Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η Μαμή τον χωριού θυμάται και λέει …


 

 Μαρτυρία για τον τοκετό, τη λεχώνα και το νεογέννητο, της κυρά Κατέρως (Αικατερίνης Μουτζούρη συζ. Σταύρου Νάστα) της πρακτικής μαμής του Κιβερίου Αργολίδας, που κατέγραψε το 1988 η Λιλή Καρύμπακα*, τότε που οι επιστήμονες γιατροί ήταν άγνωστοι ή που  δεν αρκούσαν για να καλύψουν τις ανάγκες όλου του πληθυσμού της Ελλάδας.

 

 – Κυρά Κατέρω, ήσουνα εδώ η Μαμή του χωριού, πώς άρχισες;

  Έτσι από γυναίκα που ήτανε ετοιμόγεννη και ο άντρας της ήτανε φτωχός.

–  Δεν χρειάζεται τόλμη;

Τόλμη και πολλή τόλμη. Γιατί έχεις όλες τις ευθύνες απάνω σου και πρέπει να σου κόβει το μυαλό τι πρέπει να κάνεις. Να ‘χεις θάρρος. Να, είχα πρωταρχίσει στη Θύμιενα. Ήρθε η θειά σου η Βάσω και μού   λέει. Εσύ παγαίνεις στις γυναίκες, έλα να την ξεγεννήσεις. Κι αυτή το βαλε στα πόδια. ‘Έτσι έμεινα μοναχιά μου. Και όπως ήτανε το νερό του παιδιού, κάνει μπράφ και μ’ έκανε μούσκεμα. Δε τήραξα να σκουπιστώ, αλλά τήραξα να μαζέψω το παιδί, να κόψω τον αφαλό. Πρώτα έφτιαχνα τον αφαλό του παιδιού και μετά άφηνα το παιδί και περιλάβαινα τη γυναίκα.

Η μαμή του χωριού, η κυρά Κατέρω (Αικατερίνη Μουτζούρη συζ. Σταύρου Νάστα).

– Τί εργαλεία είχες;

Από εργαλεία τίποτα. Να ένα ψαλίδι και μια βελόνα. Το λούρο τον τρυπάγαμε για να ψοφήσει. Έτσι το λέγαμε τότε. Να  ψοφήσει ο λούρος,  για να μην τρέχει αίμα. Ύστερα έβγαζα το ύστερο. Έσφιγγα τη γυναίκα στην κοιλιά και, πάφ , πεταγότανε το ύστερο. Το μάζευα και το άνοιγα σ’ ένα ταψί, του έρρινα νερό για να δω αν βγήκε σωστό ή μην εκόπηκε τίποτα μέσα. Λοιπόν, στην αρχή όλα δεν τά ‘ξερα, αλλά συχνοδουλεύοντας την έμαθα την τέχνη. Έπιανα το ύστερο και το ‘κλεινα όπως ήτανε το παιδί μέσα και έβλεπα ότι δεν λείπει τίποτα και ήμουνα σίγουρη για τη γυναίκα ότι δεν έχει τίποτα μέσα της.

‘Ε, μετά την έπλενα τη γυναίκα. Έβραζα νερό κι έριχνα και λίγο οινόπνευμα και μού ‘ριχνε μια γυναίκα μ’ ένα κατσαρολάκι κι εγώ με μπαμπάκι το καθάριζα από δώ κι από κει, ξέρεις εκεί στο μέρος, στον κόλπο. Και σταμάταγε η ακαθαρσία, το αίμα, και στερνά έβρεχα ένα μπαμπάκι με μαστίχα, πολύ μπαμπάκι, σχεδόν μισό πάκο και της το έβαζα από κάτω. Της έβαζα κι ένα πανί, της έσφιγγα την κοιλιά και στερνά της έβαζα την κυλόττα. Έστρωνα κάτω στο στρώμα, για να μη λερώσει, εφημερίδες ή λαδόκολλες ή νάιλον. Ότι βρισκότανε. Αλλά τα εργαλεία μου ήτανε το ψαλίδι, η βελόνα και η κλωστή από το μπαμπάκι.  Την κλωστή, ξέρεις, εκείνο που σουρώνει από πάνω. Είναι αποστειρωμένο αυτό. Κι έδενα τον αφαλό μ’ εκείνο. Τον αφαλό τον έδενα και μετά τον έκοβα και τον γύριζα έτσι και τον ξανάδενα. Του ‘βαζα λίγο ιώδιο μπροστά, στο κόψιμο. Έδενα και το κεφαλάκι του παιδιού. Το δέναμε τότε το κεφάλι, για να γίνει στρογγυλό. Μετά το φασκιώναμε. Βάζαμε πρώτα τις πάνες. Ένα πανί σταυρωτό στα χέρια και ένα τρίγωνο κάτω . Γυρίζαμε το κάτω πανί κι’ έτσι βρακώναμε το παιδί. Με το άλλο βάζαμε μέσα τα χέρια, το σφίγγαμε και μετά το τυλίγαμε με τη φασκιά. Στα πρώτα η φασκιά, η χωριάτικη που λένε, ήτανε ένα σκοινί και το διπλώνανε μ’ αυτό. Στερνά βγάλανε την πάνινη.

-Πόσα μέτρα ήτανε η φασκιά;

Η φασκιά θα ‘τανε μέτρα, πόσα να σου πω. Πήχες ξέρω. Ίσαμε τέσσερες πέντε πήχες. Το δέναμε λοιπόν όλο το παιδί και τα ποδαράκια του μέσα. Και κοιμότανε ήσυχο. Το κεφαλάκι του παιδιού να καταλάβεις το δέναμε τρεις μέρες για να γίνει στρογγυλό. Κι άμα έβλεπα καμιά φορά από το ζόρι της γυναίκας να είναι μακρουλό το κεφάλι του παιδιού, το ‘κανα έτσι,  γιατί το κεφάλι του παιδιού είναι ζυμωτό σαν ζυμάρι, δηλαδή το ‘σφιγγα λιγάκι κι’ έβρεχα ένα πανάκι με μαστίχα, για να ψηθεί το κεφάλι.

Σε λίγη ώρα ξανάλυνα το παιδί, για να δω τον αφαλό μην τυχόν δεν είναι καλά δεμένο και ματώσει. Και  το ξαναφάσκιωνα. Την τρίτη μέρα το ‘πλενα το παιδί, του ‘κανα το μπανάκι του και του φόραγα τη σκουφίτσα του και την τραχηλίτσα του. Τρεις μέρες πάενα συνέχεια κι’ έπλενα τη γυναίκα δύο φορές την ημέρα. Πρωί και βράδυ. Μετά πάλι πάενα να δω τί κάνουν. Έ, ήτανε καλά. Με καλοδεχόντουσαν σε όλα τα πράγματα. Έ, η πλερωμή μου ήτανε 100, 150 δραχμές. Έ, και δυσκολίες είχα, αλλά κακό δεν έτυχε να πάθω. Πότε ν’ ανεβαίνει το παιδί, πότε να κατεβαίνει, πότε να ‘ρχεται δίπλα. Το  δίπλα που ερχότανε το παιδί, έπιανα στο στόμα μου μαστίχα και μπούχαγα την κοιλιά της γυναίκας απόξω κι έκανε έτσι αυτό και κρύωνε και μαζευότανε, αλλά εγώ τότες έκανα τάκα-τάκα με τα χέρια μου και γύριζε και καθότανε στη θέση του.

Όχι δεν είχα πάθει κακό. Αν έγλεπα ότι ερχόταν ζόρικο τούς έλεγα να πάμε στο γιατρό. Στο ‘Αργος, πάενα στο Θοδωρόπουλο, πάενα στον Ψωμαδάκη κείνα τα χρόνια ή όποιον άλλον ήθελαν. Έβλεπες σήμερα μια γυναίκα είχε πόνους, σήμερα και δεν ήτανε για γέννα. Το ‘βλεπες το παιδί, δεν ήτανε κατεβασμένο. Έ, την άφηνα και πέρναγε μια μέρα δυό και άμα την ξαναπιάνανε οι πόνοι πήγαινα κι έλεγα τώρα είναι για γέννα. Την κοίταγα. Βάζαμε σ’ ένα ποτήρι λάδι και βούταγα το χέρι μου μέσα και το ‘βρισκα το παιδί. Κι’ έβλεπα αν είναι κεφάλι, χέρι, πόδι ή κώλος.  Άμα καλογεννιότανε το παιδί, έκλεγε αμέσως. Άμα είχε δυσκολίες, τρόμαζε να γεννηθεί. Έ, το μπουχάγαμε, το κατουκεφαλιάζαμε, το βαράγαμε και συνερχότανε.

Μια φορά έτυχε να ξεγεννήσω δίδυμα. Την πρώτη φορά που μου έτυχε παραξενεύτηκα να ‘ρχεται κι’ άλλο παιδί από κοντά. Φώναξα τον άντρα της να του το πω, και μου λέει τί μου το λες έμενα, αυτηνής πες το να κάνει κουράγιο να το γεννήσει. Και γεννηθήκανε καλά, αλλά ήτανε λίγο μικρά και τα βάλαμε στα μαλλιά. Ανοίξαμε μαλλί πρόβιο, στρώσαμε ένα πανάκι από μέσα και το βάλαμε απάνω. Διπλώσαμε με το μαλλί όλο το κορμάκι μέχρι το λαιμό. Του βάζαμε σκουφίτσα και με μπαμπάκι και το δέναμε και ήτανε φυλαγμένο, όπως στη φιάλη που το πάνε το παιδί. Δύο τρεις μέρες, έ στερνά έπαιρνε απάνω του. Έτρωγε κι’ έπαιρνε απάνω του. Δεν είχε τύχει ανέσωστο παιδί.  Είχα ξεγεννήσει παιδιά να τους λείπουν μέρες, αλλά δεν έβλεπα να τους λείπει τίποτα.

Άλλη μια φορά είχα ξεγεννήσει ανάποδα. Τα πόδια κάτω και το κεφάλι πίσω. Μόλις ήρθε το παιδί, πολέμαγα, πολέμαγα, δεν μπόραγα. Και πώς μού ‘ρθε, το ρίχνω πάνω στη γυναίκα και φαίνεται άνοιξε η μήτρα και βγήκε το παιδί. Έβαλα τα ποδαράκια του πάνω στη κοιλιά της μητέρας και έτσι ζορίστηκε το παιδί και βγήκε το κεφάλι. Είχα πάρει συγχαρητήρια από τους γιατρούς.

Στη Βελανιδιά μια γυναίκα είχε τρεις μέρες πόνους και τους έλεγα δεν είναι καιρός ακόμα, δεν είναι ώρα να γεννήσει. Τώρα ότι καταλαβαίνετε κάνετε. Να φέρουμε γιατρό. Δεν είναι καιρός, και γιατρό να φέρετε δεν κάθεται να το πιάσει. Όταν κατέβει το παιδί, θα σας πω να τον ειδοποιήσετε. Γιατί ίσαμε κει’ που ήρθε μπορεί να μην το ξεγεννήσω εγώ. Ήρθε η ώρα 12  και τότε κατέβηκε το παιδί . Τους λέω τώρα να πάτε για το γιατρό. Και μου λέει ό άντρας «τέτοια ώρα, πού να πάμε;». Δεν ξέρω, όπου θέτε πάτε. Να βγείτε στο δρόμο, να πιάσετε ένα αυτοκίνητο, να πάτε στους Μύλους, να πάρετε τηλέφωνο το γιατρό και να τον περιμένετε στους Μύλους και να ‘ρθει απάνω. Κι όπως έγινε. Ήρθε ο γιατρός και του λέω, πω-πω γιατρέ, μεγάλη αγωνία. Άκου δω να σου πω, κι’ εμείς έτσι τραβάμε. Ή που λέμε ότι είμαστε γιατροί. Αλλά πάντως και συ συγχαρητήρια. Για να κρατήσεις τρεις μέρες τη γυναίκα και να καταλάβεις ποιά ώρα θα γεννηθεί. Μόλις ήρθε ο γιατρός, το βρήκε έτοιμο. Βέβαια, πολλές φορές είχα αγωνία. Άμα όμως έβλεπα ότι το παιδί ερχότανε καλά, δε μ’ ένοιαζε, έπεφτα δίπλα στη γυναίκα και κοιμόμουνα.

Τις νύχτες ερχόντουσαν και με παίρνανε μ’ ένα φανάρι ή μ’ ένα φακό, γιατί τότε δεν είχε ηλεκτρικό και πώς να ξεγεννήσεις. Ένα βράδυ ήρθε και με πήρε ο άντρας μιας γυναίκας από κείθε πάνω από το Καλαμάκι, πάνω στα μαντριά. Κι ήρθε να με πάρει να ξεγεννήσω τη γυναίκα του. Στο δρόμο που πηγαίναμε του λέω. Τί λες, θα την προλάβουμε; Τί καταλαβαίνεις, του λέω, κόντευε το παιδί; Και μου λέει το παιδί έχει πέσει. Έχει πέσει το παιδί και τώρα με πας; Και τι θα κάνει το παιδί, θα στραγγίσει από τον αφαλό, άμα δεν του δέσεις τον αφαλό, στραγγάει. Δεν έλεγε μια γυναίκα ας το δέσουμε τούτο δώ να μη βγαίνει το αίμα πίσω. Όσο μένει το ύστερο στη γυναίκα, το αίμα στραγγίζει από το παιδί. Του λέω τράβα το μουλάρι και βάρα το. Κι εγώ πήγαινα στο μουλάρι και κείνος από πίσω και πήγα και δεν είχαν ούτε φώς τίποτα για να ιδώ. Είχανε από κείνα τους φουστανελάδες τα πετρελαιολίχναρα και σώθηκε το πετρέλαιο. Και βάνανε πουρνάρια στη φωτιά κι’ αφάνες σ’ ένα τζάκι, τίποτα ούτε τζάκι δεν είχανε, έτσι δεν έγλεπα να μαζέψω τη γυναίκα και το παιδί. Και τους λέω «αν ήξερα έτσι, δε ‘ρχόμουνα». Την  τρεμούλα που πέρασα. Λέω, να μου πάθει κάτι το παιδί, θα πούνε η Νάσταινα το ‘κανε. Μόλις λοιπόν μάζευα τη γυναίκα, τι πρώτα δεν έμπαινε κανένας μέσα εκτός από τη γυναίκα που είχα βοηθό. Μια δυο γυναίκες είχα, γιατί της βαστάγανε τα χέρια, βαστιότανε κείνη, ήθελα το ψαλίδι, ήθελα την κλωστή ν’ αφαλοκόψω το παιδί και μου τα ‘διναν εκείνες. Κι’ όταν τελειώναμε, ερχόταν ο πατέρας, του δίναμε τα συχαρίκια, ασήμωνε το παιδί, πότε ασήμωνε και τις γυναίκες, όποιος είχε ασήμωνε. Όποιος δεν είχε…

Η λεχώνα καθότανε χάμου, δεν έβγαινε έξω. Τύχαινε η λεχώνα να μη βγει έξω οχτώ μέρες. Λέγανε οι παλιοί «τη λεχώνα την είδαν τα βουνά και ραΐσανε».  Γιατί έχει τόση αγωνία περασμένη. Κατάλαβες, την είδαν τα βουνά και ραΐσανε! Μόλις θα ‘βγαινε στην πόρτα η λεχώνα, έπρεπε να κοιτάξει τη Θάλασσα. Πρώτα κι αρχή να κοιτάξει τη θάλασσα, για να της έρθει το γάλα σαν τη θάλασσα. Και δεν το χάνανε ποτές οι γυναίκες το γάλα τους. Μόλις βγαίνανε οι γυναίκες από την πόρτα, επιανόντουσαν από το σίδερο της πόρτας και λέγανε «σιδερένιο το σπίτι μου, σιδερένια κι εγώ» τρεις φορές. Και στερνά, κοιτάγανε τη θάλασσα, και  λέγανε «το γάλα μου σαν τη θάλασσα». Τα παιδιά μέχρι που πήγαιναν δύο χρονών τα θηλάζανε. Δεν τρώγανε τίποτε άλλο, μόνο γάλα. Δε βάνανε μπρίκι στη φωτιά. Έ, κάνα χαμομηλάκι. Άμα έκλεγε το παιδί, το ποτίζαμε σκατζοροχολή, τη χολή από το σκαντζόχοιρο. Μια ψιχούλα, ίσαμε το κεφαλάκι της καρφίτσας. Το λιώναμε σε λίγο γάλα από το στήθος και του το δίναμε και το ‘πινε και ηρέμιζε το παιδί και δεν έκλεγε πια. Τώρα δεν τα κάνουνε πια αυτά. Το ποτίζανε σκινόχορτο, πικρό, από τα σκίνα που γίνεται απάνω που πλέκει. Το βάζαμε και ξενέριζε και του δίναμε μια κουταλίτσα το πρωί και μια το βράδυ. Αυτό το βάσταγε να μην κλαίει. Όπως λέμε το κόβει η κοιλίτσα του. Τότες το ποτίζαμε από κείνο και κοιμότανε ήσυχο. Δεν πόναγε. Φαίνεται αυτό ήτανε ναρκωτικό, ξέρω τί ήτανε;  Έτσι το βρήκαμε, έτσι το κάναμε.

Οι γυναίκες, όταν πηγαίνανε στο χωράφι, το παιδί το παίρνανε μαζί τους. Το βάζανε στη νάκα, το κόβανε στην πλάτη, κι’ εκεί, αν τύχαινε κάνα δέντρο, έβαζε μια τριχιά και το κρέμαγε από το δέντρο. Ειδεμή, χάμω. Και στερνά, κει που καθότανε να ξαποστάσει, θήλαζε και το παιδί… Κουρασμένο γάλα, ξέρω ‘γώ.  Μια φορά ήτανε πιο ζωηρά τα παιδιά τότες και πιο γερά από τώρα. Ας τρέχανε και στα χωράφια.

Αν δεν σαράνταγε η γυναίκα, δεν πάενε στα χωράφια. ‘Έπρεπε να σαραντίσει, να τη διαβάσει ο παπάς. Ούτε σε ξένο σπίτι πάταγε. Να πάει στη γειτόνισσα ,όχι. Δεν έχεις ακούσει που λένε καμιά φορά, τι,είσαι ασαράντηyη και δεν έρχεσαι μέσα; ‘Όταν σαράνταγε,  πάενε στον παπά με το παιδί κι’ αφού έπαιρνε την ευχή, πάενε όπου ήθελε.

– Έχω ακούσει ότι πολλές γυναίκες έχουν γεννήσει στα χωράφια μόνες τους.

 Ναι, έτσι είναι. Έτυχε μια που πάενε στα Βέρβενα περπατώντας και την έπιασαν οι πόνοι κι’ έκατσε χάμω και το ‘κανε. Το μάζεψε μια γριά και το ‘δεσε με μια κλωστή, τότε σούρνανε και σουγιάδες απάνω τους, σούρνανε και κλωστές και βελόνες, είχανε απ’ όλα οι γριές. Το αφαλοκόψανε, το τυλίξανε με τη φουστάνα της, τη βάλανε πάνω στο μουλάρι και την πήγανε στο σπίτι. Κι’ άλλη μια πήγε στο μύλο ν’ αλέσει και γέννησε. Την έπιασε ο μυλωνάς και τη μάζεψε και την έβαλε καβάλα κι’ έφυγε να πάει στο χωριό της και το παιδί το ‘χε διπλωμένο στην ποδιά της. Καβάλα στο μουλάρι και το παιδί διπλωμένο. Πού τώρα τέτοιες γυναίκες. Θυμάμαι τότες που λέγανε γέννησε η Μούντραινα και πάει το παιδί στην ποδιά. Πάντως παιδευόντουσαν οι γυναίκες τότε. Τώρα δεν αντέχουνε. Ελέπτυναν. Τους έλεγα, όταν έρχεται ο πόνος, να κάνουν αυτή την αναπνοή, να βγαίνει ο πόνος απάνω και το παιδί να κατεβαίνει κάτου. Αυτό μου το ‘χε πει γιατρός, όχι ότι το ‘ξερα. Γιατί πολλοί γιατροί με είχανε ορμηνέψει. Τώρα δεν έχουνε αντοχή. Εδώ πάει η φωνή σύννεφο. Και τότες φωνάζανε, αλλά εγώ τους έβαζα φωνή κι ακούγανε. Γιατί η φωνή δεν είναι να βοηθήσει, είναι να σφιχτείς να κατέβει το παιδί. Τότες ήμουν και πιο νέα, πιο θαρραλέα…

– Τώρα άμα σου τύχει καμιά γέννα θα πάς;

Να, πέρσι δεν ξεγέννησα του Νίκου τη γυναίκα;

– Πόσο χρονών είσαι;

Εγώ είμαι 78. Δεν πρόλαβε να πάει στο γιατρό, κοιμόμουν και με φωνάξανε. «Θειά Κατέρω, θεια Κατέρω, έλα, γιατί το παιδί πέφτει και δεν ξέρουμε καμιά». Και πουλάλα εγώ και φούσκωσα. «Άντε θεια, γρήγορα». «Έ ,μπορώ να ‘ρθω και πιο γρήγορα;»  Επήγα εκεί και δεν πρόλαβα ούτε τα χέρια μου να περάσω με οινόπνευμα. Αμέσως εβούτηξα το παιδί, κοριτσάκι ήτανε, το ‘πιασα, το ξεγέννησα, έφτιαξα και τη γυναίκα και λέω στον άντρα της να πας να φέρεις τη  μαμή, ξέρεις αύτη  ήτανε σπουδαγμένη, εγώ δεν ξέρω ελέπτυνε η  πλάση. Και  ήρθε η  μαμή και μου  έδωσε συγχαρητήρια για το ωραίο φτιάξιμο που έκανα στη λεχώνα.

Και τώρα να μου τύχει κάτι, θα το πιάσω, αλλά δεν έχω από κείνες τις γυναίκες, που είχανε υπομονή.  Δεν μπορώ, δεν είναι και αντοχής. Δεν βοηθάνε. Τώρα τηράνε να τους το βγάνει ο γιατρός. Όλο πονάω… Έ, θα πονέσεις, για να βγάλεις το παιδί. Τανήσου, να το βγάλεις.

– Έτυχε να ξεγεννήσεις καμιά γυναίκα πάνω σε τρίποδο, στο σκαμνί που λένε;

Όχι. Η μαμή που με ξεγέννησε, με ξεγέννησε στο σκαμνί. Αυτό ήτανε ένα τρίγωνο ξύλινο και τα ντύνανε με πανιά και καθότανε απάνου η γυναίκα, ούτε σκεπαζότανε. Η μαμή δεν έβλεπε τίποτα. Έβαζε τα χέρια της από κάτω κι έπιανε το παιδί. Εγένναγαν πιο ελαφρά έτσι από τα ίσια που πέφτουνε. Ήτανε πιο καλά, καθότανε και το βάρος πήγαινε κάτω. Ενώ, άμα κάθεσαι στα ίσια, το παιδί είναι απλωμένο. Όμως στο σκαμνό που καθόσουνα έσπρωχνες κάτω εσύ, έσπρωχνε και το παιδί και έβγαινε. ‘Έβγαινε πιο καλά. Στερνά το καταργήσανε τα σκαμνί και γένναγαν στα ίσια τους οι γυναίκες. Πριν ν’ αρχίσει η γέννα, σου φέρνανε ένα πιάτο λάδι και μόλις βούταγε η μαμή τα χέρια της έλεγε. «Όπως γλιστράει  το λάδι, να γλιστράει και το παιδί της γυναίκας» εκεί στο μέρος στη γέννα και μετά συνέχιζε. Κι’ όταν κόντευε να γεννηθεί το παιδί, πάλι της έβαζε λάδι.  Κι’ ερχότανε το παιδί, φράπ, κι’ έπεφτε αμέσως.

– Γιατί τα κορίτσια δεν τα θέλανε τότε;

Δεν τα θέλανε, γιατί θέλανε προίκες. Φτιάνανε προικιά. Βελέντζες, σαϊσματα, κουβέρτες,  κιλίμια, αλατζάδες, τέτοιες προίκες. Πάντως το κορίτσι είναι βαρύσκιωτο. Δεν το θέλουνε δηλαδή.  Όχι και τότες, και τώρα δε το θέλουνε. Αλλά δεν το νομίζω, γιατί το ξεχωρίζουνε, αφού παιδί είναι και το κορίτσι, όπως είναι το αγόρι, είναι και το κορίτσι. Γεννήθηκε αγόρι, ο βασιλιάς γεννήθηκε. Χορεύανε, ρίχνανε και τα τουφέκια. Ενώ, άμα γεννιότανε κορίτσι, δε μίλαγε κανένας μπίτι. Μια φορά ο άντρας μιανής, όταν άκουσε ότι ήτανε κορίτσι, σηκώθηκε κι έφυγε. Του φώναζα εγώ να ‘ρθει πίσω, γιατί  δεν είχα και  πολλές γυναίκες να με βοηθήσουν, μια γυναίκα είχα μόνο. Του λέω «η γυναίκα άμα μείνει έγκυος ή κορίτσι θα κάνει ή αγόρι. Αφού έτυχε ο Θεός να το κάνει κορίτσι…» και μου λέει «έπρεπε να ‘ναι κείνος Στυλιανός και εγώ Θεός». Έ, άκουγες και κουταμάρες.

– Τί γιατροσόφια κάνατε στα παιδιά;

Εμείς δεν ηξέραμε το γιατρό. Εγώ τα παιδιά μου μεγαλώσανε, στο γιατρό δεν τα πήγα. Τους έκανα κείνο, τα άλλο, το ‘τριβα με ξυγκάκι. Το ‘τριβα στο λαιμούλι τους, γιατί κάνανε και τότες στο λαιμό τους αμυγδαλές που λέμε τώρα. Και μόλις το ‘τριβα με κείνο, το έδενα μ’ ένα πανάκι και το πρωί δεν είχε τίποτα. Ενώ τώρα δεν τα κάνουνε. Τώρα όλο με τα φάρμακα. Τότες τα χαρακώναμε στην πλατούλα για το αίμα. Έπρεπε να του πάρεις αίμα από δώ κι από κει και ησύχαζε το παιδί. Τρεις χαρακιές από τη μια, τρεις από την άλλη και μετά του βάναμε λίγο λαδάκι απάνω, βάναμε ένα πανάκι καθαρό και μετά το δέναμε. Κάθε οκτώ μέρες τα χαρακώναμε όσο ήτανε μικρά. Αλλά τότες που έγινε ενός χρονού κι’ απάνω, στους δύο μήνες, στους τρεις και τ’ αερώναμε. Και του Αγίου Κωνσταντίνου ήτανε καλή λέει μέρα για του Σταυρού. Δύο χαραξίτσες όλα τα παιδιά μέχρι δέκα χρονών και δώδεκα. Παλιότερα τα χαρακώνανε στις γάμπες. Εμένα μ’ έχουνε χαρακώσει στις γάμπες. Χαρακώνανε το κορμάκι του, τις γάμπες και πίσω δω στα κωλομάγουλα.

Το κεφαλάκι του το μπουχάγαμε με μαστίχα και μετά του ρίχναμε κι αλάτι ψιλό και το δέναμε, για να ψηθεί… Τον αφαλό τον προστατεύαμε για πολύ καιρό. Μερικά δεν πρόφταιναν να σαραντίσουν κι έκλεινε το αφαλό. Μερικά τον είχανε ενός χρόνου κι’ ακόμα. Τους βάζαμε και ένα φυλαχτό. Κάναμε ένα χαϊμαλάκι.  Βάζανε  ένα σπυράκι λιβάνι, λιγάκι σκόρδο, λιγάκι κάρβουνο από τη φωτιά και σταυρολούλουδα από τον επιτάφιο, τα ράβανε και το βάζανε στο παιδί. Τους  βάζανε κι’ ένα σταυρό, λιόκρινο τον λέγανε το σταυρό, σαν ξύλο ήτανε, το πουλάγανε. Μ’ αυτό το σταυρό τήραγαν και το μάτι. Τον βάζαμε μέσα στο νερό και άμα είχε μάτι, πέταγε φουσκάλες απάνω ο σταυρός. Κι’ άμα είχε μάτι, το σταυρώναμε με κείνο το σταυρό και λέγαμε «Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά». Του βάζαμε ακόμη μια γουρουνίτσα, ένα κοχύλι της Θάλασσας μαζί με μια χάντρα μπλε, θαλασσιά, το κρεμάγαμε μ’ ένα σκοινί στο λαιμό του παιδιού για το μάτι, γιατί αυτή η γουρουνίτσα έχει μπροστά ένα μαύρο μάτι τόσο δα, τρομάζεις να το βρεις, κι’ αυτό δεν το βρίσκεις εύκολα. Τώρα δεν τα παραδέχονται αυτά. Τώρα ούτε πικρά τα ποτίζουνε ούτε τίποτα. Με το τίποτε, στο γιατρό.

Όσο για το νονό, αυτός ερχότανε μετά από δεκαπέντε μέρες, γιατί έπρεπε να το ασημώσει.  Λεφτά, γλυκά, καμιά μπουκάλα κρασί ήτανε τα κεράσματα του παιδιού. Στα βαφτίσια πάενα κι εγώ και βοηθούσα. Τότε δεν είχανε μπομπονιέρες. Είχανε γλυκό στο σπίτι.  Όσοι ήτανε στην εκκλησία, περνάγανε από το σπίτι και παίρνανε ένα γλυκό. Κυδώνι ή ότι άλλο. Ο νονός μες στην εκκλησία έδινε σε όλους λεφτά. Έδινε στη μαμή, στη νεωκόρα, στον παππά, στον ψάλτη και άφηνε και στην εκκλησία. Στους  υπόλοιπους είχε κάνει λεφτά λιανά, γαζέτες που τα λέμε, και τα ‘παιρνε στη χούφτα του, τα πέταγε κι’ όποιος προλάβαινε έπαιρνε. Δεκάρες τότε, τι να πετάξει. Ελέγανε τώρα θα πετάξει ο νουνός, τώρα θα πετάξει λεφτά. Μαρτυρικά δεν είχαμε. Μαρτυρικά λέγαμε τώρα θα μαρτυρήσω το όνομα και, για να μην το μαρτυρήσεις, δίνανε ένα δίφραγκο, φράγκο, για να μη μαρτυρήσει.  Τα φλουράκια, όχι δεν τα ξέραμε. Ο νουνός που το βάφτισε έπρεπε να στεφανώσει κιόλα.  Στα βαφτίσια έπαιρνες ένα λαδόπανο, μια σκουφίτσα και το πουκαμισάκι του παιδιού, τίποτε άλλο.  Μετά, άμα πέρναγε ένας μήνας, ο νουνός έπαιρνε ένα κουστουμάκι. Τα πρώτα τα λέγαμε λαδικά. Και του Χριστού ή του Αγιο- Βασιλειού του πήγαινε το κουστούμι το καλό και τη λαμπάδα του, αν ήτανε Πάσχα.  Λέγανε θα ‘ρθει ο νονός να φέρει τα βαφτιστικά. Τα λέγανε Φωτήκια.  Τα δεύτερα τα λέγανε λαδίκια.  Αυτές ήταν οι δουλειές μας.  Άλλα εθίματα τότες. Έχω πεντακόσια παιδιά πιασμένα μέχρι που τα μέτραγα. Τι να πρωτοθυμηθώ…

– Κυρά Κατέρω, θυμάσαι κανένα γεγονός που να σε στενοχώρησε ιδιαίτερα;

Θυμάμαι μια γυναίκα που είχε δύσκολη γέννα, γιατί το παιδί φαινότανε μεγάλο και τους είπα να την πάνε στο γιατρό. Αφού την πήγανε, ο γιατρός τους είπε να της κάνουνε καισαρική, για να το πάρουνε το παιδί, και οι δικοί της δε θέλανε. Γιατί τότε το θεωρούσανε κακό. «Γιατί, δεν είναι άξια να το γεννήσει;  Όχι καισαρική». Την άφησαν τη γυναίκα και το παιδί έβγαλε πρώτα το χεράκι του. Τίποτα άλλο. Το βγάλανε ένα – ένα κομματάκι. Παραλίγο να πάθει και η γυναίκα. Άλλη μία πάλι, που τα γένναγε πεθαμένα; Τρία παιδιά είχε γεννήσει, όλα την ίδια τύχη είχανε. Πολύ με στενοχώρησε αυτή η γυναίκα, γιατί τους έλεγα να την πάνε στην Αθήνα στο γιατρό.  Αλλά οι δικοί της τίποτα. Ήτανε ντροπή να μην μπορεί να γεννήσει ένα σωστό παιδί.

Και η Κυρα – Κατέρω η Νάσταινα, η μαμή του χωριού, που είχε ξεγεννήσει πάνω από πεντακόσια παιδιά, άρχισε να μουρμουρίζει ένα νανούρισμα:

«Νάνι – νάνι να μου κάνει

κι όπου το πονεί να γιάνει….

Νάνι – νάνι το μωρό

κι εγώ θα κάνω ότι μπορώ…»

 

Όπως μου τα εξιστόρησε η Κυρά Κατέρω η Νάσταινα, η μαμή.

Κυβέρι, Σεπτέμβρης 1988

Λιλή Καρύμπακα

* Η Λιλή Καρύμπακα γεννήθηκε στην Πάτρα, είναι πτυχιούχος της σχολής ξεναγών, εργάστηκε στο δημόσιο και έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές. Είναι αδελφή της Γλύπτριας και Ζωγράφου Αργυρώς Καρύμπακα, και κόρη της οικογένειας του Ανδρέα Καρύμπακα από την Κυνουρία και της Χρυσούλας Καρκαλάτου από το Κιβέρι. Οργάνωσε στο Κιβέρι το 1990 σε συνεργασία με το Χορευτικό Όμιλο Κιβερίου μια εξαιρετική έκθεση με τίτλο «Αναμνηστικά», στην οποία παρουσίασαν παλιές φωτογραφίες, διάφορα έγγραφα και παλιά αντικείμενα, που τους παραχώρησαν οι κάτοικοι του χωριού. Ακολούθησε το 2001 η «Γιορτή του Μάη» με οργάνωση έκθεσης με γλάστρες ανθισμένες, στεφάνια, ανθοδέσμες και παιδικά σχέδια των μαθητών του δημοτικού σχολείου Κιβερίου. Οργάνωσε επίσης σε συνεργασία με τη γνωστή στην Αργολίδα δημοσιογράφο και συγγραφέα Μιμή Φυρογένη παράσταση παιδικού θεάτρου για τα παιδιά του σχολείου, η οποία παίχτηκε στο χωριό και παρουσιάστηκε στο 1ο φεστιβάλ παιδικού θεάτρου Άργους.

 

Η αστικοποίηση του Άργους. Στοιχεία για μια συστηματική ανάλυση του φαινομένου – ©  Γεώργιος Η. Κόνδης, Αργειακή Γη, τ.1, Άργος,  Δεκέμβριος 2003.


 

Το φαινόμενο της αστικοποίησης είναι τόσο σύνθετο όσο και οι μεταβολές τις οποίες υφίσταται το κοινωνικό σώμα. Όσο περισσότερο έντονες είναι σε αριθμό, σε ρυθμό και σε συχνότητα, τόσο πιο σύνθετη μορφή έχουν. Το φαινόμενο δεν είναι επίσης απλό, διότι καθορίζει και καθορίζεται από οικονομικά συμφέροντα, κοινωνικές διαστρωματώσεις, τυχαία γεγονότα και ιστορικές συγκυρίες. Οι τελευταίες καθορίζουν με τη σειρά τους τη μορφή της αστικοποίησης και της πολεοδομικής συγκρότησης και ανάπτυξης.

Το Σωματείο των σαρωθροποιών σε προπολεμική φωτογραφία κατά τον εορτασμό της εικόνας του Χριστού (26 Δεκεμβρίου) στην Παναγία Κατακεκρυμμένη, Άργος.

Υπάρχουν, για παράδειγμα, διαφοροποιήσεις ως προς την ανάπτυξη των αρχαιοελληνικών πόλεων σε σχέση με τις αντίστοιχες βυζαντινές ή εκείνες της τουρκοκρατίας, και ακόμη μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις σε σχέση με την αστική ανάπτυξη του 19ου αιώνα. Παρ’ ότι, όπως θα εξηγήσουμε και στη συνέχεια, δεν υπάρχουν ασυνέχειες ή διαζεύξεις στο φαινόμενο της αστικοποίησης προκειμένου για τον ίδιο ιστορικό χώρο, οι διαφοροποιήσεις στις οποίες αναφέρομαι αντικατοπτρίζουν το επίπεδο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.

Η διαφοροποίηση μεταξύ των μορφών αστικοποίησης δεν είναι τόσο ποσοτική όσο ποιοτική. Για το λόγο αυτό το φαινόμενο της αστικοποίησης δεν ταυτίζεται απόλυτα με εκείνο της δημιουργίας των πόλεων. Η διάκριση έγκειται στο ότι η αστικοποίηση «είναι ένα πλέγμα οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών αντιλήψεων που η δομημένη μορφή έχει προσπαθήσει να αντιπροσωπεύσει και να εκφράσει. Για τον ίδιο λόγο το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως θεωρούσαν οι κοινωνικοί αναλυτές πριν μερικές δεκαετίες. Αντίθετα, προηγείται της γένεσης του καπιταλισμού, διότι απορρέει από την κοινωνική κατανομή της εργασίας μέσα στην κοινωνία και όχι μέσα στη μονάδα παραγωγής…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η αστικοποίηση του Άργους. Στοιχεία για μια συστηματική ανάλυση του φαινομένου

Παράρτημα

Περίγραμμα οργάνωσης του δημοσίου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας – © Γεώργιος Η. Κόνδης, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», τόμος ΙΙΙ, Άργος, 2003.


 

Η κοινωνική και οικονομική συγκρότηση ενός χώρου στην ευρύτερή του έννοια (γεωγραφική, χωροταξική, κτλ), είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις συνθήκες και τις ιστορικές συγκυρίες οι οποίες επικρατούν και τον επηρεάζουν. Από την πλούσια βιβλιογραφία που υπάρχει, γίνεται σαφές ότι κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, εντελώς διαφορετικά αναπτύχθηκαν οι ορεινές κοινότητες από τις πεδινές, οι νησιωτικές από τις ηπειρωτικές, οι παράκτιες από εκείνες της ενδοχώρας. Διαφορετικά επίσης αναπτύχθηκαν οι κοινότητες, οι άμεσα υποκείμενες στο δοσιματικό-φορολογικό σύστημα του οθωμανικού κράτους, από εκείνες που αποτελούσαν αντικείμενο συγκεκριμένων προνομιακών διαχειρίσεων (π.χ. βακούφια).

Οι μαχαλάδες του οθωμανικού Άργους, κατά το Ζεγκίνη. Χαρακτηριστικοί οι διασταυρούμενοι οδικοί άξονες. Σημειώνονται με κόκκινο τα δύο κεντρικά τζαμιά του, τα οποία διακρίνονται εμβληματικά και στην γκραβούρα του Coronelli, στην οποία αποτυπώνονται και μικρότερα οξυκόρυφα κτίρια, πιθανότατα μικρότεροι ιεροί χώροι.

Η περίπτωση που εξετάζουμε σήμερα παρουσιάζει όλα τα στοιχεία της γενικότερης ιδιομορφίας της Πελοποννήσου. Το γεγονός δηλαδή, ότι για τρεις δεκαετίες (1685-1715) είχε καταληφθεί από τους Βενετούς, για να ανακαταληφθεί από τους Τούρκους την περίοδο 1715-1821. Θα πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι η έλλειψη πληροφοριών για την καθημερινή ζωή και τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές δραστηριότητες στο Άργος της Τουρκοκρατίας, αναγκάζουν τον ερευνητή να εντάξει τις παρατηρήσεις και τις ειδικές αναφορές, στο γενικότερο πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας των δημόσιων χώρων των ελληνικών κοινοτήτων της Τουρκοκρατίας.

Έτσι λοιπόν, ένα πλήθος χαρακτηριστικών στοιχείων καθόρισαν την οργάνωση, τη λειτουργία και τους τύπους ανάπτυξης των κοινοτήτων αυτών. Από τα στοιχεία αυτά το κυριότερο είναι, ασφαλώς, η προνομία της αυτοδιοικήσεως η οποία αποτέλεσε και το καθοριστικό γνώρισμα του δημοσίου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Περίγραμμα οργάνωσης του δημοσίου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας

Ρόμβη (Νησίδα, Τολό Αργολίδας)


 

Η Ρόμβη είναι το μεγαλύτερο από τα τρία νησιά με έκταση περίπου 1,6 τετραγωνικά χλμ. που βρίσκεται απέναντι από το Τολό και είναι προσβάσιμο μόνο με σκάφος (οι επισκέπτες και οι κάτοικοι μπορούν να πάνε και κολυμπώντας ή με θαλάσσια ποδήλατα). Η μπούκα του λιμανιού ανάμεσα στη στεριά και τη Ρόµβη μοιάζει με στενό πέρασμα σε πειρατικό μυθιστόρημα. Κοιτώντας το χάρτη καταλαβαίνεις πως η Ρόµβη αποτελούσε κάποτε προέκταση της στεριάς, αλλά κάποιο γεωλογικό φαινόμενο την θέλησε νησίδα.

Η  Ρόμβη έχει ένα πανέμορφο πευκοδάσος, που αδειάζει άφθονο σµαραγδί χρώμα στον καθρέφτη της θάλασσας και αποτελεί καταφύγιο άγριων πουλιών, ενώ η φυσική βλάστηση του νησιού είναι αξιοπρόσεκτη, αφού  στη Ρόμβη βρίσκει κανείς βότανα όπως ρίγανη, θυμάρι, μελισσόχορτο κ.α. Στο πίσω μέρος του νησιού, όπου υπάρχει και μια όμορφη παραλία, υπάρχει εκτεταμένο δάσος με αγριελιές (περιοχή Καρυώτη). Σ’ αυτό το νησί χρωστάει το Τολό όλη σχεδόν τη γραφικότητα και τη ζεστασιά του κλειστού όρμου, όπου λιάζονται ξένοιαστα από ανέμους πολύχρωμα μικρά πλεούμενα.

 

Ρόμβη, Φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

 

Η Ρόµβη είναι  κηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος από το 1962 [1]. Παλιά ήταν το καρνάγιο για τους ψαράδες, ενώ υπάρχουν κατεστραμμένα τείχη και χαλάσματα από παλιές κατοικίες και εμφανή λείψανα ενετικών οχυρώσεων και λείψανα κλασσικών και παλαιοχριστιανικών χρόνων σε όλο το εύρος του νησιού, που εντοπίστηκαν ύστερα από επιφανειακές έρευνες αρχαιολόγων [2]. Στη Ρόμβη, όπως και στο Δασκαλειό, βρέθηκαν βυζαντινά μολυβδόβουλα (5 στη Ρόμβη και 4 στο Δασκαλειό) που χρονολογούνται από τον 6ο ως τον 8ο μ.Χ αιώνα και ανήκαν σε κατόχους εκκλησιαστικών αξιωμάτων, σε αξιωματούχους της επαρχιακής διοίκησης και τιτλούχους της βυζαντινής αυλής. Πρόκειται για πολύ σημαντικά ευρήματα, γιατί τα ίχνη οχυρώσεων και οικημάτων και η εύρεση νομισματικών θησαυρών και μολυβδόβουλων του 6ου-8ου αιώνα μ.Χ. αποδεικνύουν ότι τα νησιά του Τολού και της ευρύτερης περιοχής, όπου υπήρξαν αντίστοιχα ευρήματα, αποτέλεσαν καταφύγιο και τόπο κατοικίας των ντόπιων πληθυσμών από τις επιδρομές αρχικά των Βησιγότθων και στη συνέχεια Σλάβων, Αβαροσλάβων και Αράβων μεταξύ του τέλους του 4ου και του 2ου μισού του 7ου αι μ.Χ.

 

Ρόμβη, Φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

 

Στο μεσαιωνικό κείμενο «Χρονικό της Μονεμβασίας», που βρέθηκε στη μονή Ιβήρων, αναφέρεται πως μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Σλάβους οι κάτοικοι του Άργους μαζί με τον επίσκοπο Άργους, για να γλιτώσουν από τη σλαβική επιδρομή του 587- 88, κατέφυγαν στο κοντινό νησί Ορόβη [3]. Στη συνέχεια το νησί παραμένει μια ισχυρή θέση της Αργολίδας με διοικητική και εκκλησιαστική σημασία.

Κατά το β’ μισό του 7ου, όταν τα νησιά ερημώνουν εξαιτίας των θαλάσσιων επιδρομών των Αράβων, η Ρόμβη χάρις στην ισχυρή φυσική και τεχνητή οχύρωσή της άργησε να εγκαταλειφθεί. Κατά τον 8ο και 9ο αιώνα στα νησιά του Αργολικού έχουν απομείνει λιγοστές εξαθλιωμένες οικογένειες βοσκών και ψαράδων, για να παρατηρηθεί κατά τον 11ο και12ο αιώνα εντυπωσιακή ανάκαμψη πληθυσμού, που όμως ανακόπηκε εξαιτίας της πειρατείας.

Για την ετυμολογία του ονόματος Ρόµβη υπάρχουν διάφορες απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη το όνομα Ρόμβη είναι σλαβικής προέλευσης από τη λέξη Οροβάς, που σήμαινε νησί.  Άλλοι υποστηρίζουν ότι το όνομα Ρόμβη έχει ετυμολογική συγγένεια με την αρχαία ελληνική λέξη όροβος, ορόβιον, που είναι το όνομα του φυτού ορόβι ή ρόβι ή ροβίτσα, οι σπόροι του οποίου χρησιμοποιούνται ως τροφή βοδιών και προβάτων (σήμερα το φυτό λέγεται Βίκος) [4].  Κατά καιρούς το νησί έδωσε το όνομά του στην ευρύτερη περιοχή αφού οι Ενετοί γεωγράφοι, όταν τον Ιούλιο του 1686 ο στόλος των Ενετών με αρχηγό το Φραντσέσκο Μοροζίνι κατέπλευσε στην περιοχή, έδωσαν στον όρμο του Τολού την ονομασία porto di Rogdi, δηλαδή έναν παρεφθαρμένο τύπο της Ορόβης (λιμάνι της Ορόβης – Ρόβης – Ρόμβης). Ένα άλλο όνομα του νησιού είναι «νησί της Αφροδίτης», ενώ ο Πουκεβίλ σημειώνει ότι η είσοδός του Τολού προφυλάσσεται από ένα νησάκι, το λεγόμενο Μακρονήσι,  όπου βρίσκει κανείς γλυκό νερό [5].

 

Στο χάρτη βλέπουμε τις νησίδες του Τολού, Ρόμβη, Δασκαλειό και Κορωνήσι.

 

Μετά το 1830 και την έλευση των Κρητών αποίκων στην περιοχή τα νησιά ήταν πλέον ακατοίκητα με αραιή θαμνώδη βλάστηση και σποραδικά χαρουπιές. Οι κάτοικοι καλλιεργούσαν τμήματα της Ρόμβης, αλλά κυρίως τη χρησιμοποιούσαν ως χώρο εκτροφής κατσικιών. Κάποιες κατσίκες χωρίς ιδιοκτήτες να τις μαζέψουν, είχαν περιέλθει σε άγρια κατάσταση και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 με επιμέλεια της αγροφυλακής το νησί απαλλάσσεται από τις κατσίκες.

Το 1972 έγινε η πρώτη δενδροφύτευση από την  αγροφυλακή στην μπροστινή πλευρά του νησιού προς το Τολό. Οι δενδροφυτεύσεις συνεχίστηκαν από τα παιδιά του δημοτικού σχολείου Τολού και τον πολιτιστικό σύλλογο Τολού, αλλά τη δεκαετία του 1990 διακόπηκαν λόγω της εμφάνισης κουνελιών που κάποιοι έριξαν ως θηράματα στο νησί. Τα κουνέλια κατέστρεψαν 600 περίπου δέντρα και σώθηκαν μόνο όσα είχαν περιφραχτεί με επίπονη προσπάθεια λόγω του δύσβατου της περιοχής από τον  πολιτιστικό σύλλογο, που έκανε πολλές προσπάθειας για να απαλλαγεί το νησί από τα κουνέλια. Τελικά μια ίωση πιθανώς τα αφάνισε και έτσι το 2009 ξεκίνησαν και πάλι δενδροφυτεύσεις και εντατικός καθαρισμός του νησιού με μέριμνα και έξοδα του πολιτιστικού συλλόγου. Το δάσος είναι «τεχνητό» και αποτελεί πολύχρονη και επίπονη προσπάθεια δενδροφύτευσης των κατοίκων του νησιού µε πρωταγωνιστή τον Πολιτιστικό Σύλλογο δημιουργήθηκε χάρη στον ακάματο μόχθο και ζήλο των ανθρώπων που ασχολήθηκαν με αυτό, παρά τις τρομερά δύσκολες συνθήκες μεταφοράς και φύτευσης. Πλέον παρατηρείται και αυτόματη αναδάσωση με σπόρους, κάτι που αποδεικνύει ότι το δάσος έχει βρει πια τους φυσικούς ρυθμούς του. H δασική υπηρεσία έχει χαρακτηρίσει το νησί αναδασωτέα περιοχή και μόνιμο καταφύγιο θηραμάτων (κυρίως της ορεινής πέρδικας)

 

Υποσημειώσεις


[1] Υ.Α 15904/24/11/62

[2] Ο Aργολικός κόλπος, http://www.argolisculture.gr

[3] Μηναίος Ηλίας, «Από την Επισκοπή Ασίνης στην Επισκοπή Ορόβης», Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII(2009), σελ. 215.

[4] Μηναίος Ηλίας, ο.π., σελ.216.

[5] «Το λιμάνι του πορτ Τουλόν εμφανίζει βάθος δώδεκα ως δεκαπέντε οργιών σ’ όλα σχεδόν τα σημεία του, ενώ η είσοδός του προφυλάσσεται από ένα νησάκι, το λεγόμενο Μακρονήσι,  όπου βρίσκει κανείς γλυκό νερό. ..». [Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα, Πελοπόννησος, εκδ. Αφοι Τολίδη, Αθήνα, 1997, σελ. 69].

 

Αλέξης Τότσικας

Ασίνη – Μινώα – Τολό

Από την αρχαία Ασίνη στο κοσμοπολίτικο Τολό

Ιούνιος, 2017

Δασκαλειό (Νησίδα, Τολό Αργολίδας) 


 

Το ∆ασκαλειό είναι ένα μικρό νησάκι στο Τολό Αργολίδας που κρύβεται πίσω από τη νότια πλευρά της νήσου Ρόµβης και στον ωραιότερο κόλπο της, αόρατο, κρυφό*, σαν παραπούλι στην αγκαλιά της. Για να συναντήσει κανείς το μικρό αυτό θησαυρό πρέπει να πάρει σκάφος από το λιμάνι του Τολού και να πλεύσει πίσω από τη Ρόµβη. Ένας μικρός ξύλινος µόλος πάνω στα κρυστάλλινα νερά και τα βοτσαλωτά παιχνιδίσματα υποδέχεται τον επισκέπτη.

 

Άποψη του Δασκαλειού στην αγκαλιά της Ρόμβης με το εκκλησάκι στην κορυφή του. Φωτογραφία από τον ιστότοπο Kαστρολόγος – Κάστρα της Ελλάδας.

 

Το Δασκαλειό ήταν ένα από τα νησάκια του αργολικού που κατά το β μισό του 7ου αι. διαδραμάτισε ρόλο νησιωτικού φρουρίου κατά μήκος των νοτιοανατολικών ακτών της Αργολίδας, που παρέμεινε «καθαρή» από το σλαβικό εποικισμό του κεντρικού και δυτικού τμήματος της Πελοποννήσου. Κατά την περίοδο της δεύτερης Ενετοκρατίας και μέχρι το 1718 το Τολό χρησιμοποιήθηκε ως ναύσταθμος του ενετικού στόλου και ορμητήριο για τις επιχειρήσεις εναντίον του Ναυπλίου. Μνημείο της εποχής αυτής είναι η μικρή εκκλησία αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή και τα ερείπια φρουρίου στο Δασκαλειό.

Ένα  ήπια διαμορφωμένο μονοπάτι οδηγεί στην κορυφή, όπου περιμένει το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής µε τον λιτό του αυλόγυρο και την ανεπανάληπτη θέα. Το εκκλησάκι είναι καµαροσκεπής βασιλική µε δίρριχτη στέγη και σύμφωνα µε την κτητορική επιγραφή αγιογραφήθηκε το 1688. Λίγα εντοιχισμένα και σκόρπια λείψανα παλαιοχριστιανικής Βασιλικής στον περίβολο της εκκλησίας του Δασκαλειού και τα εντοιχισμένα σε αυτήν μαρτυρούν την πολύ προγενέστερη ίδρυσή της και υποδηλώνουν την προσωρινή έδρα του επισκόπου Άργους στο νησάκι. Μια επιγραφή στο τέμπλο µας ενημερώνει ότι ανακαινίστηκε το 1869 από τους Κρήτες πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στο Τολό. Περιμετρικά του ναού σε κάποια απόσταση σώζονται τμήματα ενετικού τείχους σε καλή κατάσταση. Μέρος αυτών καταστράφηκε και οι λίθοι χρησιμοποιήθηκαν από τους Κρήτες πρόσφυγες για την ανοικοδόμηση των σπιτιών τους στο Τολό.

 

Το Δασκαλειό πίσω από το νησί Ρόμβη. Φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

 

Η παράδοση λέει ότι στο ∆ασκαλειό την περίοδο της Τουρκοκρατίας λειτούργησε ιεροδιδασκαλείο, κρυφό σκολειό κατά µια άλλη παραλλαγή, και από εκεί προέρχεται το όνομα του νησιού. Μια άλλη εκδοχή για το όνομά του ισχυρίζεται ότι πρόκειται για παραφθορά του  Scogio di Tolon, όπως ονόμαζαν το λιμάνι του νησιού οι ναυτικοί και οι Ιταλοί γεωγράφοι.

Στην περίμετρο του ∆ασκαλειού διακρίνονται λείψανα ενετικών οχυρώσεων, που παρά τις καταστροφές και την εγκατάλειψη διατηρούνται σε καλή κατάσταση σε αρκετά σημεία, ενώ κοντά στο εκκλησάκι σώζονται τμήματα πύργου. Τόσο το ∆ασκαλειό όσο και η Ρόµβη υπήρξαν συχνά καταφύγια των γύρω πληθυσμών από τους πολλούς επιδρομείς της βυζαντινής περιόδου καθώς και καταφύγια και προσωρινές έδρες Επισκόπων. Αυτό επιβεβαιώνουν μεταξύ πολλών άλλων ευρημάτων και μαρτυριών, τα βυζαντινά µολοβδόβουλα του 6ου-8ου µ.Χ. αι. που βρέθηκαν στα δύο νησάκια, κάτοχοι των οποίων ήταν αξιωματούχοι της εκκλησίας και της επαρχιακής διοίκησης και τιτλούχοι της βυζαντινής Αυλής.

Το ∆ασκαλειό είναι ένα νησί με χαμηλή θαμνώδη βλάστηση. Ανέγγιχτο  σήμερα από την ανθρώπινη παρέμβαση, παρ’ όλους τους επισκέπτες που το κατακλύζουν για να προσκυνήσουν στο ξωκλήσι ή για θαλάσσια μπάνια, είναι τοπίο µε εκπληκτικές εικόνες, ένας παράδεισος για πεζοπορία, βαθιές θεραπευτικές ανάσες και κολύμπι μακριά από το συνωστισμό και τους θορύβους. Ανηφορίζοντας τραβάει την προσοχή του επισκέπτη η παρθένα βλάστηση µε την κάππαρη να κυριαρχεί σε κάθε σχεδόν βήμα και τα διαδοχικά κάδρα µε το βαθύ κυανό της θάλασσας. Ανάμεσα στα υψώματα της Ρόµβης προβάλλει το Τολό. Οι ακτές και οι ράχες της Ρόµβης και οι γκρεμοί του ∆ασκαλειού διανθίζονται µε πινελιές από θαλασσοπούλια και διερχόμενα πλοιάρια. Κατηφορίζοντας το βλέμμα μεθάει από τα γαλάζια ξαφνιάσματα, τις βραχώδεις εξάρσεις, τις πράσινες οάσεις και τους κολπίσκους, που το καλοκαίρι στραφταλίζουν στο άγγιγμα του ήλιου.

 

Υποσημείωση


* Αντωνακάτου Ντιάνα, Αργολίδος Περιήγησις, Εκδ. Νομαρχία Αργολίδος, 1973, σελ. 114.

Αλέξης Τότσικας

Ασίνη – Μινώα – Τολό

Από την αρχαία Ασίνη στο κοσμοπολίτικο Τολό

Ιούνιος, 2017

Κορωνήσι  (Νησίδα, Τολό Αργολίδας) 


 

Το απόκρημνο Κορωνήσι είναι το τρίτο και μικρότερο νησάκι του Τολού – μετά τη  Ρόμβη και το Δασκαλειό – ακριβώς απέναντι από το χωριό και σε απόσταση αναπνοής, μόλις 560 μέτρα από την ακτή. Το ακατοίκητο Κορωνήσι (ή Κορωνίδα) είναι προσβάσιμο μόνο με σκάφος, κανό ή θαλάσσιο ποδήλατο που μπορεί να νοικιάσει κανείς από την παραλία στο Τολό, ενώ όσοι έχουν γερά πνευμόνια μπορούν να φτάσουν εκεί και κολυμπώντας. Σίγουρα όμως θα το απολαύσετε φωτισμένο το βράδυ, πίνοντας τον καφές σας ή το ποτό σας στο Τολό. Η θέα της εκκλησίας από τις καφετέριες και τα μπαράκια του Τολού είναι μαγευτική. Οι βραχώδεις πλαγιές του διανθίζονται από άγρια χαμηλή βλάστηση και δέντρα που αντέχουν στην ξηρασία, πεύκα, ελιές και κυπαρίσσια. Η ευρύτερη περιοχή διαθέτει καταπράσινα τοπία πλούσια σε χλωρίδα και πανίδα και φιλοξενεί μερικά σπάνια είδη πτηνών, για τη μελέτη των οποίων καταφθάνουν συχνά στην περιοχή ορνιθολόγοι και ερευνητές.

 

Κορωνήσι, φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

Κορωνήσι, φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

 

Στην κορυφή του λάμπει κάτασπρο εκκλησάκι αφιερωμένο στους Αγίους Αποστόλους χτισμένο μετά το 1830, γραφική σημαδούρα στον ανοιχτό ορίζοντα του νότου [1] και εκλεκτό καταφύγιο των ρομαντικών για γάμους και βαπτίσεις. Απότομες βραχώδεις πλαγιές γεμάτες φραγκοσυκιές, δροσιά, θέα, ένα μικρό ξωκλήσι και αυτά τα ανεπανάληπτα χρώματα του μπλε και του λευκού που θυμίζουν πάντα καλοκαίρι. Στο φόντο του διαγράφονται τα νησιά Υψηλή και Πλατειά μέσα στο απέραντο γαλάζιο. Το Κορωνήσι, όπως και το Δασκαλειό και η Ρόμβη, θεωρούνται αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας και της τουριστικής ανάπτυξης του Τολού.

Στο παρελθόν έγιναν προσπάθειες για την εκμετάλλευση και «αξιοποίηση» των νησιών του Τολού και συγκεκριμένα για εγκατάσταση μονάδας ιχθυοκαλλιέργειας (1985), ίδρυση μονάδας διεθνούς γυμνιστικού κέντρου το 1987, ενώ το 2012 προέκυψε θέμα ενοικίασης ή πώλησής του από το ΤΑΙΠΕΔ.

Κορωνήσι, φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

Οι νέοι επιδρομείς λέγονται επενδυτές και φέρουν σύγχρονα όπλα, που προξενούν βλάβες ανεπανόρθωτες. Η έκταση του νησιού (1,6 τ.χλµ.) και η ωραία και βατή μορφολογία του ανοίγουν προφανώς την όρεξη σε «φιλόδοξες» κερδοσκοπικές εκμεταλλεύσεις. Ο Πολιτιστικός Σύλλογος και ο Σύλλογος Επαγγελματιών του Τολού υποχρεώθηκαν για άλλη µια φορά να τεκμηριώσουν το αυτονόητο. Η απάντησή τους στις ορέξεις αυτού του είδους υπήρξε κάθετη και αδιαπραγμάτευτη [2]. Το νησί Ρόµβη µε τα παρακείμενα νησάκια ∆ασκαλειό και Κορωνήσι είναι άρρηκτα δεμένα µε την τουριστική αξία, φήμη και προβολή του τόπου µας. Είναι τα στολίδια µας και ο ζωτικός µας χώρος, συνυφασμένα µε την καθημερινότητά µας. Οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος «μνηστήρας» εγείρει αξιώσεις ας γνωρίζει πως, για άλλη µια φορά, θα αντιμετωπίσει την αντίδρασή µας, αλλά και τις απαγορευτικές νομικές διατάξεις.

Η μόνη αποδεκτή αξιοποίηση για το νησάκι είναι λίγες πολύ ήπιες παρεμβάσεις για την δημιουργία πεζοπορικών μονοπατιών στην επικράτειά του. Η ομόθυμη και αγωνιστική αντίδραση των φορέων της τοπικής κοινότητας και του συνόλου των κατοίκων απέτρεψαν τις σχεδιαζόμενες προσπάθειες «αξιοποίησης» του νησιού, που εκτός από αρχαιολογικό χώρο, αποτελεί ένα φυσικό πάρκο με πλούσια και σπάνια πανίδα και χλωρίδα και επιπλέον διαθέτει ελεύθερη παραλία για κολύμβηση.

Πέρασαν Βησιγότθοι, Σλαύοι, Άβαροι, Τούρκοι, πειρατές και τα νησάκια επέζησαν µε τα ιστορικά τους ερείπια να κοσμούν και να τιμούν την περιοχή με την απρόσβλητη ομορφιά τους. Μέχρι σήμερα ο θαλάσσιος περίγυρος των νησιών αποτελεί τον καθημερινό χώρο αλιείας για τους εναπομείναντες ψαράδες του ∆ρεπάνου, της Κάντιας, των Ιρίων, της Κοιλάδας κ.α. και αποτελεί χώρο ζωτικής σημασίας, που τροφοδοτεί µε ολόφρεσκα θαλασσινά το τραπέζι του επισκέπτη.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Παπαδοπούλου Ελένη, Τα νησάκια του Τολού Ρόµβη, Κορωνήσι, ∆ασκαλειό, http://www.epathlo.gr

[2] Ο Σύλλογος Επαγγελματιών Τολού και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Τολού σε επιστολή τους προς τους βουλευτές Αργολίδας το Σεπτέμβρη του 2012 επισημαίνουν:

«…Την 1/9/2012 η εφημερίδα Τα Νέα αναφέρεται σε άρθρο της, ότι ενοικιάζονται 30 νησιά φιλέτα, μεταξύ των οποίων τα νησιά του Αργολικού κόλπου, Ρόμβη, Πλατειά, Ψιλή και Κορωνίδα. Καταρχήν θέλουμε να δηλώσουμε ότι είμαστε αντίθετοι με την παραχώρηση προς εμπορική εκμετάλλευση από ιδιώτες των νησιών της χώρας μας (δεν υπάρχει και αντίστοιχο νομοθετικό πλαίσιο που να το επιτρέπει).Τα νησιά του Αργολικού κόλπου, δεν βρίσκονται καν στα μέσα του αρχιπελάγους, αλλά αντίθετα η απόσταση από τις ακτές είναι μικρή έως ελάχιστη, στη δε Ρόμβη σχεδόν ανύπαρκτη. Τα νησιά μας είναι στολίδι του Αργολικού κόλπου και τουριστικά επισκέψιμα από τους παραθεριστές. Η θαλάσσια περιοχή που τα περιβάλλει είναι ο καθημερινός χώρος αλιείας των ψαράδων της περιοχής (Τολού, Δρεπάνου, Κάντιας, Κοιλάδας, Ιρίων κλπ.)

Όσον αφορά το νησί Ρόμβη, είναι ΚΗΡΥΓΜΕΝΟΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ (Υ.Α.15904/24/11/62), δασική περιοχή, με μεγάλη έκταση πευκοδάσους και αποτελεί τόπο αναπαραγωγής και καταφύγιο θηραμάτων. Παλαιότερα έγιναν δύο προσπάθειες για ενοικίαση χώρου στο νησί, η μία το 1985 για μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας και η άλλη το 1987 για λειτουργία διεθνούς γυμνιστικού κέντρου. Εκτός από την καθολική αντίδραση των κατοίκων για εμπορική εκμετάλλευση του νησιού Ρόμβη και την αρνητική θέση των υπηρεσιών, υπήρξαν και οι εξής απορριπτικές αποφάσεις.

* του ΕΟΤ 11/11/1985/Α.Π.538702

* της Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων Ναυπλίου 24/11/1987/Α.Π.Φ5Α/16/418

* της Δασικής Υπηρεσίας 5/6/1987/Α.Π.5199

… Η μακροχρόνια εκμετάλλευση των νησιών μας σημαίνει κατοχή και καταδίκη του επαγγέλματος των αλιέων της περιοχής μας. Η αξιοποίηση του νησιού Ρόμβη αντί να γίνει στην κατεύθυνση έργων ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου και των ευρημάτων, γίνεται στην κατεύθυνση του ξεπουλήματος. Η στάση αυτή είναι ασέλγεια προς την ιστορία μας και δυστυχώς λαός που δεν σέβεται το παρελθόν του δεν έχει σεβασμό ούτε στο μέλλον του.

Ζητάμε να εκφράσετε δημόσια την συμπαράσταση σας προς τους φορείς και τους κατοίκους του Τολού και γενικότερα του Νομού Αργολίδας που διαμαρτύρονται και αρνούνται την εκμετάλλευση των νησιών του Αργολικού Κόλπου και ειδικότερα του νησιού Ρόμβη για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και να καταψηφίσετε οποιαδήποτε νομοθετική πρωτοβουλία που θα δίνει τη δυνατότητα να υλοποιηθεί το απαράδεκτο αυτό σχέδιο.

 

Αλέξης Τότσικας

Ασίνη – Μινώα – Τολό

Από την αρχαία Ασίνη στο κοσμοπολίτικο Τολό

Ιούνιος, 2017

Ο βοτανολόγος Θεόδωρος Ορφανίδης και η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου


 

Θεόδωρος Ορφανίδης

Ο Θεόδωρος Γ. Ορφανίδης, γεννήθηκε στη Σμύρνη, το 1817 από γονείς Χιώτες. Μετά το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, η οικογένειά του αναγκάστηκε να μετακομίσει. Πέρασε τα παιδικά χρόνια του στη Σύρο και την Τήνο. Μετά την Απελευθέρωση η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και από το 1835 στην Αθήνα, όπου ο ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του και διορίστηκε γραφέας στο Υπουργείο Εσωτερικών.

Στην Αθήνα, επιδόθηκε – μιμούμενος τον Αλέξανδρο Σούτσο – στην πολιτική σάτιρα, εκδίδοντας την ποιητική συλλογή «Ο Μένιππος» (1836) και το περιοδικό «Ο Τοξότης» (1840).

Σε σατιρικό ποίημα της συλλογής του «Ο Μένιππος» προανήγγειλε την ίδρυση του Πανεπιστημίου με τους εξής ευρηματικούς στίχους: «θε να κάμωμεν ακόμα και μεγάλον και τρανόν / το Πανεπιστήμιόν μας εις την πόλιν Αθηνών. / Τότε θε να αναλάμψη στας Αθήνας η σοφία, / και τα καφενεία όλα θα γενούν διδασκαλεία. / Την σοφίαν τότε όλοι απ’ τ’ αυτιά θε να βαστούν, / και σοφίαν κ’ οι βαστάζοι άφευκτα θα εμπλησθούν».

Ωστόσο, επειδή ασκούσε δριμεία κριτική κατά της βαυαρικής αντιβασιλείας με τα γραπτά του, απολύθηκε από τη θέση του στο Υπουργείο και φυλακίστηκε για τρείς ημέρες.

Το 1844, με προσωπική παρέμβαση του Πρωθυπουργού, Ιωάννη Κωλέττη – ο οποίος ήθελε να τον απομακρύνει από την Αθήνα – πήγε με υποτροφία της Ελληνικής Κυβέρνησης στο Παρίσι όπου σπούδασε Φυτολογία κοντά στους διακεκριμένους Καθηγητές Adrien de Jussieu, Adolphe – Théodore Brogniart, Joseph Decaisne και Achille Richard. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα διορίζεται, στις 11 Μαρτίου 1850, Έκτακτος Καθηγητής της Βοτανικής στο Πανεπιστήμιο και στις 18 Αυγούστου 1854 Τακτικός Καθηγητής, θέση στην οποία παρέμεινε για περισσότερο από τριάντα χρόνια.
Το 1862 συμμετείχε ως Πληρεξούσιος του Πανεπιστημίου στη Β’ Εθνική Συνέλευση των Αθηνών, ενώ κατά το ακαδημαϊκό έτος 1867 – 1868 χρημάτισε Πρύτανης.

Υπήρξε ακούραστος ερευνητής της ελληνικής χλωρίδας (chloris hellenica) από το 1848, συλλέγοντας, καταγράφοντας και περιγράφοντας τα διάφορα είδη της, με αποτέλεσμα να διαθέτει μια ιδιαίτερα αξιόλογη συλλογή αποξηραμένων φυτών που αριθμούσε 45.000 είδη, η οποία το 1873 αγοράστηκε από τον ομογενή εθνικό ευεργέτη Θεόδωρο Π. Ροδοκανάκη για να παραχωρηθεί στη συνέχεια στο νεοσύστατο Βοτανικό Μουσείο του Πανεπιστημίου.

Ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα μελετώντας συστηματικά τον φυτικό της πλούτο και δημοσίευσε τα πορίσματα των ερευνών του στο έργο του «Flora Graeca Exciccata». Οι μελέτες του αξιοποιήθηκαν από αρκετούς ευρωπαίους επιστήμονες και τον καθιέρωσαν στον επιστημονικό χώρο.

Με την ιδιότητα του Εφόρου του Βοτανικού Κήπου και του Δημόσιου Δενδροκομείου εισήγαγε στην Ελλάδα άγνωστα ως τότε καλλωπιστικά και άλλα φυτά (π.χ. ευκάλυπτος, φυστικιά κ.ά.) και δραστηριοποιήθηκε στο σχεδιασμό και τη δημιουργία δημόσιων πάρκων, προεξάρχοντος του Εθνικού (Βασιλικού) Κήπου.

Ανακάλυψε πενήντα περίπου είδη ελληνικών βοτάνων και έθεσε τις βάσεις της ελληνικής ονοματολογίας τους, μελετώντας τους αρχαίους (Λατίνους) συγγραφείς και εντοπίζοντας τις αρχαίες ονομασίες που εκείνοι έδιναν στα βότανα. Ασχολήθηκε με την ελληνική αμπελουργία και διέκρινε 111 ποικιλίες που καλλιεργούνταν στην Αττική από τις 480 και πλέον που καλλιεργούνταν σε όλη την Ελλάδα.

-Πήρε μέρος σε πολλά επιστημονικά συνέδρια και εξέδωσε το επιστημονικό περιοδικό «Γεωπονικά» (1872 – 1876), του οποίου κυκλοφόρησαν έξι τόμοι. Σκοπός των δημοσιευμάτων του περιοδικού ήταν «η παροχή γνώσεων καλλιέργειας και κτηνοτροφίας σε ύφος απλούν, συγγενεύον προς τα ήθη και την γλώσσαν των πλείστων αναγνωστών». Για το λόγο αυτό τα άρθρα του παρείχαν «επεξηγήσεις επιστημονικών και βοτανολογικών όρων καθώς και φυσικών, χημικών και κλιματολογικών γνώσεων χρησίμων για τον Γεωπόνο ο οποίος ασχολείται είτε με την καλλιέργεια των φυτών είτε με την ανατροφήν και περιποίησιν των ωφελίμων ζώων».

Στο περιοδικό υπήρχαν μόνιμες στήλες όπως: Δενδροκομία – Ανθοκομία, Στοιχεία βοτανικής αναγκαία εις πάντα άνθρωπον, Φυσικαί και χημικαί γνώσεις αναγκαίαι εις τον Γεωπόνον, Γεωργικά εργαλεία κ.ά., αλλά και άρθρα αφιερωμένα σε ειδικά θέματα. Στη στήλη «Διάφορα» αναφέρονταν γεωργικά και κτηνοτροφικά νέα από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Επίσης υπήρχαν υπέροχα σχεδιαγράμματα συνοδευτικά των κειμένων και παράθεση της επιστημονικής ονομασίας (στα λατινικά) των φυτών στα οποία γινόταν αναφορά. Κληροδότησε στο Πανεπιστήμιο μια πολύτιμη συλλογή του από ξύλα εκατόν πενήντα, περίπου, ελληνικών ειδών δέντρων.

Στις επιστημονικές εργασίες του περιλαμβάνονται: Περί της αυτοφυούς ελληνικής βλαστήσεως (Πρυτανικός Λόγος, 1868) – Catalogus systematicus herbariis florentine (1877) – Σύντομος πραγματεία περί τινών σπουδαίων φυτών, νεωστί καλλιεργηθέντων εν’ Ελλάδι (1870). Επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τόσο η Έκθεσή του σχετικά με την κατάσταση του Φυσιογραφικού Μουσείου του Πανεπιστημίου (1865), όσο και η Έκθεσή του προς την Πρυτανεία του Εθνικού Πανεπιστημίου, σχετικά με την αγορασθείσα από τον Θεόδωρο Π. Ροδοκανάκη και δωρηθείσα στο νεοσύστατο Βοτανικό Μουσείο του Πανεπιστημίου φυτολογική συλλογή του (1874).

Η ακαδημαϊκής του σταδιοδρομία συμπορεύθηκε με τη λογοτεχνία και την ποίηση δημοσιεύοντας έργα του στο περιοδικό «Πανδώρα» και συμμετέχοντας, είτε ως υποψήφιος, είτε ως εισηγητής σε ποιητικούς διαγωνισμούς σε τρείς από τους οποίους διακρίθηκε.

Σύμφωνα με ένα άρθρο του περιοδικού Μπουκέτο – περιοδικό ποικίλης ύλης, του μεσοπολέμου – ο Ορφανίδης έγραψε τον «Καρασεβδαλή» λίγο πριν φύγει για τη Γαλλία, το 1844, όταν είχε έρθει στο Ναύπλιο για να αποχαιρετήσει τους εδώ φίλους του. Ήταν καλεσμένος από τον δήμαρχο Ναυπλίου Σπ. Παπαλεξόπουλο και στο αποχαιρετιστήριο τραπέζι το κρασί τελείωσε νωρίς, οπότε ο Ορφανίδης έστειλε την εξής έμμετρη παράκληση στην οικοδέσποινα, την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου.

ΤΗι ΚΑΛΛΙΟΠΗι ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

Δύο λάβετε φιάλας, κι αντ’ αυτών παρακαλώ σας
στείλατέ μου δύο άλλας, πλήρεις όμως και κλειστάς
από το γλυκύ σας μαύρο και από το κόκκινό σας,
το οποίον εμψυχώνει τους αψύχους ποιητάς.

Ο θεάνθρωπος Χριστός μας μετεποίησεν εις οίνον
πλήρεις ύδατος υδρίας εις τον γάμον του Κανά
Συ, Κυρά μου, χωρίς άλλο υπερβαίνεις και εκείνον
επειδή πληροίς δι’ οίνου τας φιάλας τας κενάς!

Η οικοδέσποινα,πιθανόν κολακευμένη από την ελαφρώς βέβηλη σύγκριση, έστειλε μια ντουζίνα μποτίλιες οίνου στην παρέα, και το βράδυ ο Ορφανίδης της παρουσίασε σε περγαμηνή το ποίημα Καρασεβνταλής (αυτός που έχει καρασεβντά, μεγάλο ερωτικό καημό).

Ο Καρασεβνταλής

Ποιός είδε νέον σεβνταλή, καρδιών ποιός είδε κλέφτη,
να εξυπνάει με το αχ! και με το βαχ! να πέφτει;
Ωσάν το χιόνι ν’ αναλεί, σαν το κερί να σβήνει,
και μοναχός το ντέρτι του να πικροκαταπίνει;
Εγώ τον είδα, κ’ εις εμέ εφάνη ο καημένος
ωσάν δερβίσης σκυθρωπός, σαν μπεκτασής θλιμμένος.
Για μιά μικρή Γενί-ντουνιά, πού’ δαν τα δυό του μάτια,
καρά-σεβντάς τον έπιασε, και θα γενεί κομμάτια.
Οπόταν τα μεσάνυχτα αργολαλούν οι κούκκοι,
πηγαίνει και της τραγουδεί με νάι και με μπουζούκι:

»Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! Κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπαΐλντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ’ αποθάνω.

Είναι το άσπρο στήθος σου ταζέδικο κα’ι’μάκι,
του Αϊντίν-ισάρ χαλβάς το κάθε σου χεράκι,
μουχαλεμπί και γκιούλ-σερμπέτ ο αναστεναγμός σου,
και του Χατζή-Μπεκίρ λουκούμ ο τρυφερός λαιμός σου΄
ο κάθε λόγος σου γλυκός σαν ραβανί αφράτο
και σαν ζεστός σαράι-λοκμάς με μέλι μυρωδάτο.
Κι είν’ ο σεβντάς μου δυνατός, που να γραφεί δε φτάνει
κι αν γίνει ο ουρανός χαρτί κι η θάλασσα μελάνι.

Τι αγοράζεις κάρβουνα να ψήνεις το φαΐ σου;
Γιαγκίνι έχω στην καρδιά, που τ’ άναψες ατή σου!
Αντίκρυ μου τον τεντζερέ με το φαΐ σου στήσε,
και λάδι στο γιαγκίνι μου με μια ματιά σου χύσε!
Κι ευθύς που ένα Αχ εντέρ! το στόμα μου αναδώσει,
και το φαΐ σου θα ψηθεί κι ο τεντζερές θα λιώσει!
»Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! Κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπαΐλντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ’ αποθάνω.

Εσύ ’σαι η χρυσή ουρί, και διά σε, ντουντού μου,
ή ντιπ θα χάσω, ή θα βρω το ρέμπελο το νου μου!
Κι εις το Τζενέτ, στους πρόποδας του πιλαφένιου όρους,
θε να περάσω μετά σού στιγμάς αγγελοφόρους.
Ο βουτυρένιος ποταμός και του μελιού το ρεύμα,
τόσον δεν θα ευχαριστούν του σκλάβου σου το πνεύμα,
όσο το νούρι σου, κουζούμ, και το γλυκό φιλί σου,
και όσο το ναζλίδικο και τρυφερό κορμί σου.

Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπαΐλντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ’ αποθάνω!»

Αυτά της λέει ο ντερτιλής και πριν ακόμα φύγει,
σαν του Τσεχνέμ το βάραθρον το στόμα του ανοίγει,
κι ελπίζων ιλαρότερος ο πόνος του να γίνει,
βώλον δραμίων είκοσι αφιόνι καταπίνει.

Πηγές


 

  • Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιον Αθηνών Τμήμα Βιολογίας- Ιστορικά Στοιχεία
  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου
  • Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών
  • Sarantakos.wordpress.com «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

 

Επιμέλεια Κειμένου
Μαρία Βασιλείου
Βιολόγος-Ωκεανογράφος