Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος Η δίκη


  

 

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Η δίωξη και καταδίκη σε θάνατο του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και του συντρόφου του αγωνιστή Δημητρίου Πλαπούτα, που συγκλόνισε το πανελλήνιο στη διετία 1833-1834, οφείλεται κυρίως σε τρεις παράγοντες. Ο πρώτος και γενικότερος, που ιδιαίτερα έχει προβληθεί από τους ιστορικούς, προερχόταν από την απολυταρχική διακυβέρνηση της βαυαροκρατίας και ειδικότερα την Αντιβασιλεία, που καταδυνάστευε το λαό προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις, λαϊκό ξεσηκωμό, προς αντιμετώπιση του οποίου και προς εκφοβισμό των λαϊκών στρωμάτων εισή­γαγε τελικά σε δίκη – παρωδία και καταδίκασε σε θάνατο το λαοφιλέστερο ηγέτη του Αγώνα, το θρυ­λικό Γέρο του Μοριά. Είναι βέβαια αληθές ότι οι θεσμοί που εισήγαγε η Αντιβασιλεία μακροπρόθεσμα ωφέλησαν τον τόπο, ο απόλυτος και σκληρός όμως τρόπος που θέλησε να τους επιβάλει, σε σχέ­ση με την υφιστάμενη τότε κατάσταση στην Ελλά­δα, ήταν εκτός τόπου και χρόνου και έβλαψε τη χώρα.

Έλεγε για την Αντιβασιλεία ο Γέρος του Μο­ριά με τη γνωστή θυμοσοφία του, προσπαθώντας να διασκεδάσει μάλλον τη λαϊκή αντίδραση παρά να την προκαλέσει: «τα παπούτσια του Χατζη-Πέτρου (που ήταν γίγας) θέλουν να τα βάλουν στα πόδια του Λόντου (που ήταν νάνος)». Ήλπιζαν λοιπόν οι Βαυαροί ότι θα εκφοβίσουν το λαό αποκεφαλίζοντας το λαοφιλέστερο ηγέτη της Επανάστασης.

Ο δεύτερος επίσης σημαντικός παράγων ξεκι­νούσε από τη διαπίστωση του Μάουρερ, μέλους της τριμελούς Αντιβασιλείας, ότι ο πρόεδρος της Αρμανσμπεργκ ευνοούσε ή και μεθόδευε στα κρυ­φά, μέσω του Βαυαρού αξιωματούχου Φραντς (διερ­μηνέα της Αντιβασιλείας), συνωμοτική κίνηση δια της υπογραφής ομαδικής αναφοράς των αγωνιστών προς το βασιλέα της Βαυαρίας για την ανάθεση της Αντιβασιλείας μόνο στον Αρμανσμπεργκ, ανακαλουμένων των υπολοίπων δύο μελών της.

Δημήτριος Πλαπούτας, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Παρ’ ότι οι πρωτεργάτες της μυστικής αυτής κίνησης δεν μπόρεσαν να προσεταιριστούν τους Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα και άλλους γνωστούς οπλαρχηγούς, εντούτοις ο απολυταρχικός Μάουρερ μεθόδευσε με τη σύμπραξη του υπουργού Δικαιοσύνης Σχινά τη σύλληψη και καταδίκη των δύο οπλαρχηγών με χαλκευμένες κατηγορίες και ωμή επέμβαση στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, με τριπλό δε στόχο την αποθάρρυνση του Αρμανσμπεργκ από τα φι­λόδοξα και ιδιοτελή του σχέδια, τον εκφοβισμό του λαού, αλλά και των λοιπών γενναίων οπλαρχηγών του Αγώνα, που με σκληρότητα ο Μάουρερ είχε από τnv πρώτη στιγμή δέσει στο περιθώριο της πο­λιτικής ζωής. Τα γενεσιουργικά αυτά κίνητρα της δίωξης και θανατικής καταδίκης των δύο οπλαρχηγών ενεργο­ποίησε ένας τρίτος και σπουδαιότερος παράγοντας, η διχόνοια των Ελλήνων, ο κακός δαίμονας του έ­θνους, που είχε λάβει τη μορφή έντονης διαμάχης μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών. Έτσι, σημαντι­κοί πολιτικοί του Αγώνα, υπουργοί και πρωθυπουρ­γοί επί Αντιβασιλείας, ανέχονταν ή και ευνοούσαν και επεδίωκαν τον κατατρεγμό των αγωνιστών.

Η σύλληψη όμως και προφυλάκιση του θρυλικού Γέ­ρου του Μοριά και του φιλοβασιλικού Πλαπούτα προκάλεσε την παραίτηση του πρωθυπουργού Σπυρίδωνα Τρικούπη, ενώ το γεγονός ανέχθηκε ο Μαυροκορδάτος και προπαντός ο άσπονδος εχθρός τους Κωλέττης, που απαιτούσε στη συνέχεια, μαζί με τον Μάουρερ, την άμεση εκτέλεση της θανατικής ποινής. Προηγουμένως ο Μαυροκορδάτος είχε δια­δεχθεί στην πρωθυπουργία τον παραιτηθέντα Σπ. Τρικούπη, για να παραιτηθεί κι αυτός με τη σειρά του όταν άρχισαν τα έκτροπα στη δίκη με την ωμή παρέμβαση του υπουργού Δικαιοσύνης Κ. Σχινά ε­πικεφαλής χωροφυλάκων και τις βιαιοπραγίες και το διασυρμό των δικαστών, προκειμένου να εκδοθεί δια της βίας η καταδικαστική απόφαση, στην οποία αντιδρούσαν έντιμοι δικαστές, ο Γεώργιος Τερτσέτης και ο πρόεδρος του δικαστηρίου Αναστάσιος Πολυζωίδης.

Κωνσταντίνος Σχινάς

Το διάτρητο κατηγορητήριο που συνέταξε ο περι­βόητος και σκληροτράχηλος δημόσιος κατήγορος Μάσων, τυφλό όργανο των Μάουρερ, Σχινά και Κωλέττη, προσέδιδε στους δύο οπλαρχηγούς το έ­γκλημα της εσχάτης προδοσίας, με κυριότερα επι­βαρυντικά στοιχεία ότι μετείχαν σε μυστικές συνε­δριάσεις για την υπογραφή αναφοράς προς το βασι­λέα της Βαυαρίας προς ανάκληση δύο μελών της Αντιβασιλείας (των Μάουρερ και Εϊδεκ) και ότι υπέγραψαν ετέρα αναφορά προς ξένη δύναμη (τη Ρωσία) προς κατάργηση και των τριών μελών της Αντιβασιλείας. Τέτοιου είδους αναφορές, ακόμη και αληθινές, υποστήριξε ο Γ. Τερτσέτης, δεν αποτε­λούν απόδειξη εγκλήματος, αλλά στοχασμό του γράφοντος, αφού δεν συνοδεύονταν από εξωτερική εκτελεστική πράξη.

Και όμως, τρία εκ των πέντε μελών του δικαστηρίου, ενδίδοντας στις προτροπές του υπουργού Δικαιοσύνης Κ. Σχινά και του Μάσωνος, εκδίδουν καταδικαστική απόφαση, την οποία αρνούνται να προσυπογράψουν ο Γ. Τερτσέτης και ο πρόεδρος Α. Πολυζωίδης, ακόμη και όταν προπηλακιζόμενοι οδηγούνται από τους χωροφύλακες δια της βίας και σηκωτοί στην έδρα.

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, όπως απεικονίζεται σε πίνακα, που βρίσκεται στον Άρειο Πάγο.

Αναγιγνώσκεται η εις θάνατον καταδικαστική απόφαση χωρίς την υπογραφή των δύο γενναίων δικαστών. Την ε­πομένη, δια χάριτος που παρακλητικώς εξασφάλι­σε ο νεαρός Όθων από την Αντιβασιλεία, η θανατι­κή ποινή μετατράπηκε σε εικοσαετή κάθειρξη, πα­ρά τη λυσσώδη αντίδραση του Μάουρερ και του τό­τε νέου πρωθυπουργού Κωλέττη.

Την επόμενη χρονιά ο Όθων με την ενηλικίωσή του υπέγραψε την αποφυλάκιση των δύο οπλαρχηγών και την προα­γωγή του μεν Πλαπούτα σε συνταγματάρχη, του δε Κολοκοτρώνη σε σύμβουλο της Επικρατείας. Ταυτόχρονα αποφάσισε και την αποπομπή των Κωλέττη και Σχινά. Έτσι έκλεισε μια διετία (1833-1834) που ανέδειξε τις ραδιουργίες της Αντιβασιλείας και του Κωλέττη εις βάρος ανύποπτων και γενναίων οπλαρχηγών, αλλά και δύο γενναίους δικαστές, στυλοβάτες της Δικαιοσύνης. 

 

Ελένη Κυρ. Κυριακοπούλου

Νομικός, τ. διευθύντρια υπουργείου Οικονομικών

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», τεύχος 127, 21 Μαρτίου 2002.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

«Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα», Γεώργιος Κόνδης


 

 Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα, είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του κοινωνιολόγου – εκπαιδευτικού Γεωργίου Κόνδη, που εξέδωσαν, ο Οδοντιατρικός Σύλλογος Αργολίδας σε συνεργασία με τις εκδόσεις Εκ Προοιμίου.

 

«Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα»

Τα 100 χρόνια λειτουργίας της Οδοντιατρικής Σχολής Αθηνών αποτελούν όχι μόνο ένα σημαντικό χρονικό ορόσημο, αλλά και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την ιστορική και κοινωνική ανασκόπηση των χώρων, των δράσεων και της επαγγελματικής τροχιάς που ακολούθησαν οι φοιτητές της. Ποιοι ήταν; Πως βίωσαν την λειτουργία της και με ποιο τρόπο συμμετείχαν στην ανεξαρτησία της στα πλαίσια της οργάνωσης των επαγγελμάτων υγείας; Πως οργάνωσαν τους κοινωνι­κούς χώρους μέσα στους οποίους διέγραψαν ατομική και συλλογική επαγγελματική τροχιά; Ποια ήταν η σχέση τους με τις τοπικές κοινωνίες και πως επέδρα­σαν στην ανάπτυξή τους; Στα ερωτήματα αυτά έχουν δοθεί απαντήσεις και έχουν καταγραφεί ήδη σημαντικά στοιχεία στα βασικά πλέον βιβλία για την ελληνική οδοντιατρική.

 

Το πρώτο Οδοντιατρικό Σχολείο στην Κάνιγγος.

 

Η έρευνα όμως που καταθέτει στο βιβλίο, «Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα» ο κοινωνιολόγος Γεώργιος Κόνδης έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό στην καταγραφή της πορείας της Οδοντιατρικής εκτός Κέντρου. Για πρώτη φορά, μια συστηματική μελέτη για την οδοντιατρική και τους οδοντιάτρους στην περιφέρεια, συγκεκριμένα στην Αργολίδα, έρχεται να φωτίσει σημεία και να προσθέσει στοιχεία τόσο στο επίπεδο της επιστημονικής συγκρότησης της τοπικής οδοντιατρικής, όσο και στο επίπεδο των συνηθειών και των συμπεριφορών. Έτσι η πορεία των Οδοντιάτρων και της Οδοντιατρικής στην Αργολίδα, παρότι αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της γενικότερης ιστορικής πορείας τους σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, είναι και πορεία των προσώπων οριοθετημένη στο χώρο και το χρόνο.

 

Σπάνια φωτογραφία ειδικευόμενου στην Οδοντιατρική. Στη φωτογραφία η Βασιλική Ζωιοπούλου, περίπου το 1946.

 

Διεθνές Οδοντιατρικό Συνέδριο Βιέννης, 1960.

 

Η ανασύνθεση της παρουσίας των οδοντιάτρων στην Αργολίδα από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι και το 1970, γίνεται μέσα από ένα πλούσιο υλικό όπου σπουδές, απόψεις, νοοτροπίες, πρακτικές, προσωπικά αντικείμενα και εργαλεία αντανακλούν το επίπεδο οργάνωσης και εξέλιξης του επαγγέλματος, των υπηρεσιών υγείας και των γενικότερων κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων που δημιουργούνται με αυτές.

 

Εξαγωγή δοντιού στο Μεσαίωνα. Ιχνογράφημα από βιβλίο σκακιού, 1467, Εθνική Βιβλιοθήκη της Στουτγάρδης.

 

Οι προσωπικές καταγραφές και τα επαγγελματικά και κοινωνικά στοιχεία που προκύπτουν αποτελούν ένα από τα πλουσιότερα μέρη της έρευνας που στηρίχτηκε σε συνεντεύξεις, αρχειακό υλικό και εκδόσεις καθώς και στις τεχνικές της επιτόπιας έρευνας. Τέλος, μέσα από την ανάδειξη των ιδεών και των συμπεριφορών που αποτυπώνονται στην οργάνωση της έννοιας «στοματική υγιεινή» στην Αργολίδα, γίνεται προσπάθεια μιας ευρύτερης συστηματικής ανάλυσης της σχέσης που δια­μορφώνεται στην κοινωνία από την συνάντηση μια επαγγελματικής / επιστημονικής ομάδας και των κοινωνικών, οικονομικών και ιδεολογικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν μια εποχή. Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με τη φροντίδα του Οδοντιατρικού Συλλόγου Αργολίδας και την τεχνική υποστήριξη των εκδόσεων «Εκ Προοιμίου». «Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα», Γεώργιος Κόνδης, 2011, ISBN 978-960-89719-6-7.

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος – Το γενεαλογικό του δένδρο


 

Εγεννήθηκα εις τα 1770 Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής. Εγεννήθηκα εις ένα βουνό εις ένα δένδρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι».

 

Κωσταντής Ιω. Κολοκοτρώνης, ο πατέρας του Θοδωράκη, προσθέτει αμέσως στην αυτοβιογραφία του ο Θοδωράκης, ήταν αρχηγός των αρματολών στην Κόρινθο. Σύζυγο είχε λάβει τη θυγατέρα τού καπετάν Κωστάκη από την Αλωνίσταινα, τη Ζα­μπία ή Ζαμπέτα. Και απέκτησε τέκνα αρσενικά τέσσερα και μία θυγατέρα. Πρωτότοκος ο Θοδωρά­κης, υστερότοκος ο Γιάννης, αποκαλούμενος Ζορ­μπάς (+1806 στο μοναστήρι Αιμυαλών). Ενδιάμεσοι: Χρίστος, Νικόλας.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Με πατέρα αφοσιωμένο στα κλεφταρματολικά, μια κατατρεγμένη οικογένεια φυσικό ήταν να μετα­κινείται, να κρύβεται και να καταζητείται. Με την περιοχή Λεονταρίου υπήρχε δεσμός παλαιός της οι­κογενείας και εκεί σε κάποιο κρησφύγετο η Ζαμπία Κολοκοτρώνη έφερε στη ζωή τον πρωτότοκο γιο της κάτω από ένα δένδρο. Ήταν τα όρια τριών περιοχών: Μεγαλοπόλεως, Μεσσηνίας και Λακωνίας. Εκεί βρισκόταν ένα χωριό Ρουπάκι, κοντά στο Τουρκολέκα του Νικηταρά. Το χωριό ερημώθηκε, ως φαί­νεται, στα μέσα του 16ου αιώνα, σκόρπισαν οι κά­τοικοι κι ένας απ’ αυτούς έφθασε στα ορεινά του Φαλάνθου, στο βορινό και δυσπρόσιτο Λιμποβίσι. Αυτός πρέπει να ήταν ο γενάρχης των Κολοκοτρωναίων. Σχετικά αφηγείται ο Θοδωράκης: «Ένας από το Ρουπάκι, αφού εχάλασε το χωριό του, ήλθε εις το Λιμποβίσι εις τον πρώτον του χω­ρίου εδώ και 300 χρόνους. Αυτός εφάνη έξυπνος και ο δημογέροντας τον έκαμε γαμβρόν του, ελέγετο Τζεργίνης». Επεξηγεί ο αφηγητής ότι με το όνομα Τζεργίνης ευρίσκονταν στη Μεσσηνία περίπου 60 οικογένειες. Και είναι τούτο ένδειξη ι­στορικότητας.

Από την πειστική αφήγηση του Θ. Κολοκοτρώ­νη έρχεται στο φως η αρχή της οικογενείας του, η συνέχεια της οποίας φαίνεται να έχει μυθικό χαρα­κτήρα, στηριζόμενη στην οικογενειακή παράδοση, αλλά δεν αποκλείεται στον πυρήνα της παραδόσε­ως να κρύπτονται ιστορικά στοιχεία. Γιος του Τζεργίνη ο ωραίος Δημητράκης, αιχμά­λωτος των Αλβανών και δέσμιος, διαγωνίστηκε με τους βασανιστές του στο πήδημα αλυσοδεμένος, με συμφωνία να ελευθερωθεί αν νικήσει. Έγινε το στοίχημα, ο Δημητράκης κέρδισε κι ελευθερώθηκε. Το στοίχημα ήταν ένα πήδημα αλυσοδεμένου. Ίσως στον πυρήνα της αφήγησης να κρύβεται η α­ποτελεσματική τόλμη δέσμιου, που κατόρθωσε να δραπετεύσει. Άξιος θαυμασμού πλέον και ικανός ο Δημητράκης Τζεργίνης έχει παρουσία. Παντρεύε­ται, αποκτά δύο τέκνα: Χρόνης, Λάμπρος. Κάποιος υπολογισμός μπορεί να τοποθετήσει χρονολογικώς όσα γίνονται στα τέλη του 16ου αιώνα. Αρχές του 17ου τα δυο παιδιά μεγαλώνουν. Ο Λάμπρος, κατά την παράδοση της οικογενείας, πνίγηκε νέος στη λίμνη του Φενεού, αλλ’ άφησε τέκνα.

Πιο γνωστός ο Χρόνης. Χροναίοι οι απόγονοί του. Ο τρίτος γιος του Δημητράκη Τζεργίνη, ο Δήμος, στερεώνει α­λυσίδα. Είναι προπάππος του Θ. Κολοκοτρώνη. Αναδύεται λοιπόν από τα βάθη της παράδοσης μέσα στο Λιμποβίσι ένας Τζεργίνης. Διακλαδίζε­ται η οικογένεια. Ξεχωρίζει ο γιος του Δημητράκη. Είτε γιος είτε εγγονός. Δήμος κι αυτός. Πιο πιθα­νόν είναι να πρόκειται για εγγονό, γιατί ο αφηγού­μενος τα οικογενειακά Θ. Κολοκοτρώνης τον Δήμο αναφέρει γαμπρό του καπετάν Χρόνη από το Χρυσοβίτσι και τον συνδέει με όσα γίνονται από τον Μοροζίνι, δηλαδή γύρω στα 1680. Τα γενόμενα τό­τε φαίνεται πως συνετέλεσαν ν’ αλλάξει επώνυμο η οικογένεια Τζεργίνη. Ο γιος του Δήμου εμφανί­ζεται ως Μπότσικας, που κατά την εξήγηση του α­φηγητή Θ. Κολοκοτρώνη σήμαινε μαυριδερός.

Ο Χρυσοβιτσιώτης καπετάν Χρονάς, ο πεθερός του Δήμου, πρέπει να ήταν καπετάνιος, συνεργαζόμενος με τους Ενετούς. Γέροντας πλέον, όταν ξαναγύριζαν οι Τούρκοι και οι Ενετοί αναγκάζονταν να εγκατα­λείψουν τον Μοριά, ο γερο – Χρόνης (ή Χρονάς) προέβαινε σε απίθανες ενέργειες, που μαρτυρούν, αν μη τι άλλο, τις φιλοενετικές εξαρτήσεις του. Πληροφορητής πάλι ο ίδιος ο Θοδωράκης: «Οι Χρυσοβιτσιώται, Λιμποβιστώται και οι Αρκουδορρεματίται επήγαν και επολέμησαν εις του Ντάρα τον Πύργο 6.000 Τούρκους… Αυτοί εχαλάσθησαν και εγλύτωσε ο Μπότσικας…».

Το επεισό­διο είναι μαρτυρημένο. Και ο Δήμος Μπότσικας εί­ναι ο γενάρχης της οικογένειας. Αναφέρεται ο γιος του Ιωάννης, γεροδεμένος άνδρας, με γλουτούς γε­μάτους. Ένας Αλβανός μόλις τον είδε, είπε: «Βρε, τι μπιθεκούρας είναι αυτός!».

Το νόημα αυτής της λέξης αποδίδει η ελληνική λέξη Κολοκοτρώνης. Και επικράτησε έκτοτε, με τον πρώτο γνωστό πλέ­ον Κολοκοτρώνη, τον Ιωάννη, που άφησε απογό­νους, αλλά είχε σκληρή τύχη. Σε κάποια συμπλο­κή αιχμαλωτίστηκε, βασανίστηκε και βρήκε θάνα­το αγχόνης στην Ανδρούσα.

Ο Θοδωράκης στην α­φήγησή του παρατηρεί ότι οι Κολοκοτρωναίοι δεν είχαν φυσικό θάνατο. Αναφέρονται πέντε παιδιά του Γιάννη Κολοκο­τρώνη: Αναγνώστης, Κωσταντής, Βασίλης, Αποστόλης, Γιώργης. Ο Βασίλης χάθηκε νωρίς. Οι Αποστόλης και Γιώργης βρήκαν αγωνιζόμενοι με­τά τα Ορλοφικά το θάνατο. Γλίτωσε ο Αναγνώστης, αλλά η δράση του δεν μαρτυρείται με λεπτομέρει­ες. Πάντως είχε τρία παιδιά, γενναία και ηρωικά. Οι δύο είναι κατ’ όνομα γνωστοί, Γεωργακλής και Κουντάνης· έπεσαν ηρωικά στον κατατρεγμό των κλεφτών το 1806, στη γνωστή ενέδρα στο Σαπολίβαδο. Ο άλλος γιος του Αποστόλη είχε τ’ όνομα του παππού του, Γιάννης, γνωστός με την επωνυμία Ντασκούλιας. Γλίτωσε καταφεύγοντας στη Ζάκυν­θο. Ο Αναγνώστης είχε καταφύγει στη Μάνη, όπου έκανε σπίτι. Όταν τ’ αδέρφια του σκοτώθηκαν στον Πύργο του Παναγιώταρου, μετά την εξόντωση των Αλβανών, ο θείος του ορφανού Θοδωράκη τον προστάτευσε, αλλά τελικώς έπεσε κι αυτός στο Λεοντάρι σε ηλικία 52 ετών.

Απέμεινε από τα τέκνα του Γιάννη Κολοκο­τρώνη ο δευτερότοκος Κωσταντής, ο πατέ­ρας του Θοδωράκη. Δεν επιβεβαιώνεται λανθάνουσα πληροφορία για έναν άλλο του αδελφό, που δημιούργησε οικογένεια και είναι γνωστή με την επωνυμία Τζολάκης.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Κολοκοτρώνης εν Λέρνη συναγείρει τους νικητάς του Δράμαλη. Peter Von Hess.

Ο Κωσταντής όμως αναδείχθηκε ο επίσημος διάδοχος του πατέρα του, άξιος πολεμιστής και πασίγνωστος ως καπόμπασης στην Κορινθία. Τον παρουσιάζει ο Θοδωράκης, υπερήφανος για την ανδρειοσύνη του: «μονοκόκκαλος, δυνατός, ογλήγορος, μ’ ένα καθάριο άτι δεν τον έπιανες, 33 χρόνων, μέτριος, μαυρομάτης, λιγνός». Ο Κωσταντής Κολοκοτρώνης με τη Ζαμπία (κόρη του καπετάν Κωστάκη από την Αλωνίσταινα) απέ­κτησαν 5 τέκνα, 4 γιους και μια κόρη. Καθολική υ­πήρξε η δράση της οικογενείας, αλλά και βαρύ το τίμημά της. Ο Κωσταντής υπήρξε ο κυριότερος συντελεστής της εξόντωσης των Αλβανών που λυμαί­νονταν την Πελοπόννησο μετά την αποτυχία της ε­ξέγερσης του 1770, σε συνεργασία με τον Τούρκο ναύαρχο Χασάν πασά Τζεζάερλη, το 1779. Το επό­μενο έτος όμως ο ίδιος ο Χασάν πασάς επολιόρκησε τον ήρωα των Τρικόρφων Κωσταντή Κολοκοτρώνη μαζί με τον περίφημο Παναγιώταρο, στον Πύργο του τελευταίου στην Καστανιά, και στις 19 Ιουλίου 1780 την αντίστασή τους έθραυσε και τους εξόντωσε.

Ήταν 10 ετών ο Θοδωράκης, όταν εξοντώθηκε ο καπετάνιος πατέρας του και τον παρέλαβε η καπε­τάνισσα μητέρα του Ζαμπία με το θείο του Αναγνώ­στη, θα μεγαλώσει και θ’ ανδρωθεί με το όπλο στο χέρι, ως κάπος, κλέφτης και αρματολός πελοπον­νησιακού τύπου, επικεφαλής δικής του ομάδας πα­λικαριών, θα τον κατατρέχουν Τούρκοι και κοτζαμπάσηδες. Παντρεμένος με την Αικατερίνη Καρούζου από ηλικία 20 ετών, νοικοκύρης με σπίτι, κτήματα, ε­λιές, έπαιζε το διπλό παιχνίδι του κλεφταρματολού.

Απέκτησε τρία αγόρια: τον Πάνο, που θα σκοτωθεί στον εμφύλιο πόλεμο το 1825, τον Ιωάννη – Γενναίο και τον Κωνσταντίνο – Κολίνο. Και τρεις θυγατέρες, καλοπαντρεμένες. Με την κατά των κλεφτών εκ­στρατεία των Τούρκων το 1806 ο Κολοκοτρώνης οι­κογενειακώς θα εγκατασταθεί στη Ζάκυνθο και θ’ αγωνίζεται επί 15 χρόνια για να μεγαλώσει τα παι­διά του, αλλ’ εκεί θα θάψει τη σύζυγό του. Στη Ζά­κυνθο η διαμονή του είναι γεμάτη με πολεμική δράση. Φίλος με τον Λαλαίο Τουρκαλβανό Αλή Φαρμάκη, κινήθηκε με ομάδα σε βοήθειά του, ενώ τον καταδίωκε ο Βελή πασάς Πελοποννήσου.

Εξάλλου διεξήγε συνεννοήσεις με το Γάλλο ναύ­αρχο Ντονζελό (Donzelot) για συνεργασία και εκ­δίωξη των Τούρκων από την Πελοπόννησο. Τέλος, κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό με το βαθμό του καπετάνιου και προαγόμενος έφθασε στο βαθμό του μαγγιόρου (ταγματάρχη), υπηρετώντας μέχρι το 1818. θα συνοψίσει ο ίδιος τα της παραμονής του στην Επτάνησο: «36 χρόνων ήμουν, όταν επήγα στη Ζάκυνθο, 50 χρόνους είχα, όταν εβγήκα στην Επανάστασι».

Τον βρήκαν οι Φιλικοί εκεί και ο περίφημος Αναγνωσταράς τον εμύησε την 1η Δε­κεμβρίου 1818. Και εκείνος έσπευσε να κατηχήσει τον πρωτότοκο γιο του Πάνο αμέσως. Η εθνική δράση του Θ. Κολοκοτρώνη δεν χωρά­ει σε λίγες σελίδες, θ’ αναδειχθεί ο αρχηγός των ό­πλων, θα καταγάγει θριάμβους στην Τριπολιτσά, στα Δερβενάκια, στον αγώνα κατά του Ιμπραήμ, θα φυλακιστεί από την κυβέρνηση Κουντουριώτη, θ’ αποκτήσει εξώγαμο με μια μοναχή στην Ύδρα, τον υστερότοκο νέο Πάνο. Θα δικαστεί και θα καταδι­καστεί εις θάνατον από την Αντιβασιλεία. Θα επι­ζήσει. Και θα τερματίσει τον επίγειο βίο του το 1843, τιμημένος και δαφνοστεφανωμένος.

 

Ιωάννα Κ. Γιανναροπούλου

Ιστορικός

  

Βιβλιογραφία


Αποκλειστικά μελετήματα δύο του Τ. Αθ. Γριτσοπούλου περιέχουν ζωηρά την εικόνα του Θ. Κολοκοτρώνη, με πλούσια βιβλιογραφία:

1. Τα Απομνημονεύματα του Θ. Κολοκοτρώνη, «Πελοποννησιακά», τ. ΙΔ’ [1981, σσ. 1-112 (αναδημοσιεύεται ως Εισαγωγή στη φωτομηχανική επανέκδοση των Απομνημονευμάτων του Θ. Κολοκοτρώνη από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα 1981)].

2. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», τεύχος 127, 21 Μαρτίου 2002.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-33)


 

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33)

Η ειδική περίπτωση και τα γενικότερα προβλήματα

 

Ο σχεδιασμός πόλεων επί Καποδίστρια       

 

Ερευνώντας το ειδικότερο θέμα του σχεδιασμού ελληνικών πόλεων κατά την καποδιστριακή περίοδο και, ιδιαίτερα, στα χρόνια που ο Κυβερνήτης είχε την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας (1828-1831), θα πρέπει καταρχήν να επισημάνουμε ένα γεγονός. Πρόκειται για το άμεσο ενδιαφέρον του στην ανοικοδόμηση των ελληνικών πόλεων με βάση τον ορθολογικό σχεδιασμό, όπως τότε η έννοια αυτή ήταν παραδεκτή και αποδεκτή στην πράξη, αλλά και στην οργάνωση των σχετικών προσπαθειών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανάμεσα στα πρόσωπα που τον ακολουθούν στο ταξίδι του προς την Ελλάδα, στο τέλος του 1827, φρόντισε να συμπεριλάβει τον κερκυραίο «οχυρωματοποιό», κα­ταταγμένο στο γαλλικό στρατό, Σταμάτη Βούλγαρη, τον οποίο και επιφορτί­ζει, ευθύς μετά την άφιξή του, με την αποστολή του σχεδιασμού τουλάχιστο πέντε πόλεων.

Ιωάννης Καποδίστριας

Πέρα, όμως, από αυτό, τόσο από την αποδελτίωση των επιστολών του Iωάννη Καποδίστρια που έχουν εκδοθεί όσο και από ανέκδοτο αρχειακό υλικό, γίνεται προφανές ότι μία από τις προτε­ραιότητες της πολιτικής του ήταν ο σχεδιασμός των πόλεων, στον οποίο έχει άμεση ανάμιξη, με επεμβάσεις του για την προώθηση του σχετικού έργου ή για διάφορες διευθετήσεις. Ως προς το καθαυτό έργο του σχεδιασμού μπορούμε ήδη να αναφέρουμε, εδώ, ότι κατά την καποδιστριακή περίοδο και σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοι­χεία ολοκληρώνονται σχέδια για εννέα ελληνικές πόλεις (για το Άργος συντάσ­σονται δύο, ενώ είχε αρχίσει η προεργασία για άλλο ένα), προχωρεί ο σχεδια­σμός για άλλες επτά, ενώ για άλλες έξη πόλεις έγιναν ενέργειες με σκοπό ν’ αρχίσουν εργασίες σχεδιασμού.

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα σύνολο 22 πό­λεων και 19 σχεδίων, σε ολοκληρωμένη ή μη μορφή, από τα οποία αρκετά εξακολούθησαν, κατά βάση, να ισχύουν για πολλές δεκαετίες μετέπειτα. Η σημασία του σχεδιασμού αυτού αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθούν υπόψη τα τότε, πολύ περιορισμένα σύνορα του ελληνικού κράτους, αλλά και το ότι ο Ιμπραήμ εγκαταλείπει την Πελοπόννησο μόλις τον Αύγουστο του 1828, ότι οι πόλεις της Στερεάς Ελλάδας ελευθερώνονται, στο σύνολό τους, το 1829, αλλά και το ότι, το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο αναγνω­ρίστηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδας, υπογράφηκε τον Φεβρουάριο του 1830.

Θα πρέπει, επίσης, ν’ αναφέρουμε τον αριθμό των μηχανικών και αρχι­τεκτόνων που εργάστηκαν για τον σχεδιασμό πόλεων και την οικοδόμηση δημοσίων κτιρίων (διοικητηρίων, στρατώνων, σχολείων) ή την κατασκευή δη­μοσίων έργων (λιμανιών, μόλων, δρόμων), οι οποίοι φτάνουν τους 29 και έχουν άμεση ευθύνη είτε για τη σύνταξη και παρακολούθηση των σχεδίων είτε για «πολεοδομικές εφαρμογές», όπως θα λέγαμε σήμερα.

Εξάλλου, επί Καποδίστρια, στο πλαίσιο άλλων πολεοδομικών νομοθετημάτων και ρυθμί­σεων, συντάσσεται και το πρώτο κείμενο νόμου για τις αρμοδιότητες των μηχανικών. Είναι καιρός, λοιπόν, ν’ αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια: κατά την καποδιστριακή περίοδο συναντάμε τις απαρχές του σχεδιασμού ελληνικών πό­λεων, τις οποίες θα πρέπει να υπολογίσουμε όχι μόνο στην ποιοτική και πο­σοτική τους διάσταση, αλλά και μέσα στα πολύ περιορισμένα χρονικά όρια κατά τα οποία έλαβαν την ολοκλήρωσή τους. Ακριβώς τα όρια αυτά δείχνουν το μέγεθος του έργου που επιτελέσθηκε, τη συνέπεια και την επιμονή της κρατικής πολιτικής στον τομέα του σχεδιασμού, ενώ, κατάλληλα ερμηνευόμενα τόσο ως προς τη σύλληψη όσο και ως προς την εφαρμογή τους, μας οδηγούν σε πολύ σημαντικά συμπεράσματα για την γενικότερη πολιτική, τους συσχετισμούς δυνάμεων αλλά και το μέτρο της κοινωνικής αποδοχής και συμμετοχής στο «καποδιστριακό πείραμα».

 

Η περίπτωση του Ναυπλίου

Το Ναύπλιο πρωτεύουσα

 

Ήδη από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) το Ναύπλιο ορί­ζεται ως η έδρα της Κυβέρνησης, όπου όμως ελάχιστα παραμένει η «Αντικυ­βερνητική Επιτροπή» (Προσωρινή Κυβέρνηση) και η Βουλή, εξαιτίας των εσωτερικών διαμαχών και της εξέλιξης του επαναστατικού πολέμου. Πρωτεύ­ουσα, με την έννοια της πόλης – έδρας της Διοίκησης, γίνεται, στην πράξη, η Αίγινα, και παραμένει μέχρι τον Αύγουστο του 1829 (αν και η Κυβέρνηση μεταφέρεται, ενδιάμεσα, και στον Πόρο). Από τα μέσα, όμως, του 1828 το τότε Υπουργείο των Οικονομικών μεταφέρεται στο Ναύπλιο όπου, προς το τέλος του 1829, έχουν μετακομίσει όλες οι κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες, ενώ η σχετική κτιριακή υποδομή είχε ήδη αρχίσει να δημιουργείται, εκεί, από τις αρχές του 1828, με πρωτοβουλία του φρουράρχου της πόλης Χάϊντεκ. Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι και επί Καποδίστρια ο ορισμός του Ναυπλίου ως πρωτεύουσας του κράτους είχε χαρακτήρα προσωρινό, στο πλαίσιο των προσδοκιών για εδαφική επέκταση του νεοσύστατου κράτους, τις οποίες είχε κιόλας επιδιώξει να πραγματώσει ο Κυβερνήτης. Με το διάταγμα του Όθωνα, της 18/30 Σεπτεμβρίου 1834, πρωτεύουσα ορίζεται η Αθήνα, από την 1η Δεκεμβρίου 1834.

 

Η κατάσταση στην πόλη

 

Πριν αναφερθούμε στα πρώτα πολεοδομικά μέτρα της καποδιστριακής διοίκησης, θεωρούμε σκόπιμο να δώσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά της εικό­νας που παρουσίαζε η πόλη του Ναυπλίου, στις αρχές του 1828. Για τον σκοπό αυτό νομίζουμε ότι ένα απόσπασμα των Ιστορικών αναμνήσεων του Νικολάου Δραγούμη παρουσιάζει πολύ εύγλωττα τα χαρακτηριστικά αυτά, και οι πλη­ροφορίες που μας δίνει διασταυρώνονται με εκείνες που εντοπίσαμε σε αναφορές του Χάϊντεκ προς τον Καποδίστρια, αλλά και με όσα παρατηρεί και διαβιβά­ζει ο Σταμάτης Βούλγαρης, σε επιστολές του προς τον Καποδίστρια.

 

Ναύπλιο, υδατογραφία, πρώτο μισό 19ου αιώνα

 

Γράφει, λοιπόν, ο Δραγούμης: «Το Ναύπλιον, πόλις όλως τουρκική, τας μεν οδούς είχε στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις, τας δε οικίας ξυλοκτίστους, πολυθύρους, σεσαθρωμένας και πάντη αρρύθμους (……). Αλλά και των κατοίκων ο βίος ην, ως και των λοιπών Ελλήνων, ασιατικός. Ασιατικόν δε λέγων δεν εννοώ τρυφηλόν, διότι όπου λείπει η επιούσιος τροφή, εκεί η τρυφή άγνωστος αλλ’ ότι, πλην της ελληνομόρφου φουστανέλλας, πάντα τα λοιπά εγίνοντο ως και επί Τουρκίας. Εν τοις εργαστηρίοις οι πωληταί, καθήμενοι διασταυρωμένοι τους πόδας χαμαί και αναμένοντες εις μάτην αγοραστάς, εμύζων κατηφείς την άκραν του τσιμπουκίου αυτών. Επώλουν δε πέτρας πυροβολούν, πυρεκβόλα, σπάγγον, βελόνας, ράμμα, θειάφιον, πέτρας της κολάσεως και τα τοιαύτα, πάντα άσημα και ευτελή. Παρέκειντο δε και άλλα εργαστήρια, οίον παντοπωλεία, ραφεία και καφενεία, πολυτιμώτερα και ποικιλώτερα περιέχοντα εξ ανάγκης εμπορεύματα και πλείονας φοιτητάς».

Από άλλες πηγές μαθαίνουμε ότι το Ναύπλιο ήταν εξαιρετικά ακάθαρτη πόλη, ότι το μεγάλο πρόβλημα αποτελούσε το φράξιμο των υπονόμων του, ότι έξω από τη θαλάσσια πύλη του τείχους, προς δυτικά, είχε δημιουργηθεί μικρός οικισμός με καλύβες, ενώ υποθέτουμε ότι ο πραγματικός πληθυσμός του με τους πρόσφυγες και τους φυγάδες που είχαν εισρεύσει στην πόλη, θα πρέπει να ξεπερνούσε τον αριθμό των 5500 κατοίκων που αναφέρεται για το 1829. Μόνον η Πρόνοια, προάστιο στις βόρειες παρυφές της πόλης, τον Ιούνιο του 1828 αναφέρεται ότι αποτελούσε οικισμό 2500 κατοίκων (στοι­χείο της εποχής). Παρά τον σχεδιασμό του Βούλγαρη και του Βαλλιάνου, αλλά και την ενέργεια των σχετικών εργασιών για απόφραξη των υπονόμων, της οποίας την επιστασία ανέλαβε ο Ανδρέας Κάλανδρος, η καθαριότητα εξακολουθεί ν’ αποτελεί πρόβλημα, τουλάχιστο για ορισμένες περιόδους της καποδιστριακής εποχής.

 

Πρώτα πολεοδομικά μέτρα

 

Με πρωτοβουλία του Καποδίστρια συγκροτείται επιτροπή, στις αρχές του 1828, με έργο την καταγραφή του υλικού και της κατάστασης των φρου­ρίων του Ναυπλίου, ενώ δίνεται εντολή στη Δημογεροντία να απογράψει τους κατοίκους. Και το μεν πρώτο έργο ολοκληρώθηκε, το δεύτερο, όμως, συνάντησε δυσκολίες και, πάντως, υπάρχουν κατάλογοι με απογραφή ορισμένων κατοί­κων, κατά επαγγελματικές κατηγορίες, χωρίς άθροισμα και των μελών των οικογενειών τους.

Το Μάιο του 1829 συγκροτείται άλλη επιτροπή, με σκοπό την καταγραφή των ετοιμόρροπων «εθνικών οικιών», ενώ από τις αρχές του 1828, επίσης, αρχίζει το έργο της απόφραξης των υπονόμων, της επισκευής του υδραγωγείου και, γενικά, του καθαρισμού της πόλης, ο οποίος ή δεν είχε ολοκληρωθεί στις αρχές του επόμενου έτους ή ολοκληρώθηκε κάποια στιγμή και ξαναδημιουργήθηκε η ίδια κατάσταση: από επιστολές και εντολές του Καποδίστρια συνάγεται ότι σωροί σκουπιδιών και μπάζα υπάρχουν στους δρόμους της πόλης, ενώ προς το τέλος του 1829, σε άλλη επιστολή του, ο Κυβερνήτης δηλώνει ρητά ότι η Δημογεροντία και οι πολίτες πρέπει να ανα­λάβουν τα οικονομικά βάρη του καθαρισμού.

 

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

 

Το πρόβλημα της ανάληψης των δαπανών από την κεντρική διοίκηση ή από τους κατοίκους της πόλης εξακολουθεί να παραμένει και για το ειδικότερο θέμα της απόφραξης των υπονόμων που, ενώ καθαρίζονται στις αρχές του 1828, εξακολουθεί η εκκρεμότητα της πληρωμής των σχετικών εξόδων ακόμα και μέχρι τις αρχές του 1829, επειδή ελάχιστοι πολίτες κατέβαλαν την δαπάνη που αναλογούσε σε αυτούς. Τέλος, ανάμεσα στα πρώτα μέτρα για πολεοδομικές διευθετήσεις θα πρέπει να συμπεριληφθεί η καταγραφή και επισκευή, μόλις σε είκοσι περίπου μέρες, κατά τις αρχές, πάλι, του 1828, όλων των «εθνικών» οικημάτων της πόλης, με φροντίδα του μηχανικού Ανδρέα Κάλανδρου και διμελούς επιτροπής. Ο Κάλανδρος επιφορτίζεται και με την εφαρμογή του σχεδίου πόλης του Βούλ­γαρη, μέχρι τον Απρίλιο του 1829, οπότε την ευθύνη για πολεοδομικό σχεδια­σμό και για τις πολεοδομικές εφαρμογές αναλαμβάνει ο Βαλλιάνος.

 

Ο Στ. Βούλγαρης και το σχέδιο του 1828

 

Ευθύς μετά την εγκατάσταση του στο Ναύπλιο, τον Ιανουάριο του 1828, ο Βούλγαρης υποβάλλει υπόμνημα στον Καποδίστρια, με έξη προτάσεις, από τις οποίες οι περισσότερες αφορούν τον καθαρισμό της πόλης και την επισκευή του δικτύου ύδρευσης. Εκτός από αυτά, όμως, ο Βούλγαρης προτείνει τόσο την κατάργηση των σαχνισιών (πράγμα που αποδέχεται ο Καποδίστριας, το ενστερνίζεται και επανέρχεται συχνά σ’ αυτό τόσο για το Ναύπλιο όσο και για το ‘Αργος), όσο και την κατεδάφιση των πολυάριθμων καλυβών, έξω από το Ναύπλιο αλλά και μέσα στην πόλη, ενώ παράλληλα προτείνει τη δημιουργία παραπηγμάτων προς το χωριό της Άριας, βορειοανατολικά της πόλης. Η ιδέα αυτή θα πάρει γρήγορα το δρόμο της πραγμάτωσής της και θα δημιουργηθεί το προάστιο της Πρόνοιας, του οποίου το σχέδιο θα συντάξει επίσης ο Βούλ­γαρης.

Ο Καποδίστριας δέχεται, στο σύνολό τους, τις προτάσεις του Βούλγαρη, αλλά υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα πολεοδομικά προβλή­ματα της πόλης με το πρίσμα και την προοπτική σταδιακών βελτιώσεων. Η έγκριση του Καποδίστρια δίνεται στις αρχές Φεβρουαρίου. Παράλ­ληλα, έχουμε στοιχεία για ανάμιξη του Βούλγαρη τόσο στο έργο της απόφρα­ξης υπονόμων όσο και στην επισκευή του δικτύου ύδρευσης, αλλά και στην απογραφή των φρουριακών εγκαταστάσεων και υλικού της πόλης.

 

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

 

Γεγονός είναι ότι στις 30 Απριλίου 1828 ο Βούλγαρης, όπως ο ίδιος γράφει στον Καποδίστρια, έχει ολοκληρώσει την αποτύπωση της πόλης και επάνω στο σχέδιο σημειώνει με κίτρινο χρώμα – σύμφωνα πάντα με τα γραφόμενά του – τις αλλαγές που προτείνει στην υπάρχουσα κατάσταση, με γνώμονα το ενδιαφέρον για την άμυνα του Ναυπλίου και για την ανάπτυξη του εμπο­ρίου. Τις επεμβάσεις του τις αιτιολογεί διαπιστώνοντας την «κακή δόμηση της πόλης» καθώς και το ότι ήταν μισογκρεμισμένη.

Δημιουργεί ευρύτερους δρόμους και πλατείες, διαιρεί την πόλη σε ενορίες και υποδεικνύει ακόμη και τα μνημεία που θα πρέπει να ανεγερθούν. Στις 22 Μαΐου ο Καποδίστριας γράφει στον Βούλγαρη ότι παρέλαβε το σχέδιο και εγκρίνει την ονοματοθεσία των οδών και πλατειών, που εκείνος είχε προτείνει. Την ίδια εποχή, σε οδηγίες του προς τον Έκτακτο Επίτροπο της Αργολίδας, προτείνει να γίνει και η αποτύπωση του ‘Αργους από τον Βούλγαρη, προσθέτοντας ότι οι πολεοδομικές επεμβάσεις θα πρέπει να απο­βλέπουν μόνο σε διόρθωση της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή σε ευθυγραμ­μίσεις οδών και διαμορφώσεις πλατειών και ελεύθερων χώρων.

Το σχέδιο του Βούλγαρη άρχισε να ισχύει ως επίσημο σχέδιο του Ναυ­πλίου, χωρίς να είμαστε σε θέση να καθορίσουμε σε ποιο βαθμό και σε ποια σχέση με τις απόψεις και με τυχόν αντιρρήσεις των κατοίκων. Πάντως, στο γειτονικό ‘Αργος, αντιθέσεις προερχόμενες από ιδιοκτήτες αποτελούν την αιτία για την οποία το σχέδιο Ντεβώ παραμερίζεται ένα χρόνο μετά την έγ­κρισή του. Οπωσδήποτε χρήσιμο είναι να παραπεμφθούμε σε οδηγίες προ­σωπικές του Καποδίστρια, όταν πια ο Βαλλιάνος έχει αναλάβει, τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1829, την πολεοδομική εποπτεία του Ναυπλίου, που φανερώνουν ξεκάθαρα τις δυσκολίες για εφαρμογή ενός αφηρημένου σχεδίου, αλλά και τη θέληση του Κυβερνήτη να χρησιμοποιήσει ενεργά τη δημόσια γη για ορθο­λογικό σχεδιασμό, εκποιώντας ή ανταλλάσσοντας οικόπεδα.

Δεν υπάρχει κανένα σχέδιο που με βεβαιότητα να μπορεί να ταυτιστεί με εκείνο του Βούλγαρη. Διαφανές σχεδίου, δίχως καμιά προσδιοριστική ή χρονολογική ένδειξη, αλλά που συμπίπτει με το εντός των τειχών Ναύπλιο της εποχής και βρίσκεται στα αρχεία του Γαλλικού Στρατού, έχουμε σοβαρές αμφιβολίες για το αν μπορεί να ταυτιστεί με το σχέδιο Βούλγαρη, όπως επι­χειρήθηκε από κάποιον ερευνητή, όχι μόνο γιατί δεν φέρει τα στοιχεία που μνημονεύσαμε παραπάνω (της επιστολής Βούλγαρη), αλλά και γιατί δεν απο­τελεί αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης. Έτσι, για το σχέδιο Βούλγαρη δεν μπορούμε παρά να περιοριστούμε, για την ώρα τουλάχιστο, σε όσα στοι­χεία παρέχει ο ίδιος.

 

Το σχέδιο Βούλγαρη για την Πρόνοια

 

Όπως ήδη σημειώσαμε, ιδέα του Βούλγαρη ήταν, από την αρχή του 1828, να καταργηθούν οι καλύβες μέσα στο Ναύπλιο και έξω από αυτό, και να ανεγερθούν παραπήγματα ΒΑ της πόλης, προς το χωριό Άρια. Από τις 10 Απριλίου ο Καποδίστριας του αναθέτει ρητά τη δημιουργία προαστίου του Ναυπλίου, της Πρόνοιας. Ο ίδιος ο Βούλγαρης σημειώνει ότι στις 5 Μαΐου είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί τα πρώτα παραπήγματα, εκεί, σε «κα­νονικό» σχέδιο, τα οποία κατεδαφίστηκαν με την επιδημία πανούκλας που ενέσκηψε στην περιοχή την εποχή εκείνη, μετά την οποία συνέταξε «σχέδιο διεύρυνσης» του προαστίου. Η πανούκλα εκδηλώθηκε πρώτα στα παραπήγμα­τα όπου, σύμφωνα με πληροφορία της εποχής, είχαν ήδη εγκατασταθεί 2500 άτομα – ενώ, σύμφωνα με τότε καταμέτρηση, 2158 άτομα είχαν εγκαταστα­θεί σε 662 «καλύβες».

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Δυο χρόνια αργότερα, η δόμηση έχει προχωρήσει στο προάστιο, οπότε και υποβάλλεται από κρατικό φορέα στον Κυβερνήτη σχέδιο ψηφίσματος, με το οποίο διασφαλίζεται η ιδιοκτησία του κράτους στη γη της Πρόνοιας και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της σε όσους έκτισαν ή θα έκτιζαν εκεί, αντί καταβολής φόρου ίσου προς το 4% της αξίας του οικοπέδου, μία φορά τον χρόνο, φόρο από τον οποίο θα εξαιρούνταν οι «άποροι και ενδεείς», ενώ αποκλειόταν η πώληση των οικοπέδων, αλλά επιτρεπόταν η μεταβίβαση της χρήσης λόγω προικός.

Είναι πολύ ενδιαφέρον να συγκρίνουμε αυτό το σχέδιο ψηφίσματος με άλλο, που υποβάλλεται από τη Γερουσία, δύο μήνες αργότερα, και με το ψήφισμα που, τελικά, υπογράφηκε από τον Καποδίστρια και εκδόθηκε: οι περιορισμοί μειώνονται αισθητά υπέρ των κατοίκων, των οποίων διευκολύνεται, πλέον, η απόκτηση ιδιοκτησίας, έναντι πέντε δόσεων, ενώ οι αποδεδειγμένα ενδεείς και άποροι απαλλάσσονται από κάθε είδους πλη­ρωμή.

Λίγες μέρες πριν από τη δημοσίευση αυτού του ψηφίσματος γίνεται καταγραφή των κατοίκων του προαστίου και σώθηκε ο κατάλογος κατόχων καλυβών ή οικημάτων σε αυτό. Λίγο αργότερα γίνεται και ακριβής καταμέ­τρηση και εκτίμηση της αξίας της γης, ενώ αριθμούνται 565 οικοδομήματα. Εξίσου σημαντικό είναι, όμως, το ότι, μόλις ένα χρόνο, περίπου, μετά τη δημοσίευση του ψηφίσματος, είχαν κτιστεί ήδη στο προάστιο «ικαναί οικοδομαί», δίχως άδεια.

Η κατάσταση μιας δόμησης «αυθαίρετης», πλέον, θα λέγαμε σήμερα, συνεχίζεται και επεκτείνεται μέχρι το τέλος του 1833, γι’ αυτό και οι Βαυαροί διορίζουν, ειδικά για την Πρόνοια, μηχανικό, με σκοπό να τηρηθεί ακριβώς το σχέδιο. Η ανώμαλη περίοδος εμφυλίου πολέμου, φα­τριασμού και διάλυσης που επικράτησε μετά τον θάνατο του Καποδίστρια ασφαλώς είχε και εδώ τα αποτελέσματά της. Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι και του σχεδίου αυτού του Βούλ­γαρη δεν έχουμε εντοπίσει, μέχρι σήμερα, το πρωτότυπο ή έστω αντίγραφό του, γι’ αυτό και περιοριζόμαστε στις πληροφορίες που δίνει ο ίδιος ή που προέρχονται από αρχειακό υλικό.

 

Οι επεμβάσεις του Θ. Βαλλιάνου

 

Τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1829 ο μηχανικός Θ. Βαλλιάνος ορίζεται επί­σημα αρχιτέκτονας υπεύθυνος για την εφαρμογή του σχεδίου Βούλγαρη. Λίγους μήνες αργότερα, ο Έκτακτος Επίτροπος Αργολίδας τον επιφορτίζει με τη σύνταξη σχεδίου για τη λιθόστρωση των δρόμων της πόλης. Όπως, όμως, φαίνεται από επίσημα έγγραφα, τόσο οι δημοπρασίες ερειπίων «εθνικών οικιών» όσο και η εφαρμογή «πρακτικού σχεδίου» δημιούργησαν συγκρού­σεις και φιλονικίες μεταξύ των ιδιοκτητών και του «δημοσίου ταμείου». Ασφαλώς το γεγονός αυτό θα οδήγησε στη σύνταξη νέου σχεδίου από τον Βαλλιάνο, για το οποίο ξέρουμε ότι συντάχθηκε και ότι, στις αρχές του 1830, επικυρώθηκε από την κυβέρνηση. Το σχέδιο αυτό είχε αντιγραφεί προπολεμικά, μάλλον από επίσημο αντί­γραφο του καποδιστριακού αρχείου, στην Κέρκυρα, και η αντιγραφή αυτή δημοσιεύθηκε από την Τούρκισσα ερευνήτρια Τάνκουτ.

Από την καποδιστριακή διοίκηση διατυπώθηκε, πάντως, σαφώς η ομο­λογία ότι υπήρχε μεγάλη δυσχέρεια να εφαρμοστεί σχέδιο πόλης στο Ναύπλιο. Ίσως για τον λόγο αυτό, την ίδια εποχή, σε επίσημο έγγραφό του προς τον Διοικητή Ναυπλίου, ο Καποδίστριας δίνει εντολή να σχηματιστεί επιτροπή διαιτησίας, από έναν εκπρόσωπο του κάθε φορά θιγόμενου ιδιοκτήτη και έναν εκπρόσωπο της Διοίκησης. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ τους, αρμοδιό­τητα είχε ο Βαλλιάνος, με αποφασιστική, πλέον, γνώμη.

Σημαντικό είναι ότι μέτρα της σύγχρονης εποχής, όπως η εισφορά γης και η ανταλλαγή ιδιωτικής με δημόσια γη, προβλέπονταν ήδη και τότε, με σκοπό να διευκολυνθεί η εφαρμογή του σχεδίου. Θα πρέπει, επίσης, να σημειώσουμε ότι, διχογνωμίες και αντιδράσεις ιδιοκτητών, που γεννήθηκαν αμέσως μετά την τοιχοκόλληση του σχεδίου Βαλλιάνου, προκάλεσαν τη σύσταση άλλης επιτροπής, αποτελούμενης από τον Γκαρνώ, τον Βούλγαρη και δύο πολίτες, που αποφάσισε να εφαρμοστεί το σχέδιο αυτό και διατύπωσε όρους και κανόνες στα πλαίσια ενός διατάγματος εφαρμογής, θα λέγαμε σή­μερα. Ανάμεσα στους όρους αυτούς υπάρχει η σαφής διάταξη για κατεδάφιση όλων των «εξωστέγων» (σαχνισιών), έναντι αποζημιώσεως από τη Διοίκηση.

 

Καταληκτικά

 

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου θέτει ορισμένα γενικότερα ερωτηματικά, πριν επιχειρηθεί να δοθούν απαντήσεις ή να εξαχθούν γενικά συμπεράσματα. Τα ερωτηματικά αυτά ενισχύονται από τα στοιχεία που παραθέσαμε στη με­λέτη μας για τον σχεδιασμό του ‘Αργους επί Καποδίστρια, αλλά και από το αρκετά πλούσιο υλικό για τον σχεδιασμό της Πάτρας, την ίδια εποχή. Το μάλλον φτωχό υλικό για τον σχεδιασμό άλλων πόλεων δεν νομίζουμε ότι διαφοροποιεί αισθητά τα ερωτήματα αυτά. Προηγουμένως θα πρέπει να πούμε ότι αποτελεί, πλέον, δεδομένο η θέληση του ίδιου του Καποδίστρια και της Διοίκησής του να εφαρμοστούν σύγχρονες, για την εποχή, πολεοδομικές αντιλήψεις, όπως τις εξέφραζαν οι μηχανικοί που έλαβαν ενεργό μέρος στον σχεδιασμό ελληνικών πόλεων.

Δηλαδή, να εφαρμοστεί ένα σύστημα ευθυγραμμίσεων δρόμων, δημιουργίας πλα­τειών και ελεύθερων χώρων, με θέση δεσπόζουσα για τα δημόσια κτίρια. Δεδομένο, επίσης, είναι ότι το σύστημα αυτό ακολουθήθηκε σε όλη την καθαρό­τητά του για τον σχεδιασμό νέων πόλεων ή νέων τμημάτων πόλεων, ενώ για τις επεμβάσεις στα παλαιά και δομημένα τμήματα πόλεων έγινε σαφώς μετριασμός του, πάντοτε, όμως, στα πλαίσια μιας πρόθεσης να μπει κάποια «τάξη» στην τότε πολεοδομική πραγματικότητα. Με την προοπτική αυτή, η αντίθεση προς τα σαχνισιά εκδηλώθηκε έντονα, για λόγους υγιεινής (αερι­σμός δρόμων κλπ.), αλλά και με σαφή ιδεολογική φόρτιση (κατάργηση «τουρκοπόλεων», εξευρωπαϊσμός). Αναντίρρητο είναι, επίσης, ότι αποτέλεσε επι­θυμία κατοίκων πολλών πόλεων, ιδίως των κατεστραμμένων από τον επανα­στατικό πόλεμο, να αποκτήσουν σχέδιο «τακτικόν».

Από κει και πέρα, η μελέτη των συγκρούσεων γύρω από την εφαρμογή σχεδίων σε παλαιά τμήματα πόλεων θέτει πρώτα απ’ όλα το θεμελιακό ερώτη­μα του κατά πόσο το συγκεντρωτικό σύστημα του Καποδίστρια λειτούργησε και στον τομέα του σχεδιασμού πόλεων όπως σε άλλους τομείς, αλλά και το κατά πόσο πρόθεσή του ήταν να λειτουργήσει ή όχι με τον ίδιο τρόπο. Οι συμβιβαστικές διαδικασίες που καθιερώθηκαν και ακολουθήθηκαν στην εφαρμογή των διαφόρων σχεδίων μας πείθουν για την ύπαρξη διαλόγου, αλλά και για την επιδίωξη του διαλόγου αυτού από την πλευρά της Διοίκησης, ιδιαίτερα μετά την αντίδραση ιδιοκτητών. Άλλο ερώτημα, που νομίζουμε ότι πρέπει να τεθεί, είναι το αν η αντίδραση των πολιτών – ιδιοκτητών ή ιδιοποιητών γης στα παλαιά τμήματα πόλεων προέρχεται από οθωμανικές καταβολές, τόσο στο θέμα της γαιοκτησίας όσο και στο πεδίο των νοοτροπιών – οπότε θα πρέπει να καθορίσουμε και το ποιες.

Εξίσου σημαντικό θεωρούμε το ερώτημα του ποια ήταν η αξία της γης την εποχή αυτή, ποια τυχόν υπεραξία δημιουργείτο με τον σχεδιασμό, αλλά και πως η τυχόν υπεραξία γινόταν αντιληπτή από τους ίδιους τους ιδιοκτή­τες. Τα στοιχεία που εντοπίσαμε και μελετήσαμε (αιτήσεων ή διαμαρτυριών πολιτών για θιγόμενα συμφέροντά τους) μαρτυρούν μάλλον για μιαν εμμονή σε εντελώς στατικήν αντίληψη της ιδιοκτησίας, που μέχρι και σήμερα εξακολουθούμε να συναντάμε σε ανάλογες συγκρούσεις, με αφορμή ανάλογες προ­σπάθειες σχεδιασμού, αλλά και η οποία δεν στερείται κάποιου «δυναμικού» υπόβαθρου, δηλαδή παρωχημένων, έστω, κερδοσκοπικών υπολογισμών. Θα πρέπει, βέβαια, να εντοπίσουμε και κάτι άλλο, δηλαδή την ανυπαρξία μελε­τών για το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, δηλαδή την αξία και τις τιμές γης, με τις τυχόν διακυμάνσεις τους.

Αφήσαμε τελευταίο ένα γενικότερο ερώτημα. Ο σχεδιασμός της καποδιστριακής διοίκησης μήπως θα πρέπει να ενταχθεί σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο προσπαθειών της για τη δημιουργία αστικών δομών (και αντιλήψεων) ή για ενίσχυσή τους στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος; Αν εξετάσουμε συνολικά την κατάσταση, τότε θεωρούμε ότι η προσπάθεια αυτή, παρ’ όλες τις συγκρούσεις, είχε μπει σε καλό δρόμο. Για άλλη μια φορά ξανάρχεται, έτσι, στην επιφάνεια η σύγκρουση των καθυστερημένων στρωμάτων του ελληνικού πληθυσμού, κατόχων μέχρι τον Καποδίστρια της πραγματικότητας της εξουσίας στον τότε ελλαδικό χώρο, με μια Διοίκηση που εξέφραζε, στη θέληση και με την πράξη, την τάση του εκσυγχρονισμού. Το περίεργο είναι ότι, στη σύγκρουση αυτή, επώνυμα μέλη του πλέον αστικοποιημένου στρώματος του πληθυσμού βρέθηκαν με το μέρος των πρώτων, για δικούς τους λόγους, βέβαια. Αλλ’ ήδη περνάμε σ’ ένα άλλο πεδίο έρευνας…

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος – Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμονας

 

Πηγή


  • Βασίλη Κ. Δωροβίνη, «Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33) / Η ειδική περίπτωση και τα γενικότερα προβλήματα», Ανάτυπο από τα Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΗ της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1985.

  

Διαβάστε ακόμη:

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Ο Ορφικός μύθος περί προελεύσεως του ανθρώπου


 

Ορφεύς και Ορφικοί

 

Ορφέας και Ευρυδίκη

Από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. μέχρι αρκετά προχωρημένο τον 6ο αιώνα μ.Χ., αναπτύχθηκε στην Ελλάδα ένα θρησκευτικό ρεύμα, το οποίο σή­μερα ονομάζουμε Ορφισμό. Επρόκειτο για ένα κί­νημα με απροσδιόριστα όρια, το οποίο μοιραζόταν αρκετές δοξασίες με τους Πυθαγορείους, την Ελευ­σίνια και τη Διονυσιακή Θρησκεία, και υποστήρι­ζε απόψεις περί θεότητας παρόμοιες με αυτές που εξέφραζαν ποιητές του ώριμου αρχαϊσμού, όπως ο Αισχύλος ή ο Πίνδαρος. Οι οπαδοί του κινήματος αυτού βασίζονταν σε μια σειρά ποικίλων κειμένων που αποδίδονταν στον Ορφέα, ένα θαυμάσιο μυθικό τραγουδιστή, για τον οποίο λεγόταν πως είχε συνοδεύσει τους Αργο­ναύτες, πως είχε κατεβεί στον Άδη προς αναζήτη­ση της νεκρής συζύγου του και πως είχε καταφέρει να συγκινήσει με το τραγούδι του ακόμη και τους ί­διους τους θεούς, όπως έκανε με τους θνητούς και τα ζώα.

Παρ’ όλ’ αυτά, η αδυναμία του να σεβαστεί τη θεϊκή απαγόρευση να μη γυρίσει να κοιτάξει τη σύζυγό του, όπως έλεγαν, ματαίωσε την τελευταία στιγμή τη διάσωσή της από τον άλλο κόσμο και την επιστροφή της στον κόσμο των ζώντων. Υπέθε­ταν πως ένα τόσο μυθικό ταξίδι, παρά την αποτυχία του, είχε προικίσει τον Ορφέα με ειδικές γνώσεις σχετικά με τον άλλο κόσμο, που του επέτρεπαν να γνωρίζει ποια ήταν η τύχη των ψυχών μετά το θά­νατο και πως ο Ορφέας είχε αποφασίσει να μετα­δώσει τις γνώσεις του σε συγκεκριμένες ομάδες θνητών μυημένων σε μια μυστηριακή θρησκεία μέσω μιας σειράς κειμένων. Πράγματι, έχουμε στοιχεία για την ύπαρξη μιας ευρείας και ποικίλης λογοτεχνικής παραγωγής, θρησκευτικής ή με φιλοσοφικά στοιχεία, που με βεβαιότητα προέρχεται από διάφορες εποχές, από τον 6ο αιώνα π.Χ. μέχρι αρκετά προχωρημένης της ρωμαϊκής εποχής, και η οποία θεωρούνταν έργο του Ορφέα.

Δεδομένου ότι ο Ορφέας ήταν ένα μυθικό πρό­σωπο και όχι υπαρκτός άνθρωπος, οφείλουμε να σκεφθούμε πως τα κείμενα που του αποδίδονταν θα πρέπει να ήταν έργα διαφόρων ποιητών, οι οποίοι, από φόβο μήπως δεν ληφθούν σοβαρά υπ’ όψιν, αντί να διακινδυνεύσουν να παρουσιάσουν ως δικά τους τα έργα και το θρησκευτικό μήνυμα που περι­είχαν, προτίμησαν να παραμείνουν στην ανωνυμία, ώστε τα πιστεύω τους να γίνουν πιο εύκολα αποδε­κτά (με το πρόσχημα ότι προέρχονταν από ένα φη­μισμένο αυτόπτη μάρτυρα του άλλου κόσμου).

 

Ένας μύθος περί προελεύσεως του ανθρώπου

 

Το ορφικό δόγμα θεμελιωνόταν σε ένα μύθο πε­ρί προελεύσεως του ανθρώπου, κάτι το σπάνιο για τον ελληνικό κόσμο, στον οποίο ουσιαστικά δεν υ­πάρχουν άλλοι μύθοι γι’ αυτό το θέμα. Στη Θεογο­νία του Ησιόδου, το μόνο αρχαίο κοσμογονικό ποίημα που έχει διασωθεί ολόκληρο, λείπει η αναφο­ρά στο πως προέκυψαν οι άνθρωποι στον κόσμο. Ο ορφικός μύθος, η ύπαρξη του οποίου στην αρ­χαιότητα αμφισβητήθηκε επανειλημμένως αλλά με ανεπαρκή επιχειρήματα, [1] προκύπτει από διάφορα κείμενα τα οποία, όπως συχνά παρατηρείται στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, αναφέρονται σε κάποιο α­πό τα επεισόδια ή σε συγκεκριμένες πτυχές του μύ­θου, αλλά δεν τον διηγούνται με τρόπο συνεχή.

Από τα στοιχεία που μας προσφέρουν αυτά τα κεί­μενα μπορούμε να συνθέσουμε ένα σύνολο που εί­ναι, σε γενικές γραμμές, το ακόλουθο: Ο Ζευς είχε λάβει το θεϊκό θρόνο από τον πατέρα του, τον Κρόνο, έπειτα από μια σειρά εναλλα­γών της εξουσίας, από τις οποίες δεν έλειπαν τα βί­αια επεισόδια. Κατά πολλές απόψεις, ο ορφικός μύ­θος συμπίπτει με αυτό που διηγείται ο Ησίοδος στη Θεογονία. Ο παππούς του Δία, ο Ουρανός, δεν ά­φηνε τα παιδιά του να γεννηθούν για να διατηρή­σει το θρόνο του, αλλά ευνουχήθηκε από τον Κρό­νο, γιο του και πατέρα του Δία, με τη βοήθεια της συζύγου του Ουρανού, της Γαίας. Αλλά και ο Κρόνος, έχοντας τον ίδιο σκοπό, δη­λαδή να μη χάσει το θρόνο, καταβρόχθιζε τους α­πογόνους του κατά τη γέννησή τους. Όμως η σύζυ­γός του, η Ρέα, έκρυψε έναν από αυτούς, τον Δία, σε μια σπηλιά και έδωσε στον άντρα της μια πέτρα τυλιγμένη σε σπάργανα για να την καταβροχθίσει. Όταν ο Δίας μεγάλωσε, ευνούχισε και αυτός τον πατέρα του (μια λεπτομέρεια που δεν αναφέρεται στην εκδοχή του Ησιόδου) και ανέλαβε την εξουσία των θεών.

Ο Ζευς διέπραξε τότε αιμομιξία με τη μητέ­ρα του Ρέα, η οποία ταυτίζεται με τη Δή­μητρα, και απέκτησε ως κόρη την Περσε­φόνη. Ο Ζευς επίσης ενώθηκε με την κό­ρη του και αποτέλεσμα της ένωσης ήταν η γέννηση του θεού Διονύσου (συχνά αποκαλούμε­νου ως Ζαγρεύς στην ορφική παραλλαγή). Ο νέος αυτός θεός ήταν λοιπόν αποτέλεσμα διπλής αιμο­μιξίας και ήταν συγχρόνως γιος, εγγονός και ετεροθαλής αδερφός του Δία. Αυτή η ανω­μαλία, όσον αφορά τις γενεές, απέτρεπε την κανονική σει­ρά διαδοχής, καθιστώντας τον Διόνυσο ένα είδος alter ego του Δία. Ο Ζευς αποφάσισε τότε να παραδώσει το σκήπτρο στον Διόνυσο ενώ ακόμη ήταν βρέφος. Η Ήρα, η σύζυγος του Δία, η οποία ενοχλούνταν από ένα γιο που προήλθε από άλλη θεά, εκμεταλλευ­όμενη το φθόνο των Τιτάνων, για το βασιλικό α­ξίωμα που παραχωρήθηκε στον Διόνυσο, τους υ­ποκίνησε να επιτεθούν στο βρέφος.

Οι Τιτάνες ήταν αδερφοί του Κρόνου και κατά συνέπεια ανήκουν στις πρωταρχικές γενεές των θε­ών, οι οποίες είχαν αποκλειστεί από την εξουσία και δεν μπορούσαν να συμφιλιωθούν με αυτή την ιδέα. Αποφασισμένοι να εκδικηθούν το μικρό Διό­νυσο, μεταμφιέστηκαν βάφοντας τα πρόσωπά τους με γύψο και παραπλάνησαν τον Διόνυσο με διά­φορα παιχνίδια, έτσι ώστε τελικά να τον φονεύ­σουν. Αφού τον σκότωσαν, τον διαμέλισαν, τον μα­γείρεψαν και τον καταβρόχθισαν. Η θυσία του Διονύσου μετετράπη από τους Ορφι­κούς σε παράδειγμα αιματηρής θυσίας, την οποία, όπως θα δούμε αργότερα, απέρριπταν. Ο Ζευς, οργισμένος με την εγκληματική πράξη των Τιτάνων, τους κατακεραύνωσε. Από την ανάμι­ξη της φωτιάς του κεραυνού, της στάχτης και του αίματος των Τιτάνων με το χώμα, όπου έπεσαν, δη­μιουργήθηκαν τα ανθρώπινα όντα. Οι συνέπειες αυτής της προέλευσης είναι διάφο­ρες.

 

Η τιμωρία των Τιτάνων. Έργο του Jacob Jordaens, Museo del Prado, Madrid, Spain.

 

Η πρώτη είναι πως, δεδομένου ότι οι άνθρωποι προέρχονται εν μέρει από θεούς (οι Τιτάνες και ο Διόνυσος ήταν θεοί) και εν μέρει από χώμα, έχουν ένα θεϊκό και αθάνατο μέρος, την ψυχή, και ένα θνητό και φθαρτό συστατικό, το σώμα. Η δεύτερη συνέπεια της προέλευσης των ανθρώ­πων είναι ότι η ψυχή τους, πριν από τη δημιουργία του είδους, μολύνθηκε από το έγκλημα των Τιτά­νων, ένα έγκλημα το οποίο απαιτούσε εξιλέωση. Η τρίτη συνέπεια είναι ότι η ψυχή έχει μια θετι­κή θεϊκή συνιστώσα, η οποία προέρχεται από τον Διόνυσο, αλλά επίσης έχει και μια αρνητική θεϊ­κή συνιστώσα, κατάλοιπο της Τιτάνιας φύσης, δη­λαδή της αλαζονείας των προγόνων του ανθρώπου, των Τιτάνων, οι οποίοι επίσης ήταν θεοί.

Η ψυχή πρέπει να απελευθερωθεί από το βάρος της εγκληματικής συνιστώσας της και αυτό θα απαιτήσει ένα μεγάλο χρονι­κό διάστημα, ανάλογο του μεγέθους του ε­γκλήματος, πράγμα που σημαίνει πως η τιμωρία και ο εξαγνισμός υπερβαίνουν τη χρονι­κή διάρκεια μιας και μόνο ζωής. Συνεπώς, η είσο­δος της ψυχής στο σώμα, η εξιλέωση και η απε­λευθέρωσή της με το θάνατο του σώματος, επανα­λαμβάνεται αρκετές φορές σε μια μακροχρόνια διαδικασία, κατά την οποία η ψυχή εγκαθίσταται διαδοχικά σε σώματα τα οποία είναι γι’ αυτήν μια φυλακή ή ένας τάφος (θυμηθείτε την περίφημη φράση την οποία μας μεταδίδει ο Πλάτων, σώμα σήμα, δηλαδή, το σώμα, ένας τάφος, στην οποία κάνει λογοπαίγνιο βασιζόμενος στην ομοιότητα των δυο λέξεων στα ελληνικά [2]).

Ονομάζουμε μετεμψύχωση [3] τη μετοίκηση της ψυχής από τον άλλο κόσμο σε αυτόν και από ένα σώμα σε άλλο, έως ότου, εξιλεωμένη από τις α­μαρτίες της, μπορεί να επιτύχει την απελευθέρω­ση. Για να επιταχύνει την έλευση της στιγμής κα­τά την οποία η ψυχή, οριστικά απελευθερωμένη, μπορεί να απολαύσει μια ευτυχισμένη ζωή στον άλλο κόσμο, ο άνθρωπος πρέπει, κατ’ αρχάς, να μυηθεί στα Διονυσιακά μυστήρια και, στη συνέ­χεια, να ζει σε αυστηρή αγνότητα, χωρίς να μολύ­νεται από κανένα νεκρό ον, και να συμμετέχει σε διάφορες ιεροτελεστίες.

 

Η αρχαιότητα του μύθου

 

Orpheus leads Eurydice (Rodin 1893)

Ο μύθος εμφανίζεται στην πιο εξελιγμένη μορ­φή του στις Ραψωδίες, ένα ποιητικό έργο το οποίο είναι γραμμένο πιθανότατα στον 1ο αιώνα π.Χ., και το οποίο χρησιμοποιεί σημαντικά στοιχεία αρχαιό­τερων έργων. Πιο συγκεκριμένα, και όσον αφορά το μύθο που μας απασχολεί, υπάρχουν ενδείξεις πως υπήρχε από παλαιότερα. Μεταξύ των 4ου και 3ου αιώνων π.Χ., ο Καλλίμαχος αναφέρει τον Διό­νυσο Ζαγρέα ως γιο του Δία και της Περσεφόνης, ενώ κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., ο Ευφορίων υπενθυμίζει τον τρόπο με τον οποίο έβαψαν το πρόσωπό τους οι Τιτάνες.

Και οι δυο αυτοί συγγραφείς διηγούνται πως οι Τιτάνες μαγείρεψαν τον Διόνυσο. [4]Και ακόμη πριν από αυτούς, ο Πλάτων μας προ­σφέρει δυο σημαντικά έπ’ αυτού κείμενα.

Νόμοι Πλάτωνος (ΟF 37 ΙΒ): Στη συνέχεια αυ­τής της ελευθερίας, θα μπορούσε να εμφανιστεί η άρνηση υπακοής στις αρχές και ως συνέπεια αυτής, η διαφυγή από τις υποχρεώσεις και από τις πατρικές, μητρικές ή άλλων ηλικιωμένων ατό­μων νουθεσίες, και κοντά στο τέλος, η αξίωση της μη υποταγής στους νόμους και στο τέλος, η έλ­λειψη φροντίδας των όρκων, της πίστης και γε­νικά των θεών, με εκδηλώσεις και μίμηση της λεγόμενης «αρχαίας Τιτάνιας φύσης», καταλή­γοντας κατ πάλι σ’ εκείνη την ίδια και διάγοντας μια θλιβερή ζωή, χωρίς ποτέ να επιτευχθεί η α­παλλαγή από τις δυστυχίες.

Οι σύγχρονοι σχολιαστές ερμηνεύουν με διαφορετικό τρόπο την πλατωνική αναφορά στους Τιτάνες. Οι πιο επιφυλακτικοί, όσον αφορά την ύπαρξη του μύθου στην αρχαιότητα, [5] θεωρούν ότι ο φιλόσο­φος δεν ταυτίζει την ανθρωπότητα με την Τιτάνια κληρονομιά, αλλά απλώς συγκρίνει τη συμπερι­φορά της με αυτήν των Τιτάνων ως ένα είδος αρνητικού παραδείγματος. Μια πιο προσεκτική εξέταση στο κείμενο καθιστά εμφανές ότι ο Πλάτων δεν αναφέρεται σε μια συμπεριφορά όπως αυτή των Τι­τάνων, αλλά σε μια φύση η οποία εκδηλώνεται σε αυτούς. Η φύση λοιπόν είναι κάτι που υπάρχει εκ γενετής. Ο φιλόσοφος ισχυρίζεται πως ο άνθρωπος «μιμείται» αυτή τη φύση διότι η ανθρώπινη ψυχή έχει κληρονομήσει όχι μόνο την Τιτάνια φύση, αλ­λά και αυτήν του Διονύσου, η οποία είναι θετική.

Εκείνοι οι οποίοι επιδεικνύουν υπακοή στο νόμο αναπτύσσουν τη Διονυσιακή,[6] ενώ αυτοί οι οποίοι βρίσκονται σε τροχιά παρακμής, προσεγγίζουν διαρκώς την Τιτάνια φύση σε καθαρή μορφή. Γι’ αυτό το λόγο ο Πλάτων αναφέρει ότι επιδεικνύουν φύση Τιτάνια, διότι ήδη ενυπήρχε σε αυτούς, αλλά εμφανίζεται σε αυτούς τους ανθρώπους με τέτοια έ­νταση που τους κάνει να μοιάζουν στους ίδιους τους Τιτάνες, οι οποίοι αποτελούν την προέλευση και το παράδειγμα αυτής της φύσης. Επί πλέον, μια τέτοια ερμηνεία βρίσκεται σε συμφωνία με μια σειρά από αναφορές του Πλάτωνα, όπως το σώμα ως φυλακή, η εξιλέωση του αρχικού αμαρτήματος και άλλα πα­ρεμφερή θέματα.[7] Επίσης, αυτή η ερμηνεία βρί­σκει έρεισμα και σ’ ένα άλλο κείμενο το οποίο επί­σης ανήκει στους «Νόμους». [8]

Δεν είναι ούτε ανθρώπινο ούτε θεϊκό το κακό που τώρα σε παρακινεί να κατευθυνθείς προς το ιερόσυλο λείψανο, αλλά η έμφυτη ερεθιστικότητα των ανθρώπων λόγω παλαιών και βεβήλων α­δικημάτων, που ολέθρια πλανάται γύρω τους.

Σε αυτό το κείμενο επαναλαμβάνονται αναφορές σε μια φυσική τάση του ανθρώπου προερχόμενη α­πό «παλαιά αδικήματα», που δεν μπορεί να είναι άλλα από αυτά που διεπράχθησαν από τους Τιτάνες. Μια «έμφυτη τάση» δεν προέρχεται από την ίδια τη ζωή του ανθρωπίνου όντος, αλλά από τη σύ­στασή του ως είδους, την αρχική στιγμή. Ακόμη, μπορούμε να επικαλεστούμε και άλλες μαρτυρίες όσον αφορά την αρχαιότητα αυτού του μύθου. Ο Παυσανίας [9] αποδίδει στον Ονομάκριτο, τον οποίο οι Έλληνες τοποθετούσαν χρονικά στην κλασική περίοδο, την ίδρυση των ιεροτελεστιών του Διονύσου, κατά τις οποίες αναπαρίστατο ο τρό­πος με τον οποίο οι Τιτάνες προκαλούσαν το μαρ­τύριο του θεού.

Αυτό καταδεικνύει ότι ο Παυσανίας γνώριζε την ύπαρξη Διονυσιακών τελετών – αναμ­φίβολα μυστηριακών- κατά την κλασική περίοδο. Είναι πιθανό μια ιερή ιστορία, η οποία αφηγείται τη γένεση των ανθρώπων και την προέλευση του α­μαρτήματος το οποίο πρέπει να εξιλεωθεί, να α­παγγέλλονταν σε μυητικές τελετές οι οποίες θα ε­ξηγούσαν τη σωστή διαδικασία ώστε να επιτευχθεί ένας καλύτερος προορισμός στον άλλο κόσμο. Εν μέσω του 5ου αιώνα π.Χ. βρίσκουμε άλλη μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία του Ηροδότου.[10]

Λένε οι Αιγύπτιοι ότι αυτοί που κυριαρχούν στον Καταχθόνιο κόσμο είναι η Δήμητρα και ο Διόνυσος. Ήταν, επίσης, οι Αιγύπτιοι αυτοί που πρώτοι διατύπωσαν τη δοξασία ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη και ότι, μετά το θάνατο του σώματος, εισέρχεται σε άλλο ον που ξαναγί­νεται πάντα ζωντανό. Αφού περάσει από όλα τα ε­πίγεια όντα, τα θαλάσσια και τα πτερωτά, επα­νέρχεται στο σώμα ενός ανθρώπου που πρόκειται σύντομα να γεννηθεί και ολοκληρώνει αυτόν τον κύκλο σε τρεις χιλιάδες χρόνια. Υπάρχουν μερικοί Έλληνες, άλλοι πριν και άλλοι κατόπιν -τα ονόματα των οποίων, αν και γνωρίζω, δεν θα αναφέρω- που ακολούθησαν αυτή τη θεωρία σαν να ήταν δική τους.

Ο Ηρόδοτος μεταφράζει τα ονόματα των Αι­γυπτίων θεών κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η Δήμητρα να αντιστοιχεί στην Ίσιδα και ο Διόνυσος στον Οσιρι. Όμως, σύμφωνα με την ομόφωνη μαρτυρία των αιγυπτιολόγων,[11] η θεωρία της μετεμψύχωσης αναμφίβολα δεν είναι αιγυπτιακή. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, αυτό που περισσότερο μας λυπεί είναι ότι ο ιστορικός δεν θέλησε να αναφέρει ρητά το ποιοι είναι οι Έλληνες – «κάποιοι πριν, κάποιοι κατόπιν»- τους οποίους α­ναφέρει ως υποστηρικτές αυτής της θεωρίας.

Ορφέας

Όπως ήταν αναμενόμενο, στη σύγχρονη εποχή συζητήθη­κε πολύ το αν ο Ηρόδοτος αναφέρεται στους Ορφι­κούς και τον Πυθαγόρα, στους Ορφικούς και τον Εμπεδοκλή ή στον Πυθαγόρα και τον Εμπεδο­κλή. [12] Προσωπικά μου φαίνεται ως πιο πειστική η ερμηνεία του Μπέρκρετ (Burkret), σύμφωνα με την οποία ο Ηρόδοτος αναφέρεται στον Πυθαγόρα και τον Εμπεδοκλή, αλλά θεωρεί δεδομένο ότι οι Ορφι­κοί και ο Πυθαγόρας είναι ένα και το αυτό. [13]

Ο Ηρόδοτος δείχνει την ίδια έλλειψη σαφήνειας σε τρία χωρία (2,61· 132· 170) όπου αναφέρεται σε ιεροτελεστίες του Οσίριδος, τις οποίες δεν θεωρεί θεμιτό από θρησκευτικής πλευράς να μνημονεύσει. Στην Αίγυπτο, αυτές οι τελετές και οι μύθοι δεν ήταν μυστικά, ούτε και αποτελούσαν τμήματα μυστηρίων. Γι’ αυτό το λόγο, διάφοροι συγγραφείς [14] θεωρούν ότι αυτή η παράξενη σιωπή του ιστορικού εξηγείται μόνον εάν στην εποχή του, στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια των Βακχικών μυστηρίων, διη­γούνταν μια παρεμφερή ιστορία (το διαμελισμό του Διονύσου) στην οποία δεν ήταν όντως θεμιτό να αναφερθεί.

Τέλος, προερχόμενο από μια εποχή ακόμη πιο παλιά, διατηρούμε ένα απόσπασμα του Πινδάρου (6ος-5ος αιώνας π.Χ.) το οποίο ο Πλάτων μετέδωσε ως μαρτυρία της θεωρίας της μετεμψύχωσης, [15] όπου ο Θηβαίος ποι­ητής αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι ψυχές πρέπει να τιμωρηθούν για ένα «παλαιό αδίκημα» διαπραχθέν εις βάρος της Περσεφόνης (που δεν μπορεί να είναι άλλο από το θάνατο του γιου της Διονύσου από τους Τιτάνες, προγόνους των ανθρώ­πων), και στο πως θα ελευθερωθούν όταν επιτύχουν τη συγγνώμη της καταχθόνιας θεάς.[16] Σε ένα χρυσό έλασμα της Πελίννας [17] προσδιορίζεται πως είναι ο ίδιος ο Διόνυσος αυτός που γνωστοποιεί στη μητέρα του τη στιγμή κατά την οποία η ψυχή επι­τυγχάνει την απελευθέρωση: «Πες στην Περσεφό­νη ότι ο ίδιος ο Βάκχος σε ελευθέρωσε».

 

Alberto Bernabe

Πανεπιστήμιο Compluence της Μαδρίτης

 

 

Υποσημειώσεις


-Ευχαριστώ θερμά την κ. Πηνελόπη Σταυριανοπούλου για την ελληνική μετάφραση του κειμένου.

[1] Κυρίως από τον R.Edmonds, «Tearing apart the Zagrus Myth.: a few disparaging remarks on Orphism and Originai Sin», Classical Antiquity, 18, 1999, 35-73. Αλλά Βλέπε τα επιχειρήματα του A. Bernabé, «La toile de Penèlope: a-t-il existé un mythe orphique sur Dionisos et les Titans?», Revue de l’  Histoire des Religions 219, 2002, 401- 433.

[2] Πλάτωνος Κρατύλος  400c.

[3] Βλ. G. Casadio, «La metempsicosi tra Orfeo e Pitagora», en Ph. Borgeaud (ed), Orphisme et Orphée, en l’  honneur de Jean Rudhardt, Genève 1991,119-155.

[4] Καλλίμ. 43, 117 Pfeiffer [OF 34 Β. Από εδώ και στο εξής το OF ακολουθούμενο από έναν αριθμό αναφέρεται στον αριθμό του χωρίου της έκδοσης (στο τυπογραφείο των Ορφικών αποσπασμάτων, έργο του συγγραφέα του παρόντος άρθρου στις εκδόσεις Biblioteca Teubneriana), Εύφορ. Απόσπ. 86 De Cuenca = 92 Van Groningen (OF 35B.), Schol. Tzetz. In Lycophr. Alex 208 (98, 6Scheer, cf Callim. Fr. 643 Pf. Euphor. Fr. 13 de Cuenca) (OF 36B.)

[5] I.M. Linforth, 1941 The Arts of Orpheus,  Berkeley-Los Angeles 1941, 339 s, Edmonds, art. Cit., 43ss. Έχω αντικρούσει διεξοδικά τα επιχειρήματα του oro Bernabé, ό.π.

[6] Πλάτωνος Πολιτεία 363c και Γοργίας  493b βασιζόμενος σε Ορφική πηγή, περιγράφει μια τιμωρία στον άλλο κόσμο που ήταν το να κουβαλάει ο τιμωρημένος νερό μέσα σε ένα κόσκινο. Το όργανο της τιμωρίας θυμίζει σαφώς την αιτία της ποινής, την ανικανότητα να καθαριστεί η ψυχή από το αρνητικό και διεφθαρμένο μέρος, κατά τον ίδιο τρόπο που καθαρίζει κανείς το αλεύρι από τις ακαθαρσίες. Βλ. Α. Bernabé, «Platone e l’  orfismo», en G. Sfameni Gasparro (ed.), Destino e salvezza: tra culti pagani e gnosi cristiana. Itinerari storico-religiosi sulle orme di Ugo Bianchi, Cosenza 1998, 37-97:76.

[7] Όπως Κρατ. 400 (OF  430 I).

[8] Πλάτωνος Νόμοι  845b (OF  37 II Β.)

[9] Παυσανία 8,37,5 (OF  39 B.)

[10] Ηροδοτ. 2,123 (OF  423 B.)

[11] Βλ. π.χ. τα σχόλια του Lloyd σχετικά με αυτό το χωρίο, με βιβλιογραφία.

[12] Βλ. σχετικά με το ζήτημα στο Casadio, ó.π., 203 α. 9.

[13] W. Burkret, 1972 Lore and scince in ancient Pythagoreanism,CambridgeMass. 1972, 126 n. 38.

[14] Βλ. κυρίως W. Burkret, Homo necans, The antropology of ancient Greek sacrificial ritual and myth,Berlin-New York 1983, 225 n. 43.

[15] Πίνδ. fr. 133 Snell-Maehl. (OF  443 B.)

[16] Βλ. A. Bernabé, «Una cita de Pindaro en Platon Men 81 b (fr. 133 Sn.-M)», στον J. A. Lopez (ed.), Desde los poemas homéricos hasta la prosa griega del siglo IV d.C. Veintiséis estudios folologicos,Madrid 1999, 239-259, με την πλούσια βιβλιογραφία που αναφέρεται στην εργασία αυτή.

[17] OF  485 Β.

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ορφέας και Ορφισμός / Ένας Χριστός πρό Χριστού», τεύχος 266, 23 Δεκεμβρίου 2004.