­χίες που διοικούσε, διεπίστωσε ότι τα πνεύματα των κατοίκων ήταν πολύ ταραγμένα εξαιτίας «λόγων διασπαρέντων… από Ναύπλιον και Τριπολιτσάν… Οι λόγοι αυτοί είναι ότι εκ των συμμαχικών δυνάμεων απεφασίσθη ηγεμών τις δια την διοίκησιν της Ελλάδος εκ των εν Γερ­μανία πριγκίπων, και ότι δια να έλθει δεν μένει παρά να δείξουν κά­ποιον θέλησιν κατά τούτο οι Έλληνες. Τοιούτους λόγους… διεκήρυξεν, ως πληροφορούμαι, εις Τριπολιτζάν ο Άγγλος Γ. Λις… όστις φοβηθείς από ενδεχόμενα εναντίον του των κατοίκων κινήματα έφυγεν δια νυ­κτός εκείθεν, ως γράφει η Δημογεροντία της επαρχίας Τριπολιτζάς».

Ο Καποδίστριας του απάντησε, από το Άργος, στις 7 Ιουλίου 1829, ότι του εστάλθηκε ήδη «εικοσιπενταρχία της εκτελεστικής δυνάμεως από τον προσωρινόν Διοικητήν των Μεσσηνιακών φρουρίων», προκει­μένου να ηρεμήσουν τους κατοίκους της επαρχίας του «από την απάτην εις την οποίαν τους έρριψεν η κακόνοια και η ραδιουργία τινών…»[20].

Ο διοικητής Σταμάτης Σεραφείμ, σε μεταγενέστερη επιστολή του προς την Γραμματείαν της Επικρατείας, από το Νησί, στις 18 Δεκεμ­βρίου 1829, έδινε συγκλονιστικές πληροφορίες για την αναταραχή που επικρατούσε στην επαρχία του, από τις διαδόσεις που διέσπειραν «ραδιούργοι», παρακινούμενοι από ξένους και κυρίως Άγγλους πρά­κτορες[21]:

 «Κατ’ αυτάς ελθόντες τινές από Τριπολιτζάν, ετάραξαν την κοινήν ησυχίαν των πολιτών διασπείραντες… ότι ο Γρίβας εισπήδησεν νυκτός εις Ναύπλιον, με δώδεκα χιλιάδας στρατιώτας, εκυρίευσεν το φρούριον, τα δε μέλη της Κυβερνήσεως και τον Αρχηγόν (τον Κυβερνήτην) επέρασεν εν στόματι μαχαίρας ότι εις το Άργος εσκόρπισεν και επέρασεν εις Σπέτζας και άλλους τοιούτους λόγους, οι οποίοι επροξένησαν τόσην ταραχήν, ώστε ολίγον έλειψεν οι ήσυχοι κάτοικοι των χω­ρίων να απαρατήσουν τας κατοικίας των και να καταφύγουν εις τα όρη…».

Ο έκτακτος επίτροπος Αργολίδος Κων. Ράδος, σε αναφορά του προς τον Κυβερνήτη, από το Ναύπλιο, στις 30 Δεκεμβρίου 1829 [22], του έδινε ακόμη πιο σαφείς πληροφορίες για τις συνωμοτικές ενέργειες των ξένων και κυρίως του Άγγλου στρατηγού Γκόρντων:

 «Διάφοροι ξένοι περιφερόμενοι εις τας διαφόρους επαρχίας τον κράτους και συ­χνά μεταβαίνοντες από Αίγιναν εις Άργος και Ναύπλιον και ενταύθα εις τα εκείσε, κοινολογούν ακαταπαύστως τόσους δημεγερτικούς λόγους και πλαστάς ειδήσεις, ώστε είναι απορίας άξιον, πώς μέχρι τούδε το αποτέλεσμά των δεν διέγειρε τους λαούς εις παντελή απειθαρχίαν διότι σιμά εις τας αποτροπαίους φλυαρίας των κατά των καθεστώτων, ότι είναι παράνομα, κηρύττουν, υπό το πρόσχημα θετικών ειδήσεων εις τας συναναστροφάς των, και δια των ομοφρονούντων των προς απαντάς, ότι η Κυβέρνησίς μας είναι αποδεδοκιμασμένη από τας τρεις συμμάχους δυνάμεις και ότι τούτου ένεκα εδιώρισαν (οι ξένες δυνά­μεις) άλλην αρχήν δια να δώσει και σύνταγμα εις την Ελλάδα, το οποί­ον της αφαίρεσεν η καθεστώτα αρχή και άλλα παρόμοια ανατρεπτικά της ησυχίας κακοβούλως διασπέρνουν και τα οποία, μ’ όλην την αφοσίωσιν των λαών και ευχαρίστησίν των, εις την καθεστώσαν Κυβέρνησιν, κατά φυσικόν λόγον, είναι αδύνατον, αν δεν περισταλεί η τόλμη των μέχρι τέλους, να μη κατασπαραχθεί, η μετά τοσούτους κόπους και ιδρώτας ευτυχής εισαχθείσα πειθαρχία και αρμονία».

Ο Ράδος στη συ­νέχεια αναφέρει τις αντικαποδιστριακές ενέργειες του Άγγλου πρά­κτορα Thomas Gordon, τον οποίον ξένοι συγγραφείς τον χαρακτηρί­ζουν ως θαυμαστή του Metternich και τουρκόφιλο, ο οποίος μαζί με άλλους Άγγλους τον G. Lee, τον Finlay και τον Church, αποτελούσαν τους πιο σημαντικούς πράκτορες της Αγγλίας στην Ελλάδα, και παρακινούσαν τους αντικαποδιστριακούς Έλληνες, που είχαν ιδρύσει το «πατριωτικόν κόμμα», όπως το ονόμαζαν, σε αντιδραστικές ενέργειες εναντίον του Κυβερνήτη[23]:

«Μ’ όλον ότι παρασιωπώ ήδη τα ονόματα των όσοι ανεδέχθησαν το ολέθρων τούτο έργον δια να μας φέρουν εις την φρικτήν ανωμαλίαν, εκ της οποίας μόλις ηρχίσαμεν να ανασάνωμεν πώς, (και εννοεί τα ονό­ματα των Άγγλων πρακτόρων) ημπορεί κανείς να εκλάβει με αδιαφορίαν την εις Πελοπόννησον περιοδείαν του κυρίου Γόρδωνος, και τι εζήτει εις Πάτρας και μάλιστα εις Καλάβρυτα; Διατί όλοι οι τοιούτοι (εννοεί τους Έλληνες) έχουν σχέσεις και συναναστροφάς με τους εγνωσμένους δυσαρέστους; Και διατί οι τελευταίοι, μετά την αντάμωσίν των (με τον Gordon) διασπείρουν μυρίας απευκταίας ψευδολογήσεις; Και τι δηλοί το μερικόν δάνειον, το οποίον εδοκίμασαν να προ­βάλλουν κρυφίως εις μερικούς πολίτας οι κύριοι Λι και Μάσσων, και περί του οποίου εγκαίρως ειδοποιηθεί η Σεβαστή Κυβέρνησις; Αναμφι­βόλως εκ τούτων μόνον δύναται έκαστος να γνωρίσει, ότι υποκρύ­πτουν (οι Άγγλοι) ραδιουργικόν πνεύμα, επισκοπώ να δυνηθούν υπό διάφορα προσχήματα να εφελκύουν ει δυνατόν κόμμα του Έθνους και τελευταίον να ενεργήσουν την σκοπουμένην ανατροπήν των καθεστώ­των, δια να μας καταστήσουν και αύθις έρμαιον και παρανάλωμα της τρομερός αναρχίας…».

Ο πρώην προεστός της Λεβαδείας Νικόλαος Νάκος, σε αναφορά του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, από το Μεσολόγγι, στις 15 Ια­νουαρίου 1830[24], του έγραφε ποιος ήταν ο λόγος των επωνύμων Ελλή­νων, που ήσαν αντικυβερνητικοί: «… τον πειρασμόν τον έχουσιν εν όσω δεν απολαμβάνουν τα βεζιριέτια[25] τους, δηλαδή τας μακαρίτισας αυ­θαιρέτους εξουσίας των…». Και στη συνέχεια αναφέρεται στην περί­πτωση του Άγγλου Gordon: «Ο κύριος Παύλος Πονσιέρ, όστις έγινε προσήλυτος της ευθυδρομίας μου, αυθόρμητος ελθών μυστικώς μ’ είπεν ότι ο παγκάκιστος Γόρδων και ο Ρόμπινσον, προλαβόντως είχαν γράψει προς τους οπλαρχηγούς της Στερεάς Ελλάδος ερεθιστικός επιστολάς, πλήρεις αισχρολογιών και δημηγερσιών δια να μη δεχθούν τον νέο διοργανισμόν, ως αντιβαίνοντα την ελευθερίαν και την λαμπρότη­τα των θυσιών των αλλ’ όπως δύνανται να επιμένουσιν εις τα δίκαιά των και εις τας απαιτήσεις των, διότι εντός ολίγου τα πράγματα λαμβάνουσι μορφήν και ότι μετ’ ολίγον θέλει διαβώσιν ενταύθα (στο Ναύ­πλιο) και συνομιλήσωσιν… Αλλ’ όταν ήκουσαν ότι εδώ βασιλεύει ευνο­μία, ησυχία κ.τ.λ. φαίνεται να ήλλαξαν σχέδιον και ούτω μελετούν να απεράσουν εις Μύτικα και Δραγομέστον, όπου προσκαλέσαντες τους αποδοκιμασμένους αρχηγούς και στρατιώτας», τους παρακινούσαν να «κάμουν και αυτοί τας μυαράς συνδιαλέξεις των».

Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος, ελαιογραφία, Ελένη Προσαλέντη, 1899, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Στις 25 Μαρτίου του 1831 ο Ν. Παγκαλάκης, σε επιστολή του, από το Μαραθονήσι της Μάνης, προς τον Κυβερνήτη, του έγραφε ότι από πληροφορίες που του έδωσαν, τις οποίες όμως δεν μπόρεσε να εξα­κριβώσει, η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων συνέχιζε την συνωμο­σία της [26], «… η φιλαργυρία και η φιλαρχία έκαμε τους μικρούς Μαυρομιχάλας να επιμείνωσι μέχρι τάδε εις τον ολέθριον σκοπόν των… Η εντεύθεν απελπισία των τους ηνάγκασε να προσφύγουν εις το σύνηθες καταφύγιόν των, τη νηπιότητα του εν Λιμένι όχλου και ακολουθούντες τα διαγεγραμμένα ίχνη της περισινής γενικής συνωμοσίας, ύψωσαν τας σημαίας των, διέσπειραν βοηθήματα Άγγλων, χρήματα εκ ζακύνθου, συνενόησιν με την’Υδραν και Σπέτσας και άλλα παρόμοια».

Ο Ιωάννης Μελάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδί­στρια, από την Πάτρα, στις 4 Ιουλίου 1831, μεταξύ άλλων του έγραφε ότι η φοβερή αντικυβερνητική εφημερίδα του Πολυζωίδη «ο Απόλλων, με την ταραχοποιόν του λύραν, ταράττει και τας ενταύθα ακοάς και την λύραν αυτήν την χρεωστούμεν του ενταύθα προξένου της Μ. Βρετανίας. Μολονότι αυτή η βρομολύρα δεν αμφιβάλλω ότι κινείται από εξωτερικούς εχθρούς της Ελλάδος ελπίζω εις την θείαν Πρόνοιαν… να την συντρίψω…».

Ο Δ. Χοϊδάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια 27], από την Τρίπολη, στις 10 Αυγούστου 1831, ανάμεσα σε πολλές άλλες σημαντικές πληροφορίες για την τραγική κατάσταση που επικρατούσε σε όλη τη χώρα, του έγραφε ότι οι Υδραίοι έλεγαν ότι «την φρεγάδαν (Ελλάς)[28] την έκαυσαν δι ‘ αδείας του πρέσβεως της Αγγλίας, όστις τους υπεσχέθη ότι τους δίδει άλλην» και η αστυνομία του Ναυπλίου είχε πλη­ροφορίες «ότι οι δύο πρέσβεις (Αγγλίας και Γαλλίας) έλαβαν μέρος με τους Υδραίους και ότι έγραψαν εις τον Ρίκορδ[29] να παύσει από τας κατ’ αυτών εχθροπραξίας του έως ότου να έλθει ο παρά των τριών δυνάμεων απεστελλόμενος πληρεξούσιος, όστις είναι ο ναύαρχος Άγγλος, της μοί­ρας τον Αιγαίον πελάγους…». Και πρόσθετε ότι στην ‘Υδρα είχαν κα­ταφθάσει «δύο πλοία γαλλικόν και αγγλικόν… και οι δύο ναύαρχοι (ο Άγγλος και ο Γάλλος) με τρόπον προσφέρουσι βοηθήματα εις την Ύδραν και τους λέγουσι να επιμένουν εις τον σκοπόν των και να μη φοβώνται διόλου, διότι επιτυγχάνουσι το ποθούμενον…»29α.

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Ο διοικητής του Πόρου, σε αναφορά του προς τον Κυβερνήτην, της 22 Ιουλίου 1831, τον πληροφορούσε για την κατάσταση που επικρα­τούσε στο νησί, από τις ενέργειες του Μιαούλη, για την ετοιμαζομένη ανατίναξη των ελληνικών πολεμικών πλοίων και κυρίως της ναυαρχίδος «Ελλάς»[30]. Ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορδ προσπάθησε ματαίως να πείσει τον Μιαούλη να μην ανατινάξει το ιστορικό δίκροτο[31]. Και πρό­σθετε: «Ο Μιαούλης συνέρχεται συνεχώς μετά των προκρίτων του Πό­ρου και τους διδάσκει εις την γλώσσαν των. Κηρύττεται δε αναφανδόν ότι αι δύο άλλαι δυνάμεις – Αγγλία, Γαλλία – υπερασπίζονται τους επαναστάτας και η Κυβέρνησις κοπιάζει εις μάτην με τους Ρώσους». Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, σε επιστολή του προς τους αντικαποδιστριακούς Ν. Γκίκα και Χ. Μέξη – τον Ιούλιον 1831, χωρίς ημερομη­νία – τους έγραφε ότι οι δυο αντιπρέσβεις της Αγγλίας και της Γαλλίας «εδέχθησαν τον αδελφόν του (Γεώργιον) και τους λοιπούς (αντικαποδιστριακούς) με φιλικά αισθήματα και εδικαίωσαν τα εύλογα ζητήμα­τά των… Η Κυβέρνησις εδυσαρεστήθη και εσκληρύνθη έτι μάλλον από τας προς αυτούς δεξιώσεις των αντιπρέσβεων, των υπερασπιστών τον Απόλλωνος…»[32].

 Ο Λεόντιος Καμπάνης, σε επιστολή του προς τον πρόεδρον του Ορφανοτροφείου, από την Αίγινα στις 31 Ιουλίου 1831, του έγραφε ότι όταν πήγε στη Σύρο [33], ο Αμβρόσιος Σκαραμαγκάς τον «προσκάλε­σε κατ’ ιδίαν και του είπεν ότι ο Κυβερνήτης είναι πεσμένος εντός του μηνός… και ότι και αν ακόμη δεν τον βλέπεις πεσμένον, ημείς εκλέγομε ιδικούς μας πληρεξουσίους και εις την πρώτην σννεδρίασιν της Συνε­λεύσεως πίπτει… Ο Λεοπόλδος όστις δεν εδέχθη τον θρόνον του Βελγί­ου θέλει έλθει εις την Ελλάδα και έως ου φθάσει, οι πρέσβεις των Δυνά­μεων (Αγγλίας-Γαλλίας) οίτινες επρότρεψαν τούτο το κίνημα θα λά­βουν τας ηνίας της Κυβερνήσεως εωσού φθάσει ο Λεοπόλδος!… Οι Υδραίοι χωρίς την σύμπραξίν των δεν ήθελαν κινηθεί…».

Ο αστυνόμος Αίγινας Γ. Φωτόπουλος, στις 4 Αυγούστου 1831, γρά­φει στον Κυβερνήτη, ότι αμέσως μετά την ανατίναξη των πολεμικών πλοίων από τον Μιαούλη στον Πόρο «υπήγαν έξω της Ύδρας δύο φρεγάται, αγγλική και γαλλική και εν βρίκιον και υπήγαν εις αυτάς οι πρό­κριτοι (της Ύδρας) και εκ των Ψαριανών ο Ν. Αποστόλου και Μοναρχίδης, ο Κοντόσταυλος και οι Ποριώτες και έμειναν μέσα πολλήν ώρα…».

Στις 5 Αυγούστου 1831, ο Θεόδωρος Ξένος, γράφει από τη Σύρο ότι «οι Υδραίοι έλαβαν αρκετάς ώρας συνδιάλεξιν εις Πόρον με τους ναυ­άρχους Άγγλον και Γάλλον…».

Στις 8 Αυγούστου 1831, ο Διοικητής Τήνου προς τον Κυβερνήτην, του έγραφε ότι μόλις έφθασε στο λιμάνι του νησιού ένα υδραίικο πλοίο οι αντιπρόξενοι της Αγγλίας, Γαλλίας και Ολλανδίας το χαιρέ­τισαν «δια της υψώσεως της σημαίας των, την οποίαν είχον υψωμένην μέχρις εσπέρας…». Πρόσθετε δε ότι είχε ακριβείς πληροφορίες «πως οι αντιπρόξενοι ούτοι συνήργουν όσα μυστικώς ηδύναντο, εις το να πείθωσι τον λαόν ότι το κίνημα των Υδραίων είναι ενεργούμενον δι ‘ άλ­λον δακτύλον…»[34].

Οι μαρτυρίες για την συνενοχή και των Άγγλων – εκτός από τους Γάλλους – δεν τελειώνουν εδώ. Αυτές που αναφέρθηκαν, όλες από τις ανέκδοτες πρωτογενείς πηγές, είναι τόσο σαφείς και κατηγορηματι­κές, ώστε δεν αφήνουν κενά και αμφιβολίες. Σαν επίλογο και επισφράγισμα, σε όσα αναφέρθηκαν καταγράφω μια επιγραμματική φράση του Λεοπόλδου, όπου κατηγορηματικά δήλωσε γιατί δεν αποδέχθηκε τον θρόνο της Ελλάδος. Όταν το 1863 ο νεοεκλεγμένος βασιλιάς της Ελλάδος Γεώργιος ταξίδευε για την Ελλάδα σταμάτησε στις Βρυξέλλες και επισκέφθηκε τον Λεοπόλδο. Ο Λεοπόλδος αποτεινόμενος στους Έλληνες, που αποτελούσαν τη συ­νοδεία του νέου βασιλέως, τους είπε: «Μία των κυριωτέρων αιτιών, δια τας οποίας απεποιήθην το στέμμα της Ελλάδος ήτο η πεποίθησίς μου ότι δεν θα ημπορούσα να πράξω ό,τι σκεπτόμουν αγαθόν εις τον τόπον σας… Η Αγγλία τότε δεν είχε απολύτως καμμίαν αγαθήν προαίρεσιν δια την Ελλάδα. Ακριβώς η τοιαύτη της Αγγλίας δυσμένεια με ηνάγκασε να αποποιηθώ της Ελλάδος»[35]!!!

 

 Ελένη Ε. Κούκου

Ομ. Καθηγήτρια του Εθνικού & Καποδιστριακού

Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Υποσημειώσεις


[1] D. Fleming, John Capodistrias and the Conference of London, 1828-1831, Thessaloniki 1970, o. 195 κ.ε.

[2] ΓΑΚ, Βλαχογιάννη, Καποδιστριακά, φάκ. Δ. 58, Ελληνική μετάφραση βλ. και στον «Παρνασσό», τ. Ζ’ (1883), σ. 686.

[3] ΓΑΚ, Αρχείον Βλαχογιάννη, Καποδιστριακά, φάκ. ΚΔ 58.

[4] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[5] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 148, αριθ. 2255.

[6] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[7] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[8] Στον ίδιο φάκελο του ΓΑΚ, ό.π.

[9] ΓΑΚ, στον ίδιο φάκελο αριθ. 95, ό.π.

[10] Βλ. και ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95 και 93 και άλλες αναφορές για το ίδιο θέμα του Π. Αναγνωστοπούλου, στις 3 και 6 Σεπτεμβρίου 1830, στις 9 Απριλίου 1831 κ.ά.

[11] ΓΑΚ, Αρχείον Βλαχογιάννη, Πληρεξούσιοι Τοποτηρηταί, φάκ. 118.

[12] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι, φάκ. 97.

[13] Ο Άγγλος και ο Γάλλος αντιπρέσβεις.

[14] Εννοούσε τις κατά του Κυβερνήτου ενέργειές τους.

[15] Επειδή Αγγλία και Γαλλία ήθελαν να περιορίσουν την Ελλάδα, ως τον Ισθμό της Κορίνθου.

[16] Δυστυχώς δεν βρέθηκε αυτό το έγγραφο.

[17] ΓΑΚ, Ιστορικό Αρχείο Βλαχογιάννη, φάκ. 221.

[18] Εννοεί τους Άγγλους και Γάλλους, όπως αναφέρει σε άλλο έγγραφο.

[19] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 202.

[20] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 208. Σκόπιμα δεν αναφέρει ποιοι ήταν οι ραδιούργοι», που τους γνώριζε όμως πολύ καλά, όπως ο ίδιος γράφει σε πολλές άλλες επιστολές του.

[21] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 228.

[22] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 228, αριθ. εγγράφου 4421.

[23] D. Fleming, John Capodistrias and the Conference of London 1828-1831, Thessaloniki 1970, α 82 κ.ε’. – Douglas Dakin, British and American Philhellenes during the War of Greek independence, 1823-1833, Thessaloniki 1955, σ. 188 κ.ε’. – Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, 4, μέρος 1, σ. 127 κ.έ., έκδ. Κ. Διαμαντή.

[24] ΓΑΚ, Πληρεξούσιοι Τοποτηρηταί, φάκ. 16Α.

[25] Τα προνόμια του βεζίρη.

[26] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[27] ΓΑΚ, Πληρεξούσιοι Τοποτηρηταί, φάκ. 19.

[28] Η ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου, που ανατίναξε στον Πόρο ο Μιαούλης.

[29] Τον Ρώσο ναύαρχο.

[29]α Τη δολοφονία του Καποδίστρια.

[30] ΓΑΚ, Ιστορικό Αρχείο Βλαχογιάννη, φάκ. 222.

[31] Η ανατίναξη των πλοίων έγινε την 1η Αυγούστου 1831.

[32], 33 Όλες αυτές οι επιστολές στον ίδιο «φάκελο Α’ Περί των εξ Ύδρας κινημάτων», ΓΑΚ, Ιστορικόν Αρχείον Βλαχογιάννη, φάκ. 222.

[34] Στον ίδιο φάκελλο των ΓΑΚ.

[35] «Εθνικόν Ημερολόγιον», 1869, σ. 254 σημ. του Μαρίνου Π. Βρετού.

  

Πηγή


  • Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «Ιωάννης Καποδίστριας / 170 χρόνια μετά 1827-1997», Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο, 1998.

 

 

Σχετικά θέματα:

  

Read Full Post »

 Φιλέλληνες – Τα φιλελληνικά κομιτάτα της Αμερικής


 

Τα φιλελληνικά κομιτάτα της Αμερικής – Η πρόσφορά τους

 

Ο αμερικανικός φιλελληνισμός [1] αποτελεί ένα μεγάλο, όχι όμως ευρύτερα γνωστό, κεφάλαιο στην ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης. Στο αφιέρωμα αυτό θα περιοριστούμε σε ένα σύντομο χρονικό στο οποίο σκιαγραφείται η προσφορά του Νέου Κόσμου στην ελληνική υπόθεση και μνημονεύονται ορισμένοι ειλικρινείς και ανιδιοτελείς φιλέλληνες.

Το 1821 στη δυτική πλευρά του Ατλαντικού το νεοσύστατο κράτος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής φώτιζε τον πολιτικό ορίζοντα των επαναστατημένων Ελλήνων, χάρη στην Αμερικανική Επανάσταση (1776-1783), τη «Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας» (4.7.1776) – ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά κείμενα του 18ου αιώνα, εμπνευσμένο από τις πολιτικές ιδέες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού – και το Σύνταγμα του 1787. Αυτή η χώρα – σύμβολο της ελευθερίας, ανέπαφη από το αντιδραστικό πνεύμα της Ιεράς Συμμαχίας που επικρατούσε στην Ευρώπη, δεν μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητους τους Έλληνες.

Νικόλαος Πίκκολος

Στις 25 Μαΐου 1821, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, πρόεδρος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και πολιτικός – στρατιωτικός αρχηγός της Μάνης, απηύθυνε στους πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών έκκληση βοήθειας. Είναι η πρώτη γνωστή επικοινωνία των Ελλήνων με την Αμερική, ο λαός της οποίας ανταποκρίθηκε άμεσα. Για την αποστολή της έκκλησης αυτής μεσολάβησαν οι Έλληνες της παρισινής παροικίας Αδάμ. Κοραής, Α. Βογορίδης, Ν. Πίκκολος και ο γιατρός και απεσταλμένος των Ελλήνων στρατηγών Πέτρος Ηπίτης, οι οποίοι απευθύνθηκαν στο φιλέλληνα καθηγητή της Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ Έντουαρντ Εβερετ (Edward Everett, 1794-1865). Ο τελευταίος γνώριζε καλά την επικρατούσα κατάσταση, αφού το 1819 είχε επισκεφθεί την Ελλάδα κατά τη διάρκεια περιοδείας του στην Ευρώπη. Αργότερα εκλέχθηκε αντιπρόσωπος της Βοστόνης στη Βουλή (1825-1835), κυβερνήτης της Μασαχουσέτης (1836-1839) και γερουσιαστής (1853-1854).

Έντουαρντ Εβερετ

Το φιλελληνικό ενδιαφέρον ενεργοποιήθηκε μετά τη δημοσίευση της προαναφερθείσας έκκλησης. Εκτός από τον Μαυρομιχάλη, κι άλλοι πρωταγωνιστές του Αγώνα (Κοραής, Κολοκοτρώνης, Μαυροκορδάτος), καθώς και Αμερικανοί φιλέλληνες απέστειλαν εκκλήσεις, που δημοσιεύθηκαν σε αμερικανικά έντυπα. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην έκκληση της Ελληνικής Εταιρείας του Παρισιού προς τη νεοαπελευθερωθείσα δημοκρατία της μακρινής Αϊτής τον Αύγουστο του 1821 και την απάντηση του προέδρου της, Ζαν-Πιερ Μπουαγιέ (Jean-Pierre Boyer), στις αρχές του 1822, με την οποία αναγνωριζόταν το δίκαιο του ελληνικού Αγώνα. Στην προσπάθεια αυτή δραστηριοποιήθηκαν και επιφανείς Ελληνίδες (Ευανθία Καΐρη, Μαρία Εμμ. Τομπάζη, Βασιλική Λαζ. Τσαμαδού, Ειρήνη Δημ. Μιαούλη κ.ά.), οι οποίες τον Ιούλιο του 1825, απευθυνόμενες προς τις φιλέλληνες διαβεβαίωναν για την αποφασιστικότητα να αντισταθούν και την ελπίδα να νικήσουν.

Η φιλελληνική κινητοποίηση ολοένα αυξανόταν και μέσα σ’ αυτό το κλίμα ο Αμερικανός πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε (James Monroe, 1758-1831) στο ετήσιο διάγγελμά του το Δεκέμβριο του 1822 αναφέρθηκε στην Ελληνική Επανάσταση υποστηρίζοντας την αυτοδιάθεση των λαών.

Σ’ αυτό το πλαίσιο και ως προέκταση του μηνύματος του προέδρου, ο πληρεξούσιος της Μασα­χουσέτης Ντανιέλ Γουέμπστερ (Daniel Webster, 1782-1852) στις 8 Δεκεμβρίου 1823 εισηγήθηκε στο Κογκρέσο την αποστολή διπλωματικού εκπροσώπου στην Ελλάδα. Η ομιλία του αποτελεί υπόδειγμα φιλελευθερισμού και εντονότατης διαμαρτυρίας κατά του δεσποτισμού της Ιεράς Συμμαχίας, «μιας συμμαχίας των στεμμάτων εναντίον των λαών».[2] Ο Γουέμπστερ, διαπνεόμενος από έντονα φιλελληνικά αισθήματα, τόνιζε «το χρέος του πολιτισμένου κόσμου προς τη γη της επιστήμης, της ελευθερίας, των τεχνών, ένα χρέος που δεν μπορεί ποτέ να εξοφληθεί».

Παράλληλα, από διάφορες πολιτείες υποβάλλονταν στο Κογκρέσο αναφορές για συμπαράσταση, αποστολή τροφίμων και αναγνώριση της ελληνικής ανεξαρτησίας. Τελικά στα τέλη Ιανουαρίου του 1824 συζητήθηκε στο Κογκρέσο η πρόταση του Γουέμπστερ και διατυπώθηκαν απόψεις πολύ ενδιαφέρουσες για την τότε εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. [3] Μολονότι τονίστηκε η συμπάθεια προς τον αγωνιζόμενο χριστιανικό λαό (που πήγαζε από το θαυμασμό προς την κλασική Ελλάδα και τα δημιουργήματα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος), στη συζήτηση κυριάρχησε έντονη ανησυχία για ενδεχόμενο εμπλοκής της Αμερικής σε πόλεμο με την Τουρκία, αλλά και πλήγματος του αμερικανικού εμπορίου και στόλου στην Ανατολική Μεσόγειο σε περίπτωση αναγνώρισης της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Χένρι Κλέι

Ορισμένοι πληρεξούσιοι έφθασαν να υποστηρίξουν ότι πολύ πιθανόν οι Έλληνες ύστερα από αιώνες σκλαβιάς δεν θα ήταν ικανοί να εγκαθιδρύσουν δημοκρατική κυβέρνηση και θα προτιμούσαν το μοναρχικό πολίτευμα. Υπήρξαν βεβαίως και ένθερμοι υποστηρικτές της ελληνικής υπόθεσης, όπως ο μεγάλος ειρηνιστής και πολιτικός ηγέτης με μεγάλη επιρροή Χένρι Κλέι (Henry Clay, 1777-1852), [4] οι Ντουάιτ (Dwight), Κουκ (Cook) κ.ά. Τελικά, όμως, ενόψει του αρνητικού κλίματος αποφασίστηκε να μη γίνει ψηφοφορία.

Το Κογκρέσο επέμενε στην αυστηρή ουδετερότητα, φοβούμενο ότι και η παραμικρή έκφραση συμπάθειας θα άνοιγε το κουτί της Πανδώρας. Η Αμερική δεν επιθυμούσε καμιά ανάμιξη στα θέματα της Ευρώπης (ούτε και της Ευρώπης στα εσωτερικά της Αμερικής) και με την εσωστρέφεια που τη διέκρινε τότε, έδειχνε ανέτοιμη να παίξει ουσιαστικό και πρωταγωνιστικό ρόλο στο εξωτερικό. Στάση αντίθετη με των Αγγλίας και Γαλλίας, οι οποίες παρά την αρχικά αρνητική τους θέση στην πορεία μεταστράφηκαν υπέρ των Ελλήνων, προκειμένου να επεκτείνουν την επιρροή τους στο νευραλγικό χώρο της ΝΑ Ευρώπης και να αναχαιτίσουν τη ρωσική επέκταση. Ο αγγλικός και ο γαλλικός φιλελληνισμός εκδηλωνόταν με τις ευλογίες των υπουργείων Εξωτερικών. [5] Παρ’ όλ’ αυτά η Αμερική το 1822 έκανε ανεπιτυχείς διαπραγματεύσεις για την παραχώρηση του νησιού της Πάρου ως ναυτικής βάσης, προκειμένου να διευκολυνθεί το εμπόριό της στην Ανατολική Μεσόγειο.[6]

Η ουδετερότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής όμως δεν πτόησε καθόλου τον αυθόρμητο ενθουσιασμό της κοινής γνώμης. Με πρωτοβουλία του προαναφερθέντος Εβερετ συστήθηκε το 1823 το φιλελληνικό κομιτάτο της Βοστόνης. Στις 19 Δεκεμβρίου ο πρόεδρος του Τόμας Λίντολ Γουίνθροπ (Thomas Lindall Winthrop) και ο γραμματέας Εβερετ απηύθυναν έκκληση βοήθειας των μελών τους προς τους χριστιανούς Έλληνες επικαλούμενοι τα μέχρι τότε δεινά τους από τους βάρβαρους και αντίχριστους Τούρκους μετά τις πρόσφατες σφαγές σε Μικρά Ασία, Κωνσταντινούπολη και Χίο. [7]

Τον ίδιο χρόνο συστήθηκαν φιλελληνικά κομιτάτα σε Νέα Υόρκη και Φιλαδέλφεια, δύο από τις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας. Στις αρχές του 1824 συστήθηκαν αντίστοιχα κομιτάτα και σε άλλες πόλεις, άρχισαν να διοργανώνονται θεατρικές παραστάσεις και χοροεσπερίδες προκειμένου να συγκεντρωθούν χρήματα, ενώ σε αρκετά πανεπιστήμια και εκκλησίες πραγματοποιούνταν έρανοι από φοιτητές και κληρικούς αντιστοίχως.[8] Χαρακτηριστικό είναι ότι τον Απρίλιο του 1824 οι φιλέλληνες της Νέας Υόρκης έστειλαν στο ελληνικό κομιτάτο του Λονδίνου 6.600 λίρες στερλίνες (32.000 δολάρια).

Ενδιαφέρον έδειξαν επίσης οι Αμερικανοί φιλέλληνες για την ανατροφή, εκπαίδευση και ορισμένες φορές υιοθέτηση ορφανών Ελληνόπουλων, για την αποστολή των οποίων φρόντιζαν Αμερικανοί ιεραπόστολοι ή ναυτιλλόμενοι. Σημειώνουμε την περίπτωση του Πηλιορείτη ευαγγελινού Αποστολίδη Σοφοκλή (+1883), ο οποίος το 1828 με μεσολάβηση του Αμερικανού ιεραπόστολου Τζόσουα Μπρούερ (Josiah Brewer) στάλθηκε στη Βοστόνη και αργότερα έγινε καθηγητής στα Πανεπιστήμια Χάρβαρντ και Γέιλ και συνέγραψε, μεταξύ άλλων, ελληνικό λεξικό της ρωμαϊκής και βυζαντινής εποχής. [9] Αμερικανοί ιεραπόστολοι [Μπρούερ, Ρούφους Αντερσον (Rufus Anderson), Τζόνας Κινγκ (Jonas King), Χιλ (Hill) κ.ά.] συνέβαλαν στην ίδρυση σχολείων στο πλαίσιο του ευρύτερου ενδιαφέροντός τους για την προώθηση της εκπαίδευσης στην Ελλάδα. [10]

Αλέξανδρος Κοντόσταυλος

Στην ιστορία του αμερικανικού φιλελληνισμού εγγράφεται η ατυχής και θλιβερή υπόθεση της παραγγελίας φρεγατών στην Αμερική εκ μέρους των Ελλήνων. [11] Το 1824, μετά τη σύναψη του γνωστού αγγλικού δανείου, η ελληνική κυβέρνηση, μέσω των αντιπροσώπων της στο Λονδίνο Ιωάννη Ορλάν­δου και Ανδρέα Λουριώτη, παρήγγειλε τη ναυπήγηση δύο φρεγατών 50 κανονιών και έξι μικρότερων στους εμπορικούς οίκους Μπαγιάρ και Χάουλαντ της Νέας Υόρκης. Στην επιλογή των οίκων αυτών έπαιξε αποφασιστικό ρόλο ο ίδιος ο Μπαγιάρ, πρόεδρος τότε του φιλελληνικού κομιτάτου της Ν. Υόρκης. Σύντομα όμως αποδείχθηκε η αφερεγγυότητα των Αμερικανών επιχειρηματιών, οι οποίοι μέχρι το φθινόπωρο του 1825 είχαν εισπράξει 155.000 λίρες, ποσόν πολύ ανώτερο του αρχικά συμφωνημένου, χωρίς να έχουν ολοκληρώσει την κατασκευή των πλοίων και εκβιάζοντας την καταβολή νέων ποσών. Από το αδιέξοδο έσωσε την κατάσταση ο Χίος έμπορος Αλέξανδρος Κοντόσταυλος, ο οποίος στάλθηκε από τους Ορλάνδο και Λουριώτη στην Αμερική και έπειτα από επιτυχείς διαπραγματεύσεις και τη μεσολάβηση επιφανών φιλελλήνων [Εβερετ, Γουέμπστερ, Μπέντον (Benton) κ.ά.] κατάφερε να σταλεί στην Ελλάδα μία φρεγάτα, η περίφημη «Ελλάς», το Νοέμβριο του 1826.

Η δημοσιοποίηση στην Αμερική αυτού του οικονομικού σκανδάλου, ο θάνατος του λόρδου Βύρωνα και η πτώση της ιερής πόλης του Μεσολογγίου το 1826 αναζωπύρωσαν τα φιλελληνικά αισθήματα. Νέοι έρανοι, νέες αποστολές χρηματικών βοηθημάτων. Το φθινόπωρο του 1827 οι Αμερικανοί φιλέλληνες Σάμιουελ Γκρίντλι Χάου (Samuel Gridley Howe), Τζόναθαν Πέκαμ Μίλερ (Jona­than Peckam Miller) και Τζον Nτ. Ρας (John D. Russ) διέθεσαν μέρος των βοηθημάτων, που είχαν σταλεί στην Ελλάδα από τα αμερικανικά κομιτάτα, για την ίδρυση νοσοκομείου στον Πόρο. Ιδιαίτερα μετά το 1824 αρκετοί Αμερικανοί ήλθαν ως εθελοντές στην Ελλάδα για να βοηθήσουν από κοντά στον Αγώνα της ανεξαρτησίας και αποδείχτηκαν ειλικρινείς και ανιδιοτελείς φιλέλληνες. Η Ελλάδα τιμώντας την προσφορά τους το 1931 τοποθέτησε στήλη στην Αθήνα με τα ονόματά τους. Στις ξεχωριστές περιπτώσεις εθελοντών ανήκουν οι Τζάρβις (Jarvis), Μίλερ και Χάου.

 

O Αμερικανός ιατρός Σάμιουελ Γκρίντλι Χάου (Samuel Gridley Howe, 1801-1876).

 

Ο Τζορτζ Τζάρβις (ή «Γεώργιος Ζέρβης ο Αμερικανός», όπως υπέγραφε ο ίδιος) ήταν γιος Αμερικανού διπλωμάτη στην Ευρώπη. [12] Ήλθε στην Ελλάδα μέσω Μασσαλίας (μοναδικού ευρωπαϊκού λιμανιού απ’ όπου έφευγαν για την Ελλάδα οι φιλέλληνες) τον Απρίλιο του 1822 [μαζί με τον Άγγλο φιλέλληνα Αστιγξ (Frank Abney Hastings)]. Μέχρι το 1824 έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις του υδραίικου στόλου. Συνεργάστηκε με τους Βύρωνα, Μαυροκορδάτο (του οποίου υπήρξε γραμματέας για την επικοινωνία του με το εξωτερικό), Κολοκοτρώνη (από το καλοκαίρι του 1825 σύμβουλος και καθοδηγητής του επίσης στην επικοινωνία του με το εξωτερικό) και Καραϊσκάκη (από το 1826 μέχρι το θάνατό του). Πολέμησε στη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο, τραυματίστηκε πολλές φορές, πιάστηκε αιχμάλωτος από τον Ιμπραήμ στο Νεόκαστρο και ελευθερώθηκε. Πέθανε τον Αύγουστο του 1828 στο Άργος, όπου τάφηκε με τιμές.

Ο Τζόναθαν Πέκαμ Μίλερ (γεν. 1797) ήλθε το 1824 και για μία διετία πολέμησε με υποδειγματική γενναιότητα στο πλευρό των επαναστατημένων φορώντας την ελληνική ενδυμασία. Η δημοσιευμένη αλληλογραφία του αποτελεί σημαντική πηγή πληροφοριών για την επικρατούσα κατάσταση.[13]

Σάμιουελ Χάου

Ο χειρουργός γιατρός Σάμιουελ Γκρίντλι Χάου (1801-1876),[14] απεσταλμένος του φιλελληνικού κομιτάτου της Βοστόνης, έφθασε στην Ελλάδα (μέσω Μάλτας) στις αρχές του 1825, ένα χρόνο μετά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρ­ντ, φλεγόμενος από την επιθυμία της αφειδώλευτης προσφοράς. Δύο σοβαροί λόγοι επηρέασαν τη ρομαντική φύση του. θαυμαστής του Βύρωνα, θέλησε να τον μιμηθεί όταν έμαθε για το ταξίδι του στην Ελλάδα. Η άτυχη κατάληξη ενός δυνατού έρωτα και ο πόνος για τη χαμένη ευτυχία ενίσχυσαν την απόφασή του να εγκαταλείψει μια πολλά υποσχόμενη καριέρα και τις ανέσεις της αστικής ζωής της Βοστόνης για να συμμεριστεί τις κακουχίες και τις στερήσεις των επαναστατημένων, ζώντας κι αυτός στα στρατόπεδα, συμμετέχοντας στις πολεμικές εκστρατείες, χειρουργώντας τους τραυματίες και φορώντας την ελληνική ενδυμασία. Την άνοιξη του 1829 με έγκριση του κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια ίδρυσε στην περιοχή Επάνω Εξαμίλι Κορίνθου πρότυπο συνοικισμό για προσφυγικές οικογένειες, που διήρκεσε περίπου μια εικοσαετία. Το 1835 τιμήθηκε με το Σταυρό του Τάγμα­τος του Σωτήρος. Η υστεροφημία του ήταν τόσο μεγάλη ώστε το 1949, με υποδείξεις των ελληνικών αρχών, δόθηκε το όνομά του σε πλοιάριο για την προβολή της αμερικανικής βοήθειας (στο πλαίσιο του Σχεδίου Μάρσαλ),[15] διευκολύνοντας την προώθηση τότε της ελληνοαμερικανικής φιλίας.

 

Αννίτα Ν. Πρασσά

δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη

Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Υποσημειώσεις


[1] Βλ. κυρίως Σ. Θ. Λάσκαρις, Ο Φιλελληνισμός εν Αμερική κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν, 1926. Θάνος Βαγενάς και Ευρυδίκη Δημητρακοπούλου, Αμερικανοί Φιλέλληνες Εθελοντές στο Εικοσιένα, Αθήνα 1949. Αχιλλέας Βήτας, Ο Αμερικανικός Φιλελληνισμός στην Ελληνική Επανάσταση, Αθήνα 1960.

[2] Mr. Webster’s Speech, The Greek Revolution,Boston 1824.

[3] Eighteenth Congress, Discussion of the Greek Question in the House of Representatives, Ιαν. 1824.

[4] The Speeches of Henry Clay, delivered in the Congress of theU.S., 1827, σ. 254-262. Στις σ. I-XX δημοσιεύεται η βιβλιογραφία του.

[5] Αννίτα Πρασσά, Ο Φιλελληνισμός και η Επανάσταση του 1821, Αθήνα (Δημιουργία) 1999.

[6] Σπύρος Δ. Λουκάτος, «Διαπραγματεύσεις για παραχώρηση της Πάρου ως νεωρίου στον αμερικανικό στόλο στα χρόνια του ’21», Μνημοσύνη, τ. ΙΑ’ (1988-1990), σ. 174-210.

[7] Address of the Committee «For the Relief of the Greeks» to their fellow citizens,Boston 1823.

[8] Ενδεικτικά βλ. την τυπωμένη ομιλία του πάστορα της Βοστόνης Sereno Edwards Dwight: Address on the Greek Revolution, delivered in Park Street Church, Boston 1824.

[9] Άντεια Φραντζή, «Ο E.A. Σοφοκλής και η πρώτη νεοελληνική «Χρηστομάθεια» στις ΗΠΑ», Νεοελληνική Παιδεία και Κοινωνία, Αθήνα (ΟΜΕΔ) 1995, σ. 179-191.

[10] Ενδεικτικά βλ. Plan for Promotion of Common School Education in Greece, adopted by the Greek School Committee,New York 1829.

[11] Αλ. Κοντόσταυλος, Τα περί των εν Αμερική ναυπηγηθεισών φρεγατών και του εν Αιγίνη νομισματοκοπείου, Αθήναι 1855, Τρ. Κωνσταντινίδης, Το «σκάνδαλον του Λονδίνου». Τα εθνικά ατμοκίνητα και η υπόθεσις των εν Αμερική φρεγατών, 1825-1828, Αθήναι 1951.

[12] Γι’ αυτόν βλ. George Jarvis. His Journal and related documents, επιμ. – εισαγ. – σχόλια: George Georgiades Arnakis, Eur. Demetrakopoulou, Θεσσαλονίκη 1965. Ιστορικά Κείμενα Επαναστάσεως Εικοσιένα από τα χειρόγραφα Τζωρτζ Τζάρβις, επιμ.: Γ. Γεωργιάδης Αρνάκης, Ευρ. Δημητρακοπούλου, Θεσσαλονίκη 1967.

[13] Letters from Greece, 1824-1825.

[14] Letters and Journals of Samouel Gridley Howe, edited by his daughter, Boston – London 1906. Διονύσιος Π. Καλογερόπουλος, Αμερικανοί φιλέλληνες. Σύντομος βιογραφία του Σάμιουελ Χάου, Αθήναι 1935. Σάμιουελ Χάου: Ημερολόγιο από τον Αγώνα 1825-1829, εισαγ.: Οδυσ. Δημητρακόπουλου, Αθήνα 1971.

[15] Υπουργείο Εξωτερικών/ Υπηρεσία Διπλωματικού – Ιστορικού Αρχείου, Η Ελλάδα στο μεταίχμιο ενός νέου κόσμου, επιστημ. επιμ. Φ. Τομαή – Κωνσταντοπούλου, Αθήνα 2002, τόμ. Β’ – Γ’.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Φιλέλληνες», τεύχος 277, 17 Μαρτίου 2005.

 

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος – Τα απομνημονεύματα


 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Υπασπιστών, βόρειος τοίχος.

Καθαρώς στρατιωτική μορφή ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ουδέποτε διανοήθηκε να συγγράψει Απομνημο­νεύματα. Εκτός του ότι δεν ήταν σε θέση να διατυ­πώσει γραπτώς όσα συνέβησαν, δεν πρέπει να είχε τη φιλοδοξία να εξασφαλίσει υστεροφημία. Στις προσκλήσεις του Τερτσέτη ήταν ανένδοτος. Τελικώς όμως υποχώρησε, θέτοντας όρο να μη δει το κείμενό του το φως της δημοσιότητας εφ’ όσον αυ­τός βρισκόταν στη ζωή. Ξετυλίγοντας τις αναμνήσεις του ο Κολοκοτρώ­νης και βάζοντας καθορισμένο φραγμό στην αφή­γησή του, σ’ ένα μήνα είπε όσα είχε να πει, κατά το έτος 1836.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης λέγει ότι έγραφε όσα ο Γέρος αφηγούνταν, επομένως δεν επεμβαίνει που­θενά. Το πολύτιμο εκείνο κείμενο για πρώτη φορά εκδόθηκε το 1850, ενώ άρχισε το 1846 και στην κυ­κλοφορία τέθηκε το 1851, με τον τίτλο στο εξώφυλ­λο Ο Γέρων Κολοκοτρώνης, ενώ στο αρχικό εσώφυλλο υπάρχει ο πλήρης τίτλος Διήγησις συμβά­ντων της Ελληνικής φυλής από το 1770 έως τα 1836. Υπαγόρευσε Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κο­λοκοτρώνης, Αθήνησι 1846, σε συνολικές σελίδες λζ’ (Προλεγόμενα εκδότου) +306. Έκτοτε έχει εκ­δοθεί άπειρες φορές το βιβλίο.

Δεν υπάρχει στην εκ πρώτης όψεως αφελή αφή­γηση του πρωταγωνιστή της Ελληνικής Ελευθε­ρίας καμία αρχιτεκτονική διάταξη της προσφερό­μενης ύλης. Εν τούτοις μπορεί να διακρίνει κανείς 6 κύρια μέρη. Προεπαναστατικά – Πρώτον έτος Αγώνα – Δεύτερον έτος πολέμου – Β’ Εθνική Συνέλευση στο Άστρος – Καταπολέμηση Ιμπραήμ – Περίοδος Κα­ποδίστρια και Αντιβασιλείας. θα ήταν ματαιοπονία μια απόπειρα ανάλυσης του έργου. Κύρια χαρακτηριστικά του Απομνημονεύματος είναι δυνατόν να προσδιοριστούν. Λόγος πυκνός, σε βαθμό που ο αναγνώστης παρακολουθεί, αν έχει υπόψη του όσα διαδραματίστηκαν κατά την εφταε­τία της διεξαγωγής του πολέμου και στα στρατιωτι­κά και στα πολιτικά. Σαφής και ακριβολόγος ο α­φηγητής, αλλά καταπληκτικά σύντομος, σχεδόν τηλεγραφικός. Στα πρώτα επαναστατικά ο Κολοκο­τρώνης είναι η βάση για την έκθεση των γεγονότων από τους ιστοριογράφους του Αγώνα, που έγραψαν ύστερα απ’ αυτόν είτε σε μορφή απομνημονεύματος είτε συνθετικής έκθεσης.

Carl Krazeisen, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μολύβι σε χαρτί, 1827. Αθήνα. Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.

Αποβαίνει λοιπόν πρώτη και ασφαλής πηγή. Αφηγείται ως αυτόπτης και πρωταγωνιστής, δεν διαστρέφει τα γενόμενα, δεν τα τροποποιεί με τρό­πο που να τον εξυπηρετούν. Εκθέτει με τη φυσική ροή των συμβάντων, αλλά με καταπληκτική συ­ντομία, προφανώς ηθελημένη. Αληθεύει η κρίση, ότι ο αφηγητής είναι αξιόπιστος, πρώτο χέρι πλη­ροφόρησης, κατορθώνει και ζωντανεύει περιστατι­κά, χωρίς έγγραφα, σημειώσεις, ημερολόγια, αντλώντας από το μοναδικό θησαυροφυλάκιο της μνήμης του και ανασύροντας όσα θέλει.

Ήρεμος ο Γέρος, ανεπηρέαστος από πάθη, δεν είναι αυστηρός, προσπαθεί να είναι επιεικής, απο­φεύγει να σχολιάζει, αφήνει τον αναγνώστη να κρί­νει μόνος του σφάλματα, παραλείψεις, αντιθέσεις, ενώ συμπεραίνει πάλι μόνος του για τα ευτυχή γε­γονότα. Αφηγείται αυτός και είναι τόσο ολιγόλογος σε πολύ σοβαρές πτυχές των πραγμάτων, ώστε ό­ποιος επιθυμεί να μάθει περισσότερα σε λεπτομέ­ρειες αναγκάζεται να προσφύγει στις λεγόμενες Κολοκοτρωνικές πηγές, για να μάθει και να εκτι­μήσει.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ξυλογραφία της Λουΐζας Μοντεσάντου, 1943.

Όποιος επιμένει να μπει στα κυκλώματα των δολοπλοκιών και αντιθέσεων, που προκάλεσαν τους δύο εμφυλίους πολέμους, ματαιοπονεί, γιατί ο αφηγητής όχι μόνο είναι λακωνικός, αλλά συχνά αποφεύγει και απλούς υπαινιγμούς. Πολλά και υπερβολικά καταθέτει ο Γ. Τερτσέτης για την αξία του Απομνημονεύματος Κολοκοτρώνη. Ούτε και με λίγες λέξεις μπορεί κανείς ν’ αποδώσει την αξία που έχουν, όσα λέγει και όσα δεν λέ­γει. Ο Γέρος έγραψε Ιστορία στα πεδία των μαχών με τα όπλα και τα πολεμικά του σχέδια. Δεν γράφει αφηγούμενος την Ιστορία της Επανάστασης. Αφήγη­ση με γνήσια απεικόνιση πραγμάτων, χωρίς χρονο­λογίες, λεπτομέρειες, κρίσεις, υπονοούμενα, συχνά καταντά γριφώδης· ορισμένες απλές φράσεις κρύ­βουν ολόκληρο κόσμο.

Είναι αφήγηση εύστροφη, γλαφυρή, από άνθρωπο που δεν είχε σοβαρή παι­δεία, ήθελε όμως να φαίνεται λόγιος και διατηρεί δείγματα λογιότητας στις εκφράσεις του. Εν τούτοις όπου κρίνει, κρίνει σωστά· έχουν ιστορική αξία οι παρατηρήσεις του. Αναμφισβήτητα και σε γεροντι­κή ηλικία ο αφηγητής διαθέτει ζωηρό πνεύμα, φα­ντασία γόνιμη, ευφυΐα, ευσέβεια, πατριωτισμό, γί­νεται διδάσκαλος, δεν είναι τραχύς και άκομψος οδοιπόρος στα όρη και στο ντουφέκι. Κατακρίθηκε ο Κολοκοτρώνης και ως πολέμαρχος και αφηγητής. Ισχύει πάντοτε η κρίση του Τερτσέτη, ότι το Απο­μνημόνευμά του είναι άγουρος καρπός πρόωρα τρυ­γημένος και αρέσει· είναι φύση άτεχνη αλλά πε­ριέχει αλήθεια, ιστορική τελειότητα.

 

† Τάσος Αθ. Γριτσοπούλος

Βιβλιογραφία


Βιβλιογραφία για το θέμα στην από την α’ έκδοση φωτομηχανική επανέκδοση των Απομνημονευμάτων του Θ. Κολοκοτρώνη από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι 1981, όπου στη γενική Εισαγωγή Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, σσ. 89-112 (Ε’ Κεφάλαιο, Τα Απομνημονεύματα, ενότητες 6: Προκαταρκτικά – Περιεχόμενον Απομνημονεύματος – Αξία – Γνώμες Τερτσέτη – Γλωσσική μορφή – Τελική κρίσις).

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», τεύχος 127, 21 Μαρτίου 2002.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος Η δίκη


  

 

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Η δίωξη και καταδίκη σε θάνατο του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και του συντρόφου του αγωνιστή Δημητρίου Πλαπούτα, που συγκλόνισε το πανελλήνιο στη διετία 1833-1834, οφείλεται κυρίως σε τρεις παράγοντες. Ο πρώτος και γενικότερος, που ιδιαίτερα έχει προβληθεί από τους ιστορικούς, προερχόταν από την απολυταρχική διακυβέρνηση της βαυαροκρατίας και ειδικότερα την Αντιβασιλεία, που καταδυνάστευε το λαό προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις, λαϊκό ξεσηκωμό, προς αντιμετώπιση του οποίου και προς εκφοβισμό των λαϊκών στρωμάτων εισή­γαγε τελικά σε δίκη – παρωδία και καταδίκασε σε θάνατο το λαοφιλέστερο ηγέτη του Αγώνα, το θρυ­λικό Γέρο του Μοριά. Είναι βέβαια αληθές ότι οι θεσμοί που εισήγαγε η Αντιβασιλεία μακροπρόθεσμα ωφέλησαν τον τόπο, ο απόλυτος και σκληρός όμως τρόπος που θέλησε να τους επιβάλει, σε σχέ­ση με την υφιστάμενη τότε κατάσταση στην Ελλά­δα, ήταν εκτός τόπου και χρόνου και έβλαψε τη χώρα.

Έλεγε για την Αντιβασιλεία ο Γέρος του Μο­ριά με τη γνωστή θυμοσοφία του, προσπαθώντας να διασκεδάσει μάλλον τη λαϊκή αντίδραση παρά να την προκαλέσει: «τα παπούτσια του Χατζη-Πέτρου (που ήταν γίγας) θέλουν να τα βάλουν στα πόδια του Λόντου (που ήταν νάνος)». Ήλπιζαν λοιπόν οι Βαυαροί ότι θα εκφοβίσουν το λαό αποκεφαλίζοντας το λαοφιλέστερο ηγέτη της Επανάστασης.

Ο δεύτερος επίσης σημαντικός παράγων ξεκι­νούσε από τη διαπίστωση του Μάουρερ, μέλους της τριμελούς Αντιβασιλείας, ότι ο πρόεδρος της Αρμανσμπεργκ ευνοούσε ή και μεθόδευε στα κρυ­φά, μέσω του Βαυαρού αξιωματούχου Φραντς (διερ­μηνέα της Αντιβασιλείας), συνωμοτική κίνηση δια της υπογραφής ομαδικής αναφοράς των αγωνιστών προς το βασιλέα της Βαυαρίας για την ανάθεση της Αντιβασιλείας μόνο στον Αρμανσμπεργκ, ανακαλουμένων των υπολοίπων δύο μελών της.

Δημήτριος Πλαπούτας, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Παρ’ ότι οι πρωτεργάτες της μυστικής αυτής κίνησης δεν μπόρεσαν να προσεταιριστούν τους Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα και άλλους γνωστούς οπλαρχηγούς, εντούτοις ο απολυταρχικός Μάουρερ μεθόδευσε με τη σύμπραξη του υπουργού Δικαιοσύνης Σχινά τη σύλληψη και καταδίκη των δύο οπλαρχηγών με χαλκευμένες κατηγορίες και ωμή επέμβαση στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, με τριπλό δε στόχο την αποθάρρυνση του Αρμανσμπεργκ από τα φι­λόδοξα και ιδιοτελή του σχέδια, τον εκφοβισμό του λαού, αλλά και των λοιπών γενναίων οπλαρχηγών του Αγώνα, που με σκληρότητα ο Μάουρερ είχε από τnv πρώτη στιγμή δέσει στο περιθώριο της πο­λιτικής ζωής. Τα γενεσιουργικά αυτά κίνητρα της δίωξης και θανατικής καταδίκης των δύο οπλαρχηγών ενεργο­ποίησε ένας τρίτος και σπουδαιότερος παράγοντας, η διχόνοια των Ελλήνων, ο κακός δαίμονας του έ­θνους, που είχε λάβει τη μορφή έντονης διαμάχης μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών. Έτσι, σημαντι­κοί πολιτικοί του Αγώνα, υπουργοί και πρωθυπουρ­γοί επί Αντιβασιλείας, ανέχονταν ή και ευνοούσαν και επεδίωκαν τον κατατρεγμό των αγωνιστών.

Η σύλληψη όμως και προφυλάκιση του θρυλικού Γέ­ρου του Μοριά και του φιλοβασιλικού Πλαπούτα προκάλεσε την παραίτηση του πρωθυπουργού Σπυρίδωνα Τρικούπη, ενώ το γεγονός ανέχθηκε ο Μαυροκορδάτος και προπαντός ο άσπονδος εχθρός τους Κωλέττης, που απαιτούσε στη συνέχεια, μαζί με τον Μάουρερ, την άμεση εκτέλεση της θανατικής ποινής. Προηγουμένως ο Μαυροκορδάτος είχε δια­δεχθεί στην πρωθυπουργία τον παραιτηθέντα Σπ. Τρικούπη, για να παραιτηθεί κι αυτός με τη σειρά του όταν άρχισαν τα έκτροπα στη δίκη με την ωμή παρέμβαση του υπουργού Δικαιοσύνης Κ. Σχινά ε­πικεφαλής χωροφυλάκων και τις βιαιοπραγίες και το διασυρμό των δικαστών, προκειμένου να εκδοθεί δια της βίας η καταδικαστική απόφαση, στην οποία αντιδρούσαν έντιμοι δικαστές, ο Γεώργιος Τερτσέτης και ο πρόεδρος του δικαστηρίου Αναστάσιος Πολυζωίδης.

Κωνσταντίνος Σχινάς

Το διάτρητο κατηγορητήριο που συνέταξε ο περι­βόητος και σκληροτράχηλος δημόσιος κατήγορος Μάσων, τυφλό όργανο των Μάουρερ, Σχινά και Κωλέττη, προσέδιδε στους δύο οπλαρχηγούς το έ­γκλημα της εσχάτης προδοσίας, με κυριότερα επι­βαρυντικά στοιχεία ότι μετείχαν σε μυστικές συνε­δριάσεις για την υπογραφή αναφοράς προς το βασι­λέα της Βαυαρίας προς ανάκληση δύο μελών της Αντιβασιλείας (των Μάουρερ και Εϊδεκ) και ότι υπέγραψαν ετέρα αναφορά προς ξένη δύναμη (τη Ρωσία) προς κατάργηση και των τριών μελών της Αντιβασιλείας. Τέτοιου είδους αναφορές, ακόμη και αληθινές, υποστήριξε ο Γ. Τερτσέτης, δεν αποτε­λούν απόδειξη εγκλήματος, αλλά στοχασμό του γράφοντος, αφού δεν συνοδεύονταν από εξωτερική εκτελεστική πράξη.

Και όμως, τρία εκ των πέντε μελών του δικαστηρίου, ενδίδοντας στις προτροπές του υπουργού Δικαιοσύνης Κ. Σχινά και του Μάσωνος, εκδίδουν καταδικαστική απόφαση, την οποία αρνούνται να προσυπογράψουν ο Γ. Τερτσέτης και ο πρόεδρος Α. Πολυζωίδης, ακόμη και όταν προπηλακιζόμενοι οδηγούνται από τους χωροφύλακες δια της βίας και σηκωτοί στην έδρα.

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, όπως απεικονίζεται σε πίνακα, που βρίσκεται στον Άρειο Πάγο.

Αναγιγνώσκεται η εις θάνατον καταδικαστική απόφαση χωρίς την υπογραφή των δύο γενναίων δικαστών. Την ε­πομένη, δια χάριτος που παρακλητικώς εξασφάλι­σε ο νεαρός Όθων από την Αντιβασιλεία, η θανατι­κή ποινή μετατράπηκε σε εικοσαετή κάθειρξη, πα­ρά τη λυσσώδη αντίδραση του Μάουρερ και του τό­τε νέου πρωθυπουργού Κωλέττη.

Την επόμενη χρονιά ο Όθων με την ενηλικίωσή του υπέγραψε την αποφυλάκιση των δύο οπλαρχηγών και την προα­γωγή του μεν Πλαπούτα σε συνταγματάρχη, του δε Κολοκοτρώνη σε σύμβουλο της Επικρατείας. Ταυτόχρονα αποφάσισε και την αποπομπή των Κωλέττη και Σχινά. Έτσι έκλεισε μια διετία (1833-1834) που ανέδειξε τις ραδιουργίες της Αντιβασιλείας και του Κωλέττη εις βάρος ανύποπτων και γενναίων οπλαρχηγών, αλλά και δύο γενναίους δικαστές, στυλοβάτες της Δικαιοσύνης. 

 

Ελένη Κυρ. Κυριακοπούλου

Νομικός, τ. διευθύντρια υπουργείου Οικονομικών

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», τεύχος 127, 21 Μαρτίου 2002.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος – Το γενεαλογικό του δένδρο


 

Εγεννήθηκα εις τα 1770 Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής. Εγεννήθηκα εις ένα βουνό εις ένα δένδρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι».

 

Κωσταντής Ιω. Κολοκοτρώνης, ο πατέρας του Θοδωράκη, προσθέτει αμέσως στην αυτοβιογραφία του ο Θοδωράκης, ήταν αρχηγός των αρματολών στην Κόρινθο. Σύζυγο είχε λάβει τη θυγατέρα τού καπετάν Κωστάκη από την Αλωνίσταινα, τη Ζα­μπία ή Ζαμπέτα. Και απέκτησε τέκνα αρσενικά τέσσερα και μία θυγατέρα. Πρωτότοκος ο Θοδωρά­κης, υστερότοκος ο Γιάννης, αποκαλούμενος Ζορ­μπάς (+1806 στο μοναστήρι Αιμυαλών). Ενδιάμεσοι: Χρίστος, Νικόλας.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Με πατέρα αφοσιωμένο στα κλεφταρματολικά, μια κατατρεγμένη οικογένεια φυσικό ήταν να μετα­κινείται, να κρύβεται και να καταζητείται. Με την περιοχή Λεονταρίου υπήρχε δεσμός παλαιός της οι­κογενείας και εκεί σε κάποιο κρησφύγετο η Ζαμπία Κολοκοτρώνη έφερε στη ζωή τον πρωτότοκο γιο της κάτω από ένα δένδρο. Ήταν τα όρια τριών περιοχών: Μεγαλοπόλεως, Μεσσηνίας και Λακωνίας. Εκεί βρισκόταν ένα χωριό Ρουπάκι, κοντά στο Τουρκολέκα του Νικηταρά. Το χωριό ερημώθηκε, ως φαί­νεται, στα μέσα του 16ου αιώνα, σκόρπισαν οι κά­τοικοι κι ένας απ’ αυτούς έφθασε στα ορεινά του Φαλάνθου, στο βορινό και δυσπρόσιτο Λιμποβίσι. Αυτός πρέπει να ήταν ο γενάρχης των Κολοκοτρωναίων. Σχετικά αφηγείται ο Θοδωράκης: «Ένας από το Ρουπάκι, αφού εχάλασε το χωριό του, ήλθε εις το Λιμποβίσι εις τον πρώτον του χω­ρίου εδώ και 300 χρόνους. Αυτός εφάνη έξυπνος και ο δημογέροντας τον έκαμε γαμβρόν του, ελέγετο Τζεργίνης». Επεξηγεί ο αφηγητής ότι με το όνομα Τζεργίνης ευρίσκονταν στη Μεσσηνία περίπου 60 οικογένειες. Και είναι τούτο ένδειξη ι­στορικότητας.

Από την πειστική αφήγηση του Θ. Κολοκοτρώ­νη έρχεται στο φως η αρχή της οικογενείας του, η συνέχεια της οποίας φαίνεται να έχει μυθικό χαρα­κτήρα, στηριζόμενη στην οικογενειακή παράδοση, αλλά δεν αποκλείεται στον πυρήνα της παραδόσε­ως να κρύπτονται ιστορικά στοιχεία. Γιος του Τζεργίνη ο ωραίος Δημητράκης, αιχμά­λωτος των Αλβανών και δέσμιος, διαγωνίστηκε με τους βασανιστές του στο πήδημα αλυσοδεμένος, με συμφωνία να ελευθερωθεί αν νικήσει. Έγινε το στοίχημα, ο Δημητράκης κέρδισε κι ελευθερώθηκε. Το στοίχημα ήταν ένα πήδημα αλυσοδεμένου. Ίσως στον πυρήνα της αφήγησης να κρύβεται η α­ποτελεσματική τόλμη δέσμιου, που κατόρθωσε να δραπετεύσει. Άξιος θαυμασμού πλέον και ικανός ο Δημητράκης Τζεργίνης έχει παρουσία. Παντρεύε­ται, αποκτά δύο τέκνα: Χρόνης, Λάμπρος. Κάποιος υπολογισμός μπορεί να τοποθετήσει χρονολογικώς όσα γίνονται στα τέλη του 16ου αιώνα. Αρχές του 17ου τα δυο παιδιά μεγαλώνουν. Ο Λάμπρος, κατά την παράδοση της οικογενείας, πνίγηκε νέος στη λίμνη του Φενεού, αλλ’ άφησε τέκνα.

Πιο γνωστός ο Χρόνης. Χροναίοι οι απόγονοί του. Ο τρίτος γιος του Δημητράκη Τζεργίνη, ο Δήμος, στερεώνει α­λυσίδα. Είναι προπάππος του Θ. Κολοκοτρώνη. Αναδύεται λοιπόν από τα βάθη της παράδοσης μέσα στο Λιμποβίσι ένας Τζεργίνης. Διακλαδίζε­ται η οικογένεια. Ξεχωρίζει ο γιος του Δημητράκη. Είτε γιος είτε εγγονός. Δήμος κι αυτός. Πιο πιθα­νόν είναι να πρόκειται για εγγονό, γιατί ο αφηγού­μενος τα οικογενειακά Θ. Κολοκοτρώνης τον Δήμο αναφέρει γαμπρό του καπετάν Χρόνη από το Χρυσοβίτσι και τον συνδέει με όσα γίνονται από τον Μοροζίνι, δηλαδή γύρω στα 1680. Τα γενόμενα τό­τε φαίνεται πως συνετέλεσαν ν’ αλλάξει επώνυμο η οικογένεια Τζεργίνη. Ο γιος του Δήμου εμφανί­ζεται ως Μπότσικας, που κατά την εξήγηση του α­φηγητή Θ. Κολοκοτρώνη σήμαινε μαυριδερός.

Ο Χρυσοβιτσιώτης καπετάν Χρονάς, ο πεθερός του Δήμου, πρέπει να ήταν καπετάνιος, συνεργαζόμενος με τους Ενετούς. Γέροντας πλέον, όταν ξαναγύριζαν οι Τούρκοι και οι Ενετοί αναγκάζονταν να εγκατα­λείψουν τον Μοριά, ο γερο – Χρόνης (ή Χρονάς) προέβαινε σε απίθανες ενέργειες, που μαρτυρούν, αν μη τι άλλο, τις φιλοενετικές εξαρτήσεις του. Πληροφορητής πάλι ο ίδιος ο Θοδωράκης: «Οι Χρυσοβιτσιώται, Λιμποβιστώται και οι Αρκουδορρεματίται επήγαν και επολέμησαν εις του Ντάρα τον Πύργο 6.000 Τούρκους… Αυτοί εχαλάσθησαν και εγλύτωσε ο Μπότσικας…».

Το επεισό­διο είναι μαρτυρημένο. Και ο Δήμος Μπότσικας εί­ναι ο γενάρχης της οικογένειας. Αναφέρεται ο γιος του Ιωάννης, γεροδεμένος άνδρας, με γλουτούς γε­μάτους. Ένας Αλβανός μόλις τον είδε, είπε: «Βρε, τι μπιθεκούρας είναι αυτός!».

Το νόημα αυτής της λέξης αποδίδει η ελληνική λέξη Κολοκοτρώνης. Και επικράτησε έκτοτε, με τον πρώτο γνωστό πλέ­ον Κολοκοτρώνη, τον Ιωάννη, που άφησε απογό­νους, αλλά είχε σκληρή τύχη. Σε κάποια συμπλο­κή αιχμαλωτίστηκε, βασανίστηκε και βρήκε θάνα­το αγχόνης στην Ανδρούσα.

Ο Θοδωράκης στην α­φήγησή του παρατηρεί ότι οι Κολοκοτρωναίοι δεν είχαν φυσικό θάνατο. Αναφέρονται πέντε παιδιά του Γιάννη Κολοκο­τρώνη: Αναγνώστης, Κωσταντής, Βασίλης, Αποστόλης, Γιώργης. Ο Βασίλης χάθηκε νωρίς. Οι Αποστόλης και Γιώργης βρήκαν αγωνιζόμενοι με­τά τα Ορλοφικά το θάνατο. Γλίτωσε ο Αναγνώστης, αλλά η δράση του δεν μαρτυρείται με λεπτομέρει­ες. Πάντως είχε τρία παιδιά, γενναία και ηρωικά. Οι δύο είναι κατ’ όνομα γνωστοί, Γεωργακλής και Κουντάνης· έπεσαν ηρωικά στον κατατρεγμό των κλεφτών το 1806, στη γνωστή ενέδρα στο Σαπολίβαδο. Ο άλλος γιος του Αποστόλη είχε τ’ όνομα του παππού του, Γιάννης, γνωστός με την επωνυμία Ντασκούλιας. Γλίτωσε καταφεύγοντας στη Ζάκυν­θο. Ο Αναγνώστης είχε καταφύγει στη Μάνη, όπου έκανε σπίτι. Όταν τ’ αδέρφια του σκοτώθηκαν στον Πύργο του Παναγιώταρου, μετά την εξόντωση των Αλβανών, ο θείος του ορφανού Θοδωράκη τον προστάτευσε, αλλά τελικώς έπεσε κι αυτός στο Λεοντάρι σε ηλικία 52 ετών.

Απέμεινε από τα τέκνα του Γιάννη Κολοκο­τρώνη ο δευτερότοκος Κωσταντής, ο πατέ­ρας του Θοδωράκη. Δεν επιβεβαιώνεται λανθάνουσα πληροφορία για έναν άλλο του αδελφό, που δημιούργησε οικογένεια και είναι γνωστή με την επωνυμία Τζολάκης.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Κολοκοτρώνης εν Λέρνη συναγείρει τους νικητάς του Δράμαλη. Peter Von Hess.

Ο Κωσταντής όμως αναδείχθηκε ο επίσημος διάδοχος του πατέρα του, άξιος πολεμιστής και πασίγνωστος ως καπόμπασης στην Κορινθία. Τον παρουσιάζει ο Θοδωράκης, υπερήφανος για την ανδρειοσύνη του: «μονοκόκκαλος, δυνατός, ογλήγορος, μ’ ένα καθάριο άτι δεν τον έπιανες, 33 χρόνων, μέτριος, μαυρομάτης, λιγνός». Ο Κωσταντής Κολοκοτρώνης με τη Ζαμπία (κόρη του καπετάν Κωστάκη από την Αλωνίσταινα) απέ­κτησαν 5 τέκνα, 4 γιους και μια κόρη. Καθολική υ­πήρξε η δράση της οικογενείας, αλλά και βαρύ το τίμημά της. Ο Κωσταντής υπήρξε ο κυριότερος συντελεστής της εξόντωσης των Αλβανών που λυμαί­νονταν την Πελοπόννησο μετά την αποτυχία της ε­ξέγερσης του 1770, σε συνεργασία με τον Τούρκο ναύαρχο Χασάν πασά Τζεζάερλη, το 1779. Το επό­μενο έτος όμως ο ίδιος ο Χασάν πασάς επολιόρκησε τον ήρωα των Τρικόρφων Κωσταντή Κολοκοτρώνη μαζί με τον περίφημο Παναγιώταρο, στον Πύργο του τελευταίου στην Καστανιά, και στις 19 Ιουλίου 1780 την αντίστασή τους έθραυσε και τους εξόντωσε.

Ήταν 10 ετών ο Θοδωράκης, όταν εξοντώθηκε ο καπετάνιος πατέρας του και τον παρέλαβε η καπε­τάνισσα μητέρα του Ζαμπία με το θείο του Αναγνώ­στη, θα μεγαλώσει και θ’ ανδρωθεί με το όπλο στο χέρι, ως κάπος, κλέφτης και αρματολός πελοπον­νησιακού τύπου, επικεφαλής δικής του ομάδας πα­λικαριών, θα τον κατατρέχουν Τούρκοι και κοτζαμπάσηδες. Παντρεμένος με την Αικατερίνη Καρούζου από ηλικία 20 ετών, νοικοκύρης με σπίτι, κτήματα, ε­λιές, έπαιζε το διπλό παιχνίδι του κλεφταρματολού.

Απέκτησε τρία αγόρια: τον Πάνο, που θα σκοτωθεί στον εμφύλιο πόλεμο το 1825, τον Ιωάννη – Γενναίο και τον Κωνσταντίνο – Κολίνο. Και τρεις θυγατέρες, καλοπαντρεμένες. Με την κατά των κλεφτών εκ­στρατεία των Τούρκων το 1806 ο Κολοκοτρώνης οι­κογενειακώς θα εγκατασταθεί στη Ζάκυνθο και θ’ αγωνίζεται επί 15 χρόνια για να μεγαλώσει τα παι­διά του, αλλ’ εκεί θα θάψει τη σύζυγό του. Στη Ζά­κυνθο η διαμονή του είναι γεμάτη με πολεμική δράση. Φίλος με τον Λαλαίο Τουρκαλβανό Αλή Φαρμάκη, κινήθηκε με ομάδα σε βοήθειά του, ενώ τον καταδίωκε ο Βελή πασάς Πελοποννήσου.

Εξάλλου διεξήγε συνεννοήσεις με το Γάλλο ναύ­αρχο Ντονζελό (Donzelot) για συνεργασία και εκ­δίωξη των Τούρκων από την Πελοπόννησο. Τέλος, κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό με το βαθμό του καπετάνιου και προαγόμενος έφθασε στο βαθμό του μαγγιόρου (ταγματάρχη), υπηρετώντας μέχρι το 1818. θα συνοψίσει ο ίδιος τα της παραμονής του στην Επτάνησο: «36 χρόνων ήμουν, όταν επήγα στη Ζάκυνθο, 50 χρόνους είχα, όταν εβγήκα στην Επανάστασι».

Τον βρήκαν οι Φιλικοί εκεί και ο περίφημος Αναγνωσταράς τον εμύησε την 1η Δε­κεμβρίου 1818. Και εκείνος έσπευσε να κατηχήσει τον πρωτότοκο γιο του Πάνο αμέσως. Η εθνική δράση του Θ. Κολοκοτρώνη δεν χωρά­ει σε λίγες σελίδες, θ’ αναδειχθεί ο αρχηγός των ό­πλων, θα καταγάγει θριάμβους στην Τριπολιτσά, στα Δερβενάκια, στον αγώνα κατά του Ιμπραήμ, θα φυλακιστεί από την κυβέρνηση Κουντουριώτη, θ’ αποκτήσει εξώγαμο με μια μοναχή στην Ύδρα, τον υστερότοκο νέο Πάνο. Θα δικαστεί και θα καταδι­καστεί εις θάνατον από την Αντιβασιλεία. Θα επι­ζήσει. Και θα τερματίσει τον επίγειο βίο του το 1843, τιμημένος και δαφνοστεφανωμένος.

 

Ιωάννα Κ. Γιανναροπούλου

Ιστορικός

  

Βιβλιογραφία


Αποκλειστικά μελετήματα δύο του Τ. Αθ. Γριτσοπούλου περιέχουν ζωηρά την εικόνα του Θ. Κολοκοτρώνη, με πλούσια βιβλιογραφία:

1. Τα Απομνημονεύματα του Θ. Κολοκοτρώνη, «Πελοποννησιακά», τ. ΙΔ’ [1981, σσ. 1-112 (αναδημοσιεύεται ως Εισαγωγή στη φωτομηχανική επανέκδοση των Απομνημονευμάτων του Θ. Κολοκοτρώνη από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα 1981)].

2. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», τεύχος 127, 21 Μαρτίου 2002.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Καλλέργης Δημήτριος – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του, 1827


  

Δημήτριος Καλλέργης – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ.

 

Ο πετυχημένος και δη­μοφιλής συγγραφέας, πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ-Μούσκαου (Hermann von Pueckler-Muskau, 1785-1871), ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι προς την Βόρεια Αφρική και την Ανατολή το οποίο διήρκεσε σχεδόν έξι χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφθασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Στην Ελλάδα, το 1836, ο Γερμανός πρίγκιπας, διασχίζει την χώρα από την μια μεριά στην άλλη. Τις ποικίλες και πλούσιες εντυπώσεις του τις καταγράφει, με εξαιρετική λεπτομέρεια, σχεδόν μέρα με την ημέρα, στο ημερολόγιό του.

Κατά την μεγάλη περιοδεία του στην Πελοπόννησο από το Μάιο μέχρι τον Ιούλιο του 1836 ο Πύκλερ συναντά άλλους διάσημους αγωνιστές, τον Καλλέργη στο Άργος, τον Κολιόπουλο (ή Πλαπούτα) στην Τριπολιτσά, τον Ιατράκο στο Μυστρά και την αρχοντική οικογένεια Μαυρομιχά­λη στη Μάνη. Όλοι του διηγούνται, ο ένας περισσότερα, ο άλλος λιγότερα, κάτι από τα παλαιά βιώματά τους στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Το πιο ανατριχιαστικό επεισόδιο το ακούει από το στόμα του συνταγματάρχη Δημήτρη Καλλέργη στο Άργος. Την 30η  Μαΐου του 1836 γράφει στο ημερολόγιό του:

 

Δημήτριος Καλλέργης

« Ο συνταγματάρχης Καλλέργης, ένας από τους αρχηγούς και ο πιο πλούσιος γαιοκτήμονας της χώρας, ένας πολύ μορφωμένος άνδρας που έχει ταξιδέψει σε όλη την Ευρώπη και είχε μια φοβερή περιπέτεια στον πόλεμο, με κάλεσε ήδη από την Αθήνα να τον επισκεφθώ στο Άργος. Για αυτό πήγα σήμερα σε αυτή την πόλη, που δεν είναι μακριά απ’ εδώ [το Ναύπλιο], ούτε δυο ώρες δρόμου [……………].

Στο Άργος, στη φιλόξενη οικεία του ξενοδόχου μας, μας υποδέχθηκαν εκτός από τον ίδιον και την νέα σύζυγό του ένας ψηλός αλλά από την ηλικία και τις ταλαιπωρίες κάπως κυρτωμένος ήρωας της παλαιάς φρουράς του Ναπολέοντα, ο λοχαγός Σαρντόν ντέ λά Μπάρ, αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής, επίσης ένας όμορφος πιο νέος Γάλλος, ο ίλαρχος Σεδάζ, και ένας Ιταλός με μαύρα μαλλιά με μπούκλες, ο μοίραρχος της χωροφυλακής Μοράντι, ο οποίος έπαιζε ένα σπουδαίο ρόλο στην ιταλική επανάσταση και διέφυγε ως εκ θαύματος από το κρέμασμα στη Μόντενα.

Είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο να βλέπεις μπροστά σου έναν πολεμιστή από την παλαιά φρουρά του Ναπολέοντα, σου φαίνεται σαν να είναι ένα απομεινάρι από μια ράτσα που έχει εξαφανιστεί, ένα γένος που έχει περάσει, και κοιτάζεις τον πρώην εχθρό με λύπη και συγχρόνως με ένα είδος σεβασμού. Διότι, όπως οι μύτες των βουνών στη δύση του ηλίου φωτίζονται, ακόμη από το χρυσό του χρώμα, έτσι φαίνεται να λάμπει ακόμη μια ακτίνα από το αστέρι του Ναπολέοντα επάνω στο πρόσωπο αυτών των γενναίων. Το σπίτι του συνταγματάρχη Καλλέργη είναι ίσως, έξω από την Αθήνα, το μόνο σπίτι στην Ελλάδα που ανήκει σε έναν ντόπιο όπου υπάρχουν ευρωπαϊκά κομφόρ. Έτσι η ημέρα μας πέρασε πολύ ευχάριστα με υλικές και πνευματικές απολαύσεις» [………….].

 

Ο Καλλέργης ξεναγεί τον φιλοξενούμενό του στο Άργος και το βράδυ οι δυο ανεβαίνουν με τα άλογά τους στην Ακρόπολη για να εξερευνήσουν λεπτομερώς το κάστρο και για να απολαύσουν από εκεί το ηλιοβασίλεμα. Την άλλη μέρα ο Καλλέργης οδηγεί τον Πύκλερ με την άμαξά του στο Ηραίον έξω από το Άργος όπου υπήρχε παλαιά ο τόσο λαμπρός ναός της Ήρας, τον οποίον είχε περιγράψει ο Παυσανίας. Στο γυρισμό τους προς το Άργος ο Καλλέργης διηγείται στον Πύκλερ την τρομερή περιπέτεια της αιχμαλωσίας του κατά τη δεύτερη πολιορκία της Ακροπόλεως των Αθηνών, τον Απρίλιο του 1827 [1]:

 

«Σε αυτή την άτυχη υπόθεση 4000 Έλληνες παρακινούμενοι κυρίως από τις παρακινήσεις και πικρές παρατηρήσεις του Λόρδου Κόχραν και προσβεβλημένοι στην τιμή τους, δέχθηκαν να αποβιβαστούν από τα πλοία και να πάρουν την πιο επικίνδυνη θέση σε μια πεδιάδα απέναντι σε ένα στρατό 30.000 Τούρκων ενώ δεν διέθεταν καθόλου πυροβόλο. Μόλις άρχισαν να χαρακωθούν λίγο, το τούρκικο ιππικό αποτελούμενο από 12.000 άνδρες έκανε μια τόσο δυνατή και καλά επιχειρημένη επίθεση εναντίον τους που η μικρή ομάδα σε ένα δευτερόλεπτο εξαφανίστηκε από προσώπου γης – όπως το περιέγραψε χαρακτηριστικά ο Καλλέργης.

Οι Τούρκοι έκαναν την επίθεσή τους περίπου με τον τρόπο τον οποίο είχε προτείνει ο φόν Μπύλω [von Buelow, Πρώσος στρατηγός] για τις επιθέσεις εναντίον του τετραγώνου του πεζικού, δηλαδή κράτησαν τα ηνία στο στόμα τους, σκέπασαν με το αριστερό χέρι τα μάτια τους και με το σπαθί ψηλά στο δεξί χέρι όρμησαν τυφλά στα χαρακώματα τα οποία οι Έλληνες είχαν ανοίξει βιαστικά.

Ο Καλλέργης βρέθηκε σε ένα από τα πιο μπροστινά χαρακώματα και δέχθηκε από ένα ιππέα του οποίου το άλογο πήδηξε πάνω από το χαράκωμα ένα τέτοιο κτύπημα με το μυτερό τούρκικο αναβολέα στο στήθος που έπεσε ανάσκελα και δεν μπόρεσε πια κα­θόλου να αμυνθεί. Τώρα ο ιππέας τράβηξε επάνω του με το διπλοπιστόλι του και οι δυο σφαίρες του τρύπησαν το πόδι ενώ μια άλλη σφαίρα του κατασύντριψε τελείως το κόκκαλο του ποδιού πάνω από τον αστράγαλο. Μετά ο Ιππέας έσπευσε παρά πέρα αλλά ένας άλλος τον ακολούθησε αμέσως και έριξε άλλη μια τουφεκιά στον πεσμένο καπετάνιο. Αυτή η σφαίρα του τρύπησε το μπούτι και ο Καλλέργης έμεινε για ορισμένο καιρό εντελώς αναίσθητος.

Όταν συνήλθε από την λιποθυμία και άνοιξε τα μάτια του είδε έναν ντελή πασά που σταμάτησε μπροστά του και διέταξε μερικούς της ακολουθίας του να τον σηκώσουν. Τον μετέφεραν στο στρατόπεδο των Τούρκων και τον κατέβασαν σε μια σκηνή, γεγονός το οποίο οφειλόταν πιθανώς στον πολύ πλούσιο Ιματισμό του πού πρό­διδε ότι ήταν καπετάνιος. Τώρα προσπάθησε μόνος του να επιδέσει προσωρινά, με λωρίδες που έσκισε από τη φουστανέλα του, τις πληγές του που άρχισαν να του προκαλούν ισχυρότατους πόνους. Την επόμενη μέ­ρα ενώ είχε πολύ ψηλό τραυματικό πυρετό τον έσυραν μπροστά από τον Κιουταχή πασά, ο οποίος τον ρώτησε πως λέγεται και γιατί είχε σηκώσει τα όπλα εναντίον του νόμιμου κυρίαρχού του.

Ο Καλλέργης απάντησε: «Για την προστασία της θρησκείας μου». Ο Κιουταχής πασάς απάντησε ειρωνικά ότι σίγουρα η θρησκεία θα τον ανησυχούσε το λιγότερο. «Πρέπει όμως να μ’ επηρεάζει», απάντησε ο Καλλέργης, «αφού με έφερε εδώ χωρίς να με ανάγκασε καμία δυσχέρεια». Ο Κιουταχής πασάς έκανε μια περιφρονητική χειρονομία και έδωσε ένα σήμα το οποίο σήμαινε την καταδίκη σε θάνατο. Μετά ο αιχμάλωτος οδηγήθηκε, μαζί με μερικές εκατοντάδες συντρόφους του, σε μια ανοικτή πλατεία και όλοι έπρεπε να στέκονται σε μια σειρά- ο Καλλέργης ήταν ένας από τους τελευταίους.

Από πάνω άρχισε τώρα ο αποκεφαλισμός ο οποίος έγινε με μεγάλη ταχύτητα έτσι ώστε μετά από λίγο καιρό μόνο τέσσαρες με πέντε άνδρες έμειναν ζωντανοί στη σειρά πριν από τον Καλλέργη. Μετά από την κα­τάργησή τους σίγουρα η σειρά θα ερχόταν σε αυτόν. «Η άθλια κατάστα­σή μου», είπε ο συνταγματάρχης, «οι αφόρητοι πόνοι που με ταλαιπώρησαν, η νάρκωση στην οποία με έφεραν όλα που έβλεπα γύρω μου, με έκαναν εντελώς αναίσθητο για το φόβο του θανάτου˙ επιθύμησα το θάνατο και θυμάμαι πολύ έντονα την αίσθηση χαρούμενης περιέργειας με την σκέψη τι θα συναντούσα τώρα στον άλλο κόσμο.

 

Δημήτριος Καλλέργης

 

Αυτή τη στιγμή δημιουργήθηκε ένας φοβερός θόρυβος. Ο γνωστός μου ντελής πασάς με μια ακολουθία πάνω από εκατό ιππέων πλησίασε με πλήρη καλπασμό των αλόγων και έσπρωξε τους Αλβανούς της φρουράς μας στην άκρη. Δυο άνδρες με άρπαξαν, με έριξαν πάνω σε ένα άλογο και έτρεξαν με εμένα προς το μέρος του στρατοπέδου, όπου ο προστάτης μου είχε τη δική του σκηνή. Εκεί με κατέβασαν και προσέφεραν κάποια ανακούφιση στην θλιβερή κατάστασή μου.

Ο λόγος αυτού του συμβάντος ήταν ο εξής: Ο ντελής πασάς με είχε ρωτήσει από την αρχή αν είχα περιουσία και αν θα μπορούσα να πληρώσω λύτρα και εγώ απάντησα καταφατικά. Αυτό τον παρακίνησε στην πραγματοποίηση αυτής της απόπειρας και όταν, την άλλη μέρα, πλησίασε στον κοιτώνα μου με ρώτησε εκ νέου, πόσο θα του πλήρωνα αν θα έσωζε τη ζωή μου, και με ποιο τρόπο τα χρήματα θα έρχονταν στα χέρια του. Απάντησα ότι αν θα μπορούσα να στείλω μια επιστολή στον αδελφό μου αυτός σίγουρα θα πλήρωνε μερικές χιλιάδες κολονάτα για την απελευθέρωσή μου και ότι οπωσδήποτε διαθέτει τα μέ­σα πραγματοποίησης ενός τέτοιου σχεδίου. «Καλά», απάντησε ο Τούρκος, «γράψε στον αδελφό σου και ζήτησέ του 4000 κολονάτα [2]. Αλλά πρόσεχε», πρόσθεσε με άγριο ύφος, «στην περίπτωση που προσπαθήσεις να με απατήσεις, μόνο και μόνο για να πετύχεις την αναβολή, θα σε κόψουν από κάτω μέχρι επάνω σε κομμάτια». Χωρίς να απαντήσω σε αυτή την απειλή έγραψα την απαιτούμενη επιστολή και την έδωσα στον ντελή πασά. Φαίνεται ότι αυτός ήταν ευχαριστημένος και με ένα πιο καταδεχούμενο ύφος πλέον μου εξάγγειλε ότι έχει πολλή δυσκολία να με σώσει διότι οι Αλβανοί τον έχουν καταγγείλει στον Κιουταχή πασά και θυμωμένοι ζητούν το κεφάλι του. Να μη ανησυχήσω όμως, είπε, θα με πάνε τώρα στους υπόλοιπους αιχμαλώτους που υπάρχουν ακόμη, για να κάνω την ίδια δουλειά με αυτούς, αλλά να μη τους πω ούτε μια λέξη από τη συζήτηση που είχαμε μεταξύ μας, διότι με την πρώτη αναφορά σε αυτή σίγουρα θα μου έκοβαν αμέσως το κεφάλι».

«Στη μεγάλη σκηνή όπου οδηγήθηκα βρήκα 14 από τους άτυχους συντρόφους μου που από χθες έπρεπε να υποβάλλονται με ζήλο στη εξής δουλειά – να βγάλουν το δέρμα από τα κεφάλια των εκτελεσμένων. Αυτό έγινε με τον εξής τρόπο: Πίσω στο κρανίο γίνεται μια τομή και τα κόκαλα και οι χόνδροι εξάγονται προσεκτικά – μετά όλα αλατίζονται πολύ καλά και, όπως συνηθίζεται στην κατασκευή του κόκκινου φεσιού, το δέρμα τυλίγεται επάνω και συμπιέζεται. Μετά τα κρέμασαν στη σειρά σε ένα τεντωμένο σχοινί, κατά δωδεκάδες συρραμμένα μαζί. Οι σύντροφοί μου είχαν φτάσει ήδη σε μια θλιβερή επιδεξιότητα σε αυτή τη τρομερή δουλειά στην οποία έπρεπε τώρα να υποβάλλομαι και εγώ. Όταν αρχικά αρνήθηκα γεμάτος τρόμο, με κακοποίησαν με το πιο άγριο τρόπο, με κτύπησαν και με κλότσησαν στο πρόσωπο, μέχρι που, στην απελπισία μου, αποφάσισα να πράξω το αναπόφευκτο. Ήταν μια φοβερή σύμπτωση ότι το πρώτο κεφάλι που μου έδωσαν στο χέρι ήταν αυτό του πιο πιστού υπηρέτη μου, ενός μουγκού, ο οποίος από μικρό παιδί είχε μεγαλώσει δίπλα μου και μου έχει σώσει πάνω από μια φορά τη ζωή. Αυτός λόγω της τόλμης και της ανδρείας του, ήταν γνωστός σε όλο το ελληνικό στρατό. Έκλαψα σαν ένα παιδί, αλλά παρά ταύτα δεν μπορούσα να προκαλέσω τον οίκτο των απάνθρωπων βασανιστών μου.

Φαντασθείτε τα αισθήματα μου, ξεφώνησε ακόμη τώρα με δάκρυα πόνου στα μάτια του ο συνταγματάρχης, όταν έπρεπε να αρχίσω, κάτω από συνεχείς σφοδρές κακοποιήσεις, την φρικτή εγχείρηση στο κεφάλι του πλάσματος που ήταν ίσως, σε όλο τον κόσμο, το πιο αφοσιωμένο σε μένα. Πέρασα μερικές μέρες εδώ, ενώ το κατασυντριμμένο πόδι μου είχε μετατραπεί μέχρι επάνω σε μια άμορφη φουσκωμένη μάζα μαύρου χρώματος, έτσι ώστε μπορούσα να ελπίσω ότι αυτά τα σημάδια μιας φλεγμονής θα έβαλαν γρήγορα ένα επιθυμητό τέλος στην άθλια ύπαρξή μου. Είχαμε τώρα επεξεργαστεί όλα τα κεφάλια που ήταν συνολικά πάνω από 1200. Μόλις τα είχαμε παραδώσει, όλοι οι σύντροφοί μου, τους οποίους είχαν αφήσει ζωντανούς μόνο και μόνο για να κάνουν αυτή τη δουλειά, οδηγήθηκαν χωρίς καθυστέρηση στην δική τους εκτέλεση, και πριν από την παρέλευση μισής ώρας έριξαν τα κεφάλια εκείνων μπροστά μου και με γέλια μου έδωσαν την διαταγή να ασκήσω τώρα μόνος μου την τέχνη μου σε αυτά.

Μόλις αυτό είχε γίνει ο ντελής πασάς ήρθε πάλι στη σκηνή και μου εξάγγειλε ότι ο αδελφός μου είχε απαντήσει και είχε καταθέσει τα χρήματα έτσι ώστε, την στιγμή της παράδοσής μου, θα μπορούσαν να αναληφθούν με σιγουριά. Μετά δίστασε, σαν να ντρεπόταν να συνεχίσει. Στο τέλος είπε με πολλή ευγένεια ότι λυπάται, αλλά ότι οι επείγουσες καταστάσεις απαιτούν κάτι ακόμη που θα είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μου. Δηλαδή η εκτέλεση του σχεδίου αυτού έπρεπε να γίνει με απόλυτη μυστικότητα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Κιουταχής πασάς είχε δώσει την σιωπηλή έγκρισή του, διότι οι Αλβανοί στασίασαν ήδη εξ αιτίας μου και ζητούν με τέτοια επιμονή το θάνατό μου, που κανείς δεν μπορεί πια να τους το απαρνηθεί επίσημα. «Για αυτό», πρόσθεσε, «πρέπει να απατηθούν και ο μόνος τρόπος που υπάρχει είναι να τους παρουσιαστεί ένα μέρος του κεφαλιού σου με φρέσκα αίματα για να πιστέψουν στο ότι εσύ έχεις σκοτωθεί μαζί με τους υπόλοιπους. Μετά, την νύχτα, θα σε εξαφανίσω κρυφά».

Πριν συνέλθω από την έκπληξή μου λόγω μιας τόσο παράξενης προσφώνησης, δυο δυνατοί άνδρες μ’ έπιασαν από τα χέρια και την ίδια στιγμή ένας τρίτος μου έκοψε με ένα μαχαίρι ξυρίσματος το αριστερό αυτί, το οποίο μου προκάλεσε έναν φοβερά καυτό πόνο. Σαν ένα θηρίο ελευθερώθηκα, αλλά αμέσως οι δυο άνδρες ήθελαν πάλι να με πιάσουν. Ο ντελής πασάς έδωσε όμως ένα σήμα ότι αυτά που έγιναν ήταν αρκετά. Ο ίδιος πήρε με προσοχή το αυτί μου στα χέρια του και έσπευσε έξω από τη σκηνή, ενώ εγώ, μισό αναίσθητος, έμεινα μόνος μου. Κατά τα μεσάνυχτα ήρθαν να με πάρουν, και με έβαλαν, ενώ είχα φοβερούς πόνους, επάνω σε ένα άλογο. Τελικά έφτασα στο λιμάνι όπου ο πλοίαρχος Χάμιλτον με παρέλαβε από τους Τούρκους που με είχαν φέρει εκεί.

Όλοι όπως και εγώ ο ίδιος θεωρούσαμε πως ήταν ένα πραγματικό θαύμα ότι – παρ’ όλη την κατάσταση των πληγών μου που είχαν μείνει για δέκα μέρες χωρίς καμία ιατρική περίθαλψη και παρ’ όλες τις συγκινήσεις που με τάραξαν αυτές τις μέ­ρες – θεραπεύθηκα εντελώς, έτσι ώστε μετά από λίγους μήνες ήμουν πάλι στη θέση να λάβω ενεργό μέρος στην απελευθέρωση της πατρίδας μου που προχωρούσε όλο πιο πολύ. Επίσης τα επόμενα χρόνια δεν είχα ποτέ πια προβλήματα υγείας λόγω αυτού που έπαθα. Ο χειρουργός του πλοίου ήθελε μεν να μου κόψει οπωσδήποτε το βλαμμένο πόδι και με προειδοποίησε ότι θα πεθάνω αν αυτό δεν γίνει, όμως εγώ επέμενα στην άρνη­σή μου, και σε αυτή οφείλω, δόξα στο Θεό, την ευτυχή διατήρηση του πο­διού μου. Μόνο το αυτί που μου λείπει θα μου μείνει για πάντα ως ενθύμιο αυτών των τρομερών καιρών, όπως επίσης μια βαθιά θλίψη για αυτά που πέρασα, που ακόμη σήμερα με γεμίζει συχνά με μια αξεπέραστη μελαγχολία».

Ο συνταγματάρχης ήταν φανερά συγκλονισμένος από την αφήγησή του και μου ήρθε η σκέψη στο νου μου ότι πολλές φορές η πραγματικότητα ξεπερνάει την πιο τολμηρή πτήση της φαντασίας. Πάντως, όποιος γνωρίζει τον συνταγματάρχη Καλλέργη, τον οποίον όλοι εκτιμούν και αγαπούν, όποιος ξέρει την μετριοφροσύνη και την απλότητά του, δεν μπορεί να αμφισβητήσει την απόλυτη αλήθεια της παραμικρής λεπτομέρειας της αφήγησής του, την οποίαν άλλωστε τόσοι ονομαστοί μάρτυρες επιβεβαιώνουν σαν αυθεντική».

 

Υποσημειώσεις


[1] Ο Δημήτρης Καλλέργης ηγείτο τότε, στη μάχη του Φαλήρου, το σώμα των Κρητικών. (Βλ.: Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Ζ’, σ. 726).

[2] Το «κολονάτο» ήταν αυτή την εποχή ένα νόμισμα στην Ανατολή και τη Βε­νετία. Η ονομασία προερχόταν από την πίσω πλευρά του νομίσματος, που έδειχνε τις κολόνες του Ηρακλή. Η αξία του κολονάτου ήταν 6 δραχμές. Δηλαδή ο Τούρκος ζήτησε λύτρα 24.000 δραχμών για τον Καλλέργη.

 

Πηγή


  • Ρεγγίνα Quack Μανουσάκη, « Ήρωες και επεισόδια από την Ελληνική Επανάσταση κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ»,  Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Καΐρης Θεόφιλος (1784 -1853)


 

 Λόγιος και θεολόγος, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Σπούδασε στην Ευρώπη και δίδαξε στη Σμύρνη και το Αϊβαλί. Συμμετείχε στην Επανάσταση του 1821 και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους οργάνωσε σχολείο στην Άνδρο. Λόγω της θρησκευτικής του διδασκαλίας υπέστη διώξεις που τελικά οδήγησαν στο θάνατό του.

Θεόφιλος Καΐρης. Ελαιογραφία εποχής.

Ο Θεόφιλος Καΐρης γεννήθηκε το 1784 στην Άνδρο. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Θωμάς, γονείς του ήταν ο πρόκριτος Καΐρης και η Αναστασία Καμπανάκη. Είχε τρεις αδελφούς, τους μετέπειτα μοναχούς Ευγένιο και Ιωασάφ, και το Δημήτριο καθώς και τρεις αδελφές τη Μαρία, τη Λασκαρώ και την Ευανθία, η οποία υπήρξε επίσης σημαντική διανοούμενη της εποχής. Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στην Άνδρο, στη Σχολή του Κάτω Κάστρου, από τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο. Στα 1794 πεθαίνει ο πατέρας του. Ο αδελφός της μητέρας του και ανάδοχος του Σωφρόνιος Καμπανάκης, εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου Κυδωνιών (Αϊβαλί), τον παίρνει κοντά του ώστε να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του.

Στις Κυδωνίες, διδάχθηκε φιλολογία, φιλοσοφία, μαθηματικά και στοιχεία επιστημών από σημαντικούς δασκάλους, όπως το Γρηγόριο Σαράφη και το Βενιαμίν Λέσβιο, στη συνέχεια στη σχολή της Πάτμου και στη Χίο, παρακολούθησε τη διδασκαλία του Αθανάσιου Πάριου και του Δωρόθεου Πρωΐου. Στα 18 του χρόνια χειροτονείται μοναχός και αποκτά το όνομα Θεόφιλος.

Όμως το ανήσυχο πνεύμα του Έλληνα διαφωτιστή δεν αρκείτε στην Ελλάδα. Έτσι, το 1803, με τη συνδρομή του θείου του και της κοινότητας του Αϊβαλιού, έφυγε στην Ευρώπη για σπουδές. Αρχικά παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, μαθηματικών και φυσικής στην Πίζα, ενώ το 1807 πήγε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του, όπου συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή.

Το Φεβρουάριο του 1809 επέστρεψε στην Άνδρο και από εκεί το 1810 πήγε στο Αϊβαλί, προκειμένου να αναλάβει τα καθήκοντα σχολάρχη στην εκεί Ακαδημία, μετά την παραίτηση του Βενιαμίν Λέσβιου. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι τελικά αυτό έγινε, καθώς το 1811 καλείται να διευθύνει την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, σχέδιο που τελικά δεν καρποφόρησε. Το 1812 ο Καΐρης βρίσκεται και πάλι στο Αϊβαλί, όπου διδάσκει στην Ακαδημία.

Με τη βοήθεια του Κοραή θα φροντίσει ώστε η Ακαδημία των Κυδωνιών να αποκτήσει πλούσια βιβλιοθήκη με ελληνικά και ξένα συγγράμματα, αλλά και όργανα χημείας, φυσικής, αστρονομίας και γεωγραφίας. Μάλιστα το 1819 ίδρυσε ακόμα και τυπογραφείο. Στην αυγή της Επανάστασης θα επιστρέψει στην Άνδρο, όπου και θα υψώσει αυτός πρώτος το λάβαρο της Επανάστασης.

 

Στα χρόνια της Επανάστασης

 

Το 1819 μυείται στη Φιλική Εταιρεία και, μόλις ξεσπά η Επανάσταση, φεύγει από το Αϊβαλί. Στις 10 Μαΐου πρωτοστατεί στην κήρυξη της επανάστασης στην πατρίδα του και φεύγει για την Πελοπόννησο. Συμμετέχει στην Α΄ Εθνοσυνέλευση και το 1822 τραυματίζεται στην εκστρατεία του Ολύμπου.

 

Θεόφιλος Καΐρης. Λιθογραφία.

 

Στις εθνοσυνελεύσεις που ακολούθησαν, ο Καΐρης συμμετέχει ως «πληρεξούσιος παραστάτης» της Άνδρου και γίνεται μέλος του Βουλευτικού Σώματος. Η τελευταία του εμφάνιση στα πολιτικά πράγματα είναι στην Αίγινα, στις 11 Ιανουαρίου 1828, όταν αναλαμβάνει να προσφωνήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια, που έφτανε στην Ελλάδα ως κυβερνήτης, με ένα λόγο διαπνεόμενο από φιλελεύθερο πνεύμα. Το 1835 αρνήθηκε την παρασημοφόρησή του από το βασιλιά Όθωνα, ως διαμαρτυρία για τη μη συνταγματική διακυβέρνηση της χώρας, ενώ δύο χρόνια αργότερα αρνήθηκε την έδρα της φιλοσοφίας στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Το Ορφανοτροφείο

 

Από νωρίς ο Καΐρης είχε συλλάβει την ιδέα για την ίδρυση ορφανοτροφείου και σχολείου στην Άνδρο. Από το 1827 ξεκίνησε περιοδείες στα ελληνικά νησιά για την εξεύρεση πόρων και από το 1831, αφού πρώτα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού. Το Ορφανοτροφείο άρχισε τη λειτουργία του επίσημα στις 6 Ιανουαρίου του 1836 και πολύ σύντομα η φήμη του εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα και στις ελληνικές παροικίες.

Στο Ορφανοτροφείο εφαρμοζόταν η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας, ενώ ο ίδιος ο Καΐρης δίδασκε φιλοσοφία, φιλολογία, μαθηματικά και αστρονομία. Στο διάστημα αυτό ο Καΐρης διαμόρφωσε το δικό του, ιδιαίτερο φιλοσοφικό και θρησκευτικό σύστημα, γνωστό ως «Θεοσέβεια».

 

Η θεοσέβεια

 

Ο Καΐρης διαμόρφωσε ένα θεολογικό σύστημα που το ονόμασε «Θεοσέβεια». Το σύστημα αυτό ανέτρεπε βασικά δόγματα της ορθόδοξης θεολογίας: τη θεότητα του Χριστού, την Αγία Τριάδα, τα μυστήρια και τις εκκλησιαστικές τελετές. Συνέταξε δικό του υμνολόγιο και ευχολόγιο σε δωρική διάλεκτο.

Επίσης, εισήγαγε νέο ημερολόγιο που το χρησιμοποιούσαν οι μαθητές του στην καθημερινότητά τους, κατάργησε τις εικόνες στους ναούς και τις αντικατέστησε με ρητά και αξιώματα, όρισε νέους κανονισμούς στην ανέγερση των ναών και την ίδρυση φιλανθρωπικών καταστημάτων. Παράλληλα, δίδασκε και τις αρχές των άλλων θρησκειών, χωρίς να ασκεί καμία κριτική σε αυτές. Το φιλοσοφικό – θεολογικό σύστημά του στηριζόταν στις αρχές του φιλελεύθερου χριστιανισμού και του ιδεαλιστικού ανθρωπισμού.

Ο Δημήτριος Ι. Πολέμης αναφέρει:

«Η θεοσέβεια είχε την ιδικήν της δογματικὴν θεολογίαν. Απέρριπτε βεβαίως την Καινὴν Διαθήκην και ολόκληρον την παράδοσιν της Εκκλησίας, Ορθοδόξου και μη. Είχεν επίσης ίδιον τελετουργικὸν με ναούς, «θειαγοὺς» και ύμνους (ες δωρικὴν διάλεκτον αλλ’ ουσιαστικώς εμπνευσμένους εκ της ορθοδόξου υμνολογίας δια της  απαλείψεως κάθε αναφοράς ες τον Χριστόν, την Παναγίαν και τους Αγίους), ίδιον ημερολόγιον και τα παρόμοια, τα οποία έξω του μικρού κύκλου μερικών μαθητών και φίλων του Καΐρη ουδένα ήτο δυνατὸν να συγκινήσουν και να ελκύσουν. Με τον θάνατον του Καΐρη θνήσκει και η θρησκεία του˙ μόνον ὁ Γλαυκωπίδης έμεινε πιστὸς έως θανάτου».

Το ανωτέρω απόσπασμα του Δ. Ι. Πολέμη για τον Θ. Καΐρη  περιλαμβάνεται  στον τόμο, Αλληλογραφία Θεοφίλου Καΐρη, εκδιδομένη υπό Δ. Ι. Πολέμη, Μέρος έκτον: Προσωπογραφικά, Άνδρος: Καΐρειος Βιβλιοθήκη 2003, 138-148.

 

Η δίωξη και ο θάνατός του

 

Θεόφιλος Καΐρης. Ελαιογραφία. Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος.

Ο Θεόφιλος Καΐρης δεν συμφιλιώθηκε ποτέ με την ιδέα της βασιλείας στο νέο κράτος. Άλλωστε κάτι τέτοιο μαρτυρά και η άποψη του Κωνσταντίνου Οικονόμου, πνευματικού ανθρώπου της εποχής, ιδιαίτερα στενού του φίλου (ο οποίος και στη συνέχεια έγινε ένας από τους πιο σφοδρούς του πολέμιους), πως δηλαδή ο μοναχός «εφαίνετο σφόδρα δημοκρατικός».

Ο Βασιλιάς, θέλοντας ίσως και να εξευμενίσει τον κοσμοκαλόγερο ο οποίος τον αντιμετώπιζε ως εκπρόσωπο των ξένων δυνάμεων, του προτείνει το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος για την προσφορά του στην πατρίδα. Σε μία ιδιαίτερη διπλωματική επιστολή, ο Καΐρης αρνείται το παράσημο και πιέζει περίτεχνα τον βασιλιά να υιοθετήσει Σύνταγμα. Η φωτισμένη προσωπικότητα έχει ήδη δημιουργήσει πολλούς εχθρούς. Ο Όθωνας είχε στείλει από νωρίς έμπιστους συμβούλους του, προκειμένου να πάρει πληροφορίες για την περίφημη ήδη τότε σχολή του. Ο Γερμανός καθηγητής φιλοσοφίας Brandis, που τον παρακολούθησε για λογαριασμό του Στέμματος σε διαλέξεις του, επιστρέφοντας σημείωσε χαρακτηριστικά: «Εάν επί μίαν ακόμη τριετίαν διδάξη ο Καΐρης, ο βασιλεύς Όθων θα φύγη από την Ελλάδα»!

Την αρχή στη σειρά επιθέσεων κατά του Θεόφιλου Καΐρη έδωσε η ίδια η εκκλησία. Η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδας απαίτησε από τον Καΐρη δήλωση μετανοίας και ομολογία πίστεως. Η απάντησή του ήταν οργισμένη: Επιτρέπεται εν ευνομουμένω κράτει, καυχουμένω μάλιστα επί ανεξιθρησκία, να ερευνά τις την συνείδησιν του ετέρου και να ζητή έγγραφον ομολογίαν της πίστεώς του; Αν τούτο επιτρέπεται, ας ομολογήσωμεν ότι δεν αφιστάμεθα πολύ της εποχής των δικαστηρίων της Ιεράς Εξετάσεως. Όπως ήταν φυσικό, οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, κατάφεραν να κατηγορηθεί για αίρεση και ίδρυση νέας θρησκείας,  με αποτέλεσμα να τεθεί υπό περιορισμό στη Σκιάθο, ενώ το Ορφανοτροφείο διαλύθηκε. Ένα χρόνο αργότερα τέθηκε υπό περιορισμό για μια διετία στη Θήρα και ακολούθησε η καθαίρεση και ο αναθεματισμός του ίδιου και της διδασκαλίας του.

Το Μάρτιο του 1842 ο Καΐρης αναχώρησε για το εξωτερικό μέχρι τον Ιούνιο του 1844. Όταν το Σύνταγμα καθιέρωσε την ανεξιθρησκία, επέστρεψε στην Άνδρο. Εκεί ασχολήθηκε και πάλι με το Ορφανοτροφείο, όπου είχαν παραμείνει ακόμα λίγα ορφανά, και προσπάθησε να διαδώσει τη «Θεοσέβεια», προκαλώντας όμως οξύτατες αντιδράσεις.

Το αποτέλεσμα ήταν να παραπεμφθεί σε δίκη στη Σύρο το Δεκέμβριο του 1852, κατηγορούμενος «επί προσηλυτισμώ και διαδόσει νέας θρησκείας αγνώστου». Καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών.  Τη νύχτα όμως της 9ης προς 10η Ιανουαρίου του 1853 πέθανε και τον έθαψαν κοντά στο Λαζαρέτο (νοσοκομείο) της Σύρου, ενώ την επόμενη ημέρα οι Αρχές άνοιξαν τον τάφο και τον γέμισαν με ασβέστη, για να εμποδίσουν τους μαθητές του να τελέσουν κανονική νεκρώσιμη λειτουργία. Δέκα μέρες αργότερα, ύστερα από προσφυγή του αδελφού του Δημητρίου Καΐρη, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του δικαστηρίου της Σύρου και η μνήμη του αποκαταστάθηκε.

 

Εργογραφία

Ο Καΐρης έγραψε πολλά φιλοσοφικά και επιστημονικά έργα:

  • Γνωστική ή των του ανθρώπου γνώσεων σύντομος έκθεσις, (Αθήνα 1849).
  • Στοιχειά Φιλοσοφίας ή των περί τα όντα γενικώτερον θεωρουμένων τα στοιχειωδέστερα, (Αθήνα 1851).
  • Φιλοσοφικά και Φιλολογικά, (Πάτρα 1875, το πρώτο μέρος με τον τίτλο Φιλοσοφικά επανεκδόθηκε στην Αθήνα το 1910).

Σχετικά με τη «Θεοσέβεια», έγραψε τέσσερα βιβλία που εκδόθηκαν στο Λονδίνο:

  • Θεοσεβών προσευχή, (1848).
  • Επιτομή της θεοσεβικής διδασκαλίας και ηθικής, (1852).
  • Διαγωγή θεοσεβούς, (1852).
  • Θεοσεβών προσευχαί και ιερά άσματα, (1852).

Επίσης, ο Καΐρης άφησε σε χειρόγραφη μορφή τη Φυσική, μια Πραγματεία Ποσοτικής.

Βιβλιογραφία :

  • Δημαράς Κ.Θ., Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 1977.
  • Κιτρομηλίδης Π., Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, Αθήνα 1999.
  • Πασχάλης Δ., Θεόφιλος Καΐρης. Ιστορική και φιλοσοφική μελέτη, Αθήνα 1928 (ανατ. 2000).
  • Κουμαριανού Α., «Η ελευθεροφροσύνη του Θεόφιλου Καΐρη», Εποχές, 46, Φεβρουάριος 1967, 184-200.
  • Αργυροπούλου Ρ., «Θεόφιλος Καΐρης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Αθήνα 1991, 205-206.
  • Θεόφιλος Καΐρης, Γνωστική. Στοιχεία Φιλοσοφίας, εισαγωγή, επιμέλεια: Νικήτας Σινιόσογλου, Άνδρος 2008.

 

Πηγές


 

  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
  • Καΐρειος Βιβλιοθήκη
  • Περιοδικό, «Νέμεσις», τεύχος 113, Μάρτιος 2011.
  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

Read Full Post »

Ευμορφόπουλος Διονύσιος (Ιθάκη 1780 ή 1785 – Πάτρα 1861)


 

Διονύσιος Ευμορφόπουλος

Φιλικός και αγωνιστής του 1821. Καταγόταν από το Μυστρά, από όπου η οικογέ­νειά του είχε φύγει μετά τα Ορλωφικά (1770) και είχε εγκατασταθεί στην Ιθάκη και ο πατέρας του συμμετέσχε ως κυβερνήτης καταδρομι­κού πλοίου στη ναυτική μοίρα του Λάμπρου Κατσώνη. Ο Διονύσιος Ευμορφόπουλος έγι­νε επίσης ναυτικός και το χειμώνα του 1818 – 19 βρέθηκε στη Βλαχία, όπου σχετίστηκε με ανώτερα στε­λέχη της Φιλικής Εταιρείας και μυή­θηκε στους σκοπούς της. Ανέλαβε αμέσως διάφορες εμπιστευτικές αποστολές στην Πελοπόννησο και την Κωνσταντινούπολη.

Το 1820, εκτελώντας ανώτερη διαταγή, ορ­γάνωσε τη δολοφονία του φιλικού Κυριάκου Καμαρηνού, ο οποίος είχε θεωρηθεί εξαιρετικά επικίνδυνος για την Εταιρεία. Τον Ιανουάριο του επόμενου χρόνου (1821) ο Ευμορ­φόπουλος πήγε στην Ύδρα και από εκεί πέρασε στο Μοριά, όπου συ­νεργάστηκε με τους πρωτεργάτες της εθνικής εξέγερσης.

Συνεχής υπήρξε η παρουσία του Ευμορφόπουλου στα πεδία των μα­χών σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα. Επικεφαλής σώματος, κυρίως από Επτανήσιους πολέμησε στα δυο πρώτα χρόνια στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα.

Πήρε μέρος στην πολιορκία της Καρύταινας (1821) υπό το Θεόδωρο Κολοκο­τρώνη και αγωνίστηκε με το Δημή­τριο Υψηλάντη και το Νικηταρά στο Άργος, στους Μύλους, στον Άγιο Σώστη και στο Αγιονόρι ενα­ντίον του Δράμαλη (Ιούλιος 1822). Το καλοκαίρι του 1824 τοποθετήθηκε από την κυβέρνηση του Γεωργίου Κουντουριώτη αρχηγός του στρατοπέδου στα Δερβενοχώρια της Κο­ρινθίας (Ιούλιος 1824), από όπου έσπευσε σε βοήθεια του Ιωάννη Γκούρα στις επιτυχημένες του επι­χειρήσεις στην Αττική εναντίον του Ομέρ πασά της Καρύστου (Ιούλιος- Αύγουστος 1824). Στο τέλος του ίδιου χρόνου ονομάστηκε στρατηγός.

Σε όλο το διάστημα της πολιορκίας της Ακρόπολης της Αθήνας από τα στρα­τεύματα του Κιουταχή (Αύγουστος 1826 – Μάιος 1827) ο Ευμορφόπουλος βρισκόταν μέσα στο φρούριο και, όπως αναφέρεται, διακρίθηκε για τις διοικητικές του ικανότητες και τη γενναιότητά του. Πήρε επίσης μέρος στην εκστρατεία του αρχι­στράτηγου Τσώρτς στη Δυτική Ελ­λάδα (τέλη 1827).

 Το Μάρτιο του 1828, στα πλαίσια των προσπαθειών της ανασύνταξης και στελέχωσης του άτακτου στρατού από τον Καποδίστρια, διορίστηκε διοικητής της Η’ χιλιαρχίας της ανατολικής Ελλά­δας. Με την ιδιότητά του αυτή πο­λέμησε σε πολλές μάχες στην Κε­ντρική Ρούμελη υπό τις διαταγές του Δημήτριου Υψηλάντη. Από τις σημαντικές του επιτυχίες την πε­ρίοδο αυτή υπήρξε η κατάληψη της Πέτρας της Βοιωτίας (Νοέμβριος 1828), όπου αργότερα (Σεπτέμβριος 1829) δόθηκε η τελευταία μάχη του Αγώ­να στη νικηφόρα έκβαση της οποίας σημαντικά συνέβαλε.

Μετά την Απελευθέρωση ο Ευ­μορφόπουλος ονομάστηκε συνταγ­ματάρχης της Φάλαγγας και λίγο πριν από το θάνατό του υποστράτη­γος. Για την πολεμική του δράση έγραψε μια σύντομη και λιτή έκθε­ση που έστειλε στο Φωτάκο (Δεκέμβριος 1857), η οποία πρωτοδημοσιεύτηκε το 1884 στο περιοδικό Εβδομάδα (αριθ. 12, 13, 14) και το 1957 εκδό­θηκε στη σειρά «Απομνημονεύμα­τα» (εκδόσεων Γ. Τσουκαλά) με ει­σαγωγή του Εμμανουήλ Πρωτοψάλ­τη και τίτλο Απόσπασμα Εκθέσεως.

 

Πηγή


  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Μόρα Βαλεσή  (Η Οθωμανική Διοίκηση στην Πελοπόννησο)   


 

Κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, η Πε­λοπόννησος χωριζόταν σε ευρύτερες περιφέρειες, σαντζάκια, μερικές από τις οποίες (Μυστράς, Ναύ­πλιο) είχαν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου, του καπουδάν πασά. Κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία όμως (1716-1821), η Πελοπόννησος αποτέλεσε ξεχωριστό πασαλίκι, με διοικητή πασά που έδρευε στην Τριπολιτσά, η ο­ποία αναδείχθηκε έτσι σε ισχυρό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώ­σεις, όπως π.χ. ήταν η περίοδος της Αλβανοκρατίας (1770-1779) μετά την εξέγερση των Ορλοφικών (1769-1770), η έδρα μεταφέρθηκε εξ ανάγκης στο Ναύπλιο, το πολεμικό λιμάνι του οποίου βρισκόταν υπό την άμεση προστασία του οθωμανικού στόλου.

Ο καπουδάν πασάς Γαζή Χασάν Τζεζαερλή

Ο τίτλος του πασά της Πελοποννήσου ήταν Μόρα Βαλεσή (Mora valisi), δηλαδή βαλής (διοικητής) του Μοριά, και συγκέντρωνε στο πρόσωπό του ευ­ρύτατες αρμοδιότητες διοικητικές, στρατιωτικές και οικονομικές. Επρόκειτο για αξίωμα με μεγάλο κύ­ρος και υψηλές απολαβές, το οποίο ανατέθηκε κα­τά καιρούς σε σημαντικές προσωπικότητες της ο­θωμανικής εξουσίας, όπως π.χ. στον Μουχσινζαντέ Μεχμέτ πασά που είχε διατελέσει μέγας βεζί­ρης, στον Γαζή Χασάν Τζεζαερλή, που υπήρξε ε­ξαιρετικά επιτυχημένος αρχιναύαρχος του οθωμανικού στόλου, στο γυναικάδελφο του σουλτάνου Σελίμ Γ’, Μουσταφά Περισάν πασά κ.ά.

 Ως στρατιωτικός διοικητής (serasker, beylerbey, muhafiz), ο Μόρα Βαλεσή είχε την ευθύνη όχι μό­νο της υπεράσπισης της Πελοποννήσου από τυχόν εξωτερικούς κινδύνους ή εσωτερικές ανατρεπτικές κινήσεις, αλλά και της ενίσχυσης του οθωμανικού στρατού με τις στρατιωτικές δυνάμεις του Μοριά σε όποιο σημείο της αυτοκρατορίας κρινόταν απαραί­τητο από την Υψηλή Πύλη. Έτσι, το 1810 ο Βελή πασάς διατάχθηκε να ενισχύσει τον οθωμανικό στρατό στον Δούναβη κατά τη διάρκεια πολέμου με τη Ρωσία, ενώ το 1821 ο Χουρσίτ ανέλαβε την ηγε­σία του αγώνα για την καταστολή της ανταρσίας του Αλή πασά των Ιωαννίνων.

Επειδή η Πελοπόννη­σος αποτελούσε μεθόριο περιοχή για το οθωμανικό κράτος, και μάλιστα στο θαλάσσιο χώρο όπου γενι­κά κυριαρχούσαν οι ιταλικές ναυτικές πόλεις και ι­διαίτερα η Βενετία, η σημασία της στρατιωτικής της υπεράσπισης ήταν μεγάλη και ο πασάς, στον οποίο ανετίθετο, προαγόταν συνήθως, αν δεν κατείχε ήδη το αξίωμα αυτό, σε πασά τριών ιππουρίδων, ενώ σε πολλά άλλα πασαλίκια του κράτους οι πασάδες δι­οικητές είχαν μόνο δύο ιππουρίδες. Η ιππουρίδα (tug) δεμένη στο επάνω μέρος του κονταριού του πασά ήταν δηλωτική του στρατιωτικού του βαθμού. Οι διοικητές φρουρίων μεγάλης στρατηγικής ση­μασίας, όπως ήταν το Ναύπλιο και η Μεθώνη, εί­χαν κι αυτοί το βαθμό του πασά, όμως με μόνο δύο ιππουρίδες.

Εκτός από τη στρατολόγηση, συντήρηση και δια­τήρηση σε διαρκή πολεμική ετοιμότητα των στρα­τιωτικών σωμάτων της Πελοποννήσου, ο Μόρα Βα­λεσή όφειλε να μεριμνά και για τη συντήρηση των οχυρωματικών έργων της επαρχίας του. Οι υποχρε­ώσεις αυτές ήταν εξαιρετικά πολυδάπανες και έ­πρεπε να καλυφθούν από τα φορολογικά έσοδα της περιοχής, πράγμα το οποίο, ειδικά σε καιρό πολέμου, οδηγούσε σε υπέρογκη και συχνά ανεξέλε­γκτη φορολόγηση του τοπικού πληθυσμού, ο οποί­ος μέσω της κοινοτικής του αυτοδιοίκησης προσπα­θούσε να επιτύχει μειώσεις με την υποβολή στην Υψηλή Πύλη σχετικών αιτήσεων. Στις περιπτώσεις αυτές, ο πασάς φρόντιζε να διασκεδάζει τις εις βάρος του εντυπώσεις δωροδοκώντας αξιωματού­χους των ανακτόρων, με τους οποίους διατηρούσε φιλική σχέση, και κατηγορώντας τους διαμαρτυρό­μενους κατοίκους για στασιαστικές προθέσεις.

Σε καιρό ειρήνης, όταν οι ανάγκες σε στρατιωτικές δυ­νάμεις μειώνονταν, ο πασάς επιχειρούσε συνήθως να απολύσει μέρος των στρατιωτών που είχε στρα­τολογήσει για τις ανάγκες του πολέμου. Εκείνοι ό­μως (οι λεγόμενοι σεϊμένηδες, seymen) αντιδρούσαν βίαια για την απόλυσή τους και την απώλεια του μισθού τους (λουφές, ulufe) και συνιστούσαν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και για τον ίδιο τον πασά, ο οποίος αναγκαζόταν σε πολλές περιπτώσεις να υποχωρήσει στις αξιώσεις τους σε βάρος πάντοτε της τοπικής οικονομίας.

Είναι χαρακτηριστικό της οικονομικής επιβάρυνσης που προκαλούσε η παρουσία των στρατιωτικών αυτών δυνάμεων στον πληθυσμό, η θεσμο­θετημένη από το οθωμανικό κράτος πρακτική να διατρέφονται και γενικώς να φιλοξενούνται επί τρεις ημέρες με κάθε δυνατή άνεση από τον ντόπιο πληθυσμό οι στρατιώτες που συνόδευαν ως φρουρά τον Μόρα Βαλεσή σε κάθε περιοδεία του στην ενδοχώρα. Το κόστος μιας τέτοιας φιλοξενίας μπο­ρούσε να φθάσει, κατά τις πηγές της εποχής, και σε 15.000 γρόσια, ποσόν εξαιρετικά μεγάλο, αν ληφθεί υπόψη ότι ένα αρνί κόστιζε την ίδια περίοδο περίπου 3 γρόσια.

Οι στρατιωτικές δικαιοδοσίες του Μόρα Βαλεσή ποίκιλλαν ανάλογα με την ιστορική συγκυρία και την προσωπική πολιτική επιρροή του στα ανάκτο­ρα. Παράγοντας περιοριστικός της δικαιοδοσίας του ήταν ο ναυτικός χαρακτήρας της Πελοποννήσου, νοουμένης από τη σχετική οθωμανική νομοθεσία ως νήσου, της οποίας τα παράλια φρούρια ανήκαν περισσότερο στη δικαιοδοσία του καπουδάν πασά, δηλαδή του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου.

Περιηγητές του τέλους της Τουρκοκρατίας αναφέ­ρουν ότι ο πασάς δεν είχε δικαίωμα να επιθεωρήσει τα φρούρια ούτε να χορηγήσει άδεια επίσκεψής τους σε τρίτους (π.χ. Ευρωπαίους επισκέπτες) χωρίς την έγγραφη σύμφωνη γνώμη της κεντρικής εξουσίας. Η προτίμηση, εξάλλου, των πασάδων για την Τριπολιτσά ως έδρα της εξουσίας τους, πρέπει να ο­φειλόταν εν μέρει και στη σχετική ανεξαρτησία που αισθάνονταν εκεί, μακριά από την επιτήρηση του καπουδάν πασά.

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Σε ό,τι αφορά τις διοικητικές του αρμοδιότη­τες, ο πασάς της Πελοποννήσου είχε όλη τη δικαιοδοσία του σουλτάνου σε τοπικό επί­πεδο. Περιστοιχιζόταν, όπως ο σουλτάνος, από «υπουργικό συμβούλιο» Οθωμανών α­ξιωματούχων, το «διβάνιο», που ήταν το ανάλογο της Υψηλής Πύλης για τα δεδομένα του πασαλικιού. Επίσης, συνεργαζόταν στενά με τους εκπροσώ­πους της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, μουσουλμά­νους και χριστιανούς, στους οποίους ανέθετε την ευ­θύνη της κατανομής και είσπραξης των φόρων από τις περιοχές που αντιπροσώπευαν, καθώς και την ε­νημέρωση των συμπατριωτών τους για τις αποφάσεις της οθωμανικής εξουσίας.

Ο πασάς εξέδιδε έγγραφες αποφάσεις, τους λεγόμενους «ορισμούς» (buyuruldu), που οι ελληνικές πηγές αποκαλούν «μπουγιουρντιά», για όλα τα διοικητικά θέματα. Για την επικοινωνία του με τους χριστιανούς κατοί­κους της Πελοποννήσου, που αποτελούσαν και τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, αλλά και για τη δυνατότητα συνεννόησης με ξένους επι­σκέπτες, ο πασάς στηριζόταν στις υπηρεσίες του ε­πίσημου διερμηνέα, του δραγομάνου του Μορέως, ο οποίος υποστηριζόταν με τη σειρά του από ειδική γραμματεία, συχνά όμως συνέτασσε ο ίδιος στην ελληνική γλώσσα έγγραφα διοικητικού ενδιαφέροντος, δείγματα των οποίων έχουν διασωθεί σε οικογενειακά αρχεία κοτζαμπάσηδων, όπως π.χ. στο αρχείο της οικογένειας Περούκα στο Άργος.

Οι διοικητικές αποφάσεις του πασά έπρεπε να είναι σύμφωνες με την ισχύουσα οθωμανική νομο­θεσία και η νομική τους ορθότητα ελεγχόταν από τους τοπικούς καδήδες, που εκτός από ιεροδικαστές ήταν και νομικοί του σύμβουλοι. Ωστόσο, ο πα­σάς είχε δικαστικές αρμοδιότητες ευρύτερες εκεί­νων που είχαν οι ιεροδικαστές, κατ μάλιστα σε σο­βαρά ποινικά ζητήματα ή ζητήματα που αφορούσαν διαφορές μεταξύ κατοίκων διαφορετικών καζάδων (περιφερειών δικαιοδοσίας των τοπικών καδήδων) ή κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους των τοπικών αρ­χών.

Παρά το γεγονός ότι η επιβολή θανατικής ποινής περιλαμβανόταν στις δικαιοδοσίες του, ο Μόρα Βαλεσή συνήθως επέβαλλε πρόστιμο (curum/τζερεμέ) και μάλιστα υψηλό, το οποίο καρ­πωνόταν κατά κανόνα ο ίδιος.

Η σημαντικότερη ίσως πλευρά των αρμοδιοτήτων του πασά ήταν η δημοσιονομι­κή. Την οθωμανική εξουσία ενδιέφεραν κυρίως δύο πλευρές της επαρχιακής δι­οίκησης: η τήρηση της τάξης και η εί­σπραξη των φόρων.

Δεδομένου ότι η δεύτερη προ­καλούσε τις μεγαλύτερες δυσαρέσκειες και τη μεγαλύτερη αγανάκτηση ανάμεσα στους υπηκόους, και μάλιστα στους χριστιανούς, οι οποίοι επωμίζονταν και το μεγαλύτερο βάρος της φορολογίας, η αυστηρή επιτήρηση του πληθυσμού και καταστολή της όποιας εκδήλωσης δυσφορίας από την πλευρά των υπηκόων αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της δημοσιονομικής λειτουργίας της διοίκησης του πασαλικιού.

Για την άσκηση της λειτουργίας αυτής, ο πασάς στηριζόταν κυρίως στη συνεργασία των τοπικών προκρίτων, που τους καλούσε συχνά για σύ­σκεψη στην Τριπολιτσά και τους παρείχε δικαιώματα ένοπλης συνοδείας και φορολογικής απαλ­λαγής, ως ένδειξη της σπουδαιότητας του ρόλου τους. Η καλλιέργεια καλής σχέσης με τους ισχυ­ρούς χριστιανούς προκρίτους αποτελούσε δείγμα πολιτικής ικανότητας και διορατικότητας του Μόρα Βαλεσή, γιατί η επιρροή των ανθρώπων αυτών ξε­περνούσε πολύ συχνά τα όρια της ιδιαίτερης πατρίδας τους και έφθανε μέσω των αντιπροσώπων τους (βεκίληδων) στην Κωνσταντινούπολη, όπου μπορούσαν να προσεγγίζουν προσωπικότητες του σουλτανικού περιβάλλοντος και να επαινούν ή να ψέγουν τον πασά για τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του.

Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι, παρά την ύπαρ­ξη λεπτομερούς σχετικής νομοθεσίας, την αυστηρή τήρηση της οποίας απαιτούσαν κατά καιρούς σουλτανικά φιρμάνια και επιστολές του μεγάλου βεζίρη από την Κωνσταντινούπολη, που στόχευαν στον περιορισμό των αυθαιρεσιών και της υπερβο­λικής επιβάρυνσης των υπηκόων με δυσβάστα­κτους φόρους και αγγαρείες, οι τοπικές οθωμανι­κές αρχές ήταν ουσιαστικά ασύδοτες και σε πολλές περιπτώσεις αξίωναν την είσπραξη χρηματικών ποσών πολλαπλάσιων από εκείνα που προβλέπονταν από τις ισχύουσες διατάξεις.

Αυτή η πρακτι­κή εντάθηκε κατά τον τελευταίο αιώνα της Τουρκοκρατίας, λόγω και της παρακμής του κράτους που επέτρεπε στους τοπικούς διοικητές να παρα­κάμπτουν, ως ένα βαθμό, τις εντολές της Υψηλής Πύλης. Κυρίως όμως ήταν απότοκη του δημοσιο­νομικού συστήματος της οθωμανικής διοίκησης, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση ανέθετε κάθε χρόνο την είσπραξη των φόρων με πλειοδοτικό διαγωνισμό σε ενδιαφερόμενους μουσουλμάνους α­ξιωματούχους.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως η Πελοπόννη­σος και η Κύπρος, ο ανάδοχος που προέκυπτε από το διαγωνισμό αυτό αναλάμβανε ταυτόχρονα και το αξίωμα του διοικητή της Πελοποννήσου, γινόταν δηλαδή Μόρα Βαλεσή (η αρχική του όμως ιδιότη­τα ως αρμόδιου για την είσπραξη των φόρων του πασαλικιού ήταν muhassil μουχασίλης). Και ε­πειδή, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το εν­διαφέρον του μουχασίλη για την επαρχία της οποί­ας τη διοίκηση είχε αναλάβει ήταν μόνο κερδο­σκοπικό, ανέθετε με υπεκμίσθωση σε τρίτους τη διοίκησή της, ενώ ο ίδιος παρέμενε στην πρωτεύου­σα του κράτους για να διατηρεί τις υψηλές του ε­παφές που θα του επέτρεπαν να κερδίσει και τον επόμενο πλειοδοτικό διαγωνισμό.

Το ίδιο ίσχυε και με άλλα αξιώματα, όπως π.χ. του καδή και του βοεβόδα (που η δικαιοδοσία τους εξαντλούνταν στα γεωγραφικά όρια του καζά, δηλαδή της περιφέρει­ας που αντιστοιχούσε περίπου σε σημερινό νομό ή επαρχία). Οι αλλεπάλληλες αυτές υπεκμισθώσεις αξιωμάτων, ο χαρακτήρας των οποίων ήταν κυρίως φοροεισπρακτικός, συνέβαλαν στην υπερβολική αύξηση των φορολογικών υποχρεώσεων των υπη­κόων. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το περιθώριο αυθαιρε­σιών από την πλευρά του πασά ήταν ευρύ. Έχοντας δικαιοδοσίες ανάλογες με του σουλτάνου σε τοπικό επίπεδο, φάνταζε στα μάτια των υπηκόων ως παντοδύναμος και ανεξέλεγκτος δυνάστης.

Στην πραγματικότητα όμως η εξουσία του υπέκειτο σε πολλούς περιορισμούς και η διάρκεια της θητείας του σπάνια υπερέβαινε το ημερολογιακό έτος. Αντικαταστάσεις και καθαιρέσεις πασάδων πριν από την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης ετήσιας θητείας τους ήταν συχνό φαινόμενο στην οθωμανι­κή διοίκηση της Πελοποννήσου.

Ανταγωνιστές του Μόρα Βαλεσή στη διεκδίκηση του αξιώματος και των απολαβών του μπορούσαν εύκολα να τον διαβάλουν στο σουλτανικό περιβάλλον ως ύποπτο για έλλειψη νομιμοφροσύνης προς την κεντρική εξουσία ή μπορούσαν να δωροδοκήσουν αξιωματούχους της Υψηλής Πύλης, ώστε να «προσέξουν» περισσότερο τις αναφορές που υπέβαλλαν οι δυσαρεστημένοι υπήκοοι για τις αυθαιρεσίες του πα­σά και να σπεύσουν να ανταποκριθούν στο αίτημα της αντικατάστασης του πασά από άλλον.

Ειδικά στις περιπτώσεις που κάποιος πασάς επιδείκνυε υπερβολική και αδικαιολόγητη σκληρότητα σε βά­ρος εκπροσώπων της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, η συμπεριφορά του μπορούσε να επισύρει την οργή του σουλτάνου και την παραδειγματική τιμωρία του πασά. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αλήμπεη, που για τη σκληρότητα της διοίκησής του καταδικάστηκε σε θάνατο και αποκεφαλίστη­κε στην Κωνσταντινούπολη τον Απρίλιο του 1788, παρά το γεγονός ότι διέθετε ισχυρές διασυνδέσεις ως άνθρωπος του στενού περιβάλλοντος του πανί­σχυρου καπουδάν πασά Γαζή Χασάν Τζεζαερλή.

Σοβαρή μείωση του κύρους του αξιώματός του υ­πέστη, εξάλλου, ο πασάς της Πελοποννήσου μετά την εξέγερση των Ορλοφικών και κατά την περίο­δο της Αλβανοκρατίας που ακολούθησε, οπότε ο σουλτάνος, για να αντιμετωπίσει την έκρυθμη κατάσταση που προκάλεσαν οι Αλβανοί στον Μοριά, ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη ειδική υπηρεσία εποπτείας της διοίκησης του Μοριά, με επικεφα­λής τον «επιστάτη του Μορέως» (Μόρα ναζίρη).

Στον επόπτη αυτόν, καθώς και σε άλλους αξιωματούχους της πρωτεύουσας, απευθύνονταν συχνά, ι­δίως κατά της δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, εκπρόσωποι ισχυρών Πελοποννήσιων Οθωμανών προκρίτων, που συνεννοούνταν και συνεργάζονταν συγκυριακά με τους ομολόγους τους χριστιανούς κοτζαμπάσηδες, και από κοινού ενεργούσαν για την αντικατάσταση πασά που δεν ήταν της αρεσκεί­ας τους. Για την αντιμετώπιση του κινδύνου αυτού, ο πασάς αναγκαζόταν να διαθέτει μεγάλα χρηματικά ποσά, ώστε να δωροδοκεί πρόσωπα-κλειδιά στο σουλτανικό περιβάλλον, όπως επίσης και να επιδιώκει συμμαχίες με τους πολιτικούς αντιπάλους των κατηγόρων του σε τοπικό επίπεδο, εμπλεκόμε­νος αναγκαστικά σε τοπικές διαμάχες και «κομματικές» φατρίες.

Ο Βελή πασάς μάλιστα, γιος του Αλή των Ιωαννίνων, που κυβέρνησε τον Μοριά α­πό το 1807 έως το 1812, τήρησε, ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του, α­κόμη και προσωπική διπλωματική πολιτική συνάπτοντας φιλικούς και οικονομικούς δε­σμούς με ισχυρούς Άγγλους της εποχής, μέσω των οποίων εξασφάλιζε την υποστήριξη του Άγγλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, σε μια εποχή κατά την οποία η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε έντονη την ανάγκη της αγγλικής υποστήριξης απέναντι στον κίνδυνο που αντιπροσώπευε για την ακεραιότητά της η Ρωσία αλλά και η Γαλλία του Ναπολέοντα.

Οι στρατιώτες, τους οποίους στρατολογούσε ο πα­σάς εκτάκτως σε περιόδους εκστρατειών ή εσωτερικών ταραχών και στη συνέχεια τους απέλυε για λόγους οικονομίας ή για να προσλάβει άλλους α­φοσιωμένους στο πρόσωπό του, στην περίπτωση που αναλάμβανε για πρώτη φορά τα καθήκοντά του και δεν ήθελε να διατηρήσει τους φρουρούς του προκατόχου του, αποτελούσαν επίσης μεγάλο πο­νοκέφαλο για τον εκάστοτε πασά, καθώς μετατρέπονταν, μετά την απόλυσή τους, σε ταραχοποιά στοιχεία και έδιναν στην κεντρική εξουσία την, συχνά βάσιμη, εντύπωση ότι ο πασάς αδυνατεί να επιβά­λει την τάξη στην περιφέρειά του.

Σε ορισμένες πε­ριοχές του πασαλικιού, εξάλλου, η δικαιοδοσία του Μόρα Βαλεσή ήταν σχεδόν τυπική, εφ’ όσον οι πε­ριοχές αυτές αποτελούσαν αφιερώματα (βακούφια) σε μουσουλμανικά ευαγή ιδρύματα ή είχαν δοθεί ως ισόβιες επικαρπίες σε στενούς συγγενείς του σουλτάνου, οι οποίοι είχαν ασφαλώς τον πρώτο λό­γο στα εσωτερικά ζητήματα των περιοχών αυτών.

Οι «πονοκέφαλοι» της εξουσίας δεν εμπόδιζαν πάντως τον πασά να ζει μέσα στη χλιδή και να συμπεριφέρεται ηγεμονικά. Είναι πολύ ενδιαφέρου­σες και γραφικές οι περιγραφές του αυλικού πρω­τοκόλλου του πασά της Πελοποννήσου που άφησαν Ευρωπαίοι περιηγητές, οι οποίοι κατά καιρούς τον επισκέφθηκαν.

Πολυάριθμοι αξιωματούχοι και προσωπικοί φρουροί, γραμματείς και αγγελιαφό­ροι, υπηρέτες και ακόλουθοι, συνιστούσαν ένα πο­λύχρωμο μωσαϊκό, που ζούσε και κυκλοφορούσε στο σεράι, για να προστατεύει, να υπηρετεί και να διασκεδάζει τον πασά και την πολυάριθμη οικογένειά του, που περιλάμβανε, όπως και του σουλτάνου, πολυμελές χαρέμι και παιδιά. Επικεφαλής της προσωπικής του φρουράς ήταν ο σιλιχτάραγας, τελετάρχης του σεραγιού ο σελάμ αγάς, σταβλάρχης ο μιραχόρ, θησαυροφύλακας ο χαζνεντάραγας, αρχιθαλαμηπόλος ο κιλερτζήμπασης, υπεύθυνος προμηθειών ο μασράφ εφέντης, αρχιμάγειρος ο αστσίμπασης και υπεύθυνος για τη φύλαξη του χαρεμιού ο χαρέμ κεχαγιάς.

Πολλοί άλλοι κατώτεροι αξιωματούχοι και απλοί στρατιώτες ή υπηρέτες βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές των προαναφερθέντων, έτοιμοι να εκτελέσουν οποιαδήποτε επιθυμία του πασά, αλλά και να εκμεταλλευθούν στο έπακρο τη «θέση» τους, αξιώνοντας από τους υπηκόους οικονομικά και άλ­λα οφέλη, που τελικά συνιστούσαν είδος φορολό­γησης πολύ μεγαλύτερο και περισσότερο δυσβάστακτο από τους επίσημους φόρους.

Ο ίδιος ο πασάς, παρά τις πολλαπλές οικονομικές του υποχρεώσεις, για τη διατήρηση και την ετήσια ανανέωση της θητείας του στο αξίωμα του Μόρα Βαλεσή, συγκέντρωνε τελικά τεράστια ποσά, που προέρχονταν από την άγρια εκμετάλλευση του εισοδήματος των χριστιανών υπηκόων του.

Με ασήμαντες αφορμές δήμευε περιουσίες προκρίτων (π.χ. περιπτώσεις Μπενάκη και Παπατσώνη από τον Βελή πασά) ή άλλων ευκατάστατων χριστιανών, συμμετείχε σε επιχειρήσεις λαθραίας εξαγωγής σιτηρών από την Πελοπόννησο (η παραγωγή της οποίας σύμφω­να με το νόμο έπρεπε να διατίθεται για τον επισιτισμό της Κωνσταντινούπολης και να μην εξάγεται σε άλλες χώρες), επέβαλλε υψηλά πρόστιμα και έκτακτους φόρους με αφορμή διάφορα γεγονότα και αξίωνε ποικίλα «δώρα» (piskes, πεσκέσια) από τους υπηκόους για τον ίδιο και τους υφισταμένους του.

Τα ποσά που αναφέρονται από τις σχετικές πη­γές είναι πραγματικά αστρονομικά. Ειδικά για τον Βελή πασά, που ο ίδιος καυχιόταν ότι «διψούσε ό­χι για αίμα αλλά μόνο για χρήματα», αναφέρεται ότι αποκόμισε κατά την πενταετή θητεία του στο α­ξίωμα επτάμισι εκατομμύρια γρόσια. Αλλά η επιβολή της οικονομικής αυτής αφαίμαξης των ραγιάδων δεν απείχε πολύ από την κυριολεκτική αφαίμαξή τους και είναι βέβαιο ότι συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην έκρηξη της Επανάστασης στον Μοριά το Μάρτιο του 1821.            

 

Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών,

Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

 

Πηγή

 
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η άλωση της Τριπολιτσάς », τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

 


Read Full Post »

Γρίβας Θεοδωράκης (Πρέβεζα, 1797 – Μεσολόγγι, 1862)


 

Προσωπογραφία του Οπλαρχηγού και Στρατηγού Θεόδωρου Γρίβα

Οπλαρχηγός στην Επανάσταση του 1821 και στρατιωτικός στις πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους. Γιος του Δημητρίου (Δράκου) Γρίβα, ήταν από το 1815 αρματολός στη Ρούμελη και στην εφηβική του ηλι­κία υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Με την έναρξη του Αγώνα, από την Αιτωλία, όπου βρισκόταν, άρχισε τη δράση του: στα τέλη Μαΐου 1821 πολέμησε στη μάχη του Βραχωρίου (Αγρινίου) δίπλα σε άλ­λους οπλαρχηγούς (Δημήτρη Μακρή, Αθανάσιο Ραζηκότσικα και Αλέξη Βλαχόπουλο).

Τον Αύγου­στο του ίδιου χρόνου πήρε μέρος στη μάχη του Γηροκομειού Πατρών και συνέχισε σε άλλες περιοχές τις επιθέσεις εναντίον των Τούρκων. Επικεφαλής τμήματος, που είχε οργανώσει ο ίδιος, ακολούθησε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στη μά­χη του Πέτα (Ιούνιος 1822) και μετά την αποτυχία της επιχείρησης αυ­τής πέρασε στην Πελοπόννησο, αφού προηγουμένως κατόρθωσε να αποκρούσει αποτελεσματικά τις τουρκικές επιθέσεις.

Στα μέσα Νοεμβρίου 1822 ο Γρί­βας μπήκε στο πολιορκημένο Μεσο­λόγγι, για να ενισχύσει την άμυνά του, και μετά τη λύση της πολιορ­κίας ξαναγύρισε στην Πελοπόννη­σο. Συνεργάστηκε τότε με τον Κο­λοκοτρώνη, στο πλευρό του οποίου στάθηκε και κατά το μεγαλύτερο διάστημα του εμφύλιου πολέμου του 1824 – 25. Στα αμέσως επόμε­να χρόνια ο Γρίβας μεταπήδησε στο αντίπαλο στρατόπεδο και όταν έληξαν οι εργασίες της Τρίτης Εθνικής Συνέλευσης (άνοιξη 1827) κατέλα­βε το Παλαμήδι, επιδιώκοντας την αύξηση της επιρροής του στα πελοποννησιακά πράγματα.

Μετά την άφιξη του Καποδίστρια (1828), ο Γρί­βας παρέδωσε το Παλαμήδι στον κυβερνήτη και συμφιλιώθηκε με τους αντιπάλους του, η στάση του όμως κατά τα τελευταία χρόνια του Αγώνα και ιδιαίτερα η τυραννική συ­μπεριφορά του είχε προκαλέσει την αγανάκτηση της στρατιωτικής μερί­δας, αλλά και των κατοίκων της Αρ­γολίδας. Μετά την άφιξη του βασιλιά ‘Οθωνα (Ιαν. 1833) η Αντιβασιλεία αγνό­ησε το Γρίβα και τον απέκλεισε από την απονομή τιμητικών διακρίσεων, εκείνος όμως όταν τον Αύγουστο του 1834 εκδηλώθηκαν ταραχές στη Μεσσηνία, προσφέρθηκε να πο­λεμήσει τους «αντάρτες».

Σε συ­νεργασία με το Χατζηχρήστο και άλλους παλαιούς οπλαρχηγούς κα­τέστειλε την εξέγερση και απελευ­θέρωσε Βαυαρούς που είχαν συλ­ληφθεί από τους Μανιάτες. Το Φεβρουάριο επίσης του 1836 συνερ­γάστηκε για την καταστολή ανταρ­σίας που ξέσπασε στην Ακαρνανία. Η δράση του ως την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 δεν εί­ναι γνωστή, είναι όμως βέβαιο ότι πήρε μέρος στην Εθνική Συνέλευση που ψήφισε το Σύνταγμα του 1844.

Οπαδός πια του «γαλλικού» κόμ­ματος και αντίπαλος του Αλέξαν­δρου Μαυροκορδάτου, ο Γρίβας ορ­γάνωσε κίνημα εναντίον του στην Ακαρνανία τον Απρίλιο του 1844, αλλά κατά την πρωθυπουργία του «γαλλόφιλου» Ιωάννη Κωλέττη, το 1847, ύψωσε τη σημαία της ανταρ­σίας στο χωριό Περατιά της Ακαρ­νανίας (παλαιά έδρα των Γριβαίων), όπου πολιορκήθηκε και με δυσκολία κατόρθωσε να διαφύγει στα Επτά­νησα.

Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου (1853-55), όταν ξέσπασαν (1854) απελευθερωτικά κινήματα στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και την Ήπειρο, ο Γρίβας, αφού παραιτή­θηκε από το βαθμό του στρατηγού, που του είχε στο μεταξύ απονεμη­θεί, ανέλαβε την αρχηγία του αγώνα στην Ήπειρο, όπου πολέμησε επί μήνες.

Υπήρξε επίσης ένας από τους κύριους πρωτεργάτες της εξέ­γερσης που κατέληξε στην έξωση του Όθωνα: από την Ακαρνανία, όπου βρισκόταν στις αρχές Οκτω­βρίου 1862, σχεδίαζε να κατευθυν­θεί στην Αθήνα με το στρατιωτικό σώμα που για το σκοπό αυτό είχε οργανώσει. Στο Αγρίνιο όμως πλη­ροφορήθηκε την εξέγερση στην ελ­ληνική πρωτεύουσα και παρέμεινε στο Μεσολόγγι με μικρή δύναμη 500 ανδρών. Στην προσωρινή κυβέρνηση, που σχηματίστηκε μετά την έξωση με πρόεδρο το Δημήτριο Βούλγαρη ο Γρίβας δε συμπεριλήφθηκε και γι’ αυτό χολωμένος αποφάσισε να βαδί­σει εναντίον της πρωτεύουσας και να διεκδικήσει την εξουσία.

Η κυβέρνηση ανέθεσε τότε στον Μπενιζέλο Ρούφο και στον Επαμεινώνδα Δεληγεώργη να συναντήσουν το Γρίβα στο Μεσολόγγι και να του ανακοινώσουν την απόφασή της «να αποδώση εις τον γενναίον αντιστράτηγον τον βαθμόν του στρατάρχου, τον ανώτατον στρατιωτικόν βαθμόν των πεπολιτισμένων εθνών». Η κυ­βερνητική αντιπροσωπεία όμως βρήκε άρρωστο το Γρίβα, που πέθανε στις 24 Οκτωβρίου 1862. Γιος του ήταν ο Δημήτριος Γρίβας ο οποίος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1829.

Ο Γρίβας, όπως προκύπτει από όσα είναι ως τώρα γνωστά, υπήρξε ανυπότακτος αλλά και ασταθής στις πολιτικές του θέσεις. Διαπνεόταν από φιλελεύθερες ιδέες, που το υπόβαθρό τους δεν είναι σαφές, και σε ορισμένες περιπτώσεις επη­ρεάστηκε από προσωπικά πάθη. Αποτελεί οπωσδήποτε μια ιδιότυπη περίπτωση του Αγώνα του 1821 και των χρόνων του Όθωνα, που δεν έχει ως τώρα μελετηθεί.

 

Βασίλης Σφυρόερας

Ιστορικός – Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή


  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »