Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Βαλλιάνος Θεόδωρος (1799-1857)


 

Ο Θεόδωρος Βαλλιάνος, ελαιογραφία. Δημοσιεύεται στο: Βασίλης Παναγιωτόπουλος (επιμ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770 – 2000, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003. Πηγή εικονογράφησης: Εθνική Πινακοθήκη.

Στρατιωτικός, αγωνιστής του 1821, μηχανικός – αρχιτέκτονας, πρόξενος και λόγιος. Ο άνθρωπος που έλαβε την εύφημο μνεία για την επιστασία των έργων μετατροπής του τζαμιού Αγά Πασά σε Βουλευτικό και καταγράφεται στο πρακτικό της πρώτης συνεδρίασης του Βουλευτικού ήταν ο στρατιωτικός μηχανικός Θεόδωρος Βαλλιάνος ο οποίος γεννήθηκε το 1799 στο Ταϊγάνιο (Ταγκανρόγκ) της Ρωσίας, ενώ η καταγωγή του ήταν από εύπορη οικογένεια της Κεφαλονιάς, η οποία μετακόμισε στην Ρωσία στα τέλη του 18ου αιώνα.

Σπούδασε στην Στρατιωτική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης, ενώ ασχολούταν με τη θεολογία και την λογοτεχνία. Υπηρέτησε στον Ρωσικό Στρατό, φτάνοντας στον βαθμό του λοχαγού του μηχανικού. Το 1822 εγκαταλείπει τη θέση του για να κατέβει στην Ελλάδα και να πάρει μέρος στην Επανάσταση. Προέβη στη συγκρότηση στρατιωτικού σώματος Κεφαλονιτών, μιας και μαζί του είχε φέρει χρήματα και όπλα. Συμμετείχε στις μάχες κατά του Δράμαλη και του Γιουσούφ Πασά στην Πάτρα. Στο Μεσολόγγι αγωνίστηκε κατά του Σκόδρα πασά.

Όπως γράφει στη μελέτη της για τους πρώτους Έλληνες μηχανικούς που δημοσιεύτηκε στα Τεχνικά Χρονικά το 1988 η Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ, ο Θ. Βαλλιάνος το 1824 με διαταγή της τότε κυβέρνησης ορίστηκε διοικητής μηχανικού και πυροβολικού στο Ναύπλιο. Εκεί αναλαμβάνει την επισκευή και τη μετατροπή του τζαμιού του Αγά Πασά σε Βουλευτικό, καθώς και την κατασκευή στρατώνων, του ‘Ιτς Καλέ, το Μπούρτζι, και άλλα κτίσματα. Στη συνέχεια ασχολείται με διάφορα έργα, όπως την επιστασία της κατασκευής της μεγάλης οδού Αίγινας – Περιβόλας, τον σχεδιασμό και την εκτέλεση του Ορφανοτροφείου της Αίγινας, την επιστασία των εργασιών της φυτείας γεωμήλων, τη μελέτη και κατασκευή του λοιμοκαθαρτηρίου του νησιού, τη μελέτη του στρατώνα, τη μετατροπή της κατοικίας του Αρχιμανδρίτη Αίγινας σε κυβερνείο κλπ.

Στην εποχή του Ιωάννη Καποδίστρια έγινε αντισυνταγματάρχης, διευθυντής του μηχανικού και διοικητής του Οπλοστασίου και είναι ένας από τους πρώτους έλληνες μηχανικούς που επάνδρωσαν το πρώτο σώμα των Οχυρωματοποιών και Αρχιτεκτόνων, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 13.559 διάταγμα του Καποδίστρια της 28ης Ιουλίου του 1828, υπό τη διοίκηση του Γάλλου στρατιωτικού Aug. Theodore Garnot. Οι άλλοι ήταν οι Δημήτρης Σταυρίδης, I. Καλλέργης, Εμ. Μανιτάκης και Στεφ. Ησαΐας, οι οποίοι παρέμειναν στο σώμα και μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και τους συναντάμε ως στελέχη των κρατικών υπηρεσιών και κατά την Οθωνική περίοδο.

Ο Θεόδωρος Βαλλιάνος που αντικατέστησε τον Garnot στη διεύθυνση του σώματος, παρέμεινε για ένα διάστημα στην υπηρεσία μέχρι την εγκατάσταση της βασιλείας. Ανέλαβε μάλιστα και τη Διεύθυνση του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου (της τότε σχολής των Ευελπίδων). Το 1833 απομακρύνεται από την ενεργό υπηρεσία (ενδεχομένως διότι ανήκε στη φιλο-καποδιστριακή μερίδα και συνδεόταν στενά με τη Ρωσία όπου είχε σπουδάσει και υπηρετήσει στο σώμα του Μηχανικού). Ο Όθων Α’ της Ελλάδας, τον όρισε πρόξενο Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Έμεινε στη θέση μέχρι το 1841 όταν και παραιτήθηκε για να αναλάβει το Δικαστικό Σώμα του Υπουργείου Στρατιωτικών, ενώ έγινε συνταγματάρχης. Πέθανε το 1857 στην Αθήνα.

 

Ενδεικτικά το συγγραφικό του έργο:

 

  • Επιστολαί περί των Ιερών Ακολουθιών της Ανατολικής Καθολικής Εκκλησίας. Συγγραφείσαι μεν Ρωσσιστί, και το πέμπτον ήδη εκδοθείσαι τω 1844 έτει εν Πετρουπόλει, μετενεχθείσαι δε εις την ημετέραν διάλεκτον υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Αθήνησιν: Εκ του Τυπογραφείου Ερμού,1864.
  • Ιστορία της Ρωσσικής Εκκλησίας, συγγραφείσα μεν Ρωσσιστί και το δεύτερον εκδοθείσα τω 1848ώ έτει εν Πετρουπόλει. Μεθερμηνευθείσα δε εις την ημετέραν φωνήν υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Συνταγματάρχου του Μηχανικού της Ελλάδος. Εν Αθήναις: εκ του τυπογραφείου Χ. Νικολαιδου Φιλαδελφεως, 1851.
  • Αλήθεια της Οικουμενικής εκκλησίας περί της ρωμαϊκής και των λοιπών πατριαρχικών καθεδρών,  συγγραφείσα μεν ρωσσιστί και εκδοθείσα τω 1849 έτει εν Πετρούπολη εξελληνισθείσα δε υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Αθήνησι : Τύποις Χ.Νικολαίδου Φιλαδελφέως, 1854.
  • Ο Θάνατος του εκ Σμολένσκης Πρίγκιπος Ποτέμκην: Συμβάς κατά το 1812 έτος, ότε οι Γάλλοι εισέβαλον εις την Ρωσσίαν: τραγωδία εις τρεις πράξεις συνταχθείσα μεν γερμανιστί και εκρωσσισθείσα, μεταφρασθείσα δε εκ της Ρωσσικής Γλώσσης εις την ελληνικήν υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Αθήνησι: Τύποις Χ. Νικολαϊδου Φιλαδελφέως, 1850.
  • Αι τελευταίαι ώραι του βίου του αυτοκράτορος Νικολάου του πρώτου.  Συγγραφείσαι μεν ρωσσιστί και εκδοθείσαι υψηλοτάτη αδεία εκ του Τυπογραφείου του Β’ τμήματος του ιδιαιτέρου της Α. Α. Μ. Γραφείου τη 24 Μαρτίου του 1855 έτους, εν Πετρουπόλει. Μετενεχθείσαι δε εις την ημετέραν γλώσσαν υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, συνταγματάρχου των γενικών επιτελών του στρατού της Ελλάδος, 1855.
  • Λόγος της καθολικής Ορθοδοξίας προς τον ρωμαϊκόν Κατολικισμόν, και πραγματεία περί της διαφοράς της Προτεσταντικής ή της των διαμαρτυρομένων διδασκαλίας.  Από των της Ορθοδοξίας Αληθειών. Συγγραφέντα μεν ρωσσιστί και εκδοθέντα τω 1852 έτει εν Μόσχα. Εξελληνισθέντα δε υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, συνταγματάρχου των Γενικών επιτελών του στρατού της Ελλάδος. Εκ του Τυπογραφείου Χ. Νικολαϊδου Φιλαδελφέως, 1853.
  • Παράρτημα της Αληθείας της Οικουμενικής Εκκλησίας: ήτοι Λόγος της Καθολικής Ορθοδοξίας προς τον Ρωμαϊκόν Κατολικισμό. Συγγραφείς μεν ρωσσιστί και εκδοθείς τω 1853ω έτει εν Μόσχα εξελληνισθείς δε υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου. Αθήνησι, Tύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, 1854.
  • Παράρτημα των περί ιερών ακολουθιών επιστολών, συγγραφέν μεν Ρωσσιστί και εκδοθέν εν Πετρουπόλει, εξελληνισθέν δε υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Συνταγματάρχου των Γενικών Επιτελών του Στρατού της Ελλάδος. Αθήνησι, Tύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, 1856.

 

Πηγές


  • «Οι πρώτοι έλληνες μηχανικοί – Καινούργια στοιχεία για το σώμα των οχυρωματοποιών και τους έξι μηχανικούς που το επάνδρωσαν», Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Τεχνικά Χρονικά: Επιστημονική Έκδοση ΤΕΕ Περιοχή Α, Οκτ.- Δεκ. 1988, τόμ. 8, τεύχ. 4 , σ. 63-89.
  • «Επί του… περιστυλίου!», ηλεκτρονικό περιοδικό της Βουλής των Ελλήνων, τεύχος 3, 22 Σεπτεμβρίου 2020.
  • Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών «Ανέμη».

 

Αργείτικες Κώμες – Άννα Μπανάκα-Δημάκη, «Αρχαιολογικόν δελτίον», τόμος 54, 1999: Μελέτες, 91-102.


 

Η εμμονή των μελετητών στην αναφορά του Άργους, μιας από τις σημαντικότερες περιοχές της αρχαιότητας στο γεωγραφικό διαμέρισμα της Πελοποννήσου, είναι δικαιολογημένη, καθώς τεκμηριώνεται από αποδείξεις που έρχονται στην επιφάνεια. Δεν συμβαίνει το ίδιο όμως και με τους αρχαίους οικισμούς που αναπτύχθηκαν κατά περιόδους γύρω από το Άργος. Πρόκειται για θέσεις, όπου τα αρχαιολογικά ευρήματα δηλώνουν την παρουσία μικρών ή μεγαλύτερων οργανωμένων εγκαταστάσεων, από τις οποίες κάποιες επιβιώνουν μέχρι τους νεότερους χρόνους.

Μερικές φορές η ύπαρξή τους βεβαιώνεται από επιγραφικό υλικό. Σύγχρονα τοπωνύμια και ιστορικές αναδρομές στην πεδινή και ορεινή Αργολίδα είναι μια πρώτη αναζήτηση, καταγραφή και σύνδεση των δεδομένων. Μαζί με τις ανασκαφικές μαρτυρίες των τελευταίων ετών γίνεται προσπάθεια ανάπλασης της εικόνας δύο οικισμών.

Δυστυχώς βασικές πηγές της αρχαίας γραμματείας, που αποτελούσαν μέρος της εργογραφίας αργείων ιστορικών, όπου πιθανότατα θα περιλαμβάνονταν στοιχεία για τις αργείτικες κώμες, έχουν διασωθεί εντελώς αποσπασματικά. Έκπληξη τουλάχιστον προκαλεί το γεγονός ότι ο Παυσανίας στην περιγραφή της αργείας χώρας χρησιμοποιεί τον όρο αυτούσιο μία μόνο φορά αναφέροντας την κώμη Λήσσα, ενώ υπονοεί την ύπαρξη περισσοτέρων, καθώς γνωρίζει ότι: «Φορωνεύς δε ο Ινάχου τους ανθρώπους συνήγαγε πρώτον ες κοινόν, σποράδας τέως και εφ’ εαυτών εκάστοτε οικούντας· και το χωρίον ες ο πρώτον ηθροίσθησαν άστυ ωνομάσθη Φορωνικόν». [Ο Φορωνεύς ο γιος του Ινάχου είναι εκείνος που πρώτος συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε κοινότητες, ενώ πριν κατοικούσαν διασκορπισμένοι σε δάση και σε όρη. Και γι αυτό το μέρος που για πρώτη φορά συγκεντρώθηκαν ονομάσθηκε «Φορωνικόν άστυ»]. Φαίνεται δε ότι προτιμά το χαρακτηρισμό πόλις εστίν ου μεγάλη αναφερόμενος σε κάποιο πόλισμα.

Σε όλες δε σχεδόν τις περιπτώσεις με άμεσο ή έμμεσο λόγο ακολουθεί η σχέση τους με το Άργος, που ποικίλλει από γεωγραφική, μυθολογική ή ιστορική άποψη. Η σχέση αυτή επιζεί και στα κείμενα άλλων ιστορικών και συγγραφέων, όπως στους Στράβωνα, Ησύχιο, Απολλώνιο Ρόδιο, Στέφανο Βυζάντιο.

Από αυτούς ο Στράβων αποδίδει με μεγαλύτερη ευχέρεια τους οικιστικούς όρους πόλισμα, πολίχνη, κώμη. Τους δυο δε τελευταίους χρησιμοποιεί αδιακρίτως, όταν αναφέρεται στην Ασίνη.

Από επιγραφικές μαρτυρίες, που είναι γνωστές βιβλιογραφικά μέχρι σήμερα, προκύπτει ότι οι αργείτικες κώμες των ιστορικών χρόνων είναι περισσότερες από είκοσι. Αν βασισθουμε σε εξωτερικά κριτήρια, όπως κάποια σωζόμενη μέχρι τις μέρες μας ονοματολογική ομοιότητα, τότε θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε τη Λιμναία π.χ. στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού χωριού Λίμνες στα ανατολικά της Πρόσυμνας. Το ξεπέρασμα όμως δυσκολιών, όπως της ακριβούς ταύτισης, είναι μεγάλο και εναπόκειται στα αποτελέσματα των μελλοντικών ανασκαφικών ερευνών.

Από τα στοιχεία απογραφής της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας αποδεικνύεται ότι οι θέσεις έχουν δεχθεί κατά καιρούς διαφορετικές ονομασίες, που σε μία τουλάχιστον από τις περιπτώσεις που θα μας απασχολήσουν το θέμα συνδέεται με σημαντική ιστορική και πολιτική φυσιογνωμία του νεοσύστατου μετά την Επανάσταση του 1821 Ελληνικού Κράτους. Στις μέρες μας είναι γνωστή με το όνομα Σπηλιωτάκη κοιλάδα αγροτική ανάμεσα στα βουνά Ζάβιτσα και Ψωριάρης δίπλα στο ποτάμι Ξοβριάς, που πηγάζει από τα ορεινά του Αχλαδόκαμπου, απέχει 7 χλμ. από τις πηγές της Λέρνας στους Μύλους και 5 χλμ, νοτιοδυτικά από το Κιβέρι. Το τοπωνύμιο συνδέεται με νεότερους ιστορικούς χρόνους και είναι άξιο μνείας. Διαβάστε τη συνέχεια »

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων την πρώτη 10/ετία του 20ου αιώνα (1900-1909) | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Η ανατολή του 20ου αιώνα βρίσκει τα Δίδυμα να έχουν δύο Δημοτικά Σχολεία ένα για τα αγόρια κι ένα για τα κορίτσια. Στεγάζονταν σε δύο διδακτήρια «τύπου Συγγρού», των Αρρένων ως 2/τάξιο (1900) και των Θηλέων ως μονοτάξιο (1901).

 

Διδάσκαλοι

 

  • Γεώργιος Παπαπροκοπίου: Πρωτοβάθμιος διδάσκαλος. Μετατέθηκε «προς το συμφέρον της εκπαιδεύσεως και τη συγκαταθέσει του αρμοδίου Δημοτικού Συμβουλίου» με την υπ’ αριθμ. 17272/29 Σεπτεμβρίου 1900 που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.234/29 Σεπτεμβρίου 1900 στο Α΄ πλήρες Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου. Ο Γεώργιος Παπαπροκοπίου ήταν εκπαιδευτικός ιδιόρρυθμος εξαιρετικά εριστικός και τακτικά απασχολούσε την υπηρεσία με την συμπεριφορά του. Για τον λόγο αυτό ήταν συχνές οι απολύσεις και οι δυσμενείς μετακινήσεις του.
  • Γεώργιος Τζινιέρης: Φαίνεται πως διορίστηκε στο σχολείο το 1901 μετά τον Γεώργιο Παπαπροκοπίου. Ο Γεώργιος Τζινιέρης απολύθηκε από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων τον μεθεπόμενο χρόνο, 1903, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. Ξγ΄(63)/10 Σεπτεμβρίου 1903 πράξη του Εποπτικού Συμβουλίου.
  • Δημήτριος Παπαδήμας: Διδάσκαλος «Γ΄ τάξεως». Τοποθετήθηκε με την υπ’ αριθμ. 15546/31 Αυγούστου 1894 πράξη του Υπουργείου που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 195/31 Αυγούστου 1894 και κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο στις 3 Σεπτεμβρίου 1894. Αφού διορίστηκε στο σχολείο της Κουνουπίτσας Μεθάνων ζήτησε μετάθεση «δι’ άλλο σχολείον» για λόγους υγείας. Μετατέθηκε στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων και παρέμεινε μέχρι τις 15 Ιουνίου 1908, οπότε, σύμφωνα πάντα με το σχετικό έγγραφο, απεβίωσε. Από τις έρευνές μας διαπιστώσαμε ότι ο Δημ. Παπαδήμας το σχολικό έτος 1888-1889 απολύθηκε με βαθμό «λίαν καλώς» 8 από την Γ΄ τάξη του Ελληνικού Σχολείου Ναυπλίου. Ήταν τότε 14 χρόνων, επάγγελμα πατέρα κτηματίας, με Σχολάρχη τον Βαρθολομαίο Παναγιωτόπουλο, ο οποίος υπογράφει και το απολυτήριό του. Τέλος, σύμφωνα με πληροφορία που μας έδωσε ο αγαπητός φίλος Θανάσης Τσατσαρός, διδάσκαλος, ο Δημήτριος Παπαδήμας ήταν αδελφός της γιαγιάς του, Όλγας Χατζίκου.

Για τους ανωτέρω διδασκάλους το Εποπτικό Συμβούλιο με την υπ’ αριθμ. Νη΄(58η)/30 Ιουνίου 1902 αποφαίνεται ότι: Η εργασία των δύο διδασκάλων των Διδύμων, σύμφωνα με την αναφορά του επιθεωρητή Ιωάννη Μεγαρέα, του μεν Δημητρίου Παπαδήμα, δεν ήταν καλή και «ιδίως εν τη αναγνώσει της Α΄ τάξεως». Οι μαθητές με μεγάλη δυσκολία μπορούν να ενώσουν σε συλλαβάς τα γράμματα ακόμη και στις ανώτερες τάξεις. Αλλά ούτε και του άλλου διδασκάλου, Γεωργίου Τζινιέρη, η εργασία που παρουσίασε κρίνεται ικανοποιητική. «Δια τούτο μόνον απόλυσις του ταιριάζει». Τελικά ο Γεώργιος Τζινιέρης απολύθηκε, ενώ ο Δημήτριος Παπαδήμας συνέχισε να εργάζεται και τα επόμενα χρόνια με ιδιαίτερη μάλιστα επιτυχία.

 

Διτάξιο Δημοτικό Σχολείο Διδύμων Αργολίδας, 1900. Δημοσιεύεται στο: Καλαφάτη, Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929), Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα, 1988.

 

  • Χρήστος Δήμας: Πρωτοβάθμιος διδάσκαλος. Τοποθετήθηκε με πρώτο διορισμό στο Σχολείο από το Εποπτικό Συμβούλιο στις 19 Σεπτεμβρίου 1903. Απολύθηκε με την υπ’ αριθμ. 2039/30 Ιανουαρίου 1907 Υπουργική πράξη, που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.25/8 Φεβρουαρίου 1907 που του κοινοποιήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1907. Η απόλυση έγινε με εισήγηση του Εποπτικού Συμβουλίου με την υπ’ αριθμ. Πθ΄(89)/15 Ιανουαρίου 1907 πράξη του, «διότι κατετάχθην εν τω Στρατώ».
  • Γεώργιος Πέτρου: Δευτεροβάθμιος διδάσκαλος. Τοποθετήθηκε «εις το εν Διδύμοις πλήρες Δημοτικόν Σχολείον αρρένων επί βαθμώ και μισθώ καθορισθησομένου υπό του Εποπτικού Συμβουλίου». Η τοποθέτηση έγινε με την υπ’ αριθμ. 7577/23 Δεκεμβρίου 1906 πράξη του Νομάρχη Αργολίδας που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.17/2 Ιανουαρίου 1907 και του κοινοποιήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1907. Είχε τότε προϋπηρεσία 5 έτη, 11 μήνες, 11 ημέρες.
  • Δημήτριος Πετράκης: Τριτοβάθμιος διδάσκαλος. Τοποθετήθηκε στο σχολείο με πρώτο διορισμό στις 19 Φεβρουαρίου 1908 και εισήγηση του Δημοτικού Συμβουλίου.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση: Από τον Γιουσούφ Μπέη στον Αχμέτ Τζεβντέτ Πασά | Σοφία Λαΐου – Μαρίνος Σαρηγιάννης


 

Προτάσεις βιβλίων από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

 

«Η αρχή των κινημάτων [των Ρωμιών] ήταν στα μέσα του μήνα Τζεμαζιουλέβελ του έτους 1236, που είναι το έτος 1820 από τη γέννηση  του Χριστού. Στο διάστημα αυτό, εγώ ο αμαθής και αδύναμος από κάθε άποψη, Αχμέτ Πασά- ζαντέ Μιρ Γιουσούφ ο Μοραΐτης, όντας ιππέας της Υψηλής Πύλης, στάλθηκα από την Υψηλή Πρωτεύουσα για να ρυθμίσω κάποιες φοροεκμισθώσεις, και με την ευκαιρία πήγα να επισκεφτώ τους δικούς μου στην πόλη και γενέτειρά μας, το κάστρο του Ναυπλίου. Διέμεινα εκεί κάποιο διάστημα για τις ταπεινές δουλειές μου και εκεί ήμουν, όταν το εν λόγω μιλλέτι ξεκίνησε την ανυποταξία του».

Έτσι ξεκινά η αφήγηση του Γιουσούφ Μπέη, αξιωματούχου της Υψηλής Πύλης και αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων της Πελοποννήσου. Ο Οθωμανός αξιωματούχος που εγκλωβίστηκε στο Ναύπλιο κατά την έναρξη της Επανάστασης και παρέμεινε εκεί ώς την παράδοση του κάστρου (Νοέμβριος 1822), ήταν γιος του γεννημένου στο Ναύπλιο διοικητή του πασαλικιού του Μοριά Αχμέτ πασά Σαλλάμπας και μητέρα του υπήρξε μια Ελληνίδα που αιχμαλωτίστηκε κατά τα Ορλωφικά. Ο ίδιος μιλούσε ελληνικά και είχε κοινωνικές επαφές με Έλληνες. Μετά την απελευθέρωσή του κατέγραψε τις μαρτυρίες του, και το κείμενο παρέμεινε αδημοσίευτο.

 

Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση… Στο εξώφυλλο, «Μερική άποψη του Ναυπλίου και το Παλαμήδι», αγνώστου, υδατογραφία.

 

Οι «Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση: Από τον Γιουσούφ Μπέη στον Αχμέτ Τζεβντέτ Πασά» είναι ένα από τα τρία πρώτα βιβλία της επιστημονικής σειράς «Ιστορική Βιβλιοθήκη 1821» – σε επιμέλεια της Μαρίας Χριστίνας Χατζηιωάννου, διευθύντριας ερευνών και διευθύντριας του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (ΕΙΕ). Παρουσιάζει για πρώτη φορά την πρόσληψη της Επανάστασης από την οθωμανική πολιτική ελίτ. Έτσι, στην ακαδημαϊκή συζήτηση για την Ελληνική Επανάσταση από την οποία σε μεγάλο βαθμό απουσίαζε η οθωμανική πλευρά, προστίθεται μια ολοκληρωμένη πλέον ιστορική εργασία. Αυτό το έργο, όπως και ολόκληρη η σειρά, εντάσσεται στο ερευνητικό και εκδοτικό πρόγραμμα που αφορά επιμέρους και λιγότερο γνωστές από την υπάρχουσα βιβλιογραφία όψεις της Επανάστασης του 1821. Υλοποιείται με τη στήριξη του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη. Διαβάστε τη συνέχεια »

ΚυπροΑργολικά | Χαράλαμπος Β. Κριτζάς2013, Epigraphy, Numismatics, Prosopography and History of Ancient Cyprus. Papers in Honour of Ino Nicolaou, (Demetrios Michaelides, ed.), Uppsala (2013), 213-225.


 

Κατά τα έτη 2000–2001 η Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων διενήργησε σωστική ανασκαφή στο μικρό οικόπεδο ιδιοκτησίας Ευαγγέλου Σμυρναίου, στην οδό Κορίνθου 48 στο Άργος, περίπου 200 μ. βορείως της κεντρικής πλατείας του Αγίου Πέτρου…

Epigraphy, Numismatics, Prosopography and History of Ancient Cyprus.

[…]   Η ανασκαφή αποκάλυψε, σε βάθος περίπου 3 μ. και κάτω από ποτάμιες προσχώσεις, τα πενιχρά λείψανα ενός δωματίου (για τοπογραφικό και κάτοψη της ανασκαφής. Κατά μήκος του κυρίου άξονά του υπήρχε μια σειρά από λίθινες θήκες, μεγάλα πήλινα αγγεία, καθώς και ένας χάλκινος λέβης (ή κρατήρας). Στα ίδια τα κείμενα οι λίθινες θήκες αποκαλούνται πέτροι (στον ενικό ὁ πέτρος) και τα αγγεία (ενδεχομένως μόνο το χάλκινο) λέκεα ( εν. τὸ λέκος). Όλα ήταν καλυμμένα με βαριές λίθινες πλάκες, που σε ορισμένες περιπτώσεις ζύγιζαν 1,5 τόννο. Μέσα περιείχαν χάλκινους ενεπίγραφους πίνακες, με οικονομικούς απολογισμούς και δοσοληψίες διαφόρων σωμάτων αρχόντων και επιτροπών. Βρέθηκαν περί τους 136 πίνακες, αλλά είναι βέβαιο ότι υπάρχουν και άλλες θήκες στα όμορα οικόπεδα…

Φαίνεται ότι οι θαμμένες στη γη θήκες και τα αγγεία αποτελούσαν ένα είδος πρωτόγονων θησαυροφυλακίων (θησαυρών). Μέσα εκεί φυλάσσονταν χρήματα και πολύτιμα μέταλλα και σκεύη του θησαυρού της Παλλάδος (Αθηνάς), παλιάς πολιούχου του Άργους, καθώς και της Ήρας, που την υποκατέστησε ως πολιούχος τον 5ο π.Χ. αιώνα. Εκτός από ρητές αναφορές στα ίδια τα κείμενα, ένα κομμάτι χρυσού σύρματος που βρέθηκε μέσα στον χάλκινο λέβητα, καθώς και πολυάριθμα ψηγμάτια χρυσού, υπό μορφή μικροσκοπικών κόκκων, συσσωματωμένων στην οξείδωση των χαλκών πινάκων, δεν αφήνουν αμφιβολία για τον χαρακτήρα των θηκών…

Εκτός από τις άφθονες πληροφορίες για την ιστορία, την τοπογραφία και τους θεσμούς του Άργους που παρέχουν τα νέα κείμενα, ιδιαίτερης σημασίας είναι και τα στοιχεία που μας δίνουν για το κύριο ιερό της Ήρας, το φημισμένο Ἡραῖον. Υπάρχουν απολογισμοί για την οικοδόμηση και τη διακόσμηση του νέου ναού της Ήρας, μετά την καταστροφή του παλιού ναού από φωτιά το 423 π.Χ., καθώς και για την κατασκευή του χρυσελεφάντινου αγάλματος της θεάς, που η παράδοση απέδιδε στον Αργείο γλύπτη Πολύκλειτο. Τα νέα κείμενα ενίσχυσαν μια παλιά πρόταση, να αποδοθεί το άγαλμα στον Πολύκλειτο τον Νεώτερο, που ήκμασε στις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα.

Παράλληλα γίνεται λόγος για διάφορες δαπάνες που σχετίζονται με τους αγώνες προς τιμήν της Ήρας. Πρόκειται για τους πεντετηρικούς αγώνες με πανελλήνια φήμη, που από τον 5ο έως τον 3ο π.Χ αιώνα απεκαλούντο Ἑκατόμβουα (και με αυτή την ονομασία αναφέρονται στις νέες επιγραφές), από τον 3ο έως τον 1ο π.Χ. αιώνα Ἡραῖα και από τον 1ο π.Χ. έως τον 3ο μ.Χ. αιώνα Ἡ ἐξ Ἄργους ἀσπίς (Amandry 1980 και 1983). Η τελευταία ονομασία υποδηλώνει και τα βραβεία που δίνονταν στους νικητές. Στην τελευταία φάση ήταν οι περιζήτητες χάλκινες στρογγυλές αργειακές ασπίδες. Πριν όμως τα βραβεία ήταν διάφορα χάλκινα χρηστικά σκεύη, όπως υδρίες, λέβητες ή τρίποδες, όμοιοι με αυτόν που βρέθηκε στον λεγόμενο «τάφο του Φιλίππου» της Βεργίνας…

[…] Στο Άργος και γενικά στην κυρίως Ελλάδα δεν υπάρχουν μεταλλεία χαλκού και η εισαγωγή του γινόταν κυρίως από την Κύπρο. Είναι γνωστό το επίγραμμα στη βάση χαλκού τιμητικού ανδριάντα του βασιλιά της Σαλαμίνος της Κύπρου Νικοκρέοντος (βασ. 332–311 π.Χ.), που βρέθηκε στο Άργος.  Ο ανδριάντας είχε στηθεί από τους Αργείους σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τον χαλκό που έστειλε από τα πλούσια μεταλλεία του βασιλείου του ο Νικοκρέων, προκειμένου να κατασκευασθούν τα χάλκινα βραβεία, κυρίως ασπίδες, που θα δινόταν ως έπαθλα στους νικητές…

[…] Στο επίγραμμα η λέξη ἄεθλα, στην οποία θα αναφερθούμε εκτενέστερα, σημαίνει τα έπαθλα, τα βραβεία που έδιναν στους νικητές. Η ίδια όμως λέξη στον πληθυντικό σημαίνει και αυτούς καθ᾽ εαυτούς τους αγώνες. Πρόκειται φυσικά για ασυναίρετους τύπους των λέξεων ἆθλον, ἆθλα, που στις διαλεκτικές επιγραφές αναγράφονται ως hάFεθλον, hάFεθλα, με πλεοναστική δάσυνση και δίγαμμα μεταξύ των φωνηέντων. Οι τύποι των επιγραφών που φέρουν τα χάλκινα βραβεία είναι: Παρ᾿ Ηέρας Ἀργείας ἐμὶ τõν hαFέθλον (Είμαι από τους αγώνες της Ήρας του Άργους) ή Παρ᾿ Ηέρας Ἀργείας ἐμὶ hάFεθλον (Είμαι βραβείο από την Ήρα του Άργους).

Στα νέα κείμενα υπάρχουν πολλές αναφορές στους αγώνες της Ήρας του Άργους, που πλουτίζουν το σχετικό λεξιλόγιο και μας δίνουν ενδεικτικές πληροφορίες για το κόστος της προετοιμασίας των αγώνων και των βραβείων. Μπορούμε έτσι έμμεσα να εκτιμήσομε περίπου το ύψος της δωρεάς του Νικοκρέοντος.

Η κρατική αρχή που είχε την ευθύνη της προετοιμασίας των αγώνων και της διεξαγωγής τους ήταν οι τέσσερεις hαFεθλοθέται (= ἀθλοθέται), ένας από κάθε φυλή του Άργους, που ήταν ως γνωστόν οι Ὑλλέες, οι Παμφύλαι Πάμφυλοι), οι Δυμᾶνες και οι Ὑρνάθιοι. Τους hαFεθλοθέτας πλαισίωναν δύο γροφεῖς (= γραμματεῖς).

Τα έξοδα των αγώνων καλύπτονταν από το ταμείο του ιερού, στο οποίο συγκεντρώνονταν χρήματα από διάφορες πηγές. Ενδεικτικά αναφέρομε τα έσοδα από την ενοικίαση των ιερών και δημοσίων γαιών, τους τόκους από χρήματα που δάνειζε το ιερό, τη δεκάτη που ανετίθετο στην Ήρα από διάφορα προϊόντα ή λάφυρα πολέμου, τα χρήματα από την πώληση περιουσιών που κατασχέθηκαν, τα έσοδα από τα ιερά κοπάδια, τα ποσά από πάσης φύσεως πρόστιμα, καθώς και χρήματα από προσφορές των πιστών…

 

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Κυπρο-Αργολικά

 

Διαβάστε ακόμη:

Σχολεία «Συγγρού» ή «Τύπου Καλλία» στον Δήμο Ερμιονίδας


 

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που περιέχονται στο «Τμήμα των Αρχείων της Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας που βρίσκεται κατατεθειμένο στις Τεχνικές Υπηρεσίες της Νομαρχίας Αργολίδας» από τα δεκαέξι σχολεία «Συγγρού» που κατασκευάστηκαν στον Νομό την περίοδο 1898 – 1910, τα τέσσερα ανήκουν στην επαρχία Ερμιονίδας. Πρόκειται για τα διδακτήρια:[1]

 

  • Διδύμων (Διτάξιο, 1900)
  • Διδύμων (Μονοτάξιο, 1901)
  • Ερμιόνης (Διτάξιο, 1903)
  • Κρανιδίου (Διτάξιο, 1905)

 

Ειδικότερα στα σχετικά Φ.Ε.Κ. αλλά κυρίως στο έντυπο του «Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως- Γραφείον Αρχιτεκτόνων» που περιλαμβάνει τους πίνακες που εμφανίζουν «την δαπάνην των προς ανέγερσιν διδακτηρίων της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως 1897-1909» και σύμφωνα με τον νόμο ΒΤΜΘ΄ (2349)/1895 αναφέρονται τα εξής ενδιαφέροντα στοιχεία για τα σχολεία της επαρχίας μας.[2]

 

  • Δήμος Διδύμων

 

Διδύμων Αρρένων: Διτάξιο (τύπου Γ΄), χωρητικότητα 102 μαθητές, δαπάνη κατασκευής δεκαοκτώ χιλιάδες εννιακόσιες πενήντα πέντε δραχμές (18.955 δρχ.), ετήσιο ενοίκιο «όπερ θα επλήρωνεν ο Δήμος» διακόσιες πενήντα δραχμές (250 δρχ.), «πληρωτέον ποσόν» γι’ αγορά οικοπέδου εκατόν είκοσι έξι δραχμές και πέντε λεπτά (126,05 δρχ.) Σήμερα στο σχολείο στεγάζεται το Λαογραφικό Κέντρο των Διδύμων.

 

Σχολείο Διδύμων Αρρένων, σήμερα στεγάζεται το Λαογραφικό Κέντρο των Διδύμων.

 

Διδύμων Θηλέων: Μονοτάξιο (τύπου Δ΄), χωρητικότητα 70 μαθήτριες, δαπάνη κατασκευής δεκαέξι χιλιάδες είκοσι πέντε δραχμές (16.025 δρχ.), ετήσιο ενοίκιο που θα πλήρωνε ο Δήμος τριακόσιες εξήντα δραχμές (360 δρχ.), ενώ η παραχώρηση του οικοπέδου έγινε δωρεάν. Ο μειοδοτικός διαγωνισμός της κατασκευής του διδακτηρίου έγινε σύμφωνα με την υπ΄αρ.4067/18 Οκτωβρίου 1901 Υπουργική απόφαση. Το μονοτάξιο διδακτήριο των Διδύμων, όπως και τα άλλα δύο του Νομού Αργολίδας της παλαιάς Επιδαύρου και του Λυγουριού, κατεδαφίστηκε λόγω κακής κατάστασης το 1939 – 1940. Διαβάστε τη συνέχεια »

Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ και ο Άρης Βελουχιώτης στο Άργος   


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα άρθρο του Οικονομολόγου και  Προέδρου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, Γιώργου Γιαννούση  με θέμα:

 

«Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ και ο Άρης Βελουχιώτης στο Άργος». 

 «Προκήρυξη προς το λαό του Άργους και της Αργολίδας για την παράδοση μέχρι 28 Σεπτεμβρίου 1944, στον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ), των πολεμικών όπλων που κατέχουν, από την επιτροπή τη διαλυθείσης Πολιτοφυλακής Άργους».

 

Με τον τίτλο «Οι Γερμανοί στην Αργολίδα» η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη ανάρτησε στις 18 Σεπτεμβρίου 2010 την ιστορική έρευνα του Κώστα Δανούση, «1944-1994, 50 χρόνια από την απελευθέρωση του Άργους από τους Γερμανούς», που είχε πρωτοδημοσιευτεί στο περιοδικό «Αναγέννηση», τεύχος 321, το Σεπτέμβριο του 1994 στο Άργος.

Ο αναγνώστης της τόσο εμπεριστατωμένης εργασίας του σπουδαίου ερευνητή της νεώτερης Αργολικής Ιστορίας Κώστα Δανούση, έχει μια έγκυρη ενημέρωση γαι όσα συνέβησαν από την κατάληψη του Άργους από τον Γερμανικό στρατό την Κυριακή του Θωμά στις 27 Απριλίου 1941 έως το βράδυ της Πέμπτης 14 Σεπτεμβρίου 1944, που έφυγαν οι τελευταίοι Γερμανοί από την πόλη.

Ο λόγος της συγγραφής του παρόντος είναι μία πολύ σημαντική προκήρυξη των ημερών που ακολούθησαν μέχρι την αποχώρηση των Γερμανών και την είσοδο των Ανταρτών του ΕΛΑΣ στην πόλη του Άργους, που απευθύνεται «Προς τον λαό του Άργους και της Αργολίδας», που την υπογράφουν οκτώ (8) επώνυμοι Αργείοι πολίτες ως επιτροπή της διαλυθείσης  Πολιτοφυλακής. Μία προκήρυξη σχεδόν άγνωστη στον Λαό του Άργους, που το περιεχόμενό της θα πληροφορήσει αλλά και θα προβληματίσει τον αναγνώστη για το «κλίμα» που επέβαλαν οι νικητές αντάρτες του ΕΛΑΣ στους πολίτες και στην πόλη του Άργους.

 

Προκήρυξη της διαλυθείσας πολιτοφυλακής για την παράδοση όλων των όπλων.

 

Μετά την αποχώρηση των Γερμνανών, οι πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις υπήρξαν ραγδαίες στην πόλη. Μία από τις ελάχιστες και έγκυρες πηγές πληροφόρησης των γεγονότων και των πρωταγωνιστών της εποχής αυτής είναι ο συγγραφέας και ποιητής Ανδρέας Χριστόπουλος (Φοίβος), με το διασωθέν [1] βιβλίο του «Οι Ιταλογερμανοί στην Αργολίδα» το οποίο εκδόθηκε τον Αύγουστο του 1946 στο Ναύπλιο.

Από τον «Φοίβο» μαθαίνουμε πως μετά «…τον ανεξήγητο βομβαρδισμό του Άργους από αμερικάνικα αεροπλάνα στις 14 Οκτωβρίου 1943 με δεκάδες νεκρούς…» άρχισαν να εμφανίζονται στην πόλη του Άργους τα πρώτα κρούσματα τις εμφύλιας σύρραξης που θα ακολουθούσε.

Ιάσων Μπούκουρας

Οργανώθηκε τότε από τον διοικητή της χωροφυλακής Άργους, ανθυπομοίραρχο Δημ. Κουρκουλάκο, τοπική πολιτοφυλακή με επικεφαλής τον Παν. Χιωτακάκο, με στόχο την αυτοπροστασία των πολιτών που πίστευαν ότι κινδυνεύουν (όχι φυσικά από τους Γερμανούς!), και μονάδα ταγμάτων ασφαλείας με διοικητή τον Ίλαρχο Κωνσταντά και τον ανθυπολοχαγό Βασίλειο Γκόνο. Τα τάγματα ασφαλείας μαζί με τους Γερμανους συμμετείχαν σ΄όλες τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά των ανταρτών από τον Ιούνιο του 1944 έως ότου έφυγαν οι Γερμανοί στις 14 Σεπτεμβρίου 1944. (Στις 19 Ιουνίου 1944 τα τάγματα ασφαλείας δολοφόνησαν, λίγο έξω από το Άργος, τον Ιάσωνα Κων. Μπούκουρα, που επέστρεφε από την Εθνική Συνέλευση των Κορυσχάδων, όπου συμμετείχε ως εκλεγμένος αντιπρόσωπος της Αργολίδας). Διαβάστε τη συνέχεια »

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009 – Νικόλαος Γεωργίου Τόμπρας


 

Ένα καινούργιο βιβλίο ξεκινά την πορεία του, «Οι Συμβολαιογράφοι, Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι του Ναυπλίου, 1831 – 2009», του Νικολάου Γεωργίου Τόμπρα εν ενεργεία συμβολαιογράφου Ναυπλίου. Το βιβλίο είναι το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας πέντε περίπου ετών στα οποία ο συγγραφέας με επίπονη προσπάθεια, κόπο και συστηματική έρευνα  κατάφερε να συγκεντρώσει στοιχεία για τους συνάδελφούς του  και να προσδιορίσει την περίοδο που υπηρέτησαν τον θεσμό της Συμβολαιογραφίας.

Στη συνέχεια εξετάστηκε συστηματικά το  σύνολο του νομοθετικού πλαισίου που οδήγησε στην σύλληψη, τον σχεδιασμό, την δημιουργία, την ανάπτυξη και την ωρίμανση του Συμβολαιογραφικού θεσμού στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα εντοπίστηκε η πορεία γέννησης και ωρίμανσης του θεσμού των υποθηκοφυλάκων και οι λειτουργοί της στο Ναύπλιο. Ακόμα, στάθηκε δυνατό να διακριβωθεί η διαδικασία δημιουργίας του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Ναυπλίου (νομοί Αργολίδος, Αρκαδίας, Καλαμάτας, Κορινθίας, Λακωνίας) και να αναδειχθούν τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων του στην πορεία του χρόνου. Τέλος, μέσα από όλη αυτή την διαδικασία δημιουργήθηκε μια υπέροχη εικόνα της πόλης του Ναυπλίου, καθώς και της επαρχίας Ναυπλίας και των ανθρώπων της στο χρόνο.

 

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009

 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

Ενώ ο Αγώνας για την Ανεξαρτησία εξελίσσεται και η προσπάθεια για τη δημιουργία σύγχρονου Ελληνικού Κράτους εντατικοποιείται, προκύπτει η ανάγκη δημιουργίας σύγχρονων θεσμών και σχετικού νομοθετικού πλαισίου. Ένας από τους πρώτους θεσμούς που θα ιδρυθεί είναι και αυτός της Συμβολαιογραφίας. Η πορεία σύλληψης και εξέλιξής του και οι δημόσιοι λειτουργοί που τον υπηρέτησαν στην πρώτη επίσημη πρωτεύουσα του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους, κατά τη διάρκεια του 19ου  αλλά και του 20ου  αιώνα, αποτελούν το αντικείμενο αυτού του πονήματος.

Η προσωπική και επαγγελματική πορεία των συμβολαιογράφων του Ναυπλίου, που ήρθαν από κάθε σημείο του ορίζοντα όπου υπήρχε Ελληνισμός, είναι ενδιαφέρουσα. Ήταν Φιλικοί, έμποροι, κτηματίες, τραπεζικοί, γραφείς, υπάλληλοι δημοσίων υπηρεσιών, δικαστές, δικηγόροι, κατάσκοποι, πολεμιστές, άνθρωποι των γραμμάτων, συγγραφείς, ποιητές, δωρητές, πολιτικοί, απόφοιτοι της Νομικής, αν και όχι πάντα, απλοί συμβολαιογράφοι, συνδικαλιστές. Αυτοί αντιπροσωπεύουν την πληρέστερη και χωρίς κανένα κενό αλυσίδα λειτουργών του θεσμού.

Παράλληλα, εξετάζεται η πορεία γέννησης και ωρίμανσης του θεσμού των υποθηκοφυλάκων και οι λειτουργοί αυτού στην πόλη καθώς και η διαδικασία δημιουργίας του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Ναυπλίου και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων του.

Το Ναύπλιο αποτέλεσε μια πολυπολιτισμική πόλη και οι κάτοικοί του προσήλθαν από την Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία, την Οδησσό, τη Χίο. την Κρήτη, την Μακεδονία, την Κέρκυρα και ολόκληρη την Πελοπόννησο. Ήταν Έλληνες και ξένοι φιλέλληνες, ο καθένας με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Η ιστορία τους αποτελεί μέρος της ιστορίας της πόλης του Ναυπλίου, της επαρχίας Ναυπλίας αλλά και του σύγχρονου Ελληνικού κράτους.

 

Στην παρουσίαση του βιβλίου που πραγματοποιήθηκε στο  «Φουγάρο» το   Σάββατο 12 Ιουνίου 2021, μίλησαν για το βιβλίο, ο  Ιστορικός – Αρχειονόμος, πρώην διευθυντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους Νομού Αργολίδας, Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, η  Χαρίκλεια Δημακοπούλου, Ιστορικός του Δικαίου των Θεσμών, δικηγόρος, δημοσιογράφος και συγγραφέας, και η Σταματίνα Γκόγκα Μάνατζερ ανάπτυξης αναλυτικών προγραμμάτων, Κέντρου Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος  του Πανεπιστημίου Harvard.

Παρακάτω παραθέτουμε αυτούσιες τις ομιλίες του κυρίου Δημήτρη Χ. Γεωργόπουλου και της κυρίας Χαρίκλειας Δημακοπούλου. Να σημειώσουμε ότι η ομιλία της κας Σταματίνας Γκόγκα βασίστηκε σε οπτικοαουστικό υλικό, για το λόγο αυτό δεν περιλαμβάνεται στην παρούσα φάση.    

 

«Οι Συμβολαιογράφοι» του Νικολάου Γεωργίου Τόμπρα – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος

 

Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος

Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας.

Μετά από τόσο καιρό διαδικτυακών παρουσιάσεων είναι πολύ ευχάριστο που ξαναβρισκόμαστε σε φυσιολογικές συνθήκες έστω και μασκοφορεμένοι.

Σήμερα είναι μια σημαντική μέρα γιατί γιορτάζουμε, κατά τη γνώμη μου, τη δημιουργία ενός βιβλίου. Ενός βιβλίου που, όπως θα δούμε, έχει πολλά να προσφέρει.

Ξεκινώντας από το εξώφυλλο (Εικ. 01) παρατηρούμε   τον τίτλο και τον υπότιτλο. Ο τίτλος παραπέμπει σε κάτι γενικό που είναι οι συμβολαιογράφοι, αλλά ο υπότιτλος με τις παύλες ανάμεσα στις λέξεις Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου παραπέμπει σε κάτι ειδικό. Και πράγματι, όπως θα δούμε στη συνέχεια, το περιεχόμενο του βιβλίου αναφέρεται γενικά στην ιστορία του θεσμού του συμβολαιογράφου και ειδικότερα στους συμβολαιογράφους Ναυπλίου τη μακρά περίοδο 1831-2009.

 

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009

 

Τέλος, το εξώφυλλο κοσμεί το αποτύπωμα 3 σφραγίδων. Η επιλογή τους  δεν έχει μόνο διακοσμητικό χαρακτήρα. Η σφραγίδα αποτελούσε για τον συμβολαιογράφο «το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμά του».[1] Η παλαιότερη σφραγίδα, του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου, (Εικ. 02) παραπέμπει στην έναρξη του θεσμού‧ γράφει περιμετρικά «Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίου», έχει στο κέντρο μία κουκουβάγια ανάμεσα σε κλαδιά ελιάς και στο κάτω μέρος τα αρχικά γράμματα του ονοματεπώνυμου, δηλαδή το Χ και το Π, καθώς και τη χρονολογία 1831.

 

(Εικ. 02) Η σφραγίδα του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου.

 

Η επόμενη σφραγίδα ανήκει στον Σωτήριο Αθανασιάδη. Φέρει περιμετρικά το ονοματεπώνυμό του και τις λέξεις συμβολαιογράφος Ναυπλίας και έχει στο κέντρο απεικόνιση βιβλίου-Ευαγγελίου. Χρονολογικά τοποθετείται στα 1869. (Εικ. 03)

 

(Εικ. 03) Η σφραγίδα του Σωτηρίου Αθανασιάδη.

 

Τέλος, η τρίτη σφραγίδα  ανήκει στον Νικόλαο Α. Τόμπρα, παππού του Νίκου.  Φέρει περιμετρικά το ονοματεπώνυμό του και τις λέξεις συμβολαιογράφος Ναυπλίου, έχει στο κέντρο τις λέξεις «Ελληνική Δημοκρατία» και τοποθετείται χρονολογικά στα 1929. (Εικ. 04)

 

(Εικ. 04) Η σφραγίδα του Νικολάου Α. Τόμπρα.

 

Συνεχίζοντας την περιδιάβαση των σφραγίδων στο εσωτερικό του βιβλίου παρατηρούμε ότι σ’ αυτές αποτυπώνονται οι πολιτειακές εξελίξεις, αλλά και οι σχέσεις του κράτους με τον συμβολαιογραφικό θεσμό. Και εξηγούμαι. Ενώ δηλαδή στην αρχή του θεσμού τα σύμβολα στο κέντρο των σφραγίδων είναι, θα έλεγα, προσωπικά, συν τω χρόνω στο κέντρο των σφραγίδων τοποθετείται το εθνόσημο. Στοιχείο που σηματοδοτεί τη στενή σχέση κράτους – συμβολαιογράφων. Νομίζω ότι σε αυτή τη διαπίστωση συνηγορεί ο τρόπος εκλογής τους. Ενώ δηλαδή επί διακυβέρνησης Καποδίστρια ο μνήμονας εκλεγόταν «από το Επαρχιακό Συμβούλιο και σε περίπτωση έλλειψης αυτού από την Επαρχιακή Δημογεροντία, η οποία ήταν μορφή δευτεροβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης με εκτεταμένες αρμοδιότητες (άρθρο 2, εδάφ. 1).»,[2] επί της βασιλείας του Όθωνα οι συμβολαιογράφοι διορίζονταν «από τον Βασιλέα κατόπιν γνωμοδοτήσεως του αρμοδίου Εισαγγελέα πρωτοδικών και σχετικής προτάσεως του Γραμματέα της Δικαιοσύνης άρθρο 169)».[3] Επιπλέον, ενώ προβλέπονται εξετάσεις για το διορισμό των συμβολαιογράφων, ο Νίκος μας αναφέρει ότι «όπως αποτυπώνεται στα φύλλα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος και ανιχνεύτηκε μέσα από την ατομική ιστορία καθενός από τους συμβολαιογράφους του Ναυπλίου, όλοι οι συμβολαιογράφοι της πόλης κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα διορίζονται εκμεταλλευόμενοι το εδάφιο 2 του άρθρου 170, διορίζονται δηλαδή ως επιβράβευση για προηγούμενες εκδουλεύσεις τους».[4] Νομίζω ότι γίνεται κατανοητή η εξάρτηση του διορισμού των συμβολαιογράφων από την Εξουσία.

Η κατάσταση αλλάζει άρδην προς το καλύτερο με τη νομοθεσία της περιόδου της βασιλείας Γεωργίου του Α΄. Συγκεκριμένα με διάταγμα του 1874 οι συμβολαιογράφοι διορίζονται κατόπιν εξετάσεων, προφορικών και γραπτών, ενώπιον επιτροπής. Μάλιστα, στο διάταγμα προβλεπόταν η εξεταστέα ύλη και ο τρόπος της βαθμολόγησης. Επιπλέον, οι ήδη υπηρετούντες συμβολαιογράφοι, που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις, θα έπρεπε να δώσουν εξετάσεις και εάν μεν επιτύγχαναν θα λάμβαναν πτυχίο, ενώ εάν αποτύγχαναν ή δεν παρουσιάζονταν θα απολύονταν.[5]

Ας έρθουμε τώρα σε ένα άλλο στοιχείο του βιβλίου που είναι η δομή του.

Ο συγγραφέας προτάσσει ένα χρονολόγιο με τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα, αλλά κυρίως με τους νόμους και τα διατάγματα τα σχετικά με τη λειτουργία του συμβολαιογραφικού θεσμού.

Ακολουθεί ο πρόλογος, όπου αναφέρεται το ιστορικό της συγγραφής του βιβλίου και η «σκοπιμότητα» που εξυπηρετεί.

Στη συνέχεια είναι το κυρίως μέρος του βιβλίου, το οποίο διαρθρώνεται σε εννέα (9) κεφάλαια.

Στο πρώτο κεφάλαιο, το οποίο είναι ουσιαστικό, προκειμένου να κατανοήσει ο αναγνώστης το περιεχόμενο και την εξέλιξη του συμβολαιογραφικού θεσμού,  δίνονται πληροφορίες για το νομοθετικό πλαίσιο λειτουργίας του συμβολαιογραφικού θεσμού ξεκινώντας από τα χρόνια της Επανάστασης και προχωρώντας  στα χρόνια διακυβέρνησης του Ι. Καποδίστρια, της βασιλείας του Όθωνα και του Γεωργίου του Α΄.. Το κεφάλαιο τελειώνει με τα μεταγενέστερα νομοθετήματα, καθώς και με πληροφορίες για το Ταμείο Νομικών, τη δημιουργία του συμβολαιογραφικού συλλόγου και την είσοδο γυναικών στο συμβολαιογραφικό επάγγελμα. Ενδιάμεσα σ’  αυτό το κεφάλαιο πληροφορούμαστε για τις κατά καιρούς ονομασίες των συμβολαιογράφων.  «Σημειογράφοι, Μνήμονες, Συμβολαιογράφοι». [6] Ας δούμε τι σημαίνει η καθεμιά ονομασία.

«Σημειογράφοι ήτοι Νοτάριοι»‧ Κατά τον συγγραφέα «σημειογράφος» είναι «αυτός που χαράζει σημεία σε πλάκες ή σε χαρτί αλλά κυρίως αυτός που διατηρεί τα σημεία των ορίων των ακινήτων επί του εδάφους και τα συμπεφωνημένα όρια των περιοχών». Η ονομασία «νοτάριος» προφανώς είναι μετάφραση από το ιταλικό «notaio».

«Μνήμονας» είναι αυτός που θυμάται και κατ’ επέκταση αυτός που με τις πράξεις του διατηρεί τη μνήμη.

«Συμβολαιογράφος» είναι αυτός που συντάσσει συμβόλαια, δηλαδή συμφωνίες μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μερών.

Στη συνέχεια υπάρχει η ενότητα για τον 19ου αιώνα, όπου εμπεριέχονται το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο κεφάλαια.

Στο δεύτερο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο «Ηρωική εποχή», και θα δούμε γιατί τιτλοφορείται έτσι, ο συγγραφέας θεώρησε σκόπιμο να αναφερθεί στο χώρο λειτουργίας των συμβολαιογράφων και να μας δώσει τα πληθυσμιακά στοιχεία του χώρου. Έτσι, πληροφορούμαστε ότι οι συμβολαιογράφοι του Ναυπλίου είχαν ως χώρο ευθύνης  την επαρχία Ναυπλίας, που το 1834 την αποτελούσαν οι δήμοι Ναυπλίας, Επιδαύρου, Αραχναίου, Μηδείας, Τιρυνθίδος, Ασίνης, Λήσσης και Προσύμνης και ότι ο πληθυσμός της επαρχίας ανερχόταν τότε σε 13.832 ψυχές.[7] Λίγο-πολύ καθ’ όλο τον 19ο αιώνα ο πληθυσμός της επαρχίας Ναυπλίας κυμαίνεται ανάμεσα στις  12.500 και 15.500 ψυχές.

Στη συνέχεια αναφέρεται στις πρόδρομες μορφές συμβολαιογράφων που ήταν οι αναφορογράφοι και στο χώρο που λειτουργούσαν αυτοί και βεβαίως μας δικαιολογεί τον τίτλο του κεφαλαίου, δηλαδή την «ηρωική εποχή», γράφοντας: «Είναι όμως και κυριολεκτικά αγωνιστές, όχι μόνο γιατί πέτυχαν να επιβιώσουν του αγώνα της Ανεξαρτησίας, γεγονός που από μόνο του έχει αξία, αλλά και γιατί οι περισσότεροι από αυτούς έχουν λάβει μέρος, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στις μάχες της Επανάστασης».[8] Και ποιοι είναι αυτοί οι συμβολαιογράφοι της ηρωικής περιόδου: Είναι ο Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίας Χαράλαμπος Α. Παπαδόπουλος και οι συμβολαιογράφοι Ναυπλίας Αναστάσιος Κ. Ελαιών, Αναστάσιος Μαυροκέφαλος, Γεώργιος Σκαλίδης, Ιωάννης Δ. Σαρηγιάννης,  Γεώργιος Ηρακλείδης και Ιωάννης Τρ. Οικονομίδης. Τα στοιχεία που παρατίθενται για τον καθένα δεν αφορούν μόνο την επαγγελματική του ιδιότητα, αλλά αποτελούν πηγή πληροφοριών για τη ζωή και τη δράση τους.

Το τρίτο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Μια δύσκολη εφηβεία», γιατί, όπως μας λέει ο Νίκος, «σχεδόν όλους τους κατωτέρω παρουσιαζόμενους συμβολαιογράφους διακρίνει μια ακατάστατη θητεία, με συχνά κενά στην καριέρα τους, μετακινήσεις, μεταθέσεις, πειθαρχικές περιπέτειες, έντονο παρασκήνιο τοποθετήσεων…».[9] Αυτοί είναι οι Παρασκευάς Γιαννακόπουλος, Νικόλαος Ευσταθόπουλος, Σωτήριος Αθανασιάδης, Δημήτριος Π. Βασιλείου, Προκόπιος Παπαδόπουλος και Χρήστος Γ. Μερβακίτης.

Το τέταρτο κεφάλαιο αναφέρεται στους συμβολαιογράφους Ιωάννη Ν. Μανουσόπουλο, Νικόλαο Α. Ολύμπιο, Θεμιστοκλή Γ. Οικονομόπουλο, Εμμανουήλ Κ. Φούτη, Αγαμέμνονα Δ. Φικιώτη, Δημήτριο Ι. Φικιώτη, Γεώργιο Δ. Παπακυριακού και Διονύσιο Ι. Ιατρό. Οι συμβολαιογράφο αυτοί  «συνέβαλαν στο πέρασμα του συμβολαιογραφικού θεσμού από τους λειτουργούς, που κάποια στιγμή υπηρέτησαν και ως συμβολαιογράφοι, στους επαγγελματίες αποφοίτους της νομικής σχολής, τους επιστήμονες δηλαδή συμβολαιογράφους, με τη σύγχρονη έννοια του όρου»,[10] γι’ αυτό και αυτό το κεφάλαιο τιτλοφορείται «Συμβάλλοντας στη μετάβαση».

Η επόμενη ενότητα αφορά τον 20ο αιώνα και αποτελείται από τα κεφάλαια πέντε και έξι.

Ο «μακρύς 20ος αιώνας» και ειδικότερα το πρώτο μισό του αιώνα είναι μία περίοδος με κοσμοϊστορικά γεγονότα. (….) Αυτή την περίοδο «Η συμβολαιογραφία και οι λειτουργοί της  διακρίνονται από μία ωριμότητα και κανονικότητα. Το σύνολο των λειτουργών  του θεσμού είναι πλέον απόφοιτοι της Νομικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και έχουν υπηρετήσει για κάποια χρόνια ως δικηγόροι».[11] Αυτοί είναι ο Σωτήριος Εμμ. Φούτης, ο Παναγιώτης Αντ. Περράκης, ο Χρήστος Ν. Αναγνωστόπουλος, ο Κωνσταντίνος Δημ. Πασπαλιάρης, ο Αγαμέμνων Α. Αποστολόπουλος, ο Νικόλαος Αθαν. Τόμπρας, ο Βασίλειος Ιωαν. Παπαδριανός και ο Σπυρίδων Παν. Περράκης.

Η δεύτερη ενότητα του βιβλίου κλείνει με το έκτο κεφάλαιο, όπου γίνεται μνεία στους «Μετά τον πόλεμο: τους «νέους» συμβολαιογράφους και τους σύγχρονους» που είναι οι: Γεώργιος Κων. Μηναίος, Αθανάσιος Νικ. Τόμπρας, Μαγδαληνή Βασ. Παπαδριανού, Γεώργιος Νικ. Τόμπρας, Ευδοκία Α. Πραξιτέλους-Νανοπούλου, Βάιος Βασ. Παπαπαναγιώτου, Σταύρος Στυλ. Προκοπίου και Ξανθούλα Στυλ. Σουγλέ. Αυτή την περίοδο βλέπουμε για πρώτη φορά να εισέρχονται στο συμβολαιογραφικό επάγγελμα γυναίκες.

Στο έβδομο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στους «φίλους και συνοδοιπόρους» των συμβολαιογράφων, τους υποθηκοφύλακες Ναυπλίου. Μετά την παράθεση του νομοθετικού πλαισίου  λειτουργίας των Υποθηκοφυλακείων, τα οποία ιδρύθηκαν το 1856, αναφέρονται οι  διατελέσαντες υποθηκοφύλακες Ναυπλίου για περισσότερο από έναν αιώνα, δηλαδή από το 1856 έως το  1977. Αυτοί είναι ο Αθανάσιος Δ. Σέκερης, ο Θεόδωρος Λιαρόπουλος, ο Χαρίλαος Δ. Κεκερής, ο Αγαμέμνων Αθ. Μπεβάρδος, ο Σταύρος Γ. Μουτζουρίδης και ο Παντελής Σαγκανάς.

Το όγδοο κεφάλαιο αφιερώνεται στον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο Εφετείου Ναυπλίου, ο οποίος περιλαμβάνει τους συμβολαιογράφους των νομών Αργολίδας, Αρκαδίας, Μεσσηνίας, Κορινθίας και Λακωνίας. Αναφέρεται ο ιδρυτικός νόμος του 1931 καθώς και όλα τα Δ.Σ. μέχρι το 1985.

Το κυρίως μέρος του βιβλίου κλείνει με το ένατο κεφάλαιο. Εδώ έχουμε μια εκ βαθέων ομολογία των «δυσκολιών  και των προβλημάτων» που αντιμετώπισε ο συγγραφέας, τα οποία χαρακτηρίζει υποκειμενικά και αντικειμενικά. Δεν θα ήθελα να επεκταθώ περισσότερο αφενός γιατί υπάρχει το θέμα του χρόνου και  αφετέρου γιατί είναι αρμοδιότερος να μιλήσει γι’  αυτά ο Νίκος.

Τμήμα αυτού του κεφαλαίου αποτελούν οι νέες τεχνολογίες, δηλαδή η χρήση της γραφομηχανής μετά το δεύτερο μισό του της δεκαετίας του ’20. Όσο και αν αυτό σήμερα μας ξενίζει εκείνη την εποχή η γραφομηχανή αποτελούσε τη νέα τεχνολογία.

Θα ήθελα να σταθώ στη «θεωρία» [12] που διατυπώνει ο Νίκος κατά την οποία είναι πιθανό οι συμβολαιογράφοι της «ηρωικής εποχής» να γνωρίζονταν μεταξύ τους ίσως και μέσω της Φιλικής Εταιρείας που κάποιοι ήταν μέλη της. Η τεκμηρίωση μια τέτοιας «θεωρίας» απαιτεί πολλή δουλειά και κυρίως αναδίφηση στην προσωπική τους αλληλογραφία, αν υπάρχει, και όχι μόνο.

Τέλος, είναι συγκινητικό το περιεχόμενο, όπου αναφέρονται τα «Συμπεράσματα μιας προσπάθειας». Τέτοια κείμενα δεν σχολιάζονται, γιατί κάθε σχολιασμός θα τα υποβάθμιζε∙ μιλούν από μόνα τους.

Το βιβλίο τελειώνει με το «Παράρτημα», όπου παρατίθενται οι συμβολαιογράφοι, το χρονικό διάστημα που λειτούργησαν και το σύνολο των πράξεων που συνέταξαν∙ ακολουθούν οι «Πηγές, τα βοηθήματα και οι ευχαριστίες», οι «Εναλλακτικές πηγές και οι πρόσθετες πληροφορίες», η «Βιβλιογραφία», ο κατάλογος με πληροφορίες για το φωτογραφικό υλικό που παρατίθεται στο εσωτερικό του βιβλίου και βέβαια το ευρετήριο ονομάτων και το ευρετήριο πόλεων, οικισμών και τοπωνυμίων. Με όλα αυτά που προαναφέραμε συμπληρώνονται οι 335 σελίδες του βιβλίου.

Τελειώνοντας νομίζω ότι είναι απαραίτητο να απαντήσουμε στο ερώτημα: Τι νέο προσφέρει το βιβλίο του Νικόλαου Γεωργίου Τόμπρα «Οι Συμβολαιογράφοι»;

Κατ’ αρχάς να πούμε ότι πρόκειται για πρωτότυπη εργασία μιας και δεν υπάρχει κάποιο άλλο σχετικό πόνημα, πλην της εργασίας του Ηλία Κωτσάκη, τέως προέδρου του συμβολαιογραφικού συλλόγου Εφετείου Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου. Μαθαίνουμε, λοιπόν, για την ιστορία του συμβολαιογραφικού θεσμού από τα  χρόνια της  Επανάστασης μέχρι τις μέρες μας.

Επίσης, μιλώντας για τους συμβολαιογράφους του Ναυπλίου λαμβάνουμε πλήθος πληροφοριών όχι μόνο που αφορούν την επαγγελματική τους ιδιότητα αλλά και την προσωπική τους ζωή.

Συνδυάζοντας τις δύο παραπάνω πηγές αποκομίζουμε ένα πλήθος πληροφοριών για την ιστορία της πόλης του Ναυπλίου, που κάποιες δεν μας ήταν γνωστές.

Επιπλέον, αυτά τα πάνω από τέσσερα χρόνια έρευνας σε διάφορες αρχειακές πηγές  έφεραν  στο φως στοιχεία που μέχρι σήμερα δεν γνωρίζαμε (π.χ. για το συγγραφικό έργο του Αναστάσιου Μαυροκέφαλου και όχι μόνο) και που μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία για περαιτέρω έρευνα.

Τέλος, θα αναφερθώ ειδικά στο προσχέδιο του ψηφίσματος «Περί των Μνημόνων της εκλογής και της περιφερείας αυτών». Πρόκειται για άγνωστο τεκμήριο, το οποίο από  κοινού  με τις παρατηρήσεις που το συνοδεύουν θα αποτελέσουν πηγή πληροφοριών όχι μόνο για το σκεπτικό σύνταξης του ψηφίσματος, αλλά και για τη γενικότερη αντίληψη συγκρότησης και λειτουργίας ενός σύγχρονου δυτικού τύπου κράτους που ευαγγελιζόταν ο Κυβερνήτης.

Ας μου επιτραπεί να επισημάνω μια ιστορική ανακρίβεια σχετικά με τη σφαγή στο Άργος από Γάλλους στρατιώτες το 1833. Αναφέρεται στο βιβλίο ότι «Στο Άργος υπήρξε ανοιχτή σύρραξη μεταξύ ατάκτων Ελλήνων και των γαλλικών στρατευμάτων, με σημαντικό αριθμό θυμάτων εκατέρωθεν».[13] Η πραγματικότητα είναι ότι από ένα ασήμαντο γεγονός δημιουργήθηκε σύρραξη μεταξύ των ατάκτων σωμάτων και των Γάλλων στρατιωτών. Όμως, στη συνέχεια τα άτακτα σώματα αποσύρθηκαν και οι Γάλλοι επέπεσαν μανιωδώς επί των αμάχων. «Τα θύματα – 300 περίπου απέναντι σε 40 Γάλλους νεκρούς και τραυματίες – ήταν κυρίως αθώοι πολίτες και γυναικόπαιδα».[14]

Κυρίες και κύριοι, σας ευχαριστώ για την υπομονή σας και βεβαίως συνιστώ το βιβλίο στους συμβολαιογράφους, και γενικά στους νομικούς, καθώς και στον μέσο αναγνώστη, γιατί  έχει πολλά να μάθει, έστω παραλείποντας κάποιες λεπτομέρειες.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μαζαράκης Αινιάν Ι. Κ., Εισαγωγή στο Σφραγίδες Ελευθερίας 1821-1832, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήναι 1983, σ.9.

[2] Ψήφισμα «Περί των μνημόνων της εκλογής και της περιφερείας αυτών». Γενική Εφημερίς της Ελλάδος 25/26-3-1830.

[3] Ψήφισμα «Οργανισμός των δικαστηρίων και των Συμβολαιογράφων». ΦΕΚ 13/10-4-1834.

[4] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», Ναύπλιο 2020, σ.42

[5] Διάταγμα «Περί εξετάσεως των εν τω κράτει συμβολαιογράφων και προσδιορισμού του αριθμού αυτών». ΦΕΚ 26/12-7-1874.

[6] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», ό.π. σ. 40, 41

[7] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», ό.π. σ.59,60

[8] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», ό.π. σ.63

[9] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», ό.π. σ.127

[10] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», ό.π. σ.163

[11] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», ό.π. σ.193

[12] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», ό.π. σ.283

[13] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», ό.π. σ. 101. Η υπογράμμιση δική μου.

[14] Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, «Η κατάσταση της χώρας κατά το τέλος του 1832 και τα τραγικά γεγονότα του Άργους», Ι.Ε.Ε., Εκδοτική Αθηνών, 1975, τ. ΙΒ, σ. 578-579

 

 

Οἱ συμβολαιογράφοι τοῦ Ναυπλίου – Χαρίκλεια Δημακοπούλου

 

Κυρίες καί κύριοι,

Ἔχουν περάσει πολλά χρόνια ἀφ’ ὅτου ἔκαμα τήν τελευταία μου ἀνακοίνωση στό Ναύπλιο. Δέν θέλετε νά ξέρετε πόσα! Ὅμως τό Ναύπλιο εἶναι ἡ μεγάλη μου ἀγάπη, ἡ πόλις πού ἐρωτεύθηκα ὅταν τήν ἐπεσκέφθην γιά πρώτη φορά στά μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 ὡς μικρό παιδί. Οἱ ἀναμνήσεις ἀπό τότε, ὅταν ἐλάχιστοι φωτισμένοι προσπαθοῦσαν νά σώσουν τό Βουλευτικό ἀπό τήν κατάρρευση καί νά διασώσουν ὅ,τι ἀπέμενε ἀπό τήν νεοελληνική πορεία τῆς πόλεως εἶναι πολλές καί ἀγαπημένες. Σήμερα ὅμως δέν εἶμαι ἐδῶ γιά νά σᾶς μιλήσω γιά νοσταλγίες καί τά περασμένα, ἀλλά γιά νά μιλήσουμε γιά τήν ἐξαιρετική μελέτη τοῦ συμπολίτη σας καί ἀγαπητοῦ φίλου κ. Νίκου Τόμπρα περί τῶν συμβολαιογράφων τοῦ Ναυπλίου. Ὁ συγγραφεύς εἶναι ὁ ἴδιος συμβολαιογράφος Ναυπλίου, ὅπως καλῶς γνωρίζετε, καί ἀπεφάσισε νά ἐξιστορήση ἐπί τῆ βάσει διακριβωμένων στοιχείων τήν ἱστορία τῶν συμβολαιογράφων τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος του, πολλῷ μᾶλλον καθώς εἶναι γυιός καί ἔγγονος συμβολαιογράφων τῆς ἰδίας πόλεως. Αἰσθανόμενος λοιπόν τό βάρος τῆς ἐπιστημονικῆς πορείας τῶν προγόνων του καί τήν ἀξία τῶν ἀρχειακῶν στοιχείων πού φυλάσσονται στά γραφεῖα τῶν συναδέλφων του καί τοῦ ἰδίου ἐπεχείρησε μέ ἐπιτυχία τό ἐγχείρημά του.

Χαρίκλεια Δημακοπούλου

Τόν κ. Τόμπρα ἐγνώρισα ἐξ αἰτίας τοῦ βιβλίου του καί τόν ἐξετίμησα γιά τήν φιλότιμη προσπάθειά του νά προσεγγίση ἕνα θέμα πού παραμένει ἐν πολλοῖς ἀνεξερεύνητο. Καί μάλιστα ἕνα θέμα πού μέ ἐνδιαφέρει καί μέ τήν ἐπιστημονική μου ἰδιότητα τοῦ ἱστορικοῦ τοῦ Νεοελληνικοῦ Δικαίου καί τῶν Θεσμῶν. Δέν εἶναι δυνατόν λοιπόν, στήν παροῦσα συγκυρία νά παραλείψω νά συγχαρῶ τόν συγγραφέα ἀπό τοῦ βήματος γιά τήν ἐξαίρετη ἐργασία του, πού πρωτοπορεῖ πανελληνίως!

Συμβολαιογράφοι! Τί ἀκριβῶς εἶναι οἱ συμβολαιογράφοι, ὅλοι γνωρίζουμε διότι, ἄν μή τι ἄλλο, ὅλοι σέ κάποια στιγμή τῆς ζωῆς μας ἔχουμε προστρέξει στίς ὑπηρεσίες τους. Κανείς ὅμως δέν διερωτᾶται αὐτό τό ἐπάγγελμα/λειτούργημα ἀπό πότε ὑπάρχει. Ἡ Ἱστορία τῶν Θεσμῶν μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἀπό τήν κλασική ἀρχαιότητα ὑπῆρχαν οἱ μνήμονες, πρόσωπα πού ἐκαλοῦντο στό δικαστήριο γιά νά βεβαιώσουν γεγονότα καί πράξεις. Κάποτε ἡ μνήμη τους ἀρκοῦσε πρός τοῦτο, ἀλλά πολύ γρήγορα, γιά λόγους πρακτικούς, δηλαδή τῆς μή ἀμφισβητήσεως τῶν μαρτυρουμένων γεγονότων, ἡ μνήμη ἀντικατεστάθη ἀπό τόν γραπτό λόγο καί πίνακες τηρήσεως μεταβολῶν στήν προσωπική κατάσταση καί τήν περιουσία τῶν πολιτῶν, ἀλλά καί τῶν μεγάλων γεγονότων τῆς πόλεως.

Τό Ρωμαϊκό κράτος, ἤδη ἀπό τούς χρόνους τῆς Ὕστερης Δημοκρατίας, τηροῦσε ἐπιμελῶς τά στοιχεῖα τῶν περιουσιῶν τῶν πολιτῶν γιά τήν βεβαιότητα τῶν μεταβιβάσεων καί τήν ἀσφάλεια τῶν συναλλαγῶν, ἀλλά καί διότι ἡ διακρίβωσις τοῦ ὕψους τῆς περιουσίας ἐπέτρεπε τήν φορολόγηση καί τήν κατανομή τῶν βαρῶν. Τό σύστημα τακτοποιήθηκε ἀκόμη περισσότερο κατά τούς χρόνους τῆς Ἡγεμονίας, ἀπό τόν Αὔγουστο καί τόν Βεσπασιανό, δύο αὐτοκράτορες πού ἀγωνίσθηκαν γιά τήν οἰκονομική ἀνόρθωση τοῦ κράτους τους.

Οἱ πράξεις πού ἀφοροῦσαν ἀγοραπωλησίες, προῖκες, κληρονομίες καί δωρεές συστηματοποιήθηκαν καί ἐτηροῦντο ἀπό τούς νοταρίους, μία ὀνομασία γιά τούς συμβολαιογράφους πού διατηρήθηκε στόν ἑλληνικό χῶρο κυρίως στίς περιοχές πού ἐγνώρισαν καί λατινική κυριαρχία, ὅπως εἶναι τά Ἑπτάνησα, οἱ Κυκλάδες καί ἡ Κρήτη, ἀλλά καί τό Ναύπλιο, καί γενικά ἡ Πελοπόννησος. Στήν βόρειο Ἑλλάδα συναντοῦμε ἀντιθέτως τήν ἐπιβίωση τοῦ ἀρχαίου ὅρου μνήμων καί τοῦ βυζαντινοῦ σημειογράφος.

Στό Βυζάντιο καί ἀπό τόν 10ο αἰώνα στήν Κωνσταντινούπολη οἱ νοτάριοι ὀνομάζονται πιά ταβουλάριοι, διότι κρατοῦν πίνακες (τάβουλες) καί ἀποτελοῦν ἀνεξάρτητη συντεχνία μέ 24 μέλη, αἱρετό πρόεδρο καί ἐσωτερικό κανονισμό. Ἀνάλογοι λειτουργοί ὑπῆρχαν καί στίς ἐπαρχίες, δύο σέ κάθε μία, γιά νά ἐλέγχουν τήν νομιμότητα τῶν δημοσίων πράξεων τῶν κρατικῶν λειτουργῶν, ἀκόμη καί τοῦ ἐπάρχου. Ἀπό τήν ἵδρυση τῆς Νομικῆς Σχολῆς τῆς Πόλεως τό 1045 ἀπό τόν Κωνσταντῖνο Θ΄ τόν Μονομάχο, ἀπαιτεῖτο γιά τήν ἀνάληψη τοῦ ἀξιώματος καί τῶν καθηκόντων τοῦ ταβουλαρίου πιστοποιητικό νομικῶν σπουδῶν καί διορισμός σέ συγκεκριμένη συνοικία, δηλαδή παρείχετο συγκεκριμένη ἐδαφική ἔκτασις ἁρμοδιότητος.

Παραλλήλως πρός τούς ταβουλαρίους πού διωρίζοντο ἀπό τήν Πολιτεία, ὑπῆρχαν καί ἐκκλησιαστικοί ταβουλάριοι πού ἀσκοῦσαν τά αὐτά καθήκοντα παρά τό γεγονός ὅτι ἦταν ἱερωμένοι. Καί τοῦτο εἶναι εὐεξήγητο, καθώς ἡ ἔγγειος ἰδιοκτησία τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν ἐπί μέρους μονῶν καί ἐκκλησιαστικῶν ἱδρυμάτων αὐξάνετο μέ γεωμετρική ταχύτητα. Ἡ ὕπαρξις τῶν ἐκκλησιαστικῶν ταβουλαρίων (πού ἀπό τήν Μέση Βυζαντινή περίοδο ἀπεκαλοῦντο καί συμβολαιογράφοι) εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ θεσμός διατηρήθηκε καί μετά τήν Ἅλωση τοῦ 1204 καί κυρίως μετά τήν Ἅλωση τοῦ 1453. Ἀφοῦ ἦταν ἐκκλησιαστικό ἀξίωμα, ἐπετρέπετο ἐντός τῶν ὁρίων τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Πατριάρχη καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν τοῦ μιλλιέτ τῶν Ρωμιῶν.

Αὐτό μᾶς φέρνει στίς παραμονές τοῦ Ἀγῶνα τοῦ 1821, τοῦ ὁποίου τιμᾶται ἐφέτος ἡ 200ετηρίς. Στίς ὠργανωμένες πόλεις λειτουργοῦν πάντοτε οἱ νοτάριοιμνήμονες, κάποιοι ἐκ τῶν ὁποίων συνέχισαν τά καθήκοντά τους καί κατά τήν διάρκεια τοῦ Ἀγῶνος τῆς Παλιγγενεσίας, παρά τό γεγονός τῆς γενικῆς διαταράξεως ἐξ αἰτίας τοῦ διεξαγομένου ὁλοκληρωτικοῦ πολέμου. Τήν πρώτη τακτοποίηση τοῦ ζητήματος ἐξεκίνησε τό νεαρό Νεοελληνικό Κράτος ἀπό τόν Νόμο 12 τῆς 30 Ἀπριλίου 1822 περί Ὀργανισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν Ἐπαρχιῶν (ἄρθρ. 28) καί τόν ἀμέσως ἑπόμενο Νόμο 13 τῆς 2 Μαΐου 1822 «Διάταξις τῶν Δικαστηρίων», στόν ὁποῖο ὁλόκληρο κεφάλαιο, τό τελευταῖο, ἐπιγράφεται «Καθήκοντα τῶν νοταρίων». Τακτικώτερη ὀργάνωση ἐπεδίωξε ὁ Κυβερνήτης Ἰωάννης Καποδίστριας, ἐπί τῆς διακυβερνήσεως τοῦ ὁποίου διωρίσθηκε καί ὁ πρῶτος ἐπίσημος μετεπαναστατικός Νοτάριος στήν ἀπό τοῦ 1823 πρωτεύουσα τοῦ Κράτους Χαράλαμποος Παπαδόπουλος, καταγόμενος ἀπό τήν Καρύταινα.

Ὅπως ἀναλυτικά ἀποκαλύπτει τό βιβλίο τοῦ κ. Τόμπρα, οἱ πρῶτοι συμβολαιογράφοι τοῦ Ναυπλίου εἶχαν καταγωγή ἀπό διάφορα μέρη τῆς ἑλληνικῆς γῆς. Ὁ πρῶτος ἦταν ἀπό τήν Καρύταινα, ὁ δεύτερος ἀπό τήν Ραψάνη, ὁ τρίτος ἀπό τήν Πόλη, ὁ τέταρτος ἀπό τήν Κυνουρία. Ἡ εἰκόνα αὐτή συνεχίσθηκε ἐπί ἀρκετές δεκαετίες, μέ ἐντοπίους συμβολαιογράφους καταγομένους ἀπό τήν εὐρύτερη Ἀργολίδα, κυρίως ἀπό τόν Δῆμο Μιδέας.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ ποικίλη καταγωγή τῶν συμβολαιογράφων Ναυπλίου ἀπεικονίζει τόν κοσμοπολιτικό χαρακτῆρα πού διατήρησε ἡ πόλη καί μετά τήν μεταφορά τῆς πρωτευούσης στήν Ἀθήνα. Καί τοῦτο εἶναι εὔλογο, καθώς στό Ναύπλιο εἶχαν σπεύσει νά ἀποκτήσουν κατοικία πολλοί Ἀγωνιστές, ἀλλά καί πρόσφυγες ἀπό ἄλλες περιοχές πού εἶχαν ὑποστῆ τήν τουρκική καί αἰγυπτιακή γενοκτονική ἐπιδρομή. Στήν διάρκεια τοῦ Ἀγῶνα εἶχαν συρρεύσει στήν πόλη τοῦ Ναυπλίου Ρουμελιῶτες, Ἑπτανήσιοι, ἀλλά καί Χιῶτες, Μεσολογγῖτες, Ψαριανοί θύματα τοῦ πολέμου, καθώς καί μεγάλος ἀριθμός προσώπων πού ἐκινοῦντο στόν χῶρο τῆς πολιτικῆς καί τῆς διοικήσεως. Εἶναι φυσικό ὅτι στήν μικρή καί κλειστή πόλη, πού προστατευόταν ἀπό τά τρία φρούριά της καί τό τεῖχος τῆς κάτω πόλεως, τό Βαρόσι, δομήθηκε τό Νεοελληνικό Κράτος, μέ ἀνώτατον ἄρχοντα, βουλή, κυβέρνηση, δικαστήριο, σχολεῖο καί ὑγειονομεῖο, νοσοκομεῖο καί ἄλλες ὑπηρεσίες. Δέν ἦταν δυνατόν νά λείψη ἡ καταγραφή τῶν μεταβιβάσεων καί τῶν ἄλλων πράξεων.

Ἡ μελέτη τοῦ κ. Τόμπρα καί οἱ πλούσιες πληροφορίες πού παρέχει γιά τά ἀρχεῖα τῶν παλαιῶν συμβολαιογράφων δέν μᾶς ἐνδιαφέρει μόνον γιά τήν ἱστορία τοῦ θεσμοῦ. Τά συμβολαιογραφικά ἀρχεῖα ὅλοι γνωρίζουν ὅτι ἀποτελοῦν τήν ἀδιάψευστη πηγή ὅταν ἀναζητοῦνται στοιχεῖα κυριότητος ἐπί ἀκινήτων. Ὅμως πολύ λιγώτεροι γνωρίζουν ὅτι στήν λοιπή Εὐρώπη τά συμβολαιογραφικά ἀρχεῖα καί κυρίως προικοσύμφωνα καί διαθῆκες εἶναι βασική πηγή στήν ἀναζήτηση γενεαλογικῶν στοιχῶν, συγγενειῶν καί σχέσεων τῶν κατοίκων μεταξύ τους. Οἱ πράξεις αὐτές, πέρα ἀπό τά ἄλλα εἶναι καί βασική πηγή γιά τήν ἀνίχνευση τῶν μεταβολῶν τῆς κοινωνίας. Κάποιες ἀποκαλύπτουν, αἰῶνες ἀργότερα, λησμονημένα σκάνδαλα καί «ρόζ ἱστορίες», μέ τήν ἀποκλήρωση παιδιῶν γιά σκανδαλώδη συμπεριφορά, κορίτσια γιά τήν σύμπραξή τους σέ ἀπαγωγή τους καί γάμο παρά τήν θέληση τοῦ πατέρα, γιά ἀνεπιθύμητο γάμο κάποιας χήρας, πού τά παιδιά της προσπαθοῦν νά ἀποκλείσουν ἀπό τήν πατρική περιουσία καί ἄλλα παρόμοια.

Ἔτσι καί στήν Ἑλλάδα οἱ νοτάριοι/ μνήμονες/ σημειογράφοι/ συμβολαιογράφοι κατέγραφαν ὅσα ζητοῦσε ὁ πελάτης, διαθέτης ἤ προικοδότης, καί ἀποτύπωναν ἐπίσης συχνά, τουλάχιστον μέχρις ὅτου λειτούργησαν τακτικά τά δικαστήρια στό νεοελληνικό κράτος, κοινωνικές καταστάσεις καί δυσλειτουργίες, διαμάχες καί συγκρούσεις σέ τοπικό ἐπίπεδο.

Οἱ κλασικοί ἱστορικοί συνήθως ἀρκοῦνται νά συμβουλεύονται γιά τήν περίοδο πού μᾶς ἐνδιαφέρει, τῶν πρώτων ἐτῶν τοῦ Νεοελληνικοῦ Κράτους μετά τήν ἵδρυσή του τό 1822, ἀπομνημονεύματα ἀγωνιστῶν, κάποια ἀπό τά δημοσιευμένα ἀρχεῖα, ἴσως τώρα πού ψηφιοποιήθηκαν ἔγγραφα στά Γενικά Ἀρχεῖα τοῦ Κράτους στήν Ἀθήνα καί τήν περιφέρεια, ἀλλά λησμονοῦν πανηγυρικά τήν πληροφόρηση ἀπό τά θεσμικά ἀρχεῖα τῶν ληξιαρχείων, ὑποθηκοφυλακείων καί τῶν συμβολαιογράφων, ἀλλά καί τῶν βιβλίων γάμων, βαπτίσεων καί κηδειῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν. Ὅμως ἡ προσφυγή σέ αὐτό τό ἱστορικό ὑλικό θά τούς ἔδιδε ἀπαντήσεις γιά πολλά ἐρωτήματα. Καί εἶναι καιρός νά προχωρήσουμε πιό πέρα καί πιό μπροστά στήν ἔρευνα τοῦ προσφάτου παρελθόντος μας. Ὅπως ἔκαμε ὁ κ. Τόμπρας. Διότι αὐτό τό παρελθόν μᾶς καθορίζει καί μᾶς διαμορφώνει  συχνά καί χωρίς νά τό κατανοοῦμε. Τά πνεύματα ἔχουν ἀνοίξει και βελτιωθῆ σαφῶς.

Στά ὄχι καί τόσο μακρυνά χρόνια τοῦ 1971, ὅταν μία μικρή ὁμάδα ἐρευνητῶν μέ προεξάρχοντες τόν ἀείμνηστο Κωνσταντῖνο Κ. Σπηλιωτάκη καί τόν ἐπίσης ἐκλιπόντα πλέον πατέρα μου Γεώργιο Δ. Δημακόπουλο ἀναζητοῦσαν ἀγωνιωδῶς τά στοιχεῖα ἰδιοκτησίας τοῦ κτιρίου τοῦ Ἐκτελεστικοῦ (φυλακές Λεονάρδου), προσέφυγαν καί σέ συμβολαιογράφο τῆς πόλεως. Δέν θά ἀναφέρω ὄνομα, ἄν καί τό θυμοῦμαι πολύ καλά.

Ὁ ἐν λόγω λειτουργός, παρά τό γεγονός ὅτι οἱ συμβολαιογράφοι κατά νόμον εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι καί τά συμβόλαια δημόσια ἔγγραφα, δέν δέχθηκε νά διευκολύνη τήν ἔρευνα καί νά ἐπιτρέψη τήν πρόσβαση στό ἀρχεῖο του. Ἀντιθέτως μάλιστα ἐζήτησε ἕνα ὑπέρογκο γιά τήν ἐποχή ποσό γιά νά ἀναλάβη τήν σχετική ἐργασία ὁ ἴδιος, μέ τήν λογική – προφανῶς – ὅτι ὁ ἔλεγχος τίτλων δέν θά κατέληγε σέ συμβόλαιο!

Εὐτυχῶς ἔχουμε ξεφύγει ἀπό αὐτήν τήν δραματική κατάσταση, πού ἔφερε τό κτίριο στά ὅρια τῆς καταρρεύσεως. Σήμερα πολλά ἀπό τά ἀρχεῖα τῶν συμβολαιογράφων Ναυπλίου ἔχουν καταστῆ προσιτά εἴτε ἀφοῦ κατετέθησαν στά Γενικά Ἀρχεῖα Νομοῦ Ἀργολίδος εἴτε διότι προσεφέρθησαν σέ ἄλλους δημοσίους φορεῖς. Καί ἄν αὐτό τό διάστημα ἡ πανδημία τοῦ κορωναϊοῦ ἔχει κλείσει ἀρχεῖα καί βιβλιοθῆκες, σύντομα ἡ κανονικότα θά ἐπανέλθη καί ὅλοι θά μποροῦν νά τά συμβουλευθοῦν μέ ὁδηγό τό βιβλίο τοῦ κ. Τόμπρα.

Πρέπει νά σημειωθῆ ἐν κατακλεῖδι, ὅτι ἡ ἔρευνα τοῦ συγγραφέως ἐκτός ἀπό τήν ἀναζήτηση στοιχείων στίς ἐπίσημες πηγές καί τά ἀρχεῖα, ἐξετάθη καί ἐκτός Ἑλλάδος ὅπως στήν περίπτωση τοῦ στενοῦ συνεργάτου τοῦ Καποδίστρια Ἰωάννου Γεννατᾶ, ἀλλά καί στίς οἰκογένειες. Διότι αὐτό εἶναι τό σημαντικό ὅταν κάποιος γράφει γιά τόν τόπο του καί τούς ἀνθρώπους του. Ξέρει πρόσωπα καί πράγματα καί βρίσκει ποιές πόρτες πρέπει νά κτυπήση, ποιούς νά ἐνοχλήση καί πῶς νά ἐξασφαλίση βιογραφικά στοιχεῖα, φωτογραφίες καί λεπτομέρειες πού χωρίς αὐτήν τήν ἔρευνα κανείς ἴσως δέν θά ἐπρόσεχε καί δέν θά τιμοῦσε.

Τό βιβλίο ὅπως θά διαπιστώσετε ὅσοι τό ἀποκτήσετε, συμπληρώνεται ἀπό πίνακες, βιβλιογραφία, εὑρετήριο καί εἰκονογραφεῖται πλουσίως δίνοντας μία ἀκόμη σημαντική σελίδα στήν ἱστορία τοῦ ἀγαπημένου μας Ναυπλίου! Ὁ κ. Τόμπρας ἀναδεικνύεται σέ ἄξιο συνεχιστή τῆς λειτουργίας τῶν μνημόνων τῆς ἀρχαιότητος καί τῶν ταβουλαρίων τοῦ Βυζαντίου, διασώζοντας τήν μνήμη ἀνθρώπων καί γεγονότων…

 

Νικόλαος Γεωργίου Τόμπρας

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009

Σχήμα 17Χ24

Σελίδες 336

ISBN 978-618-00-2254-4

Δικαστικό Μέγαρο Ναυπλίου


 

Το Δικαστικό Μέγαρο, χορηγία του μεγάλου Έλληνα ευεργέτη Ανδρέα Συγγρού, περατώθηκε το 1911, σε σχέδια του Αναστάσιου Σταματιάδη. Στο κτίριο, που είναι δομημένο σύμφωνα με τον νεοκλασικό ρυθμό, στεγάζεται σήμερα και εφετείο.

 

Δικαστικό Μέγαρο Ναυπλίου

 

Η είσοδος του Μεγάρου κοσμείται με τις προτομές του Αναστάσιου Πολυζωίδη και του Γεώργιου Τερτσέτη, δύο σπουδαίων μορφών που υπηρέτησαν την ελληνική δικαιοσύνη με υποδειγματική συνέπεια. Και οι δύο έμειναν γνωστοί για τη σθεναρή τους στάση στη Δίκη των οπλαρχηγών της Ελληνικής Επανάστασης, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Δημήτριου Πλαπούτα και άλλων, όταν, το 1834, οι τελευταίοι κατηγορήθηκαν για συνωμοσία κατά της Αντιβασιλείας. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Αναστάσιος Πολυζωίδης και ο δικαστικός Γεώργιος Τερτσέτης αρνήθηκαν να υπογράψουν το πρακτικό της απόφασης για τη θανατική καταδίκη των οπλαρχηγών. Και οι δύο απολύθηκαν για αυτήν τους τη στάση, αλλά αργότερα αθωώθηκαν και αποκαταστάθηκαν στα δικαστικά τους καθήκοντα.

 

Δικαστικό Μέγαρο Ναυπλίου

 

Στο νότιο τμήμα της πλατείας Δικαστηρίων βρίσκεται το μνημείο του ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης, που έμεινε γνωστός με την επωνυμία Νικηταράς. Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, υπήρξε σπουδαίος πολεμιστής. Διετέλεσε μάλιστα για ορισμένο διάστημα αρχηγός της πολιορκίας του Ναυπλίου.

 

Το μνημείο του Νικηταρά.

 

Το μνημείο του Νικηταρά ανήγειρε το 1926 η Ασπασία Ποταμιάνου ύστερα από επιθυμία του συζύγου της Ναυπλιώτη πολιτικού, Ηλία Ποταμιάνου, και έχει τη μορφή αναθηματικής στήλης. Στη βάση της έχει αποδοθεί σε έξεργο ανάγλυφο σκηνή μάχης, με τον Νικηταρά να σκοτώνει με το μαχαίρι του έφιππο Τούρκο πολεμιστή.

Στην πρόσοψη του μνημείου είναι χαραγμένα τα παρακάτω λόγια:

 

ΝΙΚΗΤΑ ΝΙΚΗΤΑΡΑ

ΤΩ ΤΟΥΡΚΟΦΑΓΩ

ΗΛΙΑΣ ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ

ΗΓΕΙΡΕ

 

Ο γλύπτης που σχεδίασε το μνημείο ήταν ο Αντώνιος Σώχος, ανιψιός του Λάζαρου Σώχου, του δημιουργού του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη. Ο Σώχος φαίνεται ότι εμπνεύστηκε αυτή τη σκηνή από μία τοιχογραφία του Πέτερ φον Ες που απεικονίζει τον Νικηταρά στη μάχη των Δερβενακίων. Στην πίσω όψη της βάσης της στήλης έχουν χαραχτεί στίχοι του μεγάλου Έλληνα ποιητή Κωστή Παλαμά, αφιερωμένοι στον Νικηταρά.

 

«Εδώ στην πέτρα ασάλευτος ο στρατηγός Νικήτας

ο τουρκοφάγος αθλητής του Γένους νέος Ακρίτας

 Πάντ’ ανθισμένη ας την κρατά τη δάφνη των Ελλήνων

και στων πολέμων την ιερή φωτιά και στων κινδύνων».

 

Το μνημείο του Νικηταρά, η σκηνή από το έργο του Πέτερ φον Ες που απεικονίζει τον Νικηταρά στη μάχη των Δερβενακίων.

 

H θέση του μνημείου Νικηταρά παλιότερα ήταν στο κέντρο της πλατείας Δικαστηρίων – σήμερα πλατεία Νικηταρά – μπροστά από την δυτική είσοδο του Δικαστικού Μεγάρου, αλλά αργότερα μετακινήθηκε στη γωνία της ίδιας πλατείας. Οι κάτοικοι της περιοχής θεωρούν ότι το μνημείο υποβαθμίζεται στο σημείο που βρίσκεται, αφού μένει απαρατήρητο από τους επισκέπτες.

 

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Ιστότοπος: nafplio-tour

Το «Κρυφό Σχολειό» και η ρητορική της εικόνας – Γιάννης Παπαθεοδώρου


 

Ο μύθος εξαφανίζεται, μένει όμως, πολύ πιο δόλιο, το μυθικό.

Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες

Ένα «εθνικό σύμβολο»

 

«Χάσαμε το Κρυφό Σχολειό» έγραφε με μεγάλα γράμματα το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Καθημερινή, στις 14 Δεκεμβρίου 1993. [1] Το «Κρυφό Σχολειό», το περίφημο έργο του Νικολάου Γύζη, είχε αγοραστεί από ανώνυμο συλλέκτη κατά τη διάρκεια της πρώτης δημοπρασίας του οίκου Christie’s, έναντι της τιμής των 170 εκατ. δρχ. Το πλαφόν που είχε ορίσει η ελληνική Πολιτεία για να μπορέσει να προσθέσει το έργο στην Εθνική Πινακοθήκη ήταν 80 εκατ. δρχ. Τα αλλεπάλληλα «χτυπήματα», ωστόσο, εκτόξευσαν την τιμή σε δυσθεώρητα ύψη, καθιστώντας τον Γύζη (αλλά και τον συγκεκριμένο πίνακα) πρώτο στο ιδιότυπο χρηματιστήριο αξιών των έργων τέχνης.

Η πολιτεία αμήχανη προσπάθησε να δικαιολογήσει την αδυναμία της να αποκτήσει ένα τόσο σημαντικό πίνακα με «εθνικό θέμα», ενώ παράλληλα οι φήμες για τον «ανώνυμο αγοραστή» φούντωναν. Ποιος ήταν εκείνος που τολμούσε να πάρει το «Κρυφό Σχολειό» μακριά από τους φυσικούς και αυτονόητους ιδιοκτήτες του; Σε ποια ιδιωτική συλλογή θα κατέληγε ένα έργο που φλόγισε τον νου και την καρδιά των Ελλήνων για περίπου εκατό χρόνια; Στην ειδησεογραφία των ημερών εκείνων μπορεί κανείς να διακρίνει ότι το αίσθημα της απώλειας συνοδεύεται από μια κριτική για την ίδια την αναποτελεσματικότητα του κράτους. Το «Κρυφό Σχολειό», αίφνης γινόταν αφορμή για να εκφραστεί η δυσαρέσκεια απέναντι σε θεσμούς όπως η Πινακοθήκη αλλά και το ΥΠΠΟ, που δεν μπόρεσαν να κρατήσουν το έργο στην Ελλάδα.

Ευτυχώς η «εθνική» αγωνία δεν κράτησε πολύ. Λίγες μέρες αργότερα, ο μεγαλοεργολάβος κατασκευαστικών έργων κ. Πρόδρομος Εμφιετζόγλου, σε συγκέντρωση οικονομικών συντακτών, αποκάλυψε ότι αυτός ήταν ο αγοραστής του πίνακα. «Το Κρυφό Σχολειό», δήλωνε ο Π.Ε., «θα το έπαιρνα ακόμα και αν έπρεπε να ξεπουλήσω ό,τι είχα και δεν είχα. Θα θυμίσει, σε πάρα πολλούς αυτό που έχουν ξεχάσει. Ότι πάνω από τα ταπεινά, υπάρχουν ιδανικά για τα οποία πολέμησαν περήφανα οι πατέρες μας. Αυτή η περηφάνια μάς λείπει». [2] Ο κάτοχος του πίνακα διευκρίνισε επίσης πως δεν θα τον δωρίσει στην Εθνική Πινακοθήκη αλλά θα δανείζει το έργο, όποτε του ζητείται, «για να το δουν όλοι, από τη Μακεδονία και τη Θράκη μέχρι την άλλη άκρη της Ελλάδας». Πράγματι, λίγο καιρό αργότερα, ο πίνακας παρουσιάστηκε στην έκθεση «Το παιδί στη Νεοελληνική Τέχνη, 19ος-20ός αιώνας», στην Εθνική Πινακοθήκη. Αποτέλεσε την «ατραξιόν» της έκθεσης και συγκέντρωσε το ενδιαφέρον της εικαστικής κριτικής αλλά και της δημοσιογραφίας. Δεν χρειάζεται να σημειωθεί, βέβαια, η υψηλή επισκεψιμότητα της έκθεσης από σχολεία και συλλόγους, ανά την Ελλάδα. Το «Κρυφό Σχολειό» είχε επιτέλους «επαναπατριστεί», κατοχυρώνοντας, δίπλα στην υψηλή αγοραστική του αξία, τη συμβολική του υπεραξία στη δημόσια σφαίρα.

 

Η μάχη των συμβόλων

 

Λίγο καιρό μετά τον πρώτο δημοσιογραφικό θόρυβο για το «Κρυφό Σχολειό», ο Αλέξης Πολίτης δημοσίευε στην Αυγή της 25ης Μαρτίου 1994 ένα μικρό άρθρο με τίτλο «Φεγγαράκι μου λαμπρό…». [3] Εκεί επιχειρούσε να εντοπίσει τα ίχνη της πρώτης φάσης του μύθου του Κρυφού Σχολειού, εστιάζοντας παράλληλα «στην κατανόηση των μηχανισμών που τον τροφοδότησαν». Τρία χρόνια αργότερα, το 1997, το βιβλίο του Αλκή Αγγέλου, Το χρονικό ενός μύθου [4] άνοιγε ξανά τη συζήτηση για την ύπαρξη – ορθότερα, για τη μη ύπαρξη – του Κρυφού Σχολειού στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, προκαλώντας πλήθος αντιδράσεων· και δεν αναφέρομαι μόνο στα επικριτικά άρθρα και φυλλάδια, για τον «αρνητή». Το θέμα της αμφισβήτησης του Κρυφού Σχολειού απασχόλησε ακόμη και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία, σε συνεδρίασή της (7-10 Ιουλίου 1998), αποφάσισε να εκδοθεί ειδική πραγματεία, που όχι μόνο θα αναιρούσε τις ενστάσεις των ιστορικών και των φιλολόγων, αλλά θα συνεισέφερε στην έρευνα με νέα ισχυρά τεκμήρια για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού. Και πράγματι, λίγο καιρό αργότερα, εκδόθηκε από την Αποστολική Διακονία φυλλάδιο (και όχι βιβλίο) με τίτλο Το Κρυφό Σχολειό: Μύθος ή πραγματικότητα; Αθήνα 1999. [5]

 

Νικόλαος Γύζης, «Σχολείον κρυπτόν», Λάδι σε ξύλο, 1885-86. Ιδιωτική συλλογή.

 

Δεν είναι της ώρας να σχολιάσουμε τα επιχειρήματα αυτής της βιβλιογραφίας. [6] Τα περισσότερα, άλλωστε, επαναλαμβάνουν κοινούς τόπους της «επινοημένης παράδοσης», γνώριμες στρεβλώσεις της ιστορικής και φιλολογικής μεθοδολογίας, επικίνδυνες μεταβάσεις από την περιοχή της επιστημονικής δεοντολογίας στις ανάγκες της εθνικής σκοπιμότητας. [7] Αυτό που με ενδιαφέρει, για την ώρα, είναι να επιστρέψω στην καταστατική σημασία που έχει το ποίημα «Το Κρυφό Σχολειό» του Ιωάννη Πολέμη (1899), καθώς και η ταυτόχρονη δημοσίευσή του μαζί με τον πίνακα του Γύζη στο περιοδικό Εθνική Αγωγή. Εκκινώντας από μια παρατήρηση του Αλέξη Πολίτη, που νομίζω πως δεν προσέχτηκε τόσο πολύ στον καιρό της, θα επιχειρήσω να εξετάσω τη λειτουργία της σύνδεσης του ποιήματος με τον πίνακα. Πρόκειται για ένα «δίπτυχο που αλληλοσχολιάζεται και αλληλοσυμπληρώνεται», σημείωνε σχετικά ο Πολίτης στο άρθρο του· ένα δίπτυχο που «ακτινοβόλησε σ’ ολόκληρον τον εκπαιδευτικό κόσμο, που έκανε κάθε ελληνική καρδιά να ριγήσει από τα πάθη των προγόνων – αλλά κι από το πείσμα – τους να αντισταθούν. Η αξία των γραμμάτων, κεντρικό μοτίβο της ιδεολογικής υπεροχής των Ελλήνων, ολοκλήρωσε τον πρώτο της κύκλο».[8]

Βασική αφετηρία της εργασίας μου είναι ότι τόσο το ποίημα του Πολέμη όσο και ο πίνακας του Γύζη δεν πρέπει να εξετάζονται βέβαια ως τεκμήρια για την ύπαρξη ή μη του «Κρυφού Σχολειού», αλλά ως υλικά μιας πολιτισμικής κατασκευής και ως καλλιτεχνικές μορφές κοινωνικής διευθέτησης και διαχείρισης της ιστορίας και της κουλτούρας. Ειδικά ετούτη την τελευταία παράμετρο την θεωρώ σημαντική, ακριβώς γιατί συνδέει τη φιλολογία με ένα ορισμένο είδος πολιτισμικής ανάλυσης, την οποία με τον δικό του τρόπο υπηρέτησε πρακτικά ο Αλέξης Πολίτης στη μακρόχρονη ενασχόλησή του με τους μύθους και τα στερεότυπα του Νέου Ελληνισμού.

Ξαναδιαβάζοντας, σήμερα, είκοσι χρόνια μετά το άρθρο του για το Κρυφό Σχολειό, την ανάλυση του Αλέξη Πολίτη για το «Φεγγαράκι μου λαμπρό», ο ερευνητής μπορεί να διευρύνει τα ερωτήματα που άρρητα ενυπάρχουν στο άρθρο. Θα μπορούσα να τα συνοψίσω ως εξής: πώς μελετάει ένας φιλόλογος φαινόμενα «ειδολογικού υβριδισμού» σε ό,τι αφορά την παραγωγή πολιτισμικών νοημάτων (π.χ. «το δίπτυχο» ποιήματος και πίνακα); Πώς αντιμετωπίζει την πρόκληση να ασχοληθεί με ρητορικές επιτελέσεις που προϋποθέτουν τη διαπλοκή και τη μείξη διαφορετικών πολιτισμικών αντικειμένων, ειδών και καθιερωμένων ιεραρχιών (υψηλό/χαμηλό); Και τέλος, πώς μελετάει κανείς σήμερα το «μυθολογικό κενό» της νεοελληνικής πολιτισμικής συνείδησης, με μια πολιτική εγρήγορση που δεν θυσιάζει ωστόσο τις επιστημονικές της αξιώσεις;

Η παρούσα εργασία αποτελεί περισσότερο μια δοκιμή αναστοχασμού γύρω από αυτά τα ερωτήματα· δοκιμή που φέρει τα ίχνη της θητείας στον λόγο του Αλέξη Πολίτη. Για πολλούς από εμάς τους νεότερους φιλολόγους, η ιστορική του ματιά και ο καθαρός του λόγος στάθηκαν ισχυρά αντίβαρα τόσο απέναντι στην «έκρηξη της θεωρίας» όσο και απέναντι στον ιμπρεσιονισμό της «παραδοσιακής» φιλολογίας. Κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’90, άλλωστε, δίπλα στη «μάχη των εθνικών συμβόλων», μια άλλη παράλληλη μάχη διεξαγόταν στα αμφιθέατρα, στις ταβέρνες και στα μπαράκια. Η «εισαγωγή της θεωρίας» – για να χρησιμοποιήσω μια μάλλον άκομψη έκφραση εκείνης της εποχής – στις νεοελληνικές φιλολογικές και ιστορικές σπουδές δημιουργούσε αναπόφευκτες συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις, που αδικούσαν συχνά τα ίδια τα επιχειρήματα. Οι σχετικές εργασίες του Αλέξη Πολίτη, ιδίως αυτές που περιλαμβάνονται τώρα στο βιβλίο του Το μυθολογικό κενό, υπερασπίζονταν ένα μοντέλο έρευνας, το οποίο διαφοροποιούνταν από την άκριτη υποδοχή της θεωρίας, [9] διεκδικώντας ταυτόχρονα έναν άλλο δρόμο για τη διεπιστημονική σύνδεση της φιλολογίας με την ιστορία και την ανθρωπολογία. Από τη σημερινή σκοπιά, θα μπορούσε κανείς να πει πως ο Αλέξης Πολίτης «έφτανε» έτσι από τα δικά του μονοπάτια σε εξίσου θεωρητικές ζητήσεις, που είχαν απασχολήσει μόνο περιθωριακά ώς τότε τη νεοελληνική φιλολογία.

Επιλέγοντας σήμερα, σε μια εποχή «μετά τη θεωρία», να επισκεφτώ εκ νέου το θέμα του «Κρυφού Σχολειού», θα ήθελα επομένως να σχολιάσω και αυτά τα μονοπάτια του Αλέξη Πολίτη: τις «νεοελληνικές μυθοπλασίες». [10] Αν με τον όρο αυτόν εννοούμε μια ορισμένη πολιτισμική συνθήκη, στην οποία ο μύθος υποκαθιστά και ταυτόχρονα ανακαθορίζει τη νεοελληνική ιστορική πραγματικότητα, τότε η ίδια η διαδικασία της μυθοποίησης προβάλλεται όχι ως παρένθετο αλλά ως υποχρεωτικό ερευνητικό έδαφος για τη γνώση του αντικειμένου. Και είναι ακριβώς αυτό το είδος των ερευνητικών ερωτημάτων που υποχρεώνουν τον φιλόλογο να συναντηθεί με τα εργαλεία της πολιτισμικής ιστορίας, για να κατανοήσει τους περίπλοκους τρόπους με τους οποίους η λογοτεχνία συμμετέχει στην ευρύτερη «πολιτισμική ποιητική».[11]

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τα ζητήματα των ιδεολογικών χρήσεων[12] του Εικοσιένα, καταλαβαίνουμε πως η λογοτεχνία έπαιξε καταστατικό ρόλο στην καθιέρωση, την εδραίωση και τη διάχυση του μύθου του Κρυφού Σχολειού, τόσο μέσα από τις μυθοπλαστικές εκδοχές εξιστόρησης του Εικοσιένα όσο και μέσα από τις θεσμικές χρήσεις των σχετικών κειμένων (π.χ. Το «Κρυφό Σχολειό» του Ιωάννη Πολέμη στην εκπαίδευση). Με άλλα λόγια, η μελέτη των «νεοελληνικών μυθοπλασιών» εντάσσεται οργανικά μέσα στο σύγχρονο πεδίο έρευνας του εθνοσυμβολισμού,[13] και μπορεί να τροφοδοτήσει τις νεότερες εργασίες με ένα γόνιμο πεδίο προβληματισμού.

Αναμφισβήτητα, το «Κρυφό Σχολειό» – εννοώ τον πίνακα του Νικολάου Γύζη, συνοδευμένο βέβαια από το γνωστό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική στιγμή των «νεοελληνικών μυθοπλασιών». Δεν είναι μόνο η στιγμή της κατοχύρωσης του σχετικού μύθου·[14] είναι η στιγμή της επινόησης ενός νέου τρόπου κυκλοφορίας του μύθου: με λόγο και εικόνα. Στο πλαίσιο του νεοελληνικού εθνοσυμβολισμού ίσως να μην υπάρχει κανένα άλλο έργο τέχνης που να συναγωνίζεται την αίγλη αυτού του δίπτυχου·[15] τις χρήσεις και τις καταχρήσεις της πολιτισμικής του σημασίας, τις αντιπαραθέσεις γύρω από την τεκμηριωτική του αξία, τον απόηχό του στη σύγχρονη νεοελληνική κουλτούρα. Στο άρθρο μου αυτό, λοιπόν, επιχειρώ να «ξαναδιαβάσω» το συγκεκριμένο δίπτυχο, εξετάζοντας ταυτόχρονα την καταστατική στιγμή του μύθου.

 

Ο ζωγράφος και ο ποιητής

 

Ας ξεκινήσουμε, όμως, από μερικά γνωστά πραγματολογικά δεδομένα. Ο πίνακας του Νικολάου Γύζη, που είναι σήμερα γνωστός ως «Το Κρυφό Σχολειό», εκτέθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1888. Στην αφετηρία της ενασχόλησης του ζωγράφου, η σύλληψη του «κρυφού σχολειού» συνυπάρχει με τη βεβαιότητα της απαγόρευσης των σχολείων στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Συγκεκριμένα, σε επιστολή προς τον πεθερό του, κατά την περίοδο της δημιουργίας του πίνακα (24.1.1886), ο Γύζης περιγράφει τις προθέσεις του ως εξής: «Διά του υπογείου, της κλειστής θύρας και παραθύρου και διά του ωπλισμένου νέου, εσκέφθην να παραστήσω την εποχήν εκείνην της Ελλάδος, ότε επί Τουρκοκρατίας ήσαν αυστηρώς απηγορευμένα τα σχολεία και μόνον εν κρυπτώ ελειτούργουν». Και συνεχίζει: «ηθέλησα να παραστήσω μυστηριώδη πράξιν εις σκοτεινόν υπόγειον μόνον διά μιας ακτίνος ηλίου εισερχόμενης εντός».[16] Ξέρουμε βέβαια πως οι προθέσεις των δημιουργών δεν είναι δεσμευτικές για την πρόσληψη του έργου τους. Πόσο μάλλον όταν το έργο προσφέρεται για ποικίλες ιδεολογικές χρήσεις. Ο πίνακας με τον αρχικό τίτλο Σχολείον κρυπτόν ολοκληρώνεται πάντως τους αμέσως επόμενους μήνες, και ο Γύζης τον στέλνει με φωτογραφία στον φίλο του Νικηφόρο Λύτρα.

Όταν αργότερα το έργο εκτέθηκε στην Αθήνα δεν φαίνεται να έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στο πλατύ κοινό. Η λαϊκή διάδοση του μύθου μέσα από το «Φεγγαράκι μου λαμπρό» έβρισκε πάντως ένα αξιοσημείωτο συμπλήρωμα, που δημιουργούσε την ψευδαίσθηση της αληθοφάνειας μέσω του ηθογραφικού ρεαλισμού.

Ο προσεκτικός βιογράφος του Γύζη Μαρίνος Καλλιγάς, αφού εντάξει το έργο στη γενική κατηγορία της ηθογραφίας – η σχολή του Μονάχου ήταν γνωστή ανάμεσα σε άλλα και για τις οριενταλιστικές ηθογραφίες της – σημειώνει πως, σε μια σειρά έργων του Γύζη αυτής της περιόδου, η θεματογραφία της ελληνικής παράδοσης αναδύει μια «παλαιότητα», που εδώ βέβαια δεν είναι άλλη από την αναπαράσταση της προεπαναστατικής περιόδου. «Όλοι οι Έλληνες, εξάλλου», γράφει ο Καλλιγάς, «θα αναγνώριζαν ως γνήσια την απεικόνιση του “Κρυφού Σχολειού”, ενώ βέβαια κανείς δεν θα είχε δει ποτέ μια τέτοια σκηνή στην πραγματικότητα». [17] Το σίγουρο είναι ένα: «η εικονογράφηση του θέματος του Κρυφού Σχολειού, από έναν αναγνωρισμένο μάλιστα ζωγράφο, δεν μπορεί να έμενε χωρίς επιπτώσεις στην εξέλιξη του μύθου για το Κρυφό Σχολειό, όπως αυτός έχει διαμορφωθεί στα τέλη του αιώνα».[18]

Το 1899, ο Ιωάννης Πολέμης, εμπνεόμενος από τον πίνακα του Γύζη, δημοσίευσε στο περιοδικό Εθνική Αγωγή  το ποίημά του «Το Κρυφό Σχολειό», που μεταγενέστερα γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία ιδίως μέσα στον χώρο των νεοελληνικών αναγνωσμάτων της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Ο τίτλος του ποιήματος αντικατέστησε τον αρχικό τίτλο του έργου του Γύζη, κατοχυρώνοντας, επιπλέον και εφεξής, την κοινή πρακτική τιτλοφόρησης τόσο για τον πίνακα όσο και για το ποίημα. Ήδη με τον πρώτο στίχο, ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να καταλάβει τις διαφορές:

 

Απ’ έξω μαυροφόρ’ απελπισιά,

πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι

 

Ας σημειώσουμε πρόχειρα τις μετατοπίσεις. Η «ακτίνα του ήλιου» (Γύζης) έγινε «χειροπιαστό σκοτάδι» (Πολέμης), η καθαρεύουσα (Σχολείον κρυπτόν) έγινε δημοτική (Το Κρυφό Σχολειό), και κυρίως, η τεχνική παρουσίασης του ποιήματος και του πίνακα απέκτησε πλέον ενιαίο και συνδυαστικό χαρακτήρα. [19] Όπως είναι γνωστό, το ποίημα του Πολέμη εκδόθηκε μαζί με την τσιγκογραφία του Γύζη, στο πρωτοσέλιδο του περιοδικού Εθνική Αγωγή που εξέδιδε ο Γεώργιος Δροσίνης, την πρωτοχρονιά του 1899. Αν δεν κάνω λάθος, πρόκειται για το πρώτο νεοελληνικό ποίημα που εκδίδεται όχι απλώς με αφορμή την εικαστική απεικόνιση του μύθου αλλά ως ερμηνεία του ίδιου του πίνακα. Κι είναι, επίσης, η πρώτη φορά που ο νεοελληνικός πολιτισμικός εθνικισμός γνωρίζει ένα σημαντικό εκσυγχρονισμό σε ό,τι αφορά υλικά του μύθου του Κρυφού Σχολειού. Από το δημώδες παιδικό τραγούδι «Φεγγαράκι μου λαμπρό» έχουμε περάσει στο λόγιο δίπτυχο που «αλληλοσχολιάζεται και αλληλοσυμπληρώνεται», όπως παρατηρεί ο Πολίτης, κερδίζοντας, μέσω της «δημοτικιστικής θερμότητας», μεγάλη αποδοχή στον νου και στην καρδιά των δασκάλων και των μαθητών. «Ο μύθος απέκτησε πια στην αυγή του δικού μας αιώνα σχεδόν, και ονομασία, ή ίσως απλά την κατοχύρωσε».[20]

 

«Κρυφό Σχολειό», ο πίνακας του Νικολάου Γύζη και το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, πρωτοσέλιδο στο περιοδικό του Γ. Δροσίνη «Εθνική Αγωγή», 1η Ιανουαρίου 1899.

 

Θα ήταν καλό πριν προχωρήσουμε, να γνωρίσουμε τη θέση των προσώπων «σε καιρό και σε τόπο». Ο Πολέμης είχε επιστρέφει από το Παρίσι, στα τέλη του 1890, και περιφερόταν σε πνευματιστικές συγκεντρώσεις της Αθήνας ως το απόλυτο «υπνωτιστικό υποκείμενο». [21] Ο ποιητής, πέφτοντας σε κατάσταση ύπνωσης ζωγράφιζε ιχνογραφήματα και, σύμφωνα με τον παριστάμενο νευρολόγο Σίμωνα Αποστολίδη, οι σφυγμοί του έφταναν από τους 80 στους 140, ανάλογα με την ένταση του καλέσματος των πνευμάτων: του Βούδα, της Σαπφούς, του Γκαίτε και του Ουγκώ, τα οποία του υπαγόρευαν και ποιήματα. (Μερικά από αυτά, μάλιστα, δημοσιεύτηκαν ως «ντοκουμέντα» υπνωτιστικής εναίσθησης στο Άστυ). Ο Πολέμης πίστευε στον πνευματισμό και τον αποκρυφισμό, στον οποίο είχε μυηθεί όταν σπούδαζε στη Γερμανία.

 

Ιωάννης Πολέμης (1862-1924), δημοσιεύεται στο «Ημερολόγιον Σκόκου», 1889.

 

Στους λογοτεχνικούς κύκλους της Αθήνας λειτουργούσε σαν ένα αυθεντικό μέντιουμ, με ικανότητες τηλαισθησίας, διόρασης και αυτόματης καταγραφής ποιημάτων σε διάφορες γλώσσες. (Η Σαπφώ του τα υπαγόρευε στα αρχαία ελληνικά και ο Ουγκώ – κατά έναν παράδοξο τρόπο – του υπαγόρευε ποιήματα στα νέα ελληνικά). [22] Σε ό,τι αφορά τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα, είχε διαφοροποιηθεί από τον λόγιο και κάποτε «σκοτεινό» Παλαμά, υιοθετώντας μια ποίηση με ρομαντικές αφετηρίες, έντονο διδακτισμό, ονειροπόλα διάθεση και εύκολα νοήματα.[23]

Ο Γύζης είχε ήδη γίνει καθηγητής στην περίφημη σχολή του Μονάχου και, εκτός από τις ηθογραφικές παραστάσεις του, τα έργα του είχαν ήδη έντονο και συμβολιστικό χαρακτήρα. Επηρεασμένος κι αυτός από το πνευματικό κλίμα των Γερμανών νεορομαντικών είχε στραφεί στον μυστικιστικό συμβολισμό, που μάλλον δεν άρεσε στο ευρύ αθηναϊκό κοινό. Είναι σχεδόν βέβαιο πως στην ίδια όψιμη περίοδο έχει στραφεί στον θεοσοφισμό και γι’ αυτό η ζωγραφική του υποβάλλει έντονα την εξίσωση αισθητικής και θρησκείας. Παρ’ όλα αυτά, ο Γύζης ήταν ένας «ζωγράφος για πολλούς» κι ένας «καλλιτέχνης για λίγους».[24]

 

Νικόλαος Γύζης, περιοδικό «Εστία», τ. 470, 1885.

 

Οι αλληγορικές μορφές και τα αλλόκοτα πλάσματα που είχε κατά καιρούς εκθέσει στην πρωτεύουσα δεν ήταν μόνο «δύσκολα» για το πλατύ κοινό αλλά ίσως και προκλητικά. Ένα μόνο παράδειγμα. Όταν το 1899 εκθέτει τη «Δόξα των Ψαρών» στην Καλλιτεχνική Έκθεση Αθηνών, εμπνευσμένη από το ομώνυμο ποίημα του Σολωμού, κάποιοι θα μιλήσουν για έργο «παράτολμον υψιπέτιδος φαντασίας». «Μου την είπαν ζουρλοκαμπέρω», γράφει ο Γύζης χολωμένος από το Μόναχο, απειλώντας να την κάψει. «Η Δόξα του», θα γράψει ο Μποέμ, «μας φαίνεται ως ποίημα λουστραρισμένον αγαθού στιχοπλόκου συγκινούντος τας απλοϊκάς αισθήσεις». Η «Δόξα δεν εννοήθη» σημείωνε σχετικά ο Ξενόπουλος, προσπαθώντας να διαφοροποιηθεί από τους απλοϊκούς θεατές και τους βλοσυρούς κριτικούς, για να διασώσει τον Γύζη.[25]

Ας συνοψίσουμε με ένα πρόχειρο πρώτο συμπέρασμα. Η ποίηση του Πολέμη και η ζωγραφική του Γύζη ήταν ώς τότε, δηλαδή στη συγχρονία του τέλους του 19ου αιώνα, αρκετά συμβατές με τις προσδοκίες και τις διανοητικές ροπές των αποκρυφιστών νεορομαντικών. Σπεύδω, ωστόσο, να προλάβω το διαφαινόμενο ερώτημα: θα μπορούσε άραγε να είναι το «Κρυφό Σχολειό» ένας αποκρυφιστικός πίνακας; Ας μην προτρέχουμε. Η «μυστηριώδης πράξη» που ήθελε να ζωγραφίσει ο Γύζης και πήρε το όνομα «Κρυφό Σχολειό» από τους στίχους του Πολέμη δεν είναι απαραίτητο να παραπέμπει σε κάποιο αποκρυφιστικό κώδικα. Τους δύο καλλιτέχνες τους ένωνε, βέβαια (όπως και τους περισσότερους νεορομαντικούς του τέλους του 19ου αιώνα), η κοινή πεποίθηση για τη «συμπολιτεία του ωραίου»: μια οργανική αντίληψη για τη συνολική αρμονία της τέχνης, στην οποία ποίηση, μουσική και ζωγραφική αποτελούσαν τα κοινά, συμπληρωματικά και ενιαία μέσα μιας συναισθητικής εμπειρίας. [26]  Οι παραλληλισμοί μεταξύ ποίησης και ζωγραφικής δεν ήταν απλώς νόμιμοι αλλά ίσως και επιβεβλημένοι. Ο Γύζης, στα τελευταία του χρόνια, δήλωνε πως αν άλλαζε τέχνη, θα ’θελε να γίνει ποιητής και ο Πολέμης έγραφε ήδη επικαιρικά ποιήματα εμπνευσμένα από λευκώματα και επίκαιρες σκηνές της καθημερινότητας.

Περισσότερο όμως από τον Γύζη ο Πολέμης είχε προσαρμοστεί στις αναγνωστικές προσδοκίες των πιο πλατιών στρωμάτων. Είχε, όπως ήδη ειπώθηκε, εγκαίρως διαφοροποιηθεί από τον Παλαμά (1893) κατηγορώντας τον για στίχους «αδικαιολογήτως ασαφείς» [27] και είχε προσαρμόσει την ποίησή του στα γούστα του ευρύτερου κοινού. «Αυτή η αντίληψη φαίνεται να καθορίζει ολόκληρο το έργο του: η διάθεση να ανταποκριθεί σε προσδοκίες, να διερμηνεύσει αισθήματα, να νουθετήσει σύμφωνα με τις καθιερωμένες κοινωνικές προδιαγραφές».[28] Και βέβαια η αντίληψη δεν ήταν άσχετη από την επαγγελματική του θέση μέσα στο νεοσύστατο λογοτεχνικό πεδίο. «Ο κ. Πολέμης ανήκει εις την αρτιπαγή εκείνην εν Αθήναις σχολήν των δημοσιογράφων-ποιητών», θα γράψει ο Νιρβάνας για την πρώτη του ποιητική συλλογή (τους Χειμωνανθούς), το 1888.[29]

 

Στον απόηχο του ’97

 

Νομίζω, επομένως, πως αλλού πρέπει να αναζητήσουμε τον μίτο που ένωσε τον πίνακα με το ποίημα, σφραγίζοντας ανεξίτηλα το φαντασιακό του Εικοσιένα στη νεότερη ελληνική πολιτισμική συνείδηση. Περισσότερο από τον νεορομαντικό αποκρυφισμό, άλλωστε, τους δύο καλλιτέχνες τους ένωνε η πατριδολατρία, καθώς και η ανάδυση μιας νέας καλλιτεχνικής συνείδησης που σφραγιζόταν από τη ματαίωση των συλλογικών ελπίδων. [30] Αυτή οδήγησε άλλωστε και τον Γεώργιο Δροσίνη να συμπεριλάβει τον πίνακα και το ποίημα στο πρωτοσέλιδο του περιοδικού του. Αξίζει να μείνουμε λίγο στα ιστορικά συμφραζόμενα της παρουσίασης του «διπτύχου». Ας μην ξεχνάμε πως το περιοδικό Εθνική Αγωγή εκδίδεται στον απόηχο της ταπεινωτικής ήττας του 1897, και, χωρίς να έχει άμεση σχέση με τα εκπαιδευτικά νομοσχέδια του Ευταξία (1899), «που συνδέουν τον πόλεμο με τις αλλαγές στην εκπαίδευση», στα επιχειρήματα της έκδοσής του μπορεί κανείς να διακρίνει τις νέες προτεραιότητες της παιδείας. Παραθέτω:

Αλλ’ ό,τι εγένετο πολύ υπολείπεται εκείνου, το οποίον ώφειλε να γείνη, τούτο δε κατέδειξε και η τελευταία εκ του πολέμου συμφορά, η αποκαλύψασα ως κυριωτάτην αφορμήν του ολέθρου την έλλειψιν εθνικής αγωγής. Τα σοφά ταύτα διδάγματα, κυρωθέντα δυστυχώς και υπό των τελευταίων παθημάτων ημών επιβάλλουσιν ως ιεράν υποχρέωσιν ουχί μόνον εις την επίσημον του Κράτους Αρχήν, αλλ’ εις πάντα δυνάμενον οπωσδήποτε να συμπράξη εις το μέγα έργον της εθνικής αγωγής, επείγουσαν και σοβαράν την μέριμναν, ταχείαν και αποτελεσματικήν την ενέργειαν. Προς τον Οίκον, προς το Σχολείον, προς την Κοινωνίαν, προς τους τρεις τούτους μεγάλους εθνικούς παράγοντας ας στραφή η όλη ημών προσοχή.[31]

Είναι φανερό πως βρισκόμαστε στην περιοχή της εθνικής παιδαγωγίας. Στην ίδια σκοπιμότητα εγγράφεται και η κοινή δημοσίευση του ποιήματος μαζί με τον πίνακα, που συν τοις άλλοις αντλούν τη θεματολογία τους από ένα εντέλει «εκπαιδευτικό θέμα».

Ο Γύζης ήταν ήδη συνδρομητής της Εθνικής Αγωγής και ο Πολέμης τακτικός συνεργάτης της. Έτσι, όταν ο Δροσίνης παρήγγειλε στον Γύζη να του στείλει το Σχολείον Κρυπτόν σε τσιγκογραφική αναπαραγωγή, ο ζωγράφος συμφώνησε αμέσως, αν και πιθανώς να γνώριζε πως η ασπρόμαυρη εκδοχή του πίνακα αδικούσε καταφανώς το αρχικό έργο. Δεν ξέρουμε αν ο Γύζης ήταν ενήμερος για το ποίημα του Πολέμη, ή αν ο Δροσίνης απευθύνθηκε ξεχωριστά στον καθένα. Το σίγουρο όμως είναι πως ο Πολέμης ήταν ο πλέον ταιριαστός από τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή για να γράψει ένα τέτοιο ποίημα. Η πατριδολατρική του στάση ήταν αναμφισβήτητη, η θρησκευτικότητα των ποιημάτων του αναγνωρίσιμη, οι εθνικοί θρύλοι πανταχού παρόντες και ο διδακτισμός του (κυρίως με απεύθυνση στο πλατύ κοινό) ήταν έντονος. Τόσο ο ζωγράφος όσο και ο ποιητής συμφωνούσαν επιπλέον και. σε τούτο: κάθε απόπειρα αναμόρφωσης της κοινωνίας περνούσε πλέον υποχρεωτικά από την παιδεία και την «εθνική αγωγή». Κάθε άλλο λοιπόν παρά τυχαία συνάντηση ήταν αυτή που έγινε στο πρωτοσέλιδο εκείνης της Πρωτοχρονιάς του 1899.

 

Κάτωθι εικόνος Γύζη

 

Νικόλαος Γύζης (Σκλαβοχώρι Τήνου, 1842 – Μόναχο, 1901).

Στο περιοδικό Εθνική Αγωγή, κάτω από τον πίνακα του Γύζη υπάρχει ο τίτλος «Το Κρυφό Σχολειό», ακολουθεί ο μεσότιτλος «Εικών Ν. Γύζη» και έπεται το ποίημα του Πολέμη. Είναι σαν ο πίνακας και το ποίημα να μοιράζονται τον ίδιο τίτλο, ή μάλλον σα να ήταν το ποίημα προέκταση του πίνακα. Αυτό φαίνεται άλλωστε και από τη «γεωμετρία» της σελίδας. Ένα χρόνο μετά, στην έκδοση του ποιήματος (συλλογή Αλάβαστρα, 1900), ο τίτλος θα εντείνει αυτήν την ακολουθία της εικόνας και του λόγου, έστω και μετωνυμικά – δηλαδή διά της απουσίας. Ο τίτλος θα παραμείνει βέβαια ο ίδιος («Το Κρυφό Σχολειό»), και αμέσως μετά – ελλείψει εικονογράφησης – ο συγγραφέας θα σημειώσει ανάμεσα σε αγκύλες: [«κάτωθι εικόνος Γύζη»]. Ας προσέξουμε τόσο το «κάτωθι» όσο και τη γενική αναφορά στην «εικόνα» του Γύζη, για να διαπιστώσουμε μια διπλή κίνηση οικειοποίησης του πίνακα, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τον τίτλο. Είναι μάλλον βέβαιο ότι ο Πολέμης «ξαναγράφει» τον πίνακα, χαρίζοντάς του πλέον μια νέα ερμηνεία, που ήδη φαίνεται από τον νέο τίτλο. Αν ήθελε να κρατήσει τον αρχικό τίτλο του πίνακα θα το είχε κάνει. Αρκεί να συγκρίνουμε τις επιλογές του, με βάση μια αντίστοιχη συγγραφική στρατηγική, εφαρμοσμένη σε άλλο πίνακα του Γύζη: «Το παραμύθι της Γιαγιάς», στη συλλογή Το παλιό βιολί, 1909. Εκεί το παρακειμενικό σχόλιο είναι σαφώς διαφορετικό. «Κάτω από την συνώνυμον εικόνα του Γύζη», γράφει ο Πολέμης, μέσα σε αγκύλες. Γνωρίζει, λοιπόν, πολύ καλά πότε η εικόνα είναι συνώνυμη και πότε όχι.

Στο «Κρυφό Σχολειό», επομένως, οι προτεραιότητες ήταν διαφορετικές. Το δίπτυχο εικόνας και κειμένου δεν δημιουργούσε απλώς νέες συνδηλώσεις αλλά έφτιαχνε νέες μορφικές σχέσεις για την παραγωγή του νοήματος. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για μια μοναδική περίπτωση «νεοελληνικής μυθοπλασίας», όπου η ποίηση «συναντήθηκε» με τη ζωγραφική μέσα από έναν κοινό ορίζοντα νοοτροπιακής ταύτισης. «Ο Πολέμης, δηλαδή», γράφει ο Αλκής Αγγέλου, «ως γνήσιος τυπικός εκπρόσωπος του αστικού ρομαντισμού ελκύσθηκε από τον πίνακα του ζωγράφου, ακριβώς επειδή διέκρινε στον πίνακα τα στοιχεία εκείνα που τροφοδοτούσαν τη δική του έμπνευση». [32] Και η «έμπνευση» του Πολέμη δεν μπορεί παρά να ανταποκρίνεται στη «νοητικότητα του μέσου αναγνώστη» της εποχής· οι περίφημοι «μέσοι όροι», όπως θα έλεγε ο Κ. Θ. Δημαράς, κατασκευάζουν, και στην περίπτωση αυτή, το ευνοϊκό περιβάλλον αλλά και τις κατάλληλες δεκτικότητες για την κυκλοφορία του μύθου μέσα από το δίπτυχο εικόνας και λόγου.

Σε αυτό το σημείο, το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο. Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε το συγκεκριμένο δίπτυχο ως πυρήνα της «εικονολογίας» του «Κρυφού Σχολειού»; Αν το «Κρυφό Σχολειό» είναι μια ιστορία με λόγια και εικόνες, τότε μάλλον μια απλοϊκή φιλολογική προσέγγιση που θα έδινε έμφαση στην έμπνευση του ποιητή από τον πίνακα του ζωγράφου, θα αδικούσε και το κείμενο και την εικόνα. Είναι προφανές πως βρισκόμαστε μπροστά σε μια μάλλον πιο πολύπλοκη στρατηγική, και αυτήν καλούμαστε να μελετήσουμε με τα αντίστοιχα διανοητικά εργαλεία.

 

Στοιχεία για μια θεωρία της ανάγνωσης των εικόνων

 

Παρόλο που η χρήση της εικόνας ως ιστορικού τεκμηρίου έχει μπολιάσει εδώ και χρόνια την πολιτισμική ιστορία, [33] για τους ιστορικούς της λογοτεχνίας και των ιδεών η στροφή προς τη μελέτη της εικόνας, ή ακριβέστερα, προς τη μελέτη των οπτικών αφηγήσεων, αποτελεί ένα μάλλον πρόσφατο ερευνητικό πεδίο. Η ιδέα, πάντως, για μια «ανάγνωση των εικόνων» είναι αρκετά παλιά στις λογοτεχνικές σπουδές, ήδη από τότε που ο Ρολάν Μπαρτ στις Μυθολογίες [34] του πρότεινε τη δική του «εικονογραφική μέθοδο» για τη μελέτη του μύθου και των στερεοτύπων. Στον Μπαρτ, άλλωστε, χρωστάμε και την ανάλυση για τη «ρητορική της εικόνας»: την ανάλυση, δηλαδή, μιας ειδικής και παραπληρωματικής σχέσης μεταξύ εικονικών και λεκτικών σημείων, στην οποία τόσο ο λόγος όσο και η εικόνα αποτελούν αποσπάσματα μιας κοινής αφήγησης, μιας ενιαίας ρητορικής στρατηγικής, «ενός γενικότερου “συντάγματος”», [35] με συνδηλώσεις που παράγονται από το πεδίο της ιδεολογίας και αναπαράγουν σημαίνουσες όψεις της ιδεολογίας.[36]

Από τη δεκαετία του ’80 και έπειτα, στους όμορους χώρους της θεωρίας της λογοτεχνίας, της ιστορίας της τέχνης αλλά και των «σπουδών του πολιτισμού της εικόνας» (visual culture studies), έγινε ολοένα και περισσότερο φανερό πως η συνύπαρξη και αλληλεπίδραση μεταξύ οπτικών και κειμενικών μορφών αναπαράστασης αποτελεί συστατικό στοιχείο των πολιτισμικών τεχνολογιών της νεωτερικότητας. Η πειθαρχία του βλέμματος σε συνδυασμό με την οργάνωση της γραφής λειτούργησαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της νεωτερικής ιδεολογίας και κουλτούρας, επηρεάζοντας τα ίδια τα κοινωνικά υποκείμενα σε ό,τι αφορά την εικόνα του εαυτού τους αλλά και του κόσμου. Κανείς δεν μπορεί, σήμερα, να φανταστεί τον 19ο αιώνα χωρίς την έννοια της «εθνικής ζωγραφικής» ούτε τον 20ό αιώνα χωρίς την ανάδυση αυτού που ο Γκι Ντεμπόρ ονόμασε «κοινωνία του θεάματος». Τα τελευταία χρόνια, εγκαινιάζοντας τη λεγάμενη «εικονιστική στροφή» (pictorial turn), οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας και οι ιστορικοί της τέχνης έχουν προεκτείνει αυτή την προσέγγιση, καλλιεργώντας πλέον το πεδίο της πολιτισμικής «εικονολογίας» [37] ως τον κατεξοχήν χώρο μεθοδολογικού προβληματισμού αλλά και διεπιστημονικής συνάντησης [38] για τη μελέτη των «εικονο/κειμένων», διευρύνοντας, παράλληλα, και το πεδίο των συγκριτικών σπουδών.

Σε αυτή τη νέα «διαγραμματολογία», [39] σύμφωνα με την εύστοχη έκφραση του W. J. Τ. Mitchell, η εικόνα και ο λόγος μελετώνται ως ένας υβριδικός τρόπος παραγωγής συμβολικού νοήματος, που εντάσσει τους αντιληπτικούς καταναγκασμούς της όρασης μέσα σε έναν συγκεκριμένο διηγητικό ορίζοντα, οδηγώντας τον θεατή/αναγνώστη σε συχνά χειραγωγούμενα, και πάντως ιδεολογικά προσανατολισμένα ερμηνευτικά εγχειρήματα. Εξειδικεύοντας αυτή την προβληματική, η «οπτική ρητορική» [40] ανέδειξε τη σημασία και τη συμβολική αξία των «οπτικών αφηγήσεων», ιδίως εκείνων που εγγράφονται οργανικά, και πολύπλοκους τρόπους στην «τέχνη της πειθούς»: στην εμπρόθετη, δηλαδή, δημιουργία, παρουσίαση, έκθεση και χρήση μιας εικόνας ή ενός «εικονοκειμένου», προκειμένου να επηρεαστούν οι αντιλήψεις, οι ιδέες αλλά και συμπεριφορές του κοινού, στη δημόσια σφαίρα.

 

«Το Κρυφό Σχολειό»: ένα εικονοκείμενο;

 

Μετά από αυτές τις σύντομες θεωρητικές επεξηγήσεις επιστρέφω ξανά στο κύριο θέμα μου, διευκρινίζοντας ότι στην ανάλυσή μου ο πίνακας του Γύζη και το ποίημα του Πολέμη δεν νοούνται πλέον ως αυτόνομα καλλιτεχνικά είδη (ποίηση και ζωγραφική) αλλά ως ένα ενιαίο πολιτισμικό εικονοκείμενο. (Αυτή άλλωστε δεν είναι μόνο δική μου επιλογή αλλά και επιλογή του Γεωργίου Δροσίνη, που καταχώρισε με αυτόν τον τρόπο το «Κρυφό Σχολειό» στο πρωτοσέλιδο της πρωτοχρονιάτικης Εθνικής Αγωγής). Αν είναι έτσι, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η «ρητορική της εικόνας»: ο τρόπος, δηλαδή, που υποτάσσονται οι φυσικοί καταναγκασμοί της όρασης σε έναν συγκεκριμένο τύπο ερμηνείας και αποκωδικοποίησης των σημασιών της εικόνας. Το συνοδευτικό κείμενο, με άλλα λόγια, «οδηγεί τον αναγνώστη ανάμεσα στα σημαινόμενα της εικόνας, τον κάνει να αποφεύγει ορισμένα από αυτά και να δέχεται άλλα». [41] Το ποίημα του Πολέμη λειτουργεί, με άλλα λόγια, σαν ένας «κατανομέας νοημάτων», που μέσα από μια παραπληρωματική ποιητική αφήγηση κατασκευάζει μια επιλεγμένη έννοια «κρυφού σχολειού» και της αποδίδει συγκεκριμένες ιδιότητες.

Αν θέλαμε να ορίσουμε αυτούς τους ερμηνευτικούς κόμβους του ποιήματος που κατοχυρώνουν την αναδιηγητική αξία αναμετάδοσης των σημασιών του πίνακα, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τρεις ρητορικούς τόπους. Αναμφισβήτητα, η έννοια της «σκλαβιάς» είναι αυτή που κατέχει τη δεσπόζουσα σημασία. Ήδη από την πρώτη στροφή, η «πικρή σκλαβιά», το «φοβισμένο φως του καντηλιού» και τα «σκλαβόπουλα» σηματοδοτούν μια ορισμένη αντίληψη για τα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας. Το κρυφό σχολειό δεν είναι μόνον ο τόπος μιας παράνομης εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά και ο τόπος που «κατοικεί του σκλάβου η αλυσόδετη πατρίδα» (β’ στροφή). «Εκεί η ψυχή πιότερο αγροικά/τον πόνο της σκλαβιάς της», μες «τη σιγαλιά που δένει στο λαιμό πνιγμού θηλειά». Η πύκνωση της έννοιας – μιας έννοιας, ας σημειωθεί, δύσκολα απεικονίσιμης σε έναν τέτοιο πίνακα – δεν μεταφράζει μόνο επί το «θυμικότερο» και το «δημοτικότερο» την αρχική σύλληψη του Γύζη για το «Σχολείον κρυπτόν». Στην πραγματικότητα, επιτείνει μια αρκετά διαδεδομένη αντίληψη για το ίδιο το σχήμα της οθωμανικής κυριαρχίας ως, ήδη και πάντα, «σκλαβιάς». Δε χρειάζεται νομίζω να θυμίσω πως η έννοια της «σκλαβιάς» θα ακουγόταν μάλλον φορτισμένα μετά την ταπεινωτική ήττα του ’97 και το ανολοκλήρωτο (αλλά πάντως ακόμη γοητευτικό) πρόγραμμα της Μεγάλης Ιδέας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τοποθετείται και ο δεύτερος ερμηνευτικός κόμβος, που σχετίζεται άμεσα με την αξία των γραμμάτων και το αγαθό της μόρφωσης. Εδώ ο Πολέμης δεν πρωτοτυπεί, βέβαια. Ακόμα και το «Φεγγαράκι μου λαμπρό» τόνιζε αυτή την αξία, χωρίς απαραίτητα να τη συνδέει με οποιοδήποτε εθνικο-απελευθερωτικό ή άλλο πρόταγμα. Η διαφορά με το ποίημα του Πολέμη είναι πως εδώ η ίδια η παιδευτική πράξη έχει αποκτήσει μυστικιστικό περιεχόμενο. Ο παπαδάσκαλος μιλάει με «λόγια μαγικά» και «προφητικά», μέσα σε τρεμάμενα κεριά, όνειρα, ψαλμούς και μελωδίες «ενός κόσμου άλλου». Τα βιβλία είναι μάλλον προσχηματικός διάκοσμος: η άφθαρτη γνώση που μεταφέρουν δείχνει τα πανάρχαια μεγαλεία. Η διδασκαλία έχει κι αυτή αντικατασταθεί από τη μυστικιστική μέθεξη («ανατριχιάζει ακούοντας καθείς»). Η ψυχή – και όχι ο νους – «βλέπει τι έχασε, τι έχει, τι της πρέπει».

Φτάνουμε, έτσι, στο τρίτο ερμηνευτικό κλειδί: τα εθνικά πεπρωμένα, και βέβαια το αίτημα της ελευθερίας, έτσι όπως επιτακτικά ακούγεται στο τελευταίο τρίστιχο: «Η λευθεριά/σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι/της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρη». Το μοτίβο, ασφαλώς, δεν μας ξενίζει. Αμφιβάλλω αν υπάρχει κάποιο ποίημα της λεγόμενης πατριωτικής ποίησης που να μην υποβάλλει άμεσα ή έμμεσα κάποια ιδέα ποθητής απελευθέρωσης, συνδέοντας το Εικοσιένα με τις μελλοντικές πολεμικές επιχειρήσεις του έθνους. Η προφητική φωνή του παπαδάσκαλου θα ήταν οπωσδήποτε μια παρηγορητική λύση σε μια εποχή που η εθνική αναδίπλωση, σε στρατιωτικό και διπλωματικό επίπεδο, ήταν επιβεβλημένη.

Άφησα ασχολίαστο ένα σημείο του ποιήματος που είναι ίσως και το πιο προφανές: την ανάδυση της θρησκευτικότητας ως κρίσιμου διαμεσολαβητή, από την αρχή ώς το τέλος, των επιμέρους νοημάτων που «προβάλλονται» στον πίνακα. Δεν είναι μόνον η φιγούρα του παπαδάσκαλου που επικυρώνει αυτόν τον κρίκο. Είναι βέβαια η «εκκλησιά που παίρνει κάθε βράδυ την όψι του σχολειού», αλλά και «το φως του καντηλιού», η «εικόνα του Χριστού ψηλά, που εβούβανε τα στόματα των πλάνων», ο ψαλμός που «ακούγεται βαθύς» κλπ.

Μίλησα παραπάνω για προβολή νοημάτων στον πίνακα· έτσι κι αλλιώς η «ρητορική της εικόνας» έχει ασταθή, ασυνεχή και πάντως «προσθετικό» χαρακτήρα. Πουθενά, π.χ., στον πίνακα του Γύζη δεν υπάρχει ένδειξη ότι ο χώρος είναι εκκλησία, πουθενά δεν υπάρχει εικόνα του Χριστού, πουθενά δεν υπάρχει καντήλι, και βέβαια πουθενά δεν απεικονίζεται κάποιος που ψέλνει. Ας θυμηθούμε και πάλι πώς περιγράφει ο ίδιος ο Γύζης τη «σκηνογραφία» του πίνακα: «Διά του υπογείου, της κλειστής θύρας και παραθύρου και διά του ωπλισμένου νέου, εσκέφθην να παραστήσω την εποχήν εκείνην της Ελλάδος, ότε επί Τουρκοκρατίας ήσαν αυστηρώς απηγορευμένα τα σχολεία και μόνον εν κρύπτω ελειτούργουν».

Δεν μας ενδιαφέρουν, ωστόσο, οι αρχικές προθέσεις του ζωγράφου για να τις αντιπαραβάλλουμε στις υστερόχρονες αλλοιώσεις τους από τον ποιητή. Σημασία έχει ότι ο Πολέμης «είδε» στον πίνακα και την εκκλησία και το καντήλι και την εικόνα του Χριστού· και «άκουσε» την ψαλμωδία. Αυτή είναι, άλλωστε, και η κατεξοχήν λειτουργία ενός εικονοκειμένου. Αναλαμβάνει να μετατρέψει τα σημεία ενός συστήματος σε ένα νέο σύστημα συμπαραδήλωσης, δημιουργώντας έτσι μια νέα πληροφοριακή δομή. Σε αυτή τη νέα δομή το ποίημα αποκτά την αξία μιας υποκατάστασης/συμπλήρωσης του ίδιου του πίνακα μέσα από μια σειρά καθορισμένων μεταφορών. Το «Κρυφό Σχολειό» ως ενιαίο εικονοκείμενο έχει πολύ περισσότερα λεξιλόγια και υποκώδικες από όσα έχει ξεχωριστά ο πίνακας και το ποίημα.

 

Μια «αντιπνευματική κοινωνία»;

 

Ελπίζω να είναι φανερό πως οι μεταφορές αυτές δεν προέρχονται μόνον από την ποιητική ιδιόλεκτο του Πολέμη, αλλά και από τους κοινούς τόπους της εποχής του και της συγκυρίας μέσα στην οποία γράφτηκε το ποίημα. «Μήπως ο κ. Πολέμης», αναρωτιόταν στα 1918 ο Ρήγας Γκόλφης, «για την ώρα έγινε η πνευματική ανάγκη της κοινωνίας μας;».[42]

 

Ιωάννης Πολέμης, ελαιογραφία του Γ. Ν. Ροϊλού.

 

Πράγματι, ας θυμηθούμε κι εδώ τις κρίσιμες παρατηρήσεις του Κ. Θ. Δημαρά για την εποχή. Η κοινωνία του Πολέμη «δεν ήταν η κοινωνία που βγήκε από το ’97 αλλά η κοινωνία που το προκάλεσε και το δέχθηκε».[43] Ήταν η κοινωνία που τίμησε τον Παράσχο και αγάπησε τον Πολέμη, ακριβώς γιατί της εξασφάλιζε ένα καταφύγιο στην παράδοση, και στις ηθικές αξίες της φυλής, χωρίς καινούργια προβλήματα, «αναζητήσεις και αγωνίες». «Άνθρωποι που αγαπούσαν να αποκοιμίζονται με λόγια»,[44] γράφει ο Δημαράς, για να χαρακτηρίσει με τον δικό του τρόπο την οριοθέτηση των αναγνωστικών προσδοκιών και την «αντιπνευματική κοινωνία» της εποχής. Το εύκολο γούστο, οι κοινοί τόποι, οι εύληπτοι τρόποι, ο κραυγαλέος διδακτισμός, οι δραματοποιημένες επαναλήψεις του εθνικού αφηγήματος και οι μεγαλοϊδεατικές φαντασιώσεις ήταν αρκετές για να θρέψουν τις λογοτεχνικές προτιμήσεις ενός νέου κοινού, που εκπαιδευόταν καθημερινά μέσα από τον εφήμερο λόγο των εφημερίδων και των περιοδικών, προσανατολισμένο προς την εθνική παιδαγωγία. Δεν θα ήταν υπερβολή νομίζω να υποστηρίξει κανείς πως το Κρυφό Σχολειό – αυτό το «Κρυφό Σχολειό», του 1899 – είναι, σε πρώτη φάση, μια «παραλογοτεχνική» κατασκευή που απέκτησε, με τον καιρό, αυτόνομη παιδευτική αξία μέσα στα σχολικά εγχειρίδια.

Μπορούμε να αποτιμήσουμε και ποσοτικά τα αποτελέσματα τούτης της «ευχάριστης διδασκαλίας» στη «μακρά διάρκεια». Μέχρι και το 1976, το ποίημα του Πολέμη για το Κρυφό Σχολειό ήταν το πιο συχνά ανθολογημένο ποίημα ολόκληρης της νεοελληνικής ποίησης στα Νεοελληνικά Αναγνώσματα,[45] στη σύνταξη των οποίων είχε άλλωστε παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο και ο ίδιος ο ποιητής ήδη από τη δεκαετία του 1910. Ξεπερνάει στις επανεκδόσεις ακόμα και το άλλο περίφημο ποίημά του, με τον τίτλο «Τι είναι η πατρίδα μας». Ας μη βιαστούμε, ωστόσο, να κατατάξουμε τον Πολέμη στους «σχολικούς ποιητές». Το σωστό ερώτημα είναι να δούμε τι επέτρεψε στον Πολέμη να εξελιχθεί σε «σχολικό ποιητή», αφού πρώτα είχε ανταποκριθεί στον ορίζοντα προσδοκίας του μεγάλου κοινού της εποχής του. Εντελώς ενδεικτικά αναφέρω το σταδιακό πέρασμά του από τα νεωτεριστικά λογοτεχνικά έντυπα στα οικογενειακά περιοδικά ποικίλης ύλης, και βέβαια την άμεση απόκρισή του στη «δομή της αίσθησης» της κοινωνίας, μετά το ’97.

Ο λόγος στον Καραντώνη, που, με τη δική του πάντα οπτική γωνία, μας εξηγεί τα αιτούμενα των, κατά βάση, συντηρητικών νοοτροπιών.

 

Ο Πολέμης ένοιωθε την ανάγκη να εξυπηρετήσει με τον τρόπο του, τα γενικώτερα παιδευτικά ιδανικά της μετά το 1897 Ελλάδας: την τόνωση του πατριωτικού συναισθήματος, τη διδασκαλία της πολεμικής αρετής, την υποστήριξη των αξιών που λέγονται τιμή, συνέπεια, αξιοπρέπεια, φιλότιμο, ταπεινοφροσύνη, τη μεγάλη χριστιανική αρετή της καλοσύνης, και την αγάπη στην ελληνική φύση, παρουσιασμένη μέσα από την απλή ζωή του λαού. […] Ακόμα και την αγάπη την τραγούδησε περιτυλιγμένη σε πέπλους ελληνικής αιδούς, απαλλαγμένη από κάθε χυδαιότητα και προκλητικό αισθησιασμό, ντροπαλή συνεσταλμένη, μια αγάπη που της αρέσουν περισσότερο οι εκκλησίες, που της αρέσουν τα στεφανώματα, παρά τα κρυφά και πονηρά μέρη της αντικοινωνικής ενοχής.[46]

 

Θα άξιζε μια εκτενέστερη μελέτη για την «κοινωνιολογία του φιλολογικού γούστου» προκειμένου να καταλάβουμε τη θέση του Πολέμη μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο του καιρού του και την κατοπινή του ενσωμάτωση στην εκπαίδευση. Όμως, εδώ, δεν μάς απασχολεί αυτό το θέμα. Παρακολουθήσαμε απλώς την ιδρυτική πράξη ενός λογοτεχνικού μύθου που διαχειρίστηκε έναν άλλο, ευρύτερο «εθνικό μύθο». Τη σημασία της ιδρυτικής στιγμής αυτής μπορούμε να την διαπιστώσουμε άμεσα, στα συγχρονικά της τεκμήρια.

Αμέσως μετά τον θάνατο του Γύζη, ο Κίμων Μιχαηλίδης γράφει στα Παναθήναια (1901) μια εκτενή νεκρολογία στην οποία παρουσιάζει και ερμηνεύει τα κύρια έργα του Γύζη. Δεν είναι τυχαίο ότι κι εκεί το ποίημα του Πολέμη προτείνεται ως «κυριολεκτική» ερμηνεία του πίνακα. Ένας πρώτος κύκλος μνημείωσης του έργου διά του ποιήματος μόλις είχε ανοίξει, δημιουργώντας μια πολιτισμική «συνήχηση», που έφτασε ώς τις μέρες μας. Λίγο αργότερα, ο ίδιος ο Παλαμάς στο ποίημά του για τον Γύζη θα ακολουθήσει κι αυτός το δρόμο που είχε ανοίξει ο Πολέμης: αναφερόμενος στα έργα του ζωγράφου, θα βρει μια καλή αφορμή για να συστοιχίσει ποιητικά τη θεματολογία με την ηθική αξία και τα ιδανικά της φυλής. Για άλλη μια φορά ο «εθνοσυμβολισμός» έβρισκε νέες ρητορικές επιτελέσεις για να μεταφέρει τα ιδεολογικά του προτάγματα στο πεδίο της τέχνης.

Ας μείνουμε λίγο ακόμη στο γύρισμα του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Στα 1910, ο Πολέμης εξέδωσε μια σημαντική ανθολογία με τον τίτλο Λύρα. Ανθολογία της νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως. Είναι σαφέστατα η ώρα της εσωτερικής σύγκρουσης μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο ανάμεσα στους «παλιούς» και στους «νέους». Εκεί ανάμεσα σε άλλους παρουσιάζει και τον νέο ποιητή, τον Γιάννη Βλαχογιάννη. Δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να μην υπενθυμίσω την ιστορική ειρωνεία που κρύβεται πίσω από αυτήν τη χειρονομία. Ο ίδιος ο Πολέμης ήταν ο πρώτος ανθολόγος του σημαντικότερου αρνητή του μύθου του Κρυφού Σχολείου. Πολλά χρόνια αργότερα, ο γέρος πια Γιάννης Βλαχογιάννης, ο σημαντικότερος ίσως ιστοριοδίφης του Εικοσιένα, έγραφε στο περιοδικό Νέα Εστία:

 

Ανάμεσα σ’ όσες διατριβές έτυχε να διαβάσω γραμμένες από παιδαγωγικούς άντρες ή γυναίκες, δεν είδα καμιάν ιστορική μαρτυρία, που να βεβαιώνη την ύπαρξη κρυφού σκολειού, όμως ούτ’ εγώ μέσα στον αμέτρητο σωρό ανέκδοτου υλικού για της σκλαβιάς τα σκολειά, που έχω συναγμένο, δεν απάντησα τίποτε που να κάνη λόγο για το σκολειό έξω από το τραγούδι. […]. Όλο αυτό το φανταχτερό και κούφιο και χωρίς θεμέλιο χτίσμα πέφτει σε μια στιγμή σωρός μ’ ένα λόγο μοναχά: Ποτέ ο Τούρκος, ο αγράμματος δε μπόδισε το Χριστιανό γράμματα να μαθαίνη, και μονάχα πολύ σπάνια έμπαινε στη μέση να χωρίζη τους δασκάλους άμα πιάνονταν από τα μαλλιά και γίνονταν σκάνταλο με τα μεγάλα τους σκολειά.[47]

 

Ο Πολέμης δεν ζούσε πια. Χάρη στην ποίησή του όμως το Κρυφό Σχολειό εξακολούθησε να ζει στα σχολικά αναγνώσματα, στις εθνικές επετείους, στους πανηγυρικούς λόγους, στο διαδίκτυο και κυρίως στις συνειδήσεις των Νεοελλήνων, που ακόμη και σήμερα πιστεύουν πως το Κρυφό Σχολειό είναι πρωτίστως ένα εθνικό θέμα.

 

Το μυθολογικό κενό

 

«Κάθε μυθολογική θεώρηση ενός ζητήματος δημιουργεί στο μυαλό μας ένα κενό: στη θέση της γνώσης έρχεται να εισχωρήσει ένα ασαφές μόρφωμα που την αντικαθιστά», σημειώνει ο Αλέξης Πολίτης. [48] Τι σημαίνει ακριβώς ετούτη η έννοια του «κενού» την ώρα της μελέτης ενός πολιτισμικού φαινομένου; Αν θέλουμε κατ’ αρχάς να ιστορικοποιούμε τα ερωτήματά μας, θα πρέπει να αντιστοιχίσουμε την οπτική γωνία του Αλέξη Πολίτη με άλλες περιπτώσεις της μεταδημαρικής παράδοσης που επέμειναν στην κριτική της «εθνικής ρητορείας».

Σημειώνω πρόχειρα: την «αποσχηματοποίηση» (Αλκής Αγγέλου), την κριτική στη «δικανική ιστορία» (Σπύρος Ασδραχάς), «τις ιδεολογικές χρήσεις της ιστορίας» (Φίλιππος Ηλιού). Θα μας πήγαινε μακριά ετούτη η συζήτηση για τον τρόπο εργασίας του νεοελληνιστή απέναντι στην «εθνωφελή» λειτουργία της επιστήμης. Αρκούμαι μόνο στο να σημειώσω ότι το «απέναντι» έχει κυριολεκτικά πολιτική σημασία, αφού αυτή η γενιά έδωσε τη μάχη της «απομυθοποίησης», έχοντας στον νου της τόσο την παραμορφωμένη πρόσληψη της ιστορικής πραγματικότητας όσο και τους κινδύνους μιας εξίσου ιδεολογικοποιημένης επιστήμης. Πάνε είκοσι χρόνια από τότε που ο Αλέξης Πολίτης πρότεινε τον χώρο των «Νεοελληνικών Μυθοπλασιών» ως προνομιακό πεδίο για μια πολιτική παρέμβαση των νεοελληνιστών στο πεδίο της λογοτεχνίας και της κουλτούρας. Η απόπειρα αξίζει να έχει τη δική της συνέχεια από τους συνομιλητές και μαθητές του.

Για την ώρα ας μείνουμε στο «πρώτο σκαλί»: το Κρυφό Σχολειό. Αποκομμένο από οποιονδήποτε ερευνητικό και επιστημονικό έλεγχο, το Κρυφό Σχολειό απέκτησε μια νέα, δεύτερη ζωή μέσα στη νεοελληνική κουλτούρα, σε σημείο μάλιστα, που το ίδιο το ποίημα και ο πίνακας έφτασαν να θεωρούνται αυθεντική και αδιαμεσολάβητη πηγή για την ιστορία. «Την πραγματικότητα δεν την αποδομεί η λήθη, την αποδομεί ο μύθος», διαπίστωνε με άλλη αφορμή ο Αλέξης Πολίτης. [49] Δεν έχει κανείς παρά να «σερφάρει» σε μερικές συναφείς σελίδες του διαδικτύου για να διαπιστώσει πως ο πίνακας του Γύζη και το ποίημα του Πολέμη αναφέρονται ακόμη ως τεκμήρια για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού. Στον αντίποδα αυτής της χρήσης το Κρυφό Σχολειό επιβιώνει ακόμη και στις πιο παρωδιακές εκφορές του ως ισχυρό διακείμενο της νεοελληνικής αντικουλτούρας (εικ. 3). Το εντυπωσιακό, σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι τα ανθεκτικά υλικά του μύθου αλλά η δύναμη του μυθικού, έτσι όπως το περιέγραφε ο Ρολάν Μπαρτ στις δικές του Μυθολογίες: «ο μύθος εξαφανίζεται, μένει όμως, πολύ πιο δόλιο, το μυθικό». Το μυθικό είναι πλέον εκείνο που εκδιπλώνεται μπροστά μας, πριμοδοτώντας διαρκώς τον οικείο, τον γνωστό μας, τον τετριμμένο· τον μπανάλ εθνικισμό που μας περιβάλλει. Αυτό το τόσο δικό μας «μυθολογικό κενό».

 

Υποσημειώσεις


[1] http://www.kathimerini.gr/4dcg/_w_articles_kathuseful_1_28/12/2011_1286717

[2] http://imenos.blogspot.gr/2009/03/hellenicrevenge.html

[3] Το άρθρο είναι τώρα ενταγμένο στη συλλογή δοκιμίων του Αλέξη Πολίτη, Το μυθολογικό κενό. Δοκίμια για την ιστορία, τη φιλολογία, την ανθρωπολογία και άλλα, Αθήνα 2000, σ. 25-39.

[4] Βλ. Άλκης Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός μύθου, Αθήνα 1997.

[5] Η έκδοση έγινε με την ευθύνη και επιμέλεια της Επιτροπής Εθνικής Κληρονομιάς της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών». Βλ. http://www.antibaro.gr/node/85G

[6] Τελευταία βιβλιογραφική κατάθεση σε αυτή την κατεύθυνση είναι το βιβλίο του Γιώργου Κεκαυμένου, Κρυφό Σχολειό. Το χρονικό μιας ιστορίας, Αθήνα 2012.

[7] Στην κατεύθυνση αυτή, βλ. τη διεισδυτική ανάλυση του Παναγιώτη Στάθη, «Ιστορική κουλτούρα και κατασκευασμένη μνήμη. Τα κρυφά σχολειά», στον συλλογικό τόμο Μύθοι και Ιδεολογήματα στη σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα 2005, σ. 225-243.

[8] Βλ. Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 39.

[9] Βλ. π.χ. το άρθρο του «για τη μυθοποίηση του οριενταλισμού» στις εργασίες του Edward Said, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 116. Ας καταγραφεί και εδώ η παλιά μου διαφωνία με αυτό το άρθρο. Το βιβλίο του Said, κλασικό πλέον στις λογοτεχνικές σπουδές, υπερβαίνει κατά πολύ την κατηγορία για «ενοχοποίηση» της Δύσης.

[10] Υπενθυμίζω πως το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου Το μυθολογικό κενό φέρει τον τίτλο «Νεοελληνικές μυθοπλασίες». Υπενθυμίζω επίσης πως πάλι με αφορμή το θέμα του Κρυφού Σχολειού, ο Αλκής Αγγέλου προτείνει τη μεθοδολογική μετατόπιση της έρευνας από «τον χώρο της ιστορικής έρευνας στην περιοχή των συμβόλων που διαμορφώνουν την ιστορική συνείδηση», ονομάζοντας συμβατικά το πεδίο αυτό «Νεοελληνική Μυθολογία». Βλ. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό, ό.π., σ. 70.

[11] Βλ. ενδεικτικά, Peter Burke, Τι είναι πολιτισμική ιστορία;, μτφρ. Σπύρος Σηφάκης, Αθήνα 2009.

[12] Για την έννοια των ιδεολογικών χρήσεων ως μηχανισμού πρόληψης, ανακατασκευής και εμπρόθετης αλλοίωσης του παρελθόντος, προκειμένου να εξυπηρετηθούν μεταγενέστερες ανάγκες και σκοπιμότητες, βλ. Φίλιππος Ηλιού, Ιδεολογικές χρήσεις τον κοραϊσμού στον 20ό αιώνα, Αθήνα 2003 (α’ εκδ. 1989, από τις εκδόσεις Ο Πολίτης), σ. 22.

[13] Η ερμηνευτική της «εθνοσυμβολικής προσέγγισης» εισάγεται στις μελέτες του έθνους και του εθνικισμού από τον Anthony D, Smith, και αφορά τη μελέτη της χρήσης των εθνικών μύθων, των μνημονικών ιχνών, των συμβόλων και των κληρονομημένων παραδόσεων, που διαμορφώνουν μέσα από την αίσθηση του ζωντανού και βιωμένου παρελθόντος την εθνική ταυτότητα. Βλ. ενδεικτικά Anthony Smith, Myths and Memories of the Nation, Oxford University Press 1999, ιδίως σ. 9-18. Για μια συνθετική και κριτική ανάλυση της «εθνοσυμβολικής προσέγγισης», βλ. Montserrat Guibernau -John Hutchinson (επιμ.), History and National Destiny: Ethnosymbolism and its Critics, Οξφόρδη 2004. Στη σχετικά πρόσφατη βιβλιογραφία για τον ρόλο της τέχνης στις εθνοσυμβολικές πρακτικές, σημαντική συμβολή αποτελεί ο συλλογικός τόμος Athena S. Leoussi – Steven Grosby (επιμ.), Nationalism and Ethnosymbolism: History, Culture and Ethnicity on the formation of nations, Εδιμβούργο 2006, σ. 55-98. Για την αξιοποίηση αυτής της προσέγγισης στη μελέτη της εθνορομαντικής ποίησης, βλ. Γιάννης Παπαθεοδώρου, Ρομαντικά Πεπρωμένα. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης ως «εθνικός ποιητής», Αθήνα 2009.

[14] Βλ. Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 39.

[15] Για τη λειτουργία της ζωγραφικής ως «εθνικής τέχνης» στο πλαίσιο του «εθνοσυμβολισμού», βλ. Athina S. Leoussi, «The ethno-cultural roots of national art», στον συλλογικό τόμο M. Guibernau – J. Hutchinson (επιμ.), History and National Destiny, ό.π., σ. 143-159.

[16] Βλ. Επιστολαί τον Νικολάου Γύζη  (επιμ. Γεωργίου Δροσίνη και Λάμπρου Κορόμηλά), Αθήνα 1953, σ. 139. Βλ. και Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 35.

[17] Βλ. Μαρίνος Καλλιγάς, Νικόλας Γύζης. Η ζωή και το έργο του, Αθήνα ²1995, σ. 112 (η υπογράμμιση δική μου).

[18] Βλ. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό, ό.π., σ. 58.

[19] Οι παλαιότεροι μαθητές – και πάντως σίγουρα οι συμμαθητές μου – θυμούνται ακόμη τους τοίχους των αιθουσών των ελληνικών σχολείων να διακοσμούνται από τη σχετική αναπαραγωγή του πίνακα του Γύζη. Κατά την ώρα της ανάγνωσης του ποιήματος, η «κορνίζα» ήταν η αυτονόητη απόδειξη για την «αλήθεια» των στίχων. Σύμφωνα, ωστόσο, με προφορική μαρτυρία του Τριαντάφυλλου Σκλαβενίτη, στη μεταπολεμική Λευκάδα η ένδεια του σχολικού «εποπτικού υλικού» δεν επέτρεπε τέτοιες ταυτίσεις. Το ποίημα αρκούσε από μόνο του για να    πετύχει την απαραίτητη θερμοκρασία της «εθνικής συγκίνησης». Δεν πρόλαβα σε αυτή τη φάση της έρευνας να εξακριβώσω πότε αρχίζει η πολλαπλασιαστική αναπαραγωγή του πίνακα του Γύζη με στόχο τη διακόσμηση των σχολικών αιθουσών.

[20] Βλ. Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 39.

[21] Βλ. Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, Η τέχνη πτεροφυεί εν οδύνη. Η πρόσληψη τον νεορομαντισμού στο πεδίο της ιδεολογίας, της θεωρίας της τέχνης και της τεχνοκριτικής στην Ελλάδα, Αθήνα 2005, σ. 206.

[22] Βλ. Ματθιόπουλος, ό.π., σ. 207.

[23] Βλ. σχετικά την αναλυτική και «ακριβοδίκαιη» εισαγωγή της Έρης Σταυροπούλου στην ανθολογία Ιωάννης Πολέμης. Επιλογή Ποιημάτων, εισαγωγή, ανθολόγηση, επιμέλεια Έρη Σταυροπούλου, Αθήνα 2005, σ. 13-59.

[24] Βλ. Ματθιόπουλος, ό.π., σ. 537.

[25] Ό.π., σ. 537-541. Αντλώ όλες τις πληροφορίες από το οικείο κεφάλαιο του Ματθιόπουλου στο οποίο γίνεται λόγος για την υποδοχή του έργου του Γύζη στην Ελλάδα. Για μια άλλη προσέγγιση με έμφαση στην εικαστική ανάλυση, βλ. Νέλλη Μισιρλή, Γύζης, Αθήνα 1996.

[26] Βλ. τις καίριες επισημάνσεις του Ματθιόπουλου, Η τέχνη πτεροφυεί εν οδύνη, ό.π., σ. 354-358.

[27] Βλ. Έρη Σταυροπούλου, Ιωάννης Πολέμης, ό.π., σ. 25.

[28] Ό.π., σ. 25.

[29] Ό.π., σ. 29.

[30] Βλ. Αγγέλα Καστρινάκη, «Ο ποιητής είν’ ο μεγάλος πατριώτης!», στον συλλογικό τόμο Ο πόλεμος τον 1897. Διήμερο με την ευκαιρία των 100 χρόνων (4 και 5 Δεκεμβρίου 1997), Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1999, σ. 193-204.

[31] Βλ. Αλέξης Δημαράς, «Ο πόλεμος του 1897 και τα εκπαιδευτικά», στο Ο πόλεμος του 1897, ό.π., σ. 139. Ειδικότερα για το περιοδικό Εθνική Αγωγή, βλ. Κ. Π. Δεμερτζής, Το περιοδικό «Εθνική Αγωγή» του Γ. Δροσίνη. Βιβλιογραφική παρουσίαση, Αθήνα χ.χ.

[32] Βλ. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό, ό.π., σ. 62.

[33] Βλ. ενδεικτικά Peter Burke, Αυτοψία. Οι χρήσεις των εικόνων ως ιστορικών μαρτυριών, μτφρ. Αντρέας Π. Ανδρέου, Αθήνα 2003.

[34] Βλ. Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες. Μάθημα, μτφρ. Καίτη Χατζή δήμου – Ιουλιέττα Ράλλη, επιμ. μτφρ. Γιάννης Κρητικός, Αθήνα 1973.

[35] Βλ. Μπαρτ, Εικόνα – μουσική – κείμενο, μτφρ. Γιώργος Σπανός, πρόλ. Γιώργος Βέλτσος, Αθήνα 1988, σ. 49.

[36] Γράφει σχετικά ο Μπαρτ: «Ο κοινός αυτός χώρος των σημαινομένων συμπαραδήλωσης είναι ο χώρος της ιδεολογίας, η οποία δεν θα μπορούσε παρά να είναι μοναδική για μια δεδομένη κοινωνία και ιστορία, όποια κι αν είναι τα σημαίνοντα συμπαραδήλωσης στα οποία προσφεύγει»: ό.π., σ. 56.

[37] Για την έννοια της «εικονολογίας», βλ. την κλασική μελέτη του W. J. Τ. Mitchell, Iconology: Image, text, ideology, Σικάγο 1986, σ. 1- 46.

[38] Βλ. W. J. Τ. Mitchell, «Interdisciplinarity and Visual Culture», Art Bulletin, 70, τχ. 4 (1995), 540-544. Του ίδιου, «Showing seeing: a critique of visual culture», Journal of Visual Culture, Ι,τχ. 2 (2002), 165-181.

[39] Βλ. W. J. T. Mitchell, «Diagrammatology», Critical Inquiry, 7, τχ. 3 (άνοιξη 1981), 622-633.

[40] Για την προσέγγιση αυτή, βλ. Charles A. Hill – Marguerite Helmes, Defining Visual Rhetorics, Λονδίνο 2004, σ. 1-24. Ειδικότερα για τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να αποτελεί μια οπτική αφήγηση αντικείμενο της Ρητορικής, αλλά και για τη θεωρητική πρόκληση των οπτικών συμβόλων, βλ. το άρθρο της Sonja Κ. Foss, «Framing the Study of Visual Rhetoric: Toward a transformation of Rhetorical Theory», στον ίδιο τόμο, σ. 303-313.

[41] Βλ. Μπαρτ, Εικόνα – μουσική – κείμενο, ό.π., σ. 48.

[42] Βλ. Σταυροπούλου, Ιωάννης Πολέμης, ό.π., σ. 37.

[43] Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ώς την εποχή μας, Αθήνα 1985, σ. 407.

[44] Ό.π.

[45] Βλ. Χρυσάνθη Κουμπάρου-Χανιώτη, Τα Νεοελληνικά Αναγνώσματα στη Μέση Εκπαίδευση. Συγγραφείς και ανθολογημένα κείμενα, Αθήνα 2003, σ. 141.

[46] Βλ. Σταυροπούλου, Ιωάννης Πολέμης, ό.π., σ. 41.

[47] Γ. Βλαχογιάννης, «Το κρυφό σκολειό», Νέα Εστία, 38, τχ. 436 (1945), 678, 679.

[48] Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 211.

[49] Ό.π., σ. 17.

 

*Γιάννης Παπαθεοδώρου

Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών, «Λόγος και χρόνος στη νεοελληνική λογοτεχνία (18ος – 19ος αι.)». Ρέθυμνο 12-14 Απριλίου 2013. Πρακτικά συνεδρίου προς τιμήν του Αλέξη Πολίτη. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2015.

Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη. 

*Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου είναι επίκουρος καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

  

Διαβάστε ακόμη: