Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

O Ιωάννης Καποδίστριας Τέκτων κανονικός – Παναγιώτης Γ. Κρητικός, «Ο Ερανιστής», έτος Γ’, τεύχος 15/16, Αθήνα, 1965.


 

Εις προηγουμένην μας μελέτην περί Φιλικής Εταιρείας και τεκτονισμού εγράφομεν ότι, καίτοι η τεκτονική παράδοσις, μεταβιβαζομένη προφορικώς και διά της παλαιοτέρας και νεωτέρας τεκτονικής βιβλιογραφίας, μας φέρει τους ιδρυτάς της Φιλικής Εταιρείας, και τα πλείστα των μελών της Αρχής και των Αποστόλων της ως τέκτονας, την δε όλην οργάνωσίν της, στηριζομένην επί τεκτονικών βάσεων, δεν κατέστη δυνατή μέχρι σήμερον, παρά τας υπαρχούσας σαφείς ενδείξεις, ή υπό της συγχρόνου ιστορικής επιστήμης απαιτουμένη τεκμηρίωσις διά πολλούς εξ αυτών. Αυτό τούτο συμβαίνει και με πολλούς εκ των δρασάντων ιεραρχών, οπλαρχηγών, πλοιάρχων, χορηγών, αγωνιστών και άλλων, δι’ ούς διατηρείται ωσαύτως αντίστοιχος τεκτονική παράδοσις.

Πολλοί σύγχρονοι, τέκτονες και μη, ιστορικοί πιστεύουν ότι στενή υφίσταται σχέσις μεταξύ της Φ. Ε. και του τεκτονισμού, αλλ’ αι περί αυτής γνώσεις μας δεν είναι πλήρεις διότι δεν ηρευνήθη ως έδει, από πλευράς τεκτονικής, το όλον θέμα. Ο τεκτονισμός είχεν ήδη επεκταθή εις τον Ελληνικόν και γενικώς τον Βαλκανικόν χώρον και εις την περι­οχήν της Ανατολικής Μεσογείου μέχρι της Συρίας, της Κύπρου και της Αιγύπτου.

 

Υπογραφές του Ι. Καποδίστρια

 

Η έρευνα της σχέσεως του τεκτονισμού μετά της Φ. Ε. θα συνετέλει εις την εκκαθάρισιν της ιστορίας της Εταιρείας ταύτης και του Αγώνος του 1821, θα εξετιμάτο δε επακριβώς έν προκειμένη και η τεκτονική εισφορά. Η έρευνα αυτή θα ήτο ευχερής εάν εφίσταντο τα αρχεία των ελληνικών τουλάχιστον τεκτονικών στοών, ότε θα ήτο δυνατή, τόσον από της πλευράς της τεκτονικής ιδιότητος των φιλικών και των αγωνιστών, όσον και από της καθαυτό ομαδικής έν προκειμένω δράσεως των στοών τούτων. Δυστυχώς, αφ’ ενός αί συνεχώς πλήττουσαι την περιοχήν μας πολεμικαί επιχειρήσεις, έκτοτε και μέχρι σήμερον, προκαλέσασαι την καταστροφήν των τεκτονικών αρχείων και αφ’ ετέρου το απόρρητον τούτων, όπερ δεν επέτρεψεν ίσως εις παλαιοτέρους ερευνητάς την προς την ανωτέρω κατεύθυνσιν διερεύνησίν των, συνετέλεσαν ώστε το έργον της αμέσου εκ των αρχείων των στοών μελέτης του θέματος, εν τω συνόλω του, να καθίσταται δυσχερέστερον.

Ακτίνες φωτός διαχέονται από καιρού εις καιρόν εκ τινων στοιχείων προερχομένων εκ των παλαιοτέρων τεκτονικών στοών, του «Φοίνικος» της Κερκύρας· και του «Αστέρος της Ανατολής» της Ζακύνθου, ως και εκ μεμονωμένων τεκτονικών διπλωμάτων ή στοιχείων, προερχομένων εξ επισήμων ή ιδιωτικών αρχείων.

Ήδη ηρχίσαμεν ερευνώντες και προς την κατεύθυνσιν των Μεγάλων Ανατολών ή Στοών, εις ας υπήγοντο αι κατά την περίοδον του Αγώνος ελληνικαί τεκτονικαί στοαί, σημαντικαί δε ελπίδες ήρξαντο προκύπτουσαι όσον αφορά εις την ανεύρεσιν πολυτίμων στοιχείων, περί το υπό έρευναν θέμα. Aι δημοσιεύσεις άλλωστε των Ρωσσικών, Ρουμανικών, Αυστριακών (παλαιότερον) και Γερμανικών αρχείων και καταλόγων μελών των διαφόρων τεκτονικών στοών, καταλλήλως προς τον σκοπόν τούτον αξιοποιούμεναι, πολύτιμα θα ηδύναντο να μας παράσχουν στοιχεία προς τούτο.

Μεταξύ των δρασάντων κατά την περίοδον ταύτην προσώπων, ων η τεκτονική ιδιώτης ημφισβητείτο μέχρι σήμερον είναι και ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του Παναγιώτη Γ. Κρητικού πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: O Ιωάννης Καποδίστριας Τέκτων κανονικός

 

Διαβάστε ακόμη:

Η προίκα της Ελένης Μπούμπουλη –  © Καλομοίρα Αργυρίου – Κουμπή | Γυναικείες Υποθέσεις του 19ου αιώνα, Σπέτσες, 2017. 


 

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα είχε αποκτήσει από τους δύο γάμους της 7 παιδιά. Τρία με το Δημήτριο Γιάννουζα (Γιάννο, Γεώργιο και Μάρω) και τέσσερα με το Δημήτριο Μπούμπουλη (Σκεύω, Ελένη, Ιωάννη και Νικόλαο) [1].

Η φιλία της με τον Κολοκοτρώνη με τον οποίο συναντήθηκε λίγες μέρες πριν την πτώση της Τριπολιτσάς, όταν έφτασε έφιππη στο ελληνικό στρατόπεδο, οδήγησε στη συγγένεια μεταξύ τους με το γάμο των παιδιών τους, του Πάνου και της Ελένης. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Ναυπλίου, έγινε ο αρραβώνας τους και δυο μέρες μετά την πτώση του Ναυπλίου στα χέρια των Ελλήνων έγινε ο γάμος τους.

Στην πομπή των νικητών που μπήκαν στο Ναύπλιο, η Μπουμπουλίνα έφιππη συνοδευόταν από την κόρη της Ελένη και το γαμπρό της Πάνο που είχε οριστεί από τον Υψηλάντη Φρούραρχος Ναυπλίου. Μετά την κατάληψη του Παλαμηδιού, 30 Νοεμβρίου 1822, η Κυβέρνηση παραχώρησε στη Μπουμπου­λίνα ένα από τα καλύτερα σπίτια του Ναυπλίου, όπου και εγκαταστάθηκε. Γυρνούσε στο Ναύπλιο και στον κάμπο έφιππη ως αμαζόνα ακολουθούμενη από πλήθος στρατιωτών κι επευφημείτο από τα πλήθη που την αποκαλούσαν «κυρά του Ναυπλίου».

Θεοδωράκης Γρίβας, ελαιογραφία του Ιωάννη Δούκα (1838–1916).

Ο εμφύλιος που ακολούθησε ανέτρεψε τα πράγματα για τη Μπουμπουλίνα και την οικογένειά της που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το κάστρο στις 13 Ιουνίου 1824 μαζί με το γαμπρό της Πάνο και την Ελένη. Με το ξέσπασμα του δεύτερου εμφυλίου πολέμου ο Πάνος εγκαταλείπει την πολιορκία των Πατρών κι έρχεται στην Τριπολιτσά. Εκεί στο σπίτι των Κολοκοτρωναίων διαμένει κι η σύζυγός του η Ελένη. Από τους στενούς συνεργάτες του Πάνου ήταν ο Θεοδωράκης Γρίβας, οπλαρχηγός της Ακαρνανίας που την εποχή αυτή πολεμούσε στο πλευρό του Πάνου κι ήταν αποκλεισμένος από του Κυβερνητικούς στην Τρίπολη.

Το Νοέμβριο του 1824 σκοτώνεται ο Πάνος Κολοκοτρώνης σε ηλικία 24 ετών και η Ελένη μένει χήρα σε ηλικία 17 ετών. Η Ελένη δεν είχε αποκτήσει παιδιά από το γάμο της με τον Πάνο Κολοκοτρώνη. Μετά το θάνατο του Πάνου, ο Κολοκοτρώνης δεν ήθελε να αφήσει τη νύφη του να επιστρέφει στο σπίτι της μητέρας της στις Σπέτσες και να ξαναπαντρευτεί, αλλά ήθελε να την παντρέψει με όποιον αυτός έκρινε. Η Ελένη τότε άφησε το σπίτι των Κολοκοτρωναίων κι έφυγε στις Σπέτσες στη μητέρα της, χωρίς να πάρει μαζί της την προίκα της.

Ήδη κι ενώ ακόμα ζούσε ο Πάνος, οι φήμες στην Πελοπόννησο οργίαζαν για δεσμό της Ελένης με το Θεοδωράκη Γρίβα. Μόλις έξι μήνες μετά το θάνατο του Πάνου, το Μάιο του 1825, η 18χρονη Ελένη, με τη συγκατάθεση της μητέρας της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, παντρεύτηκε το Γρίβα, ο οποίος τότε ήταν 28 ετών.

Ο Νικόλαος Κασομούλης στα στρατιωτικά του ενθυμήματα περιγράφει [2] έτσι τα περιστατικά:

«Ο Θεόδωρος Γρίβας, πολιορκημένος ων εις Τριπολιτσάν από τα Διοικητικά στρατεύματα (κατά το 1824) ευρίσκετο μαζί με τον Κολοκοτρώνην. Φονευθέντος του Πάνον υιού του Κολοκοτρώνη, ερωτεύθη (ο Γρίβας) με την σύ­ζυγόν του θυγατέρα της Μπουμπουλίνας. Ο Κολοκοτρώνης θέλων να την έχει ως θυγατέραν του, επιθυμούσε να την βαστάξει εις την οικίαν του και να φροντίσει με καιρόν να την υπανδρεύσει με όποιον ήθελεν. Η Μπουμπουλίνα (κόρη) τα συμβίβασεν μυστικά με τον Θεόδωρον Γρίβαν και φεύγει κρυφά διά τις Σπέτσες και αφήνει εις την οι­κίαν του όλα τα προικιά της. Συγχύζεται ο Κολοκοτρώνης, θέλει να εκδικηθεί, πλην και οι δύο ήσαν φυλακωμένοι εις Ύδραν».

Και σχολιάζει [3]: «Φαίνεται, ο Γρίβας πήγε στην Ύδρα, όπου τον αντάμωσε η νεαρή Ελένη χήρα, κι εκεί αν και η αστυνομία τους έπιασε, στεφανωθήκαν».

Αυτός ο γάμος έβλαψε την πορεία του αγώνα [4]. Η αντιπαράθεση Κολοκοτρώνη-Γρίβα είχε ξεκινήσει. Ο Σπηλιάδης αναφέρει πως «στα 1826, αρχές τον Μάη, ο Κολοκοτρώνης ζήτησε μαστικά ν’ αρπάξει το Παλαμήδι από τα χέρια τον Γρίβα, αλλά δεν πέτυχε».

 

Ελένη Μπούμπουλη, Benjamin Mary. Δημοσιεύεται στο «Ελληνικές προσωπογραφίες (1840-1844)», εκδόσεις Λούσυ Μπρατζιώτη, Αθήνα 1992, σελ.40.

 

Ποια ήταν η προίκα της Ελένης όταν παντρεύτηκε τον Πάνο ακριβώς δε γνωρίζουμε. Σίγουρα όμως η Μπουμπουλίνα, που την εποχή που έγινε αυτός ο γάμος βρισκόταν στην ακμή της, δεν θα έδωσε ευκαταφρόνητη προίκα στην Ελένη. Αυτή λοιπόν την προίκα, έπρεπε να την διεκδικήσει από τον πεθερό της Ελένης, το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και στη συνέχεια να την δώσει στο δεύτερο σύ­ζυγό της το Γρίβα, πράγμα που δεν έκανε.

Ήδη ο Κολοκοτρώνης ήταν σε δυσχερή θέση με τον εμφύλιο, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Πάνου, οπότε έχασε το κουράγιο του. Οι φήμες δε, για το δεσμό της Ελένης με το Γρίβα πριν ακόμα πεθάνει ο Πάνος, έφερναν τη Μπουμπουλίνα σε δυσχερέστερη ακόμα θέση ως προς τη διεκδίκηση της επιστροφής της προίκας.

Ο Γρίβας όμως δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει πίσω και διεκδικούσε επιθετικά την προίκα.

Κάποια στιγμή που ο γέρος του Μόριά έφτασε στο Ναύπλιο, ο Γρίβας βρήκε ευκαιρία και τον παγίδευσε στο Φρούριο και του έστειλε τον Αναστασάκη (Εμμ. Παπά) να του πει να κάνει ότι καταλαβαίνει προκειμένου να στείλει οπωσδήποτε τα προικιά και τις προγαμιαίες δωρεές της πρώην νύφης του και νυν γυναίκας του Γρίβα που κρατούσε. Ο Κολοκοτρώνης απάντησε πως δεν ξέρει να έχει τίποτα στα χέρια του, παρά μόνο μια διαμαντένια καρφίτσα μικρής αξίας και δυο δακτυλίδια.

Μετά την απάντηση αυτή, ο Γρίβας όρκισε την Ελένη στο όνομα της Αγίας Τριάδος, επειδή, όπως της είπε, επρόκειτο να εμπλέξει και τα αδέλφια της στην υπόθεση αυτή, να πει την αλήθεια. Ο Κασομούλης αναφέρει ότι ήταν παρών. Η Ελένη τότε έκανε έναν κατάλογο με πράγματα, διαμαντικά, χρυσοΰφαντα Ινδικά υφάσματα, λάφυρα της μητέρας της από την Τριπολιτσά, φορέματα και γούνες, των οποίων η αξία ανερχόταν στις 250.000 γρόσια. Ο Κολοκοτρώνης όταν είδε τον κατάλογο, ενώ ήταν σε περιορισμό στο φρούριο, απάντησε πως είναι ψέματα και πρότεινε να ορίσει η κάθε πλευρά ανθρώπους να συνδιαλλαγούν.

Ο Γρίβας όρισε το Γ. Βαλτινό [5] και τον Ν. Κασομούλη [6], ενώ ο Κολοκοτρώνης τον Γ. Αγαλόπουλο και τον Αναγνωστάκο Παπαγιαννόπουλο. Και οι τέσσαρες αντιπρόσωποι αποφάσισαν να συναχθούν και να ακούσουν και τις δυο πλευρές, πράγμα που έγινε στο σπίτι του Κολοκοτρώνη στον Πλάτανο [7]. Μαζεύτηκε κι όλος ο λαός από περιέργεια να δουν τί θα γίνει, αλλά κλείστηκαν μέσα στο σπίτι μόνον οι τέσσαρες επίτροποι, ο Γρίβας, ο Κολοκοτρώνης κι η μητέρα του. Ασπάστηκαν και ξεκίνησε η διαδικασία. Ο Βαλτινός πρότεινε να πουν και οι δυο ό,τι έχουν να πουν και να αγαπηθούν και τελειώσει με ειρήνη αυτή η διαφορά, γιατί πρέπει να κοιτάξουν όλοι το συμφέρον της πατρίδας.

Το λόγο πήρε ο Γρίβας που είπε: «Εγώ, κανένα πάθος δεν έχω με τον Γέρον. Γνωρίζει πόσον τον εβοήθησα εις την ανάγκην του και τον εβάσταξα. Δεν τον έφερα κα­μίαν ατιμίαν πριν, όταν ήμουν εμπιστευμένος το παν εις την οικίαν τον, εις Τριπολιτσάν, ώστε να έχει τώρα παράπονον. Τον εσύντρεξα ως άλλος υιός τον εις τον εμφύλιον πόλεμον. Εφονεύθη ο υιός του αγαπήσαμεν να συζευχθώμεν με την χήραν τον Πάνου, με την συναίνεσιν της μητρός της. Την έλαβα διά γυναίκαν. Τί έπταισεν λοιπόν ή αυτή ή εγώ ώστε να κατακρατεί ο Γέρος τα ειδίσματά της και να μην ησυχάζω νύχτα ημέρα, ζητούσα αυτή το δί­καιόν της; Ας τα δώσει λοιπόν και τίποτες πάθος αναμε­ταξύ μας δεν έχομεν. Διότι ούτε εφονεύσαμεν ένας με τον άλλον, ούτε εζημιώσαμεν [8].

Παρατηρεί κανείς ότι ο Γρίβας μιλάει σε τρίτο πρόσωπο για τον Κολοκοτρώνη και δεν απευθύνεται άμεσα σ’ αυτόν παρότι αυτός είναι παρών, γεγονός που δείχνει κάθε άλλο παρά φιλική διάθεση.

Ο Κολοκοτρώνης, του απαντά σε δεύτερο πρόσωπο: «Βρε παιδί μου Θοδωράκη, πιστεύεις την γυναίκα σου, διότι σε είπεν ότι είχεν τόσα;» Και άρχισε να ορκίζεται. «Πού τα ηύρεν, βρε, όλα αυτά; Ό, τι και αν είχεν, και φορέματα και διαμαντικά, ήταν τον υιού μου, και, πίστευσέ με, είναι τόσοι μάρτυρες. Ας διορισθεί μια επιτροπή ας συνάξη τας μαρτυρίας και ό,τι εύρει και ειπούν ότι είχε η νύφη μου να το πληρώσω διπλά. Τί είχε πραγ­ματικός; Έναν λαιμοδέτην (γκιουρδάνι) με ολίγες πέτρες και ένα δακτυλίδι. Τα άλλα όλα ήτον αρματωσιά των συγ­γενών».

Στα σχόλια [9] αναφέρεται πως η αρματωσιά ήταν η νυφική στολή, που της χάρισαν οι συγγενείς του Κολοκοτρώνη, δίνοντας ο καθένας ένα κομμάτι. Και συνεχίζει ο σχολιαστής: «Λοιπόν, η κόρη της Μπουμπουλίνας ήταν άπροικη;».

Η μητέρα του Κολοκοτρώνη, ενθυμηθείσα τον Πάνο, άρχισε να κλαίει και να λέει: «Πού τα ηύρεν, παιδί μου, αυτά οπού ζητεί; Καν ούτε ημείς τα είδαμεν».

Άρχισε κι ο Κολοκοτρώνης να κλαίει…

Τελικά μετά από μακρά συζήτηση αποφασίστηκε προκειμένου να παύσουν «τα πάθη αναμεταξύ των», να ορίσουν επταμελή συμβιβαστική επιτροπή από Ρουμελιώτες και Πελοποννήσιους κι ο Κολοκοτρώνης να εγγυηθεί πως ό,τι αποφασίσει η επιτροπή να στείλει στη Ζάκυνθο όπου είχε τα πράγματα να τα φέρει. Εγγυήθηκε γι αυτό ο αχώριστος φίλος του Κολοκοτρώνη, Νι­κόλαος Βούκουρας, που ήταν πολιτικός και στρατιωτικός από τα Μαγούλιανα της Καρύταινας.

Έτσι ο Κολοκοτρώνης αφέθηκε ελεύθερος να φύγει από το Φρούριο και «ανεχώρησεν με το πάθος να εύρει ευκαιρίαν να εκδικηθεί» για την προσβολή που του έκαναν φοβερίζοντας να τον κρατήσουν στο Ναύπλιο. Η πόλη ήταν στα χέρια των Παλαμηδιωτών του Γρίβα κι ο Κολοκοτρώνης μπήκε ανύποπτος χωρίς να έχει πληροφορηθεί την κατάσταση. Εκεί ο Γρίβας και οι δικοί του έδωσαν εντολή να μην το αφήσουν να φύγει αν δεν έδινε τέλος στην υπόθεση αυτή.

Αποκλείεται η Ελένη Μπούμπουλη να παντρεύτηκε τον Πάνο Κολοκοτρώνη άπροικη. Με δεδομένο δε ότι παντρεύτηκε την εποχή της ακμής της Μπουμπουλίνας, την εποχή δηλαδή που η Κυβέρνηση αναγνωρίζοντας τις υπηρεσίες της στην Πατρίδα της είχε δώσει κλήρο γης στο Ναύπλιο και η άλωση της Τριπολιτσάς την είχε γεμίσει πολύτιμους θησαυρούς. Είναι γνωστό πως η προστασία που παρείχε στο χαρέμι του Χουρσίτ Πασά της απέφερε αυτά τα αμύθητα πλούτη. Η ίδια έλεγε πως ο όρκος που είχε δώσει το 1816 στη βαλιδέ σουλτάνα, τότε που τη βοήθησε όταν κατέφυγε σ’ αυτήν, πως θα βοηθούσε όποια Τουρκάλα της ζητούσε βοήθεια, την ώθησε να δράσει με τον τρόπο αυτό κατά την πτώση της Τριπολιτσάς.

Όπως και να έχει, όποιο και να ήταν το κίνητρό της, το θέμα είναι πως η Μπουμπουλίνα συγκέντρωσε θησαυρούς. Αποκλείεται λοιπόν μετά από τόσα πλούτη να μην έδωσε προίκα μεγάλη στην Ελένη.

Ο Γάλλος Reybaud που βρέθηκε στο Άργος τις μέρες που γίνονταν τα αρραβωνιάσματα της Ελένης, της κόρης της Μπουμπουλίνας με τον Πάνο Κολοκοτρώνη. Γράφει [10]: «Έλεγαν πως η προίκα της νύφης ήταν τεράστια. Δεν κόστισε, άλλωστε, τίποτα στον γονιούς της. Κι αν οι σκιές των θυμάτων που πλήρωσαν τα έξοδα μπορούσαν να παρευρεθούν στα στεφανώματα, η γαμήλια πομπή θα ήτα φρικαλέα και πολυάριθμη».

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Είναι ελάχιστη η πιθανότητα, μεταξύ των όσων πήρε ως προίκα η Ελένη Μπούμπουλη να περιλήφθηκε και ακίνητη περιουσία στο Ναύπλιο από αυτήν που έλαβε η Μπουμπουλίνα ως κλήρο, την οποία όμως η Κυβέρνηση κατά τον εμφύλιο, μετά το θάνατο του Πάνου και εξαιτίας της επιστολής που έστειλε υποστηρίζοντας το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, της την πήρε πίσω. Κι αυτό γιατί στις Σπέτσες δε συνηθιζόταν να δίνεται ως προίκα στα κορίτσια ακίνητη περιουσία. Από τους Κολοκοτρωναίους δε ζητήθηκε να επιστρέψουν ακίνητη περιουσία που είχε δοθεί ως προίκα, αλλά μόνον διαμαντικά, χρυσαφικά, γούνες και βαρύτιμα ινδικά υφάσματα, τα οποία μάλιστα αναφέρεται πως προέρχονταν από την άλωση της Τριπολιτσάς.

Ο Κολοκοτρώνης ισχυρίζεται πως αυτά ήταν του Πάνου. Προφανώς τέτοια πολύτιμα λάφυρα από την Τριπολιτσά είχαν πάρει και οι Κολοκοτρωναίοι. Δεν επρόκειτο για χρυσαφικά και διαμαντικά που αποτελούσαν οικογενειακά κειμήλια, ώστε να είναι και αναγνωρίσιμα, αλλά για λεία πολέμου, που χάσανε το λογαριασμό αν ήταν του Πάνου ή της Μπουμπουλίνας. Φαίνεται, πως όλα τα πολύτιμα αντικείμενα και του Πάνου και της Ελένης τα είχαν φυλάξει στο σπίτι τους στη Ζάκυνθο.

Εντύπωση μας προκαλεί το γεγονός πως η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα δεν εμπλέκεται καθόλου στην υπόθεση αυτή, όπως θα περίμενε κανείς, αφού με τον Κολοκοτρώνη είχαν μια αμοιβαία εκτίμηση κι εμπιστοσύνη και ήταν σταθερά σύμμαχοι.

Όταν ο Γρίβας ορκίζει την Ελένη στο όνομα της Αγίας Τριάδος να πει την αλήθεια για την προίκα της, της λέει να είναι προσεκτική στο τί θα πει, γιατί στην υπόθεση αυτή θα εμπλακούν τα αδέλφια της. Ούτε λόγος για τη μητέρα της, η οποία δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα που θα άφηνε τους γιους της να ξεκαθαρίσουν για λογαριασμό της Ελένης την υπόθεση αυτή.

Η εξήγηση είναι απλή. Το Μάιο του 1825, λίγο μετά το γάμο της Ελένης με το Γρίβα, η Μπουμπουλίνα δολοφονείται. Όταν συνέβησαν λοιπόν όλα αυτά τα σχετικά με τη διεκδίκηση της προίκας της Ελένης, η Μπουμπουλίνα δεν ζούσε, η δε οικογένεια της Ελένης στις Σπέτσες είχε πολύ νωπά τα τραύματα απ’ τις μνήμες της δολοφονίας της καπετάνισσας.

Η προίκα της Ελένης δεν επιστράφηκε ποτέ από τους Κολοκοτρωναίους στην ίδια, ούτε στην οικογένειά της.

Η οικογενειακή παράδοση των Μπουμπουλαίων λέει πως ο Γρίβας αποβιβάστηκε με πλοίο στις Σπέτσες και «ξεσήκωσε» το σπίτι, παίρνοντας ό,τι πολύτιμο βρήκε, χαλιά έπιπλα κλπ. ως προίκα της Ελένης.

Η αρπαγή αυτή, αν πράγματι έγινε, θα έγινε μετά το θάνατο της Μπουμπουλίνας και μάλιστα όχι αμέσως μετά την κηδεία της. Η συνάντηση του Γρίβα με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη έγινε αργότερα και σύμφωνα με όσα λέχθηκαν και έγιναν, αποκλείεται να είχε προηγηθεί τέτοιο περιστατικό υπό τη μορφή διεκδίκησης της προίκας της Ελένης, την οποία όφειλαν τα αδέλφια της να διεκδικήσουν από τον Κολοκοτρώνη για λογαριασμό της. Για το λόγο αυτό, όταν την όρκισε ο Γρίβας να πει την αλήθεια για την προίκα, της είπε να προσέξει γιατί θα εμπλακούν τα αδέλφια της. Δηλαδή, τα αδέλφια της όφειλαν να διεκδικήσουν για λογαριασμό της την προίκα από τον Κολοκοτρώνη, πράγμα που δεν έκαναν. Όσο μεν ζούσε η Μπουμπουλίνα, η προσωπικότητά της και η σχέση της με τον Κολοκοτρώνη ήταν τέτοια, που δεν άφηνε περιθώρια στους γιους της να ρυθμίσουν αυτοί τα θέματα αυτά. Μετά δε το θάνατό της, τον πρώτο καιρό τα παιδιά της ήταν σε δύσκολη κατάσταση ένεκα των συνθηκών του θανάτου της, οπότε είναι λογικό να μην είχαν ούτε νου, ούτε διάθεση για να ασχοληθούν μ’ αυτό το ζήτημα.

Πάντως, στο βιβλίο των πρακτικών της Δημογεροντίας Σπετσών, κατά τη συνεδρίαση της 31ης Ιανουαρίου 1829 [11] συζητείται αίτηση των κληρονόμων του Δημητρίου Μπούμπουλη, να παρέμβει το κράτος ώστε να τους επιστρέφει ο γαμπρός τους ο Γρίβας τα κατάστιχα και τα λοιπά αποδεικτικά έγγραφα των πλοίων της μητέρας τους, της Μπουμπουλίνας, τα οποία κρατούσε, διότι τα χρειάζονταν για να ετοιμάσουν τα δικαιολογητικά για τη διεκδίκηση των Ναυτικών αποζημιώσεως από το Κράτος, όπως όλοι οι πλοιοκτήτες και οι κληρονόμοι τους που είχαν προσφέρει πλοία στον αγώνα. Πράγματι η Δημογεροντία αποφάσισε να ζητήσει από τον έκτακτο Επίτροπο να επιληφθεί του θέματος, ώστε να υποχρεωθεί ο Γρίβας από την Πολιτεία να τα επιστρέφει. Δεν γνωρίζουμε τί έγινε στη συνέχεια, αλλά αν είχε προηγηθεί αυτή η αρπαγή της περιουσίας απ’ το Γρίβα, σίγουρα οι κληρονόμοι του Δημητρίου Μπού­μπουλη, τα αδέλφια της Ελένης Γρίβα, θα το ανέφεραν στην αίτησή τους. Είναι πιθανό αυτή η κατακράτηση των καταστίχων από το Γρίβα να είχε την έννοια του εκβιασμού προκειμένου να του δοθεί προίκα κι έτσι να τα παραδώσει.

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, υπήρξε ένας από τους πιο μορφωμένους άνδρες της Επανάστασης. Οι ιστορικοί τον κατατάσσουν δεύτερο, μετά τον Παναγιώτη Σέκερη, το μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ο πατέρας του ήθελε να τον μορφώσει και γι αυτό τον έστειλε στη Ζάκυνθο στο φημισμένο διδάσκαλο της εποχής, τον Αντώνιο Μαρτελάο, που ήταν ο δάσκαλος και του Διονύσιου Σολωμού. Η μόρφωσή του όμως δεν περιορίστηκε εκεί.

Όπως γράφει ο ιστορικός Φωτάκος, «εσπούδασεν εις την ακαδημίαν της Κερκύρας, εγνώριζεν εντελώς την παλαιάν γλώσσαν μας την Ελληνικήν, ήτο μαθηματικός άριστος, εγνώριζε προσέτι καλώς την Ιταλικήν γλώσσαν και ολίγον την Γαλλικήν, και εν ολίγοις ήτον ο δεύτερος του πολυμαθεστάτου Γεωργίου Σέκερη, διότι τότε η Πε­λοπόννησος δεν είχεν άλλους τοιούτους».

Σύμφωνα με το Θεόδωρο Ρηγόπουλο: «Ο Πάνος είχε σπουδάσει την Ελληνικήν και την Ιταλικήν εις Ζά­κυνθον και εις το Λύκειον των Κορφών του Γκυλφόρδ, έχων συμμαθητήν του τον Τερτσέτην, είχε δε αρχές και της αγγλικής. Ο Πάνος είχε ωραίον ανάστημα και ήτο καλοκαμωμένος. Ήτο σύννους ως ο πατήρ του και προσηνής το είδος, αλλά δραστήριος και φρόνιμος, γενναίος και ελευθέριος. Είχε δε ιπποτισμόν ανάλογον της συναισθανομένης αξίας του και εφρόντιζε να αποκτά κατ’ εκλογήν φίλους».

Ο Γκύλφορντ, γιός του πρώην πρωθυπουργού της Αγγλίας και μέλος ο ίδιος του Βρετανικού Κοινοβουλίου, ήταν εκπρόσωπος του λεγόμενου «βρετανικού διαφωτισμού». Με την ακαδημία του στην Κέρκυρα, ο φιλέλληνας Γκύλφορντ φιλοδοξούσε να δημιουργήσει τη μελλοντική πνευματική και πολιτική ελίτ του Ελληνισμού. Έτσι προσέλκυσε μαθητές από όλα τα κοινωνικά στρώματα, παρέχοντας υποτροφίες. Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, υπήρξε προσωπική επιλογή του Λόρδου Γκύλφορντ, μετά από υπόδειξη του Μαρτελάου.

Ο Θεοδωράκης Γρίβας ήταν αγράμματος και σκληρός άνθρωπος και το μέλλον της Ελένης κοντά του δεν ήταν ρόδινο, αφού μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν αναμεμιγμένος σε κάθε εξέγερση. Στην εφηβική του ηλικία υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Οι συνθήκες της ζωής του συντέλεσαν στο να διαμορφώσει ένα χαρακτήρα μαχητικό μεν και ηγετικό, πλην άκρως εκδικητικό. Το περιστατικό του γάμου του με την Ελένη Μπούμπουλη και η διαμάχη του με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη για τα προικιά της πρώην νύφης του, δε σταμάτησε εκεί, αλλά διαμόρφωσε ένα κλίμα έχθρας ανάμεσα στους δυο σημαντικούς αυτούς άνδρες της Επανάστασης, σε τέτοιο βαθμό που έθεσε σε κίνδυνο μείζονα αγαθά της Πατρίδας.

Το 1825 ο Κολοκοτρώνης και ο Γρίβας ανήκαν στο στρατόπεδο των αντικυβερνητικών. Οι Κυβερνητικοί τους καλούν στο Ναύπλιο, δήθεν για συνεργασία, αλλά εκεί συλλαμβάνονται και τους φυλακίζουν στην Μονή προφήτη Ηλία, στην Ύδρα. Εν τω μεταξύ μεσολαβεί η αντιπαράθεση των δύο ανδρών με αφορμή την επιστροφή της προίκας της Ελένης, συζύγου πλέον του Γρίβα, όπως αναφέραμε ήδη. Η ρήξη των δύο ανδρών μετά τα όσα συνέβησαν στο Φρούριο είναι δεδομένη.

Στις 2-4-1827 η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας εκλέγει τον Ιωάννη Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδας για επτά χρόνια, ψηφίζει το Πολιτικό Σύνταγμα και διορίζει Αντικυβερνητική Επιτροπή από τους (Πρωθυπουργεύοντες): Γεώργιο Μαυρομιχάλη, Ιωαννούλη Νάκο και Ιωάννη Μιλαϊτη, της οποίας η διάρκεια «προσδιορίζεται άχρι της αφίξεως του Κυβερνήτου, ότι η Επι­τροπή παύει…».

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τις επιφανέστερες και πλέον θρυλικές φυσιογνωμίες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το σκίτσο του ολοκληρώθηκε στη Δαμάλα (Τροιζήνα) 14 Μαΐου 1827. Είναι αναμφισβήτητα το γνωστότερο πορτρέτο του Γέρου του Μωριά. Πλήθος Ελλήνων καλλιτεχνών το χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρότυπο φιλοτεχνώντας αφίσες, αφισέτες ή εικονογραφήσεις κειμένων σχετικών με την Επανάσταση.

Ο Κολοκοτρώνης επέμενε να γίνει έδρα του Κράτους το Ναύπλιο. Μια τέτοια απόφαση θα υποχρέωνε τον Γρίβα να φύγει από το Ναύπλιο. Με διάγγελμά του ο Κολοκοτρώνης ζητά από τους Πελοποννήσιους να διώξουν τον Γρίβα από το Ναύπλιο, που κατά την ά­ποψή του, το έχει καταντήσει λησταρχείο. Ζητά την άμεση αποχώρηση του Γρίβα. Ο Γρίβας αρνείται. Λίγο μετά συμβαίνει μια απόπειρα δολοφονίας του Γρίβα, όταν ο Γρίβας κατήλθε από το φρούριο στη πόλη.

4-5-1827: Η Εθνοσυνέλευση συμφωνεί και πλέον επίσημα να γίνει πρωτεύουσα το Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης ζητά από τον Γρίβα να αποχωρήσει από το Ναύπλιο και να γίνουν οι ετοιμασίες για την έλευση του Καποδίστρια. Ο Γρίβας δεν αποδέχεται τις θέσεις του Κολοκοτρώνη και γνωρίζει ότι αν δεν θέλει αυτός να αποχωρήσει από το Ναύπλιο, κανείς δεν μπορεί να τον διώξει από εκεί ούτε με την βία ούτε με πολιορκία, ούτε και ο ίδιος ο Καποδίστριας. Η ομάδα Κολοκοτρώνη προσπαθεί να καταλάβει το φρούριο του Ναυπλίου πληρώνοντας ένα μεγάλο ποσό για να προσεταιριστεί ανώτατα μέλη της φρουράς του Ναυπλίου. Μάλιστα για την συγκέντρωση των ποσών που είχαν συμφωνηθεί, ο Κολοκοτρώνης πούλησε και τις ασημένιες πιστόλες του.

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή βρισκόταν στο Ναύπλιο για να προετοιμάσει τα της έλευσης του Κυβερνήτη. Εκεί όμως αντιμετωπίζει μια κατάσταση απρόβλεπτη και επικίνδυνη. Γράφει ο Κασομούλης στα στρατιωτικά του ενθυμήματα: «Εμβαίνοντες εις Ναύπλιον είδα, από το Σιντριβάνι κ’ εκείθεν προς την πύλην της Ξηράς, όλους τους δρόμους φραγμένους με οχυρώματα (από) πέτραις ή ξύλα. Τα παράθυρα των σπιτιών παρομοίως κτισμένα και με σκοπιαίς… Και ενώ συνεδριάζει η Βουλή…μία σφαίρα από το Παλαμήδι διευθυνθείσα επί του θόλου του καταστήματος και πεσούσα κατακάθετον, τρυπά τον θόλον, πίπτει εντός του Βουλευτικού, και τα τρίμματα των πετρών κτυπούν (δύο βουλευτές) τον μεν (Γεροθανάσην) θανατηφόρα (και απέθανεν μετά τρεις ημέρας) του δε (Γιαννάκην Χατζηπέτρου) τσακίζεται η χείρα, (και μένει έως την σήμερον σημειωμένος)».

Το σχέδιο του Κολοκοτρώνη αποτυγχάνει και ο Γρίβας συλλαμβάνει τους αποστάτες και τους αφαιρεί τα χρήματα της προδοσίας.

Ο ιστορικός Σπηλιάδης στα απομνημονεύματα του καταχωρεί την άποψη ότι το σχέδιο της προδοσίας ήταν χαλκευμένο από τον Γρίβα, για να κατηγορηθεί ο Κολοκοτρώνης. Δεν αμφισβητεί ότι πράγματι ο Κολοκοτρώνης συγκέντρωσε χρήματα και βρήκε και χρημάτισε αξιωματικούς του κάστρου του Ναυπλίου. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση από κανένα ιστορικό για το γεγονός της ενέργειας των αξιωματικών να παραδώσουν το κάστρο, βοηθώντας τους ανθρώπους του Κολοκοτρώνη να εισέλθουν κρυφά. Αυτό που μπορεί να συνέβη είναι να είχε γίνει αντιληπτό από τον Γρίβα το σχέδιο της προδοσίας, και να το άφησε να εξελιχτεί, εκ του ασφαλούς ότι μπορεί να το αντιμετωπίσει και να εξευτελίσει τον Κολοκοτρώνη.

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή, κλεισμένη στο Μπούρτζι εξ αιτίας των ταραχών αυτών και του κανονιοβολισμού της πόλης [12] από το Παλαμήδι και το Ιτς Καλέ, αποφασίζει με τη συγκατάθεση της Βουλής που δόθηκε με το υπ’ αρ. Α’ Ψήφισμα και το υπ’ αρ. 32 Προβούλευμα, τη μεταφορά της «καθέδρας» στην Αίγινα. Φεύγουν λοιπόν για την Αίγινα για την υποδοχή του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος με τη σειρά του αναφέρει σε επιστολές προς τους φιλέλληνες ότι «η όποια υλική ή ηθική βοήθεια να έρχεται στην Αίγινα…».

Η διαμάχη Κολοκοτρώνη – Γρίβα ήταν εκείνη που κατέστησε την Αίγινα πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος, παρά την απόφαση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης που όριζε το Ναύπλιο.

Την εποχή αυτή οι «ληστρικές διαθέσεις» του Γρίβα τον έφεραν σε αντιπαράθεση με τους Σπετσιώτες, εξ αιτίας των καταχρήσεών του εις βάρος των Κρανιδιωτών [13].Το Δεκέμβριο του 1827 οι απεσταλμένοι του Γρίβα να εισπράξουν τις προσόδους από τις Αλυκές της Θερμησίας, άρπαξαν ζώα κι άλλα αγαθά κι έφθασε στο σημείο ο Γρίβας «κι έβγαλε να πωλήσει ως Τούρκος σκλάβον …(κάποιο Κρανιδιώτη ονόματι Ιωάννη Ζέρβα) εις την αγοράν τον Ναυπλίου» [14].

Οι Σπετσιώτες στην επιστολή διαμαρτυρίας που έστειλαν στο Γρίβα γράφουν «…Έχομεν ικανήν υπόληψιν εις το υποκείμενόν σας, διότι δεν σας στοχαζόμεθα διά την συγγένειαν, παρά ως συμπολίτην μας, και δεν καταδεχόμεθανα πράξετε κανένα εναντίον ως προς τον χαρακτήρα σας, πολλώ μάλλον να επέλθετε να καταπολεμήσετε το Κρανίδι, τους ομογενείς σας, το οποίν θέλει σας προξενή­σει μεγάλην ατιμίαν και θέλει γίνει αιτία εξάξεως εμφυλίου πολέμου, ολεθρίου καθ’ όλους τους λόγους ως προς την παρούσαν περίστασιν [15]».

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή στην οποία απευθύνθηκαν, διέταξε το Γρίβα να σταματήσει τη ληστρική αυτή δραστηριότητα και να απολύσει το Ζέρβα. Αυτός όχι μόνο δε συμμορφώθηκε, αλλά απάντησε με θράσος με μια επιστολή του στις 17 Δεκεμβρίου του 1827, στην οποία ούτε λίγο ούτε πολύ λέει πως η επί των Πολεμικών Γραμματεία της Επικρατείας, «ποτέ δε θέλησε να φροντίσει και να περιθάλψη τας ανάγκας του στρατιωτικού…» κι ότι το δίκιο αυτών των στρατιωτών που «εστερέωσαν την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος» και ότι «βλέπουν το δικαίωμά των να καθαρπάζεται από τους ληστάς και φονείς Κρανιδιώτας…» που «υπερασπίζονται και δυναμώνονται από ομοίους των Σπετσιώτας».

Από τα γεγονότα αυτά και την ευθεία ρήξη του Θ. Γρίβα με τους Σπετσιώτες, καταλαβαίνει κανείς το λόγο για τον οποίο πλέον χάνονται τα ίχνη της Ελένης από τις Σπέτσες, γιατί ζει και πεθαίνει στην Ακαρνανία, στο σπίτι του άντρα της, του Γρίβα.

Τελικά στις 6 Ιανουαρίου ο Καποδίστριας φθάνει στο Ναύπλιο, ο δε Γρίβας πείθεται και του παραδίδει τα κλειδιά, λέγοντας: «Τα κλειδιά αυτά, τον μόνον ελεύθε­ρου φρουρίου ορκίστηκα να τα κρατήσω μέχρι να έλθει ο αρχηγός τον Έθνους. Τώρα συνεπής στον όρκο σας τα παραδίδω».

Ο Καποδίστριας απαντά: «Για να φυλαχτούν αυτά τα κλειδιά σε τόσες δεινές καταστάσεις, έπρεπε να βρίσκονται σε τέτοια χέρια».

Το θέμα όμως δεν έληξε εδώ. Η διαμάχη Γρίβα – Κολοκοτρώνη συνεχιζόταν και κορυφώθηκε το 1832 όταν ο Γρίβας πολιόρκησε το Ναύπλιο με μικρό στρατό που τον χώρισε σε τρεις ομάδες και σε πολύ λίγη ώρα κατάφερε να νικήσει τον πολυπληθή στρατό των Κυβερνητικών. Οι μάχες συνεχίζονταν έξω από το Άργος, ενώ ο Αυγουστίνος Καποδίστριας είχε οχυρωθεί στο φρούριο του Ναυπλίου. Ο Γρίβας του έστειλε τελεσίγραφο να παραδοθεί μέσα σε 24 ώρες, αλλιώς θα αρχίσει πολιορκία. Τελικά ο Αυγουστίνος υποχώρησε κι ο Γρίβας μπήκε στο Ναύπλιο όχι με όλο το στρατό του, αλλά μόνο με 400 πιστούς του στρατιώτες. Η διακυβέρνηση της χώρας ήταν πλέον στα χέρια των Συνταγματικών και ο Γρίβας ήταν αρχιστράτηγος.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν αποδέχτηκε αυτή την κατάσταση και προσπάθησε να δημιουργήσει επανάσταση στη Νότια Πελοπόννησο. Ο Γρίβας πάλι, προσπάθησε να καταστείλει αυτή την επανάσταση κι όλα οδηγούσαν στην ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του στρατού του Γρίβα και του στρατού Κολοκοτρώνη, με απρόβλεπτες συνέπειες. Ευτυχώς, την τελευταία στιγμή επήλθε συμβιβασμός και αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.

Η Μπουμπουλίνα ήταν η γυναίκα «φαινόμενο» για την εποχή της, αφού κατάφερε να κρατήσει και να αυξήσει τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις του άντρα της, εγκολπώθηκε νωρίς την ιδέα του ξεσηκωμού, ύψωσε πρώτη από όλους, στις 13 Μαρτίου 1821, την επαναστατική σημαία με το αετό που είχε στα πόδια του την άγκυρα και το Φοίνικα, πολέμησε καλύτερα από τους άντρες στην πολιορκία του Ναυπλίου, θυσίασε το παιδί της που έπεσε στη μάχη του Ξεριά και δε λύγισε, αλλά στάθηκε σαν αρχαία Σπαρτιάτισσα.

Η κόρη της όμως η Ελένη, σύζυγος του Πάνου Κολοκοτρώνη και κατόπιν σύζυγος του Θεοδωράκη Γρίβα, έγινε το μήλο της έριδος, οδήγησε σε ρήξη τις σχέσεις του Κολοκοτρώνη και του Γρίβα κι άλλαξε τις συμμαχίες και τους συσχετισμούς στο στρατόπεδο των Ελλήνων στην Πελοπόννησο, σε σημείο που τέθηκε σε κίνδυνο η Επανάσταση. Μπορούμε να πούμε χωρίς υπερβολή πως υπήρξε η «μοιραία γυναίκα» της Ελληνικής Επανάστασης.

Η Ελένη πέθανε το (1850-) στην Ακαρνανία, στην Περατειά της Βόνιτσας, στην Κούλια [16] του Γρίβα.

Αυτός, δεν επέτρεπε να εξετάζει γιατρός τη γυναίκα του χωρίς τη δική του παρουσία, η δε Ελένη τόσο πολύ φοβόταν τον άντρα της που σε καμιά περίπτωση δε θα τολμούσε να παραβεί την εντολή του. Μια μέρα που καθόταν στην αυλή, τη δάγκωσε οχιά ψηλά στο μηρό και μαζεύτηκε όλο το χωριό από τις φωνές της, αλλά κανείς δεν τολμούσε να σηκώσει τη φούστα της και να τη βοηθήσει, ούτε η ίδια τόλμησε να ζητήσει γιατρό χωρίς την παρουσία του άντρα της. Μέχρι δε να επιστρέψει ο Γρίβας, να ερωτηθεί και να συγκατατεθεί να εξεταστεί η Ελένη από γιατρό, αυτή πέθανε [17].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ανδρέα Κουμπή Σπετσιώτες Ναυμάχοι, Τόμος Β’, έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, Σπέτσες, 2007. Πολλοί μελετητές μιλούν για τρία παιδιά τα οποία απέκτησε η Μπουμπουλίνα από το γάμο της με το Δημήτριο Μπούμπουλη, παραλείποντας τον Ιωάννη. Η Μπουμπουλίνα είχε ήδη από τον πρώτο γάμο της με το Γιάννουζα ένα γιο με το όνομα Ιωάννης, το Γιάννο Γιάννουζα που σκοτώθηκε στη μάχη του Ξεριά. Το ίδιο και ο άντρας της, ο Δ. Μπούμπουλης είχε γιο Ιωάννη από τον πρώτο γάμο του. Μας προβληματίζει το γεγονός της ύπαρξης τριών παιδιών με το ίδιο όνομα στην οικογένεια. Δηλαδή ενώ ζούσαν τα παιδιά τους που έφεραν το όνομα αυτό, (ο καθένας είχε κι από ένα με το όνομα αυτό από πρώτο γάμο), γιατί να βγάλουν Ιωάννη κι άλλο; Η οικογένεια Μπούμπουλη αποδέχεται την εκδοχή των τεσσάρων παιδιών της Λασκαρίνας και του Μπούμπουλη.

[2] Νικολάου Κασομούλη Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, Σχόλια Γιάννη Βλαχογιάννη, Τόμος Γ’, κεφάλαιο 27, σελ. 220-227. Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2005, (ανατύπωση της πρωτότυπης έκδοσης του 1945).

[3] Το σχόλιο είναι του Βλαχογιάννη.

[4] Όπως σημειώνουν και ο Κασομούλης και ο Σπηλιάδης.

[5] Ήταν γόνος επιφανούς οικογενείας οπλαρχηγών της Επαρχίας Βάλτου, του Νομού Αιτωλοακαρνανίας. Γεννημένος το 1775 ήταν όπως και ο Θ. Γρίβας στην υπηρεσία του Αλή Πασά, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1821 κήρυξε την επανάσταση στο Βάλτο. Αναδείχθηκε στρατηγός και πληρεξούσιος στις συνελεύσεις του Άργους, του Άστρους και της Τροιζήνας.

[6] Γεννήθηκε στο Πισωδέριο Φλώρινας, ή στην Κοζάνη, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1820 και αγωνίστηκε λαβαίνοντας μέρος σε διάφορες μάχες ανά την Ελλάδα, στη Μακεδονία, Θεσσαλία, ήταν από τους πολιορκημένους και έλαβε μέρας στην έξοδο του Μεσολογγίου, κλπ. Στα στρατιωτικά του ενθυμήματα, περιγράφει γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά και την καθημερινότητα των ελλήνων αγωνιστών.

[7] Η Πλατεία Συντάγματος στο Ναύπλιο μέχρι το 1834 ονομαζόταν πλατεία του πλάτανου. Ίσως εννοεί στο κατάλυμα του Κολοκοτρώνη στην πλατεία του Πλάτανου στο Ναύπλιο. Υπέρ αυτού συνηγορεί το ότι ο Κολοκοτρώνης είχε παγιδευτεί στο Ναύπλιο από το Γρίβα που δεν τον άφηνε να φύγει προτού βρεθεί λύση για τα προικιά. Στην πλατεία του Ναυπλίου υπήρχε και το σπίτι του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Μοναδικός προβληματισμός μας είναι το πώς βρέθηκε εκεί η γριά μάννα του Κολοκοτρώνη.

[8] Ο τρόπος που ο Γρίβας απευθύνεται στον Κολοκοτρώνη, καταρρίπτει το ενδεχόμενο να υπήρχε παράνομος δεσμός μεταξύ Γρίβα και Ελένης, όσο ακόμα ζούσε ο άντρας της, ο Πάνος Κολοκοτρώνης. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο δεν θα τολμούσε ο Γρίβας να εμφανιστεί ενώπιον του Θ. Κολοκοτρώνη διεκδικώντας την επιστροφή της προίκας και φυσικά αυτό δεν θα ήταν κάτι που θα έμενε «έξω από το τραπέζι».

[9] Τα σχόλια είναι του Γιάννη Βλαχογιάννη.

[10] Κυριάκου Σιμόπουλου. Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, Αθήνα 1982 τόμος πρώτος, σελ. 294.

[11] Η απόφαση έχει αριθμό 371. Γακ-Τοπικό Αρχείο Σπετσών, Αρχείο Δημογεροντίας, βιβλίο Πρακτικών, τόμος Β’.

[12] Νικολάου Κασομούλη Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, Σχόλια Γιάννη Βλαχογιάννη, Τόμος Δ’, κεφάλαιο 34, σελ.61-89 και κεφ. 36, σελ. 151, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2005. (ανατύπωση της πρωτότυπης έκδοσης του 1945).

[13] Παύλου Παρασκευαΐδη, Ιστορία των Σπετσών από το 1823 έως το 1831, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών,2012, σελ. 466-468.

[14] Από την επιστολή που έστειλαν οι Κρανιδιώτες στους Υδραίους στις 22 Δεκεμβρίου του 1827, στην οποία ομολογούν τη συμπαράσταση των Σπετσιωτών έναντι των αυθαιρεσιών του Γρίβα.

[15] Παύλου Παρασκευαΐδη, Ιστορία των Σπετσών από το 1823 έως το 1831, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, 2012, σελ.469 και Διονυσίου Α. Κοκκίνου τ.6, σελ. 113.

[16] Οχυρωμένο σπίτι.

[17] Με το Γρίβα η Ελένη είχε αποκτήσει δυο παιδιά, το Δημήτριο και τη Λασκαρίνα. Ο Γρίβας μετά το θάνατο της Ελένης, πήρε δεύτερη σύζυγο την Πηνελόπη Στάικου.

 

Καλομοίρα Αργυρίου – Κουμπή

Γυναικείες Υποθέσεις του 19ου αιώνα, Σπέτσες, 2017. 

 

Διαβάστε ακόμη:

Η στρατιωτική δράση των Φιλελλήνων στη μάχη του Πέτα: Ξαναδιαβάζοντας τον DanielJohann Elster και τις άλλες πηγές | Νίκος Κανελλόπουλος – Νίκος Τόμπρος, Πρακτικά Ε’ Διεθνούς Συνεδρίου με θέμα: «Ο διεθνής περίγυρος και ο Φιλελληνισμός κατά την Ελληνική Επανάσταση», Αθήνα, 14-15 Οκτωβρίου 2016.


 

Ο στρατηγός Normann (Karl Friedrich Leberecht Graf von Normann-Ehrenfels 1784–1822), διοικητής του τακτικού στρατεύματος (Σύνταγμα, Τάγμα Φιλελλήνων, Επτανήσιοι).

Την εντονότερη έκφραση του Φιλελληνισμού, που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα των Ελλήνων για την απελευθέρωσή τους από τους Οθωμανούς, απετέλεσε η πολεμική δράση που ανέπτυξαν Ευρωπαίοι εθελοντές – κυρίως αξιωματικοί – στο πλευρό των επαναστατών. Στο πλαίσιο της δράσης αυτής συγκροτήθηκε τάγμα Φιλελλήνων, που ακολούθησε – τον Ιούνιο του 1822- τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στην εκστρατεία του στην Ήπειρο προς ενίσχυση των Σουλιωτών. Στις 4 Ιουλίου 1822 το εν λόγω τάγμα συγκρούστηκε στο χωριό Πέτα με υπέρτερες αριθμητικά εχθρικές δυνάμεις. Στη μάχη που ακολούθησε οι περισσότεροι από τους Φιλέλληνες περικυκλώθηκαν από τους Οθωμανούς με αποτέλεσμα να φονευθούν όλοι πλην ενός.

Η παρούσα ανακοίνωση σκοπό έχει να αναλύσει τη στρατιωτική επιχείρηση των Φιλελλήνων στη μάχη του Πέτα, μέσα από τα στοιχεία που παραθέτει στο ημερολόγιό του ένας από τους ελάχιστους επιζώντες Φιλέλληνες, ο ιατρός του τάγματος Daniel–Johann Elster. Παράλληλα συγκρίνονται οι πληροφορίες του Elster με ό,τι αναφέρουν για τη συγκεκριμένη μάχη οι ελληνικές πηγές (π.χ. απομνημονεύματα), προκειμένου να ελεγχθεί η αξιοπιστία τους. Με βάση τέλος τις πηγές αποτιμώνται εκ νέου τόσο οι συνθήκες της εκστρατείας στην Ήπειρο και η πολιτική που ακολούθησε η ελληνική ηγεσία, όσο και οι συνθήκες που οδήγησαν τους Φιλέλληνες στην ήττα.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η στρατιωτική δράση των Φιλελλήνων στη μάχη του Πέτα

«Εφέρθησαν ακόσμως» – Παραβατικότητα και πειθαρχικές ποινές στο Γυμνάσιο Ναυπλίου (1833-1862) – Τάσος Χατζηαναστασίου, έκδοση Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας, Ναύπλιο, 2017.


 

[…] Με το διάταγμα της Αντιβασιλείας της 21.11./3.12.33 ιδρύθηκε στο Ναύπλιο «Ελληνικόν Σχολείον» και Γυμνάσιον. Το Ελ­ληνικόν Σχολείον θα λειτουργούσε αρχικά, όπως αναφέρεται στο διάταγμα με «τρείς ή τέσσερις κλάσεις», στο δε Γυμνάσιον θα λειτουργούσαν «πρός τόν παρόν τουλάχιστον δύο τάξεις». Όπως ήταν φυσικό, στο πλαίσιο του καθεστώτος της Βαυαροκρατίας, το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελούσε απευθείας μεταφορά του αντίστοιχου της Βαυαρίας. Οι απόφοιτοι του Ελληνικού Σχολείου εισάγονταν με εξετάσεις στο Γυμνάσιον από το οποίο μπορούσαν, εφόσον ολοκλήρωναν σπουδές τετραετούς φοίτησης, να εισα­χθούν στο Πανεπιστήμιο.

Σε ό,τι αφορά ειδικά το ζήτημα της πειθαρχίας και των ποινών, νομική βάση του συστήματος επιβολής ποινών αποτέλεσαν για δύο τουλάχιστον δεκαετίες τα άρθρα 53-55 του «Κανονισμοῦ Λειτουργίας τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καί Γυμνασίων» της 31ης Δεκεμβρίου του 1836.

«Εφέρθησαν ακόσμως»

Σύμφωνα με το πρώτο από τα άρθρα αυτά: «Κάθε διδάσκαλος εἶναι ὑπεύθυνος διά τήν πειθαρχίαν ἤ εὐταξίαν τῆς τάξεώς του, καί χρεωστεῖ νά ἐπαγρυπνεῖ εἰς τήν ἐπιμέλειαν καί διαγωγήν τῶν μαθητών∙ ἔχει ἐπομένως τό δικαίωμα νά διανέμει καταλλήλους ἀμοιβάς, νά δίδη πατρικάς συμβουλάς καί νά ἐπιβάλλη ποινάς διά κρατήσεως ἐντός τοῦ σχολείου εἰς ὡρισμένον τινά καιρόν ἤ καί ὁλοκλήρους ἡμέρας, νά δίδη εἴδησιν εἰς τούς γονεῖς ἤ ἐπιτρό­πους περί τῶν πταισμάτων τῶν μαθητῶν καί νά ζητῆ ἀπό αὐτούς πληροφορίας περί τῆς διαγωγῆς των» (άρθρο 53). Το άρθρο 54 προέβλεπε την ποινή της αποβολής από το Ἑλληνικόν Σχολεῖον «μέ μόνην τήν συγκατάθεσιν τοῦ Σχολάρχου. Ἀπομακρύνεται τοῦ διδακτικοῦ καταστήματος χωρίς νά ἀπολαύση τό δικαίωμα νά γίνη δεκτός εἰς ἕτερον πρός δοκιμήν ἐπιβλεπόμενος αὐστηρῶς τουλάχιστον εἰς διάστημα μίας ἐξαμηνίας». Η μέγιστη τιμωρία ήταν ο αποκλεισμός από όλα τα Ελληνικά Σχολεία «διά βαρύτερα ἐγκλήματα».

Η αυστηρότητα των ποινών αντισταθμιζόταν κατά κάποιον τρόπο από το δικαίωμα των γονέων και των επιτρόπων να απο­τείνονται στην σχολική εφορεία «ζητοῦντες ἐξέτασιν τῆς ὑποθέ­σεως ὁσάκις νομίζουν ὅτι ἔγεινεν ἀδικία εἰς τόν ἀποβληθέντα». Δινόταν δηλαδή μία ευκαιρία επανεξέτασης μιας υπόθεσης (άρ­θρο 55).

Βάσει του άρθρου 109 του ίδιου Κανονισμού: «ὁ γυμνασιάρ­χης συνεννοούμενος μετά τῶν λοιπῶν καθηγητῶν θέλει συνάπτει κανονισμούς ἀναλόγους μέ τάς ἀνάγκας τῶν μαθητῶν καί τάς σχέσεις τοῦ τόπου ἤ καί τοῦ καταστήματος ὑποχρεούσας τούς μαθητάς εἰς τήρησιν τακτικοῦ τρόπου ζωῆς καί θέλει τούς ἐφαρ­μόζει λαβών τήν ἔγκρισιν τῆς ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικών Γραμμα­τείας». Ο «Γενικός Κανονισμός τῶν χρεῶν τῶν μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου Ναυπλίου» συντάχθηκε στις 29 Απριλίου 1841 όταν χρέη γυμνασιάρχη εκτελούσε ο Αδόλφος Ανσέλμος. Ο Δεμοί­ρος θεωρεί τον κανονισμό «μνημειώδη ως προς τα νοήματα και την έκφρασιν». Στον Γυμνασιάρχη του ίδιου σχολείου στην εκατονταετηρίδα από την ίδρυσή του, έκανε εντύπωση η διάταξη του άρθρου 13 που προέτρεπε τους μαθητές να υποβάλουν «εὐσχημόνως ἐρωτήσεις, ἐάν ἔχωσιν ἀπορίαν τινά ἀναφερομέ­νην πρός τό παραδιδόμενον μάθημα» καθώς τη θεωρεί «προο­δευτική δια την εποχήν εκείνην». Με βάση τον ίδιο κανονισμό (άρθρο 18) οι μαθητές ελέγχονταν για τη συμπεριφορά τους, για την οποία ίσχυαν πολύ αυστηροί περιορισμοί και ποικίλες απαγορεύσεις, στο πλαίσιο της τότε επικρατούσας ηθικής και εκτός σχολείου ενώ εάν καταδικάζονταν για οποιαδήποτε παράβαση του νόμου αποβάλλονταν από το σχολείο (άρθρο 20).

Φαίνεται όμως ότι δεν συμμορφώθηκαν όλα τα Γυμνάσια της χώρας με την απαίτηση του άρθρου 109 του Κανονισμού του 1836 να συντάξουν κανονισμούς, οπότε παρουσιάστηκε η ανάγκη να συνταχθούν τέτοιοι από το κράτος «ἵνα οἱ κανονισμοί οὗτοι οὐ μόνον ὦσι σύμφωνοι πρός τάς ἐν ἰσχύι διατάξεις τοῦ μνημονευθέντος κειμένου, ἀλλά καί στηρίζωνται ἐπί τῶν αὐτῶν παιδαγωγικῶν αρχῶν». Το υπάρχον επομένως νομοθετικό πλαίσιο, ούτως ή άλλως ανεπαρκές και ξεπερασμένο, συμπληρώθηκε από τον «Ἐσωτερικόν Κανονισμόν Γυμνασίων και Ἑλληνικῶν Σχολείων» του 1857.

Ο Κανονισμός του 1857 καθόριζε με σαφήνεια τα πειθαρχικά παραπτώματα των μαθητών και προέβλεπε μία ποικιλία ποινών που ξεκινούσαν από την επίπληξη και έφταναν μέχρι τον αποκλεισμό από όλα τα σχολεία της επικράτειας. Αν περιοριστούμε στα άρθρα που διαφέρουν από την αντίστοιχη σύγχρονη θεωρία και πρακτική, οι παλιότεροι θα αναγνωρίσουν την σχολική πραγματικότητα ενός όχι και τόσο μακρινού παρελθόντος. Για παράδειγμα, σύμφωνα με το άρθρο 16: «ἐντός τοῦ δωματίου τῆς παραδόσεως ὁ μαθητής μένει πάντοτε ἀσκεπής, ἐκτός ἄν, πά­σχων, λάβη τήν ἄδειαν τοῦ διδασκάλου νά φέρη ἐπί τῆς κεφαλῆς τό κάλυμμα. Καθήμενος δ’ ἐπί τῶν θρανίων, ὀφείλει νά κρατῆ τάς χεῖρας ἐπί τῆς ἄκρας τῶν τραπεζῶν καί νά διατηρῆ ἀκατα­παύστως εὐσχήμονα στάσιν». Επίσης, οικείο οπωσδήποτε είναι και το άρθρο 21: «εἰσερχομένου διδασκάλου ἤ ξένου τινός ἐν τῷ δωματίῳ τῆς παραδόσεως, οἱ μαθηταί ἀνίστανται, ἡσύχως, κλί­νουσι πρός τόν εἰσερχόμενον ἐλαφρῶς τήν κεφαλήν καί πάλινκάθηνται» ενώ σύμφωνα με το άρθρο 28: «ἀπαγορεύεται ἡ μετα­ξύ μαθητῶν συνεννόησις πρός σχηματισμόν φατρίας ἐφ’ οἱῳδή­ποτε σκοπῷ».

Τέλος, οι καθηγητές οφείλουν να ελέγχουν τους μαθητές και εκτός του σχολείου, με έμφαση στον τακτικό εκκλησιασμό, που είναι υποχρεωτικός, και την απαγόρευση εισόδου στα καφενεία.

[…] Ωστόσο, γνωρίζουμε με απόλυτη βεβαιότητα πως εκτός από τις προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές, ιδιαίτερα οι δάσκαλοι, αλλά και ορισμένοι καθηγητές, εφάρμοζαν επίσης συστηματικά τον άγραφο σωφρονιστικό κώδικα των σωματικών ποινών και άλλων εξευτελισμών προκειμένου να συνετίσουν τους απείθαρχους μαθητές. Εξάλλου, το ξύλο στα παιδιά ως μέτρο σωφρονισμού εφαρμοζόταν ευρύτατα έως σχετικά πρόσφατα και ήταν απολύτως αποδεκτό κοινωνικά. Η δημώδης και λόγια λογοτεχνική μας παράδοση έχει αποδώσει θαυμάσια αυτή την εμπειρία.

Δεν περιορίζονται ωστόσο μόνο στη λογοτεχνία τα τεκμήρια για τη χρήση του ξυλοδαρμού στη σχολική εκπαίδευση. Το μαρτυρούν τα εκατομμύρια των μαθητών και μαθητριών και σημερινών ενηλίκων, που είχαν αυτή την ομολογουμένως αξέχαστη εμπειρία, αλλά και οι σχετικές υπουργικές εγκύκλιοι που επισημαίνουν το φαινόμενο και επιχειρούν να το εξαλείψουν. Η πρώτη τέτοια εγκύκλιος που απεστάλη από το Υπουργείο στους γυμνασιάρχες έχει ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου 1848. Στην εγκύκλιο αυτή η χρή­σις της «ράβδου» χαρακτηρίζεται «ὅλως βάρβαρος καί κατάλλη­λος μᾶλλον εἰς άπομώρανσιν παρά εἰς ἐξημέρωσιν τῆς καρδίας καί ἀνάπτυξιν τῆς διανοίας τῆς νεολαίας». Στην ίδια εγκύκλιο γίνεται αναφορά στις ποινές που προβλέπονται από τα άρθρα 53-55 του Κανονισμού περί Ελληνικών Σχολείων και Γυμνασίων «αὐστηρᾶς μέν ἐπί πλέον ἤ ἔλαττον καταλλήλους δέ εἰς λογικά καί ἐλεύθερα ὄντα». Παρόμοιες εγκύκλιοι θα εκδοθούν και τα επόμενα χρόνια ως το 1884 οπότε εκδίδεται ειδική υπουργική εγκύκλιος (2081/22/3/1884) «περί ἀπαγορεύσεως τῶν ραβδισμῶν καί ἄλλων αἰκισμῶν τῶν παίδων», στην οποία τονίζεται με ιδιαίτερα αυστηρό ύφος η πρόθεση του υπουργείου να μην ανεχτεί παρόμοια φαινόμενα. Η έκδοση της συγκεκριμένης εγκυκλίου 36 χρόνια μετά την έκδοση της πρώτης που έχουμε στη διάθεσή μας, φανερώνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο πως η ράβδος ουδέποτε έπαψε να πίπτει πλουσιοπάροχα επί δικαίων και αδίκων μαθητών και μάλιστα έως την εποχή που ήμουν κι εγώ μαθητής Δημοτικού και Γυμνασίου, δηλαδή ως τα τέλη της δεκαετίας του 1970.

Κι ενώ το νομοθετικό πλαίσιο απαγόρευε ρητά τις σωματικές ποινές, ελάχιστες είναι οι διαθέσιμες πληροφορίες για την τιμωρία διδάσκοντος στη Μέση Εκπαίδευση για σχετικό παράπτωμα. Παρόλα αυτά στο τέλος της ίδιας χρονιάς (1884) μία νέα εγκύκλιος (20580/30.12.1884) μάς πληροφορεί για την απόλυση διδάσκοντος από τη Μέση Εκπαίδευση ύστερα από καταγγελία του διευθυντή του σχολείου του, του Ελληνικού Σχολείου Πειραιώς, ο οποίος «ἐπέβαλε τρισί τῶν μαθητῶν τῆς τάξεως… τήν ποινήν τοῦ ἐμπτυσμοῦ ὑπό τῶν συμμαθητῶν» ενώ τιμώρησε και έναν μαθητή που αρνήθηκε να υπακούσει στην προσταγή του.

Εκτός από τον ξυλοδαρμό, εφαρμοζόταν και η περίφημη «νηστεία», η υποχρεωτική κράτηση δηλαδή των μαθητών στο σχολείο τις ώρες της μεσημεριανής διακοπής των μαθημάτων. Έτσι οι τιμωρημένοι μαθητές παρακολουθούσαν τα απογευματινά μαθήματα νηστικοί αφού τους είχε απαγορευτεί να μεταβούν στο σπίτι τους για φαγητό. Τέλος, δεν πρέπει να παραβλέψουμε τις ειρωνείες και τις προσβολές που οι διδάσκοντες μεταχειρίζονταν, συχνά με αξιοθαύμαστη ευρηματικότητα και πρωτοτυπία, αντλώντας πρότυπα κατά προτίμηση από το ζωικό βασίλειο, προκειμένου να τηρούν την πειθαρχία στην τάξη.

Για να είμαστε όμως δίκαιοι με τους δασκάλους, φαίνεται πως η βαναυσότητα των μεθόδων που μεταχειρίζονταν, έβρισκε συχνά άξιο συναγωνιστή τη σκληρότητα ορισμένων μαθητών, που απειλούσαν και επιτίθονταν εναντίον δασκάλων και καθηγητών εξασφαλίζοντας μάλιστα συχνά πλήρη ασυλία. Σύμφωνα με του π. Αρ. 7849 έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας της 2 Οκτωβρίου 1872: «εἰς διάφορα τοῦ Κράτους παιδευτήρια μαθηταί θρασεῖς και αὐθάδεις ἀπειλήσαντες καί δι’ ὅπλων βαλόντες διδασκάλους καί καθηγητάς αὐτῶν, διότι ἐνόμισαν ἑαυτούς ἤ ἀδίκως τιμωρη­θέντας ἤ ἐν τοῖς προβιβασμοῖς δῆθεν ἀδικηθέντας ἔμειναν ἀτιμώ­ρητοι καί ἀκατανίκητοι». Φόβος του Υπουργείου ήταν μήπως «τά ἐνδεικτικά καί ἀπολυτήρια γίνωνται ὕποπτα ὡς προϊόντα ἐκβια­σμοῦ καί φόβου».

Όπως και να έχει, αναφερόμαστε οπωσδήποτε σε μία εποχή κατά την οποία η βία γενικότερα κατείχε άλλη θέση απ’ ό,τι σήμερα στο κοινωνικό σύστημα αξιών και η άσκησή της στον χώρο του σχολείο έμοιαζε μάλλον αναπόφευκτη. Αυτό που έχει ωστόσο ενδιαφέρον να εξετάσουμε είναι το πώς εφαρμόστηκε στην πράξη το ισχύον θεσμικό πλαίσιο καθώς η απόλυτη τήρηση του κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι. Στις επόμενες σελίδες λοιπόν θα απασχοληθούμε με την «μικροϊστορία» της σχολικής παραβατικότητας και της αντιμετώπισής της εκ μέρους της Διεύθυνσης του Γυμνασίου Ναυπλίου…

Για την ανάγνωση του βιβλίου του Τάσου Χατζηαναστασίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: «Εφέρθησαν ακόσμως» – Παραβατικότητα και πειθαρχικές ποινές στο Γυμνάσιο Ναυπλίου (1833-1862).

 

 

Η Ρεθεμνιώτισσα σουλτάνα Ευμενία Βεργίτση στις Ευρωπαϊκές Χαλκογραφίες και στα Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια – Μανούσος Ι. Μανούσακας, Κρητικά Χρονικά, τόμος 5, 1951.


 

[…] Η Gülnûş πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 1643, αφού μαρτυρείται πως το 1715, τη χρονιά που πέθανε, ήταν 72, περίπου χρονών. Αυτό άλλως τε συμβιβάζεται και με τη μαρτυρία πως από το Μεχμέτ Δ’, που είναι γνωστό πως γεννήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1641 ήταν λίγο μικρότερη στην ηλικία. Έτσι, όταν το Νοέμβριο του 1646 κυριεύθηκε το Ρέθεμνος της Κρήτης από τους Τούρκους, αυτή πρέπει να ήταν νήπιο τριών η τεσσάρων μόλις χρονών θα ήταν πάντως βαφτισμένη, αφού διάσωσε, καθώς θα δούμε, το χριστιανικό της όνομα και μετά τον εξισλαμισμό της. Πως είχε πατρίδα το Ρέθεμνος και πως σκλαβώθηκε τότε, στην άλωσή του, αυτό το μαρτυρούν πολλοί Ευρωπαίοι σύγχρονοι με την κατοπινή ακμή της: ο Γάλλος La Guilletiere (= Guillet de Saint – Georges)ο Βενετός ιστοριογράφος του Κρητικού Πολέμου Andrea Valiero, ο Βενετός βάϊλος G. Β. Donado στην έκθεσή του τού 1684 και άλλοι. Από την άλλη μεριά, ο Τούρκος ιστορικός Naima αναφέρει πως ο καταχτητής του Ρεθέμνου Γαζή Χουσεΐν έστειλε από την πόλη αυτή, μαζί με το άγγελμα της άλωσής της, για δώρο στο σουλτάνο στην Κωνσταντινούπολη (δηλαδή στον Ιμπραΐμ) εκατό αιχμάλωτους, από τους οποίους οι δέκα ήταν καπετανέοι και οι είκοσι αξιωματούχοι, καθώς και δέκα σκλάβες κοπέλες. Av ανάμεσα στις δέκα αυτές Ρεθεμνιωτοπούλες που διαλέχτηκαν για το σουλτανικό χαρέμι βρισκόταν και η μέλλουσα σουλτάνα, δε μπορούμε να το ξέρωμε με βεβαιότητα, φαίνεται όμως αρκετά πιθανό.

Προσωπογραφία της Εμετουλάχ Ρεμπιά Γκιουλνούς, της Ρεθύμνιας Ευμενίας Βεργίτση, Σουλτάνας της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, 19ος αιώνας, άγνωστος καλλιτέχνης, μουσείο Τοπ Καπί, Κωνσταντινούπολη.

Στο διάστημα των δεκαεφτά χρόνων που πέρασε η μικρή Ρεθεμνιώτισσα σκλάβα κλεισμένη μέσα στο χαρέμι ίσαμε να φτάση στην ηλικία των είκοσι χρόνων (1646—1663), δεν έχομε γι’ αυτήν καμμιά μαρτυρία, πράμα άλλως τε φυσικό. Θα ανατράφηκε πάντως – καθώς και όλες οι άλλες σκλάβες του σουλτανικού χαρεμιού που τις έπαιρναν από πολύ μικρά παιδιά – σύμφωνα με την καθιερωμένη εθιμοτυπία και τη μουσουλμανική θρησκεία θα ήταν κι’ αυτή κάτω από την επίβλεψη της Βαλιδέ σουλτάνας, της περιώνυμης Ρωσσίδας Tarchan (+ 1683), μητέρας του νέου σουλτάνου Μεχμέτ Δ’, που είχε ανεβή εν τω μεταξύ, τον Αύγουστο του 1648, στο θρόνο, σε ηλικία εξήμισυ χρόνων. Εκεί, μέσα στο χαρέμι, πήρε βέβαια και το όνομα Rebia Gulnus που σημαίνει «εκείνη που πίνει τη δροσιά από τα ανοιξιάτικα ρόδα».

Όταν ο Μεχμέτ Δ’ ενηλικιώθηκε, η Gulnus είχε την τύχη, ανάμεσα σ’ όλες τις άλλες σκλάβες τον χαρεμιού, να γίνη η πρώτη ευνοούμενη του (Hasseki) και την ακόμη μεγαλύτερη τύχη να του φέρη στον κόσμο τον πρωτότοκο γιό του, το διάδοχο Μουσταφά, στις 2 Ιουνίου 1664, γεγονός που πανηγυρίστηκε στην πρωτεύουσα την Αδριανούπολη με επταήμερη φωταψία. Από τότε το άστρο της Gulnus άρχισε να μεσουρανή. Με την εξαιρετική ομορφιά της, για την οποία μας μιλούν οι σύγχρονες πηγές και τη μεγάλη της επιτηδειότητα κατάφερε να διατηρήση την εύνοια και την αγάπη του Μεχμέτ Δ’ σ’ όλο το υπόλοιπο μακρύ διάστημα της βασιλείας του (1664—1687), δηλαδή εικοσιτέσσερα ολόκληρα χρόνια. Τον συνώδευε παντού, κ’ έξω από την πρωτεύουσα, ακόμη και στις πολεμικές εκστρατείες. Η επιρροή της αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εκτοπίση σιγά-σιγά και την ίδια την πανίσχυρη Βαλιδέ Tarchan. Με θαυμαστή εφευρετικότητα κατάφερνε κάθε φορά να εξουδετερώνη κάθε επικίνδυνη αντίζηλό της, χρησιμοποιώντας διάφορα τεχνάσματα, αθώα ή και εγκληματικά ακόμη.

Τον Ιανουάριο του 1673 γέννησε και το δεύτερο γιό του σουλτάνου Δ’, τον Αχμέτ. Στην πρώτη αυτή περίοδο της (ακμής της έθεσε τέρμα ο εκθρονισμός και η εγκάθειρξη του Μεχμέτ Δ’ το Νοέμβριο του 1687, οπότε και η Gulnus εκλείστηκε στο παλιό σεράγι όπου έμεινε οχτώ χρόνια, όσα δηλαδή κράτησε η βασιλεία των δυο αδερφών και διαδόχων του Μεχμέτ Δ’, του Σουλεϊμάν (1687 – 1691) και του Αχμέτ Β’ (1691-1695) στο διάστημα αυτό πέθανε και ο Μεχμέτ Δ’ στη φυλακή (17 Δεκεμβρίου 1692)…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της εργασίας του καθηγητή και ακαδημαϊκού Μανούσου Μανούσακα (1914-2003) πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η Ρεθεμνιώτισσα σουλτάνα Ευμενία Βεργίτση στις ευρωπαϊκές χαλκογραφίες και στα ελληνικά δημοτικά τραγούδια

Χατζηαναστασίου Τάσος


 

Τάσος Χατζηαναστασίου

Ο Τάσος Χατζηαναστασίου είναι Διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας-Εκπαιδευτικός με οργανική θέση στο 1ο ΕΠΑΛ Ναυπλίου. Γεννήθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου το 1965. Σπούδασε Ιστορία και Φιλοσοφία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Το 1998 υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή με θέμα: «Ένοπλες ομάδες αντίστασης κατά της βουλγαρικής Κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης, 1941-1944», το μεγαλύτερο μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε το 2003 με τίτλο: «Αντάρτες και Καπετάνιοι, Η εθνική αντίσταση κατά της βουλγαρικής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, 1942-1944».

Έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Κρήτης, Παλέρμου και Κύπρου. Επίσης, έχει διατελέσει επιμορφωτής εκπαιδευτικών στην εισαγωγική επιμόρφωση (2006 και 2010). Στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνονται βιβλία ιστορικά και παιδαγωγικά καθώς και ένα μυθιστόρημα. Έχει δημοσιεύσει δεκάδες άρθρα με θέματα ιστορικά, παιδαγωγικά, πολιτικά και συνδικαλιστικά. Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού «Άρδην» και του «Νέου Λόγιου Ερμή». Το βιβλίο που συνέγραψε με τον Δημήτρη Πασχαλίδη, Τα γεγονότα της Δράμας, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1941 (Δράμα 2003, β΄ έκδοση 2016), βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 2004. Το 2017 ανακηρύχτηκε επίτιμος Δημότης Δράμας για την επιστημονική του προσφορά ως Ιστορικός. Από το 2009, ζει και εργάζεται στο Ναύπλιο. Είναι παντρεμένος με την Βιολόγο Ελευθερία Ράλλη και έχει τρία παιδιά, τον Μίνωα, τον Κωσταντή και την Αλεξάνδρα.

Έργα του είναι:

  • «Το άλλο σχολείο – Πρόταση για μια παιδεία χωρίς αποκλεισμούς από την εμπειρία διδασκαλίας στην τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση», Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2001.
  • «Αντάρτες και καπετάνιοι – Η εθνική αντίσταση κατά της βουλγαρικής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης 1942-1944», Κυριακίδη Αφοί, 2003.
  • «Τα γεγονότα της Δράμας – Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1941», (σε συνεργασία με τον Δημήτρη Πασχαλίδη), Δημοτική Επιχείρηση Κοινωνικής Πολιτιστικής και Τουριστικής Ανάπτυξης Δήμου Δράμας, 2003.
  • «Το σχολείο είναι γυρισμένο ανάποδα – Η γλωσσική διδασκαλία στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση και τα κείμενα των μαθητών της», Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2011.
  • «Το κτήμα που βλέπει στη θάλασσα», Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2013.
  • «Αντάρτες και καπετάνιοι – Η εθνική αντίσταση κατά της βουλγαρικής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης 1942-1944», Αφοί Κυριακίδη Εκδόσεις Α.Ε., 2016

Μεταφράσεις

  • Σιμόν Μπολίβαρ: «Το μανιφέστο της Καρθαγένης», Αιγαίον, 2010.
  • «Πατρίδα ή Θάνατος, η ομιλία του Τσε Γκεβάρα στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, 11.12.1964», Αιγαίον, 2010.

Περισσότερα για τον Τάσο Χατζηαναστασίου μπορείτε να διαβάσετε,  σε μορφή pdf, στην παρουσίαση του συγγραφέα από την φοιτήτρια Αγγελική Αποστολοπούλου, στον σύνδεσμο: Τάσος Χατζηαναστασίου 

Ναυμαχία του Ναβαρίνου: Η συνεισφορά Ρωσικού Στόλου και η ίδρυση του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού – (Πάνος Στάμου, Γενικός Γραμματέας Κέντρου ΕλληνοΡωσικών Ιστορικών Ερευνών «ΚΕΡΙΕ»).


 

Το Ναβαρίνο, η σημερινή Πύλος στα νότια της Πελοποννήσου, δεν έμεινε στην ιστορική μνήμη  μόνον από τη ναυμαχία της 20ης Οκτωβρίου 1827, που ήταν η δεύτερη. Το Ναβαρίνο είναι γνωστό από την  πρώτη ναυμαχία, που έγινε το 425 π.Χ. όταν οι Αθηναίοι πολέμησαν τους Σπαρτιάτες. Η δεύτερη όμως ναυμαχία (1827) δεν σημειώθηκε απλώς ως η τελευταία μεγάλη ναυμαχία της ιστορίας μεταξύ ιστιοφόρων πλοίων και ως η μεγαλύτερη ναυμαχία «της μίας πλευράς» (one-side battle), αλλά ήταν ίσως και η μεγαλύτερη ναυμαχία που έγινε στη νεότερη Ελλάδα. Εάν δε, δεν ήταν νικηφόρα για τους Στόλους των συμμαχικών δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, ίσως δεν θα υπήρχε σήμερα Ελλάδα ως κράτος.

Το έτος 1827 είναι η χρονιά που η Ελληνική Επανάσταση που άρχισε το 1821 βρίσκεται σε πολύ δύσκολη καμπή. Πριν ένα χρόνο είχε πέσει το  Μεσολόγγι. Τον Ιούνιο του 1827 έπεσε η Ακρόπολη των Αθηνών. Ολόκληρη η Ηπειρωτική Ελλάδα βρισκόταν στα χέρια του εχθρού. Η Πελοπόννησος βρισκόταν κάτω από τη συνεχή πίεση ενός επί πλέον κατακτητή του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου. Στις Ελληνικές θάλασσες κυριαρχούσαν οι πειρατές. Η αναρχία και οι διχόνοιες συγκλόνιζαν τους αντιπροσώπους του Έθνους στο Ναύπλιο [1].

Στις 4 Απριλίου 1826 έχει υπογραφεί το πρωτόκολλο της Ρωσο-Αγγλικής συμφωνίας της Πετρούπολης για την δημιουργία Ελληνικού Κράτους και είναι η πρώτη φορά που γίνεται επίσημα μνεία για Ελληνικό Κράτος. Η Οθωμανική Πύλη όμως κωφεύει στις ειρηνευτικές αυτές προσπάθειες. Στο μεταξύ, η Γαλλία, που μέχρι τότε έπαιζε δευτερεύοντα ρόλο στο αγγλορωσικό παιχνίδι, παρ’ όλη τη φιλοτουρκική πολιτική της, κατέβαλλε μεγάλες διπλωματικές προσπάθειες για να κερδίσει ισότιμη θέση στο σχέδιο για την επίλυση του ελληνικού ζητήματος και να αυξήσει την επιρροή της στην ανατολική Μεσόγειο.

Στη πραγματικότητα όμως η Οθωμανική Πύλη γνωρίζοντας, ότι οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν επιθυμούσαν την επιτυχία της Ελληνικής Επαναστάσεως και την αποκατάσταση της Ελλάδος σε εντελώς ανεξάρτητο κράτος, αντιδρούσαν στις πιο πάνω κινήσεις εκ του ασφαλούς. Ο ισχυρισμός της Ελένης Κούκου ότι «Στόχος του ειρηνευτικού αυτού διακανονισμού ήταν η επαναφορά και αποκατάσταση του status quo ante bellum – του προ του πολέμου status quo (=καθεστώτος) – του οποίου μέρος αποτελούσε και η ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας…» [2] μας βρίσκει απολύτως σύμφωνους.

 Οι κυβερνήσεις της Ευρώπης είχαν η κάθε μία τους δικούς τους λόγους για την αντίθεση στη επιτυχία της Επανάστασης στην Ελλάδα. Όλες μαζί όμως, είχαν λόγους στρατηγικούς σ’ αυτή τους την αντίθεση: «Την προστασία των μεγάλων δρόμων που οδηγούσαν στην Ασία και, επιπλέον, την παρεμπόδιση της καθόδου των Ρώσων στη Μεσόγειο. Το τελευταίο ενδεχόμενο ανησυχούσε ιδιαιτέρως την Αγγλία και τη Γαλλία που έβλεπαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως τη μόνη ικανή δύναμη περιορισμού της ρωσικής επιρροής και, φυσικά, κάθε ανάλογης απόπειρας εξόδου της Ρωσίας στις θερμές θάλασσες της Μεσογείου»[3].

Η επίσημη ανάμειξη των ξένων, των Μεγάλων Δυνάμεων της περιόδου, για πρώτη φορά στην Ελληνική υπόθεση ήταν ακριβώς στη περίοδο αμέσως πριν από τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Οι πρέσβεις των τριών Δυνάμεων, ο Ριμποπιέρ της Ρωσίας, ο Γκιγιεμινό της Γαλλίας και ο Κάνιγκ της Αγγλίας – προσπαθώντας  να πείσουν το Σουλτάνο να δεχθεί την κατάπαυση των εχθροπραξιών, απείλησαν ότι θα αποχωρούσαν οι πρέσβεις από την Κωνσταντινούπολη. Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι όλες αυτές οι διαπραγματεύσεις γίνονταν «εν αγνοία της Ελλάδας» [4].

Τελικά, η Αγγλία και η Γαλλία πείσθηκαν επιτέλους ότι έπρεπε να σπεύσουν να επιλύσουν με ειρηνικό τρόπο το ελληνικό ζήτημα και να κηρύξουν τον πόλεμο οι Ρώσοι εναντίον της Τουρκίας. Οι τρεις «προστάτιδες» δυνάμεις υπέγραψαν στο Λονδίνο τη συνθήκη της 6ης Ιουλίου 1827, την επονομαζόμενη «Συνθήκη Ειρηνεύσεως της Ελλάδος», με την οποία ιδρυόταν ελληνικό κράτος, φόρου υποτελές στο Σουλτάνο [5]. Το πιο σημαντικό όμως μέρος της συνθήκης ήταν το μυστικό «συμπληρωματικό» άρθρο, το οποίο καθόριζε τα μέσα εξαναγκασμού κυρίως της Τουρκίας, για τη συμμόρφωσή της με τους όρους της συνθήκης. «…Αν σε ένα μήνα οι εμπόλεμες χώρες – Ελλάδα, Τουρκία – δεν συμμορφώνονταν με τους όρους της συνθήκης για ανακωχή, οι προστάτιδες Δυνάμεις θα φρόντιζαν να το επιβάλουν…» [6].

Την Άνοιξη του 1826, ο νέος αυτοκράτορας της Ρωσίας, Νικόλαος I, προάγωντας τον υπό δυσμένεια Senyavin στο βαθμό του ναυάρχου του ανέθεσε να οδηγήσει μια Ναυτική Μοίρα, που αποτελείται από εννέα πλοία γραμμής, επτά φρεγάτες, μιάς κορβέτας και τεσσάρων βριγκατντίνιων [7], προκειμένου να ενωθεί με τον Αγγλικό και το Γαλλικό Στόλο με την αυτοκρατορική πρόθεση να  ενισχυθούν οι Έλληνες να αποτινάξουν το ζυγό της Οθωμανικής κατοχής. Στις 8 Αυγούστου 1827, ο Senyavin έφθασε στο Πόρτσμουθ. Από εκεί όμως επέστρεψε στη Βαλτική Θάλασσα αφήνοντας πίσω του μια Μοίρα από τέσσερα πλοία γραμμής, τέσσερες φρεγάτες και πέντε μικρά μπριγκαντίνια υπό τον υπονάυαρχο κόμη Λόγκιν Χέυδεν (Login Ηeiden).

Από τις 12 Σεπτεμβρίου 1827 στον κόλπο του Ναβαρίνου έχουν αγκυροβολήσει ο Αιγυπτιακός Στόλος και μία Τουρκική και μία Τυνησιακή Μοίρα.

Στις 13 Οκτωβρίου ο Ρωσικός στόλος είχε φθάσει στην περιοχή, ενώ στις 15 του ίδιου μήνα είχαν συγκεντρωθεί και οι τρεις στόλοι έξω από το Ναβαρίνο.

Sir Edward Codrington έργο του Thomas Lawrence.

Στις 16 Οκτωβρίου 1827 ο Τουρκοαιγυπτιακός Στόλος υπό τον Ιμπραήμ πασά, αρχηγού των αιγυπτιακών στρατευμάτων της Πελοποννήσου, βρίσκεται ακόμα στον κόλπο του Ναβαρίνου και ο Άγγλος ναύαρχος  Κόδριγκτον λαβαίνει οδηγίες που ανέφεραν: «…Όσο για τα τουρκικά και αιγυπτιακά πλοία, που βρίσκονται τώρα στα λιμάνια του Ναβαρίνου και της Μεθώνης και που θα επιμείνουν εκεί, θα πρέπει να αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο επιθέσεως…». Η ώρα της σύγκρουσης δεν είναι μακριά!

Ο Τουρκοαιγυπτιακός Στόλος διέθετε συνολικά 89 πολεμικά πλοία, με 2240 πυροβόλα, ενώ ο συμμαχικός δεν αριθμούσε περισσότερα από 27 πλοία (12 αγγλικά, 8 ρωσικά και 7 γαλλικά) με 1324 πυροβόλα, που ήσαν ισχυρότερα του αντιπάλου του.

Η υπεροχή των 3 Δυνάμεων σε ποιότητα, εμπειρία και εκπαίδευση απομειωνόταν από τη δυσκολία συνεννοήσεως μεταξύ των, αλλά και από εγωιστικούς ανταγωνισμούς των επικεφαλής, του Άγγλου  Κόδριγκτον, που ήταν και ο αρχηγός, τον Γάλλο Δεριγνύ και τον Ρώσο Χέυδεν. Ο Κόδριγκτον δεν έκρυβε καθόλου την δυσαρέσκειά του. Στις 7 Αυγούστου έγραφε στον Φ. Άνταμ στην Κέρκυρα: «Είναι αλήθεια ότι δεν μπορώ να εμπιστευθώ στη διαγωγή του Δεριγνύ και ούτε σε κανένα άλλο ομοεθνή του. Και τώρα τι στο διάβολο θα κάνω με όλους αυτούς τους λαρδοφάγους Ρώσους! … αν ήταν στο χέρι μου ποτέ δεν θα ήθελα να τους έχω υπό τις διαταγές μου, γιατί δεν θα μπορούσα να τους τιμωρήσω αν δεν με υπάκουαν… Τώρα όμως τι να κάνω; Δεν είναι στο χέρι μου!...» [8].

 

«Genoa» at the Battle of Navarino, 20 October 1827 – George Philip Reinagle. Ο Άγγλος ζωγράφος George Philip Reinagle, υπήρξε επιβάτης του βρετανικού πλοίου «Mosquito» που συμμετείχε στην ναυμαχία και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Όταν επέστρεψε ζωγράφισε και δημοσίευσε το 1828 το έργο «Illustrations of the Battle of Navarin».

 

Αφού οι Τούρκοι απέρριψαν την τελευταία προειδοποίηση των 3 Δυνάμεων, με τη δικαιολογία ότι απουσίαζε ο Ιμπραήμ πασάς, οι τρεις Στόλοι αποφάσισαν να αγκυροβολήσουν στο Ναβαρίνο εμπρός από τις Τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις πιέζοντας τες με την παρουσία της ναυτικής τους ισχύος να υποχωρήσουν στις ειρηνευτικές προτάσεις.

Το μεσημέρι της 8ης / 20ης Οκτωβρίου 1827 [9] ο επικεφαλής Κόδριγκτον επάνω στο πλοίο 80 πυροβόλων «Ασία» οδήγησε μέσα στον κόλπο τον Αγγλικό Στόλο, που σχημάτισε την εμπροσθοφυλακή. Ακολούθησαν οι Γάλλοι. Ο Ρώσος νάυαρχος Χέυδεν επάνω στο 74 πυροβόλων πλοίο «Αζώφ» ακολούθησε με το δικό του Στόλο, πίσω και αριστερά από τους Άγγλους.

Υπάρχουν απόψεις ιστορικών που απομειώνουν τον βαθμό συμμετοχής των Ρώσων σ’ αυτή την μάχη. Οι Γάλλοι [10] μάλιστα υποστήριξαν ότι άργησαν τα Ρωσικά πλοία να μπουν στον κόλπο του Ναβαρίνου, άργησαν δηλαδή να λάβουν  θέσεις μάχης, πλέοντας στην πρύμη των Γάλλων. O καθηγητής Β. Σφυρόερας υποστηρίζει ότι από το μεσημέρι που άρχισε «Η ναυμαχία συνεχίστηκε με αμείωτη σφοδρότητα, ιδίως μετά τις 3 μ.μ., όταν μπήκε στον αγώνα η ρωσική μοίρα, που ως την ώρα εκείνη βρισκόταν αρκετά πίσω…». Από την πλευρά των Ρώσων υπήρχε ο ισχυρισμός ότι έπρεπε να περιμένουν για να δώσουν δρόμο στους Γάλλους, να μην τους εμποδίζουν να πλεύσουν στις θέσεις τους στην αριστερά πλευρά και ότι η Ρωσική ναυαρχίδα «Αζώφ» έπρεπε να πάει δίπλα στο Γαλλικό «Σειρήν» (Sirene). Πιο συγκεκριμένα, κατά τον καθηγητή Γιούρι Πρυάχιν [11] «…Στην ιστορική μνήμη των Ρώσων έμειναν τα κατορθώματα των πλοίων του Ρωσικού Στόλου, που βρίσκονταν στο κέντρο της Ναυμαχίας και ουσιαστικά πήραν επάνω τους το κύριο βάρος της μάχης…».

Κατά τον R.C. Anderson πιθανώς η αλήθεια είναι κάπου στη μέση των δύο απόψεων. Σύμφωνα όμως με ένα σχέδιο, που έκανε ένας αξιωματικός του Albion, και σε σημείωση που υπάρχει σ’ αυτό, το πρώτο Ρωσικό πλοίο και το τελευταίο γαλλικό αγκυροβόλησαν ταυτοχρόνως μιάμιση ώρα αφότου είχε αρχίσει η πολεμική δράση, «ενώ τα Αζώφ και Γκανγκούτ είναι σίγουρο ότι είχαν αναλάβει δράση πολύ πριν το Γαλλικό Breslau εμφανισθεί στη σκηνή…» [12].

Στην υπηρεσιακή αναφορά [13] του της 21ης Οκτωβρίου 1827 ο Αντιναύαρχος Εδουάρδος Κόδρικτον αναφέρει σχετικά: «Τα Τουρκικά πλοία ήσαν αγκυροβολημένα σε σχήμα ημισελήνου, έχοντας πλαγιοδετήσει…Ο συμμαχικός στόλος σχημάτιζε δύο στήλες, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι κρατούσαν την προσήνεμη στήλη και οι Ρώσοι την υπήνεμη….Εξέδωσα διαταγές ότι κανένα πυροβόλο δεν θα βάλει, εκτός εάν οι Τούρκοι βάλουν πρώτοι και αυτές οι διαταγές τηρήθηκαν αυστηρά…». Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι σε μια τέτοια σημαντική αναφορά ο Άγγλος ναύαρχος δεν αναφέρει τίποτα για αργοπορία των Ρωσικών πλοίων να λάβουν τη θέση τους, γεγονός, που αν συνέβη και δημιουργήθηκε πρόβλημα στο σχηματισμό μάχης, είναι ζήτημα που θα έπρεπε να αναφερθεί στις παρατηρήσεις του ναυάρχου.

Μετά από ένα «τυχαίο επεισόδιο» [14], όπως το χαρακτήρισαν οι Άγγλοι, και αφού προκλήθηκαν οι Τούρκοι κι άνοιξαν πυρ σε Αγγλική λέμβο, ξέσπασε μια σκληρή ναυμαχία, χωρίς οι Στόλαρχοι να έχουν προλάβει να ετοιμάσουν κοινά σχέδια δράσεως.

Ο διοικητής του πλοίου Αζόφ, Μιχαήλ Πετρόβιτς Λάζαρεφ.

Το «Αζώφ» με κυβερνήτη τον  Πλοίαρχο Mikhail Lazarev [15] προχώρησε προς το κέντρο της γραμμής μάχης, και παρόλο που δεν μπόρεσε να λάβει το σωστή θέση του λόγω του πυκνού καπνού και της συγχύσεως, βαλλόμενο από πέντε συγχρόνως εχθρικά πλοία, κατάφερε να βυθίσει με τα πυρά του «…τρεις φρεγάτες, ένα πλοίο γραμμής 80 κανονιών και να προκαλέσει ζημιές  σε μια κορβέτα….επίσης, σε συνεργασία με το Αγγλικό πλοίο γραμμής «Ασία» βύθισε την ναυαρχίδα του Αιγυπτιακού Στόλου…» [16]. Είχε όμως το «Αζώφ» 91 νεκρούς άνδρες και τραυματίες, τις πιο βαριές απώλειες μεταξύ των συμμαχικών πλοίων. Δύο ακόμα πλοία, μεταξύ τους η φρεγάτα του Τούρκου ναυάρχου, και ένα πλοίο γραμμής έπιασαν φωτιά και τινάχθηκαν στον αέρα από την έκρηξη των πυρομαχικών τους. Το ίδιο το «Αζώφ» όταν κτυπήθηκε είχε 153 τρύπες από τις εχθρικές βολές [17]. Τα πληρώματα των Ρωσικών πλοίων Gangut, Ezekiel και Castor διακρίθηκαν στην ναυμαχία, έχοντας απέναντί τους τουλάχιστον πέντε εχθρικά πλοία, αλλά και τα ίδια υπεστήκανε σοβαρές βλάβες. Το «Γκογκούτ» ανέφερε τη βύθιση μιας φρεγάτας και την ανατίναξη ενός πλοίου 64 πυροβόλων δύο καταστρωμάτων. Βύθισε επίσης ένα μικρότερο πολεμικό.

Το Ρωσικό πολεμικό «Αλέξανδρος Νιέφσκι», ιστιοφόρο πλοίο γραμμής 80 πυροβόλων, ήταν τέταρτο στη «γραμμή μάχης» της μοίρας  του ναυάρχου Χέυδεν. Κατά τη βαθμιαία εξασθένηση του ανέμου μόλις μπορούσε να κινείται. Μαζί με τα άλλα παραπλέοντα ρωσικά πλοία, όταν βρέθηκε μεταξύ των πυροβολείων Πύλου και Σφακτηρίας στο στόμιο του Ναβαρίνου δέχθηκε διασταυρούμενα πυρά καθώς και πυκνό τυφεκισμό από τουρκικό πυρπολικό που προσπαθούσε να προσεγγίσει. Τόσο το «Αλέξανδρος Νιέφσκυ» όσο και τα λοιπά ρωσικά σκάφη συνέχισαν τη πλεύση τους προς το υποδειχθέν σημείο αγκυροβολίας από τον ναύαρχο Κόδριγκτον, χωρίς να ανταποδώσουν ούτε μία βολή, παρόλο που δεχόντουσαν βροχή πυρών [18].  Μόλις το «Αλέξανδρος Νιέφσκυ» έφθασε στο σημείο αγκυροβολίας βρήκε εκεί αιγυπτιακή φρεγάτα, άνοιξε σφοδρό πυρ εναντίον της και την ανάγκασε να υποστείλει τη σημαία της και να παραδοθεί [19].Το «Αλέξανδρος Νέφσκι» επίσης αιχμαλώτισε ένα πλοίο 56 πυροβόλων, το οποίο ρυμούλκησε έξω από τον κόλπο την επόμενη μέρα, του έκοψε τους ιστούς και του άνοιξε τρύπες για να βυθιστεί [20].

Τα «Προβόρνιι» και «Ελένη» επιτέθηκαν σε τουρκική φρεγάτα, μεταξύ των «Armide» και «Αλέξανδρου Νέφσκι». Το «Κάστωρ» έλαβε θέση εμπρός από το Talbot για να καταστρέψει την τελευταία τουρκική φρεγάτα που είχε απομείνει, ενώ το «Κωνσταντίνος» υποστήριξε τα Talbot και «Κάστωρ».

 

Το σχεδιάγραμμα του πλοίου Albion με τη διάταξη των εμπλεκομένων πλοίων. Anderson, Naval wars…, p. 528-9.

Το σχεδιάγραμμα του πλοίου Albion με τη διάταξη των εμπλεκομένων πλοίων. Anderson, Naval wars…, p. 528-9.

 

Η ναυμαχία έληξε μετά από τέσσερες περίπου ώρες και οι απώλειες των Οθωμανών ήσαν τεράστιες: 60 εχθρικά πλοία καταστράφηκαν εντελώς και πολλά άλλα ανατινάχθηκαν από τους ίδιους τη νύχτα για να μην τα αιχμαλωτίσουν οι σύμμαχοι. Κατά το Γάλλο πλοίαρχο του Oθωμανικού Στόλου Λετελιέ τα μόνα πλοία που επέπλεαν την άλλη ημέρα ήταν μια φρεγάτα δίχως ιστούς, 4 κορβέτες, 6 μπρίκια και 4 ημιολίες. Είχαν 6000 νεκρούς περίπου και 4000 τραυματίες. Τα συμμαχικά πλοία είχαν 43 νεκρούς και 144 τραυματίες τα γαλλικά, 80 και 206 τα αγγλικά και 59 και 139 τα Ρωσικά. Τα Ρωσικά πλοία «Γκαγκούτ» και «Ιεζεκιήλ» έπαθαν σοβαρές βλάβες [21].

Λογγίνος Χέυδεν (Логин Петрович Гейден, Λόγκιν Πετρόβιτς Γκέιντεν, 1772 – 1850). Ρώσος ναύαρχος, ολλανδικής καταγωγής. Διοικητής του ρωσικού στόλου στο Ναβαρίνο, παρέμεινε αρκετό χρόνο στην Ελλάδα συνεργαζόμενος με τον Κυβερνήτη Καποδίστρια. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Levilly.

Ο ναύαρχος Χέυδεν ανέφερε μετά τη Ναυμαχία στον αυτοκράτορα Νικόλαο Ι μεταξύ άλλων τα ακόλουθα «….δεν βρίσκω αρκετά λόγια για να εκφράσω στη Μεγαλειότητά σας την ανδρεία, το υψηλό ηθικό και το ζήλο που επέδειξαν οι κυβερνήτες, οι αξιωματικοί και τα πληρώματα καθ’ όλη τη διάρκεια της έντονα αιματοβαμμένης Ναυμαχίας…. Πάλεψαν σαν λιοντάρια εναντίον ενός πολλαπλά ισχυρότερου και πείσμονα αντιπάλου. Δυστυχώς τα πλοία «Αζώφ», «Γκογκούτ» και «Ιεζεκιήλ» έπαθαν καταστροφικές ζημιές…» [22].

Κατά την ναυμαχία τα συμμαχικά πλοία βοηθούσαν το ένα το άλλο. Το «Αζώφ» υποστήριξε σε μια στιγμή της σκληρής μάχης το «Ασία» σε μια αψιμαχία με το 96 πυροβόλων πλοίο «Μωχάμετ Μπέη», το οποίο όπως αναφέρθηκε βύθισαν, και το Γαλλικό Breslau βοήθησε το πλοίο του Ρώσου αρχηγού της Μοίρας σε άλλη φάση της μάχης.

Ναύαρχος Παύλος Ναχίμωφ (Pavel Stepanovich Nakhimov 1802-1855). Μουσείο Ρωσικού Στόλου Μ. Θάλασσας Σεβαστούπολης.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου έλαβαν μέρος «…και δοκιμάστηκαν στη μάχη οι πιο κάτω αξιωματικοί του πλοίου «Αζώφ»: Ο Υποπλοίαρχος Ναχίμωφ, ο Σημαιοφόρος Κορνίλωφ και ο Ναυτικός Δόκιμος Ιστόμιν – οι αργότερα ένδοξοι Ναύαρχοι του Ρωσικού Στόλου, οι ήρωες της υπεράσπισης της Σεβαστούπολης – που διακρίθηκαν στη ναυμαχία του Ναβαρίνου για την ανδρεία τους, την εξαιρετική ναυτική τους εκπαίδευση, την ψυχραιμία και τη ναυτική τους δεξιοτεχνία…» [23]. Στον Ναχίμωφ απονεμήθηκε το Παράσημο του Αγίου Γεωργίου 4ης Τάξεως και προάχθηκε σε Πλωτάρχη. Τοποθετήθηκε αργότερα ως κυβερνήτης της κορβέτας που αιχμαλωτίσθηκε κατά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και ονομάσθηκε συμβολικά «Ναβαρίν». Με το «Ναβαρίν» ο Ναχίμωφ έλαβε μέρος με επιτυχία στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο 1828-1829 [24]!

Ο ναύαρχος Ναχίμωφ [25] έχει ταφεί στον καθεδρικό ναό του Αγ. Βλαδίμηρου στη Σεβαστούπολη, μαζί με τους Μ. Λαζάρεφ, Β. Α. Κορνίλωφ και Βλ. Ιστόμιν.

Οι συμμαχικές κυβερνήσεις φαίνεται ότι δεν ήσαν ευχαριστημένες από τη νικηφόρα έκβαση της ναυμαχίας. Οι Άγγλοι, πίσω στην πατρίδα του,  για τη βοήθεια του Κόδρικτον προς το Ρωσικό στόλο  και για μερικές αποφάσεις του  τον ανακάλεσαν στο Λονδίνο λίγο μετά τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο. «…Η κυβέρνηση της Αγγλίας έδειχνε κεραυνόπληκτη προ του ανεπιθύμητου τετελεσμένου, που διέπραξε ο Κόδριγκτον…» σημειώνει η Ελένη Κούκου. Κατά μία άποψη ο Κόδρικτον και η διάλυση του Τουρκοαιγυπτιακού Στόλου είχαν βοηθήσει την ενίσχυση της θέσης των Ρώσων στη Μεσόγειο.

Μετά τη ναυμαχία ο Ρώσος αυτοκράτορας σε μια διπλωματική κίνηση απένειμε  στους τρεις συμμάχους ναυάρχους το παράσημο του Αγίου Γεωργίου. Επίσης προβίβασε τον Lazarev  σε υποναύαρχο. Το «Αζώφ» παρασημοφορήθηκε με ένα νέο παράσημο το «Σήμα του Αγίου Γεωργίου» [26]. Ακολουθώντας τη ρωσική ναυτική παράδοση το παράσημο αυτό, το σήμα, περνά σε κάθε νέο πλοίο «Αζώφ» και φέρεται στον ιστό του. Η Βρετανική κυβέρνηση επίσης, θέσπισε ασημένιο μετάλλιο, αργότερα το 1847, το Μετάλλιο Γενικής Υπηρεσίας Ναυτικού. Στην οριζόντια μεταλλική μπάρα γράφει ΝΑVΑRΙΝΟ και απονεμήθηκε το 1848 σε 1142 επιζώντες Άγγλους της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου [27].

 Τα ρωσικά πλοία που έλαβαν μέρος στη ναυμαχία του Ναβαρίνου υπό τον υποναύαρχο κόμη Login Petrovich van der Heiden ήσαν [28]:

   – Πλοία γραμμής: Το Γκανγκούτ (Gangut) 84 πυροβόλων, Αζώφ (Azov) 80 (ναυαρχίδα), Ιεζεκιήλ (Iezekiil) 80, Αλέξανδρος Νέφσκι (Aleksandr Nevskii)  80.

   – Φρεγάτες: Προβόρνι (Provornyi)  πυροβόλων 48, Κωνσταντίνος (Konstantin) 44, Ελάνη (Elena) 38 και Κάστωρ (Kastor) 36 πυροβόλων.

Ο Ρωσικός Στολίσκος από 4 πλοία γραμμής, 2 φρεγάτες και μια κορβέτα μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου έφτασε στη πλησιέστερη φιλική βάση της Μάλτας, στις 8 Νοεμβρίου, όπου επισκευάστηκε, ενώ το «Κωνσταντίνος» ακολούθησε τον Δεριγνύ στη Σμύρνη.

 

Το λιμάνι του Ναβαρίνου. Πηγή: Πολεμικό Ναυτικό.

 

Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Ελαιογραφία George Phillip Reinagle, 1828. Ο Άγγλος ζωγράφος George Philip Reinagle, υπήρξε επιβάτης του βρετανικού πλοίου Mosquito που συμμετείχε στην ναυμαχία και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Όταν επέστρεψε ζωγράφισε και δημοσίευσε το 1828 το έργο «Illustrations of the Battle of Navarin».

 

Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου και οι εξελίξεις της  πυροδότησαν πολεμικές προετοιμασίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Ρωσία, εναντίον της οποίας  στράφηκε η οργή των Οθωμανών. Παρά τις προσπάθειες ιδίως της Αγγλίας να εκτονώσει την ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών, ο νέος Ρωσοτουρκικός πόλεμος κηρύχτηκε τον Απρίλιο του 1828. Ο Ρωσικός Στολίσκος πήρε μέρος στον νέο Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1828-1829), όπου ο αντιναύαρχος Χέυδεν πήρε υπό τις διαταγές του τον υποναύαρχο  Pyotr Rikord με τη Μοίρα του. Μετά το τέλος του πολέμου αυτού ο Στολίσκος του Χέυδεν επέστρεψε στη Βαλτική αφήνοντας πίσω του τον υποναύαρχο Rikord με επτά πλοία. Η Μοίρα αυτή επέστρεψε στη Ρωσία το καλοκαίρι του 1833.

Όπως φαίνεται και από τα πιο πάνω, στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου δεν υπήρξε συμμετοχή συγκροτημένης Ναυτικής Δύναμης Ελληνικής. Το Ελληνικό Έθνος βρίσκεται σε αγώνα ανεξαρτησίας τα τελευταία έξι χρόνια στηριζόμενο κυρίως σε στρατιωτικά αποσπάσματα ξηράς.

Τα τρία νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά έχουν αναλάβει το ναυτικό αγώνα από την αρχή της Επαναστάσεως (1821), κινούμενα αυτόνομα και περισσότερο αυτοδύναμα, χωρίς να καλέσουν ναυτικές δυνάμεις άλλων νησιών να ενταχθούν σε μια ενιαία και πιο αποτελεσματική δύναμη. Τα τρία νησιά δημιούργησαν ναυτικές δυνάμεις και ηγήθηκαν του ναυτικού αγώνα, εξασφαλίζοντας στα πληρώματα τους και τον αναγκαίο βιοπορισμό «στον αργούντα πληθυσμό» [29]. Παράλληλα οι κοινότητες των νησιών αυτών είχαν αναλάβει και τις δαπάνες για τον εξοπλισμό και συντήρηση των πλοίων των. Τις ναυτικές δαπάνες ανέλαβε η Προσωρινή Κυβέρνηση από το 1824, αλλά πάλι οι ναυτικές δυνάμεις σχηματίζονταν από τα τρία νησιά. Η σύνθεση των πληρωμάτων και οι δαπάνες των πλοίων ήταν ζήτημα του πλοιοκτήτη, που συνήθως ναυτολογούσε συγγενικά πρόσωπα. Επομένως ο στόλος στο μεγαλύτερο μέρος της Επαναστάσεως ήταν στόλος εφοπλιστών και συντροφοναυτών και ο καθένας ήταν «καπετάνιος με το καράβι του και το πουγκί του» [30]. Δεν μπορεί επομένως κανείς να μιλάει για αμιγώς στρατιωτικής οργάνωσης ναυτικές δυνάμεις.

Μόλις το 1826, λίγους μήνες πριν από τα γεγονότα του  Ναβαρίνου, έγινε στο νησί της Ύδρας μια πρώτη προσπάθεια δημιουργίας ενός υποτυπώδους κέντρου ελέγχου Ναυτικής Δύναμης , από φόβο μετά την πτώση του Μεσολογγίου (1826) [31]. Τον Απρίλιο του 1826 οι 48 εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του νησιού δημιούργησαν την λεγόμενη «φροντιστική επιτροπή», που όμως μεταβίβασε την εξουσία φροντίδας του ναυτικού στους προκρίτους στις 6 Ιουνίου 1826 [32]. Από εδώ αρχίζει η προσπάθεια δημιουργίας Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.

Ουσιαστικά όμως, ήταν οι επιπτώσεις της ναυμαχίας του Ναβαρίνου, οι ειρηνευτικές προσπάθειες των συμμαχικών δυνάμεων και η πολιτική συγκυρία που δημιούργησε η κάθοδος από τη Ρωσία του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, που δημιούργησαν τις προϋποθέσεις της δημιουργίας και συγκρότησης των Ελληνικών Ναυτικών Δυνάμεων σε κρατική βάση και υποδομή. Είναι δε η δεύτερη σημαντική προσπάθεια συγκροτήσεως τακτικών ναυτικών δυνάμεων στην Ελλάδα μετά το πρώτο αξιόλογο κίνημα του Λάμπρου Κατσώνη [33] κατά το Β’ Ρωσοτουρκικό πόλεμο και μετά (1787-1792).

Στην διευθυντική ομάδα του Ναυτικού συμμετείχαν και αλλοδαποί εμπειρογνώμονες και φιλέλληνες που συμμετείχαν ενεργά στον Ελληνικό Αγώνα, όπως οι Ελβετός γιατρός L.A Gosse, ο συνταγματάρχης Heideck, ο Γάλλος Bailly.Το Μάρτιο του 1827, μετά την ανάληψη της αρχηγίας από το ναύαρχο Κόχραν, ο Γκός διορίζεται γενικός επιμελητής του στόλου και μεταφέρει το εφοδιαστικό κέντρο στο νησί του Πόρου, για ασφάλεια μακριά από τη συνεχώς εμπόλεμη Ύδρα [34]. Ο Πόρος γίνεται το εφοδιαστικό κέντρο των χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων του Επαναστατικού Αγώνα, ο πρώτος Ναύσταθμος [35].

 

Ναυμαχία του Ναβαρίνου. (5 Δεκεμβρίου) Έκδοση «Χριστούγεννα 1970 (5 Δεκεμβρίου). Αναμνηστική έκδοση για τα Χριστούγεννα 1970. Σχεδιάστηκε από τον Γ. Βελισσαρίδη, Π. Γράββαλο και τυπώθηκε στο τυπογραφείο Ασπιώτη ΕΛΚΑ. Από την ιστοσελίδα «Το Ελληνικό Γραμματόσημο».

 

Με τα χρήματα που έχουν διαθέσει φιλέλληνες επισκευάζονται τα πλοία «Καρτερία», μερικά πυρπολικά, το βρίκι «Σωτήρ» και το πλοίο του Μιαούλη «Άρης». Μετά τα τέλη του 1827 την ευθύνη της λειτουργίας του Ναυστάθμου ανέλαβε η Επιτροπή Επί Των Ναυτικών Υποθέσεων, που από το Μάρτιο του 1828 την αποτελούσαν και οι Κ. Μπότασης, Ν. Γιαννίτσης και Εμ. Τομπάζης, που μαζί με τον Άστιγγα ονομάσθηκαν Διευθυντές Ναυτικών Υποθέσεων.

Ο Ι. Καποδίστριας έφτασε στην Ελλάδα στις αρχές του 1828 και η άφιξη του Κυβερνήτη στην κατεστραμμένη από τον μακροχρόνιο πόλεμο χώρα θεωρήθηκε εγγύηση για ένα καλύτερο μέλλον [36]. Ο Καποδίστριας επωφελούμενος από την ευνοϊκή συγκυρία, με σωστές, βήμα-βήμα, κινήσεις και αποφάσεις κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει ένα συγκεντρωτικό σύστημα προσωρινής διακυβερνήσεως της χώρας, προσπαθώντας να συνενώσει τις δυνάμεις που δρούσαν ανεξάρτητα σ’ όλη την τότε Ελληνική περιοχή. Η προσπάθεια αυτή βρήκε τις αντιδράσεις, μεταξύ των άλλων, των νησιών και των καπεταναίων, που μέχρι τότε δρούσαν αυτοδύναμα και ανεξάρτητα.

Ο Καποδίστριας συγκρότησε τον Ιανουάριο του 1829 το Πολεμικό Συμβούλιο, που ήταν η προϊσταμένη Αρχή του Στρατού και του Ναυτικού, στο οποίο προέδρευε ο ίδιος ο Κυβερνήτης [37]. Υπεύθυνος στη Επιτροπή αυτή για το Ναυτικό ήταν ο Α. Μαυροκορδάτος, που σημειωτέον είχε ταχθεί με την αγγλική πολιτική. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1829 δημιουργήθηκαν έξι Υπουργεία, μεταξύ των οποίων του Πολεμικού Ναυτικού με επί κεφαλής τον αδελφό του Κυβερνήτη, Βιάρο Καποδίστρια [38].

Η διοίκηση του Ναυτικού άρχισε να αναδιοργανώνεται στις αρχές του 1828, λίγους μήνες μετά το Ναβαρίνο. Το Μάρτιο του 1828 ιδρύεται η Υπηρεσία των Προσωρινών Διευθυντών των Ναυτικών Υποθέσεων. Τον Μάρτιο του 1829, όταν Διευθυντές ήσαν οι Εμ. Τομπάζης, Ανδρέας Γιαννίτσης και Νικόλαος Μπότασης, τα καθήκοντά τους μεγάλωσαν και σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα μετατρέπεται η Υπηρεσία αυτή σε Ναυαρχείο, με την ονομασία «Αρχηγείο Στόλου και Ναυτικό Τεχνικό Συμβούλιο» [39].

Επίσημα το Ναυαρχείο του Ελληνικού Ναυτικού συγκροτήθηκε τον Οκτώβριο του 1829 με υπεύθυνους τους Ναυάρχους Γεώργιο Σαχτούρη της Ύδρας, Γεώργιο Ανδρούτσο της νήσου των Σπετσών και Κωνσταντίνο Κανάρη από το νησί των Ψαρών. Είναι τότε που παίρνει το Ναυτικό επισήμως την ονομασία «Ναυτική Υπηρεσία του εν Πόρω Ναυστάθμου» [40].

Δύο χρόνια μετά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, με την συγκρότηση του Ελληνικού κράτους, παράλληλα έχει ιδρυθεί και το Πολεμικό Ναυτικό του.

Τα πλοία του Εθνικού Στόλου  αποτελούνταν από τρεις κατηγορίες:

1) Τα πλοία που είχαν παραγγελθεί από την Επανάσταση στο εξωτερικό (δηλαδή το «Ελλάς» και το «Καρτερία»),

2) Τα πλοία που ανήκαν στο Ελληνικό κράτος, που είχαν αγορασθεί στο εσωτερικό ή είχαν κατασχεθεί από πειρατές ή εχθρικά που είχαν αιχμαλωτισθεί κατά τις ναυμαχίες και

3) Τα πλοία που είχαν ναυλωθεί από την Κυβέρνηση ή είχαν παραχωρηθεί σ’ αυτήν από τους πλοιοκτήτες.

Τα πλοία των δύο πρώτων κατηγοριών αναφέρονται στα αρχεία ως «Εθνικά πλοία», ενώ τα της τρίτης κατηγορίας αναφέρονται ως «πλοία σε εθνική υπηρεσία» και ήσαν ιδιόκτητα. Από τα 92 πλοία όμως όλων των κατηγοριών, μόνον τα 48 ήσαν κατάλληλα για υπηρεσία [41].

Το πλήρωμα του πλοίου «Рамять Азова» (Παμιάτ Αζόβα) στο Ναβαρίνο. Αποδίδουν τιμές στους Ρώσους νεκρούς της Ναυμαχίας. Ιανουάριος 1894. Αρχείο Εθνικού Ιστορικού Μουσείου Ελλάδος.

Στο Ναυτικό της Ελλάδας εκείνης της περιόδου έπρεπε ακόμα να γίνουν πολλά, ώστε να μπορεί κανείς να μιλήσει για πειθαρχημένα στρατιωτικά σχήματα. Για τους αλλοδαπούς συμβούλους και φιλέλληνες η κατάσταση ήταν ασφαλώς παράδοξη και σύμφωνα με τις παρατηρήσεις τους «τα πληρώματα φαίνονταν απείθαρχα και άτακτα…το εσωτερικό κάθε πλοίου παρουσίαζε σκηνή συγχύσεως και απειθαρχίας» [42]. Ο ίδιος ο Κόχραν ζήτησε να δημιουργηθεί κλίμακα ιεραρχίας τριών βαθμών, ώστε να μπορέσει να εισαχθεί στα πλοία «ευταξία και πειθαρχία παρόμοια με εκείνη των ευρωπαϊκών στόλων» [43].

Τα προβλήματα αυτά της νηπιακής ηλικίας του Πολεμικού Ναυτικού της Ελλάδας ξεπεράστηκαν σιγά-σιγά και παράλληλα με την κρατική συγκρότηση προχώρησε και η ενδυνάμωση και σωστή εκπαίδευση των Ναυτικών Δυνάμεων στα επόμενα χρόνια. Σημαντικό όμως είναι να μνημονεύομε αυτό το σημείο καμπής, από το οποίο ξεκίνησαν οι προϋποθέσεις της δημιουργίας του Ελληνικού κράτους και του Ναυτικού του, τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου στις 20 Οκτωβρίου 1827.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αποτέλεσμα της Ναυμαχίας, είναι σίγουρα μια λαμπρή στιγμή στην Νεότερη Ελληνική Ιστορία, αφού επέβαλε τη διεθνή αναγνώριση του Ελληνικού Κράτους.  Έτσι, στις 22 Μαρτίου 1829 υπογράφεται στο Λονδίνο το Πρωτόκολλο, που αναγνωρίζει την Αυτονομία της Ελλάδας, μέχρι τον Βόλο και τον Αμβρακικό κόλπο. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1829 η Ρωσία υπογράφει συμφωνία με την Τουρκία (Ανδριανουπόλεως), που στο 10ο άρθρο της βεβαιώνει τα υπογραφέντα στο Λονδίνο περί ανεξαρτησίας της Ελλάδας, ενώ και οι δύο συμφωνίες κρατούσαν την Ελλάδα υπόχρεη σε φόρους στο Σουλτάνο.

Τελικά, με  νέο Πρωτόκολλο του Λονδίνου, της 3ης Φεβρουαρίου 1830, η Τουρκία αποδέχεται (24 Απριλίου 1830) την Ανεξαρτησία της Ελλάδας [44].

Η  Ναυμαχία του Ναβαρίνου πέρασε στην ιστορία και η σπουδαιότητά της άφησε τ’ αχνάρια της στη διεθνή λογοτεχνία της εποχής της.

Στις 9 Νοεμβρίου 1828 κυκλοφορούν στο Παρίσι τα νέα για τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και λίγες ημέρες αργότερα ο Βίκτωρ Ουγκό συνθέτει ένα μέρος του ποιήματος που φέρει τον ομώνυμο τίτλο Ναβαρίνο [45]. Ο μεγάλος Ουγκό έγραφε στο ποίημά του: «Τώρα το Ναυαρίνο, η πόλη με τα βαμμένα σπίτια, τους χρυσούς θόλους, τ’ άσπρο Ναυαρίνο, που πάνω στο λόφο είναι χτισμένο ανάμεσα στα πεύκα, τον γαλήνιο κόλπο του σε μάχη φοβερή δανείζει σε δυο στόλους, που τις πρύμνες τους παράφορα τσουγκρίζουν. Κοίτα τους εκεί κάτω: είναι γεμάτος ο γιαλός καράβια κι έτοιμος τη φωτιά να καταπιεί, για το αίμα τους διψάει…». [46]!

Τον Αύγουστο του 1832 κι ο άλλος μεγάλος Γάλλος, ο Λαμαρτίνος έγραψε: «…Το μπουρίνι μας πετάει έξω από την πορεία μας και μας φέρνει πολύ κοντά στην ακτή του Ναυαρίνου. Ξεχωρίζουμε τα δυο νησάκια που κλείνουν την είσοδο του λιμανιού και το ωραίο βουνό με τις δυο κορφές, που στεφανώνει το Ναυαρίνο. Εδώ πριν από λίγο καιρό τα κανόνια της Ευρώπης καλούσαν την αναστημένη Ελλάδα…» [47]!

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Εύστοχες παρατηρήσεις στο Ε. Κούκου, Η Ναυμαχία στο Ναυαρίνο, oμιλία στο Α’ τοπικό συνέδριο στην Πύλο, 1 – 3 Μαΐου 1998. Η καθηγήτρια Ε. Κούκου ήταν από τους πιο βαθείς μελετητές της ιστορίας του Ι. Καποδίστρια.

[2] Ίδιο Ε. Κούκου.

[3] Φ. Tομαή  Πώς οι Μεγάλες Δυνάμεις φοβήθηκαν την Επανάσταση του 1821, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ της 25.03.2006.

[4] Ε. Κούκου ίδιο.

[5] Β. Σφυρόερα, ομ. Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών στο άρθρο του Ναυμαχία Ναβαρίνου, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica , σελ.271-272.

[6] Ίδιο Ε. Κούκου.

[7] Ιστοσελίδα http://www.navy.ru

[8] Ίδιο Ε. Κούκου.

[9] Παλαιό/νέο ημερολόγιο. Όλες οι αναφερόμενες ημερομηνίες είναι του νέου ημερολογίου.

[10] Troude, Bataille navales de la France, Vol. 4, p. 240.  Επίσης R. C. Anderson Naval Wars in the Levant 1559-1853, Liverpool University Press, 1952, p. 527.

[11] Καθηγητής ιστορίας στη Ναυτική Ακαδημία Αγίας Πετρούπολης, στο βιβλίο του Έλληνες στην ιστορία της Ρωσίας 18- 19 αι., c. 256-259.

[12] Anderson, Naval wars…, p.527.

[13] The Naval History of Great Britain, tom. 6, London 1859. Βλ. επίσης Περιοδικό «Περίπλους» Ναυτ. Μουσείου Ελλάδος, τεύχος 57, 2006, σελ. 23-26.

[14] Ένα εχθρικό πυρπολικό πλησίασε το Αγγλικό πλοίο «Ντάρτμουθ» και ο κυβερνήτης έστειλε μια λέμβο με λίγους άνδρες για να αναγκάσει το εχθρικό πυρπολικό να απομακρυνθεί. Εκείνοι άρχισαν τότε να πυροβολούν και σκότωσαν το νεαρό Άγγλο υποπλοίαρχο και μερικούς ακόμη άνδρες. Το «Ντάρτμουθ» ανταπέδωσε το πυρ. Η γαλλική ναυαρχίδα «Σειρήν» κτυπήθηκε από την αιγυπτιακή φρεγάτα «Έσμίνα». Αμέσως ο Γάλλος διοικητής Δεριγνύ διέταξε σφοδρό κανονιοβολισμό κατά της εχθρικής φρεγάτας και σε ελάχιστα λεπτά το πυρ γενικεύθηκε .

[15] Κατά τα  1813-1825 έκανε με ιστιοφόρο τρεις φορές τον γύρω του κόσμου. Κατά τα 1833-1850 ήταν αρχηγός του Στόλου της Βαλτικής και των λιμένων της Μαύρης Θάλασσας. Βλ. ιστοσελίδα  http://www.neva.ru/EXPO96/admir.en.html.

[16] Πρυάχιν  ίδιο.

[17] Ίδια ιστοσελίδα. Επίσης Πρυάχιν ίδιο, όπου περιγράφει ότι από τις τρύπες οι 7 ήσαν στα ύφαλα του πλοίου.

[18] Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια.

[19] Ίδιο.

[20] Anderson ίδιο.

[21] http://wiki.phantis.com/index.php/Battle_of_Navarino#Russia_.28Rear_Admiral_Count_Login_Petrovich_van_der_Heiden.29 .

[22] Πρυάχιν ίδιο.

[23] Πρυάχιν ίδιο.

[24] Ίδιο Πρυάχιν.

[25] Η αυτοκρατορική κυβέρνηση τον τίμησε επί πλέον δίνοντας το όνομά του στο Ναυτικό Κολλέγιο της Αγ. Πετρούπολης και θεσπίζοντας το παράσημο της ‘Τάξεως  Ναχίμωφ’ (με δύο βαθμίδες) και το μετάλλιο ‘Ναχίμωφ’ για το προσωπικό του Ναυτικού.

[26] Ιστοσελίδα http://www.navy.ru, και ίδιο Πρυάχιν

[27] Δ. Γιαννόγλου στο Περιοδικό του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος Περίπλους, τευχ. 59, 2007, σελ. 50.

[28] R.C.Anderson Naval wars in the Levant, p.524. Επίσης στην Ιστοσελίδα http://wiki.phantis.com/index.php/Battle_of_Navarino#Russia_.28Rear_Admiral_Count_Login_Petrovich_van_der_Heiden.29 .

[29] Τρ. Κωνσταντινίδη, Καράβια, Καπεταναίοι και συντροφοναύται (1800-1830), Αθήναι 1954, σελ. 318.

[30] Αναργύρου, Σπετσώτικα, σελ. μγ’.

[31] Κ. Βάρφη, Το Ναυτικό στην Καποδιστριακή περίοδο,  Αθήνα 1994, σελ. 28.

[32] Αντ. Λιγνός, Ιστορία της νήσου Ύδρας, τομ. Β’, σελ. 609-610.

[33] Π. Στάμου, Είναι ο Λ. Κατσώνης δημιουργός του Πολεμικού Ναυτικού της Ελλάδας?, Πρακτικά συνέδριου 1998 στη Λιβαδειά.

[34] Κ. Βάρφης Το Ναυτικό…., σελ. 28.

[35] Ι. Λαζαρόπουλος, Το Πολεμικό Ναυτικό, σελ. 193.

[36] Στ. Παπαγεωργίου, Η στρατιωτική πολιτική του Καποδίστρια, Αθήνα 1986, σελ. 36.

[37] Στ. Παπαγεωργίου ίδιο, σελ. 55.

[38] Γενική Εφημερίς, 2 Νοεμβρίου 1829.

[39] Γενική Εφημερίς, 15 Μαρτίου 1829.

[40] Ι. Λαζαρόπουλος, ίδιο με πάνω, σελ. 209. Επίσης Κ. Βάρφη, ίδιο, σελ. 16.

[41] Σύμφωνα με έκθεση που παρουσίασε ο Α. Μαυροκορδάτος για το ναυτικό στα χρόνια του Καποδίστρια, βλ. Κ. Βάρφη, Το Ναυτικό…., σελ. 17.

[42] S. Howe, An Historical Sketch of the Greek Revolution, New York 1828, p. 33. Επίσης Κ. Βάρφη, ίδιο όπως πάνω, σελ. 35.

[43] Αρχείο Ύδρας, τομ. ΙΓ’, σελ. 214 και Τρ. Κωνσταντινίδη, Το Αρχείον Άστιγγος, Ναυτική Επιθεώρησις, τεύχος 216, 1949.

[44]  Μ. Ραφαήλ, Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου, Ορόσημο της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, περιοδικό «Ναυτική Ελλάς», Νοέμβριος 1978.

[45] Φρειδερίκη Ταμπάκη-Ιωνά στο Ο φιλελληνισμός του Βίκτωρος Ουγκό, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 13.10.2002.

[46] Φ. Τομαή, Πλοίο διάρκειας η χώρα μου…, στο Λιμάνια του Ελληνισμού, Αθήνα 2004, σελ. 154.

[47] Φ. Τομαή Ίδιο.

 

Πάνος Στάμου,

Γενικός Γραμματέας Κέντρου ΕλληνοΡωσικών Ιστορικών Ερευνών (ΚΕΡΙΕ), Οκτώβριος 2007.

23 Οκτωβρίου 2007, Κρατική Βιβλιοθήκη της Ρωσίας, Επιστημονική ημερίδα με θέμα «Ναυαρίνο: 180 χρόνια από τη Ναυμαχία.

 

Διαβάστε ακόμη:

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Στο Ελάχιστο Μόλις»


 

Τη Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017 στις 6 το βράδυ, στην αίθουσα εκδηλώσεων «Μέγας Αλέξανδρος» στο Άργος, θα πραγματοποιηθεί η  παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής «Στο Ελάχιστο Μόλις» της φιλολόγου Μαρίας Α. Βελιζιώτη, έκδοση της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

«Ανάμεσα στην ιαματική υπέρβαση που σηματοδοτεί η φύση με τα στοιχεία και τα στοιχειά της, και την έρημο του κλειστού δωματίου, οι στίχοι της Μαρίας Βελιζιώτη, κεντρίζουν, άλλοτε μελαγχολικά και άλλοτε οδυνηρά, τις προσδοκίες του αναγνώστη. Στίχοι πυκνοί («Το αύριο δεν εξουσιάζεται / και η ζωή θα είναι πάντα χτεσινή»),  εικονοποιία απροσδόκητη και τολμηρή (« τα μέσα νερά μιας θάλασσας πικρής / εκεί που οι μύθοι βυθίζονται αυτόπρυμνοι… »),  εισάγουν από την πρώτη στιγμή τον αναγνώστη σε ένα ιδιόμορφο και απαιτητικό ποιητικό σύμπαν. […] Η ποίηση της Βελιζιώτη έχει μορφή λιτή, ύφος σχεδόν δωρικό. Αρνείται να βαρύνει την όψη της με στολίδια. Κι όμως, από την αυστηρή αυτή «πηγή» αναβλύζουν αισθήματα και χυμοί γεμάτοι ρωγμές. Αναβλύζει η σιωπηλή επίκληση του Άλλου. Αυτή δεν είναι άλλωστε η κοινή αγωνία του ποιήματος και του αναγνώστη του;», γράφει ο Γιάννης Λεοντάρης  στο προλογικό σημείωμα.

Στο Ελάχιστο Μόλις

 

Για τη νέα ποιητική συλλογή θα μιλήσουν: ο Γιάννης Λεοντάρης, Καθηγητής Πανεπιστημίου – Σκηνοθέτης, η Κωνσταντίνα Δοντά, Φιλόλογος – Καθηγήτρια του Γυμνασίου Κουτσοποδίου και η Καλλιόπη Καλποδήμου, Φιλόλογος – Καθηγήτρια του Μουσικού Γυμνασίου Άργους.

Ποιήματα θα απαγγείλουν μεταπτυχιακές φοιτήτριες των Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Πελοποννήσου. Η παρουσίαση θα πλαισιωθεί μουσικά από μαθητές του Γυμνασίου Κουτσοποδίου.

Η εκδήλωση διοργανώνεται από την Κοινωφελή Επιχείρηση Δήμου Άργους – Μυκηνών, ενώ, τα έσοδα από την πώληση του βιβλίου θα διατεθούν εξολοκλήρου υπέρ του Συλλόγου Ατόμων με Αναπηρίες Ν. Αργολίδας.

Κωστούρος Θεόδωρος (1913-1986)


 

Θεόδωρος Κωστούρος, αρχείο Κώστα Κωστούρου.

Ο ποιητής Θεόδωρος Κ. Κωστούρος γεννήθηκε στ’ Ανάπλι τον Οκτώβρη του 1913. Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος, διατηρούσε φαρμακείο επί της οδού Β. Κωνσταντίνου στο Ναύπλιο και μετά τον θάνατό του τον διαδέχτηκε ο γιος του Θεόδωρος. Διατήρησε το φαρμακείο μέχρι τη συνταξιοδότησή του.

Τις εγκύκλιες σπουδές του έκανε στ’ Ανάπλι και μετά σπούδασε φαρμακοποιός στη Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εκ παραλλήλου ασχολήθηκε με την ποίηση και τη λογοτεχνία γενικώς υμνώντας και τραγουδώντας τη γενέτειρά του, την ομορφιά και τη μυθική της ατμόσφαιρα.

 

Διακρίσεις

 

Διακρίσεις

 

Από τα χρόνια εκείνα – τα εφηβικά – γράφει στο ανέκδοτο έργο του «Το λυκαυγές και το λυκόφως», καθαρά αυτοβιογραφικό «σιγά σιγά μέσα μου άρχισε να γεννιέται και να μεστώνει το πάθος μου για τη γενέθλια γη. Αυτό το πάθος που ’μελλε αργότερα να μου γίνει “έργο ζωής” και να θέσει την πυρή σφραγίδα του στο κατοπινό – ελάχιστο και φτωχό – πνευματικό μου έργο. Πραγματικά, σε ολόκληρο το λογοτεχνικό μου έργο, είναι διάχυτη για την όμορφη πατρίδα μου. Και τα θέματα των περισσότερων έργων μου είναι παρμένα από το αγαπημένο Ανάπλι».

Πραγματικά το μικρό και μαγευτικό Ανάπλι περπατάει λαμπυρίζοντας σ’ όλο του το έργο. Ο ποιητής κερδίζει επάξια τον τίτλο «Ο ποιητής τ’ Αναπλιού».

Τον τίτλο αυτό τον διατήρησε σ’ όλη του τη ζωή γράφοντας και εκδίδοντας 20 έργα – ποιητικά, πεζά, σατιρικά, χρονικά, θεατρικά, ενώ στα κατάλοιπά του, μεταξύ άλλων, ευρίσκεται η ποιητική μυθολογική πολύστιχη σύνθεση «Αμυμώνη, η Γένεση του Αναπλιού», περίπου 8100 στίχοι. Πέθανε στ’ Ανάπλι στις 19 Ιουλίου του 1986.

 

Αρχαίο θέατρο Άργους. Θεατρική παράσταση «Παλαμήδης», 3 & 4 Μαΐου 1952. Εμπρός δεξιά ο Θεόδωρος Κωστούρος, πίσω αριστερά η Ελένη Ουράνη κριτικός λογοτεχνίας, θεάτρου και συγγραφέας, γνωστή με το ψευδώνυμο Άλκης Θρύλος.

 

Εργογραφία:  

Θεατρικά: Παλαμήδης – Αμυμώνη.

Πεζά: Βονιφάτιος Βοναφίν – Το Παλαμήδι | Σύντομο Χρονικό – Αυτά να Μένουν Μεταξύ μας – Είδα το Παρίσι με τα Μάτια σου – Ήβη – Ο Νάνος – Το Ανάπλι των Θρύλων – Ταξίδι στο νησί της Χίμαιρας.

Ποίηση: Ο Κύκλος του Πόνου και του Λυτρωμού – Ανθρώπινα (Στίχοι Πικροί) – Απόηχοι – Τα Σατιρικά – Ιππολύτη – Ελέβορος | 12 Τραγούδια – Του Έρωτα και της Ζωής – Το Τραγούδι της Ειρήνης.

 

Γιώργος Πατρινιός

Πηγή: Ιστοσελίδα  Θεόδωρου Κ. Κωστούρου.

Παρουσίαση του Βιβλίου «Η Αγιογραφία  της Άννας»


 

Την Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017 στις 7 το βράδυ, στο Βουλευτικό Ναυπλίου, θα πραγματοποιηθεί η  παρουσίαση του βιβλίου «Η Αγιογραφία  της Άννας», του Κώστα Πετρουλά, από τις εκδόσεις «Μετρονόμος» και το βιβλιοπωλείο «ΑΡΤΙΟΝ».

Πρόκειται για μία κοινωνική νουβέλα, στοχαστική στα μεγέθη της ζωής, ενός συγγραφέα που ζει δίπλα μας, αφουγκράζεται τους φίλους, τους γνωστούς, τους γείτονες και – όπως αναφέρει στο βιογραφικό του – προσπαθεί να ξεχωρίσει τους μύθους από τις αλήθειες. Έχει ήδη εκδώσει σε ηλεκτρονική μορφή το θεατρικό «Η φυλακή των αθώων» και έχει συμμετάσχει σε μια ομαδική έντυπη δημοσίευση διηγημάτων με τίτλο «Χρόνος». Δοκίμια μυθιστορήματα και θεατρικά γεμίζουν για πολλά χρόνια τα συρτάρια του. Αυτή η νουβέλα είναι η πρώτη ατομική έντυπη έκδοση του Κώστα Πετρουλά, οικονομολόγου, ελεύθερου επαγγελματία και συγγραφέα, που ζει μόνιμα στο Ναύπλιο. 

Την «Η Αγιογραφία  της Άννας» θα μας συστήσουν, η εκπαιδευτικός- συγγραφέας Χρύσα Β. Σαββάκη και η Πέγκυ Νόνη, ιδρυτικό μέλος του Δημοτικού Θεάτρου Ναυπλίου – Ηθοποιός.

 

«Η Αγιογραφία της Άννας»

 

Λίγα λόγια για την υπόθεση

 

Ο Στέλιος συνάντησε την Άννα στην πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής του. Έζησαν θεϊκά την ιστορία τους και την βίωσαν διαφορετικά. Ο καθένας τους ερχόταν από μια αλλιώτικη μα και αλλόκοτη περιπέτεια και από άλλους πολιτισμούς, θρησκείες και φιλοσοφίες.

Η Άννα δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα. Είχε το τσαγανό και τη δύναμη να αρχίζει πάλι τη ζωή της από ’κεί που την άφηναν τα σκληρά γεγονότα της μοίρας της. Ήταν ικανή, αδίσταχτη και απρόβλεπτη. Μπορούσε να φέρνει καταστροφές στους ανθρώπους που είχε κοντά της, αλλά και να τους μυεί στην τέχνη της επιβίωσης· ίσως και της ευτυχίας.

Ο Στέλιος αν ήθελε να αποφύγει την καταστροφή έπρεπε να δεχτεί τη μύηση. Να φτιάξει ένα μαγικό χαλί με τα δικά της στοχαστικά νήματα. Να ταξιδέψει επικίνδυνα σε εκείνη την πλευρά της ζωής που η καλλιγραφία της επικράτησης κάνει την αγάπη να μοιάζει λάφυρο ή τρόπαιο, και όχι αρετή.

Και κάποτε να μάθει αν το μπόι του και το πορτρέτο του θα έμοιαζαν με την αγιογραφία που του είχε τάξει η Άννα…