Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρὀσωπα’ Category

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος – Φαλέζ, (στρατιωτικός, εγγονός του «Γέρου του Μωριά»)

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης- Φαλέζ, εγγονός του Γέρου του Μοριά, αποτελεί μια αξιόλογη προσωπικότητα του δέκατου ένατου αιώνα, παραμερισμένη ωστόσο σήμερα από την επίσημη ελληνική ιστοριογραφία.

Γιος του Γιάννη (Γενναίου) Κολοκοτρώνη και της Φωτεινής Τζαβέλλα. Γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου 1829 στο Ναύπλιο. Διατήρησε αποστάσεις από τους γονείς του, τους οποίους και θεωρούσε μέλη της Βαυαρικής Αριστοκρατίας, αφού μετά το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, ο πατέρας του έγινε γερουσιαστής από τον Όθωνα. Ως προς το συνταγματικό κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου, τήρησε εχθρική στάση, γι’ αυτό άλλωστε και αυτοεξορίσθηκε, πριν επιστρέψει παρακινούμενος από τον Όθωνα για να αναλάβει γερουσιαστής.

Ο Φαλέζ φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων, σπουδές τις οποίες δεν επέλεξε. Επηρεάστηκε από τα μεγάλα λαϊκά κινήματα της Ευρώπης. Συντάκτης πολλών τολμηρών για την εποχή του πολιτικών κειμένων, τυπωμένων σε φυλλάδια ή δημοσιευμένων σε αθηναϊκές κυρίως εφημερίδες, συνήθιζε να συμπληρώνει τις κάθε φορά διακηρύξεις του με αντίστοιχη έντονη δράση, με την οποία αντιμαχόταν την απαράδεκτη κατάσταση των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων. Ο Φαλέζ πίστευε ότι η κακοδαιμονία του τόπου στον καιρό του οφειλόταν λιγότερο στην ανικανότητα ή ανηθικότητα των συγκεκριμένων προσώπων και περισσότερο στο ίδιο το «χολερικό» σύστημα διοίκησης, που αυτά υπηρετούσαν – ένα σύστημα, που το συγκροτούσε, όπως έγραφε, «ένα κράμα εμπεριέχον την αυθαιρεσίαν της μοναρχίας, τον φατριατισμόν του συνταγματικού πολιτεύματος και τον τραμπουκισμόν της δημοκρατίας». Αυτό το σύστημα ο Φαλέζ το απέρριπτε και ως βασικό στοιχείο χρηστής και αποδοτικής διοίκησης θεωρούσε τις κατά τόπους λαϊκές συνελεύσεις, ενώ παράλληλα αποδεχόταν ως ορθές σε πολλές περιπτώσεις τις δραστηριότητες των ελλήνων πρώιμων σοσιαλιστών, των οποίων άλλωστε υπήρξε ειλικρινής φίλος.

Από τον στρατό παραιτήθηκε για ένα διάστημα προκειμένου να εκλεγεί βουλευτής.

Από εγκεφαλικό επεισόδιο στερήθηκε τις διανοητικές του ικανότητες το 1894 και οδηγήθηκε στο θάνατο, στις 22 Μαρτίου του ίδιου έτους.

 

Πηγές

  • Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (Φαλέζ), « Αι Τελευταίαι Ημέραι της Βασιλείας του Όθωνος », Εν Αθήναις, 1881.
  • Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (Φαλέζ), « Πολιτικά κείμενα», Εκδόσεις, Σύγχρονη Εποχή, 2005.

Διαβάστε επίσης:

 

 

Read Full Post »

Τότσικας Αλέξης


 

Αλέξης Τότσικας

Ο Αλέξης Τότσικας είναι φιλόλογος – συγγραφέας, πτυχιούχος της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Γεννήθηκε στο Άργος. Από το 1976 ως το 1999 εργάστηκε ως εκπαιδευτικός στην ιδιωτική και δημόσια εκπαίδευση. Παράλληλα από το 1989 ως το 1992 εργάστηκε ως καθηγητής και στη Σχολή Επιμόρφωσης Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΣΕΛΜΕ) της Τρίπολης, όπου δίδαξε σε φιλολόγους της περιφέρειας Πελοποννήσου. Από το 1999 μέχρι σήμερα διευθύνει τα εκπαιδευτήρια «Αυτενεργώ», που ίδρυσε ο ίδιος στο Άργος.

Έχει εκδώσει σχολικά βιβλία για τα Αρχαία Ελληνικά, την Έκθεση και την Ιστορία του Γυμνασίου και του Λυκείου. Ασχολείται με τη Λαογραφία και την Τοπική Ιστορία και έχει γράψει σειρά σχετικών άρθρων και βιβλίων.

Έχει δημοσιεύσει ενδιαφέρουσες μονογραφίες και μελέτες στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού και σειρά άρθρων για επίκαιρα θέματα σε τοπικές εφημερίδες. Έχει πραγματοποιήσει πολλές ομιλίες με ειδικά ή γενικότερου ενδιαφέροντος θέματα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ρούσσος Εμμανουήλ

 

Ρούσσος Εμμανουήλ

Γιατρός και δήμαρχος Άργους (1899-1903). Με την πολιτική ασχολήθηκε για πρώτη φορά ως υποψήφιος δήμαρχος το 1895. Τότε εκλέχτηκε για τελευταία φορά ο Σπ. Καλμούχος. Ο Ρούσσος το 1899 υποστηρίχτηκε από το Σωτήρη Δανόπουλο.

Από δημοσίευμα της εφ. «Αγαμέμνων» (φ. 137/18-9-1901) πληροφορούμαστε ότι ο Εμμ. Ρούσσος ανήγειρε νέα σφαγεία και μερίμνησε για την προέκταση της κεντρικής υπονόμου, για τη δενδροφύτευση των κεντρικότερων οδών και πλατειών και για τον καθαρισμό των παραποτάμων του Ερασίνου. Ήταν αδελφός του φαρμακοποιού και κοινοτάρχη Γεωργίου Ρούσσου.

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Καλμούχος Σπήλιος (†1906 ή 1907)


 

Καλμούχος Σπήλιος (†1906 ή 1907)

Γιατρός και επί σειρά ετών δήμαρχος Άργους. Πολιτευόταν από το 1857. Για πρώτη φορά εκλέχτηκε δήμαρχος το 1874 και συνολικά πέντε φορές, συμπληρώνοντας στο αξίωμα 19 συνολικά χρόνια.[1] Επίσης ήταν πληρεξούσιος Άργους στη δεύτερη Εθνοσυνέλευση Αθηνών (1862).

Ο Καλμούχος ήταν οπαδός του Χαρ. Τρικούπη και πολιτικός φίλος του Μιχ. Κωτσάκου, υποστηριζόταν όμως και από τον Γεώργιο Τσώκρη, αδελφό του Στρατηγού, και από τον βουλευτή Σωτήριο Δανόπουλο, τουλάχιστον κατά τις εκλογές του 1887. Ο Σπ. Καλμούχος, παρά την πολεμική που του εξαπολύουν οι εφημερίδες της εποχής του, ήταν γενικά αποδεκτός από τον πολιτικό κόσμο, γιατί ήταν ισχυρή προσωπικότητα και είχε να επιδείξει πολύ αξιόλογο και θετικό έργο από τη θέση του Δημάρχου. Γι’ αυτό είχε και ισχυρά λαϊκά ερείσματα. Ορθά παρατηρεί ο Δημ. Βαρδουνιώτης ότι «ο κ. Καλμούχος είναι μεγάλη πολιτική δύναμις» και ότι «είχε κατά την λήξασαν τετραετίαν αρίστην την υπ’ αυτού διαχείρισιν της δημοτικής αρχής».

Το 1899, που ήταν και πάλι υποψήφιος δήμαρχος «ο γηραιός πλέον πολιτικός», ηττήθηκε από το συνάδελφό του γιατρό Εμμ. Ρούσσο. Ο ίδιος ο Καλμούχος, ο οποίος μάλιστα την παραμονή των εκλογών δέχτηκε δολοφονική επίθεση έξω από το σπίτι του από αγνώστους, θα ομολογήσει με παράπονο ότι η αποτυχία του οφειλόταν στην εγκατάλειψη των μέχρι τότε πολιτικών του φίλων και υποστηρικτών.

Ο Σπήλιος Καλμούχος υπήρξε αναμφισβήτητα ο καλύτερος δήμαρχος Άργους. Επί της εποχής του έγιναν πολλά και σοβαρά έργα υποδομής και το Άργος έπαψε σιγά σιγά να μοιάζει περισσότερο με χωριό. Παρουσιάζεται δηλαδή για πρώτη φορά μια σοβαρή τάση για αστική συγκρότηση της πόλη.

Επί της εποχής του κτίστηκε η δημοτική αγορά (1889) και το κτίριο του πρώτου Γυμνασίου Άργους (Βασ. Σοφίας 2), όπου σήμερα στεγάζονται διάφορες υπηρεσίες του Δήμου. Αναμορφώθηκε, επίσης, το δημαρχείο με τα παρακείμενα κτίσματα, που είναι της καποδιστριακής περιόδου. Επίσης, φυτεύτηκαν δένδρα, έγινε μέριμνα για το φωτισμό της πόλης με φανούς,[2] κατασκευάστηκαν και επισκευάστηκαν δρόμοι μέσα και έξω από την πόλη, κατασκευάστηκαν οχετοί, καθαρίστηκε η κοίτη του Ερασίνου, συστάθηκαν και τελειοποιήθηκαν τα λουτρά του Αλμυρού,[3] κατασκευάστηκε δεξαμενή και διοχετεύτηκαν τα νερά του Ερασίνου[4] με σιδεροσωλήνες μέσα στην πόλη, έγινε απόφραξη των καταβοθρών της Στυμφαλίδας, για να εμπλουτίζονται τα νερά του Ερασίνου, επισκευάστηκαν διάφορα κεντρικά κτίσματα της πόλης, η οποία καλλωπίστηκε και νοικοκυρεύτηκε. Ακόμα και ουρητήρια[5] τοποθετήθηκαν σε διάφορα σημεία της πόλης.

 

Υποσημειώσεις


[1] Διετέλεσε Δήμαρχος τις περιόδους 1874-79, 1883-1891 και 1893-99.

[2] Πριν απ’ τον ηλεκτροφωτισμό, που έγινε επί Ανδρέα Καρατζά, η πόλη φωτιζόταν τη νύκτα  με φανούς πετρελαίου και αργότερα οινοπνεύματος.

[3] Ο Αλμυρός ήταν οι Μύλοι, όπου μετέβαιναν οι Αργείτες με το τρένο για τα θαλάσσια λουτρά τους. Ο πρώτος ατμοκίνητος τότε σιδηρόδρομος έκανε το παρθενικό του ταξίδι από Κόρινθο στο Άργος το 1885 (εφ. «Άργος», φ, 17/19-12-1885). Την ίδια εποχή περίπου κατασκευάζονται και οι γραμμές του Άργους-Ναυπλίου και Άργους – Μύλων – Τρίπολης.

[4] Το 1899, λόγω ανομβρίας, τα νερά της Στυμφαλίδας μειώθηκαν πολύ και ο Ερασίνος στο Κεφαλάρι στέρεψε. Ο Καλμούχος δαπάνησε τότε πολλά χρήματα για την απόφραξη των καταβοθρών της λίμνης με τη βοήθεια της κυβέρνησης Γ. Θεοτόκη και με τη μεσολάβηση του τότε βουλευτή Μιχ. Κωτσάκου (εφ. «Αγαμέμνων», φ. 140/14-2-1903).

[5] εφ. «Άργος», φ. 56/12-6-1888. Η εφημερίδα σημειώνει ότι τοποθετήθηκαν δεκαέξι ουρητήρια σε διάφορα μέρη της πόλης, «κομισθέντα εκ του εν Πειραιεί μηχανουργείου του κ. Βασιλειάδου».

 

Πηγή


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, Άργος το πολυδίψιον, Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Άρμανσπεργκ Ιωσήφ Λουδοβίκος (1787 – 1853)


  

 

Κόμης Ιωσήφ Λουδοβίκος Άρμανσμπεργκ

Ο Ιωσήφ Λουδοβίκος Κόμης του Άρμανσπεργκ (γερμ. Joseph Ludwig Graf von Armansperg) γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1787 και πέθανε στις 22 Μαρτίου του 1853. Ήταν Βαυαρός πολιτικός και πρόεδρος του συμβουλίου της Αντιβασιλείας, που ορίστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις να συνοδεύσει το μελλοντικό Βασιλιά Όθωνα στην Ελλάδα και να ασκήσει εξ ονόματός του την εξουσία έως την ενηλικίωσή του.

Ο Άρμανσπεργκ γεννήθηκε στο Κέτζτινγκ (Kötzting) της Κάτω Βαυαρίας και πέθανε στη έπαυλή του στο Ντίγκεντορφ. Καταγόταν από σπουδαίο παλαιό οίκο ευγενών και από 26 ετών εισήλθε σε κρατικές διοικητικές υπηρεσίες, όταν έμπλεος υπέρ της γερμανικής ελευθερίας έσπευσε το 1813 να συναντήσει το βαυαρικό στρατό και να προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες. Μετά τη συνομολόγηση ειρήνης στο Παρίσι του ανατέθηκε η διοίκηση του διαμερίσματος των Βοσγίων και στη συνέχεια όλων των μεταξύ του Ρήνου και Μεύσιδας χωρών. Όταν κλήθηκε στο συνέδριο της Βιέννης, υπερασπίστηκε με πάθος τα συμφέροντα της Βαυαρίας.

Το 1816 και το 1817 μετείχε στο έργο των επιτροπών του Ρήνου και του Δούναβη, από όπου άρχισε να ασχολείται με διεθνή θέματα. Αργότερα διορίστηκε νομάρχης και επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για την οικονομική ανάπτυξη, ενώ το 1820 διορίστηκε διευθυντής του γενικού λογιστηρίου του κράτους. Στη συνέχεια εκλέχτηκε βουλευτής, αλλά για ελάχιστες ψήφους δεν εξελέγη πρόεδρος της βουλής, πέτυχε όμως τη θέση του αντιπροέδρου, όπου και διακρίθηκε ως σπουδαίος ρήτορας. Υπό την ειδικότητα αυτή τέθηκε επικεφαλής της αντιπολίτευσης των συντηρητικών φιλελευθέρων υποστηρίζοντας ένθερμα τη δημιουργία δημοτικών συμβουλίων για πρώτη φορά στη χώρα.

Όταν ανήλθε στο βαυαρικό θρόνο ο πατέρας του Όθωνα, ο Λουδοβίκος Α’, τον κάλεσε να αναλάβει την αναδιοργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών του κράτους. Έτσι, όλοι σχεδόν οι διοργανωτικοί νόμοι που ακολούθησαν ήταν έργο του Άρμανσπεργκ, με συνέπεια να καταλάβει τη θέση του συμβούλου επικρατείας αναλαμβάνοντας επίσης υπουργός των Οικονομικών και των Εσωτερικών. Ως υπουργός των Οικονομικών πέτυχε την τελωνειακή ένωση όλων των τότε γερμανικών χωρών -που θεωρείται και η πρώτη που σημειώθηκε στην Ευρώπη— και ταυτόχρονα την οικονομική ανόρθωση της Βαυαρίας. Παρά ταύτα αντιδρώντας συστηματικά στις διάφορες απαιτήσεις της παπικής αυλής προκάλεσε το μίσος της παπικής καμαρίλας, του Μονάχου και του συνόλου σχεδόν του καθολικού κλήρου, που αντιδρούσαν σε κάθε φιλελεύθερο νέο θεσμό που εισήγαγε.

Κατάληξη αυτού του συνεχούς πολέμου ήταν η απώλεια του χαρτοφυλακίου του, αλλά ο βασιλιάς για να τον ανταμείψει για το τεράστιο έργο που είχε επιτελέσει τον εξέλεξε πρέσβη στο Λονδίνο, θέση που τελικά ο Άρμανσπεργκ δεν αποδέχθηκε και προτίμησε την οριστική απόσυρση του από τα δημόσια πράγματα, ιδιωτεύοντας στα κτήματα του.

Από το 1828 όμως διατελούσε ισόβιος σύμβουλος επικρατείας, καθώς και ισόβιο μέλος της Γερουσίας της Βαυαρίας. Το 1832, έπειτα από παράκληση του βασιλιά της Βαυαρίας, δέχτηκε να κατέβει στην Ελλάδα ως μέλος της πενταμελούς Αντι­βασιλείας, της οποίας και του ανατέθηκε η προεδρία. Άλλα μέλη της Αντιβασιλείας ήταν ο καθηγητής Γεώργιος Λουδοβίκος φον Μάουρερ και ο υποστράτηγος Καρλ Βίλχελμ ‘Ειντεκ.

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

 

Ο Άρμανσπεργκ έφτασε στην Ελλάδα, μαζί με τον Όθωνα και τα άλλα μέλη, στις 6 Φεβρουαρίου 1833 στο Ναύπλιο, συνοδευόμενος από τη σύζυγο του και τις ωραίες κόρες του – με τη μεγαλύτερη από τις οποίες ο Όθωνας δημιούργησε και ερωτική σχέση. Όταν όμως αυτό έγινε γνωστό, ο Άρμανσμπεργκ κατηγορήθηκε έντονα από τους πολιτικούς του αντιπάλους για προσβολή στο πρόσωπο του βασιλιά, καθώς υποκίνησε το γιατρό του στέμματος Βίτμερ να πιστοποιήσει ότι η διανοητική και οργανική ιδιοσυστασία του Όθωνα δεν επέτρεπαν γάμο, προκειμένου αυτός να παραμείνει κυρίαρχος στη διοίκηση της Ελλάδας. Παρ’ όλα αυτά και για όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως σχετικά με τις επιτυχείς δραστηριότητες στην πατρίδα του, ο Άρμανσμπεργκ ούτε τόσο ευγενής στους τρόπους του ήταν ούτε διπλωμάτης και βεβαίως ούτε υποστηρικτής των γραμμάτων και των τεχνών.

Ο απολυταρχικός τρόπος της διακυβέρνησης του δημιούργησε έντονες αντιδράσεις: αφενός εντός του νεοσύστατου βασιλείου, ειδικότερα όταν στράφηκε εναντίον των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης, που διαφωνούσαν με την πολιτική του, ανάμεσα σε αυτούς και τον Κολοκοτρώνη, που φυλάκισε και οδήγησε σε μία σκηνοθετημένη δίκη με την κατηγορία της εθνικής προδοσίας, αφετέρου, εκτός της Ελλάδας δημιουργώντας πλείστα διπλωματικά επεισόδια, κυρίως εθιμοτυπικά με την έκδηλη φιλοαγγλική πολιτική του. Μάλιστα, ο Μάουερ έφτασε στο σημείο δημόσια να τον καταγγείλει ως «διδάσκαλον της ραδιουργίας».    

Μετά την ενηλικίωση του Όθωνα ανέλαβε πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου (αρχικαγκελάριος) στις 20 Μαΐου 1835. Κατά τη μετάβαση του Όθωνα στη Βαυαρία προκειμένου να νυμφευθεί την Αμαλία η διακυβέρνηση του ήταν ακόμη πιο απολυταρχική. Έτσι, όταν ο Όθωνας επέστρεψε συνοδευόμενος από τον Ρούντχαρτ, αμέσως παύτηκε από τη θέση και το αξιώμά του, το 1837, προς κατευνασμό τόσο των Ελλήνων όσο και των έντονων, εναντίον του, διαβημάτων της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Ρωσίας για την υπέρμετρα αγγλόφιλη πολιτική του.

Ο Άρμανσπεργκ στη συνέχεια επέστρεψε στη Βαυαρία με την οικογένεια του το Μάρτιο του 1837 και τελώντας υπό τη δυσμένεια του στέμματος ιδιώτευε μέχρι το θάνατό του το 1853.

 

Πηγή


  • National Geographic, «Ηγέτες της Ελλάδας 1822-2011», Αθήνα, 2012.

 

Read Full Post »

Βαρδουνιώτης Δημήτριος (1847-1924)


 

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Καταξιωμένος νομικός, δημοσιογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος και κυρίως ιστορικός, εξέχουσα προσωπικότητα του Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος και καταγόταν από πολύ φτωχή οικογένεια. Εντούτοις, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και άσκησε μέχρι το θάνατό του δικηγορία στην ιδιαίτερή του πατρίδα.

Ήταν ασκητικός και δεν αγαπούσε την κοινωνική ζωή. Του άρεσε να εργάζεται ώρες ατέλειωτες. Σ’ όλη του τη ζωή ήταν αφοσιωμένος στο λειτούργημά του και στο συγγραφικό του έργο. Η εργατικότητά του έμεινε παροιμιώδης. Ο ίδιος έλεγε ότι η ανάπαυση δεν είναι αποχή από την εργασία αλλά αλλαγή εργασίας.

Ο Δημ. Βαρδουνιώτης υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρώτος αντιπρόεδρος του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», από τον οποίο αποχώρησε το 1900, επειδή διαφώνησε με τον πρόεδρο Χρήστο Παπαοικονόμο ως προς την τακτική του συλλόγου. Ο Βαρδουνιώτης επιθυμούσε να έχει ο σύλλογος ιστορικό προσανατολισμό. Γι’ αυτό μετά την αποχώρησή του, ίδρυσε τον βραχύβιο «Λαϊκό Σύλλογο Ίναχο», αποσκοπώντας στο να κεντρίσει το ενδιαφέρον του κοινού προς την ιστορία του Άργους. Η προσπάθειά του δεν στέφθηκε από επιτυχία. Ο ζήλος του, όμως, ήταν αξιοθαύμαστος. Διοργάνωνε εκπαιδευτικές εξορμήσεις στις Μυκήνες, στα Δερβενάκια και πιο μακριά, όπως στην Ολυμπία, όταν λειτούργησε ο σιδηρόδρομος. Και υπάρχουν στον τύπο του Άργους σχετικά δημοσιεύματα, που αναφέρονται στις οργανωμένες ξεναγήσεις και στις εντυπώσεις των εκδρομέων.

Ο Δημ. Βαρδουνιώτης ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική και διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος με την παράταξη του Σπ. Καλμούχου την τετραετία 1883-87, οπότε δεν επανεκλέγεται.

Ήταν οπαδός του Θ. Δηλιγιάννη, τον οποίο μάλιστα προσφώνησε, όταν πέρασε από το Άργος στις 18 Μαρτίου 1885 κατά την προεκλογική του περιοδεία και κατέλυσε στο σπίτι του Σωτ. Δανόπουλου. Αργότερα εμφανίζεται οπαδός του Χαρ. Τρικoύπη.

Με το Σπήλιο Καλμούχο είχε ιδιαίτερα καλές σχέσεις και τον υποστήριξε στην αρθρογραφία του. Ο ίδιος εξέδιδε την εφ. «Άργος» από το 1885 έως το 1889 σε αντικατάσταση του «Δαναού», που εξέδιδε μέχρι τότε ο Ι. Κ. Υψηλάντης. Μετά την επανάσταση στο Γουδί ανήκε στους μετριοπαθείς αντιβενιζελικούς. Αλλά όταν επήλθε η ρήξη ανάμεσα στον Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο, ανέπτυξε έντονη πολιτική δράση κατά του Βενιζέλου, με αποτέλεσμα να εξοριστεί το Φεβρουάριο 1918 σε ηλικία 71 χρονών στη Μυτιλήνη, από όπου επέστρεψε ύστερα από λίγους μήνες ταλαιπωρημένος και αγνώριστος.

Το πνευματικό έργο του Βαρδουνιώτη άφησε τη σφραγίδα του στα γράμματα του Άργους για 50 ολόκληρα χρόνια. Με εμφανή τα ίχνη του ρομαντισμού έγραψε ποιήματα και διηγήματα, τα οποία όμως δεν άντεξαν στο σαρωτικό πέρασμα του χρόνου. Από την πεισιθάνατη ποίησή του λείπει η πηγαία έμπνευση και τα γνήσια αισθήματα, ενώ με τα διηγήματά του δεν μπόρεσε να ζωντανέψει χαρακτήρες ή να αναλύσει με επιτυχία την κοινωνία. Αλλά το ιστορικό και ιστοριοδιφικό του έργου είναι πολύ σημαντικό και προσελκύει ακόμα και σήμερα το ενδιαφέρον μας.

Ακούραστος στην ιστορική έρευνα, με μεθοδικότητα και υπευθυνότητα συνέβαλε στην εξακρίβωση της ιστορικής αλήθειας και μας έδωσε πολλές πληροφορίες για το έπος του 1821 και για πολλές προσωπικότητες της εποχής εκείνης. Ιδιαίτερη θέση, την πρώτη ίσως, κατέχει «Η καταστροφή του Δράμαλη», Τρίπολη 1913, που αναφέρεται στη μάχη των Δερβενακίων.

Επίσης, έγραψε για τη δίκη του Κολοκοτρώνη, την Μπουμπουλίνα και άλλους ήρωες και αγωνιστές του 1821. Άλλα σημαντικά του έργα είναι η «Εκδρομή εις τας Μυκήνας», «Η Αφνειός Κόρινθος», «Η Φρύνη», «Παρά τον Ερασίνον» κ.ά. Πολλά δημοσιεύματά του φιλοξενήθηκαν στον τύπο του Άργους, στα ημερολόγια Σκόκκου και Σβορώνου και αλλού. Υπέγραφε πολλές φορές με τα ψευδώνυμα Έσπερος και Τίμων.

Ο Βαρδουνιώτης απέκτησε δύο παιδιά. Ο γιος του Κωστάκης πέθανε μικρός. Η κόρη του παντρεύτηκε τον αξιωματικό του στρατού Ηλία Γιαννακόπουλο, αλλά πέθαναν άτεκνοι. Ο Βαρδουνιώτης πέθανε στο Άργος και ενταφιάστηκε στο κοιμητήρι της Παναγιάς Άργους.

 

Δημήτριος Βαρδουνιώτης

 …Το καθημερινό του κέντρο ήταν το τότε βιβλιοχαρτοπωλείο και τυπογραφείο του Ανάργυρου Τημελή – μια πνευματική εστία – που συγκέντρωνε τους λογίους της περασμένης γενεάς του Άργους Κ. Ολύμπιον, Αγαμ. Φυκιώτην, και τους νεοσούς τότε του στίχου Σ. Παναγιωτόπουλον, Α. Ρουσσόπουλον, Κ. Αποστολίδην και Σ. Δημόπουλον. Εκεί κορυφαίος της συντροφιάς πάντα ο «Μπάρμπα Δημητράκης» ως τον αποκαλούσαν διηγώνταν τις ωραίες ιστορίες του τόπου μας με γλαφυρότητα και έξαρσι και όλοι τον παρακολουθούσαν με κατάνυξι.

Φοίβος, περ. Τα Ηραία, τχ. 16/1939, σ. 17

 

Πηγές


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, Άργος το πολυδίψιον, Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Αργειακόν Ημερολόγιον 1930. Γεωργίου Λογοθέτου & Ανδρέου Χριστόπουλου, Άργος 1929.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Κρατσάιζεν Καρλ ( 1794 – 1878 ) Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21

« Ο λοχαγός και αυτοδίδακτος ζωγράφος Καρλ Κρατσάιζεν, που έλαβε ενεργά μέρος στον αγώνα, ήταν ο άνθρωπος χάρη στον οποίο γνωρίζουμε σήμερα πώς ήταν η μορφή δεκάδων αγωνιστών της εθνεγερσίας».

 

Κρατσάιζεν Καρλ ( 1794 – 1878 ) Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21

Κρατσάιζεν Καρλ ( 1794 – 1878 ) Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21

Ο φιλέλληνας Καρλ Κρατσάιζεν, ένας αυτοδίδακτος ζωγράφος, ήταν ο άνθρωπος που γνώρισε από κοντά τους ηρωικούς αγωνιστές, σχεδίασε τη μορφή τους και αφού τους απαθανάτιζε ζητούσε να βάλουν την υπογραφή τους στο έργο του ως πιστοποιητικό αυθεντικότητας. Σιγά σιγά δημιούργησε ένα πάνθεον αθανάτων. Ανάμεσά τους πυρπολητές, καπεταναίοι, οπλαρχηγοί και προεστοί. Σήμερα μια σειρά από λιθογραφίες μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε την αληθινή όψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του Νικηταρά, του στρατηγού Μακρυγιάννη, του Ανδρέα Μιαούλη, του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου αλλά και των Τομπάζη, Κουντουριώτη, Ζαΐμη, Σισίνη και πολλών άλλων αγωνιστών. Ο υπολοχαγός Καρλ Κρατσάιζεν βρέθηκε στην Ελλάδα ως εθελοντής στο βαυαρικό εκστρατευτικό σώμα, ενώ παράλληλα κατέγραφε με τον δικό του τρόπο τις εξελίξεις στα μέτωπα του αγώνα.

Έφτασε στην Ελλάδα το 1826 και άρχισε να αποτυπώνει τις εικόνες και τα πρόσωπα που έβλεπε άλλοτε στο Ναύπλιο, τα Αμπελάκια Σαλαμίνας, την Κόρινθο και την Αττική με κορυφαία ίσως αναφορά τη Μάχη στον Ανάλατο. Είχε μάλιστα συμμετάσχει στην πολιορκία της Αθήνας και της Ακρόπολης (Μάρτιος – Απρίλιος 1827). Στη διάρκεια αυτής της μάχης σκοτώθηκε ο Καραϊσκάκης, το πρόσωπο του οποίου σχεδίασε λίγο πριν τον κτυπήσει το μοιραίο βόλι. Συνολικά σχεδίασε 91 έργα, ανάμεσά τους υδατογραφίες, τοπία, αρχαιότητες, πολεμικές συνθέσεις και βέβαια οι προσωπογραφίες των πρωταγωνιστών του 21. Τα περισσότερα έργα έγιναν με μολυβί και σε χαρτί μικρού μεγέθους.

 

 Επιστρέφοντας στη Γερμανία ο Κράτσαϊζεν λιθογράφησε τα σχέδιά του και τα κυκλοφόρησε, από το 1827 έως το 1831, σε επτά λευκώματα με το γενικό τίτλο Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen (Προσωπογραφίες των διασημοτέρων Ελλήνων και Φιλελλήνων, μαζί με μερικές απόψεις και ενδυμασίες σχεδιασμένες εκ του φυσικού και δημοσιευμένες από τον Καρλ Κράτσαϊζεν). Το καθένα από αυτά περιείχε 3- 4 πορτρέτα και ένα ή δυο ελληνικά τοπία. Τα λευκώματα έγιναν πολύ δημοφιλή την εποχή εκείνη, εν είδει πολεμικής ανταπόκρισης, και παρά το λιτό και σχετικά απλοϊκό τους χαρακτήρα αποτέλεσαν βάση για πολλά πορτρέτα των επαναστατών που εμφανίστηκαν αργότερα.

Κρατσάιζεν Καρλ - Το Παλαμήδι με να τμήμα του Ναυπλίου.

Κρατσάιζεν Καρλ - Το Παλαμήδι με ένα τμήμα του Ναυπλίου.

 

 

Στις εικόνες αυτές μετέπειτα βασίστηκαν κορυφαίοι ζωγράφοι όπως ο Πίτερ Φον Ες και ο Θόδωρος Βρυζάκης. Στο πέρασμα του χρόνου τα έργα του έπεσαν στη λήθη και ξεχάστηκαν μέχρι το γύρισμα του αιώνα, όταν κάπου στα 1900 ένας κληρονόμος του Βαυαρού ζωγράφου ενημέρωσε για το μοναδικό αυτό αρχείο τον Νικόλαο Γύζη, ο οποίος του συνέστησε να το παραχωρήσει στο Μουσείο των Αθηνών.

 Πιο συγκεκριμένα, μετά τον θάνατο του Κρατσάιζεν, το 1878, η συλλογή πέρασε στα χέρια της κόρης του Μαρίας, την οποία μετέπειτα κληρονόμησε ο σύζυγός της Ιον Φετώφ, καθηγητής ρωσικής καταγωγής, ο οποίος δίδασκε στο Βερολίνο και μετά στο Γαλάτσι της Ρουμανίας.

Ήταν πλέον Φεβρουάριος του 1926, όταν ο κληρονόμος της συλλογής κατέθεσε το ιστορικό της και ενημέρωσε επίσημα το ελληνικό προξενείο στο Γαλάτσι. Λίγο καιρό αργότερα με ένα άρθρο του ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου προέτρεπε την ελληνική κυβέρνηση να αγοράσει το κληροδότημα. Έτσι τελικά έναντι 200.000 δραχμών τα έργα του Κρατσάιζεν επέστρεψαν στον τόπο όπου είχε εμπνευστεί τη δημιουργία τους και δόθηκαν στην Εθνική Πινακοθήκη.

Πηγή

  • Ένθετο περιοδικό « Επτά Ημέρες », Εφημερίδα, Καθημερινή 25 Μαρτίου 2003, (Μαριλένα Κασιμάτη).

Read Full Post »

Λαλουκιώτης Ιωάννης (1879-1951)


 

Ιωάννης Λαλουκιώτης (1879-1951)

Ιωάννης Λαλουκιώτης (1879-1951)

Βιομήχανος και ευεργέτης του Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος το 1879 από γονείς αγρότες, τον Νικόλαο και την Ελισάβετ. [1] Ο βιογραφούμενος αποδήμησε στις ΗΠΑ για λίγα χρόνια και επιστρέφοντας ίδρυσε εργοστάσιο υφαντουργίας. Στην αρχή έδινε δουλειά σε γυναίκες, οι οποίες ύφαιναν στα σπίτια τους σε αργαλειούς, που τους κατασκεύαζαν οι τεχνίτες συνήθως εδώ στο Άργος. Στη συνέχεια, σε κτήριο της οδού Ζαΐμη 25, εγκατέστησε σιδερένιους ιστούς, οι οποίοι κινούνταν με ντιζελομηχανή. Αυτό έγινε πριν από τον πόλεμο. Πάντως, τη μεγάλη ανάπτυξη της υφαντουργίας δεν τη γνώρισε λόγω του θανάτου του. Το 1960 περίπου οι σιδερένιοι ιστοί θεωρούνται πια ξεπερασμένοι και ασύμφοροι. Οι παραπάνω αργαλειοί αντικαθίστανται από αυτόματους ηλεκτροκίνητους. [2]

Μετά το θάνατό του ανέλαβε εξ ολοκλήρου την επιχείρηση ο γαμπρός του Γεώργιος Ρασσιάς (1909 – 1995), ο οποίος κατέφθασε στο Άργος από την Κεφαλονιά, εργάστηκε ως έμπορος – πλασιέ στο εργοστάσιο Λαλουκιώτη, και εκτιμώντας ο τελευταίος τις ικανότητές του, τον έκανε γαμπρό, δίνοντάς του τη θετή κόρη του Έλλη. Ο ίδιος, παντρεμένος με την Αρτεμισία, δεν είχε αποκτήσει παιδιά και είχε υιοθετήσει την υπηρέτριά του Έλλη Τσεκούρα.

Το 1947 έδωσε υπόσχεση στον τότε Επίσκοπο Αργολίδας Χρυσόστομο Α΄ Ταβλαδωράκη ότι θα έκτιζε ίδρυμα για τη στέγαση των ορφανών της πόλης. Πράγματι, την επόμενη χρονιά το ορφανοτροφείο ήταν έτοιμο· τα εγκαίνια έγιναν τον Μάιο 1948. Στην εφημερίδα «Σύνταγμα», φ. 2098/8-5-1948, διαβάζουμε:

…Υπό την παρακολούθησιν των συγκινητικών βλεμμάτων πάντων των παρευρισκομένων παρέδωκεν (ο Ι. Λαλουκιώτης) τας κλείδας του ιδρύματος εις τον Μητροπολίτην Αργολίδος κ. Χρυσόστομον, ειπών ότι έχει την πεποίθησιν ότι υπό την άγρυπνον παρακολούθησίν του και το πατριωτικόν ενδιαφέρον του, το ίδρυμα τούτο θέλει καταστεί φωλεά χαράς, στοργής και περιθάλψεως εις τα τρυφερά εκείνα της φυλής βλαστάρια, τα οποία τόσον τα κτυπήματα της Μοίρας, όσον και η αστοργία ασυνειδήτων γονέων αφήνουν μακράν πάσης φροντίδος…

Το ορφανοτροφείο λειτούργησε μέχρι το 1953. Έκτοτε το οίκημα χρησιμοποιήθηκε από τη Μητρόπολη για διάφορες χριστιανικές εκδηλώσεις και για θερινές διακοπές των παιδιών (κατασκηνώσεις) μέχρι το 1981. Από τότε και μέχρι σήμερα λειτουργεί ως γηροκομείο, αφού προστέθηκε και νέα πτέρυγα, η οποία κτίστηκε κυρίως από εθελοντικές προσφορές σε χρήματα και οικοδομικά υλικά.

Ο Ιωάννης Λαλουκιώτης πέθανε στις 16 Μαρτίου 1951 σε ηλικία 72 ετών από καρκίνο.[3]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Από τη Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου (Λ.Π.Θ.). Θα έπρεπε οι γονείς του τουλάχιστον να κατάγονται από τον Λάλουκα (πρβλ. Λεβιδιώτης από το Λεβίδι Αρκαδίας, Αλωνιστιώτης από την Αλωνίσταινα, Τριπολιτσιώτης από την Τρίπολη). Πάντως οι Λαλουκιώτηδες κατάγονταν από τα Βίτολα της Σερβίας ή Μοναστήρι (Σκόπια). Βλ. Οδ. Κουμαδωράκη, Στα χνάρια του χθες, εκδ. Εκ Προοιμίου, σ. 203. Η όμορφη πόλη των Βιτόλων ή Μπιτόλων, με τα πολλά και όμορφα παραδοσιακά κτίσματα, απέχει λίγα μόνο χιλιόμετρα από τη Φλώρινα. Και σήμερα πολλοί Βορειοελλαδίτες την επισκέπτονται για ψώνια επειδή είναι φτηνά!

[2] Βλ. Οδ. Κουμαδωράκη, Στα χνάρια του χθες, εκδ. Εκ Προοιμίου σ. 175. Στο βιβλίο αυτό υπάρχει εκτενές αφιέρωμα για την κλωστοϋφαντουργία Άργους και για το εργοστάσιο Λαλουκιώτη – Ρασσιά (σσ. 168-191).

[3] Προφανώς, αυτό εννοεί η «Ασπίς» (22-4-1951), γράφοντας: Ατυχώς όμως η επάρατος νόσος του έκοψε το νήμα της ζωής. Πάντως, στη Λ.Π.Θ. πιστοποιεί ο ιατρός Φ. Πετρόπουλος ότι ο θάνατός του επήλθεν εκ Γριππώδους Βρογχοπνευμονίας.

 

Πηγή


Read Full Post »

Μαλαξός Νικόλαος (1500 – 1594;)

 

 

Ο πρωτοπαπάς του Αναπλιού Νικόλαος Μαλαξός, γεννημένος στ’ Ανάπλι, είτανε γιος του παπά Σταυράκιου Μαλαξού. Χρονολογία της γέννησης του δεν εξακριβώθηκε, συμπε­ραίνεται όμως πως πρέπει να τοποθετηθεί στα τελευταία χρόνια του ιε’ αι. ή στα πρώτα του ιστ’. Νέος πήγε στην Πόλη, όπου σπούδασε στην Πατριαρχική Σχολή. Σύμφωνα με πληρο­φορίες προερχόμενες από το «Νέον Μαρτυρολόγιον» του Νικόδημου Αγιορείτη, που εκδό­θηκε στα 1799, ο Μαλαξός βρισκότανε στην πατρίδα του στα 1533, όταν ξέσπασε επιδημία πανούκλας. Τότε έχασε τον αξιόλογο αδελφό του Ανδρόνικο και τη μητέρα του. Από τον επόμενο χρόνο, παίρνοντας το αξίωμα του πρωτοπαπά (1534), αντικαθιστούσε το μητροπο­λίτη, μια και οι Βενετοί είχανε καταργήσει τη μητρόπολη Αργούς – Ναυπλίου, που ανασυστήθηκε αμέσως μετά την υποδούλωση του Αναπλιού (1541). Στην τετράχρονη πολιορκία ο Μαλαξός και η οικογένεια του συνέπασχαν με τον πληθυ­σμό της πόλης. Τα τραγικά γεγονότα και τα απίστευτα περιστατικά, ο λοιμός, η πείνα, η δί­ψα, τα διαμελισμένα πτώματα παρουσιάζονται με εντυπωσιακή ενάργεια μέσα από τις γραμμές της περιγραφής του Μαλαξού.

 

Από την παρουσία του εκείνο τον καιρό στ’ Ανάπλι συμπεραίνεται ότι θα πρέπει να έφυγε αποκεί στα 1540, ακολουθώντας το ρεύμα των Αναπλιωτών, μαζί με την οικογένεια του και τον αδελφό του Γρηγόριο, προς την Κρήτη με προορισμό τη Βενετία, όπου τον πε­ρίμενε η δύσκολη ζωή του αυτοεξόριστου. Εκεί ασχολήθηκε με την αντιγραφή χειρογράφων και την επιμέλεια της εκτύπωσης εκκλησιαστικών βιβλίων. Φαίνεται όμως ότι δεν εξασφά­λιζε τους αναγκαίους πόρους. Στα 1549 εγκαταστάθηκε στο Χάνδακα (Ηράκλειο) της Κρή­της, όπου από τα 1547 του είχε παραχωρηθεί από τη Βενετική Γερουσία η εκκλησία του Αϊ-Δημήτρη του Περάτη, ως αποζημίωση για το ναό και τα αγαθά που είχε εγκαταλείψει στ’ Ανάπλι. Παράμεινε τρία χρόνια στο Χάνδακα κι επειδή η εκκλησία δεν ελευθερώθηκε, ξα­ναγύρισε στη Βενετία στα 1552, οπότε και εκλέχτηκε εφημέριος του ναού του Αϊ-Νικόλα της Βενετίας. Στα 1553, αντί της εκκλησιάς του Χάνδακα, του παραχωρήθηκε η πρώτη από τις τρεις εκκλησίες της Ζακύνθου που θα ελευθερωνόταν. Φαίνεται όμως πως αυτό αργούσε να γίνει και ο Μαλαξός παράμενε ως πρωτοπαπάς στον Αϊ-Νικόλα της ελληνικής κοινότητας της Βενετίας. Η διαμονή του πάντως δεν είταν μόνιμη στη Βενετία. Κατά διαστήματα βρισκόταν στο Χάνδακα, όπου είχε αποκτήσει και τίτλους ευγένειας. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Νικόλαος Μαλαξός τα έζησε στη Ζάκυνθο, όπου τελικά του είχε παραχωρηθεί η εκκλησία του Αϊ-Γιάννη του Πρόδρομου, στο Φρούριο, με όλη την ιδιοκτησία της. Ως χρονολογία της άφιξης του στη Ζάκυνθο πιθανολογείται το 1574, αλλά ενδέχεται να είχε πάει νωρίτερα. Κατά την εκεί διαμονή του, εκτός από την εφη­μερία, κήρυττε το θείο λόγο και δίδασκε την ελληνική γλώσσα. Ως χρονολογία του θανάτου του συμπεραίνεται το 1594.

 

Ο Νικόλαος Μαλαξός διακρίθηκε για την αρχαιομάθεια και τις γνώσεις του γύρω από την εκκλησιαστική γραμματεία και παράδοση. Παρά την ταλαιπωρημένη ζωή του, στάθηκε πρότυπο λόγιου, συγγραφέα, θεολόγου, μουσικού, κωδικογράφου. Βαρυσήμαντο χαρακτη­ρίζεται το συγγραφικό έργο του, όπου περιέχονται βίοι αγίων, θαύματα και μαρτύρια αγίων, Λειτουργικά, Ακολουθίες, Υμνολογικά, Ποιημάτια, Επιστολές. Στα έργα του συμπεριλαμβάνετε, ο Βίος και τα θαύματα του Αγίου Θεοδοσίου του νέου. 

Πολυγραφότατος και καλλιγράφος ο πολυμαθής μεταβυζαντινός λόγιος πρωτοπαπάς του Αναπλιού επιβλήθηκε με το σημαντικό έργο του και με την ποιητική δύναμη του και εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους μαθητές και τους συγχρόνους του.

Μαθήτευσε κοντά στους τελευταίους βυζαντινούς πνευματικούς εκπροσώπους της τότε γραμματείας, τον Ματθαίο Καμαριώτη, σχολάρχη της Πατριαρχικής ή Μεγάλης του Γένους Σχολής, κατά την Άλωση, όπου δίδασκε ρητορία και φιλοσοφία και συνέγραψε ανάλογα συγγράμματα, και τον Μανουήλ Κορίνθιο, Μέγα Ρήτορα της Μεγάλης Εκκλησίας και σχο­λάρχη επί σαράντα χρόνια της πατριαρχικής σχολής». Ένα μεγάλο μέρος των συγγραφών του Μανουήλ στρέφεται ενάντια στους λεγόμενους Πλατωνικούς και ιδιαίτερα ενάντια στον Βησσαρίωνα, επίσκοπο Νίκαιας και μαθητή του Γεμιστού – Πλήθωνα.

Εκτός από τον Νικόλαο, αναφέρονται ο νομομαθής Μανουήλ Μαλαξός, πιθανότατα πρωτεξάδελφος του Νικολάου και σύγχρονος του. Σπουδαία συγγραφικά έργα του ο «Νομοκάνων» και η «Πατριαρχική ιστορία της Κωνσταντινουπόλεως 1458-1581», που αποτελεί πολύτιμη πηγή ιστορικών πληροφοριών. Χρονολογία θανάτου του αναφέρεται το 1581.

Αναφέρονται ακόμη ο Γρηγόριος Μαλαξός, αδελφός του Νικολάου, και ο Ιωάννης. Ο Γρηγόριος χρημάτισε επιμελητής και διορθωτής εκκλησιαστικών εκδόσεων στη Βενετία από το 1558 έως το 1586.

 

Πηγές

 

  • Γιόνα Μικέ Παϊδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  •  Δημοσθένη Ν. Στρατηγόπουλου, « Ο Νικόλαος Μαλαξός και το Υμνογραφικό του Έργο», Διδακτορική Διατριβή, Θεσσαλονίκη 2003.
  •  Πετρή Π. Νικολάου, « Νικόλαος Μαλαξός Πρωτόπαπας Ναυπλιου (1500ci-1594;)», Πελοποννησιακά Τόμος Γ’ σελ. 348 – 375, Αθήνα 1958 – 1959.

 

Read Full Post »

Παπαντωνίου Ιωάννα (1936-2026)


 

Ιωάννα Παπαντωνίου.

Η Ιωάννα Παπαντωνίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1936. Ήταν σπουδαία σκηνογράφος, ενδυματολόγος, ιδρύτρια και πρόεδρος του Πελοποννησιακού Λαογραφικού ιδρύματος Β. Παπαντωνίου στο Ναύπλιο. Ασχολήθηκε αρχικά με τη λαογραφία και στη συνέχεια σπούδασε σκηνογραφία και ενδυματολογία στο Wimbledon School of Art στο Λονδίνο (1967-1970). Η πρώτη της επαγγελματική δουλειά, το 1971, ήταν τα σκηνικά και τα κοστούμια για τον Κοριό του Μαγιακόφσκι, που παρουσίασε το Προσκήνιο σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού.

Πατέρας της ήταν ο Βασίλειος Παπαντωνίου, ένας από τους ιδρυτές της Α.Ε. Κονσερβών Κύκνος ενώ η μητέρα της Αναστασία, το γένος Παπαγιάννη, ήταν δημόσια υπάλληλος. Στα δεκαοκτώ της η Ιωάννα Παπαντωνίου στάλθηκε από τη μητέρα της σε Finishing school (σχολή καλών τρόπων) της Αγγλίας. Με την επιστροφή της στην Ελλάδα παντρεύτηκε (σε ηλικία είκοσι ετών) αλλά χώρισε δέκα χρόνια αργότερα. Μετά τον χωρισμό της επέστρεψε στην Αγγλία και συγκεκριμένα στο Λονδίνο, όπου σπούδασε ενδυματολογία και σκηνογραφία το διάστημα 1967-1970 στο Wimbledon School of Art.

Είχε φιλοτεχνήσει σκηνικά και κοστούμια για σημαντικά έργα του ελληνικού και παγκόσμιου δραματολογίου, όπως Η δίκη του Κάφκα (1971), Σαν περάσουν πέντε χρόνια (1971), Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα (1988) του Λόρκα, Τριαντάφυλλο στο στήθος (1971), Καμίνο Ρεάλ (1974), Ξαφνικά το τελευταίο καλοκαίρι (1988) του Τ. Ουίλλιαμς, Ο έμπορος της Βενετίας (1971), Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας (1971), Τρωίλος και Χρυσηίδα (1973), Το ημέρωμα της στρίγγλας (1975), Η δωδέκατη νύχτα (1990), Άμλετ – Το δάγκωμα του φιδιού (1998) του Σαίξπηρ, Μάνα Κουράγιο (1971), Ταμπούρλα στη νύχτα (1974), Γαλιλαίος (1990) του Μπρεχτ, Ακμή και παρακμή της πόλης Μαχαγκόνυ των Μπρεχτ – Κ. Βάιλ (1977), Το δάσος του Οστρόφσκι (1972), Ο λοχαγός τον Κέπενικ του Κ. Τσουκμάιερ (1972), Οπερέττα (1972), Υβόννη, πριγκίπισσα της Βουργουνδίας (1985) του Β. Γκομπρόβιτς, Ανάσταση του Τολστόι (1973), Βικτόρ ή τα παιδιά στην εξουσία του Βιτράκ (1973), Ο Καραγκιόζης παραλίγο βεζύρης τον Γ. Σκούρτη (1973), Κόκκινα τριαντάφυλλα για μένα του Ο’ Κέιζυ (1974), Η τύχη της Μαρούλας (1974), Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας (1992) του Κορομηλά, Δον Κάρλος του Σίλλερ (1975), Οι τρεις αδελφές του Τσέχωφ (1975), Καποδίστριας του Καζαντζάκη (1976), Οι μικροαστοί του Γκόρκι (1976), Η ερυθρά νήσος του Μπουλγκάκωφ (1978), Η νίκη της Αναγνωστάκη (1978), Το γαλάζιο πουλί τον Μαίτερλινγκ (1980), Σίβυλλα του Σικελιανού (1981), Ο γάμος του γανωματή, Καβαλάρηδες στη θάλασσα, Ο ίσκιος του λαγκαδιού (1982) του Συνγκ, Το γαϊτανάκι του Α. Σνίτσλερ (1984), Ταρτούφος (1985), Ο ασυλλόγιστος (1986), Ο αρχοντοχωριάτης (1992) του Μολιέρου, Η δολοφονία του Μαρά του Βάις (1988), Ο επιθεωρητής του Γκόγκολ (1988), Οι δούλες του Ζενέ (1991), Κωνσταντίνου και Ελένης του Σεβαστίκογλου (1991), Η παρεξήγηση του Καμύ (1992), Ο Κατσούρμπος του Χορτάτση (1993), Η κατάληψη τον Κορρέ (1994), Ο έφηβος του Ντοστογιέφσκι (1994) κ.ά.

Ως σκηνογράφος – ενδυματολόγος, δούλεψε με το Θέατρο Τέχνης και με το θίασο Αλέξη Μινωτή – Κατίνας Παξινού, όπως επίσης και με Κρατικά Θέατρα (Εθνικό Θέατρο, Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος) και με θιάσους του ελεύθερου θεάτρου. Χάρη στο Σολομό, η Ιωάννα Παπαντωνίου ήταν η πρώτη γυναίκα που εργάστηκε ως ενδυματολόγος στο Εθνικό Θέατρο (Ορέστης, Επίδαυρος – 1971), σπάζοντας μια ανδρική παράδοση 39 ετών. Η ίδια εκφραζόταν με θαυμασμό για τον Κάρολο Κουν και εκτιμούσε τη δουλειά του Κώστα Τσιάνου στο Θεσσαλικό Θέατρο (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Λάρισας). Στο εξωτερικό, συνεργάστηκε με τον Michael Elliot στο Royal Exchange Theatre του Manchester.

Με το αρχαίο δράμα ασχολούνταν από το 1970, όταν εκπόνησε τη διπλωματική της εργασία στο Wimbledon School of Art, με θέμα τις Βάκχες, ενώ την επόμενη χρονιά (1971) έκανε την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση στο χώρο του αρχαίου δράματος με τις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη, που παρουσιάστηκαν στο Θέατρο Κήπου της Θεσσαλονίκης σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού. Έκτοτε συνεργαζόταν σε παραστάσεις αρχαίων τραγωδιών με σημαντικούς σκηνοθέτες – Κάρολο Κουν, Αλέξη Σολομό, Κώστα Μπάκα και Κώστα Τσιάνο. Σε ορισμένες περιπτώσεις εργάστηκε μόνο ως ενδυματολόγος ενώ σε άλλες και ως σκηνογράφος.

Συνεργάστηκε στον Ορέστη του Ευριπίδη (Εθνικό Θέατρο -1971, 1973, σκηνοθεσία Α. Σολομού), στους Επτά επί Θήβας του Αισχύλου (Θέατρο Τέχνης -1975, 1977, σκηνοθεσία Κ. Κουν και Κ.Θ.Β.Ε. -1993, σκηνοθεσία Σ. Τσακίρη), στη Μήδεια του Ευριπίδη (Εθνικό Θέατρο -1976, 1977, 1978, σκηνοθεσία Α. Σολομού), στις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη (Προσκήνιο – 1971 και Εθνικό Θέατρο – 1978, 1979, 1982, σκηνοθεσία Α. Σολομού), στη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο -1979, σκηνοθεσία Α. Σολομού), στις Βάκχες του Ευριπίδη (B.B.C. -1980), στους Αχαρνής του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο – 1980, σκηνοθεσία Κ. Μπάκα), στον Φιλοκτήτη του Σοφοκλή (Royal Exchange Theatre, Manchester, 1981), στην Ειρήνη του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο -1983, σκηνοθεσία Κ. Μπάκα), στην Εκάβη του Ευριπίδη (Εθνικό Θέατρο -1985, σκηνοθεσία Λ. Κωστόπουλου, Προσκήνιο – 1987, σκηνοθεσία Α. Σολομού και Εθνικό Θέατρο -1994, σκηνοθεσία Κ. Τσιάνου), στους Βατράχους του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο -1986, σκηνοθεσία Κ. Μπάκα και Θέατρο Τέχνης -1992, 1993, σκηνοθεσία Μ. Κουγιουμτζή), στις Εκκλησιάζονσες του Αριστοφάνη (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρόδου -1987, σκηνοθεσία Π. Παπαϊωάννου και Εθνικό Θέατρο «Παιδικό Στέκι» – 1997, σκηνοθεσία Κ. Ρουγγέρη), στους Ιππής τους Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο -1991, σκηνοθεσία Κ. Μπάκα), στις Χοηφόρους του Αισχύλου (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Λάρισας, Θεσσαλικό Θέατρο -1992, σκηνοθεσία Κ. Τσιάνου), στις Ικέτιδες του Αισχύλου (Δεσμοί – 1994, σκηνοθεσία Στ. Ντουφεξή) και στην Αντιγόνη του Σοφοκλή (Διόνυσος -1995, σκηνοθεσία Λ. Τσάγκα).

Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την επιτόπια έρευνα για τα θέματα του λαϊκού ενδύματος και του χορού στο Λύκειο Ελληνίδων Αθηνών κατά το διάστημα 1956-1966 και δημοσίευσε βιβλία και άρθρα με θέμα τις ελληνικές τοπικές φορεσιές και τη μόδα (Ελληνικές φορεσιές, Αθήνα 1973, 1974 – Ελληνικές φορεσιές. Γυναικείες, Ναύπλιο 1974 – Ελληνικές φορεσιές. Ανδρικές, Ναύπλιο 1974 – Ελληνικές φορεσιές, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1981 – Η ελληνική γυναικεία φορεσιά και το κόσμημα άλλοτε και τώρα, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα και Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα 1985 – Ελληνικές φορεσιές. Συλλογή Λυκείου των Ελληνίδων Καλαμάτας, Αθήνα 1991 – Μακεδόνικες φορεσιές, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1992 -Greek Traditional Costumes, Lyceum Club of Greek Women, Secreteriat General for Press and Information, Athens 1993 – Ελληνικές τοπικές ενδυμασίες, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1996 – «Φορεσιές της Μακεδονίας», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 96, Θεσσαλονίκη, Μάιος 1974, σ. 24-31 – «Οι φορεσιές Αλώνων και Ανταρτικού», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 99, Θεσσαλονίκη, Αύγουστος 1974, σ. 36-39 – «Οι τοπικές φορεσιές Φλωρίνης», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 100, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 1974, σ. 26-30 – «Ανδρικές φορεσιές Βορείου Ελλάδος», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 102, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 1974, σ. 24-31 – «Φορεσιές της Θράκης», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 104, Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 1975, σ. 26-31 – «Θρακιώτικες φορεσιές», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 105, Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 1975, ο. 26-31 -«Σαρακατσάνοι: φορεσιές και στολίδια», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 109, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 1975, ο. 26-33 – «Συμβολή στη μελέτη της γυναικείας ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς», Εθνογραφικά 1, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1978, σ. 5-92 – «Οι φορεσιές της Ορεινής Σερρών», Εθνογραφικά 3, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1981-82, ανάτυπο – «Οι τοπικές φορεσιές στο Αιγαίο από την Άλωση μέχρι την Απελευθέρωση», Εθνογραφικά 4-5, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1983-85, ανάτυπο).

Το 1974 ίδρυσε το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Β. Παπαντωνίου» (νυν Ίδρυμα Βασίλη Παπαντωνίου), στη μνήμη του πατέρα της Βασιλείου. Το Ίδρυμα βραβεύθηκε το 1981 με το European Museum of the Year Award (EMYA) και το 2013 με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για την προσφορά του στον ελληνικό πολιτισμό. Το 2003 ίδρυσε την Ελληνική Εταιρεία Ενδυμασιολογίας.

Δίδαξε στα Τμήματα Θεατρολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, του Πανεπιστημίου Πατρών και του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Είναι επίτιμη διδάκτωρ στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Έχει τιμηθεί με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1981), με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο (2000), με το έπαθλο «Πάνος Αραβαντινός» του Κέντρου Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου (2004), με το Lifetime Achievement Award της European Museum Academy (2013) και με το Αριστείο «Ιωάννης Καποδίστριας» για τις Επιστήμες, τα Γράμματα και τις Τέχνες του Δήμου Ναυπλιέων (2022). Το 1987 της απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο για την ενδυματολογική της εργασία στην ταινία του Φώτου Λαμπρινού Δοξόμπους.

Η Ιωάννα Παπαντωνίου πέρασε στο επέκεινα πλήρης ημερών, στην ηλικία των 90 ετών, την Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2026.

 

Πηγή


  • Συλλογικό έργο, Έλληνες Σκηνογράφοι – Ενδυματολόγοι και Αρχαίο Δράμα, Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα 1999.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »