Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Γιαννηκέσης Άγγελος (1787;-1863)


 

Ο Άγγελος Γιαννηκέσης γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, στην τελευταία δεκαετία της ενετικής κυριαρχίας, γύρω στα 1787, και κει θα περάσει τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, σε μια εποχή δύσκολη για την ιστορία του νησιού, όπου η μια ξένη κατοχή διαδέχεται την άλλη. Προικισμένος με οξύ και τολμηρό επιχειρηματικό μυαλό, ύστερα από μια σύντομη παραμονή του στη Μάλτα – όπου θα σχηματίσει και την πρώτη του περιουσία – θα φύγει, μαζί με τούς αδελφούς του Αναστάσιο και Διονύσιο, για την Τεργέστη, σπουδαίο τότε εμπορικό και οικονομικό κέντρο.

Είμαστε στα 1821, στις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης, κι ο Γιαννηκέσης γρήγορα θάρθει σ’ επαφή με τους πατριωτικούς κύκλους για την προετοιμασία του αγώνα. Ο αδελφός του Αναστάσιος, κυνηγημένος απ’ τις αυστριακές αρχές στην Τεργέστη και στην Ανκώνα, θα περάσει, μαζί με άλλους Ζακυνθινούς πατριώτες, στην Πελοπόννησο, για να πάρει ενεργό μέρος στους αγώνες. Ο Άγγελος θα κινηθεί στους κύκλους της Τεργέστης, της Ανκώνας, της Βενετίας και της Ζακύνθου, με το σκοπό να εξασφαλίσει οικονομικά μέσα και ηθική υποστήριξη για την ελληνική υπόθεση. Οι σχέσεις του με τον ευγενή Ζακυνθινό Διονύσιο Ρώμα – ψυχή της Φιλικής Εταιρείας – εγκαταστημένο στη Βενετία, είναι γνωστές· μέσω του Ρώμα άλλωστε εξηγείται και ο ιδιαίτερος ιδεολογικός και πολιτικός του δεσμός με τον Καποδίστρια. Αλλά η δυναμική του συμμετοχή στα ελληνικά πράγματα δεν θα τον εμποδίσει στις επιχειρηματικές του πρωτοβουλίες.

 

Άγγελος Γιαννηκέσης, έργο του A. Henning, 1858. Τεργέστη, Εταιρεία R.A.S.

 

Η Τεργέστη – όπου στα 1823 θα παντρευτεί την Δέσποινα Ράλλη -, μόνιμη πια κατοικία του, θα γίνει το κέντρο της οικονομικής του δραστηριότητας. Στα 1826 ιδρύει την «Αδριατική Τράπεζα Ασφαλειών» (Adriatico Banco di Assicurazioni) και το 1838 επεκτείνει το πρόγραμμα των εργασιών του με την «Αδριατική Ασφαλιστική Εταιρία» (Riunione Adriatica di Sicurta = R.A.S. ), που στη γενική του διεύθυνση και την αδιάκοπτη παρουσία του μέχρι το θάνατό του, στα 1863, οφείλει τη διεθνή της προβολή [1].

Με πρόταση του Γιαννηκέση, ιδρύονται στην Ελλάδα – σε μια μάλιστα περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη για τη διαμόρφωση του νεοσύστατου κράτους, ύστερα από αιώνες τουρκικής δουλείας – τα πρώτα υποκαταστήματα της εταιρίας· κι όχι μόνο στην Αθήνα, μα και στην Πάτρα και στο Ναύπλιο και στη Ζάκυνθο [2]. Αλλά οι δεσμοί του με την πατρίδα δεν σταματούν εδώ· ο Γιαννηκέσης ήταν γενικός πρόξενος της Ελλάδας στην Τεργέστη για πολλά χρόνια και δεν έλειψε ποτέ η γενναιόδωρη υλική και ηθική του συμμετοχή στα εσωτερικά της λαμπρής ελληνικής Κοινότητας [3]. Μια αξιέπαινη δραστηριότητα [4], για την οποία η Ελλάδα θα τον τιμήσει στα 1851 με το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Σωτήρος. Η τιμητική αυτή διάκριση λαμπρύνει το στήθος του στην προσωπογραφία που του έκανε ο Α. Henning στα 1858, η οποία ακόμη και σήμερα κοσμεί την αίθουσα συνεδριάσεων της έδρας της R.A.S. στην Τεργέστη [5]. Αλλά στην προσωπογραφία του Γερμανού ζωγράφου, δύο ακόμα λεπτομέρειες τραβούν την προσοχή μας: το φύλλο του χαρτιού πάνω στο τραπέζι, δεξιά, με τη γραπτή ένδειξη «Service Royal Consulat Grecque (sic) a Trieste» και η παρουσία της μαρμάρινης προτομής του Ιωάννη Καποδίστρια, στο βάθος της κόγχης, αριστερά.

Ο πίνακας, είναι δική του παραγγελία, για την κεντρική έδρα της εταιρίας R.A.S., με την παράκληση να διατηρηθεί πάντα στην αρχική του θέση. Ιδιαίτερα, λοιπόν, ενδιαφέρον είναι ότι, αν και πρόκειται για μια δημόσια και όχι ιδιωτική χρήση της προσωπογραφίας του, ο Γιαννηκέσης θεληματικά προβάλλει δύο στοιχεία που τα θεωρεί ουσιώδη και σχεδόν συμβολικά για την προσωπικότητά του: την ένδειξη μιας λειτουργίας στην υπηρεσία του ελληνικού κράτους απ’ την μια μεριά, και ενός ιδανικού και συναισθηματικού δεσμού με τον Καποδίστρια απ’ την άλλη.

Το 1850 ο σπουδαίος ζωγράφος Διονύσιος Τσόκος έχει ολοκληρώσει το έργο  «Η δολοφονία του Καποδιστρία», λάδι σε καμβά, διαστάσεων 1,85Χ1,24, παραγγελία από την Τεργέστη του Άγγελου Γιαννηκέση [6],  όταν το επίσημο Ελληνικό κράτος, πολύ αργότερα, στις 25 του Μάρτη 1933, θα τιμήσει τον πρώτο κυβερνήτη, μ’ ένα άγαλμα του Μιχ. Τόμπρου στο Ναύπλιο. Ο πίνακας βρίσκεται στα  γραφεία της Ελληνικής Κοινότητας της Τεργέστης.

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια. Διονύσιος Τσόκος, 1850, Λάδι σε καμβά. Ελληνική Κοινότητα Τεργέστης.

 

Ο Άγγελος Γιαννηκέσης πέθανε, στις 27 του Ιούνη 1863,  αφήνοντας στη γυναίκα του Δέσποινα Ράλλη τους πίνακες, μαζί με όλα τ’ άλλα κινητά αγαθά του και την επικαρπία των ακινήτων. Η χήρα Γιαννηκέση, που το 1878 θ’ αφιερώσει στη μνήμη του συζύγου της ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μνημεία του ελληνορθόδοξου νεκροταφείου της Τεργέστης, έργο του γλύπτη Filippo Spaventi [7], πεθαίνει στις 30 του Δεκέμβρη 1892. Στη διαθήκη της [8] ορίζει, ανάμεσα στ’ άλλα, να πουληθεί όλη της η περιουσία με το σκοπό να συσταθεί «Ίδρυμα Αγγέλου και Δέσποινας Γιαννηκέση» που θα διαχειρίζεται η Ελληνική Κοινότητα της Τεργέστης σαν γενική κληρονόμος. Το πλούσιο διαμέρισμα των Γιαννηκέση στην οδό Campanile (σήμερα Genova) αριθ. 7 αγοράστηκε απ’ την Κοινότητα, η οποία με έξοδά της φρόντισε την εκτίμηση και την πώληση των πινάκων. Τότε πρέπει να πέρασε στην ιδιοκτησία της Κοινότητας και το έργο του Διονύσιου Τσόκου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] [Σημείωση Αργολικής Βιβλιοθήκης]: Η R.A.S. το  1964. Έγκριση των 125ων οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας: η παραλαβή των ασφαλίστρων RAS ξεπέρασε τα 45 δισεκατομμύρια ITL, ενώ η συνολική αξία του ομίλου ανήλθε σε 140,3 δισεκατομμύρια ιταλικές λίρες.Το οργανωτικό δίκτυο του ομίλου RAS περιλαμβάνει 260 τμήματα, υποκαταστήματα και γραφεία, 8500 υπαλλήλους, 12.000 γραφεία, 31.000 εργαζόμενους.

[2] Βλ. Nel Primo Centenario κ.τ.λ., ό.π. σελ. 376 κ.ε.

[3] Βλ. τις φορητές ασημένιες εικόνες του Αγίου Σπυρίδωνος κα του Αγίου Νικολάου, στο τέμπλο της ορθόδοξης εκκλησίας του Αγ. Νικολάου της Τεργέστης, του εργαστηρίου του G.B. Fantini της Βενετίας, αφιερώματα του Α. Γιαννηκέση στα 1839 και 1856 (Δελτ. Χριστ. Εταιρίας, 1911, σελ. 63 και Νέα Σιών, Ζ’, 1910, σελ. 433).

[4] [Σημείωση Αργολικής Βιβλιοθήκης]: Όταν το 1851 το Δημοτικό Συμβούλιο Ανδρίτσαινας αποφάσισε την ανέγερση κτηρίου για τη στέγαση του Δημοτικού Σχολείου και γι’ αυτό το λόγο όρισε επιτροπή αποτελούμενη από τον Αλέξανδρο Ραγκαβή, Κωστή και Χαράλαμπο Χριστόπουλο, για διενέργεια εράνου. Η επιτροπή με ενέργειες πάντα του Χαράλαμπου Χριστοπούλου, έλαβε ως πυρήνα τη δωρεά Γιαννηκέση. Ο Άγγελος Γιαννηκέσης πρόξενος της Ελλάδος στην Τεργέστη είχε διαθέσει το μισθό του στον Ραγκαβή, που τον είχε διορίσει πρόξενο. Ο Ραγκαβής κατάθετε το μισθό του Γιαννηκέση στην Τράπεζα. Ο Χαράλαμπος Χριστόπουλος ως υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας εκπαιδεύσεως, πέτυχε η δωρεά Γιαννηκέση να διαθέτει αποκλειστικά στην Ανδρίτσαινα. Γι’ αυτό προκάλεσε το από 15 Ιουλίου 1858 Διάταγμα. Στις 12 Ιουλίου 1861 έγινε άλλο διάταγμα, που ο μισθός Γιαννηκέση 18 χιλιάδες δραχμές, «διετίθετο υπέρ αποκαταστάσεως της δωρηθείσης εις τον Δήμον Ανδριτσαίνης βιβλιοθήκης υπό του Αγαθόφρονος Νικολοπούλου και της ιδρύσεως εκπαιδευτηρίου». Η επιτροπή διενέργησε πανελλήνιο έρανο και συνέλεξε το ποσό των 50.000 δραχμών και το κατέθεσε στην Εθνική Τράπεζα. (Ιωάννης θ. Γαργαλιάνος, «Η βασική εκπαίδευση στην Ηλεία τον 19ο αιώνα», Διδακτορική Διατριβή, Ιωάννινα 2014, σελ. 182).

[5] Βλ. Nel Primo Centenario, ό.π., πίνακας ε.κ. Ο πίνακας ( 0,88Χ1,09 ) έχει την υπογραφή του καλλιτέχνη (Thieme Becker, ό.π., XVI, 1923, σελ. 405 κ.ε.) δεξιά με κόκκινο χρώμα.

[6] Σύμφωνα με την προφορική παράδοση που η χήρα και οι κόρες του ζωγράφου Διονύσιου Τσόκου άφησαν στον εγγονό τους κ. Ιωάννη Καζιλάρη.

[7] Βλ. Thime-Becker, ό.π., XXXI, 1937, σελ. 338.

[8] Η διαθήκη γράφτηκε στις 4 του Ιούλη 1889 και δημοσιεύτηκε στις 30 του Σεπτέμβρη 1892 στην I.R. Pretura Urbana Civile της Τεργέστης. Αντίγραφο της υπάρχει στην Ελλ. Κοινότητα. Το άρθρο 29 είναι σχετικό με τους πίνακες, για τους οποίους βλ. και Πρωτ. 2313 της 17/2/1893, 2348 της 4/3/1893, 2393 της 27/4/1893, και 3142 της 28/12/1895 του αρχείου της Κοινότητας. Βλ. Archivio di Stato di Trieste, Tribunale Provinciale Atti Civili, Busta 1004: Κατάλογος πινάκων όπου αναφέρεται και η «Δολοφονία» της Τεργέστης.

 

Πηγή


  • Κατερίνα Σπετσιέρη – Beschi , «Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια και ο ζωγράφος Διονύσιος Τσόκος», περιοδικό Ζυγός αρ.22-23, Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος, 1976.

 

Ναύπλιο: Από την Τειχισμένη Μεσαιωνική Πόλη στην Ανοικτή Πόλη του 19ου αιώνα (1828-1870) – Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

«Όμως αυτό το κάστρο, όπου ευρίσκεται εις το Ανάπλι, το οποίον ονομάζεται των Τόρων, ήτο πέτρα βουνόπουλον, το οποίον φαίνεται εις την σήμερον, έρημον, χωρίς κανένα κτίσμα και ήταν η ευεργεσία των αρχόντων […] πλην η κάτω χώρα τ’ Αναπλιού όπου φαίνεται την σήμερον κτισμένη γύρωθεν, την έκτισαν οι Βενετσάνοι με τείχη σίγουρα και στερεά». Ποια άλλη περιγραφή μπορεί να δώσει με τόση δύναμη κι ομορφιά την εικόνα της χερσονήσου μέχρι τα τέλη περίπου της φραγκικής κυριαρχίας (1212-1389) από αυτή του Μητροπολίτη Μονεμβασίας Δωρόθεου στο περίφημο «Χρονικό» του (1631). Τ’ Ανάπλι «ήτο πέτρα βουνόπουλον». Μια πέτρα απόκρημνη και απρόσιτη από το νότο και τη δύση, προσιτή από το βορρά, απ’ όπου κατηφόριζε ομαλότερα προς τη θάλασσα μέχρι τις παρυφές του λόφου, εκεί όπου σήμερα εί­ναι ο Ψαρομαχαλάς «χωρίς κανένα κτίσμα». Την κάτω χώρα, την κάτω πόλη, την έκτισαν σταδιακά οι Βενετσιάνοι επεκτείνοντας την ξηρά με συνεχείς προσχώσεις, έως ότου αποκτήσει τη σημερινή της μορφή, ή σχεδόν τη σημερινή της μορφή:

 

Ο αφέντης του τόπου ήγουν ο Βενετσάνος με τον λαόν ομού του Αναπλίου έκαμαν πάσαν οικονομίαν και έκτισαν τριγύρου τείχη καθώς φαίνονται έως την σήμερον· και μέσα όπου ήταν η θάλασσα έως κάτω εις την ρίζαν των κάστρων των βουνών έκαμαν πάσαν τέχνην και έβγαλαν την θάλασσαν, δι­ότι ήταν ολίγη και έρριψαν χώμα πολύ και εκαταπλάκωσαν την θάλασσαν, και έκτισαν επάνω σπίτια […] σπίτια εύμορφα […] και εγέμισεν ο τόπος εκκλησίαις και οσπίτια, όπου τα έχουν μέσα τα τείχη περιπεπλεγμένα και έκαμαν και Παλάτι του Αφεντός και Φόρον, διότι εις την κάτω χώραν ήταν ολίγα οσπίτια κτισμένα εκεί όπου ήταν ξηρά.

Η μορφή που παίρνει ο πολεοδομικός ιστός της πόλης στα επόμενα χρόνια, η κλίμακα, η έκταση και η όλη συγκρότησή του γενικότερα, εξαρτάται άμεσα από την ιδιαίτερη τοπογραφία της χερσονήσου και τα δύο μεγάλα της κάστρα: την Ακροναυπλία, της οποίας ίχνη των πρώτων οχυρώσεων των προχριστια­νικών χρόνων συναντάμε στη βάση των ενετικών τειχών, και το πολύ νεότερο κάστρο του Παλαμηδίου, που κτίστηκε στις αρχές του 18ου αιώνα.

Η οχύρωση του Ναυπλίου ακολουθεί, όπως είναι φυσικό, το βενετσιάνι­κο μοντέλο της οχυρωμένης χερσονήσου. Ένα εξαιρετικά καλά οχυρωμένο κάστρο στην κορυφή, το οποίο από κατοικία του άρχοντα και των ευγενών σταδιακά μεταβάλλεται σε στρατιωτικές, και μόνο, εγκαταστάσεις, η τάφρος που αποκόπτει τη χερσόνησο από την ξηρά, ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος εισόδου στην πόλη, και τα επιθαλάσσια τείχη. Αυτά σε πρώτη φάση ταυτίζονται με τα τείχη του ίδιου του κάστρου της Ακροναυπλίας, για να καταλήξουν μετά τις επιμελημένες προσχώσεις χαμηλά, κοντά στη νέα ακτογραμμή. Προμαχώνες και πύργοι προστατεύουν τόσο την Πύλη της Ξηράς, εκεί όπου βρίσκεται η τάφρος, όσο και τις τρεις άλλες πύλες της πόλης, την Πύλη του Γιαλού, την Πύλη της Πλατείας και την Πύλη των Φούρνων.

 

Ναύπλιο – Η πύλη της Ξηράς, c.1840. Drawing, pencil & watercolour on paper. Ανυπόγραφο.

 

Η οχύρωση της πόλης της Α΄ Βενετοκρατίας συμπληρώνεται με ένα πρώτο τεχνητό λιμενοβραχίονα στη βορειοδυτική γωνία της Ακροναυπλίας και τον Προμαχώνα των Πέντε Αδελφιών. Οχυρώνεται τότε για πρώτη φορά το Μπούρτζι (Καστέλι) στο νησάκι στ’ αριστερά του λιμανιού, ώστε να προστατεύει την είσοδο του λιμανιού (porto cadena).

Η επόμενη οχυρωματική φάση χρονολογείται στην περίοδο της Β΄ Βενε­τοκρατίας (1686-1715) με την οχύρωση του Παλαμηδίου: οκτώ αυτοδύναμοι προμαχώνες που αλληλοϋποστηρίζονται, αλλά και αλληλοπροσβάλλονται, αν χρειαστεί. Η κατοίκηση της Ακροναυπλίας απαγορεύεται. Η κάτω πόλη αποκτά τη μορφή που διατηρούσε μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Τα δύο όρια, λοιπόν, η Ακροναυπλία προς νότο και η θάλασσα προς βορρά, και κατά πολύ λιγότερο το Παλαμήδι και η πέραν της Πύλης της Ξηράς στεριά καθορίζουν το σχήμα της κάτω πόλης, ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο περίπου, το οποίο εκφυλίζεται σε μια τραπεζοειδή απόληξη προς δυσμάς. Η πόλη, δηλαδή, βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο φυσικά όρια-εμπόδια που καθορίζουν και το μέγιστο όριο της συνολικής της έκτασης.

Μέσα σ’ αυτά τα όρια διαμορφώνεται η κάτω πόλη. Εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς σήμερα τρεις παράλληλες σ’ αυτήν ζώνες. Μία πρώτη που ξεκινά από τα τείχη της Ακροναυπλίας και φθάνει μέχρι τη σημερινή οδό Παπανικολάου – Καποδιστρίου, μία δεύτερη που αρχίζει από την οδό Παπα­νικολάου – Καποδιστρίου και φθάνει μέχρι τη σημερινή οδό Αμαλίας, όπου βρίσκονταν τα επιθαλάσσια τείχη, και μια τρίτη έξω από τα τείχη, που καταλήγει στην παραλία. Αυτή η τρίτη, η τελευταία, εξακολουθούσε να επεκτείνεται σταδιακά μέχρι και τον 20ό αιώνα.

Στην πρώτη ζώνη η μορφολογία του εδάφους επηρεάζει ιδιαίτερα τη διαμόρφωση του πολεοδομικού ιστού. Μία ζώνη με πλάτος περίπου 110μ. και μήκος περίπου 600μ., όπου οι δρόμοι, τα οικοδομικά τετράγωνα και τα οικόπεδα ακολουθούν τις κλίσεις του εδάφους. Οι δρόμοι είναι μικροί και στενοί, τρέχουν κατά μήκος των ισοϋψών και διακόπτονται από μικρούς κάθετους βαθμιδωτούς δρομίσκους, δρομόσκαλες, που εξασφαλίζουν την κάθετη προς τις καμπύλες κίνηση. Είναι η περιοχή του Ψαρομαχαλά: η πιο παλιά ζώνη, η πρώτη ζώνη που κατοικήθηκε έξω από τα τείχη, τότε που η θάλασσα έφτανε στις ρίζες της Ακροναυπλίας. Από αυτούς τους πρώτους κατοίκους, ψαράδες ως επί το πλείστον, κρατάει ακόμα και σήμερα η περιοχή, αιώνες ύστερα, το όνομά της «Ψαρομαχαλάς». Η περιοχή διατηρεί έντονα τα στοιχεία ενός γραφικού τοπίου. Η χάραξη του ρυμοτομικού ιστού – μικροί με μεταβαλλόμενο πλάτος οδοί, ακανόνιστα πλατώματα, αμβλείες ή οξείες γωνίες, ευρηματι­κές λύσεις που μαρτυρούν τον τρόπο που οι ερασιτέχνες τεχνίτες λύνουν τα εκάστοτε προβλήματα που αντιμετωπίζουν – δίνει στην περιοχή ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ύφος. Είναι η παλαιότερη κατοικημένη περιοχή της πόλης. Η σημερινή μορφή της, απαράλλακτη σχεδόν με εκείνη που συνάντησε ο Καποδίστριας και ο Όθων, όταν εγκαταστάθηκαν εκεί, παραμένει αναλλοίωτη, όπως διαμορφώθηκε στα χρόνια της Α΄ Βενετοκρατίας, όταν ο πληθυσμός της πόλης πλησίαζε τους 10.000 κατοίκους. Ισόγεια, διώροφα και τριώροφα κτήρια. Κάποια από αυτά ξεχωρίζουν· είναι αυτά που στέγαζαν, πιθανότατα, κρατικές υπηρεσίες· είναι το τμήμα που έχει υποστεί τις λιγότερες αλλαγές στο πέρασμα του χρόνου.

 

Έσπερος Λιψίας, Το Ναύπλιο, 1881.
Μια χαρακτηριστική περιγραφή της πόλης στο ίδιο έντυπο: «Το Ναύπλιον είναι σήμερα πόλις μικρά μόλις περιέχουσα επτά χιλιάδων ψυχών. Αλλά το όνομα αυτής συνδέεται στενά προς την ιστορίαν των μεγάλων υπέρ ανεξαρτησίας αγώνων και των πρώτων χρόνων της ελευθερίας […]. Η πόλις είναι καθαρά, καλώς εστρωμένη και διατηρεί μέχρι σήμερον την όψιν μικράς πρωτευούσης· αι οικίαι είναι κομψαί, λιθόκτισται, παρέχουσαι όψιν αναπαύσεως και πολιτισμού. Ό,τι όμως κυρίως καθιστά το Ναύπλιον αξιοπερίεργον είναι τα οχυρώματα αυτού τα οποία είναι μία των λαμπροτέρων του μεσαίωνος αναμνήσεων».

 

Η δεύτερη ζώνη αναπτύσσεται παράλληλα προς την πρώτη, προς βορρά, οριοθετείται από τις σημερινές οδούς ΣπηλιάδουΣταϊκοπούλουΠλαπούτα και καταλήγει στα επιθαλάσσια τείχη. Το μέσο πλάτος της είναι περίπου 70μ. και το μήκος της 600μ. Παρόλο που δεν έχουν βρεθεί αρχειακά τεκμήρια, η διαμόρφωσή της μαρτυρεί την ύπαρξη πολεοδομικού σχεδίου. Είναι η πόλη που περιγράφει ο Μητροπολίτης Μονεμβασίας Δωρόθεος. Καθώς το μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από προσχώσεις, ήταν σχετικά εύκολο να δημι­ουργηθεί ένα «κανονικότερο» οδικό δίκτυο. Διατηρούνται όμως κι εδώ πολλά από τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης ζώνης, αφού αποτελεί ουσιαστικά τη φυσική της συνέχεια και προέκταση. Τόσο στους δρόμους, συχνά στενούς κι αδιέξοδους, όσο και στη δημιουργία των οικοδομικών τετραγώνων, τα σχήματα των οποίων πλησιάζουν το ορθογώνιο, το στοιχείο της γραφικότητας κυριαρχεί.

Η Πλατεία Συντάγματος, η μεγάλη κεντρική πλατεία της πόλης, πρέπει να ταυτίζεται με τον βενετικό «φόρο». Εδώ, άλλωστε, οδηγεί και ο παλαιότερος κεντρικός δρόμος της πόλης, που ξεκινώντας από την Πύλη της Ξηράς καταλήγει στην πάνω πλευρά της Πλατείας, ενώ ο δεύτερος κεντρικός δρόμος, ο πλατύς δρόμος, η πλατιά ρούγα, η σημερινή Βασιλέως Κωνσταντίνου, λίγα μέτρα πιο πέρα, καταλήγει και πάλι στην Πλατεία αυτή. Οι οικοδομές εδώ είναι μεγαλύτερες, τριώροφες ή τετραώροφες, με αυστηρή μορφολογία. Είναι οικοδομές που σχεδιάστηκαν, αν όχι από αρχιτέκτονα πολιτικό μηχανικό, πάντως από στρατιωτικό οχυρωματοποιό.

Στη ζώνη αυτή βρίσκονται όλες σχεδόν οι πλατείες του σημερινού ιστορικού κέντρου. Οι τέσσερις παλαιότερες, η Πλατεία του Πλατάνου, η Πλατεία του Αγίου Γεωργίου, η Πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα και η Πλατεία του Αγί­ου Αναστασίου, υπήρχαν ήδη από τα χρόνια της Βενετοκρατίας, ενώ οι άλλες τέσσερις, η Πλατεία του Αγίου Νικολάου, η Πλατεία Σπηλιάδη, η Πλατεία της Αγοράς και των Τριών Ναυάρχων, δημιουργήθηκαν μετά την απελευθέρωση. Ο τρόπος που είναι σχεδιασμένες, μαρτυρεί τον Βενετό σχεδιαστή τους. Τις συναντάς ξαφνικά εκεί που περπατάς στο πλάι του δρόμου, στο τέλος από ένα μικρό σοκάκι. Η διακόσμησή τους, και κυρίως οι κρήνες που συναντάμε σ’ αυτές, παραπέμπει στην περίοδο της τουρκικής κατάκτησης. Σε κάθε μία υπάρχει και μία εκκλησία που κάποτε μετατράπηκε σε τζαμί ή ένα τζαμί που μετατράπηκε σε εκκλησία (δεν είναι πάντα εύκολο να προσδιορι­στεί αυτό), και ένα ή περισσότερα δημόσια κτήρια. Αναμφισβήτητα πάντως η δεύτερη ζώνη του Ναυπλίου, από τους πρόποδες του βράχου μέχρι και τα τείχη, ήταν – και κατά ένα μεγάλο μέρος είναι ακόμη – η σημαντικότερη ζώνη του Ναυπλίου.

Η τρίτη, τέλος, οικιστική ζώνη που αναπτύσσεται και αυτή παράλληλα με τις δύο προηγούμενες, έχει πλάτος 100μ. και μήκος 200μ. Εδώ το έδαφος είναι οριζόντιο επίπεδο. Η ζώνη αυτή που άρχισε να δημιουργείται έξω από τα επιθαλάσσια τείχη ήδη από τα χρόνια της Β΄ Βενετοκρατίας, θα πάρει την οριστική της μορφή μετά την απελευθέρωση και την κήρυξη της πόλης ως πρωτεύουσας της Ελλάδας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης της κυρίας  Μάρως Καρδαμίτση – Αδάμη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ναύπλιο – Από την Τειχισμένη Μεσαιωνική Πόλη στην Ανοικτή Πόλη του 19ου αιώνα (1828-1870)

 

Διαβάστε ακόμη:

Το έργο του Wulf Schaeffer για το Ναύπλιο

Η κατάσταση στο Ναύπλιο στις αρχές του 1833.

Ρωξάνδρα Σ. Στούρτζα – Η Αγαπημένη του Ιωάννη Καποδίστρια


 

«Ιωάννη, δεν ξέχασα ποτέ τον όρκο που κάναμε μαζί εκείνη την οδυνηρή ώρα της ζωής μας… Τον τήρησα, στην ουσία. Η αθέτησή μου ήταν αναγκαστική. Το ξέρεις. Ήταν ακόμη μια θυσία για σένα. Αν δεν δεχόμουν να παντρευτώ τον εξάδελφο της αυτοκράτειρας, θα σου προκαλούσα προβλήματα στο ύψιστο και υπεύθυνο αξίωμα που σου προσέφερε ο τσάρος. Ήταν μια αναγνώριση της αξίας σου. Η τιμή ήταν για εκείνον, που την αξιοποίησε για το καλό της χώρας του… Για μένα όμως ήταν μεγάλη θυσία!..», έγραφε η Ρωξάνδρα σε ένα από τα «σκόρπια φύλλα» του ημερολογίου της. Ο όρκος που είχαν πάρει, τη στιγμή που αποφάσιζαν να μη δικαιώσουν την αγάπη και την απέραντη εκτίμηση που τους συνέδεε με ένα γάμο, γιατί εκείνος είχε αποφασίσει να αφιερώσει όλες του τις ενέργειες για την απελευθέρωση και την ανοικοδόμηση της Ελλάδας, ήταν να αφιερώσουν τη ζωή τους «στη μόρφωση των Ελληνοπαίδων και στην απελευθέρωση της Πατρίδας». [1]

Ρωξάνδρα Στούρτζα.

Κόρη του Σκαρλάτου Στούρτζα, πάμπλουτου Έλληνα από το Ιάσιο της Μολδαβίας, και της Σουλτάνας Μουρούζη, κόρης του ηγεμόνα της Μολδαβίας, πρίγκιπα Κωνσταντίνου Μουρούζη, η Ρωξάνδρα γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 22 Οκτωβρίου 1786. Σύντομα ο Σκαρλάτος Στούρτζας αποφάσισε να εγκαταλείψει το Ιάσιο και να εγκατασταθεί στη Λευκορωσία, σε πύργο που έκτισε για την πολυμελή οικογένειά του, μέσα σε τεράστια εδαφική έκταση. Όταν τα πέντε του παιδιά μεγάλωσαν αρκετά, εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πετρούπολη, ώστε να μπορέσουν να τελειοποιήσουν τις σπουδές τους. Ο ίδιος διορίστηκε στη θέση του συμβούλου Επικράτειας στην Αυλή του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου Α’. Όταν η Ρωξάνδρα έκλεισε τα 19 της χρόνια, ο πατέρας της τη σύστησε στην αυτοκρατορική Αυλή του Αλεξάνδρου και της Γερμανίδας συζύγου του Ελισάβετ. Η συγκροτημένη προσωπικότητά της και η ευγένεια του χαρακτήρα της κέρδισαν αμέσως την εκτίμηση όλων των αυλικών. «Στους υψηλούς κύκλους της Αυτοκρατορικής Αυλής… Πρίγκιπες και Δούκες και αξιωματούχοι και σοφοί ζητούσαν τη γνώμη της και τη φιλία της… Έλεγαν ότι κατείχε ένα μυστηριώδες κλειδί, που άνοιγε όλων τις καρδιές και ότι η εμπιστοσύνη που ενέπνεε επάξια τη δικαίωνε στην εκτίμηση όλων…», έγραφε ο κατά πέντε χρόνια νεότερος αδελφός της Αλέξανδρος στις αναμνήσεις του για την αδελφή του Ρωξάνδρα. Η κόμισσα Λίβεν (Lieven) επισήμανε αμέσως την αξία της Ρωξάνδρας και εισηγήθηκε να προσληφθεί ως κυρία επί των τιμών στα ανάκτορα.

Ο Κωνσταντίνος Μουρούζης, ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας και παππούς της Ρωξάνδρας Στούρτζα. Ελαιογραφία, έργο της Ελένης Προσαλέντη, 1904. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Κατόπιν προσκλήσεως του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου, ο οποίος εκτιμούσε τις σπάνιες διπλωματικές του ικανότητες, έφτασε το 1809, για πρώτη φορά στην Πετρούπολη, ο Κερκυραίος κόμης Ιωάννης Καποδίστριας. Ο τσάρος τον διόρισε αμέσως στο υπουργείο Εξωτερικών. Την ίδια χρονιά, ο Καποδίστριας γνώρισε τη Ρωξάνδρα. Η οικογένεια Στούρτζα παρέθετε, στο μέγαρό τους στην Πετρούπολη, δύο επίσημα γεύματα την εβδομάδα, στα οποία συχνά παραβρισκόταν και ο Καποδίστριας. Το ίδιο συχνά φιλοξενούνταν και στους ξενώνες του μεγάρου μαζί με άλλους φιλοξενούμενους. Η Ρω­ξάνδρα ερωτεύθηκε αμέσως το νεαρό Έλληνα διπλωμάτη με τη μελαγχολική έκφραση και την απόμακρη συμπεριφορά. Τον θεωρούσε όμως τόσο ανώτερό της, ώστε δεν τόλμησε ποτέ να του εκφράσει τα συναισθήματά της. «Ο κόμης Καποδίστριας», έγραφε στα Απομνημονεύματά της, [2] «ανήκει στους σπάνιους ανθρώπους, των οποίων η γνωριμία σημειώνει σταθμό στη ζωή εκείνων που τον γνωρίζουν». [3] Επί τρία ολόκληρα χρόνια οι δύο νέοι έκαναν μακρές συζητήσεις και γνωρίζονταν όλο και καλύτερα. Η σχέση τους όμως δεν ξεπέρασε τα όρια μιας βαθιάς φιλίας και μιας ακόμη βαθύτερης αλληλοεκτίμησης. Ο νεαρός Καποδίστριας είχε αποφασίσει να αφιερώσει τη ζωή του στην Ελλάδα, όπως φαίνεται από ένα γράμμα προς τον πατέρα του, όπου γράφει ότι δεν θα ήθελε να ζήσει και να πεθάνει στη Ρωσία, αλλά να υπηρετήσει τα συμφέροντα της πατρίδας του. Το Σεπτέμβριο του 1811 ο Καποδίστριας διορίστηκε στη ρωσική πρεσβεία στη Βιέννη και το Μάρτιο του 1812 διευθυντής της Γραμματείας του Διπλωματικού Τμήματος στο Βουκουρέστι. Μετά τη μάχη της Λιψίας τον Οκτώβριο του 1813, ο τσάρος τον διόρισε υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας και του ανέθεσε να λύσει το πρόβλημα της πολιτικής ενοποίησης της Ελβετίας, ένα πρόβλημα που δεν είχαν κατορθώσει να λύσουν όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι διπλωμάτες. [4]

Ρωξάνδρα Στούρτζα – Edling Λιθογραφία. Από την συλλογή του Πρίγκιπος Anatole Gagarine

Μετά την αναχώρηση του Καποδίστρια από την Πετρούπολη, η Ρωξάνδρα ένιωθε «απέραντη μοναξιά… Εκείνος, ο Ένας, ο Μόνος είναι τόσο μακριά μου…» έγραφε στα Απομνημονεύματά της. Ένιωθε την ανάγκη να φύγει από την πνιγηρή ατμόσφαιρα της Αυλής, να ταξιδέψει στην Ευρώπη, να Βρεθεί κοντύτερα στον αγαπημένο της, να τον ιδεί ακόμη μία φορά. Σύντομα ο πόθος της πραγματοποιήθηκε, όταν συνόδευσε την αυτοκράτειρα Ελισάβετ στο ταξίδι της στη Γερμανία για να συναντήσει την οικογένειά της. Στην πόλη Brouchsal η Ρωξάνδρα έλαβε το πρώτο γράμμα από τον Καποδίστρια, έπειτα από το μακρόχρονο χωρισμό τους, θα ακολουθούσαν και άλλα. Το φθινόπωρο του 1814 θα άρχιζε στη Βιέννη το Συνέδριο για την τύχη της μεταναπολεόντειας Ευρώπης. Εκεί, της είχε γράψει, θα τη συναντούσε. Η Ρω­ξάνδρα έφτασε πρώτη στη Βιέννη, όπου συναντήθηκε με τους γονείς της. Στο μέγαρο της οικογένειας Στούρτζα τη συνάντησε ο Καποδίστριας. Εκεί γράφτηκε ο δραματικός επίλογος της ανεκπλήρωτης αγάπης τους: η συμφωνία τους να μείνουν πάντα φίλοι, να συνεχίσουν τους αγώνες τους για την απελευθέρωση της πατρίδας και για τη μόρφωση των Ελληνοπαίδων, να προετοιμάσουν το μορφωμένο ανθρώπινο δυναμικό που θα επάνδρωνε το ελληνικό κράτος μετά την απελευθέρωση. Εκείνος τη βεβαίωσε ότι δεν θα παντρευόταν ποτέ καμία άλλη γυναίκα, γιατί πίστευε ότι έπρεπε μόνος να βαδίσει το δρόμο «της προσφοράς και της θυσίας προς την Πατρίδα», έγραφε η Ρωξάνδρα στα Απο­μνημονεύματά της. [5] Εκείνη όμως έπρεπε να παντρευτεί. «Απόφαση αβάσταχτης θυσίας» από τη δική της πλευρά. Παντρεύτηκε τον κόμητα Εντλινγκ (Edling), εξάδελφο της τσαρίνας, υπουργό των Εξωτερικών στην Αυλή της Βαϊμάρης, έναν άνθρωπο που δεν αγάπησε ποτέ της. Έπεισε το σύζυ­γό της να εγκατασταθούν στη Λευκορωσία, όπου βρίσκονταν τα πατρικά της κτήματα, μακριά από την Πετρούπολη, τη γεμάτη με τις αναμνήσεις του αγαπημένου της Ιωάννη.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, μεγάλος πλατωνικός έρωτας της Ρωξάνδρας. Προσωπογραφία από το Ρώσο ζωγράφο Orest . A. Kiprenski (1782-1836), Ρώμη 1819.

Όσο διάστημα έμενε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η Ρωξάνδρα συνεργάστηκε με τον Καποδίστρια, δημιουργικά και αποτελεσματικά, για την πραγμάτωση του όρκου τους που αφορούσε την εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων. Η Ρωξάνδρα έγινε από τα ενεργά και δραστήρια μέλη της «Φιλομούσου Εταιρείας» της Βιέννης, την οποία είχε ιδρύσει ο Καποδίστριας το 1815, με κύριο στόχο την εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων και την απελευθέρωση της πατρίδας με τη διεθνοποίηση του ελληνικού προβλήματος, που οι Ευρωπαίοι διπλωμάτες προσπαθούσαν να παραμερίσουν για να μη συγκρουστούν με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Ρωξάνδρα έγινε η στοργική μητέρα όλων των Ελλήνων που σπούδαζαν με χορηγίες του Καποδίστρια και της «Φιλομούσου Εταιρείας» σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Το μέγαρό της στη Βαϊμάρη έγινε κέντρο συγκέντρωσης των Ελλήνων σπουδαστών. Φρόντιζε για τη διαμονή τους και τις σπουδές τους, για την υγεία τους και τη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους. Ενδεικτικό παράδειγμα της δραστηριότητας αυτής είναι η ιστορία του σπουδαστή Ιωάννη Παπαδόπουλου. Όταν ο νέος μετέφρασε από τα γερμανικά στα ελληνικά το έργο του Γκέτε Ιφιγένεια η εν Ταύροις, το 1818, η Ρωξάνδρα χορήγησε την έκδο­σή του, και όταν τον επόμενο χρόνο ο νέος αρρώστησε από φυματίωση, τον φρόντισε και του παρείχε όλα τα μέσα θεραπείας. Ο θάνατός του τη συγκλόνισε σαν μητέρα, εκείνη που δεν βίωσε ποτέ τη μητρότητα σε προσωπικό επίπεδο. [6]

 

Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)

 

Μετά το γάμο της, με εισήγηση του Ιωάννη Καποδίστρια, ο τσάρος Αλέξανδρος παραχώρησε στη Ρωξάνδρα Στούρτζα – Εντλινγκ δέκα χιλιάδες ρωσικές δεκατίνες (100 χιλιάδες στρέμματα) «ερήμου και ακάρπου» γης, πέρα από τις κοιλάδες του Δνείπερου ποταμού, στη Βεσσαραβία, όπου κατοικούσαν νομάδες λαοί και σκηνίτες Τάρταροι σε πρωτόγονες συνθήκες ζωής, ως «ανταμοιβήν των υψηλών υπηρεσιών της στην αυτοκρατορικήν Αυλήν». Σε αυτή την άγονη έκταση, στην οποία προστέθηκαν ακόμη 60 χιλιάδες στρέμματα, τα οποία ο τσάρος είχε παραχωρήσει στον αδελφό της Αλέξανδρο και τα οποία η ίδια είχε αγοράσει, αφιέρωσε η Ρωξάνδρα τις ενέργειές της και μετέτρεψε «τον πόνο της καρδιάς της… σε έργο αγάπης για τους συνανθρώπους της…», έγραφε ο αδελφός της. Πράγματι, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, «η μεγαλεπήβολος εκείνη ψυχή» μετέτρεψε την άγονη εκείνη γη σε ένα εύφορο και προσοδοφόρο κτήμα, γνωστό με το όνομα Μανζύριο. Τεράστιες φυτείες με οπωροφόρα δένδρα, αμπελώνες, λαχανόκηποι, καλλιέργειες με σιτάρια και όσπρια, μελισσοκομεία, λιβάδια, όπου έβοσκαν χιλιάδες αιγοπρόβατα και αγελάδες, άλλαξαν το πρόσωπο της έρημης εκείνης γης. «Εκχέρσωσε ακαλλιέργητες εκτάσεις, έφερε νερό στην ακατοίκητη περιοχή, έκτισε κατοικίες στις κοιλάδες, ανάμεσα στους λόφους, και εγκατέστησε στις εκτάσεις αυτές πλήθος από οικογένειες εργατών, που τους πλήρωνε, γεωργούς, κτηνοτρόφους, φυτοκόμους, ποιμένες, εργάτες, οικοδόμους, τεχνίτες και άλλους παντοίας φυλής και γλώσσης κατοίκους και την ανέδειξεν καλήν αποικία», έγραφε για τη Ρωξάνδρα ο βιογράφος του αδελφού της Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων. [7] Μέσα σ’ αυτή την αποικία, η Ρωξάνδρα έκτισε ορθόδοξο ναό για τον εκκλησιασμό των οικογενειών του κτήματος και των κατοίκων από τα γύρω χωριά της Βεσσαραβίας. Νοσοκομείο με γιατρούς και φαρμακείο, στο οποίο νοσηλεύονταν δωρεάν οι ένοικοι του Μανζυρίου και οι περίοικοι, σχολείο, όπου φοιτούσαν δωρεάν αγόρια και κορίτσια, ξενώνα, πτωχοκομείο και γηροκομείο, όλα ανοικτά για ασθενείς, ανάπηρους και πτωχούς.

Μια διαφορετική απεικόνιση του Ιωάννη Καποδίστρια. Από τις σπάνιες φορές που εικονίζεται ολόσωμος. Δημοσιεύεται στο έντυπο της έκθεσης της Βουλής των Ελλήνων, με τίτλο «Ιωάννης Καποδίστριας, η πορεία του στο χρόνο», 2016.

Όταν η ελληνική Επανάσταση κηρύχθηκε, η Ρωξάνδρα περίμενε με αγωνία τα γράμματα του Ιωάννη και του αδελφού της που την πληροφορούσαν για τις εξελίξεις. Όταν, περί τα μέσα του 1822, η είδηση ότι πρόσφυγες από την Ελλάδα είχαν αρχίσει να καταφθάνουν στην Οδησσό έφτασε στο Μανζύριο, η Ρωξάνδρα δεν δίστασε στιγμή. Εγκαταστάθηκε στην Οδησσό και οργάνωσε την περίθαλψη των προσφύγων. Με τη βοήθεια του αδελφού της Αλεξάνδρου, η Ρωξάνδρα μεθόδευσε το γιγάντιο έργο της διατροφής των προσφύγων με κρέατα και τρόφιμα που έρχονταν από το κτήμα της. Φρόντιζε για τη διαμονή τους, την εξεύρεση εργασίας για τους δυναμένους να εργαστούν, την περίθαλψη των γερόντων και την εκπαίδευση των παιδιών. Με φλογερά γράμματα επιχειρούσε να κινητοποιήσει τις υψηλές γνωριμίες της για συμπαράσταση στον αγώνα των Ελλήνων. Με την πρωτοβουλία του υπουργού της Παιδείας διενεργήθη έρανος, ο οποίος απέδωσε ένα εκατομμύριο ρούβλια για τη μονιμότερη περίθαλψη των προσφύγων και την εξαγορά από τη φοβερή αιχμαλωσία στην Αίγυπτο χιλιάδων Ελλήνων, κυρίως Χιωτών και Κρητικών. Με την προτροπή της Ρωξάνδρας, οι κυρίες της ανώτερης τάξης στη Μόσχα ίδρυσαν την «Ευεργετικήν Εταιρείαν», την προεδρία της οποίας ανέλαβε η ίδια. Η Εταιρεία συγκέντρωσε σημαντικά ποσά, με χα οποία έκτισαν ορφανοτροφείο για τα ορφανά Ελληνόπουλα σε προάστιο της Μόσχας. Μέσα στο χώρο του ορφανοτροφείου λειτουργούσε σχολείο για την εκπαίδευση των ορφανών. [8] Με δική της χορηγία και τη συμπαράσταση της «Ευεργετικής Εταιρείας» χτίσθηκε γυναικείο μοναστήρι, κοντά στον ελληνορθόδοξο ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στη Μόσχα, μέσα στο οποίο λειτουργούσε παρθεναγωγείο για τις κόρες των ορθοδόξων ιερέων, Ελλήνων και Ρώσων. Τα κορίτσια αυτά θα παντρεύονταν όσους από τους σπουδαστές των Εκκλησιαστικών Φροντιστηρίων της Οδησσού θα ακολουθούσαν το ιερατικό στάδιο. Με δική της πρωτοβουλία χτίστηκε σε προάστιο της Οδησσού, σε έκταση 100 στρεμμάτων, που η ίδια είχε αγοράσει, κοιμητήριο, στο οποίο ενταφιάστηκε και η ίδια, όταν πέθανε στις 16 Ιανουάριου 1844.

Εμπνευσμένη από το θάρρος του Καποδίστρια, ο οποίος τον προηγούμενο χρόνο είχε συμπαρασταθεί στα θύματα της πανούκλας, που τα στρατεύματα του Ιμπραήμ είχαν μεταδώσει στην Πελοπόννησο και τα νησιά του Σαρωνικού, η Ρωξάνδρα έμεινε κοντά στους κατοίκους του Μανζυρίου, όταν ξέσπασε και εκεί πανούκλα το 1829. Την ίδια γενναία στάση έδειξε και όταν ξέσπασε επιδημία χολέρας στην Οδησσό. Με την παρουσία της και την ενθάρρυν­σή της, μα πάνω απ’ όλα με την οργάνωση συνεργείου περιθάλψεως των ασθενών και την ενημέρωση, η Ρωξάνδρα κατάφερε να εμψυχώσει τον κόσμο να αντιμετωπίσει την επιδημία. «Σε ολόκληρη την περιοχή του Μανζυρίου και σε όλη την επαρχία της Οδησσού, το όνομα της κόμισσας Ρωξάνδρας Στούρτζα – Εντλινγκ βρισκόταν στα χείλη όλων των ανθρώπων. Το πρόφεραν με αγάπη αληθινή, με σεβασμό και με το αίσθημα της εμπιστοσύνης και της ασφάλειας» γράφουν οι βιογράφοι της. [9]

Λίγους μήνες πριν από το θάνατό της, που διαισθανόταν να έρχεται, η Ρωξάνδρα έγραψε μια σύντομη βιογραφία της μητέρας της (Vie de ma mere) και ελάχιστα σκόρπια σημειώματα. Σε κάποιο από αυτά σημείωσε με τρεμάμενο χέρι: «Ιωάννη! Δεν υπήρξες ποτέ εραστής μου!.. Τώρα, όμως, που η ζωή μου τελειώνει, μπορώ να σου ειπώ: Είσαι ο μοναδικός Άνδρας, που αγάπησα βαθιά και αιώνια. Ποτέ δεν αγάπησα άλλον, σε όλη μου τη ζωή!..». [10]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ελένη Ε. Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας Ρωξάνδρα Σ. Στούρτζα. Ιστορική Βιογραφία, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2002, σ. 404.

[2] Memoires de la Comtesse R. Edling, Μόσχα 1888.

[3] Περισσότερα για τα όσα γράφει η Ρωξ. Στούρτζα για τον Καποδίστρια, Βλ. Ελένης Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας- Ρωξάνδρα Σ. Στούρτζα, Ιστορική Βιογραφία, ό.π., σ. 82 κ.ε.

[4] Για 10 τεράστιο διπλωματικό έργο του Καποδίστρια στη Βιέννη, στο Βουκουρέστι και στην Ελβετία, βλ. Ελένης Ε. Κούκου, Ιωάννης Καποδίστριας, ο Άνθρωπος- ο Διπλωμάτης (1800-1828), Αθήνα 2001, σ. 39 κ.ε.

[5] Για λεπτομέρειες, βλ. Ελένης Ε. Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Σ. Στούρτζα, ό.π., σ. 130-180.

[6] Για την τεράστια προσφορά του Καποδίστρια και της Ρωζάνδρας Στούρτζα προς τους Έλληνες σπουδαστές, βλ. Ελένης Ε. Κούκου, Ο Καποδίστριας και η Παιδεία, Α’ : Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, Αθήνα 1958.

[7] Ελένη Ε. Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας-Ρωξάνδρα Σ. Στρούτζα, ό.π., σ. 403.

[8] Όσα από αυτά τα παιδιά είχαν έφεση στα γράμματα αποστέλλονταν αργότερα στην Ελληνοεμπορική Σχολή Οδησσού.

[9] Βλ. Ελένη Ε. Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Σ. Στρούτζα, ό.π., σ. 411.

[10] Στο ίδιο, σ. 628.

 

Δρ. Μαρία Αναστασοπούλου

Καθηγήτρια Αγγλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας

Πανεπιστημίου Αθηνών και Μέριλαντ.

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Γυναίκες φιλέλληνες», τεύχος 228, 18 Μαρτίου 2004.

 

Ο Πληθυσμός του Ναυπλίου, 1830-1840 – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Από τα χρόνια της Επανάστασης η Διοίκηση είχε προσπαθήσει να καταγράψει τον πληθυσμό, τις κατοικίες και κάθε είδους καταστήματα στις ελευθερωμένες από τον τουρκικό ζυγό περιοχές. Τις προσπάθειες αυτές συνέχισε ο Ιωάννης Καποδίστριας. «Ως γνωστόν, οι πρώτες προσπάθειες του Καποδίστρια, από τον Απρίλιο κιόλας του 1828, για τη συλλογή πληροφοριών γύρω από τον πληθυσμό και τη γεωργία της χώρας οφείλονται στην επιθυμία του να γνωρίσει την κατάσταση της ελληνικής επικράτειας, για να δώσει άμεσες λύσεις σε επείγοντα προβλήματα – κυρίως την αποκατάσταση των προσφύγων –, καθώς και στην υποχρέωση να απαντήσει στα 28 ερωτήματα που υποβλήθηκαν από τους πρεσβευτές των τριών Μ. Δυνάμεων». Επίσης, απογραφή των κατοίκων της Πελοποννήσου πραγματοποίησε το υπό τον στρατηγό Maison γαλλικό εκστρατευτικό σώμα τα έτη 1829-1830. Τέλος, οι Βαυαροί επιφόρτισαν το Γραφείο της Δημόσιας Οικονομίας – εκτός των άλλων καθηκόντων του – «να συ­ντάξη ακριβή χωρογραφικήν και τοπογραφικήν περιγραφήν του Κράτους» και «να καταστρώση ευχρήστους πίνακας του αριθμού των κατοίκων του […]».

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Όσον αφορά την πόλη του Ναυπλίου, αν και έχουμε δημοσιευμένα πλη­θυσμιακά στοιχεία για τη δεκαετία 1820-1830, όχι πάντοτε πλήρη, δεν έχουν δημοσιευτεί για τη δεκαετία 1830-1840 αναλυτικά πληθυσμιακά στοιχεία, αν εξαιρέσει κανείς εκείνα που δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσε­ως του Βασιλείου της Ελλάδος τον Μάιο του 1834, μολονότι αυτή τη δεκαε­τία πραγματοποιήθηκαν πολλές και λεπτομερείς απογραφές.

Οι υπάρχουσες πληροφορίες αφορούν περισσότερο την επαρχία Ναυπλίας και λιγότερο τον Δήμο Ναυπλίας, δηλαδή την εντός των τειχών πόλη, τα προάστια του Αιγιαλού και της Πρόνοιας και τους γύρω οικισμούς. Όμως αυτή η δεκαετία είναι πολύ σημαντική για την πόλη (άφιξη του βασιλιά, μεταφορά της πρωτεύουσας). Ειδικότερα, η μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα στο τέλος του 1834 είχε ποικίλες συνέπειες, πληθυσμιακές και άλλες, τις οποίες ανιχνεύουμε στο περιεχόμενο του αρχείου του Δήμου Ναυπλιέων.

Στο αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου υπάρχει αχρονολόγητο κατάστιχο, το οποίο, κατά την κρίση μου, συντάχθηκε το χρονικό διάστημα μεταξύ Αυγούστου 1832 και Ιανουαρίου 1833. Οι πληροφορίες που αντλούμε από τα υπάρχοντα δεδομένα, είναι πολλές και διάφορες, αλλά στην παρούσα μελέτη θα αναφερθούμε μόνον σε όσες σχετίζονται με τον πληθυσμό…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Δημήτρη Γεωργόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Πληθυσμός του Ναυπλίου, 1830-1840

 

Α’ Βαλκανικός Πόλεμος (1912-1913) – Χερσαίες Επιχειρήσεις


 

Αντίπαλοι: Συμμαχία Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας, Μαυροβουνίου – Τουρκιά

Μάχες: Σαρανταπόρου, Γιαννιτσών, Μπιζανίου – Ιωαννίνων

 

Εισαγωγή

 

Οι πόλεμοι που διεξήχθηκαν μεταξύ των ετών 1912-1913 έμειναν γνωστοί στην ιστορία με την ονομασία Βαλκανικοί.

Ο επονομαζόμενος Α’ Βαλκανικός Πόλεμος (1912-1913) έφερε αντιμέτωπη την Οθωμανική Αυτοκρατορία με την τετραπλή συμμαχία [1] της Ελλάδας, της Βουλγαρίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου [2].

Μετά την απελευθέρωση των χριστιανικών κρατών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία αυτά έδειξαν άμεσο ενδιαφέρον στην κρατική τους οργάνωση και ανασυγκρότηση. Ταυτόχρονα, όμως, άρχισαν να αναπτύσσουν και σημαντική δραστηριότητα για τη βελτίωση της κατάστασης των υπόδουλων ακόμη ομοεθνών τους και τις συνθήκες για τη μελλοντική εδαφική διεκδίκηση στα τουρκοκρατούμενα εδάφη.

Η Ελλάδα είχε αναμφίβολα ισχυρούς και αδιαφιλονίκητους ιστορικούς τίτλους στις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης που ήταν αναπόσπαστα εδάφη της και στα οποία ζούσε συμπαγές και πολυπληθές ελληνικό στοιχείο, που διακρίνονταν για το υψηλό πολιτιστικό του επίπεδο, την πρόοδο και την οικονομική του ανάπτυξη.

Οι πρώτες προσπάθειες που έγιναν στην κατεύθυνση της απελευθέρωσης των υπόδουλων περιοχών με τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897, είχαν ατυχή έκβαση. Ταυτόχρονα, η δράση των Βουλγάρων για τον εκβουλγαρισμό των κατοίκων της Μακεδονίας και της Θράκης, καθώς και η σερβική και ρουμανική προπαγάνδα, για τη διεκδίκηση εδαφών εντάθηκε. Ο συνδυασμός των παραπάνω γεγονότων ώθησε τους Έλληνες ιθύνοντες να κατανοήσουν την ανάγκη να ληφθούν μέτρα για τη στρατιωτική προπαρασκευή της χώρας και τη διευθέτηση των εθνικών θεμάτων.

 

Τα Βαλκάνια πριν από τον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο.

 

Από το 1904 λοιπόν εκδηλώνεται έντονα ο ελληνικός αντιπερισπασμός με το Μακεδονικό Αγώνα από δοκιμασμένους αρχηγούς, αξιωματικούς και ιδιώτες που εισήλθαν στη Μακεδονία για να αγωνιστούν για την ελληνικότητα της περιοχής. Ο αγώνας που συνεχίστηκε μέχρι το 1908 ήταν σκληρός αλλά απέφερε σημαντικά εθνικά οφέλη.

Το 1908 με το ξέσπασμα του κινήματος τον Νεότουρκων στη Θεσσαλονίκη οι ελπίδες των χριστιανικών κρατών για καλύτερη διαβίωση των υπόδουλων ομοεθνών αναπτερώθηκαν. Η πορεία ωστόσο του κινήματος διέψευσε κάθε προσδοκία και οδήγησε σε ακόμη εντονότερους διωγμούς, κυρίως των Ελλήνων οι οποίοι και διατηρούσαν την πνευματική υπεροχή.

Η Ελλάδα, όμως, δεν κάμφθηκε από αυτά τα γεγονότα αλλά αντίθετα οργάνωνε το Στρατό της και ξεκίνησε διπλωματικές προσπάθειες για συμμαχία των βαλκανικών χριστιανικών κρατών. Τα υπόλοιπα κράτη έχοντας συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο από τον σωβινισμό των Νεότουρκων αισθάνθηκαν την ανάγκη της συνεργασίας και έτσι στις 29 Φεβρουαρίου/13 Μαρτίου [3] του 1912 υπογράφηκε στη Σόφια Συνθήκη φιλίας και συμμαχίας μεταξύ της Σερβίας και της Βουλγαρίας. Η Συνθήκη προέβλεπε την αμοιβαία στρατιωτική συνδρομή για την εξασφάλιση της πολιτικής ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας των δύο κρατών, αλλά και τη δυνατότητα ένοπλης επέμβασης κατά της Τουρκίας καθώς επίσης και τη διανομή των απελευθερούμενων εδαφών σε περίπτωση επιτυχούς πολέμου εναντίον της Τουρκίας [4]. Στις 29 Απριλίου/12 Μαΐου του 1912 υπογράφηκε και στρατιωτική σύμβαση μεταξύ των δύο συμμάχων και λίγο αργότερα στις 19 Ιουνίου/2 Ιουλίου του 1912 συμπληρωματική στρατιωτική σύμβαση, σύμφωνα με την οποία καθορίζονταν η στρατιωτική δράση της κάθε χώρας σε περίπτωση πολέμου με την Τουρκία.

Χάρτης Συμμαχικών Δυνάμεων.

Αντίθετα, οι διαπραγματεύσεις της Βουλγαρίας με την Ελλάδα αντιμετώπιζαν σοβαρές δυσχέρειες λόγω των εδαφικών διεκδικήσεων της πρώτης στα ελληνικά εδάφη της Μακεδονίας και της Θράκης. Παρ’ όλα αυτά η Ελλάδα αποφάσισε τελικά να υπογράψει αμυντική συνθήκη με τη Βουλγαρία χωρίς, όμως, να γίνεται σε αυτήν καμία απολύτως μνεία για την τύχη των απελευθερούμενων εδαφών [5]. Στις 16/29 Μαΐου λοιπόν, υπογράφεται στη Σόφια συνθήκη αμυντικής συμμαχίας μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας η οποία ήταν τριετούς ισχύος και προέβλεπε αμοιβαία συνδρομή και υποστήριξη σε περίπτωση προσβολής μίας εκ των δύο χωρών από την Τουρκία. Τρεις μήνες αργότερα και λίγο πριν από την κήρυξη του πολέμου στις 22 Σεπτεμβρίου/5 Οκτωβρίου του 1912 υπογράφηκε και στρατιωτική σύμβαση μεταξύ των δύο χωρών.

Με τη Σερβία και το Μαυροβούνιο η Ελλάδα δε σύναψε καμία συνθήκη ή στρατιωτική σύμβαση. Μόνο όταν άρχισε ο πόλεμος κατά της Τουρκίας οι δύο χώρες αποφάσισαν να αποστείλουν αντίστοιχα αντιπροσώπους στα γενικά στρατηγεία τους για το συντονισμό των επιχειρήσεων. Αντίθετα, το Μαυροβούνιο υπέγραψε το Σεπτέμβριο του 1912 συμφωνία με τη Σερβία που κυρίως απέβλεπε στον καθορισμό του τρόπου διεξαγωγής των επιχειρήσεων κατά της Τουρκίας. Έτσι, τα τέσσερα χριστιανικά βαλκανικά κράτη αν και δεν είχαν υπογράψει κοινό αμυντικό σύμφωνο βρέθηκαν στις αρχές του φθινοπώρου του 1912 συνενωμένα και αλληλέγγυα κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι σφαγές Χριστιανών που οργανώθηκαν από τις τουρκικές αρχές, οι κατασχέσεις πολεμικού υλικού και τα καθημερινά επεισόδια στις συνοριακές γραμμές αποτέλεσαν την αφορμή για την κήρυξη της επιστράτευσης στα κράτη της Συμμαχίας. Πρώτη η Βουλγαρία αποφάσισε στις 16/29 Σεπτεμβρίου 1912, έχοντας και τη σύμφωνη γνώμη της Σερβίας, να κηρύξει επιστράτευση. Η Ελλάδα ακολούθησε και το σχετικό διάταγμα της γενικής επιστράτευσης υπογράφηκε τα μεσάνυχτα της 17ης/30ης Σεπτεμβρίου προς 18ης Σεπτεμβρίου/1ης Οκτωβρίου. Ταυτόχρονα με την Ελλάδα κινητοποιήθηκε και το Μαυροβούνιο, το οποίο επτά ημέρες αργότερα, στις 25 Σεπτεμβρίου/8 Οκτωβρίου, λαμβάνοντας την πρωτοβουλία κήρυξε πρώτο τον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Μετά τις συνεχείς αρνήσεις της Τουρκίας να προχωρήσει σε ριζικές μεταρρυθμίσεις, η Σερβία και η Βουλγαρία κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον της στις 4/17 Οκτωβρίου. Η Τουρκία προσπάθησε να προσεγγίσει διπλωματικά την Ελλάδα φοβoύμεvn ότι με τη συμμετοχή της στον πόλεμο οι γραμμές ανεφοδιασμού της μέσω θαλάσσης θα ήταν αποκλεισμένες. Παραχωρώντας λοιπόν στην Ελλάδα εδάφη στα οποία συμπεριλαμβάνονταν η Κρήτη, τα Ιωάννινα και το Μέτσοβο προσπάθησε να κερδίσει τουλάχιστον την ουδετερότητά της. Η Ελλάδα δεν ενέδωσε και κήρυξε στις 5/18 Οκτωβρίου και αυτή τον πόλεμο κατά της Τουρκίας [6].

 

Οι Στρατιωτικές Δυνάμεις των Συμμάχων και της Τουρκιάς

 

Οι ελληνικές δυνάμεις μετά την επιστράτευση αποτελούνταν από 7 Μεραρχίες, 1 Ταξιαρχία Ιππικού, 31 Πυροβολαρχίες και 2 αποσπάσματα ευζώνων (υπό τον Συνταγματάρχη Γεννάδη και τον Αντισυνταγματάρχη Κωνσταντινόπουλο) αριθμώντας συνολικά 100.000 οπλίτες, 1.658 αξιωματικούς και 1.000 έφιππους [7] στις οποίες προστέθηκε και η VIII Μεραρχία που συγκροτήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1912 στην Ήπειρο, από τις εκεί δυνάμεις, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των οπλιτών στις 129.000. Επίσης, η Ελλάδα διέθετε και στολίσκο 4 αεροπλάνων [8].

Συνολικά, η δύναμη των συμμάχων ανερχόταν σε 684.000 οπλίτες, 9.000 έφιππους και 1.530 πυροβόλα [9].

Αντίστοιχα, η δύναμη των Τούρκων αριθμούσε 340.000 οπλίτες, 6.000 έφιππους και 850 πυροβόλα. Η αναλογία λοιπόν των δυνάμεων των συμμάχων προς των αντίστοιχων τουρκικών ήταν περίπου 2:1 για το πεζικό και τη δύναμη των πυροβόλων και 3:2 για το ιππικό.

 

Η Μάχη στο Σαραντάπορο (Λάρισας)

 

Στις 5/18 Οκτωβρίου, την 1η ημέρα του πολέμου, τα ελληνικά στρατεύματα πέρασαν την ελληνοτουρκική μεθόριο απωθώντας αρχικά τα τουρκικά στρατεύματα των συνοριακών φυλακίων και στη συνέχεια, στις 6/19 Οκτωβρίου, τα εχθρικά στρατεύματα που ήταν εγκατεστημένα στην Ελασσόνα και τη Δεσκάτη. Από τις 7/20 Οκτωβρίου, ο Στρατός Θεσσαλίας άρχισε την προέλαση του προς τον Βορρά για να συναντήσει τον κεντρικό όγκο των τουρκικών δυνάμεων που ήταν εγκατεστημένες στις οχυρές τοποθεσίες του Σαρανταπόρου και των Λαζαράδων – Βογγόπετρας [10].

Η τοποθεσία Σαρανταπόρου είχε επιλεγεί από την Οθωμανική Διοίκηση εξαιτίας της φυσικής της οχύρωσης και του εύρους των πεδίων βολής που προσέφερε. Είναι επίσης περιοχή ορεινή και δύσβατη και η κίνηση σε αυτή γίνεται με μεγάλη δυσκολία [11].

To βασικό σχέδιο των Τούρκων ήταν να εμποδίσουν την προέλαση του ελληνικού στρατού προς το Βορρά αμυνόμενοι σταθερό και υπερασπίζοντας αυτά τα δύο οχυρά με το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων της περιοχής. Αντίστοιχα, το σχέδιο του ελληνικού Γενικού Στρατηγείου προέβλεπε ανοιχτή κατά μέτωπο επίθεση εναντίον των αμυνόμενων δυνάμεων στα στενά του Σαραντοπόρου με ταυτόχρονη υπερκερωτική ενέργεια προς τα Σέρβια για την κατάληψη της γέφυρας του Αλιάκμονα. Η όλη ενέργεια θα συνδυαζόταν με κυκλωτική κίνηση μέσω της περιοχής των Λαζαράδων προς την Κοζάνη [12].

 

Η μεγάλη μάχη του Σαρανταπόρου, 10 Οκτωβρίου 1912. Λαϊκή εικόνα εποχής.

 

Οι επιχειρήσεις των ελληνικών δυνάμεων ξεκίνησαν την 9η/22α Οκτωβρίου του 1912. Η I, η II, και η III μεραρχία κινήθηκαν κατά μέτωπο προς τις εχθρικές δυνάμεις στα στενό του Σαραντοπόρου. Αρχικά, η πρόοδος των ελληνικών στρατευμάτων ήταν μικρή εξαιτίας της δυσβατότητας του εδάφους και της δυσκολίας υποστήριξης από το Ελληνικό Πυροβολικό. Από το μεσημέρι και έπειτα, όμως, το Πυροβολικό κατόρθωσε επιτέλους να ταχθεί και να ανοίξει πυρ κατά των τουρκικών θέσεων, με αποτέλεσμα ο αγώνας να λάβει ευνοϊκότερη εξέλιξη για τις ελληνικές δυνάμεις. Μέχρι τις πρώτες βραδινές ώρες οι 3 Μεραρχίες είχαν πλησιάσει την τουρκική γραμμή και είχαν εγκαταστήσει τμήματα ασφαλείας ώστε να διανυκτερεύσουν. Τις βραδινές ώρες ο αγώνας διακόπηκε. Οι Τούρκοι κατείχαν ακόμη τις κύριες γραμμές άμυνάς τους προβάλλοντας σθεναρή αντίσταση. Η κατάσταση γινόταν ακόμη δυσχερέστερη λόγω της ισχυρής βροχόπτωσης στην περιοχή.

Την ίδια μέρα κατά τη διάρκεια των επιθετικών ενεργειών των υπόλοιπων μεραρχιών, η IV μεραρχία, με βάση τις οδηγίες και τη διαταγή επιχειρήσεων του Γενικού Στρατηγείου έλαβε ως μοναδικό σκοπό την υπερκέραση των τουρκικών δυνάμεων στην περιοχή των στενών του Σαραντοπόρου από αριστερά και την ταχεία προώθησή της μέσω των χωριών Λιβαδερό και Μεταξάς στα Σέρβια, δηλαδή στα νώτα των τουρκικών γραμμών.

Μετά από ταχεία επίθεση ταυ III Τάγματος της Μεραρχίας προς το χωριό Λιβαδερό οι τουρκικές δυνάμεις που βρίσκονταν εκεί αναγκάστηκαν να τραπούν σε φυγή προς το Σαραντάπορο και το χωριό Μεταξάς. Συνεχίζοντας, οι δυνάμεις του III τάγματος ανέτρεψαν και τις τουρκικές αντιστάσεις στο χωριό Μεταξάς και εγκαταστάθηκαν στα υψώματα γύρω από αυτό. Στη συνέχεια το III και το IV Τάγμα της Μεραρχίας κινήθηκαν συνδυασμένα προς το Πολύρραχο όπου και σημείωσαν μεγάλη επιτυχία με αποτέλεσμα την σύμπτυξη των τουρκικών δυνάμεων προς τα Στενά Πόρτας και το Προσήλιο και τον εξαναγκασμό τουρκικής φάλαγγας, που κινούνταν προς τους Λαζαράδες, σε υποχώρηση προς τα Σέρβια. Το σύνολο σχεδόν των μονάδων της Μεραρχίας εγκαταστάθηκε στο Πο­λύρραχο, για να διανυκτερεύσει, μιας και το σκοτάδι και η δυνατή βροχή δεν επέτρεπαν περαιτέρω κινήσεις. Τμήματα της Μεραρχίας εγκαταστάθηκαν και στο χωριό Μεταξάς καθώς και κοντά στο Προσήλιο και στα Στενά Πόρτας.

Αντίστοιχα, η V Μεραρχία, με τη βοήθεια του Αποσπάσματος Γεννάδη, κινήθηκε κατά της ισχυρής θέσης των Λαζαράδων. Παρά τις μεγάλες απώλειές τους κατάφεραν να απωθήσουν τους Τούρκους από την προωθημένη θέση τους στη Βογγόπετρα προς την κύρια αμυντική τους γραμμή. Το Απόσπασμα Γεννάδη έφτασε στον Αλιάκμονα και προσπάθησε να τον ζεύξει αλλά ακούγοντας την ανταλλαγή πυρών στους Λαζαράδες κινήθηκε κυκλωτικά και ανάγκασε τις εναπομείναντες προωθημένες γραμμές των Τούρκων να υποχωρήσουν και αυτές στην κύρια αμυντική γραμμή.

Τη δεύτερη ημέρα, το πρωί της 10ης/23ης Οκτωβρίου οι ελληνικές δυνάμεις ετοιμάστηκαν για τη συνέχιση της επιθέσεως κατά του Σαρανταπόρου. Από το στρατόπεδο των Τούρκων, όμως, δεν παρατηρούνταν καμία κίνηση. Πράγματι, οι Τούρκοι αντιλαμβανόμενοι τον κίνδυνο να περικυκλωθούν και να αιχμαλωτιστούν χάνοντας κάθε ευκαιρία διαφυγής κινήθηκαν τη νύχτα εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι, την πυκνή βροχή και την ομίχλη. Η I Μεραρχία κατέλαβε τότε το ύψωμα Σκοπιά, η II Μεραρχία προωθήθηκε μέσα στη στενωπό και η III Μεραρχία κατέλαβε το Σαραντάπορο και τα υψώματα βόρεια από αυτό. Ακολούθησε καταδίωξη των τουρκικών στρατευμάτων.

Οι δυνάμεις της IV Μεραρχίας συνέχισαν την προέλασή τους ανατρέποντας τις αντιστάσεις των Τούρκων που συναντούσαν στην πορεία τους και συλλαμβάνοντας πολλούς αιχμαλώτους. Στις 16:00, τα πρώτα τμήματα εισήλθαν στα Σέρβια και κατέλαβαν τα γύρω υψώματα καθώς και τη γέφυρα του Αλιάκμονα στην οδό Σέρβια-Κοζάνη, την οποία και βρήκαν άθικτη. Μετά από την κατάληψη των στρατηγικών θέσεων και την απελευθέρωση των Σερβίων, η VII Μεραρχία διετάχθη να κινηθεί προς τα Στενό Πέτρας για να εξασφαλίσει την κάλυψη των ελληνικών στρατευμάτων από την κατεύθυνση της Κατερίνης.

Κατά τη μάχη 182 νεκροί (18 αξιωματικοί και 164 οπλίτες) και 995 τραυματίες (30 αξιωματικοί και 965 οπλίτες), πότισαν με το αίμα τους τα ελληνικά χώματα. Στις απώλειες δεν έχουν συμπεριληφθεί εκείνες του 1ου Συντάγματος Πεζικού της I Μεραρχίας [13]. Οι απώλειες των Τούρκων σε νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους ήταν αρκετά σοβαρές, ενώ περιήλθαν στο νικητή Ελληνικό Στρατό 22 πυροβόλα, πολλά οχήματα και άφθονο πολεμικό υλικό. Για τη νίκη των ελληνικών δυνάμεων στη μάχη του Σαρανταπόρου, ο Αρχηγός Στρατού Θεσσαλίας απηύθυνε προς τις μονάδες συγχαρητήρια διαταγή, τονίζοντας την ιδιαίτερη σημασία της συγκεκριμένης μάχης. Έτσι, μετά από διήμερο σκληρό αγώνα έληξε η μάχη του Σαρανταπόρου. Η ταχεία και νικηφόρα έκβαση της μάχης αυτής, εξύψωσε σημαντικά το ηθικό των ανδρών και άνοιξε τις πύλες για την παραπέρα προέλαση του Ελληνικού Στρατού και την απελευθέρωση της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας [14].

 

Η Μάχη στα Γιαννιτσά

 

Μετά την ήττα τους στο Σαραντάπορο οι οθωμανικές δυνάμεις συμπτύχθηκαν στην Πτολεμαϊδα και τη Βέροια. Η Ελληνική Κυβέρνηση ενδιαφερόταν για την όσο το δυνατόν ταχύτερη κατάληψη της Θεσσαλονίκης ώστε να προλάβουν την κατάληψή της από τους Βούλγαρους οι οποίοι ενδιαφέρονταν επίσης για την πόλη. Το γενικό Στρατηγείο λοιπόν διέταξε τη Στρατιά Θεσσαλίας να κατευθυνθεί ανατολικά [15].

Η VII Μεραρχία στις 15/28 Οκτωβρίου κατευθυνόμενη προς την Κατερίνη βλήθηκε αιφνιδιαστικά από εχθρικό πυρά και αντεπιτέθηκε υποχρεώνοντας τους Τούρκους να υποχωρήσουν προς την πόλη. Την επομένη, 16/29 Οκτωβρίου, η VII Μεραρχία, επαναλαμβάνοντας την επιθετική της ενέργεια, εισήλθε στην πόλη στις 07:50 χωρίς, όμως, να συναντήσει καμία αντίσταση αφού οι Τούρκοι είχαν αποσυρθεί κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Έτσι, απελευθερώθηκε η πόλη της Κατερίνης, με το τίμημα, όμως, 2 νεκρών αξιωματικών και 19 τραυματιών (3 αξιωματικοί και 16 οπλίτες) που έπεσαν στο πεδίο της μάχης στις 15/28 Οκτωβρίου [16].

 

Η τελετή παράδοσης των Ιωαννίνων. Λαϊκή εικόνα εποχής. Η μάχη των Γιαννιτσών ήταν μια από τις σημαντικότερες του Α’ Βαλκανικού Πολέμου. Ξεκίνησε στις 19 Οκτωβρίου 1912 με τον Ελληνικό Στρατό να επιτίθεται από τα δυτικά κατά των Τουρκικών δυνάμεων στα Γιαννιτσά και μετά από διήμερο σκληρό αγώνα να αναδεικνύεται νικητής.

 

Η ενημέρωση του Γενικού Στρατηγείου για τις τουρκικές δυνάμεις στην ευρύτερη περιοχή των Γιαννιτσών ήταν πολύ ελλιπής με αποτέλεσμα η προέλαση της Στρατιάς Θεσσαλίας προς Γιαννιτσά, στις 19 Οκτωβρίου/1 Νοεμβρίου, να θεωρηθεί ότι θα επιτευχτεί χωρίς καμία σοβαρή εμπλοκή με τα εχθρικά στρατεύματα. Το Στρατηγείο πίστευε ότι οι τουρκικές δυνάμεις θα αμύνονταν στην περιοχή του Αξιού ποταμού. Στις 18/31 Οκτωβρίου, λοιπόν, το Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε διαταγή για προέλαση του όγκου της Στρατιάς Θεσσαλίας προς τον Αξιό μέσω της εδαφικής ζώνης βόρεια της λίμνης των Γιαννιτσών. Στα νότια της λίμνης διέθεσε την VII Μεραρχία, το Απόσπασμα Ευζώνων και την Ταξιαρχία Ιππικού για την κάλυψη της δεξιάς πλευράς της και της Βέροιας από την κατεύθυνση του Λουδία. Η βεβαιότητα ότι στα βόρεια της λίμνης δεν υπάρχει εχθρός ήταν τόσο εδραιωμένη, ώστε ως έδρα του Στρατηγείου ορίζονταν, από το μεσημέρι της επομένης κιόλας, τα Γιαννιτσά. Επομένως, η μάχη των Γιαννιτσών μπορεί να χαρακτηριστεί ως μάχη μη αναμενόμενη.

Η αμυντική τοποθεσία των Γιαννιτσών επιλέχθηκε από τους Τούρκους για να εμποδίσουν την προέλαση των ελληνικών δυνάμεων προς τη Θεσσαλονίκη, προβάλλοντας σταθερή άμυνα. Η θέση αυτή προσέδιδε πολλά πλεονεκτήματα στους Τούρκους λόγω του ανοικτού πεδίου βολής που προσφέρει για τα αμυντικό πυρά, την κάλυψη από το όρος Πάικο, τη δυνατότητα υπεράσπισης με μικρές δυνάμεις και την ύπαρξη στα μετόπισθεν (ανατολικά) παράλληλων αντερεισμάτων που εξυπηρετούν την εύκολη κάλυψη και κίνηση των εφεδρειών [17].

Οι δυνάμεις των Ελλήνων αποτελούνταν από την I, την II, την III, την IV και την VI Μεραρχία, 1 Ταξιαρχία Ιππικού και 4 Τάγματα Ευζώνων σι οποίες καλύπτονταν από τα αριστερά από την V Μεραρχία και από τα δεξιά από την VII Μεραρχία η οποία μετά την κατάληψη της Κατερίνης προωθήθηκε με αστό το σκοπό. Αντίστοιχα, οι τουρκικές δυνάμεις υπολογίζονταν σε 25.000 άντρες περίπου, που υποστηρίζονταν από 24-30 πυροβόλα [18].

Το πρωί της 19ης Οκτωβρίου/1 ης Νοεμβρίου του 1912 άρχισε η προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων προς τα ανατολικά. Οι ελληνικές Μεραρχίες (II, III, IV και VI Μεραρχία) συγκρούστηκαν κατά μέτωπο με τις τουρκικές δυνάμεις. Η μάχη ήταν μη αναμενόμενη για τον Ελληνικό Στρατό σε αντίθεση με τον αντίστοιχο τουρκικό ο οποίος ήταν καλά οργανωμένος. Παρόλα αυτά οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να κάμψουν γρήγορα την αντίσταση του εχθρού και να τον αναγκάσουν να συμπτυχθεί προς τα Γιαννιτσά, ανατρέποντας τα εχθρικό τμήματα και αποκρούοντας τις εχθρικές αντεπιθέσεις.

Κατά τη νύχτα οι Μεραρχίες διέκοψαν τον αγώνα και διανυκτέρευσαν στις θέσεις που είχαν καταλάβει, με σκοπό να συνεχίσουν την επίθεση την επομένη.

Στις 20 Οκτωβρίου/2 Νοεμβρίου η επίθεση των ελληνικών στρατευμάτων υπήρξε σφοδρή. Η VI Μεραρχία επιτέθηκε και αιχμαλώτισε τμήματα του εχθρικού πυροβολικού καταλαμβάνοντας το νεκροταφείο της πόλης των Γιαννιτσών και οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις προωθήθηκαν προς την πόλη των Γιαννιτσών. Η κατάληψη του νεκροταφείου από την VI Μεραρχία και η προέλαση του 9ου Τάγματος Ευζώνων στα ανατολικά των Γιαννιτσών είχε αποφασιστικά αποτελέσματα. Οι Τούρκοι μπροστά στον κίνδυνο να πλευροκοπηθούν άρχισαν γενική σύμπτυξη. Η II και η VI Μεραρχία, τότε, επιτέθηκαν σφοδρά εναντίον του εχθρικού μετώπου και στις 11:00 περίπου εισήλθαν στα Γιαννιτσά και αιχμαλώτισαν τον εχθρικό λόχο. Τα εχθρικά στρατεύματα υποχώρησαν άτακτα προς τον Αξιό ποταμό και πέρα από αυτόν.

Η επιτυχία αυτή στοίχισε στους Έλληνες 188 νεκρούς (10 Αξιωματικοί και 178 Οπλίτες) και 785 τραυματίες (29 Αξιωματικοί και 756 Οπλίτες).

 

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων – Domenica del Corriere 16/23 Mar 1913.

 

Εφημερίδα Σκριπ – Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων.

 

Η νίκη στη μάχη στα Γιαννιτσά είχε αποφασιστική σημασία τόσο για την τόνωση του ηθικού των δυνάμεών μας, όσο και για τη συνέχιση των επιχειρήσεων. Χαρακτηριστικό είναι άλλωστε ότι μόλις 6 ημέρες μετά την απελευθέρωση των Γιαννιτσών, η Στρατιά Θεσσαλίας που διάβηκε τον Αξιό και προχώρησε χωρίς να συναντήσει καμία αντίσταση προς τη Θεσσαλονίκη, μπήκε στην πόλη την 17:00 της 26ης 0κτωβρίου/8ης Νοεμβρίου όπου ο Χασάν Ταξίν πασάς παραδόθηκε, αφήνοντάς την στα χέρια των Ελλήνων, παραδίδοντας ταυτόχρονα 1.000 αξιωματικούς, 25.000 οπλίτες, 70 πυροβόλα και 30 πολυβόλα.

Παράλληλα με τις επιχειρήσεις στα Γιαννιτσά, η V Μεραρχία είχε στο μεταξύ φτάσει στην περιοχή του Αμύνταιου με την προοπτική να συνεχίσει την προέλασή της προς το Μοναστήρι.

Το βράδυ της 23ης 0κτωβρίου/5ης Νοεμβρίου προς 24ης Οκτωβρίου/6ης Νοεμβρίου, όμως, δέχθηκε αιφνιδιαστική επίθεση από μικρό εχθρικό τμήμα υπό τη διοίκηση του Υπολοχαγού Εσάτ. Ακολούθησε πανικός και η V Μεραρχία αναγκάστηκε να υποχωρήσει προς το νότο. Οι Τούρκοι, όμως, δε συνέχισαν την καταδίωξη νοτιότερα του Αμύνταιου παρά αποσύρθηκαν για να αντιμετωπίσουν τους Σέρβους που κατέβαιναν από το βορρά.

Εξαιρουμένου του αιφνιδιασμού αυτού, η Στρατιά Θεσσαλίας πέτυχε, λοιπόν, σημαντικές και πολλές νίκες οι οποίες συνεχίστηκαν με την απελευθέρωση της Ελευθερούπολης, της Φλώρινας, της Καστοριάς και της Κορυτσάς [19].

 

 

Η Μάχη Μπιζανίου-Ιωαννίνων

 

Παράλληλα με το Στρατό Θεσσαλίας, ο Στρατός Ηπείρου είχε ως αποστολή την παρακώλυση οποιασδήποτε παράβασης της μεθορίου μεταξύ Μετσόβου, Άρτας και Αμβρακικού κόλπου. Το πλάνο περιελάμβανε την εξασφάλιση με μικρές δυνάμεις των πλέον απειλουμένων διαβάσεων βόρεια της Άρτας, τη διάβαση του Αράχθου και την κατάληψη της ορεινής περιοχής Ξηροβούνι για τον έλεγχο των δύο κοιλάδων που βρίσκονταν εκατέρωθεν του Αράχθου και του Λούρου. Στις 5/18 Οκτωβρίου ο Στρατός Ηπείρου διάβηκε τον Άραχθο και μέχρι τις 9/22 Οκτωβρίου καταλήφθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις το Γρίμποβο και στις 20 Οκτωβρίου/2 Νοεμβρίου καταλήφθηκε η Πρέβεζα που αποτέλεσε και την κύρια βάση ανεφοδιασμού από εκείνη τη στιγμή και μετά. Από τις 20 έως τις 28 0κτωβρίου/2 έως 10 Νοεμβρίου τα ελληνικό στρατεύματα κατάφεραν την εκδίωξη των τουρκικών στρατευμάτων από τα Πέντε Πηγάδια αλλά στη συνέχεια οι δραστηριότητες ανακόπηκαν λόγω και των γεγονότων της υποχώρησης της V Μεραρχίας.

 

Είσοδος Ελληνικής Σημαίας στα Ιωάννινα, έργο του Κενάν Μεσαρέ (1889-1965), ζωγράφου των Βαλκανικών Πολέμων. Ο Μεσαρέ ήταν γιος του Τούρκου αρχιστρατήγου, Χασάν Ταχσίν Πασά, που παρέδωσε την Θεσσαλονίκη στους Έλληνες το 1912. Ιωάννινα, Λέσχη Αξιωματικών.

 

Στις 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου, στάλθηκε διαταγή στο Στρατό Ηπείρου που καθόριζε ότι ενόψει της επικείμενης ανακωχής, υπέρτατο καθήκον ήταν η όσο το δυνατόν ταχύτερη κατάληψη των Ιωαννίνων από τον Ελληνικό Στρατό. Μετά την κατάληψη του οροπεδίου της Αετορράχης από τον Ελληνικό Στρατό, οι εχθροί αναγκάστηκαν στις 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου σε υποχώρηση προς την οχυρωμένη θέση των Ιωαννίνων εγκαταλείποντας μεγάλες ποσότητες πολεμικού υλικού. Από τις 15/28 Δεκεμβρίου άρχισε να καταφθάνει η IV Μεραρχία και τις πρώτες ημέρες του Ιανουαρίου η Στρατιά Ηπείρου ενισχύθηκε από τις δυνάμεις της VI Μεραρχίας. Στις 7/20 Ιανουαρίου διετάχθη κατά μέτωπο επίθεση η οποία δεν πέτυχε το σκοπό της και τα ελληνικά στρατεύματα αναστάλθηκαν για την προπαρασκευή της τελικής επίθεσης.

Εσάτ Πασάς: Ο τελευταίος υπερασπιστής των Γιαννίνων το 1912-13.

Στις 17/30 Ιανουαρίου ο Αρχιστράτηγος της Στρατιάς Ηπείρου ζήτησε, με προσωπική επιστολή προς τον Εσάτ Πασά, την παράδοση των Ιωαννίνων ώστε να αποφευχθεί αιματοχυσία, δεδομένου ότι η Οθωμανική Κυβέρνηση στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στο Λονδίνο είχε παραιτηθεί από τα εδάφη που υπερασπιζόταν ο Εσάτ. Οι Τούρκοι αρνήθηκαν την παράδοση στις 19 Ιανουαρίου/1 Φεβρουάριου και έτσι ο Έλληνας Αρχιστράτηγος ενέτεινε τις προσπάθειες για την όσο το δυνατόν καλύτερη προπαρασκευή του ελληνικού στρατού με σκοπό την τελική επίθεση και την άλωση της οχυρής τοποθεσίας των Ιωαννίνων.

Η τοποθεσία των Ιωαννίνων αποτελούσε πολύ ισχυρή αμυντική θέση μιας και επρόκειτο για οχυρωμένη τοποθεσία που είχε μελετηθεί και εν συνεχεία βελτιωθεί στα ασθενή της σημεία, βάσει της πείρας που είχε αποκτηθεί κατά τις επανειλημμένες επιθέσεις των ελληνικών τμημάτων. Η μορφή της οχύρωσης παρουσίαζε μία εκτεταμένη περιφερειακή οργάνωση που απείχε 8-10 χιλιόμετρα από τα Ιωάννινα και στηριζόταν προς βορρά στα υψώματα Γαρδίκι-Παλιόκαστρο, προς τα ανατολικά στη γραμμή ταυ όρους Μιτσικέλι, προς Λύση στα υψώματα Σαδοβίτσας, Δουρούτης, Μεγάλης Τσούκας, Αγίου Σάββα, Αγίου Νικολάου και Μανωλιάσας και τέλος προς τα Νότια η οχύρωση στηριζόταν στον ορεινό όγκο που υψωνόταν πάνω από το Μπιζάνι. Σε όλα σχεδόν τα υψώματα υπήρχαν μόνιμα πυροβολεία και συρματοπλέγματα. Επίσης, στην τοποθεσία υπήρχε τηλεφωνικό δίκτυο και οδοί ανεφοδιασμού συνθέτοντας έτσι μία σταθερή και απόλυτα ακυρωμένη τοποθεσία και καθιστώντας την απαγορευτική σε οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια.

Το σύνολο των ελληνικών δυνάμεων ανερχόταν σε 51 Τάγματα πεζικού, 33 Διμοιρίες πυροβόλων, 14 Πεδινές Πυροβολαρχίες, 2 Βαρείες, 3 Ίλες Ιππικού και 3 Ημιλαρχίες, 23 Τάγματα και 6 Ορεβατικές Πυροβολαρχίες. Αντίστοιχα, οι πληροφορίες για τον Οθωμανικό Στρατό υπολόγιζαν το σύνολό του σε 27.500 περίπου τυφέκια και 83 πυροβόλα.

Το σχέδιο ενέργειας των Ελλήνων προέβλεπε ισχυρή αιφνιδιαστική επίθεση στις 20 Φεβρουαρίου /4 Μαρτίου με σκοπό την ταχεία κατάληψη των στρατηγικών υψωμάτων της περιοχής. Στη συνέχεια θα ακολουθούσε διείσδυση μέχρι την πεδιάδα που εκτεινόταν στα νώτα του Μπιζανίου. Στόχος ήταν η υπερκέραση της οχυρωμένης αυτής τοποθεσίας από τα δυτικά και η κατάληψη των Ιωαννίνων. Οι Τούρκοι από την πλευρά τους σκόπευαν στη σταθερή άμυνα κυρίως στα υψώματα του Μπιζανίου και της Καστρίτσας.

Κατά την πρώτη ημέρα, τα ελληνικά στρατεύματα κινήθηκαν με μεγάλη σφοδρότητα και σημείωσαν πολλές επιτυχίες. Συγκεκριμένα, κατάφεραν να καταλάβουν τα περισσότερα από τα στρατηγικά υψώματα που προέβλεπε το σχέδιο επίθεσης και να εγκαταστήσουν προφυλακές. Το πυροβολικό της Στρατιάς έβαλε όλη την ημέρα κατά της τοποθεσίας ταυ οχυρού του Μπιζανίου και παρόλο που το οχυρό φαινόταν να παραμένει ακόμη ασφαλές το εχθρικό πυροβολικό είχε σιγήσει [20].

Ο Ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου (1861-1913) αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, ήρωας των Βαλκανικών Πολέμων.

Το 1ο  Σύνταγμα Ευζώνων πέτυχε να διεισδύσει στο εσωτερικό των εχθρικών δυνάμεων μέχρι τις παρυφές των Ιωαννίνων. Το γεγονός αυτό συνέβαλλε στην απόφαση του Εσσάτ Πασά να μην αναμείνει το τελειωτικό χτύπημα και να αποφύγει παραπέρα άσκοπη καταστροφή των δυνάμεων του. Απευθύνθηκε λοιπόν στους Πρόξενους των Μεγάλων Δυνάμεων για να μεσολαβήσουν για την παράδοση της πόλης των Ιωαννίνων. Στις 23:00 λοιπόν δύο Τούρκοι αξιωματικοί έφτασαν στις παρυφές το 9ου Τάγματος Ευζώνων μεταφέροντας την πρόταση για την παράδοση. Ο Ταγματάρχης Βελισσαρίου οδήγησε την τουρκική αντιπροσωπεία στα Γενικό Στρατηγεία όπου και μετά από σύντομη συζήτηση επιτεύχθηκε συμφωνία. Το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου/5ης Μαρτίου, λοιπόν, το Σύνταγμα Ιππικού εισήλθε στην πόλη και υπογράφηκε το πρωτόκολλο παραδόσεως, σύμφωνα με το οποίο παραδίδονταν στην Ελλάδα η πόλη των Ιωαννίνων και όλος ο στρατός των Τούρκων στα Ιωάννινα. Ο Αρχιστράτηγος εισήλθε επισήμως στην πόλη την επομένη, 22 Φεβρουαρίου/6 Μαρτίου, κάτω από τις ενθουσιώδεις εκδηλώσεις των κατοίκων [21].

Οι απώλειες των Ελλήνων στην προσπάθεια για την απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων ανήλθαν σε 5 Αξιωματικούς και 264 οπλίτες (οι απώλειες αυτές αφορούν τις 3 ελληνικές φάλαγγες) [22].

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων έθεσε τέρμα στη χρονίζουσα εκκρεμή υπόθεση των επιχειρήσεων στην Ήπειρο και ταυτόχρονα εξύψωσε ακόμη περισσότερο το γόητρο του Ελληνικού Στρατού απέναντι των Βαλκανικών Συμμάχων και των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης [23].

 

Επίλογος

 

Η Τουρκία από τις 4/17 Νοεμβρίου 1912 είχε ζητήσει από τις Μεγάλες Δυνάμεις να μεσολαβήσουν για την κατάπαυση των εχθροπραξιών, καθώς οι ήττες του στρατού της διαδέχονταν η μία την άλλη. Πριν από την μεσολάβηση αυτή, η Βουλγαρία εξουσιοδοτημένη και από τη Σερβία και από το Μαυροβούνιο υπέγραψε ανακωχή στις 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου. Η ελληνική κυβέρνηση διαχώρισε τη θέση της με ανακοινωθέν της επομένης μιας και ο αγώνας στην Ήπειρο για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων συνεχιζόταν. Παρόλα αυτά έστειλε αντιπροσωπεία στην ειρηνευτική διάσκεψη που κανονίστηκε στο Λονδίνο στις 3/16 Δεκεμβρίου 1912.

 

Η παράδοση της Θεσσαλονίκης. Λαϊκή εικόνα εποχής.

 

Οι σοβαρές δυσχέρειες που προέκυψαν από τις πρώτες ημέρες, οδηγούσαν σε ναυάγιο, καθώς οι Τούρκοι ήταν αμετακίνητοι σε σοβαρά σημεία, αλλά και εξαιτίας των διαφορών των συμμάχων. Τη βασική διαφορά αποτελούσαν τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη, τα οποία οι Τούρκοι δεν ήθελαν να παραδώσουν. Στις 4/17 Ιανουαρίου 1913, όμως, οι Δυνάμεις κατόρθωσαν να συγκρούσουν τις ανατιθέμενες πλευρές και να πείσουν την τουρκική αντιπροσωπεία να υπογράψει την προκαταρκτική συνθήκη ειρήνης η οποία, όμως, μετά από πραξικόπημα στην Τουρκία ματαιώθηκε και οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν. Στις 17/30 Μαΐου 1913, υπογράφηκε, τελικά, στο Λονδίνο, η οριστική συνθήκη σύμφωνα με την οποία η Τουρκία παραιτούνταν από την Κρήτη και εμπιστευόταν στην κρίση των Μεγάλων Δυνάμεων την απόφαση για το μέλλον των νησιών του Αιγαίου. Η συνθήκη αυτή δημοσιεύθηκε, αλλά δεν κυρώθηκε εξαιτίας του Β’ Βαλκανικού Πολέμου που ξέσπασε [24].

Οι συνολικές απώλειες των Ελλήνων κατά τπ διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου ανήλθαν σε 2.374 νεκρούς (143 αξιωματικοί και 2.231 οπλίτες) και 11.265 τραυματίες (2.231 αξιωματικοί και 9.034 οπλίτες) [25].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Δεν είχαν υπογράφει συνθήκες μεταξύ και των τεσσάρων μερών της συμμαχίας αλλά μόνο μεταξύ Σερβίας- Βουλγαρίας (29 Φεβρουαρίου/13 Μαρτίου 1912). Ελλάδας – Βουλγαρίας (16/29 Μαΐου 1912) και Σερβίας – Μαυροβουνίου (Σεπτέμβριος 1912).

[2] Νικολοδήμος Α.Δ. «Μέρες Πολέμου», σελ.35.

[3] Οι δύο ημερομηνίες αντιστοιχούν στο παλαιό και στο νέο ημερολόγιο.

[4] Μυστικόν παράρτημα της συνθήκης φιλίας και συμμαχίας μεταξύ του Βασιλείου της Βουλγαρίας και του Βασιλείου της Σερβίας, άρθρον 2ον, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ. Α’, παράρτημα «Α», σελ. 235.

[5] Συνθήκη αμυντικής συμμαχίας μεταξύ Βουλγαρίας και Ελλάδος, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ. Α’, παράρτημα «Β», σελ. 241-242.

[6] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Βαλκανικών, σελ. 3-11.

[7] Δεπάστας Ν.Σ.. Ιστορικόν Σχεδίασμα, σελ. 322.

[8] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ. Α’, σελ. 25, 288, 296.

[9] ΓΈΣ/ΔΙΣ. Ο ελληνικός στρατός. τόμ. Α’, σελ. 288.

[10] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 45-47.

[11]Μοσχάκης Γ., Μάχη Σαρανταπόρου. σελ.41.

[12] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 48-49.

[13] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός. τόμ. Α’. σελ. 60.

[14] Μοσχάκης Γ.. Μάχη Σαρανταπόρου, σελ. 43-51.

[15] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 59.

[16] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ, Α’, σελ. 72, 76.

[17] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 59-63.

[18] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ. Α’, σελ. 85.

[19] Στις 27 Οκτωβρίου/9 Νοεμβρίου απελευθερώνεται η Ελευθερούπολη, στις 7/20 Νοεμβρίου απελευθερώνεται η Φλώρινα, στις 11/24 Νοεμβρίου απελευθερώνεται η Καστοριά και στις 7/20 Δεκεμβρίου απελευθερώνεται η Κορυτσά.

[20] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 88-102.

[21] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Βαλκανικών, σελ. 179.

[22] Νικολοδήμος Α.Δ.. Μέρες Πολέμου, σελ. 101.

[23] ΓΕΣ/ΔΙΣ. Επίτομη Βαλκανικών, σελ. 180.

[24] Σφυροέρας Β., Βαλκανικοί, σελ. 215.

[25] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Βαλκανικών, σελ. 265.

 

Βιβλιογραφία


 

  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913, Αθήνα, Έκδοση Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού,1987.
  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912­1913, Αθήνα, Έκδοση Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού,1988.
  • Νικολόδημος Α.Δ., «Μέρες Πολέμου (1902-1922)», Λευκωσία, Κέντρο Με­λετών Ιεράς Μονής Κύκκου, 2005.
  • Σφυροέρας Β., Βαλκανικοί: Σφυροέρας Β., λήμμα «Άγνωστου Στρατιώτη μνημείο», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς – Μπριτάννικα, Διευθ. Έκδοσης Κουβακας Θ., Μπουγάς Ν. και Πουρναρά Ε., Αθήνα, Πάπυρος, 1981, [σσ] 212-216.
  • Μοσχάκης Γ., «Η Μάχη του Σαρανταπόρου», Ιστορικές Σελίδες, Τεύχος 1, [σσ] 40-51.
  • Δεπάστας Ν.Σ., «Ιστορικόν Σχεδίασμα περί των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913», Αθήνα, Ανάτυπο εκ του ΜΣΤ’ Τόμου του περιοδικού «Παρνασσός», 2004.

 

Πηγή


 

  • «Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη», Γενικό Επιτελείο Στρατού 7° Ε.Γ./5. Επίβλεψη: Ανχης (ΠΒ) Βασίλειος Παπαθανασίου – Ανχης (ΠΒ) Γεώργιος Γιαννόπουλος. Συγγραφική ομάδα: Στρ (ΠΒ) Θωμάς Τσέλιος – Στρ (ΠΒ) Ιωάννης Μακρυπούλιας

Γύρω από τον Αλέξανδρο Ησαΐα και τις λιθογραφίες του – Κώστας Λάππας, Μνήμων, τομ. 7, 1979. 


 

Στα 1839 ο Μακρυγιάννης έχει έτοιμες τις εικονογραφίες του Αγώνα κι αποφασίζει να τις δώσει για εκτύπωση. Γράφει στ’ Απομνημονεύματά του: «Τότε βρίσκω κι έναν, Ησαΐα τον έλεγαν, ήταν στενός φίλος του Καποδίστρια· τον είχε δάσκαλο ο Κυβερνήτης εις τ’ Αναπλιού το σκολείον. Αυτόν τον αγαθόν Ησαΐα εγώ δεν τον γνώριζα· μου τον σύστησαν φίλοι. Έρχεται ο Σαΐγιας εις το σπίτι μου και συμφωνούμεν να του δώσω της εικονογραφίες να πάει εις Παρίσια να της τυπώση». Η συνέχεια της ιστορίας είναι γνωστή: ο δάσκαλος Αλέξανδρος Ησαΐας αντί να πάει στο Παρίσι, πήγε στην Ιταλία (Βενετία, Τεργέστη) όπου τύπωσε μια σειρά λιθογραφίες, με θέματα από την Επανάσταση του ’21, που όμως δεν είχαν καμμιά σχέση με τις εικόνες του Μακρυγιάννη. Αρκετές απ’ αυτές τις λιθογραφίες σώζονται και σήμερα και φέρουν την υπογραφή του Ησαΐα. Έτσι αποκαλύπτεται ότι o Hσαΐας εκτός από δάσκαλος ήταν και ζωγράφος.

 

Μάχη των Αθηνών, επιχρωματισμένη λιθογραφία αγνώστου Ιταλού ζωγράφου ( κατά παραγγελία και υποδείξεις του Α. Ησαΐα.

 

Η δεύτερη αυτή ιδιότητα του Ησαΐα αμφισβητήθηκε τελευταία από τον Γ. Πετρή: σ’ ένα άρθρο του με τίτλο «Ο Μακρυγιάννης και η εικονογραφία του Ησαΐα» υποστήριξε την άποψη ότι οι παραπάνω λιθογραφίες δεν έχουν γίνει από τον Ησαΐα, αλλά από κάποιον άγνωστο Ιταλό ζωγράφο. Η επιχειρηματολογία του Γ. Πετρή στηρίχτηκε: α) στην εικαστική ανάλυση των λιθογραφιών – που αποδεικνύει ότι είναι καμωμένες σύμφωνα με τους κανόνες της σύγχρονης ευρωπαϊκής ζωγραφικής και β) στην έλλειψη μαρτυριών που να πιστοποιούν ότι ο δάσκαλος Ησαΐας είχε και γνώσεις ζωγραφικής. Εδώ θα σταθούμε και θα εξετάσουμε κυρίως τα επιχειρήματα της δεύτερης κατηγορίας.

Κατά τη γνώμη του Γ. Πετρή, ένας απλός δάσκαλος της εποχής του Ησαΐα δεν εννοείται να γνωρίζει ούτε σχέδιο, ούτε ιχνογραφία. «Το ότι ο Ησαΐας είναι δάσκαλος, γράφει, θα μπορούσε, με τα σημερινά μέτρα, να δημιουργήσει την εντύπωση πως είχε και κάποια γνώση σχεδίου, γιατί οι σημερινοί δάσκαλοι αποκτούν γνώσεις, μερικά γενικά τεχνικά στοιχεία, που τους επιτρέπει να διδάσκουν τα παιδιά ιχνογραφία και χειροτεχνία. Μα τέτοια πράγματα είναι πολύ αμφίβολο πως ακολουθούσαν την ίδια πορεία σ’ εκείνη την εποχή. Οι δάσκαλοι, όσο νομίζουμε πώς ξέρουμε, της εποχής εκείνης, διδάσκανε κατά κανόνα μονάχα γράμματα. Αυτά μαθαίνανε». Ο συγγραφέας αναφέρεται εδώ στην εποχή του Καποδίστρια· πιστεύει ωστόσο, ότι η κατάσταση της εκπαίδευσης έχει μείνει αμετάβλητη από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου ο δάσκαλος δεν μπορούσε να ξεφύγει «από τα καθιερωμένα: το ψαλτήρι, το κτωήχι, το μηναίο, ή τις προφητείες».

Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι ακριβώς. Τουλάχιστο στην εποχή του Καποδίστρια, που μας ενδιαφέρει εδώ, η δομή του σχολείου έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές. Στα πλαίσια του υπό οργάνωση κράτους μπαίνουν τα θεμέλια ενός πρώτου σχεδιασμού της κατώτερης σχολικής εκπαίδευσης: καινούριες μέθοδοι διδασκαλίας εισάγονται ή καθιερώνονται σε ευρεία κλίμακα (αλληλοδιδακτική), γράφονται ή μεταφράζονται σχολικά εγχειρίδια, μερικά καινούρια μαθήματα αντικαθιστούν ή προσθέτονται στα παλιά, και γενικά ο ρόλος και η αποστολή του σχολείου πάνε τώρα να διαφοροποιηθούν. Χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι κόβονται οι δεσμοί με την Ιδεολογία και τη σχολική πρακτική του παρελθόντος.

Σημειώνω εδώ ότι σ’ αυτά ακριβώς τα χρόνια είναι που μπαίνουν, επίσημα, στα σχολεία και διδάσκονται συστηματικά η καλλιγραφία και η ιχνογραφία. Ο σκοπός των μαθημάτων αυτών είναι προφανής: η καλλιγραφία θα βελτιώσει τη γραφή και βέβαια θα δώσει στο κράτος καλούς γραφιάδες, ενώ η ιχνογραφία θα εξοικειώσει το παιδί με το σχέδιο. Η διδασκαλία του πρώτου μαθήματος γίνεται με βάση πίνακες καλλιγραφίας· για τη διδασκαλία της γραμμικής ιχνογραφίας μεταφράζεται στα 1831, με την επιμέλεια του Ιω. Κοκκώνη, ειδικό εγχειρίδιο. Κάθε άλλο λοιπόν παρά προβολή των «σημερινών μέτρων» στο παρελθόν, όπως γράφει ο Γ. Πετρής, αποτελεί η διδασκαλία τέτοιου είδους μαθημάτων στα χρόνια του Καποδίστρια…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Γύρω από τον Αλέξανδρο Ησαΐα και τις λιθογραφίες του

 

 

Διαβάστε επίσης:

H εξωτερική μετανάστευση των Aργείων στον 20° αιώνα – Αυθεντικές μαρτυρίες |Διαθεματική εργασία μαθητών του Γυμνασίου Κουτσοποδίου


 

Η παρούσα διαθεματική εργασία πραγματοποιήθηκε από ομάδες μαθητών του Γυμνασίου Κουτσοποδίου κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους 2013-2014.

Τον συντονισμό και την επιμέλεια του εγχειρήματος είχε η φιλόλογος του Γυμνασίου, Μαρία Α. Βελιζιώτη.

 

Η Εξωτερική Μετανάστευση των Ελλήνων

 

Οι μεταναστεύσεις Ελλήνων προς τις υπερπόντιες ή τις βορειοευρωπαικές χώρες προκλήθηκαν από τη δράση και την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων, οι κυριότεροι από τους οποίους ήταν: πρώτον, η αποδιοργάνωση της παραδοσιακής αγροτικής οικονομίας της χώρας με την αυξανόμενη ένταξη της γεωργικής παραγωγής των μικρού μεγέθους αγροτικών κλήρων στην οικονομία της αγοράς σε συνάρτηση με την αδυναμία απορρόφησης αγροτικών χεριών από τη βιομηχανία, δεύτερον, οι ανάγκες σε εργατικό δυναμικό που δημιουργήθηκαν με τη βιομηχανική ανάπτυξη των κρατών υποδοχής που παρείχαν δυνατότητες εύρεσης εργασίας και ευκαιρίες για αύξηση των εισοδημάτων, τρίτον, η πληροφόρηση, οι προσδοκίες και οι στρατηγικές των ίδιων των μεταναστών και των οικογένειών τους. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν βέβαια και η σταφιδική κρίση στα τέλη του 19ου αιώνα, η Κατοχή και ο Εμφύλιος στον 20° αιώνα αλλά και η βελτίωση των συνθηκών της μετακίνησης και οι μύθοι που διαδόθηκαν για τις κοινωνίες υποδοχής.

Έλληνες επιβιβάζονται σε βάρκες για να μεταβούν σε υπερωκεάνιο που θα τους μεταφέρει στις ΗΠΑ (Πάτρα, 1910).

Σε απόλυτα μεγέθη οι Έλληνες μετανάστες ήταν ολιγάριθμοι, αναλογικά ωστόσο με τον πληθυσμό της χώρας, η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των κρατών με τα σημαντικότερα μεταναστευτικά ρεύματα. Πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο κύριος προορισμός των μεταναστών ήταν οι ΗΠΑ. Η μεγαλύτερη ροή μεταναστών σημειώθηκε από το 1900 ως το 1917, περίοδο κατά την οποία 450.000 Έλληνες εισήλθαν στη χώρα αυτή. Η μετακίνηση συνεχίστηκε, με μειωμένους πάντως ρυθμούς, ως το 1924 οπότε θεσμοθετήθηκαν στις ΗΠΑ μέτρα για τον περιορισμό των μεταναστών από τις χώρες της Νότιας και της Ανατολικής Ευρώπης. Το μεταπολεμικό μεταναστευτικό ρεύμα ήταν πολύ πιο μαζικό, κάλυψε το 72% της συνολικής εξωτερικής μετανάστευσης μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Σύμφωνα με έγκυρες εκτιμήσεις, οι μετανάστες από το 1946 ως το 1977 ήταν περίπου 1.000.000. Πρόκειται για μια πρωτοφανή κινητικότητα που αφορούσε σχεδόν ένα άτομο στα οκτώ. Το 61% των μεταπολεμικών μεταναστών κινήθηκε προς τις χώρες της Βορειοδυτικής Ευρώπης και κυρίως προς τη Δυτική Γερμανία, 160.000 περίπου εγκαταστάθηκαν στην Αυστραλία, 135.000 στις ΗΠΑ, 100.000 στον Καναδά και οι υπόλοιποι σε άλλες υπερπόντιες χώρες. Από το σύνολο των Ελλήνων μεταναστών του 20ου αιώνα υπολογίζεται ότι το 40% περίπου επέστρεψε στην Ελλάδα.

Προπολεμικά οι περισσότεροι μετανάστες κατάγονταν από την Πελοπόννησο, τα νησιά και τη Στερεά Ελλάδα. Μεταπολεμικά οι περιοχές που γνώρισαν τα μεγαλύτερα ποσοστά εξωτερικής μετανάστευσης ήταν στη Βόρεια Ελλάδα (Μακεδονία, Ήπειρος και Θράκη). Οι αρχικοί μετανάστες ήταν και προπολεμικά και μεταπολεμικά νέοι άνδρες από αγροτικές οικογένειες, οι οποίοι έφευγαν πιστεύοντας ότι θα επιστρέφουν μετά από μερικά χρόνια έχοντας βοηθήσει την οικογένειά τους να επιβιώσει και έχοντας αποκτήσει ένα κεφάλαιο. Σταδιακά όμως λόγω της παράτασης του χρόνου διαμονής τους, αλλά και της ανάγκης να εργάζονται περισσότερα μέλη μιας οικογένειας για την επίτευξη του στόχου της αποταμίευσης, άρχισαν να μετακινούνται και έγγαμες γυναίκες συνοδευόμενες συχνά από τα παιδιά τους. Σε αρκετές περιπτώσεις πάντως ιδιαίτερα όταν το ευνοούσε η αγορά εργασίας μετακινήθηκαν γυναίκες με δικό τους μεταναστευτικό σχέδιο.

 

Η πολιτική των δυτικοευρωπαϊκών κρατών

Η μετανάστευση – Ηλικίες μεταναστών – Επαγγέλματα μεταναστών

 

Οι ανάγκες της αγοράς εργασίας και η πολιτική των δυτικοευρωπαϊκών κρατών καθόρισε τη ροή της μεταναστευτικής κίνησης μετά το 1960. Οι χώρες υποδοχής με την υιοθέτηση της πολιτικής προώθησης της οικονομικής ανάπτυξης και με την αύξηση του εργατικού δυναμικού μέσω της μετανάστευσης, συνετέλεσαν στην υψηλή κινητικότητα των μεταναστών. Η μέση ηλικία των μεταναστών προς τις χώρες της Βορειοδυτικής Ευρώπης υπήρξε μεταξύ 25-32 χρόνων. Στην πλειονότητά τους άνδρες, γεγονός που στην συνέχεια διαφοροποιείται με την μετανάστευση μεγάλου αριθμού έγγαμων και μη γυναικών.

 

Έλληνες μετανάστες στην Αμερική στις αρχές του 20ου αι.

 

Τα επαγγέλματα των, μεταναστών στις χώρες υποδοχής περιορίζονταν στον πρωτογενή τομέα παραγωγής. Οι εργάτες γης και οι ιδιοκτήτες μικρών και διάσπαρτων αγροτικών κλήρων, οι οποίοι δεν κατόρθωσαν να ανταποκριθούν στην ενσωμάτωση της αγροτικής παραγωγής στην οικονομία της αγοράς, αντιπροσώπευαν το μεγαλύτερο ποσοστό των μεταναστών. Μια σειρά προβλημάτων της αγροτικής οικονομίας εξηγούν την ενέργεια και την υποαπασχόληση στην ύπαιθρο, ενώ αποτελούν, σε τελική ανάλυση, τόσο το αίτιο της αγροτικής εξόδου όσο και με την αιτία του μεταναστευτικού φαινομένου εν γένει. Η έλλειψη ευκαιριών απασχόλησης, η περιορισμένη έκταση γης για σταθερή απασχόληση, υψηλότερο μισθό και καλύτερες συνθήκες εργασίας, αποτέλεσαν τους καθοριστικούς παράγοντες για τη λήψη της ατομικής απόφασης του μετανάστη να αναζητήσει μια καλύτερη ζωή στο εξωτερικό. Συγκεκριμένα οι αμοιβές των χωρών της Δυτικής Ευρώπης, τριπλάσιες από αυτές τις Ελλάδας, η σχετική εξασφάλιση του συμβολαίου εργασίας, η ασφαλιστική κάλυψη και τα επιδόματα, κατεύθυναν τους νέους της Ελλάδας προς τις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες.

 

Αυθεντικές Μαρτυρίες

 

Μεταναστευτικό υπερωκεάνιο ταξίδι της πρώτης περιόδου (1907-1937).

Για τη μεγάλη πλειονότητα των μεταναστών σημειώνεται παράλληλα η εγκατάσταση σε αστικά κέντρα της χώρας και η είσοδος στη μισθωτή εργασία, και η μετανάστευση τους  προς μια ξένη χώρα. Στους περισσότερο τόπους εγκατάστασης οι μετανάστες εργάστηκαν ως ανειδίκευτοι εργάτες σε βιομηχανίες, ορυχεία ή σιδηρόδρομους εντάχθηκαν δηλαδή, αρχικά τουλάχιστον, στην εργατική τάξη. Άλλοι έγιναν πλανόδιοι λιανέμποροι ή υπάλληλοι σε επιχειρήσεις. Λίγοι ήταν αυτοί που κατόρθωσαν σε σύντομα χρονικό διάστημα να ανοίξουν τη δική τους μικροεπιχείρηση εστιατόρια, καφενεία, μπακάλικα, μικρά ξενοδοχεία κτλ, όπου συχνά εργάζονται όλη η οικογένεια με σκληρά ωάρια. Συνήθως η είσοδος στον κόσμο των μικροεπιχειρηματιών, ήταν μια είσοδος σκληρής εργασίας και μιας ζωής γεμάτη στερήσεις. Σε ορισμένες χώρες εμφανίστηκε πάντως σύντομα χάρη σε συγκεκριμένες ευνοϊκές οικονομικές συγκυρίες μια μεσαία τάξη στο εσωτερικό των μεταναστευτικών κοινοτήτων. Κάποια από τα παιδιά των μεταναστών ξέφυγαν από την κοινωνική μοίρα των γονέων τους ακολουθώντας τον δρόμο της επαγγελματικής κατάρτισης και της μόρφωσης. Οι διαφορές όμως ανάμεσα στις κοινότητες του εξωτερικού είναι τόσο μεγάλες στο ζήτημα της κοινωνικής ανόδου όπως και σε πολλά αλλά, ώστε κάθε προσπάθεια γενίκευσης να είναι αυθαίρετη.

Οι Έλληνες μετανάστες όπως και άλλοι ξένοι αντιμετώπισαν την εχθρικότητα και τις προκαταλήψεις των γηγενών ή των παλαιότερων μεταναστών και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και εκτεταμένες βίαιες ενέργειες εναντίον τους. Για να ανταπεξέλθουν στις δυσκολίες που δημιουργούσαν το εχθρικό περιβάλλον και ο γλωσσικός αποκλεισμός, για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της καθημερινότητας (βαφτίσεις, γάμους, κηδείες) ίδρυσαν σωματεία και φρόντισαν για τη λειτουργία εκκλησιών.

Τα πρώτα χρόνια όλοι σχεδόν οι μετανάστες πίστευαν ότι η παραμονή τους στο εξωτερικό θα ήταν προσωρινή, κατέβαλλαν λοιπόν προσπάθειες να διατηρήσουν την ταυτότητά τους οι ίδιοι και κυρίως τα παιδιά τους. Με τον χρόνο όμως επήλθαν τεράστιες μεταβολές στην ταυτότητα των ίδιων και των απογόνων τους. Αλλά και οι αυτοπροσδιορισμοί της κοινωνίας από την οποία κατάγονταν οι μετανάστες μετασχηματίσθηκαν. Το περιεχόμενο και το νόημα της ελληνικότητας άλλαξε στις κοινότητες του εξωτερικού όπως και στην Ελλάδα. Οι ταυτότητες και οι πολιτισμοί δεν είναι αμετάβλητες «ουσίες» με σταθερή αξία που οφείλουν οι άνθρωποι να διαιωνίζουν, αλλά δυναμικές που μεταβάλλονται μέσα από τη διαπλοκή των διεθνών σχέσεων, των κοινωνικών συγκρούσεων, των διαντιδράσεων μεταξύ των πολιτισμικών συστημάτων και των στρατηγικών των κοινωνικών υποκειμένων. Η διαπίστωση αυτή αποκτά καίρια σημασία σήμερα που η Ελλάδα έχει μετατραπεί από χώρα αποστολής σε χώρα υποδοχής μεταναστών.

 

H εξωτερική μετανάστευση των Aργείων στον 20° αιώνα

 

Μαρτυρίες

 

To 1970 ήμουνα 15 χρονώ. Ο πατέρας μου οδηγός στα φορτηγά, ο αδερφός μου είχε φύγει στο Σικάγο κι είχε παντρευτεί εκεί. Η μάνα μου στο σπίτι. Φτώχεια. Δεύτερο φουστάνι δεν είχα. Ντρεπόμουνα να βγω τις Κυριακές στην πλατεία του Αγίου Πέτρου στη βραδινή βόλτα γιατί οι άλλες κοπέλες είχαν ωραία φορέματα και παπούτσια της μόδας. Ο αδερφός μου κάθε μήνα μας έστελνε γράμμα και όποτε μπορούσε κάνα τσεκ. Φτωχός κι αυτός, πιάτα έπλενε. Ήτανε Μεγάλη Δευτέρα όταν ήρθε το γράμμα του αδερφού μου. Άνοιξα τον φάκελο να διαβάσω το γράμμα. Ανοίγοντας βρήκα μέσα μια φωτογραφία του αδερφού μου με την νύφη μου κι ένα μεσόκοπο με γκρίζα μαλλιά. Χάρηκα που είδα τον αδερφό μου, όμως σε λίγο όταν διάβασα το γράμμα έπεσα να πεθάνω. Ο αδερφός μου, μου έστελνε προξενειό το μεσόκοπο της φωτογραφίας. Πέσανε πάνω η μάνα μου και ο πατέρας μου. Ο γαμπρός είχε εστιατόριο δικό του και σπίτι. Να τον πάρεις μου λέγανε, να σωθείς. Εγώ έκλαιγα. Ήθελα να αυτοκτονήσω. Ήταν μεγάλος. Δεν το ήθελα. Τίποτα οι δικοί μου. Η μάνα μου έστειλε γράμμα στον αδερφό μου κρυφά από μένα ότι τάχα συμφωνώ με το γάμο και να μου κάνουν πρόσκληση. Σε λιγότερο από ένα μήνα είχε έρθει πρόσκληση και το εισιτήριο. Όταν τα είδα τρελάθηκα. Ήρθε μια θεία μου στο σπίτι. Με πήρε με το καλό. Θα σωθείς, μου είπε θα σε κάνει κυρία. Ποιος θα σε πάρει από εδώ χωρίς σπίτι χωρίς προίκα; Γεροντοκόρη θα μείνεις σαν την ξαδέρφη σου την Ε. Ποιος θα σε κοιτάξει;

Εγώ δε μίλαγα. Η θεία μου συνέχισε. Μη κοιτάς νιάτα και ομορφιές. Ο άντρας είναι άντρας. Αρκεί να είναι δουλευτής. Τι θέλεις να πάρεις νέο και να πεινάς.

Με την κουβέντα μέρεψα κάπως. Έφτιαξα τη βαλίτσα μου και έφυγα. Με δανεικό φουστάνι και τα παπούτσια της ξαδέρφης μου της Ρ.

Στο Σικάγο με περίμενε ο αδερφός μου με τον γαμπρό. Ήτανε στην ηλικία του πατέρα μου. Τι να έκανα; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.

Τόνε παντρεύτηκα. Κάναμε και ένα κορίτσι. Δεν τον αγάπησα ποτέ. Αλλά τον τίμησα. Είδα κοντά του σπίτι και μπάνιο. Στο βαρέλι κάναμε μπάνιο στο Άργος. Χόρτασα ψωμί. Ήταν καλός άνθρωπος. Ποτέ δεν μου είπε κακιά κουβέντα.

Θεός συχωρές τον. Μένω στο Σικάγο. Έρχομαι στην Ελλάδα μόνο τα καλοκαίρια.

Κ.Π. – Γεννήθηκε στο Άργος το 1955

Καταγραφή μαρτυρίας: Όλγα Κατσαρού, Γ1

۩۩

Όπως και πολλές άλλες οικογένειες στην Ελλάδα, έτσι και η δική μου έχει ένα μέλος που είναι μετανάστης στην Αμερική. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, όταν τα πράγματα στην Ελλάδα δεν πήγαιναν και πάρα πολύ καλά και μάλιστα ύστερα από μια αποτυχία στις πανελλήνιες εξετάσεις, η θεία μου πήρε το δρόμο της ξενιτιάς.

Εκείνη την εποχή στην περιοχή μας, αν και πρόκειται για μια αγροτική περιοχή, επικρατούσε φτώχεια. Ειδικά για τα κορίτσια, τα οποία δεν μπορούσαν να δουλέψουν εύκολα στα κτήματα. Έτσι η θεία μου θεώρησε το πιο σωστό για εκείνη και την οικογένειά της να δώσει εξετάσεις, ώστε να γίνει καθηγήτρια προκειμένου να ζήσει αξιοπρεπώς. Δεν τα κατάφερε όμως, και η οικογένεια, της έδωσε την επιλογή του γάμου ή της εργασίας. Επέλεξε λοιπόν να φύγει για ένα καλύτερο αύριο.

Εκεί βρήκε μία δουλειά που της απέδωσε χρήματα, έκανε την οικογένειά της και μέχρι σήμερα ζει εκεί, πάντοτε με την ελπίδα για επιστροφή στην πατρίδα!

Γεννήθηκε στο Κουτσοπόδι Άργους το 1957

Καταγραφή μαρτυρίας: Χάρης Δημόπουλος – Γ1

۩۩

Την δεκαετία του I960 έφυγα από την Ελλάδα σε ηλικία των 17 ετών και πήγα στην Αμερική για να ζήσω μια καλύτερη ζωή, γιατί στην Ελλάδα υπήρχε πάρα πολύ φτώχεια, πείνα και δεν υπήρχε πουθενά δουλειά. Στην Αμερική που πήγα με περίμενε ένας θείος μου, στην αρχή ήταν πάρα πολύ δύσκολα. Έπλενα πιάτα, καθάριζα κτήρια και έκανα πολλές άλλες διάφορες δουλειές. Με το πέρασμα του χρόνου άνοιξα το δικό μου εστιατόριο και σιγά, σιγά έγινε γνωστό σε όλη την περιοχή, έβγαλα αρκετά καλά λεφτά, τώρα έχουν περάσει 55 χρόνια από τότε που έφυγα από την Ελλάδα, πάντα σκέφτομαι και αγαπώ την πατρίδα που γεννήθηκα. Έρχομαι όσο πιο συχνά μπορώ για να βλέπω τα αδέλφια και τα ανίψια μου.

 Δημήτριος Παπαδόπουλος. Γεννήθηκε στο Άργος

Καταγραφή μαρτυρίας: Αγγελική Μπάρλα

۩۩

Μια μέρα έβλεπα στην τηλεόραση μια πολύ ωραία εκπομπή που έδειχνε ταξίδια. Συγκεκριμένα έδειχνε διάφορες πολιτείες της Αμερικής. Βλέποντας αυτό θυμήθηκα ένα οικογενειακό μας φίλο που είχε ζήσει πολλά χρόνια στην Αμερικής συγκεκριμένα στην Νέα Υόρκη και είχε γυρίσει πρόσφατα. Είχα ακούσει την ιστορία του και πραγματικά ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Έφυγε από το χωριό μικρό παιδάκι και γύρισε συνταξιούχος. Θυμάμαι που έλεγε πόσο δύσκολη ήταν η Ζωή του στη αρχή μακριά από τους δικούς του σε άσχημες δουλειές που δεν πληρωνόταν καθόλου καλά και με τη στεναχώρια πάντα γιατί του έλειπε η πατρίδα του. Στην συνέχεια όμως με την ικανότητά του μπόρεσε να κάνει περιουσία και να προκόψει. Έκανε μάλιστα και μια ωραία οικογένεια αφού παντρεύτηκε εκεί μια ελληνίδα μετανάστρια. Αυτή την στιγμή έχει δύο μεγάλα παιδιά που έχουν σπουδάσει και δουλεύουν σε πολύ καλές δουλειές στην Αμερική. Αυτός όμως και η γυναίκα του έκαναν το όνειρο τους πραγματικότητα γυρίζοντας στην πατρίδα τους και στο χωριό τους. Μου κάνει εντύπωση που αυτός ο άνθρωπος που λέει ότι έχει δύο πατρίδες την Ελλάδα και την Αμερική και σέβεται αρκετά την χώρα που δούλεψε και πρόκοψε που τώρα ζουν τα παιδιά, του και τα εγγόνια του. Αυτές οι Ιστορίες ζωής μου αρέσουν να τις ακούω γιατί δείχνουν την πορεία του ανθρώπου μέσα από τις δυσκολίες και τους ξένους τρόπους ζωής προόδευσαν αλλά και την πατρίδα τους τίμησαν και δεν την ξέχασαν, αλλά και την ξένη χώρα εκτίμησαν και αγάπησαν σαν πατρίδα και αυτοί γι’ αυτά που τους πρόσφερε.

Α.Κ γεννήθηκε το 1933 στην Λυρκεία Άργους 

Καταγραφή μαρτυρίας: Δήμητρα Νάσση  

۩۩

Η Θεώνη Παντελή. Γερμανία, 1963

Το 1962 γινόταν μετανάστευση από Ελλάδα – Γερμανία. Στην Γερμανία ήταν η μία αδερφή μου και μου έκανε πρόσκληση για να πάω στην Γερμανία να εργαστώ γιατί δεν υπήρχαν χρήματα. Πέρασα από γιατρούς, έφτιαξα τα χαρτιά μου και το διαβατήριο. Όταν έφυγα δεν έφυγα μόνη μου, έφυγα μαζί με αρκετούς άλλους μετανάστες. Ξεκινήσαμε από τον Πειραιά με ένα μεγάλο βαπόρι και φτάσαμε στο Πρίτεζι. Από εκεί φύγαμε με το τραίνο και φτάσαμε στο Φόρτσαιν και από εκεί σκορπιστήκαμε σε διάφορες πόλεις της Γερμανίας. Εγώ έμεινα στο Φόρτσαιν. Εκεί με περίμενε η αδερφή μου. Μου βρήκε σπίτι και με πήρε στο εργοστάσιο που εργαζόταν. Το εργοστάσιο αυτό έφτιαχνε κουμπιά για μανσέτες. Δούλευα οχτάωρο. Στην αρχή στενοχωριόμουνα, δεν ήξερα την γλώσσα και δεν μπορούσα να συνεννοηθώ. Αλλά σιγά-σιγά έμαθα ορισμένες λέξεις και μπορούσα να συνεννοηθώ στην δουλειά. Στο σπίτι που έμενα έμεναν και άλλοι έλληνες σε διάφορα δωμάτια με μία κουζίνα. Και κάναμε παρέα όλοι μαζί. Έριχνε χιόνια, πολύ κρύο και όταν πηγαίναμε στην δουλεία πάγωναν τα πόδια μας μέσα στα χιόνια.

Κάθε Σαββατοκύριακο που δεν εργαζόμασταν μαγείρευε κάθε ένας το φαγητό του, τα παίρναμε μαζί μας με αρκετές μπύρες, με ραδιόφωνο που είχε ελληνική εκπομπή με τραγούδια της ξενιτιάς και πηγαίναμε στο δάσος και διασκεδάζαμε. Όταν πληρωνόμουν, τα λεφτά τα έστελνα στην Ελλάδα στους γονείς μου. Εκάθησα τέσσερα χρόνια στην Γερμανία.

Θεώνη Παντελή – Γεννήθηκε στο Κουτσοπόδι το 1937

Καταγραφή Μαρτυρίας: Θεώνη Παντελή

 ۩۩

 Και όμως η ιστορία επαναλαμβάνεται. Πού να το υπολογίσουμε και να το σκεφτούμε ότι θα ερχόταν η στιγμή και θα γύρναγε ο χρόνος πίσω 50-60 χρόνια για να πάρουμε το δρόμο της ξενιτιάς, το δρόμο που είχαν πάρει οι γονείς μας το 1950-1960 για να βγάλουν το μεροκάματο να ζήσουν αυτοί και να στείλουν πίσω στην πατρίδα, στους δικούς τους ανθρώπους που άφησαν πίσω.

Τους γονείς τους, τα αδέλφια τους. Πολλοί άφησαν γυναίκες και μικρά παιδιά. Όσο και να το περιγράφουμε με λόγια διάφορα, αυτήν την πίκρα εάν δεν την έχεις ζήσει δεν μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει ξενιτιά και ξένα. Αυτά λοιπόν που σας αναφέρω είναι βίωμα δικό μου.

Τότε οι γονείς μου το 1950, πήγαν στην Αυστραλία για να δουλέψουν διότι δεν είχαν ψωμί να φάνε και να ζήσουν. Τώρα θα μου πεις τότε η Ελλάδα ήταν κατεστραμμένη από τον πόλεμο και δεν υπήρχαν τα προς το ζην. Εντάξει, το καταλαβαίνω. Τώρα όμως; Το 2013-2014 έχουμε λένε κρίση. Δε θα σχολιάσω τη κρίση διότι σήμερα η κρίση στην Ελλάδα είναι φτιαχτή, είναι ψεύτικη, εξυπηρετεί άλλους σκοπούς και άλλους στόχους. Η Ελλάδα είναι από τις καλύτερες χώρες της γης. Με καλό κλίμα και δεν δικαιολογείται να έχει κρίση. Με τόση ηλιοφάνεια, με τόσο πλούσιο έδαφος και θάλασσα έπρεπε να είναι από τα πιο πλούσια μέρη. Αλλά όμως δυστυχώς δεν συμβαίνει αυτό. Έτσι για να μπορέσεις να ζήσεις σήμερα στη Ελλάδα, πρέπει να είσαι μέρος του συστήματος, αλλιώς αναγκάζεσαι, για να μπορέσεις να ζήσεις με αξιοπρέπεια και να μην πηγαίνεις να ζητιανεύεις ή να ψάχνεις τους κάδους, να ζεις από τα συσσίτια, να πάρεις το δρόμο το γνωστό που άφησαν οι γονείς σου, να πας στην Γερμανία, στο Βέλγιο, στο Καναδά, στις Ασιατικές Χώρες και γιατί όχι και στην μακρινή Αυστραλία. Εκεί που είχαν πάει οι γονείς μου και πήγα και εγώ. Η δουλειά μου λοιπόν εκεί είχε ενδιαφέρον καθώς είμαι Μηχανολόγος. Το μόνο καλό σήμερα σε σχέση με τα παλιά χρόνια είναι ότι ο περισσότερος κόσμος ξέρει Αγγλικά και βοηθάει πάρα πολύ αυτό, και λίγα να ξέρεις, τα υπόλοιπα είναι πολύ εύκολο να τα μάθεις.

Μεγάλωσα, σπούδασα, εργάστηκα σκληρά για να μπορέσω να ανέβω τα σκαλοπάτια τα επαγγελματικά, κοινωνικά για να έχω τη δική μου δουλειά. Έκανα την οικογένεια μου, την επιχείρησή μου, είχα μια σειρά στη ζωή μου, όμως όλα αυτά άλλαξαν ξαφνικά μέσα σε πολύ λίγο χρόνο ήρθαν τα πάνω-κάτω. Μη έχοντας εναλλακτική λύση και άλλους πόρους για να ζήσω, προτίμησα να εργαστώ στην Αυστραλία. Πολλές οι ώρες δουλειάς μακριά από το σπίτι σου, από το τόπο σου, τους ανθρώπους τους δικούς σου, σε ξένο περιβάλλον, ξένος μέσα στους ξένους. Τώρα θα μου πεις όπου γης και πατρίς, έτσι έλεγαν και λένε ακόμα. Πολύ η πίκρα αλλά τι να κάνεις, δε γίνεται και αλλιώς. Ξέρεις τι είναι να έχεις φτάσει στο εικοστό σκαλοπάτι και να κατεβαίνεις, να αρχίζεις πάλι από το πρώτο. Παλιοκατάσταση. Τα συναισθήματα πολλά και διάφορα. Στεναχώρια, πίκρα, οργή, υπομονή. Βλέπεις τα χειρότερα και παίρνεις δύναμη. Γιατί όμως όλα αυτά; Γιατί σήμερα από την Ελλάδα να έχουν φύγει όλα τα νιάτα; Γιατί να φύγουν όλοι οι επιστήμονες; Οι καλύτεροι τεχνίτες; Γιατί ο Έλληνας στο τόπο του να είναι ξένος και στα ξένα δυο φορές Έλληνας; Κάποιος πρέπει να δώσει εξηγήσεις.

 Θωμάς Μαυρονικόλας – Γεννήθηκε στο Σίδνευ της Αυστραλίας

Καταγραφή μαρτυρίας: Παναγιώτα Μαυρονικόλα Γ1

 

Γαμήλια φωτογραφία – Σίδνεϋ Αυστραλίας 1959.
Μαυρονικόλας Παναγιώτης, γεννήθηκε στο Λεωνίδιο Αρκαδίας το 1927 και η σύζυγός του Μαυρονικόλα Ελένη που γεννήθηκε το 1932 στο Μαλαντρένι Άργους.
Στη φωτογραφία μετανάστες – συγγενείς και φίλοι – από το Μαλαντρένι:
Οικογένειες: Μπακόπουλου Νικόλαου και Χριστίνας Τσαμούλη Ευθύμιου και Ελευθερίας
Μπακοπάνου Παναγιώτη και Σταυρούλας.

۩۩

Γεννήθηκα το 1947 στην Φρουσιούνα ένα ορεινό χωριό της Αργολίδας. Την εποχή εκείνη στην Ελλάδα (1950-1965) υπήρχε φτώχεια, οι άνθρωποι ασχολούνταν με κτηνοτροφία. Τότε ήταν πάρα πολύ δύσκολη εποχή γιατί ήταν μεταπολεμική και υπήρχε ακόμα πείνα και φτώχεια. Την εποχή εκείνη άνοιξε η μετανάστευση στην Αυστραλία που είχε δουλειές κι αποφάσισα να μεταναστέψω κι εγώ για να κάνω μια καλύτερη ζωή. Έφυγα απ’ την Ελλάδα το 1965 επειδή υπήρχε φτώχεια. Ήμουνα 17 χρονών, πέρασα περιοδεύων για φαντάρος και πήρα την απόφαση να φύγω. Επειδή είχα μια αδερφή στην Αυστραλία μου είπε «σήκω φύγε και έλα Αυστραλία γιατί εδώ θα κάνεις καλή ζωή και θα βρεις και δουλειά». Έτσι αποφάσισα κι εγώ να πάω Αυστραλία και επήρα το καράβι από τον Πειραιά με άλλους 3.000 ανθρώπους, που θα μετανάστευαν για Αυστραλία. Το εισιτήριο ήταν 200 λίρες, μου το πλήρωσε η αδερφή μου από την Αυστραλία, διότι ο πατέρας μου δεν είχε φράγκο. Η αδερφή μου πριν φύγει για την Αυστραλία, γύρισε λιθάρι στο χωριό μας για να μην ξαναγυρίσει σ’ αυτή την μαύρη και δύσκολη ζωή που έκανε. Τελικά όμως γύρισε μετά από 30 χρόνια στην Ελλάδα και επειδή είχε πονέσει τόσο πολύ την πατρίδα της, πήγε στο χωριό της, εκεί που είχε γυρίσει το λιθάρι και το ξαναγύρισε για να μπορέσει να ξαναγυρίσει πάλι πίσω. Τέλος πάντων πριν φύγω για την Αυστραλία είχα ράψει σε ράφτη ένα κουστουμάκι με γιλεκάκι, το οποίο απ’ την αγωνία μου το είχα στραβοκουμπώσει κιόλας. Την στιγμή που έφευγα, στο λιμάνι, είχαν έρθει οι γονείς μου, μαζί με τον πρώτο μου ξάδερφο για να με αποχαιρετήσουν. Η Ελλάδα είχε 3 καράβια που πηγαινορχόντουσαν με μετανάστες. Ένα μήνα ταξίδι στην θάλασσα με το καράβι «ΕΛΛΗΝΙΣ».

Ήμασταν 3.000 μετανάστες που πηγαίναμε Αυστραλία. Εμπήκα στο καράβι, η θάλασσα ήταν λίγο άσχημη, είχε κύματα και φουρτούνες. Ερχόταν καμιά φορά η στιγμή που είχε τρικυμία και το καράβι πήγαινε πέρα – δώθε και καμιά φορά τύχαινε την ώρα που τρώγαμε να είχε τρικυμία και οι καρέκλες που καθόμασταν και το τραπέζι πήγαιναν στην άλλη πλευρά του καραβιού, το ίδιο και εμείς, αφού το καράβι προσπαθούσε να αποφύγει τα τεράστια κύματα. Κι έβλεπες τα πιάτα με τα φαγητά που φεύγανε στον αέρα. Εκείνη την ώρα μικρά παιδιά κλαίγανε γιατί φοβόντουσαν και οι μανάδες τους κοιτάγανε να τα ησυχάσουν. Μερικές φορές έβλεπα τα δελφίνια που συνόδευαν το καράβι. Τους πετούσα ψωμιά και ερχόντουσαν και τα έτρωγαν. Θυμάμαι μια στάση που κάναμε στο λιμάνι Portside στην Αίγυπτο. Εκεί άραξε το καράβι κι ερχόντουσαν Αιγύπτιοι με άμαξες γύρω απ’ το καράβι και εμείς τους ρίχναμε δραχμές και πεντάρες γιατί αυτοί ήταν σε πιο άθλια κατάσταση από εμάς. Μόλις φύγαμε απ’ το Portside βλέπαμε Aboriginal στο δάσος. Αυτοί ήντουσαν μια άγρια φυλή που ζούσαν στα δάση γυμνοί. Φεύγοντας από εκεί φτάσαμε στο πρώτο λιμάνι της Αυστραλίας, στο Perth.

Πατήσαμε της Αυστραλίας το έδαφος. Πολύ ωραία, είδαμε άλλον κόσμο. Ωραία ζωή. Φτάνοντας στο λιμάνι που ήταν ο προορισμός μου, στην Μελβούρνη στο λιμάνι με την ονομασία Port Melborn. Εκεί με περίμενε η αδερφή μου και χιλιάδες άλλοι άνθρωποι περίμεναν τους δικούς τους, που ερχόντουσαν μαζί με εμένα. Το καράβι συνέχιζε την πορεία, θα πήγαινε στο άλλο λιμάνι στο Σύδνεϋ. Αφού εγώ βγήκα έξω απ’ το καράβι, σε μια άλλη χώρα, ενθουσιάστηκα πολύ με την χώρα αυτή. Με φιλοξένησε η αδερφή μου όσο δεν είχα δουλειά. Στο μεταξύ έψαξα βρήκα δουλειά στα τρένα. Έβαζα βίδες στα ξύλα στις ράγες. Μου άρεσε πολύ η δουλειά και έπαιρνα 60 λίρες το δεκαπενθήμερο. Μετά αφού έμαθα την γλώσσα, πήγα σε σχολείο τις βραδινές ώρες. Ήτανε ειδικό σχολείο για μετανάστες. Το κράτος βοηθούσε τους μετανάστες να μάθουνε την γλώσσα. Κι αφού εγώ έμαθα την γλώσσα λίγο, αποφάσισα να βρω καλύτερη δουλειά για περισσότερα χρήματα. Στην Αυστραλία δεν εξαιρούσαν μετανάστες και ντόπιους, μας είχαν το ίδιο. Ήμασταν μετανάστες νόμιμοι, μας πληρώνανε, περνάγαμε ωραία, είχαμε οχτάωρη εργασία. Το κράτος αν μέναμε χωρίς δουλειά, μας έδινε ταμείο ανεργίας, να ζήσουμε κι εμείς σαν άνθρωποι. Η Αυστραλία είναι μια χώρα απ’ τις καλύτερες στον κόσμο. Είναι εκατομμύρια Έλληνες μετανάστες εκεί τώρα και δεν είναι κανένας απογοητευμένος απ’ την ζωή στη χώρα αυτή, διότι είναι ένα κράτος που έχει νόμους και τάξη.

Ήρθε κι ο καιρός που παντρεύτηκα, απόχτησα τρία παιδιά. Το κράτος βοηθούσε τις οικογένειες με παιδιά. Στο πρώτο παιδί το κράτος μας έδινε πέντε λίρες ενίσχυση. Εγώ με τρία παιδιά που είχα έπαιρνα τριάντα λίρες. Η ζωή της Αυστραλίας ήταν ευχάριστη. Δεν υπήρχε φόβος να κυκλοφορείς την νύχτα, ή να αφήνεις ξεκλείδωτα, ήταν φιλήσυχος κόσμος. Και τα παιδιά μας κυκλοφορούσαν μόνα τους και ελεύθερα στους δρόμους, και πήγαιναν και ψώνιζαν ότι ήθελαν, δεν φοβόμασταν μήπως πάθουν κάτι. Μετά από δώδεκα χρόνια ξενιτιάς, όπως όλοι οι Έλληνες πονάνε για την παλιοπατρίδα τους, έτσι και εγώ γύρισα. Αλλά δυστυχώς είχα μάθει στην Αυστραλία να περνάω καλή ζωή και μόλις γύρισα τα βρήκα μαύρα, σκούρα και άραχνα. Και ακόμα είναι χειρότερα από ότι ήτανε. Τέλος πάντων ήρθαμε τώρα και ζούμε σε αυτή την χώρα κάτω από δύσκολες συνθήκες. Τα παιδιά μου μεγαλώσανε σε αυτή την χώρα, αλλά ξαναγύρισαν στην Αυστραλία και φτιάξανε όλα την ζωή τους και περνάνε ωραία. Είναι ακόμα εκεί. Μπορεί να είμαι εδώ, αλλά η σκέψη μου δεν παύει να είναι στην χώρα που πέρασα καλή ζωή και που είναι και τα παιδιά μου. Καμιά φορά μου ‘ρχεται να τα παρατήσω όλα και να πάω πίσω. Εκεί που είναι και τα παιδιά μου. Αλλά αυτό δεν γίνεται.

Γεώργιος Ηλιόπουλος, γεννήθηκε στην Φρουσιούνα Άργους το 1947

Καταγραφή μαρτυρίας: Γεωργία Ταραντίλη

۩۩

Όταν έφτασα στον Πειραιά το καράβι, ήταν ακόμα δεμένο στο λιμάνι και του έκαναν συντήρηση. Ήμουν πολύ στεναχωρημένος και δεν ήθελα να πάω στο χωριό μου να δω τους δικούς, και ήμουν έτοιμος να πάω στον καπετάνιο να ξαναπιάσω, δουλειά. Ο καπετάνιος μόλις με είδε χάρηκε και μου είπε «Έχω ευχάριστα νέα. Σε δέκα μέρες ταξιδεύουμε Καναδά». Εγώ μόλις άκουσα Καναδά χάρηκα γιατί στη σκέψη μου ήταν πως αν πήγαινα Καναδά θα έμενα εκεί. Ο καπετάνιος αμέσως κατάλαβε την σκέψη μου και μου είπε «Να πας στο χωριό σου να δεις τους γονείς σου και τα αδέρφια σου γιατί το ταξίδι είναι μακρινό και δεν ξέρεις πότε θα γυρίσεις να τους ξαναδείς».

Άκουσα την συμβουλή του Καπετάν Μιχάλη και πήγα στο χωριό μου, την Καρυά. Κάθισα πέντε μέρες μαζί με την οικογένειά μου. Τους είπα σε λίγες μέρες θα έφευγα για τον Καναδά. Θα δω πως είναι εκεί τα πράγματα κι ίσως καθίσω εκεί. Η μάνα μου ήξερε τότε πως δεν θα ξαναγυρίσω και θυμάμαι μου είπε «ένα πράγμα να ξέρεις, ο ξενιτεμός είναι ζωντανός χωρισμός. Δεν θέλω να μείνεις Καναδά. Θέλω να γυρίσεις ξανά κοντά μας». Θυμάμαι ήταν άνοιξη, ψιλόβρεχε κι η ομίχλη είχε πλακώσει το χωριό. Όταν αποχαιρέτησα τους δικούς μου τα μάτια μου είχαν γεμίσει δάκρυα. Όταν με αγκάλισε η μάνα μου κατάφερα να της ψιθυρίσω «μην στεναχωριέσαι, θα γυρίσω σύντομα». Αν και δεν το πολύ πίστευα και όπως ψιλόβρεχε κι η ομίχλη είχε σκεπάσει τα πάντα γύρω από το χωριό και η ανάμνηση αυτή μου έμεινε πολλά χρόνια χαραγμένη στη μνήμη.

Όταν έφτασα Πειραιά όλα ήταν έτοιμα για το μεγάλο ταξίδι. Το πλοίο είχε φορτώσει ελληνικά προϊόντα για τον Καναδά. Θα σταματούσαμε Ιταλία να ξαναφορτώσουμε και τέλος θα φεύγαμε για Καναδά για να φορτώσει σιτάρι και θα ξαναγύριζε στην Ελλάδα.

Όταν το καράβι έφυγε από την Ιταλία μετά από εφτά ημέρες φτάσαμε στον Ατλαντικό ωκεανό. Οι πρώτες μέρες κύλησαν ευχάριστα. Είδαμε δελφίνια να ακολουθούν το καράβι. Επίσης είδαμε μεγάλες φάλαινες να κολυμπούν και να κάνουνε μεγάλα πηδήματα γύρω από το καράβι. Κοντέψαμε να μπούμε στα καναδικά νερά, εκατό μίλια μακριά από το Χάλιφαξ. Ο καιρός χάλασε, η θάλασσα αγρίεψε και ο Καπετάν Μιχάλης μας προειδοποίησε ότι θα έχουμε μεγάλη θαλασσοταραχή. Τεράστια κύματα σηκώνονταν και σκέπαζαν το καράβι. Περάσαμε όλη την μέρα «παλεύοντας» με την άγρια θάλασσα. Όταν κοντεύαμε να φτάσουμε στο Χάλιφαξ, είπα στον καπετάνιο πως δεν πρόκειται να ξαναπεράσω από τον ωκεανό. Ο Καπετάνιος μου είπε «παρακαλώ τον Θεό να μας βγάλει ζωντανούς από εδώ μέσα». Όταν αράξαμε στο λιμάνι του Χάλιφαξ ήμασταν όλοι ράκος. Ο καπετάνιος διέταξε να μην βγει από το καράβι κανένας ώστε να φωνάξει γιατρό να δει τους αρρώστους.

Ήταν αρχές Ιουνίου όταν βγήκαμε στην στεριά την άλλη μέρα ο καιρός ήταν καλός. Πήραμε ένα ταξί και μας πήγε στο κέντρο μιας πολιτείας. Ήμασταν τρεις φίλοι. Ο Κώστας από το Άργος, ο Γιάννης από την Καρυά και εγώ. Ο Κώστας ήταν ο μεγαλύτερος. Εκεί όλα πήγαιναν πολύ καλά. Η δουλειά σκληρή, αλλά ήμασταν ευχαριστημένοι διότι το μεροκάματο ήταν καλό. Δουλέψαμε σκληρά, αλλά προκόψαμε. Κρατήσαμε ψηλά το περήφανο Καρυώτικο όνομά μας.

Π.Δ. Γεννήθηκε το 1963 στην Καρυά, Άργους

Καταγραφή μαρτυρίας: Σταυρούλα Δούκα – Τάξη: Β1

۩۩

Φεύγω μετανάστης στη Γερμάνια, ένα πρωί ξεκίνησα με τα πόδια από τις Λίμνες για το, Αγιονόρι να πάρω το λεωφορείο για το Πειραιά.

Εκεί έφευγε το καράβι για το Πρίντεζι της Ιταλίας. Φτάνοντας στο Μόναχο είχα 17 μάρκα στην τσέπη μου. Στο Μόναχο παίρνω το τρένο με προορισμό την πόλη Φίρεν 100 χιλιόμετρα βόρεια της Κολονίας. Εκεί εργάστηκα ένα χρόνο σε αποθήκη τροφίμων. Κατόπιν φεύγοντας από εκεί πήγα έξω από την Φρανκφούρτη χωρίς να γνωρίζω γλώσσα ούτε λέξη. Εργάστηκα σκληρά. Το 1970 έρχομαι με άδεια, γνωρίζω την γυναίκα μου και παντρεύομαι. Ήρθε και αυτή στη Γερμανία. Εργάστηκε σε ραφείο. Κάναμε τρία παιδιά. Την Αναστασία γεννηθείς 1971. Τον Ιωάννη γεννηθείς το 1975. Τον Κωνσταντίνο το 1978. Εργαστήκαμε πάρα πολύ με μεγάλη οικονομία για να γίνουν όλα αυτά. Έπειτα αυτοκίνητα, παιδιά. Έπρεπε να στερηθείς γενικά τα πάντα.

Επίσης με τον καιρό μάθαμε τα έθιμά τους. Προσαρμοστήκαμε στους νόμους τους. Όλοι υπάκουος λαός, καθαριότητα και τάξη παντού, όπου και αν πήγαινες. Υπηρεσίες Δημόσιες, κρατικές πάντα με το bitteschon (ευχαριστώ πολύ). Δώσαμε τα φώτα μας και μείναμε στραβοί, η πατρίδα μας, ο ήλιος μας, το κλίμα μας, το φιλότιμο μας. Ερχόμενος στην Ελλάδα πήραμε σύνταξη και η γυναίκα μου και εγώ και ήρθαμε να πληρώσουμε τα χρέη της πατρίδας μας. Πιστεύω να τα ξεπεράσουμε όλα αυτά και να γίνουμε νοικοκυραίοι στον τόπο μας στην Ελλάδα μας. Μόνο με τάξη υπακοή και εργασία μόνο τότε θα προοδεύουμε.

Του παππού μου Κολεβέντη Παναγιώτη (πατέρας της μητέρας μου)

Γεννήθηκε το 1943 στις Λίμνες Άγους

Καταγραφή μαρτυρίας: Της Μαρίνας Σχοινά Β2

 

Η οικογένεια του Παναγιώτη Ι. Κολεβέντη, (από τις Λίμνες Άργους, που γεννήθηκε το 1943) στην Γερμανία.

  

۩۩

Τα οικονομικά της οικογένειάς μου δεν πήγαιναν καλά. Προς μεγάλη μου τύχη άκουσα από κάπου, ότι μπορούσα να φύγω Γερμανία για μια δουλειά με πολύ καλά χρήματα. Το σκεφτόμουν καιρό μέχρι που πήρα την απόφαση. Εγώ με κάτι φίλους μου που ήμασταν στην ίδια κατάσταση στείλαμε μια αίτηση για να δουλέψουμε σε εκείνο το εργοστάσιο. Μετά λοιπόν από καμιά εβδομάδα φύγαμε. Το ταξίδι μέσα στο τρένο ήταν πολύ κουραστικό. Αφού έφτασα, έξω από το τρένο με περίμεναν καμιά δεκαριά γερμανοί. Έλεγαν κάτι, ήταν γερμανικά, μόνο ένας φίλος μου κατάλαβε τι έλεγαν και μου είπε ότι έπρεπε να μας ακολουθήσουν. Εμείς μείναμε σε κατάλυμα και εγώ πήρα τις νυχτερινές βάρδιες. Μετά από δύο χρόνια γνώρισα την Ευαγγελία, Ελληνίδα και αυτή. Παντρευτήκαμε και κάναμε δύο παιδιά. Μετά από 20 χρόνια γύρισα Ελλάδα.

Γ.Κ γεννήθηκε στη δεκαετία του 1930 στο Κεφαλόβρυσο Άργους.

Καταγραφή Μαρτυρίας: Γωγώ Κωστάκη Β1’

 

۩۩

Με λένε Νίκο Δαγρέ και τώρα πλέον ζω στο Σικάγο των Η.Π.Α. Εγώ γεννήθηκα στις 28-3-1963 στο Άργος. Εγώ έμενα στα Φίχτια. Η οικογένειά μου ήταν φτωχή. Ο πατέρας μου και η μητέρα μου ήταν αγρότες. Τότε εγώ αποφάσισα να πάω στην Αμερική. Στάθηκα λίγο τυχερός γιατί μια μέρα στο καθημερινό θαλασσινό μπάνιο στο Τολό συνάντησα μια Ελληνοαμερικανίδα και την ερωτεύτηκα. Έπειτα από ένα χρόνο με προσκάλεσε και εμένα στο Σικάγο και εγώ αποδέχτηκα την πρόταση. Όταν ήρθε η ώρα να φύγω εγώ και η οικογένειά μου κλάψαμε τόσο πολύ, που κάποια στιγμή μου πέρασε στο μυαλό να μην πάω αλλά ο έρωτας ήταν τόσο δυνατός που δεν μπόρεσα να αντισταθώ. Έφυγα τελικός πέρασα και περνώ πολύ ωραία εδώ. Δούλευα σε εστιατόριο ενώ τώρα έχω το δικό μου. Έχω τέσσερα παιδιά και τώρα είμαι πολύ ευτυχισμένος.

Νίκος Δαγρές Γεννήθηκε στα Φίχτια  το 1963

Καταγραφή μαρτυρίας: Νίκη Νικολοπούλου , Α1 και Γιάννης Νικολόπουλος , Β1

۩۩

To 1961 ο άντρας μου αναγκάστηκε να πάει μετανάστης στη Γερμανία. Αφού και τότε υπήρχε κρίση δεν υπήρχαν δουλειές, όπως τώρα και χειρότερα. Μετά από δύο χρόνια το 1963 ήρθε να δει τους δικούς του και τότε γνωριστήκαμε.

Εγώ ήμουν μόλις δεκαπέντε χρονών σε ένα μήνα παντρευτήκαμε, έμεινε τρείς μήνες και μετά έπρεπε να φύγει γιατί τελείωνε η παραμονή του, εμένα δεν μπορούσε να με πάρει μαζί του. Όταν γύρισε στην Γερμανία μου βρήκε δουλειά σε ένα εστιατόριο που μου έκανε πρόσκληση, μετά από οχτώ μήνες ήρθε και με πήρε.

Εκεί βρέθηκα να πλένω πιάτα και να βοηθάω στην κουζίνα για δώδεκα ώρες την ημέρα. Το ξενοδοχείο ήταν μικρό, οικογενειακό, με λίγο προσωπικό ούτε δέκα άτομα δεν ήμασταν. Ήταν όλοι μεγάλοι άνθρωποι και με είχαν σαν παιδί τους. Το πρόβλημα όμως ήταν η γλώσσα εγώ δεν ήξερα ούτε λέξη. Σιγά, σιγά άρχισα να μαθαίνω τα απαραίτητα γύρω από την δουλειά και να καταλαβαίνω τι μου λένε. Το μέρος αυτό ήταν σε μια μικρή πόλη στο Σβάτρτσβαλτ που λεγόταν Άλμπερσπαχ. Εκεί έπρεπε να μείνω για ένα χρόνο, να λήξει το συμβόλαιο.

Τα χρήματα ήταν λίγα και μόλις το συμβόλαιο έληξε πήγαμε για καλύτερα στο Μόναχο. Τα πράγματα εκεί ήταν χειρότερα ήταν μεγάλη πόλη αλλά δύσκολο να βρούμε σπίτι και δουλειά. Δουλειά βρήκα εγώ πάλι σε κουζίνα αλλά για σπίτι είχαμε μια παράγκα που όταν έβρεχε έσταζε μέσα.

Εν το μεταξύ, έμεινα έγκυος στο πρώτο μου παιδί, όταν ήρθε η ώρα να γεννήσω, ήρθα στην Ελλάδα. Ήμουν δεκαοχτώ χρόνων το 1965, αν έμενα στη Γερμανία με το μωρό, δεν μπορούσα να δουλέψω και τα χρήματα του άντρα μου δεν έφταναν. Έτσι, αναγκάστηκα να μείνω στην Ελλάδα μέχρι να σαραντήσει το μωρό. Την ίδια μέρα έκανα και τα βαφτίσια του μόνη μου, αφού ο άντρας μου ήταν στην Γερμανία. Και την επόμενη μέρα πήρα το τρένο για Γερμανία.

Το μωρό το άφησα στην γιαγιά την Αγγέλω. Εγώ αυτή την φορά έπρεπε να βρω δουλειά να κερδίζω περισσότερα χρήματα γιατί είχαμε πιο πολλές υποχρεώσεις, σε ένα εργοστάσιο που έβγαζε πορσελάνες στο Μίντεν. Εκεί, η δουλειά ήταν ανθυγιεινή είχε σκόνες και κούραση πολύ. Δούλευα αποκοπή. Εγώ ήθελα να δουλεύω όσο πιο πολλές ώρες για να μην είμαι μόνη και σκέφτομαι το παιδί. Υπήρχαν μέρες που δούλευα και δεκαέξι ώρες. Τις Κυριακές που δεν δούλευα για να περάσει η ώρα πήγαινα σε ένα πάρκο που πήγαιναν οι μαμάδες με τα μωρά τους στα καροτσάκια. Τότε συχνά έπιανα κουβέντα για να μάθω την ηλικία των μωρών και να υπολογίσω και την ηλικία του μωρού μου. Αφού ούτε φωτογραφίες του δεν είχα.

Αυτά έγιναν το 1966 όπου έμεινα για δεύτερη φορά έγκυος και πάλι γύρισα στην Ελλάδα να γεννήσω το 1967, το δεύτερο παιδί. Τότε, το μωρό που είχα αφήσει σαράντα ημερών, είχε γίνει δεκατεσσάρων μηνών, είχε αρχίσει να περπατάει και να λέει λογάκια αλλά εμένα με έβλεπε σαν ξένη. Μαμά φώναζε την γιαγιά του και δεν ήθελα με τίποτα να πάθω τα ίδια πάλι με το δεύτερο μωρό. Έτσι, αποφάσισα να μείνω μαζί με τα παιδιά μου και έφυγε μόνο ο άντρας μου, μια εβδομάδα μετά την γέννηση του δεύτερου παιδιού. Όμως, και για αυτόν ήταν πολύ δύσκολα και μετά από ένα χρόνο, επέστρεψε και πάλι στην Ελλάδα με σκοπό να μείνουμε μόνιμα, αλλά η φτώχεια συνεχιζόταν, έτσι μετά από δύο χρόνια το 1969, φτιάξαμε και πάλι χαρτιά για την Γερμανία. Μετά από λίγο καιρό μας ειδοποίησαν ότι έπαιρναν σε ένα εργοστάσιο στο Ντίσελντορφ γυναίκες. Το αποφάσισα με σφιγμένη την καρδιά και πάλι να φύγω το 1970 αφήνοντας πίσω δύο μικρά παιδιά και τον άντρα μου.

Αφού εξεταστήκαμε από γιατρούς αν είμαστε υγιείς, μας έβαλαν σε ένα καράβι πολλές γυναίκες από Πειραιά και φύγαμε για Πρίντιζι, μετά μας έβαλαν σε τρένο και μας πήγαν όπου είχε συμβόλαιο η κάθε μια. Αυτή την σκηνή στο καράβι δεν θέλω να την θυμάμαι ήταν η χειρότερη της ζωής μου, οι γυναίκες χώριζαν από τα παιδιά τους και από τους άντρες τους. Χωρίς να ξέρουμε που θα μας πήγαιναν. Εγώ είχα μια εικόνα αφού ήταν η δεύτερη φορά που πήγαινα με συμβόλαιο. Όταν φτάσαμε μας πήγαν σε μεγάλους θαλάμους του εργοστασίου όπου μέναμε πολλές γυναίκες μαζί. Μετά από έξι μήνες ήρθε και ο άντρας μου στην ίδια πόλη. Αυτός έμενε και πάλι σε παράγκα και δούλευε σε οικοδομές. Έτσι η πρώτη μας δουλειά ήταν να βρούμε σπίτι για να πάρουμε και τα παιδιά μας μαζί.

Μόλις έληξε το συμβόλαιό μου μετά από ένα χρόνο, βρήκα δουλειά σαν καθαρίστρια σε ένα σχολείο. Το πρωί τέσσερις ώρες και το απόγευμα τέσσερις ώρες σε γραφείο. Βρήκαμε και σπίτι και πήραμε μαζί μας τα παιδιά τότε ο μεγάλος ήταν πεντέμισι χρονών και ο μικρός τέσσερα. Δεν τους άρεσε καθόλου, ήταν διαφορετικά μαθημένα στο χωριό εκεί τους φαινόταν φυλακή παρόλο που προσπαθούσα να μην τους λείπει τίποτα. Τους έλειπε το κυριότερο, η ελευθερία και οι παππούδες. Μείναμε όλοι μαζί για τέσσερα χρόνια περίπου, εγώ ήμουν ευτυχισμένη που ήμασταν όλοι μαζί, μας έλειπε όμως η Ελλάδα μας και οι ηλικιωμένοι γονείς μας. Που σε κάθε γράμμα τους, μας έγραφαν να γυρίσουμε κοντά τους. Τα παιδιά πήγαιναν σε Ελληνικό σχολείο, ο μεγάλος τελείωσε την τετάρτη και ο μικρός την δευτέρα, το 1975 έγινα για τρίτη φορά μάνα, γέννησα στη Γερμανία και μετά από τρείς μήνες αποφασίσαμε να γυρίσουμε στην Ελλάδα για πάντα.

Α.Μ – Γεννήθηκε στο Zόγκα το 1947

Καταγραφή μαρτυρίας: Αλεξάνδρα Μπενέκου

۩۩

Έζησα ένα καλοκαίρι στη Μινεάπολη της Μινεσότας των Η.Π.Α. Αυτό το έκανα όταν ήμουν φοιτήτρια ιατρικής, οπότε πήγα εκεί σταλμένη από την κλινική που έκανα χειρουργική, για να παρακολουθήσω μια άλλη κλινική μεταμοσχεύσεων.

Είχα αρκετό άγχος γιατί αυτό ήταν το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό και μόνη μου. Την πρώτη δυσκολία την συνάντησα στο ίδιο το ταξίδι, όταν εξαιτίας των καθυστερήσεων, των αεροπλάνων έχασα την πτήση προς Μινεάπολη, και έπρεπε να διανυκτερεύσω στη Νέα Υόρκη, όπου όλα μου φαίνονταν ξένα και τρομακτικά. Στη Μινεάπολη, οι άνθρωποί στο νοσοκομείο ήταν αρκετά φιλικοί, παρά όλα αυτά η ζωή στην Αμερικάνικη πόλη μου δημιουργούσε ανασφάλεια.

Τα πράγματα έγιναν καλύτερα, όταν τελείως τυχαία γνώρισα ένα ζευγάρι Ελλήνων στο εστιατόριο του νοσοκομείου και με έφεραν σε επαφή με την Ελληνική Ορθόδοξη εκκλησία. Έτσι πολύ γρήγορα συνάντησα Έλληνες που μου άνοιξαν τα σπίτια τους, και άρχισα να νοιώθω μεγαλύτερη ασφάλεια. Έκτος όμως από τους Έλληνες, σταδιακά, γνώρισα και άλλους Αμερικανούς και μετά από τον πρώτο μήνα, όλα είχαν «στρώσει». Παραδέχομαι, ότι όσο άγχος και αν είχα τότε για αυτό το πρώτο της ταξίδι, όλα μου ήρθαν ευνοϊκά και καμία σχέση αυτό δεν είχε με τα δύσκολα ταξίδια μεταναστών που γίνονταν κάποτε ή ακόμα και σήμερα.

Η θεία μου ονομάζεται Ε.Μ και γεννήθηκε 1970 στο Κουτσοπόδι

Καταγραφή μαρτυρίας: Γιάννης Μούστος. Τάξη:Β1

۩۩

Γεννήθηκα το 1973 σε μια περιοχή του Άργους, την Καρυά. Λόγω της οικονομικής δυσχέρειας και της αφόρητης φτώχειας που επικρατούσε εκείνη την περίοδο, οι γονείς μου κι εγώ, μεταναστεύσαμε στην Γερμανία και συγκεκριμένα στην Φρανκφούρτη, στο Γκίμτπεν. Αρχικά, η προσαρμογή ήταν αρκετά δύσκολη. Ευτυχώς, όμως, στην Γερμανία το ποσοστό των ρατσιστών απέναντι στους μετανάστες, ήταν αρκετά μικρό σε αντίθεση με τους μη ρατσιστές.    Αυτοί ήταν πολύ τυπικοί στις δουλειές τους και μας συμπεριφέρονταν ανθρώπινα και το κυριότερο, με κατανόηση. Βέβαια, και η οικογένειά μου, έδειξε ευγένεια, σωστή διαγωγή και σεβασμό απέναντί τους, οπότε δεν είχαμε ποτέ μ’ αυτούς προβλήματα ή καβγάδες.

Ύστερα από λίγο καιρό, η τύχη μας χαμογέλασε. Οι γονείς μου, βρήκαν μια πολύ κερδοφόρα δουλειά και σιγά σιγά ξεκίνησε να καλυτερεύει η οικονομική μας κατάσταση αλλά και γενικότερα η ζωή μας. Μεγάλο κουράγιο και θάρρος, μας έδωσε ο λαϊκός τραγουδιστής, Στέλιος Καζαντζίδης, ο τραγουδιστής του πόνου και της ξενιτιάς, των Ελλήνων μεταναστών. Με τα συμπονετικά του τραγούδια, μας ενθάρρυνε και μας ένωνε. Μετά από 11 χρόνια, πλέον ενήλικος αποφάσισα να γυρίσω πίσω στην πατρική μου γη, την Ελλάδα, που είχα τόσο πιθυμήσει και να σπουδάσω.

Τ.Μ. Γεννήθηκε το 1973 στην Καρυά Άργους

Καταγραφή μαρτυρίας: Γυρμή Νικολέτα, Β1

۩۩

To 1964, σε ηλικία 18 χρονών, αποφάσισα να φύγω. Υπήρχε ένα μεγάλο κύμα μεταναστών για τη Γερμανία, επειδή ζήταγε εργάτες για τα εργοστάσια. Έφυγα από το Άργος για τον Πειραιά με το λεωφορείο και από ‘κεί για την Ιταλία, και από την Ιταλία με τρένο μέσο Αυστρίας, και έφτασα Φρανκφούρτη. Αμέσως μας τακτοποίησαν σε διαμερίσματα, που ήταν κοντά στο εργοστάσιο και ανήκαν στη γερμανική εταιρία.

Ήταν ένα μικρό διαμέρισμα με 2 δωμάτια, μια μικρή κουζινούλα και μπάνιο, με κανονική μπανιέρα και ψυγείο, άλλωστε πως μπορούν να φανούν άσχημα αυτά, όταν έχεις συνηθίσει την τουαλέτα έξω από το σπίτι, και αντί για μπανιέρα μια σκάφη. Εγώ, έμενα μαζί με ένα φίλο μου, που είχαμε έρθει μαζί για τον ίδιο λόγο. Στην αρχή, φοβόμασταν το πως θα μας αντιμετωπίσουν. Άλλωστε, πως να μην υπάρχει φόβος για ένα 18 χρόνο παιδί, που έφυγε για πρώτη φορά από τους δικούς του και πήγε σε μια άλλη χώρα, χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα εκείνη. Πάντως, όλοι οι φόβοι μου και οι αγωνίες διαψεύστηκαν.

Μας παρείχαν ασφάλεια και ιατρική περίθαλψη. Θυμάμαι μια μέρα, αρρώστησα και το αφεντικό μου ειδοποίησε το προξενείο μου και με πήγαν στο νοσοκομείο.

Το μεροκάματο, ήταν το ίδιο για όλους. Όλοι ήμασταν ίσοι και είχαμε τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, επίσης τα χρήματα που παίρναμε ήταν τριπλάσια από αυτά που μας έδιναν στην Ελλάδα. Οι Γερμανοί εργάτες προς εμάς δεν δείξανε ποτέ κάποιο ρατσισμό, αντιθέτως ήταν καλοί και φιλικοί σε εμάς. Εκεί, γνώρισα ένα συνομήλικο μου τον Χολμ (Holm) που κάναμε παρέα.

Ενώ ήταν να μείνω 1 χρόνο, έμεινα και άλλον 1 γιατί η ζωή ήταν πιο καλή απ’ ότι στην Ελλάδα Μετά από τα 2 χρόνια έφυγα γιατί με ζητάγανε να πάω στρατό. Παρόλα αυτά, τα χρήματα που μάζεψα, τα έδωσα για το γάμο της αδερφής μου.

Γ.Δ. Γεννήθηκε στο Άργος το 1945

Η μαρτυρία καταγράφτηκε από την μαθήτρια: Κατιάνα Αποστολοπούλου

 

۩۩

 

Ο θείος μου, γεννήθηκε στις 18-4-1961 στην Φρέγκαινα. Οι γονείς του ήταν κτηνοτρόφοι. Είχε σπουδάσει τουριστικά επαγγέλματα, αλλά δεν έβρισκε δουλειά στην Ελλάδα σε ηλικία 24 χρονών, το 1985, έφυγε μετανάστης στις Η.Π.Α. Άνοιξε 2 εστιατόρια στην Αμερική, μετά από ένα χρόνο παντρεύτηκε μια ελληνίδα και έχει 3 παιδία. Και από τότε είναι κάτοικος της Αμερικής και μένει στο Ορλάντο.

Γ.Γ, γεννήθηκε στη Φρέγκαινα Άργους το 1961

Καταγραφή μαρτυρίας: Γυρμής Ηλίας, Α1

۩۩

Γεννήθηκα το 1971 στο Lippstadt της τότε Δυτικής Γερμανίας, μια πόλη που τώρα αριθμεί περίπου 66.000 κατοίκους.  Οι γονείς μου ήταν οικονομικοί μετανάστες (Gastarbeiter).

Ο κυρ – Θεοδόσης ήταν από το Άργος, ενώ η μητέρα μου Esperanza, από το Gambados της Γαλικίας. Εργάζονταν και οι δύο στο εργοστάσιο της Hella, που κατασκεύαζε φανάρια και προβολείς, όπου και γνωρίστηκαν. Μέναμε στην οδό Αμβοββινγ 23, σε κτίρια κρατικά, που ανήκαν στον Στρατό. Πληρώναμε ένα μικρό ποσό για ενοίκιο, το υπόλοιπο το κατέβαλε το κράτος.

Ήταν μια συνοικία μεταναστών από την πρώην Γιουγκοσλαβία, Τουρκία, Ιταλία, αλλά και Ελλάδα. Θυμάμαι αμυδρά ακόμα, πως ένας Έλληνας διατηρούσε ένα καφενείο στη γειτονία μας.

Τα δύο αδέρφια μου κι εγώ επισκεπτόμασταν το σχολείο Martinschule μέχρι και την Α’ τάξη του Δημοτικού (Grundschule). Τα μαθήματα γίνονταν αποκλειστικά στη Γερμανική Γλώσσα, ενώ το απόγευμα, είχαμε τη δυνατότητα να παρακολουθούμε στον ίδιο χώρο και μαθήματα στην Ελληνική Γλώσσα από Έλληνες αποσπασμένους δασκάλους. Δύο ώρες την εβδομάδα μαθαίναμε κολύμβηση σε κοντινό κλειστό κολυμβητήριο, ενώ στην ηλικία, των 9 ετών, πήρα και το δίπλωμα ποδηλάτου μετά από ενδοσχολικές εξετάσεις.

Η ζωή μπορεί να ήταν δύσκολη στην ξενιτιά, αλλά εμείς τα παιδιά, βιώναμε την πολυπολιτισμική κοινωνία της Γερμανίας του ’80 ανέμελα. Τα Σαββατοκύριακο εκδράμαμε με ποδήλατα στο γειτονικό δασάκι, κάναμε μπάνιο στο ποτάμι της περιοχής ή επισκεπτόμασταν το ζωολογικό κήπο.

Οι κοινωνικές επαφές που είχαμε ήταν κυρίως με λίγους γείτονες (οικονομικοί μετανάστες και οι ίδιοι), με τους οποίους μας έδεναν τα ίδια προβλήματα και η αγωνία της καθημερινότητας στην ξενιτιά αλλά και η νοσταλγία για τις πατρίδες, που αφήσαμε πίσω. Τα καλοκαίρια, επισκεπτόμασταν τους συγγενείς μας στην Ελλάδα. Επιστρέψαμε στο Άργος το 1986.

Ι.Μ. Γεννήθηκε το 1971 στη Γερμανία

Ο πατέρας του ήταν Αργείος.

Καταγραφή μαρτυρίας: Ασημακόπουλος Γιάννης

۩۩

To 1968 έφυγα με πρόσκληση για την Αμερική και πήγα στο Ιλινόις. Στην αρχή ήταν δύσκολα είχα μεγάλη δυσκολία με την γλώσσα. Σιγά σιγά βρήκα δουλειά. Η πρώτη μου δουλειά σε εργοστάσιο με χρώματα. Η δουλειά ήταν οκτάωρη αλλά επειδή είχα ανάγκη δούλευα υπερωρίες. Μετά από το εργοστάσιο δούλευα σε εστιατόρια αρχιμάγειρας. Είχα άλλη μία δυσκολία γιατί δεν ήξερα να οδηγώ, μετά έμαθα και η ζωή μου ήταν καλύτερη. Όταν έφυγα άφησα τα παιδιά μου στην Ελλάδα, ήταν δύσκολο για εμένα. Τα δύο πρώτα χρόνια, η γυναίκα μου γύρισε στην Ελλάδα και μετά από ένα χρόνο γύρισα κι εγώ και έμεινα τρία χρόνια και επειδή η ζωή ήταν δύσκολη στην Ελλάδα, επέστρεψα στην Αμερική με πρόσκληση του κουνιάδου μου. Τη δεύτερη φορά που πήγα για μένα ήταν πιο εύκολα από την πρώτη, έμαθα λίγο τη γλώσσα και από εκεί μέχρι που πήρα την σύνταξή μου το 1995 και έφυγα γιατί δεν με βόλευε η σύνταξη μου εκεί. Τα παιδιά μου είναι ακόμα στην Αμερική.

Ηλίας Θεοδωρόπουλος.

Γεννήθηκε το 1932 στο Καπαρέλι Άργους

Καταγραφή: Ηλίας Θεοδωρόπουλος Β1

۩۩

Η ζωή στα νιάτα μου ήταν πολύ δύσκολη. Όλοι τότε προσπαθήσαμε να επιβιώσουμε. Όσοι ήμασταν φτωχοί, μπορώ να πω ότι η καθημερινότητά μας ήταν ένας συνεχής αγώνας επιβίωσης. Οι πιο τυχεροί καταφέραμε να ξεφύγουμε, δυστυχώς φεύγοντας μακριά. Εμένα τα αδέλφια της γυναίκας μου είχαν φύγει όλοι μετανάστες στην Αμερική. Κατάφεραν και οι τέσσερις να ανοίξουν ένα μαγαζί και έτσι έφτιαξαν τη ζωή τους αρκετά καλή. Τότε αποφάσισαν να μας προσκαλέσουν και εμάς εκεί, μήπως και καταφέρουμε να αλλάξουμε τη ζωή μας. Η απόφαση ήταν δύσκολη αλλά ήταν η μόνη λύση. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε ήταν πολλές. Κατά αρχήν δεν ξέραμε τη γλώσσα. Πήγαμε σε μια χώρα με άλλη νοοτροπία των ανθρώπων, άλλος τρόπος σκέψης, άλλη κουλτούρα. Ευτυχώς εγώ δούλεψα και τα κατάφερα δίπλα στα κουνιάδια μου και αντιμετώπισα πιο εύκολα την αλλαγή.

Η γυναίκα μου όμως και τα παιδιά μου ταλαιπωρήθηκαν πολύ. Η γυναίκα μου δούλεψε σε εργοστάσιο, ούτε να μιλήσει ήξερε, αλλά ευτυχώς έμαθε γρήγορα τη δουλειά κι έτσι σιγά-σιγά συνήθισε. Τα τρία μου κοριτσάκια έμαθαν σχετικά γρήγορα τα Αμερικάνικα με τη βοήθεια των ξαδελφών τους. Ζήσαμε 5 χρόνια, 5 χρόνια σκληρής δουλειάς και συνεχούς νοσταλγίας.   Κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να μείνω άλλο. Στον 5° χρόνο αποφασίσαμε να γυρίσουμε στην πατρίδα. Ξέραμε τώρα ότι θα μπορούσαμε πλέον στην Ελλάδα να ζήσουμε καλά. Οι παλιές δυσκολίες είχαν αντιμετωπιστεί και το μέλλον μας φάνταζε καλύτερο αλλά στην πατρίδα μας.

Γ.Μ. – Γεννήθηκε Κουτσοπόδι το 1926

Καταγραφή μαρτυρίας: Έλενα Νανάι

 

۩۩

Την έστειλε η μάνα της να πιάσει κρασί από το βαρέλι με το μοναδικό μπουκάλι που είχαν. Στο γυρισμό της γλίστρησε από τα χέρια και έσπασε. Μόλις το είδε η μάνα της ,της είπε «δεν σου τσακιζόταν το πόδι καλύτερα που μου έσπασες το μπουκάλι». Τότε της έμεινε παράπονο και έτσι πήγαινε για δουλειά στα σταφύλια στη Βόχα μέχρι να μαζέψει τα λεφτά για το εισιτήριο και να φύγει στην Αυστραλία. Ακόμα και σήμερα λέει πως η συμπεριφορά της μάνας της την έκανε να φύγει.

(Για την Α. από το Κεφαλόβρυσο Άργους, η οποία έφυγε 18 ετών

μετανάστρια στην Αυστραλία)

Καταγραφή μαρτυρίας: Σοφίας Σταύρου Γ2

 

۩۩

Είμασταν 8 αδέλφια. Ο πατέρας μου πέθανε, όταν εγώ ήμουν 10 ετών. Τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα διότι δεν υπήρχαν δουλειές. Μόνη μας λύση ήταν η μετανάστευση. Το 1955, τα πράγματα για εμάς ήταν ακόμη πιο δύσκολα και ο αδελφός μου αποφάσισε να μεταναστεύσει στην Αυστραλία. Μετά από 2 χρόνια το 1957, σε ηλικία 25 ετών, και αφού είχα ακούσει πως ήταν τα πράγματα στην Αυστραλία, ακολούθησα τον αδερφό μου. Δεν είχαμε καθόλου χρήματα για τα εισιτήρια του πλοίου και αναγκάστηκε να τα πληρώσει ο αδερφός μου. Φύγαμε λοιπόν από το Μαλαντρένι, με προορισμό το Σίδνευ της Αυστραλίας. Ταξιδέψαμε με το πλοίο 38 μέρες και 38 νύχτες. Όταν φτάσαμε στο λιμάνι ήταν εκεί ο αδερφός μου, ο οποίος μας φιλοξένησε στο σπίτι του. Οι ντόπιοι μας φέρθηκαν πολύ καλά. Ήταν πολύ ευγενικοί με εμάς.

Τα πρώτα 2 χρόνια ήμουν άνεργη. Έπιασα δουλειά το 1959, σε ένα εργοστάσιο το οποίο επεξεργαζόταν το λάστιχο και το έκανε π.χ. μπότες. Τότε λόγω της επαφής μου με τους συνεργάτες και τις συνεργάτισσες μου άρχισα να μαθαίνω σταδιακά την γλώσσα. Δούλευα 8ωρα και έπαιρνα 10 δολάρια την εβδομάδα. Παρόλαυτα, συνέχισα να μένω με τον αδερφό μου. Το 1960 παντρεύτηκα και μετά από σκληρή δουλειά καταφέραμε εγώ και ο άντρας μου να μαζέψουμε κάποια χρήματα και να αποκτήσουμε το δικό μας σπίτι, το 1962. Ακούω νέα από τα αδέρφια μου στην Ελλάδα. Η κατάσταση δεν είναι πολύ καλή. Εδώ, τα πράγματα διαφέρουν. Υπάρχουν σαφώς προβλήματα όπως άλλωστε σε όλες τις χώρες του κόσμου αλλά τα ξεπερνάνε πιο εύκολα απ’ ότι στην Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι η πατρίδα μου. Σαφώς θα ήθελα να την επισκεφθώ για να δω τα αδέλφια και το χωριό μου όμως δεν θα έμενα εκεί λόγω της οικονομικής κατάστασης που επικρατεί.

Ε.Μ. – Γεννήθηκε στο Μαλαντρένι Άργους το 1932

Καταγραφή μαρτυρίας: Μαυρονικόλα Ελένη, Α1

۩۩

Ο θείος μου ο Γιώργος είναι ξάδερφος του μπαμπά μου. Ο θείος μου έφυγε από την Ελλάδα το 1969, όταν ήταν δώδεκα ετών μαζί με τους γονείς του γιατί είχαν οικονομικά προβλήματα. Έτσι, αποφάσισαν και έφυγαν και πήγαν στη Φλόριντα των Η.Π.Α. Εκεί, έκαναν πολλές και διάφορες δουλειές και ο θείος μου και οι γονείς μου. Πέρασαν τα χρόνια και ο θείος μου έμαθε μια δουλειά την οποία την κάνει ακόμα. Επίσης, παντρεύτηκε και έκανε οικογένεια δικιά του και έχει τρεις γιους που σπουδάζουν. Ο θείος τώρα μετά από πολλά χρόνια έχει το δικό του μαγαζί και δουλεύει μόνος του.

Ο Γιώργος Κωστάκης γεννήθηκε στο Δούκα Βρύση Άργους το 1957.

Καταγραφή Μαρτυρίας: Κων/να Δωρή

 

۩۩

 

Είμαι ο Σταύρος Ιωσηφίδης, γεννήθηκα το 1942 στο Άργος και είμαι 72 χρονών. Η ζωή μου έγινε σκληρή, δραματική και μαύρη το 1960 κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ήμουν μόνο 18 χρονών παιδί όταν πλέον είχε έρθει η ώρα να αποχαιρετήσω τους γονείς μου τα αδέρφια και την πατρίδα. Στης 11 Οκτωβρίου μου έδωσαν έναν αριθμό ενός Γαλλικού εστιατορίου και επικοινώνησα με έναν Γάλλο που ήταν φίλος του πατέρα μου, και μου είπε πως έχει δουλειά για μένα. Χωρίς δεύτερη σκέψη την επόμενη μέρα στης 14:00 το μεσημέρι, πήγα στο δωμάτιο και ετοίμασα τα ρούχα μου. Η μάνα μου, μου ετοίμασε το φαγητό το οποίο θα έπαιρνα μαζί μου. Ήμουν θλιμμένος, στενοχωρημένος, χαμένος δεν είχα σκεφτεί τη ζωή μου χωρίς τους αγαπημένους μου ανθρώπους. Στης 16:00 το απόγευμα, άρχισα το ταξίδι μου. Η μητέρα μου με αγκάλιασε με πικρά δάκρυα στα μάτια και μου έδωσε ένα φυλαχτό και μου είπε πως.

«Όταν το ανοίγεις, θα με θυμάσαι γιέ μου». Αποχαιρέτησα και τα αδέρφια μου και το πατέρα μου και έφυγα. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, γνώρισα 3 αγόρια που και αυτά πήγαιναν στη Γαλλία. Δεθήκαμε όλοι μαζί και έτσι τον δρόμο τον κάναμε μαζί, μαζί ξεπεράσαμε τους κινδύνους και ξεπεράσαμε επίσης την ανάγκη τροφής και νερού. Περπατάγαμε 4 μήνες, 4 μήνες χωρίς να ξέρουν οι γονείς αν ζούμε ή όχι και χωρίς νερό και τροφή.

Όταν πλέον φτάσαμε στη Γαλλία, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά από ό,τι τα  περιμέναμε. Οι συνθήκες εργασίας ήταν τραγικές. Μέναμε 3-4 άτομα σε ένα δωμάτιο που ούτε, οι σκύλοι δεν έμεναν εκεί μέσα. Δούλευα από της 10 το πρωί μέχρι της τέσσερις τα ξημερώματα, με ένα πιάτο φαγητό. Μετά από 13 ημέρες ο ιδιοκτήτης μου είπε «πολύ έκατσες εδώ, μάζεψε τα πράγματα σου και φύγε». Και με πέταξε κυριολεκτικά σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό όπου έμεινα 3 μέρες μέσα στο κρύο. Μου έδωσε 200 ευρώ για 18 ημέρες δουλειάς. Πέρασα ένα μαρτύριο. Με τα άλλα παιδιά χαθήκαμε, χάσαμε κάθε επικοινωνία.

Μετά από 40 χρόνια μακριά από την οικογένειά μου αποφάσισα να ξαναγυρίσω στην πατρίδα μου. Το 2001 ξεκίνησα από τη Γαλλία προς την Ελλάδα. Τους γονείς μου, δεν μπόρεσα να τους δω για τελευταία φορά. Έμαθα πως πέθαναν πολύ νέοι. Ευτυχώς όμως μετά από κάμποσο καιρό βρήκα τα αδέρφια μου. Ήμουν πάρα πολύ χαρούμενος που τους ξαναείδα μετά από τόσα χρόνια. Είπαμε πολλά και διάφορα. Η ιστορία του καθενός ήταν συγκλονιστική.

Σταύρος Ιωσηφίδης, γεννήθηκε το 1942 στο Άργος

Καταγραφή μαρτυρίας: Ντρόη Μιλκούρτη, Β1

 

۩۩

 

Ονομάζομαι Δημήτρης κατάγομαι από το Άργος. Τον Ιούλιο του 1975 πήγα στον Καναδά και έμεινα στο Μόντρεαλ. Ο λόγος που έφυγα από την πατρίδα ήταν επειδή δεν υπήρχαν δουλειές στην Ελλάδα και στον Καναδά βρήκα αμέσως. Οι άνθρωποι στο Καναδά ήταν άψογοι. Όλες οι υπηρεσίες βοηθούσαν σε καθετί που χρειαζόσουν. Γύρισα το Ιούλιο του 1979, δηλαδή μείναμε τέσσερα αξέχαστα χρόνια εκεί!!! Να πω την αλήθεια και εγώ και η σύζυγός μου, το έχουμε μετανιώσει. Οι λόγοι που μας έκαναν να γυρίσουμε ήταν κατά πρώτο επιλογή μας και κατά δεύτερο η οικογένειά μου που με ζητούσε.

Δημήτριος Α. – Γεννήθηκε στις 16/12/1949 στο Άργος

Καταγραφή μαρτυρίας: Μπενέκου Ανδρεάνα, Β1

 

Φωτογραφίες

 

Το διαβατήριο του Θεοδόσιου Μήτσουλα, που γεννήθηκε στο Άργος το 1944 και μετανάστευσε στη Γερμανία.

 

Σκουμπής Αναστάσιος. Γεννήθηκε στο Σκαφιδάκι Άργους το 1928.
Σκουμπή Ιωάννα. Γεννήθηκε στο Σκαφιδάκι το 1933.
Μετανάστευσαν και παντρεύτηκαν στην Αυστραλία.

 

Γιώργος Τριαντάφυλλος, γεννήθηκε το 1941 στο Κεφαλόβρυσο Άργους. Με τη σύζυγό του Βασιλική, η οποία γεννήθηκε στο Κουτσοπόδι Άργους το 1953, μετανάστευσαν στο Μόναχο της Γερμανίας από το 1965 ως το 1971. Στη φωτογραφία εικονίζεται η είσοδος του ορυχείου αλατιού στη Γερμανία στο οποίο εργαζόταν ο Γιώργος Τριαντάφυλλος.

 

Τα ορεινά χωριά του Άργους, από τα οποία μετανάστευσαν πολλοί Αργείοι (χειρόγραφος χάρτης του 1915).

 

Σαράντος και Διαμάντω Ορφανού μαζί με το γιό τους Κωνσταντίνο που γεννήθηκε στην Αμερική, όπου και είχαν Μεταναστεύσει στη δεκαετία του 1960. Η Διαμάντω Ορφανού το γένος Δέδε , γεννήθηκε στα Φίχτια Άργους.

 

O Δημήτρης A. γεννήθηκε στο Άργος το 1941, μετανάστευσε στο Μόντρεαλ του Καναδά μαζί με τη σύζυγό του Σταυρούλα. Στη φωτογραφία η σύζυγός του στο Μόντρεαλ.

 

 

Γαμήλια φωτογραφία – Σίδνεϋ Αυστραλίας 1959. Μπακόπουλος Νίκος, γεννήθηκε στο Μαλαντρένι Άργους το 1928 και η σύζυγός του Μπακοπούλου Χριστίνα που γεννήθηκε το 1931 στο Μαλαντρένι Άργους.

 

Γαμήλια φωτογραφία – Σίδνεϋ Αυστραλίας 1959. Μπακοπάνος Παναγιώτης, γεννήθηκε στο Μαλαντρένι Άργους το 1929 και η σύζυγός του, Μπακοπούλου Στέλλα που γεννήθηκε στο Μαλαντρένι Άργους το 1937.