Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ιερός Ναός Γενεσίου Θεοτόκου Ναυπλίου


 

Ο Ιερός Ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου πίσω από το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο (παλαιό Οπλοστάσιο κατά την Β’ Ενετική κυριαρχία 1686-1715), είναι κτίσμα μεταβυζαντινό του 15ου αιώνα (αρχές 16ου;), για το οποίο δυστυχώς δεν υπάρχει σύγχρονή του γραπτή μαρτυρία.

 

Ο Ιερός Ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.

Ο Ιερός Ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.

 

Ιερός Ναός Γενεσίου Θεοτόκου - Άποψη εσωτερικού χώρου και τέμπλου. (Φωτογραφία από τον ιστότοπο, Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο).

Ιερός Ναός Γενεσίου Θεοτόκου – Άποψη εσωτερικού χώρου και τέμπλου. (Φωτογραφία από τον ιστότοπο, Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο).

Πρόκειται για τρίκλιτη βασιλική χωρίς τρούλο, ξυλόστεγη, με έξι κολώνες (συν δύο επάνω από τον δυτικό τοίχο, σύνολο οκτώ κολώνες) στο εσωτερικό της, που επιστέφονται από γύψινα, κορινθιακού ρυθμού κιονόκρανα. Ο νάρθηκας του ναού ανήκει χρονικά πιθανότατα στα τελευταία χρόνια της Β’ ενετικής κυριαρχίας, την εποχή της ανακαίνισής του, 1708-1714. Το δυτικής τεχνοτροπίας ξυλόγλυπτο τέμπλο φιλοτεχνήθηκε το 1870. Το παλαιό κωδωνοστάσιο ανεγέρθηκε, όπως αναγράφεται στη σχετική επιγραφή, το 1907.

Είναι τρισυπόστατος ναός, ο οποίος τιμάται στη μνήμη: Γενεσίου της Θεοτόκου, του Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (Βόρειο κλίτος) και του Αγίου Δημητρίου (νότιο κλίτος). Μερικές εικόνες (άγιος Νικόλαος, Απότομη Κεφαλής του Προδρόμου και οσία Ματρόνα Χιοπολίτισσα) ιστορήθηκαν κατά την Επανάσταση του 1821 και λίγα χρόνια αργότερα.

Κατά την εποχή της Β’ ενετοκρατίας ήταν ο κύριος ορθόδοξος ναός, δεδομένου ότι ο Άγιος Γεώργιος ανήκε στους καθολικούς, ενώ στην Αγία Σοφία μόλις το 1780 πρωτοδόθηκε άδεια από τους Τούρκους να τον λειτουργήσουν οι Ναυπλιώτες. Στην απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας το 1696 απογράφονται στην περιοχή – ενορία του ναού – 12 οικογένειες συνολικού αριθμού ατόμων 46, όλες ξένων εποίκων.

Η ελιά του Μηνιάτη στην πλατεία της Παναγίτσας. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.

Η ελιά του Μηνιάτη στην πλατεία της Παναγίτσας. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.

Η Παναγία του Ναυπλίου είναι συνδεδεμένη με το μαρτύριο του Νεομάρτυρα Αναστασίου, που κατά την παράδοση οι Τούρκοι βασάνισαν την πρώτη Φεβρουαρίου του 1655 στην ελιά που υπάρχει ακόμα στη βορινή πλευρά του ναού. Στην πλατεία της Παναγίας έχει στηθεί προσκυνητάρι. Στον περίβολο της ιστορικής ελιάς στα βόρεια του ναού, αλλά και από τον άμβωνα του ναού κήρυττε, σύμφωνα με την παράδοση, ο μεγάλος κεφαλλονίτης εκκλησιαστικός ρήτορας Ηλίας Μηνιάτης μεταξύ των ετών 1708 και 1714. Πίσω από την αψίδα του ιερού βρίσκονται τα μνήματα του ιερέως του ναού Παναγιώτη Καμαριώτη (1785-1853) και της μητέρας του πρωθυπουργού Ιωάννη Κωλλέτη.  

 

Πηγή


  • Ευάγγελος Μαστέλλος, «Ο Ιερός Ναός Γενεσίου Θεοτόκου στο Ναύπλιο…», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, VI (2007).  

 

Μηνιάτης Ηλίας, Επίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων (1669-1714)


 

  

Ηλίας Μηνιάτης, χαλκογραφία από το βιβλίο του «Διδαχαί», Βενετία, Γλυκής, 1772.

Ηλίας Μηνιάτης, χαλκογραφία από το βιβλίο του «Διδαχαί», Βενετία, Γλυκής, 1772.

Διαπρεπής λόγιος, κληρικός και εξαιρετικός ρήτορας με ιδιαίτερους δεσμούς με το Ναύπλιο. Ο Ηλίας Μηνιάτης (Ληξούρι, 1669- Πάτρα, 1 Αυγούστου 1714), γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλληνίας, γονείς του ήταν ο πρωθιερέας της πόλης και λόγιος Φραγκίσκος Μηνιάτης και η Μορεζίνα Περιστιάνου. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε από τον πατέρα του, πού ήταν πρωτοπαπάς στο Ληξούρι. Το 1681 ο πατέρας του τον πήγε στη Βενετία και τον έγραψε στο Φλαγγινιανὸ Φροντιστήριο, όπου επί οκτώ έτη σπούδασε αρχαία ελληνική φιλολογία μαθηματικά, λατινικά και φιλοσοφία.

Εκεί φοίτησε κάτω από την προστασία του Μελετίου Τυπάλδου, ιεροκήρυκα και δασκάλου της Ελληνικής κοινότητας της Βενετίας. Όταν ο Μελέτιος Τυπάλδος έγινε μητροπολίτης Φιλαδέλφειας, ο Μηνιάτης έγινε γραμματέας του και την ίδια χρονιά έγινε διάκονος και ιεροκήρυκας στην ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Βενετίας. Παράλληλα δίδαξε στη Φλαγγίνειο Σχολή.

Το 1690 πήγε στα Ιόνια Νησιά και δίδαξε στην Κεφαλληνία, τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα. Το 1699 στάλθηκε στην Κωνσταντι­νούπολη ως σύμβουλος της πρεσβείας της Βενετίας και έγινε καθηγητής της Πατριαρχικής Σχολής και ιεροκήρυκας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Από την Πόλη έφυγε για την Πελοπόννησο, όπου κήρυξε τον Λόγο του Θεού στο Ναύπλιο και στο Άργος.

Στο Ναύπλιο (1708) δίδαξε, επί χρόνια, στο ναό της Γεννήσεως της Θεοτόκου και στον περίβολό του, κάτω από μία ελιά, η οποία σώζεται μέχρι σήμερα (κάτω από την ίδια ελιά είχε μαρτυρήσει, πριν από 60 περίπου χρόνια, ο πολιούχος του Ναυπλίου Άγιος Αναστάσιος).

Αργότερα του πρότειναν να αναλάβει την επισκοπή Χριστιανουπόλεως, της σημερινής Κυπαρισσίας, αλλά από μετριοφροσύνη δεν το αποδέχθηκε. Τελικά αναγκάστηκε να δεχθεί την επισκοπή Κερνίκης (ή Κερνίτζης ή Κερνίτσης) Καλαβρύτων, και το 1711 αναγορεύτηκε αρχιερέας. Εκεί εργάστηκε με ζήλο και αυταπάρνηση για να βοηθήσει το ποίμνιό του, με αποτέλεσμα να αρρωστήσει και να πεθάνει στην Πάτρα την 1η Αυγούστου 1714, σε ηλικία μόλις 45 ετών. Το σκήνωμά του μεταφέρθηκε στην Κεφαλληνία και τάφηκε στο ναό του Αγίου Ιωάννου στο Ληξούρι.

Το κατεξοχήν έργο του Μηνιάτη ήταν το κήρυγμα, και μάλιστα σε απλή γλώσσα, όπως είχε καθιερωθεί κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, έτσι ώστε η διδασκαλία να είναι κατανοητή στον λαό. Ο Μηνιάτης επηρεάστηκε από την μαθητεία του στην Ιταλία και ακολούθησε στο έργο του την παράδοση της περίτεχνης ρητορικής επεξεργασίας του λόγου.

Τα έργα του Ηλία Μηνιάτη τυπώθηκαν μετά το θάνατό του. Το 1716 εξεδόθη στην Βενετία το έργο του με τίτλο «Διδαχαί εις την αγίαν και μεγάλην Τεσσαρακοστήν και εις τας Κυριακάς του ενιαυτού και επισήμους εορτάς μετά τινων πανηγυρικών λόγων» με επιμέλεια του πατέρα του· ακολούθησαν 23 εκδόσεις των Διδαχών μέχρι το 1900, γεγονός που αποδεικνύει την δημοτικότητα του έργου του στο αναγνωστικό κοινό. Το 1718 με την επιμέλεια του πατέρα του εκδόθηκε η «Πέτρα σκανδάλου», έργο ιστορικό-δογματικό, που αναφέρεται στο σχίσμα Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας. Το έργο αυτό κίνησε το διεθνές ενδιαφέρον της εποχής εκείνης και μεταφράστηκε στα λατινικά (1752), στα αραβικά (1721) και στα ρωσικά (1754), συζητήθηκε επίσης και σχολιάστηκε πολύ.

Την διατριβή αυτή συνέγραψε ο μακαριστός συγγραφέας παρακινηθείς από κάποιον άρχοντα (άγνωστο σ’ εμάς), όπως αναφέρεται σε επιστολή του πατέρα του, παπα-Φραγκίσκου Μηνιάτη, «θείω ζήλω κινηθείς παρά τινος ορθοδοξοτάτου αυθέντου προσταχθείς» και όπως καταγράφει και ο ίδιος στο πρώτο μέρος της διατριβής αυτής «Εζήτησαν παρ ἐμοῦ, άρχων ενδοξώτατε και ευσεβέστατε να μάθουν καταλιπώς τι είναι εκείνο όπου χωρίζει τας δύο Εκκλησίας».

Έτσι, στο μεν Α´ Βιβλίο (μέρος) της διατριβής αυτής αναφέρονται τα αίτια και γεγονότα του Σχίσματος των Δυτικών από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Στο Β´ Βιβλίο, ανασκευάζονται βάσει της Αγίας Γραφής, Ιερών Κανόνων και Αγιοπατερικών συγγραμμάτων οι πέντε βασικές διαφορές που χωρίζουν τους Παπικούς από την Ορθοδοξία.

 

Πηγές


 

  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Ηλία Μηνιάτη, «Πέτρα Σκανδάλου», Ιερά Μητρόπολις Καλαβρύτων και Αιγιαλείας. Εκδόσεις «Βιβλίο και Εικόνα», 2009.

Το Αργειακό εργαστήριο κεραμικής, κατά την Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική περίοδο – Δημήτριος Αθ. Κούσουλας, Αρχαιολόγος


 

 

Α Εισαγωγή: Η παρούσα μελέτη αποσκοπεί σε μία συνοπτική θεώρηση των κυρίων χαρακτηριστικών του Πρωτογεωμετρικού (ΠΓ) και γεωμετρικού αργειακού εργαστηρίου [1] κεραμικής. Η διαμόρφωση ενός ιδιάζοντος κεραμικού ρυθμού στο Άργος και τις όμορες περιοχές, κατ’ αυτήν την περίοδο, βασίζεται στην μειξογενή απόδοση εγχωρίων και εισηγμένων στοιχείων. H αργειακή ΠΓ και Γεωμετρική παράδοση, τόσο στην αγγειοπλαστική όσο και στην αγγειογραφία, έχει τις ρίζες της στην αντίστοιχη της Μυκηναϊκής (ΥΕ) και Υπομυκηναϊκής περιόδου.

 

Α.1 Μυκηναϊκός πολιτισμός: Ο πρώτος, βεβαιωμένα ελληνικός πολιτισμός θεωρείται ότι είναι ο Μυκηναϊκός, ο οποίος εμφανίζεται μετά το τέλος της ΜΕ περιόδου (γύρω στο 1650 π. Χ) [2]. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός οφείλει την ονομασία του στο σημαντικότερο κέντρο της περιόδου, τις Μυκήνες στην Αργολίδα. Εκτείνεται χρονολογικά κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, δηλ. μεταξύ 1650 και 1120 π. Χ. Η περίοδος αυτή καλείται Υστεροελλαδική (ΥΕ), στην ηπειρωτική Ελλάδα. Γι’αυτόν τον λόγο, ο όρος «μυκηναϊκή περίοδος» χρησιμοποιείται συχνά έναντι του ορθοτέρου ΥΕ.

 

Κατ’ αντιστοιχία με τον Μινωικό πολιτισμό [3], ο Μυκηναϊκός εξαπλώθηκε συνεπεία του κεντρικού συστήματος διακυβερνήσεως, καθώς ο διοικητικός και οικονομικός έλεγχος ασκείται από το ανάκτορο, την έδρα του τοπικού ηγεμόνα (ἄνακτος) [4]. Οι ανασκαφικές έρευνες κατέδειξαν ότι τα σπουδαιότερα ΥΕ ανακτορικά κέντρα βρίσκονταν στις Μυκήνες, την Πύλο (εικ. 1), την Τίρυνθα, την Ασίνη και τον Ορχομενό (εικ. 2), ενώ σημαντικές εγκαταστάσεις των ΥΕ χρόνων έχουν βρεθεί σε ολόκληρο τον αιγαιακό χώρο (εικ. 3). Την ύπαρξη διοικητικής οργάνωσης στα μυκηναϊκά ανάκτορα επιβεβαιώνουν τα αρχεία πινακίδων Γραμμικής Β΄, που αφορούν κυρίως οικονομικούς καταλόγους και καταγραφή εμπορευμάτων [5]. Τα εκτενέστερα αρχεία βρέθηκαν στην Κνωσσό και την Πύλο.

 

Εικ.1: Ζωγραφική αναπαράσταση της αίθουσας του θρόνου, στο ανάκτορο της Πύλου (κατά: Kruse 1999, 69 εικ. 5).

Εικ.1: Ζωγραφική αναπαράσταση της αίθουσας του θρόνου, στο ανάκτορο της Πύλου (κατά: Kruse 1999, 69 εικ. 5).

 

Εικ. 2: Χάρτης με τις μυκηναϊκές θέσεις στην ΒΑ. Πελοπόννησο (κατά: Eder 1998, 26 εικ. 3).

Εικ. 2: Χάρτης με τις μυκηναϊκές θέσεις στην ΒΑ. Πελοπόννησο
(κατά: Eder 1998, 26 εικ. 3).

 

Εικ. 3: Χάρτης με τις κύριες ΥΕ θέσεις στον Αιγαιακό χώρο (κατά: Badisches Landesmuseum Karlsruhe  2008, 59).

Εικ. 3: Χάρτης με τις κύριες ΥΕ θέσεις στον Αιγαιακό χώρο (κατά: Badisches Landesmuseum Karlsruhe 2008, 59).

 

Χρυσή Προσωπίδα "του Αγαμέμνονα"

Χρυσή Προσωπίδα «του Αγαμέμνονα»

Ιστορικά, η εξάπλωση των Μυκηναίων [6] οφείλεται στην παρακμή του γειτνιάζοντος μινωϊκού κράτους, προς τα τέλη της Νεοανακτορικής περιόδου (1700-1400 π. Χ.) και στην υπηρεσία των στην μακρινή Αίγυπτο ως μισθοφόρων [7]. Γύρω στο 1400 π.Χ., η περίφημη μινωϊκή θαλασσοκρατία καταρρέει, καθώς τα μινωϊκά ανάκτορα καταστρέφονται λόγω της εκρήξεως του ηφαιστείου της Θήρας (Σαντορίνη) [8]. Οι Μυκηναίοι άδραξαν την ευκαιρία και εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη, αναπτύσσοντας επαφές με την Αίγυπτο. Από την Αίγυπτο, εισήγαγαν πιθανώς τον χρυσό που βρέθηκε στον Ταφικό Κύκλο Α΄ των Μυκηνών (εικ. 4), ενώ εξήγαγαν, ως μεταπρατικό αγαθό, τάλαντα χαλκού (26.2 χγμ.), την αρχαιότερη, γνωστή σταθερή μονάδα οικονομικών συναλλαγών, στον Αιγαιακό χώρο (εικ. 5). Η εκμετάλλευση των μεταλλοφόρων κοιτασμάτων χαλκού συνέβαλε στην κατασκευή κραταιών μεταλλίνων όπλων, χάρη στα οποία οι Μυκηναίοι εξαπλώθηκαν στον Μεσογειακό χώρο.

 

Εικ. 5: Παράσταση του Αμένοφι Β΄, από τον ναό του Karnak στην Αίγυπτο. Εικονίζεται ο Αιγύπτιος Φαραώ να βάλλει με τόξο εναντίον ταλάντου Μυκηναϊκού τύπου ΙΙ. Χρονολόγηση: 1427-1401 π. Χ.  (κατά: Pulak - Slotta - Yalcin 2005, 135 εικ. 3).

Εικ. 5: Παράσταση του Αμένοφι Β΄, από τον ναό του Karnak στην Αίγυπτο. Εικονίζεται ο Αιγύπτιος Φαραώ να βάλλει με τόξο εναντίον ταλάντου Μυκηναϊκού τύπου ΙΙ. Χρονολόγηση: 1427-1401 π. Χ. (κατά: Pulak – Slotta – Yalcin 2005, 135 εικ. 3).

 

Ο θαυμασμός που προκαλεί η Μυκηναϊκή περίοδος στους συγχρόνους μελετητές έγκειται όχι μόνο στην αυστηρά δομημένη διοικητική διάρθρωση όσο και στα καλλιτεχνικά επιτεύγματα του. Η επιβλητική αρχιτεκτονική συνυπάρχει χρονολογικά με τοιχογραφίες και κεραμική εξόχου τέχνης. Στην αγγειογραφία της ΥΕ ΙΙΙ περιόδου, κυριαρχεί ο λεγόμενος εικονιστικός ρυθμός (Pictorial Style), ο οποίος χαρακτηρίζεται από την φυσιοκρατική απεικόνιση ανθρωπίνων κυρίως και ζωϊκών μορφών [9]. Χαρακτηριστικό δείγμα του ΥΕ εικονιστικού ρυθμού είναι ο λεγόμενος «Κρατήρας των Πολεμιστών» (εικ. 6), που απόκειται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών (αρ. ευρ. Π 1426). Στην κοιλιά του αγγείου, αποδίδεται εφόρμηση οπλιτών προς τα δεξιά. Μία αντίστοιχη στρατιωτική εφόρμηση περιγράφει ο Όμηρος, στην ραψωδία Δ της Ιλιάδας [10]:

 

«ὣς τότ’ ἐπασσύτεραι Δαναῶν κίνυντο φάλαγγες
νωλεμέως πόλεμον δέ· κέλευε δὲ οἷσιν ἕκαστος
ἡγεμόνων· οἳ δ’ ἄλλοι ἀκὴν ἴσαν, οὐδέ κε φαίης
τόσσον λαὸν ἕπεσθαι ἔχοντ’ ἐν στήθεσιν αὐδήν,      
σιγῇ δειδιότες σημάντορας· ἀμφὶ δὲ πᾶσι
τεύχεα ποικίλ’ ἔλαμπε, τὰ εἱμένοι ἐστιχόωντο.…»

Μτφρ. (Νικ. Καζαντζάκη – Ι. Θ. Κακριδή):

«Όμοια κι οι φάλαγγες οι αργίτικες απανωτές τραβούσαν

δίχως σωμό στη μάχη· στο ασκέρι το δικό του

κάθε ρηγάρχης· οι άλλοι αμίλητοι τραβούσαν (τόσα πλήθη

πως ακλουθούν ποτέ δε θα’λεγες κι έχουν φωνή στο στήθος)

βουβοί, από φόβο στους ρηγάρχες τους μπροστά· κι ολόγυρα τους

οι πλουμιστές αρμάτες έλαμπαν, που ως όδευαν φορούσαν….»

 

Εικ. 6: Ο λεγόμενος Κρατήρας των Πολεμιστών, από τις Μυκήνες. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Αρ. ευρ. Π 1426. Τέλη ΥΕ ΙΙΙΒ (γύρω στο 1200 π. Χ.). (κατά: Marinatos - Hirmer 1959 πίν. 233).

Εικ. 6: Ο λεγόμενος Κρατήρας των Πολεμιστών, από τις Μυκήνες. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Αρ. ευρ. Π 1426. Τέλη ΥΕ ΙΙΙΒ (γύρω στο 1200 π. Χ.). (κατά: Marinatos – Hirmer 1959 πίν. 233).

 

A.2 Υπομυκηναϊκή περίοδος: Η πτώση του Μυκηναϊκού ανακτορικού συστήματος, κατά την ΥΕΙΙΙΓ ύστερη φάση (1150-1120 π. Χ.), συνοδεύτηκε από παρακμή των καλών τεχνών. Ο αγγειογραφικός ρυθμός της ΥΕΙΙΙΓ, γνωστός ως «Ρυθμός του Σιτοβολώνος [11]», διακόπτεται απότομα και αντικαθίσταται από την ταπεινή καλλιτεχνικά, υπομυκηναϊκή κεραμική. Κύρια χαρακτηριστικά της είναι τα μη ισόρροπα σχήματα, η λιτότητα και προχειρότητα της διακόσμησης και η κακής ποιότητας βαφή, ενώ τα επιμέρους τμήματα του αγγείου δεν διαρθρώνονται τεκτονικά (εικ. 7). Tα σχήματα αγγείων που επικρατούν, κατά την υπομυκηναίκή περίοδο, είναι ο ψευδόστομος αμφορίσκος, ο αμφορέας (επιλαίμιος και επιγάστριος), η λήκυθος, ο σκύφος, ο κρατήρας, η οινοχόη και η οινοχόη με τριφυλλόσχημο στόμιο (εικ. 8).

 

Εικ. 7: Επιγάστριος αμφορέας υπομυκηναϊκών χρόνων, από τον Κεραμεικό. (κατά: Mountjoy 1994, 204 εικ. 259).

Εικ. 7: Επιγάστριος αμφορέας υπομυκηναϊκών χρόνων, από τον Κεραμεικό. (κατά: Mountjoy 1994, 204 εικ. 259).

 

Εικ. 8: Σχηματολόγιο αγγείων, κατά την ΥΕΙΙΙΓ και την υπομυκηναϊκή περίοδο (κατά: Badisches Landesmuseum Karlsruhe 2008, 212).

Εικ. 8: Σχηματολόγιο αγγείων, κατά την ΥΕΙΙΙΓ και την υπομυκηναϊκή περίοδο
(κατά: Badisches Landesmuseum Karlsruhe 2008, 212).

 

H ύπαρξη ενός ενιαίου υπομυκηναϊκού ρυθμού, στην παράδοση του αντιστοίχου της ΥΕ ΙΙΙΓ, αμφισβητείται, καθώς τα στρωματογραφημένα σύνολα διαφοροποιούνται ανά θέση. Στον Κεραμεικό, η κεραμική ακολουθία των υπομυκηναϊκών χρόνων επιβεβαιώνεται μέσα από τα ευρήματα των τάφων. Σημαντικά κέντρα παραγωγής υπομυκηναϊκών αγγείων εντοπίζονται στον Κεραμεικό, την Εύβοια και την Αργολίδα. Στο Άργος, ο εγχώριος υπομυκηναϊκός ρυθμός επιβεβαιώνεται μέσω μιας σειράς κτερισμάτων σε κιβωτιόσχημους τάφους, καθώς και σε ορισμένα ευρήματα από στρωματογραφημένα σύνολα. Την σύντομη χρονικά υπομυκηναϊκή περίοδο διαδέχονται οι Πρωτογεωμετρικοί χρόνοι, με μία ακμάζουσα κεραμική παράδοση που αναγνωρίζεται σε διάφορες θέσεις.

 

Β. Γεωμετρικοί Χρόνοι: Ο όρος «γεωμετρικός» χαρακτηρίζει την τέχνη των πρώιμων ιστορικών χρόνων, που ακολουθούν την κατάρρευση του μυκηναϊκού ανακτορικού συστήματος. Καθιερώθηκε από τον Γερμανό αρχαιολόγο Alexander Conze το 1870, λόγω της χρήσης γεωμετρικών μοτίβων στην διακόσμηση των αγγείων της περιόδου. Το κύριο χαρακτηριστικό των γεωμετρικών αγγείων, εκτός από την διακόσμηση με γεωμετρικά κοσμήματα, είναι η χρήση ταχύστροφου τροχού, το συμμετρικό σχήμα και η τεκτονική δομή των τμημάτων του αγγείου (βάση, πόδι, κοιλιά, ώμοι, σώμα, χείλος). Αυτό το χαρακτηριστικό γίνεται ιδιαιτέρως αντιληπτό, εάν συγκριθεί ένα γεωμετρικό αγγείο με ένα υπομυκηναϊκό (1150-1050/1020 π. Χ.), του ιδίου σχήματος (εικ. 9).

 

Εικ. 9: Πρώιμος ΠΓ αμφορέας από την Τίρυνθα, Τάφος 1974/3 (Κατά: Lemos 2002 εικ. 20.1).

Εικ. 9: Πρώιμος ΠΓ αμφορέας από την Τίρυνθα, Τάφος 1974/3 (Κατά: Lemos 2002 εικ. 20.1).

 

Οι Γεωμετρικοί χρόνοι έχουν χαρακτηριστεί ως «Σκοτεινοί Αιώνες» (Dark Ages), από τους Vincent R. d’ A. Desborough και Αnthony Snodgrass. Εν τούτοις, ο πλούτος των ευρημάτων της περιόδου, σε συνδυασμό με την ακμή του εξαγωγικού εμπορίου και προπάντων την σύνθεση των εναργεστέρων έργων της επικής ποιήσεως, της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, προς το τέλος της περιόδου, αποδεικνύουν την αστοχία του χαρακτηρισμού. Παρόλο που ο όρος «Γεωμετρικός» χρησιμοποιείται γενικευμένως για την ελληνική τέχνη μεταξύ 1050/1020 και 700/680 π.Χ., η περίοδος υποδιαιρείται σε ορισμένες εξελικτικές φάσεις (πίν. Ι), οι οποίες έχουν ιδιαίτερα γνωρίσματα. Τα ιδιαίτερα γνωρίσματα κάθε φάσεως αναλύω κατωτέρω. Οφείλω να επισημάνω ότι τα ως ανωτέρω χρονολογικά πλαίσια αφορούν το αττικό εργαστήριο, που είναι το καλλίτερα μελετημένο.

 

Β.1 Το αργειακό εργαστήριο κεραμικής των πρωίμων ιστορικών χρόνων: Ο αργειακός ΠΓ και Γεωμετρικός ρυθμός αναγνωρίζεται σε ευρήματα τόσο από την πόλη του Άργους, όσο και από τις όμορες θέσεις της Ασίνης, Τίρυνθας και Μυκηνών. Ωστόσο, θεωρείται πως το κέντρο της καλλιτεχνικής έμπνευσης του βρισκόταν στο Άργος. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι επαφές με την Αττική έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην διαμόρφωση του ΠΓ ρυθμού στο Άργος, όπως γίνεται αντιληπτό μέσα από την σύγκριση ευρημάτων.

Paul Courbin

Paul Courbin

Η ακμάζουσα καλλιτεχνική παράδοση του αργειακού ΠΓ και Γεωμετρικού ρυθμού κεραμικής επιβεβαιώνεται από τα ευρήματα των πρώιμων ιστορικών χρόνων, τα οποία ήλθαν στο φως μέσω των ανασκαφικών ερευνών. Η χρονολόγηση τους βασίζεται αφ’ ενός στον τεχνοτροπικό συσχετισμό με τα αντίστοιχα δεδομένα από την Αθήνα, αφ’ ετέρου στα λιγοστά συνευρήματα αιγυπτιακής προελεύσεως, τα οποία δύνανται να χρονολογηθούν με ασφάλεια. Ο Paul Courbin (εικ. 10) αναφέρει τρείς σκαραβαίους σε γεωμετρικά στρώματα [12] – δύο από το Ηραίο και έναν από την Λάρισσα [13]– καθώς και ένα αγαλμάτιο του θεού Βήσα (ευρεθέν το 1954), για το οποίο, δυστυχώς, οι υπάρχουσες χρονολογικές ενδείξεις είναι ανεπαρκείς. Επομένως, πολύτιμος είναι ο τεχνοτροπικός συσχετισμός της αργειακής γεωμετρικής κεραμικής με καλλίτερα μελετημένα εργαστήρια, όπως το Αττικό, το Ευβοϊκό και το Κορινθιακό. Με βάση την εξελικτική πορεία του αργειακού ΠΓ και Γεωμετρικού ρυθμού, σχηματίζεται η ακολουθία των φάσεων (πίν.2), κατ’ αντιστοιχία με καλλίτερα μελετημένα εργαστήρια:

 

ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΕΣ ΦΑΣΕΙΣ ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗΣ ΚΕΡΑΜΙΚΗΣ
ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ         ΑΡΓΕΙΑΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ
ΠΕΡΙΟΔΟΙ-ΦΑΣΕΙΣ     ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ     ΠΕΡΙΟΔΟΙ-ΦΑΣΕΙΣ  
ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 1050/1020-900 π. Χ.      
Πρώιμη ΠΓ φάση:           Πρώιμη ΠΓ φάση  
Ώριμη ΠΓ φάση:           Ώριμη ΠΓ φάση  
Ύστερη ΠΓ φάση:           Ύστερη ΠΓ φάση  
ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ:   900-700/680 π. Χ.      
Πρώιμη Γεωμετρική φάση:   900-850 π. Χ. Πρώιμη Γεωμετρική φάση
Μέση Γεωμετρική (ΜΓ) φάση Ι:   850-800 π. Χ. Μέση Γεωμετρική (ΜΓ) Ι φάση
Μέση Γεωμετρική (ΜΓ) φάση ΙΙ:   800-760 π. Χ. Μέση Γεωμετρική (ΜΓ) ΙΙ φάση
Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ια:   760-750 π. Χ. Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ια
Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ιβ:   750-735 π. Χ. Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ιβ
Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση ΙΙα:   735-720 π. Χ. Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ιια
Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση ΙΙβ:   720-700/680 π. Χ. Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση ΙΙβ

 

 

 

Κύριο χαρακτηριστικό της γεωμετρικής αγγειογραφίας είναι η χρήση κανόνα και διαβήτη με πολλαπλό πινέλο (εικ.11) στην διακόσμηση των αγγείων, εν αντιθέσει με την ελεύθερη απόδοση των γεωμετρικών κοσμημάτων της υπομυκηναϊκής περιόδου.

 

Εικ. 11: Χρήση διαβήτη με πολλαπλό πινέλο, στην διακόσμηση Γεωμετρικού αγγείου (Σχέδιο: Δημ. Αθ. Κούσουλας, 2014).

Εικ. 11: Χρήση διαβήτη με πολλαπλό πινέλο, στην διακόσμηση Γεωμετρικού αγγείου (Σχέδιο: Δημ. Αθ. Κούσουλας, 2014).

 

Προτού εξεταστούν χαρακτηριστικά ευρήματα από τις ανασκαφικές έρευνες στην Αργολίδα, κρίνεται σκόπιμο να παρουσιαστεί η ιστορία της έρευνας, με επισήμανση στις κυριότερες δημοσιεύσεις που αφορούν τον αργειακό ΠΓ και Γεωμετρικό ρυθμό.

 

Β.2 Ιστορία έρευνας: Οι αρχαιολογικές έρευνες στην Αργολίδα κατέδειξαν την ισχυρή παρουσία του γεωμετρικού ρυθμού, στα εργαστήρια της περιοχής. Τα ευρήματα προέρχονται από τις ανασκαφές της οικείας Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και των ξένων αρχαιολογικών αποστολών – Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, Σουηδικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Οι σχετικές μελέτες δημοσιεύτηκαν στις επιστημονικές επετηρίδες των φορέων. Το 1953, η Anne Roes δημοσίευσε το άρθρο Fragments de poterie géométrique trouvés sur les citadelles d’Argos, στο ΒCH [14]. Ο Γάλλος καθηγητής Αρχαιολογίας Paul Courbin, στον οποίο οφείλεται η πρώτη επέκταση του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους, κατά την δεκαετία του 1950, ανέλαβε την εποπτεία των γαλλικών ανασκαφών στην πόλη και ενδιαφέρθηκε ιδιαιτέρως για τα realia της γεωμετρικής περιόδου. To 1957, μελέτησε έναν γεωμετρικό τάφο του Άργους, στο εκτενές άρθρο του Une Tombe géométrique dArgos [15]. Το 1966, εξέδωσε την δίτομη μελέτη του, La Céramique géométrique de lArgolide. Στο έργο αυτό, παρουσίασε μία συνολική θεώρηση του αργειακού εργαστηρίου, κατά τους ΠΓ και Γεωμετρικούς Χρόνους, με βάση τα ευρήματα κυρίως των Γαλλικών Ανασκαφών. Το αργειακό εργαστήριο εξετάζει συνοπτικά και ο καθηγητής Αρχαιολογίας (University College London) Nicolas Coldstream στην μονογραφία του, Greek Geometric Pottery. A Survey on Ten Local Styles and their Chronology (1968). 6 χρόνια αργότερα, ο Courbin παρουσίασε τα ευρήματα της γεωμετρικής περιόδου από τους τάφους του Άργους, στο Tombes géométriques d’Argos I (1952-1958). Η μελέτη δημοσιεύθηκε στην σειρά Études Peloponnesiennes, στον τόμο 7.

 

Το 1987, η Άλκηστη Παπαδημητρίου υποστήριξε την διδακτορική της διατριβή, στο Πανεπιστήμιο του Freiburg, με θέμα Die früheisenzeitliche bemalte Keramik aus Tiryns. Die Phasen IIV. Το 1988, η ίδια συγγραφέας εξέτασε την κεραμική της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου από την Τίρυνθα, στο Archäologischer Anzeiger [16]. To 1997, η Isabelle Ratinaud εξεπόνησε την διδακτορική της διατριβή, από το Paris IV. Το θέμα της εργασίας είναι η Αργολίδα και η Πελοπόννησος, κατά τον 9ο και 8ο αι. π. Χ., δηλ. κατά την καθαυτό Γεωμετρική περίοδο.

 

Aπό την νεώτερη βιβλιογραφία, μία αξιόλογη παρουσίαση των ΠΓ ευρημάτων από τις διάφορες θέσεις της Αργολίδας σε συνάρτηση με την ΠΓ κεραμική άλλων περιοχών βρίσκεται στην μονογραφία της Καθηγήτριας Κλασικής Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ, Άννας Λαιμού, με τίτλο The Protogeometric Aegean. the archaeology of the late eleventh and tenth centuries BC. Σημαντική συμβολή στο θέμα γίνεται από την Άλκηστη Παπαδημητρίου, στο άρθρο της The early iron age in the Argolid: some new Aspects (2006). Το άρθρο δημοσιεύεται στον συλλογικό τόμο, Ancient Greece: from the Mycenaean Palaces to the Age of Homer (Edinburgh Leventis studies 3).

Β.3 Σχηματολόγιο του αργειακού κεραμικού ρυθμού, κατά την ΠΓ και Γεωμετρική περίοδο: Ήδη κατά την ΠΓ περίοδο, διαμορφώνεται το σχηματολόγιο των αγγείων, τόσο στο αττικό εργαστήριο όσο και στα υπόλοιπα. Οι τύποι αγγείων (εικ. 12α-β) που συναντούμε στην ΠΓ κεραμική του Άργους είναι ο μόνωτος σκύφος, ο δίωτος σκύφος με διακόσμηση από κυματοειδή γραμμή (γερμ. Wellenbandskyphos), ο σκύφος, ο αμφορέας (επιλαίμιος και επιγάστριος), ο κρατήρας, ο αβαθής κύαθος, ο κάλαθος, ο αμφορέας με λαβές στα χείλη, ο αμφορίσκος, η υδρία, η οινοχόη με τριφυλλόσχημο στόμιο, η λήκυθος, η πρόχους, η σφαιρική πυξίδα, η πυξίδα με ψηλές λαβές, ο πτηνόμορφος ασκός, ο τριποδικός κρατηρίσκος, ο πίθος και ο τριποδίσκος.

 

Εικ. 12α-β: Σχηματολόγιο του αργειακού ΠΓ και Γ κεραμεικού ρυθμού (© Δημἠτριος Αθ. Κούσουλας, 2014).

Εικ. 12α-β: Σχηματολόγιο του αργειακού ΠΓ και Γ κεραμεικού ρυθμού
(© Δημἠτριος Αθ. Κούσουλας, 2014).

 

Εικ. 12α-β: Σχηματολόγιο του αργειακού ΠΓ και Γ κεραμεικού ρυθμού (© Δημἠτριος Αθ. Κούσουλας, 2014).

Εικ. 12α-β: Σχηματολόγιο του αργειακού ΠΓ και Γ κεραμεικού ρυθμού
(© Δημἠτριος Αθ. Κούσουλας, 2014).

Γ. Εξελικτικές φάσεις του αργειακού ΠΓ και Γεωμετρικού ρυθμού

 

Εικ.13: Bernhard Schweitzer (1892-1966)

Εικ.13: Bernhard Schweitzer (1892-1966)

Γ.1 Πρωτογεωμετρικός Ρυθμός: Ο όρος «πρωτογεωμετρικός ρυθμός» εισήχθηκε από τον Γερμανό αρχαιολόγο Bernhard Schweitzer (εικ. 13), ο οποίος, το 1917, υποστήριξε την διδακτορική διατριβή του στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, με θέμα Untersuchungen zur Chronologie der geometrischen Stile in Griechenland I. Ο πρωτογεωμετρικός ρυθμός του αργειακού εργαστηρίου διαμορφώθηκε υπό την επίδραση της αττικής κεραμικής. Στην Αττική, η ΠΓ περίοδος χρονολογείται μεταξύ 1050/20 και 900 π.Χ. Στην πρώιμη φάση της ΠΓ περιόδου (1050/1020-980 π.Χ.), επικρατούν τα κλειστού σχήματος αγγεία με υψηλό πόδι καθώς και ένας τύπος μικρής οινοχόης. Χαρακτηριστικό σχήμα της περιόδου είναι ο αμφορέας (εικ. 15).

 

Τυπικό σχήμα των ΥΕ χρόνων, που επιβιώνει στην ΠΓ αγγειοπλαστική παράδοση είναι ο σκύφος με ψηλό κωνικό πόδι και δακτυλιόσχημη λαβή (εικ. 14). Η κοιλιά διακοσμείται με μελανό γάνωμα, ενώ, στο ύψος των ώμων, γραμμικά κοσμήματα εξαίρονται πάνω σε εδαφόχρωμη επιφάνεια. Μιά παραλλαγή αυτού του αγγείου αποτελεί ο λεγόμενος Wellenbandskyphos, ο οποίος φέρει διακόσμηση από κυματοειδή ταινία στο ύψος των ώμων. Ορισμένα όστρακα από τέτοιου είδους σκύφους βρέθηκαν στην Τίρυνθα και έχουν ήδη μελετηθεί [17]. Αυτός ο τύπος διακόσμησης προϋπάρχει από την ΥΓ ΙΙΙ παράδοση (1200-1100 π. Χ.) στην Αργολίδα [18].

 

Εικ. 14: ΠΓ σκύφοι, ως κτερίσματα σε τάφους της οδού Περρούκα. (κατά: Κόκκου-Βυριδή 1979 πίν. 55δ-στ).

Εικ. 14: ΠΓ σκύφοι, ως κτερίσματα σε τάφους της οδού Περρούκα. (κατά: Κόκκου-Βυριδή 1979 πίν. 55δ-στ).

 

 

Eικ. 15: Πρώιμος ΠΓ αμφορέας από την Τίρυνθα, Τάφος 1974/3 (κατά: Lemos 2002 εικ. 20.1).

Eικ. 15: Πρώιμος ΠΓ αμφορέας από την Τίρυνθα, Τάφος 1974/3 (κατά: Lemos 2002 εικ. 20.1).

 

Την πληρέστερη μέχρι στιγμής εικόνα για την διαμόρφωση του ΠΓ ρυθμού στην Αργολίδα διαμορφώνουν τα ευρήματα των τάφων. Χαρακτηριστική είναι η κεραμική τεσσάρων ΠΓ τάφων (τάφοι Ι-IV), από την οδό Περρούκα 66 (Ιδιοκτησία Β. Κωνσταντοπούλου) [19]. Τα αγγεία (εικ. 16α-ιδ), που απόκεινται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, είναι διακοσμημένα με την τεχνική darkonlight. Πρόκειται για δύο οινοχόες με τριφυλλόσχημο στόμιο (αρ. ευρ. Ε 1907 και Ε 1908), δύο υδρία (αρ. ευρ. Ε 1909 και Ε 1910), δύο αμφορείς (αρ. ευρ. Ε 1911 και Ε 1912), δύο ληκύθους (αρ. ευρ. Ε 1913 και Ε 1914), μία πρόχου (αρ. ευρ. Ε 1915), έναν πτηνόμορφο ασκό (αρ. ευρ. Ε 1919), έναν τριποδικό ασκό (αρ. ευρ. Ε 1920) και τρία κύπελλα (αρ. ευρ. Ε 1916, Ε 1917 και Ε 1918). Στα αγγεία, είναι εμφανείς οι ΥΕ και υπομυκηναϊκές καταβολές. Στους τάφους Ι, ΙΙΙ και IV βρέθηκαν επίσης χάλκινοι δακτύλιοοι και περόνες.

 

Εικ. 16: Ευρήματα από τις ΠΓ ταφές, στην οδό Περρούκα 66 (κατά: Κόκκου-Βυριδή 1979 πίν. 54 κ. εξ.).

Εικ. 16: Ευρήματα από τις ΠΓ ταφές, στην οδό Περρούκα 66 (κατά: Κόκκου-Βυριδή 1979 πίν. 54 κ. εξ.).

 

 

Ο ΠΓ ρυθμός έχει αναγνωριστεί σε σειρά αγγείων και οστράκων, που προέρχονται από τις ανασκαφικές έρευνες στην Τίρυνθα. Οι δυσκολίες που ανακύπτουν στον μελετητή της ΠΓ αργειακής κεραμικής οφείλονται στην διαταραχή των αρχαιολογικών στρωμάτων, τον αποσπασματικό χαρακτήρα των δημοσιεύσεων και την απουσία μίας συνολικής θεωρήσεως της κεραμικής, από τις αντίστοιχες θέσεις της Αργολίδας. Σε ορισμένα όστρακα, από την περιοχή νοτίως της Κάτω Ακροπόλεως, κυριαρχεί το διακοσμητικό μοτίβο της κυματοειδούς γραμμής (Wellenband).

 

Στην πρώιμη ΠΓ φάση, ανήκει ένας αμφορέας, με διακόσμηση από επάλληλες οριζόντιες ή κυματοειδείς, μελανές ταινίες επάνω σε εδαφόχρωμο επίχρισμα (εικ. 15). Το αγγείο βρέθηκε στον τάφο 1974/3, στην Τίρυνθα και έχει ύψος 43.2 εκ. Το σώμα είναι συμμετρικό, ωοειδές και ο λαιμός ψηλός. Στον ώμο, υπάρχει σειρά ομόκεντρων κύκλων, που ενώνονται με ευθείες γραμμές. Οι κύκλοι βαίνουν σε τρείς επάλληλες οριζόντιες ταινίες, εκ των οποίων η μεσαία είναι φαρδύτερη. Την επιφάνεια της κοιλιάς μεταξύ των λαβών διακοσμεί σειρά τριών επαλλήλων κυματοειδών γραμμών. Στο υπογάστριο, υπάρχει σειρά τριών επαλλήλων ταινιών.

 

Τόσο το σχήμα όσο και η διακόσμηση του αγγείου με ομόκεντρους κύκλους και οριζόντιες ταινίες παραπέμπουν σε έναν αμφορέα από το ΠΓ νεκροταφείο του Κεραμεικού (Εικ. 17). Αυτός ο αμφορέας βρέθηκε στο εσωτερικό ΠΓ τάφου και απόκειται στο Μουσείο Κεραμεικού (αρ. ευρ. 569) [20]. Στο αγγείο, κυριαρχεί η διακόσμηση με μελανό γάνωμα, επάνω σε εδαφόχρωμη επιφάνεια. Οι ομόκεντροι κύκλοι και τα ημικύκλια έχουν περιγραφεί με διαβήτη. Το σχήμα και η διακόσμηση του αγγείου είναι ενδεικτική για την χρονολόγηση στα μέσα του 10ου αι. π. Χ.

 

Εικ. 17: ΠΓ επιγάστριος αμφορέας (Bauchhenkelamphora) από τον Κεραμεικό (κατά: Schweitzer 1969 πιν. 3)

Εικ. 17: ΠΓ επιγάστριος αμφορέας (Bauchhenkelamphora) από τον Κεραμεικό (κατά: Schweitzer 1969 πιν. 3)

 

Γ.2 Πρώιμη Γεωμετρική περίοδος:

Η πρώιμη Γεωμετρική περίοδος στο Άργος είναι λιγότερο γνωστή, καθώς τα σχετικά αρχαιολογικά ευρήματα σπανίζουν, εν συγκρίσει με την Μέση και Ύστερη Γεωμετρική περίοδο. Κυρίαρχο σχήμα του Αργειακού εργαστηρίου κατά την πρώιμη Γεωμετρική περίοδο είναι ο αμφορέας και εκπροσωπείται από το αγγείο με αρ. ευρ. C 51, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους (εικ. 18) [21]. Το σώμα του είναι μελαμβαφές. Σε δύο εδαφόχρωμες ζώνες, γράφονται μελανές ταινίες που περισφίγγουν το σώμα του αμφορέα. Στον λαιμό, η εδαφόχρωμη ταινία φέρει ενάλληλα γραμμικά μοτίβα. Το σχήμα και η διακόσμηση θυμίζουν αντίστοιχα έργα του αττικού εργαστηρίου, όπως ένας γεωμετρικός αμφορέας από τον Κεραμεικό (εικ. 19).

 

Εικ.18: Πρώιμος Γεωμετρικός Αμφορέας από το Άργος (Κατά: Courbin 1966 εικ. Ια).

Εικ.18: Πρώιμος Γεωμετρικός Αμφορέας από το Άργος (Κατά: Courbin 1966 εικ. Ια).

 

Εικ. 19: Πρώιμος Γεωμετρικός Αμφορέας από τον Κεραμεικό  (Κατά: Σημαντώνη-Μπουρνιά 1997, 85 εικ. 49).

Εικ. 19: Πρώιμος Γεωμετρικός Αμφορέας από τον Κεραμεικό (Κατά: Σημαντώνη-Μπουρνιά 1997, 85 εικ. 49).

Γ.3 Μέση Γεωμετρική Ι: Με βάση την στρωματογραφική ακολουθία, έχει τεκμηριωθεί η ΜΓ Ι φάση στην Αργολίδα. Κύριο χαρακτηριστικό των ΜΓ αγγείων είναι η κάλυψη του σώματος τους με μελανό γάνωμα και η διακόσμηση του με την τεχνική darkonlight. Στο ύψος του λαιμού, ένα γραμμικό κόσμημα εξαίρεται σε ορθογώνια μετόπη.

Γ.4 Μέση Γεωμετρική ΙΙ: Οι πρώτες εικονιστικές ζωφόροι στο αργειακό εργαστήριο εμφανίζονται σε σειρά αγγείων, που χρονολογούνται στα τέλη της ΜΓ ΙΙ περιόδου. Στις παρυφές του προφήτη Ηλία, σε πάροδο της οδού Ηρακλέους, βρέθηκε μία οινοχόη, με εικονιστική παράσταση λατρευτού (εικ. 20) [22]. Η οινοχόη βρέθηκε στο εσωτερικό του κιβωτιόσχημου τάφου αρ. ΙΙΙ, στο οικόπεδο Δημητρίου Τότσικα, την άνοιξη του 1976. Έχει ύψος 15 και διάμετρο βάσης 3.8 εκ. Το στόμιο είναι τριφυλλόσχημο, ο λαιμός κοντός. Μαύρο χρώμα καλύπτει την επιφάνεια του χείλους και του λαιμού. Η λαβή φέρει διακόσμηση από γεωμετρικά μοτίβα. Μια μαύρη οριζόντια γραμμή βρίσκεται στην σύμφυση του λαιμού και κοιλιάς. Παράλληλες μελανές ταινίες σε οριζόντια διάταξη διακοσμούν το σώμα του αγγείου. Στο ύψος των ώμων, σκιαγραφούνται δύο ιστάμενες ανδρικές μορφές, με υψωμένα τα χέρια. Οι μορφές κοιτάζουν προς το κέντρο. Κατά τα πρώτα στάδια της αρχαίας ελληνικής εικονιστικής αγγειογραφίας, αξιοσημείωτος είναι ο στιλιζαρισμός (ιταλ. stilizzare), δηλ. η σχηματοποίηση των μορφών. Οι στιλιζαρισμένες μορφές εμφανίζονται και σε άλλα εργαστήρια κατ’ αυτήν την περίοδο, όπως το αττικό και το κορινθιακό.

 

Εικ. 20: Οινοχόη με τριφυλλόσχημο στόμιο, από τον κιβωτιόσχημο τάφο αρ. 3. Πάροδος Ηρακλέους (Ιδιοκτησία Δημ. Τότσικα). (Κατά: Paléologou 1980, 76 εικ. 1).

Εικ. 20: Οινοχόη με τριφυλλόσχημο στόμιο, από τον κιβωτιόσχημο τάφο αρ. 3. Πάροδος Ηρακλέους (Ιδιοκτησία Δημ. Τότσικα). (Κατά: Paléologou 1980, 76 εικ. 1).

 

 

Η σύγκριση με τα σύγχρονα έργα τορευτικής, όπως το χάλκινο ειδώλιο ιππηλάτου από το Ηραίο Αργους (εικ. 21), επιβεβαιώνει ασφαλώς την σχέση του εικονογραφικού τύπου στα αγγεία με τα χάλκινα ειδώλια. Κοινά στοιχεία και των δύο κατηγοριών είναι η ασύμμετρη κεφαλή, ο ψηλός λαιμός, το τριγωνικό περίγραμμα του άνω κορμού, η στενή μέση, τα επιμηκυσμένα άκρα, καθώς και η απουσία υποδήλωσης των ανατομικών λεπτομερειών.

 

Εικ. 21: Χάλκινο ΜΓ ειδώλιο ιππηλάτου, επιθέτου σε χάλκινο τριποδικό λέβητα. Από το Ηραίο. (κατά: Bol 2002 εικ. 33b).

Εικ. 21: Χάλκινο ΜΓ ειδώλιο ιππηλάτου, επιθέτου σε χάλκινο τριποδικό λέβητα. Από το Ηραίο. (κατά: Bol 2002 εικ. 33b).

 

 

Γ.4 Ὕστερη Γεωμετρικὴ περίοδος: Η Ύστερη Γεωμετρική περίοδος συνδέεται με δύο σημαντικά γεγονότα του ελληνικού πολιτισμού: την σύνθεση των ομηρικών επών και την εμφάνιση της αλφαβητικής γραφής. Κατά ευφυή σύμπτωση, η πρώτη γνωστή επιγραφή σε ελληνικό αλφάβητο χαράχτηκε επάνω σε μία ΥΓ οινοχόη, από την περιοχή του Διπύλου στον Κεραμεικό (εικ. 22) [23]. Στην επιγραφή, αναφέρεται ότι «ΗΟΣΝΥΝΟΡΧΕΣΤΟΝΠΑΝΤΟΝΑΤΑΛΟΤΑΤΑΠΑΙΖΕΙΤΟΤΟΔΕΚΛΜΙΝ – ὃς νῦν | ὀρχη|στῶν πάν|των ἀτα|λώτατα | παίζει τῶ τόδε καμιν)», που σημαίνει σήμερα, ότι «την κανάτα αυτή θα την πάρει ο χορευτής που θα χορέψει πιο χαριτωμένα». Ήταν δηλαδή έπαθλο χορευτικών αγώνων. Πρόκειται για την πρώτη έκφραση του λυρισμού σε ελληνική γλώσσα, καθώς μιλάει το ίδιο το αγγείο σε πρώτο πρόσωπο. Το στοιχείο αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα ομηρικά έπη, που είναι γραμμένα σε αφηγηματικό (τρίτο) πρόσωπο.

 

Εικ. 22: Η λεγομένη «Οινοχόη του Διπύλου» (κατά: Simon 1981 πίν. 11).

Εικ. 22: Η λεγομένη «Οινοχόη του Διπύλου» (κατά: Simon 1981 πίν. 11).

 

 

Την εποχή αυτή, συμβαίνουν επίσης σημαντικές γεωπολιτικές αλλαγές στον ελλαδικό χώρο. Οι αλλαγές αυτές επισφραγίζονται με τον β΄ αποικισμό (εικ. 23), που ξεκινά κατά το α΄ ήμισυ του 8ου αι. π. Χ. Την περίοδο αυτή, οι διαπολιτισμικές επαφές στην Ανατολική Μεσόγειο είναι έντονες, ευνοώντας την ανταλλαγή πολιτισμικών στοιχείων. Δεν είναι γνωστό, αν αυτή η ανταλλαγή επηρέασε άμεσα το αργειακό εργαστήριο, καθώς η υποτιθέμενη συμμετοχή των Αργείων στον αποικισμό των Μεγάρων Υβλαίων αμφισβητείται. Ωστόσο, οι Αργείοι αγγειογράφοι γνώρισαν ασφαλώς τις εξωγενείς επιρροές μέσα από την σπουδή των Αθηναϊκών ΥΓ έργων τέχνης.

 

Εικ. 23: Χάρτης του Β΄ αποικισμού (κατά: Sweeney - Curry - Tzedakis 1988, 30 κ.εξ.).

Εικ. 23: Χάρτης του Β΄ αποικισμού (κατά: Sweeney – Curry – Tzedakis 1988, 30 κ.εξ.).

 

 

Κατά την ΥΓ περίοδο, κυριαρχεί η τεχνική της σκιαγραφίας, η απόδοση δηλ. της σκιάς μίας μορφής, με βάση την αρχή pars pro tottο (εικ. 24). Ο καλλιτέχνης αποδίδει περιληπτικά την μορφή, αποφεύγοντας τις ανατομικές λεπτομέρειες όπου δεν χρειάζεται. Στόχος του είναι η απόδοση της ανθρώπινης μορφής ως μετέχουσα σε μία κατάσταση, χωρίς καμία διάθεση φυσιογνωμικής προσέγγισης. Σε αυτό το σημείο, η αντίληψη του ζωγράφου της γεωμετρικής περιόδου διαφοροποιείται από την καλλιτεχνική προσέγγιση των ΥΕ χρόνων, όπου οι ανατομικές λεπτομέρειες περιγράφονται με το πινέλο. Η τεχνική της σκιαγραφίας αναφέρεται και στους αρχαϊκούς χρόνους, καθώς ο Σικυώνιος Παυσίας έγραψε την σκιά ενός ίππου [24].

 

Εικ. 24: Σκηνή προθέσεως, από τον λεγόμενο «αμφορέα του Διπύλου» Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα. Αρ. ευρ.: 804 (κατά: Demargne 1965, 291 εικ. 378).

Εικ. 24: Σκηνή προθέσεως, από τον λεγόμενο «αμφορέα του Διπύλου» Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα. Αρ. ευρ.: 804 (κατά: Demargne 1965, 291 εικ. 378).

 

 

Γ.5 Ύστερη Γεωμετρική ΙΙ φάση (735-700/680 π. Χ.): Ο εξαιρετικός ΥΓ ΙΙ κρατήρας που απόκειται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους (αρ. ευρ. ΜΑ 5661) [25] βρέθηκε στο οικόπεδο Ευστρατιάδη, στην οδό Θεάτρου (εικ. 25). Το αγγείο, μνημειακών διαστάσεων, αποδόθηκε, από τον P. Courbin, στον ζωγράφο του κρατήρα της Κορίνθου[26]. Η χαμηλή βάση είναι κωνική, το ωοειδές σώμα διαμορφώνεται συμμετρικά προς τα άνω, ενώ πλατιές ταινιόσχημες λαβές συνδέουν τους ώμους του αγγείου με το έξω νεύον χείλος. Το χείλος διακοσμείται με δύο μικρά κομβιόσχημα πλαστικά εξάρματα.

 

Εικ. 25: ΥΓ κρατήρας. Μουσείο Άργους. Αρ. ευρ. 5661. (κατά: Κrystalli-Votsi 1980, 86 εικ. 2).

Εικ. 25: ΥΓ κρατήρας. Μουσείο Άργους. Αρ. ευρ. 5661. (κατά: Κrystalli-Votsi 1980, 86 εικ. 2).

 

Η γραπτή διακόσμηση του αγγείου διατείνεται σε τρεις ζώνες: στην ανώτερη ζώνη, τα κοσμήματα ξεκινούν από τον λαιμό και γεμίζουν όλη την επιφάνεια των ώμων, μεταξύ των λαβών και επεκτείνεται στο κάτω μέρος, μέχρι την κύρτωση της κοιλιάς. Σε αυτήν την περιοχή, βρίσκεται το κυρίως εικονιστικό θέμα του αγγείου: στις μετόπες με εικονιστική παράσταση, εγγράφεται σκηνή γυναικείου χορού. Οι μορφές κρατούν κλαδιά. Η παράσταση θυμίζει αντιστοίχους κυκλίους χορούς, που εκτελούνται σήμερα στην ορεινή Αρκαδία (εικ. 26), κατά τους οποίους οι χορευτές και χορεύτριες κρατούν κλαδιά [27]. Στις υπόλοιπες μετόπες, διακρίνονται τα γεωμετρικά μοτίβα του τρέχοντος μαιάνδρου και της τεθλασμένης γραμμής.

 

Εικ. 26: Κύκλιος χορός, στην Νεστάνη (κατά: Krystalli-Votsi 1980 εικ. 5).

Εικ. 26: Κύκλιος χορός, στην Νεστάνη (κατά: Krystalli-Votsi 1980 εικ. 5).

 

 

Η μεσαία ζώνη, στην κοιλιά του αγγείου, διακοσμείται με οριζόντιες ταινίες: στο ανώτερο τμήμα, διακρίνεται ζωφόρος με επάλληλα πτηνά. Στην συνέχεια, δύο διαζώματα με το κόσμημα των συνεχών επάλξεων περικλείουν ένα διάζωμα με συνεχείς ρόμβους, στο κέντρο των οποίων υπάρχει στιγμή εν είδει οφθαλμού. Τα διαζώματα οριοθετούνται από επάλληλες μελανές ταινίες.

 

Το κατώτερο τμήμα της κοιλιάς είναι μελαμβαφές και διακοσμείται με σειρά επαλλήλων μελανών ταινιών σε οριζόντια διάταξη ανά δύο, πού εξαίρονται επάνω στο χρώμα του πηλού. Η χρονολόγηση του αγγείου στην ΥΓ ΙΙ φάση [28] αποτελεί ένα terminus post quem για την χρονολόγηση του τάφου και υποδηλώνει την κατασκευή του στα τέλη των ΥΓ χρόνων. Ένα από τα αγαπημένα μοτίβα του αργειακού εργαστηρίου κατά την Ύστερη Γεωμετρική περίοδο, είναι ο πεζός πολεμιστής που κρατά δύο εραλδικά τοποθετημένους ίππους από τους χαλινούς. Η ποικιλία των σχετικών παραστάσεων (εικ.27) επιβεβαιώνει τον χαρακτηρισμό «Άργος ιπποβότοιο (: ιππότροφο Άργος)» του Ομήρου [29]. Στους ομηρικούς χρόνους, ο ίππος αποτελεί ένδειξη πλούτου και αφορμή κοινωνικής προβολής, ενώ παρέμενε ο πιστός σύντροφος του πολεμιστή:

 

Ξάνθέ τε καὶ σὺ Πόδαργε καὶ Αἴθων Λάμπέ τε δῖε

νῦν μοι τὴν κομιδὴν ἀποτίνετον, ἣν μάλα πολλὴν

Ἀνδρομάχη θυγάτηρ μεγαλήτορος Ἠετίωνος

ὑμῖν πὰρ προτέροισι μελίφρονα πυρὸν ἔθηκεν

οἶνόν τ’ ἐγκεράσασα πιεῖν, ὅτε θυμὸς ἀνώγοι,

ἢ ἐμοί, ὅς πέρ οἱ θαλερὸς πόσις εὔχομαι εἶναι.

Θ 185-90

 Μετάφραση:

“Αίθωνα, Λάμπε αρχοντογέννητε, και Πόδαργε και Ξάνθε,

καιρός σας τώρα να πληρώσετε την τρισμεγάλη έγνοια

που’ χει η Ανδρομάχη, του Ηετίωνα του ψυχωμένου η κόρη,

που πρώτα εσάς ακριβοτάγιζε το στάρι το μελένιο,

για σας κρασί καθώς διψούσατε, πιο πρώτα συγκερνούσε,

παρά για μένα , λεβεντόκορμο που ταίρι της λογιέμαι.”

(μετ, Ν. Καζαντζάκη- Ι.Θ. Κακριδή)

 

Εικ. 27: ΥΓ κάνθαρος από το Άργος, με παράσταση πεζού ιππηλάτη εν μέσω αντωπών ίππων. Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, αρ. ευρ. C1. Ύ.: 0.31 μ. (κατά: Coldstream 1977, 192 εικ. 46α).

Εικ. 27: ΥΓ κάνθαρος από το Άργος, με παράσταση πεζού ιππηλάτη εν μέσω αντωπών ίππων. Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, αρ. ευρ. C1. Ύ.: 0.31 μ. (κατά: Coldstream 1977, 192 εικ. 46α).

 


Δ. Επίλογος – Συμπεράσματα

 

Στην σύντομη αυτή παρουσίαση του αργειακού εργαστηρίου, παρουσιάσαμε την εξελικτική πορεία του ΠΓ και Γ ρυθμού, με βάση τα διαθέσιμα αρχαιολογικά δεδομένα. Στα πλαίσια αυτά εξετάστηκαν αντιπροσωπευτικά δείγματα των διαφόρων φάσεων, από τις κύριες ανεσκαμμένες θέσεις.

 

Όπως έγινε σαφές, τόσο το σχηματολόγιο όσο και η διακόσμηση της αργειακής ΠΓ και Γ κεραμικής έχουν επηρεαστεί από την Αττική. Στην άποψη αυτή συναινούν η χρονολογική και τεχνοτροπική συσχέτιση δειγμάτων των δύο εργαστηρίων, όσο και η υιοθέτηση από τους Αργείους αγγειογράφους, των διακοσμητικών μοτίβων και των εικονογραφικών θεμάτων του Αττικού εργαστηρίου. Οι όποιες επιρροές εξασφαλίστηκαν κυρίως μέσω του εμπορίου, καθώς έχουν βρεθεί αθηναϊκά αγγεία στην Αργολίδα, αλλά και μέσω τις μετακίνησης των καλλιτεχνών. Η τελευταία αυτή άποψη ενισχύεται από την παρουσία αγγείων καθαρά αθηναϊκής τεχνοτροπίας κατασκευασμένα από αργειακό πηλό. Αυτό σημαίνει ότι οι Αθηναίοι αγγειογράφοι, που ήταν ίσως και οι κεραμείς, κατασκεύαζαν αγγεία στο Άργος και τα διακοσμούσαν εκεί, με βάση τον αθηναϊκό ρυθμό.

 

Παράλληλα, πρέπει να επισημανθεί ότι ορισμένα σχήματα αγγείων, που ευδοκιμούν στο αθηναϊκό εργαστήριο, όπως ο επιγάστριος αμφορέας, εμφανίζονται και στην Αργολίδα ήδη από την ΠΓ περίοδο. Kύριες θέσεις: Άργος, Τίρυνθα, Ασίνη, Μυκήνες. Συνεπώς, αναγνωρίζεται μία διαλογική σχέση ανάμεσα των διαφόρων εργαστηρίων κεραμικής. Αυτό το στοιχείο διευκολύνει την αναγνώριση των εξελικτικών φάσεων, στον αργειακό ρυθμό διακόσμησης. Όπως επισημάνθηκε, αυτή η αναγνώριση διευκολύνεται από τα αιγυπτιακά συνευρήματα, στα στρωματογραφημένα ανασκαφικά σύνολα του Άργους.

 

Πρέπει τέλος να αποσαφηνιστεί, ότι στην ΠΓ και γεωμετρική αργειακή αγγειογραφία εμφανίζονται ορισμένα χαρακτηριστικά κοσμήματα, όπως η κυματοειδής γραμμή (Wellenband) και ο πεζός οπλίτης που κρατά άλογα από χαλινούς. Αυτά αποτελούν ίδιο γνώρισμα του αργειακού ρυθμού. Η ανεύρεση αργειακών ΠΓ και Γεωμετρικών οστράκων σε θέσεις εκτός Αργολίδας υποδηλώνει ότι τα αργειακά κεραμικά προϊόντα ήταν ιδιαιτέρως αγαπητά ως ανταλλάξιμο προϊόν.

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Ο όρος «εργαστηρίο» (αγγλ. Workshop, γερμ. Werkstatt) χρησιμοποιείται ευρέως, περιγράφοντας όχι μία συγκεκριμένη βιοτεχνική εγκατάσταση, αλλά τον καλλιτεχνικό ρυθμό που επικρατεί σε μία περιοχή, κατά ορισμένη χρονική περίοδο.

[2] Για τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, θεμελιώδεις είναι οι μελέτες των Sp. Marinatos – M. Hirmer, Kreta und das mykenische Hellas (Μόναχο 1959) και Ο. T. P. K. Dickinson, The Οrigins of the Mycenaean civilisation (Göteborg 1977). Πρβλ. επίσης Bequignon 1960, 87 κ. εξ.; Chamoux 1963, 161-75; Ακαδημία Αθηνών 1970, 232-93.

[3] Για τον Μινωϊκό πολιτισμό, βλ. Ακαδημία Αθηνών 1970, 108-120, 166-218 και 221-31.

[4] Η λέξη «ἄναξ», εκ της οποίας ετυμολογείται η λέξη «ανάκτορο», είναι γνωστή ήδη από τις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ γραφής. Βλ. Hooker 1979, 100-11; Kilian 1988, 291-302; Palaima 1995, 119-39; Yamagata 1997, 1-14; Willms 2010, 232-271.

[5] Ventris – Chadwick 1953, 84–103.

[6] Ακαδημία Αθηνών 1970, 330. Με τον όρο αναφέρονται συνεκδοχικά όλοι οι αιγαιακοί πληθυσμοί που ήταν φορείς του μυκηναϊκού πολιτισμού.

[7] Kelder 2010, 125-37.

[8] Βλ. Μαρινάτος 1968, 198-216; Furumark 1978, 667-74.

[9] Για τον εικονιστικό ρυθμό, βλ. Immerwahr 1993, 217-23; Crouwel – Morris 1996, 197-219; Steel 1999, 803-11; Karageorgis 2001, 91-3; Crouwel – Morris 2006, 15-22; Dakoronia 2006, 171-5; Rystedt 2006, 123-9.

[10] Ραψ. Δ, 427-33.

[11] Mountjoy 1994, 162.

[12] Courbin 1966, 25.

[13] Vollgraff 1930, 480; Courbin 1966, 25 υποσ. 2.

[14] Roes 1953, 90-104.

[15] Courbin 1957, 322-86.

[16] Papadimitriou 1988, 227-43.

[17] Βλ. Kardamaki 2009, 221 κ. εξ. (με σχετική βιβλιογραφία).

[18] Papadimitriou 1988, 228 κ. εξ. εικ. 1.

[19] Κόκκου-Βυρίδη 1979, 179-88.

[20] [Kraiker – Kübler 1939 πιν. 55; Schweitzer 1969 πιν. 3; Tiverios 1996, 49. 239 εικ. 1.

[21] Courbin 1966 εικ. Ιa.

[22] Paléologou 1980, 75.

[23] Coulié 2013, 64 εικ. 32.

[24] Πλίνιος, Nat. Hist. 35. 123-7. 137.

[25] Krystalli-Votsi 1980, 85.

[26] Courbin 1966, 449; Krystalli-Votsi 1980, 85 υποσ. 1.

[27] Krystalli-Votsi 1980, 91 εικ. 5.

[28] Krystalli-Votsi 1980, 92.

[29] Βλ. ενδεικτικά ραψ. Β, 286-8: «οὐδέ τοι ἐκτελέουσιν ὑπόσχεσιν ἥν περ ὑπέσταν / ἐνθάδἔτι στείχοντες ἀπἌργεος ἱπποβότοιο / Ἴλιον ἐκπέρσαντεὐτείχεον ἀπονέεσθαι….» (Μτφρ.: …..το λόγο δεν κρατούν που σου’δωκαν, ακόμα ως ξεκινούσαν / πέρα από το Άργος το αλογόθροφο στα μέρη εδώ, πριν πάρεις / την Τροία την ωριοτείχιστη, να μην διαγείρουν πίσω).

 

Κατάλογος συντομογραφιών


 

 

  • Ακαδημία Αθηνών, εκδ., 1970= Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Α (Αθήνα).
  • Badisches Landesmuseum Karlsruhe (Hrsg.), 2008= Zeit der Helden. Die dunklen Jahrhunderte Griechenlands 1200-700 v. Chr. Ausstellungskatalog Badisches Landesmuseum Karlsruhe (Darmstadt).
  • Bequignon, Υ. 1960= Recherches sur la civilisation mycénienne en Péloponnèse, RA, 87 κ. εξ.
  • Betancourt et al. 1999= Ph. Betancourt – V. Karageorghis – R. Laffineur – W.-D. Niemeier, Aegeum 3. Annales d’archéologie égéenne de l’Université de Liège 20 (Λιέγη).
  • Bol 2002= P. C. Bol, εκδ., Die Geschichte der antiken Bildhauerkunst, Bd. 1. Frühgriechische Plastik (Mainz).
  • Borbein, Α. Η. 1995= Das alte Griechenland. Geschichte und Kultur der Hellenen (Μόναχο).
  • Chamoux, F. 1963= La Civilisation Grecque a l’ Époque archaique et classique (Παρίσι).
  • Coldstream, J. N. 1977= Geometric Greece (Λονδίνο).
  • Coulié, Α. 2013= La céramique grecque aux époques géométrique et orientalisante. XIe – VIe siècle av. J.-C., Les manuels d’art et d’archéologie antiques. La céramique grecque 1 (Παρίσι).
  • Courbin, P. 1966= La céramique géométrique de l’Argolide, I-II (Παρίσι).
  • Crouwel, J. H. – Morris, C.E. 1996= The Beginnings of Mycenaean Pictorial Vase Painting, AA, 197-219.
  • Crouwel, J. H. – Morris, C.E. 2006= Late Mycenaean Pictorial Pottery. A Brief Review, in: Rystedt – Wells 2006, 15-22.
  • Dakorōnia, Ph. 2006= Bronze Age pictorial tradition on Geometric pottery, in: Rystedt – Wells 2006, 171-5.
  • Deger-Jalkotzy, S. – Lemos, I. S. eds., 2006= Ancient Greece from the Mycenaean palaces to the age of Homer, Edinburgh Leventis studies 3 (Edinburgh),
  • Demargne, P. 1965= Die Geburt der griechischen Kunst. Die Kunst im ägäischen Raum von vorgeschichtlicher Zeit bis zum Anfang des 6. vorchristlichen Jahrhunderts, Universum der Kunst (μτφ., Μόωαχο).
  • Desborough, V.R. d’A. 1972= The Greek dark ages (London).
  • Dickinson, O. T. P. K. 1977= The Origins of Mycenaean Civilisation, SIMA 49 (Göteborg).
  • Eder, B. 1998= Argolis, Lakonien, Messenien. Vom Ende der mykenischen Palastzeit bis zur Einwanderung der Dorier (Wien).
  • Furumark, A. 1978= The Thera catastrophe. Consequences for European civilisation, in: Doumas, Chr., εκδ., Thera and the Aegean world, 1. Papers presented at the Second International Scientific Congress, Santorini, Greece, August 1978 (Λονδίνο), 667-674.
  • Hooker, J. T. 1979= The Wanax in Linear B Texts. Kadmos 18 (2): 100–111. 
  • Immerwahr, S. A. 1993= The Mycenaean pictorial style 50 years later, in: Zerner et al. 1993, 217-3.
  • Karageorgis, V. 2001= The Mycenaean pottery of the pictorial style. Achievements and Perspectives, OpAth 25: 91-3.
  • Kardamaki 2009= Ein neuer Keramikfund aus dem Bereich der Westtreppe von Tiryns. Bemalte mykenische Keramik aus dem auf der Westtreppenanlage deponierten Palastschutt, τόμ. 1-2 (Ph. D. Diss. Ruprecht-Karls-University of Heidelberg).
  • Kelder, J. M. 2010= The kingdom of Mycenae. A great Kingdom in the Late Bronze Age Aegean (Bethesda, Md).
  • Kilian, K. 1988= The Emergence of Wanax Ideology in the Mycenaean Palaces». OxfJA 7: 291–302. 
  • Knigge, U. 1988= Der Kerameikos von Athen. Führung durch Ausgrabungen und Geschichte (Athen).
  • Κόκκου-Βυριδή, K. 1979= Τέσσερις Πρωτογεωμετρικοί Τάφοι στο Άργος, ΑΕ 1977, 171-94.
  • Kraiker, W. – Kübler, W. 1939= Die Nekropolen des 12. bis 10. Jahrhunderts. Kerameikos I (Βερολίνο).
  • Kruse 1999= P. Kruse, Hrsg., Götter und Helden der Bronzezeit. Europa im Zeitalter des Odysseus. Ausstellungskatalog Kopenhagen (Bonn 1999).
  • Krystalli-Votsi, Κ. 1980= Cratère géométrique d’Argos, BCH Suppl. 6, 85-92.
  • Lemos 2002= The Protogeometric Aegean. Τhe archaeology of the late eleventh and tenth centuries BC, Oxford monographs on classical archaeology (Οξφόρδη).
  • Marinatos, S. – Hirmer, L. 1959= Kreta und das mykenische Hellas (Μόναχο).
  • Μαρινάτος, Σπ. 1968= To ηφαίστειoν της Θήρας και oι πoλιτισμoί τoυ Aιγαίoυ, Πεπραγμένα τoυ B’ Διεθνoύς Kρητoλoγικoύ Συνεδρίoυ, τόμ. Α (Χανιά), 198-216.
  • Mountjoy, P. A. 1994= Μυκηναϊκή Γραπτή Κεραμική. Οδηγός Ταύτισης (Αθήνα).
  • Palaima, Th. G. 1995= The Nature of the Mycenaean Wanax: Non-Indo-European Origins and Priestly Functions. In: Rehak 1995, 119–39.
  • Paléologou, H. 1980= Un vase géométrique figuratif d’Argos, BCH Suppl. 6, 75-84.
  • Papadimitriou, A. 1988= Bericht zur früheisenzeitlichen Keramik aus der Unterburg von Tiryns. Ausgrabungen in Tiryns, 1982-8, AA, 227-43.
  • Papadimitriou, A. 2006= The Early Iron Age in the Argolid. Some New Aspects, in: Deger-Jalkotzy – Lemos 2006, 531-47.
  • Pulak, C. – Slotta, R. – Yalcin, U., Hrsg., 2005= Das Schiff von Uluburun. Welthandel vor 3000 Jahren. Ausstellungskatalog (Bochum).
  • Rehak, P. 1995= The Role of the Ruler in the Prehistoric Aegean. Aegaeum 11 (Λιέγη).
  • Roes, Α. 1953= Fragments de poterie géométrique trouvés sur les citadelles d’Argos, BCH 77, 90-104.
  • Rystedt, E. 2006= Tracing Stylistic Evolution in Mycenaean Pictorial Vase Painting, in: Rystedt – Wells 2006, 123-9.
  • Rystedt, E. – Wells, B., eds. 2006= Pictorial Pursuits. Figurative Painting on Mycenaean and Geometric Pottery. Papers from two Seminars at the Swedish Institute at Athens in 1999 and 2001 (Stockholm)
  • Schweitzer, B. 1969= Die geometrische Kunst Griechenlands (Kολωνία).
  • Simon 1981= E. Simon, Die griechischen Vasen 2(Μόναχο).
  • Σημαντώνη-Μπουρνιά, Ε. 1997= Αρχαιολογία των πρώιμων ελληνικών χρόνων. Οι αιώνες της διαμόρφωσης 1050-600 π.Χ. (Αθήνα).
  • Snodgrass, A. 1971= The Dark Age of Greece. An Archaeological Survey of the 11th to the 8th Centuries BC. (Edinburgh).
  • Steel, L. 1999= Wine Kraters and Chariots. The Mycenaean pictorial style reconsidered, in: Betancourt et al. 1999, 803-11.
  • Sweeney, J. – Curry, T. – Tzedakis, Y. 1988= The human figure in early Greek art. Catalogue of an Exhibition (Athens – Washington).
  • Tιβέριος, Μ. 1996= Αρχαία αγγεία, Ελληνική Τέχνη (Αθήνα).
  • Ventris, M. – Chadwick, J. 1953= Evidence for Greek Dialect in the Mycenaean Archives, JHS 73, 84–103.
  • Willms, L. 2010= On the IE Etymology of Greek (w)anax, Glotta 86: 232–271.
  • Yamagata, N. 1997= ἄναξ and βασιλεύς in Homer, CQ 47 (1): 1–14.
  • Zerner, P. et al. 1993= Zerner, P. – Winder, J. – Zerner, C., Wace and Blegen. Pottery as evidence for trade in the Aegean Bronze Age, 1939-1989. Proceedings of the International Conference held at the American School of Classical Studies at Athens, december 2-3, 1989 (Amsterdam).

Εκδήλωση μνήμης για τα 65 χρόνια από τον θάνατο του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή


 

 

«Κύριοι, ζητήσατε να σας απαντήσω σε χίλια δυο πράγματα, κανείς όμως δεν θέλησε να ρωτήσει ποιος ήταν ο δάσκαλός μου, ποιος μου έδειξε και μου άνοιξε τον δρόμο προς την ανώτερη Μαθηματική Επιστήμη και έρευνα. Και για να μην σας κουράσω, σας λέω απλά, χωρίς περιστροφές, ότι μεγάλος μου δάσκαλος υπήρξε ο αξεπέραστος Έλληνας Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, στον οποίο, εγώ προσωπικά, αλλά και η Μαθηματική Επιστήμη, η Φυσική, η σοφία του αιώνα μας, του χρωστάμε τα πάντα…»

Με αυτή την αναφορά στον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή έκλεισε ο Αϊνστάιν την τελευταία συνέντευξη της ζωής του, το 1955.

 

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή

Το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015, η Ελληνική Μαθηματική Εταιρεία, Παράρτημα Αργολίδας και ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας σε συνεργασία με το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδας, διοργανώνουν εκδήλωση στην αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νικολάου Μαζαράκη» του  Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο , για να τιμήσουν τον μεγάλο Έλληνα Μαθηματικό, Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή, με θέμα: «Μνήμη Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή, 65 χρόνια από τον θάνατό του».

Η Άννα Σταυρακοπούλου, Αναπληρώτρια Διευθύντρια του ΚΕΣ θα κηρύξει την έναρξη της εκδήλωσης.

O Ιωάννης Εμμανουήλ, Καθηγητής και Πρόεδρος του τμήματος Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αθηνών ως εκπρόσωπος της Ε.Μ.Ε. θα απευθύνει σύντομο χαιρετισμό, αποδίδοντας φόρο τιμής στο μεγάλο Μαθηματικό.

Κεντρικός ομιλητής θα είναι ο Παναγιώτης Σταυρινός, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η εισήγησή του θα έχει θέμα:

 «Στοιχεία από το επιστημονικό έργο του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή και οι προεκτάσεις του».

Η εκδήλωση θα λήξει με την εισήγηση του Νικόλαου Μπουμπάρη, Προέδρου του Συνδέσμου Φιλολόγων Αργολίδας, με θέμα:

«Μεταξύ Ανατολής και Δύσεως: Η κοσμοθεωρία του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή».

Η δημοσιογράφος Αλεξάνδρα Καστάνια, θα συντονίσει την εκδήλωση και την συζήτηση που θα ακολουθήσει.

 

Διαβάστε ακόμη:

Καραθεοδωρή Κωνσταντίνος (1873-1950)

 

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Ένταξη παιδιών με ειδικές ανάγκες: Προκλήσεις και προοπτικές»


 

 

ΣΗΜΑ ΔΑΝΑΟΥΣτα πλαίσια του προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  8  Φεβρουαρίου 2015  και  ώρα 6.30   μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

 

Ο κ. Πέτρος Γαλάνης Ειδικός Παιδαγωγός

Δρ. Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα:      

«Ένταξη παιδιών με ειδικές ανάγκες: Προκλήσεις και προοπτικές»

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Πέτρος Γαλάνης

Ο Πέτρος Γαλάνης του Φωτίου μεγάλωσε στο Άργος όπου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Φοίτησε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης Αθηνών και συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στην Ειδική Αγωγή, στο Πανεπιστήμιο του Manchester της Αγγλίας.

Το 2010 ολοκλήρωσε με «Άριστα» τη διδακτορική του διατριβή με θέμα: «Εκπαίδευση παιδιών με αυτισμό στην αυτοδιαχείριση: Μια συμπεριφορική – αναλυτική παρέμβαση για την ένταξή τους στο σχολείο» στο Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, για την οποία έλαβε το βραβείο «Μαρία Νασιάκου», ως καλύτερης διδακτορικής διατριβής από την Ελληνική Ψυχολογική Εταιρεία.

Για δώδεκα έτη εργάστηκε ως δάσκαλος ειδικής αγωγής στο Ειδικό Δημοτικό Σχολείο του Άργους. Από το 2010 έως σήμερα εργάζεται στο ΚΕ.Δ.Δ.Υ. της Δ’ Αθήνας, ως μέλος της διεπιστημονικής ομάδας για την αξιολόγηση και διάγνωση μαθητών με ειδικές ανάγκες, ενώ ταυτόχρονα είναι μέλος της ομάδας επιμόρφωσης και υποστήριξης εκπαιδευτικών, που παρέχουν παράλληλη στήριξη σε μαθητές με αυτισμό, ενταγμένους στο γενικό σχολείο.

Είναι επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Αθηνών και διδάσκει στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας με κατεύθυνση την Ειδική Αγωγή. Μετέχει σε επιμορφωτικά προγράμματα και εκπαιδεύει θεραπευτές στον αυτισμό σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Συστημικής Ανάλυσης της Συμπεριφοράς. Έχει συνεπή παρουσία σε διεθνή συνέδρια με εισηγήσεις και έχει δημοσιεύσει τις μελέτες του σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά.

Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στη Συμπεριφορική – Αναλυτική προσέγγιση στον αυτισμό, στην αυτοδιαχείριση, καθώς και στην ένταξη παιδιών με ειδικές ανάγκες.

 

«Η Γυναίκα της Ζάκυθος» με την Όλια Λαζαρίδου στο Φουγάρο


 

Την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015 και ώρα 9 μμ, το Φουγάρο φιλοξενεί τη θεατρική παράσταση «Η Γυναίκα της Ζάκυθος» του Διονυσίου Σολωμού.

Το εμβληματικό έργο του εθνικού μας ποιητή προσεγγίζεται θεατρικά και σκηνοθετείται από το Δήμο Αβδελιώδη σε μια παράσταση με πρωταγωνίστρια την Όλια Λαζαρίδου. Πρόκειται για μια παραγωγή που παρουσιάστηκε πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Αθηνών και  Επιδαύρου 2013 και στη συνέχεια στις Βρυξέλλες, σε 20 αρχαία θέατρα και σε πολλές θεατρικές σκηνές ανά την Ελλάδα. Η παράσταση είχε θερμότατη υποδοχή από κοινό και κριτικούς.

 

Η Γυναίκα της Ζάκυθος

Η Γυναίκα της Ζάκυθος

 

Για τη Γυναίκα της Ζάκυθος

Με το έργο αυτό ο Σολωμός αφήνει το φώς και ανιχνεύει το σκοτάδι. […] Δανείζεται λοιπόν το προσωπείο του Αγίου Διονυσίου – o οποίος έζησε ως  ιερομόναχος έως τα  172 του χρόνια σ’ ένα μοναστήρι της Ζακύνθου – για να κοιτάξει στα μάτια το κακό. Το γεγονός πως μπορεί να δει μέσα από τα μάτια ενός Άλλου, τον απελευθερώνει και τον μεταφέρει σαν πνεύμα, εκεί όπου μπορεί να βλέπει την τυφλή και ακατανόητη δύναμη του κακού, χωρίς να το φοβάται.

[…] Το κακό εδώ δεν είναι οι Τούρκοι, δεν είναι ο απέναντι, δεν είναι ο προφανής εχθρός. Το κακό είναι ανάμεσά μας. Εμείς οι ίδιοι γινόμαστε οι φορείς του κακού, από το φόβο ή από την άγνοιά μας.

Σχεδίασε και άρχισε να γράφει το έργο το 1826 στη Ζάκυνθο, βλέποντας με συναισθήματα πόνου και απέραντης συμπάθειας τις προσφυγοπούλες Γυναίκες από το πολιορκημένο Μεσολόγγι – που επαιτούσαν ζητώντας τρόφιμα και χρήματα για τους έγκλειστους Άνδρες τους – να αντιμετωπίζουν κατάμουτρα τη λεκτική βία, την προσβολή και την ταπείνωση από μια δύσμορφη, εξαθλιωμένη γυναίκα.

Η παράσταση, με τη φωνητική αναπαράσταση  του Λόγου του ποιητή, υποστηρίζοντας αποκλειστικά και μόνο το νόημα της κάθε φράσης, επιζητά  να ανασύρει και να ζωντανέψει όλες τις πτυχές που κρύβονται σ’ αυτό το έργο, το οποίο δεν παύει να μας γοητεύει και να μας αφορά, σαν μια σημαντική κατάθεση ενός αγνού και μεγάλου στοχαστή, που ενεργοποιεί τη σκέψη μας επάνω σε θεμελιώδη ζητήματα της πραγματικότητάς μας και της πραγματικής ανθρώπινης μας ταυτότητας.

Δήμος Αβδελιώδης

Στο έργο αυτό «ο Αβδελιώδης παρουσιάζει πώς ο Σολωμός διεισδύει στον εσώτερο ψυχισμό του Δυτικού ανθρώπου, που θέλει να αποδεχτεί την ελληνική προσπάθεια ανασύνταξης, δηλ. την ελληνική επανάσταση του-21, με «ορθολογικό» τρόπο».

Ν. Χιωτίνης

Συντελεστές

Θεατρική προσαρμογή – σκηνοθεσία: Δήμος Αβδελιώδης
Μουσική: Βαγγέλης Γιαννάκης
Ενδύματα: Αριστείδης Πατσόγλου

Διανομή
Γυναίκα της Ζάκυθος: Όλια Λαζαρίδου
Άγγελος: Δανάη Ρούσσου
Φάσμα ελευθερίας: Κατερίνα Κωνσταντίνου

Ώρα έναρξης παράστασης: 9μμ

Χώρος: Φουγάρο The Gallery Ναύπλιο

Πληροφορίες – Κρατήσεις: 27520 47300

 

Xάβος (Γουβιά ή Χώνια) – Ποταμός Μυκήνες


  

H χαράδρα των Μυκηνών

 

Με το όνομα αυτό, είναι γνωστή στους νεότερους χρόνους ξερή βραχώδης χαράδρα, που οριοθετεί από Ν.Α. τις αρχαίες Μυκήνες. Ξεκινά με τη μορφή νεροσυρμής από τις νότιες υπώρειες του όρους Τρητός [Ζ(Σ)άρας], για να βαθύνει σταδιακά, μετατρεπόμενη σε μικρό φαράγγι κοντά στην ακρόπολη. Χαμηλότερα ενώνεται στα αριστερά του με το Βαθύρεμα και κατευθύνεται προς το ρέμα Δερβένι, αλλά σήμερα η βραχύβια κοίτη του σβήνει στα χωράφια του σημερινού χωριού, λίγο πριν να προσεγγίσει το φυσικό αποδέκτη της. Ο Wordsworth τον περιγράφει να κυλά κατά μήκος της νότιας βάσης της Ακρόπολης και από εκεί να πέφτει στον φυσικό υποδοχέα των γειτονικών ορεινών χειμάρρων, την Αργολική πεδιάδα.

The Citadel of Mycenas.

The Citadel of Mycenas.

Οκτακόσια μέτρα νότια της Ακρόπολης, κοντά στο νεκροταφείο του χωριού, ανατολικά του σημερινού δρόμου βρέθηκαν στην αριστερή του όχθη ίχνη αναλημματικού τοίχου και κυκλώπειου γεφυριού, καθώς και αρχαίας οδού, που περνούσε πάνω του οδηγώντας στο Άργος, στην Τίρυνθα αλλά και στο Ηραίο και στην Πρόσυμνα. Το γεφύρι, του οποίου σώζεται το ανατολικό τμήμα χωρίς ίχνη τόξου, είναι φτιαγμένο από μικρές σχετικά πέτρες και πρέπει να κατασκευάστηκε περί τα μέσα του 12ου π.Χ. αιώνα. Σύμφωνα με την άποψη του καθηγητή J. Knauss, η γέφυρα αυτή προοριζόταν και για άλλη χρήση, αυτής του φράγματος, προστατευτικού του δρόμου και ταυτόχρονα νεροτριβείου. Χωρίς τόξο, με δυο μικρές τρύπες στο δυτικό της άκρο, επέτρεπε στο περίσσευμα του νερού να εκρέει και μάλιστα με τέτοια ορμή, που να μπορούσε να ξεπλύνει αποτελεσματικά ρούχα, τοποθετημένα σε δυο ορατές και σήμερα φυσικές κοιλότητες του λείου βράχου της κοίτης. Ο Steffen, που μελέτησε διεξοδικά την ευρύτερη περιοχή, βρήκε ίχνη μικρότερων κυκλώπειων γεφυριών στο Βαθύρεμα και σε άλλα ασήμαντα ρέματα του δρόμου προς το Ηραίο.

 

Η πόλη και το ποτάμι

 

Στη νοτιοανατολική πλευρά της Ακρόπολης, το εκεί μέγαρο των ανακτόρων και συγκεκριμένα η θέση όπου βρισκόταν ο θρόνος και τμήμα του τείχους κατέρρευσαν στη ρεματιά του. Εκεί, κοντά μεταξύ μεγάρου και ενός κλιμακοστασίου, κατέληγε ένας μεγάλος αποχετευτικός αγωγός. Υπήρχαν και άλλα αποχετευτικά δίκτυα που τελείωναν σε ανοίγματα του τείχους και φαίνεται ότι μερικά από αυτά παρoχέτευαν τα λύματα στην κοίτη του Χάβου. Στο Ν.Α. άκρο του τείχους κατέληγε μια στοά, που οδηγούσε στην όχθη της χαράδρας. Στην αρχή έγινε η υπόθεση ότι επρόκειτο για μυστική δίοδο, που αποσκοπούσε σε έξοδο στρατιωτικών τμημάτων, αλλά η ύπαρξη εκεί καταλοίπων ανδήρου, που κάλυπτε τον ανώμαλο βράχο, πλάτους 10μ. και μήκους 23μ., δημιουργεί τη βεβαιότητα ότι από εκεί κατοπτευόταν το φαράγγι για λόγους ασφάλειας, ίσως και αναψυχής.

Η ρεματιά του Χάβου μαζί με τη χαράδρα της Κοκκορέτσας[1] βορειοδυτικότερα, με την οποία σχεδόν σχηματίζει γωνία, περιβάλλουν τον λόφο της Ακρόπολης, συμβάλλοντας στην οχυρότητα της θέσης, αποτελώντας οργανικό τμήμα της όλης, μεγαλόπρεπης στη λιτότητά της, εικόνας. Οι αρχαίες πέτρες, τα κτίρια, οι βράχοι, τα ξερόχορτα, ο λόφος και οι άνυδρες ρεματιές σχηματίζουν ακόμη και χρωματικά ένα τόσο ισχυρά ενιαίο σύνολο, που αν αφαιρεθεί κάτι από αυτά το τοπίο θα μοιάζει απορφανισμένο.

  

Η Περσεία πηγή

 

Το ρέμα του Χάβου τροφοδοτείται από μία πηγή που ξεπηδά από πλάτωμα των δεξιών πρανών της χαράδρας, 450 μέτρα ανατολικά των τειχών και γύρω στα 12 μέτρα ψηλότερα από την κορυφή της Ακρόπολης, πέρα από τους ευκάλυπτους, στους οποίους οδηγεί χωματόδρομος, που ξεκινά βόρεια του τείχους. Σήμερα, από την πηγή μέχρι την κοίτη του Χάβου, σχηματίζεται από τα πλεονάζοντα νερά μικρό ρυάκι μεγάλης κλίσης, στεγασμένο κάτω από συστοιχία διψασμένων θάμνων. Το νερό της διοχετεύεται με αγωγό στο κοντινό χωριό Χαρβάτι (τώρα Μυκήνες), για την ύδρευσή του. Το ίδιο συνέβαινε και τον περασμένο αιώνα, μόνο που ο αγωγός ήταν δυτικότερα. Ο Πουκεβίλ, περιεργαζόμενος τα ερείπια, νόμισε πως πρόκειται για την πηγή του Ελευθερίου, …το νερό της οποίας διοχετεύεται σήμερα, μέσα από κάποιο αυλάκι στο χωριό Χαρβάτι. Ο ίδιος καταγράφει επιγραφή που βρέθηκε στο χωριό, την οποία θα πρέπει να συσχετίσουμε με την πηγή των Μυκηνών:

ΠΗΓΗ ΧΑΙΡΕ

ΤΙΚΤΟΜΑΙ ΕΝ ΑΓΑΙΣ ΚΑΙ ΟΥΝΝΟ…

 

Ο περίφημος ταξιδιωτικός οδηγός του Baedeker σημειώνει ερειπωμένο τουρκικό υδραγωγείο στο Χαρβάτι.

 

Αρχαιολογικός χώρος Μυκηνών: σκαλοπάτια που οδηγούν στην Περσεία πηγή, 1960, Φωτογραφία, Draper, Gordon & Maria, Ελληνικό Λογοτεχνικό & Ιστορικό Αρχείο.

Αρχαιολογικός χώρος Μυκηνών: σκαλοπάτια που οδηγούν στην Περσεία πηγή, 1960, Φωτογραφία, Draper, Gordon & Maria, Ελληνικό Λογοτεχνικό & Ιστορικό Αρχείο.

 

Είναι φανερό πως τα νερά της πηγής δεν αφέθηκαν, όταν η περιοχή κατοικούνταν, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος τους, να πέφτουν στο Χάβο, αφού σε μια τόσο άνυδρη περιοχή ήταν πολύτιμα για την υδροδότηση της πόλης των Μυκηνών ή του νεότερου χωριού. Άρα, δεν μπορεί να αφορούν στον Χάβο τα λόγια που είπε ο Ορέστης στον Αίγισθο, που διέταξε τους υπηρέτες να φέρουνε νερό, για να λουστεί «Πριν λίγο λουστήκαμε σε καθαρά ποταμίσια νερά» [2].

Η πηγή αυτή, που είχε το πλεονέκτημα να βρίσκεται ψηλότερα από το λόφο της ακρόπολης (ταυτόχρονα και μειονέκτημα αφού μπορούσε να αποκοπεί εύκολα από τυχόν πολιορκητές), πρέπει να υπήρξε και η αιτία, σε συνδυασμό με την οχυρότητα, για να χτισθεί εδώ μια τόσο σπουδαία ακρόπολη, αφού η θέση στερείται μεγάλης στρατηγικής σπουδαιότητας. Πράγματι, στη βόρεια πλαγιά της ακρόπολης έχει επισημανθεί μυκηναϊκό λιθόκτιστο υδραγωγείο, που μετέφερε, ακολουθώντας το νόμο της βαρύτητας, το νερό στην ακρόπολη. Η πηγή μνημονεύεται από τον Παυσανία [3], που περιγράφει πως ο μυθικός ιδρυτής των Μυκηνών Περσέας, εγγονός του Αργείου βασιλιά Ακρίσιου, δίψασε και είδε στο σημείο αυτό έναν μύκητα (μανιτάρι), τον οποίο ξερίζωσε, οπότε ξεπήδησε η πηγή. Σύμφωνα με μια εκδοχή, ευχαριστημένος ο ήρωας έδωσε στον τόπο το όνομα Μυκήνες [4]. Ο περιηγητής αναφέρει και κρήνη Περσεία [5], που εντόπισε στα ερείπια των Μυκηνών. Πιθανόν να εννοεί μια βρύση ελληνιστικής θεμελίωσης, της οποίας λείψανα σώζονται λίγο δυτικότερα από την πύλη των λεόντων, κοντά στον χωματόδρομο που οδηγεί εκεί. Ενδέχεται η κρήνη να έπαιρνε νερό από την πηγή, αφού η ονομασία της παραπέμπει στην ανακάλυψη του Περσέα. Τέλος, στο Β.Α. άκρο του τείχους υπάρχει υπόγεια κρήνη σε βάθος 18 μέτρων, στην οποία οδηγεί μια σκάλα και η οποία πιθανόν να τροφοδοτούνταν κι αυτή από την πηγή.

Η θέση ήταν κατοικημένη το αργότερο από την 3η χιλιετηρίδα, σε ακμή από το 1600 π.Χ., χωρίς να ερημωθεί ούτε το 468 π.Χ., οπότε οι κάτοικοι υποχρεώθηκαν από τους Αργείους σε φυγή, αφού εποικίστηκε σε μικρή κλίμακα από τους κατακτητές. Ο Παυσανίας δεν αναφέρει στην εποχή του συνοικισμό, και φαίνεται πως μέχρι την ίδρυση επί Τουρκοκρατίας του Χαρβατιού, πρέπει να θεωρούμε την περιοχή σχεδόν ακατοίκητη. Αυτό σημαίνει πως τα νερά της πηγής θα ήταν ελεύθερα να κυλούν στην κοίτη του Χάβου.

 

Τι σημαίνει Χάβος

 

Το όνομα Χάβος φέρουν και αριστερός παραχείμαρρος του φενεατικού Όλβιου, ο δεξιός χείμαρρος Μεγάλο Ρέμα του Ευρώτα, καθώς και ρεματιά που ενώνεται με το Μαριόρεμα της Λακωνίας. Το συναντάμε και σε ορεινές ρεματιές της Θεσπρωτίας, της Εύβοιας κλπ.

Η λέξη απαντάται συχνά ως τοπωνύμιο [6] και σημαίνει γκρεμός, προερχόμενη πιθανότατα από το αρχαίο χάος με ανάπτυξη του γράμματος β, ανάμεσα στα δύο φωνήεντα της λέξης. Στην αρχαία Αργολίδα το βουνό από το οποίο πήγαζε ο Ερασίνος, ονομαζόταν Χάον. Στο λεξικό του Ησύχιου διαβάζουμε: Χαβόν: καμπύλον, στενόν. Δυστυχώς, το αρχαίο όνομα του φαραγγιού των πολύχρυσων Μυκηνών – τολμούμε να εικάσουμε Χάραδρος ή Χαράδρα – δεν έφτασε ως εμάς. Τα άλλα δυο ονόματά του Χώνια και Γουβιά, τα οποία καταγράφει και ο Steffen στον χάρτη Μυκηνών και περιχώρων, παραπέμπουν κι αυτά σε χώρο βαθύ. [7]

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Κοκκορέτσα σημαίνει άγρια φυστικιά (Βλ. Δ. Βαγιακάκου: Γλωσσικαί…έρευναι..Κορινθίας», Πελοποννησιακά 1975). Πιο σωστά ίσως, Κοκκορέτσεζα, αλβανικής προέλευσης. Βλ. Ι. Χ. Πούλου «Συμβολή εις το τοπωνυμικόν της Κορινθίας», Πελοποννησιακά 1960. Είναι χαρακτηριστικό πως η Κοκκορέτσα ενώνεται με τα νερά της χαράδρας της Αγριοσυκιάς (χάρτες Steffen).

[2] Ευριπίδη «Ηλέκτρα» 794.

[3] 2, 16 3.

[4] Άλλοι απέδιδαν την ονομασία αυτή, στον μυκηθμό της βοϊδόμορφης κόρης του Ινάχου.

[5] 2, 16, 6. O V. Georgiev ετυμολογεί την λέξη από την αρχ. Ινδ. prst=σταγών.

[6] Στην Αργολίδα το βρίσκουμε στις περιοχές των χωριών: Κουτσοπόδι, Σχινοχώρι, Στέρνα και Καπαρέλι. Βλ. στα «Πελοποννησιακά» των 1978-’79, άρθρο του Σ. Γ. Κατσουλέα για τα τοπωνύμια της Αργολίδας.

[7] Χώνια, από το χωνί. Συναφής και η Χούνη. Βλ. π. Ρασίνα και π. Μαριόρεμα. Γουβιά κατά τον Schropfer από το σλαβικό guba=κλίση, καμπή. Ο Δ. Ι. Γεωργακάς (Τα τοπωνύμια…), παρατηρεί όμως πως η γούβα, είναι λέξη που βρίσκομε και στην Κύπρο, όπου δεν πάτησε Σλάβος.

 

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – «Τα φαντάσματα της επιστήμης: Η περίπτωση της ελληνικής κριτικής»


 

 “Events Series 2015”

«Η Φαντασία στην Επιστήμη και την Τέχνη»

 

 Harvard

Harvard

Την Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015 και ώρα 7.00 μ.μ., στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο Δημήτρης Δημηρούλης, Καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Εταίρος της εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας.

Το θέμα της ομιλίας του θα είναι: «Τα φαντάσματα της επιστήμης: Η περίπτωση της ελληνικής κριτικής».

Προσκεκλημένος συνομιλητής θα είναι o Διονύσης Καββαθάς, Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας και Αισθητικής των Μέσων, Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Η εκδήλωση διοργανώνεται σε συνεργασία με την εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία.

Ναύπλιο: το Ενετικό κτίριο και το Πρώτο Τυπογραφείο της Διοικήσεως


 

Στα νότια της μητρόπολης του Αγίου Γεωργίου σώζεται σε ερειπωμένη κατάστα­ση ένα μοναδικό διώροφο ενετικό κτίριο. Το κτίριο αυτό σε σχήμα Γ είναι μεταγενέστερο της εκκλησίας του Αγίου Γεωρ­γίου, με την οποία δεν έχει καμία επικοινωνία, κλείνει ασφυκτικά τη νότια πλευρά της με πρόσοψη στην οδό Παπανικολάου και δυτικά στην πάροδο Γενναδίου και χρονολογείται στη Β’ Ενετοκρατία (1686-1715). Δεν μας είναι γνωστή η αρχική του χρήση. Το βορειοδυτικό τμήμα του κτιρίου σε μήκος 5,50μ. Β-Ν που απέχει λίγα μέτρα από τον Άγιο Γεώργιο είχε κάθετα καταρρεύσει και έχει ξανακτισθεί. Η κάθετη κατάρρευση του βορειότερου τμήματος του κτιρίου, κατά την άποψή μας, οφείλεται στην υποχώρηση του υπεδάφους της θεμελίωσης, το οποίο ήταν προσχωσιγενές, όταν οι Βενετσιάνοι μπάζωσαν τη θάλασσα και μεγάλωσαν την πόλη στα 1500 μ. Χ., ενώ το νοτιότερο μεγαλύτερο τμήμα του κτιρίου προφανώς είναι θεμε­λιωμένο πάνω στο φυσικό στέρεο βραχώδες υπέδαφος. Στην νότια πλευρά (οδός Παπανικολάου), στο ισόγειο έχουν γίνει μεταγενέστερες τροποποιήσεις των ανοιγ­μάτων και αλλαγή στο δυτικότερο παράθυρο του α’ ορόφου.

 

Ενετικό κτίριο μερική άποψη από Ν.Δ.

Ενετικό κτίριο μερική άποψη από Ν.Δ.

Ο μικρός πληθυσμός της πόλης του Ναυπλίου κατά την εποχή της Β’ Ενετοκρα­τίας δεν ενισχύει την άποψη ότι πρόκειται για Λόντζια. Πιθανότερη φαίνεται η άπο­ψη ότι κτίστηκε από τους Ενετούς ως Ενετική Σκουόλα (Scuola), δηλαδή ως κτίριο αδελφότητας, κομπανίας, όπου συγκεντρώνονταν οι αξιωματούχοι, οι έμποροι και η ανώτερη τάξη της πόλης. Έχει εκφραστεί επίσης η λιγότερη πιθανή άποψη ότι το κτίριο είχε κτισθεί ως μοναστήρι Δομηνικανών. Το κτίριο στην εσωτερική του αυλή φέρει χαμηλή αψιδωτή μαρμάρινη στοά.

 

Ενετικό κτίριο εσωτερική στοά.

Ενετικό κτίριο εσωτερική στοά.

Από το μνημειακό αυτό ενετικό σωζόμενο κτίριο, εκτός από την αποθήκη του Στόλου (Αρχαιολογικό Μουσείο), σώζονται μόνο οι τοίχοι, ενώ ένα τμήμα του στην εσωτερική αυλή έχει καταρρεύσει.

 

Το κτίριο εικονίζεται σε μνημειακή απεικόνιση σ’ ένα σχέδιο με μολύβι του αρχιτέκτονα Leon von Klenze [1], το 1834 μαζί με την εκκλησία του Αγίου Γεωρ­γίου και τα βορειότερα της εκκλησίας κτίρια. Μεταξύ της εκκλησίας και του ενετικού κτιρίου εικονίζεται το κατώτερο σωζόμενο τμήμα μιναρέ, όταν ο Άγιος Γεώρ­γιος είχε μετατραπεί σε τζαμί, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ενώ σήμερα σώζεται μόνο η ψηλή ορθογώνια βάση του.

 

Ενετικό κτίριο δεξιά, ο Άγιος Γεώργιος και βορειότερα κτίσματα. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε (Leo von Klenze 1784-1864).

Ενετικό κτίριο δεξιά, ο Άγιος Γεώργιος και βορειότερα κτίσματα. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε (Leo von Klenze 1784-1864).

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο νάρθηκας (αψιδωτή στοά), ο γυναικωνίτης και το κα­μπαναριό του Αγίου Γεωργίου σύμφωνα με την μαρμάρινη επιγραφή ολοκληρώθη­καν το Φεβρουάριο του 1834 καθώς και ότι ο νάρθηκας του Αγίου Γεωργίου χρησί­μευσε ως πρότυπο κατά την διαμόρφωση των σχεδίων, από τον Klenze, για την καθολική εκκλησία του Διονυσίου Αρεοπαγίτου στην Αθήνα. Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι ότι τα κιονόκρανα της στοάς του Αγίου Γεωργίου και της στοάς του Διονυσίου Αρεοπαγίτου έχουν ως πρότυπο τα κιονόκρανα της στοάς του Ενετικού κτιρίου. Μεταξύ του ενετικού κτιρίου και του καμπαναριού του Αγίου Γεωργίου εικονίζεται η κλίμακα ανόδου στο γυναικωνίτη. Το μικρό υπάρχον σήμερα πρόσθετο ισόγειο κατάστημα, καφενείο, μεταξύ του καμπαναριού και του ενετικού κτιρίου προφανώς φτιάχτηκε πριν από τον πόλεμο.

 

Ο Άγιος Γεώργιος ως γνωστόν κτίσθηκε ως τζαμί κατά την πρώτη Τουρκοκρα­τία στη θέση καθολικού ενετικού ναού. Στα χρόνια της Β’ Τουρκοκρατίας 1715-1821 το ενετικό κτίριο χρησιμοποιήθη­κε ως λατρευτικό κτίριο, τεκές,[2] των αιρετικών Μπεκτασήδων και συνυπήρχε με το διπλανό μουσουλμανικό τζαμί (Άγιο Γεώργιο). Μετά την απελευθέρωση το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως στρατώνας χωροφυλα­κής [3] και μερικοί χώροι χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς ως σχολείο της πόλης [4]. Αλλά στο κτίριο αυτό στεγάστηκε κατά την Ελληνική Επανάσταση το 1825 το «Τυπογραφείο της Διοικήσεως» [5] με διευθυντή τον Παύλο Πατρίκιο, ο οποίος φρόντισε μαζί με τον Αστυνόμο και βρήκε οίκημα «αρμόδιον δια την σύστασιν της ρηθείσης τυπογραφείας, κείμενον πλησίον του Υπουργείου των Εσωτερικών». Από τον Σεπτέμβριο του 1825 αποφασίστηκε η έκδοση της «Γενικής Εφημερίδας της Ελλάδας» με εφημεριδογράφο τον Θεόκλητο Φαρμακίδη. Την εποχή αυτή έφθασε στο Ναύπλιο και ένα καινούριο αγγλικό πιεστήριο των μηχανουργείων Τέϊλορ-Μαρτινό (Taylor-Martineau) με έκκεντρη κίνηση. Η τυπογραφία της Διοικήσεως διέθε­τε τρία τυπογραφεία και από την εποχή αυτή (1825) άρχισαν να τυπώνονται και διάφορα άλλα βιβλία.

 

Το 1827 το τυπογραφείο μεταφέρθηκε από την Αίγινα στον Πόρο και πάλι στο Ναύπλιο. Την έκδοση της «Γενικής Εφημερίδας» ανέλαβε ο Γ. Χρυσίδης, όπου εκ­δόθηκε το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδας» της Τροιζήνας και ο «Κώδιξ της Γ’ Συνελεύσεως». Για το ενετικό κτίριο στο Ναύπλιο όπου πρωτολειτούργησε προφανώς σύμφωνα με τα παραπάνω, το πρώτο «Τυπογραφείο της Διοικήσεως», στα χρόνια της Επανά­στασης και επί Καποδίστρια το πρώτο τυπογραφείο του ελεύθερου Ελληνικού Κρά­τους ο Δήμος Ναυπλίου έχει ήδη εκπονήσει μελέτη αναπαλαίωσης σε συνεργασία με το Ε.Μ.Π. με σκοπό τη χρηματοδότηση από το Υπουργείο Πολιτισμού, προκει­μένου να στεγασθεί σε αυτό το «Μουσείο της πόλεως Ναυπλίου», είναι αναγκαίο και ώριμο αίτημα των καιρών.

 

Ωστόσο η χρηματοδότηση για την αναπαλαίωση έχει δυστυχώς καθυστερήσει και το κτίριο κινδυνεύει να καταρρεύσει ολοσχερώς από τις καιρικές συνθήκες. Ο Δήμος Ναυπλίου σε συνεργασία με το ΥΠΠΟ ή με άλλο φορέα είναι αναγκαίο να προχωρήσει τις διαδικασίες για την αναπαλαίωση του κτιρίου το συντομότερο δυ­νατόν. Το Ναύπλιο, ως γνωστόν, έχει μακρά παράδοση στην τυπογραφία από τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Τυπογραφική μηχανή Hopkinson 1830.

Τυπογραφική μηχανή Hopkinson 1830.

 

Στην απαλλοτριωμένη νεοκλασική οικία του 1878, από το Υπουργείο Πολιτισμού, πρώην ιδιοκτησία Σ. Ε. Βίγγα, στην πλατεία Συντάγματος δίπλα στον Πλάτανο, όπου λειτουργούσε τυπογραφείο και εκδιδόταν τοπική εφημερίδα «ΑΡΓΟΛΙΣ» σώζονται δύο παλιές, παρόμοιες τυπογραφικές μηχανές του 1830 κατασκευασμένες στο Λονδί­νο: α) Τυπογραφική μηχανή μάρκας Hopkinson 1830, Hopkinson COPE, Finnsbury London διαστ. 2,08X0,93μ. β) Τυπογραφική μηχανή John & Jep Barrett 1830, excorsor R. W. COPE, Finnsbury London, διαστ. 2,20X0,97 μ. Πρόκειται για γερές μεταλλικές κατασκευές όπου στηρίζονται σε τέσσερα πόδια διαμορφωμένα σε λεοντοπόδαρα.

 

Τυπογραφική μηχανή J. J. Barrett 1830.

Τυπογραφική μηχανή J. J. Barrett 1830.

 

 

Οι διαβρωμένες από την υγρασία μηχανές διατηρούνται σε κακή κατάσταση και πρέπει το συντομότερο να συντηρηθούν. Όταν λειτουργήσει το «Μουσείο της Πό­λεως Ναυπλίου», στο ενετικό κτίριο της πόλης, το οποίο είναι ώριμο αίτημα των καιρών, πρέπει να εκτεθούν στο χώρο αυτό, όπου πρωτολειτούργησε το 1825 το «Τυπογραφείο της Διοικήσεως».

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο 1979, εικ. 83. Μ. Κασιμάτη, Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα Μόναχο, Τέχνη και Πολιτισμός στη νέα Eλλάδα, 2000, 572-573, εικ. 281.

[2] Τάκης Μαύρος, Χάρτης Ναυπλίου α’ ημίσεως ΙΘ’ αιώνα, αρ. 8. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, 2009.

[3] Μαύρος οπ. 8.

[4] Μ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, Γ’ έκδοση 1975, 301.

[5] Αικ. Κουμαριανού, Ο Τύπος στη μαχόμενη Ελλάδα, «Ελευθεροτυπία», Ιστορικά, 1821 οι αθέατες όψεις, 25/3/2008, 145-148. Ιωάννη Κ. Μαζαράκη Αινιάν, Τα Ελληνικά Τυπογραφεία του Αγώνα, «Ελευθεροτυπία» Ιστορικά ο.π, 155-164, ειδικ. 162-163.

 

 
Χρήστος Πιτερός

Αρχαιολόγος Δ΄ ΕΠΚΑ Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Λόγος Επιτάφιος Εις τον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ιωάννην Α. Καποδίστριαν – Αλέξανδρος Στούρτζας


 

Λόγος Επιτάφιος

Εις τον Κυβερνήτην της Ελλάδος

Ιωάννην Α. Καποδίστριαν

(Συντεθείς υπό του Εξοχωτάτου Κυρίου Αλ. Στούρζα)

 

Ο Αλέξανδρος Στούρτζας γεννήθηκε το 1791 στο Ιάσιο της Μολδαβίας. Ήταν πέ­ντε χρόνια μικρότερος της Ρωξάνδρας αλλά στάθηκε μέχρι τέλους ο αγαπημέ­νος της αδερφός και ταυτόχρονα, ο έμπιστος του Καποδίστρια.

Ο πατέρας του Σκαρλάτος Στούρτζας καταγόταν από πάμπλουτη ευγενή οικογέ­νεια, που ήταν εγκατεστημένη στη Μολδαβία. Η μητέρα του ήταν πριγκίπισσα, κό­ρη του Έλληνα πρίγκιπα Κωνσταντίνου Μουρούζη. Μετά τη συνθήκη του Ιασίου το 1792 και έπειτα από πρόσκληση της Αικατερίνης Β’, η οικογένεια Στούρτζα ε­γκαταστάθηκε οριστικά στην Πετρούπολη.

Νεανικό πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια, Ελαιογραφία Αγνώστου, Μητροπολιτικό Μέγαρο Κέρκυρας.

Νεανικό πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια, Ελαιογραφία Αγνώστου, Μητροπολιτικό Μέγαρο Κέρκυρας.

Η οικογένεια Στούρτζα γνώρισε τον Καποδίστρια το 1809 όταν εκείνος έφθασε στην Πετρούπολη, επίσημα προσκεκλημένος από τον Τσάρο, και διορίστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών. Στα επίσημα δείπνα που έδινε η οικογένεια, απαραίτητοι ήταν και ο κόμης Ιωάννης Καποδίστριας και ο πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, που ήταν και συγγενής τους.

Για τρία χρόνια ο Καποδίστριας ήταν ο καθημερινός επισκέπτης της οικογέ­νειας Στούρτζα. Όταν έφυγε, ο Αλέξανδρος τον ακολούθησε και η τοποθέτησή του στο διπλωματικό γραφείο του είχε γίνει με τη πρωτοβουλία του ίδιου του Καποδί­στρια. Ο Αλέξανδρος παρέμεινε δίπλα στον Καποδίστρια μέχρι τέλους. Δικό του είναι και το «Σχέδιον περί εθνικής ανατροφής και δημοσίου παιδείας εις την Ελλά­δα. Ιδέαι προκαταρκτικαί» για την οργάνωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που επιχειρούσε ο Καποδίστριας το 1829.

Αυτός ο πιστός συνεργάτης και πολύτιμος φίλος και πρώτος βιογράφος του Κα­ποδίστρια, θρήνησε το θάνατο του Κυβερνήτη και εκφώνησε στην εκκλησία της Οδησσού τον επικήδειο λόγο [1]:

 

«Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την

Ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού.»

(Ιωάννης ο Ιερός Ευαγγελιστής, κεφ. 15 στιχ.13)

 

Ως ανεξερεύνητα τα κρίματά Σου, Κύριε Παντοκράτορ! Επότισας ημάς πάλιν οίνον κατανύξεως.

Απέστρεψας το πρόσωπόν Σου από του λαού Σου. Εσαλεύθη και έντρομος εγεννήθη η γη των προγόνων μας διότι παρέδωκας ημάς εις αδόκιμον νουν, και ετελειώθη, κατά παραχώρησιν Σου, η πατροκτονία! Χείρες ανόσιοι, θηρία ανθρωπόμορφα, άνδρες αιμάτων επεβουλεύθησαν την πλέον πολύτιμον ζωήν, και την ύπαρξιν έθνους ολοκλήρου μετά του εκλεκτού Σου συνέκλεισαν εις ένα τάφον. Τω όντι, τά κρίματά Σου, Κύριε, άβυσσος πολλή, και εις το μυστήριον της ανοχής και προνοίας Σου ουδείς δύναται παρακύψαι.

Πενθούντες, ιδού παριστάμεθα έμπροσθεν του θρόνου της μεγαλωσύνης εν υψηλοίς, και, βαρέως στενάζοντες, εκφωνούμεν· Κύριε, έως πότε; Ευχάς και δά­κρυα και δέησιν προσφέρομέν Σοι εκτενή υπέρ αναπαύσεως, εν ταις άγιαις Σου μοναίς, του δούλου Σου Ιωάννου Αντωνίου του Καποδίστρια, όστις, εναθλήσας μέ­χρις αίματος, ηρπάσθη αφ’ ημών, εν τω μέσω των αγώνων και της δόξης του.

Αλλά τί εγκαυχάται εν κακία ο ασεβής, και μίσος χορτάσας το βδελυρόν, νομί­ζει, ότι ενέπαιξε Σε τον Παντοδύναμον Θεόν, ότι εξύβρισε την Ελλάδα και όλην την ανθρωπότητα! Μήπως φαντάζεται η κακία, ότι αυθαιρέτως συνέτριψε το σκεύος της εκλογής Σου; Μήπως ο αείμνηστος Ανήρ και μέγας πολίτης, τον όποιον την σήμερον κλαίοντες μνημονεύομεν, δεν εδύνατο να αποφυγή την δολοφονίαν, να, πατήση επί όφιν και σκορπίον, ενώ Σε είχεν υπερασπιστήν της ζωής του; εδύνατο βέβαια. Αλλ’ η αγάπη, η ισχυρά ως ο θάνατος, η αγάπη, η μη ζητούσα τα εαυτής, η αγάπη, η έξω βάλλουσα τόν φόβον, κατά τον λόγον Σου, η αγάπη προς τον Θεόν και τους αδελφούς του Έλληνας τον έσυρεν εις τον θάνατον, ως προαιρε­τικής θυσίας ολοκάρπωμα, και η μακάρια Του ψυχή ήρπασε της αφθαρσίας τον στέφανον.

 

Λόγος Επιτάφιος Εις τον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ιωάννην Α. Καποδίστριαν

Λόγος Επιτάφιος Εις τον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ιωάννην Α. Καποδίστριαν

 

«Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, «ίνα τις την ψυχή αυτού θη υπέρ των «φίλων αυτού».

Τεθλιμμένοι χριστιανοί, οι τιμώντες την μνήμην του Κυβερνήτου της Ελλάδος, ζητήσατε παραμυθίαν της λύπης σας εις αυτό το θείον ρητόν της πανσόφου και ουρα­νίου αγάπης. Κατατρυφήσατε του Κυρίου, και δώσει τα αιτήματα των καρδιών σας. Υψώσατε τον νουν εις την θεωρίαν των άνω πραγμάτων τότε μόνον θέλετε εκτιμήσει πρεπόντως το έπιγειον στάδιον του Καποδίστρια, και δοξάσει εν εκστάσει ψυχής τον αγωνοθέτην της σωτηρίας Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον δόντα χάριν ολοτελούς απαρνήσεως και τελείας αγάπης εις ολίγους τινάς εκλεκτούς ανθρώπους.

Ο Θεός αγάπη εστί, είπεν ο επιστήθιος μαθητής της αγάπης· όθεν πας πιστός, φέρων την εικόνα και ομοίωσιν του Δημιουργού του, πας μιμητής του Χριστού, ως δι’ αυτού λαμβάνων το χάρισμα της αναπλάσεως, πρέπει να φθάση εις βαθμόν, ώ­στε να κατασταθή όλος αγάπη. Όλοι οι κατά καιρούς αληθείς ευεργέται της ανθρωπότητος, εμψυχωθέντες υπό της αγάπης, κατώρθωσαν τα ακατόρθωτα, και, κατ’ αναλογίαν της ενδομυχούσης εν αύτοις αγάπης, ενεδύθησαν δύναμιν εξ ύψους. Αύ­τη η ζωογόνος πνοή του Θεού φωτίζει τον νουν, θερμαίνει την καρδίαν, απαλύνει τα πάθη, εμποιεί πειθώ εις τους λόγους, ρυθμίζει τα έργα των πιστών, και τους διαθέτει εις το να απαρνηθώσι παν ίδιον συμφέρον, πάσαν ιδίαν απόλαυσιν, και αυτήν την πρόσκαιρον ζωήν των. Τοιούτος εκ νεαράς του ηλικίας και μέχρι θανάτου εφάνη ο Ιωάννης Καποδίστριας.

Ευγενής βλαστός ευγενούς οικογενείας της Κερκύρας, δευτερότοκος υιός συνε­τού πατρός και μητρός ευσεβεστάτης, άρχισε την επί γης παροικίαν του εις το 1776 έτος. Διέτρεξε το στάδιον της σπουδής εις την Ιταλίαν, και, εκτός των φιλολογικών και φιλοσοφικών μαθημάτων, επεμελήθη την φιλάνθρωπον και περιληπτικήν επιστήμην της Ιατρικής. Μόλις έφθασεν εις εκείνην την ακμήν της νεότητος, καθ’ ήν οι ομήλικές του δυσκολεύονται να διοικήσωσιν εαυτούς· ότε η φωνή της πατρίδος τον εκάλεσεν είς τα ίδια, και ενεπιστεύθη εις αυτόν το πηδάλιον της αρτιγεννήτου Ε­πτανήσου Πολιτείας. Έκτοτε και έως εις το 1807 έτος δεν έπαυσε νυχθημέρως αγω­νιζόμενος υπέρ του κοινού, συμβιβάζων πολλάκις τα ασυμβίβαστα, οικονόμων τα σφοδρά πάθη των ομογενών του, αναπληρών την πολιάν δια της φρονήσεως, και ως επί το πλείστον, ως άλλος Ιωάννης, κηρύσσων εν τη ηθική ε ρ ή μ ω. Κατελύθη το πολίτευμα, παρεδόθη εις τον τότε κοσμοκράτορα και ο Καποδίστριας σταθερώς αποποιησάμενος τα προβλήματα του Ναπολέοντος, δια να έμβη εις την δούλευσίν του, επρόκρινε την ομόθρησκον βασιλείαν, εις την οποίαν έκπαλαι ατενίζοντες οι πρόγονοι ημών, εύρον της ορθοδοξίας το ακτινοβόλον άσυλον. Ήλθεν εις βασιλεύουσαν ο αείμνηστος τω 1809, έτει. Δύο χρόνους ειργάσθη εν γωνία και παραβύστω, προετοιμαζόμενος με γενναίαν υπομονήν εις το μετά ταύτα στάδιόν του. Εστάλη εις Βιένναν, και εκείθεν διωρίσθη εις τον του Δουνάβεως Ρωσσικόν στρατόν, διευθυ­ντής όλων των διπλωματικών σχέσεων. Όλοι, οι αυτόπται γενόμενοι των εξαίσιων συμβάντων εκείνης της φοβέρας εποχής, εθαύμασαν τους μόχθους, ετίμησαν τους άθλους, επαίνεσαν την βαθύνοιαν, εσεβάσθησαν την διαγωγήν, και αείποτε θέλουν ενθυμείσθαι την αγάπην του Καποδίστρια. Δεν την έσβεσαν, αλλ’ ούτε την εψύχρανάν ποτέ η αχαριστία, ο φθόνος, αι μικροπρέπειαι, των ανθρώπων. Έλληνες χρι­στιανοί, ούτος ο Έλλην παρευρέθη εις όλας τας μάχας, μετείχεν όλων των διαπραγ­ματεύσεων, υπέφερεν όλους τους κινδύνους, όλας τας κακοπαθείας, μέχρι της ενδό­ξου αλώσεως του Παρισιού. Επέμφθη υπό του Αυτοκράτορος Αλεξάνδρου εις την Ελβετίαν, επεχειρίσθη, και ετελείωσε το δεινόν έργον της ειρηνοποιήσεώς της. Εκεί όλαι αι ευγενείς καρδίαι αντηχούν το όνομα του μεγαλοφυούς Έλληνος. Τους ηγάπησεν εμπράκτως ο αείμνηστος όθεν συμπολίτην, αδελφόν και ευεργέτην τον εκήρυξεν η ευγνώμων Ελβετία. Αλλά συγχρόνως ο αοίδιμος της Ευρώπης ελευθε­ρωτής, Αλέξανδρος ο Πρώτος, τον οικειοποιήθη ως Γραμματέα των απορρήτων της αχανούς επικράτειάς του. Πληρεξούσιος του γενναιότατου των μοναρχών, ο Καπο­δίστριας ειργάσθη, και υπέγραψε τας συνθήκας της Βιέννης, του Παρισιού, του Άαχεν, και εμφρόνως κατώρθωσεν αναρίθμητους διαλλακτικούς συμβιβασμούς, εις τον παλαιόν και εις τον νέον Κόσμον. Εν ω όμως έλαμπεν, ως αστήρ, εις τον κο­λοφώνα των ανθρωπίνων μεγαλείων και της δόξης, η καρδία του δικαίου εμνημόνευεν αδιακόπως την πατρίδα του. Δυστυχούντων των ομογενών, δεν έστεργεν ευτυχίαν δια τον εαυτόν του. Πτωχευόντων αυτών, κατεφρόνει τον πλούτον, ή τον εσκόρπιζεν εις τους χρείαν έχοντας. Έβλεπε τα αγαθά της ευνομίας, της ευμάθιας, και εζήλου ζήλον τω όντι θείον, ως τε να μεθέξωσι και οι Έλληνες των αυτών πολυ­τίμων αγαθών. Παραβλέψας πολλά συμφέροντα, και ευλαβούμενος μόνον το καθή­κον, έσπευσεν εις Κέρκυραν, ησπάσθη το προγονικόν έδαφος και την πατρικήν εστίαν – και είπεν εις αυτήν το: Χαίρε δια πάντα! Μετ’ ου πολύ, μαύρα σύννεφα εκάλυψαν τον πολιτικόν ορίζοντα. Εσείσθη η Ευρώπη, εταράχθη η Ελλάς, διερράγη μεγάλη, βαθυτάτη πληγή – εσάλπισεν άγγελος ολοθρευτής εξ ουρανού, και άρχισεν ο επταετής αγών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος. Τα δεινά ταύτης της χρονικής περιό­δου τίς διηγήσεται; Ο άμεμπτος Ανήρ, τον οποίον μνημονεύομεν, εδοκίμασε τότε ωδίνας θανάτου εις την ευαίσθητον καρδίαν του, ήτις έπνεεν αγάπην προς τους αδελφούς· και μ’ όλον ότι δικαίως ηγανάκτει δια το αστόχαστον και πάρωρον της επιχειρήσεως, πάντα λίθον εκίνησεν υπέρ της του έθνους σωτηρίας. Τέλος, βλέπων ότι εις μάτην ικετεύει, παρητήθη γενναίως όλα τα μεγαλεία του, και ανεχώρησε, περικλεής απόμαχος του δικαίου, εις ξένην γην, προκρίνας το να ιδιωτεύη, παρά να φανή επεμβαίνων, ή αδιαφορών εις τα πάθη των αδελφών του. Χριστιανοί! ιδού πάλιν δείγματα της φλογέρας αγάπης του αειμνήστου, όστις εφάνη ανώτερος όλων των πραγμάτων, όσα συνήθως θέλγουν, και δεσμεύουν τους υλόφρονας ανθρώπους.

Μετά παρέλευσιν τεσσάρων χρόνων, καθ’ ους εσπένδετο ο Μακαρίτης καθη­μερινώς υπέρ της πατρίδος, ευκαίρως, α κ α ί ρ ω ς, κατά τον Απόστολον Παύλον, ομιλών, γράφων, προτρέπων, δαπανών δι’ αυτήν – ανέτειλεν η ημέρα της εκλογής του. Ψηφίζεται επταετής Κυβερνήτης πλοίου, καταβυθιζομένου ήδη υπό άγριων κυμάτων. Τον προσκαλεί πανδήμως εθνική Συνέλευσις – άλλα πού; εις ερείπια αιματοσταγή, εις έδαφος γέμον Αφρικανών και Μουσουλμανικής ύβρεως. Προσκα­λείται εις ερείπια, και ο εκλεκτός του γένους δεν έχει που να κλίνη την κεφαλήν. Οι χρηματικοί πόροι εξηντλήθησαν της αναρχίας ο πυρσός μόνος καταυγάζει τούτο το θέατρον των θορύβων και της απογνώσεως. Προσκαλείται εις ταλαιπωρίαν και θά­νατον ο άμεμπτος Ανήρ, και δέχεται η αγάπη το ποτήριον. Τρέχει εις τα ανακτόρια της Ευρώπης, κινεί εις οίκτον τους δυνατούς της γης, συνάζει εκ των, ανελπίστων πόρους, σπεύδει προς τους αδελφούς, και αφοσιοί εις αυτούς το υπόλοιπον της κα­ταστάσεως, της ισχύος, και της ζωής του.

Ας παραβάλη πας φιλαλήθης την Ελλάδα, εφ’ ης επάτησεν ο αείμνηστος εν αρχαίς του 1828, με την γην, η οποία απερρόφησε το αίμα του τη 27 Σεπτεμβρίου 1831. Ας εμβλέψη εις τα έργα του, και εις τα βδελύγματα των εχθρών του: έπειτα κρινέτω. Χριστιανοί, αν ίσως άγγελος εξ Ουρανού ήθελε προφητεύσει τω αειμνή­στω, δοκιμάζων αυτόν και λέγων: μη πατήσης εις αυτήν την γην: αποβήσεται γάρ Σοι εις μαρτύριον στοχάζεσθε άραγε, ότι ήθελε σταματήσει και αποποιηθή τον σημαινόμενον θάνατον; Όποιος το φρονεί, δεν γνωρίζει την χριστιανικήν αγάπην εις την τελειότητά της.

«Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, « ί ν α τ ι ς την ψυχήν αυτού θη υπέρ των «φίλων αυτού».

Την είχες, μακαρία ψυχή! την έλαβες άνωθεν παρά του Ζωοδότου, όστις ηξίωσέ Σε να περιθάλπης τους ορφανούς, να φωτίζης την νεολαίαν, να ενιδρύσης ναούς και δικαστήρια, να ημερόνης βάρβαρα ήθη, να πρεσβεύης ακαμάτως υπέρ Ελλάδος εις όλην την Ευρώπην, και τον απλούν αυτής λαόν να απαλλάξης της των Ολίγων καταδυναστείας, οι οποίοι δι’ αυτό τούτο θανασίμως Σε εμίσησαν, και τοι πολλάκις συγχωρηθέντες. Αναπαύου λοιπόν εις τας αιωνίους μονάς μετά πάντων των απ’ αιώ­νος μαρτύρων της αλήθειας. Την πληγήν, την οποίαν Σοι επέφερεν η πατροκτόνος χειρ, μη, μη γύμνωσης έμπροσθεν του φοβερού βήματος του αδέκαστου Κριτού των εθνών∙ αλλά μάλλον, ποτιζόμενος τον χείμαρρον της ουρανίου τρυφής εν Χρι­στώ Ιησού, εκλιπαρεί την άπειρον αυτού ευσπλαγχνίαν και αγαθότητα· όπως νεύση εις τας καρδίας των ζώντων Ελλήνων όπως αποσβέση τα μιαρά πάθη, και ενθρόνι­ση εν τω μέσω των απογόνων αυτών την αγάπην και την ομόνοιαν. Και, καθώς αείποτε των δικαίων το αίμα εστάθη σπόρος της αρετής, και των υπερ άνθρωπον κατορθωμάτων το θείον ελατήριον παρομοίως και την σήμερον, θεάνθρωπε, Συ η ανάστασις και η ζωή του πιστού Σου μιμητού και θεράποντος Ιωάννου, πρόσδεξαι, ευλόγησον, και πλήθυνον τους οψίμους καρπούς της πολυμόχθου ζωής και του πι­κρού του θανάτου. Μη ματαίωσης τον διακαή πόθον του εκλεκτού Σου, την ανέγερσιν της πενθούσης Ελλάδος, δι’ ην έπνεε ζων, και υπέρ της οποίας εξέπνευσεν, αγω­νιζόμενος. Μη οργισθής ημίν σφόδρα, αλλ’ επίστρεψον την αιχμαλωσίαν των ψυχών ημών διάλυσον το σκότος, καταίσχυνον την απάτην των αθέσμων. Θραύσον επαιρομένην την ασέβειαν. Κύριε, Κύριε, Επίφανον τό πρόσωπόν Σου εφ’ Η μ ά ς, και επί την πόλιν ταύτην, και επί το πλήρωμα όλης της στρατευομένης εκκλη­σίας Σου, και σωθησόμεθα δια της αγάπης. Αμήν.

 

Αλέξανδρος Στούρτζας

Λόγος Επιτάφιος Εις τον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ιωάννην Α. Καποδίστριαν, Συντεθείς υπό του Εξοχωτάτου Κυρίου Αλ. Στούρζα, Εν Αιγίνη, Εκ της Εθνικής Τυπογραφίας, 1832.

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

 

[1] Ο λόγος εκφωνήθηκε στην εκκλησία της Οδησσού στις 18 Νοεμβρίου 1831.