Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Τα ξενικά κόμματα από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως τον Κριμαϊκό πόλεμο. Από την ακμή στην εξαφάνιση – Τηλέμαχος Καλομοίρης, Φιλόλογος (Δρ) – Νομικός ΑΠΘ// Εκπαιδευτικός


 

Σκοπός της εισήγησης είναι η ανάδειξη του ρόλου των λεγόμενων ξενικών κομμάτων στην πολιτική ιστορία του ελληνικού κράτους, από την ίδρυσή του μέχρι τον Κριμαϊκό Πόλεμο και την παρακμή τους. Θα αναφερθούν ακροθιγώς οι σημαντικότεροι σταθμοί της εξέλιξης των κομμάτων. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830 επιδιώχθηκε η εγκαθίδρυση  ενός κράτους δυτικού τύπου. Κατά την πρώτη δεκαετία διακυβέρνησης του Όθωνα, το πολιτικό σύστημα βασιζόταν στη βασιλική απολυταρχία. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 αρχίζει η περίοδος της Συνταγματικής Μοναρχίας. Μετά από τον Κριμαϊκό πόλεμο τα ξενικά κόμματα έχασαν την λαϊκή τους επιρροή και παρήκμασαν.

 

  1. Οι πολιτικές παρατάξεις κατά την περίοδο πριν την ανεξαρτησία

Για την κατανόηση της λειτουργίας των ελληνικών πολιτικών κομμάτων, κατά την περίοδο πριν την ανεξαρτησία, είναι απαραίτητο να διερευνηθούν τα συστήματα σχέσεων μεταξύ των κοινωνικών ομάδων των υπόδουλων Ελλήνων. Κυρίαρχο σύστημα, που καθόριζε τη δομή των παραπάνω σχέσεων, μπορεί να θεωρηθεί αυτό της «προστασίας». Τη βάση ολόκληρου του συστήματος αποτελούσε η οικογένεια, στην οποία περιλαμβάνονταν οι επιγαμίες, οι υιοθεσίες, οι κουμπαριές και οι «αδελφοποιτοί» [1]. Μία οικογένεια μπορούσε να αναζητήσει την «προστασία» μίας πιο ισχυρής και πλούσιας οικογένειας. Αυτή η εξάρτηση της μίας οικογένειας από την άλλη δημιουργούσε ενώσεις, τις «φατρίες». Η «φατρία» είχε τοπικό χαρακτήρα κατά την προεπαναστατική περίοδο και δεν διεπόταν από κάποιο ιδεολογικό χαρακτήρα ούτε μπορεί να χαρακτηριστεί ως κόμμα, με τη σημερινή έννοια του όρου.

  1. Η δημιουργία του καποδιστριακού κόμματος

Νεανικό πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια, Ελαιογραφία Αγνώστου, Μητροπολιτικό Μέγαρο Κέρκυρας.

Τον Ιανουάριο του 1828, έφτασε στην Ελλάδα ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ο Καποδίστριας επιδίωξε να συνενώσει κάποιες από τις «φατρίες», για να δημιουργήσει έναν δικό του κομματικό μηχανισμό, χρησιμοποιώντας την κρατική μηχανή. Το κόμμα ονομαζόταν συνήθως «κυβερνητικό» ή των «Ναπαίων» (πιθανόν πήρε αυτό το όνομα από κάποιον Κερκυραίο Νάπα, που ήταν ένθερμος οπαδός του Καποδίστρια). Κύριος πυρήνας του κόμματος ήταν η ρωσική «φατρία». Δύο θεωρούνται τα επιτεύγματα του Καποδίστρια σε σχέση με το κόμμα που δημιούργησε. Πρώτον, συνέστησε ένα κόμμα με ισχυρή συνοχή και δομή. Δεύτερον, το καποδιστριακό κόμμα αναπτύχθηκε σε εθνικό επίπεδο και κάλυπτε όλη την τότε ελληνική επικράτεια. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το κόμμα επιβίωσε και μετά το θάνατο του Καποδίστρια. Ο Γάλλος πρεσβευτής στην Αθήνα Πισκατόρυ θεωρούσε ότι ο μοναδικός πολιτικός σχηματισμός, που έπρεπε να χαρακτηρίζεται ως κόμμα ήταν το «καποδιστριακό» [2].

  1. Οι «συνταγματικές» φατρίες

Από την άφιξη του Καποδίστρια και μέχρι την ίδρυση του ελληνικού κράτους λειτουργούσαν τέσσερις ισχυρές συνταγματικές φατρίες. Η πρώτη ομάδα είναι η «αγγλική», η δεύτερη η «γαλλική», η τρίτη η φατρία των Κουντουριωτών και η τέταρτη αυτή των Μαυρομιχαλαίων 3]. Οι παραπάνω «φατρίες», αν και διακρίνονταν για τον συνταγματικό και τον αντικαποδιστριακό τους προσανατολισμό, δεν κατάφεραν να συνενωθούν, ώστε να δημιουργήσουν ένα ενιαίο κόμμα. [4] Η «αγγλική» φατρία αποτελούνταν από εμπόρους, άρχοντες και προερχόμενους από τη Δύση Έλληνες, χωρίς να βασίζεται σε πελατειακές σχέσεις. [5] Αντίθετα, η «γαλλική» φατρία στηριζόταν κυρίως σε πελατειακές δομές, [6] όπου κυριαρχούσαν οι Ρουμελιώτες υπό τον Ιωάννη Κωλέττη, αλλά συμμετείχαν και άρχοντες από την Πελοπόννησο. [7]

  1. Η περίοδος της Αντιβασιλείας (1833-1835)

Την 30η Ιανουαρίου 1833, ο Όθωνας αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο από την αγγλική φρεγάτα «Μαδαγασκάρη». Κατόπιν, την 11η Ιουλίου 1832 ορίστηκαν τα μέλη της Αντιβασιλείας (ο κόμης Άρμανσμπεργκ, ο καθηγητής Μάουρερ και ο στρατηγός Έυδεκ). Ο Άρμανσμπεργκ τέθηκε επικεφαλής της Αντιβασιλείας. Είχε την φήμη του φιλελεύθερου στην πατρίδα του, την Βαυαρία. Είχε την υποστήριξη της Αγγλίας και της Γαλλίας. [8] Ο Μάουρερ ήταν εξαιρετικός νομομαθής. [9] Τέλος, ο Έυδεκ είχε έρθει στην Ελλάδα από το 1826 ως απεσταλμένος του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου. Πολέμησε στον Αγώνα της ανεξαρτησίας και είχε ταυτιστεί με το κόμμα των ρωσόφιλων «Ναπαίων».

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία, 1833.

 

Η Αντιβασιλεία τοποθέτησε σε όλες τις σημαντικές θέσεις Βαυαρούς. [10] Ακόμη και στον στρατό, όπου θα περίμενε κανείς να αποκατασταθούν οι αγωνιστές της Επανάστασης, κυριαρχούσαν οι Βαυαροί. Την 15η Απριλίου 1833 ορίστηκαν τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου (Σπυρίδωνας Τρικούπης, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Γεώργιος Ψύλλας, Γεώργιος Πραΐδης και Ιωάννης Κωλέττης).

Στο Υπουργικό Συμβούλιο υπερείχαν οι εκπρόσωποι του «αγγλικού» κόμματος. Ο μοναδικός εκπρόσωπος του «γαλλικού» κόμματος ήταν ο Κωλέττης, ο οποίος ανέλαβε το δευτερεύον Υπουργείο των Ναυτικών.[11] Το «ρωσικό», όμως, κόμμα δεν εκπροσωπήθηκε καθόλου στο Υπουργικό Συμβούλιο.[12] Είχε υποστεί ήδη ισχυρό πλήγμα, όταν δεν τοποθετήθηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αρχηγός του στρατού, όπως αναμενόταν, και παραμερίστηκαν πολλά στελέχη του καποδιστριακού κόμματος.

Η Αντιβασιλεία έδειχνε ανησυχία για την αυξανόμενη ανάμιξη της Αγγλίας και της Ρωσίας στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Η Γαλλία θεωρήθηκε λιγότερο ανταγωνιστική δύναμη, σε σχέση με τις άλλες δύο, και ότι δεν προκαλούσε κινδύνους για τις ελληνικές υποθέσεις. Έτσι, η Αντιβασιλεία, με κύριο εκφραστή τον καθηγητή Μάουρερ, υποστήριζε το λεγόμενο «γαλλικό» κόμμα και τη γαλλική πολιτική στην Ελλάδα. [13]

Αντίθετα, όμως, από τις προσδοκίες και τις επιδιώξεις της Αντιβασιλείας, τα κόμματα δεν υπέστησαν καίριο πλήγμα. Οι εκπρόσωποι του «ρωσικού» κόμματος στράφηκαν ανοιχτά κατά της Αντιβασιλείας, μέσω της εφημερίδας «Χρόνος», η οποία άσκησε αυστηρή κριτική στις αποφάσεις της Αντιβασιλείας, όπως για την κατάργηση των ατάκτων στρατιωτικών σωμάτων και το κλείσιμο μοναστηριακών κοινοτήτων. [14] Παράλληλα, το «ρωσικό» κόμμα συνέλεγε υπογραφές με σκοπό την αποστολή επιστολής προς τον Τσάρο Νικόλαο Α΄ (1825-1855) [15] ζητώντας την αποχώρηση της Αντιβασιλείας και την ανάληψη της εξουσίας αποκλειστικά από τον βασιλιά  Όθωνα. [16]

Η σημαντικότερη, όμως, «συνωμοσία», που είχε και δραματικότερες συνέπειες ήταν αυτή του Βαυαρού καθηγητή Φραντς, που εργαζόταν ως διερμηνέας για την Αντιβασιλεία. [17] Ο καθηγητής Φραντς, με την ανοχή, κατά πάσα πιθανότητα, του κόμη Άρμανσμπεργκ, συνέλεγε υπογραφές για την εκδίωξη των άλλων δύο μελών της Αντιβασιλείας, με σκοπό την ανάληψη της εξουσίας εξ ολοκλήρου από τον κόμη Άρμανσμπεργκ. [18] Το «ρωσικό» κόμμα υποστήριξε το κείμενο του καθηγητή Φράντς. Τα άλλα δύο, ωστόσο, μέλη της Αντιβασιλείας, έχοντας την πλειοψηφία, έδωσαν εντολή να εκδιωχθεί από την Ελλάδα ο καθηγητής Φράντς.

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Η δεύτερη απόφαση της πλειοψηφίας της Αντιβασιλείας ήταν η τραγικότερη: δόθηκε εντολή, τον Σεπτέμβριο του 1833, για την μυστική σύλληψη των επιφανεστέρων μελών του «ρωσικού» κόμματος, μεταξύ των οποίων ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο γιός του, Ιωάννης (γνωστός με το προσωνύμιο Γενναίος) Κολοκοτρώνης, ο Δημήτρης Πλαπούτας, ο Κίτσος Τζαβέλλας και άλλοι αγωνιστές. Κατόπιν, η Αντιβασιλεία, για να αποδυναμώσει την επιρροή και άλλων Ελλήνων πολιτικών, απέστειλε τον Σπυρίδωνα Τρικούπη ως πρεσβευτή στην Αγγλία, τον Ανδρέα Μεταξά στο Κάιρο και τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στην Πρωσία και την Βαυαρία.

Με τον ανασχηματισμό, τον Οκτώβριο του 1833, ο Ιωάννης Κωλέττης ανέλαβε το Υπουργείο των Εσωτερικών και ο, επίσης, γαλλόφιλος Κωνσταντίνος Σχινάς το Υπουργείο της Δικαιοσύνης. Ο Κωλέττης και ο Σχινάς αποδείχθηκαν φανατικοί αντίπαλοι του «αγγλικού», αλλά κυρίως του «ρωσικού» κόμματος, ενώ επιδίωξαν την καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη. [19] Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η γαλλόφιλη εφημερίδα «Σωτήρ» αποφασίστηκε να οριστεί ως επίσημη κυβερνητική εφημερίδα και να τυπώνεται στο Βασιλικό Τυπογραφείο. Ο καθηγητής Μάουρερ έφτασε να χαρακτηρίζει το «γαλλικό» κόμμα ως «εθνικό» και θεωρούσε τον αρχηγό του, Ιωάννη Κωλέττη, τον δημοφιλέστερο πολιτικό της Ελλάδας εκείνη την χρονική περίοδο.

Τελικά, κάνοντας συνολική αποτίμηση της πολιτικής της Αντιβασιλείας απέναντι στα κόμματα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι τα μέλη της Αντιβασιλείας έπραξαν αυτό το οποίο ήθελαν, αρχικά, να καταπολεμήσουν: αναμίχθηκαν στις κομματικές διενέξεις της Ελλάδας και έλαβαν θέση υπέρ του «γαλλικού» κόμματος. [20]

Τον Ιούλιο του 1834, στάλθηκε από τον βασιλιά Λουδοβίκο της Βαυαρίας, στη θέση του καθηγητή Μάουρερ, ο Κόμπελ και, του Άμπελ, που ήταν γραμματέας της Αντιβασιλείας, ο Γκράινερ. Αυτή η αλλαγή θεωρήθηκε νίκη της αγγλικής διπλωματίας.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, αρχηγός του «αγγλικού» κόμματος, επιδίωκε την έκδοση αθωωτικής απόφασης στη δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Κλωνάρης, που ανέλαβε την υπεράσπιση των κατηγορουμένων, ήταν φίλος του «αγγλικού» κόμματος και φίλος του Μαυροκορδάτου. Συντόνισαν, με αυτό τον τρόπο, τα δύο κόμματα, το «αγγλικό» και το «ρωσικό», τη δράση τους εναντίον της πλειοψηφίας της Αντιβασιλείας.

  1. Η περίοδος κυριαρχίας του Άρμανσμπεργκ (1835-1837)

Μετά την αντικατάσταση των μελών της Αντιβασιλείας, δύο είχαν μείνει κυρίαρχοι στην ελληνική πολιτική σκηνή: ο κόμης Άρμανσμπεργκ και ο Ιωάννης Κωλέττης. Τον Μάιο του 1835 ο Όθωνας ενηλικιώθηκε. Ανέλαβε ο Άρμανσμπεργκ Αρχιγραμματέας. [21] Ο Άρμανσμπεργκ ευνοούνταν από την αγγλική διπλωματία, γιατί θεωρούνταν το καλύτερο αντίβαρο στην επέκταση της ρωσικής πολιτικής στην Ελλάδα. [22] Ο Μακρυγιάννης ονομάζει τον Άρμανσπεργκ «κατζελάριο» (καγκελάριο δηλαδή) της «αγγλικής» φατρίας. [23] Ο σκωτσέζος ιστορικός Τζορτζ Φίνλεϊ ισχυριζόταν ότι ο Άρμανσμπεργκ και ο Λάυονς κυβερνούσαν την Ελλάδα. [24] 

Ο Άρμανσμπεργκ, τον Ιανουάριο του 1837, διέλυσε το αντιπολιτευόμενο Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας, κατέστρεψε τα Πρακτικά του και καταδίκασε τον Μακρυγιάννη σε κατ’ οίκον περιορισμό. [25] Ο Μακρυγιάννης είχε στείλει επιστολή στον Όθωνα, ο οποίος βρισκόταν στην Βαυαρία, για να απομακρύνει τον Άρμανσμπεργκ και να αναλάβει ο ίδιος την εξουσία. [26] Τον Φεβρουάριο του 1837, ο Όθωνας απομάκρυνε τον Άρμανσμπεργκ και διόριζε τον Ιγνάτιο φον Ρούντχαρντ Πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργό Εξωτερικών. [27] Ο Ρούντχαρντ, αν και πήρε κάποια ευνοϊκά μέτρα, προκάλεσε την αντιπαλότητα των κομμάτων, που περίμεναν να αναλάβει πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου ένας Έλληνας, αλλά και του Άγγλου πρεσβευτή Λάυονς, καθώς θεωρήθηκε ότι είχε στενές σχέσεις με την Αυστρία. Τον Δεκέμβριο του 1837, παραιτήθηκε ο Ρούντχαρντ, [28] εξαιτίας διαφωνιών με τον ίδιο τον Όθωνα, ο οποίος εγκαθίδρυσε καθεστώς «πατερναλιστικής απολυταρχίας» σύμφωνα με τον Άγγλο ιστορικό Ντάγκλας Ντέικιν. [29]  

  1. Η απόλυτη μοναρχία του Όθωνα (1838-1843)

Ο Όθωνας προσπαθούσε να τηρήσει ουδετερότητα απέναντι στα κόμματα και να μην ευνοήσει κάποιο, χωρίς όμως να το καταφέρει. [30] Την ίδια περίοδο, συντελέστηκαν ανακατατάξεις στο «ρωσικό» κόμμα. [31] Νέοι του αρχηγοί αναδείχθηκαν ο Κωνσταντίνος Οικονόμου και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης. [32] Ο Ρώσος πρεσβευτής Κατακάζυ προσπάθησε, με κάθε μέσο, να ενισχύσει το κόμμα. Εξαιτίας της ελληνικής καταγωγής του (προερχόταν από μανιάτικη οικογένεια) κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των Ελλήνων.

Στο Υπουργικό Συμβούλιο, το «ρωσικό» κόμμα εκπροσωπούνταν από τον Γεώργιο Γλαράκη και τον Ανδρέα Πάικο. [33] Ως αντίδραση, συνεργάστηκαν το «γαλλικό» και το «αγγλικό» κόμμα και σχημάτισαν την αντιπολίτευση, με κοινό σύνθημα την παραχώρηση Συντάγματος. Με αυτούς συντάχθηκαν τόσο οπλαρχηγοί του Αγώνα, όπως ο Μακρυγιάννης, όσο και μορφωμένοι Έλληνες, όπως ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος και άλλοι. Η εφημερίδα του «ρωσικού» κόμματος, ο «Αιών», αρχικά τασσόταν υπέρ του συστήματος της απόλυτης μοναρχίας. Αργότερα, την Άνοιξη του 1839, όμως, αλλάζει πολιτική και τάσσεται υπέρ της παραχώρησης Συντάγματος. Ο Ρώσος πρεσβευτής Κατακάζυ άφηνε να διαφανεί ότι η Ρωσία δεν θα ήταν αντίθετη στη λειτουργία ολιγομελούς κοινοβουλευτικού σώματος.

Τον Φεβρουάριο του 1841, τοποθετήθηκε Υπουργός των Εξωτερικών και Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου ο ηγέτης του «αγγλικού» κόμματος, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. [34] Ο Μαυροκορδάτος, ζήτησε από τον Όθωνα την κατάργηση του Ανακτοβουλίου, που αποτελούνταν από Βαυαρούς, και την ανάθεση του Υπουργείου Στρατιωτικών σε Έλληνα και όχι σε Βαυαρό, όπως γινόταν μέχρι τότε. Ο Μαυροκορδάτος μιλούσε για συγκερασμένη απολυταρχία. [35] Κατά τον Πετρόπουλο, το πρόγραμμα Μαυροκορδάτου βρισκόταν ανάμεσα στο συντηρητισμό των Ελλήνων και στο μετριοπαθή φιλελευθερισμό της Ευρώπης. [36] Ο βασιλιάς δεν δέχτηκε τις προτάσεις του Μαυροκορδάτου. Έτσι, ο Μαυροκορδάτος αναγκάστηκε να οδηγηθεί σε παραίτηση. Κατόπιν, κανένας πολιτικός δεν αναλάμβανε την πρωθυπουργία, αν προηγουμένως δεν γινόταν δεκτές οι θέσεις του Μαυροκορδάτου. Τον Ιούλιο του 1841, ίσως από τον φόβο λαϊκής εξέγερσης, ο Όθωνας ανέθεσε το Υπουργείο των Στρατιωτικών στον Ανδρέα Μεταξά και, με αυτό τον τρόπο, πείστηκε να ορκισθεί ο Μαυροκορδάτος Υπουργός των Εσωτερικών. Τα υπόλοιπα κόμματα αντιπροσωπεύονταν ισότιμα στην κυβέρνηση. Η συνεργασία, όμως, με τον βασιλιά ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Αναπόφευκτα, ο Μαυροκορδάτος οδηγήθηκε σε παραίτηση τον Αύγουστο του 1841.

Αυτή η παραίτηση του Μαυροκορδάτου θεωρείται, από πολλούς μελετητές, ότι αποτέλεσε τον καταλύτη, που οδήγησε στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. [37] Ο Μαυροκορδάτος, με τη σθεναρή στάση του απέναντι στο βασιλιά, κατέστησε φανερό ότι ο ίδιος ο Όθωνας ήταν αυτός ο οποίος δεν ήθελε να αποδώσει την εξουσία στους Έλληνες πολιτικούς και όχι οι Βαυαροί σύμβουλοί του. Αμέσως μετά την παραίτηση Μαυροκορδάτου ανέλαβε Υπουργός Εσωτερικών το ηγετικό στέλεχος του «γαλλικού» κόμματος Δημήτριος Χρηστίδης. Το «γαλλικό» κόμμα δεν κατάφερε, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης, να ελέγξει την δημόσια διοίκηση, με τον τρόπο που το έκανε το «ρωσικό» κόμμα. Το «γαλλικό» κόμμα περιλάμβανε στις τάξεις του στελέχη που εκπροσωπούσαν σχεδόν όλες τις κοινωνικές τάξεις και δεν αποτελούσε έναν συμπαγή οργανισμό. [38] Ο αρχηγός του «γαλλικού» κόμματος, Ιωάννης Κωλέττης, ήταν αυτός, που κρατούσε ενωμένες τις διάφορες ομάδες. Ο Γάλλος πρεσβευτής Πισκατόρυ προσπαθούσε να ενισχύσει την παρουσία του «γαλλικού» κόμματος στην ελληνική πολιτική σκηνή. [39] Το 1842, το «αγγλικό» και το «ρωσικό» κόμμα ενεργούσαν σαν να βρίσκονταν σε κάποιου είδους συνασπισμό με στόχο την παραχώρηση Συντάγματος. [40] 

  1. Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και η παραχώρηση Συντάγματος

Τον Ιανουάριο του 1843, ο Υπουργός Εξωτερικών, Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, ανακοίνωσε στις Μεγάλες Δυνάμεις ότι η Ελλάδα αδυνατούσε να πληρώσει τα τοκοχρεολύσια του δανείου. Οι τρεις Δυνάμεις, από κοινού, αρνήθηκαν να διευκολύνουν την ελληνική Κυβέρνηση και πίεσαν για την σύναψη νέου δανείου. Τον Σεπτέμβριο του 1843, η ελληνική Κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποδεχθεί ότι συγκεκριμένα έσοδα θα χρησιμοποιούνταν για την απευθείας αποπληρωμή του χρέους, όπως οι φόροι χαρτοσήμου και ιδιοκτησίας. Οι τρεις ξένοι πρεσβευτές και ο εκπρόσωπος του οίκου Ρότσιλντ θα επέβλεπαν όλη τη διαδικασία και τη μεταφορά των χρημάτων στο εξωτερικό. Αυτή η σκληρή αντιμετώπιση επέσπευσε την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Αυτό ισχυρίζονται τόσο οι πρεσβευτές Πισκατόρυ και Πρόκες Όστεν όσο και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης. [41]

 

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

 

Στην προετοιμασία της επανάστασης συμμετείχαν, ως οργανωτικά και ηγετικά στελέχη, ο Μακρυγιάννης, ο Ανδρέας Μεταξάς, ο Ανδρέας Λόντος, ο Κωνσταντίνος Ζωγράφος, ο Μιχαήλ Σούτσος και Ρήγας Παλαμήδης. Στη «συνωμοσία» εντάχθηκαν οι στρατιωτικοί, μέλη του «ρωσικού» κόμματος, Δημήτριος Καλλέργης, επικεφαλής του ιππικού της Αθήνας, ο Συνταγματάρχης Σκαρβέλης, Διοικητής του πεζικού, ο Συνταγματάρχης Σπυρομήλιος, Διοικητής της Σχολής Ευελπίδων και ο Λοχαγός του πυροβολικού Σχινάς. Οι πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων πιθανόν να γνώριζαν για το κίνημα, όπως ισχυρίζεται ο Μακρυγιάννης. [42]

 Ο Όθωνας αναγκάστηκε να αποδεχθεί τα αιτήματα των επαναστατών, τα οποία, εκτός από την παραχώρηση Συντάγματος, ήταν κυρίως η απομάκρυνση όλων των Βαυαρών από τη Διοίκηση και ο σχηματισμός Κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη του λαού. Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου ανέλαβε ο Ανδρέας Μεταξάς.

  1. Η συνταγματική περίοδος

Μετά την παραχώρηση Συντάγματος, ο Ανδρέας Μεταξάς ανέλαβε Πρωθυπουργός και Υπουργός των Εξωτερικών. Είναι ο πρώτος που έφερε αυτόν τον τίτλο στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας. [43] Στην κυβέρνηση αντιπροσωπεύονταν όλα τα κόμματα. Συμμετείχαν, επίσης, σε αυτήν οι αρχηγοί του «αγγλικού» και του «γαλλικού» κόμματος, δηλαδή ο Μαυροκορδάτος και ο Κωλέττης αντίστοιχα, με την πρόσθετη ιδιότητα και των Υπουργών άνευ χαρτοφυλακίου, θέση, η οποία για πρώτη φορά εμφανίζεται στην ελληνική πολιτική ιστορία. Οι ανταγωνισμοί των κομμάτων και ο παραμερισμός του «ρωσικού» κόμματος, κατά τις διαδικασίες για τη σύγκληση της συνέλευσης, οδήγησαν τον Μεταξά σε παραίτηση. Νέος Πρωθυπουργός ορίστηκε ο Κωνσταντίνος Κανάρης, αλλά μετά την ψήφιση του Συντάγματος ο βασιλιάς όρισε διάδοχό του Πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Στις εκλογές, που ακολούθησαν, το «γαλλικό» κόμμα σχημάτισε Κυβέρνηση σε συνεργασία με το «ρωσικό» κόμμα. Το δεύτερο «αγγλικό» κόμμα αποτέλεσε την αντιπολίτευση. Στις εκλογές αυτές εκλέχθηκαν 243 βουλευτές, οι οποίοι σταδιακά εκδήλωσαν τις κομματικές του προτιμήσεις. [44] Ο Κωλέττης ορίστηκε  Πρωθυπουργός και Υπουργός Εσωτερικών αλλά και Εξωτερικών και Εκκλησιαστικών. Από το «ρωσικό» κόμμα, ο Μεταξάς έγινε Υπουργός Οικονομικών, ο Κίτσος Τζαβέλλας των Στρατιωτικών, ο Ζαφείριος Βάλβης της Δικαιοσύνης. Ο Κωλέττης κατηγορήθηκε ότι, με την ακύρωση της εκλογής πολλών βουλευτών της αντιπολίτευσης, παρενέβη και επηρέασε το τελικό αποτέλεσμα των εκλογών, πείθοντας, ταυτόχρονα, βουλευτές να στηρίξουν την κυβέρνηση, είτε με δωροδοκία είτε με υποσχέσεις. [45] Δημιουργήθηκε, έτσι, το λεγόμενο «σύστημα» του Κωλέττη, στο στρατό με τον στρατηγό Γαρδικιώτη Γρίβα αλλά και στη δημόσια διοίκηση και τη χωροφυλακή. [46] Ο πρεσβευτής της Αγγλίας Λάυονς, σε αναφορές προς την κυβέρνησή του, κατηγορούσε συνεχώς τις πρακτικές του Πρωθυπουργού Κωλέττη. Ο Υπουργός των Εξωτερικών της Αγγλίας Πάλμερστον χαρακτήριζε τον Κωλέττη «διεφθαρμένο, παράνομο, άσωτο, αντισυνταγματικό και τυραννικό». [47]

Σταδιακά, όμως, το «ρωσικό» κόμμα απομακρύνθηκε από την πολιτική του «γαλλικού» κόμματος. Τον Ιούλιο του 1845, ο Ανδρέας Μεταξάς αποχώρησε από την κυβέρνηση, λόγω διαφωνιών. Η κυριαρχία του «γαλλικού» κόμματος και της γαλλικής πολιτικής θεωρείται απόλυτη. [48] Χαρακτηριστική είναι η αποστροφή του λόγου του πρώτου Γραμματέα της πρεσβείας της Γαλλίας στην Ελλάδα, Θουβενέλ: «εμείς κυβερνούμε την Ελλάδα». Επίσης χαρακτηριστική είναι και η ομολογία του ιδίου ότι συνέταξε, τον Ιανουάριο του 1846, τον λόγο στην Βουλή τόσο του βασιλιά Όθωνα όσο και του Πρωθυπουργού Κωλέττη. [49] Ο Μακρυγιάννης υποστηρίζει ότι ο Γάλλος πρεσβευτής Πισκατόρυ ήταν αυτός που μαζί με τον Κωλέττη είχε το «δέσε και το λύσε» στην Ελλάδα. [50] Αποτέλεσμα της παραίτησης Μεταξά ήταν η συνεργασία των δύο κομμάτων της αντιπολίτευσης, του «ρωσικού» και του «αγγλικού», απέναντι στην Κυβέρνηση του «γαλλικού»  κόμματος. Η αντιπολίτευση του «ρωσικού» κόμματος εστιάστηκε στο ζήτημα της διαδοχής του Όθωνα από έναν ορθόδοξο ηγεμόνα.

Η Αγγλία άρχισε να πιέζει στο ζήτημα της καταβολής των δόσεων του δανείου των 60 εκατομμυρίων φράγκων. Τον Ιανουάριο του 1847, μοίρα του αγγλικού στόλου, υπό τον ναύαρχο Πάρκερ, εισήλθε στα ελληνικά ύδατα και αξίωσε την αποζημίωση από το ελληνικό κράτος των Άγγλων υπηκόων των Ιονίων νήσων, οι οποίοι έπεσαν θύματα Ελλήνων πειρατών. Ο Κωλέττης δεσμεύτηκε ότι η Κυβέρνηση θα λάμβανε μέτρα για να περιορίσει το φαινόμενο της πειρατείας.

Στις εκλογές, που διεξήχθησαν, το «γαλλικό» κόμμα του Κωλέττη κατάφερε περιφανή νίκη. Ο θάνατος, όμως, του Κωλέττη τον Αύγουστο του 1847, εξαιτίας νεφρικής πάθησης, άλλαξε τα δεδομένα στην ελληνική πολιτική σκηνή. Διάδοχος του Κωλέττη ορίστηκε ο Κίτσος Τζαβέλλας. Ο πρεσβευτής της Αυστρίας Πρόκες Όστεν θεώρησε ότι, με τον θάνατο του Κωλέττη, έχανε ο Όθωνας το σημαντικότερό του στήριγμα στην πολιτική σκηνή καταλήγοντας στην ακόλουθη του θέση: «ο βασιλιάς δεν έχει (άλλη επιλογή) ή να υποκύψει ή να φύγει  (να παραιτηθεί)». Ο ίδιος ο Όθωνας, σε επιστολή προς τον αδελφό του, και αναφερόμενος ευθέως στον Κωλέττη έγραφε: «είναι ο δάσκαλός μου». [51] Αντίθετα, ο Μακρυγιάννης κατηγορούσε τον Κωλέττη ότι συγκέντρωνε γύρω του όλους τους διεφθαρμένους. [52]

Στις 6 Μαρτίου 1848, παραιτήθηκε ο πρωθυπουργός Κίτσος Τζαβέλλας και, κατόπιν, σχηματίστηκε Κυβέρνηση υπό τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Η νέα Κυβέρνηση δεν είχε προσανατολισμό προς ένα συγκεκριμένο κόμμα. [53] Στις 12 Οκτωβρίου, η Κυβέρνηση παραιτήθηκε. Στις 15 Οκτωβρίου 1848, ο Κωνσταντίνος Κανάρης αναλάμβανε εκ νέου την Πρωθυπουργία. Τα μέλη της Κυβέρνησης προέρχονταν από το «ρωσικό» και το «γαλλικό» κόμμα. Απουσίαζε το «αγγλικό» κόμμα, γεγονός που έκανε εντονότερη την εχθρότητα της αγγλικής διπλωματίας.

Έτσι, η Αγγλία αξίωσε για λογαριασμό της Ιονίου Πολιτείας, που βρισκόταν υπό την κυριαρχία της, τη διεκδίκηση των νησιών Ελαφονήσου και Σαπιέντζας (βόρεια των Κυθήρων και νότια της Μεθώνης αντίστοιχα). Παράλληλα, η «υπόθεση Πατσίφικο» έδωσε αφορμή στην Αγγλία να παρέμβει στην ελληνική πολιτική. [54]

Ο Δαβίδ Πατσίφικο ήταν Εβραίος, ο οποίος χρημάτισε πρόξενος της Πορτογαλίας στην Ελλάδα, μέχρι το 1842, όταν κατηγορήθηκε για κατάχρηση. Κατόπιν, άλλαξε υπηκοότητα και έγινε Άγγλος συνεχίζοντας να διαμένει στην Αθήνα. Τον Απρίλιο του 1849, κατά τους εορτασμούς της Μεγάλης Παρασκευής, επειδή είχε απαγορευτεί το κάψιμο ομοιωμάτων του Ιούδα, λόγω της παρουσίας του Εβραίου τραπεζίτη Ρότσιλδ στην Πρωτεύουσα, πολίτες της Αθήνας εισέβαλαν στην οικία του Πατσίφικο και προέβησαν σε καταστροφές. Ο Πατσίφικο ζήτησε τη βοήθεια της αγγλικής πρεσβείας ισχυριζόμενος ότι, μεταξύ άλλων, καταστράφηκαν και πορτογαλικά αξιόγραφα αξίας 665 χιλιάδων δραχμών.

Τον Ιανουάριο του 1850, ο Άγγλος πρεσβευτής Ουάις εξουσιοδότησε τον ναύαρχο Πάρκερ να αποκλείσει το λιμάνι του Πειραιά. Παρατηρήθηκε, σύμφωνα με αναφορά του Γάλλου πρεσβευτή Θουβενέλ, μετακίνηση των ψηφοφόρων του «αγγλικού» κόμματος προς το «ρωσικό» και το «γαλλικό» κόμμα. [55] Στο μεταξύ, τον Δεκέμβριο του 1849, είχε οριστεί Πρωθυπουργός ο ναύαρχος Αντώνιος Κριεζής. Το Ιούλιο του 1850, ο αποκλεισμός τερματίστηκε. Είναι ενδεικτικό ότι η πορτογαλική κυβέρνηση διαβεβαίωσε ότι τα χρεόγραφα, που είχε στην κατοχή του ο Πατσίφικο ήταν αξίας μόνο 3.850 δραχμών. [56] 

 

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

 

  1. Ο Κριμαϊκός πόλεμος και η παρακμή των «ξενικών» κομμάτων

Αφορμή για το ξέσπασμα του Κριμαϊκού πολέμου θεωρήθηκε η διαμάχη Καθολικών και Ορθοδόξων για τον έλεγχο των Αγίων Τόπων. [57] Αιτία, όμως, ήταν ο ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων για την επικράτηση στην παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. [58] Η Ρωσία έστειλε τον ναύαρχο πρίγκιπα Μένσικωφ να απαιτήσει από την Πύλη την αναγνώριση του δικαιώματος προστασίας των Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που απέρρεε από τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή. Οι ρωσικές δυνάμεις, όταν δεν ικανοποιήθηκαν οι απαιτήσεις τους, κατέλαβαν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, ενώ ο ρωσικός στόλος, υπό την διοίκηση του ναυάρχου Νακίμωφ, κατέστρεψε εντελώς τον οθωμανικό. Το Φεβρουάριο η Αγγλία και η Γαλλία υπέγραψαν συνθήκη συμμαχίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τον Μάρτιο κήρυξαν τον πόλεμο στην Ρωσία.

Στις 12 Μαΐου 1854, γαλλικό στράτευμα, από 3.000 άνδρες, αποβιβάστηκε και κατέλαβε τον Πειραιά με σκοπό να αποτρέψει την συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο. Ο Όθωνας αναγκάστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις να διακηρύξει ουδετερότητα. Επιβλήθηκε Κυβέρνηση φιλική προς την Αγγλία και την Γαλλία, με Πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, το «Υπουργείο της κατοχής», όπως το ονόμαζαν οι σύγχρονοι. [59] Ο Άγγλος ιστορικός Ντάγκλας Ντέικιν χαρακτηρίζει τη διακυβέρνηση του Μαυροκορδάτου «δικτατορική». [60]

Ο αθηναϊκός λαός, όμως, αγανακτούσε για την παρουσία και την συμπεριφορά των ξένων στρατευμάτων. Το γεγονός, ιδιαίτερα, που έκανε αφόρητη την παρουσία των στρατευμάτων ήταν η επιδημία χολέρας, που μετέφεραν τα γαλλικά  στρατεύματα από την Βάρνα. Κατά το ξέσπασμα της επιδημίας, πέθαναν 3.000 κάτοικοι της πρωτεύουσας, το ένα δέκατο του πληθυσμού της Αθήνας. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1855, παραιτήθηκε η κυβέρνηση Μαυροκορδάτου. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος έκτοτε αποχώρησε οριστικά από την ενεργό πολιτική σκηνή. Στη νέα κυβέρνηση, Πρωθυπουργός ανέλαβε ο Δημήτριος Βούλγαρης. Τα στρατεύματα κατοχής εγκατέλειψαν την Ελλάδα, στις 15 Φεβρουαρίου 1857.[61]

Ο Κριμαϊκός πόλεμος είχε καταλυτική επίδραση στην εσωτερική πολιτική κατάσταση της Ελλάδας. Εξαιτίας της ξένης κατοχής και της συμπεριφοράς των συμμαχικών στρατευμάτων, ο ελληνικός λαός έχασε κάθε εμπιστοσύνη στις Μεγάλες Δυνάμεις και πλέον δεν εξαρτούσε την πρόοδο του έθνους και την πραγμάτωση των επιδιώξεών του από την βοήθεια της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας. [62]   

Συμπεράσματα

 

Οι αρχηγοί των ξενικών κομμάτων δεν λειτουργούσαν ως πράκτορες των Μεγάλων Δυνάμεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλές φορές συγκρούστηκαν με τις κυβερνήσεις των χωρών που συμπαθούσαν. Ο Μαυροκορδάτος διατύπωνε την εξής άποψη: «είμαστε Έλληνες και όχι Ρώσοι, Άγγλοι ή Γάλλοι». Επίσης, τα γαλλικά στρατεύματα αντιτάχθηκαν στα ρουμελιώτικα σώματα του αρχηγού του «γαλλικού» κόμματος, Ιωάννη Κωλέττη. [63] Ο Hering υποστηρίζει ότι τα ξενικά κόμματα δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε κόμματα προσωπικοτήτων, γιατί αρχηγοί τους γίνονταν ακόμη και αμόρφωτοι αγωνιστές, ούτε κόμματα ενσωμάτωσης μαζών. [64] Και συνεχίζει χαρακτηρίζοντας τα κόμματα «συνδυασμό απολίθωσης ορισμένων παραδόσεων», όπως η Ορθοδοξία, και επιθυμίας ταχύρρυθμου εξευρωπαϊσμού. Κοινές θέσεις και των τριών κομμάτων μπορούμε να θεωρήσουμε: α) την επιθυμία για παραχώρηση συντάγματος, β) την απόδοση αξιωμάτων σε Έλληνες – όχι στους Βαυαρούς- και γ) την υποστήριξη του αλυτρωτισμού και της απελευθέρωσης των ομογενών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. [65] Τα κόμματα είχαν πολύ καλά δομημένη τοπική οργάνωση, αν συγκρίνουμε με το γεγονός ότι στην Αγγλία κομματικές οργανώσεις ιδρύθηκαν μόλις το 1860.

Συνολικά, η πολιτική δράση των λεγόμενων ξενικών κομμάτων είχε τόσο θετικές, όσο και αρνητικές συνέπειες. Αυτή την πολιτική περίοδο, κατά πρώτον, επιτεύχθηκε η παραχώρηση του πρώτου Συντάγματος της Ελλάδας. Και, κατά δεύτερον, τέθηκαν οι βάσεις για την ανάληψη της εξουσίας από Έλληνες πολιτικούς και όχι από ξένους. Αρνητικό στοιχείο μπορεί να θεωρηθεί η συνεχής παρέμβαση των τριών Μεγάλων Δυνάμεων στην εσωτερική πολιτική με τις διχαστικές συνέπειες που αυτή συνεπαγόταν. Η πολιτική δράση των ξενικών κομμάτων θα σταματήσει ουσιαστικά μετά την λήξη του Κριμαϊκού Πολέμου και την ξενική κατοχή που την ακολούθησε.

 

Υποσημειώσεις


[1] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Αθήνα 1977, 27. Επίσης, J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1997, 70.

[2] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 144.

[3] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 29. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, τόμ. Α΄, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2008, 26. Ο Παπαρηγόπουλος ισχυρίζεται ότι η επιθυμία για συνταγματικές ελευθερίες ήταν απολύτως ξένη στη συνείδηση του έθνους. Απέδιδε την πίεση για παραχώρηση συντάγματος σε συνωμοσία της βρετανικής διπλωματίας. Ο δε Καρολίδης παρουσιάζει τον κοινοβουλευτισμό ως τον κύριο εχθρό του έθνους, για το οποίο βλ. ό.π., 28.

[4] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 163. Ο εμφύλιος που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια φανάτισε τους οπαδούς του «γαλλικού» και του «αγγλικού» κόμματος, με αποτέλεσμα να διασπασθεί η συνταγματική παράταξη.

[5] Αν και χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για την ύπαρξη πελατειακών σχέσεων στο «αγγλικό» κόμμα ο γάμος του Σπυρίδωνα Τρικούπη με την αδελφή του Μαυροκορδάτου, το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να στηρίξει την υπόθεση ότι το κόμμα στηριζόταν στο πελατειακό σύστημα, καθώς αυτή είναι μία μεμονωμένη περίπτωση. Βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 105.

[6] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 168. Επίσης, το «γαλλικό» κόμμα ήταν σύμπραξη πολλών τοπικών αρχόντων και δεν είχε τόσο μεγάλη συνοχή, όπως το «αγγλικό».

[7] G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 118.

[8] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 34-35.

[9] Ο Μάουρερ υποστήριζε ότι όπως οι Έλληνες τον 14ο και 15ο αιώνα έφεραν την ελληνική σοφία στην Ευρώπη, έτσι τώρα οι Ευρωπαίοι έπρεπε να επαναφέρουν το φως στην πατρίδα του από την οποία είχε εκλείψει τόσο καιρό, για το οποίο βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 194-195.

[10] Το 1834 είχαν έρθει στην Ελλάδα 5.000 Βαυαροί στρατιωτικοί και όλοι οι διοικητές ήταν ξένοι. Αντίθετα στο ναυτικό δεν τοποθετήθηκαν ξένοι, για το οποίο βλ. ό.π., 196.

[11] Ο Κωλέττης είχε στόχο, εκείνη την περίοδο, την εκδίωξη των Βαυαρών και την παραχώρηση Συντάγματος, G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 218.

[12] Η Αντιβασιλεία μεροληπτούσε κατά του «ρωσικού» κόμματος, για το οποίο βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 235.

[13] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, Εστία, Αθήνα 2014, 54.

[14] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 237.

[15] Πολλοί Έλληνες πίστευαν τότε ότι πίσω από την μυστηριώδη ανώτατη αρχή της Φιλικής Εταιρείας βρισκόταν ο τσάρος της Ρωσίας, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 222.

[16] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 46. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 237.

[17] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 238.

[18] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 46-47.

[19] ό.π., 48-49.

[20] ό.π., 51. Το «αγγλικό» και το «ρωσικό» κόμμα είχαν κοινό μέτωπο κατά της Αντιβασιλείας, για το οποίο βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 241.

[21] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 58-59.

[22] Ο Άρμανσμπεργκ είχε την απόλυτη εμπιστοσύνη του βασιλιά Λουδοβίκου της Βαυαρίας για τρεις λόγους: α) απολάμβανε την εμπιστοσύνη της Ευρώπης β) είχε άριστη γνώση των ελληνικών πραγμάτων και γ) είχε αναμφισβήτητα διοικητικά προσόντα. Βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 267.

[23] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 64.

[24] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 293.

[25] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 65. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 304-305.

[26] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 67.

[27] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843). Ο Όθωνας τη δεύτερη ημέρα της άφιξης του στην Ελλάδα απέλυσε τον Άρμανσμπεργκ. Ο Ρούντχαρντ σε επιστολή του στον Μέττερνιχ, τον Σεπτέμβριο του 1837, υποδεικνύει ότι ο Όθωνας δεν πρέπει να παραχωρήσει σύνταγμα, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 194 υποσ. 315.

[28] Ο Ρούντχαρντ είχε υποβάλει στον Όθωνα δύο αιτήσεις παραίτησης, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 195-196. Ο Ρούντχαρντ είχε την υποστήριξη της Ρωσίας και την αντιπάθεια της Αγγλίας, εξαιτίας της αντικατάστασης του Άρμανσμπεργκ, για το οποίο βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 312. Η Αγγλία παρουσίαζε τον Ρούντχαρντ δημιούργημα αυστρορωσικής διπλωματίας, για το οποίο βλ. ό.π., 335.

[29] D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας (1770-1923), Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1989, 117.

[30] Ο Όθωνας, σε επιστολή προς τον πατέρα του, τον Ιανουάριο του 1840, χαρακτηρίζει το «αγγλικό» και «γαλλικό» κόμμα ως «ελευθεριοκαπήλους», G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 194 υποσ. 313. Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 72-73.

[31] Το «ρωσικό» κόμμα χαρακτηριζόταν για την δυσπιστία προς την Δύση. Οπαδοί του ήταν, εκείνη την εποχή, ακτήμονες, αγωνιστές, χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί, χαμηλόβαθμοι δημόσιοι υπάλληλοι, φτωχοί και μοναχοί,  G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 225.  Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 73-74.

[32] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 328. Ο Οικονόμος είχε έρθει από την Ρωσία το 1834.

[33] ό.π., 334.

[34] Ο Μαυροκορδάτος υποστήριζε ότι η Ελλάδα έπρεπε πρώτα να εξελιχθεί και να αναπτυχθεί εσωτερικά και ύστερα να επιδιώξει εδαφική επέκταση. Το «αγγλικό» κόμμα πρέσβευε το αντιπροσωπευτικό σύστημα, τη διάκριση των εξουσιών και την παραχώρηση συντάγματος. Ο Hering χαρακτηρίζει τις θέσεις του «αγγλικού» κόμματος ρεαλιστικές, στο G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, ό.π., 199-200.

[35] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 532.

[36] ό.π., 531.

[37] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 86.

[38] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 551. Η Γαλλία στην Ελλάδα δεν συμμετείχε στους κομματικούς μηχανισμούς, αλλά ασκούσε άμεσο έλεγχο μέσω του Regny, για το οποίο βλ. ό.π., 557.

[39] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 88.

[40] ό.π., 89.

[41] ό.π., 90.

[42] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 107.

[43] Ν. Διαμαντούρος, «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, 105.

[44] Οι ψηφοφόροι έγραφαν σε ένα χαρτί, εν είδει ψηφοδελτίου, τα ονόματα των βουλευτών, τους οποίους ψήφιζαν. Στο ίδιο χαρτί μπορούσαν να γράψουν ονόματα υποψηφίων από διάφορα κόμματα, εφόσον δεν υπήρχαν ψηφοδέλτια των κομμάτων. Άλλωστε η έννοια «κόμμα» δεν υπήρχε ούτε στο Σύνταγμα ούτε στον εκλογικό Νόμο, G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 263-264.

[45] Ν. Διαμαντούρος, «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», 119.

[46] Η βασίλισσα Αμαλία έλεγε για τον Κωλέττη: «δεν μπορεί να παραδεχθεί κανείς ότι είναι πολύ συνταγματικός», G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 294.

[47] Ο Μακρυγιάννης κατηγορούσε τον Κωλέττη για πλουτισμό στον Όθωνα χωρίς να μπορεί να το αποδείξει, στο Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 141. Ο Hering θεωρεί την κατηγορία αυτή άκριτη, καθώς, μετά τον θάνατο του Κωλέττη, χρειάστηκε νόμος για να σβηστούν τα χρέη του, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 220 υποσ. 87.

[48] Το «γαλλικό» κόμμα στόχο είχε την συνέχιση του αγώνα κατά των Τούρκων, δικαιοσύνη για τους αγωνιστές και διανομή γης στους αγωνιστές. Οι οπαδοί του εξέφραζαν την αντίθεσή τους στους Φαναριώτες και στους διανοούμενους, ενώ οι μάχιμοι αγωνιστές του αρνούνταν να ενταχθούν στον τακτικό στρατό, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 209.

[49] Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), τόμος Α΄ (1828-1862), Πάπυρος, Αθήνα 1966, 214.

[50] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 144. Ο Μακρυγιάννης ονομάζει σκωπτικά τον Κωλέττη «γκενεράλ Κωλέτη».

[51] Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), 220.

[52] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 160.

[53] Ν. Διαμαντούρος, «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», 135.

[54] ό.π., 137-139. Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), 226-227.

[55] Ν. Διαμαντούρος, «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», 140.

[56] Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), 231.

[57] Μ. Λάσκαρις, Το Ανατολικό Ζήτημα, τόμος Α΄ (1800-1923), Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1978, 107-109. Στ. Παπαδόπουλος, «Ο Κριμαϊκός Πόλεμος και ο Ελληνισμός», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, 143.

[58] Ο Κολιόπουλος θεωρεί βασικά αιτίες του πολέμου την προκλητική ρωσική πολιτική, που δεν άφηνε περιθώρια οπισθοχωρήσεως στους αντιπάλους της, καθώς και την αδυναμία της βρετανικής κυβέρνησης να ακολουθήσει σταθερή πολιτική αντιστεκόμενη στην πίεση της κοινής της γνώμης εντός της Αγγλίας, για το οποίο βλ. Ι. Κολιόπουλος, Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945. Από την Γαλλική Επανάσταση στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1993, 195.

[59] Στ. Παπαδόπουλος, «Ο Κριμαϊκός Πόλεμος και ο Ελληνισμός», 148.

[60] D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας (1770-1923), 136.

[61] Στ. Παπαδόπουλος, «Ο Κριμαϊκός Πόλεμος και ο Ελληνισμός», 167.

[62] 62 ό.π..

[63] G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 267.

[64] ό.π., 268-269.

[65] ό.π., 272, 274.

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Διαμαντούρος, Νικηφόρος (1977), «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
  • Κολιόπουλος, Ιωάννης (1993), Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945. Από την Γαλλική Επανάσταση στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Θεσσαλονίκη: Βάνιας.
  • Λάσκαρις, Μιχαήλ (1978), Το Ανατολικό Ζήτημα, τόμος Α΄ (1800-1923), Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναρά.
  • Μακρυγιάννης, Ιωάννης (2014), Απομνημονεύματα, τόμοι Α΄ και Β΄, Αθήνα: Εστία.
  • Μαρκεζίνης, Σπυρίδων (1966), Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), τόμος Α΄ (1828-1862), Αθήνα: Πάπυρος.
  • Παπαδόπουλος, Στέφανος (1977), «Ο Κριμαϊκός Πόλεμος και ο Ελληνισμός», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
  • Πετρόπουλος, Ιωάννης & Κουμαριανού, Αικατερίνη (1977) «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
  • Dakin, Douglas (1989), Η ενοποίηση της Ελλάδας (1770-1923), Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
  • Hering, Gunnar (2008), Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
  • Petropulos, John (1997), Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), τόμοι Α΄ και Β΄, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.

 

Τηλέμαχος Καλομοίρης,

Φιλόλογος (Δρ) – Νομικός ΑΠΘ// Εκπαιδευτικός

Σύλλογος Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας «σὺν Ἀθηνᾷ».

Τί δεῖ τὸ κύριον εἶναι τῆς πόλεως; (Ἀριστ. Πολ.)

Πρακτικά 2ου Πανελληνίου Συνεδρίου Πολιτικής Φιλοσοφίας, Καβάλα, Αύγουστος 2018.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Το Ναύπλιο και τα σχέδια κατάληψής του στις παραμονές του Τέταρτου Βενετοτουρκικού Πολέμου (1570-1573) – Κώστας Τσικνάκης, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Πορτραίτο του Ισπανού βασιλιά Καρόλου Ε΄, γνωστού και ως Κάρολου Κουίντου (1500-1558), έργο του Tiziano Vecelli το 1550, Kunsthistorisches Museum Vienna.

Στις πρώτες δεκαετίες του 16ου αι. η Πελοπόννησος αποτέλεσε πεδίο αντιπαρά­θεσης των τριών κύριων πολιτικών δυνάμεων της εποχής. Η σταδιακή διείσδυση σε αυτήν των Τούρκων περιόριζε σε μεγάλο βαθμό τις κινήσεις των Βενετών, που είχαν χάσει τα περισσότερα ερείσματά τους στην περιοχή. Δίπλα στους δύο αυτούς αντιπάλους ήλθε να προστεθεί η Ισπανία. Από το 1515, όταν και ίδρυσε προξενείο στην Κέρκυρα, άρχισε να ενδιαφέρεται για τον ελληνικό χώρο. Ειδικά ως προς τον χώρο της Πελοποννήσου, συζητούσε την πιθανότητα οργάνωσης εκστρατείας εναντίον της. Το όψιμο ενδιαφέρον του Ισπανού βασιλιά Καρόλου Ε΄ για τη χερσόνησο, όπως προέκυψε στην πορεία, εξυπηρετούσε άλλες σκοπιμότητες. Κύριος στόχος του ήταν να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στις τουρκικές επιθέσεις στη Βιέννη, να διακόψει την ακτοπλοϊκή σύνδεση Κωνσταντινούπολης – Αλγερίου και να αποκτήσει μόνιμες βάσεις στην ανατολική Μεσόγειο.

Η σύγκρουση ανάμεσα στις τρεις δυνάμεις κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια του τρίτου βενετοτουρκικού πολέμου (1537-1540). Το καλοκαίρι του 1540, όταν πλέον η συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων έδειχνε αδύνατη, οι Βενετοί ήλθαν σε επαφή με τους Τούρκους και αποδέχτηκαν την υπογραφή συνθήκης ειρήνης. Στο πλαίσιο αυτό δόθηκαν εντολές στις βενετικές αρχές του Ναυπλίου να ενημερώσουν τους κατοίκους του πως σύντομα θα παρέδιδαν την πολιορκούμενη πόλη. Εκείνοι, αντιδρώντας σε μια τέτοια προοπτική, ειδοποίησαν τον Κάρολο Ε΄ να στείλει γρήγορα δυνάμεις για να του παραδώσουν την πόλη.

Η ισπανική πλευρά, αντιμετωπίζοντας θετικά την υπόθεση, κινήθηκε γρήγορα. Ο επικεφαλής του στόλου Andrea Doria κατευθύνθηκε προς το Ιόνιο, ώστε να παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις και να είναι έτοιμος να παρέμβει. Παράλληλα, ο αντιβασιλιάς της Σικελίας Ferrante Gonzaga έστειλε στο Ναύπλιο τον αξιωματικό του ισπανικού στρατού Πέτρο Σέκουλα. Ο τελευταίος, που καταγόταν από το Ναύπλιο, είχε εντολή να έλθει σε επαφή με τους συμπατριώτες του και να καθορίσουν από κοινού τον τρόπο δράσης τους. Όλα τα παραπάνω γεγονότα περιήλθαν σε γνώση της Βενετίας, που αντέδρασε μεθοδικά. Αφού διαμαρτυρήθηκε προς τον Κάρολο Ε΄ για τις ισπανικές κινήσεις στο Ιόνιο, φρόντισε να στείλει δικό της στόλο στην περιοχή για τον έλεγχο της κατάστασης. Με αξιωματούχους της, που ήλθαν στον Ναύπλιο, κατάφερε να πείσει τους κατοίκους για την ανάγκη παράδοσης της πόλης στους Τούρκους. Τέλος, ειδοποίησαν τους Τούρκους για την επικείμενη άφιξη του Πέτρου Σέκουλα. Έτσι, μόλις έφθασε αυτός στον ελληνικό χώρο μαζί με συνεργάτες του, συνελήφθηκαν και οδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου, αφού υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια, αποκεφαλίστηκαν.

Με την παράδοση του Ναυπλίου και της Μονεμβασίας, στις 21 και 23 Νοεμβρίου 1540 αντίστοιχα, όλη πλέον η Πελοπόννησος είχε περιέλθει κάτω από την εξουσία των Τούρκων. Οι όποιες ελπίδες υπήρχαν για τον έλεγχό της, τόσο από τη Βενετία όσο και από την Ισπανία, εξανεμίστηκαν. Έτσι, τερματιζόταν η εκκρεμότητα που υπήρχε τα προηγούμενα χρόνια ως προς το μέλλον της χερσονήσου. Οι δύο νέες κτήσεις εντάχθηκαν σταδιακά στο υφιστάμενο διοικητικό σύστημα των νέων κυριάρχων και πολύ γρήγορα η ζωή σε αυτές επανήλθε σε κανονικούς ρυθμούς.

Λίγους μήνες μετά την κατάληψη του Ναυπλίου, με πρεσβεία που έστειλαν κάτοικοι της πόλης προς τον οικουμενικό πατριάρχη Ιερεμία Α΄, ζήτησαν την ανασύσταση της μητρόπολής τους. Το αίτημά τους έγινε αμέσως δεκτό. Στη θέση του μητροπολίτη Άργους και Ναυπλίου, με έδρα το Ναύπλιο, το­ποθετήθηκε το 1541 ο Δωρόθεος. Το 1576, όπως σημείωνε ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς στο Οδοιπορικόν του, ο μητροπολίτης Ναυπλίου είχε ιερείς 150 και οσπίτια χιλιάδας τέσσαρας.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο στρατηγικής σημασίας χώρος της Πελοποννήσου εξακολουθούσε να απασχολεί τη Βενετία. Η επανακατάληψή του, στο πλαίσιο των γενικότερων ανακατατάξεων που επρόκειτο να συμβούν στην ευ­ρύτερη περιοχή, αποτελούσε μία από τις ανομολόγητες προτεραιότητές της.

Κι ενώ όλα έδειχναν πως η Ισπανία στα χρόνια του Φιλίππου Β΄ είχε αποσύρει το ενδιαφέρον της ως προς την ανατολική Μεσόγειο, η διεθνής συγκυρία την υποχρέωσε να αλλάξει στάση. Η συνεχιζόμενη εξάπλωση των Τούρκων στη βόρεια Αφρική και η επανάσταση των κρυπτομουσουλμάνων (moriscos) στην Ανδαλουσία, το 1568, προβλημάτισαν τον Φίλιππο Β΄. Αυτές θεωρήθηκαν εξελίξεις που μπορούσαν μελλοντικά να θέσουν σε αμφισβήτηση τη θέση του και για τον λόγο αυτό έπρεπε να τύχουν δυναμικής απάντησης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες άρχισε να αναζητά τρόπους προκειμένου να διεισδύσει ξανά στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Απώτερος στόχος του η δημιουργία κλίματος έντασης στην περιοχή, γεγονός που θα υποχρέωνε τους Τούρκους να έλθουν μαζί του σε διαπραγματεύσεις για το μέλλον συνολικά της Μεσογείου.

Η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος της Ισπανίας για τον ελληνικό χώρο ανησύχησε τη Βενετία. Σε έναν χώρο στον οποίο παραδοσιακά ασκούσε μεγάλη επιρροή, προστέθηκε ξανά ένας ακόμη ισχυρός αντίπαλος, γεγονός που άλλαζε τον υφιστάμενο συσχετισμό δυνάμεων.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο μεγάλων πολιτικών δυνάμεων της Δύσης έλαβε μεγάλες διαστάσεις στις παραμονές του τετάρτου βενετοτουρκικού πολέμου (1570-1573). Είναι η περίοδος κατά την οποία στην ελληνική χερσόνησο περιοδεύουν διάφοροι μυστικοί πράκτορές τους. Οι κινήσεις όλων αυτών των προσώπων μοιάζουν. Κινούμενα προσεκτικά, συλλέγουν πληροφορίες για τις αμυντικές δυνατότητες των φρουρίων της, εντοπίζουν ατέλειες και επιδιώκουν να εντάξουν ισχυρούς τοπικούς παράγοντες στα συνωμοτικά σχέδια που επεξεργάζονταν. Προκειμένου να τους προσεταιριστούν, δεν δι­στάζουν να τους δίνουν υποσχέσεις για μελλοντική αποκατάστασή τους.

Επίκεντρο όλων σχεδόν των πρωτοβουλιών που εκδηλώνονται τόσο από τη βενετική όσο και από την ισπανική πλευρά, ήταν η Πελοπόννησος. Ως πρώτο βήμα, και από τις δύο πλευρές, εξεταζόταν η δυνατότητα οργάνωσης στην περιοχή επαναστατικών κινήσεων, με στόχο την απελευθέρωσή της. Σημαντική θέση, στο πλαίσιο της συνολικότερης εξέγερσης, κατείχε η κατάληψη του Ναυπλίου, το οποίο αποτελούσε, άλλωστε, το κέντρο της Πελοποννήσου.

Από τα σχέδια που υποβλήθηκαν εκείνη την περίοδο προς τις ισπανικές αρχές και σχετίζονται με την Πελοπόννησο, ξεχωρίζουν τρία: το πρώτο κατα­τέθηκε στις αρχές της άνοιξης του 1569 από τον διοικητή των «στρατιωτών» του ισπανικού στρατού της Φλάνδρας Πέτρο Μενάγια. Για την πατρότητα του δεύτερου σχεδίου, το οποίο υποβλήθηκε το φθινόπωρο του 1569, φιλο­νικούσαν ο Iωάννης Bάρελης και ο Ιωάννης Ακκίδας, που κατάγονταν από οικογένειες κωδικογράφων και εμπόρων ελληνικών χειρογράφων, και είχαν κοινά ενδιαφέροντα. Το τρίτο συνωμοτικό σχέδιο κατατέθηκε τον Ιούνιο του 1570. Εμπνευστής του ήταν ο Γεώργιος Μειζότερος από την Τριπολιτσά, που είχε υπηρετήσει για πολλά χρόνια σε στρατιωτικές ομάδες τόσο της Βενετίας όσο και της Ισπανίας ως διοικητής Ελλήνων «στρατιωτών».

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ένα από τα σχέδια, εκείνο του Πέτρου Μενάγια, υπήρχε πρόχειρο σκαρίφημα της Πελοποννήσου, στο οποίο σημειώνονταν τα μεγάλα στρατιωτικά κέντρα των Τούρκων στη χερσόνησο.

Και στα τρία σχέδια που υποβλήθηκαν, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις προέβλεπαν την απελευθέρωση της Πελοποννήσου. Διαφοροποιούνταν, ωστόσο, ανάλογα με τον εμπνευστή του, ως προς τις περιοχές που θα εκδηλώνονταν οι επαναστατικές κινήσεις. Σε εκείνο του Πέτρου Μενάγια, που καταγόταν από τα Πυργιά Κυπαρισσίας, το επίκεντρο τοποθετούνταν στην περιοχή της Μεσσηνίας, στο σχέδιο των Ιωάννη Βάρελη και Ιωάννη Ακκίδα στη βόρεια Πελοπόννησο και στο σχέδιο του Γ. Μειζότερου, που καταγόταν από την Τριπολιτσά, στην κεντρική Πελοπόννησο.

Το Ναύπλιο, σύμφωνα με το σχέδιο των Ιωάννη Βάρελη και Ιωάννη Ακκίδα, συμπεριλαμβανόταν στις πόλεις που ήταν απαραίτητο να καταλη­φθούν. Το ισχυρό φρούριό του, σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε συλλέξει ο Πέτρος Μενάγιας, προστάτευαν τότε 600 άνδρες. Δεν αναφέρονται πληροφορίες, ωστόσο, για συνωμοτικές κινήσεις που οργανώνονταν στην πόλη. Για την επιτυχία των σχεδίων προβλεπόταν η συμμετοχή στις επιχειρήσεις ομάδων «στρατιωτών» που υπηρετούσαν σε μονάδες του ισπανικού στρατού της Φλάνδρας και της Ιταλίας. Η πίεση των συγκεκριμένων ομάδων για την ανάληψη δράσης, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, υπήρξε καθοριστική.

Σε μια προσπάθεια των μυστικών πρακτόρων να δελεάσουν την ισπανική πλευρά και να υιοθετήσει τα σχέδιά τους, εκθείαζαν τη σημασία που είχε η Πελοπόννησος στον χώρο της Ανατολής. Οι προτάσεις τους προκάλεσαν αρχικά το ενδιαφέρον της ισπανικής πλευράς. Εκείνη, ωστόσο, με εξαίρεση το σχέδιο των Ιωάννη Βάρελη και Ιωάννη Ακκίδα, που φαινόταν πιο πρακτικό, δεν έδωσε συνέχεια στις υποθέσεις. Αυτό οφειλόταν στη μεγάλη έκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και στα τεράστια έξοδα που απαιτούνταν να γίνουν, ώστε να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα.

Όλες οι παραπάνω κινήσεις ήταν σε γνώση της Βενετίας, που ψύχραιμα παρακολουθούσε τις εξελίξεις και αναζητούσε τρόπους αντίδρασης στην ισπανική διείσδυση στον ελληνικό χώρο. Η θέση της, ωστόσο, ήταν εξαιρετικά δυσμενής, καθώς έπρεπε να δραστηριοποιηθεί με μεγάλη μυστικότητα, ώστε να μην προκαλέσει προβλήματα στις διπλωματικές σχέσεις της με τους Τούρκους. Η ευκαιρία που περίμενε για την εντονότερη δραστηριοποίησή της δεν άργησε να δοθεί.

Με την έναρξη του τετάρτου βενετοτουρκικού πολέμου, την άνοιξη του 1570, το σκηνικό άλλαξε. Απέναντι στην τουρκική επίθεση κατά της Κύπρου κρίθηκε σκόπιμο, παράλληλα με την αντιμετώπισή της σε στρατιωτικό επίπεδο, να οργανωθούν επαναστατικές κινήσεις στον ελληνικό χώρο. Αυτές θα δημιουργούσαν σύγχυση στον αντίπαλο και θα τον δυσκόλευαν να εστιάσει την προσοχή του στον βασικό στόχο του. Προς αυτή την κατεύθυνση κινητοποιήθηκαν αμέσως διάφοροι μυστικοί πράκτορες, με θεαματικά αποτελέ­σματα. Κάθε πληροφορία για τις επιχειρησιακές δυνατότητες των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων ήταν πολύτιμη.

Το κρίσιμο εκείνο διάστημα η συμβολή του ελληνικού παράγοντα της πόλης υπήρξε καθοριστική. Η κινητοποίηση που εκδηλώθηκε στους κόλπους της Ελληνικής Αδελφότητας Βενετίας, μόλις έγινε αντιληπτή η βενετική πρόθεση για ανάληψη στρατιωτικής δράσης στον ελληνικό χώρο, υπήρξε έντονη.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρθηκαν όσα μέλη της Αδελφότητας κατάγονταν από το Ναύπλιο. Με νωπές ακόμα στο μυαλό τους τις μνήμες της γενέθλιας πόλης θεώρησαν πως ανοίγονταν κάποιες ελπίδες για την κατάληψή της. Ανάμεσά τους ήταν και ο λόγιος Γρηγόριος Μαλαξός, που πρότεινε την υποκίνηση επαναστατικής κίνησης στον ελληνικό χώρο, την οποία θα ενίσχυε ο οικουμενικός πατριάρχης Μητροφάνης Γ΄.

Αποδέκτης του προβληματισμού που αναπτυσσόταν τότε, ήταν και ένα πρόσωπο που γνώριζε καλά τον ελληνικό χώρο. Πρόκειται για τον Ναυπλιώτη λόγιο Ανδρέα Λονδάνο, απόφοιτο του Πανεπιστημίου της Πάντοβας και ιππότη του Τάγματος του Αγίου Στεφάνου της Τοσκάνης. Είχε παντρευτεί την Ιζαμπέτα, κόρη του επίσης Ναυπλιώτη πλούσιου εμπόρου και πλοιοκτήτη Ανδρόνικου Κουβλή του Κανάκη, και διέθετε μεγάλο κύρος στους βενετικούς κύκλους.

Την άνοιξη του 1570 αναζήτησε τρόπους για την κατεύθυνση προς την οποία έπρεπε να κινηθούν οι βενετικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, και δεν άργησε να συγκεκριμενοποιήσει τις προτάσεις του. Έτσι, στις 7 Ιουνίου εμφανίστηκε στους επικεφαλής του Συμβουλίου των Δέκα (capi del Consiglio dei Dieci) και υπέβαλε δύο προτάσεις για στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Σε αυτές, υποστήριζε, θα συμμετείχε ενεργά ο ντόπιος πληθυσμός, σύμφωνα με έγγραφες διαβεβαιώσεις που είχε από κατοίκους της Αλβανίας, της Χιμάρας και της Μάνης…

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Το Ναύπλιο και τα σχέδια κατάληψής του στις παραμονές του Τέταρτου Βενετοτουρκικού Πολέμου (1570-1573)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

La période italienne de Marco Renieri et ses premières années en Grèce – Roxane D. Argyropoulos


 

Κυκλοφόρησε από το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, στη Γαλλική γλώσσα, το νέο βιβλίο της Αργείας στην καταγωγή ομότιμης Διευθύντριας Eρευνών στο Ινστιτούτο Nεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Pωξάνης Δ. Aργυροπούλου, με τίτλο «La période italienne de Marco Renieri et ses premières années en Grèce».

Η Pωξάνη Aργυροπούλου, έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα με κύριο άξονα την ιστορία της νεοελληνικής και ευρωπαϊκής φιλοσοφίας από τον δέκατο όγδοο έως τον εικοστό αιώνα με έμφαση στον Διαφωτισμό και το κίνημα του ρομαντισμού. Οι έρευνές της την οδήγησαν επίσης στην κριτική έκδοση ανέκδοτων φιλοσοφικών έργων αυτής της περιόδου.

 

La période italienne de Marco Renieri et ses premières années en Grèce

 

O Μάρκος Ρενιέρης συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πρωτεργάτες του νεοελληνικού Κράτους. Γεννήθηκε στην Τεργέστη το 1815, μεγάλωσε όμως στη Βενετία, όπου πήγε στο Liceo Santa Caterina και αργότερα σπούδασε νομικά. Με ευρεία καλλιέργεια, συνεργάσθηκε σε νεαρή ηλικία με τον Αιμίλιο Τυπάλδο, που κυριαρχούσε στην πνευματική ζωή της πόλης. Ανέπτυξε μακρόχρονη φιλία με τον N. Tommaseo, ενώ συμμερίσθηκε με σημαντικούς διανοουμένους του Risorgimento τους πολιτικούς τους οραματισμούς για την ανεξαρτησία της πατρίδας τους.

Συντάσσει φιλοσοφικά δοκίμια όπου ακολουθεί τη βικιανή φιλοσοφία και ιδιαίτερα εγκωμιάζει τον σύγχρονό του φιλόσοφο και νομομαθή G. D. Romagnosi. Ακόμη συγγράφει ένα διήγημα με ισπανικό θέμα καθώς και ορισμένα άρθρα στη Biografia degli Italiani illustri αναφορικά με μορφές της ιταλικής διανόησης. Ωστόσο, παρά τις εγκωμιαστικές κριτικές που απέσπασε, αποφάσισε το 1835 να εγκαταλείψει οριστικά τη Βενετία για να εγκατασταθεί στην Αθήνα.

Ξεκινά τότε για αυτόν μία δύσκολη περίοδος προσαρμογής στον τόπο καταγωγής του. Με την πάροδο του χρόνου, επαναπροσδιόρισε την πολιτιστική του ταυτότητα, μετατοπίζοντας τα ενδιαφέροντά του στην υπεράσπιση της  νεοελληνικής ιδεολογίας. Αποδέχθηκε τις απόψεις του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου για την ιστορία του ελληνισμού, ενώ ταυτόχρονα έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη μεταλαμπάδευση του ευρωπαϊκού πολιτισμού στον ελληνικό χώρο και αφιέρωσε ορισμένα του έργα σε πρόσωπα της ελληνικής ιστορίας τα οποία ενθάρρυναν την προσέγγιση με τον κόσμο της Δύσης.

ISBN: 978-960-9538-81-7 / Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών / Σειρά: Μονογραφίες / Αρ. 153 / Αθήνα 2019 / 17x 24 εκ. / 178 σ.

 

Έργα της ιδίας που έχει παρουσιάσει η Αργολική Βιβλιοθήκη:

 

 

Καλαφάτη Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929) – Από τις προδιαγραφές στον προγραμματισμό», Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας – Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα, 1988.


 

Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929)

Σήμερα στην Ελλάδα το σχολικό κτίριο αποτελεί βασικό στοιχείο του συστήματος κοινωνικού εξοπλισμού. Συνδεδεμένα με ένα θεσμό εθνικό, τα διδακτήρια ανήκουν σ’ εκείνες τις εγκαταστάσεις που θεωρούνται απαραίτητες για τη ζωή της κοινότητας. Το κτιριολογικό τους πρόγραμμα και οι κατασκευαστικές προδιαγραφές απασχολούν αρχιτέκτονες και παιδαγωγούς και αποτελούν αντικείμενο θεσμικών και διοικητικών ρυθμίσεων. Υπάρχει ένας κρατικός οργανισμός που έχει ως αποκλειστικό έργο την κατασκευή τους και μια διεύθυνση στο Υπουργείο Παιδείας που μελετά τις ανάγκες και προγραμματίζει την κάλυψη τους σε εθνικό επίπεδο. Ενώ το γεγονός, ότι αυτές οι ανάγκες δύσκολα καλύπτονται, θεωρείται κοινωνικό πρόβλημα. Τέλος, έχει διαμορφωθεί μια «κανονική» εικόνα κτιρίου, που επιτρέπει την ανάγνωση της χρήσης μέσω του χώρου και αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά σημεία του κτισμένου τοπίου.

Αυτές οι πρακτικές και παραστάσεις είναι, ωστόσο, φαινόμενο αρκετά πρόσφατο. Στα 1911, σ’ ένα άρθρο του με προγραμματικό χαρακτήρα για τους στόχους και τα καθήκοντα της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής, ο Εμμ. Κριεζής διαπιστώνει: «Ενώ ο ναός και ο οίκος του χωρικού υπέστησαν την εξέλιξίν των δια μέσου πολλών αιώνων, ήτις βραδέως και διαδοχικώς έφθανεν από βαθμίδας εις βαθμίδα, το σχολείον καταλαμβάνει άλλην θέσιν ως νεώτατον δημιούργημα αναβλάστησεν ταχέως από τα πρώτα του σπέρματα και εξελίχθη ιδιαιτέρως κατά τας τελευταίας δεκαετηρίδας εις νέαν εκδήλωσιν του δημοσίου βίου».

Οι όροι της γέννησης του σχολικού κτιρίου ως εξειδικευμένου χώρου και η ανάδειξή του σε «νέα εκδήλωση του δημοσίου βίου» αποτελεί ακριβώς το αντικείμενο αυτής της μελέτης. Για να μπορέσω να παρακολουθήσω την εξέλιξη αυτή χρειάστηκε να επεκταθώ χρονικά σε διάστημα ενός αιώνα, παραμένοντας όμως γεωγραφικά πάντα στα όρια του ελληνικού κράτους.

Η χρονολογική αφετηρία που δηλώνεται στον τίτλο, 1821, δεν αντιστοιχεί σε κάποιο συγκεκριμένο γεγονός στον τομέα των σχολικών εγκαταστάσεων. Επιλέχτηκε όμως γιατί υποδηλώνει, μέσα από την τομή της επανάστασης και της εγκαθίδρυσης ενός σύγχρονου εθνικού αστικού κράτους, τις νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονται στον τομέα τόσο της εκπαίδευσης όσο και του δομημένου χώρου. Και είναι στα πλαίσια αυτών των μεταβολών που το σχολικό κτίριο γεννιέται ως σύγχρονο εξοπλιστικό κτίριο.

Το φαινόμενο αυτό θέλησα να προσεγγίσω στο πρώτο μέρος της μελέτης, εξετάζοντας αφ’ ενός πώς το πρόβλημα του σχολικού χώρου διατυπώνεται σε σχέση με την εγκαθίδρυση ενός εθνικού σχολικού συστήματος και την ομοιόμορφη οργάνωση των σχολείων στη βάση μιας συγκεκριμένης μεθόδου διδασκαλίας, και αφ’ ετέρου πώς μορφοποιείται η λύση του σε σχέση με τις νέες πρακτικές και αντιλήψεις που καθιστούν κάθε κοινωφελές έργο αντικείμενο πρόβλεψης, αξιολόγησης, ελέγχου και προγραμματισμού εκ μέρους της κεντρικής διοίκησης. Πριν όμως προχωρήσω σ’ αυτήν την ανάπτυξη θεώρησα σκόπιμο, να αναφερθώ σε ορισμένα στοιχεία των προεπαναστατικών σχολικών πρακτικών και των παιδαγωγικών/εκπαιδευτικών αντιλήψεων, χρήσιμα για να εκτιμηθούν οι τομές και οι συνέχειες, το εύρος των θεσμικών ρυθμίσεων που συνεπάγεται η εθνική επανάσταση και τα προβλήματα της εφαρμογής τους.

Στο δεύτερο μέρος σκιαγραφείται η εξέλιξη τον ζητήματος των σχολικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, από τη στιγμή που η τοποθέτηση των προβλημάτων καθώς και οι απαντήσεις που δίνονται προσδιορίζονται ακριβώς από την ύπαρξη ενός θεσμοθετημένου προτύπου που άφορα τόσο τα χαρακτηριστικά του σχολικού χώρου όσο και τους όρους της παραγωγής και της χρήσης του.

Ο βασικός άξονας της προβληματικής μου, που υποδηλώνεται από τον υπότιτλο «από τις προδιαγραφές στον προγραμματισμό», με οδήγησε χρονικά ως το 1929. τη χρονιά αύτη εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση ενός μεγάλου προγράμματος κατασκευής σχολικών κτιρίων, το γνωστό ως πρόγραμμα Παπανδρέου, που θα καλύψει ένα σημαντικό τμήμα των αναγκών σε εθνικό επίπεδο. Για την υλοποίηση αυτού τον προγράμματος θα χρησιμοποιηθεί ένα θεσμικό πλαίσιο και ένας ειδικός κρατικός μηχανισμός που διαμορφώνονται σταδιακά στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ολοκληρώνοντας έτσι τη σύγχρονη αντίληψη για το σχολικό κτίριο.

Πολλοί παράγοντες παρεμβαίνουν σ’ αυτήν την εξέλιξη. Επιμείναμε κυρίως στην εξέταση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, στο εννοιολογικό πεδίο και στις πρακτικές που αναφέρονται στο δομημένο χώρο, στις υγιεινολογικές θεωρίες και στη θέση που ο χώρος κατέχει σ’ αυτές. Τέλος, το ζήτημα των σχέσεων κράτους και τοπικών αρχών τέθηκε από το ίδιο το καθεστώς του δημοτικού σχολείου. Η σχετική τους θέση στην παραγωγή των σχολικών κτιρίων αποτελεί κομβικό σημείο της ανάπτυξης που ακολουθεί.

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο ιστορικός που ασχολείται με τον ελληνικό 19ο αι. έχουν πολλές φορές επισημανθεί σε ότι άφορα τα ποσοτικά στοιχεία. Στην περίπτωση των σχολικών εγκαταστάσεων η κατάσταση επιβαρύνεται στο βαθμό που η σημασία τους σε σχέση με τα άλλα στοιχεία του σχολείου είναι υποτονισμένη τουλάχιστον για την κεντρική διοίκηση και οι λύσεις που δίνονται σε τοπικό επίπεδο είναι, παρά την ύπαρξη των προδιαγραφών, ποικίλες.

Δύο δημοτικά αρχεία μου έδωσαν τη δυνατότητα να καταγράψω ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων και λύσεων: το δημοτικό αρχείο της Ερμούπολης – ένα από τα πρώτα αστικά, κέντρα και με σημαντικές εκπαιδευτικές επιδόσεις – και το αρχείο του Δήμου Ναυπλίου, που αφορά μια μεσαία πόλη με κύρια διοικητικό χαρακτήρα αλλά και μια αγροτική ενδοχώρα όπου βρίσκονται διεσπαρμένοι 12 οικισμοί με 3000 κατοίκους περίπου.

Επιπλέον, το τμήμα του αρχείου της Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας που εντοπίσαμε στη Νομαρχία Αργολίδος και στο Υπουργείο Παιδείας, αν και άφορα τον 20ό αιώνα, ωστόσο περιέχει κάποιες ακριβείς πληροφορίες για σχολικές εγκαταστάσεις του περασμένου αιώνα. Στηριζόμενη κυρίως σ’ αυτό το αρχειακό υλικό και χρησιμοποιώντας παράλληλα δημοσιευμένες πηγές κυρίως θεσμικού και διοικητικού χαρακτήρα επεχείρησα να αναδείξω μερικές βασικές τάσεις στη μορφοποίηση του σχολικού χώρου.

Η ερευνά αυτή ξεκίνησε το 1980 και στο τέλος του 1985 υποβλήθηκε στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales, ως διδακτορική διατριβή…

Για την ανάγνωση όλου του βιβλίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: ΒΙΒΛΙΟ – Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929)

 

Επαμφοτερισμοί της κυριάρχου στο κράτος της θάλασσας – Η διοίκηση του Ναυπλίου κατά την πρώτη Βενετοκρατία (1388-1540) – Μαρίνα Κουμανούδη, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Τον Δεκέμβριο του 1388 η Βενετία προσάρτησε το Άργος και το Ναύπλιο στον κορμό του θαλάσσιου κράτους της, αγοράζοντας τα δικαιώματα της χω­ροδεσποτείας από την τελευταία κυρίαρχο, τη νεαρή Μαρία d’Enghien, χήρα του Βενετού Pietro Cornaro. Πριν προλάβει όμως να αποκτήσει τον έλεγχο των δύο πόλεων, ο δεσπότης του Μυστρά Θεόδωρος Α΄ Παλαιολόγος, με τη βοήθεια του πεθερού του Nerio Acciauioli, επιτέθηκε στην Αργολίδα, κατέ­λαβε το Άργος και πολιόρκησε το Ναύπλιο. Οι ενέργειες του δεσπότη περιέπλεξαν τη διαδικασία της προσάρτησης, ανατρέποντας μοιραία τα σχέδια της Βενετίας για την οργάνωση της νέας κτήσης. Παρά ταύτα, ήδη από τις αρχές του επόμενου έτους, η βενετική κυβέρνηση έλαβε πρόνοια για την εγκαθί­δρυση διοικητικού μηχανισμού και για την οργάνωση της άμυνας των δύο πόλεων, όταν αυτές θα επανέρχονταν στον έλεγχό της.

Η οργάνωση, η λειτουργία και η στελέχωση της διοίκησης στο Ναύπλιο από την εδραίωση της βενετικής κυριαρχίας (τέλη 14ου αι.) έως την τουρκική κατάκτηση (1540) έχουν μελετηθεί στο πλαίσιο ευρύτερων συνθέσεων με ποικίλες οπτικές αλλά και ειδικών μελετών με αντικείμενο την ιστορία της περιοχής, για την οποία υπάρχει ανανεωμένο ενδιαφέρον τα τελευταία χρό­νια. Ωστόσο, το θέμα δεν έχει εξαντληθεί, καθώς διαφορετικές αναγνώσεις των ήδη μελετημένων πηγών, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση πρόσθετων μαρτυριών, οδηγούν σε αναθεώρηση πολλών από τα εγνωσμένα. Υπό το πρίσμα αφενός των νέων στοιχείων και αφετέρου της νέας βιβλιογραφίας για την οργάνωση της διοίκησης στη βενετική επικράτεια, στην παρούσα μελέτη επανεξετάζεται η διοικητική πολιτική της Βενετίας στην περιοχή και επιχειρείται η τοποθέτηση των εξελίξεων στη σωστή ιστορική διάσταση. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι για οικονομία χώρου, εκτός από έναν, αναγκαίο σε ορισμένες περιπτώσεις, «διάλογο» με τις νεότερες μελέτες που πραγματεύονται ζητήματα της διοικητικής ιστορίας του Ναυπλίου, δεν θα γίνει περαιτέρω εμβάθυνση στις αποκλίσεις και τις συγκλίσεις μεταξύ των διαφορετικών προσεγγίσεων και θέσεων.

Ο Antonio Venier (1330-1400) ήταν ο 62ος Δόγης της Δημοκρατίας της Βενετίας (1382 – 23 Νοεμβρίου 1400).

Εν μέσω συγκεχυμένων πληροφοριών, στις 26 Ιανουαρίου του 1389 η Σύγκλητος αποφάσισε να αποστείλει εκτάκτως στην περιοχή έναν προνοητή (provisor pro factis Argos et Neapolis), δηλαδή έναν αξιωματούχο με αυξημένες πολιτικές και στρατιωτικές αρμοδιότητες, προκειμένου να διερευνήσει από κοντά την κατάσταση και, σε συνεργασία με τον επικεφαλής του βενετικού στόλου και τους διοικητές της Μεθώνης και της Κορώνης, να αναλάβει διπλωματική δράση για την επίλυση της κρίσης. Την ίδια μέρα, η διευρυμένη Σύγκλητος εξέλεξε στη θέση αυτή τον Βενετό ευγενή Perazzo Malipier, ο οποίος παρέλαβε την Εντολή του (Comissio) από τον δόγη Antonio Venier στις 18 Φεβρουαρίου, λίγο πριν αναχωρήσει για την Πελοπόννησο.

Λόγω της ρευστότητας της κατάστασης και της ελλιπούς πληροφόρησης της βενετικής κυβέρνησης, η Εντολή του Malipier περιείχε διαφορετικές οδηγίες για την πολιτική που έπρεπε να ακολουθήσει στο πλαίσιο της αποστολής του, ανάλογα με τις ποικίλες πιθανές εκδοχές της έκβασης των πραγμάτων.

Έτσι, μεταξύ άλλων, προβλεπόταν ότι, στην περίπτωση που η Βενετία αποκτούσε τον έλεγχο του Άργους ή του Ναυπλίου ή και των δύο πόλεων, ο Malipier θα παρέμενε στη μία από αυτές ως προνοητής, αναλαμβάνοντας και αρμοδιότητες τοπικού διοικητή, εκτός δηλαδή από τα διπλωματικά του καθήκοντα θα είχε και την ευθύνη της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών και δικαστικές, επίσης, εξουσίες στην πόλη.

Οι βασικοί άξονες της πολιτικής της Βενετίας στην περιοχή, την οποία καλούνταν να εφαρμόσει ο Malipier, ήταν η εύρυθμη και αποτελεσματική είσπραξη των εσόδων του δημοσίου, η απόδοση ορθής δικαιοσύνης και η διασφάλιση της άμυνας με στόχο την εδραίωση και διατήρηση της κυριαρχίας της. Σε θέματα δημοσιονομικά τον προνοητή θα πλαισίωνε ένας αξιόπιστος, έντιμος και ικανός οικονομικός αξιωματούχος της δικής του επιλογής και, για την καλύτερη υποστήριξη γενικά του διοικητικού του έργου, στην ακολουθία του, την οποία αποτελούσαν ένας νοτάριος και τρεις υπηρέτες (famuli), θα προστίθεντο ένας βοηθητικός υπάλληλος (socius) και ένας ακόμα υπηρέτης. Ως δικαστής όφειλε να αποφασίζει με γνώμονα τις χριστιανικές επιταγές της δικαιοσύνης και την τιμή του βενετικού κράτους, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται ποιο θα ήταν το εφαρμοζόμενο δίκαιο. Σε ό,τι αφορούσε την οργάνωση της άμυνας, οι διοικήσεις της Κορώνης και της Μεθώνης, που ήταν οι πλη­σιέστερες γεωγραφικά, είχαν λάβει εντολή να βρίσκονται σε ετοιμότητα για την παροχή στρατιωτικής βοήθειας· την ίδια εντολή είχαν λάβει αντιστοίχως και οι διοικήσεις της Εύβοιας και της Κρήτης, μαζί με τον βενετικό στόλο για την παροχή της απαιτούμενης ναυτικής υποστήριξης. Επίσης, προβλεπόταν το ποσό των 600 δουκάτων για επισκευές σε οχυρώσεις και για άλλες επεί­γουσες ανάγκες.

Παρότι οι κάτοικοι του Άργους και του Ναυπλίου διά του εκπροσώπου τους Giovanni Gradenigo είχαν ζητήσει οικειοθελώς να υπαχθούν στο βενετικό κράτος, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί, λόγω της έλλειψης επαρκών πληροφοριών, κατά πόσο ήταν ουσιαστική η ταύτισή τους με τη νέα κυρίαρχο.

Οι οδηγίες που έλαβε ο προνοητής, καθιστούν σαφές ότι η βενετική κυβέρνηση θεωρούσε ως απαραίτητη προϋπόθεση και αναγκαία συνθήκη για την πραγμάτωση των κυριαρχικών της στόχων τη διαρκή συναίνεση της τοπικής κοινωνίας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η πίστη του εγχώριου πληθυσμού δεν ήταν δεδομένη. Στην κατεύθυνση της επίτευξης συναίνεσης ο προνοητής όφειλε, βάσει της Εντολής του, με τον λόγο που θα εκφωνούσε κατά την είσοδό του στην πόλη, να παροτρύνει τους κατοίκους να παραμείνουν πιστοί στη νέα κυρίαρχο, υποσχόμενος ως αντάλλαγμα προστασία. Επίσης, είχε οδηγία να κινηθεί αυστηρά εντός του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου σε θέματα δη­μοσιονομικής πολιτικής, στο πλαίσιο προφανώς των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει η Βενετία για τον σεβασμό των τοπικών συνηθειών. Τέλος, ήταν υποχρεωμένος να κρατά ενήμερες τις μητροπολιτικές αρχές για κάθε πράξη και απόφασή του, σύμφωνα με την πάγια πρακτική του βενετικού κράτους, για την αποτροπή αυθαιρεσιών και οικονομικών σκανδάλων που θα είχαν δη­μοσιονομικό κόστος και θα διατάρασσαν την κοινωνική ομαλότητα…

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Μαρίνας Κουμανούδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η διοίκηση του Ναυπλίου κατά την πρώτη βενετοκρατία (1388-1540)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

«Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι» – Χρίστος Ιωάν. Κώνστας


 

Ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο, ένας καλαίσθητος τόμος 526 σελίδων, προστίθεται στη βιβλιοθήκη της τοπικής μας ιστορίας. Πρόκειται για το βιβλίο του Χρίστου Ιωάν. Κώνστα, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι». Μια ακόμη έκδοση της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού.

Ο Χρίστος Κώνστας γεννήθηκε στο χωριό Μιδέα (Γκέρμπεσι) της Αργολίδας το 1936. Φοίτησε στα δημοτικά σχολεία Γκέρμπεσι και Μάνεσι. Τελείωσε το Γυμνάσιο του Άργους και πήρε το πτυχίο της νομικής σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών. Διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο της Αθήνας και συνταξιοδοτήθηκε το 2006 μετά από 40 έτη εργασίας. Ασχολήθηκε με την τοπική ιστορία και λαογραφία για να καλύψει τον ελεύθερο χρόνο του και καρπός αυτής της απασχόλησής του είναι το παρόν πόνημα.

 

Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας

 

[…] Κομβικό σημείο για την παρακολούθηση της ίδρυσης, της ονομασίας και της διαδρομής μέσα στο χρόνο του οικισμού Γκέρμπεσι-Μιδέα της Αργολίδας είναι η δεύτερη Βενετοκρατία του Ναυπλίου (1686-1715), αφού σε επίσημο κείμενο της Βενετικής πολιτείας της περιόδου αυτής αναφέρεται για πρώτη φορά, το τοπωνύμιο «Γκέρμπεσι» ως όνομα ζευγολατείου. Με βάση όμως ιστορικά στοιχεία, θεωρώ ότι ο οικισμός Γκέρμπεσι είχε ιδρυθεί από αρβανίτες εποίκους κατά την περίοδο της πρώτης Ενετοκρατίας του Ναυπλίου…

Συνεπώς ο οικισμός Γκέρμπεσι υπάρχει ως οργανωμένο οικιστικό σύνολο τουλάχιστον από το 1805, αφού αναγνωρίζεται τόσο από τη Δημογεροντία όσο και από την Τουρκική πολιτειακή εξουσία ως συλλογικό φορολογικό υποκείμενο. Η διαδικασία όμως σχηματισμού του θα έπρεπε να είχε αρχίσει ενωρίτερα με τη μόνιμη εγκατάσταση βαθμηδόν κάποιου ελάχιστου αριθμού οικογενειών που δημιούργησαν στη Δημογεροντία και στην Τουρκική εξουσία την βεβαιότητα της μόνιμης ομαδικής οίκησης. Τον χρόνο όμως αυτόν, της μόνιμης δηλαδή εγκατάστασης οικογενειών στον τόπο μας, δεν τον γνωρίζουμε…

… Οι γυναίκες, αν ήσαν ανύπαντρες προσδιορίζονταν με το όνομά τους και το όνομα του πατέρα τους ενωμένο με το παρατσούκλι του, η Σοφία του ΚίτσιοΜαλλή. Εάν ήσαν παντρεμένες προσδιορίζονταν με το όνομά τους και το όνομα του συζύγου τους ενωμένο με το παρατσούκλι του, η Φωτεινή του ΓιάνΝταή…

… Τα παιδιά ήταν του πατέρα και ερωτώμενα τίνος είναι έπρεπε να απαντήσουν με το όνομα του πατέρα τους και ποτέ της μάνας. Εάν παρέβαιναν τον κανόνα, δέχονταν τις παρατηρήσεις των ηλικιωμένων. Θυμάμαι πως η γριά Τζιότζιλια ρώτησε την αδερφή μου, «Μωρή, ποιανού είσαι σύ; Της Φωτεινής του Νταή, απάντησε εκείνη και η ΓριάΤζιότζιλια, «Μωρή, πού σε βρήκε η Φωτεινή; Του ΓιάνhΝταή είσαι»…

 

Περιεχόμενα

  • Ο οικισμός Μιδέα
  • O οικισμός Γκέρμπεσι – Μιδέα της Αργολίδας, δημιουργία – ονομασία – εξέλιξη
  • Το Γκέρμπεσι ως οικωνύμιο ή εδαφωνύμιο στον ελλαδικό χώρο και στην Αλβανία
  • Η μυθική Μιδέα και η χωροθεσία της ακρόπολης
  • Γένη και σόγια  στο Γκέρμπεσι – Μιδέα της Αργολίδας
  • Παρατσούκλια και προσφωνήσεις γκερμπεσιωτών
  • Δημογραφική εξέλιξη του οικισμού Γκέρμπεσι – Μιδέα
  • Το Γκέρμπεσι και η Μιδέα στο θεσμό της τοπικής Αυτοδιοίκησης – Διοικητικές μεταβολές
  • Το κτηματολόγιο της κοινότητας Μιδέας
  • Τα διοικητικά όρια της κοινότητας Μιδέας
  • Τα εδαφωνύμια της κοινότητας Μιδέας
  • Οι εκλογικοί κατάλογοι για την εκλογή των βουλευτών του οικισμού Γκέρμπεσι του Δήμου Μηδείας των ετων-1844-1867-1871.
  • Ονομαστικός κατάλογος των εις τον Δήμον Μηδείας υπαρχόντων γεωργών ιθαγενών 1856 έτους
  • Αγορά εθνικών κτημάτων
  • Φωτογραφικό παράρτημα

 

Ο συγγραφέας του βιβλίου Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

 

Στην παρουσίαση του βιβλίου που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του Δημοτικού Σχολείου Μιδέας την Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018, μίλησαν για την έκδοση, Ο Γιάννης Δ. Μπάρτζης, Δρ. Φιλοσοφίας – Πρόεδρος επιτροπής της Εταιρείας Κορινθίων Συγγραφέων και ο Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, Συγγραφέας, του οποίου την ομιλία παραθέτουμε αυτούσια παρακάτω:

 

Υπάρχουν τόποι που είναι τυχεροί. Παρά την ερήμωση που γνώρισαν στην ιστορική τους διαδρομή είτε από πολέμους, είτε από τη μετανάστευση, ποτέ δεν ξεριζώθηκαν από την ψυχή των παιδιών τους που βρέθηκαν σε άλλους τόπους. Είναι τόποι τυχεροί, γιατί τα παιδιά τους ξαναγύρισαν και, ως αντίδωρο για τα παιδικά τους χρόνια, εκπληρώνουν μια καλά και βαθιά μέσα τους φυλαγμένη υπόσχεση: να αναδείξουν το πέρασμά του τόπου τους από την ιστορία, να μνημονεύσουν και να αφήσουν γραμμένα τα μέρη και τους ανθρώπους που τα κατοίκησαν και τους έδωσαν μορφή.

Τα τελευταία πέντε χρόνια όλο και περισσότεροι πολίτες αυτού του τόπου, αναζητούν με πάθος να ανακαλύψουν και να παρουσιάσουν δημόσια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ιδιαίτερων πατρίδων τους. Αναζητούν με ευαισθησία να μοιραστούν με όλους μας, τοπικές ιστορίες που μας βοηθούν να γνωρίσουμε, να συγκρίνουμε, να διακρίνουμε και τελικά να αναγνωρίσουμε μέσα από την ιδιαιτερότητα, όσα κοινά μας συνδέουν. Εκείνα που μας επιτρέπουν να ανακαλούμε στη μνήμη κοινούς τόπους και πολιτισμό, κοινή ταυτότητα και περπατησιά μέσα στην ιστορία.

Μόνο την τελευταία διετία παρουσιάστηκαν 4 μελέτες τοπικής ιστορίας και σήμερα έχουμε στα χέρια μας μια πέμπτη μελέτη που στις 526 σελίδες της καταγράφεται ένας κοινωνικός πλούτος άγνωστος μέχρι σήμερα! Μίλησα προηγουμένως για το πάθος του ερευνητή και το «Γκέρμπεσι» του Χρίστου Κώνστα είναι πραγματικά αποτέλεσμα αγάπης και πάθους για τον τόπο του. Ο συγγραφέας δεν πρέπει να μέτρησε χρόνο και κόπο για να φτάσει στο αποτέλεσμα αυτό. Χρησιμοποίησε όλες τις υπάρχουσες πηγές πληροφοριών και την επιτόπια έρευνα, ώστε να καταγράψει πλήθος στοιχείων για την οργάνωση της τοπικής κοινωνίας. Κυρίως όμως, για να μνημονεύσει τα ονόματα όλων εκείνων, γυναικών και ανδρών, ατόμων και οικογενειών, που έδωσαν υπόσταση, σάρκα και οστά, στον τόπο που ονομάστηκε Γκέρμπεσι και μετονομάστηκε σε Μιδέα. «Κανένας συγχωριανός», γράφει, «δεν αρνήθηκε να δώσει πληροφορίες». Λογικό αν σκεφτούμε πως οι κάτοικοι του χωριού έχουν στα χέρια τους μια ολοκληρωμένη γραπτή ιστορία του χωριού τους, δηλαδή της δικής τους ιστορίας.

Ταυτόχρονα, ο Χρίστος Κώνστας αναδεικνύει από τη μια τη σημασία των πληροφοριών που καταγράφονται σε μια επιτόπια έρευνα. Κοπιαστική αναζήτηση στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, σ’ εκείνα που διαθέτει η Μητρόπολη Αργολίδας και στα δημοτολόγια του Δήμου Μιδέας και των γύρω Δήμων, όπου η τύχη ανταμείβει τον κόπο του συγγραφέα με την εύρεση παλιών δημοτολογίων.

Από την άλλη, όπως λέω και γράφω στις περιπτώσεις αυτές, η έρευνα που έχετε στα χέρια σας αναδεικνύει τον ηρωισμό του ερευνητή να ψάχνει και να βρίσκει μέσα στα χαλάσματα της τοπικής ιστορίας σημαντικά στοιχεία για τη διαδρομή της. Ίσως και να είναι τυχαία η αναφορά του στις εκλογές όταν γράφει πως «ο τύπος της εποχής είναι γεμάτος από καταγγελίες αυθαιρεσιών των Δημάρχων…. την ηλικία των εκλογέων μπορεί και να την καθόριζαν οι Δήμαρχοι». Πως λοιπόν να μην γίνεται συστηματική καταστροφή των δημοτικών αρχείων σε σημείο που ιστορικοί Δήμοι, όπως ο Δήμος Άργους, να μην διαθέτουν ούτε μια σελίδα ιστορικού τους αρχείου!

Ακολούθησα με ενδιαφέρον τις δυο μεγάλες ιστορικές διαδρομές του χωριού: πριν και μετά τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους. Τα σημάδια του ως ζευγολατιό, δηλαδή, μικρό τσιφλίκι στα πλαίσια της Βενετικής κατάκτησης. Την ανάπτυξή του αυτοτελούς οικισμού ιδιαίτερα στην περίοδο της δεύτερης τουρκικής κατάκτησης. Ο συγγραφέας τοποθετεί στην πενταετία 1795-1800 την γέννηση του νεότερου οικισμού από Αλβανογενείς Έλληνες.

Όμως, η δεύτερη και πιο πλούσια ιστορική διαδρομή, πλούσια σε γεγονότα, πρόσωπα και στοιχεία κοινωνικής οργάνωσης, είναι εκείνη που ξεκινά το 1834 με το Κέρμπεσι του Δήμου Μιδείας, αναπτύσσεται στο Γκέρμπεσι της επαρχίας του Άργους το 1929 και καταλήγει το 2010 στη Μιδέα του Δήμου Ναυπλιέων. Παρά την προτροπή του συγγραφέα να μην χάσω το χρόνο μου με την ονοματολογία, τα γένη και τις οικογένειες που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας, εγώ έκανα το αντίθετο κερδίζοντας πολλά. Βέβαια, ένας ντόπιος αναγνώστης θα καταλάβει διαβάζοντας τα ονόματα για ποια πρόσωπα πρόκειται, για ποιες οικογένειες, που μένουν, πόσοι είναι, κλπ. Κάτι που εγώ και τώρα ακόμη, δεν είμαι σε θέση να κάνω. Άντλησα όμως πολλά στοιχεία για την εξέλιξη του τοπικού πληθυσμού, τις συνήθειές του, ακόμη και τις ενδυματολογικές, την οργάνωση της καθημερινότητάς του, αλλά και την αιμορραγία που υπέστη από τους πολέμους και τον εμφύλιο σπαραγμό, με περιγραφές μεγάλης αξίας που διέσωσε ο συγγραφέας.

Οι Γκερμπεσιώτες ασχολούνται κυρίως με τις καλλιέργειες και την κτηνοτροφία. Είναι αγρότες και βοσκοί. Η κοινωνική τους δομή στηρίζεται στην οικογένεια που διαμορφώνεται μέσω του γάμου που δεν ξεπερνά τα γεωγραφικά όρια της ευρύτερης περιοχής της κοινότητας. Άρα σπάνια παντρεύονται με άτομα, γυναίκες ή άνδρες, που προέρχονται από άλλα μέρη (Τρίπολη, Κόρινθο, Αθήνα, κλπ). Ταυτόχρονα όμως, οι κρυφές λεπτομέρειες του γάμου διαφωτίζουν μια σειρά κοινωνικών διευθετήσεων άμεσα συνδεδεμένων με τις αξίες της εποχής και την κοινωνική θέση της γυναίκας. Σημειώνω για παράδειγμα την περίπτωση της Βασιλικής Δ. Μπελόκα που παντρεύεται σε ηλικία 22 ετών τον εικοσιεξάχρονο Γεώργιο Ι. Δήμα και για να γίνει ο γάμος στο Γκέρμπεσι η νύφη δηλώνεται ως κάτοικος του χωριού. Ο συγγραφέας συμπεραίνει, μετά από έρευνα, «πως ο γαμπρός έκλεψε τη νύφη και επειδή, ίσως, οι γονείς της δεν έστεργαν στην τέλεση του γάμου, δήλωσαν τη νύφη κάτοικο Γκέρμπεσι και με τη μεσολάβηση του ΠαπαΛιλή πήραν την άδεια γάμου. Η λύση συνηθιζόταν, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος των γάμων γινόταν μετά από απαγωγή και η εκκλησία έκανε στραβά μάτια, προκειμένου να τακτοποιήσει το θέμα, αφού νύφη χρησιμοποιούμενη εκτός γάμου και ακουσμένη κανένας δεν δεχόταν να πάρει ως σύζυγο, ήταν η έσχατη ταπείνωση».

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο για την κοινωνική εξέλιξη του ονόματος αφορά στα γυναικεία ονόματα που, σε αντίθεση με τα ανδρικά, στηρίζουν περισσότερο παραδοσιακές επιλογές που σήμερα σπανίως ακούγονται: Γκόλφω, Αστερία, Μαριγώ, Ασημίνα, Γαρυφαλιά, Πολυτίμη, Διαμάντω, Πανούργια, Θεοχαρούλα, Τρισεύγενη, Ανδριάνα.

Ένδυση και κοινωνική διαφοροποίηση αποτελούν επίσης δυο ενδιαφέροντα στοιχεία για την οργάνωση της τοπικής κοινωνίας που φαίνεται να παρατηρούνται μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Αναφέρω το παράδειγμα του Σπ. Αργυρόπουλου με το παρατσούκλι Καλυμπάκης που γεννήθηκε το 1879 και απεβίωσε το 1960 για τον οποίο γράφει ο συγγραφέας πως «έπαιζε πίπιζα και φορούσε τα ρούχα των ποιμένων της Αρκαδίας». Δηλαδή απλός ρουχισμός σε γκρίζα χρώματα. Αντίθετα, ένα άλλο πρόσωπο του χωριού, ο μπαρμπα ΓιαννηΜάνθος φορούσε πάντοτε άσπρη φουστανέλα και μετακινιόταν  σε άσπρο άλογο με σέλα ώστε να δηλώνεται δημόσια, συμβολικά και πρακτικά, η οικονομική του ευρωστία.

Οι διαφοροποιήσεις και οι συγκρούσεις μεταξύ οικογενειών όχι μόνο δεν ήταν άγνωστες, αλλά αποτελούσαν και αίτιο χωρισμού των κατοίκων σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Να σημειώσω εδώ πως οι έριδες αυτές, εκτός από χαρακτηριστικό της φυλής των Ελλήνων όπως λέγεται, αποτέλεσαν και αίτιο που οδήγησε σε ακρότητες κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων και ιδιαίτερα του Εμφυλίου. Όμως έχουν και την αστεία τους πλευρά όπως στο παράδειγμα των Πουτσαραίων και Παπαγεωργοπουλαίων του Γκέρμπεσι οι οποίοι βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση και σύγκρουση.

Οι Παπαγεωργοπουλαίοι ήταν μια μεγάλη αριθμητικά και κοινωνικά οικογένεια της περιοχής. Τα στοιχεία που παραθέτει ο συγγραφέας είναι σημαντικά και ενισχυτικά της γενικότερης προσπάθειας που καταβάλλεται για την οικειοποίηση των λεγόμενων εθνικών γαιών από τις μεγάλες οικογένειες της απαρχής του νέου ελληνικού κράτους. Στην μεγάλην χρηματικήν θυσίαν του πατρός του για να βοηθήσει την Επανάστασιν, αναφέρεται ο Δημήτριος Γεωργίου Παπαγεωργόπουλος σε αίτηση που συντάσσει στο Ναύπλιο στις 18 Ιουνίου 1865 απευθυνόμενος στην επί των αμοιβών των αγωνιστών της πατρίδος επιτροπή και ζητώντας να του δοθεί ότι δίκαιο του αναλογούσε.

Το ίδιο ενδιαφέρουσες είναι οι περιγραφές και τα στοιχεία για τις αγορές δημοσίων κτημάτων σε δημοπρασίες που γίνονται στο Ναύπλιο και στον συνήθη τόπο των δημοπρασιών όπως αναφέρεται. Σημειώνω πως η διατύπωση αυτή διατηρήθηκε ακριβώς ίδια μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1970 με μοναδική διαφορά ότι ο συνήθης τόπος των δημοπρασιών που μάλλον ήταν ο Μεγάλος Πλάτανος της κεντρικής πλατείας, μεταφέρεται πλέον σε συγκεκριμένα καφενεία της πλατείας. Το ίδιο διαπιστώνουμε και σε άλλες πόλεις μεταξύ των οποίων και το Άργος.

Ο συγγραφέας μας υπενθυμίζει το ζήτημα των εθνικών γαιών που διαχειρίστηκαν οι πρώτες κυβερνήσεις του νέου ελληνικού κράτους, το ρόλο των πλούσιων οικογενειών με τις αγορές δημοσίων κτημάτων και, εξειδικεύοντας το ζήτημα στο Γκέρμπεσι, αναδεικνύει άγνωστες λεπτομέρειες των δημοπρασιών. Από την άποψη αυτή εξαιρετικά  ενδιαφέρουσα είναι και η αίτηση περί απαλλαγής εκ πολιτικής προικοδοτήσεως που αναφέρεται ολόκληρη στο βιβλίο. Πρόκειται για αγορά άγονου κτήματος, όπως αναφέρουν οι αγοραστές Παναγιώτης Παπαγεωργόπουλος και Α.Π. Γεωργίου από το οποίο θέλουν να απαλλαγούν οι αγοραστές και ζητούν, με αίτησή τους το 1846  από το Δημόσιο να το πάρει πίσω γράφοντας μεταξύ άλλων:

«Όταν κατά το έτος 1838 και 1839, εκποιούντο επί πολιτική προικοδοτήσει εθνικαί διαθέσιμοι γαίαι εις Ναύπλιον, ηθελήσαμεν και οι υποφαινόμενοι κάτοικοι και δημόται του Δήμου Μηδείας της αυτής επαρχίας … ν’ αγοράσωμεν τοιαύτας γαίας δια να ωφεληθώμεν από τους ευεργετικούς σκοπούς του περί προικοδοτήσεως των ελληνικών οικογενειών Νόμου, ακτήμονες όντες παντάπασι να ωφεληθώμεν, λέγομεν εκ της αγοράς ταύτης δια την ολιγότητα του χρεωλυσίου και τόκων, προς διατροφήν των πολυμελών δυο οικογενειών μας.… προς ημάς εστάθη ο όλεθρος και ευαρεστηθείτε παρακαλούμεν μετά δακρύων να εξετάσητε…».

Δάκρυα όμως έχυσε το Γκέρμπεσι πληρώνοντας τις επόμενες πολλές δεκαετίες το δικό του βαρύ φόρο αίματος ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Ήδη από τις επιχειρήσεις στη Μικρασία, τους Βαλκανικούς πολέμους και την Αλβανία του 40, πολλά παλληκάρια δεν γύρισαν πίσω ποτέ. Όμως η Κατοχή και ο Εμφύλιος όπως ήδη σημείωσα ήταν οι δυο πιο αιματοβαμμένες περίοδοι. Η αξία της έρευνας ενισχύεται ακόμη περισσότερο με τις συγκλονιστικές αναφορές στα θύματα και τις περιγραφές που διέσωσε ο Χρίστος Κώνστας. Αναφέρομαι για παράδειγμα στον Ηρακλή Ευσταθίου που με τη σούστα του πούλαγε κρασί στο Γκέρμπεσι και τα άλλα χωριά. Μια μέρα κατευθυνόμενος προς το Γκέρμπεσι πήρε μαζί του ένα Χελιώτη που πήγαινε πεζός και στην πλατεία του Μέρμπακα βρήκαν και πήραν τον ΚωτσηΡέππα μεθυσμένο.  Στην έξοδο του Μέρμπακα τους σταμάτησαν οι Γερμανοί λίγο πριν το σημερινό Γυμνάσιο και σκότωσαν τον Ηρακλή και τον Χελιώτη, ενώ ένας Γερμανός συμπότης του ΚωτσηΡέππα, τον πήρε μαζί του και τον έσωσε.

Άλλη περιγραφή ήταν εκείνη της εκτέλεσης του Μήτσιου Παπαγεωργόπουλου, όταν το 1944 τον περικύκλωσαν στο σπίτι του οι Γερμανοί. Εκείνος πήδηξε από το παράθυρο αλλά τον τραυμάτισαν και μετά από 100 μέτρα έπεσε μέσα στα σπαρτά όπου τον βρήκαν και τον εκτέλεσαν επί τόπου. Στο πλούσιο υλικό που παραθέτει ο Χρίστος Κώνστας υπάρχουν πολλές άλλες περιπτώσεις που μνημονεύονται από εκείνη τη δύσκολη περίοδο για το Γκέρμπεσι και τα γύρω χωριά αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα.

Σκληρός ήταν και ο μεταναστευτικός αποχωρισμός με πλήθος περιγραφών για χωριανούς που δεν ξέχασαν ποτέ το χωριό τους ή για άλλους που δεν γύρισαν ποτέ σ’ αυτό. Ο Αθανάσιος Δημητρίου Δήμας, για παράδειγμα,  μεταναστεύει το 1914 στην Αμερική. Εργάζεται στην κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου και έμελλε να μην ξαναδεί ποτέ το Γκέρμπεσι καθώς συνθλίβεται μεταξύ δυο βαγονιών και μάλιστα πεθαίνει μπροστά στα μάτια του συγχωριανού του Γεωργίου Ρέππα (Κολιάμη).

Ανάμεσα στις δεκάδες πληροφορίες που παρουσιάζονται στην έρευνα του Χρίστου Κώνστα είναι και οι οικονομικές-επιχειρηματικές ασχολίες κατοίκων του χωριού στην ευρύτερη περιοχή. Όσοι έχουν ασχοληθεί με τη βιομηχανική ιστορία της Αργολίδας βρίσκουν ενδιαφέροντα στοιχεία. Από τις οικογένειες των  Αναστάσιου και Ιωάννη Λέκκα – Μανθέων ιδρύονται στο Άργος, δυο από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες ψύχους (τα ψυγεία που λέμε απλά) στην Πελοπόννησο. Πρώτα ο γιος του μπαρμπα ΓιάνηΜάνθου Παναγιώτης, ο οποίος συνεταιρίζεται με τον Καράμπελα και ιδρύουν μονάδα παραγωγής πάγου και συντήρησης τροφίμων, η οποία θα εξελιχθεί στη γνωστή «Βιομηχανία ψύχους Καράμπελα» και το ίδιο συμβαίνει αργότερα με τη «Βιομηχανία ψύχους Λέκκα». Και οι δύο έχουν εγκατασταθεί σήμερα στη βιομηχανική ζώνη της Ν. Κίου.

Οι χώροι και οι άνθρωποι αποτελούν τα δυο βασικά στοιχεία κατασκευής της κοινωνικής πραγματικότητας. Οι άνθρωποι σημαδεύουν τους χώρους, αφήνουν τα αποτυπώματά τους, παράγουν δηλαδή ιστορία, πολιτισμό, με την εργασία τους, με τις σχέσεις ομόνοιας και αντιπαλότητας, με τα ήθη και τα έθιμά τους, ακόμη και με τις ενδυμασίες τους, τα τραγούδια και τους χορούς τους. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να λείψει από το λογαριασμό το ιδιαίτερο όνομα του καθενός, το παρατσούκλι του, που αποτελεί κάτι σαν κοινωνική συνθήκη που υποχρεώνει τους κατοίκους στο Γκέρμπεσι, στην Αργολίδα, την Ελλάδα και σε πολλά μέρη του κόσμου να προσδιορίζονται στο χώρο με ένα παρατσούκλι.

Σκωπτικός ή ειρωνικός ή απλά προσδιοριστικός από ένα επάγγελμα ή άλλο χαρακτηριστικό είναι τρόπος δημιουργίας των παρωνυμίων. Από όσα γνωρίζω, είναι η πρώτη φορά που ένας ερευνητής αναλαμβάνει μια συστηματική καταγραφή για τα παρατσούκλια του τόπου του. Τέσσερις σελίδες με παρατσούκλια περιλαμβάνει η έρευνα του Χρίστου Κώνστα «Στο Γκέρμπεσι ο καθένας και το παρατσούκλι του» γράφει, σημειώνοντας ταυτόχρονα την εφευρετικότητα και την ιδιαίτερη ικανότητα ορισμένων χωριανών να βαφτίζουν για δεύτερη φορά με παρατσούκλια τους συγχωριανούς τους.  Ανάμεσα στις πολλές αναφορές του συγγραφέα, κρατάω για παράδειγμα εκείνη του Κωνσταντίνου Ιωάννη Παπαγεωργόπουλου με το παρατσούκλι Τζίγκας που του το κόλλησαν οι Γκερμπεσιώτες γιατί του άρεσε να φτιάχνει ένα μουσικό όργανο από κορμό αραποσιτιού. Έκοβε κατά μήκος το φλοιό σε λεπτές χορδές διαφορετικού πλάτους και τις ανασήκωνε τοποθετώντας δυο ξυλάκια κάτω από τις χορδές. Το διαφορετικό πλάτος της χορδής εξασφάλιζε διάφορους μουσικούς τόνους και από το τζιγκ τζιγκ ρου έμεινε τζίγκας.

Τελειώνοντας αυτήν τη μικρή παρουσίαση, ελπίζοντας πως δεν σας κούρασα, αλλά πρέπει να σημειώσω πως μέσα στο βιβλίο του Χρίστου Κώνστα υπάρχει ένα δεύτερο βιβλίο: το φωτογραφικό του λεύκωμα. Εξίσου σημαντικό με το πρώτο καθώς όχι μόνο τα πρόσωπα, αλλά και η στάση τους, η ένδυσή τους, το όνομά τους, ο χώρος που φωτογραφίζονται αποτελούν σημαντικά στοιχεία για την κατανόηση της κοινωνικής οργάνωσης αλλά και πολύτιμο βοήθημα για τις μελλοντικές έρευνες.

 

Γεώργιος Κόνδης,

Δρ. Κοινωνικών Επιστημών – Συγγραφέας

 

Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας &  Πολιτισμού

Άργος, 2018 

Σελίδες 528 – Σχήμα 17Χ24

ISBN: 978-960-9650-21-2

 

Οι δημοδιδάσκαλοι του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων (1880-1899) | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων από τη σύστασή του (1829 – 1830) μέχρι και το έτος 1897 λειτουργούσε ως μονοτάξιο. Με εισήγηση του Εποπτικού Συμβουλίου του Νομού Αργολίδας και την υπ’ αριθμ. Ιστ΄/21 Οκτωβρίου 1897 πράξη του προάγεται σε 2/τάξιο, ενώ είχε 92 μαθητές. [1] Ήδη από 15/ετίας ο τότε Δήμαρχος Διδύμων Αντώνιος Παπαδήμας με την υπ’ αριθμ. 249/19 Αυγούστου 1882 αναφορά του προς τον Έπαρχο Σπετσών και Ερμιονίδος και σε απάντηση της υπ΄αριθμ.1155 διαταγής εκείνου, του αναφέρει ότι προ 10/μήνου δημοδιδάσκαλος στο σχολείο δεν έχει διοριστεί. Στη συνέχεια ο Έπαρχος με την υπ΄ αριθμ. 1257/25 Αυγούστου 1882 αναφορά του προς το «Επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργείον» ζητεί να «μεριμνήση» για τον διορισμό του δημοδιδασκάλου στην κενή θέση του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων. Το θέμα φαίνεται πως λύθηκε προσωρινά, γιατί οκτώ χρόνια αργότερα έχουμε επανάληψη των ίδιων γεγονότων.

Στις 20 Μαΐου 1890 ο δήμαρχος Διδύμων Α. Αντωνόπουλος υποβάλλει αναφορά την οποία υπογράφουν και 50 κάτοικοι του Δήμου «Προς την Βουλήν του Έθνους δια του αξιοτίμου Βουλευτού του Νομού Αργολιδοκορινθίας Κου Αγγέλου Γεωργαντά».[2] Με αυτή καθιστούσε γνωστό στην Εθνική αντιπροσωπεία την πλημμελή λειτουργία του Σχολείου τονίζοντας ότι:

Σε διάστημα δύο ετών έχουν μετατεθεί από το σχολείο οι δημοδιδάσκαλοι χωρίς αυτοί να αντικατασταθούν άμεσα. Έτσι το σχολείο για τρεις και τέσσερις μήνες παραμένει κλειστό. Αυτό έγινε και τον προηγούμενο χρόνο, με αποτέλεσμα οι 80 μαθητές να μη διδάσκονται κανονικά τα μαθήματά τους και ιδιαίτερα να βλάπτονται οι μαθητές εκείνοι που θέλουν να δώσουν εξετάσεις στο Ελληνικό Σχολείο. Είναι «κακόν μέγιστον και ολέθριον εις μίαν πρωτεύουσαν Δήμου εκ 1.400 περίπου ψυχών να μένη το Δημοτικόν Σχολείον εις αργίαν ένεκα των συχνών μεταθέσεων των Δημοδιδασκάλων… ενώ ο Δήμος ούτος αν και δεν επαρκή εις την συντήρησιν των αναγκών του πληρώνη προκαταβολικώς την εισφοράν υπέρ του ταμείου της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως ετησίως 1.325 δραχμών…».

Την αναφορά αυτή ο Πρόεδρος της Βουλής με το υπ΄ αριθμ. 100/26 Μαΐου 1890 έγγραφό του τη διεβίβασε «Εις το Υπουργείον Δημοσίας Εκπαιδεύσεως», το οποίο την παρέλαβε με αρ.πρωτ.6740/28 Μαΐου 1890.

Ωστόσο πρέπει να επισημάνουμε πως εξαιτίας των πολιτικών παρεμβάσεων και της ευκολίας με την οποία πραγματοποιούνταν οι υπηρεσιακές μεταβολές (διορισμοί, μεταθέσεις, απολύσεις κ.λπ.) αρκετά σχολεία της χώρας «έκλειναν» για μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ιδιαίτερα αυτό συνέβαινε στα σχολεία των Δήμων ορεινών περιοχών με δύσκολη πρόσβαση και μικρό αριθμό κατοίκων ή σε Δήμους με «νοσώδες κλίμα», που ευνοούσε τους «ελώδεις πυρετούς».

 

Διτάξιο Δημοτικό Σχολείο Διδύμων Αργολίδας, 1900. Δημοσιεύεται στο: Καλαφάτη, Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929), Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα, 1988.

 

Την ανωτέρω 20/ετία (1880-1899) οι δημοδιδάσκαλοι του Σχολείου για τους οποίους βρέθηκαν στοιχεία ήσαν οι εξής:

 

  • 1882: Νικόλαος Βεντούρης, Απόλυση

«Ως μη αναλαβόντα μέχρι σήμερον τα καθήκοντά του επιφυλασσόμενοι δια να διορίσωμεν αντ’ αυτού… καταλληλότερον».

Φ.Ε.Κ.149/29 Σεπτεμβρίου 1882 – Κοινοποίηση 30 Οκτωβρίου 1882.

  • 1885: Νικόλαος Πόγκας Β΄ τάξεως, Διορισμός

Πράξη Υπουργού 10736/31 Αυγούστου 1885

Φ.Ε.Κ.227/31 Αυγούστου 1885. Μηνιαίος μισθός 100 δραχμές.

Το 1887 ο Νικόλαος Πόγκας πήρε μετάθεση, με αίτησή του, από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο των Σπετσών (Φ.Ε.Κ.353/29 Δεκεμβρίου 1887 – Κοινοποίηση υπ. πρ.18843/30 Δεκεμβρίου 1887). Δεν γνωρίζουμε πόσο χρόνο παρέμεινε στις Σπέτσες πάντως το 1906 απολύθηκε από το Α΄ πλήρες Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Σπετσών «διότι υποβιβασθείς εν η θέσιν υπηρετεί εδήλωσεν ότι δεν αποδέχεται την επί βαθμώ κατωτέρω του πτυχίου του». Την απόλυσή του πραγματοποίησε το Εποπτικό Συμβούλιο Νομού Αργολίδος. Φ.Ε.Κ.14/18 Ιανουαρίου 1900 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 1209/19 Ιανουαρίου 1906.

  • 1886: Αμάνδραυλος(;), Β΄ τάξεως

Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο της Στυμφαλίας.

  • 1887: Κωνσταντίνος Παπαϊωάννου

Μετάθεση, με αίτησή του, στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων. Φ.Ε.Κ.353/29 Δεκεμβρίου 1887. Φ.Ε.Κ.353/29 Δεκεμβρίου 1887 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 18843/30 Δεκεμβρίου 1887. Προηγουμένως είχε τοποθετηθεί στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Στυμφαλίας, όπου δεν παρουσιάστηκε.

  • 1888: Κωνσταντίνος Παπασωτηρίου

Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων, με αίτησή του, στο αντίστοιχο Λαύκας του Δήμου Στυμφαλίας. Φ.Ε.Κ.23/1 Μαρτίου 1888 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 2458/8 Μαρτίου 1888. Μηνιαίος μισθός 80 δραχμές.

  • 1888: Αντώνιος Ηλ. Καλογήρου Β΄ τάξεως

Μετάθεση στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο τέλος σχεδόν της σχολικής χρονιάς, τον Απρίλιο του 1888, από το αντίστοιχο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Λυγουρίου. «Εκ των καλών διδασκάλων της νέας μεθόδου» της συνδιδακτικής.

  • 1888: Γεώργιος Παπαϊωάννου

Μετάθεση με την υπ΄ αριθμ. 15680/12 Νοεμβρίου 1888 πράξη του Υπουργού από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Ποταμιάς Ευβοίας στο αντίστοιχο των Διδύμων. Απόλυση στη συνέχεια από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων, γιατί κατά πληροφορία του «αρμοδίου Νομάρχου μετατεθείς δεν μετέβην εις την θέσιν του». Φ.Ε.Κ.15 Ιανουαρίου 1889 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 18256/26 Ιανουαρίου 1889.

  •  1889: Ιωάννης Φάφαλης

Διορισμός με σημείωμα πολιτικού παράγοντα «εις το αργούν Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων». Φ.Ε.Κ.27/1 Φεβρουαρίου 1889 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 1305/3 Φεβρουαρίου 1889.

  • 1890: Κ. Κόττας

Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Διδύμων στο αντίστοιχο Λουτρακίου με αίτησή του. (Φ.Ε.Κ.109/14 Μαΐου 1890).

  • 1890: Σπυρίδων Κανδηλώρας

Μετάθεση, με αίτησή του, από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο του Μενιδίου Δήμου Αχαρνών. Φ.Ε.Κ.293/12 Νοεμβρίου 1890 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 17757/14 Νοεμβρίου 1890. Μηνιαίος μισθός 100 δραχμές.

  • Ρήγας Παπαθανασίου, Τριτοβάθμιος

Μετάθεση από Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Σκοτεινής Δήμου Αλέας στο αντίστοιχο «αργούν» των Διδύμων με τη σύμφωνη γνώμη του Γενικού Επιθεωρητή Μ. Βρατσάνου. Φ.Ε.Κ.146/22 Μαΐου 1891 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 9372/25 Μαΐου 1891. Το 1892 ο Ρήγας Παπαθανασίου υπηρετεί στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων, όπως αναφέρεται στο «Μητρώον των εν τω Κράτει Δημοτικών Σχολείων».

  •  1893: Λουκάς Α. Ρόδης, Τριτοβάθμιος

Με αίτησή του μετάθεση από Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Σπετσών στο αντίστοιχο των Διδύμων. Φ.Ε.Κ.196/27 Ιουλίου 1893 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 21350/24 Σεπτεμβρίου 1893. Μηνιαίες αποδοχές 100 δραχμές.

  • 1893: Αθανάσιος (αναφέρεται και ως Απόστολος) Μητσάκος, Δευτεροβάθμιος

Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο «αργούν» Πασιά Χώνικα του Δήμου Προσυμναίων. Υπουργική πράξη 22626/23 Σεπτεμβρίου 1893 – Φ.Ε.Κ.196/27 Σεπτεμβρίου 1893. Μηνιαίος μισθός 120 δραχμές.

  • 1893: Πέτρος Κ. Παπαναστασίου

Μετάθεση από Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Γρανίτσας του Δήμου Νυμφασίας «εις το τριβάθμιον σχολείον του Δήμου Διδύμων». Φ.Ε.Κ.221/23 Οκτωβρίου 1893. Μηνιαίος μισθός 100 δραχμές. Το 1894 ο Πέτρος Παπαναστασίου παίρνει μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο Τατσίου Δήμου Αλέας. Υπουργική Πράξη 15542/31 Αυγούστου 1894 –  Φ.Ε.Κ.195/31 Αυγούστου 1894 με τις ίδιες μηνιαίες αποδοχές.

  • 1894: Δημήτριος Παπαδήμας

Τριτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος με καταγωγή από τα Δίδυμα. Πρώτος διορισμός στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων σύμφωνα με την υπ΄ αριθμ. 15546/31 Αυγούστου 1894 πράξη του αρμοδίου Υπουργού δημοσιευμένη στο Φ.Ε.Κ.195/3 Σεπτεμβρίου 1894. Μηνιαίος μισθός 100 δραχμές. Το επόμενο έτος, 1895, απολύθηκε σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νόμου ΒΠΖ(2087) και την υπουργική πράξη 14142/31 Αυγούστου 1895 «καταχωρηθείσα» στο Φ.Ε.Κ.209/4 Σεπτεμβρίου 1895. Στη συνέχεια έγινε ανάκληση της απόλυσης του Δημητρίου Παπαδήμα με την υπ΄ αριθμ. 15758/22 Σεπτεμβρίου 1845 πράξη του Υπουργού που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.230/23 Σεπτεμβρίου 1895. Μέχρι και την πρώτη 10/ετία του 20ου αιώνα ο Δημήτριος Παπαδήμας υπηρέτησε στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων, οπότε και απολύθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1908.

Θεωρούμε πως ο ανωτέρω δημοδιδάσκαλος είναι το ίδιο πρόσωπο που αναφέρεται στους απολυθέντες μαθητές της Γ΄ τάξης του Ελληνικού Σχολείου Ναυπλίου μαζί με τον έτερο διδυμιώτη μαθητή και μετέπειτα δημοδιδάσκαλο Γεώργιο Λ. Πέτρου, αδελφό του σπουδαίου γιατρού, Γιάννη Λ. Πέτρου. Τα προσωπικά στοιχεία που αναγράφονται στο Γενικό Έλεγχο είναι:

Δημήτριος Παπαδήμας, τόπος καταγωγής Δίδυμα, ετών 14, επάγγελμα πατέρα κτηματίας, βαθμολογία «Λίαν καλώς» 8.

Ημερομηνία Γενικού Ελέγχου 30 Ιουνίου 1889.

Σχολάρχης: Βαρθολομαίος Παναγιωτόπουλος.

  • 1898: Γεώργιος Παπαπροκοπίου

Τοποθετήθηκε από το Εποπτικό Συμβούλιο ως ο πρώτος Διευθυντής του 2/ταξίου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων με την υπ΄ αριθμ. ΙΘ΄/30 Σεπτεμβρίου 1898 πράξη του, αφού ο Δήμος δεν «ήθελε» να προτείνει κάποιον άλλον.

Ο ανωτέρω δημοδιδάσκαλος ήταν αρκετά ικανός, αφού είχε διοριστεί και στο Πρότυπο Σχολείο του Διδασκαλείου Πελοποννήσου (1890). Ήταν όμως εξαιρετικά εριστικός, φιλόνικος και με ιδιαίτερα «χαλαρή» επαγγελματική συνείδηση όπως αποδεικνύεται από τα σωζόμενα έγγραφα της υπηρεσιακής του θητείας. Από αυτά, άλλωστε, διαπιστώνεται ότι ο Γεώργιος Παπαπροκοπίου για πολλά χρόνια με τη συμπεριφορά του ταλαιπωρούσε τις προϊστάμενες αρχές, οι οποίες τον καλούσαν τακτικά σε απολογία και του «άλλαζαν» σχολεία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γ.Α.Κ.-Υ.Ε.Δ.Ε. Δ’ «Εποπτικόν Συμβούλιον Δημοτικής Εκπαιδεύσεως Νομού Αργολίδος», Θυρ.182, Υλικό αταξινόμητο.

[2] Ο Άγγελος Γεωργαντάς εκλεγόταν αρχικά βουλευτής της επαρχίας Άργους και στη συνέχεια του Νομού Αργολιδοκορινθίας. Συνολικά είχε εκλεγεί βουλευτής 5 φορές από το 1879 έως το 1895.

 

Πηγή:

Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Γ΄ και Υ.Ε.Δ.Ε. Δ΄ «Διορισμοί – μεταθέσεις, απολύσεις» – Υλικό αταξινόμητο.

 

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου