Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η Παναγία στην Νεοελληνική Ποίηση 


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ομιλία του κυρίου  Ηλία Γιαννικόπουλου με τίτλο:

 

«Η Παναγία στην Νεοελληνική Ποίηση»

 

Είναι ακόμα νωπές στη μνήμη μας οι εξαίσιες μελωδίες με τις οποίες η Εκκλησία μας έψαλε την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Στα χωριά και στις πόλεις, σε μεγαλοπρεπείς ναούς και ταπεινά ξωκκλήσια, σε πλούσια ή ταπεινά μοναστήρια, χιλιάδες λαού συνέρρευσαν για να τιμήσουν το Άγιο πρόσωπο της Παναγίας και να προσευχηθούν στη χάρη Της. Όπως εκ περάτων της γης μαζεύτηκαν οι απόστολοι και οι άγγελοι για να συνοδεύσουν τη μετάσταση της Παρθένου από την επίγεια ζωή στην αιώνια, έτσι και οι πιστοί σε όλες τις γωνιές της πατρίδας μας μαζεύτηκαν για να ανυμνήσουν με κατάνυξη και ευλάβεια την «Πλατυτέρα των Ουρανών».

Η Παναγία, το αγλάϊσμα της Ορθοδοξίας, η τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ, το αμάραντο ρόδο της πίστης μας, έχει καταστεί η σημαντικότερη και προσφιλέστερη μορφή και παρουσία στην ψυχή του πιστού λαού μας. Όχι μόνο ως «σκεύος εκλογής» του Θεού, η οποία με άκρα ταπεινοσύνη βοήθησε στην πραγματοποίηση του σχεδίου της θείας οικονομίας για τη σωτηρία των ανθρώπων με τη Γέννηση του Χριστού, αποτελώντας έτσι την ιερή κλίμακα που ενώνει τα επίγεια με τα ουράνια, αλλά και ως μεσίτρια και πρέσβειρα στο μονογενή Της, καθώς επίσης ως σκέπη, καταφυγή και βοηθός κάθε πιστού χωριστά και του ελληνισμού γενικότερα. Από τα παλιά χρόνια μέχρι σήμερα, η Παναγία ήταν η Υπέρμαχος Στρατηγός του ελληνικού Γένους.

Η εικόνα της Παναγίας του Ακάθιστου Ύμνου (1700), «του εν ιεροδιακόνοις ελαχίστου Στεφάνου Τζανκαρόλου Κρητός κόπος».

Η Παναγία είναι η αγαπημένη του λαού μας, γιατί είναι προστάτιδα των φτωχών, των κατατρεγμένων και των ορφανών, η παρηγορήτρα των ασθενών, των πονεμένων και των θλιμμένων. Η Παναγία είναι η πρόθυμη αποδέκτρια των αυθόρμητων ικεσιών και επικλήσεων των ανθρώπων σε κάθε στιγμή ανάγκης και κινδύνου. «Παναγία μου», αναφωνούμε σχεδόν όλοι από ένστιχτο σε τέτοιες περιστάσεις και σ’ αυτήν προστρέχουμε, ως μεγάλη και στοργική Μητέρα.

Ως Θεοτόκο και Αειπάρθενο, ως μητέρα των όλων, ως προστάτιδα των αδυνάτων, ως Υπέρμαχο στρατηγό και ως σκέπη της πατρίδας μας, δηλαδή όπως ακριβώς τη βλέπει και την «βιώνει» καθημερινά ο απλός λαός, έτσι είδαν και τραγούδησαν την Παναγία και οι Έλληνες ποιητές. Αμέτρητα είναι τα ποιητικά αριστουργήματα που αφιέρωσαν στην Παναγία οι θεόπνευστοι ψαλμωδοί της Εκκλησίας μας. Αυτά όμως δεν θα μας απασχολήσουν εδώ. Εδώ θα ασχοληθούμε μόνο με την έντεχνη προσωπική «κοσμική» ελληνική ποίηση.

Ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα νεοέλληνες ποιητές αφιερώνουν ποιητικές δημιουργίες τους στην Παναγία. Μάλιστα η πρώτη συλλογή προσωπικής ποίησης που διαθέτουμε, φέρει το χαρακτηριστικό τίτλο «Άνθη ευλαβείας» και είναι αφιερωμένη στη Θεοτόκο. Εκδόθηκε στη Βενετία το 1708 και οφείλεται στους φοιτητές του περίφημου Φλαγγινιανού Ελληνομουσείου, που είχε ιδρυθεί στη Βενετία το 1664. Είναι το σονέτο «Εις την μετάστασιν της Πανάγνου» του σπουδαστή του Ελληνομουσείου Φραγκίσκου Κολομπή. Διαβάστε τη συνέχεια »

Ο Αργείος αγιογράφος Γεώργιος Μάρκου στο πλαίσιο της Μεταβυζαντινής παράδοσης


 

Προϋπόθεση αναφοράς στον αγιογράφο Γεώργιο Μάρκου είναι η ιχνηλάτηση του χωροχρονικού του στίγματος, δηλαδή της εποχής και του ευρύτερου χώ­ρου όπου γεννήθηκε και έδρασε.

Χρονικά ο Μάρκου εντάσσεται στο τέλος σχεδόν της εποχής της μεταβυζα­ντινής τέχνης. Πώς, όμως, προσδιορίζεται η τέχνη αυτή; Μεταβυζαντινή ονομάζεται η ορθόδοξη χριστιανική τέχνη όχι μόνο στον ελλαδικό, αλλά και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο, που αναπτύχθηκε μετά την άλωση της Πόλης και η οποία στην ελλαδική περιοχή τελειώνει το 1830 με την ίδρυση του ελληνικού κράτους, όταν πλέον αλλάζουν ριζικά σ’ αυτό οι συνθήκες που επέβαλαν την επιβίωση της μεσαιωνικής παράδοσης[1].

Η νέα κατάσταση, που δημιουργείται για τον Ελληνισμό με τη διάλυση της Αυτοκρατορίας και, τελικά, την άλωση της Πόλης έχει άμεσες επιπτώσεις και στην τέχνη. Οι βυζαντινές παραδόσεις συνεχίζονται κάτω από συνθήκες πενίας, φθοράς, δυσπραγίας και τρόμου. Οι πνευματικές και καλλιτεχνικές δυνάμεις κα­ταφεύγουν σε περιοχές έξω από τον έλεγχο του οθωμανικού σαρικιού (Κρήτη, Επτάνησα, Βενετία, κλπ.) και ξαναδημιουργούν. Παράδειγμα η κρητική λογοτε­χνία, το θέατρο, η κρητική σχολή ζωγραφικής και ξυλογλυπτικής στο Ηράκλειο κοκ.

Ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής παραχωρεί τα προνόμια του Πατριαρχείου στον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Ψηφιδωτό από τον Πατριαρχικό Οίκο στην Κωνσταντινούπολη, έργο του Σωτήρη Βάρβογλη (1944-2023).

Το γενικό χαρακτηριστικό της μεταβυζαντινής τέχνης, κυρίως της ζωγρα­φικής, κατά τους 15ο έως και το 17ο αιώνες – την περίοδο δηλαδή της Ανα­γέννησης και του Μπαρόκ – είναι ο αυστηρός συντηρητισμός της, μια στάση που πηγάζει από τη θέση της επίσημης Εκκλησίας, όπως τη χάραξε ο πρώτος μεταβυζαντινός Πατριάρχης, ο Γεώργιος Σχολάριος, φανατικός πολέμιος του ανακαινιστή Γεωργίου Γεμιστού, δηλαδή απόλυτη αντίδραση στην Καθολική Εκκλησία και σε ό,τι την εκπροσωπούσε. Αυτό, όμως, σήμαινε και αντίδραση σ’ ό,τι προερχόταν από τη δυτική Ευρώπη σ’ οποιοδήποτε τομέα της πνευματική ζωής κι αν αναφερόταν.

Από τη γενική αυτή αρχή της δογματικά αδιάφθορης συντήρησης προήλθε κατά καιρούς και η ανάγκη επιστροφής σε παλιότερα ζωγραφικά πρότυπα, βυ­ζαντινά (της Μακεδονικής Σχολής ή της Παλαιολόγειας περιόδου) ή και μεταβυ­ζαντινά (π.χ. ζωγραφική του Θεοφάνη Στρελίτζα ή Μπαθά).

Εδώ θα πρέπει να τονισθεί ότι αυτή η φανατικά συντηρητική τάση δεν είχε μόνο την αρνητική της διάσταση, αλλά εξυπηρετούσε και τη ζωτική ανάγκη ενός έθνους να διατηρήσει την ταυτότητά του κάτω από άκρως αντίξοες συν­θήκες, συνθήκες που δεν επέτρεπαν την πολυτέλεια των υψιπετών τολμημάτων μιας καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Η μεταβυζαντινή τέχνη μέσα από τη φθίνουσα καλλιτεχνική πορεία της ταυτίζεται με το χειμαζόμενο αλλά ζωντανό Ελληνισμό και επηρεάζεται από τις ιστορικές του τύχες.

Η μεταβυζαντινή, λοιπόν, τέχνη διακρίνεται από τους επιστήμονες σε τέσσε­ρις περιόδους[2]:

Η πρώτη, από την άλωση έως το 1527 περίπου, σημαδεύεται από τη διαμόρ­φωση της Κρητικής Σχολής. Στο Ηράκλειο της Κρήτης την περίοδο αυτή εντο­πίζονται 120 ζωγράφοι. Οι ζωγράφοι της Κρήτης καλούνται να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις μιας ευρύτατης γεωγραφικά, θρησκευτικά και εθνικά πελατείας – κυρίως σε φορητές εικόνες – και έτσι ταλαντεύονται ανάμεσα στην ιταλική τέχνη του 14ου-15ου αιώνα και την τελευταία φάση της Παλαιολόγειας τέχνης. Παρά τα κάποια δυτικά δάνεια παραμένουν βασικά πιστοί στην ορθόδοξη παρά­δοση και διαμορφώνουν την περίφημη Κρητική Σχολή. Διαβάστε τη συνέχεια »

Η δυνατότητα στρατιωτικής ενίσχυσης της Κύπρου από την Ελλάδα τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1974


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα»  ανακοίνωση, του διδάκτορα Ιστορίας, Τάσου Χατζηαναστασίου, στο 45ο Ετήσιο Συνέδριο της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων με τίτλο, «Κύπρος: Ιστορία και Πολιτισμός», (Αθήνα, 8-10 Νοεμβρίου 2018), με θέμα:

«Η δυνατότητα στρατιωτικής ενίσχυσης της Κύπρου από την Ελλάδα τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1974».

 

Με το θέμα της παρούσας εργασίας ξεκίνησα να ασχολούμαι πριν από πολλά χρόνια και σε μία πρώτη της μορφή αποτέλεσε ξεχωριστό κεφάλαιο δευτερεύουσας μεταπτυχιακής εργασίας που κατατέθηκε στον Τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το καλοκαίρι του 1993.[1] Εκείνη η μελέτη, μετά τη σχετική βιβλιογραφική ενημέρωση και την απαραίτητη επιμέλεια και τις διορθώσεις, πήρε τη μορφή βιβλίου που κυκλοφόρησε το 2004 και μετά την εξάντληση του στο εμπόριο, σήμερα διατίθεται ελεύθερα στο διαδίκτυο.[2]

Στα 14 χρόνια που μεσολάβησαν από την έκδοση του βιβλίου έως σήμερα δημοσιεύτηκαν κι άλλα σχετικά έργα, κυρίως αναμνήσεις πρωταγωνιστών που φωτίζουν περισσότερο τα γεγονότα. Στις διαθέσιμες για τον μελετητή πηγές πρέπει να προστεθούν επίσης το Πόρισμα για τον Φάκελο της Κύπρου που δημοσιεύτηκε από την κυπριακή Βουλή των Αντιπροσώπων το 2011[3] ενώ μόλις πριν από λίγες εβδομάδες δημοσιεύτηκε το τελικό κοινό πόρισμα για τον ίδιο φάκελο της Κυπριακής και Ελληνικής Δημοκρατίας.[4]

 

31 ΜΚ – Η ηρωικότερη Μοίρα Καταδρομών της Κύπρου. Στη φωτογραφία άνδρες της 31 ΜΚ, μετά τις επιχειρήσεις Τηλλυρίας. Ο οπλισμός τους περιλαμβάνει STEN, Μ1 Garand, MG 42 και Μ20 Super Bazooka.

 

Οι δύο τελευταίες πηγές, παρά το γεγονός ότι στηρίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε μαρτυρικές καταθέσεις και λιγότερο σε γραπτές πρωτογενείς πηγές, έγγραφα, διαταγές, πρακτικά συνεδριάσεων κτλ, και παρά το ότι, όπως έχει επισημανθεί: «τα κυπριακά» αρχεία στην Ελλάδα και στην Κύπρο έχουν υποστεί παρεμβάσεις και αφαιρέσεις, πέραν από τις συνήθεις ανά τον κόσμο «εθνικές προστασίες»[5], έχουν αδιαμφισβήτητη αξία και δεν μπορούν να αγνοηθούν από τον Ιστορικό. Είναι επομένως ευτυχής η συγκυρία του συνεδρίου καθώς σήμερα ύστερα από 44 χρόνια είμαστε σε θέση να έχουμε μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα του ζητήματος.

 

Α’ Περίοδος: Η Κύπρος υπό τον έλεγχο της ελληνικής Χούντας

  

Μετά την απόσυρση της μεραρχίας του Ελληνικού Στρατού από την Κύπρο το 1967, η επίσημη στρατιωτική παρουσία της Ελλάδας περιορίστηκε στις δυνάμεις της ΕΛΔΥΚ, 1000 άντρες περίπου, όπως προβλεπόταν από τις ιδρυτικές συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου και τις Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας.[6] Παράλληλα, στην κυπριακή Εθνοφρουρά, που στις 15 Ιουλίου του 1974 πραγματοποίησε το Πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, υπηρετούσαν δεκάδες Ελλαδίτες αξιωματικοί στους οποίους ανήκε και ο Αρχηγός της, και επομένως τελούσε κι αυτή υπό τον έλεγχο της Χούντας των Αθηνών. Η Χούντα όμως, παρά τις πληροφορίες για ασυνήθιστες κινήσεις που φανέρωναν πολεμική προετοιμασία στους τουρκικούς θύλακες της Κύπρου αλλά και τον απόπλου τουρκικών πολεμικών πλοίων από τα νότια τουρκικά παράλια με κατεύθυνση την Κύπρο ήδη από το μεσημέρι της Παρασκευής 19 Ιουλίου[7], δεν έλαβε κανένα μέτρο απόκρουσης μιας πιθανής τουρκικής εισβολής. Ακόμη κι όταν οι πληροφορίες πλήθαιναν μέσα στη νύχτα και η τουρκική αποβατική ενέργεια ήταν προ των πυλών, και πράγματι πολλοί αξιωματικοί διαφόρων βαθμίδων είχαν σπεύσει στο Αρχηγείο της Εθνικής Φρουράς ανάστατοι, έλαβαν τη χαρακτηριστική απάντηση: «κύριοι, πηγαίνετε για ύπνο» και πως επρόκειτο για τουρκικά στρατιωτικά γυμνάσια. Διαβάστε τη συνέχεια »

Μνήμες και βιώματα – Δημόσια Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης»


 

Η Δημόσια Βιβλιοθήκη του Ναυπλίου που φέρει το όνομα του σο­φού Παλαμήδη, γιου του Ναυπλίου, συστάθηκε το 1951 σύμφωνα με την Υπουργική Απόφαση «ΥΑ 104842 ΦΕΚ 223/Β/12-11-1951» του τότε Υπουργού Παιδείας Ν. Μπακόπουλου. Η απόφαση αυτή λήφθηκε κατόπιν σχετικής αναφοράς του Προοδευτικού Συλλόγου «Ο Παλαμήδης» να υπαχθεί η ήδη υπάρχουσα βιβλιοθήκη του Συλλόγου στις διατάξεις του άρθρου 20, παραγ. 2 του Α. Ν. 1362/1949, για τις Δημόσιες Βιβλιοθήκες, προσφέροντας εκτός από τα βιβλία, τα υπάρ­χοντα έπιπλα και σημαντικό χρηματικό ποσό. Παράλληλα καθοριστι­κής σημασίας υπήρξε η παραχώρηση από το Δήμο Ναυπλιέων, υπό το Δήμαρχο Δ. Σαγιά, πτέρυγας του δημοτικού οικήματος της πρώην Αστικής Σχολής Κορασίδων και πολυϊατρείου στη συνέχεια, όπου ήδη στεγαζόταν ο Προοδευτικός Σύλλογος «Ο Παλαμήδης», προκειμένου να στεγασθεί εις το διηνεκές η Δημόσια Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης». Η ίδρυση της Δημόσιας Βιβλιοθήκης «Ο Παλαμήδης» στην πόλη του Ναυπλίου, στην αρχή της μεταπολεμικής περιόδου, αποτέλεσε μία «πολιτιστική επανάσταση».

Ωστόσο πρέπει να επισημάνουμε ότι η ευοίωνη αυτή εξέλιξη για την πόλη και την πατρίδα μας έχει την αφετηρία της το έτος 1946, όταν στην καθημαγμένη πόλη του Ναυπλίου, ένα χρόνο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μία μικρή ομάδα φιλοπρόοδων πολιτών αποτελούμενη από τους Τ. Τούμπα, Π. Σπυροπούλου, Α. Αναγνωστόπουλο, Α. Σταυρόπουλο, Β. Χαραμή, Κ. Κατσίγιαννη, Σ. Κωστούρου, Δ. Βασιλείου, Ρ. Γραικό, Α. Λεκάκη, Ευαγ. Μπακέα ίδρυσαν τον Προ­οδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης». Σκοπός του Συλλόγου ήταν ο εξωραϊσμός της πόλης και η διατήρηση της ιστορικής πόλης και των κτιρίων της πόλης, η διοργάνωση εκδηλώσεων καθώς και η ίδρυση βιβλιοθήκης.

Ο Σύλλογος αρχικά, πριν να μεταστεγασθεί στο νεοκλασικό κτίριο της Βιβλιοθήκης, στεγάσθηκε στην ανατολική πλευρά της πλατείας Συ­ντάγματος, αμέσως νοτιότερα του παλιού μεγάλου τζαμιού, γνωστού ως Τριανόν, σ’ ένα μικρό ισόγειο δωμάτιο υστερονεοκλασικού κτιρίου, με ένα τραπέζι και δύο καρέκλες[1]. Το νεοκλασικό αυτό κτίριο κατεδαφίσθηκε στο τέλος της δεκαετίας του 1950 και στη θέση του ανοικοδομή­θηκε το υπάρχον παρακείμενο, άκομψο ξενοδοχείο, που δεν εναρμονί­ζεται με τα κτίρια της παλιάς πόλης.

Η Δημόσια Βιβλιοθήκη Ναυπλίου στεγάζεται σ’ ένα λαμπρό, ισό­γειο, ελαφρώς ανυψωμένο με τρία σκαλοπάτια υστερονεοκλασικό κτί­ριο, που κτίσθηκε αμέσως εσωτερικά των ενετικών τειχών της βόρειας πλευράς, μετά την κατεδάφισή τους το 1866-1868, σε χώρο που αρχι­κά προοριζόταν για την ανοικοδόμηση της αγοράς της πόλης.

Το 1874 η Δημοτική Αρχή αποφάσισε την κατασκευή της «Δημοτικής Σχολής Κορασίδων» (Σχολείο Θηλέων) και το κτίριο κατασκευάσθηκε γύρω στα 1876[2]. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό ισόγειο υστερονεοκλα­σικό κτίριο, με μνημειακή προεξέχουσα αετωματική κύρια είσοδο και έξι συμμετρικά εκατέρωθεν παράθυρα διακοσμημένο με ανοιχτά χρώ­ματα, διακοσμητικές κορνίζες και κατακόρυφους διακοσμητικούς πεσ­σούς που τονίζουν την αρχιτεκτονική διάρθρωση του κτιρίου. Κάτω από τη στέγη φέρει χαρακτηριστική διακόσμηση από ιωνικούς, υστερονεοκλασικούς γεισίποδες (δόντια), ενώ λίγο χαμηλότερα η πλατειά οριζόντια ταινία, ζωφόρος, που είναι διακοσμημένη με το γαλάζιο χρώ­μα του ουρανού, που έλκει την καταγωγή της από την ανάλογη γαλάζια διακόσμηση των επιστύλιων των αρχαίων ναών αλλά και πολυτελών αρχαίων κλασικών κατοικιών. Η κύρια πρόσοψη της βιβλιοθήκης απει­κονίζεται στον έγχρωμο πίνακα της επτανήσιας ζωγράφου από την Κεφαλλονιά, Ντιάνας Αντωνακάτου, που απεικόνισε και αποθανά­τισε με το χρωστήρα της την πόλη του Ναυπλίου αλλά και την Αργολί­δα κατά την μεταπολεμική περίοδο.

 

Η Δημόσια Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» (πίνακας Ντ. Αντωνακάτου).

 

Ο ευρύχωρος αύλειος χώρος φυτευμένος με πορτοκαλιές και λε­μονιές με χαμηλό περίβολο, με λιτή μεταλλική πόρτα και χαμηλά κι­γκλιδώματα σε μαύρο χρώμα, διακριτά από την ανοιχτόχρωμη ήρεμη διακόσμηση του κτιρίου αποτελεί ένα άλσος σε απαράμιλλο ανάλαφρο συνδυασμό με το πρόσχαρο, λαμπρό κλασικιστικό μνημείο της αρχιτε­κτονικής. Μέσα στο άλσος εκατέρωθεν του διαδρόμου υπάρχουν προ­τομές των ποιητών της πόλης, Α. Λεκόπουλου – Αναπλιώτη και του Θ. Κωστούρου. Ο παλιός φοίνικας που εικονίζεται στον πίνακα, δίνει την έννοια του ύψους και το όλο σκηνικό αποπνέει μία διάχυτη ηρεμία και γαλήνη για τους μαθητές, τους πολίτες και τους επισκέπτες. Διαβάστε τη συνέχεια »

Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 στην Κύπρο – Κριτική αξιολόγηση γραπτών μαρτυριών και καταθέσεων


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα»  ανακοίνωση, του διδάκτορα Ιστορίας, Τάσου Χατζηαναστασίου, στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο «Στρατιωτικές Επεμβάσεις και δικτατορίες στην Ελλάδα», (Άργος, 16-17 Δεκεμβρίου 2017), με θέμα:

«Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 στην Κύπρο – Κριτική αξιολόγηση γραπτών μαρτυριών και καταθέσεων».

 

Οι πηγές και η βιβλιογραφία

 

Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ (1913-1977).

Μπορεί να ακούγεται περίεργο αλλά είναι γεγονός ότι ενώ έχουν ήδη παρέλθει 43 [σήμερα 49] χρόνια, δεν υπάρχει έως τώρα μία κατά το δυνατόν πλήρης επιστημονική μονογραφία που να έχει ως θέμα το Πραξικόπημα της Χούντας κατά του Μακαρίου της 15ης Ιουλίου 1974. Ακόμη και η συγκέντρωση της βιβλιογραφίας, των δημοσιευμένων μαρτυριών και των ελάχιστων εργασιών[1], που αφορούν στο πραξικόπημα ή αναφέρονται σε αυτό στο πλαίσιο της εξιστόρησης των γεγονότων του Ιουλίου και του Αυγούστου 1974 στην Κύπρο, αποτελεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα.

Πολλές από τις δημοσιευμένες μαρτυρίες αποτελούν ιδιωτικές εκδόσεις που κυκλοφόρησαν σε έναν μικρό κύκλο και είναι δυσεύρετες, ειδικά όσες κυκλοφόρησαν το πρώτο διάστημα μετά τα γεγονότα. Το γεγονός αντισταθμίζεται κάπως από την αύξηση το τελευταίο διάστημα των δημοσιεύσεων σχετικών μαρτυριών, ίσως γιατί οι άνθρωποι πλέον μεγάλωσαν και αισθάνονται την ανάγκη να «μιλήσουν» ενώ και η χρονική απόσταση επιτρέπει μία πιο ψύχραιμη προσέγγιση. Ωστόσο, όλες αυτές οι μαρτυρίες θα πρέπει να εξεταστούν κριτικά και να διασταυρωθούν με άλλες πηγές καθώς είναι λογικό κάθε πρόσωπο που πήρε μέρος στα γεγονότα να επηρεάζεται στην κρίση του από τη στάση που κράτησε τότε αλλά και απ’ όσα μεσολάβησαν από τότε, ειδικά σε ό,τι αφορά τη δική του συμμετοχή και ευθύνη. Έπειτα, κάθε προσωπική μαρτυρία αποτελεί ένα κομμάτι του συνολικού παζλ καθώς είναι λογικό όποιος βρίσκεται μέσα στη δίνη των γεγονότων να έχει αντίληψη του περιορισμένου χώρου που κινήθηκε ο ίδιος. Ακόμη κι αν δηλαδή επιθυμία του είναι να αποδώσει τα γεγονότα όπως πραγματικά έγιναν, αναπόδραστα η οπτική του γωνία θα είναι περιορισμένη και θα εστιάζει σε ένα τμήμα μόνο των γεγονότων που έλαβαν χώρα. Παρόλα αυτά, οι μαρτυρίες αυτές, ακόμη και οι πιο υποκειμενικές και μεροληπτικές, αποτελούν πολύτιμες πηγές καθώς αποκαλύπτουν την ιδεολογική διάσταση του φαινομένου και επιτρέπουν στον Ιστορικό να εξαγάγει χρήσιμα για την κατανόηση των γεγονότων συμπεράσματα.

Σε ό,τι αφορά στον «Φάκελο της Κύπρου» και γενικότερα τις αρχειακές αδημοσίευτες πηγές, ο έγκυρος Ιστορικός Πέτρος Παπαπολυβίου και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της κυπριακής Βουλής για τον Φάκελο της Κύπρου, σε πρόσφατη συνέντευξή του δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «τα «κυπριακά» αρχεία στην Ελλάδα και στην Κύπρο έχουν υποστεί παρεμβάσεις και αφαιρέσεις, πέραν από τις συνήθεις ανά τον κόσμο «εθνικές προστασίες», ενώ ειδικά οι υποκειμενικές προσωπικές καταθέσεις είναι σε πολλά σημεία εμφανέστατα αναληθείς».[2] Διαβάστε τη συνέχεια »

Από τον τάφο του Φορωνέος στο Άργος – Όλγα Ψυχογυιού, Αρχαιολόγος Δ’ ΕΚΠΑ


 

Φορωνεύς: Η νομοθεσία, περ.1348-50, Andrea and Nino Pisano. Ο Αντρέα Πιζάνο (Andrea Pisano) ήταν Ιταλός γλύπτης και αρχιτέκτονας. Museo dell’ Opera del Duomo Φλωρεντία.

Από τα τριάντα περίπου ιερά και ναούς και τα άλλα τόσα μνημεία μικρότερων διαστάσεων (μνημειακών τάφων και άλλων) που αναφέρει ο περιηγητής Παυσανίας κατά την περιήγησή του στο Άργος, στο 2ο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ., ελάχιστα έχουν εντοπιστεί. Από τα μνημεία που παρέμειναν ορατά από την αρ­χαιότητα έως τις μέρες μας, το μεγάλο Θέατρο, τα ρωμαϊκά λουτρά, γνωστά ως «Θέρμες Α» και το «Κριτήριο»-Νυμφαίο της Λάρισας, μόνο το πρώτο ταυτίστηκε άμεσα με το θέατρο που αναφέρει ο Παυσανίας. Για τα δύο άλλα υπάρχει διαφωνία απόψεων. Τα υπόλοιπα μνημεία τα κάλυψε ο χρόνος και χάθηκαν τα ίχνη τους. Από τότε που άρχισαν οι ανασκαφικές έρευνες για την αναζήτηση της αρχαίας πόλης, στις αρχές του 20ου αιώνα, η σκαπάνη των αρχαιολόγων έχει φέρει στο φως αρκετά τους τμήματα. Άγνωστη όμως ακόμη παραμένει η θέση του ιερού του πολιούχου θεού της αρχαίας πόλης, του Απόλλωνος Λυκείου, που ο Παυσανίας περιγράφει ως επιφανέστερο και που το αναφέρει πρώτο, όταν φτάνει στην πόλη από το Ηραίο.

Σε δύο περιπτώσεις, την αποκάλυψη του ιερού του Απόλλωνος Δειραδιώτη στη βορειοδυτική πλευρά του λόφου του Προφήτη Ηλία και του ιερού της Αφροδίτης στα νότια της πόλης, η ταύτιση ήταν άμεση, γιατί τα ανασκαφικά στοιχεία συμ­βάδιζαν, με τις πληροφορίες που οι επιστήμονες μπόρεσαν να αντλήσουν από άλλες πηγές, κυρίως την ίδια την περιήγηση του Παυσανία. Για άλλα μνημεία όπως η λεγόμενη «Υπόστυλη αίθουσα» και το «Νυμφαίο» στην αρχαία Αγορά, τα αρχαιολογικά δεδομένα δεν είναι επαρκή και υπάρχει και σ’ αυτά διαφωνία α­πόψεων. Τέλος, σε αρκετές περιπτώσεις, η ύπαρξη συγκεκριμένων μνημείων είναι τεκμηριωμένη από λίθους, κυρίως ενεπίγραφους, που βρέθηκαν αποκομμένα από το μνημείο στο οποίο ανήκαν, όπως τον περίβολο των «Επτά επί Θήβας»[1], το λίθο με επιγραφή από το ναό της Αθηνάς Σάλπιγγος και τα θραύσματα δωρικών ημικιόνων από την αφετηρία του αρχαίου Σταδίου.

Σ’ αυτήν την κατηγορία προστέθηκε ο ενεπίγραφος λίθος που ήρθε στο φως τον Ιούλιο του 1994, κατά τη διάνοιξη χάνδακα για την τοποθέτηση αποχετευτικού αγωγού λυμάτων στην οδό Γούναρη. Πρόκειται για ένα ορθογώνιο λίθο από λευ­κό ασβεστόλιθο, μεγάλων διαστάσεων και σχήμα τραπεζοειδές. Στην πρόσθια κύρια του όψη φέρει χαραγμένο το παρακάτω επιτύμβιο επίγραμμα με τίτλο «Φορωνέος». Το αποτελούν τέσσερα κανονικά ελεγειακά δίστιχα, δηλαδή με ένα εξάμετρο και ένα πεντάμετρο αντίστοιχα το καθένα.[2] Διαβάστε τη συνέχεια »

Τα λουτρά του Αρχαίου θεάτρου Άργους – Οι λεγόμενες «Θέρμες Α» | Όλγα Ψυχογυιού, Αρχαιολόγος Δ’ ΕΚΠΑ


 

Οι εντυπωσιακοί πλινθόκτιστοι τοίχοι που υψώνονται κοντά στο μεγάλο αρχαίο Θέατρο του Άργους απεικονίζονται σε πολλές από τις γκραβούρες που μας άφησαν οι ταξιδιώτες που επισκέφτηκαν την πόλη του Άργους κατά τον 18ο και 19ο αιώνα.[1] Το υπόλοιπο όμως του μεγάλου οικοδομήματος στο οποίο ανήκουν οι τοίχοι, βυθίστηκε στη λήθη κάτω από τα χώματα που κάλυψαν τα ερείπιά του. Το έφεραν πάλι στο φως οι ανασκαφικές έρευνες που διεξάχθηκαν από τους αρ­χαιολόγους της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, τον René Ginouvès, κατά τα έτη 1954 και 1955 και τον Πιέρ Οπέρ (Pierre Aupert) από το 1972 έως το 1989. Σήμερα ορίζει σ’ όλο του το μήκος τη νότια πλευρά της αρχαίας οδού που συνέδεε το Θέατρο με την αρχαία Αγορά. Από την πρώτη ανασκαφική εκστρατεία αποκαλύφθηκαν εγκαταστάσεις μεγάλων δημόσιων ρωμαϊκών λουτρών και το κτήριο ονομάστηκε «Θέρμες Α». Αποκαλύφθηκαν στη συνέχεια αρχιτεκτονικά στοιχεία που οδήγησαν τους ανασκαφείς στο συμπέρασμα ότι το κτήριο δεν είχε αρχικά οικοδομηθεί ως λουτρικό συγκρότημα, αλλά ως ιερό.

 

Άργος, Ρωμαϊκά λουτρά ή «Θέρμες Α», Αρχαίο θέατρο, κάστρο της Λάρισας, λιθογραφία, σχεδίασε εκ του φυσικού και χάραξε ο Γάλλος σχεδιαστής, αρχαιολόγος και ηλεκτρολόγος Th. du Moncel το 1843.

 

Διαπιστώθηκαν τρεις κύριες οικοδομικές φάσεις: η πρώτη στα τέλη του 1ου μ.Χ. αιώνα (90-100 π.Χ.), η δεύτερη μισό αιώνα περίπου αργότερα, την εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού και η τελευταία στα τέλη του 3ου αι. – αρχές 4ου αι. μ.Χ., την εποχή του αυτοκράτορα Γόρδιου του Γ’. Το κτήριο ήταν αρχικά ιερό αφιερωμένο σε θεότητες συνδεμένες με την ίαση, ενώ στην τελευταία του οικοδομική φάση ο χώρος διαμορφώθηκε ως δημόσια λουτρά. Και στις τρεις φάσεις το νερό κατείχε ση­μαντική θέση και το μετέφεραν υδαταγωγοί από το υδραγωγείο του Κεφαλαρίου, στα νοτιοδυτικά του κτηρίου (εικ. 1, Υ1). Διαβάστε τη συνέχεια »

Το κρασί στους οθωμανικούς χρόνους – Ευαγγελία Μπαλτά | Διευθύντρια Ερευνών, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, ΕΙΕ


 

Το κρασί στους οθωμανικούς χρόνους αποτελεί ένα προκλητικό αντικείμενο έρευνας και άκρως ενδιαφέ­ρον, καθώς ελάχιστα έχει μελετηθεί. Θα σας παρουσιάσω τον πολιτισμό του κρασιού στην οθωμανική αυτοκρατορία, την πρόσληψή του από δυο κόσμους: τον κόσμο των κατακτητών, τον μουσουλμανικό, και τον κόσμο των κατακτημένων, από τους οποίους θα μας απασχολήσει μόνον ο χριστιανικός.

Εκ προοιμίου υπογραμμίζω ότι δεν υπάρχει στο Κοράνι, όπως συνήθως ακούμε να επαναλαμβάνεται, κάποια ρητή απαγόρευση του κρασιού. Υπάρχουν χωρία όπου ο Προφήτης Μωάμεθ υπόσχεται στους πιστούς του μαζί με άλλες απολαύσεις και ποταμούς εκλεκτού κρασιού, σε άλλα εδάφια όμως τους προτρέπει να μην προσέρχονται στην προσευχή σε κατά­σταση μέθης και αλλού πάλι οι πιστοί παρακινούνται να αποφεύγουν το κρασί ως έργο του Σατανά. Γενικώς διίστανται οι γνώμες κατά πόσον το Κοράνι απαγο­ρεύει ή όχι το κρασί και τα λοιπά οινοπνευματώδη ποτά, θεωρείται ότι η απαγόρευση της οινοποσίας συνδέεται κατά κύριο λόγο με την κατοπινή ισλαμική θεολογική παράδοση και τις διάφορες ιερατικές σχολές ερμηνείας του Κορανίου. Τα hadis (παραδόσεις που σχετίζονται με λόγους του Προφήτη) υπαγόρευαν την αποχή από το κρασί, καθώς Hamr (=κρασί) είναι Haram (=απαγορευμένο). Αναφέρω ένα τέτοιο hadis όπως διαμορφώθηκε στα τουρκικά: «Sarhoşluk veren her şey hamr ve sarhoşluk veren her şey haram»: Το κρασί είναι από τα πράγματα που φέρνουν μέθη και καθετί που φέρει μέθη απαγορεύεται από τη θρη­σκεία.

Αυτές τις υποδείξει ακολούθησε ο μουσουλμανικός κόσμος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όχι βέβαια όλος. Μόνο οι σουνίτες, διότι σιίτες, σουφί, αλεβίδες και λοιπές ισλαμικές σέκτες, από τους Κιζιλμπάσηδες της Ροδόπης ως τους μπεκτασήδες της Ανατολίας  και τους εκλεπτυσμένους Πέρσες σουφί, όχι μόνο δεν απέκλεισαν ποτέ την οινοποσία αλλά ύμνησαν το κρασί στην ποίηση τους και το συμπεριέλαβαν στο τυπικό των ιεροτελεστιών τους.

Οι σουνίτες υπήκοοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας. δηλαδή π πλειονότης, ήσαν αναγκασμένοι να ζήσουν σε έναν χώρο όπου υπήρχε η οικονομία και ο πολιτισμός του αμπελιού. Ζούσαν σε μια αυτοκρατορία που ξεκίνησε από την Ανατολή, τη γενέτειρα του αμπελιού, και εξα­πλώθηκε προς Δυσμάς, στον χώρο της Μεσογείου όπου, από την αρχαιότητα, κυριαρχούσε το σχήμα σιτάρι, αμπέλι, ελιά. Καλλιεργούσαν λοιπόν κι αυτοί αναγκαστικά αμπέλια για να ζήσουν, κατανάλωναν σταφύλια, πεκμέζ (πρόκειται για βρασμένο μούστο, το γνωστό πετιμέζι) σταφίδες, και ορισμένοι, και κρα­σί παρά τις προσταγές του Ισλάμ.

 

Εορτασμός νίκης στο στρατόπεδο του Τιμούρ. Ο ίδιος κάθεται σε πρόχειρα φτιαγμένο θρόνο και παρίστανται ευγενείς, σωματοφύλακες, χορεύτριες και μουσικοί. Μικρογραφία από το χφ. Zafernâme του Serefeddin Ali Yezdî 1436. Siraz, Iran, Turk ve Islam Eserlerì Müzesi, Istanbul.

 

Την οινοποσία μου­σουλμάνων μαρτυρούν περιηγητές αλλά και οθωμανικές πηγές, όπως για παράδειγμα κώδικες καδήδων, όταν σ’ αυτούς τους τελευταίους, κατέφευγαν οι μουσουλμάνες με το συχνότατο αίτημα διαζυγίου για την κατ’ εξακολούθηση οινοποσία και μέθη του συζύγου τους. Διαβάστε τη συνέχεια »

Αμπέλι και κρασί στον παραδοσιακό πολιτισμό της Πελοποννήσου. Μια εθνογραφική προσέγγιση – Ευδοκία Ολυμπίτου


 

Η τριλογία «αμπέλι, ελιά, σιτάρι» και «κρασί, λάδι, ψωμί», οι τυπικές, δη­λαδή, καλλιέργειες της μεσογειακής χλωρίδας και τα αντίστοιχα βασικά στοι­χεία της ελληνικής διατροφής, αποτελούν τις περισσότερο διαδεδομένες αγρο­τικές δραστηριότητες που συγκροτούν ένα πλούσιο συμβολικό πολιτιστικό σύ­στημα. Οι τοπικές εμπειρικές γνώσεις και παραδόσεις διαχέονται, ταξιδεύουν, διαδίδονται σε διαφορετικούς τόπους, όχι μόνον σε αυτούς που παράγουν τα προϊόντα αυτά, αλλά και σε όλους εκείνους που τα καταναλώνουν. Επιπλέον, κοινές ανάγκες και παρόμοιες συνθήκες διαμορφώνουν έναν μάλλον κοινό εθι­μικό κώδικα στην κατανάλωσή τους, στις σχετικές θρησκευτικές πρακτικές και τη λαϊκή λατρεία των αγροτικών, κυρίως, αλλά και των αστικών περιοχών.

Επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον μας στο κρασί, επιχειρούμε να προσεγγί­σουμε τον πλούσιο χώρο της λαϊκής εμπειρικής γνώσης και κοσμοθεωρίας που αναζητά ορθολογικές αλλά και μεταφυσικές, μαγικοθρησκευτικές λύσεις προκειμένου να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του καθημερινού του βίου, αλλά και να ερμηνεύσει ό,τι διαταράσσει την ασφαλή μονοτονία της ζωής του. Ο χαρα­κτήρας του κειμένου είναι μάλλον περιγραφικός και ελλειπτικός, αφού αποτε­λεί μία, κατ’ ανάγκην, σύντομη περιήγηση σε αυτό το πολύπλευρο τοπίο των εθιμικών κοινοτήτων και ιδιαιτεροτήτων, στο οποίο το κρασί διατηρεί πρω­τεύοντα ή και κυρίαρχο ρόλο.

Στα πλαίσια ενός κόσμου που διαβίωνε και δρούσε με συλλογικές μορφές και τρόπους, το κρασί συμπλήρωνε και ενίσχυε κάθε μορφής δεσμούς, συνο­δεύοντας τόσο τη χαρά όσο και τη λύπη – από την κοινή εργασία στο χωράφι έως το γάμο ή το πένθος, την κοινοτική γιορτή, την αρχή και το τέλος κάθε κύ­κλου της αγροτικής ζωής. Σχεδόν ταυτόσημο με κάθε ευχή και πρόποση, κυρίως για καλή υγεία, ήταν απαραίτητο στη χριστιανική τελετουργία, άξιο ως προσφορά και δώρο σε κάθε περίσταση. Συνοδεύει όλα τα γλέντια, επισφραγί­ζει συμφωνίες και συμφιλιώσεις[1], είναι απαραίτητο κέρασμα στην έναρξη και την ολοκλήρωση των αγροτικών εργασιών, στο λιοτρίβι όταν βγει το καινού­ριο λάδι[2] ή ακόμη σε όσους συμμετέχουν σε τελετές θεμελίωσης κτισμάτων[3].

Το κρασί συμπλήρωνε την καθημερινή λιτή διατροφή αλλά και τα γιορταστι­κά γεύματα πλούσιων και φτωχών, αστών και αγροτών. Ακροβατώντας ανάμεσα στη λελογισμένη χρήση και την υπερβολική κατανάλωση, μπορούσε να είναι θρη­σκευτικά και κοινωνικά αποδεκτό ή κατακριτέο, καθοσιωμένο ή αμαρτωλό.

Προικοσύμφωνα, διαθήκες, δωρεές, αφιερώσεις, πράξεις αγοραπωλησίας και διάφορα χρονικά που μνημονεύουν καλές και κακές χρονιές, ασθένειες των αμπελιών και τις οικονομικές τους επιπτώσεις, αλλά και ιστορικά ανέκδο­τα μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε την αξία των αμπελώνων για τις κοινωνίες του παρελθόντος[4]. Εκτός από τα δικαιοπρακτικά έγγραφα, ποικίλες γραπτές και προφορικές μαρτυρίες διασώζουν μεγάλο πλούτο πληροφοριών που αναφέρονται στον υλικό και πολιτισμικό βίο των παραδοσιακών κοινωνι­κών σχηματισμών, καταδεικνύοντας τους τρόπους με τους οποίους ένα βασι­κό διατροφικό αγαθό του ελληνικού χώρου τροφοδοτεί παραδόσεις και θρύ­λους, συνοδεύει τελετουργίες και επενδύεται με πολλαπλούς συμβολισμούς.

 

Πελοπόννησος, σχέδιο του Olfert Dapper, μια παραστατική απεικόνιση στην οποία η Πελοπόννησος μοιάζει με αμπελόφυλλο. Olfert Dapper, «Naukerige Beschryving van Morea», Amsterdam 1688, Συλλογή Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων (δάνειο από ΜΙΕΤ, Η Πελοπόννησος. Χαρτογραφία και Ιστορία, 16ος-18ος αιώνας, ΜΙΕΤ 2006).

 

Η αμπελοκαλλιέργεια στην Πελοπόννησο

 

Η γεωγραφία του αμπελιού στην περιοχή της Πελοποννήσου είναι ιδιαίτε­ρα εκτεταμένη, αν και ορίζεται από το γεωφυσικό περιβάλλον και το κλίμα. Ονόματα χωριών και μικροτοπωνύμια όπως Αμπέλι, Αμπελά, Αμπελάκι, Αμπελάκια, Αμπελιώνα, Αμπελώνας, Αμπελόκαμπος, Αμπελόκηποι, Αμπελος, Αμπελόφυτο, ή Παλιάμπελο, που απαντώνται στην Πελοπόννησο, είναι και αυτά εν­δεικτικά της εξάπλωσής του.[5] Παρόλο που το αμπέλι αποδίδει σε σχετικά σύ­ντομο χρονικό διάστημα: «αμπέλι του χεριού σου και ελιά από τον παππού σου», συνήθιζαν να λένε στην Πελοπόννησο, για ορισμένες περιοχές «τα πολλά τ’ αμπέλια και τα λίγα πρόβατα είναι φτώχεια…».[6] Ωστόσο, για τους ορεινούς πλη­θυσμούς, οι προφορικές μαρτυρίες σημειώνουν ότι η εποχή του τρύγου έδινε τη δυνατότητα να αναζητήσουν εποχική εργασία σε αμπελουργικές περιοχές.[7] Διαβάστε τη συνέχεια »

Μύθοι και Σύμβολα στη Νεοελληνική τέχνη  (19ος – α’ μισό του 20ού αιώνα)


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Με αφορμή την έκθεση «Μύθοι και σύμβολα στη νεοελληνική τέχνη», της Εθνικής Πινακοθήκης &ι Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου στο Ναύπλιο, η οποία θα διαρκέσει έως τις 30 Μαΐου 2024, δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» κείμενο που περιλαμβάνεται στον κατάλογο της εκθέσεως, της κας Λαμπρινής Καρακούρτη – Ορφανοπούλου, Ιστορικού Τέχνης Επιμελήτριας της Εθνικής Πινακοθήκης Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου, με τίτλο:

 

«Μύθοι και Σύμβολα στη Νεοελληνική τέχνη  (19ος – α’ μισό του 20ού αιώνα)».

  

Η ιστορία με το πέρασμα του χρόνου διαστρεβλώνεται,

ενώ ο μύθος εξελίσσεται στο σημείο που γίνεται πραγματικότητα.

Jean Cocteau

 

Ο ελληνικός μύθος αποτέλεσε ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης και δημι­ουργίας για τους καλλιτέχνες από την αρχαιότητα μέχρι τις σύγχρονες μορφές πνευματικής και καλλιτεχνικής έκφρασης του ευρωπαϊκού πο­λιτισμού. Οι μύθοι γίνονται πεδίο ερμηνείας και αλληγορικών συνθέσεων προκειμένου να ερμηνεύσουν τη δημιουργία του κόσμου, την πραγματι­κότητα της ζωής, τα φυσικά φαινόμενα, τις σχέσεις ορατού και αόρατου και να προσαρμοστούν στον εκάστοτε κοινωνικό ορίζοντα υποδοχής. Η ελληνική μυθολογία, κατεξοχήν ανθρωπομορφική, εμπνέει ζωγράφους και γλύπτες κυρίως την περίοδο της Αναγέννησης, λόγω του ανανεωμέ­νου ενδιαφέροντος για την αρχαιότητα, που προκάλεσε το πνευματικό κίνημα του Ουμανισμού. Ο μύθος αισθητικοποιείται και γίνεται θέμα στα εικονογραφικά προγράμματα των ουμανιστών.

Την εποχή του Διαφωτισμού και κυρίως στις αρχές του 19ου αιώνα, οι μυθικοί ήρωες θα ενσαρκώσουν το μεγαλείο του ανθρώπινου ηρωισμού σύμφωνα με το πνεύμα του Νεοκλασικισμού. Στις τελευταίες όμως δε­καετίες του αιώνα αυτού, οι προραφαηλίτες και οι συμβολιστές ζωγράφοι προσδίδουν μια νέα δυναμική στο μυθολογικό θέμα, καθώς προβάλλουν πανανθρώπινες μυστικιστικές καταστάσεις της φύσης, προετοιμάζοντας τη νέα συμβολική εκδοχή του μύθου από τους καλλιτέχνες των πρωτοπο­ριών του 20ού αιώνα.

Το παράρτημα Ναυπλίου της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου οργανώνει την έκθεση με θέμα Μύθοι και Σύμβολα στη Νεοελληνική τέχνη (19ος – α’ μισό του 2οού αιώνα), με στόχο να φωτίσει τον ρόλο της τέχνης μέσα από τη διαλεκτική σχέση τέχνης, ιστορίας και κοινωνί­ας.

Παρουσιάζονται γλυπτά, ζωγραφικά έργα και σχέδια με σκοπό να δι­αφανεί ο δημιουργικός τρόπος των Ελλήνων καλλιτεχνών που υιοθετούν, εξελίσσουν και μεταπλάθουν το περιεχόμενο και τη μορφή του μύθου σε νέες προτάσεις έκφρασης, καθώς και οι διαφορετικές εικαστικές αφετη­ρίες των δημιουργών.

Συγχρόνως η έκθεση στοχεύει – μέσω των εκπαιδευ­τικών προγραμμάτων που θα υλοποιηθούν – στην αποκωδικοποίηση των συμβόλων που περιέχονται στα έργα τέχνης με μυθολογικό περιεχόμενο, τα οποία πολλές φορές λανθάνουν και στην αναζήτηση των αξιών και των μηνυμάτων που μεταφέρουν σε εμάς σήμερα.

Το σύνολο των έργων που παρουσιάζονται στην έκθεση, προέρχονται αποκλειστικά από τις συλλο­γές της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, αναδεικνύοντας μια συνολική εικόνα όλων των μορφών της Νεοελληνικής τέχνης και των ανανεωτικών τάσεων της.

 

«Μύθοι και Σύμβολα στη Νεοελληνική τέχνη», εξώφυλλο του καταλόγου.

 

Ο κόσμος της τέχνης στην Ελλάδα (19ος – αρχές 20ού αιώνα)

 

Στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας, δε­σπόζει η ηρωική εικονογραφία του αγώνα, η οποία κινείται στο πνεύμα της εξιδανίκευσης και στο ύφος του ακαδημαϊκού ιδεαλιστικού Ρομαντισμού. Οι νεαροί σπουδαστές που φοιτούν στο Σχολείο των Τεχνών «ασκούνται κυρίως σε γυμνογραφίες, προσωπογραφίες, αλληγορικές και ιστορικές συνθέσεις με θέματα που λειτουργούν ως φορείς υψηλών νοημάτων, πρότυπα αρετής και ηθικής για τον λαό. Διαβάστε τη συνέχεια »