Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Γρηγόρης Χαλιακόπουλος – Να φοβάσαι τον άνδρα…


  

Ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας και ο Σύλλογος Φίλων του Δημοτικού Ωδείου Άργους, σας προσκαλούν το Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013, στις 7:00μ.μ., στο Μέγαρο Κωνσταντόπουλου στο Άργος, στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου, με τίτλο: Να φοβάσαι τον άνδρα…

 Το βιβλίο θα παρουσιάσουν ο Γεώργιος Κόνδης, κοινωνιολόγος, διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας Αργολίδας και η Καλλιόπη Καλποδήμου, φιλόλογος του Μουσικού Σχολείου Αργολίδας και μέλος του Δ.Σ. του Σ.Φ.Α. Θα μιλήσει ο συγγραφέας Γρηγόρης Χαλιακόπουλος.

Γρηγόρης Χαλιακόπουλος – Να φοβάσαι τον άνδρα…

 

Να φοβάσαι τον άνδρα

Να φοβάσαι τον άνδρα

Το νέο του μυθιστόρημα «Να φοβάσαι τον άνδρα…» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Άγκυρα», όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας αφορά «στον οικτρό συμβιβασμό των ανθρώπων, είτε είναι ζευγάρια, είτε όχι. Δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στην ερωτική συνύπαρξη, αλλά σε κάθε μορφή σχέσης, είτε συζυγικής, επαγγελματικής, κοινωνικής, πολιτικής ή καλλιτεχνικής. Πιστεύω ότι οι απόψεις των ανθρώπων αλλάζουν και καλό είναι να αλλάζουν, ανάλογα με τη γνώση που αποκτούμε, τις αποδείξεις που μας κατατίθενται και τα γεγονότα που μας διαφοροποιούν. Δεν είναι κακό να πεισθείς ότι η γη γυρίζει, αν όντως υπάρχουν τα αποδεικτικά στοιχεία, ασχέτως αν πίστευες το αντίθετο. Ούτε είναι μεμπτό να χωρίσεις με έναν άνθρωπο που μπορεί να έζησες μαζί του μια ζωή, όταν αντιληφθείς ότι δεν είχες τίποτε κοινό μαζί του.

Στις αποφάσεις των ανθρώπων τα χρονικά όρια και το αντιπαθές ως ξενικός όρος «τάιμινγκ» είναι απόφαση του καθενός. Αυτό σημαίνει ότι έχεις αναφαίρετο δικαίωμα να αλλάζεις άποψη, θέση και πολύ πιθανόν αν το επιθυμείς, και ιδέες. Σε έναν μόνο σημαντικό τομέα της ζωής σου, θεωρώ ότι επιβάλλεται να είσαι σταθερός και αμετακίνητος. Στις αρχές σου!

Άνθρωπος δίχως αρχές είναι το πλέον επικίνδυνο και μολυσμένο έμψυχο ον στην κοινωνία. Οι αρχές μας, αποτελούν το συμπαγές υπόστρωμα της προσωπικότητάς μας. Υποστηρίζω το δίκαιο, είναι αρχή. Αγωνίζομαι για την αξιοπρέπειά μου, είναι αρχή. Υπερασπίζομαι την έννοια της ελευθερίας στην πράξη, είναι αρχή. Δεν προδίδω τους φίλους μου, είναι αρχή. Αντίθετα, οι αξίες ανά πάσα στιγμή μπορούν να διαφοροποιηθούν, κατά τόπο και εποχή. Οι ήρωές μου αν την “πατούν” είναι γιατί λειτουργούν χωρίς αρχές. Και γι’ αυτό ευτελίζονται, διασύρονται και οδηγούνται στον ακραίο και οικτρό συμβιβασμό. Μόνο μια ηρωίδα μου, η Δώρα, διατηρεί τις αρχές της και αυτή είναι μια κομμώτρια που αποφασίζει να ζήσει σύμφωνα με αυτά που αγαπά». 

 

Γρηγόρης Χαλιακόπουλος

Γρηγόρης Χαλιακόπουλος

Γρηγόρης Χαλιακόπουλος

Ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος, ένας γνώριμος για το Άργος συγγραφέας και δημοσιογράφος, επανέρχεται με το νέο του μυθιστόρημα Να φοβάσαι τον άνδρα…

 Τον γνωρίσαμε το Νοέμβριο του  2007, στην παρουσίαση – από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου – του βιβλίου του Η καρδιά του δότη, Αθήνα, εκδ. Άγκυρα 2006.

Το Σεπτεμβρίου 2010, στα πλαίσια του «Φεστιβάλ Άργους 2010», συμμετείχε ως συντονιστής στη μουσικο – θεατρική παράσταση της ποιητικής συλλογής Ολόγραμμα, Αθήνα, εκδ. Δρόμων, 2009 της Αργείας Ελένης Νανοπούλου (σκηνογράφος, ενδυματολόγος, ποιήτρια) στην Αρχαία Αγορά Άργους. Αναφορά, επίσης, στο Ολόγραμμα δημοσίευσε στο 5ο τεύχος της έκδοσης «Αργειακή Γη». 

Ως δημοσιογράφος, δημοσίευσε στην εφημερίδα Έθνος (23-10-2011) ρεπορτάζ από το Άργος με τίτλο «Άρωμα παλιάς Ελλάδας». 

 Τέλος, το έργο του «Θυρίδα 111» θεατρικός μονόλογος  (Αθήνα, εκδ. Δρόμων, 2012) παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στις 18 Απριλίου 2012 στην Αίθουσα Τέχνης Αμυμώνη, στον Πολυχώρο Στρατώνων Καποδίστρια, στο Άργος και σε παραγωγή Δήμου Άργους Μυκηνών – ΚΕΔΑΜ 

Το Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013, στο Μέγαρο Κωνσταντόπουλου, θα παρουσιαστεί το νέο του μυθιστόρημα «Να φοβάσαι τον άνδρα…», ενώ την επόμενη μέρα, Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013, θα παρουσιαστεί στην παιδική Βιβλιοθήκη Άργους το «Ταξίδι του Φερεϋντούν», ένα παραμύθι του 2013 επίσης από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο.

Γεννήθηκε στα Φιλιατρά Μεσσηνίας και είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Στο παρελθόν εργάστηκε στον τραπεζικό τομέα και υπήρξε συνδικαλιστής του αυτόνομου και ανένταχτου συνδικαλιστικού κινήματος. Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας και Αντιπρόεδρος των εργαζομένων στην τότε Τράπεζα Πίστεως και μέλος της διοίκησης της ΟΤΟΕ. Παραιτήθηκε το 1997 και αποχώρησε οριστικά από το συνδικαλισμό λόγω διαφωνίας του με την κομματικοποίηση και την ευκαιριακή πολιτική του κινήματος.

Κατά τα έτη 1994-1995 εξέδιδε την εφημερίδα «Αίσθηση Λόγου και Τέχνης» την πρώτη free press, μέσα από την οποία προβλήθηκαν σπουδαίοι άνθρωποι της Επιστήμης, των Γραμμάτων και των Τεχνών. Με καμπάνια της εφημερίδας «Στείλε ένα βιβλίο στο κελί», εμπλουτίστηκαν οι φυλακές Κορυδαλλού, Ανδρών Γυναικών με 2.500 βιβλία. Συνεργάστηκε δημοσιογραφικά με τις εφημερίδες «Καθημερινή της Κυριακής» «Νίκη» «Επενδυτής του Σαββάτου» «Real news» «Ελευθερία Καλαμάτας» «Έθνος» και τα περιοδικά «Ταχυδρόμος» «Επειδή» «Homme» «Πανόραμα» «Μομέντο» «Paper» και «Εικόνες». Το 1997 πρωτοδημοσίευσε στον τύπο, Αρχεία του Δρομοκαΐτειου, της προ και μετά-κατοχικής περιόδου, για όλους τους σπουδαίους ανθρώπους που έζησαν μέσα στο Ψυχιατρείο, όπως ο Γεώργιος Βιζυηνός, ο Ρώμος Φιλύρας, ο Γεράσιμος Βώκος, ο Νικόλαος Δραγούμης, ο Καμπάνης, ο Ίλβες, ο Κρυστάλλης και άλλοι πολλοί.

Το έργο του έχει παρουσιαστεί: στο ίδρυμα Γουλανδρή Χορν, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, στο Δήμο Αθηναίων, στο Νομισματικό Μουσείο, στην Πινακοθήκη Ψυχάρη, στο Ίδρυμα Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης, στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, στον Πολυχώρο Άγκυρα, στο Κέντρο Μελέτης Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, στη Βιβλιοθήκη Αδαμάντιος Κοραής, στον Ιανό, στο Μετρόπολις και αλλού, τόσο στην Αθήνα όσο και την Περιφέρεια.

Το παραμύθι του, το «Δάκρυ του Μουτζούρη» παρουσιάστηκε από το Δήμο Κυπαρισσίας και τους Ελληνικούς Σιδηρόδρομους για τα 100 χρόνια από την ίδρυσή τους. Επίσης επιλέχθηκε από το Υπουργείο Παιδείας στον κατάλογο των παιδικών βιβλίων για τα Δημοτικά Σχολεία. Το παραμύθι του «Το ταξίδι του Φερεϋντούν» γράφτηκε στη μνήμη του φίλου του Φερεϋντούν Φαριάντ, του μεγάλου Πέρση ποιητή και μεταφραστή, που βραβεύτηκε με το Βραβείο Άντερσεν και απ΄ τον οποίο είχε πάρει την πρώτη και τελευταία συνέντευξη της ζωής του στην Ελλάδα.

Ανάμεσα στο συγγραφικό του έργο είναι και η επιμέλεια βιβλίων μεγάλων ποιητών, όπως του Άνθιμου Μιαούλη απ τις εκδόσεις Καστανιώτη. Πρωτοδημοσίευσε στον ημερήσιο τύπο την ανέκδοτη εφηβική ποίηση του Κωστή Παλαμά και επιστολές ανέκδοτες του Καζαντζάκη και του Ελύτη, ενώ το 2011 δημοσίευσε την ανέκδοτη ποίηση του Γεράσιμου Μαρκορά και μεγάλο μέρος από τις επιστολές του.

Έχει κάνει έμμετρες διασκευές θεατρικών έργων όπως το «Παιχνίδι φαντασίας» του Κορνέϊγ, ενώ το θεατρικό του έργο «Κοσμάς ο Αιτωλός» παίχθηκε το 2011 φέτος με τον Δημήτρη Κωνσταντίνου και τη φωνή του αείμνηστου Χρίστου Τσάγκα. Το θεατρικό του μονόπρακτο «Θυρίδα 111» παίχθηκε στην αίθουσα «Αμυμώνη» στους Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος υπό την αιγίδα του Δήμου Άργους Μυκηνών, με τον ηθοποιό Νίκο Κλησιάρη και τη συμμετοχή του Γιώργου Μιχαλακόπουλου. «Η Σκιά του Ειδώλου» που αναφέρεται στη ζωή και το έργο του άγνωστου ζωγράφου Νικόλαου Δραγούμη – αδελφού του Ίωνα – ανέβηκε στο «Θέατρο της Ημέρας» με τον ηθοποιό Βασίλη Παπαδημητρίου, σε σκηνοθεσία Μαρίκας Θωμαδάκη, ακολούθως στο «Εν Αθήναις» και εν συνεχεία στο ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» με ξεχωριστή επιτυχία.

Κατά τα έτη 2012-2013 είχαν μαζί με το Φίλιππο Περιστέρη τη ραδιοφωνική εκπομπή «902 Παραστάσεις» κάθε Τετάρτη στο ραδιόφωνο του «902 Αριστερά στα FM», παρουσιάζοντας τις καλύτερες θεατρικές παραστάσεις μαζί με τους δημιουργούς τους. Αναβιώνοντας το παλιό ελληνικό θέατρο στο ραδιόφωνο, έγραψε το θεατρικό έργο «ΚΑΠΑ» με πρωταγωνιστή τον Άγγελο Αντωνόπουλο και τον Στέλιο Ψαρουδάκη. Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από τους συνθέτες: Χρήστο Νικολόπουλο, Νάκη Πετρίδη, Ανδρέα Αρτέμη, Στέφανο Κοντόπουλο, Αναστασία Παπαδημητρίου, Φίλιππο Περιστέρη και Στάθη Μαραγκό με τον οποίο συνεργάστηκαν στην ταινία του Θόδωρου Μαραγκού «Ισοβίτες» στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Σήμερα, αρθρογραφεί με κύρια θεματολογία του την κοινωνία και τον άνθρωπο.

Έργα του ιδίου
«Μελλοντικά Παρελθόν του Σήμερα» Ποίηση εκδόσεις Τσαπέπα 1984
«Αντικέρ Ιδεών» Ποίηση εκδόσεις Ειρήνη 1991
«Τα Φώτα της Πόρσε» Διηγήματα εκδόσεις Θουκυδίδης 1993
«Επικηρυγμένη Αίσθηση» Ποίηση εκδόσεις Θουκυδίδης 1994

«Θεωρείο στην Κόλαση» Ποίηση εκδόσεις Δωδώνη 1996
«Πρόστυχο Φεγγάρι» Νουβέλα εκδόσεις Διάττων2000
«Η Καρδιά του δότη» Μυθιστόρημα εκδόσεις Άγκυρα 2006
«Το Δάκρυ του Μουτζούρη» Παραμύθι εκδόσεις Νίκας- Ελληνική Παιδεία 2008
«Πέθανα…αλλά σας βλέπω» Μυθιστόρημα Εκδόσεις Καλέντη 2008
«Αγαπώ τη Δυσλεξία σου» Μυθιστόρημα Εκδόσεις Αιγέας 2010
«Να φοβάσαι τον άνδρα» Μυθιστόρημα εκδόσεις Άγκυρα 2012
«Το ταξίδι του Φερεϋντούν» Παραμύθι εκδόσεις Καλειδοσκόπιο 2013

Θεατρικά

«Κοσμάς ο Αιτωλός – Φτιάξτε σχολειά – φτιάξτε σχολειά» [πρόγραμμα –βιβλίο] – εκδόσεις Δρόμων 2011
«Θυρίδα 111» [πρόγραμμα –βιβλίο] εκδόσεις Δρόμων 2012
«Η Σκιά του Ειδώλου» [πρόγραμμα –βιβλίο] εκδόσεις Γράμμα 2013

Μια συμμαχική «Γκουερνίκα» – Ο βομβαρδισμός της πόλης του Άργους στις 14 Οκτωβρίου1943


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Βασίλη Κ. Δωροβίνη, Δικηγόρου- Πολιτικού Επιστήμονα – Ιστορικού, με θέμα:

Μια συμμαχική «Γκουερνίκα»

Ο βομβαρδισμός της πόλης του Άργους στις 14 Οκτωβρίου1943

 

Βομβαρδισμός

Βομβαρδισμός

Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται 70 χρόνια από τις εκατόμβες που προκάλεσε στον πληθυσμό της γενέτειράς μου Άργους ο βομβαρδισμός, από αγγλοαμερικανικό σμήνος, μέσα στην πόλη. Έχοντας συμπληρώσει τη συλλογή πρωτογενούς και  ανέκδοτου υλικού για το Άργος κατά την Κατοχή και την Απελευθέρωση, εντόπισα κάποια άγνωστα στοιχεία, συνέλεξα  άλλα που ήταν σκόρπια και φθάνω σε μία σύνθεση – ανάλυση των πηγών. Ένα από τα κεφάλαια προς σύνταξη είναι και τα γεγονότα του βομβαρδισμού, αλλά και του άλλου που προηγήθηκε, τον Απρίλιο 1941, από τη γερμανική Λούφταβάφε. Υποτίθεται ότι στόχος και των δύο ήταν το αεροδρόμιο του Άργους, τρία χιλιόμετρα βορειότερα της πόλης, που την εποχή εκείνη ήταν το νοτιότερο αεροδρόμιο της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Η ανάπτυξη των θεμάτων γίνεται με την οπτική κυρίως μιας ιστορίας του πληθυσμού και των νοοτροπιών και μία από τις βασικές πηγές είναι του ιστοριοδίφη Τάσου Τσακόπουλου. Πρόκειται για κείμενα που ανακάλυψα προ ετών και τα οποία, μετά την έκδοση του όλου υλικού, θα παραδώσω, όπως έκαμα και με το υπόλοιπο αρχείο Τσακόπουλου, στα κρατικά αρχεία του Ναυπλίου. Πρέπει να σημειώσω την πλήρη έλλειψη φωτογραφικού υλικού για τα συμβάντα: από την ελληνική πλευρά, δεν έχει εντοπιστεί ούτε μια φωτογραφία, ενώ δεν έχουμε εντοπίσει φωτογραφίες γερμανικής προέλευσης.

 

Τα γεγονότα

 

Το αεροδρόμιο του Άργους υπήρξε ο κύριος στόχος αεροπορικών επιθέσεων των Γερμανών και, μετά, των συμμάχων. Εκεί είχε μεταφερθεί και η Σχολή Ικάρων πριν από την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα. Τον Απρίλιο 1941 καταστράφηκε  σχεδόν όλο το αγγλικό σμήνος, επί του εδάφους, πράγμα που έχει αφηγηθεί ο Ρ. Νταλ. Ταυτόχρονα, οι Γερμανοί χτύπησαν και το μοναστήρι της Κατακεκρυμμένης, στο λόφο της Λάρισας, όπου τελείτο ιερουργία, και προκάλεσαν τα περισσότερα θύματα αμάχων ενώ έριξαν και 2-3 βόμβες μέσα στην πόλη. Πρόσφατος υπολογισμός των θυμάτων δίνει  αριθμό 31 νεκρών.

Μετά τις πρώτες νίκες συμμάχων στην Αφρική, άρχισαν και οι αεροπορικές επιθέσεις τους κατά του αεροδρομίου του Άργους. Για τις μετά από κάθε επίθεση επισκευές, είχαν καταρτισθεί κατάλογοι συνεργατών των ναζί, με ονόματα κατοίκων της πόλης, προς αναγκαστική αγγαρεία.  Πρωτοστάτησε σε αυτό μετέπειτα πολιτικός παράγοντας, με το προσωνύμιο «Φον μπότας»   ή «Φερμπότεν», που άρχισε να πλουτίζει ακριβώς τότε. Ονόματα έμπαιναν και μπορούσαν να «βγουν» έναντι 2 χρυσών λιρών.

Η αεροπορική επιδρομή τη 14.10.43 είχε προετοιμαστεί με ακρίβεια. Την παραμονή το βράδυ, μάλιστα, αναγνωριστικά συμμαχικά αεροπλάνα καταύγασαν την πόλη με δεκάδες τροχιοδεικτικά που έριξαν, με πολύ μικρά αλεξίπτωτα, ώστε να διευκολυνθεί η φωτογράφιση των χώρων. Το φύλλο πορείας του βομβαρδιστικού σμήνους είχε και αυτό επακριβέστατους στόχους, μεταξύ των οποίων και η υπόδειξη «ARGOS», δίχως άλλη αναφορά. Το έχω στην κατοχή μου από αμερικανό αεροπόρο, που συμμετείχε στο σμήνος και τον εντόπισα προ ετών.

Ο βομβαρδισμός έγινε μεταξύ 9-10 το πρωί, της Πέμπτης, 14 Οκτωβρίου, όταν πολλοί άνθρωποι ήταν στους δρόμους. Επιβεβαιώθηκε η πληροφορία του Τσακόπουλου για την Πέμπτη, ενώ άλλοι έδιναν ως ημέρα το Σάββατο. Στην πόλη δημιουργήθηκε πραγματικό μακελειό, διότι οι βόμβες που ρίχθηκαν ήταν προσωπικού, με αποτέλεσμα τα θραύσματά τους κυριολεκτικά να θερίζουν τα κάτω άκρα των ατόμων κοντά στο σημείο επίκρουσης και να κτυπούν καίρια όσους ήταν μακρύτερα. Ο μέχρι σήμερα βεβαιωμένος αριθμός νεκρών ανέρχεται στους 98, με άγνωστο τον πραγματικό αριθμό και εντελώς άγνωστο το αριθμό των τραυματιών, ενώ αναφέρονται, μη εξακριβωμένα, και 75 νεκροί Γερμανοί. Στην πόλη δεν υπήρχε παρά μία και μόνη χειρουργική κλινική, με ένα και μόνο χειρουργό, τον Κώστα Κεραμίδα. Σε νοσοκομείο του Άργους, στρατιωτικό, είχε μετατραπεί για τα στρατεύματα Κατοχής το κτίριο του συλλόγου «Δαναός».

 

Το κτίριο της κλινικής Κεραμίδα, όπως είναι και σήμερα. Στο ισόγειο, από αριστερά προς τα δεξιά, ήταν το γραφείο, το εξεταστήριο, το χειρουργείο και στο βάθος οι θάλαμοι ασθενών. Κάτω από το ισόγειο  αντιαεροπορικό καταφύγιο.

Το κτίριο της κλινικής Κεραμίδα, όπως είναι και σήμερα. Στο ισόγειο, από αριστερά προς τα δεξιά, ήταν το γραφείο, το εξεταστήριο, το χειρουργείο και στο βάθος οι θάλαμοι ασθενών. Κάτω από το ισόγειο αντιαεροπορικό καταφύγιο.

 

Πολύτιμη είναι μαρτυρία του γνωστού καθηγητή παιδοχειρουργικής Δημήτρη Κεραμίδα, γιού του Κώστα, που τότε ήταν οκτώ ετών. Περιγράφει με αδρές γραμμές την ανατριχιαστική εικόνα που είδε με τα μάτια του: δεκάδες αιμόφυρτα σώματα να μεταφέρονται ιδίως με πόρτες (τα φορεία είχαν εξαντληθεί) στην αυλή της χειρουργικής κλινικής, που έπλεε στο αίμα, δεκάδες να ακρωτηριάζονται, ώστε να σωθούν από την ακατάσχετη αιμορραγία, κιβώτια με ανθρώπινα μέλη να στοιβάζονται στην αποθήκη πριν από τον ενταφιασμό τους. Ήταν αδύνατο να κρατηθεί ημερολόγιο  εισερχομένων-εξερχομένων από την κλινική, όπως τελικά έγινε αδύνατη η πλήρης ενημέρωση των ληξιαρχικών καταγραφών (πολλοί από τα θύματα ήταν από τα γύρω χωριά και πιθανώς και από το Ναύπλιο). Σημειώνουμε ότι ο πληθυσμός της πόλης ήταν τότε περίπου 10.000 κάτοικοι.

 

Ερμηνείες και εξηγήσεις

 

Έχουν διατυπωθεί διάφορες ερμηνείες για τα γεγονότα. Μία από αυτές κάνει λόγο για γερμανική φάλαγγα που, από τον νότο της πόλης, την διέσχιζε με κατεύθυνση την Κόρινθο (η επικοινωνία προς και από το κέντρο της Πελοποννήσου γινόταν τότε υποχρεωτικά μέσα από την πόλη του Άργους).

Η υπόθεση που έχει διατυπωθεί είναι ότι ή το συμμαχικό σμήνος την εντόπισε και…έβαλλε εναντίον της, ή  ότι από τα άρματα της φάλαγγας και από γερμανικά αντιαεροπορικά, στις στέγες κάποιων σπιτιών  της πόλης, ρίχτηκαν αμυντικές βολές, που προκάλεσαν την αντίδραση του σμήνους. Γεγονός είναι ότι οι εγκατεστημένες σειρήνες σε ψηλά κτίρια στην πόλη δεν ήχησαν, ενώ κατά μια μαρτυρία το σμήνος εμφανίστηκε ξαφνικά από δυτικά, πίσω από τον λόφο της Λάρισας.

Το ερώτημα παραμένει: γιατί στο φύλλο πορείας υπήρχε η υπόδειξη «Άργος» και όχι «αεροδρόμιο Άργους», που ήταν άλλωστε και το μοναδικό για την κεντρική και νότια Πελοπόννησο; Αν εξυπονοείτο το αεροδρόμιο, πως και γιατί το σμήνος δεν κατευθύνθηκε κατευθείαν προς αυτό, όπως όλες τις άλλες φορές; Άλλωστε εδώ δημοσιεύουμε φωτογραφία βομβαρδισμού του αεροδρομίου, που προέρχεται από αμερικανικό αεροπλάνο, λήφθηκε λίγες βδομάδες πριν τις 14 Οκτωβρίου και κυκλοφορεί σήμερα στο διαδίκτυο. Ο χώρος, λοιπόν, ήταν  πολύ γνωστός και επιθέσεις εναντίον του έγιναν και μετά το γεγονός. Γνωστοποίησα στον αμερικανό  πιλότο το αποτέλεσμα της επιδρομής και ζήτησα περισσότερες πληροφορίες. Εκείνος σιώπησε οριστικά…

 

Αεροφωτογραφία μετά από βομβαρδισμό του αεροδρομίου. Επάνω αριστερά η πόλη του Άργους

Αεροφωτογραφία μετά από βομβαρδισμό του αεροδρομίου. Επάνω αριστερά η πόλη του Άργους

 

Στην πόλη η ιστορική μνήμη αναζωπυρώθηκε το έτος 2003, επί δημαρχίας Δ. Πλατή, οπότε έγινε και η πρώτη έρευνα για τα θύματα, και εντοπίστηκαν 66 νεκροί. Τον επόμενο χρόνο ο αριθμός έφθασε τους 91, ενώ επί δημαρχίας Β. Μπούρη, οπότε η έρευνα συνεχίστηκε, ο αριθμός έφθασε τους 98.

Συνθέσαμε αυτή την πολύ σύντομη αφήγηση, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης των 70 ετών, έχοντας διαπιστώσει ότι τα γεγονότα αυτά λανθάνουν στις μέχρι σήμερα γενικές ή ειδικότερες προσεγγίσεις των συμβάντων εκείνης της εποχής.  Με την ελπίδα ότι, ίσως έτσι, δοθεί έναυσμα για άλλες έρευνες, ιδίως σε γερμανικά αρχεία, που ίσως ρίξουν περισσότερο φως σε αυτή την «Γκουερνίκα» του Άργους.

 

Τα καταγεγραμμένα θύματα του βομβαρδισμού (Πηγή: Εφημερίδα «Τα Αργολικά»).

 

Αδρακτάς Κ., Αδρακτά Αν., Αθανασόπουλος Δ., Αθηνιού Σ. (μητέρα), Αθηνιού Ε. (κόρη), Ανέστης Π., Ανέστης Α., Ανδριανοπούλου Αγ., Αντωνακόπουλος Γ., Βαρβάτης Π., Βούλγαρης Γ., Κ. Βομβ., Γεώργας Αν., Γεωργόπουλος Δ., Γεωργαντά Φ., Γιαννάτος Β., Γιαννάκος Θεμ., Γκαργκάσουλα Α., Γκουμάκης Θ., Γυφτοπούλου Πην., Δανιήλ Π., Δήμας Δ., Ηλιόπουλος Αθ., Θεωνάς Ν., Καλαντζής Αν., Καλαντζής Αντ., Καλαντζής Β., Καλαντζής ., Καλαντζής Θ., Καραμαλίκης Ευ., Καράμπελας Ευ. Καραλής Δ., Καρατζάς Αθ., Καρούτας Αθ., Κατσαρός Κ., Κιντής Αθ., Κλεισιάρη Γ., Κλειώσης Ευ., Κοροβέσης Ι., Κουρέτσου Γ., Κούρου Π., Κράντος Π., Κρητικού Κ., Κυριακοπούλου Χρ., Κωνσταντόπουλος Π., Κωτσαντής Γ., Κωτσαντής Θ., Λαδάς Δ., Λάμπρου Ι., Λιάπης Γ., Λιτσαρδάκης Α., Μαραγκός Σπ., Μαραγκού Ε, Μαρούσης Κ., Μαρίνης Κ., Μαρλαγκούτσος Ι., Μαρλαγκούτσου Κ., Μαρούτσος Ι., Μητρόπαπα Μ., Μητροσύλης Γ., Μπολώσης Κ., Μπράτσος Κ., Νικολόπουλος Δ.., Πάγκας Π., Πάγκα Κ., Παγώνης Μ., Παΐσης Δ., Πανόπουλος Γ., Παντελόπουλος Π., Παπαδάτος Ι., Παπαϊωάννου Π., Πινάτση Α., Ράπτης Π., Πίπιλας Αθ., Σέρφα Ελ., Σκίκος Κ., Σκλήρης Β., Σμυρλής Δ., Σπυράκη Ελ., Σπυρόπουλος Π., Σταύρου Κ., Στέκας Γ., Στεφανή Ελ., Σχοινά Γ., Τάτσης Δ., Τόλιας Ν., Τόμπρας Θ.., Τσεκές Γ., Τσεκές Θ., Τρισπαγώνα Γ., Τσίγγας Ι., Τσιμπρής Γ., Χαλέπας Α., Χαντζής Θ., Χατζηιωάννου Δαν., Χαμπίμπης Β., Χρυσικού Αικ., Ψωμά Ν.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στην Εφημερίδα των Συντακτών, στις 12 Οκτωβρίου, 2013.

Διαβάστε ακόμη:

 

Οι Θολωτοί Τάφοι των Μυκηνών


 

Οι Μυκήνες  αποτελούν το σημαντικότερο αρχαιολογικό  χώρο της Πελοποννήσου και έναν από τους πιο σημαντικούς της Ελλάδας, γνωστό σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Oι Mυκήνες ήταν κατοικημένες από το 2.500 π.X. Η λαμπρότερη όμως εποχή της ιστορίας και της ακμής τους συμπίπτει με την Ύστερη Εποχή του Xαλκού από το 1600 μέχρι το 1110 π.X. περίπου. Στην περίοδο αυτή αντιστοιχούν και τα περισσότερα ορατά μέχρι σήμερα οικοδομικά λείψανα.

O λόφος των Mυκηνών, που έχει υψόμετρο 280 περίπου μέτρα από τη θάλασσα, καλύπτει μία έκταση 30 περίπου στρεμμάτων, που περικλείεται από κυκλώπεια τείχη, τα οποία ακολουθούν ουσιαστικά το φυσικό σχηματισμό του λόφου. Tο μέσο πάχος των τειχών είναι 5,20 περίπου μέτρα, ενώ το αρχικό ύψος τους υπολογίζεται στα 12 μέτρα. Το τείχος αρχικά ήταν κτισμένο με ακανόνιστους και ακατέργαστους ογκόλιθους και τα κενά, που σχηματίζονταν μεταξύ των ογκόλιθων, τα γέμιζαν με μικρότερες πέτρες και πηλό. Αργότερα προστέθηκαν τμήματα χτισμένα με ακανόνιστους λίθους, που εφάπτονται μεταξύ τους χωρίς να αφήνουν κενά, και στην τελευταία φάση χτίζονται με πελεκημένους ογκόλιθους σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλόγραμμου, που εφάπτονται αρμονικά μεταξύ τους. Χαρακτηριστικό σημείο, όπου μπορούμε να διακρίνουμε σήμερα και τις τρεις τεχνικές κατασκευής των μυκηναϊκών τειχών, είναι το τμήμα του τείχους νοτιοδυτικά της Πύλης των Λεόντων.

 

Τείχη Μυκηνών

Τείχη Μυκηνών

 

Η αρχαία πόλη των Μυκηνών ήταν χτισμένη σε σπουδαίο στρατηγικό σημείο μεταξύ δυο κορυφών, του προφήτη Ηλία και της Σάρας, που εποπτεύει τη σπουδαιότερη οδική αρτηρία μεταξύ Άργους, Φλειούντα, Νεμέας, Κλεωνών και Κορίνθου, η οποία περνούσε από τους δυτικούς πρόποδες του λόφου.

Μυκήνες -  Porta di Micene, λιθογραφία,  αρχές 19ου αιώνα

Μυκήνες – Porta di Micene, λιθογραφία, αρχές 19ου αιώνα

Ιδρυτής των Μυκηνών ήταν ο Περσέας, ο οποίος ονόμασε τη νέα πόλη Μυκήνες  είτε επειδή εκεί έπεσε ο μύκης (μύκης = θήκη) του ξίφους του είτε επειδή εκεί αποκάλυψε μια πηγή με άφθονο νερό, την Περσεία πηγή, κάτω από τη ρίζα ενός μύκητα (μύκης = μανιτάρι). Άλλοι θεωρούν ότι η ετυμολογία της λέξης Μυκήνες προέρχεται από τη λέξη μυχός (= το πιο βαθύ και εσωτερικό σημείο ενός πράγματος, μιας τοποθεσίας, κλπ) και προσδιορίζει τη φυσική της θέση. Αρχαίοι συγγραφείς αποδίδουν το όνομα Μυκήνες στην ηρωίδα Μυκήνη, κόρη του Ινάχου, μυθολογικού βασιλιά του Άργους. Τέλος κάποιοι γλωσσολόγοι τη συσχετίζουν με το τοπωνύμιο Μυκαλησσός και Μύκαλη, τα οποία θεωρούνται προελληνικά.

Σύμφωνα με την αρχαιοελληνική παράδοση τον ιδρυτή των Μυκηνών Περσέα (γιο του Δία και της Δανάης) διαδέχτηκαν στο θρόνο ο γιος του Σθένελος και ύστερα ο Ευρυσθέας, γνωστός από τους άθλους του Ηρακλή, τον οποίο σκότωσε ο γιος του Ηρακλή, ο Ύλλος. Έτσι τη δυναστεία των Περσειδών διαδέχτηκε η δυναστεία των Πελοπιδών. Απόγονος της δυναστείας αυτής ήταν ο Ατρέας, πατέρας του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου και ιδρυτής της γενιάς των Ατρειδών. Στα χρόνια της βασιλείας του Αγαμέμνονα, που ήταν αδελφός του Μενέλαου βασιλιά της Σπάρτης- και αρχηγός της εκστρατείας στη Τροία, το κράτος των Μυκηνών έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή του. Ο Όμηρος, ο πρώτος που ανέφερε τις Μυκήνες, περιγράφει τους πλατείς δρόμους τους, τα ωραία οικοδομήματα και τον πλούτο τους.

Μετά την κάθοδο των Ηρακλειδών, η οποία πραγματοποιήθηκε στο διάστημα της βασιλείας του Tισσαμενού, ο οποίος ήταν γιος του Ορέστη και εγγονός του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, οι Μυκήνες περιήλθαν σε δεύτερη μοίρα και σημαντικότερη πόλη της αργολικής πεδιάδας αναδείχτηκε το Άργος. Διατήρησαν βέβαια την ανεξαρτησία τους και σε υστερότερους χρόνους, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι έστειλαν 80 άντρες στη μάχη των Θερμοπυλών και τετρακόσιους (μαζί με την Τίρυνθα) στις Πλαταιές, για να γραφτεί το όνομά τους στην αναθηματική πλάκα που έστησαν οι Πανέλληνες στους Δελφούς. Το 468 π.Χ. τις κατέλαβε, ύστερα από μακρά πολιορκία, το πάντοτε εχθρικό προς αυτούς Άργος και, σύμφωνα με τους αρχαίους ιστορικούς, οι κάτοικοι κατέφυγαν οι μισοί στη Μακεδονία και οι υπόλοιποι στις Κλεωνές και στην Κερύνεια.

Από τότε οι Μυκήνες ερήμωσαν. Κάποια μικρή κώμη δημιουργήθηκε κατά τον 3ο– 2ο αι. π.Χ. αλλά δεν διατηρήθηκε. Το 1ο αι. π.Χ. επισκέφτηκε τα μυκηναϊκά ερείπια ο περιηγητής Παυσανίας, ο οποίος περιέγραψε την περιοχή, αναφέροντας τα τείχη και τη Πύλη των Λεόντων, την Περσεία κρήνη, τους θησαυρούς του Ατρέα και των γιων του καθώς επίσης τους τάφους του Ατρέα, του Ευρυμέδοντα, της Ηλέκτρας, της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου. Περιηγητές επισκέφτηκαν τις Μυκήνες και στα νεότερα χρόνια και περιέγραψαν ή απεικόνισαν τα μνημεία.

Heinrich Schliemann

Heinrich Schliemann

Ο χώρος των Μυκηνών αναδύθηκε στην επιφάνεια στα τέλη του 19ου αι. (το 1874) από τις ανασκαφές του Γερμανού Ερρίκου Σλήμαν, ο οποίος εντόπισε την περιοχή οδηγούμενος από τη περιγραφή του περιηγητή Παυσανία και από ανασκαφές, που έκαναν αργότερα Γερμανοί, Άγγλοι και Έλληνες αρχαιολόγοι. Οι ανασκαφές αυτές έφεραν στο φως σημαντικά ευρήματα τόσο εντός των τειχών της μυκηναϊκής ακρόπολης, όσο και στην ευρύτερη περιοχή έξω από τα τείχη.

Τα πιο ενδιαφέροντα λείψανα έξω από την ακρόπολη των Μυκηνών είναι οι τάφοι όλων των ειδών, οι οποίοι δημιουργήθηκαν κατά την μακραίωνη μυκηναϊκή περίοδο. Στη μυκηναϊκή ταφική αρχιτεκτονική κυριαρχούν τρεις τύποι τάφων: ο λακκοειδής, ο θαλαμωτός και ο θολωτός.

λακκοειδείς τάφοι είναι απλοί λάκκοι, οι μεγαλύτεροι και βαθύτεροι με ξερολιθιά στα πλάγια, πάνω στην οποία πατούσαν τα οριζόντια δοκάρια της στέγης του τάφου.  Ο νεκρικός θάλαμος είναι υπόγειος με χτιστά τοιχώματα και πρόσβαση από πάνω. Μετά την τοποθέτηση του νεκρού το άνοιγμα καλύπτεται με ξύλινα δοκάρια και πλάκες και στο τέλος ο τάφος καλύπτεται με τεχνητή επίχωση, που σχηματίζει ένα μικρό λοφίσκο, τον τύμβο. Συχνά    οι λακκοειδείς τάφοι κατασκευάζονταν κατά συστάδες, πάνω από τις οποίες σχηματιζόταν ένας ενιαίος κυκλικός τύμβος. Δύο τέτοιοι κύκλοι, ο ταφικός κύκλος Α και ο ταφικός κύκλος Β, που περιείχαν βασιλικές ταφές, βρέθηκαν στις Μυκήνες.

Ο ταφικός περίβολος Α, το νεκροταφείο των ηγεμόνων των Μυκηνών, στα νοτιοανατολικά της πύλης των Λεόντων.

Ο ταφικός περίβολος Α, το νεκροταφείο των ηγεμόνων των Μυκηνών, στα νοτιοανατολικά της πύλης των Λεόντων.

Ο ταφικός κύκλος Α ήταν το βασιλικό νεκροταφείο των Μυκηναίων ηγεμόνων της πρώιμης εποχής του Μυκηναϊκού Πολιτισμού κατά τον 16ο αιώνα π.Χ.. Αρχικά βρισκόταν εκτός των οχυρώσεων των Μυκηνών και ήταν μία συστάδα λακκοειδών βασιλικών τάφων, που την περιέβαλε ένας χαμηλός περίβολος από ξερολιθιά διαμέτρου 27,50 μ.  Όταν το 13ο αιώνα π.Χ χτίστηκε ψηλότερα η Πύλη των Λεόντων και το δυτικό τείχος, οι τάφοι βρέθηκαν στο βάθος ενός τεχνητού κοιλώματος. Τότε χτίστηκε γύρω τους ένας ισχυρός επικλινής τοίχος, ο οποίος συγκράτησε την επίχωση που γέμιζε το κοίλωμα, σκέπασε τους τάφους και έφερε τον κύκλο στην στάθμη της Πύλης. Στην κορυφή του τοίχου στήθηκαν δύο ομόκεντρες σειρές από όρθιες πλάκες σε απόσταση 1,20 μ, μεταξύ τους και το διάστημα μεταξύ τους σκεπάστηκε από όμοιες πλάκες, που σχημάτισαν ένα κυκλικό θωρακείο με είσοδο στη βόρεια πλευρά, προς την Πύλη των Λεόντων. Έτσι με την επέκταση των τειχών ο ταφικός κύκλος Α συμπεριλήφθηκε στα τείχη και σήμερα βρίσκεται μέσα στην ακρόπολη, νοτιοανατολικά και σε μικρή απόσταση από την Πύλη των Λεόντων.

Προσωπίδα "του Αγαμέμνονα"

Προσωπίδα «του Αγαμέμνονα»

Ο χώρος ήρθε στην επιφάνεια από τον αρχαιολόγο Ερρίκο Σλήμαν το 1876 και περιλαμβάνει 6 ορθογώνιους κάθετους λακκοειδείς τάφους με διαστάσεις από 3 Χ 3,50 μ. έως 4,50 Χ 6,40 μ. Oι νεκροί θάβονταν ντυμένοι και στολισμένοι με πλούσια δώρα, χρυσά κοσμήματα και αγγεία, χάλκινα ξίφη με χρυσές και ελεφάντινες λαβές, εγχειρίδια με χρυσή και ασημένια διακόσμηση και αγγεία, που μαρτυρούν επαφές των μυκηναίων με την Kρήτη και τις Kυκλάδες, επιβεβαιώνουν το σημαντικό ρόλο που έπαιξαν οι Μυκήνες εκείνη την εποχή και δικαιώνουν τον Ομηρικό χαρακτηρισμό των Μυκηνών ως «πολύχρυσων». Ο πλούτος των κτερισμάτων μαρτυρεί την υψηλή κοινωνική θέση των νεκρών και τον πολεμικό τους χαρακτήρα. Ανάμεσα στα πλούσια ευρήματα ανακαλύφθηκε και σειρά χρυσών νεκρικών προσωπείων, ένα από το οποίο είναι γνωστό ως Μάσκα του Αγαμέμνονα. Την ονομασία έδωσε ο ίδιος ο Σλήμαν, όπως αποδείχτηκε όμως αργότερα το προσωπείο άνηκε σε ηγεμόνα, που έζησε τρεις αιώνες νωρίτερα από την εποχή του μυθικού Αγαμέμνονα.

O ταφικός κύκλος B βρίσκεται δυτικά της ακρόπολης των Μυκηνών και αποτελούσε τμήμα του προϊστορικού νεκροταφείου της περιοχής και άρχισε να χρησιμοποιείται στα τέλη της Μεσοελλαδικής περιόδου (1650 π.Χ.) και αποκαλύφθηκε το 1952. Περιβάλλεται από χτιστό κύκλο διαμέτρου 28μ. και περιλαμβάνει 24 τάφους, από τους οποίους οι 14 είναι βασιλικοί  κάθετοι λακκοειδείς και οι υπόλοιποι τετράπλευροι μικροί, λαξευμένοι στο βράχο. Οι κιβωτιόσχημοι είναι μικροί τάφοι σκαμμένοι στο βράχο και περιέχουν συνήθως ένα σκελετό. Οι λακκοειδείς τάφοι είναι μεγαλύτερου μεγέθους, ορθογώνιου σχήματος και οι πλευρές τους είναι επενδυμένες με τοίχους. Οι τάφοι αυτοί περιέχουν αρκετούς σκελετούς. Οι 4 από αυτούς τους τάφους είχαν επιτύμβιες στήλες. Το έθιμο των επιτύμβιων στηλών ως σήμα για την ύπαρξη τάφου, που εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Ελλαδικό χώρο, υιοθετήθηκε από τις επόμενες γενιές και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.
Στους λακκοειδείς βρέθηκε πλήθος κτερισμάτων και αντικείμενα, όπως προσωπίδες, χρυσά περιδέραια, όπλα, αγγεία χρυσά, ασημένια, χάλκινα, πήλινα και λίθινα καθώς και σφραγίδες κ.α. Τα σημαντικότερα που βρέθηκαν στο χώρο αυτό είναι μια μοναδική νεκρική προσωπίδα από ήλεκτρο, ένα αγγείο από κρύσταλλο με λαβή σε σχήμα κεφαλής πάπιας και ένας σφραγιδόλιθος με παράσταση γενειοφόρου.  Οι λακκοειδείς τάφοι του μυκηναϊκού κόσμου εγκαταλείφθηκαν με την εμφάνιση των λαξευτών θαλαμοειδών και την εξάπλωση των θολωτών τάφων.

Οι μυκηναϊκοί θαλαμωτοί ή θαλαμοειδείς τάφοι έχουν ακανόνιστο σχήμα, λαξεύονται στο μαλακό πέτρωμα στις πλαγιές υψωμάτων και αποτελούνται από δύο τμήματα. Το δρόμο, ο οποίος  κατέληγε σε μια θύρα με υπέρθυρο, και τον κυρίως θάλαμο. H είσοδος στο θάλαμο μετά την ταφή φραζόταν με ξερολιθιά, την οποίαν αφαιρούσαν και ξανάχτιζαν για κάθε νέα ταφή.  Oι θάλαμοι ήταν διαφόρων μεγεθών και σχημάτων, συνήθως τετράπλευροι και κάποτε στρογγυλοί, και ήταν σκαμμένοι μέσα σε πέτρωμα  αρκετά μαλακό ώστε να σκάβεται και αρκετά συμπαγές ώστε να μη βυθίζεται. Κάποιοι απ’ αυτούς περιλάμβαναν και ένα πλευρικό ταφικό δωμάτιο.

Οι θαλαμωτοί ήταν μάλλον οικογενειακοί τάφοι, χρησιμοποιούνταν από τα μεσαία στρώματα του πληθυσμού και κατασκευάζονταν κατά συστάδες σχηματίζοντας νεκροταφεία. Υπάρχουν όμως και αρκετοί μεμονωμένοι θαλαμωτοί τάφοι διασκορπισμένη στην ευρύτερη περιοχή του μυκηναϊκού χώρου. H δυτική πλαγιά του λόφου της ακρόπολης των Μυκηνών, ο λόφος της Παναγίτσας και ολόκληρη η περιοχή βόρεια και δυτικά της είναι κυριολεκτικά διάτρητες από τάφους λακκοειδείς, θαλαμοειδείς και θολωτούς. Συνολικά οι αρχαιολόγοι έχουν σκάψει περισσότερους από 130 τέτοιους τάφους γύρω στην ακρόπολη των Μυκηνών, ο ακριβής αριθμός τους όμως είναι άγνωστος.

 

Οι αρχαιολόγοι Λέβεντορ, Ντέρπφελντ και Σλήμαν στις Μυκήνες το 1885.

Οι αρχαιολόγοι Λέβεντορ, Ντέρπφελντ και Σλήμαν στις Μυκήνες το 1885.

 

Οι θολωτοί τάφοι είναι υπόγειοι, διαθέτουν δρόμο, καλύπτονται με τεχνητή επίχωση, τον τύμβο, και συγκαταλέγονται χωρίς αμφιβολία στα πιο λαμπρά αρχιτεκτονήματα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού. Συνολικά, οι θολωτοί τάφοι που έχουν βρεθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα είναι 120.  Οι μεγαλύτεροι απ’  αυτούς θεωρούνται σημαντικά αρχιτεκτονικά επιτεύγματα, καθώς οι θολωτές κατασκευές αντιμετώπιζαν σοβαρά στατικά προβλήματα, όταν η διάμετρός τους ξεπερνούσε τα 6 μ. Συγκεκριμένα το στόμιό τους κινδύνευε να καταρρεύσει από το υπερβολικό βάρος του υπέρθυρου. Μια προστατευτική τεχνική που εφαρμόστηκε για να αποφευχθεί αυτό το πρόβλημα ήταν η επινόηση του ανακουφιστικού τριγώνου, που μετέφερε το βάρος του υπέρθυρου στις παραστάδες και στις πλευρές της θόλου.
Πρόκειται για υπόγεια κυκλικά κτίσματα με ισόδομους λίθους και σχήμα κωνικό. Διαθέτουν και  αυτοί δρόμο, θύρα και στόμιο. Ο μακρύς δρόμος είναι σκαμμένος οριζόντια στην πλαγιά λόφου και μέσω του στομίου οδηγεί σ’ ένα θάλαμο κυκλικής κάτοψης, στεγασμένο με θόλο. Ο δρόμος ήταν διαμορφωμένος ανάλογα με το μέγεθος και την ποιότητα της κατασκευής των τάφων, ως μια μικρή δίοδος λαξεμένη στο βράχο ή μια επιμελημένη λιθόκτιστη κατασκευή. Τα τοιχώματα του δρόμου είναι κάθετα. Μετά από κάθε ταφή έφραζαν την εξωτερική άκρη (στόμιο) του δρόμου με πέτρες και γέμιζαν το εσωτερικό του με χώμα.

Η είσοδος και ο θάλαμος είναι οικοδομημένοι με ογκόλιθους, άλλοτε πάνω από την επιφάνεια του εδάφους, οπότε σκεπάζονται με χώμα δίνοντας την όψη τύμβου, και άλλοτε σε βαθύ κυκλικό σκάμμα ανοιγμένο στην πλαγιά ενός λόφου. Η είσοδος είναι μνημειακή, με χτιστές παραστάδες, μονολιθικά  ανώφλια και υπέρθυρα με ανακουφιστικό τρίγωνο. Η είσοδος των θόλων σφραγιζόταν συνήθως με τοίχο και πολύ σπάνια με θύρα. Ιδιαίτερη επιμέλεια έδιναν στην κατασκευή της πρόσοψης, παρόλο που η είσοδος ήταν μόνο για ένα μικρό διάστημα ορατή, από τη στιγμή της αποπεράτωσης του τάφου μέχριτον πρώτο ενταφιασμό.  θόλος είναι χτισμένος με μεγάλες πλάκες τοποθετημένες κατά στρώσεις με τέτοιο τρόπο, ώστε κάθε στρώση να εξέχει λίγο περισσότερο προς το εσωτερικό του θόλου από την αμέσως κατώτερή της (εκφορικό σύστημα), έτσι ώστε το άνοιγμα να στενεύει προς τα πάνω, έως ότου έμενε μόνο μια οπή. Ο μεγάλος λίθος της κορυφής του θόλου, που έκλεινε την οπή, λέγεται «κλειδί», επειδή εξασφαλίζει τη συνοχή σ’ ολόκληρο το οικοδόμημα.

 

The Citadel of Mycenas.

The Citadel of Mycenas.

 

Οι θόλοι είναι κυκλικοί στην κάτοψη με διάμετρο που ποικίλλει από τα 3,50 μ. έως τα 14,50 μ και, επειδή θυμίζουν εσωτερικά κυψέλη, ονομάζονται και κυψελόσχημοι.  Γύρω από τη θόλο συσσωρεύονταν χώματα και πέτρες για να είναι ανθεκτική στις πιέσεις και ενδιαμέσως έμπαινε μια επίστρωση πηλού για στεγανοποίηση. Οι λάκκοι που βρίσκονται στο δάπεδό τους χρησίμευαν ως τάφοι ή ως εγκαταστάσεις για την υποδοχή νεκρικών σπονδών και προσφορών. Στην περίμετρο των θόλων προστίθενται μερικές φορές και ορθογώνιοι θάλαμοι που χρησιμοποιούνταν ως νεκρικοί θάλαμοι. Οι τάφοι καλύπτονταν από ένα τεχνητό λοφίσκο από χώμα και πέτρες, σαν τύμβο, που προστάτευε την κατασκευή από τη φυσική φθορά και μαζί με τη στήλη, που τοποθετούσαν στη συνέχεια, λειτουργούσε και ως ταφικό σήμα.

Oι λακκοειδείς τάφοι ανάγονται στην περίοδο 1600-1500 π.X. , οι παλαιότεροι θολωτοί φθάνουν στα 1500 π.X. και εξακολουθούν να κατασκευάζονται έως το 13ο αι. π.X., ενώ οι θαλαμοειδείς είναι περίπου σύγχρονοι με τους θολωτούς, αλλά εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ακόμη και στον 12ο αι. π.X. Γενικά οι τάφοι ήσαν οικογενειακοί. Στο σύνολό τους ανήκουν σε ανθρώπους διαφόρων τάξεων, εποχών και κατηγοριών και δείχνουν την συνέχεια της κατοικήσεως του τόπου καθώς και ότι ο πληθυσμός του ευημερούσε και διέθετε πολύτιμα προσωπικά αντικείμενα, πολλά από τα οποία τα είχαν εισάγει από το εξωτερικό. Κάθε θολωτός τάφος ανήκει σε μια μόνο οικογένεια και μπορεί να θεωρηθεί τάφος ατομικός, προορισμένος για τον ηγεμόνα και τα μέλη της οικογένειάς του. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για τάφους βασιλικούς ή για τάφους υψηλών αξιωματούχων και αποτελούν ένδειξη εξέχουσας θέσης στην κοινωνική ιεραρχία. 

Εννέα θολωτοί τάφοι βρέθηκαν στις Μυκήνες (Τάφος του Αίγισθου, Τάφος Επάνω Φούρνου, Τάφος των Κυκλώπων, Τάφος Παναγιάς, Τάφος Κάτω Φούρνων, Τάφος των Λεόντων, Τάφος των Δαιμόνων, ο Θησαυρός του Ατρέως και ο Τάφος της Κλυταιμνήστρας) και χρονολογούνται μεταξύ 1550 και 1200 π.Χ. , ενώ η απόδοσή τους σε συγκεκριμένα μέλη των μυθολογικών δυναστειών από τον Ερρίκο Σλήμαν είναι εντελώς φανταστική. Έξι από τους εννέα θολωτούς τάφους των Mυκηνών βρίσκονται στις πλαγιές της Παναγίτσας και των γύρω της υψωμάτων, ενώ οι άλλοι τρεις, του Aιγίσθου, της Kλυταιμνήστρας και των Λεόντων, χτίστηκαν στους πρόποδες της ακρόπολης, κοντά στην πύλη των Λεόντων, και βρίσκονται σήμερα εντός του αρχαιολογικού χώρου. Οι παλαιότεροι (Τάφος του Αιγίσθου, Τάφος Επάνω Φούρνου, Τάφος των Κυκλώπων) χρονολογούνται στην περίοδο 1600-1400 π.Χ.. Μια δεύτερη ομάδα (Τάφος Παναγιάς, Τάφος Κάτω Φούρνων, Τάφος των Λεόντων) χρονολογείται στην περίοδο 1400-1300 π.Χ.  Στην περίοδο 1300-1200 π.Χ.  ανήκουν ο Τάφος των Δαιμόνων, ο Θησαυρός του Ατρέως και ο Τάφος της Κλυταιμνήστρας, που είναι οι νεότεροι.

 

Κάτοψη της περιοχής των Μυκηνών με τους θολωτούς τάφους: 1. Θησαυρός του Ατρέα 2. Τάφος της Κλυταιμνήστρας 3. Τάφος του Αίγισθου 4. Τάφος των Λεόντων 5. Τάφος των Δαιμόνων 6. Τάφος των Κυκλώπων  7. Τάφος κάτω Φούρνος 8. Τάφος πάνω Φούρνος  9. Τάφος της Παναγίτσας

Κάτοψη της περιοχής των Μυκηνών με τους θολωτούς τάφους: 1. Θησαυρός του Ατρέα 2. Τάφος της Κλυταιμνήστρας 3. Τάφος του Αίγισθου 4. Τάφος των Λεόντων 5. Τάφος των Δαιμόνων 6. Τάφος των Κυκλώπων 7. Τάφος κάτω Φούρνος 8. Τάφος πάνω Φούρνος 9. Τάφος της Παναγίτσας

 

Κάτοψη της περιοχής των Μυκηνών με τους θολωτούς τάφους.  

    1. Θησαυρός του Ατρέα 2. Τάφος της Κλυταιμνήστρας 3. Τάφος του Αίγισθου 4. Τάφος των Λεόντων 5. Τάφος των Δαιμόνων 6. Τάφος των Κυκλώπων   7. Τάφος κάτω Φούρνος 8. Τάφος πάνω Φούρνος  9. Τάφος της Παναγίτσας

 

Ο θησαυρός του Ατρέα

 

Ο θησαυρός του Ατρέα που παλιότερα τον ονόμαζαν και τάφο του Αγαμέμνονα είναι το πιο μνημειώδες κτίσμα της μυκηναϊκής εποχής και διατηρείται σε άριστη κατάσταση. Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους και τελειότερους μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους και τον πιο εντυπωσιακό από τους 9, που συνολικά έχουν βρεθεί στις Μυκήνες. Δέσποζε στα ΝΔ της ακρόπολης των Μυκηνών, επάνω στον οδικό άξονα που συνέδεε τις Μυκήνες με το Ηραίο του Άργους. Χρονολογείται μεταξύ 1350-1250 π.Χ. και θεωρείται μαζί με την Πύλη των Λεόντων, με την οποίαν είναι σύγχρονος, από τα λαμπρότερα και εντυπωσιακότερα δείγματα της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής στην εποχή της ακμής της. Χρησιμοποιήθηκε για την ταφή κάποιου σημαντικού μέλους της βασιλικής οικογένειας των Μυκηνών και από την εποχή του περιηγητή Παυσανία (2ος αιώνας μ.Χ.), οι κάτοικοι της περιοχής γνώριζαν το μνημείο ως «θησαυρό του Ατρέα», δηλαδή ως θησαυροφυλάκιο του ιδρυτή της μυθικής μυκηναϊκής ακρόπολης .

Σχεδιαστική τομή του θησαυρού του Ατρέως

 

Σχεδιαστική τομή του θησαυρού του Ατρέως

Σχεδιαστική τομή του θησαυρού του Ατρέως

 

Ένας δρόμος λαξευμένος στο βράχο με μήκος 36μ. και πλάτος 6μ. οδηγεί στην είσοδο του τάφου, που έκλεινε με μια ξύλινη, δίφυλλη και πιθανόν επενδυμένη με χαλκό θύρα. Η πρόσοψη έχει ύψος 10,50μ., ενώ η είσοδος έχει ύψος 5,40μ. και πλάτος 2,66μ. στο κάτω μέρος της και 2,46 επάνω.  Ήταν διακοσμημένη με ημικίονες, από τους οποίους σήμερα σώζονται μόνο οι τετράγωνες βάσεις δεξιά και αριστερά από την είσοδο. Το υπέρθυρο της εισόδου αποτελούν δύο τεράστιοι λίθοι, από τους οποίους ο εσωτερικός έχει μήκος 8 μ., πλάτος 5 μ. και βάρος περίπου 120 τόνων. O δρόμος του τάφου ντύθηκε με λείους προσεκτικά κομμένους και καλοταιριασμένους  ογκολίθους σε οριζόντιες ισοδομικές στρώσεις, που συνεχίζονται στην πρόσοψη και στη θόλο. Πρόκειται για ξηρολιθιά με λίθινους όγκους τέλεια προσαρμοσμένους μεταξύ τους, χωρίς συγκολλητικό υλικό. Μερικοί έχουν τεράστιες αναλογίες και ένας έχει μήκος 6 μέτρα και 1,2 μέτρα ύψος.  Το  βάθος της  εισόδου είναι 5,20μ. Στις δύο πλευρές της εισόδου διατηρούνται βάσεις, όπου στηρίζονταν ημικιόνια.  Στην κορυφή υπάρχει ανακουφιστικό τρίγωνο, που χρησίμευε για την εξουδετέρωση των πιέσεων. Γλυπτή διακόσμηση, που σήμερα δεν υπάρχει,  κάλυπτε το ανώτερο τμήμα της και το άνοιγμα του  ανακουφιστικού τριγώνου.

Ο θησαυρός του Ατρέα

Ο θησαυρός του Ατρέα

Κατόπιν εισερχόμαστε στο μεγάλο θάλαμο, ο οποίος είναι στρογγυλός  με μια θόλο ύψους 13,30 μέτρων και διαμέτρου 14,60 μέτρων, καλύπτεται με κυψελοειδή θόλο και είναι κτισμένος με 33 αλλεπάλληλες σειρές από λείους επιμήκεις λίθους, τέλεια συναρμολογημένους κατά το εκφορικό σύστημα, ώστε ο καθένας να εξέχει ελάχιστα από τον κατώτερο και να στενεύει προς την κορυφή, για να καταλήξει σε ένα στενό άνοιγμα. Ο τελευταίος λίθος, το «κλειδί», φράζει την οπή στην κορυφή της θόλου εξασφαλίζοντας την ισορροπία και τη συνοχή της. Το εσωτερικό της θόλου διακοσμούσαν χάλκινοι ρόδακες στους αρμούς των λίθων, από τους οποίους έχουν παραμείνει στη θέση τους μόνο τα καρφιά από την τρίτη σειρά και επάνω. Στη βόρεια πλευρά της θόλου ανοίγεται μικρός, ορθογώνιος, πλευρικός θάλαμος, λαξευμένος στο βράχο (6,50Χ6 μ. και 5 μ. ύψος), όπου έμπαινε κανείς από στενή είσοδο με ανακουφιστικό τρίγωνο στο υπέρθυρο.  Στο δάπεδο του θαλάμου, που είναι φυσικός βράχος, ήταν λαξευμένοι δύο λάκκοι, ενώ δύο λίθινες βάσεις δείχνουν ότι και εδώ υπήρχαν κίονες.  Η όλη κατασκευή πάνω από τη θόλο καλυπτόταν με τύμβο, που δημιουργήθηκε με τη συσσώρευση χωμάτων και στηριζόταν στη βάση του περιμετρικά με τοίχο κτισμένο στην πρόσοψη με ορθογώνιους πωρόλιθους.

Oι αρμονικές αναλογίες, που παρά το κολοσσιαίο του μέγεθος τον συγκρατούν στην ανθρώπινη κλίμακα, η επιβλητική και κομψή πρόσοψή του, η αγέρωχη ανάταση της εσωτερικής του καμπύλης και η θαυμάσια ποιότητα της κατασκευής του τον κατατάσσουν στα λαμπρότερα ταφικά μνημεία όλων των αιώνων. Ο επισκέπτης βλέποντας την είσοδο του τάφου αναλογίζεται τη δύναμη των βασιλιάδων, που έχτιζαν τέτοια επιβλητικά μνημεία στην εποχή του χαλκού, και αναρωτιέται πόσους θησαυρούς έθαβαν μαζί με τους άρχοντες στα επιβλητικά αυτά κοιμητήρια.

Το μνημείο αυτό μετά τη μυκηναϊκή εποχή δε χρησιμοποιήθηκε πια ως τάφος. Όταν τον επισκέφθηκε ο Παυσανίας το 2ο αιώνα μ.Χ., είχε ήδη λεηλατηθεί και ήταν εν μέρει καταχωμένος.  Στους επόμενους αιώνες κάποιοι βοσκοί τον χρησιμοποιούσαν ως καταφύγιο και αφαίρεσαν το «κλειδί», για να έχει διέξοδο ο καπνός από τις φωτιές τους, που άφησε τα ίχνη του στις παρειές της θόλου.

 

Θολωτός τάφος

Θολωτός τάφος

 

Ο τάφος της «Κλυταιμνήστρας» 

 

Ο θολωτός τάφος, που είναι γνωστός με το συμβατικό όνομα «τάφος της Κλυταιμνήστρας», είναι ο νεότερος από τους τάφους των Μυκηνών, ο δεύτερος σε μέγεθος μετά τον τάφο του Ατρέα και απλούστερος στην κατασκευή του. Βρίσκεται έξω από την Ακρόπολη, αλλά εντός του αρχαιολογικού χώρου  των Μυκηνών, είναι λίγο μεταγενέστερος από το «Θησαυρό του Ατρέως» και χρονολογείται γύρω στα 1220 π.Χ.

Ο τάφος της «Κλυταιμνήστρας»

Ο τάφος της «Κλυταιμνήστρας»

Ο τάφος αυτός καλά κρυμμένος, έμεινε αθέατος στους μυκηναϊκούς και ιστορικούς χρόνους και ένα μικρό ελληνιστικό θέατρο κτίσθηκε στην επίχωση του δρόμου του. Μια σειρά από τα καθίσματα του θεάτρου διατηρείται μέχρι σήμερα δεξιά και αριστερά του δρόμου του τάφου. Έμεινε άγνωστος μέχρι το 1809 και ανακαλύφτηκε τυχαία από τους χωρικούς, που έχτιζαν το υδραγωγείο του Χαρβατιού, όπως λεγόταν τότε το σημερινό χωριό Μυκήνες. Το υδραγωγείο πέρασε τυχαία πάνω από τη θόλο του τάφου και βρέθηκε η πλάκα, που κάλυπτε το άνοιγμα της κορυφής του. Ο τότε πασάς του Ναυπλίου Βελή έδωσε διαταγή να γκρεμίσουν το ψηλότερο τμήμα της θόλου και από εκεί άδειασαν τον τάφο. Αν και δε γνωρίζουμε τι βρήκαν, η φαντασία των χωρικών δημιούργησε το μύθο των θησαυρών, που για τη μεταφορά τους χρειάστηκαν πολλά ζώα.

Αφού καταστράφηκε και συλήθηκε από τον Βελή πασά του Ναυπλίου, οι βροχές και οι κακοκαιρίες αποτελείωσαν το έργο, έως ότου το 1951 αναστηλώθηκε από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Τώρα φαίνεται όπως πραγματικά ήταν, εφάμιλλος του «Θησαυρού του Ατρέως» με την εξαιρετική του κατασκευή, τον ωραίο δρόμο και τη μεγαλοπρεπή είσοδο.

Ο δρόμος του έχει μήκος 37μ. και πλάτος 6μ. Τα πλευρά του δρόμου είναι ντυμένα με κανονικά κομμένους ισοϊψείς δόμους, όπως και η θόλος. H πρόσοψή της έχει θύρα με τριπλό κατώφλι και κουφιστικό τρίγωνο φραγμένο εξωτερικά με γλυπτές λίθινες πλάκες και εσωτερικά με ελαφρό ξερότοιχο. Ήταν πλαισιωμένη με ραβδωτά ημικιόνια από γυψόλιθο από τα οποία σώθηκαν στη θέση τους μόνο οι βάσεις. Ελάχιστα στοιχεία σώζονται από τον γλυπτό διάκοσμο της πρόσοψης. Το στόμιο με μήκος  5,40 μ. έκλεινε με δίφυλλη θύρα, όπως δείχνουν οι κοιλότητες της στρόφιγγας στο υπέρθυρο.

Ο θάλαμός του έχει διάμετρο 13,50μ. και το ύψος της μετά την αναστήλωσή της φτάνει τα 13 μ. Μέχρι το ύψος των 8,55 μ. η θόλος διατηρείται στην αρχική της μορφή. Το ανακουφιστικό τρίγωνο στο εσωτερικό του θαλάμου κλείνει με τοίχο. Αξιοσημείωτο είναι ότι έχει σύστημα αποχέτευσης των ομβρίων. Δε γνωρίζουμε ποιοι τάφηκαν σ’ αυτό το μνημείο, αλλά η φαντασία των χωρικών του χάρισε το όνομα της βασίλισσας Κλυταιμνήστρας.

 

Ο τάφος του Αίγισθου 

 

Πολύ κοντά στον τάφο της Κλυταιμνήστρας, προχωρώντας στα νότια και αριστερά στο μονοπάτι, σε βαθύτερο επίπεδο, συναντάμε έναν άλλο τάφο, που είναι γνωστός με το όνομα τάφος του Αιγίσθου. Η ονομασία και αυτού του τάφου είναι συμβατική.

Ο τάφος του Αίγισθου

Ο τάφος του Αίγισθου

Ο τάφος του Αιγίσθου ανήκει στον πρώτο τύπο των θολωτών και ίσως χτίστηκε στο 1500 π.Χ. Το ύψος της θόλου του υπολογίζεται στα 14,50 μ. και για την κατασκευή της χρησιμοποιήθηκαν μικρότεροι λίθοι. Ο θάλαμος έχει διάμετρο γύρω στα 13,50 μ.  Η κορυφή του θόλου και του τάφου αυτού έχει καταρρεύσει έως το ύψος των 8μ. Μόνο από το τμήμα που έχει απομείνει διδασκόμαστε τον τρόπο της  κατασκευής της θόλου.  Είναι χτισμένη από ξερολιθιά, αλλά με μεγαλύτερες πέτρες και είναι ο μόνος από τους τάφους της εποχής του (Kυκλώπειος, Eπάνω Φούρνος, Aίγισθος) που διατήρησε την ανωδομή της προσόψής του.

Ο δρόμος του λαξευμένος σε μαλακό φυσικό πέτρωμα έχει πλάτος 4-5 μ. και μήκος 22 μ.  Αργότερα τα τοιχώματα του δρόμου επενδύθηκαν στα σημαία που το πέτρωμα ήταν χαλαρό και κατασκευάστηκε μία δεύτερη πρόσοψη από αμυγδαλόπετρες και πωρόλιθους, που σκέπασε την παλιά και που διατηρείται σήμερα μόνο στην δεξιά παραστάδα. O τάφος είχε συληθεί ήδη κατά τους ελληνιστικούς χρόνους.

Τα τελευταία χρόνια έγιναν έργα για τη διαμόρφωση των πρανών του δρόμου, την καθαίρεση σαθρών τμημάτων της λιθοδομής του θόλου και τη στερέωση του στομίου, επειδή διαπιστώθηκε ότι υπάρχει έντονη παραμόρφωση και απόκλιση περίπου 28 εκ. από την κατακόρυφο της δυτικής και ανατολικής ακμής των εσωτερικών παραστάδων και είχαν θραυστεί οι δυο από τους 3 μεγαλίθους  στο υπέρθυρο του στομίου.

Ο τάφος πήρε αυθαίρετα το όνομα του Αίγιστου, ο οποίος έζησε γύρω στο 1200 π.Χ., ενώ ο τάφος χρονολογείται στο 1500 π.Χ.

 

Ο τάφος των Λεόντων

 

Ο τάφος των Λεόντων

Ο τάφος των Λεόντων

Ο τρίτος θολωτός τάφος που βρίσκεται εντός του σημερινού αρχαιολογικού χώρου των Μυκηνών είναι ο λεγόμενος τάφος των Λεόντων, βόρεια από την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, στο δρόμο που οδηγεί στο σημερινό μουσείο των Μυκηνών και σε μικρή απόσταση απ’ αυτό. Η ονομασία του είναι συμβατική και οφείλεται πιθανότατα στο γεγονός ότι βρέθηκε πολύ κοντά στην πύλη των Λεόντων. Χρονολογείται στο 1350 π.X. και έχει δρόμο με επένδυση από ισοδομικούς πωρόλιθους.  Το  ανώφλι του είναι τετραπλό από αμυγδαλόπετρες,  ενώ εσωτερικά, στο πλευρό της εισόδου και σε μία ζώνη στα θεμέλια, είναι χτισμένος με ισοδομικούς κροκαλοπαγείς ογκολίθους.

Οι 4 αυτοί θολωτοί τάφοι των Μυκηνών είναι οι γνωστότεροι, γιατί βρίσκονται μέσα στο σημερινό αρχαιολογικό χώρο οι τρεις απ’ αυτούς (Αίγισθου, Κλυταιμνήστρας, Λεόντων) και στην ανατολική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας, αριστερά του δρόμου που οδηγεί στον αρχαιολογικό χώρο, ο τέταρτος και πιο γνωστός, ο θησαυρός του Ατρέα. Οι υπόλοιποι 5 σωζόμενοι θολωτοί τάφοι των Μυκηνών παραμένουν άγνωστοι στους πολλούς, γιατί βρίσκονται στη δυτική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας μέσα στους ελαιώνες  της περιοχής.  Η προσπέλαση σε τρεις απ’ αυτούς γίνεται από τον αγροτικό ασφαλτόδρομο, που ξεκινάει από το κέντρο του σημερινού οικισμού των Μυκηνών ή από το σημερινό νεκροταφείο των Μυκηνών και διασχίζει τον ελαιώνα στη δυτική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας με κατεύθυνση βορειοδυτικά. Σε απόσταση 1.000 περίπου μέτρων από τη μια ή την άλλη αφετηρία του δρόμου βρίσκονται ο τάφος των Δαιμόνων και ο τάφος των Κυκλώπων.

 

O Tάφος των Δαιμόνων

 

O Tάφος των Δαιμόνων

O Tάφος των Δαιμόνων

Πρόκειται για σπουδαίο μνημείο, που χτίστηκε την ίδια περίοδο (μέσα 13ου αι. π.X.) με τους τάφους του Aτρέα και της Kλυταιμνήστρας και διατηρεί ανέπαφη τη θόλο του. Βρίσκεται μέσα στον ελαιώνα, 50 περίπου μέτρα πάνω από το δρόμο, χωρίς όμως να είναι ορατός από το δρόμο και, καθώς δεν υπάρχει καμιά σήμανση, είναι αδύνατο να τον εντοπίσει κανείς, αν δεν τον ξέρει, όσες φορές και αν περάσει από το δρόμο αυτό.

O Tάφος των Δαιμόνων είναι ο παλαιότερος και ο μικρότερος της ομάδας αυτής και από τους πιο καλά διατηρημένους. Ένας  δρόμος μήκους 15 μέτρων και πλάτους 3 μέτρων οδηγεί στην είσοδο του τάφου, που έχει 3 μέτρα βάθος και 3 μέτρα ύψος και είναι χτισμένη με 8 σειρές κανονικούς λίθους. Tα πλευρά του δρόμου του έχουν επένδυση από μικρές, σχετικά ακατέργαστες πέτρες, οι παραστάδες της προσόψεως είναι χτισμένες από  τετραγωνισμένους, ισοδομικά τοποθετημένους αμυγδαλόλιθους και το στόμιό του φραζόταν από ξύλινη θύρα. Το υπέρθυρο αποτελείται από 2 ογκόλιθους από αμυγδαλόπετρα.   H θόλος του έχει διάμετρο. 8,40 μέτρα και αποτελείται από 27 συμμετρικά κομμένες ισοδομικές στρώσεις από αμυγδαλόλιθο, προσαρμοσμένες στην εσωτερική καμπύλη της. Στο δάπεδο του θαλάμου διακρίνονται σκαμμένοι τάφοι, όπου είχαν τοποθετηθεί νεκροί. Tο κουφιστικό τρίγωνο είναι φραγμένο εμπρός από πλάκες με το ίδιο υλικό.

Οι χωρικοί τον ονομάζουν και τάφο του Ορέστη, αλλά δεν είναι ο τάφος εκείνου του βασιλιά, γιατί χτίστηκε στο πρώτο μισό του 13ου αι. π.Χ., ενώ ο Ορέστης βασίλεψε στις αρχές του 12ου αιώνα.

 

Ο τάφος των Κυκλώπων

 

Ο τάφος των Κυκλώπων

Ο τάφος των Κυκλώπων

Στο ίδιο σημείο και σε απόσταση 40 περίπου μέτρων νοτιότερα του τάφου των Δαιμόνων βρίσκονται τα ερείπια του τάφου των Κυκλώπων. Οι τοίχοι του δρόμου, που οδηγεί στον τάφο, έχουν καταρρεύσει, όπως και η είσοδος του τάφου, που τη φράζουν οι ογκόλιθοι του υπέρθυρου. Ο θάλαμος με διάμετρο 9 περίπου μέτρα διατηρεί τους τοίχους του από ακατέργαστες σχετικά πέτρες, που δείχνουν ότι ο τάφος χρονολογείται στην πρώιμη περίοδο (1600- 1400 π.Χ.). Η θόλος του έχει καταρρεύσει, όπως και ένα κομμάτι του τοίχου στη βορειοδυτική πλευρά του θαλάμου.  Πολλές από τις πέτρες του τάφου είναι σωρευμένες ως μαντρότοιχοι δεξιά και αριστερά του δρόμου του!

Επανερχόμενος στον ασφαλτόδρομο ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να δει Δεξιά και αριστερά του δρόμου θαλαμωτούς τάφους και λακκοειδείς τάφους, οι οποίοι παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

 

Ο τάφος κάτω Φούρνος

 

Ο τάφος κάτω Φούρνος

Ο τάφος κάτω Φούρνος

Συνεχίζοντας τον ασφαλτόδρομο και σε απόσταση 500 περίπου μέτρων από το σημείο που βρίσκονται οι δυο αυτοί τάφοι συναντάμε 30 μέτρα αριστερά του δρόμου μέσα στις ελιές τον τάφο κάτω Φούρνος. Ανήκει στη δεύτερη ομάδα και είναι σύγχρονος με τον τάφο  των Λεόντων και τον τάφο της Παναγίτσας (1400-1300 π.Χ.).  

Ο δρόμος που οδηγεί στην είσοδο έχει μήκος 12 μέτρα και πλάτος 3 μέτρα με τις πλευρές του χτισμένες με μεγάλους παραλληλόγραμμους λίθους που, επειδή κινδυνεύουν να καταρρεύσουν, έχουν στηριχτεί με ξύλινες αντηρίδες από την αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία τα τελευταία χρόνια. Η είσοδος του τάφου, χτισμένη με παρόμοιους με το δρόμο, αλλά μεγαλύτερους  λίθους, έχει μήκος 3,50 μέτρα και ύψος 4 μέτρα και διατηρεί στην κορυφή της το υπέρθυρο, που αποτελείται από 2 μεγάλους αμυγδαλωτούς ογκόλιθους και έναν μικρότερο. Ο θάλαμος έχει διάμετρο 10 περίπου μέτρων και είναι χτισμένος από μικρότερους κανονικού σχήματος λίθους σε 25 σειρές μέχρι το ύψος του υπέρθυρου.

 

Ο τάφος πάνω φούρνος

 

Ο τάφος πάνω φούρνος

Ο τάφος πάνω φούρνος

Βρίσκεται στη δυτική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας και είναι προσβάσιμος από ένα χωματόδρομο, που ξεκινάει από τη νοτιοδυτική άκρη του πάρκινγκ των Μυκηνών απέναντι από την σημερινή είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, κατηφορίζει ως τον τάφο και συνεχίζει περνώντας από την ανατολική πλευρά του τάφου. Χρονολογείται στους παλαιότερους τάφους και είναι χτισμένος την ίδια εποχή με εκείνον του Αιγίσθου και των Κυκλώπων, την περίοδο 1600-1400 π.Χ. Ο διάδρομος με προσανατολισμό νοτιοανατολικό έχει μήκος 14 περίπου μέτρα και ήταν χτισμένος με ξερολιθιά, που στο μεγαλύτερο μέρος της έχει καταρρεύσει και είναι σήμερα αδιάβατος, αφού είναι γεμάτος μπάζα και αγριόχορτα. Η είσοδος είναι στενή σε σχέση με τους υπόλοιπους τάφους (1,5-2 μέτρα), αλλά το ύψος της φτάνει τα 4 μέτρα. Στην κορυφή της διατηρείται 1 μεγάλος και 1 μικρότερος ογκόλιθος, που αποτελούσαν το υπέρθυρο μαζί με 1 ακόμα μεγάλο ογκόλιθο, που βρίσκεται πεσμένος στο εσωτερικό του θαλάμου. Ο θάλαμος έχει διάμετρο 12 περίπου μέτρα και είναι χτισμένος με ακανόνιστους λίθους, που στερεώνονται με μικρές σφήνες και λάσπη, δείγμα της παλαιότερης αρχιτεκτονικής των μυκηναϊκών τοιχών.

 

Ο τάφος της Παναγίτσας

 

Ο τάφος της Παναγίτσας

Ο τάφος της Παναγίτσας

Βρίσκεται κι αυτός στη δυτική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας, κάτω ακριβώς από το σημερινό εξωκλήσι, που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου και από το οποίο προφανώς πήρε το όνομά του και ο λόφος και ο συγκεκριμένος τάφος. Ανήκει στη δεύτερη ομάδα τάφων και είναι σύγχρονος με τους τάφους του Kάτω Φούρνου και των Λεόντων, που ανάγονται στο 1450 π.X. περίπου. Είναι κατασκευασμένος από μεγαλύτερες και κανονικότερες πέτρες, με ανώφλια κομμένα, ώστε να προσαρμόζονται στην εσωτερική καμπύλη της θόλου. Είχε κι αυτός κουφιστικό τρίγωνο, πρόσοψη από πελεκημένους ισοδομικούς αμυγδαλόλιθους και δρόμο με επένδυση ξερολιθιάς.

Οι 5 τελευταίοι τάφοι στη δυτική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας είναι εγκαταλελειμμένοι, άγνωστοι στους περισσότερους, χαμένοι μέσα σε κτήματα με ελιές  και χρειάζεται σίγουρα οδηγό όποιος επιθυμεί να τους επισκεφτεί.  Είναι δύσκολο να κατανοήσει και να εξηγήσει κανείς την αδιαφορία των υπευθύνων γι αυτά τα τόσο σημαντικά μνημεία, που έχουν αφεθεί στην τύχη τους και στη φθορά του χρόνου. Χωρίς σήμανση και χωρίς συντήρηση καταρρέουν απροστάτευτα, ενώ κακοποιήθηκαν από περαστικούς και ντόπιους και πολλές φορές οι πέτρες τους χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή μαντρότοιχων από τους ιδιοκτήτες των κτημάτων, μέσα στα οποία βρίσκονται, αφού έχουν κηρυχθεί ως προστατευόμενοι αρχαιολογικοί χώροι, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχουν απαλλοτριωθεί και κινδυνεύουν από την εγκατάλειψη, τη βλάστηση και την υγρασία.

Οι μεγαλοπρεπείς και επιβλητικές αυτές ταφικές κατασκευές αποτυπώνουν την επιθυμία των ανθρώπων να τοποθετούν το νεκρό σε μια μνημειώδη κατασκευή αντίστοιχη με την επίγεια κατοικία του.  Οι θολωτοί τάφοι της μυκηναϊκής εποχής, που συγκαταλέγονται χωρίς αμφιβολία στα πιο λαμπρά αρχιτεκτονικά επιτεύγματα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού, αντιπροσωπεύουν για την Ελλάδα  ό,τι εκπροσωπούν για την Αίγυπτο οι πυραμίδες. Οι μνημειώδεις διαστάσεις, αντοχή στο χρόνο, προηγμένη τεχνολογία, την αγωνία του ανθρώπου να χτίσει μια άφθαρτη αιώνια κατοικία και να προβάλει ένα σύμβολο επίγειας ισχύος και γοήτρου. Είναι τα μεγαλύτερα θολωτά μνημεία του αρχαίου κόσμου, που το ύψος τους ξεπεράστηκε μόνο με την κατασκευή του Πάνθεον στη Ρώμη.

Η χρήση των θολωτών τάφων σταματάει κατά την Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ (1300-1200 π.Χ.) περίοδο. Από το διάστημα αυτό και μέχρι το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου επικρατούν οι θαλαμοειδείς τάφοι μαζί με επιβιώσεις παλαιότερων ταφικών τύπων, μάλλον επειδή οι νέες οικονομικές συνθήκες δεν επέτρεπαν την κατασκευή τόσο περίπλοκων ταφικών μνημείων.

  

Βιβλιογραφία


 

  • Βασιλικού Ντ., «Μυκηναϊκός πολιτισμός», Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ.152, Αθήνα, 1995.
  • H KAΘHMEPINH, Επτά Ημέρες – Kυριακή 31 Mαΐου  1998.
  • Ιακωβίδης Σπ., «Αι μυκηναϊκαί ακροπόλεις», Εκδόσεις Πανεπιστημίου Αθηνών: Αθήνα 1973.
  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Τόμος Α΄, ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΪΣΤΟΡΙΑ
  • Λάμψα Γιάννη,  «ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ.
  • Μανιατέας Η. – Τεγόπουλος Ι., «Ιστορία των Ελλήνων Ι. Προϊστορικοί χρόνοι», Εκδόσεις «Δομή» Α.Ε.: Αθήνα χ.χ.
  • Μυλωνάς Γ., «ΜΥΚΗΝΑΙ τα μνημεία και η ιστορία τους», ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, Αθήναι, 2002.
  • Παπασταύρου Ιω., «ΑΡΧΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ», Τόμος Α΄, ΑΡΧΑΙΑ ΑΝΑΤΟΛΗ-ΕΛΛΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΩΝ ΜΗΔΙΚΩΝ, 1950.
  • Σπαθάρη Ε., «Ιστορικός και αρχαιολογικός οδηγός των Μυκηνών», Αθήνα, 2001.
  • Χαμηλάκη Κατ., «Μυκήνες,  Ερευνητές,» Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Αθήνα, 2004.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική, (Ένα οδοιπορικό των λέξεων «Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός»)


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

 Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική

(Ένα οδοιπορικό των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός)

 

Ο ομότιμος καθηγητής Α.Π.Θ. και τακτικός επιφυλλιδογράφος του «Βήματος της Κυριακής» κ. Δ. Ν. Μαρωνίτης στο άρθρο του «΄Οπερ έδει δείξαι» (18-08-13) θέλησε «φθίνοντος Αυγούστου και αύξουσας μοναξιάς» (οι λέξεις δικές του) ν’ αναφερθεί μεταξύ άλλων στην «αρχαιοελληνική γραικική καταγωγή και επωνυμία» της γλώσσας μας. Επειδή ο κ. Μαρωνίτης αναμιγνύει κάπως άτακτα κι αρκετά αποσπασματικά τους «πρώιμους Γραικούς», οι οποίοι ως λεκτικό αντιδάνειο έγιναν «στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης αυθεντικό σήμα της φυλής, αποτυπωμένοι στον γενναίο δεκαπεντάσυλλαβο: «εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θε να πεθάνω», με τους Ρωμιούς που «ενδιαμέσως στα χρόνια των Ρωμαίων γίναμε και μείναμε», και τέλος με τους Έλληνες, μια λέξη που «έχει την αρχή της σ’ ένα περιορισμένο γεωγραφικό τμήμα ανάμεσα στον Παγασητικό και στον Μαλιακό», αποφάσισα να παρουσιάσω πιο συστηματικά την πορεία και χρήση των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός μέσα στον χρόνο.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Μετεωρ. 1.352a-b) Γραικοί ονομάζονταν παλαιότατα οι Έλληνες που κατοικούσαν στη Δωδώνη και στον Αχελώο. Πριν από τον Αριστοτέλη δεν μαρτυρείται το Γραικός ως ονομασία των Ελλήνων· όμως, ο Ησίοδος αναφέρει έναν επώνυμο ήρωα Γραικόν, γιο του Δία και της Πανδώρας (απ. 5 M.-W.). Σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο ο Γραικός ήταν γιος του Θεσσαλού (ως κύριο όνομα απαντούσε και Γραίκος).

Ο Έλλην (σύμφωνα με την πιο διαδομένη εκδοχή) ήταν γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, αδελφός του Αμφικτίωνα· γιοι του Έλληνα ήταν ο Αίολος, ο Δώρος, ο Ξούθος, ενώ εγγονοί του ο Αχαιός και ο Ίων. Αυτή η γενεαλογία καταδεικνύει τη συγγένεια των ελληνικών φυλών (Αιολέων, Δωριέων, Αχαιών και Ιώνων) και την αμφικτιονική σύνδεσή τους. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Δία και της Πύρρας· λόγω καταγωγής από τον Δία οι απόγονοι τού Έλληνα αποτελούσαν ένα ευγενές έθνος. Σύμφωνα με μία τρίτη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Προμηθέα.

Έλληνες ονομάστηκαν αρχικά οι κάτοικοι ενός τμήματος του βασιλείου του Αχιλλέα, στην περιοχή της Φθιώτιδας· μόνον αυτούς ο Όμηρος ονομάζει έτσι (Ιλ. Β 683-4), ενώ για τους υπόλοιπους Έλληνες ο ποιητής χρησιμοποιεί τα ονόματα Αχαιοί, Παναχαιοί, Δαναοί, Αργείοι και Πανέλληνες (Β 530). Πρώτος ο ιστορικός Θουκυδίδης (1.3.2) αντιλήφθηκε ότι η εξάπλωση του ονόματος προήλθε από την υπερίσχυση των Ελλήνων της Φθιώτιδας στην Κεντρική Ελλάδα: «Από την εποχή όμως που ο Έλληνας και οι γιοι του απόκτησαν δύναμη στη Φθιώτιδα, και οι άλλες πόλεις άρχισαν να τους ζητούν βοήθεια, όλο και πιο πολύ εξ αιτίας αυτής της επικοινωνίας λέγονταν πια Έλληνες μεταξύ τους· πέρασε ωστόσο πολύς καιρός ώσπου τ’ όνομα να επικρατήσει γενικά». Για πρώτη φορά σε μια επιγραφή του 586 π.Χ. εμφανίζεται τ’ όνομα Έλληνες για να χαρακτηρίσει όλους τους κατοίκους του νότιου Ολύμπου (βλ. Παυσ. 10.7.4-6). Από την άλλη όμως, ο Ησίοδος στα Έργα του (στ. 653) χρησιμοποιεί τη λέξη Ελλάς ήδη με τη σημερινή σημασία.

 Δεν θα παραλείψω κάποιους ωραίους θρύλους που έπλασαν οι Νεοέλληνες για τον «Έλληνα» και την «Ελλήνισσα», δηλ. τον ήρωα και την ηρωίδα που αποτελούσαν προσωποποίηση του αρχαίου ελληνικού λαού· ήταν τόσο πελώριοι και δυνατοί ώστε το μνήμα του πρώτου στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου είχε «πέντε μέτρα μάκρος και δυόμισι πλάτος», ενώ η Ελλήνισσα της αρχαίας Μεσσήνης «εβαστούσε απάνου εις το κεφάλι της και ένεθε και τη ρόκα της» έναν μονόλιθο μήκους έξι μέτρων, τον οποίο «έφερνε από μακριά». Αυτός ο ογκόλιθος δεν είναι άλλος από τη σωζόμενη δεξιά παραστάδα της αρκαδικής πύλης των τειχών της αρχαίας Μεσσήνης (βλ. Ν. Πολίτη, Παραδόσεις τ. Α΄ αρ. 101, 106).

Με την εμφάνιση του χριστιανισμού και ιδίως από τότε που ο Άγιος Αθανάσιος έγραψε τον λόγο του κατά των Ελλήνων, τ’ όνομα αναθεματιζόταν από τους άμβωνες και χλευαζόταν σ’ εκκλησιαστικά συγγράμματα ως συνώνυμο του ‘ειδωλολάτρη’ ή ‘αιρετικού’. Κανείς από τους εκχριστιανισθέντες Έλληνες δεν τολμούσε ν’ αποκληθεί έτσι, με αποτέλεσμα να επανέλθουν τα παλαιά και λησμονημένα ονόματα· οι κάτοικοι της κυρίως Ελλάδας ονομάζονταν Ελλαδικοί (το επίθετο απαντά ήδη στον Ξενοφάνη τον 6ο αι. π.Χ.). Αλλά την πιο μεγάλη διάδοση έλαβε τότε το Γραικός· σ’ αυτό συνετέλεσαν και οι Ιταλοί καθώς αποκαλούσαν τους Έλληνες Graeci είτε από τους Γραικούς της Ηπείρου είτε από την περιοχή της Γραίας (σημερινή Τανάγρα και Ωρωπός), οι οποίοι μαζί με Κυμαίους και Χαλκιδείς από την Εύβοια αποίκισαν την Κύμη της Ν. Ιταλίας. Από το λατινικό Graeci προέκυψαν όλα τα δυτικοευρωπαϊκά Greek, Grec, Grieche, κ.λπ. Η προέλευση του βυζαντινού κράτους από τα σπλάχνα του ρωμαϊκού είχε ως αποτέλεσμα οι υπήκοοι του Βυζαντίου να προσαγορευθούν Ρωμαίοι (ή μετέπειτα Ρωμιοί).

Από τον 11ο αι. και εξής επανήλθε η χρήση τού Έλληνες, αφού λησμονήθηκε η αρνητική σημασία που του είχε προσδώσει η χριστιανική εκκλησία. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204) έκανε μισητό τ’ όνομα των Ρωμαίων και πολύ αγαπητό το Έλλην, καθώς μάλιστα αντιδιαστελλόταν προς οποιονδήποτε βάρβαρο (όπως γινόταν στην κλασική εποχή μετά τους περσικούς πολέμους). Όταν το γένος υποδουλώθηκε στους Τούρκους, τότε η εκκλησία έκρινε συμφέρουσα την ονομασία Ρωμαίοι και ο σουλτάνος αναγνώρισε τον πατριάρχη ως πατριάρχη των Ρωμαίων, δηλ. όλων των ορθόδοξων πληθυσμών της αλλοτινής βυζαντινής αυτοκρατορίας. Όσες φορές παρουσιαζόταν η ανάγκη να διακριθούν οι Έλληνες ορθόδοξοι από τους καθολικούς οπαδούς του πάπα, η Εκκλησία χρησιμοποιούσε τ’ όνομα Γραικός (= Έλληνας ορθόδοξος χριστιανός). Έτσι δεν είναι διόλου τυχαία η επιλογή Γραικός στην περήφανη απάντηση του Αθανάσιου Διάκου προς τους Τούρκους πριν από το μαρτύριό του, όταν του πρότειναν να προσκυνήσει και να συνεργαστεί μαζί τους. Με τη φράση «εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω» ο Διάκος δηλώνει κατηγορηματικά ότι γεννήθηκε και θέλει να παραμείνει Ελληνορθόδοξος και ότι δεν πρόκειται ν’ αλλαξοπιστήσει για να σώσει τη ζωή του. Ας αναφέρω ότι ο Κοραής και οι προεπαναστατικοί (Ρήγας, Χριστόπουλος, κ.ά.) μιλούσαν για το «γένος των Γραικών». Παρ’ όλ’ αυτά στα δημοτικά τραγούδια από τον 16ο αι. και μετά, ήταν προτιμότερο το Έλλην που υιοθέτησαν οι αγωνιστές της Επανάστασης και τελικά επικράτησε επισήμως μετά την απελευθέρωση. Υπενθυμίζω τον γνωστό στίχο από το τραγούδι του Μακρυγιάννη «Ο Ήλιος εβασίλεψε, Έλληνά μου, …», σχολιάζοντας ότι ο στρατηγός δεν επιλέγει να πει «Γραικέ μου»!

Σύμφωνα με τον κ. Μαρωνίτη «υπερβάλλει μάλλον ο Ελύτης όταν αποφαίνεται στο Άξιον Εστί: τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική· / το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου». Δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να πει ο Ελύτης ως νεοέλληνας ποιητής: «Τη γλώσσα μού έδωσαν γραικική»; Κάτι τέτοιο θα ήταν κουφό. Ή «Τη διάλεκτο μού έδωσαν αιολική»; Μα όταν γεννήθηκε και μεγάλωσε ο ποιητής δεν υπήρχαν πλέον οι αρχαίες διάλεκτοι. Εκτός αυτών, η επίμαχη φράση του Ελύτη εναρμονίζεται τόσο όμορφα με τον στίχο 1254 από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου (ομιλεί η Κασσάνδρα) «και μην άγαν γ’ Έλλην’ επίσταμαι φάτιν» (μτφρ. «ειλικρινά, κατέχω πολύ καλά την ελληνική γλώσσα»). Ας υπενθυμίσω ακόμη ότι στους κλασικούς Πίνδαρο, Ηρόδοτο, Πλάτωνα, κ.ά. εμφανίζονται κατά κόρον οι λέξεις Έλλην, ελληνικός για όσους είχαν κοινή ελληνική καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία κι έθιμα.

Συμφωνώ με την άποψη του ανωτέρω επιφυλλιδογράφου ότι «η γλώσσα μας καθ’ οδόν συνεχώς εξελισσόμενη, υπήρξε και παραμένει πολυώνυμη, ίσως γιατί ο ενικός αριθμός της φαίνεται στενός κορσές». Επίσης, δίκαια ειρωνεύεται την απόλυτη ρήση: «Μόνον όσοι γνωρίζουν Αρχαία Ελληνικά μπορούν να χρησιμοποιούν σωστά την Νεοελληνική Δημοτική»! Αλλά το ειρωνικό του σχόλιο «Όπερ εδει βήξαι», θα ήταν πιο σωστό: «εφ’ ωιπερ έδει βήξαι».

Τέλος, όλ’ αυτά γράφονται για να μη νιώθει ο διαπρεπής ομηριστής μας μοναξιά…

 Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης

της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας

στην Ακαδημία Αθηνών

Για το άρθρο «Οπερ έδει δείξαι» του κ. Δημήτρη Μαρωνίτη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Οπερ έδει δείξαι – Μαρωνίτης Δημήτρης Ν.

 

Η δίκη των τόνων


 

 

Ιωάννης Κακριδής (1901 -1992): Αρχείο Φάνη Ι. Κακριδή. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ.

Ιωάννης Κακριδής (1901 -1992): Αρχείο Φάνη Ι. Κακριδή. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ.

Έχουν περάσει 70 χρόνια από την πειθαρχική δίωξη του καθηγητή I.Θ. Kακριδή (1901-1992), που έμεινε γνωστή στην πνευματική ιστορία του τόπου ως «H Δίκη των Tόνων». Η δίκη αυτή όμως με τις περιπέτειες του μονοτονικού είναι μια από τις λιγότερο γνωστές σελίδες της ιστορίας,  αν και το περιεχόμενό της δεν έπαψε ποτέ να είναι επίκαιρο. Το «Γλωσσικό ζήτημα» ταλάνισε τη χώρα μας από τη σύσταση του ελληνικού κράτους μετά την επιτυχή έκβαση της Επανάστασης του 1821 και λύθηκε οριστικά τη δεκαετία του 1980 με την καθιέρωση της δημοτικής και του μονοτονικού συστήματος.

Πολλοί θεωρούν, εσφαλμένα, ότι οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τους τόνους και τα πνεύματα στη γραφή τους . Οι αρχαίοι Έλληνες όμως έγραφαν με μεγαλογράμματη γραφή, με κεφαλαία γράμματα δηλαδή, και δε χρησιμοποιούσαν τόνους, όπως φαίνεται σε όλες τις αρχαίες επιγραφές. Τα πρώτα δείγματα τονικών συμβόλων που σώζονται βρίσκονται σε παπύρους του 2ου αι. π.Χ. Το πολυτονικό σύστημα, δηλαδή τα τρία τονικά σημάδια (βαρεία, οξεία, περισπωμένη), τα δύο πνεύματα (δασεία, ψιλή) και η υπογεγραμμένη επινοήθηκαν από τον Αριστοφάνη το Βυζάντιο γύρω στα 200 π.Χ. Σκοπός του ήταν να βοηθήσει τους ξένους μελετητές της αρχαίας ελληνικής γλώσσας να τη διαβάζουν και να την προφέρουν σωστά. Η αρχαία ελληνική προφορά ήταν μουσική και τονική, δηλαδή τα φωνήεντα προφέρονταν πολύ διαφορετικά απ’ ότι προφέρονται στη γλώσσα μας.

Στην ελληνιστική περίοδο, δηλαδή μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η προφορά της γλώσσας έχει απομακρυνθεί από αυτή της κλασικής περιόδου (5ος και 4ος αι. π.Χ.) σε βαθμό ώστε να κρίνεται απαραίτητο να συνταχθούν βοηθήματα για την ανάγνωση των αρχαίων κειμένων. Σιγά – σιγά και οι Έλληνες χρειάζονταν καθοδήγηση, για να προφέρουν σωστά λέξεις, που δεν χρησιμοποιούσαν στην καθημερινή τους ομιλία.

Αργότερα η εξάπλωση του Χριστιανισμού συνδέθηκε με την ελληνική γλώσσα με τη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά, τις επιστολές Αποστόλου Παύλου και τα άλλα χριστιανικά κείμενα, που γράφτηκαν στην ελληνική γλώσσα. Όταν ο Χριστιανισμός διαδόθηκε στη Δύση, η ελληνική γλώσσα έμεινε συνυφασμένη με το πολυτονικό σύστημα. Οι βυζαντινοί μελετητές, γύρω στα 800-850 μ.Χ, όταν και γενικεύτηκε η χρήση των πεζών γραμμάτων (μικρογράμματη γραφή), θεώρησαν καλό να χρησιμοποιήσουν το τονικό σύστημα του Αριστοφάνη του Βυζάντιου, το οποίο όμως δεν είχε πρακτική σημασία για τα βυζαντινά και νέα ελληνικά. 

Οι Νεοέλληνες κληρονόμησαν το πολυτονικό σύστημα από τους Βυζαντινούς και για πολλά χρόνια, αρκετοί θεωρούν ότι η χρήση του όχι μόνο είναι επιβεβλημένη για τη σωστή γραφή της ελληνικής γλώσσας, αλλά και θέμα εθνικό και γοήτρου, αγνοώντας ή αποκρύπτοντας το γεγονός ότι όχι μόνο είναι περιττό, αλλά και δαπανηρό για την απόδοση της νέας ελληνικής γλώσσας. Πρώτες σκέψεις για κατάργησή του άρχισαν από την εποχή της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, αλλά δεν επικράτησαν μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, οπότε προστέθηκε και άλλο μείζον θέμα, η κατάργηση της καθαρεύουσας και η υιοθέτηση της δημοτικής. Ο 20ος αιώνας μπήκε με τη διαμάχη για το «Γλωσσικό ζήτημα» σε έξαρση, με σφοδρές αντιπαραθέσεις μεταξύ “καθαρευουσιάνων” και “δημοτικιστών”, που σήμερα μοιάζουν απίστευτες.

Το Νοέμβριο του 1901 ξεσπούν τα Ευαγγελικά: Ο Αλέξανδρος Πάλλης αρχίζει να δημοσιεύει σε συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολη τη μετάφραση των Ευαγγελίων στη δημοτική. Εκστρατεία του Τύπου, καθηγητών του πανεπιστημίου με επικεφαλής το Μιστριώτη και δυνάμεων της Εκκλησίας ξεσηκώνουν φοιτητές και «λαϊκές μάζες», που ζητούν ν’ απαγορευτεί η δημοσίευση και να αφοριστούν οι υπαίτιοι. Δεκαήμερες ταραχές και αιματηρές συγκρούσεις με το στρατό αφήνουν 11 νεκρούς, οδηγούν σε παραίτηση της κυβέρνησης Θεοτόκη και παύση του μητροπολίτη Προκοπίου, ο οποίος είχε ταχθεί υπέρ της μεταγλώττισης. Σε συλλαλητήριο στους στύλους του Ολυμπίου Διός καίγονται αντίτυπα με τη μετάφραση των Ευαγγελίων.

Το Νοέμβριο του 1903 έχουμε τα Ορεστειακά: Στο Βασιλικό Θέατρο παίζεται η Ορέστεια, σε μετάφραση του Γ. Σωτηριάδη, σε γλώσσα η οποία πλησιάζει προς τη δημοτική. Ο Μιστριώτης και πάλι, που επιμένει πως η διδασκαλία του αρχαίου δράματος πρέπει να γίνεται στη γλώσσα του πρωτοτύπου, υποκινεί ταραχές. Γίνεται συλλαλητήριο με αίτημα να ματαιωθεί η παράσταση και σε συμπλοκή με το στρατό 3 πολίτες πέφτουν νεκροί και 7 τραυματίζονται.

Ο 19ος αιώνας είναι, ως προς το ζήτημα της “ορθής” για την εκπαίδευση γλώσσας, ο αιώνας των αρχαϊστών και της αττικίζουσας. Προς το τέλος του αιώνα αυτού επικρατεί η λύση της καθαρεύουσας, οπότε η σφοδρή γλωσσική διαμάχη που ξεσπά διεξάγεται, για πολλές δεκαετίες, στον 20ο αιώνα πλέον, μεταξύ των “καθαρευουσιάνων” και των “δημοτικιστών”, παρότι ο λαός μας μιλάει τη «δική» του γλώσσα, τη δημοτική με τις διάφορες εκφάνσεις της, και ο εθνικός μας ποιητής, ο Διονύσιος Σολωμός, μιλάει και γράφει στη γλώσσα του λαού.

Το 1931 ο τότε υπουργός Παιδείας Γεώργιος Παπανδρέου απευθύνθηκε στις Φιλοσοφικές Σχολές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και στην Ακαδημία Αθηνών και τους ζήτησε να υποβάλουν κάποιες προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του ορθογραφικού και του τονικού συστήματος. Ωστόσο καμία από τις προτάσεις αυτές δεν υπερίσχυσε, ώστε να κατατεθεί στο υπουργείο Παιδείας και να αποτελέσει την αφετηρία για τη μεταρρύθμιση.

Το 1938 ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς συγκροτεί μια επιτροπή, με επικεφαλής το γλωσσολόγο Μανόλη Τριανταφυλλίδη, με σκοπό να συντάξει τη γραμματική της δημοτικής. Η επιτροπή προτείνει και την απλοποίηση του τονικού συστήματος, την αντικατάσταση δηλαδή του τόνου με ένα σημάδι και την κατάργηση των πνευμάτων. Ο Μεταξάς  απορρίπτει την πρόταση με το αιτιολογικό ότι οι θέσεις των μελών της επιτροπής έρχονταν σε αντίθεση με τις θέσεις του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου.

Ιωάννης Κακριδής, καθ. Φιλοσοφικής Σχολής (11/2/33 έως 26/3/68)

Ιωάννης Κακριδής, καθ. Φιλοσοφικής Σχολής (11/2/33 έως 26/3/68)

Την ίδια εποχή ο καθηγητής  Ιωάννης Κακριδής έκανε δυο ομιλίες για την «ελληνική κλασική παιδεία» και το 1939 τις εκδίδει σε ένα τεύχος, ένα βιβλιαράκι  24 σελίδων με τίτλο «ελληνική κλασική παιδεία». Στη 2η ανατύπωση αυτού του τεύχους ο καθηγητής κατάργησε τον περιττό φόρτο πνευμάτων και τόνων, δηλαδή απλοποίησε μονάχα ως προς  τους τόνους την ελληνική γραφή. Η καινοτομία του Ιωάννη Κακριδή ήταν τελείως ανώδυνη, αφού διατήρησε όλη την ιστορική ορθογραφία της ελληνικής γλώσσας, ακόμα και την «οξεία» στις δισύλλαβες και πολυσύλλαβες λέξεις. Αν καταργούσε την ιστορική ορθογραφία και καθιέρωνε τη φωνητική, τότε ασφαλώς η καινοτομία του θα ήταν ριζική.

Η καινοτομία αυτή του Ιωάννη Κακριδή ξεσηκώνει τη μήνι της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έπρεπε να περιμένουν όμως μέχρι να καταληφθεί η Αθήνα από τους Γερμανούς, για να τον σύρουν σε δίκη το 1942. Η Δίκη των τόνων είναι μια ιστορία που, στην ουσία της, ελάχιστα έχει να κάνει με τους τόνους. Ο Κακριδής ήταν ένας νέος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, που υποστήριζε τη δημοτική και κάποιες προοδευτικές ιδέες σχετικά με τη στάση, που πρέπει να κρατάμε ως προς την αρχαιότητα και το κλέος της. Κάποιοι παλαιότεροι και συντηρητικότεροι συνάδελφοί του θέλησαν να τον ξεφορτωθούν μέσα στη ναζιστική κατοχή και αφορμή στάθηκε το βιβλιαράκι για την Ελληνική κλασική παιδεία, που ήταν γραμμένο στη δημοτική και στο μονοτονικό.

Να θυμηθούμε επιπλέον ότι το Σεπτέμβρη του 1941 ιδρύεται το ΕΑΜ, που οργανώνει και καθοδηγεί μαζί με τον ΕΛΑΣ την αντίσταση του ελληνικού λαού. Ένα από τα πρώτα ζητήματα που αντιμετώπισε ήταν η μόρφωση των παιδιών του λαού και εκπόνησε το Σχέδιο Λαϊκής Παιδείας, με το οποίο προβλεπόταν και η λύση του γλωσσικού ζητήματος. Οι συζητήσεις για τη γλώσσα εκείνη την ώρα γίνονταν με την προοπτική μιας γενικότερης αλλαγής στην απελευθερωμένη Ελλάδα, όπου θα λυνόταν και το γλωσσικό ζήτημα. Είχαν έντονο αντιστασιακό χαρακτήρα και δεν περιορίζονταν στη γλώσσα. Στην απελευθερωμένη Ελλάδα έπρεπε να λυθούν και μια σειρά άλλα πνευματικά και καλλιτεχνικά προβλήματα. Τα πνευματικά θέματα που προβλήθηκαν και συζητήθηκαν ήταν η Λαϊκή Μόρφωση, η μελέτη και αξιοποίηση της Λαϊκής Τέχνης και του Λαϊκού Θεάτρου, η μελέτη και αξιοποίηση των λαϊκών διοικητικών θεσμών (Κοινότητα) κ.ά. Η συζήτηση και η αντιδικία, που άρχισε με τη «Δίκη των τόνων», ήταν μια αντιδικία ανάμεσα σε δυο κόσμους και φούντωσε με την έκδοση από τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων της Νεοελληνικής Γραμματικής της Δημοτικής Γλώσσας του Μανόλη Τριανταφυλλίδη στις αρχές του 1942.

Το χειμώνα, λοιπόν, του 1941-1942 και ενώ η χώρα βρισκόταν υπό φασιστική κατοχή και τα πτώματα από την πείνα γέμιζαν τους δρόμους της Αθήνας, οι καθηγητές της Φιλοσοφικής Σχολής πάσχιζαν να σώσουν το έθνος από το μονοτονικό σύστημα, που με «εγκληματικόν απέναντι του έθνους χαρακτήρα» χρησιμοποίησε ο καθηγητής Ι. Κακριδής στο βιβλίο του «Ελληνική Κλασική Παιδεία» από το Νοέμβριο του 1939! Η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών θυμήθηκε τότε πως από την κατάργηση των τόνων «κινδυνεύουν τα πάτρια» και το Πειθαρχικό Συμβούλιο κάλεσε τον Ι. Κακριδή σε απολογία. Οι γλωσσαμύντορες με επικεφαλής το Ν. Εξαρχόπουλο οχυρωμένοι πίσω από την κατοχική κυβέρνηση βρήκαν την ευκαιρία να υπερασπιστούν… δασείες και περισπωμένες. Ήδη από τα Ευαγγελικά κατηγορούσαν τους δημοτικιστές ως στρεβλωτές της εθνικής γλώσσας, προδότες που παραχωρούν τη χώρα στο σλαβισμό, ανατροπείς της κοινωνίας και υπονομευτές του εθνικού φρονήματος.

Η ενέργεια  αυτή μετέθετε το ζήτημα του εθνικού κινδύνου από τους κατακτητές και συνεργάτες τους στον καθηγητή Ι. Κακριδή, που έκανε μια αναγεννητική προσπάθεια, και ξεσήκωσε την οργή και την αγανάκτηση όλων των πνευματικών ανθρώπων. Ήταν μια «πατριωτική» ενέργεια, που ο Μ. Τριανταφυλλίδης χαρακτήρισε «πατριωτισμό της περισπωμένης». «Η Δίκη των Τόνων», που έγινε στο όνομα της «γλωσσικής ενότητας της ελληνικής φυλής», ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1941 και ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1942.  Ο Ιωάννης Κακριδής έπεσε στα μαλακά, με ποινή δύο μήνες προσωρινή απόλυση από τη Φιλοσοφική Σχολή.

Την παραπομπή υπέγραψαν 13 καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών: Νικόλαος Εξαρχόπουλος, Φαίδων Κουκουλές, Εμμανουήλ Πεζόπουλος, Αντώνιος Χατζής, Γεώργιος Π. Οικονόμος, Γεώργιος Σακελλαρίου, Νικόλαος Βλάχος, Σπυρίδων Μαρινάτος, Χρίστος Καπνουκάγιας, Απόστολος Δασκαλάκης, Διονύσιος Ζακυθηνός, Αναστάσιος Ορλάνδος και Ερρίκος Σκάσσης. Είχαν μειοψηφήσει ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος και ο Σωκράτης Κουγέας.

Ο Δελμούζος (στη μέση) μαζί με τους Σκληρό και Τριανταφυλλίδη στην Ιένα της Γερμανίας, 1907.

Ο Δελμούζος (στη μέση) μαζί με τους Σκληρό και Τριανταφυλλίδη στην Ιένα της Γερμανίας, 1907.

Πολλοί εκπρόσωποι του πνευματικού κόσμου στάθηκαν στο πλευρό του Ιωάννη Κακριδή και υποστήριζαν ότι, αν στην πράξη ο Κακριδής είναι ο πρώτος καθηγητής πανεπιστημίου που εφαρμόζει «άτονη» και «απνευμάτιστη» ορθογραφία στα βιβλία του, δεν είναι και ο πρώτος που την κήρυξε θεωρητικά. Πριν απ’ αυτόν κορυφαίοι φιλόλογοι, παιδαγωγοί και γλωσσολόγοι, όπως ο Χατζιδάκις, ο Τσούντας, ο Σωτηριάδης, ο Παπασωτηρίου, ο Τζάρτζανος, ο Τριανταφυλλίδης, αλλά και πνευματικοί άνθρωποι, όπως ο Βηλαράς, ο Ελισαίος Γιαννίδης, ο Καζαντζάκης κ.α., είχαν ταχθεί υπέρ της κατάργησης των τόνων και των πνευμάτων. Ο Βηλαράς μάλιστα υπήρξε ο πιο ριζοσπαστικός, γιατί μαζί με τους τόνους και τα πνεύματα έκανε και την πρώτη απόπειρα να εφαρμόσει τη φωνητική ορθογραφία. Επομένως, όποιος κατηγορούσε τον Κακριδή, για να ’ναι συνεπής και δίκαιος, θα έπρεπε να κατηγορήσει πρώτα τους ηθικούς αυτουργούς της «καινοτομίας».

Ο Κ. Βάρναλης μάλιστα γράφει σε χρονογράφημά του με τον τίτλο «Ορθογραφομαχία»: «Δεν υπάρχει σχεδόν άνθρωπος που να μην έγινε σοβαρός με τις σημερινές συνθήκες της ζωής και δεν υπάρχει επίσης άνθρωπος που να συγχύζει τα ζωτικά προβλήματα με τις μπαγκατέλες. Κι όμως, η φιλοσοφική σχολή του αθηναϊκού Πανεπιστημίου θυμήθηκε τα δημοκοπικά κλέη της μιστριωτικής εποχής και εξεστράτευσε εναντίον του κ. Ι. Κακριδή, επειδή ο κ. καθηγητής εφόνευσε ασπλάχνως τους τόνους και τα πνεύματα της ελληνικής γραφής…».

Ήταν λυπηρό, όταν τόσοι σοφοί και τόσοι μεγάλοι δημιουργοί προσπαθούσαν ν’ απλουστεύσουν το πρόβλημα της ελληνικής γραφής, να υπάρχουν άλλοι που αισθάνονταν ως «ανώτερο καθήκον» την προσπάθεια να εμποδίσουν και την πιο αθώα προοδευτική ορμή. Παράλληλα μάλιστα με τη διατήρηση των τόνων, υποστήριζαν την κυριαρχία και τη βίαιη επιβολή της καθαρεύουσας. Η απρόσιτη και για πολλούς εντελώς ακατάληπτη γλώσσα είχε επιβληθεί ως γλώσσα της εξουσίας, του Τύπου και των σχολικών βιβλίων, με αποτέλεσμα να χρειάζεται μεταφραστής για ένα τρέχον υπηρεσιακό κείμενο και στους διαδρόμους των δημόσιων υπηρεσιών να είναι εγκατεστημένος ειδικός «σκιτσογράφος» μέχρι τη δεκαετία του 1970!

Ο αγώνας όμως για την επικράτηση της δημοτικής υπήρξε συνεχής. Ώσπου το 1976 αναγνωρίστηκε πλέον επισήμως από την κυβέρνηση Καραμανλή με υπουργό παιδείας τον Γ. Ράλλη, και έκτοτε διδάσκεται σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Μετά την καθιέρωση της δημοτικής η αντιπαράθεση περιορίστηκε μεταξύ των υπερασπιστών του «πολυτονικού» κι αυτών του «μονοτονικού». Ώσπου το 1982, από την κυβέρνηση Α. Παπανδρέου με υπουργό παιδείας το Λευτέρη Βερυβάκη, λύνεται κι αυτή η διαμάχη με την επίσημη καθιέρωση του “μονοτονικού”.

Μεγάλη μερίδα των πνευματικών ανθρώπων, ποιητών, συγγραφέων, εκδοτών κ.α. επιμένουν και σήμερα στην ιστορική ορθογραφία και στη διατήρηση του πολυτονικού συστήματος, προκειμένου να μη διασπαστεί η εικόνα της γλωσσικής μας συνέχειας. Ίσως η διατύπωση ενός όχι φανατικού δημοτικιστή, του ακαδημαϊκού Πέτρου Χάρη, πως «γύρω από τη μονοτονική γραφή κονταροχτυπιούνται δύο κόσμοι ξένοι μεταξύ τους, οι Έλληνες που θέλουν να φαίνονται Έλληνες και οι Έλληνες που θέλουν να είναι Έλληνες», να αναδεικνύει το γεγονός ότι αυτό που εμφανίζεται ως κρίση της ορθογραφίας είναι στην πραγματικότητα κρίση της κοινωνίας.

Η «Δίκη των τόνων»

Η «Δίκη των τόνων»

Η «Δίκη των τόνων» είναι από εκείνα τα γεγονότα της ιστορίας του γλωσσικού ζητήματος, που πρέπει να έχουμε υπόψη, για να μπορούμε να καταλάβουμε και να εκτιμήσουμε τις συζητήσεις, που γίνονται και σήμερα γύρω από τη γλώσσα. Το βιβλίο «Η δίκη των τόνων» (Βιβλιοπωλείο της Εστίας, αʹ έκδοση 1943, βʹ έκδοση 1998) περιέχει τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Φιλοσοφικής Σχολής, όπου έγιναν οι πρώτες επιθέσεις κατά του Κακριδή, τη δικογραφία, τις καταθέσεις των μαρτύρων, και τις επιστολές συμπαράστασης, που έγραψαν διάφοροι διανοούμενοι της εποχής.

Όσο για το Γιάννη Κακριδή, το μεγάλο φιλόλογο και δάσκαλο, για τον οποίο ο Albin Lesky έχει πει ότι «δε νοείται ευρωπαϊκή φιλολογία τον 20ο αιώνα χωρίς το Γιάννη Κακριδή», ισχύει μια πικρή, αλλά ιστορική αλήθεια: Όλους τους πρωτοπόρους αργούν να τους καταλάβουν οι άνθρωποι της εποχής τους. Η αναγνώριση γι’ αυτούς έρχεται με μεγάλη καθυστέρηση, πολλές φορές και μετά το θάνατό τους!

 

Αλέξης Τότσικας, «Δεύτερη Ανάγνωση | Γεγονότα και έθιμα που σημαίνουν κατι…», έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος, 2013.

Διαβάστε ακόμη: Τα «Αθεϊκά» του Βόλου και η δίκη του Ναυπλίου (1914)

 

Προσωπογραφίες: Καλλέργης Δημήτριος (1803-1867)


Δημήτριος Καλλέργης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δημήτριος Καλλέργης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

 

Στρατιωτικός και πολιτικός από την Κρήτη. Στις αρχές του 1822 κατεβαίνει στην Ελλάδα με τα αδέρφια του Νικόλαο και Εμμανουήλ, έχοντας μαζί τους πολλά χρήματα και πολεμοφόδια. Ο Δημήτρης το 1825 βρίσκεται στο Άργος, προερχόμενος από την Κρήτη, επικεφαλής 700 περίπου Κρητικών. Πολέμησε στο Νιόκαστρο, στη Γραμβούσα της Κρήτης, στην Αράχωβα, στην Αττική. Στη μάχη του Ανάλατου αιχμαλωτίστηκε τραυματισμένος. Το όνομά του συνδέθηκε ιδιαίτερα με την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, γιατί πρωτοστάτησε στο κίνημα για την παραχώρηση Συντάγματος εκ μέρους του βασιλιά. Ιστορικό έμεινε το σπίτι του στο Άργος, το γνωστό Καλλέργειο, όπου σήμερα στεγάζεται το Μουσείο Άργους.

 

Νύχτα, 3ης  Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

 

Προσωπογραφία του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη (1914) - Έργο του Γεωργίου Ιακωβίδη (1853-1932).

Προσωπογραφία του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη (1914) – Έργο του Γεωργίου Ιακωβίδη (1853-1932).

 

Καλλέργης Δημήτριος, λιθογραφία. Βρετός-Παπαδόπουλος Μαρίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα Γ΄ (1863).

Καλλέργης Δημήτριος, λιθογραφία. Βρετός-Παπαδόπουλος Μαρίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα Γ΄ (1863).

 

Δημήτριος Καλλέργης. Λιθογραφία, J. Donon, Μαδρίτη.

Δημήτριος Καλλέργης. Λιθογραφία, J. Donon, Μαδρίτη.

 

Καλλέργης Δημήτριος -Νέος Αριστοφάνης.

Καλλέργης Δημήτριος -Νέος Αριστοφάνης.

 

Διαβάστε ακόμη:

Πολεμική σκηνή, 1853 – Θεόδωρος Βρυζάκης


 

 Πολεμική σκηνή, 1853 – Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Το έργο φέρει χρονολογία 1853 και φιλοτεχνήθηκε μετά το ταξίδι που πραγματοποίησε ο Βρυζάκης στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1848-1851, με σκοπό να έλθει σε επαφή με πρόσωπα που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας και να επισκεφθεί τους τόπους όπου εξελίχθηκαν τα γεγονότα, στο πλαίσιο της «ειδησεογραφικής ιστορικής ζωγραφικής» που ακολουθούσαν και οι δάσκαλοί του. Ωστόσο και με αυτό το ταξίδι, ο Βρυζάκης δεν απέβαλε την ιδεαλιστική εικόνα που είχε για την πατρίδα του, αλλά εκπαιδευμένος μέσα στο φιλελληνικό πνεύμα του Μονάχου και πιστεύοντας ακράδαντα ότι προορισμός του ήταν να υπηρετήσει τη διάσωση του Αγώνα, έδωσε εικόνες που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως tableaux vivants μιας θεατρικής παράστασης.

 

Πολεμική σκηνή, 1853 - Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Πολεμική σκηνή, 1853 – Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Η «Πολεμική Σκηνή» είναι από τα πιο χαρακτηριστικά έργα που φιλοτέχνησε σύμφωνα με αυτή την αντίληψη. Ο Βρυζάκης δεν επιχειρεί να αποδώσει την εξέλιξη μιας μάχης με ένταση και δράση, αλλά μία καλά «στημένη» ολιγοπρόσωπη σύν­θεση όπου μία ομάδα πολεμιστών διατάσσεται σε συγκεκριμένες θέσεις και σε προκαθορισμένες στάσεις. Οι μορφές τοποθετημένες σ’ ένα σαφώς οριζόμενο τριγωνικό σχήμα συμμετρικά ως προς το κέντρο του πίνακα, τείνουν τα χέρια τους με θεατρικές κινήσεις, κρατώντας προτεταμένα τα όπλα, το μόνο στοιχείο που αποτελεί ένδειξη διεξαγωγής μάχης.

Ωστόσο, παρά την ακαμψία που χαρακτηρίζει αυτές τις τυπικά οργανωμέ­νες συνθέσεις του Βρυζάκη, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι ο καλλιτέχνης μέσα στο πνεύμα του ρομαντικού ρεαλισμού αποδίδει με άνεση τις περιγραφικές λεπτομέρειες, ενώ οι χρωματικοί τόνοι, ανοικτοί και ζεστοί, όχι μόνο δίνουν λαμπρότητα και καθαρότητα στο έργο, καθώς απώτερος σκοπός του είναι η δοξαστική απόδοση του θέματος, αλλά εκφράζουν και μία λυρική διάθεση που δεν είναι άσχετη με τη συναισθηματική σχέση του ζωγράφου με τα γεγονότα.

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 – Θεόδωρος Βρυζάκης


 

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Στο έργο αυτό, που φιλοτέχνησε ο Βρυζάκης το 1858, απεικονίζεται η απελευθε­ρωμένη Ελλάδα ως αρχαία κόρη, πάνω σ’ ένα σύννεφο που την κρατά υπερυ­ψωμένη και κυρίαρχη στο κέντρο του πίνακα. Φορά δάφνινο στεφάνι στα ξέπλεκα μαλλιά της, και πατά στις σπασμένες αλυσίδες των δεσμών της. Έχει τα χέρια της απλωμένα δεξιά και αριστερά, σε μία συμβολική κίνηση εναγκαλισμού αλλά και προ­στασίας πλέον όλων όσοι με θυσίες και αγώνες συνετέλεσαν στην απελευθέρωσή της, όλων όσοι εξακολουθούν να διαθέτουν τις περιουσίες τους για την ανασυγκρότησή της, όπως υποδηλώνει ο σωρός των νομισμάτων που της προσφέρεται.

 

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 - Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 – Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Γύρω της συνωστίζονται οι γνώριμοι πρωτεργάτες της Επανάστασης, οι πρόδρομοι Ρήγας Φεραίος, Αδαμάντιος Κοραής, Αλέξανδρος Υψηλάντης, Μιχαήλ Σούτζος, οι γενναίοι αγωνιστές Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, οι ήρωες των ναυτικών αγώνων Κωνσταντίνος Κανάρης, Ανδρέας Μιαούλης, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Για την απόδοση των αναγνωρίσιμων φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών τους, ο Βρυζάκης χρησιμοποιεί τις προσωπογραφίες των αγωνιστών που είχε σχεδιάσει ο Krazeisen και είχαν ευρέως διαδοθεί με μία σειρά λιθογραφίων που εκδόθηκε το 1831 στο Μόναχο [1].

Ο Βρυζάκης, εκφράζοντας τα συναισθήματα των Ελλήνων που αισθάνονταν την ανάγκη να τιμήσουν όσους θυσίασαν τη ζωή τους για την ελευθερία, φιλοτεχνεί την αλληγορική αυτή σύνθεση, η οποία φέρνει κοντά τους έναν κόσμο ηρωικό και ανακαλεί στη μνήμη τους την εποχή των αγώνων, που ο απόηχος τους είναι ακόμα ζωντανός και καθορίζει από πολλές απόψεις τη ζωή τους. Η εικόνα ενεργεί συγκι­νησιακά και προβάλλει ένα ζήτημα ηθικής στάσης, την αναγνώριση της αρετής, την απόδοση τιμής, αλλά και τη συνειδητοποίηση της υποχρέωσης για μίμηση και συνέ­χεια [2]. Βασικό ρόλο σ’ αυτό παίζει η δύναμη της αναπαράστασης με τα μορφολογικά της χαρακτηριστικά αλλά και οι συνειρμοί που την ακολουθούν. Δεν είναι καθόλου απίθανο να ισχύει αυτό που έχει υποστηριχθεί από πολλούς μελετητές ότι το έργο παραπέμπει στους στίχους τους αποδιδόμενους στον Ρήγα Φεραίο «Ω παιδιά μου ορφανά μου… » [3].

Επίσης οι επισημάνσεις του Goethe, σε κείμενο σχετικό με τις λιθο­γραφίες του Krazeisen με τους Αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης [4], στο οποίο αναφέρεται ότι το κοινό χρειάζεται, απαιτεί να βλέπει σε πιστές προσωπογραφίες όσους απέκτησαν ένα σημαντικό όνομα και επηρέασαν τη ζωή του, αλλά και η μακρι­νή υπόμνηση του τύπου της Παναγίας του Ισχυρού Μανδύα [5], με την οποία μπορεί να σχετισθεί η απεικόνιση της Ελλάδας, μεγαλύτερης σε μέγεθος από το πλήθος των αγωνιστών, που με την προστατευτική θέση των ανοικτών χεριών της δείχνει να τους σκεπάζει, διαμορφώνουν την αλληγορική λειτουργία του έργου και τον ιδεολογικό ρόλο που καλείται να παίξει. Άλλωστε οι διάφοροι τίτλοι που αποδίδονται στον πίνακα Η Ελλάς ευγνωμονούσα, Υπέρ Πατρίδος το Παν, Η Ελλάς συνάγουσα τα τέκνα της και η ευρεία διάδοσή του σε λιθογραφημένη απόδοση, αποδεικνύει την ταύτιση του κοινού με την απεικόνιση, καθώς η παράσταση εκπληρεί το αίτημα της «ελληνικής μετεπαναστατικής κοινωνίας που είχε ανάγκη να διαβάζει εικαστικά τις μεγάλες στιγμές του ελληνικού έθνους, να τις αναπολεί ως σημεία αναφοράς και να τα εξιδανικεύσει παρά να αντιμετωπίζει τη σκληρή πραγματικότητα» [6].

 

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 400 και Φίλιππος Μαζαράκης – Αινιάν στο Αθήνα-Μόναχο 2000 σ. 402- 411

[2] Μυκονιάτης 1979, σ. 126-127

[3] Καλλιγιάννη-Αλεξοπούλου 1992, σ. 43-46

[4] Μυκονιάτης 1979, σ. 124-125 και σημ. 418

[5] Κασιμάτη στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 426. Για τον εικονογραφικό τύπο της Παναγίας του Ισχυρού Μανδύα (Mater Misericordia) βλ. Αγαθονίκου Έφη στον κατάλογο της έκθεσης Οι Πύλες του Μυστηρίου. Θησαυροί της Ορθοδοξίας από την Ελλάδα. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα 1994, σ. 310, αρ. 157

[6] Μισιρλή στο 100 χρόνια Εθνική Πινακοθήκη 2000, σ. 65

 

Βιβλιογραφία


 

  • Λυδάκης, Ιστορία 1976, σ. 130, εικ. 193.
  • Λυδάκης 1976, σ.76, 78 εικ. 11.
  • Κασιμάτη στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 426, 427 (εικ).
  • Παπανικολάου 2002, σ. 90, 92 (εικ.)
  • Margaritis στο Mythen der Nationen 1998, σ. 162

 

Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας, «Η Ιστορία του Κρανιδίου και των κοινοτήτων Πορτοχελίου, Διδύμων, Φούρνων, Κοιλάδας»


 

Με τον τίτλο «Η Ιστορία του Κρανιδίου και των κοινοτήτων Πορτοχελίου, Διδύμων, Φούρνων, Κοιλάδας» κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του φιλόλογου Ιωάννη Ησαΐα, μια έκδοση του Δήμου Ερμιονίδας. Ο τόμος είναι προϊόν μιας μακρόχρονης και επίπονης ερευνητικής εργασίας και καταγραφής στοιχείων, διάσπαρτων μέσα στο χρόνο, που ο συγγραφέας καταφέρνει με μεθοδικότητα και συνέπεια να τα συνθέσει και να τα παρουσιάσει στην αξιόλογη αυτή έκδοση.      

Παραθέτουμε απόσπασμα από το βιβλίο που αναφέρεται στην επαρχία Ερμιονίδας (σήμερα Δήμος Ερμιονίδας).

Η επαρχία Ερμιονίδας εκτείνεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της Περι­φερειακής Ενότητας Αργολίδας. Προς τα βόρεια συνορεύει με την επαρχία Ναυπλίας, στα ανατολικά με το πελοποννησιακό τμήμα (την επαρχία Τροιζηνίας) της περιφέρειας Αττικής, στα νότια βρέχεται από τη θάλασσα της Ύδρας και της Πετροθάλασσας, ενώ δυτικά από τον Αργολικό κόλπο. Στα νότια της επαρχίας απλώνονται οι πεδιάδες του Κρανιδίου και της Ερμιόνης, που καταλήγουν σε χαμηλές παραλίες, ενώ στα βόρεια το έδαφος είναι ορεινό, με το όρος Δίδυμο (1.115 μέτρα), κο­ντά στα όρια με την επαρχία Ναυπλίας και το όρος Αδέρες, με κορυφές τη Λαμπούσα (689 μ.) και την Υψηλή Τσούμπα, που φθάνει μέχρι το ακρωτήριο Σκύλλαιο. Οι ακτές της επαρχίας Ερμιονίδας αρχίζουν από τον όρμο Βουρλιά και φθάνουν μέχρι το Μετόχι, κοντά στο ακρωτήριο Τσελεβίνια (Σκύλ­λαιο).

 

«Η Ιστορία του Κρανιδίου και των κοινοτήτων Πορτοχελίου, Διδύμων, Φούρνων, Κοιλάδας»

«Η Ιστορία του Κρανιδίου και των κοινοτήτων Πορτοχελίου, Διδύμων, Φούρνων, Κοιλάδας»

 

Το όνομα της Ερμιονίδας συνδέεται κατά κάποιο τρόπο με τη μυ­θολογία της γεωργίας, αφού είναι επαρχία γεωργική και έχει συνδεθεί με τη λατρεία της μυθολογικής θεάς Δήμητρας. Επιπλέον η γη της επαρχίας αυτής είναι γεμάτη από λόφους καταπράσινους, από γυμνές κορυφές βουνών και θεωρείται περιοχή ξηροθερμική με ήπιο χειμώνα, καλοκαίρι δροσερό, φθινόπωρο άνυδρο και διαρκή άνοιξη.

Ιστορικά μπορούμε να πούμε για την Ερμιονίδα ότι τα πρώτα ίχνη ανθρώπινης ζωής χάνονται στα βάθη των αιώνων, και μέσα από την ιστο­ρική έρευνα και μελέτη καταλήγουμε στην ιστορία της εποχής του Λίθου, που καταγράφεται στο σπήλαιο Φράγχθι της Κοιλάδας (Κρανιδίου).

Στα μετέπειτα ιστορικά χρόνια, η Ερμιών (Ερμιόνη) κατοικήθηκε αρχικά από Κάρες (Στράβων, 8.6.15) και στη συνέχεια από Δρύοπες, που προέρχονταν από την περιοχή Παρνασσού (Ηρόδοτος, 8.43 και 73.2). Επιπλέον η Ερμιών (Ερμιόνη) μνημονεύεται στον ομηρικό κα­τάλογο «των νεών» (Ιλιάς, Β, 560), όπως ακριβώς και η δρυοπική πόλη του Μάσητα (Κοιλάδα). Κατά την αρχαϊκή και την κλασσική περίοδο μόνο η Ερμιών και οι Αλιείς (στο Πορτοχέλι) υπήρχαν ως πόλεις. Ακολουθούν οι Μηδικοί πό­λεμοι, ο Πελοποννησιακός πόλεμος, η Ηγεμονία των Θηβών και οι επεμ­βάσεις της Μακεδονίας, της Αχαϊκής Συμπολιτείας και της Σπάρτης στο χώρο της Ερμιονίδας.

Επακολουθεί η Ρωμαιοκρατία, ενώ εξαφανίζονται οι δύο πόλεις, ο Μάσης (στην Κοιλάδα) και η αρχαία πόλη των Αλιέων στο Πορτοχέλι. Η πόλη της Ερμιόνης παραμένει ακμαία και ζωντανή όλους τους αιώνες και ιδιαίτερα κατά τη βυζαντινή περίοδο, παρ’ ότι η κατοικημέ­νη περιοχή της Ερμιονίδας υπέστη πολλές και δοκιμασίες από διάφο­ρους επιδρομείς, όπως ακριβώς συνέβη και στις υπόλοιπες επαρχίες της Πελοποννήσου. Από το έτος 1212 μέχρι το 1821 η Ερμιονίδα βρέθηκε στην κατοχή των Φράγκων, των Βενετών και των Τούρκων και μέσα από δύσκολους αγώνες και μεγάλες προσπάθειες κατόρθωσε να ορθοποδήσει και να φτάσει αισίως στην πολυπόθητη ελευθερία.

Για την περιοχή της Ερμιονίδας αρκετοί ιστορικοί, μελετητές και γε­ωγράφοι έχουν ασχοληθεί και έχουν κάνει κάποιες επισημάνσεις. Τη γεωγραφία της Ερμιονίδας, κατά την αρχαιότητα, αποτύπωσε ο ιστορικός και γεωγράφος Παυσανίας ο οποίος σημειώνει:

Τα δε προς θάλασαν εν όροις της Ερμιονίδος ιερόν Δήμητρός έστιν επίκλησιν θερμασίας. Σταδίους δε ογδοήκοντα απέχει μάλιστα άκρα Σκυλλαίον από της Νίσου κα­λουμένης θυγατρός… Από δε Σκυλλαίου πλέοντι ως επί την πόλιν άκρα ρε έστιν ετέρα Βουκεφάλα και μετά την άκραν νήσοι, πρώτη μεν Αλιούσσα (παρέχεται δε αύτη λιμένα ενορμίσασθαι ναυσίν επιτήδειον), μετά δε Πιττυούσα, τρίτη δε ην Αριστεράν ονομάζουσι. Ταύτας δε παραπλεύσαντι έστιν αύθις άκρα Κωλυεργία ανέχουσα εκ της ηπείρου· μετά δε αυτήν νήσος Τρίκρανα καλούμενη και όρος ες θάλασαν από της Πελοποννήσου προβεβλημένον Βούπορθμος… Πρόκειται δε Βουπόρθμου νήσος Απεροπία καλούμενη, της δε Απεροπίας αφέστηκε ου πολύ ετέρα νήσος Υδρέα. Μετά ταύτην αιγιαλός τε παρήκει της ηπείρου μηνοειδής και ακτή μετά τον αιγιαλόν επί Ποσείδιον, εκ θαλάσσης μεν αρχομένη τη προς ανατο­λάς, προήκουσα δε ως επί την εσπέραν, έχει δε και λιμένας εν αυτή. Μήκος μεν δη της ακτής έστιν επτά που στάδια.

Σχετικές γεωγραφικές πληροφορίες παρέχει και ο αρχαίος γεωγρά­φος Στράβων και οι νεότεροι Πλίνιος και Σκύλλαξ. Ο γεωγράφος Στράβων (67 π.Χ. – 23 μ.Χ.) περιγράφει την περιήγησή του στην Αργο­λίδα στο σχετικό βιβλίο (κεφ. Η’ και Θ’), ενώ εμμένει στην επίσκεψή του στον Ερμιονικό κόλπο και την Ερμιόνη, όπου την χαρακτηρίζει πόλη σπουδαία και σημαντική.

Ο Ρωμαίος σοφός Πλίνιος ο πρεσβύτερος στο έργο του «Φυσική Ιστορία» παραθέτει τα νησιά του Αργολικού κόλπου μέχρι το Σκύλ­λαιο. Συγκεκριμένα σημειώνει: «In Argolico (sinu) Pityousa, Irine, Ephyre· Contra Ermionicum agrum Tiparenus, Aperopia, Colonia, Aristera· contra Troezenium Calauris etc.» [Στον Αργολικό κόλπο η Πιτυούσα (Σπέτσες), η Ειρήνη (Πλατειά), η Εφύρη (Υψηλή)· αντίκρυ της Ερμιονικής χώρας η Τιπάρηνος (Τρίκερι), Απεροπία (Δοκός), η Κολωνίς (Ύδρα), η Αριστερά (Σπετσοπούλα). Έναντι της Τροιζηνίας η Καλαυρία κ.λπ.]. Βέβαια η ταυτοποίηση των νησιών δεν είναι οριστική και αναμφισβήτητη, διότι ο Πλίνιος έχει περιπέσει σε σύγχυση στην προσπάθεια απαρίθμησης των νησιών και συνάμα υπάρχουν και άλλες διαφορετικές απόψεις ως προς την ταυτοποίηση των σημερινών νησιών.

Ο νεότερος γεωγράφος Αντώνιος Μηλιαράκης (1841-1905) στο έργο του «Γεωγραφία Πολιτική του νομού Αργολίδος και Κορινθίας» επιχει­ρεί να προσδιορίσει τα σύνορα της Ερμιονίδας λέγοντας ότι «η αρχαία Ερμιονίς είχεν όρια αυτά ταύτα της σημερινής επαρχίας, πλην των προς Α. μερών από της Θερμησίας μέχρι Σκυλλαίου, άτινα επί Παυσανίου (2.34, 6) ανήκον εις την Τροιζηνίαν». Παράλληλα προσπαθεί να ταυτοποιήσει τα αρχαία ονόματα των πόλεων, των ακρωτηρίων και των νη­σιών με τα σημερινά.)

 

Η Ιστορία του Κρανιδίου

και των κοινοτήτων Πορτοχελίου, Διδύμων, Φούρνων, Κοιλάδας»

Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας

Έκδοση: Δήμος Ερμιονίδας

Αθήνα 2013 – Σελίδες: 636 – ISBN: 978-960-85910-5-9

Κριτήριον – Νυμφαίον Άργους – Μνημείο με ιστορία που χάνεται στο μύθο


 

Στην οδό Γούναρη του Άργους, 150 περίπου μέτρα μετά το Αρχαίο Θέατρο και λίγο πριν από τη διασταύρωση με την οδό Φορονέως, μια πινακίδα της αρχαιολογικής υπηρεσίας κάτω από την ένδειξη «οδός Άπιδος» γράφει «Κριτήριο – Νυμφαίο» και δείχνει αριστερά προς το λόφο, που έχει στην κορυφή του το κάστρο Λάρισα. Λίγοι την προσέχουν και πολύ λιγότεροι έχουν επισκεφτεί αυτό το αρχαίο μνημείο της πόλης, που συνδέεται με τις απαρχές της ιστορίας της.

 

Τι ήταν λοιπόν αυτό το Κριτήριο; 

 

Η πρόσβαση στο μνημείο γίνεται σήμερα από την μικρή πλακόστρωτη οδό Άπιδος. Ο Άπις, κατά την ελληνική μυθολογία, ήταν γιος του Φορωνέα και αδερφός της Νιόβης, η οποία έγινε η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία ενώθηκε ερωτικά ο Δίας και γεννήθηκε ο ήρωας Άργος. Μετά τον θάνατό του Φορωνέα τον διαδέχθηκε ο γιος του Άπις, που δεν έκανε παιδιά. Στο μικρό χρονικό διάστημα, που βασίλεψε στο Άργος ο Άπις, όλη η Πελοπόννησος ονομαζόταν Απία και οι κάτοικοί της Απιδόνες.

 

Το Κριτήριον του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Πολυγωνικός αναλημματικός τοίχος στο τέλος της τσιμντένιας κλίμακας.

Στο τέλος του δρόμου, μετά από 150 περίπου ανηφορικά μέτρα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια σειρά από 48 τσιμεντένια σκαλοπάτια, που οδηγούν σε ένα άνδηρο (πλάτωμα). Το άνδηρο στηρίζεται σε έναν τοίχο, που το ύψος  φτάνει τα 3 μέτρα σε κάποια σημεία. Είναι χτισμένος  με το κυκλώπειο σύστημα που συναντάμε στις Μυκήνες και στην Τίρυνθα, δηλαδή με μεγάλους πολυγωνικούς ογκόλιθους τοποθετημένους σε οριζόντια ασύμμετρη δόμηση χωρίς συνδετικό υλικό. Οι πέτρες έχουν κοπεί πολυγωνικά με ευθύγραμμες ακμές και προσαρμόζονται ακριβώς η μια στην άλλη χωρίς ενδιάμεσες σφήνες.

Στο εντυπωσιακό άνδηρο οδηγεί μια κεντρική κλίμακα με 6 πέτρινα σκαλοπάτια πλάτους 2,10 μ., που βρίσκεται στο κέντρο του κυκλώπειου τοίχου της ανατολικής πλευράς. Δυστυχώς σήμερα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, γιατί τα γειτονικά σπίτια είναι χτισμένα σε απόσταση μισού μέτρου από τον αρχαίο τοίχο και κάνουν αδύνατη την πρόσβαση στην κεντρική σκάλα – είσοδο του μνημείου. Η πρόσβαση στο άνδηρο γίνεται από τα τσιμεντένια σκαλοπάτια.

Το μεγαλύτερο μέρος του χώρου διαστάσεων 35Χ 21 μέτρα πάνω από τον τοίχο και τη σκάλα έχει σχηματιστεί με λάξευση του βράχου και φαίνεται ότι δεν υπήρχε εκεί κανένα οικοδόμημα, παρά μόνο ένας ορθογώνιος περίβολος στο κέντρο του πλάτους 4 μέτρων, που πιθανότατα ανήκε σε ιερό.

 

Ο Πολυγωνικός αναλημματικός τοίχος.

 

Η δυτική πλευρά του αναχώματος, που το κρατάει ο πολυγωνικός αναλημματικός τοίχος, είναι λαξευμένη στο φυσικό βράχο του λόφου και σε συνδυασμό με το κυκλώπειο σύστημα του τοίχου παραπέμπει σε κάποιο αρχαίο μνημείο. Η κατασκευή του πολυγωνικού τοίχου τοποθετείται χρονολογικά στα μισά του 7ου αι. π.Χ.

Ο Παυσανίας, που πέρασε από το Άργος τον 2ο αιώνα μ.Χ. αναφέρει: «Το χωρίον τόδε, Κριτήριον ονομάζουσιν, Υπερμνήστραν ενταύθα υπό Δαναού κριθήναι λέγοντες».  Το μέρος δηλαδή αυτό το ονομάζουν κριτήριο και λένε ότι εδώ δικάστηκε από το Δαναό η Υπερμνήστρα.

Εδώ λοιπόν, σύμφωνα με το μύθο και τη διήγηση του περιηγητή Παυσανία, ο βασιλιάς του Άργους Δαναός δίκασε την Υπερμήστρα, τη μοναδική από τις κόρες του που παράκουσε τη διαταγή του και δεν θανάτωσε το σύζυγό της  Λυγκέα, την πρώτη νύχτα του γάμου των 50 θυγατέρων του Δαναού με τους 50 γιους του Αίγυπτου, που είχαν έρθει για να πάρουν την εξουσία του Άργους. Ο χώρος, λοιπόν, συνδέεται με το μύθο των Δαναΐδων.

Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Ποσειδώνας ζευγαρώθηκε με τη Λιβύη, κόρη του Νείλου, και απέκτησε δυο γιους, τον Αγήνορα και το Βήλο. Όταν τα παιδιά μεγάλωσαν, ο Αγήνωρ πήγε στη Φοινίκη και έκανε δικό του βασίλειο, ενώ ο Βήλος έμεινε στην Αίγυπτο, πήρε γυναίκα την  Αγχινόη, κόρη και αυτή του Νείλου, και απόκτησε δίδυμους γιους, τον Αίγυπτο και το Δαναό.

Ο Βήλος πριν πεθάνει όρισε το Δαναό ως βασιλιά της Λιβύης, όπου και ίδρυσε το ιερό του Άμμωνος, και τον Αίγυπτο βασιλιά της Αραβίας, την οποία και ονόμασε «Αίγυπτο». Ο Αίγυπτος απέκτησε 50 γιους και ο Δαναός 50 κόρες, τις Δαναΐδες. Άλλοι έλεγαν  πως τα παιδιά κάθε αδελφού ήταν από την ίδια μάνα και άλλοι πως είχαν γεννηθεί από τον ίδιο πατέρα, αλλά από περισσότερες γυναίκες, που είχε καθένας από τα αδέρφια (Ευρώπη, Αντινόη, Τεγέα και Κασσιέπεια).

Κάποτε όμως τα παιδιά του Βήλου, ο Αίγυπτος και ο Δαναός, συγκρούστηκαν, γιατί ο Δαναός φθονούσε τον Αίγυπτο, που είχε αρσενικά παιδιά, ενώ ο ίδιος είχε μόνο κορίτσια. Φοβόταν μάλιστα ότι οι γιοι του Αίγυπτου θα κάνουν γυναίκες τους τις κόρες του και θα του πάρουν την εξουσία. Ο Δαναός τότε φοβούμενος τους 50 γιους του Αίγυπτου, ύστερα από χρησμό της Αθηνάς, αρμάτωσε καράβι με 50 κουπιά, όσα και τα κορίτσια του, και με αυτό έφυγε μαζί με τις κόρες του.

Πρώτα προσέγγισαν τη Λίνδο της Ρόδου, που ήταν αποικία των Αργείων, όπου ο Δαναός ίδρυσε το ιερό της Λινδίας Αθηνάς. Τελικά αποβιβάστηκαν στο χωριό Απόβαθμοι, το σημερινό Κιβέρι, απ’ όπου έφτασε στο Άργος.  Όταν έφτασε εκεί ο Δαναός ζήτησε από το Γελάνωρα, που ήταν τότε Βασιλιάς του Άργους, να του παραδώσουν το θρόνο, με το επιχείρημα ότι προγιαγιά του ήταν η Ιώ, η κόρη του Ίναχου και ερωμένη του Δία, που κυνηγημένη από την Ήρα μεταμορφώθηκε σε αγελάδα  και κρύφτηκε στην Αίγυπτο. Ο Γελάνωρας και ο Δαναός συζητούσαν το πράγμα, ώσπου νύχτωσε χωρίς να καταλήξουν σε συμφωνία. Είπαν λοιπόν  να το ξανασκεφτούν και να αποφασίσουν την άλλη μέρα.

Το πρωί, μόλις ξύπνησαν, βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα απρόσμενο θέαμα: Ένας  λύκος είχε ορμήσει σε μια αγέλη βοδιών και ο ταύρος, ο αρχηγός της αγέλης, προσπαθούσε να τον εμποδίσει. Οι Αργείοι παρομοίασαν τον επιτιθέμενο λύκο με το νεοφερμένο Δαναό και τον αμυνόμενο ταύρο με το Γελάνωρα και όλοι συμφώνησαν να γίνει βασιλιάς του Άργους εκείνος, που το ζώο του θα επικρατήσει στη μονομαχία. Έτσι, όταν ο λύκος κατασπάραξε τον ταύρο, δέχτηκαν βασιλιά το Δαναό, που ανέβηκε στο θρόνο του Άργους και έκανε και ένα ναό αφιερωμένο στο Λύκειο Απόλλωνα, που πίστευε ότι είχε στείλει το λύκο. Σ’ αυτό το μύθο στηρίζεται η σχέση της πόλης με το λύκο, που αποτελεί και σήμερα έμβλημά του Άργους.

Ο Δαναός, ως βασιλιάς της πόλης, αφιερώθηκε στο να διδάξει τα γράμματα και την καλλιέργεια των αγρών στους Αργείους, να ανοίξει πηγάδια και να ποτίσει τις καλλιέργειες και ζούσε ευτυχής με τις κόρες του και τους υπηκόους του. Όταν όμως έγιναν άντρες οι γιοι του Αίγυπτου, πήραν τα καράβια, ήρθαν στο Άργος  και ζήτησαν να τους παντρέψει ο Δαναός με τις κόρες του, τις Δαναΐδες, για να ξεχαστεί η έχθρα τους. Υπήρξαν αντιρρήσεις, αλλά οι γιοι του Αίγυπτου, δε σήκωναν κουβέντα. Ο Δαναός, επειδή δεν είχε τη δύναμη να αναμετρηθεί μαζί τους, καμώθηκε με δόλο ότι δέχεται την πρότασή τους και συμφωνήθηκε ο γάμος των 50 γιων του Αίγυπτου με τις 50 κόρες του Δαναού.

Πριν από την πρώτη νύχτα του γάμου όμως, ο Δαναός μάζεψε τις κόρες του, τους έδωσε από ένα μαχαίρι και τις πρόσταξε να σκοτώσει καθεμιά τον άντρα της, όταν θα έχει αποκοιμηθεί, απειλώντας με θάνατο όποια δειλιάσει και παρακούσει την εντολή του. Οι νύφες, λοιπόν, αποκεφάλισαν τους άντρες τους την πρώτη νύχτα του γάμου, έριξαν τα σαράντα εννιά κεφάλια τους στη λίμνη Λέρνη και θάψανε τα σώματά τους μπροστά στα τείχη του Άργους. Οι φόνισσες όλες έμειναν για πάντα με το μίασμα και καταδικάστηκαν για το ανόσιο και φρικτό έγκλημά τους, όταν πέθαναν και πήγαν στον κάτω κόσμο, να μεταφέρουν νερό και να προσπαθούν αιώνια να γεμίσουν ένα πιθάρι με τρύπες («τετρημένον πίθον»), που δε θα γέμιζε ποτέ. Αυτός είναι ο γνωστός «πίθος των Δαναΐδων».

 

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

 

Μία από τις 50 όμως, η Υπερμνήστρα, που είχε παντρευτεί το Λυγκέα, επειδή, λένε, έμεινε ευχαριστημένη από την πρώτη νύχτα του γάμου, το ερωτεύτηκε το παλικάρι και από αγάπη και συμπάθεια του χάρισε τη ζωή. Ο πατέρας της, ο Δαναός, τη φυλάκισε και αποφάσισε να την δικάσει για την πράξη της αυτή. Οι Αργείοι όμως αρνήθηκαν την καταδίκη της Υπερμνήστρας και επικαλέστηκαν το θεϊκό νόμο της Αφροδίτης, θεάς του έρωτα και προστάτιδας της συζυγικής κλίνης. Έτσι η Αφροδίτη προσήλθε μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη  και η Υπερμνήστρα με τη βοήθεια της θεάς αθωώθηκε! Η δίκη αυτή έγινε στο χώρο του αρχαίου Κριτηρίου του  Άργους.  Μετά την αθώωση της Υπερμνήστρας ο Λυγκέας έγινε βασιλιάς του Άργους και η Υπερμνήστρα αφιέρωσε στη Θεά Αφροδίτη ένα ξόανο.

 

Πώς όμως ταυτίστηκε το μνημείο αυτό με το αρχαίο κριτήριο;

 

Οι αρχαιολόγοι, που ανέσκαψαν το μνημείο, εντόπισαν δυο ανάγλυφα στην πρόσοψη του πολυγωνικού τοίχου, που στηρίζει το άνδηρο του Κριτηρίου. Τα ανάγλυφα απεικονίζουν τρεις γυναικείες μορφές καθιστές σε θρόνους, επιβλητικές σαν σεβάσμιες «θεές» του κάτω κόσμου, και δύο επιγραφές, που τις ονομάζουν Επιτελίδες.

Επιτελίδε[σσι] / Δα[ρι]κίς ίσσατο / [κα]ι Λ[υ]σικράτεια

Επιτελίδων ταί I Διονυσίου α[νεθέ]τ[αν] ε[υξάμεναι]

 

1ο ανάγλυφο Επιτελίδων.

 

2ο ανάγλυφο Επιτελίδων.

 

Οι τρεις Επιτελίδες, όπως και οι Ευμενίδες, ήταν θεότητες που «επιτελούσαν» τα αιτούμενα. Ικανοποιούσαν δηλαδή τις παρακλήσιες. Τη βοήθειά τους ζητούσαν συνήθως  οι ετοιμόγεννες Αργείτισσες  και τους έκαναν προσφορές, για να προστατεύσουν τη γονιμότητα και να κάνουν πιο εύκολη τη γέννα τους.

Οι Επιτελίδες όμως σχετίζονται και με την απονομή δικαιοσύνης και την τιμωρία εγκληματικών πράξεων. Έτσι το αργείτικο Κριτήριο μοιάζει με τον αθηναϊκό Άρειο Πάγο, όπου ο Ορέστης, γιός του Αγαμέμνονα των Μυκηνών, αθωώθηκε για τη δολοφονία της μητέρας του Κλυταιμνήστρας  με την παρουσία στο δικαστήριο των Ερινύων-Ευμενίδων.

Η μυθολογία φαίνεται να συμφωνεί με τους αρχαιολόγους για το Κριτήριο, καθώς εδώ ο βασιλιάς του Άργους, Δαναός, δίκασε την κόρη του Υπερμήστρα. Η παρουσία αναθηματικών ενεπίγραφων ανάγλυφων, που εικονίζουν τις «Επιτελίδες», οδήγησε τους μελετητές στην ταύτιση του κτηρίου με το «Κριτήριο», το  αρχαιότερο δικαστήριο του κόσμου, που λειτούργησε στα αρχαϊκά χρόνια στα κράσπεδα του Άργους.

 

Κριτήριον – Νυμφαίον Άργους. Το «Κριτήριο» του Άργους με το πολυγωνικό ανάλημμα και το ρωμαϊκό νυμφαίο. Ψηλότερα δύο δεξαμενές του νυμφαίου (άριθ. 1 και 2), λαξευμένες στο βράχο και καμαροσκεπείς. Το νερό έφτανε με μακρύ αγωγό στις δεξαμενές και έπειτα διοχετεύονταν στην πόλη με δίκτυο μικρότερων αγωγών, των όποιων ο κεντρικός τροφοδοτούνταν από τις εκροές 3, 4 και 5 της δεξαμενής 2. Από τον τοίχο της ανατολικής πλευράς της δεξαμενής διατηρήθηκαν τα τμήματα 6, 7 και 8. Ο ισοπεδωμένος με λάξευση χώρος (άριθ. 10) μπροστά στο νυμφαίο ήταν του Κριτηρίου. Ανέβαινε κάνεις εκεί με τη σκάλα 11, στη μέση του ισχυρού αναλημματικού τοίχου. Ο ορθογώνιος περίβολος 9 ανήκε ίσως σε ιερό. Δημοσιεύεται στο: Παπαχατζή Δ. Νικόλαου, «Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Κορινθιακά – Λακωνικά», σελ. 164.

 

Νυμφαίο

Ο αυτοκράτορας Αδριανός, χρηματοδότησε το έργο υδροδότησης της πόλης.

Ο χώρος που οι ανασκαφείς ονόμασαν «Κριτήριο» πήρε τη σωζόμενη μορφή στα ρωμαϊκά χρόνια. Στο χώρο αυτό ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός το 124/5 μ.Χ. έκτισε μια μνημειακή κρήνη, τύπου «Νυμφαίου-Σπηλαίου», που αποτελείται από δυο δεξαμενές νερού σκαλισμένες στο βράχο για την περισυλλογή και τη διοχέτευση του νερού στην πόλη του Άργους.

Νυμφαία οι αρχαίοι Έλληνες από τους μυθικούς χρόνους χαρακτήριζαν τόπους ιερούς αφιερωμένους στις νύμφες των πηγών. Τέτοιοι ιεροί τόποι αρχικά ήταν κάποια φυσικά διαμορφωμένα  σπήλαια μέσα στα οποία ανάβλυζαν πηγές.

Αλλά Νυμφαία οι αρχαίοι ονόμαζαν και τα αψιδωτά οικοδομήματα που στέγαζαν τις βρύσες των πόλεων, οι οποίες ήταν συνήθως αφιερωμένες στις Νύμφες. Στη ρωμαϊκή και ελληνιστική περίοδο αυτά τα οικοδομήματα άρχισαν να γίνονται επιβλητικότερα και πολυτελέστερα με κίονες, δεξαμενές, στοές κ.λπ.

Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός, για να εξασφαλίσει νερό στο Άργος, έφτιαξε ένα υδραγωγείο μήκους 30 περίπου χιλιομέτρων, που ξεκινούσε από το χωριό Κεφαλόβρυσο (Πάνω Μπέλεσι) και περνώντας από τα χωριά Δούκα, Τζιρίστρα, Στέρνα, Σχοινοχώρι και Σταθέικα κατέληγε στο Νυμφαίο του Άργους.

 

Κριτήριον – Νυμφαίον Άργους.

 

Το Αδριάνειο Υδραγωγείο ήταν κτισμένο με πέτρες και κορασάνι. Το Κουρασάνι ήταν κονίαμα που φτιαχνόταν από άμμο ή χώμα, ασβέστη, τριμμένο κεραμίδι και μερικές φορές ενισχυόταν με ασπράδι αυγών, τραγόμαλο, άχυρο και μαλλιά ζώων. Το Ρωμαϊκό αυτό κονίαμα ήταν ισοδύναμο ή εφάμιλλο με το τσιμέντο και είχε εξαιρετικές υδραυλικές, μηχανικές και θερμομονωτικές ιδιότητες.

Μάρτυρες της πορείας του σημαντικού αυτού έργου είναι οι πλινθόκτιστες βάσεις που είναι ορατές σήμερα στην περιοχή «Σταθέικα» και στο χωριό Γυμνό στη θέση «Αγ. Θωμάς», ενώ σώζεται ακόμα ένα τμήμα του μήκους 600 μ. περίπου στις ανατολικές υπώρειες του λόφου της Λάρισας.

Το νυμφαίο που δημιούργησε ο Ανδριανός αποτελείται από δύο δεξαμενές για νερό και μια θολωτή στέγη. Το κατώτερο τμήμα των δεξαμενών ήταν λαξευμένο στο βράχο. Το υπόλοιπο τμήμα των δεξαμενών ήταν χτισμένο πάνω στο βράχο με οπτόπλινθους, συμπαγή ψημένα τούβλα που σχημάτιζαν καμάρες με στέγη.

Σε κεντρικό σημείο του κτηρίου ήταν στημένο ένα άγαλμα με τη μορφή του μυθικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού Μουσείου του Άργους.

Η πρόσοψη του νυμφαίου είχε πλάτος 15,50 μ. και μια κιονοστοιχία αρχικά, η οποία αργότερα αντικαταστάθηκε με τοίχο. Από τον τοίχο αυτό διατηρούνται σήμερα τρία τμήματα στην πρόσοψη του νυμφαίου.

Το νερό εισερχόταν στην κρήνη από ένα στόμιο στη βορειοδυτική πλευρά του νυμφαίου  και αναπηδούσε από το αριστερό του αγάλματος. Το άγαλμα με τη μορφή του ήρωα Διομήδη άφηνε το νερό να τρέχει ως θεϊκό δώρο από την παλάμη του αριστερού του χεριού γεμίζοντας τη δυτική δεξαμενή μετάγγισης.

 

Το υδραγωγείο υδροδότησης και ο δρόμος προς το αρχαίο θέατρο.

 

Στη συνέχεια, το νερό περνούσε στην ανατολική δεξαμενή πάνω από μία υδραυλική κλίμακα δημιουργώντας καταρράχτη, έβγαινε από τρία κενά του τοίχου της πρόσοψης και κατέληγε σε ένα μικρότερο υδραγωγείο, από το οποίο ξεκινούσε το κεντρικό δίκτυο υδροδότησης της πόλης, που τροφοδοτούσε και τις Θέρμες του Άργους.

Οι Ρωμαϊκές Θέρμες του Άργους ήταν ένα μεγάλο δημόσιο λουτρικό συγκρότημα από το οποίο σώζεται ακόμη και σήμερα ένας πλινθόκτιστος τοίχος ύψους 11 μ. στα νοτιοανατολικά του αρχαίου Θεάτρου.

Το λουτρικό αυτό συγκρότημα λειτούργησε έως τα παλαιοχριστιανικά χρόνια  του 5ου και του 6ου αι. μ.Χ.). Ο καλλωπισμός του σώματος αποτελούσε κύριο μέλημα της αρχαίας κοινωνίας. Η καθημερινή φροντίδα του σώματος σε λουτρά, θέρμες και βαλανεία, σηματοδοτούσε την ευκαιρία για κοινωνική συναναστροφή, αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, χαλάρωση και ξεκούραση. Στο Άργος στη διάρκεια ανασκαφικών ερευνών ήρθαν στο φως στην περιοχή της αρχαίας αγοράς και άλλα κατάλοιπα που ταυτίζονται με λουτρά των ρωμαϊκών χρόνων.

 

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

 

Σήμερα το «Κριτήριο» και «Νυμφαίο» συνδέεται με το αρχαίο θέατρο του Άργους με ένα πλακόστρωτο μονοπάτι, παράλληλο με τον αγωγό υδροδότησης, που οδηγούσε το νερό στην πόλη, που προσφέρει εκπληκτική πανοραμική θέα της πόλης και καταλήγει στο κέντρο του αρχαίου θέατρου του Άργους.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Στη διαδρομή μάλιστα υπάρχει και ένα ανάγλυφο πάνω σε ασβεστολιθικό βράχο, που στο δεξιό του τμήμα εικονίζει έφιππη ανδρική μορφή με τ’ άλογο να βαδίζει προς τ’ αριστερά και τον ιππέα να κρατά στρογγυλή αργείτικη ασπίδα και δόρυ. Στο αριστερό τμήμα εικονίζεται κρατήρας με κωνικό πόδι, όπου στα δεξιά του ανελίσσεται ένα φίδι με το κεφάλι του να φτάνει στο χείλος του αγγείου. Ο λαός το έχει ταυτίσει με τον Αϊ Γιώργη που σκοτώνει το φίδι, αλλά η ιστορία του είναι πολύ παλαιότερη. Το ανάγλυφο αυτό χρονολογείται στα τέλη του 5ου – αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα και αποδίδει τη σχέση του Άργους με τα άλογα.

 

Το ανάγλυφο του ιππέα.

 

Ο Όμηρος χαρακτηρίζει το Άργος «πολυδίψιον» και «ιππόβοτον». Και τα δύο αυτά επίθετα φαίνεται ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Γιατί το βόρειο τμήμα της αργολικής πεδιάδας, από το Άργος προς το Κουτσοπόδι, είναι άνυδρο και δικαιολογεί το «πολυδίψιον  Άργος» του Ομήρου. Η νότια πεδιάδα όμως, από το Άργος μέχρι την παραλία του Τημενίου είναι πλούσια σε νερά και λιβάδια και εξηγεί το «ιππόβοτον Άργος», γιατί σ’ αυτά έβοσκαν άλογα.

Τέτοιες απεικονίσεις αλόγων σε αγγεία που βρέθηκαν σε τάφους στους πρόποδες των λόφων της Λάρισας και της Ασπίδας είναι συχνότατες. Και πολλά από τα μικρά χάλκινα άλογα, που ήταν αφιερωμένα στο ιερό της Ολυμπίας, προέρχονται σύμφωνα με τους αρχαιολόγους από αργείτικα εργαστήρια.

Αυτή είναι η ιστορία του Κριτηρίου και νυμφαίου του Άργους, που χάνεται στο μύθο. Σήμερα όμως ο χώρος αυτός παραμένει άγνωστος, αφανής και αναξιοποίητος. Οι πολίτες τον αγνοούν, οι αρχές τον υποβαθμίζουν με τη στάση τους και οι φορείς δεν μπόρεσαν μέχρι σήμερα να τον αξιοποιήσουν, ενώ προσφέρεται ως χώρος για την πραγματοποίηση ποιοτικών εκδηλώσεων. Βρίσκεται στις υπώρειες του ιστορικού κάστρου του Άργους, παρέχει πανοραμική θέα της πόλης, έχει μεγάλη ιστορία, προσφέρει υποβλητική ατμόσφαιρα, ειδικά τους θερινούς μήνες. Θα μπορούσε να αναδειχθεί με τη διοργάνωση μουσικο-θεατρικών ή άλλου είδους εκδηλώσεων στον περιβάλλοντα χώρο του, αφού πρώτα, φυσικά, διαμορφωθεί κατάλληλα, και να αποτελέσει συγκριτικό πλεονέκτημα για την ιστορία και την πολιτιστική ζωή της πόλης.

Το γεγονός ότι δεν έχει εύκολη πρόσβαση με αυτοκίνητο μπορεί να είναι και πλεονέκτημα. Θα έδινε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για έναν μικρό περίπατο από το παρκινγκ της λαϊκής αγοράς μέχρι εκεί από τα κάθετα προς την οδό Γούναρη πλακόστρωτα δρομάκια και για μια βόλτα στην περιοχή της Φορονέως, που δεν υπολείπεται σε γραφικότητα της αθηναϊκής Πλάκας ή του παλιού Ναυπλίου.

 

Πηγές


  • Μπανάκα Άννα, «Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα» (μέρος 2), argolikivivliothiki.gr
  • Παπαχατζή Δ. Νικόλαου, «Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Κορινθιακά – Λακωνικά», σελ. 164-167.
  • Παπαχριστοδούλου Ι., «Ανάγλυφα Ευμενίδων εξ Αργολίδος», Αρχ. Δελτίον , τόμος 23 (1968), σελ. 117 κ.ε.
  • Τότσικας Αλέξης, «Μύθος και Ιστορία», Άργος, 2018, σελ. 32-37.

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Σχετικά θέματα: