Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Ναύπλιο – François Dubuisson, 1699.

            

Το 1180 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός διόρισε άρχοντα Ναυπλίου τον ντόπιο Θεόδωρο Σγουρό. Ο γιος του Λέων Σγουρός (1202-1208), έχοντας την πόλη ως πρωτεύουσα της ηγεμονίας του, επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την ανατολική Στερεά Ελλάδα και μέχρι τη Θεσσαλία. Ακολούθησε η Φραγκοκρατία μέχρι το 1388, οπότε το Ναύπλιο παραχωρείται στους Βενετούς, επί της εποχής των οποίων γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Ενισχύθηκε η οχύρωσή του και αυξήθηκε ο πληθυσμός του, γιατί συνέρρευσαν πολλοί άνθρωποι από πολλά μέρη, ιδίως μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους.

Επί Ενετοκρατίας η πόλη έγινε εμπορικό κέντρο και το λιμάνι της παρουσίασε μεγάλη κίνηση.  Το 1540 έπεσε στους Τούρκους ύστερα από τριετή πολιορκία. Το 1686 οι Ενετοί ξανακέρδισαν την πόλη, όταν την κατέλαβε ο στρατηγός Φραγκίσκος Μοροζίνι, ο οποίος αμέσως οχύρωσε το Παλαμήδι και κατέστησε το Ναύπλιο πρωτεύουσα του Μορέως, της ΒΑ Πελοποννήσου. Τότε ήταν που ονομάστηκε Νάπολι ντι Ρομάνια.

Το 1715 το ξαναπήραν οι Τούρκοι και το κατείχαν μέχρι την άλωση του Παλαμηδιού από τον Στάικο Σταϊκόπουλο στις 30 Νοεμβρίου 1822, ύστερα από τρεις διαδοχικές πολιορκίες συνολικής διάρκειας σχεδόν είκοσι μηνών…

 

Οι ηρωίδες της Επανάστασης του 1821


 

Η Επανάσταση του  Εικοσιένα είναι μία κατ’ εξοχήν ηρωική εποχή, κατά την οποία οι «ραγιάδες» Έλληνες ξεσηκώνονται κατά του μακραίωνου οθω­μανικού ζυγού, αγωνίζονται σ’ έναν επτάχρονο πό­λεμο με άνισες δυνάμεις, από τον οποίο στο τέλος βγαίνουν νικητές με τις πολλές, βεβαίως, και γνω­στές απώλειες, υλικές και ηθικές. Η εποχή αυτή, μια εποχή ρήξης με το παρελθόν, καθώς και η όλη προεπαναστατική προετοιμασία με τους αγώνες των κλεφτών και των αρματολών, σφυρηλάτησε εκείνες τις γενιές για τις οποίες το ιδεώδες ήταν ο ήρωας που αντιστεκόταν στην καταπίεση και την αδικία σε βάρος του λαού. [1]

Μολονότι οι αγώνες αυτοί έχουν συνήθως ταυτι­στεί με την αξιοσύνη και τη γενναιότητα των ανδρών της εποχής, δεν έμειναν αμέτοχες και οι γυ­ναίκες – μάνες, κόρες, σύντροφοι – οι οποίες συχνά παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Άλλωστε μια ηρω­ική εποχή δεν γεννά μόνο γενναίους άνδρες, αλ­λά και γενναίες γυναίκες, οι οποίες ανατρέφονται από τους ίδιους γονείς και γαλουχούνται μέσα στις ίδιες συνθήκες. Εκτός λοιπόν από τις γυναίκες που μένουν πίσω και περιμένουν καρτερικά το γυ­ρισμό των ανδρών, τους οποίους εμψυχώνουν και ενθαρρύνουν, είναι κι εκείνες που αγωνίζονται δί­πλα τους, ισότιμα, αξίζοντας το ίδιο μερίδιο αν­δρείας. Είναι οι γυναίκες που αποφασίζουν να παί­ξουν ενεργητικό ρόλο, να βγουν κι αυτές στα βουνά για να πολεμήσουν τον εχθρό, όπως η «Διαμάντω» του ομώνυμου κλέφτικου τραγουδιού:

 

«Ποιος είδε ψάρι στο βουνό και θάλασσα σπαρ­μένη, / ποιος είδε κόρη όμορφη στα κλέφτικα ντυ­μένη; / Δώδεκα χρόνους έκανε αρματολός και κλέ­φτης, / κανείς δεν την εγνώρισε πως ήταν η Διαμάντω. / Μια μέρα και μιαν εορτή και μια λα­μπρήν ημέρα / βγήκαν να παίξουν το σπαθί, να ρίξουν το λιθάρι / κι όπως έπαιζαν το σπαθί, και ρίχναν το λιθάρι, / εκόπη το θηλύκι της κι εφάνη το βυζί της […]».

Τόσο λοιπόν στα προεπαναστατικά χρόνια όσο και στη διάρκεια του Εικοσιένα πολλές ήταν οι γυναίκες που με θάρρος και αυταπάρνηση αγωνίστηκαν και θυσίασαν ακόμη και τη ζωή τους για την πατρίδα, δίνοντας μαθήματα φιλοπατρίας και αγωνιστικότητας και τιμώντας το φύλο τους. Για όλες αυτές τις γυναίκες δεν μπορεί βεβαίως να γίνει ξεχωριστή μνεία στο αφιέρωμα αυτό, αλλά θα αναφερθούν ενδεικτικά ορισμένες, προκειμένου να αποδοθεί το μέγεθος της συμβολής τους στον αγώνα για την ανεξαρτησία.

Παροιμιώδης είναι η συμπεριφορά των Σουλιωτισσών [2] οι οποίες είχαν όλα τα χαρακτηριστικά των ανδρών συμπατριωτών τους. Μεγαλωμένες στο άγριο και άγονο περιβάλλον των χωριών του Σουλίου, μαθημένες στη σκληρή και κακοτράχαλη ζωή, λιτοδίαιτες, εξοικειωμένες με τον κίνδυνο, πολεμούν αρματωμένες τους Αλβανούς στρατιώτες του Αλή πασά και δεν διστάζουν, όταν χρειαστεί, να θυσιαστούν για την πατρίδα.

 

Σουλιώτισσες, ελαιογραφία του Γεώργιου Μηνιάτη (1823-1895), β’ ήμισυ του 19ου αι. Οι θαρραλέες γυναίκες, που πρωταγωνίστησαν στους αγώνες των Σουλιωτών, απεικονίζονται να βαστούν ντουφέκια και να μάχονται. Ο δημιουργός τονίζει το ηρωικό πνεύμα της εποχής με χαρακτηριστικό το υψηλό ήθος των προσώπων. Η σύνθεση και οι χρωματικές επιλογές του καλλιτέχνη παραπέμπουν στην περίοδο του Ρομαντισμού, με μακρινά παράλληλά του έργα, όπως η «Σφαγή της Χίου» του Ντελακρουά.

 

Οι Σουλιώτισσες διακρίνονται για τη φιλοπατρία τους και αγωνίζονται μέχρις εσχάτων αψηφώντας το θάνατο και δημιουργώντας διαχρονικά πρότυπα ηρωισμού και λεβεντιάς. Ο «Χορός του Ζαλόγγου» (παραμονές Χριστουγέννων του 1803) αποτελεί αιώνιο σύμβολο για τη γυναίκα που προτιμά το θάνατο από την ατίμωση και τη δυστυχία. Τη γυναίκα – ηρωίδα, που «της Ελευθερίας ο έρως» τη σπρώχνει να θυσιάσει τον εαυτό της και τα παιδιά της, να αποχαιρετήσει παντοτινά και με τόσο τραγικό τρόπο τη «γλυκιά ζωή» και τη «δύστυχη πατρίδα»: «Στη στεργιά δεν ζει το ψάρι / ούτ’ ανθός στην αμμουδιά / κ’ οι Σουλιώτισσες δεν ζούνε μέσ’ τη μαύρη τη σκλαβιά». Μια θυσία που έχει εμπνεύσει τόσο τη λογοτεχνία όσο και τις εικαστικές τέχνες.

 

Ary Scheffer, Les femmes souliotes (Οι Σουλιώτισσες), 1827. Μουσείο του Λούβρου.

 

Την ίδια χρονική στιγμή (Δεκέμβριος του 1803), η Δέσπω Σέχου-Μπότση, σύζυγος του Γιωργάκη Μπότση, κυνηγημένη από τους Τουρκαλβανούς μετά τη συνθηκολόγηση του Αλή πασά με τους Σουλιώτες, οχυρώθηκε με τις κόρες, τις νύφες και τα εγγόνια της στον πύργο του Δημουλά στη Ρηνιάσα και ύστερα από σθεναρή αντίσταση ανατίναξε τον πύργο για να μην παραδοθούν στον εχθρό.

Ο ηρωισμός της Δέσπως Μπότση, έχει απαθανατιστεί στο γνωστό δημοτικό τραγούδι:

 

Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.

Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;

Ουδέ σε γάμο ρίχνονται ουδέ σε χαροκόπι.

η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια.

Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο:

«Γιώργαινα, ρίξε τ’ άρματα, δεν είναι εδώ το Σούλι.

εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων».

«Το Σούλι κι αν προσκύνησε, κι αν τούρκεψεν η Κιάφα,

η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκαμε, δεν κάνει».

Δαυλί στο χέριν άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:

«Σκλάβες Τούρκων μη ζήσωμε, παιδιά μ’, μαζί μου ελάτε»,

και τα φυσέκια ανάψανε, κι όλοι φωτιά γενήκαν.

 

Η Μόσχω Τζαβέλα, σύζυγος του Λάμπρου, η Χάιδω Γιαννάκη Σέχου, η Δέσπω Σέχου-Μπότση, η Δέσπω Φώτου Τζαβέλα, η Ελένη Μπότσαρη, η Χρυσούλα Μπότσαρη και οι κόρες της Βασιλική και Αικατερίνη, αλλά και πολλές άλλες τίμησαν την πατρίδα με την ηρωική στάση τους στις κρίσιμες για το Σούλι εποχές του διωγμού του Αλή πασά, αλλά και στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης.

 

Σουλιώτισσες – Δημοσιεύεται στο: «Δημήτρης Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 1821», εκδ. Μέλισσα 1971.

 

Στη διάρκεια της Επανάστασης οι γυναίκες – ανώνυμες και επώνυμες – ως άμαχος πληθυσμός γίνονται θύματα της θηριωδίας του κατακτητή και υφίστανται την εκδικητική μανία του. Ύστερα από κάθε καταστροφή ακολουθούν φοβερές λεηλασίες και αιχμαλωσίες. Οι σφαγές της Χίου το 1822 εμπνέουν το Γάλλο ζωγράφο Ντελακρουά, που στο γνωστό του πίνακα, που σήμερα φυλάσσεται στο Λούβρο, αποτυπώνει όλη τη φρίκη αυτής της τραγωδίας. Από τους 100.000 κατοίκους στο νησί έμειναν λιγότεροι από 2.000. [3] «Χιλιάδες γυναίκες, κορίτσια και αγόρια πουλιόνταν κάθε μέρα στο παζάρι. Πολλά απ’ αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα αυτοκτόνησαν κατά τη μεταφορά. Βλέπεις γυναίκες να μη δέχονται τροφή μ’ όλο που μαστιγώνονται, για να πεθάνουν από την πείνα», ανέφερε προς τη Levant Company ο Άγγλος πρόξενος στη Σμύρνη Φράνσις Ουέρι (Francis Werry). [4] Η ανηλεής αυτή καταστροφή, ένα από τα κορυφαία γεγονότα της Επανάστασης, σύντομα έγινε γνωστή στο εξωτερικό και εμψύχωσε το φιλελληνικό κίνημα που δημιουργήθηκε σε Ευρώπη και Αμερική. [5]

Η ίδια τύχη ανέμενε τα γυναικόπαιδα της Μακεδονίας, της Κρήτης, των Κυδωνιών, της Κάσου, των Ψαρών. Ανάμεσα στις Ψαριανές που κατάφεραν να σωθούν από το κύμα της τουρκικής θηριωδίας και μανίας ήταν η Δέσποινα Μανιάτη – Κανάρη, η αγαπημένη σύζυγος του πυρπολητή Κωνσταντή Κανάρη. Καθώς γνώριζε πολύ καλό κολύμπι, έπεσε στη θάλασσα μαζί με τα παιδιά της, ώσπου επιβιβάστηκε σε πλοίο και κατέφυγε με την οικογένειά της στην Αίγινα. Η Δέσποινα Κανάρη, πολύτιμη σύντροφος και συμπαραστάτης του γενναίου άντρα της, ήταν από τις ευγενικές γυναικείες φυσιογνωμίες του Εικοσιένα, που η παρουσία της πάντοτε είλκυε την προσοχή και το θαυμασμό των ξένων περιηγητών που επισκέπτονταν τότε την επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Πέκιο, που την πρωτοσυνάντησε στο σπίτι τους στην Αίγινα, σημειώνει τις πρώτες του εντυπώσεις: «Ενώ μιλούσαμε με τον Κανάρη, η σύζυγός του, με μητρική στοργή, θήλαζε ένα μωρό τριών μηνών, ονομαζόμενο Λυκούργο. Η μητέρα είναι Ψαριανή, με ωραίο σώμα, σοβαρή, με πρόσωπο γεμάτο μετριοφροσύνη – σωστή Αθηνά».[6]

Αξιοθαύμαστο θάρρος έδειξαν και οι Μεσολογγίτισσες «ελεύθερες πολιορκημένες», οι οποίες σε όλη τη διάρκεια της μακράς πολιορκίας του προπύργιου της δυτικής Ελλάδας βοήθησαν με κάθε τρόπο στην άμυνα: μεταφορά υλικών για τα οχυρωματικά έργα, περίθαλψη των ασθενών και τραυματιών. Όταν αποφασίζεται η ηρωική έξοδος (10 Απριλίου 1826) μετά το φοβερό λιμό, ακολουθούν πολλές γυναίκες με αντρική ενδυμασία, κρατώντας από το ένα χέρι το σπαθί και από το άλλο το μωρό τους, ενώ οι άοπλες μπήκαν στη μέση της φάλαγγας μαζί με τα παιδιά τους. Αυτές οι γυναίκες είχαν την ίδια φρικτή τύχη όπως και οι άνδρες της Εξόδου κατά τη γνωστή φοβερή σύγχυση που επικράτησε, και όσες κατάφεραν να γυρίσουν στην πόλη αυτοκτόνησαν, σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν.

 

Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

 

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους σώζονται μεταγενέστερες αναφορές προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια μερικών Μεσολογγιτισσών που είχαν στο μεταξύ απελευθερωθεί και ζητούσαν την κρατική πρόνοια, την οποία και έλαβαν. [7]

Ανάμεσα στις επώνυμες γυναικείες παρουσίες του Αγώνα, που το όνομά τους γρήγορα έγινε γνωστό στο εξωτερικό, είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα (1776-1825) και η Μαντώ Μαυρογένους (1796/7-1840).

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα σε ένα από τα λαϊκά φυλλάδια που κυκλοφορούσαν στη Ρωσία στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης.

Πολλά έχουν γραφτεί για τη Σπετσιώτισσα Κυρά, την Καπετάνισσα του Εικοσιένα, [8] γι’ αυτή την αγέρωχη και αντικομφορμίστρια γυναίκα, που χάρη στις ικανότητάς της κατάφερε να επιβληθεί ανάμεσα στους άνδρες της εποχής της, να συμμετάσχει σε πολεμικά συμβούλια και να έχει ισότιμη γνώμη. Η Καπετάνισσα Μπουμπουλίνα ξέφευγε από τα γυναικεία πρότυπα της εποχής της: μεγαλωμένη στη θάλασσα, από νωρίς εκδήλωσε την αγάπη της για τα πλοία και τα ταξίδια. Η μυθιστορηματική ζωή της από τη γέννησή της ακόμη ήταν γεμάτη περιπέτειες που σφυρηλάτησαν το χαρακτήρα της, ένα χαρακτήρα ανεξάρτητο, δυναμικό, αγωνιστικό. Καπετάνισσα λοιπόν όχι μόνο στα πλοία, αλλά και στην ίδια της τη ζωή. Γεννήθηκε ορφανή από πατέρα, έμεινε δύο φορές χήρα και με μεγάλη περιουσία την οποία διαχειρίστηκε με πολλή ευστροφία και κατάφερε να την αυξήσει, γεύτηκε συχνά το φθόνο των συμπατριωτών της και γι’ αυτό αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες, τις οποίες πάντα ξεπερνούσε.

Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες προφορικές μαρτυρίες, το 1819 στην Κωνσταντινούπολη μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Μετά την έκρηξη της Επανάστασης, από τους πρώτους συμμετείχε ενεργά προσφέροντας χρήματα και πολεμοφόδια και διαθέτοντας τα πλοία της στην υπηρεσία του Αγώνα. Η μεγαλύτερη απώλεια ήταν ο θάνατος του πρωτότοκου γιου της (από τον πρώτο της γάμο) Γιάννου Γιάννουζα στα τέλη Απριλίου του 1821 σε μία συμπλοκή με τους Τούρκους έξω από το Άργος. Η Μπουμπουλίνα έλαβε μέρος με το πλοίο της «Αγαμέμνων» στην πολιορκία του Ναυπλίου και μετά την απελευθέρωσή του εγκαταστάθηκε εκεί σε οίκημα που της παραχώρησε η επαναστατική κυβέρνηση. Το Σεπτέμβριο του 1821 βρέθηκε στο στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη και μπήκε από τους πρώτους στην πόλη. Η εκεί συμπεριφορά της προξένησε σχόλια για αρπαγή κοσμημάτων από τις γυναίκες του χαρεμιού με υπόσχεση την ασφάλεια της ζωής τους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι η «υπεράσπιση» ή η «καταδίκη» των βιογραφούμενων προσώπων δεν είναι έργο του ιστορικού, όπως επίσης θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η ιστορική βιογραφία δεν είναι βίοι αγίων. Δεν θα πρέπει όμως να λησμονούμε ότι οι λείες ήταν σύνηθες φαινόμενο της εποχής, καθώς επίσης ότι η Μπουμπουλίνα διέθεσε αυθόρμητα την τεράστια περιουσία της για την Επανάσταση.

Ο πρωταγωνιστικός της ρόλος δεν την άφησε αμέτοχη στις εμφύλιες διαμάχες, κατά τις οποίες υποστήριξε τους στρατιωτικούς και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει μετά το γάμο της κόρης της Ελένης Μπούμπουλη με τον Πάνο Κολοκοτρώνη. Το επιβλητικό παρουσιαστικό της και η συμπεριφορά της αποτέλεσαν πρότυπο για τις σύγχρονες Ευρωπαίες, το δε ντύσιμό της είχε γίνει μόδα (μόδα «a la Bobeline»).

Διονυσίου Τσόκου: Η Μαντώ Μαυρογένους. Σπουδή για τον πίνακα «Η Δολοφονία του Καποδίστρια» της Τεργέστης. Τέμπερα σε χαρτί, 0,33 Χ 0,21 μ. Μουσείο Μπενάκη.

Η Μαντώ Μαυρογένους [9] ως γυναίκα ήταν το αντίθετο της Μπουμπουλίνας: εύθραυστη ομορφιά, λεπτή και λυγερή κορμοστασιά, μεγαλωμένη στην Τεργέστη με ευρωπαϊκή ανατροφή και παιδεία. Στις παραμονές του Αγώνα βρισκόταν στην Τήνο με το θείο της Φιλικό κληρικό παπα-Μαύρο, από τον οποίο μυήθηκε στον Αγώνα και μαζί του πήγε στη Μύκονο αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης. Εκεί η νεαρή Μαντώ διέθεσε όλη την πατρική περιουσία στον απελευθερωτικό αγώνα, ενώ έλαβε και η ίδια μέρος σε πολλές επιχειρήσεις. Η φήμη της γρήγορα ξεπέρασε τα σύνορα του ελληνικού χώρου και από τη θέση αυτή η νεαρή Ελληνίδα απηύθυνε έκκληση βοήθειας στους Ευρωπαίους φιλέλληνες και κυρίως στις Αγγλίδες και Γαλλίδες. Η αφειδώλευτη και ανιδιοτελής προσφορά της για την ανεξαρτησία δεν είχε τη δέουσα απήχηση στους συγχρόνους της. Ο έρωτάς της με τον Δημήτριο Υψηλάντη προκάλεσε προφανώς το φθόνο οπαδών του νεαρού πρίγκιπα, και είχε αποτέλεσμα τη δόλια απομάκρυνσή της στη Μύκονο και τη συκοφάντησή της στον ίδιο. Η περιπέτεια αυτή πίκρανε αφάνταστα τη Μαντώ, η οποία έκτοτε έζησε στις Κυκλάδες, ζητώντας μάταια οικονομική ενίσχυση από το κράτος. Πέθανε πάμφτωχη, λησμονημένη και πικραμένη. Σε αντίθεση με τη δίκαιη όσο ζούσε πίκρα της, μετά το θάνατό της δικαιώθηκε και η προσφορά της στον Αγώνα τής προσδίδει περίοπτη θέση ανάμεσα στις ηρωίδες της Επανάστασης

Οι γυναίκες του Εικοσιένα με το απαράμιλλο θάρρος τους, την αξιοθαύμαστη γενναιότητα, τις περιπέτειες και τις θυσίες τους, ανήκουν στη χορεία των γυναικών που αποτελούν αξεπέραστα σύμβολα δυναμισμού και πατριωτισμού. Η ίδια τους η ζωή και οι ασυνήθιστες – για τον ομαλό βίο – εμπειρίες που βίωσαν τούς προσδίδουν το φωτοστέφανο της ηρωίδας. Οι ηρωίδες της Ελληνικής Επανάστασης αποτέλεσαν σημείο αναφοράς και ενέπνευσαν τις Ελληνίδες σε μεταγενέστερες εθνικά κρίσιμες περιόδους, όπως η Κατοχή και η Εθνική Αντίσταση.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ε. J. Hobsbawm, Η εποχή των Επαναστάσεων 1789-1848, Αθήνα (ΜΙΕΤ) 1990, σ. 190.

[2] Για τούς αγώνες και τη συμπεριφορά των Σουλιωτισσών βλ. Κούλα Ξηραδάκη, Γυναίκες του ’21. Προσφορές, ηρωισμοί και θυσίες, Αθήνα-Γιάννινα, Δωδώνη 1995, σ. 27-87.

[3] Για την καταστροφή της Χίου ενδεικτικά Βλ. Χιακόν Αρχείον, τ. 1, σ. 20 επ., Αρχείον Κοινότητος Ύδρας, τ. Η , σ. 74-76, Γ. θ. Ζώρας, «Η εν έτει 1822 καταστροφή της Χίου κατά άγνωστον περιγραφήν του Ολλανδού προξένου. (Μία ενδιαφέρουσα εξιστόρησης των τραγικών γεγονότων)», Παρνασσός, τ. ΙΕ’ (1973), σ. 607-641.

[4] Ξηραδάκη, ό.π., σ. 230.

[5] Σχετικά Βλ. I. Δ. Δημάκης, «Τα δραματικά γεγονότα της Χίου του 1822 διά μέσου των στηλών του γαλλικού Τύπου της εποχής», Χιακή Επιθεώρησις, τ. Β (1964), σ. 167-182, του ίδιου, «Μαρτυρίες για την τύχη μερικών ορφανών από τη Χίο που γλύτωσαν από τη σφαγή του 1822», Χιακή Επιθεώρησις, τ. Γ (1965), σ. 159-168.

[6] Ξηραδάκη, ό.π., σ. 249.

[7] «Ήδη δε απελευθερωθείσα έφθασεν εδώ γυμνή και τετραχηλισμένη», ό.π., σ. 145.

[8] Για την Μπουμπουλίνα Βλ. Σωτηρία Αλιμπέρτη, Αι ηρωίδες της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1933, Ξηραδάκη, ό.π., σ. 266-285, Φίλιππος Δεμεριζής – Μπούμπουλης, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες 2001, Χωσιές Μπαστιάς, Η Μπουμπουλίνα (μυθιστορία), Αθήνα 1946 (Εκδοτική Αθηνών 1995), Ελένη Κεκροπούλου, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα (ιστορικό μυθιστόρημα), Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1993, Michel de Grece, Η Μπουμπουλίνα (μυθιστόρημα), εκδ. Φερενίκη, Αθήνα 1999.

[9] Για την Μπουμπουλίνα Βλ. Αλιμπέρτη, ό.π., Ξηραδάκη, ό.π., σ. 286-310.

 

Αννίτα Ν. Πρασσά

δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη

Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Σελίδες από την Ιστορία της Γυναίκας», τεύχος 175, 6 Μαρτίου 2003.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

«Πλατεία Ονείρων» ένα ντοκιμαντέρ για την πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου του Γιώργου Ζέρβα


 

Το 22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά, 19-28 Μαΐου 2020, όπου συμμετέχει και το ντοκιμαντέρ «Πλατεία Ονείρων», του Γιώργου Ζέρβα, που αφορά στην πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου.

Το Φεστιβάλ θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά από την Τρίτη 19 Μαΐου έως την Πέμπτη 28 Μαΐου 2020, με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Ανάμεσα στις ταινίες και 77 ελληνικές πρόσφατες παραγωγές: απ’ την πολιτική, τη μουσική  την ιστορία, το περιβάλλον, τις ανθρώπινες σχέσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αποκαλύπτουν την ίδια τη ζωή.

 

Πλατεία Συντάγματος

 

Η πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου είναι μοναδική. Περιβάλλεται από κτήρια διαφόρων εποχών και πολιτισμών φορτισμένα με μνήμες, οθωμανικά, ενετικά, νεοκλασικά, νεότερα, κι αντέχει στις αυξανόμενες πιέσεις από ιδιωτικές χρήσεις.

Από τις ωραιότερες πλατείες της Ελλάδας, αν όχι η ωραιότερη, άρχισε να γίνεται πλατεία γύρω στη Β’ Ενετοκρατία (1686-1715), άλλαξε πολλές μορφές και ονόματα και δίνει το στίγμα στη σημερινή πόλη.

Αυτό το δημιουργικό ντοκιμαντέρ είναι μια διερευνητική, στοχαστική προσέγγιση της πλατείας που βρίσκεται στην καρδιά του ιστορικού κέντρου της πόλης και αποτελεί το πλέον αντιπροσωπευτικό παράδειγμα νεοκλασικής, ορθογωνικής πλατείας στην τυπολογία των ελληνικών πλατειών. Η πλατεία, έργο της ιστορίας και της κοινωνίας, με διαρκώς μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά μέσα στο χρόνο, συλλογικό καθιστικό της πόλης, αποτελώντας ένα από τα κύρια συστατικά του Ευρωπαϊκού αστικού χώρου, απαιτεί την ανάδειξη της σπουδαιότητας και της ομορφιάς της, υπερασπίζοντας τη μνήμη, την αποκατάσταση και την προσεκτική ανάκτηση ενάντια στη λήθη και την αλόγιστη επέμβαση.

 

Βόλτα στην Πλατεία Συντάγματος.

 

Η ταινία επιχειρεί ένα ταξίδι σε μύθους, ιστορίες, μνήμες, συναισθήματα, μικρά και μεγάλα γεγονότα, κτίσματα, σπάνια αρχειακά υλικά – χάρτες, φωτογραφίες, καρτ ποστάλ, ταινίες…-, αισθητικές και ανθρώπους – αρχιτέκτονες, ιστορικούς, αρχαιολόγους, ζωγράφους, σκηνοθέτες, επαγγελματίες, μόνιμους κατοίκους και επισκέπτες… -, για τους οποίους η πλατεία αποτελεί τρόπο ζωής. Γενναιόδωρη σκηνή για κάθε δραστηριότητα – κοινωνική, θρησκευτική, πολιτική… -, φιλόξενη για όλους – ντόπιους, ξένους, νέους, γέρους…-, ένα είναι το μυστικό της: να βρεις την ώρα και τη θέση που της ταιριάζεις και σου ταιριάζει.

Οι επιδιωκόμενοι στόχοι της ταινίας είναι:

  • Να ελκύσει ένα σημαντικό αριθμό Ελλήνων και ξένων επισκεπτών.
  • Να διηγηθεί την «ιστορία» της συγκεκριμένης πλατείας και να αποδώσει τη ζωή της στο πέρασμα του χρόνου.
  • Να συμμετέχει στο διάλογο περί «προστασίας και διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς».
  • Να υπερασπισθεί το δημόσιο χώρο προβάλλοντας τον πλούτο και τις ιδιαιτερότητες μιας ιστορικής πόλης, πρώην πρωτεύουσας της σύγχρονης Ελλάδας.
  • Να αποτελέσει εν τέλει ένα βήμα προστασίας και ανάδειξης του χώρου της πλατείας Συντάγματος που αποτρέπει την αλλοίωση της πολιτιστικής κληρονομιάς υπογραμμίζοντας τη μοναδικότητα, τη σημασία και την αισθητική της.

 

Το «Τριανόν» ή Παλαιό τζαμί της πλατείας Συντάγματος Ναυπλίου.

 

Σημείωμα του σκηνοθέτη

 

Ο Γιώργος Ζέρβας «επί το έργον».

Η πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου είναι ένα μοναδικό μνημείο. Μ’ αρέσει να συχνάζω στην πλατεία, από έφηβος πήγαινα. Και τώρα μόλις φτάσω στο Ναύπλιο εκεί θα πρωτοπάω. Θα τη διασχίσω, θα τρυπώσω στα δρομάκια της παλιάς πόλης που την αδειάζουν από περιπατητές και την ανατροφοδοτούν αδιάκοπα και θα επιστρέψω. Ξανά και ξανά.

Στον κινηματογράφο η πρώτη ύλη είναι ο χρόνος και στην πλατεία Συντάγματος αυτό που κυριαρχεί με την πρώτη ματιά είναι τα κτήρια με τις διαφορετικές αισθητικές τους, εκφράσεις περασμένων εποχών. Ο θρίαμβος του χρόνου δηλαδή. Γεγονός που σου δίνει μια ασυνείδητη απόλαυση. Όσο και να μην το σκέφτεσαι σε κατακλύζει η ιστορία μας, όχι μόνο του Ναυπλίου, αλλά της  Ελλάδας ολόκληρης. Οθωμανικά, ενετικά, νεοκλασικά, νεότερα ίχνη ορθώνονται, σε περικυκλώνουν και σου διηγούνται την πολυτάραχη ιστορία τους.

Η πλατεία με ωραίες αναλογίες, ούτε μικρή ούτε μεγάλη, συλλογικό καθιστικό της πόλης, είναι έργο της ιστορίας και της κοινωνίας, με διαρκώς μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά μέσα στο χρόνο. Αποτελεί γενναιόδωρη σκηνή για κάθε τελετουργία ή δραστηριότητα – πολιτική, κοινωνική, θρησκευτική, ψυχαγωγική -, φιλόξενη για όλους και ένα μόνο είναι το μυστικό της: να βρεις την ώρα και τη θέση που της ταιριάζεις και σου ταιριάζει. Όλο αυτό το περιβάλλον αποτελεί μέρος της πλούσιας ιστορικής μνήμης μας που οφείλουμε να γνωρίζουμε για να προχωρήσουμε μπροστά.

Αποφάσισα να γυρίσω την ταινία για να υπογραμμίσω τη σημασία και την αισθητική της πλατείας Συντάγματος και να υπερασπιστώ τη μνήμη, και την προσεκτική ανάκτηση ενάντια στη λήθη και την αλόγιστη επέμβαση. Κατά βάθος επιθυμώ η ταινία να αποτελέσει έναν επιπλέον λόγο υπερηφάνειας και αυτοπεποίθησης για τους Ναυπλιείς, αλλά παράλληλα κι ένα ισχυρό βήμα προστασίας και ανάδειξης της πλατείας με σεβασμό στην πολιτιστική μας κληρονομιά.

 

Γιώργος Ζέρβας

 

Γεννήθηκε στην Πρόσυμνα Αργολίδας το 1960. Από το 1977 μέχρι το 1982 σπούδασε χημεία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου. Το 1983 συνέχισε στο Παρίσι παρακολουθώντας το τμήμα θεατρικών και κινηματογραφικών σπουδών του Πανεπιστημίου PARIS1, Sorbonne, με διευθυντή σπουδών τον Ζακ Γκουαμάρ. Το 1986 ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές DEA με διευθυντή τον σκηνοθέτη Ερίκ Ρομέρ. Παράλληλα τελείωσε το τμήμα δημιουργικού βίντεο – cinema-animation-video- στην Ecole Normal Superieure des Arts Decoratifs.

Από το 1995 μέχρι σήμερα εργάζεται ως σκηνοθέτης και παραγωγός οπτικοακουστικών και ντοκιμαντέρ για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Ταινίες του έχουν βραβευτεί και παρουσιαστεί σε διάφορα φεστιβάλ και τηλεοπτικά κανάλια ανά τον κόσμο: Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Χαλκίδα, Παρίσι, Μασσαλία, Στρασβούργο, Μόναχο, Νέα Υόρκη, Ρώμη, Βαρκελώνη, Κάρλοβυ Βάρυ, Κωνσταντινούπολη, Κορκ, Λονδίνο, Λουξεμβούργο…

 

«Πλατεία Ονείρων»

 

Συντελεστές του ντοκιμαντέρ

  • σενάριο – σκηνοθεσία – μοντάζ | ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡ. ΖΕΡΒΑΣ
  • φωτογραφία – ήχος | ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡ. ΖΕΡΒΑΣ
  • μιξάζ – ΝΙΚΟΣ ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
  • μουσική – ΜΟΝΙΚΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
  • οργάνωση παραγωγής – ΤΖΙΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ
  • τεχνικός σύμβουλος – ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΥΛΟΥΔΗΣ
  • παραγωγή – ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΕΡΒΑΣ FILM PRODUCTIONS
  • υποστήριξη – ΔΗΜΟΣ ΝΑΥΠΛΙΕΩΝ – Δ.Ο.Π.Π.Α.Τ.

HD, 83 min Έγχρωμο-Α/Μ, 2020

 

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου κατά την περίοδο 1847-1859 & 1860 -1879 | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Το έτος 1847 υπηρετούσε ως δημοδιδάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου ο Ιωάννης Πάνος. Με την από 4 Ιουνίου 1847 αναφορά του ζητούσε να του καταβληθούν οι μισθοί των προηγουμένων μηνών, ειδάλλως θα υποχρεωνόταν να υποβάλλει την παραίτησή του. [1] Φαίνεται, ωστόσο, ότι ο Ιωάννης Πάνος παρέμεινε και τον επόμενο χρόνο (1848) στη θέση του, ενώ στη συνέχεια πήρε μετάθεση για τον Πόρο.

Την ίδια περίοδο προβλήματα είχε και το διδακτήριο του Σχολείου. Με την υπ’ αριθμ. 7408/28 Δεκεμβρίου 1848 αναφορά του προς τον Υπουργό ο Νομάρχης Αργολίδας, αναφέρει ότι «το διδακτήριο του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου μετά και την προτροπή σας όχι μόνο δεν βελτιώθηκε, αλλ’ έκτοτε εχειροτέρευσεν. Η δε δημοτική αρχή Κρανιδίου, απροκαλύπτως ομολογούσης ως οικτράν την κατάστασιν αυτήν, μέχρις ότου νέα πρόσωπα αντικαταστήσωσι τα μέχρι τούδε διέποντα τα του Δήμου. Τοιαύτης ούσης της καταστάσεως δεν δυνάμεθα να γνωμοδοτήσωμεν περί του διορισμού δημοδιδασκάλου καθότι το διδακτήριο είναι ετοιμόροπον».[2]

Για τα θέματα εξάλλου της μισθοδοσίας των δημοδιδασκάλων ο Νομάρχης Αργολίδας με την από 23 Οκτωβρίου 1848 αναφορά του είχε διατυπώσει προς τον Υπουργό το παράπονο όλων σχεδόν των δημοδιδασκάλων, καθώς το ήμισυ των μισθών τους που καταβάλλεται από το Δημόσιο Ταμείο, δεν το είχαν λάβει εδώ και αρκετούς μήνες.[3]

Στη συνέχεια με το υπ’ αριθμ. 522/18 Φεβρουαρίου 1849 έγγραφό του ο επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματέας πληροφορεί τον Νομάρχη Αργολίδας ότι:

«Αν και επανειλημμένως σας προσκαλέσαμεν να μας ενημερώσετε περί της καταστάσεως του Σχολείου Μάσητος και να προτείνετε τον διορισμόν δημοδιδασκάλου εις αυτό το Σχολείον εισέτι όμως δεν ελάβομεν ουδεμίαν απάντησιν, έχοντας υπ’ όψιν την υπ’ αριθμ. 9 πράξιν του Επαρχιακού Συμβουλίου διορίζομεν ως δημοδιδάσκαλον τον Δημήτριον Αντωνάκην δημοδιδάσκαλον Θυρέας».

Ο διορισμός έγινε με την υπ’ αριθμ. 238/17 Φεβρουαρίου 1849 πράξη. [4] Αιτιολογώντας την καθυστέρηση που επέδειξε ο Νομάρχης Αργολίδας ανέφερε στον Υπουργό με το υπ’ αριθμ. 1391/7 Μαρτίου 1849 έγγραφό του ότι η Δημοτική Αρχή αδυνατεί να γνωμοδοτήσει για τον διορισμό δημοδιδασκάλου, καθώς το κτήριο που στεγάζεται το σχολείο κρίνεται ακατάλληλο, με αποτέλεσμα τη διακοπή της λειτουργίας του.

Έναν χρόνο, σχεδόν, μετά τον διορισμό του, ήτοι στις 5 Μαΐου 1850, ο δημοδιδάσκαλος Δημήτριος Αντωνάκης αναφέρει στο Υπουργείο «τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην εξαργύρωση των χρηματικών ενταλμάτων για την μισθοδοσία του».[5]

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1850 επανέρχεται με νέα αναφορά του και ενημερώνει τον Υπουργό ότι λαμβάνει την μισθοδοσία την εκ μέρους της Κυβέρνησης μόνον και όχι από τον Δήμο. Εδώ και είκοσι μήνες «δεν έλαβον ούτε οβολόν απέναντι της εκ του Δήμου μισθοδοσίας μου», αναφέρει. [6]

Με το υπ’ αριθμ. 4375/24 Ιουλίου 1850 έγγραφό του ο Νομάρχης Αργολίδας στέλνει προς έγκριση στο Υπουργείο την επιτροπή των εξετάσεων αποτελούμενη από τους: Αναγνώστη Γουζούαση, Ανδρέα Πέπα, Αναγνώστη Π. Φασιλή, Βασίλειο Χαρακόπουλο και τον ιερέα Ιωάννη Σακελλαρίδη, η οποία και εγκρίθηκε από τον Υπουργό. [7]

Με την υπ’ αριθμ. 6173/2 Σεπτεμβρίου 1850 αναφορά του ο Νομάρχης Αργολίδας αποστέλλει τον πίνακα των θερινών εξετάσεων του Σχολείου στον επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματέα. Αυτός με το από 16 Σεπτεμβρίου 1850 έγγραφό του εκφράζει τις ευχαριστίες του και την ευαρέσκειά του προς τον δημοδιδάσκαλο Δημήτριο Αντωνάκη. Πραγματικά ο Δημήτριος Αντωνάκης ήταν ένας εργατικός και τίμιος δημοδιδάσκαλος, γι΄ αυτό και οι κάτοικοι του Κρανιδίου τον σέβονταν και τον αγαπούσαν.[8]

Τον επόμενο χρόνο (1851) ο Δ. Αντωνάκης φαίνεται πως μετατίθεται στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Πόρου, ενώ ο δημοδιδάσκαλος Ιωάννης Πάνος μετατίθεται για δεύτερη φορά στο Κρανίδι.[9]

Στις 27 Οκτωβρίου 1851 ο ανωτέρω δημοδιδάσκαλος στέλνει αναφορά προς το Υπουργείο γράφοντας τα εξής:

«Με λύπη μου εδέχθην την άνευ λόγου μετάθεσίν μου εις Κρανίδιον. Μόλα ταύτα προθυμοποιούμαι να υπακούσω την διαταγήν του Σου Υπουργείου. Εις την θέσιν ταύτην και προ χρόνων υπηρέτησα δια δύο έτη, αλλά δεν πληρωνόμουν από τον Δήμον, αλλά ούτε οι προ εμού υπηρετήσαντες που κατέφυγαν στα δικαστήρια. Προβλέπω δε ότι ούτε τώρα θα πληρωθώ».

Φαίνεται πως ο Δήμος Κρανιδίου δεν ήταν ιδιαίτερα φιλικός προς τους δημοδιδασκάλους και γενικότερα προς τα θέματα της εκπαίδευσης. Για τον λόγο αυτό ούτε αποδιδόταν στους δημοδιδάσκαλους ο μισθός τους, ούτε διατίθονταν χρήματα για τις επισκευές του διδακτηρίου και την αγορά των απαραιτήτων μέσων διδασκαλίας. Το φαινόμενο αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια.

Ο Υπουργός προβληματισμένος από την αναφορά του Ιωάννη Πάνου εισηγήθηκε με το από 15 Δεκεμβρίου 1851 έγγραφό του τη μετάθεσή του στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Ύδρας. Δημοδιδάσκαλος στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο Ύδρας ήταν ο Γεώργιος Μαρινιώτης, ο οποίος είχε μετατεθεί στην Ύδρα από τις Βρασιές, με το υπ’αριθμ.10991/11 Αυγούστου 1848 έγγραφο του Υπουργείου, αντί του Δημητρίου Καλκάνη, που ήταν απασχολημένος στην Κόρινθο με την μισθοδοσία του και καθυστέρησε να αναλάβει υπηρεσία. Ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στις ογδόντα (80) δραχμές.

Έτσι ο δημοδιδάσκαλος του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Ύδρας Γεώργιος Μαρινιώτης μετατέθηκε στο Κρανίδι. Με τις ενέργειες του ανωτέρω δημοδιδασκάλου (οι από 19 Φεβρουαρίου 1852 και από 20 Απριλίου 1852 σχετικές αιτήσεις του) και επί Δημαρχίας Βασιλείου Νόνη δόθηκαν από το Υπουργείο στον βουλευτή Ερμιονίδας Ανδρέα Πέπα βιβλία για τις ανάγκες των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου Κρανιδίου.[10]

 

 

Στο Κρανίδι λειτουργούσε Γραμματοσχολείο,

με δημοδιδάσκαλο αμειβόμενο

από τους γονείς των μαθητών, καθώς η μετάβαση

στο Δημόσιο σχολείο της πόλης δεν ήταν εύκολη

 

 

Ένα πολύ ενδιαφέρον γεγονός είναι και το ακόλουθο. Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 8002/15 Νοεμβρίου 1852 αναφορά του Νομάρχη Αργολίδος προς το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως για την κατάσταση των εκπαιδευτηρίων της Νομαρχίας αναφέρεται ότι στο Κρανίδι λειτουργούσε Γραμματοσχολείο, με δημοδιδάσκαλο αμειβόμενο από τους γονείς των μαθητών, καθώς η μετάβαση στο Δημόσιο σχολείο της πόλης (απόσταση 20 λεπτών) δεν ήταν εύκολη. Εκτός, όμως, από αυτό, όπως ισχυρίζονταν οι γονείς των μαθητών, ο διδάσκαλος, ο οποίος διέμενε στην ίδια γειτονιά με τους μαθητές, τους «παιδαγωγούσε» στον ελεύθερο χρόνο τους. Το έτος ίδρυσης/κατάργησης του ανωτέρω Γραμματοσχολείου παραμένει άγνωστο.

Τον κατάλογο των εκατόν έξι μαθητών (106) του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου που εξετάσθηκαν κατά τις θερινές εξετάσεις της 14ης Αυγούστου 1853, υπογράφει ο δημοδιδάσκαλος Γεώργιος Μαρινιώτης. Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Άγγελος Γουζούασης, Ιωάννης Ζέρβας και ο ιερέας Ιωάννης Σακελλαρίδης.

Στο από 4 Σεπτεμβρίου 1853 έγγραφο ο Νομάρχης Αργολίδας αναφέρει ότι ο δημοδιδάσκαλος Γεώργιος Μαρινιώτης επέδειξε επιμέλεια και ο μισθός του ανέρχεται στις ογδόντα δραχμές (80 δρχ.) πληρωτέος «εξ ημισείας» από το Δημοτικό και Δημόσιο ταμείο.

Να σημειώσουμε ότι κατά το σχολικό έτος 1852-1853, σύμφωνα με τον πίνακα των εγγραφών της 19ης Αυγούστου 1853, ενεγράφησαν στο σχολείο εκατόν ενενήντα επτά (197) μαθητές. Τότε το Κρανίδι αριθμούσε τους επτά χιλιάδες (7.000) κατοίκους.[11]

Το έτος 1854 στο υπ’ αριθμ. 10345/27 Νοεμβρίου 1854 έγγραφο του Νομάρχη Αργολίδας προς τον Υπουργό αναγράφονται προς έγκριση τα ονόματα της εξεταστικής επιτροπής αποτελούμενης από τους: Γεώργιο Δέδε, Λογοθέτη Ζέρβα, Χρήστο Φασιλή, Σπηλιώτη Κρέστα, Κοσμά Τσαμαδό και Χρήστο Βενέτη. Δήμαρχος ήταν τότε ο Άγγελος Γουζούασης.

Τον επόμενο χρόνο, 1855, ο Γεώργιος Μαρινιώτης μετατέθηκε στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο Τρίπολης. Απεβίωσε 21 χρόνια αργότερα στις 4 Σεπτεμβρίου 1876.

Για τα επόμενα τέσσερα χρόνια δεν γνωρίζουμε ονόματα δημοδιδασκάλων του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου, ούτε εντοπίσαμε έγγραφα σχετικά με τη λειτουργία του. Το 1859 δημοδιδάσκαλος του Σχολείου ανέλαβε ο Ιωάννης Γλύνης.

 

 

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου

κατά την περίοδο 1860 -1879

 

 

Το σχολικό έτος 1860-1861 δημοδιδάσκαλος του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου ήταν ο Ιωάννης Μ. Γλύνης, Β΄ τάξεως, που αποφοίτησε από το Β΄ Διδασκαλείο Αθηνών. Κατά την Α΄ τριμηνία (1861) ενεγράφησαν στο σχολείο τον Ιανουάριο τριακόσιοι οκτώ (308) μαθητές, τον Φεβρουάριο τριακόσιοι (300) και τον Μάρτιο τριακόσιοι τρεις (303), ενώ κατά τη Β΄ τριμηνία (1861), τελευταία του σχολικού έτους 1860 – 1861, ενεγράφησαν τον Απρίλιο διακόσιοι είκοσι (220) μαθητές, τον Μάιο διακόσιοι δώδεκα (212) και τον Ιούνιο διακόσιοι εβδομήντα εννέα (279). Το Κρανίδι αριθμούσε τότε έξι χιλιάδες εξακόσιους δεκαεννέα (6.619) κάτοικους.

Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το υπ’ αριθμ. 2585/16 Ιουνίου 1861 έγγραφο του Επάρχου Σπετσών και Ερμιονίδος προς τη Νομαρχία Αργολίδος «Περί της καταστάσεως των Δημοτικών Σχολείων της Επαρχίας», όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι:

Δεν αναπληρώθηκαν οι υφιστάμενες ελλείψεις, όπως αναφέρθηκαν στους ελέγχους της Α΄ τριμηνίας στα σχολεία Κρανιδίου και Ερμιόνης. Στον μεν δήμο Κρανιδίου εξαιτίας της αμέλειας και της ανικανότητας της δημοτικής αρχής αλλά και στην όχι καλή διαχείριση των δημοτικών πόρων. Στον δε δήμο της Ερμιόνης εξαιτίας της έλλειψης δημοτικού εισπράκτορα ώστε να εισαχθούν χρήματα στο Δημοτικό Ταμείο.

Νικόλαος Σκλιάς

Το επόμενο σχολικό έτος 1861-1862 δημοδιδάσκαλος παρέμεινε ο ίδιος. Σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο της Δ’ τριμηνίας (1861) στο σχολείο, «χωρητικότητας» τετρακόσιων (400) μαθητών, ενεγράφησαν τον Οκτώβριο τριακόσιοι σαράντα οκτώ μαθητές (348), τον Νοέμβριο τριακόσιοι σαράντα τρεις (343) και τον Δεκέμβριο τριακόσιοι σαράντα εννέα (349). Τη Β΄ τριμηνία (1862) ενεγράφησαν τον Απρίλιο διακόσιοι δεκατρείς (213), τον Μάιο διακόσιοι δύο (202) και τον Ιούνιο διακόσιοι δεκαπέντε (215) μαθητές. Είναι φανερό ότι κατά τη Β΄ τριμηνία ο αριθμός των  εγγραφέντων μαθητών ήταν λιγότερος κατά εκατόν τριάντα (130). Το σχολικό έτος 1862-1863 καθήκοντα δημοδιδασκάλου ασκούσε ο Νικόλαος Σκλιάς, ιερέας, εξαιρετικά προσεκτικός και καλλιγράφος, βοηθούμενος από τον υποδιδάσκαλο Ιωάννη Νίκα.

Το σχολείο λειτουργούσε με τρία (3) συνδιδακτικά τμήματα και οκτώ (8) κλάσεις αλληλοδιδακτικών τμημάτων. Οι μαθητές που φοιτούσαν αριθμούσαν τους τριακόσιους εξήντα τέσσερις (364), από τους οποίους εξετάσθησαν οι τριακόσιοι τριάντα δύο (332). Η κατανομή των μαθητών ανά τμήμα/κλάση είχε ως εξής:

  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: τριάντα δύο (32)
  • Β΄ συνδιδακτικό τμήμα: έντεκα (11)
  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: είκοσι εννέα (29)
  • Η΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: τριάντα τέσσερις (34)
  • Ζ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: τριάντα ένας (31)
  • Στ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: είκοσι πέντε (25)
  • Ε΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: σαράντα πέντε (45)

Οι υπόλοιποι εκατόν πενήντα εννέα (159) μαθητές φοιτούσαν στις άλλες τέσσερις κλάσεις των αλληλοδιδακτικών τμημάτων, όπως αναγράφεται, συνοπτικά, στον κατάλογο των ετησίων εξετάσεων. Τριάντα (30) μαθητές εκρίθησαν ικανοί να δώσουν εξετάσεις και να φοιτήσουν στο Ελληνικό Σχολείο, σύμφωνα με το πρακτικό της 27ης Ιουλίου 1863, που υπογράφεται ως εξής:

 

Δημοδιδάσκαλος Δήμαρχος
Νικόλαος Σκλιάς Πέτρος Γουζούασης
Εξεταστική Επιτροπή
Ιωάννης Λουκάς ιερέας Πέτρος Γουζούασης

 

Το επόμενο σχολικό έτος 1864-1865 δημοδιδάσκαλος του σχολείου παρέμεινε ο Νικόλαος Σκλιάς. Σύμφωνα με τον «κατάλογο των ενιαυσίων εξετάσεων»[12] της 19ης Ιουλίου 1865 στο σχολείο φοιτούσαν οι μαθητές κατά τμήμα/κλάση ως εξής:

  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: τριάντα επτά (37)
  • Β΄ συνδιδακτικό τμήμα: δέκα εννέα (19)
  • Α΄ συνδιδακτικό τμήμα: δέκα επτά (17)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Η΄, Τμήμα 1ο δεκαοκτώ (18), Τμήμα 2ο είκοσι έξι (26)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ζ΄: είκοσι επτά (27)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Στ΄: δώδεκα (12)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ε΄: δεκαεπτά (17)

Ο αριθμός των μαθητών των άλλων κλάσεων δεν αναγράφεται στο έγγραφο. Η εξεταστική επιτροπή έκανε ιδιαίτερη αναφορά στον Ευστάθιο ή Γεώργιο Υφαντίδη, ο οποίος από τη σύσταση του σχολείου βοηθούσε στην εύρυθμη λειτουργία του. Η επιτροπή, αποτελούμενη από τους Κοσμά Τσαμαδό και Ιωάννη Ζέρβα, ευελπιστεί ότι η σπουδαιότητα του ανωτέρω εγγράφου θα ληφθεί υπόψη από το αρμόδιο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και θα τιμήσει δεόντως τον Υφαντίδη.

Το επόμενο σχολικό έτος 1865-1866 δημοδιδάσκαλος του σχολείου ήταν πάλι ο ιερεύς Νικόλαος Σκλιάς. Σύμφωνα με τον κατάλογο των «ενιαυσίων εξετάσεων» της 27ης Ιουλίου 1866 το σχολείο λειτούργησε με μαθητές ανά τμήμα/κλάση ως εξής:

  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: είκοσι πέντε (25)
  • Β΄ συνδιδακτικό τμήμα: είκοσι τέσσερις (24)
  • Α΄ συνδιδακτικό τμήμα: δέκα επτά (17)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Η΄, Τμήμα 2ο : πενήντα (50), Τμήμα 1ο : οκτώ (8)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ζ΄: είκοσι τέσσερις (24)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Στ΄: δεκαέξι (16)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ε΄: δώδεκα (12)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Δ΄: δώδεκα (12)

Για τις υπόλοιπες (Γ΄, Β΄, Α΄) κλάσεις δεν αναγράφεται ο αριθμός των μαθητών. Την έκθεση της εξεταστικής επιτροπής υπογράφουν: Ο Α΄ δημαρχεύων πάρεδρος Αντώνιος Σκρεπετός και οι: Ιωάννης Καλομπίρης, ιερέας, Άγγελος Γουζούασης, Πέτρος Γουζούασης, Κ. Ζέρβας και Εμμανουήλ Μίλησης.

Κατά τη Β΄ τριμηνία (1870) του σχολικού έτους 1869-1870 στο σχολείο ενεγράφησαν τον Απρίλιο τριακόσιοι σαράντα τρεις (343) μαθητές, τον Μάιο τριακόσιοι σαράντα (340) και τον Ιούνιο τριακόσιοι σαράντα (340). Δημοδιδάσκαλος εκ νέου ο ιερεύς Νικόλαος Σκλιάς με μηνιαίο μισθό που ανερχόταν στις ογδόντα (80) δραχμές.

 

Το σχολικό έτος 1872-1873 υπηρετούσε στο σχολείο

ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Αντώνιος Ιωαν. Στρίγκος

 

 

Το επόμενο σχολικό έτος 1870-1871, σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο της Δ΄ τριμηνίας (1870), στο σχολείο ενεγράφησαν τον Οκτώβριο διακόσιοι πενήντα (250) μαθητές, τον Νοέμβριο διακόσιοι πενήντα δύο (252) και τον Δεκέμβριο διακόσιοι πενήντα τρεις (253) με δημοδιδάσκαλο τον ιερέα Νικόλαο Σκλιά.

Αντώνιος Στρίγκος

Το σχολικό έτος 1872-1873 υπηρετούσε στο σχολείο ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Αντώνιος Ιωαν. Στρίγκος. Σύμφωνα με τον κατάλογο των «ενιαυσίων εξετάσεων» της 25ης Ιουλίου 1873, στο συνδιδακτικό τμήμα φοιτούσαν τριάντα (30) μαθητές χωρισμένοι σε δύο «κλάσεις». Στη Β΄ κλάση φοιτούσαν έντεκα (11) μαθητές και στην Α’ δεκαεννέα (19). Και η Η΄ κλάση του αλληλοδιδακτικού τμήματος ήταν χωρισμένη σε δύο τμήματα. Στο Β΄ τμήμα φοιτούσαν πενήντα επτά (57) μαθητές και στο Α΄ δεκατρείς (13). Στις υπόλοιπες κλάσεις οι εγγεγραμμένοι μαθητές κατανέμονταν ως εξής:

 

  • Ζ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: επτά (7)
  • Στ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: δεκαέξι (16)
  • Ε΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: δέκα (10)
  • Δ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: δεκατρείς (13)
  • Γ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: είκοσι οκτώ (28)

Στη σημείωση του σχετικού εγγράφου αναφέρεται πως άλλοι εκατόν είκοσι έξι (126) μαθητές ανήκουν στις κλάσεις των αλληλοδιδακτικών τμημάτων Β΄ και Α΄. Το σύνολο των μαθητών ανέρχεται στους τριακόσιους (300). Από τους έντεκα (11) μαθητές της Β΄ κλάσης του συνδιδακτικού τμήματος εννέα (9) προετοιμάσθηκαν για τις εξετάσεις στο Ελληνικό Σχολείο. Στη σχετική κατάσταση αναγράφεται η βαθμολογία των μαθητών ως εξής:

Πέντε (5) μαθητές είχαν βαθμολογία α΄ (άριστα)

Τρεις (3) μαθητές είχαν βαθμολογία β΄ (λίαν καλώς)

Ένας (1) μαθητής είχε βαθμολογία γ΄ (καλώς)

Δύο (2) μαθητές είχαν βαθμολογία δ΄ (σχεδόν καλώς)

Μηδέν(0) μαθητές είχαν βαθμολογία ε΄ (μετρίως)

Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Αριστείδης Ι. Ζέρβας, Νικόλαος Βασιλείου, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Σπύρος Γεωργόπουλος και Βασίλειος Τσούτσας, ιερέας.

Το σχολικό έτος 1876-1877 στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου υπηρετούσε ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Αντώνιος Ιωάν. Στρίγκος. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (31 Ιουλίου – 1 Αυγούστου 1877) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι σαράντα (240). Οι εξετασθέντες διακόσιοι (200), οι απολυθέντες οκτώ (8) και οι αριστεύσαντες εξήντα (60).

Το ίδιο σχολικό έτος στο «2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου – Παράρτημα» υπηρετούσε ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Νικόλαος Δ. Σκλιάς. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (2 και 3 Αυγούστου 1877) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι δεκατρείς (213). Οι εξετασθέντες εκατόν ογδόντα εννέα (189), οι απολυθέντες δεκατρείς (13) και οι αριστεύσαντες σαράντα επτά (47). Την εξεταστική επιτροπή για τα δύο σχολεία αποτελούσαν οι: Λουκάς Ρομπότης, ιερέας, Βασίλειος Βασιλείου. Ράλλης Πάππας, Ελληνοδιδάσκαλος, Αριστείδης Ζέρβας και Αντώνιος Σακελλαρίου.

Το μεθεπόμενο σχολικό έτος 1878-1879 στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων υπηρετούσε ο ίδιος δημοδιδάσκαλος, Αντώνιος Ιωάν. Στρίγκος. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (25 και 26 Ιουλίου 1879) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι πενήντα τέσσερις (254). Οι εξετασθέντες εκατόν εβδομήντα (170), οι απολυθέντες δεκατρείς (13) και οι αριστεύσαντες εξήντα (60). Την εξεταστική επιτροπή για τα δύο σχολεία αποτελούσαν οι: Λουκάς Ρομπότης, ιερέας, Α. Βαλληνδάς, Ν. Α. Βασιλείου και Δ. Γιαλούρης.

Το ίδιο σχολικό έτος στο «2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου – Παράρτημα» υπηρετούσε ο ίδιος δημοδιδάσκαλος Νικόλαος Δ. Σκλιάς. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (27 και 28 Ιουλίου 1879) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι σαράντα τρεις (243). Οι εξετασθέντες διακόσιοι τριάντα τρεις (233), οι απολυθέντες διακόσιοι (200) και οι αριστεύσαντες εβδομήντα οκτώ (78). Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Ιωάννης Καλομπίρης, ιερέας, Μ. Βλαβιανός, Γ. Α. Νικολάου, Ν. Λέκκας και Μ. Μπιρμπίλης.

Η σύνταξη του πρακτικού της εξεταστικής επιτροπής έγινε στις 30 Ιουλίου 1879.

 

Υποσημειώσεις


  

[1]Ησαΐας Αγγ. Ιωάννης: «Η ιστορία του Κρανιδίου…», Αθήνα 2013.

[2]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Κατάστασις των εκπαιδευτηρίων», Φ.177.

[3]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε Β΄, «Μισθοί…», Φ. 231.

[4]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Κατάστασις των εκπαιδευτηρίων», Φ.176.

[5]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Μισθοί…», Φ. 231.

[6] όπ. π.

[7]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Εξεταστικαί επιτροπαί», Φ. 152.

[8] όπ. π.

[9]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Διορισμοί…», Φ. 138.

[10]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Περί βιβλίων», Φ. 172.

[11]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Εξετάσεις Δημοτικών Σχολείων», Φ. 168.

[12] Στον κατάλογο εκτός από το ονοματεπώνυμο του μαθητή αναγραφόταν η ηλικία, ο τόπος γέννησης, η θρησκεία και η βαθμολογία, 4 =Άριστα, 3=Λίαν καλώς, 2= μέτριος.

 

Πηγή


  • Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Γ΄, Φακ. 345 (1855-1886).

 

 Γιάννης Μ. Σπετσιώτης Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Οι προυχοντικές οικογένειες του Άργους (1715-1821)


  

Το παρακάτω κείμενο αναφέρεται στις προυχοντικές οικογένειες του Άργους κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία, βασισμένο στην έρευνα που πραγματοποίησε  ο Αθανάσιος Φωτόπουλος προκειμένου να αποτελέσει μέρος της διδακτορικής διατριβής του (1995) με τίτλο: «Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821».

 Ας δούμε τη γράφει για τις προυχοντικές οικογένειες του Άργους (σελ. 53).

 

Αναντίρρητα, η παλαιότερη και σημαντικότερη προυχοντική οικογένεια του Άργους ήταν οι Περρουκαίοι [1]. Η επιρροή τους δεν περιοριζόταν στην πόλη και στην επαρχία του Άργους, άλλα είχε επεκταθεί και σε άλλα μέρη της Πελοποννήσου. Γενάρχης της είναι ο Γιαννάκης, ο οποίος ζούσε επί Βενετών ή και νωρίτερα [2]. Στα μέσα του ΙΗ’ αιώνα δρα ο γιος του Αποστολής. Γιος του τελευταίου ήταν ο Δημήτριος, τον οποίο διαδέχτηκαν οι τέσσερις γιοι του Νικόλαος [3], Γεωργαντάς, Σωτήριος [4] και Αποστόλης [5]. Η οικογένεια του Νικόλαου (†12.4.1822) κράτησε τα σκήπτρα της επαρχίας μέχρι την επανάσταση και κατ’ αυτήν. Ο ίδιος διατέλεσε βεκίλης στην Κωνσταντινούπολη, όπως και ο γιος του Δημήτριος. Από τους άλλους γιους του, ο Χαράλαμπος (†1822) διατηρούσε εμπορική εταιρεία στην Πάτρα και βρισκόταν σε ανταπόκριση με τον οικογενειακό εμπορικό οίκο του Άργους, ενώ ο Ιωάννης διατέλεσε προεστός Άργους τουλάχιστον μία δεκαετία πριν από την επανάσταση. Ο τελευταίος πέθανε αμέσως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς εξαιτίας των κακουχιών, τις όποιες είχε υποστεί ως όμηρος [6].

 

Η Ακρόπολη του Άργους. Χαρακτικό, του Γάλλου αρχαιολόγου και αυτοδίδακτου ζωγράφου Αλεξάντρ Λενουάρ (1761-1839), π. 1810.

 

Σε επιγραφή του ναού των Αγίων Αδριανού και Ναταλίας, στο χωριό Κατσίγκρι [Άγιος Ανδριανός] του Ναυπλίου, αναφέρεται (1743) ότι αυτός «ιστορήθη δι’ εξόδου τού ενδοξοτάτου άρχοντος και δραγουμάνου του Μορέως κυρίω κύρ Θεοδώρου Καπελέτη εκ πόλεως Άργους», γιου του ποτέ Παπαδριανού, οικονόμου από την ίδια πόλη [7].

Μετά τα ορλωφικά εγκαθίσταται στο Άργος η οικογένεια Βλάση η Βλασόπουλου προερχόμενη από την Κοτίτσα της Λακωνίας. Γενάρχης της ήταν ο Χρήστος Βλασόπουλος, ο δε γιος του Θεοδωράκης κατέστη πλούσιος γαιοκτήμονας και προεστός, μέλος της Φιλικής Εταιρείας με τον γιο του Χρήστο [8].

Το 1783 (24 Απριλίου) [9] υπογράφονται σε έγγραφο οι προεστοί Άργους Δημ. Περρούκας και Αναστάσιος Κάβας.

Σε έγγραφο (13.7.1789) [10], ως προεστοί του βιλαετίου Άργους υπογράφονται οι ακόλουθοι: Γεώργιος Περρούκας, Νικολάκης Κάβας, Τζώρτζης Χρυσοχός, Θεοδωράκης Κεφαλάς, Γιάννης Ρούνης, Παναγιώτης Μίντης, Μήτρος Κατρισιώτης, Γιάννης του Νίκα, Γκίκας Μοίρας, Δημητράκης της Καλής, Ανδριανός Καρκατζέλης, Ιωάννης ιερεύς Σακελλάριος, παπα-Μιχάλης Οικονόμου, Αναστάσιος Κάβας.

Σε άλλο ανέκδοτο έγγραφο (1.4.1798), υπογράφονται οι εξής άρχοντες και λοιποί πρόκριτοι του Άργους [11]: Γεώργιος Περρούκας, Νικόλαος Περρούκας, Ιωάννης Νίκας, Γεώργος Συρίγος, Νικολής Παναγιώτου, Ιωαννάκης Μοθωναίος, Τζώρτζης Χρυσοχός, Θεοδωράκης Βλασόπουλος, Νικόλαος Σέκερης, Μήτρος Ντουσιμίνης, Αναστάσης Ντόκος, Ανδριανός του Αλεξαντρή, Πανάγος Τζότηρη, Παναγιώτης Πασχάλης, Βασίλης Ταρλής, Ηλ(ίας) Σταθόπουλος, Γιωργατζής Βώκος, Θεοδωράκης Κεφαλάς, Αναγνώστης παπα-Μιχαήλ, Τζέρτος Ιωαννούσης, Γιωργάκης Στασινόπουλος, Παναγιώτης Τζουλούφος, Γιώργος Ντοροβίνης, Γιάννος Χρυσοχός, Γιαννάκης Ιωαννούσης.

Προεπαναστατικά, προεστός του Άργους ήταν ο Θεόδωρος Μοθωνιός, που διατέλεσε και γραμματέας του τούρκου βοεβόδα Αλήμπεη [12]. Ως επίσημη οικογένεια αναφέρεται και αυτή του Παναγή Ιωαννούση [13], της οποίας μέλη ήταν ο Γεώργιος (1789) [14], ο Μιχαήλ (1791) [15], ο Τζέρτος και ο Γιαννάκης (1798). Ο Αναγνώστης Μπόνης ή Ιατρός [16], από το Μπουγιάτι [Αλέα], είχε εγκατασταθεί στο Άργος πολλά χρόνια πριν από την επανάσταση και ως «άρχων ιατρός» αναφέρεται σε έγγραφο (17.11.1818) του δραγομάνου του Μορέως Γεωργάκη Ουαλεριανού [17].

Στον Κάτω Ναχαγιέ (επαρχία Ερμιονίδος), προεστός ήταν ο καπετάν Αντώνης Νάκης, του οποίου ο γιος Ν. Νάκης ήταν γραμματικός του πασά των Τρικάλων (1816) και του καϊμακάμη του πασά της Πελοποννήσου (1818) [18].

Στην επαρχία Ναυπλίου δεν αναδείχτηκε «ουδείς προεστός επίσημος και με τας απαιτουμένας δυνάμεις», όπως και σε άλλες επαρχίες της Πελοποννήσου. Και τούτο, γιατί η πόλη – όπως και η επαρχία – του Ναυπλίου «εξουσιάζετο» από τους Οθωμανούς. Κάποιοι δημογέροντες υπήρχαν μόνο σε χωριά [19].

Στις πρώτες δεκαετίες του ΙΣΤ’ αιώνα, στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο, ζει η οικογένεια Ντενασή (Denassim ή De Nassin), μέλη της οποίας συμμετέχουν στην τοπική διοίκηση της πόλης [20]· και αργότερα (1705), ο φιλοβενετός σύνδικος Κοσμάς Καλαβρός [21].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φραντζής, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος τομ. Δ’, σελ. 107-108· Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη ο.π., σελ. 255-259. Λείπει μια μονογραφία για την οικογένεια Περρούκα.

[2] Το όνομά του αναφέρεται το έτος 1687.

[3] Υπογράφεται σε έγγραφο του έτους 1781: IEEE, αρ. 17160.

[4] Αυτόθι· επίσης, βλ. Τάκης X. Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρεία, σελ. 288, οπού και κάποια γενεαλογικά στοιχεία.

[5] IEEE (Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος), αρ. 17160.

[6] Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών…, σελ. 68. Επίσης, για την οικογένεια Περρούκα, βλ. τα εξής μελετήματα: Κων. Ν. Τριανταφύλλου, «Συμβολή στα περί οικογένειας Περρούκα Άργους-Πατρών», ΠΒ’ ΤΣΑργΣ, σελ. 157 κ.ε.· Ιωάννης Φ. Αθανασόπουλος, «Κληρονομικές διαφορές μελών της οικογένειας Περρούκα Πατρών αποκαλυπτόμενες από έγγραφα της ολλανδικής πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως», ΠΔ’ ΔΣΠΠ, τομ. Γ’, σελ. 177-196.

[7] Για την επιγραφή, βλ. Κωνστ. Γ. Ζησίου, Σύμμικτα, Αθήνα, 1892, σελ. 86· Αθανάσιος  Θ. Φωτόπουλος, «Συμπληρωματικά στα περί δραγομάνων του Μορέως», Journal of Oriental and African Studies 3-4 (1991-1992), σελ. 91- 92, όπου νεότερη έκδοση της επιγραφής.

[8] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 259. Βλ. και το φυλλάδιο «Έκθεσις περί της του χωρίου Δυμηνίου υποθέσεως» [1840], σελ. 4, όπου η πληροφορία ότι ο Θ. Βλάσης ήταν συγγενής των Περρουκαίων.

[9] IEEE, αρ. 17170.

[10] IEEE, αρ. 17185.

[11] Εννοείται της επαρχίας Άργους· το έγγραφο στην IEEE, αρ. 17205· ονόματα και άλλων προεστών και ψήφον εχόντων ανδρών (1818), βλ. στο βιβλίο του Σταμ. Αναστ. Αντωνόπουλου, Σταματέλος Σπηλ. Αντωνόπουλος, Αθήνα, 1918, σελ. 21-22.

[12] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 286.

[13] Φραντζής, τομ. Δ’, σελ. 108. Την 11.5.1818 υπογράφει δανειστικό έγγραφο ως επίτροπος του καζά Άργους: IEEE, αρ. 17354.

[14] IEEE, αρ. 17186.

[15] IEEE, αρ. 17189.

[16] Γιατί ήταν εμπειρικός ιατρός: Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 254.

[17] IEEE, αρ. 47447.

[18] Νικ. Κ. Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά, τομ. Α’, Αθήνα, 1940, σελ. 258, σημ. 3.

[19] Φραντζής, τομ. Δ’, σελ. 106.

[20] Για μέλη της, βλ. Λακωνικαί Σπουδαί  Γ’ (1977), σελ. 246, σημ. 7. Στα χρόνια του Βελή πασά, αναφέρεται Γεώργιος Δανεσής από τον Πραστό, έμπορος στην Κωνσταντινούπολη: Κοντάκης, σελ. 23.

[21] Μήτσας Οικονόμου, «Το προξενείο του Αρχιπελάγους στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο», Παρουσία Ζ’ (1991), σελ. 444-445, 470-473.

 

Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος

Ιστορικός – Πανεπιστήμιο Πατρών

«Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821», Διδακτορική διατριβή, 1995.

 

Σχετικά θέματα:

Ο ωρολογοποιός, μοναχός Γαλακτίων και το σχέδιο του Ιωάννη Καποδίστρια να ιδρύσει την πρώτη σχολή ωρολογοποιίας στην Ελλάδα – Νικολέττα Ζυγούρη Ιστορικός, ΜΔΕ


 

Με αφορμή το ρολόι του Ανδρέα Μιαούλη που βρίσκεται στις Συλλογές του Ε.Ι.Μ., ξεκίνησε η έρευνα για την αναζήτηση του μοναχού Γαλακτίωνος στον οποίο ο ναύαρχος είχε δωρίσει το ρολόι του. Η πληροφορία που μας μετέφεραν οι επιστολές που συνόδευαν τη δωρεά, για το μοναχό Γαλακτίωνα από τη μονή της Πάτμου, δεν επαληθεύτηκε από την έρευνά μας [1], η οποία ωστόσο, δεν απέβη άκαρπη. Μας επέτρεψε να ιχνηλατήσουμε τη ζωή ενός άλλου ιερομονάχου με το ίδιο όνομα, του Γαλακτίωνος Γαλάτη από το Μοναστήρι του Πόρου, ο οποίος αν και δεν ήταν ο κάτοχος του ρολογιού της Συλλογής μας, ωστόσο, υπήρξε μια μοναδική προσωπικότητα που συνδέθηκε με το όνειρο του Ιωάννη Καποδίστρια να ιδρυθεί σχολή ωρολογοποιίας στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Ο ιερομόναχος Γαλακτίων Γαλάτης, από τη Μονή Ζωοδόχου Πηγής στον Πόρο, υπήρξε ο πρώτος αυτοδίδακτος ωρολογοποιός που εστάλη από τον Καποδίστρια στη Γενεύη, για την τελειοποίηση της τέχνης του. Με την παρακίνηση και την προσωπική φροντίδα του Ελβετού φιλέλληνα ιατρού Louis Andre Gosse, ο Γαλακτίων ταξιδεύει το 1829 από τον Πόρο στη Γενεύη, όπου τοποθετείται αμέσως δίπλα σ’  έναν ωρολογοποιό για την εκμάθηση της τέχνης. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Ι. Καποδίστρια ο Γαλακτίων, μετά το πρώτο εξάμηνο των σπουδών του, εκπαιδεύεται στο σχέδιο και την κατασκευή μεγάλων ρολογιών που τόσο απαραίτητα ήταν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Ο Κυβερνήτης σκόπευε να συστήσει στο άμεσο μέλλον, μια δημόσια σχολή ωρολογοποιίας [2], όπου εκεί θα αξιοποιούσε το ταλέντο και τις γνώσεις του Έλληνα ωρολογοποιού.

Μετά το θάνατο του I. Καποδίστρια (27/9/1831), το σχέδιο για τη σύσταση της σχολής μένει μετέωρο, ωστόσο, επανέρχεται ως προσδοκία σε επιστολή που στέλνει το 1835 ο Βιάρος Καποδίστριας στον Gosse. Σε αυτή γίνεται λόγος για τον ιερομόναχο Γαλακτίωνα που βρισκόταν στη Γενεύη και την προοπτική να επιστρέφει στην πατρίδα του για να προσφέρει με τις γνώσεις του σε αυτή και εκφράζεται η πρόθεση δημιουργίας ενός ιδρύματος τεχνολογίας στο Ιόνιο, όπου ο μοναχός θα μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του.

Το 1835 ο ιερομόναχος Γαλακτίων έφυγε από τη Γενεύη. Από το 1835 έως το 1837 υπάρχουν αναφορές ότι εργάζεται στο Λονδίνο και καλύπτει με διάκριση, ως πνευματικός, τις ανάγκες της ελληνικής κοινότητας του Λονδίνου, χωρίς να έχει επισήμως διοριστεί. Μετά από ένα κενό διάστημα εννέα ετών, το όνομα του Γαλακτίωνος το εντοπίζουμε σε επιστολή που ο ίδιος από την Αθήνα απέστειλε προς το Υπουργείο περί των Εκκλησιαστικών και Εκπαιδεύσεως την 1η Δεκεμβρίου 1846.

Σε αυτή την επιστολή ο ιερομόναχος, αφού συστηνόταν παρουσιάζοντας εν συντομία τη ζωή του, ζητούσε την άδεια να επιστρέφει στη Μονή του στον Πόρο, όπου ο ίδιος ανήκε εξ απαλών ονύχων, για να λάβει μετάνοια και να προσφέρει τις υπηρεσίες του στους νεότερους μοναχούς που θα επιθυμούσαν να μάθουν την τέχνη των κρεμαστών ρολογιών. Το αίτημά του, το οποίο προωθήθηκε με την προσωπική μέριμνα του ίδιου του Υπουργού Κωνσταντίνου Κανάρη, αν και έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τον Ηγούμενο της Μονής Ζωοδόχου Πηγής – ο οποίος εξέφρασε την επιθυμία να τον αξιοποιήσει ως δάσκαλο της τέχνης του στη Μονή για να διδάξει όχι μόνο τους μοναχούς αλλά και τους συμπατριώτες του Ποριώτες – δεν υλοποιήθηκε ποτέ, αφού εν τω μεταξύ, μέσα σε διάστημα μόλις 40 ημερών μετά από τη συνταχθείσα από τον ίδιο επιστολή, ο μοναχός Γαλακτίων πεθαίνει και στη Μονή επιστρέφει πλέον για να ταφεί. Έτσι, το όνειρο δημιουργίας μιας σχολής ωρολογοποιίας που είχε συνδεθεί με την προσωπικότητα του μοναχού – ωρολογοποιού Γαλακτίωνος Γαλάτη, κατά την πρώιμη περίοδο του ελληνικού κράτους, χάνεται οριστικά μαζί του στις 10 Ιανουάριου 1847.

 

Ο μοναχός Γαλακτίων και το ταξίδι του στη Γενεύη

 

Η αρχή του μίτου που ξεδιπλώνει μέσα από τα αρχειακά έγγραφα τη ζωή του ιερομόναχου Γαλακτίωνος, βρίσκεται στο έτος 1829, έτος κατά το οποίο ο μοναχός αφήνει το μοναστήρι του για να εγκατασταθεί στην Ελβετία.

Η αλληλογραφία που σώζεται στο αρχείο της οικογένειας Gosse στην Ελβετία [3] αλλά και στο Αρχείο Καποδίστρια στην Κέρκυρα [4], μεταξύ του φιλέλληνα Louis-Andre Gosse και του Κυβερνήτη της Ελλάδος, ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας το ταξίδι του Έλληνα μοναχού από τον Πόρο στη Γενεύη και τη συστηματική φροντίδα, τόσο του Ελβετού φιλέλληνα γιατρού, όσο και του Ιωάννη Καποδίστρια για την ολοκλήρωση των σπουδών του στην τέχνη της ωρολογοποιίας. Απώτερη επιθυμία όλων ήταν μετά το πέρας των σπουδών του, να επιστρέψει ο μοναχός στην Ελλάδα για να διδάξει την τέχνη στους νεότερους.

(εικ.1) Στον εξωτερικό νότιο τοίχο του καθολικού τη Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου υπάρχει μέχρι και τις μέρες μας το ηλιακό ρολόι που κατασκεύασε ο ηγούμενος της Μονής Γαλακτίων Γαλάτης πριν το ταξίδι του στην Ελβετία, δείγμα του αυτοδίδακτου ταλέντου του.

Ο μοναχός Γαλακτίων Γαλάτης ήταν αυτοδίδακτος ωρολογοποιός και είχε ήδη δημιουργήσει στη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής Πόρου [5] ένα ηλιακό ρολόι (εικ.1), όταν τον γνώρισε ο Ελβετός γιατρός Louis – Andre Gosse ο οποίος αποφάσισε να τον βοηθήσει ώστε να σπουδάσει την τέχνη στην Ελβετία.

Ο θαυμασμός που ο Gosse ένοιωθε για τις ικανότητες αλλά και το ήθος του μοναχού Γαλακτίωνος, φανερώνεται στην επιστολή που στέλνει στον Κυβερνήτη στο Ναύπλιο από την Ύδρα στις 26 Φεβρουαρίου/10 Μαρτίου 1829 [6] όπου διαβάζουμε:

Ο φέρων την παρούσα επιστολή εκεί, είναι ο Γαλακτίων «ιερομόναχος» ηγούμενος στο Μοναστήρι του Πόρου. Πρόκειται για τον ιερέα για τον οποίο είχα την τιμή να σας μιλήσω όταν σας συνάντησα στην Αίγινα και ο οποίος διακρινόμενος για την ευφυΐα του στις μηχανικές τέχνες και ειδικά στην ωρολογοποιία, αξίζει να ενθαρρυνθεί και να αποκτήσει τα μέσα για να τελειοποιήσει το αξιοσημείωτο ταλέντο του. Ένα διάστημα στη Γενεύη θα του προσέφερε αυτό το προνόμιο και θα μπορούσε σύντομα διατηρώντας την έντιμη και ανεξάρτητη προσωπικότητά του, να προσφέρει τις γνώσεις του στους νέους Έλληνες είτε ως εκπαιδευτικός είτε ακόμη και ως υπουργός Εκκλησιαστικών και Θρησκείας. Είναι ένας άνθρωπος βαθιά σεμνός, καθόλου εκπαιδευμένος (με την κοινή έννοια) που θα μπορούσε λοιπόν έχοντας το προνόμιο της εκπαίδευσης να διατηρήσει τις σταθερές αρχές των οποίων εσείς γνωρίζετε καλύτερα να εκτιμάτε την αξία. Η γολέτα που θα φύγει από την Ύδρα για Μασσαλία θα μπορούσε αρκετά να μειώσει τα μεταφορικά έξοδα, αφού θα χρειαστεί μόνο τα χρήματα για την καραντίνα και τα έξοδα μεταφοράς του από τη Μασσαλία στη Γενεύη. H διαμονή του στη Γενεύη ίσως θα μπορούσε να περιληφθεί και επίσης θα είχα το προνόμιο να προβλέψω ότι θα μπορούσα να αξιοποιήσω άμεσα τα ταλέντα του και να πληρώσω γι’ αυτά.

Εύχομαι ότι αυτή η πρόταση προς την εξοχότητά σας προς όφελος ενός τίμιου μοναχού, λίγο τυχερού, αλλά αξιοπρεπή, θα τύχει της ευνοίας και του ενδιαφέροντός σας για τους νέους Έλληνες που οφείλουν να γίνουν πολίτες ενάρετοι και χρήσιμοι στο κράτος.

 Ο αμοιβαίος σεβασμός και η εκτίμηση που υπήρχε μεταξύ του φιλέλληνα γιατρού και του Κυβερνήτη της Ελλάδος Ι. Καποδίστρια, καθώς και οι πολλές φορές διατυπωμένη σε επιστολές σκέψη του Καποδίστρια για την αναγκαιότητα κατασκευής δημοσίων ρολογιών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος υπήρξαν οι λόγοι που το όνειρο του μοναχού έγινε πραγματικότητα.

Σε επιστολή που βρίσκεται στο Αρχείο της οικογένειας Gosse στη Γενεύη [7] παρακολουθούμε βήμα προς βήμα την προσπάθεια που έκανε ο φιλέλληνας γιατρός να βρει πλοίο με το οποίο θα μπορούσε να μεταφερθεί δωρεάν ο Γαλακτίων από την Ύδρα στη Μασσαλία. Φαίνεται σε αυτήν ότι ο Gosse ζήτησε από τον καραβοκύρη Τριέντη στην Αίγινα να προσφέρει στο μοναχό Γαλακτίωνα τη δωρεάν μεταφορά του, με ένα από τα πλοία του από τον Πόρο στη Μασσαλία. Ενώ με επισυναπτόμενα σημειώματα που έστειλε προς τον Κουντουριώτη του ζητούσε να δώσει τις επιστολές που επιθυμούσε στον ιερομόναχο Γαλακτίωνα, ο οποίος θα έφθανε πριν από αυτόν στη Γενεύη. Επίσης, ο Gosse με σημείωμά του προς τον Ιάκωβο Τομπάζη, τον ενημερώνει ότι ο ιερομόναχος Γαλακτίων θα μπορούσε να φύγει είτε με το πλοίο που είχε ναυλώσει ένας Γάλλος έμπορος, είτε με το πλοίο του Μοσκόβου που είχε φορτίο με λάδι για τη Μασσαλία και αναφέρει ότι θα ήταν ευχής έργο να του εξασφάλιζαν τα δωρεάν μεταφορικά του έξοδα.

Φεύγοντας από την Ελλάδα, ο Gosse φρόντισε με τη συγκατάθεση του Καποδίστρια να πάρει μαζί του και τον Γαλακτίωνα τον οποίο, με τη βοήθεια του διάσημου ωρολογοποιού της Γενεύης, Jean Francois Bautte [8], τοποθέτησε δίπλα σ’ ένα δάσκαλο ωρολογοποιίας Nauchelatois, για την εκμάθηση της τέχνης.

Το ιστορικό της εγκατάστασης του μοναχού στη Γενεύη και της οικονομικής του ενίσχυσης από τον Κυβερνήτη, όπως και πληροφορίες για την πρόοδό του, διαβάζουμε στην επιστολή που ο Louis Andre Gosse (εικ.2) από τη Γενεύη, στις 8 Απριλίου 1830 [9], απέστειλε στον Ιω. Καποδίστρια.

 

(εικ.2) Andre Louis Gosse (1791-1873). Ελβετός φιλέλληνας γιατρός, επίτιμος πολίτης του Πόρου, διορισμένος (15/3/1829) από τον Ιωάννη Καποδίστρια στην «επί των Ναυτικών Επιτροπή», επιφορτισμένος με τη σύσταση ναυστάθμου και τη συγκέντρωση και διανομή πολεμικού υλικού.

 

Μιλώντας τώρα σχετικά με τον γενναίο μοναχό μας τον Γαλακτίωνα, θα πληροφορήσω την εξοχότητά σας ότι κατά την άφιξή τον στην Γενεύη τον τοποθέτησα με τη βοήθεια του κυρίου Bautte δίπλα σε ένα δάσκαλο ωρολογοποιίας Nauchelatois, άνθρωπο αξίας, με την τιμή των τριακοσίων φράγκων το χρόνο, για την εκπαίδευσή του. Στην τιμή δεν περιλαμβάνεται η διατροφή του ωστόσο περιλαμβάνονται τα προϊόντα εργασίας τον, κάτι που είναι μεγάλο πλεονέκτημα. Τα χρήματα του ταξιδιού του εξαντλήθηκαν, τα 600 φράγκα που είχατε φροντίσει να έχει μαζί του δαπανήθηκαν είτε για τα έξοδα της διατροφής του, είτε για την αγορά ενδυμάτων, διαφόρων εργαλείων και βασικών υλικών και με βαθιά ευγνωμοσύνη έλαβε τη δεύτερη αποστολή του ποσού των 600ων φράγκων που μόλις του κάνατε και τα οποία θα χρησιμοποιηθούν στην πληρωμή των διδάκτρων τον και της διαμονής τον. Έχει ήδη συμπληρώσει όλα τα στάδια μέσα στον τομέα της βιομηχανίας με τον οποίο απασχολείται, έχει ήδη ολοκληρώσει δηλαδή το βασικό μηχανισμό των ρολογιών και ασχολείται με την κατασκευή του άξονα και τη διάνοιξη με τη χρήση σκληρών λίθων. Ήδη έχει τελειώσει το μηχανισμό ενός ρολογιού τον οποίο επιθυμεί να σας στείλει, ως την καλύτερη απόδειξη του ταλέντου του μετά από έξι μηνών εκμάθηση. Ο μοναχός Γαλακτίων είναι ένας πολύτιμος άνθρωπος για την Ελλάδα. Οι δάσκαλοί του έχουν τις πιο ικανοποιητικές αποδείξεις. Η συνέπειά του είναι υποδειγματική, διότι εργάζεται από το πρωί έως το βράδι, γίνεται σεβαστός δείχνοντας τον χαρακτήρα του Έλληνα μοναχού και εκτιμάται από όλους όσους τον γνωρίζουν. Η ευγνωμοσύνη τον για εσάς είναι χωρίς όρια. Ξεκινά να μιλά γαλλικά και τα καταλαβαίνει ακόμη καλύτερα ώστε να μπορεί να συνεννοείται σε αυτή την γλώσσα. Θα τον στείλουμε στον οίκο More Dapt. στο καντόνι Jura, για να σπουδάσει την κατασκευή μεγάλων ρολογιών, ακολουθώντας τις τόσο σωστές οδηγίες που μας υποδείξατε και παίρνει μαθήματα σχεδίου για να μπορέσει να αντιγράψει τις μηχανές. Σκέπτομαι πως στο ταλέντο του θα μπορούσε να βασιστεί ένα σχολείο ωρολογοποιίας στεγαζόμενο στο ορφανοτροφείο. Ωστόσο, γι’ αυτόν τον λόγο θα πρέπει να μάθει όλους τους κλάδους της ωρολογοποιίας και η μάθησή του δεν θα τελειώσει παρά σε δέκα με δώδεκα μήνες. Μια συμπληρωματική εκπαίδευση για το μέλλον θα τον ήταν απαραίτητη και γι’ αυτό χρειάστηκε να αγοράσει ένα σετ εργαλείων τα οποία θα φροντίσετε να πληρωθούν από το ποσό των 15.000 φράγκων που το κομιτάτο της Γενεύης τοποθέτησε στον λογαριασμό τον κυρίου Hentch, στη δική σας διάθεση, με σκοπό να σας διευκολύνει στις αναγκαίες επιχορηγήσεις με σκοπό τη δημόσια εκπαίδευση και διοίκηση[…].

Ο Ελβετός φιλέλληνας μεριμνώντας για τον μοναχό που έφερε μαζί του από την Ελλάδα, μεσολαβούσε στον Κυβερνήτη της Ελλάδος για να του διατεθούν τα χρήματα και ο χρόνος που χρειαζόταν ώστε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Εξάλλου, η σαφής οδηγία που είχε δοθεί από τον Ιω. Καποδίστρια[10] να εκπαιδευτεί ο μοναχός στον σχεδίασμά αλλά και την κατασκευή μεγάλων ρολογιών του επέβαλε να παραμείνει στην Ελβετία τουλάχιστον για δώδεκα μήνες. Επίσης μοιράστηκε με τον Κυβερνήτη το όνειρο να στηριχτεί πάνω στο ταλέντο και στις γνώσεις του Γαλακτίωνος κατά την επιστροφή του, ένα σχολείο ωρολογοποιίας στεγαζόμενο στο ορφανοτροφείο.

Ο Γαλακτίων μετά από μόλις έξι μήνες εκπαίδευσης είχε ήδη τελειώσει το μηχανισμό ενός ρολογιού (εικ.3), το οποίο και απέστειλε στον Κυβερνήτη με τον κομιστή της επιστολής Γερμανό φαρμακοποιό Mahn, ο οποίος επρόκειτο να κατέβει στην Ελλάδα για να ιδρύσει ένα φαρμακείο συστημένος στον Καποδίστρια από τον Gosse.

 

(εικ.3) Ανάμεσα στα προσωπικά αντικείμενα του Κυβερνήτη που σήμερα σώζονται στο Μουσείο Καποδίστρια – Κέντρο Καποδιστριακών Μελετών στην Κέρκυρα, υπάρχει και ένα ηλιακό ρολόι. Το γεγονός ότι δεν έχει καταγραφεί ανάμεσα στα αντικείμενα που ο Καποδίστριας έφερε μαζί του από το εξωτερικό στην Ελλάδα το 1828 (ΓΑΚ χειρόγρ.40) μας οδηγεί στη σκέψη ότι ίσως πρόκειται για το ρολόι που ο Γαλακτίων Γαλάτης έστειλε στον Κυβερνήτη τέλη του 1830 από την Ελβετία (ΜΚ087, Διαστ: 7,5×7,5 cm).

 

Η προσφορά του Ελβετού γιατρού που έφθασε τέλη του 1826 στην Ελλάδα ως απεσταλμένος του κομιτάτου της Γενεύης, τόσο στη διοικητική οργάνωση του ναυτικού κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, όσο και στον περιορισμό της επιδημίας της πανώλης που είχε πλήξει τον ελλαδικό χώρο τα έτη 1827-1828 [11] είχε ήδη εκτιμηθεί από τον Ιωάννη Καποδίστρια, όπως φαίνεται και από την αποχαιρετιστήρια – ευχαριστήρια επιστολή που του απέστειλε στις 23/2/1829 παραμονές της αποχώρησης του Gosse από την Ελλάδα, και η οποία δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα στις 9/3/1829.

(εικ.4) Η επιστολή πολιτογράφησης του φιλέλληνα γιατρού Andre Louis Gosse υπογεγραμμένη στις 28-6- 1828 από τους κατοίκους της κοινότητας του Πόρου και εγκεκριμένη από τον Βιάρο Καποδίστρια BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2683 fr201.

Η εκτίμηση και ο σεβασμός στο πρόσωπό του επιβεβαιώνεται επιπλέον και από το γεγονός ότι ο Gosse ήταν ο μόνος φιλέλληνας τον οποίο η κοινότητα του Πόρου πολιτογράφησε τιμητικά, δείχνοντας την ευγνωμοσύνη της για την ανιδιοτελή προσφορά του στον Αγώνα. Το δίπλωμα πολιτογράφησής του σώζεται στα γαλλικά και στα ελληνικά στο Αρχείο της Βιβλιοθήκης της Γενεύης, (εικ.4)

Οι δεσμοί του με τον Πόρο ήταν πραγματικά ειλικρινείς και όπως αναφέρει στο έργο του για τον Ελβετό φιλέλληνα ο Ιάκωβος Τομπάζης [12], το μόνο που πήρε μαζί του το 1829 φεύγοντας από την Ελλάδα, ήταν ένα μπαστούνι από αγριελιά της Αρχαίας Επιδαύρου πάνω στο οποίο είχε χαράξει από τη μια πλευρά τη φράση ΓΕΝΕΥΑΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΡΙΩΤΗΣ και από την άλλη Ο ΙΑΤΡΟΣ Λ. Α. ΓΚΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ.

Το γνήσιο φιλελληνικό του συναίσθημα και η ανθρωπιά του αναδεικνύονται και από την ευεργετική και υπεύθυνη στάση του απέναντι στον Ποριώτη μοναχό, τον οποίο με κάθε τρόπο προστατεύει και νοιάζεται, ακόμη και μετά το θάνατο του Κυβερνήτη.

Ο Καποδίστριας, μέχρι και το καλοκαίρι του 1831, φρόντισε να εξασφαλίσει στο μοναχό το χρόνο και τα χρήματα που ο Gosse με τις επιστολές του, τού ζητούσε για την εκπαίδευσή του στην Ελβετία. Από επιστολή που ο Κυβερνήτης έλαβε από τους τραπεζίτες Hentsch, με ημερομηνία 19 Ιουλίου 1831 [13], μαθαίνουμε ότι ο ίδιος φρόντισε να δοθεί στον Γαλακτίωνα το ποσό των 500 γαλλικών φράγκων από το λογαριασμό που το φιλελληνικό κομιτάτο είχε θέσει στην διάθεσή του. Επίσης, πληροφορούμαστε ότι την επιστολή αυτή θα την παρέδιδε στον Κυβερνήτη ο ίδιος ο μοναχός, γεγονός που μας οδηγεί στη σκέψη ότι πιθανώς ο Γαλακτίων επέστρεψε στην Ελλάδα για μικρό διάστημα και συνάντησε τον Κυβερνήτη το καλοκαίρι του 1831.

Δυστυχώς, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, το όνειρο του μοναχού να επιστρέφει στην Ελλάδα ολοένα και απομακρύνεται. Αναφορά στην επικείμενη επιστροφή του βρίσκουμε στην επιστολή που ο Βιάρος Καποδίστριας από την Κέρκυρα στέλνει στον Gosse στις 26 Ιουνίου 1835. [14]

Στην πολυσέλιδη επιστολή του μιλάει για την πρόσφατη συζήτηση που είχε κάνει με τον Κόμη Λούντζι [15] στην Κέρκυρα για το πώς θα μπορούσε ο Γαλακτίων να είναι ωφέλιμος στην πατρίδα του προτείνοντας να αξιοποιηθεί ως δάσκαλος της τέχνης του, σε κάποια σχολή εφαρμοσμένης τεχνολογίας στο Ιόνιο. Ωστόσο, η επιθυμία τους να επιστρέψει στην Ελλάδα δεν ικανοποιήθηκε, αφού το 1835 ο Γαλακτίων έφυγε από τη Γενεύη και εγκαταστάθηκε για δύο τουλάχιστον χρόνια στο Λονδίνο, όπου ενώ εργαζόταν, ασκούσε χωρίς να είναι διορισμένος, την πνευματική καθοδήγηση των Ελλήνων της παροικίας. [16]

Την αναφορά αυτή βρίσκουμε στο έργο του Edwin W. Fletcher, Hellenism in England, όπου φαίνεται ότι ο πρώτος πνευματικός της Ελληνικής κοινότητας, από το 1835 έως και το 1837, ήταν ο μοναχός Γαλακτίων Γαλάτης, ο οποίος αν και δεν ήταν διορισμένος, αφού δεν υπήρχε ακόμη στο Λονδίνο επίσημος τόπος λατρείας για τους ορθόδοξους Έλληνες, ωστόσο, κάλυπτε με ιδιαίτερη φροντίδα και διάκριση, τις πνευματικές ανάγκες των συμπατριωτών του. Η ευεργετική παρουσία του συνέβαλε στο να αναγεννηθεί η ελληνική κοινότητα του Λονδίνου, η οποία απέκτησε το 1838 το δικό της τόπο λατρείας.

 

Η επιστροφή στην Ελλάδα

 

Οκτώ χρόνια αργότερα, ο Γαλακτίων φθάνει στην Ελλάδα και μάλιστα στην Αθήνα, από όπου απευθύνει επιστολή στο Υπουργείο επί των Εκκλησιαστικών και της Εκπαιδεύσεως (1-12-1846)[17] με την οποία, αφού αναφέρεται εν συντομία στο βίο του, ζητά να του επιτραπεί η επιστροφή στη Μονή του για μετάνοια ώστε να προσφέρει εκεί τις υπηρεσίες του, διδάσκοντας στους νεότερους μοναχούς την τέχνη των κρεμαστών ρολογιών.

Η επιστολή της 1ης Δεκεμβρίου αποτελεί και τη σωζόμενη αυτοβιογραφία του. Σε αυτή διαβάζουμε μέσα από τον ιδιαίτερα εναργή και εκλεπτυσμένο λόγο του τα εξής:

Ο υποφαινόμενος, κατά τους νόμους της μοναστικής πολιτείας, είμαι συγκαταριθμημένος στην χορεία της αδελφότητος της κατά τον Πόρον Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής, προ χρόνων τριάκοντα πέντε. Ενδυθών εν αυτή το μοναδικό σχήμα και συγχρόνως χειροτονηθείς ιερεύς ενταύθα και κανονικός ηγούμενος χρηματίσας το 1815 και ως τοιούτος διακονίσας χρόνους σχεδόν επτά και ησύχως διαβιώσας εν αυτή μέχρι του έτους 1829: ως γνωστόν τοις πάσι και αναντίρρητον ότε ο αοίδιμος κυβερνήτης, ως έχοντα αρχάς της ωρολογικής τέχνης, με απέστειλεν εις Ελβετίαν προς τελειοποίησιν αυτής. Προ ενός ήδη έτους και επέκεινα επανελθών, διατρίβω εις την πρωτεύουσαν ταύτην, μετερχόμενος την ωρολογικήν, αλλ’ άπρεπον και εναντίον της συνειδήσεώς μου θεωρώ την ενταύθα συμπεριφορά μου, δι’ αυτόν εθεώρησα αναγκαίον την μεταβασίν εις την ειρημένη Μονήν της μετανοίας μου, όπου μετά των αδελφών μου εν Χριστώ συμβιωτεύων, διέλθω το υπόλοιπον της ζωής μου. Συμμορφώμενος με τα έθιμα της Ιεράς Μονής καθά εξ’ απαλών ονύχων αδελφός γνήσιος και συγκοινοβιώτης και προηγούμενος και προαιρούμενος εν ταυτώ να διδάξω εις τους θέλοντας εκ των νεοτέρων μοναχών την τέχνην των κρεμαστών ρολογιών, αν τούτο εγκριθή και παρά του ηγουμένου και εκ των λοιπών αδελφών, μη διακοπτομένης της μοναστηριακής λειτουργίας. Εγώ δεν διστάζω εις την αγάπην και καλήν διάθεση των συναδελφών μου μήτε αμφιβάλλω ότι και Εκκλησιαστικοί κανόνες και Βασιλικά Διατάγματα καθιστώσι νόμιμον την μεταβασίν μου εις την Ιεράν Μονήν της μετανοίας μου αλλά επικαλούμαι κατά χρέος την συγκατάθεσιν του Σ: Υπουργείου σε ότι παρά τούτου κρίνη εύλογον και υποκλίνομαι με το προσήκον Σέβας.

 

Γαλακτίων Γαλάτης

 

Από την επιστολή αυτή μάθαμε από τον ίδιο τον Γαλακτίωνα ότι ανήκε στη Μονή από το 1811, οπότε εκάρη μοναχός και παράλληλα εχρίσθη ιερέας, ενώ για 7 χρόνια, από το 1815 μέχρι και το 1822, χρημάτισε και ηγούμενός της. Το 1829 εστάλη από τον Κυβερνήτη στην Ελβετία για την τελειοποίηση της τέχνης του ως ωρολογοποιός και επέστρεψε μετά από 16 χρόνια, το 1845, στην Αθήνα, όπου για ένα έτος ζούσε ασκώντας το επάγγελμα του ωρολογοποιού. Το ταπεινό αίτημά του, να επιστρέψει στην Ιερά Μονή της μετανοίας του στην οποία ανήκε εξ’ απαλών ονύχων , πραγματικά μας συγκινεί.

Ο Γαλακτίων ήταν ένα αναγνωρίσιμο και σεβαστό πρόσωπο και όλοι όπως και ο ίδιος τόνισε στην επιστολή του, γνώριζαν την ιστορία του και τους λόγους αποστολής του στη Γενεύη από τον Ι. Καποδίστρια, γι’ αυτό και ο ίδιος ο Υπουργός Κωνσταντίνος Κανάρης σπεύδει να προωθήσει το αίτημά του στις 2/16 Δεκεμβρίου 1846 [18] μόλις μία μέρα μετά, προς τη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής του Πόρου, σημειώνοντας τη δική του ευνοϊκή ως προς το αίτημα τού μοναχού, απάντηση. Με την απαντητική επιστολή που η Μονή στέλνει προς το Υπουργείο στις 12 Ιανουαρίου 1847 [19] πληροφορούμαστε ότι ο μοναχός εκοιμήθη την ημέρα που επρόκειτο να επιστρέψει στη Μονή του, γεγονός που γέμισε με θλίψη τους αδελφούς του που τον περίμεναν.

Έτσι τελειώνει η ιστορία του ιερομόναχου Γαλακτίωνος Γαλάτη, του πρώτου Έλληνα σπουδαγμένου στην Ελβετία ωρολογοποιού και ταυτοχρόνως ενός σεβάσμιου πνευματικού οδηγού, ο οποίος ήταν γνωστός σε όλους τους φιλελληνικούς κύκλους της Γενεύης καθώς και στον παροικιακό ελληνισμό του Λονδίνου. Το όνομά του συνδέθηκε άρρηκτα με το όνειρο δημιουργίας μιας δημόσιας σχολής ωρολογοποιίας στα πρώτα χρόνια ίδρυσης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Με το θάνατο του Γαλακτίωνος έσβησαν και οι προσδοκίες για τη δημιουργία μιας Σχολής Ωρολογοποιίας στην Ελλάδα κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Θερμά ευχαριστώ τον Γραμματέα της Βιβλιοθήκης της Μονής Ι. Μελιανό ο οποίος μας έδωσε την πληροφορία ότι μοναχός με το όνομα Γαλακτίων δεν υπήρξε ποτέ κατά το παρελθόν στην Μονή Ι. Θεολόγου στην Πάτμο, στηριζόμενος στην ανέκδοτη μελέτη του διακ. Χρυσοστόμου Φλωρεντή, βιβλιοφύλακα της Μονής, με τίτλο «Κατάλογος Ηγουμένων Ι. Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου», και στο «Βραβείο» της Μονής, τον κώδικα με τα σύντομα χρονικά των θανάτων των μοναχών της Μονής (16ος-20ός αι.), το οποίο και έχει εκδοθεί από τον ίδιο στην σειρά Διπτύχων Παράφυλλα, αρ. 1, της Εταιρείας Βυζ. και Μεταβυζαντινών Μελετών, Αθήνα 1980.

[2] Σύμφωνα με όσα έγραψε ο Α. Μουστοξύδης στην Έκθεση που συνέταξε στις 18/2/1831 (Αρχείο της Ιονίου Γερουσίας αρ.584) Περί από της συστάσεως του ορφανοτροφείου της Αιγίνης φαίνεται ότι είχε προβλεφθεί η ίδρυση στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας χειροτεχνικών σχολών διδασκαλίας της βιβλιοδετικής, ξυλουργικής, τυπογραφίας αλλά και ραπτικής στις οποίες θα απασχολούνταν οι μαθητές που επιθυμούσαν να μάθουν μια τέχνη. Μάλιστα, υπήρχε η πρόνοια ώστε τα χρήματα από τα παραγόμενα προϊόντα κατά τη διάρκεια της μαθητείας τους, να αποταμιευτούν, ώστε να τους χρησιμεύσουν για μελλοντικό επαγγελματικό τους ξεκίνημα. Παπαγεωργίου, Β. 1939. Ο Καποδίστριας εις την Εκπαίδευσιν. Αθήναι: Εκδοτικός οίκος «Ερμού», 58.

[3] BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2682 f 213-4, 2686 f 217. Οι επιστολές αυτές ψηφιοποιημένες καθώς και το δικαίωμα έκδοσης τους δόθηκαν από τη Βιβλιοθήκη της Γενεύης. Προγενέστερες αναφορές στις επιστολές αυτές υπάρχουν στο έργο του Βακαλόπουλου. Α. Κ. 2008. Ευρωπαίοι παρατηρητές και τεχνοκράτες στην επαναστατημένη Ελλάδα και στο Ελλαδικό Βασίλειο (1821-1843), Θεσσαλονίκη : Αντ. Σταμούλη, 239-242.

[4] ΓΑΚ Κέρκυρας: Αρχείο Καποδίστρια, φακ. Gosse 342. Θερμά ευχαριστώ τον ιστορικό και ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Χρήστο Λούκο, ο οποίος αφού εντόπισε πρώτος τις ανέκδοτες αυτές επιστολές, είχε την καλοσύνη ευεργετικά να μου τις παραχωρήσει σε ψηφιακή μορφή, προς μελέτη.

[5] Ευχαριστώ θερμά τη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής για τη φωτογραφία του ηλιακού ρολογιού που μου έστειλε καθώς και για τις πληροφορίες για τη ζωή του μοναχού που προέρχονται από το βιβλίο της κ. Ι. Ρουμάνη Μονή Ζωοδόχου Πηγής Πόρου (1992).

[6] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φακ. 342/14, επιστ. Louis – Andre Gosse: 26 Φεβρ.ουαρίου/10 Μαρτίου 1829.

[7] BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2686 f.253.

[8] Jean Franpois Bautte (1772-1837). Υπήρξε ο πιο διάσημος ωρολογοποιός και κοσμηματοποιός της εποχής του. Γεννήθηκε στη Γενεύη το 1772 και από την ηλικία των δώδεκα ετών μπήκε στον τομέα της ωρολογοποιίας και κοσμηματοποιίας. Περνώντας από όλα τα στάδια τελειοποίησε την τέχνη του και ήδη από πολύ νωρίς το 1793 έφτιαξε το δικό του οίκο συνεργαζόμενος με το πρώην αφεντικό του, Mouligne-Bautte. Δεν άργησε να αναγνωριστεί διεθνώς για την τέχνη του, ενώ πελάτες του υπήρξαν σημαίνουσες προσωπικότητες της εποχής του. Βλ. Ζυγούρη, Ν. 2016. Τα πολύτιμα δώρα τον Ιωάννη Καποδίστρια και ο δημιουργός τους Jean Francois Bautte, Αθήνα: ΙΕΕΕ, 56-59.

[9] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φακ. 342/9.

[10] Η προνοητικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια για την κατασκευή μεγάλων δημοσίων ρολογιών στο Ναύπλιο ώστε να υπάρχει ένα κοινό σημείο μέτρησης του χρόνου, αποκαλύπτεται στην επιστολή που στέλνει στον Ανδρέα Μουστοξύδη το έτος 1828 στην οποία του ζητά να αγοράσει δύο μεγάλα ρολόγια από τη Βενετία και να έρθει σε επαφή με τον Ελβετό αρχιτέκτονα Bogutti για να επιμεληθεί την απαραίτητη ξυλοκατασκευή για τη στερέωσή τους Betan, Ε.Α. 1839. Correspondance du Comte J. Capodistrias, President de la Grece, tome deuxieme Geneve, 36-38.

[11] Gosse, A.L.1838. Relation de la peste qui a regne en Greee en 1827 et 1828, Geneve και Bouvier-Bron, M. 1973. Le sejour en Greee Louis Andre Gosse (1827-1829), Geneve, 1-5.

[12] Τομπάζης, Ιακ. 1910. Ο Φιλέλλην Ελβετός ιατρός Λουδοβίκος Γκος. Αθήνα:Τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου, 28. Στην αναφορά του αυτή ο Τομπάζης παρακινεί την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία Ελλάδος να ζητήσει από τους κληρονόμους του Γκος τη βακτηρία καθώς και τη φουστανέλα που ο Ελβετός φιλέλληνας συνήθιζε να φορά.

[13] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φ.347/2.

[14] BGE: Les papiers de la Famille Gosse, fr.2682 f.214.

[15] Πρόκειται πιθανώς για τον κόμη Ερμάννο Λούντζη (1806-1878), ο οποίος φιλοξενούμενος από τον αδελφό του για ένα διάστημα στη Γενεύη το 1833, πρέπει να γνώρισε τον Γαλακτίωνα. Ο ίδιος τον Ιούλιο του 1834, κατά το ταξίδι της οριστικής επιστροφής του από τη Βενετία στη Ζάκυνθο, πέρασε από την Κέρκυρα, συναντήθηκε με τον Βιάρο Καποδίστρια και συζήτησε μεταξύ άλλων για την τύχη του ωρολογοποιού μοναχού Γαλακτίωνα Γαλάτη. Βλ. Συνοδινός, Χ. Ζ. 2004. Αρχείο Οικογένειας Λούντζη. Αθήνα: εκδ. Περίπλους, 163.

[16] Fletcher, E. W 1915. Hellenism in England… London by the Faith press at the Faith House, 86, 110.

[17] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά, φακ. 255, έγγρ. 1ης Δεκ. 1846.

[18] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά φακ.255.

[19] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά φακ.255.

 

Νικολέττα Ζυγούρη

Ιστορικός, ΜΔΕ

Τεκμήρια Ιστορίας Μονογραφίες,  Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2017.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα: