Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η πονεμένη ιστορία των Ιστορικών Αρχείων του Δήμου Άργους …


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα: «Η πονεμένη ιστορία των Ιστορικών Αρχείων του Δήμου Άργους …», θέμα που πρόεκυψε από την παρ’ ολίγον δημοπράτηση των Πρακτικών του Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους της περιόδου 1856-1890.

 

Η σημασία των ιστορικών αρχείων είναι αδιαμφισβήτητα μεγάλη για την ανάδειξη και διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς και της φυσιογνωμίας μιας πόλης, ενός τόπου. Από τις δημόσιες πολιτικές που ασκούνται και από τις ιδιωτικές δράσεις που εκφράζονται στον τομέα αυτό, εξαρτάται ο βαθμός και η ποιότητα αυτής της φυσιογνωμίας. Το μικρό λαογραφικό μουσείο του χωριού Νυμφαίο κοντά στη Φλώρινα, διαθέτει ανεκτίμητης αξίας έγγραφα, σκεύη, φωτογραφίες, κ.ά. Η πόλη της αδελφοποιημένης με το Άργος Βέροιας, διαθέτει μια από τις πιο αξιόλογες δημοτικές βιβλιοθήκες και παρουσιάζει ένα από τα σημαντικότερα έργα διάσωσης της πολιτισμικής της κληρονομιάς (π.χ. αναπαλαίωση παλιάς και εβραϊκής συνοικίας). Καύχημα για την πόλη της Καλαμάτας αποτελεί, μεταξύ άλλων, το ιστορικό της αρχείο και η συλλογή εφημερίδων της δημοτικής βιβλιοθήκης.

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί μια πόλη τόσο πλούσια σε ιστορία όπως το Άργος στην Αργολίδα, δεν διαθέτει ούτε μια σελίδα δημοτικού ιστορικού αρχείου; Η οργάνωση και συντήρησή του θα έπρεπε λογικά να είναι στις προτεραιότητες κάθε δημοτικής αρχής. Θα έπρεπε… λογικά… αλλά στην πόλη για την οποία μιλάμε συμβαίνει κάτι εντελώς άπρεπο και παράλογο: τα γραπτά τεκμήρια ή τα φωτογραφικά αρχεία της έχουν χαθεί, καταστραφεί, καεί!  Τον τελευταίο καιρό μάλιστα μερικά από αυτά, εξαιρετικά σημαντικά,  βρέθηκαν σε δημοπρασία γνωστού Οίκου. Η πώλησή τους αποφεύχθηκε μετά από τις αντιδράσεις που προκάλεσε η δημοσιοποίηση της δημοπρασίας των «Πρακτικών του ΔΣ του Δήμου Άργους (1856-1890)» και ταυτόχρονα δημοσιοποιήθηκε η υποκρισία και η ρηχότητα με τις οποίες οι (απ)ασχολούμενοι με τα κοινοτικά αντιμετωπίζουν τα ζητήματα διαχείρισης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, όπως και η πλήρης αδιαφορία των ομάδων εκείνων που «κατά τεκμήριο» αποτελούν τη μορφωμένη και ευαισθητοποιημένη πολιτιστικά εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας!

Η δημοσιοποίηση λοιπόν της δημοπρασίας και οι αντιδράσεις που προκάλεσε, έχουν ενδιαφέρον για εκείνους που αναζητούν να καταλάβουν τα αίτια της πολιτισμικής στασιμότητας σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Θα παρουσιάσω συνοπτικά και τεκμηριωμένα το γεγονός λαμβάνοντας υπόψη τα δυο επίπεδα στα οποία καταγράφονται και αξιολογούνται δημόσιες πολιτικές και ιδιωτικές δράσεις για τον πολιτισμό: το τυπικό και εκείνο του περιεχομένου και της ουσίας των πραγμάτων.

 

Φωτογραφία από το πλούσιο αρχειακό υλικό που ανακαλύφθηκε πρόσφατα σε χώρο του Κοινοβουλίου.

Ως προς το τυπικό:  οι πολίτες του Άργους θα γνωρίζουν πως δεν υφίσταται, εδώ και δεκαετίες, καμία απολύτως (δημόσια) δημοτική πολιτική διάσωσης και ανάδειξης ιστορικών τεκμηρίων στην αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας! Έχω επανειλημμένα υπογραμμίσει πως δεν είναι τυχαίο γεγονός η απουσία κάθε οργανωμένου ιστορικού αρχείου στην πόλη. Κι αυτό όχι μόνο γιατί Δημοτικοί Άρχοντες και παρατρεχάμενοι απλά αγνοούν τη σημασία του, αλλά κυρίως γιατί δεν θέλουν! Η ιστορία των πέντε τόμων των πρακτικών του Δ.Σ του πρώτου Δήμου της ανεξάρτητης Ελλάδας (1856-1890) που τέθηκαν σε δημοπρασία από τον γνωστό οίκο «Σπάνια Βιβλία Σπανός» είναι χαρακτηριστική της νοοτροπίας που έχει καλλιεργηθεί χρόνια τώρα.

Εξώφυλλο της 115ης Δημοπρασίας σπάνιων βιβλίων. Στον κατάλογο της δημοπρασίας και στη θέση 38 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (420-433), ο κωδικός 420 αντιστοιχούσε στα «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους 1856-1890».

Η 115η Δημοπρασία σπάνιων βιβλίων Ελλήνων βιβλιόφιλων πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιουλίου 2014 στην αίθουσα του «Παρνασσού». Στον κατάλογο της δημοπρασίας και στη θέση 38 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (420-433), ο κωδικός 420 αντιστοιχούσε στα «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους 1856-1890».

Ο Δήμαρχος κ. Δ.Καμπόσος, ενημερώνεται επίσημα για την δημοπρασία από τον Προϊστάμενο των ΓΑΚ Αργολίδας κ. Δ. Γεωργόπουλο (έγγραφο με αρ.πρωτ 278/9 Ιουλίου 2014). Τις ίδιες ακριβώς ημέρες ο Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού κ. Γ. Γιαννούσης μου κοινοποιεί τον κατάλογο της δημοπρασίας και αποφασίζουμε από κοινού να το δημοσιοποιήσουμε στον τύπο και να ενημερώσουμε τον Δήμαρχο Άργους. Μάλιστα στις 11/7/2014 κοινοποιώ στον κ. Δήμαρχο σημείωμα που δημοσίευσε η ηλεκτρονική έκδοση των «Αργολικών» (11/7/2014) και η  καθημερινή εφημερίδα «Αργολίδα» (17/7/2014), στην οποία απάντησε ενημερωτικά με έγγραφό του  (288/15 Ιουλίου 2014) και πάλι ο Διευθυντής των ΓΑΚ Ναυπλίου.

Πριν ακόμη φτάσει το έγγραφο των ΓΑΚ στον Δήμο, ο κ. Οδυσσέας Κουμαδωράκης, ενημερωμένος από τον κ. Γ. Γιαννούση και με την προτροπή του τελευταίου, ανέλαβε να ενημερώσει τον κ. Καμπόσο και να του μεταφέρει την άποψη της αγοράς έναντι ευτελούς αντιτίμου των πέντε τόμων. Προφανώς, ο Δήμος δεν διέθετε «φράγκο για την αγορά τέτοιων βιβλίων». Εγώ και ο κ. Γιαννούσης ενημερώσαμε όσους θα μπορούσαν να συνδράμουν ώστε να μην χαθεί η ευκαιρία απόκτησης των ιστορικών τεκμηρίων. Μάλιστα συζητήθηκε και η πιθανότητα  συλλογής χρημάτων και συμμετοχής μας στην δημοπρασία χωρίς αυτό να καταστεί δυνατό. Η ιδέα δεν άρεσε σε ορισμένους. Είναι όμως πασίγνωστο πως ακόμη και κυβερνήσεις διαθέτουν μεγάλα ποσά προκειμένου να αποκτήσουν τεκμήρια του εθνικού τους πολιτισμικού πλούτου που υπάρχουν σε ιδιωτικές συλλογές και δημοπρατούνται με την προϋπόθεση να μην είναι προϊόντα κλοπής.

Αλλά είναι τα συγκεκριμένα αρχεία του Άργους κλεμμένα; Υπάρχει η παραμικρή δήλωση οποιασδήποτε Δημοτικής Αρχής για κλοπή και αναζήτηση των αρχείων; Είχε ποτέ ζητηθεί δικαστική συνδρομή για την υποτιθέμενη κλοπή; Που φυλάσσονταν τα αρχεία αυτά και με ποιο τρόπο εκλάπησαν;

Ο κ. Δήμαρχος Άργους-Μυκηνών αποφάσισε να τα διεκδικήσει δια της δικαστικής οδού γεγονός που χαιρετήσαμε με σχετική αρθρογραφία στον τοπικό τύπο τις ημέρες εκείνες. Όταν θα γίνει γνωστό το πλήρες κείμενο της δικαστικής απόφασης θα επανέλθουμε στις λεπτομέρειες. Για την ώρα τα στοιχεία που είναι γνωστά είναι τα παρακάτω:

  • Σε δημοσίευμά της η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας «Αναγνώστης» (Παρ. 27 Οκτ. 2017 https://anagnostis.org/article/14-menes-ston-protergate-tes-klopes-kai-10-ston-kleptapodocho), μας ενημερώνει πως η καταδικαστική απόφαση είναι 14 μήνες στον «κλέφτη» και 10 μήνες στον «κλεπταποδόχο». Η ενημέρωση των «Αργολικών» (https://argolika.gr/2018/01/10) μιλάει για 14 και 12 μήνες αντίστοιχα. Τι ακριβώς ισχύει;
  • Ουσιαστικά δεν υφίσταται ποινή αφού υπάρχει αναστολή και επίσης δεν υπάρχει, όπως σημειώνεται στον τοπικό τύπο,  απάντηση-απόφαση της εισαγγελίας για την κατάσχεση των 5 τόμων και την απόδοσή τους στα ΓΑΚ ή τον Δήμο.
  • Γιατί ο Δήμος δεν κίνησε την διαδικασία των «ασφαλιστικών μέτρων» κατά του Οίκου Δημοπρασιών ώστε να μπλοκάρει άμεσα τα αρχεία και να πετύχει, με δικαστική συνδρομή, την κατάσχεσή τους;
  • Η υπόθεση εκδικάστηκε στο Μονομελές Πταισματοδικείο Ναυπλίου και όταν θα τελεσιδικίσει σε κάποια χρόνια από τώρα, ελπίζουμε και ευχόμαστε, οριστικά και αμετάκλητα να αποδοθούν στα ΓΑΚ.
  • Μπορεί για εσωτερική κατανάλωση ορισμένοι να καταδικάζουν ως «κλεπταποδόχους» τους Οίκους Δημοπρασιών, αλλά καλό είναι να γνωρίζουμε πως οι εταιρίες αυτές έχουν νομικούς συμβούλους και μεγάλη εμπειρία στα ζητήματα αυτά. Όπως ήταν αναμενόμενο οι πέντε τόμοι αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία και ένας Θεός γνωρίζει πότε, πως και που θα εμφανιστούν ξανά.
  • Τέλος, φαίνεται πως όλοι γνωρίζουν το όνομα του «κλέφτη», αλλά κανείς δεν το κοινοποιεί. Μάλλον χρειάζεται να συνεχιστεί το μελόδραμα για να μπορούν ορισμένοι να χύνουν τα κροκοδείλια δάκρυά τους και να κάνουν τη μικρή τους διαφήμιση.

Ως προς την ουσία: παρ’ ότι απερίφραστα και κατηγορηματικά καταδικάζουμε την  πώληση ιστορικών αρχείων από ιδιώτες με σκοπό το προσωπικό οικονομικό κέρδος, θεωρούμε το περιστατικό αυτό απολύτως ενδεικτικό της νοοτροπίας που έχει καλλιεργηθεί. Θέλω να υπενθυμίσω πως πολλές προσπάθειες έγιναν από τα ΓΑΚ Αργολίδας και από τον κ. Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη για να διασωθούν τα (εναπομείναντα;) αρχεία της πόλης του Άργους, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ακόμη πιο επίμονες ήταν οι προσπάθειες που κατέβαλαν ομάδες πολιτών για τη διάσωση αυτή. Πεταμένα σε υπόγεια ή αποθήκες μαζί με την πλούσια βιβλιοθήκη του κληροδοτήματος Κολιαλέξη, αποτελούσαν εικόνα ντροπής για την αρχαιότερη πόλη της χώρας. Παρ’ ότι προτείναμε επίμονα και πολλές φορές στις διάφορες δημοτικές αρχές να εργαστούμε εθελοντικά για την  διάσωσή τους, δεν μας το επέτρεψαν ποτέ! Μέχρι το 2008, όταν ο Αντιδήμαρχος κ. Γ. Αναγνώστου διαμορφώνει τον ημι-υπόγειο χώρου του Κωνσταντοπούλειου Μεγάρου σε ένα ελκυστικό Δημοτικό Αρχείο όπου βρίσκουν επιτέλους στέγη τα βιβλία της βιβλιοθήκης Κολιαλέξη και τα «υπόλοιπα» αρχεία του Δήμου Άργους. Στο χώρο αυτό συνεδρίασε για πρώτη και τελευταία φορά το ΔΣ του νεοϊδρυθέντος «Ινστιτούτου Αργειακών Μελετών».

Στον ίδιο χώρο μου χαμογέλασε η τύχη και φωτογράφησα όσα δημοτικά αρχεία είχαν απομείνει για την περίοδο του 1940, τεκμήρια που συμπεριέλαβα στο βιβλίο «Τετράδιο Πολέμου». Όταν το Κωνσταντοπούλειο Μέγαρο παραχωρήθηκε στην Τουριστική Σχολή, τα αρχεία και η βιβλιοθήκη Κολιαλέξη εξαφανίστηκαν. Παρά τις επίμονες προσπάθειές μας και τις πιέσεις που ασκήσαμε, δεν μπορέσαμε να μάθουμε που είχαν μεταφερθεί. Η ελαφρώς επίσημη εκδοχή ήταν πως «μισά βρίσκονται στο παλιό Δημαρχείο Μύλων και μισά στο κοινοτικό κατάστημα Λυρκείας». Όλες οι προσπάθειες και παρακλήσεις να δούμε τα αρχεία αυτά απέτυχαν. Επομένως έχουμε κάθε δικαίωμα να πιστεύουμε στο χειρότερο σενάριο για την τύχη τους.

Από πού λοιπόν προκύπτει η αγωνία της Δημοτικής Αρχής για την διάσωση των τεκμηρίων της ιστορίας της πόλης; Αφού η Δημοτική Αρχή δια υπογραφής Δημάρχου Δημ. Καμπόσου δηλώνει την δεδομένη «ευαισθησίας μας για την διάσωση και απόκτηση των πηγών της ιστορίας του Δήμου μας», γιατί δεν έχει θέσει στις άμεσες προτεραιότητές της τη δημιουργία ενός μικρού χώρου (έστω ένα παλιοδωμάτιο κάπου προσωρινά), ώστε να τοποθετηθούν τα αρχεία της πόλης (όσα υπάρχουν!) και να μπορούν οι ερευνητές να τα συμβουλευτούν; Η διαρροή του 2014 ότι προετοιμάζεται αίθουσα στο κτίριο του παλιού γαλακτοκομικού συνεταιρισμού για να στεγάσει τα αρχεία αποδείχτηκε, όπως και πολλά άλλα, φτηνό και κακόγουστο αστείο.

Ουσιαστικά η ιστορία των 5 τόμων της δημοπρασίας προέκυψε τυχαία και καθόλου ευχάριστα για τη Δημοτική Αρχή. Δεν κατανοεί, δεν την ενδιαφέρουν και δεν πρόκειται να διεκδικήσει το παραμικρό. Μέχρι να τελεσιδικίσει η ιστορία αυτή θα έχει ξεχαστεί, όπως ξεχάστηκε η καταστροφή του φωτογραφικού αρχείου της ΔΕΠΟΑΡ από… φωτιά, όπως θα ξεχαστεί η εξαφάνιση από το Κωνσταντοπούλειο των τελευταίων ιστορικών τεκμηρίων της πόλης. Στην προσπάθεια αυτή συμβάλλει με μεγάλο ζήλο και η πολύχρωμη αντιπολίτευση, ιδιαίτερα η «προοδευτική», για την οποία άγρια μεσάνυκτα και σκότος βαθύ επικρατούν όταν μιλάμε για θέματα πολιτισμικής κληρονομιάς και τεκμηρίων ιστορικής φυσιογνωμίας της πόλης. Δεν λέω! Είναι χρήσιμη η διαμαρτυρία για την κοπή ενός ιστορικού κυπαρισσιού στο κέντρο της πόλης. Θα ήταν απείρως πιο χρήσιμη η επίμονη διαμαρτυρία και ανάδειξη της συστηματικής καταστροφής των τεκμηρίων της σύγχρονης ιστορικής πορείας της πόλης.

Στηρίζοντας την άποψη αυτή θεωρούμε ως ύψιστη πράξη αντίστασης στον εκβαρβαρισμό της καθημερινότητας, τη συστηματική διάσωση και ανάδειξη κάθε στοιχείου που ενισχύει την πολιτισμική φυσιογνωμία των κοινοτήτων μας. Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη απλοί άνθρωποι που κατανοούν τη σημασία μιας τέτοιας αντίστασης και στηρίζουν την προσπάθεια αυτή. Θα συνεχίσουμε να συνθέτουμε και πάλι κομμάτι-κομμάτι τη νεότερη ιστορική πορεία αυτής της πόλης και ήδη έχουμε σημαντικά αποτελέσματα που δημοσιοποιούνται σταδιακά από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Χρειάζεται όμως να σημειώσουμε πως όλα τα παραπάνω είναι σημάδια των καιρών. Δεν πρόκειται απλά «για σφάλματα μιας κακής Δημοτικής Αρχής», αλλά για την ολοένα και μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτισμική αποσύνθεση που βαραίνει τις τοπικές κοινωνίες και την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της. Το ιστορικό χρυσωρυχείο του Άργους, καθώς οι στοές του γκρεμίζονται η μια μετά την άλλη, θα αποτελεί το παράδειγμα της πιο άτυχης πόλης στην Ελλάδα και ίσως στον κόσμο ολόκληρο.

Κάνουμε έκκληση στην/στον/στους κατόχους των 5 τόμων να τους παραδώσουν, με όποιο τρόπο θεωρούν καταλληλότερο, στα ΓΑΚ Αργολίδας ή στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη. Η καταστροφή τους θα αποτελούσε ένα ακόμη βαρύ πλήγμα  για το λαβωμένο πρόσωπο της πόλης. Ας το σκεφτούν καλά και ας διορθώσουν ένα λάθος με μια πράξη συνειδητά στοργική για την ιστορία του τόπου τους.

Γεώργιος Η. Κόνδης

 Άργος 17-2-2018

Η ζωή στο πολιορκημένο Μεσολόγγι


 

Παρά τις αλλεπάλληλες καταστροφές του, το Μεσο­λόγγι, στην αρχή της Επανάστασης αλλά και κατά τη διάρκεια των πολιορκιών του, είχε μια κοινωνία – και μια ζωή – αρκετά οργανωμένη (με τα μέτρα βέ­βαια της κατάστασης και της εποχής). Μέσα στα χαμηλά πρόχειρα τείχη, που έγιναν βιαστικά πριν από την πρώτη πολιορκία και ενισχύθηκαν αργό­τερα πριν από τη δεύτερη, ζούσαν οι ντόπιοι κάτοι­κοι της πόλης (προύχοντες, μικροκτηματίες, έμπο­ροι, καραβοκύρηδες και ψαράδες), αλλά και «πρόσφυγες» από τις γύρω περιοχές, καθώς και Σουλιώτες πολεμιστές, που είχαν έρθει να προσφέ­ρουν τις – έμμισθες – υπηρεσίες τους.

Χρησιμοποίησα σχηματικά τη λέξη «προύχο­ντες» – που παραπέμπει σε έχοντες περιουσία και μόνο – γιατί δεν έχω άλλη. Οι προύχοντες όμως του Μεσολογγίου (Παλαμάδες, Τρικούπηδες, Ραζη-Κότσικες, Καψάληδες, Βάλβηδες) δεν καλύπτονται εντελώς από τη λέξη αυτή, γιατί ήταν κυρίως άνθρωποι υψηλής μόρφωσης, σπουδασμένοι στην Ευρώπη. Γιατί το Μεσολόγγι, πρώτο ιστορικό λιμάνι της Ελλάδας, με ναυπηγεία και μεγάλο εμπορικό στό­λο το 18ο αιώνα, είχε μεγάλες εμπορικές σχέσεις με τις χώρες της Δύσης και οι εύπορες οικογένειες έστελναν εκεί για σπουδές τα παιδιά τους.

Η πόλη ήταν χτισμένη πάνω σε τρεις μικρές χα­μηλές νησίδες μέσα στη λιμνοθάλασσα, έτσι που οι δρόμοι της ήταν συχνά πνιγμένοι στο νερό. Τα σπίτια των πλούσιων οικογενειών, πολλά απ’ τα οποία σώζονται ως σήμερα, είχαν δύο ή τρεις ο­ρόφους (θεωρώντας για πρώτο το χαμηλό – όχι ό­μως υπόγειο – «κατώι»), χοντρούς τοίχους και μπαλκόνια ή τοξωτές «γαλαρίες», δηλαδή δωμά­τια κλεισμένα με τζάμια. Τα λιγότερο αρχοντικά σπίτια – σ’ αυτά ίσως πρέπει να εντάξουμε και το πανδοχείο της πόλης («Λοκάντα», όπως το έλεγαν, μια και το μεσολογγίτικο ιδίωμα είναι γεμάτο λέ­ξεις ιταλικές) – ήταν κι αυτά πέτρινα, ασοβάτιστα, και τα πιο φτωχικά με αρμούς από λάσπη. Αυτό ε­ξηγεί και την ευκολία με την οποία, όταν τα πράγ­ματα δυσκόλεψαν, οι Μεσολογγίτες γκρέμιζαν ολόκληρα δωμάτια απ’ τα σπίτια τους και πήγαιναν τις πέτρες στα τείχη, να κλείσουν τις ρωγμές που ά­νοιγαν εκεί τα εχθρικά κανόνια. Οι πιο πολλοί ψα­ράδες, τέλος, έμεναν στις χαρακτηριστικές λιμναί­ες κατοικίες (πελάδες), δηλαδή σπιτάκια ξύλινα με στέγες από ψαθί και καλάμι, στηριγμένες πάνω σε πασσάλους, στην άκρη – ή και στη μέση – της θά­λασσας.

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

Καίτοι ο πόλεμος – ή η αναταραχή της προετοι­μασίας του – κράτησε τέσσερα χρόνια, η πόλη δεν αποδιοργανώθηκε. Η Διοικούσα Επιτροπή φρόντιζε γι’ αυτό όσο μπορούσε, αλλά και ο πληθυσμός κρατούσε όσο ή­ταν δυνατόν το ρυθμό της ζωής του. Η περίφημη Παλαμαία Ακαδημία, που είχε ιδρύσει το 1760 ο Παναγιώτης Παλαμάς και που είχε μορφώσει πλήθος επιφανών Ελλήνων, ανέστειλε βέβαια τη λειτουργία της το 1821, υπήρχαν όμως στην πόλη ακόμη δύο Σχολές: μια Σχολή Αλληλοδιδασκαλίας (μέθοδος που ήταν της μόδας τότε στην Ευρώ­πη και ιδιαίτερα στη Γαλλία, όπου την είχαν σπου­δάσει Μεσολογγίτες δάσκαλοι) και μια «Γραμματι­κή» Σχολή, όπου διδάσκονταν τα αρχαία ελληνικά και τα ιταλικά. Στα σχολεία αυτά φοιτούσαν όχι μό­νο τα παιδιά και οι νέοι του Μεσολογγίου, αλλά δί­νονταν ξεχωριστά μαθήματα και στα παιδιά των προσφύγων, που δεν ήταν στο ίδιο επίπεδο γνώσε­ων με τους μαθητές της πόλης γιατί δεν υπήρχαν σχολεία στα μέρη τους.

Απόδειξη του μορφωτικού επιπέδου του Μεσο­λογγίου είναι και το γεγονός πως στις 10 Αυγούστου του 1821 (2 μήνες δηλαδή από τότε που κηρύ­χτηκε στο Μεσολόγγι η Επανάσταση) κυκλοφόρη­σε εκεί – χειρόγραφη – εφημερίδα (με τον τίτλο «Αιτωλική») και στα 1823-24, με τυπογραφικά μηχανή­ματα που ήρθαν από τη Γαλλία και την Αγγλία, η τρίγλωσση εφημερίδα «Telegrapho Greco» και τα «Ελληνικά Χρονικά» του Μάγερ, που κυκλοφόρη­σαν μέχρι λίγο πριν από το θάνατό του κατά την Έξοδο και με τα οποία συνεργαζόταν και μια γυναίκα, η ποιήτρια Αγγελική Πάλλη.

Άλλη λεπτομέρεια που δείχνει την ευνομία και την τάξη που επικρατούσαν στην πόλη – μέσα σε τόσο ταραγμένες μέρες – είναι και η λειτουργία σ’ αυτή δύο δικαστηρίων: του πρώτου Δικαστηρίου Αιτωλίας – με Μεσολογγίτες «κριτές» (δικαστές) – που ιδρύθηκε το 1823 και του Δικαστηρίου των Εκκλήτων (Εφετείο), που ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1824. Παράλληλα, ένας μεγάλος αριθμός ντό­πιων αγωνιστών και πολιτών ίδρυσαν την Αδελ­φότητα των Φιλοδικαίων για να μεριμνά για τη δί­καιη διαχείριση των τροφίμων και των χρημάτων που στέλνονταν – τον πρώτο καιρό – ως βοήθεια.

Η καθημερινή ζωή και ο πόλεμος ήταν σφιχτά κι αξεδιάλυτα πλεγμένα μεταξύ τους. Και πώς μπορούσε να γί­νει διαφορετικά, αφού οι οικογενειάρχες που πολεμούσαν στα τείχη έπρεπε να τρέχουν, μόλις έβρισκαν μια α­νάπαυλα, μια ευκαιρία, να φροντίζουν για τα σπί­τια τους – ή και να κοιμηθούν στα κλεφτά -, οι γυ­ναίκες που μαγείρευαν – το λίγο στην αρχή και υ­ποτυπώδες στο τέλος – φαγητό τους να πηγαίνουν στα τείχη φυσέκια, που οι ίδιες τύλιγαν, επιδέ­σμους για τους τραυματίες, απ’ τα σεντόνια τους που έσκιζαν, πέτρες απ’ τα σπίτια τους που οι ίδιες γκρέμιζαν, για να επιδιορθωθούν τα τείχη, ξύλα για ν’ ανάβουν φωτιές να ζεσταίνονται οι πολεμι­στές, ή και να αλλάξουν καμιά φορά για λίγο βάρ­διες μ’ αυτούς. Οι πολίτες ήταν πολεμιστές και οι πολεμιστές πολίτες.

Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.

Όλοι κοιμούνταν στα σπίτια τους, δεν υπήρχαν στρατώνες και οι στρατηγοί είχαν διαλέξει για ντά­πια τους αυτή που ήταν πιο κοντά στα σπίτια τους. Και οι μη ντόπιοι πολεμιστές (όπως π.χ. οι Σου­λιώτες) στρατωνίζονταν κι αυτοί στα σπίτια της πό­λης. (Και είναι μια εξαίσια λεπτομέρεια από την περίφημη μάχη της Κλείσοβας, του θαλάσσιου ο­χυρού του Μεσολογγίου, πως ο νικητής Κίτσος Τζαβέλας, αφού κράτησε ώρες τους Τούρκους μα­κριά κι έβαψε γύρω κατακόκκινα τα νερά απ’ το αίμα τους, γύρισε μετά μες στην πόλη και κοιμήθηκε στην αγκαλιά της αγαπημένης του).

Ο στίχος του Σολωμού «δεν τους βαραίνει ο πόλεμος αλλ’ έγινε πνοή τους» φαίνεται να συνοψίζει – με μοναδικό, βέβαια, ποιητικό τρόπο – την τό­τε πραγματικότητα. Γιατί ο πόλεμος κράτησε – με διακοπές – σχεδόν τέσσερα χρόνια, κι όλοι μες στην πόλη είχαν συνηθίσει πια την αντάρα του.

Γεννιούνταν, αγαπιούνταν ή πέθαιναν μέσα σ’ αυτή. Τόσο πολύ την είχαν συνηθίσει που, όπως α­ναφέρει ο Κασομούλης, όταν καμιά φορά, με την πολλή ζέστη τα μεσημέρια, σταματούσε για λίγο το «κανόνισμα», έπιανε τον κόσμο μια αθυμία, σαν κάτι να τους έλειπε.

Ο πόλεμος δεν τους ήταν «εμπόδισμα» σχε­δόν σε τίποτε. Πήγαιναν στις εκκλησίες, έκαναν τις γιορτές τους, έβαζαν οι κοπέ­λες το καλό τους φόρεμα, «τον σέρσηγκα», τις Κυριακές, οι νέοι παντρεύονταν. Στο γάμο του στρατηγού Δημητρίου Μακρή με την Ευπραξία Ραζη – Κότσικα, που έγινε στις 7 Ιανουα­ρίου, δηλαδή τρεις μήνες πριν από την Έξοδο, γλένταγαν ως το πρωί κι έριχναν μπαταρίες, τόσο, που οι Τούρκοι έξω απ’ τα τείχη ρώτησαν τι συμβαίνει. Κι όταν οι φρουροί απ’ τις ντάπιες τούς είπαν τι συ­νέβαινε, ευχήθηκαν κι εκείνοι: «Αντε, ωρέ, να ζήσουνε και καλή προκοπή», τους είπανε. Ανάμεσα στα παράξενα – και τα μαγικά – που συνέβαιναν μέσα στην πολιορκημένη πόλη, θα ‘πρεπε να σταθούμε ιδιαίτερα σε μερικά.

Το πρώτο ήταν ο ρόλος που κλήθηκαν – ή ανα­γκάστηκαν, ή θέλησαν – να παίξουν οι γυναίκες. Ρόλος πρωταγωνιστικός και που δεν τον έπαιξαν μόνο γυναίκες μεμονωμένες ή ξεχωριστές -όπως αλλού ας πούμε η Μαντώ Μαυρογένους ή η Μπουμπουλίνα αλλά όλες, ανεξαρτήτως κοινω­νικής, οικονομικής τάξης ή μόρφωσης.

Πρώτα πρώτα, πριν ακόμη κλείσει ο κλοιός από τη θάλασσα, πήγαν πολλές μαζί σαν «πρεσβευτές» της πόλης στα Επτάνησα να ζητήσουν απ’ τον κό­σμο εκεί «χρήματα, πανιά για τους λαβωμένους», όπως λέει και η πολύτιμη μαρτυρία του Σολωμού – πρωτοβουλία παράτολμη, αν σκεφτεί κανείς τα τό­τε ήθη και τη θέση της γυναίκας.

Άλλος ρόλος – πρωτότυπος – που ανέλαβαν οι γυ­ναίκες ήταν να σχηματίζουν μια ζωντανή αλυσίδα από την πόλη ως τα τείχη της, όχι μόνο για να με­ταφέρουν εκεί από φαγητά μέχρι πέτρες, αλλά και για να παίρνουν από κει χώμα. Όταν δηλαδή οι πο­λιορκητές ύψωναν έξω απ’ τα τείχη μεγάλα προ­χώματα για να μπορούν να χτυπάνε μέσα στην πό­λη, αυτές όλη τη νύχτα, μέσα από λαγούμια που έσκαβαν, έπαιρναν και μετέφεραν, δίνοντας η μία στην άλλη, χέρι με χέρι, το χώμα μέσα, κι έτσι τα περίφημα «υψώματα» όλο και χαμήλωναν.

Κι όταν ο κλοιός έσφιξε πιο πολύ κι εξάντλησαν όλες τις αρμυρήθρες της θάλασσας, όλα τα σιχασμένα ζώα της γης για να θρέψουν τα παιδιά τους, κι αφού ακόμη κάποιες έψησαν (υπάρχουν μαρτυρίες γι’ αυτό) μέλη των νεκρών παιδιών για να θρέψουν τ’ άλλα, προχώρησαν, «σαν έτοιμες από καιρό», ως το φοβερό τέλος. Άλλες βγήκαν με τη φρουρά, ντυμένες σαν άντρες και με τα κοιμισμένα μ’ αφιόνι μωρά τους στην αγκαλιά, άλλες αυτοκτόνησαν πέφτοντας πάνω στα εχθρικά σπαθιά ή κό­βοντας με τα δόντια τη γλώσσα τους, άλλες σκότω­ναν τα παιδιά τους και μετά σκοτώνονταν κι άλλες τέλος ανατινάζονταν μαζί με τον Καψάλη ή τον ε­πίσκοπο Ιωσήφ στις πυριτιδαποθήκες. Δεκάδες ονόματα, που έμειναν όχι μόνο στα χαρ­τιά, αλλά και στη συλλογική μνήμη: Αλεφαντώ, Γυφτογιάνναινα, Πιτούλαινα, Σάνα, Διαμάνταινα, Τσιμπερλένιαινα, Αλτάνη Μάγερ, Ειρήνη Στασινόπουλου.

Οι ίδιες που λίγους μήνες πριν έκλεβαν τη νύ­χτα χώμα ή γέλαγαν με τα παθήματα των Τούρκων και των Ευρωπαίων εκπαιδευτών τους. Γιατί, ακόμη και στις δύσκολες στιγμές – κι αυτό είναι το δεύτερο περίεργο -, το χιούμορ δεν έλειψε ποτέ απ’ το Μεσολόγγι. Όταν, στις εφόδους που έκαναν έξω απ’ τα τείχη, διέλυαν το τουρκικό στρατόπεδο και κυνηγούσαν α­πό πίσω τους Τούρκους, αυτοί φώναζαν «αμάν καπιτάν», ενώ οι Γάλλοι εκπαιδευτές τους (σαν τους ήρωες του Τσάρλι Τσάπλιν που τρώνε κλοτσιά στα οπίσθια) φώναζαν «παρντόν», «παρντόν»! Οι πο­λιορκημένοι, λοιπόν, όταν έπιαναν κανέναν απ’ τους εκπαιδευτές – που εύλογα αντιπαθούσαν – τον έσερναν κάτω και του έλεγαν γελώντας: «παρντόν, παρντόν». Κι όταν τους έβλεπαν έξω απ’ τα τείχη να κάνουν ασκήσεις στους Τούρκους σε παράταξη, μπροστά – πίσω – πράγματα που οι πολιορκημένοι δεν είχαν δει ποτέ- τους φώναζαν: «Πού πάτε ωρέ προς τα κει; Από δω είναι το Μεσολόγγι».

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Κάθε πρωί ανέβαινε στα τείχη ένας πυροβολη­τής ονόματι – ή μάλλον με το παρατσούκλι – Γουρνάρας και φώναζε: «Αλέστα! του Κιουταχή τα γέ­νια χέστα!». Αυτό σύγχυζε πολύ τον Κιουταχή. «Δεν βρίσκεται κανένας να τον κάνει να σωπάσει;» έλεγε. Ένας Μεσολογγίτης πάλι απ’ το σώμα του Μακρή έκανε μονομαχία με βρισιές μ’ έναν Τούρ­κο απέναντι, που είχε γεννηθεί στην Ελλάδα και ήξερε καλά τα ελληνικά, και τον νίκησε, γιατί βρήκε πολύ περισσότερα σημεία «να επιτεθεί» (τους βεζίρηδες, τους μπιμπασιάδες τους, τους λουλέδες τους, τις καπνοσακούλες τους).

Μια Μεσολογγίτισσα, όταν ένα εχθρικό βόλι πα­ρά λίγο να τη σκοτώσει τρυπώντας τελικά μόνο τη βαρέλα με το νερό που κουβαλούσε, γύρισε ατάρα­χη προς αυτό και είπε: «Μπα κακό χρόνο να ‘χεις κι εσύ κι αυτός που σ’ έριξε· κιο δεν έχω άλλη βαρέλα»· ενώ ένας άντρας που έσκασε μια βόμβα έξω απ’ το σπίτι του όπου έ­φτιαχνε με το γουδί «αλιάδα» (σκορδαλιά), γύρισε κι αυτός – απαθής – και την έβρισε: «Πουτάνα!», της είπε και συνέχισε να κάνει τη δουλειά του. Μια μέρα που έπεσε μια βόμβα μες στην αγορά και δεν έσκασε με την πρώτη, ένας σκύλος που ή­ταν εκεί κοντά την πήρε για παιχνίδι κι άρχισε να την κυλάει. Όσοι ήταν λοιπόν γύρω στέκονταν και γελούσαν· προπαντός τα παιδιά.

Αυτή η σκηνή συνοψίζει, θα ‘λεγε κανείς, το τρίτο «περίεργο»: τη θέση των παιδιών στο Μεσολόγγι. Τα πιο μικρά, αφού είχαν γεννηθεί μες στον πόλεμο, τον είχαν πά­ρει για μέρος της καθημερινής ζωής, και δεν καταλάβαιναν το φόβο του, ενώ τα μεγαλύτερα είχαν εξοικειωθεί μ’ αυτόν. Τα πρώτα έπαιζαν τον πόλεμο, τα δεύτερα συμμετείχαν σ’ αυτόν.

Πρώτα πρώτα συμμετείχαν στον πετροπόλεμο που έκαναν συχνά οι αγωνιστές, για ν’ απομακρύνουν τους πολιορκητές απ’ τα περιχαρακώματα, και δεύτερον έπαιρναν πολλές φορές μέρος και σε μάχες κανονικές. Άλλο έπιανε τη θέση του πατέρα του, αν αυτός πληγωνόταν, άλλο ορμούσε χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Έχουμε πολλά ονόματα παιδιών, που σαν τον Γαβριά του Ουγκό γύριζαν απ’ τις μά­χες με λάφυρα (όπλα σκοτωμένων, ακόμη και… ά­λογα), ενώ ο δεκαεξάχρονος Νταής Βορίλας έσω­σε την Κλείσοβα, περνώντας μέσα από τον εχθρικό στόλο του Ιμπραήμ, για να ειδοποιήσει τον Κίτσο Τζαβέλα.

Όμως το «παιχνίδι» του πολέμου είχε και τη φοβερή όψη του. Ο δεκαπεντάχρονος Αντώνης Μπάκας, για παράδειγμα, ο οποίος στην πρώτη του εξόρμηση είχε φέρει πίσω τα τουφέκια δύο Χαλτούπηδων, στη δεύτερη πληγώθηκε και, λίγες μέ­ρες μετά, πέθανε. Κι αν το παιχνίδι του Αντώνη Μπάκα ήταν μοιραίο για κείνον, αυτό του μικρού Σπύρου Παπαλουκά απέβη δυστυχώς μοιραίο για το Μεσολόγγι. Στο Βασιλάδι δηλαδή, που ήταν το ισχυρότερο προπύργιο του Μεσολογγίου απ’ τη με­ριά της θάλασσας, ενώ η τελευταία μάχη έκλινε υ­πέρ των πολιορκημένων, ο δεκάχρονος γιος του στρατηγού Αναστασίου Παπαλουκά, μέσα στο ζή­λο του να βοηθήσει, έριξε κατά λάθος ένα κομμάτι αναμμένο δαδί στα βαρέλια με το μπαρούτι κι ανα­τινάχτηκε όλο το οχυρό, μαζί με τις τελευταίες ελπίδες της πόλης.

Έτσι, ακροβατώντας ανάμεσα στο παιχνίδι και στο θάνατο, έφυγαν τα παιδιά του Μεσολογγίου. Τα μεγαλύτερα. Τα πιο μικρά, αυτά δηλαδή που δεν είχαν γνω­ρίσει την ειρήνη, πρέπει να ‘φυγαν μισοδιασκεδάζοντας αλλά και μισοαπορώντας για το – ακατα­νόητο γι’ αυτά – παιχνίδι που παιζόταν γύρω τους, όπου οι μανάδες τους ξαφνικά μασκαρεύονταν με ρούχα αντρικά κι έκαιγαν τα κρεβάτια τους, όπου όλοι έσκυβαν και φιλούσαν τα κατώφλια απ’ τα σπίτια τους, όπου τους έδιναν κάτι να πιουν και ζα­λίζονταν και, «σαν σε όνειρο του ονείρου», θαμπόβλεπαν, άλλα έναν γέρο, άλλα έναν παπά να βάζει φωτιά σε κάτι βαρέλια και να τινάζονται όλοι μαζί στον αέρα.

 

Βιβλιογραφία


  1. Σπυρομήλιος, «Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου», εκδόσεις Τσουκαλά, Αθήνα 1957.
  2. Αύγουστος Φαμπρ, «Ιστορία της πολιορκίας του Μεσολογγίου» (μετάφραση απ’ τα γαλλικά Ακακίας Κορδόση – η πρώτη χωρίς λογοκρισία), εκδ. «Πολύπλευρο», Μεσολόγγι 1983.
  3. Νικόλαος Δ. Μακρής, «Ιστορία του Μεσολογγίου», εκδόσεις Τσουκαλά, Αθήνα 1957.
  4. Κ.Α. Στασινόπουλος, «Το Μεσολόγγι», τόμος Α, Αθήνα 1926.
  5. Στέφανος Τσίντζος, «Το Μεσολόγγι, κοιτίς της Ελευθερίας», Αθήνα 1936.
  6. Κ. Σ. Κώνστας, «Άπαντα», Α’ τόμος, Αθήνα 1991.
  7. Κωνσταντίνος Π. Πετρόπουλος: «Σκηνές Εθνικού Μεγαλείου», Αθήνα 1971.
  8. Σπύρος Κανίνιας, «Η Δικαιοσύνη στο Μεσολόγγι 1821-1826», Επετηρίδα Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Δικαίου Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 1985.
  9. Εκδόσεις Εθνικής Τράπεζας, «Μεσολόγγι», Αθήνα 1976.

Ακακία Κορδόση

Συγγραφέας

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

  

Διαβάστε ακόμη:

Ζουράρις ερίδματος


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε στο «Ελεύθερο Βήμα» σύντομο σημείωμα από το ιστολόγιο, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», του κυρίου Νίκου Σαραντάκου, που αφορά στην επιστολή παραίτησης του Κώστα Ζουράρη.

 

Πρέπει να έχω γράψει τουλάχιστον πέντε ή έξι άρθρα για τον Κώστα Ζουράρι και τις λεκτικές του ακροβασίες, οπότε σήμερα που παραιτήθηκε από τη θέση του υφυπουργού τού χρωστάω ένα σύντομο σημείωμα, μια και φρόντισε στην επιστολή της παραίτησής του να πετάξει ένα ακόμα γλωσσικό πυροτέχνημα.

Η επιστολή παραίτησης του Κ. Ζουράρι δεν μπορούσε να μην έχει μια δύσκολη λέξη για φιγούρα, και μάλιστα στην αρχή- αρχή. Το κείμενο της επιστολής δίνεται ταυτόσημο από όλα τα μέσα ενημέρωσης, αλλά νομίζω ότι κάποια κόμματα έχουν παραλειφθεί και τα αποκαθιστώ εδώ:

Ερίδματε πρωθυπουργέ και σύντροφε, υποβάλλω σήμερα 14.1.2018 την από την θέση του υφυπουργού επί της παιδείας παραίτησίν μου, η οποία διευκολύνει, ως εικός, την κυβερνητική αλληλεγγύη και, συνάμφω, το πολιτικό μου αυτεξούσιον. Μετά της προσηκούσης τιμής, Κώστας Γ. Ζουράρις.

Όλα τα ειδησεογραφικά μέσα, αντλώντας προφανώς από την ίδια πηγή, μεταφράζουν εντός παρενθέσεως «καλοδομημένε» το «ερίδματε», όμως δεν είναι και τόσο καλή αυτή η απόδοση, χώρια που αν την πεις γρήγορα τη λέξη μπορεί και να παρεξηγηθείς.

Το ερίδματος είναι δωρικός τύπος, άπαξ λεγόμενο θαρρώ, αφού πρέπει να υπάρχει μόνο στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου (στ. 1461) και αντιστοιχεί στο ερίδμητος. Αν κάνουμε ανάλυση της λέξης βρίσκουμε το γνωστό πανάρχαιο επιτατικό πρόθημα ερι- το οποίο στα νέα ελληνικά επιβιώνει βασικά στο επίθ. «ερίτιμος» (τα εριβώλαξ κτλ. είναι αρχαία που τα ξεθάβουμε μόνο για φιγούρα). Εριβώλαξ, η γη με τους μεγάλους βώλους, άρα η εύφορη. Ερίδμητος, ο γεροχτισμένος, ο καλοχτισμένος (πρβλ. νεόδμητος, ο νεοχτισμένος).

Άρα, το καλοδομημένος δεν είναι εντελώς λάθος απόδοση, αλλά δεν είναι και καλή. Το ελληνικό Λίντελ Σκοτ δίνει εξήγηση «ισχυρώς εκτισμένος, άρα ακίνητος, ακατάβλητος» και προφανώς με αυτή την τελευταία σημασία το χρησιμοποίησε ο Ζουράρις.

(Στον Αγαμέμνονα βέβαια ο Αισχύλος χρησιμοποιεί το επίθετο για την Έριδα: Έρις ερίδματος, και ίσως να το διάλεξε και για την παρήχηση. Βαρυσύντυχη οργή, μεταφράζει ο Γρυπάρης).

Να πούμε βέβαια ότι ο Ζουράρις έπεσε θύμα προηγούμενης λεκτικής ακροβασίας του, όταν συζητώντας σε ραδιοσταθμό της Θεσσαλονίκης είπε (όχι ακριβώς έτσι, ακούστε το ηχητικό):

«Βουντού, βουντού, βουντού και μια καρφίτσα μαύρη, στο κατώτερο τμήμα του στεατοπυγικού μου υποσυστήματος έκατσαν 10.000 γαύροι…»

 

 

 

Πέρα από το ότι τέτοιες κουβέντες, έστω και στο πλαίσιο χαλαρής συζήτησης, δεν ταιριάζουν σε υπουργό, είναι και λάθος εφ’ όλης της ύλης. Δεν υπάρχει στεατοπυγικό σύστημα στον άνθρωπο, κι αν υπήρχε το κατώτερο τμήμα του δεν θα αντιστοιχούσε στο σημείο της ανατομίας για το οποίο γίνεται λόγος στην κανονική εκδοχή του συνθήματος.

Οπότε, καλώς παραιτήθηκε.

Νίκος Σαραντάκος

Κλασικά Γράμματα και Έλληνες φιλόλογοι: ανασκόπηση της συμβολής τους από τους αλεξανδρινούς χρόνους μέχρι τις ημέρες μας* – Αλεξάνδρα Ροζοκόκη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

«Κλασικά Γράμματα και Έλληνες φιλόλογοι: ανασκόπηση της συμβολής τους από τους αλεξανδρινούς χρόνους μέχρι τις ημέρες μας».

 

Ο χαρακτηρισμός κλασικός (classicus) προκειμένου να προσδιορίσει τους συγγραφείς της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας ως συγγραφείς «πρώτης τάξεως», χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τον 2ο αι. μ.Χ. από τον λατίνο συγγραφέα Αύλο Γέλλιο (NA 19.8.15). Ο όρος Κλασικά Γράμματα*  περιλαμβάνει την αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία επειδή για την ποιότητά τους κρίθηκαν άριστες και ανυπέρβλητες, άξιες ν’ αποτελούν πρότυπο. Τα ομηρικά έπη τράβηξαν από νωρίς την προσοχή γραμματισμένων (γραμματικών) οι οποίοι ασχολήθηκαν με τη διάσωση, την αποκατάσταση, την ερμηνεία τους. Τον 6ο αι. π.Χ. στην Αθήνα μ’ εντολή του Πεισιστράτου ένας κύκλος λογίων από τη μητροπολιτική και Μ. Ελλάδα ασχολήθηκε με την εξυγίανση του κειμένου της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Από τους παλαιότερους γραμματικούς και κριτικούς του Ομήρου ήταν ο Θεαγένης από το Ρήγιο της Κ. Ιταλίας (έζησε τον 6ο αι. π.Χ.), ο Στησίμβροτος από τη Θάσο (δίδαξε στην Αθήνα κατά τα τέλη του 5ου αι. π.Χ.), ο Αντίμαχος από την Κολοφώνα (επιμελήθηκε έκδοση των ομηρικών επών κι έγραψε Βίο Ομήρου τον 4ο αι. π.Χ.). Ως πρόδρομοι της φιλολογίας μπορούν να εκληφθούν ο Εκαταίος ο Μιλήσιος, ο Ηράκλειτος και ο Ηρόδοτος για το ενδιαφέρον τους να ετυμολογούν λέξεις· ακόμη οι σοφιστές Πρωταγόρας, Πρόδικος και Ιππίας, οι φιλόσοφοι Σωκράτης και Πλάτων, επειδή ερμήνευαν επικά και αρχαϊκά ποιήματα και γενικώς ασχολούνταν με τη γλώσσα. Ο Αριστοτέλης δικαίως μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρώτος φιλόλογος καθώς τόσο η λογοτεχνική κριτική όσο και η τέχνη της ερμηνείας βρίσκουν τις αρχές τους σ’ αυτόν (Διον. Χρυσ. 53.1· βλ. Ποιητική και δύο χαμένα έργα του Περί ποιητών, Απορήματα Ομηρικά).

Ο Αριστοτέλης με το δάσκαλό του Πλάτωνα στην Ακαδημία, λεπτομέρεια από το έργο «Η σχολή των Αθηνών», νωπογραφία του Ραφαήλ Σάντσιο. Τοιχογραφία. Ανάκτορα του Βατικανού, Ρώμη. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Βέβαια, η φιλολογία θ’ αναπτυχθεί συστηματικά στα ισχυρά και πλούσια ελληνιστικά βασίλεια. Στις βιβλιοθήκες της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας, της Περγάμου και στο Μουσείο της Αλεξάνδρειας (το πρώτο ερευνητικό ίδρυμα), διασώζονται, μελετώνται και προβάλλονται με συστηματικό τρόπο τ’ αριστουργήματα της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς. Φιλόλογοι (όπως ο Καλλίμαχος και ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος, ο Αλέξανδρος Αιτωλός, ο Λυκόφρων από τη Χαλκίδα, ο Ζηνόδοτος ο Εφέσιος, ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, ο Αρίσταρχος από τη Σαμοθράκη, ο Κράτης από την Κιλικία, ο Ευφορίων από τη Χαλκίδα, ο Δίδυμος από την Αλεξάνδρεια, κ.ά.π.) εκδίδουν με κριτικό τρόπο τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, παραμερίζοντας ψευδεπίγραφα, αντιπαραβάλλοντας γραφές χειρογράφων, απομακρύνοντας προσθήκες/παρεμβολές και διορθώνοντας φθαρμένα σημεία του κειμένου· συντάσσουν πλούσια ερμηνευτικά υπομνήματα και μελέτες, γεωγραφικές, γλωσσικές, γραμματολογικές, ιστορικές, βιογραφικές, μετρικές, ή γενικώς μελέτες που αφορούν κάθε έκφανση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Χωρίς τους αλεξανδρινούς φιλολόγους πολλά θα είχαν χαθεί ήδη από νωρίς. Μολονότι το έργο τους δεν είναι απαλλαγμένο από σφάλματα ή ατέλειες, εντούτοις θεωρείται κεφαλαιώδους σημασίας: οι κριτικές εκδόσεις και τα σχόλιά τους επηρέασαν όλες τις μεταγενέστερες εκδόσεις και σχολιασμούς. Κάποιες από τις βασικές φιλολογικές αρχές τους ισχύουν ακόμη.

Τον 3ο και 2ο αι. π.Χ., οι Ρωμαίοι από τη μια κατακτούσαν τις ελληνικές πόλεις της Κ. Ιταλίας και Σικελίας, από την άλλη εμπιστεύονταν την εκπαίδευση των παιδιών τους σ’ Έλληνες δασκάλους, δούλους ή απελεύθερους. Οι ημιέλληνες Λίβιος Ανδρόνικος κι Έννιος μετέφραζαν συνεχώς Έλληνες συγγραφείς, ενώ οι διαλέξεις που ο Κράτης από την Κιλικία έδωσε στη Ρώμη, έθεσαν τις βάσεις της λατινικής φιλολογίας.

Οι βυζαντινοί λόγιοι, έχοντας συνείδηση ότι είναι φορείς μιας σημαντικής παράδοσης, μελέτησαν, σχολίασαν, προσέλαβαν και διέσωσαν κείμενα της αρχαιότητας. Καταλυτική η επίδραση του Πλάτωνα και Αριστοτέλη σε φιλοσόφους όπως ο Μιχαήλ Ψελλός, Ιωάννης Ιταλός, Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων. Τον 9ο αι. η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την αρχαία ελληνική παράδοση οδήγησε στον πρώτο βυζαντινό ουμανισμό. Ο Λέων ο Σοφός, ο πατριάρχης Φώτιος, ο αρχιεπίσκοπος Αρέθας, κ.ά. έσκυψαν με αγάπη, μελέτησαν, ερμήνευσαν και διέσωσαν αρχαίους συγγραφείς. Ο Ευστάθιος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, αποτελεί τη σημαντικώτερη φιλολογική μορφή του 12ου αι. για το μνημειώδες του υπόμνημα των ομηρικών επών· φαίνεται ότι ανακάλυψε δώδεκα επιπλέον τραγωδίες του Ευριπίδη. Αξιόλογο το έργο των αδελφών Ισαάκ και Ιωάννη Τζέτζη ( του πρώτου για τα μετρικά σχόλια στον Πίνδαρο, του δεύτερου για τα σχόλια στον Ησίοδο, Αριστοφάνη και Λυκόφρονα). Κορυφαίος φιλόλογος της παλαιολόγειας αναγέννησης (13ος/14ος αι.) και κάτοχος της λατινικής γλώσσας ο Μάξιμος Πλανούδης μετέφρασε στα ελληνικά, έργα του Αυγουστίνου και του Οβιδίου, ενώ εξέδωσε πλήθος κειμένων της κλασικής και ελληνιστικής εποχής. Άξιος μαθητής του ο Μανουήλ Μοσχόπουλος (σχολίασε Όμηρο, Ησίοδο, Πίνδαρο, τραγικούς και Θεόκριτο). Με τον Δημήτριο Τρικλίνιο η φιλολογία έφτασε στο απόγειό της. Ο Τρικλίνιος εξέδωσε και υπομνημάτισε Ησίοδο, τραγικούς, Αριστοφάνη, Πίνδαρο, Θεόκριτο· η μεγαλύτερη προσφορά του έγκειται στην ορθή ανάλυση των μετρικών δομών του αρχαίου δράματος. Από τα μαθήματα ελληνικών του Μανουήλ Χρυσολωρά στη Φλωρεντία και στο Μιλάνο (τέλη του 14ου αι.) ωφελήθηκαν αρκετοί Ιταλοί, με αποτέλεσμα ν’ αρχίσει η μετάφραση ελληνικών κειμένων. Μετά την άλωση της Κων/λης Έλληνες λόγιοι δίδαξαν στη Δύση, ενώ άλλοι όπως ο καρδινάλιος Βησσαρίων συγκρότησαν βιβλιοθήκες με ελληνικά χειρόγραφα. Η δημοσίευση έργων των Ελλήνων κλασικών σε τυπογραφεία της Φλωρεντίας και Βενετίας μ’ επιμέλεια του Δημήτριου Χαλκοκονδύλη, Μάρκου Μουσούρου, κ.ά. συνετέλεσε στην αναγέννηση των γραμμάτων στη Δύση. Στη Γαλλία ο Ερμώνυμος από τη Σπάρτη, καθηγητής στο Παν/μιο των Παρισίων, έβγαλε επιφανείς μαθητές, μεταξύ των οποίων ο Έρασμος.

Κι ενώ στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία, Ιταλία οι κλασικές σπουδές αναπτύσσονταν σταθερά, στον υπόδουλο ελλαδικό χώρο είχαν σβήσει. Εξαίρεση αποτέλεσαν όσοι Έλληνες είχαν την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν στη φωτισμένη Ευρώπη. Ένας απ’ αυτούς ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833) που για το πλούσιο εκδοτικό του έργο (17 τόμους περιλαμβάνει η σειρά Ελληνική Βιβλιοθήκη με έργα αρχαίων Ελλήνων) θεωρείται ως ο πατριάρχης των κλασικών γραμμάτων στη νεώτερη Ελλάδα.

Η οικονομική ένδεια και άλλες δυσχέρειες που κατέτρυχαν το νεοσύστατο ελληνικό κράτος (πόλεμοι, πολιτικές ταραχές, κ.λπ.) δεν ευνόησαν την πρόοδο των κλασικών σπουδών. Μετρημένοι στα δάχτυλα είναι οι Έλληνες κλασικοί φιλόλογοι των οποίων το επιστημονικό έργο χάρη στην πρωτοτυπία, την ορθότητα, την ευφυΐα έδωσε ώθηση στη μελέτη των κλασικών γραμμάτων και αποτέλεσε σε διεθνές επίπεδο σημείο αναφοράς. Αναφέρω τους Γρηγόριο Βερναρδάκη (1848-1925), Ιωάννη Συκουτρή (1901-1937), Ιωάννη Θ. Κακριδή (1901-1991) και Στυλιανό Καψωμένο (1907-1978). Η βελτίωση της οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 60 και μετά, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των πανεπιστημιακών τμημάτων κλασικής φιλολογίας, τη συγκρότηση επιστημονικών βιβλιοθηκών, τη χορήγηση περισσότερων υποτροφιών για μετεκπαίδευση πτυχιούχων στο εξωτερικό με σκοπό την αρτιότερη κατάρτισή τους. Τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες κλασικοί φιλόλογοι με επιστημονικές μελέτες και άρθρα δείχνουν μια παρουσία στο διεθνές στερέωμα. Ζητούμενο όμως, εξακολουθεί να παραμένει η ποιότητα – όχι η ποσότητα· δηλ. η εκπόνηση μελετών που δεν αναμασούν ούτε περιπλέκουν χιλιοειπωμένα, αλλά όντως ανοίγουν δρόμους στην κλασική φιλολογία επιλύοντας ή συνεισφέροντας στην επίλυση προβλημάτων.

Οι στέρεοι επιστήμονες αποτελούν προϊόν ενός στέρεου εκπαιδευτικού συστήματος. Οι πανεπιστημιακοί καθηγητές πρέπει να είναι ικανώς καταρτισμένοι για να μπορούν να διδάσκουν μ’ επάρκεια τους φοιτητές. Τούτο επιτυγχάνεται όταν οι πανεπιστημιακοί εκλέγονται μ’ επιστημονικά και όχι μ’ άλλου είδους κριτήρια (π.χ. πολιτικά, οικογενειακά, φιλικά, κ.λπ.). Η πλημμελής, μαζική παραγωγή χιλιάδων εξερχομένων πτυχιούχων δεν ωφελεί σε τίποτα. Η συρρίκνωση του μαθήματος των Αρχαίων Ελληνικών (είτε από μετάφραση είτε από πρωτότυπο) στη Μέση Εκπαίδευση, η επαφή των μαθητών με την αρχαία ελληνική γλώσσα μέσα από βαρυφορτωμένα – συχνά ακατάλληλα για την ηλικία τους – διδακτικά εγχειρίδια, οι ελάχιστες γνώσεις Λατινικών που οι μαθητές λαμβάνουν στο Λύκειο, δεν δομούν μιά κατάλληλη βάση για σοβαρές πανεπιστημιακές σπουδές. Ακούγεται όλο και πιο συχνά ότι η ίδρυση Κλασικών Λυκείων θα λύσει το πρόβλημα καθώς εκεί θα μορφώνονται όσοι μαθητές ενδιαφέρονται για τα κλασικά γράμματα· κι αυτοί θα εξέρχονται καλύτερα προετοιμασμένοι να παρακολουθήσουν ανώτατες σπουδές. Τα Κλασικά Λύκεια μπορούν ν’ αποβούν ωφέλιμα, αρκεί οι διδάσκοντες σ’ αυτά να διαθέτουν γερή κατάρτιση και να έχουν εκλεγεί μετά από σοβαρές αξιοκρατικές διαδικασίες. Οι Έλληνες φιλόλογοι δεν υπολείπονται σε οξύνοια των ξένων συναδέλφων τους. Η εγγύτητα που εκ φύσεως διαθέτουν λόγω γλώσσας και νοοτροπίας, αποτελεί πλεονέκτημα ώστε να προσπελάσουν καλύτερα τα κείμενα των προγόνων τους. Όμως το πλεονέκτημα από μόνο του δεν αρκεί· χρειάζεται άρτια μόρφωση, πειθαρχία, αφιέρωση στο αντικείμενο, σοβαρή κι υπεύθυνη δουλειά· έτσι οι κλασικές σπουδές θ’ ακτινοβολήσουν με λαμπρό τρόπο στη χώρα μας.

 

 Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύντρια Ερευνών στην Ακαδημία Αθηνών

 

* Ομιλία στο Ίδρυμα «Μαρία Τσάκου», 17.12.2017.

* Οι επισημάνσεις με bold έγιναν  από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

Ο Πλατωνισμός του Giambattista Vico – © Ρωξάνη Αργυροπούλου στον τόμο, «Η πρόσληψη των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων από τις απαρχές και μέχρι τον ΙΖ´ αιώνα», Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών, 2017, σ. 156-168.


 

Πορτρέτο του Giambattista Vico (Τζαμπαττίστα Βίκο 1668 -1744), έργο του Francesco Solimena.

Με τo σύγγραμμά του Αρχές για μια νέα επιστήμη περί της κοινής φύσεως των εθνών (Principj di scienza nuova dintorno alla comune natura delle nazioni, ο Giambattista Vico, καθηγητής της ρητορικής στο Πανεπιστήμιο της Νάπολης, έθεσε καινούργιες κατευθύνσεις στη θεωρητική μελέτη της ιστορίας του πολιτισμού· προσπάθησε πρώτος να συλλάβει τους νόμους που την διέπουν χρησιμοποιώντας μιαν πρωτότυπη για εκείνη την εποχή συγκριτική ανθρωπολογική μέθοδο σχετικά με τη θεματολογία των κοινωνικοπολιτιστικών φαινομένων. Σύγχρονος του Montesquieu εγκαινιάζει μια φιλοσοφία της ιστορίας, η οποία διέπεται από δικούς της νόμους. Στη συνολική θεώρηση της ανθρώπινης πολιτισμικής εξέλιξης ο Ναπολιτάνος φιλόσοφος διακρίνει μια κυκλική σπειροειδή κίνηση με «ροές και παλινδρομήσεις» (corsi και ricorsi). Η νέα αυτή επιστήμη της ιστορίας οικοδομείται πάνω στην πνευματική παράδοση και την κοινωνική συλλογικότητα, καθώς ο άνθρωπος, κατά τον Vico, είναι σε θέση να κατανοήσει μόνο όσα ο ίδιος έχει δημιουργήσει. Η επιστήμη αυτή οφείλει να καλύπτει όλες τις εκφάνσεις των δραστηριοτήτων του ανθρώπου στον κοινωνικό βίο, στην πολιτική, στη θρησκεία, στη γλωσσολογία και στην ηθική. Οι βικιανές ερμηνείες, όπως παρατήρησε ο Max Horkheimer συνιστούν πρότυπα για εκείνον που επιδιώκει να μελετήσει τις πολιτιστικές εκδηλώσεις του ανθρωπίνου πνεύματος σε αλληλεπίδραση με τις κοινωνικοπολιτικές σχέσεις που τις καθορίζουν.

Παραμερίζοντας τον αλληλοσυγκρουόμενο προβληματισμό των εμπειριστών και των ορθολογιστών, ο Vico επιδόθηκε στην αμφισβήτηση των φιλοσοφικών διαμαχών οι οποίες αναπτύχθηκαν στον καιρό του με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην οριστική απομάκρυνσή του από αυτές. Εντούτοις με την πάροδο των ετών, οι αντιλήψεις του, παρότι άργησαν να γίνουν ευρύτερα γνωστές στην Ευρώπη, θα αποτελέσουν αντικείμενο ειδικών προσεγγίσεων που, με κίνδυνο όμως τον αναχρονισμό, τείνουν να αποδώσουν μιαν υπέρμετρη σημασία σε ορισμένες κατευθύνσεις του στοχασμού του χωρίς να εκτιμούν ορθά τις περισσότερες φορές την πρωτοτυπία της προσπάθειάς του στη δική του εποχή. Ο λόγος είναι ότι ο πρωτοφανής αριθμός αυτών των προσπαθειών ανταποκρίθηκε σε σύγχρονες φιλοσοφικές τάσεις με αποτέλεσμα οι απόψεις του να περιπλέκονται προσαρμοζόμενες σε ριζικά αντίθετες φιλοσοφικές απόψεις. Πρόκειται για ένα ερμηνευτικό φαινόμενο το οποίο απασχόλησε τον Isaiah Berlin ο οποίος το απέδωσε στη συνθετότητα αλλά και στην περιπλοκότητα της βικιανής θεματολογίας η οποία κάθε άλλο παρά μονοσήμαντη είναι, επιτρέποντας πολλαπλές ερμηνείες εξαιτίας του μεταφορικού του λόγου. Ειδικότερα, εντυπωσιακή περίπτωση αποτελούν οι αντίθετες απόψεις που υποστηρίχθηκαν πρόσφατα από δύο σπουδαίους ιστορικούς των ιδεών, τον Jonathan I. Israel και τον Zeev Sternhell. Kατατάσσοντας τον Vico o πρώτος στον λεγόμενο ριζοσπαστικό Διαφωτισμό και o δεύτερος στο ρεύμα του αντι-Διαφωτισμού.

Με μια φιλοσοφική αντίληψη της ιστορίας, η οποία αντλεί στοιχεία από τη μελέτη των γραπτών μαρτυριών, των μύθων, της θρησκείας, της γλώσσας και του δικαίου, ο Vico ακολούθησε έναν δρόμο προσωπικό και μοναχικό· αρνήθηκε να αποδώσει στον εαυτό του θέση προτύπου και παρέμεινε συνεπώς ο μεγάλος απών του καιρού του στο στερέωμα της διανόησης. Αναμφίβολα το στοιχείο αυτό δηλώνει εκ μέρους του μιαν επιφυλακτικότητα η οποία οφείλεται κυρίως στην αποστασιοποίηση του από την επελθούσα αλλαγή στην εύθραυστη πολιτική συγκυρία του βασιλείου της Νεάπολης στην καμπή του δεκάτου εβδόμου αιώνα. Όταν έναν αιώνα αργότερα οι βικιανές ιδέες ανταποκρίθηκαν στα αιτήματα του ρομαντισμού στον τομέα της ιστορίας, της μελέτης της γλώσσας και της αισθητικής, μεταξύ των πρώτων που αναζωογόνησαν τη δυναμική των θεωρήσεών του και εμπνεύστηκαν από τις ιδέες του, ξεχώρισαν οι διανοητές του Risorgimento καθώς και ο Jules Michelet με τη μετάφρασή του στη γαλλική γλώσσα του Scienza nuova. Για τον πολιτικό και φιλόσοφο Giuseppe Ferrari (1811-1876), στον οποίο οφείλεται η πρώτη κριτική έκδοση των βικιανών Απάντων (1835- 1837), ο Vico συνιστά τον τελευταίο φιλόσοφο της περιόδου της ιταλικής Αναγέννησης, μιαν αντίληψη που επίσης ενστερνίζεται ο Eugenio Garin στην Ιστορία της ιταλικής φιλοσοφίας  και που είχαν αποδεχθεί προγενέ­στεροί του κορυφαίοι μελετητές, όπως οι Benedetto Croce και Giovanni Gentile…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης της κυρίας Ρωξάνης Αργυροπούλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Πλατωνισμός του Giambattista Vico

 

Διαβάστε ακόμη:

Εργαστήριο της Τέχνης του Πεζού Λόγου


 

Harvard

Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στην Ελλάδα (Ναύπλιο) απευθύνει πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για συμμετοχή στο εργαστήριο της τέχνης του πεζού λόγου για προχωρημένους. Ενδιαφέρει νέους συγγραφείς που έχουν ήδη ολοκληρώσει ικανοποιητικά εργασία σε μικρή φόρμα και επιθυμούν να βελτιώσουν την τεχνική τους, με στόχο τη δημοσίευση της στον περιοδικό τύπο και το διαδίκτυο, με απώτερο σκοπό την έκδοση βιβλίου.

Στο εργαστήριο οι συμμετέχοντες θα έχουν την ευκαιρία να συζητήσουν με τον συγγραφέα Στρατή Χαβιαρά και άλλους προσκεκλημένους από το χώρο της λογοτεχνίας, εμβαθύνοντας στην τέχνη του γραπτού λόγου (μπονζάι, διήγημα, νουβέλα ή μυθιστόρημα). Μέσα από τη συζήτηση δειγμάτων γραφής και ασκήσεων, οι συμμετέχοντες θα εξοικειωθούν σε απόψεις της γραφής, όπως κριτική ανάγνωση, αφηγηματική φωνή, χρήση γλώσσας, ανάπτυξη χαρακτήρων, θεματικές επιλογές, ύφος, κ.α. Επιπλέον, θα γίνει μια γενική επισκόπηση «ειδών» λογοτεχνίας όπως η ποίηση, το δοκίμιο, η παιδική λογοτεχνία, το ιστορικό, αστυνομικό, μελλοντολογικό ή επιστημονικής φαντασίας μυθιστόρημα.

Το εργαστήριο θα διεξαχθεί στο Ναύπλιο, στην αίθουσα σεμιναρίων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, Πλατεία Φιλελλήνων και οδός Όθωνος 1, με συντονιστή το συγγραφέα Στρατή Χαβιαρά. Θα είναι εντατικό και οι συναντήσεις θα γίνουν σε τέσσερις συνολικά ημέρες, τα δύο Σαββατοκύριακα: 21 – 22 Απριλίου και 12 – 13 Μαΐου 2018. Κάθε συνάντηση θα έχει διάρκεια πέντε ωρών, με ενδιάμεσα διαλείμματα. Η συμμέτοχη είναι δωρεάν.

Προθεσμία εκδήλωσης ενδιαφέροντος: 10 Μαρτίου 2017.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επισκεφθείτε να απευθύνεστε καθημερινά (10.00 – 17.00) στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών, στους αριθμούς τηλεφώνου 27520 47040 και 27520 47030. Η Ματίνα Γκόγκα, Συντονίστρια Επικοινωνίας και Ανάπτυξης Προγραμμάτων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών είναι στη διάθεσή σας για κάθε πληροφορία.

Παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Ευθυμίου «Μόνο Λίγα Χιλιόμετρα, Ιστορίες για την Ιστορία». Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2018 στις 6 το βράδυ στο Βουλευτικό Ναυπλίου.


 

Μόνο λίγα χιλιόμετρα…

Ο δημοσιογράφος Μάκης Προβατάς συνομιλεί με τη Μαρία Ευθυμίου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ο Θουκυδίδης έχει πει πως «Η Ιστορία είναι φιλοσοφία μέσω παραδειγμάτων». Ταυτόχρονα η Ιστορία είναι η ιστορία των ανθρώπων. Αυτών των εύθραυστων, θνησιγενών πλασμάτων, των εκτεθειμένων σε κάθε κίνδυνο και κάθε ανατροπή. Των ίδιων ανθρώπων, όμως, που έχουν, παράλληλα, νου, σκέψη, βούληση, αισθήματα, στοχεύσεις, ιδιοτέλεια, ανιδιοτέλεια, αίσθηση χρόνου και αίσθηση θανάτου. Και που μπορούν να επεμβαίνουν στον εαυτό τους, στη φύση και στον άλλον. Να ορίζουν και να κατανοούν, δηλαδή, τη μικρή τους ζωή.

Σε αυτό το βιβλίο προσεγγίζονται εποχές και γεγονότα, άτομα και κοινωνίες, προθέσεις και στοχεύσεις, διαψεύσεις και επιβεβαιώσεις. Οι διαδρομές αναπόφευκτα εμπλέκονται με την προσωπική ιστορία της Μαρίας Ευθυμίου, τις μνήμες ζωής και τις δυνάμεις που την οδήγησαν, με τόσο πάθος και πίστη, στη μελέτη και διδασκαλία της Ιστορίας. Μιας επιστήμης που συνδέεται με τη μνήμη και τον χρόνο – τους ακούραστους συντρόφους του ατομικού και ομαδικού ταξιδιού όλων μας.

Η διαδρομή που διανύει το βιβλίο ξεκινάει από τους προϊστορικούς χρόνους και φτάνει μέχρι σήμερα. Στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου μεγάλο διάστημα… Μόνο λίγα χιλιόμετρα…

Το βιβλίο παρουσιάζουν ο κ. Κωνσταντίνος Χελιώτης, Πρόεδρος του Ναυπλιακού Ιδρύματος Ιωάννης Καποδίστριας και ο κ. Νικόλαος Μπουμπάρης, Πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Αργολίδας. Μαζί τους θα είναι και οι συγγραφείς.

Η Μαρία Ευθυμίου γεννήθηκε στην Λάρισα. Σπούδασε Ιστορία στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές της στο Παρίσι, στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, από το οποίο έλαβε και τα μεταπτυχιακά της διπλώματα καθώς και τον τίτλο της διδάκτορος. Από το 1981 είναι μέλος του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, στο οποίο διδάσκει Ελληνική Ιστορία της περιόδου της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης του 1821 καθώς και Παγκόσμια Ιστορία. Το 2013 τιμήθηκε από τον τότε Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κάρολο Παπούλια με το βραβείο Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας.

Ο Μάκης Προβατάς γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της Οδοντιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από το 1999 κάνει ραδιοφωνικές εκπομπές, τώρα εργάζεται στον Athens Voice Radio. Συνεργάζεται επίσης με το περιοδικό Ιστορία. Έχει πάρει συνεντεύξεις από κορυφαίους στοχαστές, όπως οι Eric Hobsbawm, Norman Davies, Dario Fo, Noam Chomsky.

Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2018 στις 6 το βράδυ στο Βουλευτικό Ναυπλίου.

Διοργάνωση:  Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας, Δήμος Ναυπλίου, Εκδόσεις Πατάκη.

O Ιωάννης Καποδίστριας Τέκτων κανονικός – Παναγιώτης Γ. Κρητικός, «Ο Ερανιστής», έτος Γ’, τεύχος 15/16, Αθήνα, 1965.


 

Εις προηγουμένην μας μελέτην περί Φιλικής Εταιρείας και τεκτονισμού εγράφομεν ότι, καίτοι η τεκτονική παράδοσις, μεταβιβαζομένη προφορικώς και διά της παλαιοτέρας και νεωτέρας τεκτονικής βιβλιογραφίας, μας φέρει τους ιδρυτάς της Φιλικής Εταιρείας, και τα πλείστα των μελών της Αρχής και των Αποστόλων της ως τέκτονας, την δε όλην οργάνωσίν της, στηριζομένην επί τεκτονικών βάσεων, δεν κατέστη δυνατή μέχρι σήμερον, παρά τας υπαρχούσας σαφείς ενδείξεις, ή υπό της συγχρόνου ιστορικής επιστήμης απαιτουμένη τεκμηρίωσις διά πολλούς εξ αυτών. Αυτό τούτο συμβαίνει και με πολλούς εκ των δρασάντων ιεραρχών, οπλαρχηγών, πλοιάρχων, χορηγών, αγωνιστών και άλλων, δι’ ούς διατηρείται ωσαύτως αντίστοιχος τεκτονική παράδοσις.

Πολλοί σύγχρονοι, τέκτονες και μη, ιστορικοί πιστεύουν ότι στενή υφίσταται σχέσις μεταξύ της Φ. Ε. και του τεκτονισμού, αλλ’ αι περί αυτής γνώσεις μας δεν είναι πλήρεις διότι δεν ηρευνήθη ως έδει, από πλευράς τεκτονικής, το όλον θέμα. Ο τεκτονισμός είχεν ήδη επεκταθή εις τον Ελληνικόν και γενικώς τον Βαλκανικόν χώρον και εις την περι­οχήν της Ανατολικής Μεσογείου μέχρι της Συρίας, της Κύπρου και της Αιγύπτου.

 

Υπογραφές του Ι. Καποδίστρια

 

Η έρευνα της σχέσεως του τεκτονισμού μετά της Φ. Ε. θα συνετέλει εις την εκκαθάρισιν της ιστορίας της Εταιρείας ταύτης και του Αγώνος του 1821, θα εξετιμάτο δε επακριβώς έν προκειμένη και η τεκτονική εισφορά. Η έρευνα αυτή θα ήτο ευχερής εάν εφίσταντο τα αρχεία των ελληνικών τουλάχιστον τεκτονικών στοών, ότε θα ήτο δυνατή, τόσον από της πλευράς της τεκτονικής ιδιότητος των φιλικών και των αγωνιστών, όσον και από της καθαυτό ομαδικής έν προκειμένω δράσεως των στοών τούτων. Δυστυχώς, αφ’ ενός αί συνεχώς πλήττουσαι την περιοχήν μας πολεμικαί επιχειρήσεις, έκτοτε και μέχρι σήμερον, προκαλέσασαι την καταστροφήν των τεκτονικών αρχείων και αφ’ ετέρου το απόρρητον τούτων, όπερ δεν επέτρεψεν ίσως εις παλαιοτέρους ερευνητάς την προς την ανωτέρω κατεύθυνσιν διερεύνησίν των, συνετέλεσαν ώστε το έργον της αμέσου εκ των αρχείων των στοών μελέτης του θέματος, εν τω συνόλω του, να καθίσταται δυσχερέστερον.

Ακτίνες φωτός διαχέονται από καιρού εις καιρόν εκ τινων στοιχείων προερχομένων εκ των παλαιοτέρων τεκτονικών στοών, του «Φοίνικος» της Κερκύρας· και του «Αστέρος της Ανατολής» της Ζακύνθου, ως και εκ μεμονωμένων τεκτονικών διπλωμάτων ή στοιχείων, προερχομένων εξ επισήμων ή ιδιωτικών αρχείων.

Ήδη ηρχίσαμεν ερευνώντες και προς την κατεύθυνσιν των Μεγάλων Ανατολών ή Στοών, εις ας υπήγοντο αι κατά την περίοδον του Αγώνος ελληνικαί τεκτονικαί στοαί, σημαντικαί δε ελπίδες ήρξαντο προκύπτουσαι όσον αφορά εις την ανεύρεσιν πολυτίμων στοιχείων, περί το υπό έρευναν θέμα. Aι δημοσιεύσεις άλλωστε των Ρωσσικών, Ρουμανικών, Αυστριακών (παλαιότερον) και Γερμανικών αρχείων και καταλόγων μελών των διαφόρων τεκτονικών στοών, καταλλήλως προς τον σκοπόν τούτον αξιοποιούμεναι, πολύτιμα θα ηδύναντο να μας παράσχουν στοιχεία προς τούτο.

Μεταξύ των δρασάντων κατά την περίοδον ταύτην προσώπων, ων η τεκτονική ιδιώτης ημφισβητείτο μέχρι σήμερον είναι και ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του Παναγιώτη Γ. Κρητικού πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: O Ιωάννης Καποδίστριας Τέκτων κανονικός

 

Διαβάστε ακόμη:

Η προίκα της Ελένης Μπούμπουλη –  © Καλομοίρα Αργυρίου – Κουμπή | Γυναικείες Υποθέσεις του 19ου αιώνα, Σπέτσες, 2017. 


 

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα είχε αποκτήσει από τους δύο γάμους της 7 παιδιά. Τρία με το Δημήτριο Γιάννουζα (Γιάννο, Γεώργιο και Μάρω) και τέσσερα με το Δημήτριο Μπούμπουλη (Σκεύω, Ελένη, Ιωάννη και Νικόλαο) [1].

Η φιλία της με τον Κολοκοτρώνη με τον οποίο συναντήθηκε λίγες μέρες πριν την πτώση της Τριπολιτσάς, όταν έφτασε έφιππη στο ελληνικό στρατόπεδο, οδήγησε στη συγγένεια μεταξύ τους με το γάμο των παιδιών τους, του Πάνου και της Ελένης. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Ναυπλίου, έγινε ο αρραβώνας τους και δυο μέρες μετά την πτώση του Ναυπλίου στα χέρια των Ελλήνων έγινε ο γάμος τους.

Στην πομπή των νικητών που μπήκαν στο Ναύπλιο, η Μπουμπουλίνα έφιππη συνοδευόταν από την κόρη της Ελένη και το γαμπρό της Πάνο που είχε οριστεί από τον Υψηλάντη Φρούραρχος Ναυπλίου. Μετά την κατάληψη του Παλαμηδιού, 30 Νοεμβρίου 1822, η Κυβέρνηση παραχώρησε στη Μπουμπου­λίνα ένα από τα καλύτερα σπίτια του Ναυπλίου, όπου και εγκαταστάθηκε. Γυρνούσε στο Ναύπλιο και στον κάμπο έφιππη ως αμαζόνα ακολουθούμενη από πλήθος στρατιωτών κι επευφημείτο από τα πλήθη που την αποκαλούσαν «κυρά του Ναυπλίου».

Θεοδωράκης Γρίβας, ελαιογραφία του Ιωάννη Δούκα (1838–1916).

Ο εμφύλιος που ακολούθησε ανέτρεψε τα πράγματα για τη Μπουμπουλίνα και την οικογένειά της που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το κάστρο στις 13 Ιουνίου 1824 μαζί με το γαμπρό της Πάνο και την Ελένη. Με το ξέσπασμα του δεύτερου εμφυλίου πολέμου ο Πάνος εγκαταλείπει την πολιορκία των Πατρών κι έρχεται στην Τριπολιτσά. Εκεί στο σπίτι των Κολοκοτρωναίων διαμένει κι η σύζυγός του η Ελένη. Από τους στενούς συνεργάτες του Πάνου ήταν ο Θεοδωράκης Γρίβας, οπλαρχηγός της Ακαρνανίας που την εποχή αυτή πολεμούσε στο πλευρό του Πάνου κι ήταν αποκλεισμένος από του Κυβερνητικούς στην Τρίπολη.

Το Νοέμβριο του 1824 σκοτώνεται ο Πάνος Κολοκοτρώνης σε ηλικία 24 ετών και η Ελένη μένει χήρα σε ηλικία 17 ετών. Η Ελένη δεν είχε αποκτήσει παιδιά από το γάμο της με τον Πάνο Κολοκοτρώνη. Μετά το θάνατο του Πάνου, ο Κολοκοτρώνης δεν ήθελε να αφήσει τη νύφη του να επιστρέφει στο σπίτι της μητέρας της στις Σπέτσες και να ξαναπαντρευτεί, αλλά ήθελε να την παντρέψει με όποιον αυτός έκρινε. Η Ελένη τότε άφησε το σπίτι των Κολοκοτρωναίων κι έφυγε στις Σπέτσες στη μητέρα της, χωρίς να πάρει μαζί της την προίκα της.

Ήδη κι ενώ ακόμα ζούσε ο Πάνος, οι φήμες στην Πελοπόννησο οργίαζαν για δεσμό της Ελένης με το Θεοδωράκη Γρίβα. Μόλις έξι μήνες μετά το θάνατο του Πάνου, το Μάιο του 1825, η 18χρονη Ελένη, με τη συγκατάθεση της μητέρας της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, παντρεύτηκε το Γρίβα, ο οποίος τότε ήταν 28 ετών.

Ο Νικόλαος Κασομούλης στα στρατιωτικά του ενθυμήματα περιγράφει [2] έτσι τα περιστατικά:

«Ο Θεόδωρος Γρίβας, πολιορκημένος ων εις Τριπολιτσάν από τα Διοικητικά στρατεύματα (κατά το 1824) ευρίσκετο μαζί με τον Κολοκοτρώνην. Φονευθέντος του Πάνον υιού του Κολοκοτρώνη, ερωτεύθη (ο Γρίβας) με την σύ­ζυγόν του θυγατέρα της Μπουμπουλίνας. Ο Κολοκοτρώνης θέλων να την έχει ως θυγατέραν του, επιθυμούσε να την βαστάξει εις την οικίαν του και να φροντίσει με καιρόν να την υπανδρεύσει με όποιον ήθελεν. Η Μπουμπουλίνα (κόρη) τα συμβίβασεν μυστικά με τον Θεόδωρον Γρίβαν και φεύγει κρυφά διά τις Σπέτσες και αφήνει εις την οι­κίαν του όλα τα προικιά της. Συγχύζεται ο Κολοκοτρώνης, θέλει να εκδικηθεί, πλην και οι δύο ήσαν φυλακωμένοι εις Ύδραν».

Και σχολιάζει [3]: «Φαίνεται, ο Γρίβας πήγε στην Ύδρα, όπου τον αντάμωσε η νεαρή Ελένη χήρα, κι εκεί αν και η αστυνομία τους έπιασε, στεφανωθήκαν».

Αυτός ο γάμος έβλαψε την πορεία του αγώνα [4]. Η αντιπαράθεση Κολοκοτρώνη-Γρίβα είχε ξεκινήσει. Ο Σπηλιάδης αναφέρει πως «στα 1826, αρχές τον Μάη, ο Κολοκοτρώνης ζήτησε μαστικά ν’ αρπάξει το Παλαμήδι από τα χέρια τον Γρίβα, αλλά δεν πέτυχε».

 

Ελένη Μπούμπουλη, Benjamin Mary. Δημοσιεύεται στο «Ελληνικές προσωπογραφίες (1840-1844)», εκδόσεις Λούσυ Μπρατζιώτη, Αθήνα 1992, σελ.40.

 

Ποια ήταν η προίκα της Ελένης όταν παντρεύτηκε τον Πάνο ακριβώς δε γνωρίζουμε. Σίγουρα όμως η Μπουμπουλίνα, που την εποχή που έγινε αυτός ο γάμος βρισκόταν στην ακμή της, δεν θα έδωσε ευκαταφρόνητη προίκα στην Ελένη. Αυτή λοιπόν την προίκα, έπρεπε να την διεκδικήσει από τον πεθερό της Ελένης, το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και στη συνέχεια να την δώσει στο δεύτερο σύ­ζυγό της το Γρίβα, πράγμα που δεν έκανε.

Ήδη ο Κολοκοτρώνης ήταν σε δυσχερή θέση με τον εμφύλιο, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Πάνου, οπότε έχασε το κουράγιο του. Οι φήμες δε, για το δεσμό της Ελένης με το Γρίβα πριν ακόμα πεθάνει ο Πάνος, έφερναν τη Μπουμπουλίνα σε δυσχερέστερη ακόμα θέση ως προς τη διεκδίκηση της επιστροφής της προίκας.

Ο Γρίβας όμως δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει πίσω και διεκδικούσε επιθετικά την προίκα.

Κάποια στιγμή που ο γέρος του Μόριά έφτασε στο Ναύπλιο, ο Γρίβας βρήκε ευκαιρία και τον παγίδευσε στο Φρούριο και του έστειλε τον Αναστασάκη (Εμμ. Παπά) να του πει να κάνει ότι καταλαβαίνει προκειμένου να στείλει οπωσδήποτε τα προικιά και τις προγαμιαίες δωρεές της πρώην νύφης του και νυν γυναίκας του Γρίβα που κρατούσε. Ο Κολοκοτρώνης απάντησε πως δεν ξέρει να έχει τίποτα στα χέρια του, παρά μόνο μια διαμαντένια καρφίτσα μικρής αξίας και δυο δακτυλίδια.

Μετά την απάντηση αυτή, ο Γρίβας όρκισε την Ελένη στο όνομα της Αγίας Τριάδος, επειδή, όπως της είπε, επρόκειτο να εμπλέξει και τα αδέλφια της στην υπόθεση αυτή, να πει την αλήθεια. Ο Κασομούλης αναφέρει ότι ήταν παρών. Η Ελένη τότε έκανε έναν κατάλογο με πράγματα, διαμαντικά, χρυσοΰφαντα Ινδικά υφάσματα, λάφυρα της μητέρας της από την Τριπολιτσά, φορέματα και γούνες, των οποίων η αξία ανερχόταν στις 250.000 γρόσια. Ο Κολοκοτρώνης όταν είδε τον κατάλογο, ενώ ήταν σε περιορισμό στο φρούριο, απάντησε πως είναι ψέματα και πρότεινε να ορίσει η κάθε πλευρά ανθρώπους να συνδιαλλαγούν.

Ο Γρίβας όρισε το Γ. Βαλτινό [5] και τον Ν. Κασομούλη [6], ενώ ο Κολοκοτρώνης τον Γ. Αγαλόπουλο και τον Αναγνωστάκο Παπαγιαννόπουλο. Και οι τέσσαρες αντιπρόσωποι αποφάσισαν να συναχθούν και να ακούσουν και τις δυο πλευρές, πράγμα που έγινε στο σπίτι του Κολοκοτρώνη στον Πλάτανο [7]. Μαζεύτηκε κι όλος ο λαός από περιέργεια να δουν τί θα γίνει, αλλά κλείστηκαν μέσα στο σπίτι μόνον οι τέσσαρες επίτροποι, ο Γρίβας, ο Κολοκοτρώνης κι η μητέρα του. Ασπάστηκαν και ξεκίνησε η διαδικασία. Ο Βαλτινός πρότεινε να πουν και οι δυο ό,τι έχουν να πουν και να αγαπηθούν και τελειώσει με ειρήνη αυτή η διαφορά, γιατί πρέπει να κοιτάξουν όλοι το συμφέρον της πατρίδας.

Το λόγο πήρε ο Γρίβας που είπε: «Εγώ, κανένα πάθος δεν έχω με τον Γέρον. Γνωρίζει πόσον τον εβοήθησα εις την ανάγκην του και τον εβάσταξα. Δεν τον έφερα κα­μίαν ατιμίαν πριν, όταν ήμουν εμπιστευμένος το παν εις την οικίαν τον, εις Τριπολιτσάν, ώστε να έχει τώρα παράπονον. Τον εσύντρεξα ως άλλος υιός τον εις τον εμφύλιον πόλεμον. Εφονεύθη ο υιός του αγαπήσαμεν να συζευχθώμεν με την χήραν τον Πάνου, με την συναίνεσιν της μητρός της. Την έλαβα διά γυναίκαν. Τί έπταισεν λοιπόν ή αυτή ή εγώ ώστε να κατακρατεί ο Γέρος τα ειδίσματά της και να μην ησυχάζω νύχτα ημέρα, ζητούσα αυτή το δί­καιόν της; Ας τα δώσει λοιπόν και τίποτες πάθος αναμε­ταξύ μας δεν έχομεν. Διότι ούτε εφονεύσαμεν ένας με τον άλλον, ούτε εζημιώσαμεν [8].

Παρατηρεί κανείς ότι ο Γρίβας μιλάει σε τρίτο πρόσωπο για τον Κολοκοτρώνη και δεν απευθύνεται άμεσα σ’ αυτόν παρότι αυτός είναι παρών, γεγονός που δείχνει κάθε άλλο παρά φιλική διάθεση.

Ο Κολοκοτρώνης, του απαντά σε δεύτερο πρόσωπο: «Βρε παιδί μου Θοδωράκη, πιστεύεις την γυναίκα σου, διότι σε είπεν ότι είχεν τόσα;» Και άρχισε να ορκίζεται. «Πού τα ηύρεν, βρε, όλα αυτά; Ό, τι και αν είχεν, και φορέματα και διαμαντικά, ήταν τον υιού μου, και, πίστευσέ με, είναι τόσοι μάρτυρες. Ας διορισθεί μια επιτροπή ας συνάξη τας μαρτυρίας και ό,τι εύρει και ειπούν ότι είχε η νύφη μου να το πληρώσω διπλά. Τί είχε πραγ­ματικός; Έναν λαιμοδέτην (γκιουρδάνι) με ολίγες πέτρες και ένα δακτυλίδι. Τα άλλα όλα ήτον αρματωσιά των συγ­γενών».

Στα σχόλια [9] αναφέρεται πως η αρματωσιά ήταν η νυφική στολή, που της χάρισαν οι συγγενείς του Κολοκοτρώνη, δίνοντας ο καθένας ένα κομμάτι. Και συνεχίζει ο σχολιαστής: «Λοιπόν, η κόρη της Μπουμπουλίνας ήταν άπροικη;».

Η μητέρα του Κολοκοτρώνη, ενθυμηθείσα τον Πάνο, άρχισε να κλαίει και να λέει: «Πού τα ηύρεν, παιδί μου, αυτά οπού ζητεί; Καν ούτε ημείς τα είδαμεν».

Άρχισε κι ο Κολοκοτρώνης να κλαίει…

Τελικά μετά από μακρά συζήτηση αποφασίστηκε προκειμένου να παύσουν «τα πάθη αναμεταξύ των», να ορίσουν επταμελή συμβιβαστική επιτροπή από Ρουμελιώτες και Πελοποννήσιους κι ο Κολοκοτρώνης να εγγυηθεί πως ό,τι αποφασίσει η επιτροπή να στείλει στη Ζάκυνθο όπου είχε τα πράγματα να τα φέρει. Εγγυήθηκε γι αυτό ο αχώριστος φίλος του Κολοκοτρώνη, Νι­κόλαος Βούκουρας, που ήταν πολιτικός και στρατιωτικός από τα Μαγούλιανα της Καρύταινας.

Έτσι ο Κολοκοτρώνης αφέθηκε ελεύθερος να φύγει από το Φρούριο και «ανεχώρησεν με το πάθος να εύρει ευκαιρίαν να εκδικηθεί» για την προσβολή που του έκαναν φοβερίζοντας να τον κρατήσουν στο Ναύπλιο. Η πόλη ήταν στα χέρια των Παλαμηδιωτών του Γρίβα κι ο Κολοκοτρώνης μπήκε ανύποπτος χωρίς να έχει πληροφορηθεί την κατάσταση. Εκεί ο Γρίβας και οι δικοί του έδωσαν εντολή να μην το αφήσουν να φύγει αν δεν έδινε τέλος στην υπόθεση αυτή.

Αποκλείεται η Ελένη Μπούμπουλη να παντρεύτηκε τον Πάνο Κολοκοτρώνη άπροικη. Με δεδομένο δε ότι παντρεύτηκε την εποχή της ακμής της Μπουμπουλίνας, την εποχή δηλαδή που η Κυβέρνηση αναγνωρίζοντας τις υπηρεσίες της στην Πατρίδα της είχε δώσει κλήρο γης στο Ναύπλιο και η άλωση της Τριπολιτσάς την είχε γεμίσει πολύτιμους θησαυρούς. Είναι γνωστό πως η προστασία που παρείχε στο χαρέμι του Χουρσίτ Πασά της απέφερε αυτά τα αμύθητα πλούτη. Η ίδια έλεγε πως ο όρκος που είχε δώσει το 1816 στη βαλιδέ σουλτάνα, τότε που τη βοήθησε όταν κατέφυγε σ’ αυτήν, πως θα βοηθούσε όποια Τουρκάλα της ζητούσε βοήθεια, την ώθησε να δράσει με τον τρόπο αυτό κατά την πτώση της Τριπολιτσάς.

Όπως και να έχει, όποιο και να ήταν το κίνητρό της, το θέμα είναι πως η Μπουμπουλίνα συγκέντρωσε θησαυρούς. Αποκλείεται λοιπόν μετά από τόσα πλούτη να μην έδωσε προίκα μεγάλη στην Ελένη.

Ο Γάλλος Reybaud που βρέθηκε στο Άργος τις μέρες που γίνονταν τα αρραβωνιάσματα της Ελένης, της κόρης της Μπουμπουλίνας με τον Πάνο Κολοκοτρώνη. Γράφει [10]: «Έλεγαν πως η προίκα της νύφης ήταν τεράστια. Δεν κόστισε, άλλωστε, τίποτα στον γονιούς της. Κι αν οι σκιές των θυμάτων που πλήρωσαν τα έξοδα μπορούσαν να παρευρεθούν στα στεφανώματα, η γαμήλια πομπή θα ήτα φρικαλέα και πολυάριθμη».

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Είναι ελάχιστη η πιθανότητα, μεταξύ των όσων πήρε ως προίκα η Ελένη Μπούμπουλη να περιλήφθηκε και ακίνητη περιουσία στο Ναύπλιο από αυτήν που έλαβε η Μπουμπουλίνα ως κλήρο, την οποία όμως η Κυβέρνηση κατά τον εμφύλιο, μετά το θάνατο του Πάνου και εξαιτίας της επιστολής που έστειλε υποστηρίζοντας το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, της την πήρε πίσω. Κι αυτό γιατί στις Σπέτσες δε συνηθιζόταν να δίνεται ως προίκα στα κορίτσια ακίνητη περιουσία. Από τους Κολοκοτρωναίους δε ζητήθηκε να επιστρέψουν ακίνητη περιουσία που είχε δοθεί ως προίκα, αλλά μόνον διαμαντικά, χρυσαφικά, γούνες και βαρύτιμα ινδικά υφάσματα, τα οποία μάλιστα αναφέρεται πως προέρχονταν από την άλωση της Τριπολιτσάς.

Ο Κολοκοτρώνης ισχυρίζεται πως αυτά ήταν του Πάνου. Προφανώς τέτοια πολύτιμα λάφυρα από την Τριπολιτσά είχαν πάρει και οι Κολοκοτρωναίοι. Δεν επρόκειτο για χρυσαφικά και διαμαντικά που αποτελούσαν οικογενειακά κειμήλια, ώστε να είναι και αναγνωρίσιμα, αλλά για λεία πολέμου, που χάσανε το λογαριασμό αν ήταν του Πάνου ή της Μπουμπουλίνας. Φαίνεται, πως όλα τα πολύτιμα αντικείμενα και του Πάνου και της Ελένης τα είχαν φυλάξει στο σπίτι τους στη Ζάκυνθο.

Εντύπωση μας προκαλεί το γεγονός πως η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα δεν εμπλέκεται καθόλου στην υπόθεση αυτή, όπως θα περίμενε κανείς, αφού με τον Κολοκοτρώνη είχαν μια αμοιβαία εκτίμηση κι εμπιστοσύνη και ήταν σταθερά σύμμαχοι.

Όταν ο Γρίβας ορκίζει την Ελένη στο όνομα της Αγίας Τριάδος να πει την αλήθεια για την προίκα της, της λέει να είναι προσεκτική στο τί θα πει, γιατί στην υπόθεση αυτή θα εμπλακούν τα αδέλφια της. Ούτε λόγος για τη μητέρα της, η οποία δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα που θα άφηνε τους γιους της να ξεκαθαρίσουν για λογαριασμό της Ελένης την υπόθεση αυτή.

Η εξήγηση είναι απλή. Το Μάιο του 1825, λίγο μετά το γάμο της Ελένης με το Γρίβα, η Μπουμπουλίνα δολοφονείται. Όταν συνέβησαν λοιπόν όλα αυτά τα σχετικά με τη διεκδίκηση της προίκας της Ελένης, η Μπουμπουλίνα δεν ζούσε, η δε οικογένεια της Ελένης στις Σπέτσες είχε πολύ νωπά τα τραύματα απ’ τις μνήμες της δολοφονίας της καπετάνισσας.

Η προίκα της Ελένης δεν επιστράφηκε ποτέ από τους Κολοκοτρωναίους στην ίδια, ούτε στην οικογένειά της.

Η οικογενειακή παράδοση των Μπουμπουλαίων λέει πως ο Γρίβας αποβιβάστηκε με πλοίο στις Σπέτσες και «ξεσήκωσε» το σπίτι, παίρνοντας ό,τι πολύτιμο βρήκε, χαλιά έπιπλα κλπ. ως προίκα της Ελένης.

Η αρπαγή αυτή, αν πράγματι έγινε, θα έγινε μετά το θάνατο της Μπουμπουλίνας και μάλιστα όχι αμέσως μετά την κηδεία της. Η συνάντηση του Γρίβα με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη έγινε αργότερα και σύμφωνα με όσα λέχθηκαν και έγιναν, αποκλείεται να είχε προηγηθεί τέτοιο περιστατικό υπό τη μορφή διεκδίκησης της προίκας της Ελένης, την οποία όφειλαν τα αδέλφια της να διεκδικήσουν από τον Κολοκοτρώνη για λογαριασμό της. Για το λόγο αυτό, όταν την όρκισε ο Γρίβας να πει την αλήθεια για την προίκα, της είπε να προσέξει γιατί θα εμπλακούν τα αδέλφια της. Δηλαδή, τα αδέλφια της όφειλαν να διεκδικήσουν για λογαριασμό της την προίκα από τον Κολοκοτρώνη, πράγμα που δεν έκαναν. Όσο μεν ζούσε η Μπουμπουλίνα, η προσωπικότητά της και η σχέση της με τον Κολοκοτρώνη ήταν τέτοια, που δεν άφηνε περιθώρια στους γιους της να ρυθμίσουν αυτοί τα θέματα αυτά. Μετά δε το θάνατό της, τον πρώτο καιρό τα παιδιά της ήταν σε δύσκολη κατάσταση ένεκα των συνθηκών του θανάτου της, οπότε είναι λογικό να μην είχαν ούτε νου, ούτε διάθεση για να ασχοληθούν μ’ αυτό το ζήτημα.

Πάντως, στο βιβλίο των πρακτικών της Δημογεροντίας Σπετσών, κατά τη συνεδρίαση της 31ης Ιανουαρίου 1829 [11] συζητείται αίτηση των κληρονόμων του Δημητρίου Μπούμπουλη, να παρέμβει το κράτος ώστε να τους επιστρέφει ο γαμπρός τους ο Γρίβας τα κατάστιχα και τα λοιπά αποδεικτικά έγγραφα των πλοίων της μητέρας τους, της Μπουμπουλίνας, τα οποία κρατούσε, διότι τα χρειάζονταν για να ετοιμάσουν τα δικαιολογητικά για τη διεκδίκηση των Ναυτικών αποζημιώσεως από το Κράτος, όπως όλοι οι πλοιοκτήτες και οι κληρονόμοι τους που είχαν προσφέρει πλοία στον αγώνα. Πράγματι η Δημογεροντία αποφάσισε να ζητήσει από τον έκτακτο Επίτροπο να επιληφθεί του θέματος, ώστε να υποχρεωθεί ο Γρίβας από την Πολιτεία να τα επιστρέφει. Δεν γνωρίζουμε τί έγινε στη συνέχεια, αλλά αν είχε προηγηθεί αυτή η αρπαγή της περιουσίας απ’ το Γρίβα, σίγουρα οι κληρονόμοι του Δημητρίου Μπού­μπουλη, τα αδέλφια της Ελένης Γρίβα, θα το ανέφεραν στην αίτησή τους. Είναι πιθανό αυτή η κατακράτηση των καταστίχων από το Γρίβα να είχε την έννοια του εκβιασμού προκειμένου να του δοθεί προίκα κι έτσι να τα παραδώσει.

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, υπήρξε ένας από τους πιο μορφωμένους άνδρες της Επανάστασης. Οι ιστορικοί τον κατατάσσουν δεύτερο, μετά τον Παναγιώτη Σέκερη, το μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ο πατέρας του ήθελε να τον μορφώσει και γι αυτό τον έστειλε στη Ζάκυνθο στο φημισμένο διδάσκαλο της εποχής, τον Αντώνιο Μαρτελάο, που ήταν ο δάσκαλος και του Διονύσιου Σολωμού. Η μόρφωσή του όμως δεν περιορίστηκε εκεί.

Όπως γράφει ο ιστορικός Φωτάκος, «εσπούδασεν εις την ακαδημίαν της Κερκύρας, εγνώριζεν εντελώς την παλαιάν γλώσσαν μας την Ελληνικήν, ήτο μαθηματικός άριστος, εγνώριζε προσέτι καλώς την Ιταλικήν γλώσσαν και ολίγον την Γαλλικήν, και εν ολίγοις ήτον ο δεύτερος του πολυμαθεστάτου Γεωργίου Σέκερη, διότι τότε η Πε­λοπόννησος δεν είχεν άλλους τοιούτους».

Σύμφωνα με το Θεόδωρο Ρηγόπουλο: «Ο Πάνος είχε σπουδάσει την Ελληνικήν και την Ιταλικήν εις Ζά­κυνθον και εις το Λύκειον των Κορφών του Γκυλφόρδ, έχων συμμαθητήν του τον Τερτσέτην, είχε δε αρχές και της αγγλικής. Ο Πάνος είχε ωραίον ανάστημα και ήτο καλοκαμωμένος. Ήτο σύννους ως ο πατήρ του και προσηνής το είδος, αλλά δραστήριος και φρόνιμος, γενναίος και ελευθέριος. Είχε δε ιπποτισμόν ανάλογον της συναισθανομένης αξίας του και εφρόντιζε να αποκτά κατ’ εκλογήν φίλους».

Ο Γκύλφορντ, γιός του πρώην πρωθυπουργού της Αγγλίας και μέλος ο ίδιος του Βρετανικού Κοινοβουλίου, ήταν εκπρόσωπος του λεγόμενου «βρετανικού διαφωτισμού». Με την ακαδημία του στην Κέρκυρα, ο φιλέλληνας Γκύλφορντ φιλοδοξούσε να δημιουργήσει τη μελλοντική πνευματική και πολιτική ελίτ του Ελληνισμού. Έτσι προσέλκυσε μαθητές από όλα τα κοινωνικά στρώματα, παρέχοντας υποτροφίες. Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, υπήρξε προσωπική επιλογή του Λόρδου Γκύλφορντ, μετά από υπόδειξη του Μαρτελάου.

Ο Θεοδωράκης Γρίβας ήταν αγράμματος και σκληρός άνθρωπος και το μέλλον της Ελένης κοντά του δεν ήταν ρόδινο, αφού μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν αναμεμιγμένος σε κάθε εξέγερση. Στην εφηβική του ηλικία υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Οι συνθήκες της ζωής του συντέλεσαν στο να διαμορφώσει ένα χαρακτήρα μαχητικό μεν και ηγετικό, πλην άκρως εκδικητικό. Το περιστατικό του γάμου του με την Ελένη Μπούμπουλη και η διαμάχη του με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη για τα προικιά της πρώην νύφης του, δε σταμάτησε εκεί, αλλά διαμόρφωσε ένα κλίμα έχθρας ανάμεσα στους δυο σημαντικούς αυτούς άνδρες της Επανάστασης, σε τέτοιο βαθμό που έθεσε σε κίνδυνο μείζονα αγαθά της Πατρίδας.

Το 1825 ο Κολοκοτρώνης και ο Γρίβας ανήκαν στο στρατόπεδο των αντικυβερνητικών. Οι Κυβερνητικοί τους καλούν στο Ναύπλιο, δήθεν για συνεργασία, αλλά εκεί συλλαμβάνονται και τους φυλακίζουν στην Μονή προφήτη Ηλία, στην Ύδρα. Εν τω μεταξύ μεσολαβεί η αντιπαράθεση των δύο ανδρών με αφορμή την επιστροφή της προίκας της Ελένης, συζύγου πλέον του Γρίβα, όπως αναφέραμε ήδη. Η ρήξη των δύο ανδρών μετά τα όσα συνέβησαν στο Φρούριο είναι δεδομένη.

Στις 2-4-1827 η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας εκλέγει τον Ιωάννη Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδας για επτά χρόνια, ψηφίζει το Πολιτικό Σύνταγμα και διορίζει Αντικυβερνητική Επιτροπή από τους (Πρωθυπουργεύοντες): Γεώργιο Μαυρομιχάλη, Ιωαννούλη Νάκο και Ιωάννη Μιλαϊτη, της οποίας η διάρκεια «προσδιορίζεται άχρι της αφίξεως του Κυβερνήτου, ότι η Επι­τροπή παύει…».

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τις επιφανέστερες και πλέον θρυλικές φυσιογνωμίες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το σκίτσο του ολοκληρώθηκε στη Δαμάλα (Τροιζήνα) 14 Μαΐου 1827. Είναι αναμφισβήτητα το γνωστότερο πορτρέτο του Γέρου του Μωριά. Πλήθος Ελλήνων καλλιτεχνών το χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρότυπο φιλοτεχνώντας αφίσες, αφισέτες ή εικονογραφήσεις κειμένων σχετικών με την Επανάσταση.

Ο Κολοκοτρώνης επέμενε να γίνει έδρα του Κράτους το Ναύπλιο. Μια τέτοια απόφαση θα υποχρέωνε τον Γρίβα να φύγει από το Ναύπλιο. Με διάγγελμά του ο Κολοκοτρώνης ζητά από τους Πελοποννήσιους να διώξουν τον Γρίβα από το Ναύπλιο, που κατά την ά­ποψή του, το έχει καταντήσει λησταρχείο. Ζητά την άμεση αποχώρηση του Γρίβα. Ο Γρίβας αρνείται. Λίγο μετά συμβαίνει μια απόπειρα δολοφονίας του Γρίβα, όταν ο Γρίβας κατήλθε από το φρούριο στη πόλη.

4-5-1827: Η Εθνοσυνέλευση συμφωνεί και πλέον επίσημα να γίνει πρωτεύουσα το Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης ζητά από τον Γρίβα να αποχωρήσει από το Ναύπλιο και να γίνουν οι ετοιμασίες για την έλευση του Καποδίστρια. Ο Γρίβας δεν αποδέχεται τις θέσεις του Κολοκοτρώνη και γνωρίζει ότι αν δεν θέλει αυτός να αποχωρήσει από το Ναύπλιο, κανείς δεν μπορεί να τον διώξει από εκεί ούτε με την βία ούτε με πολιορκία, ούτε και ο ίδιος ο Καποδίστριας. Η ομάδα Κολοκοτρώνη προσπαθεί να καταλάβει το φρούριο του Ναυπλίου πληρώνοντας ένα μεγάλο ποσό για να προσεταιριστεί ανώτατα μέλη της φρουράς του Ναυπλίου. Μάλιστα για την συγκέντρωση των ποσών που είχαν συμφωνηθεί, ο Κολοκοτρώνης πούλησε και τις ασημένιες πιστόλες του.

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή βρισκόταν στο Ναύπλιο για να προετοιμάσει τα της έλευσης του Κυβερνήτη. Εκεί όμως αντιμετωπίζει μια κατάσταση απρόβλεπτη και επικίνδυνη. Γράφει ο Κασομούλης στα στρατιωτικά του ενθυμήματα: «Εμβαίνοντες εις Ναύπλιον είδα, από το Σιντριβάνι κ’ εκείθεν προς την πύλην της Ξηράς, όλους τους δρόμους φραγμένους με οχυρώματα (από) πέτραις ή ξύλα. Τα παράθυρα των σπιτιών παρομοίως κτισμένα και με σκοπιαίς… Και ενώ συνεδριάζει η Βουλή…μία σφαίρα από το Παλαμήδι διευθυνθείσα επί του θόλου του καταστήματος και πεσούσα κατακάθετον, τρυπά τον θόλον, πίπτει εντός του Βουλευτικού, και τα τρίμματα των πετρών κτυπούν (δύο βουλευτές) τον μεν (Γεροθανάσην) θανατηφόρα (και απέθανεν μετά τρεις ημέρας) του δε (Γιαννάκην Χατζηπέτρου) τσακίζεται η χείρα, (και μένει έως την σήμερον σημειωμένος)».

Το σχέδιο του Κολοκοτρώνη αποτυγχάνει και ο Γρίβας συλλαμβάνει τους αποστάτες και τους αφαιρεί τα χρήματα της προδοσίας.

Ο ιστορικός Σπηλιάδης στα απομνημονεύματα του καταχωρεί την άποψη ότι το σχέδιο της προδοσίας ήταν χαλκευμένο από τον Γρίβα, για να κατηγορηθεί ο Κολοκοτρώνης. Δεν αμφισβητεί ότι πράγματι ο Κολοκοτρώνης συγκέντρωσε χρήματα και βρήκε και χρημάτισε αξιωματικούς του κάστρου του Ναυπλίου. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση από κανένα ιστορικό για το γεγονός της ενέργειας των αξιωματικών να παραδώσουν το κάστρο, βοηθώντας τους ανθρώπους του Κολοκοτρώνη να εισέλθουν κρυφά. Αυτό που μπορεί να συνέβη είναι να είχε γίνει αντιληπτό από τον Γρίβα το σχέδιο της προδοσίας, και να το άφησε να εξελιχτεί, εκ του ασφαλούς ότι μπορεί να το αντιμετωπίσει και να εξευτελίσει τον Κολοκοτρώνη.

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή, κλεισμένη στο Μπούρτζι εξ αιτίας των ταραχών αυτών και του κανονιοβολισμού της πόλης [12] από το Παλαμήδι και το Ιτς Καλέ, αποφασίζει με τη συγκατάθεση της Βουλής που δόθηκε με το υπ’ αρ. Α’ Ψήφισμα και το υπ’ αρ. 32 Προβούλευμα, τη μεταφορά της «καθέδρας» στην Αίγινα. Φεύγουν λοιπόν για την Αίγινα για την υποδοχή του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος με τη σειρά του αναφέρει σε επιστολές προς τους φιλέλληνες ότι «η όποια υλική ή ηθική βοήθεια να έρχεται στην Αίγινα…».

Η διαμάχη Κολοκοτρώνη – Γρίβα ήταν εκείνη που κατέστησε την Αίγινα πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος, παρά την απόφαση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης που όριζε το Ναύπλιο.

Την εποχή αυτή οι «ληστρικές διαθέσεις» του Γρίβα τον έφεραν σε αντιπαράθεση με τους Σπετσιώτες, εξ αιτίας των καταχρήσεών του εις βάρος των Κρανιδιωτών [13].Το Δεκέμβριο του 1827 οι απεσταλμένοι του Γρίβα να εισπράξουν τις προσόδους από τις Αλυκές της Θερμησίας, άρπαξαν ζώα κι άλλα αγαθά κι έφθασε στο σημείο ο Γρίβας «κι έβγαλε να πωλήσει ως Τούρκος σκλάβον …(κάποιο Κρανιδιώτη ονόματι Ιωάννη Ζέρβα) εις την αγοράν τον Ναυπλίου» [14].

Οι Σπετσιώτες στην επιστολή διαμαρτυρίας που έστειλαν στο Γρίβα γράφουν «…Έχομεν ικανήν υπόληψιν εις το υποκείμενόν σας, διότι δεν σας στοχαζόμεθα διά την συγγένειαν, παρά ως συμπολίτην μας, και δεν καταδεχόμεθανα πράξετε κανένα εναντίον ως προς τον χαρακτήρα σας, πολλώ μάλλον να επέλθετε να καταπολεμήσετε το Κρανίδι, τους ομογενείς σας, το οποίν θέλει σας προξενή­σει μεγάλην ατιμίαν και θέλει γίνει αιτία εξάξεως εμφυλίου πολέμου, ολεθρίου καθ’ όλους τους λόγους ως προς την παρούσαν περίστασιν [15]».

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή στην οποία απευθύνθηκαν, διέταξε το Γρίβα να σταματήσει τη ληστρική αυτή δραστηριότητα και να απολύσει το Ζέρβα. Αυτός όχι μόνο δε συμμορφώθηκε, αλλά απάντησε με θράσος με μια επιστολή του στις 17 Δεκεμβρίου του 1827, στην οποία ούτε λίγο ούτε πολύ λέει πως η επί των Πολεμικών Γραμματεία της Επικρατείας, «ποτέ δε θέλησε να φροντίσει και να περιθάλψη τας ανάγκας του στρατιωτικού…» κι ότι το δίκιο αυτών των στρατιωτών που «εστερέωσαν την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος» και ότι «βλέπουν το δικαίωμά των να καθαρπάζεται από τους ληστάς και φονείς Κρανιδιώτας…» που «υπερασπίζονται και δυναμώνονται από ομοίους των Σπετσιώτας».

Από τα γεγονότα αυτά και την ευθεία ρήξη του Θ. Γρίβα με τους Σπετσιώτες, καταλαβαίνει κανείς το λόγο για τον οποίο πλέον χάνονται τα ίχνη της Ελένης από τις Σπέτσες, γιατί ζει και πεθαίνει στην Ακαρνανία, στο σπίτι του άντρα της, του Γρίβα.

Τελικά στις 6 Ιανουαρίου ο Καποδίστριας φθάνει στο Ναύπλιο, ο δε Γρίβας πείθεται και του παραδίδει τα κλειδιά, λέγοντας: «Τα κλειδιά αυτά, τον μόνον ελεύθε­ρου φρουρίου ορκίστηκα να τα κρατήσω μέχρι να έλθει ο αρχηγός τον Έθνους. Τώρα συνεπής στον όρκο σας τα παραδίδω».

Ο Καποδίστριας απαντά: «Για να φυλαχτούν αυτά τα κλειδιά σε τόσες δεινές καταστάσεις, έπρεπε να βρίσκονται σε τέτοια χέρια».

Το θέμα όμως δεν έληξε εδώ. Η διαμάχη Γρίβα – Κολοκοτρώνη συνεχιζόταν και κορυφώθηκε το 1832 όταν ο Γρίβας πολιόρκησε το Ναύπλιο με μικρό στρατό που τον χώρισε σε τρεις ομάδες και σε πολύ λίγη ώρα κατάφερε να νικήσει τον πολυπληθή στρατό των Κυβερνητικών. Οι μάχες συνεχίζονταν έξω από το Άργος, ενώ ο Αυγουστίνος Καποδίστριας είχε οχυρωθεί στο φρούριο του Ναυπλίου. Ο Γρίβας του έστειλε τελεσίγραφο να παραδοθεί μέσα σε 24 ώρες, αλλιώς θα αρχίσει πολιορκία. Τελικά ο Αυγουστίνος υποχώρησε κι ο Γρίβας μπήκε στο Ναύπλιο όχι με όλο το στρατό του, αλλά μόνο με 400 πιστούς του στρατιώτες. Η διακυβέρνηση της χώρας ήταν πλέον στα χέρια των Συνταγματικών και ο Γρίβας ήταν αρχιστράτηγος.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν αποδέχτηκε αυτή την κατάσταση και προσπάθησε να δημιουργήσει επανάσταση στη Νότια Πελοπόννησο. Ο Γρίβας πάλι, προσπάθησε να καταστείλει αυτή την επανάσταση κι όλα οδηγούσαν στην ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του στρατού του Γρίβα και του στρατού Κολοκοτρώνη, με απρόβλεπτες συνέπειες. Ευτυχώς, την τελευταία στιγμή επήλθε συμβιβασμός και αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.

Η Μπουμπουλίνα ήταν η γυναίκα «φαινόμενο» για την εποχή της, αφού κατάφερε να κρατήσει και να αυξήσει τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις του άντρα της, εγκολπώθηκε νωρίς την ιδέα του ξεσηκωμού, ύψωσε πρώτη από όλους, στις 13 Μαρτίου 1821, την επαναστατική σημαία με το αετό που είχε στα πόδια του την άγκυρα και το Φοίνικα, πολέμησε καλύτερα από τους άντρες στην πολιορκία του Ναυπλίου, θυσίασε το παιδί της που έπεσε στη μάχη του Ξεριά και δε λύγισε, αλλά στάθηκε σαν αρχαία Σπαρτιάτισσα.

Η κόρη της όμως η Ελένη, σύζυγος του Πάνου Κολοκοτρώνη και κατόπιν σύζυγος του Θεοδωράκη Γρίβα, έγινε το μήλο της έριδος, οδήγησε σε ρήξη τις σχέσεις του Κολοκοτρώνη και του Γρίβα κι άλλαξε τις συμμαχίες και τους συσχετισμούς στο στρατόπεδο των Ελλήνων στην Πελοπόννησο, σε σημείο που τέθηκε σε κίνδυνο η Επανάσταση. Μπορούμε να πούμε χωρίς υπερβολή πως υπήρξε η «μοιραία γυναίκα» της Ελληνικής Επανάστασης.

Η Ελένη πέθανε το (1850-) στην Ακαρνανία, στην Περατειά της Βόνιτσας, στην Κούλια [16] του Γρίβα.

Αυτός, δεν επέτρεπε να εξετάζει γιατρός τη γυναίκα του χωρίς τη δική του παρουσία, η δε Ελένη τόσο πολύ φοβόταν τον άντρα της που σε καμιά περίπτωση δε θα τολμούσε να παραβεί την εντολή του. Μια μέρα που καθόταν στην αυλή, τη δάγκωσε οχιά ψηλά στο μηρό και μαζεύτηκε όλο το χωριό από τις φωνές της, αλλά κανείς δεν τολμούσε να σηκώσει τη φούστα της και να τη βοηθήσει, ούτε η ίδια τόλμησε να ζητήσει γιατρό χωρίς την παρουσία του άντρα της. Μέχρι δε να επιστρέψει ο Γρίβας, να ερωτηθεί και να συγκατατεθεί να εξεταστεί η Ελένη από γιατρό, αυτή πέθανε [17].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ανδρέα Κουμπή Σπετσιώτες Ναυμάχοι, Τόμος Β’, έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, Σπέτσες, 2007. Πολλοί μελετητές μιλούν για τρία παιδιά τα οποία απέκτησε η Μπουμπουλίνα από το γάμο της με το Δημήτριο Μπούμπουλη, παραλείποντας τον Ιωάννη. Η Μπουμπουλίνα είχε ήδη από τον πρώτο γάμο της με το Γιάννουζα ένα γιο με το όνομα Ιωάννης, το Γιάννο Γιάννουζα που σκοτώθηκε στη μάχη του Ξεριά. Το ίδιο και ο άντρας της, ο Δ. Μπούμπουλης είχε γιο Ιωάννη από τον πρώτο γάμο του. Μας προβληματίζει το γεγονός της ύπαρξης τριών παιδιών με το ίδιο όνομα στην οικογένεια. Δηλαδή ενώ ζούσαν τα παιδιά τους που έφεραν το όνομα αυτό, (ο καθένας είχε κι από ένα με το όνομα αυτό από πρώτο γάμο), γιατί να βγάλουν Ιωάννη κι άλλο; Η οικογένεια Μπούμπουλη αποδέχεται την εκδοχή των τεσσάρων παιδιών της Λασκαρίνας και του Μπούμπουλη.

[2] Νικολάου Κασομούλη Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, Σχόλια Γιάννη Βλαχογιάννη, Τόμος Γ’, κεφάλαιο 27, σελ. 220-227. Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2005, (ανατύπωση της πρωτότυπης έκδοσης του 1945).

[3] Το σχόλιο είναι του Βλαχογιάννη.

[4] Όπως σημειώνουν και ο Κασομούλης και ο Σπηλιάδης.

[5] Ήταν γόνος επιφανούς οικογενείας οπλαρχηγών της Επαρχίας Βάλτου, του Νομού Αιτωλοακαρνανίας. Γεννημένος το 1775 ήταν όπως και ο Θ. Γρίβας στην υπηρεσία του Αλή Πασά, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1821 κήρυξε την επανάσταση στο Βάλτο. Αναδείχθηκε στρατηγός και πληρεξούσιος στις συνελεύσεις του Άργους, του Άστρους και της Τροιζήνας.

[6] Γεννήθηκε στο Πισωδέριο Φλώρινας, ή στην Κοζάνη, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1820 και αγωνίστηκε λαβαίνοντας μέρος σε διάφορες μάχες ανά την Ελλάδα, στη Μακεδονία, Θεσσαλία, ήταν από τους πολιορκημένους και έλαβε μέρας στην έξοδο του Μεσολογγίου, κλπ. Στα στρατιωτικά του ενθυμήματα, περιγράφει γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά και την καθημερινότητα των ελλήνων αγωνιστών.

[7] Η Πλατεία Συντάγματος στο Ναύπλιο μέχρι το 1834 ονομαζόταν πλατεία του πλάτανου. Ίσως εννοεί στο κατάλυμα του Κολοκοτρώνη στην πλατεία του Πλάτανου στο Ναύπλιο. Υπέρ αυτού συνηγορεί το ότι ο Κολοκοτρώνης είχε παγιδευτεί στο Ναύπλιο από το Γρίβα που δεν τον άφηνε να φύγει προτού βρεθεί λύση για τα προικιά. Στην πλατεία του Ναυπλίου υπήρχε και το σπίτι του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Μοναδικός προβληματισμός μας είναι το πώς βρέθηκε εκεί η γριά μάννα του Κολοκοτρώνη.

[8] Ο τρόπος που ο Γρίβας απευθύνεται στον Κολοκοτρώνη, καταρρίπτει το ενδεχόμενο να υπήρχε παράνομος δεσμός μεταξύ Γρίβα και Ελένης, όσο ακόμα ζούσε ο άντρας της, ο Πάνος Κολοκοτρώνης. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο δεν θα τολμούσε ο Γρίβας να εμφανιστεί ενώπιον του Θ. Κολοκοτρώνη διεκδικώντας την επιστροφή της προίκας και φυσικά αυτό δεν θα ήταν κάτι που θα έμενε «έξω από το τραπέζι».

[9] Τα σχόλια είναι του Γιάννη Βλαχογιάννη.

[10] Κυριάκου Σιμόπουλου. Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, Αθήνα 1982 τόμος πρώτος, σελ. 294.

[11] Η απόφαση έχει αριθμό 371. Γακ-Τοπικό Αρχείο Σπετσών, Αρχείο Δημογεροντίας, βιβλίο Πρακτικών, τόμος Β’.

[12] Νικολάου Κασομούλη Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, Σχόλια Γιάννη Βλαχογιάννη, Τόμος Δ’, κεφάλαιο 34, σελ.61-89 και κεφ. 36, σελ. 151, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2005. (ανατύπωση της πρωτότυπης έκδοσης του 1945).

[13] Παύλου Παρασκευαΐδη, Ιστορία των Σπετσών από το 1823 έως το 1831, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών,2012, σελ. 466-468.

[14] Από την επιστολή που έστειλαν οι Κρανιδιώτες στους Υδραίους στις 22 Δεκεμβρίου του 1827, στην οποία ομολογούν τη συμπαράσταση των Σπετσιωτών έναντι των αυθαιρεσιών του Γρίβα.

[15] Παύλου Παρασκευαΐδη, Ιστορία των Σπετσών από το 1823 έως το 1831, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, 2012, σελ.469 και Διονυσίου Α. Κοκκίνου τ.6, σελ. 113.

[16] Οχυρωμένο σπίτι.

[17] Με το Γρίβα η Ελένη είχε αποκτήσει δυο παιδιά, το Δημήτριο και τη Λασκαρίνα. Ο Γρίβας μετά το θάνατο της Ελένης, πήρε δεύτερη σύζυγο την Πηνελόπη Στάικου.

 

Καλομοίρα Αργυρίου – Κουμπή

Γυναικείες Υποθέσεις του 19ου αιώνα, Σπέτσες, 2017. 

 

Διαβάστε ακόμη:

Η στρατιωτική δράση των Φιλελλήνων στη μάχη του Πέτα: Ξαναδιαβάζοντας τον DanielJohann Elster και τις άλλες πηγές | Νίκος Κανελλόπουλος – Νίκος Τόμπρος, Πρακτικά Ε’ Διεθνούς Συνεδρίου με θέμα: «Ο διεθνής περίγυρος και ο Φιλελληνισμός κατά την Ελληνική Επανάσταση», Αθήνα, 14-15 Οκτωβρίου 2016.


 

Ο στρατηγός Normann (Karl Friedrich Leberecht Graf von Normann-Ehrenfels 1784–1822), διοικητής του τακτικού στρατεύματος (Σύνταγμα, Τάγμα Φιλελλήνων, Επτανήσιοι).

Την εντονότερη έκφραση του Φιλελληνισμού, που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα των Ελλήνων για την απελευθέρωσή τους από τους Οθωμανούς, απετέλεσε η πολεμική δράση που ανέπτυξαν Ευρωπαίοι εθελοντές – κυρίως αξιωματικοί – στο πλευρό των επαναστατών. Στο πλαίσιο της δράσης αυτής συγκροτήθηκε τάγμα Φιλελλήνων, που ακολούθησε – τον Ιούνιο του 1822- τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στην εκστρατεία του στην Ήπειρο προς ενίσχυση των Σουλιωτών. Στις 4 Ιουλίου 1822 το εν λόγω τάγμα συγκρούστηκε στο χωριό Πέτα με υπέρτερες αριθμητικά εχθρικές δυνάμεις. Στη μάχη που ακολούθησε οι περισσότεροι από τους Φιλέλληνες περικυκλώθηκαν από τους Οθωμανούς με αποτέλεσμα να φονευθούν όλοι πλην ενός.

Η παρούσα ανακοίνωση σκοπό έχει να αναλύσει τη στρατιωτική επιχείρηση των Φιλελλήνων στη μάχη του Πέτα, μέσα από τα στοιχεία που παραθέτει στο ημερολόγιό του ένας από τους ελάχιστους επιζώντες Φιλέλληνες, ο ιατρός του τάγματος Daniel–Johann Elster. Παράλληλα συγκρίνονται οι πληροφορίες του Elster με ό,τι αναφέρουν για τη συγκεκριμένη μάχη οι ελληνικές πηγές (π.χ. απομνημονεύματα), προκειμένου να ελεγχθεί η αξιοπιστία τους. Με βάση τέλος τις πηγές αποτιμώνται εκ νέου τόσο οι συνθήκες της εκστρατείας στην Ήπειρο και η πολιτική που ακολούθησε η ελληνική ηγεσία, όσο και οι συνθήκες που οδήγησαν τους Φιλέλληνες στην ήττα.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η στρατιωτική δράση των Φιλελλήνων στη μάχη του Πέτα