Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Οπλοστάσιο: Η πρώτη βαριά βιομηχανία στο Ναύπλιο – «Το μόνον εθνικόν βιομηχανικόν κατάστημα εν Πελοποννήσω»


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Οπλοστάσιο: Η πρώτη βαριά βιομηχανία στο Ναύπλιο»

 

Το οπλοστάσιο στεγαζόταν στον ενετικό προμαχώνα Mocenigo που βρισκόταν στη θέση που σήμερα είναι κτισμένα το πρώτο δημοτικό σχολείο και το λύκειο Ναυπλίου. Ήταν μονάδα του στρατού, με αντικείμενο την επισκευή και παραγωγή οπλισμού και πυρομαχικών. Άρχισε τη λειτουργία της μετά την επανάσταση του 1821 στο υπό σύσταση ελληνικό κράτος και συνέχισε κατά τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα.

Από δημοσιεύσεις του Τύπου το 1870 μαθαίνουμε ότι το οπλοστάσιο παρήγαγε επίσης μουσικά όργανα, σάλπιγγες και ιπποσκευές, όπως σαμάρια, σέλες, χαλινάρια, καπίστρια, λαιμαριές (σαγματοποιείο). Συμμετέχει το οπλοστάσιο με προϊόντα του στην έκθεση των Ολυμπίων το 1870.Στο οπλοστάσιο επίσης φυλασσόταν και επισκευαζόταν η γκιλοτίνα. Υπήρχαν μάλιστα παράπονα από τους δημίους ότι δεν ακόνιζαν σωστά τη λεπίδα κοπής των κεφαλιών και ταλαιπωρούνταν οι κατάδικοι που εκτελούνταν στο Αλωνάκι.

Στο οπλοστάσιο εργάζονταν και μαθητευόμενοι. Αυτοί έπρεπε να ήταν σε ηλικία από 16-18 χρονών, να ξέρουν ανάγνωση, γραφή και τις τέσσερις αριθμητές πράξεις.

 

Καρτ ποστάλ. Το παλατάκι του Καποδίστρια, δεξιά το οπλοστάσιο.

 

1829: Ιδρύθηκε στο οπλοστάσιο «Μουσείο τροπαίων του αγώνος».

1868: Μεταποιήθηκε στο οπλοστάσιο το κοινό τουφέκι σε πολύκροτο, ελάχιστα διαφορετικό από εκείνα των ευρωπαϊκών κρατών, αποδεικνύοντας την επιδεξιότητα των τεχνιτών.

1869: Απόφαση για κατασκευή οπλοστασίου στο Πειραιά έσπειρε υποψίες για τη μεταφορά του οπλοστασίου από το Ναύπλιο.

1876: Εκσυγχρονισμός του οπλοστασίου με την τοποθέτηση ατμομηχανής 30 ίππων, δωρεά Κοντογιάννη (ομογενής πρόξενος στην Πετρούπολη), μετά από πολλές περιπέτειες. Ελπίδες ότι με την ατμομηχανή θα υπήρχε η δυνατότητα να παράγει το οπλοστάσιο οπλικό υλικό καθιστώντας τη χώρα αυτάρκη.

1877: Καταγράφεται στον Τύπο επιθυμία αξιωματικών για μεταφορά του οπλοστασίου στον Πόρο ή την Αθήνα ή τον Πειραιά ακόμα και στην Χαλκίδα. Υπάρχουν παράπονα στην κυβέρνηση για αδιαφορία στη λειτουργία του οπλοστασίου και υπολειτουργία του.

1884: Υπάρχει έντονος προβληματισμός για τη μεταφορά του οπλοστασίου και παράπονα της τοπικής κοινωνίας ότι αφαιρούν πολλά από το Ναύπλιο.

1897: Τον Οκτώβριο το δημοτικό συμβούλιο του δήμου Ναυπλίου βγάζει ψήφισμα για να μη μεταφερθεί το οπλοστάσιο σε άλλη πόλη.

1909: Όλες οι ενδείξεις δείχνουν την πρόθεση της μεταφοράς του οπλοστασίου στην Αθήνα. 150 επώνυμοι Ναυπλιώτες συγκεντρώνονται στο δημαρχείο και ορίζουν επιτροπή για να διεκδικήσει την αποσόβηση της μεταφοράς του σαγματοποιείου, καθώς αυτό θα σημάνει και τη διάλυση του οπλοστασίου. Η πόλη είναι σε μεγάλη αναστάτωση και απειλεί με συλλαλητήρια και εξεγέρσεις. Το ρεπορτάζ της εποχής αναφέρει: «Η πόλις Ναυπλίου η προνομιούχος απεγυμνώθη τελείως παρά των διαφόρων Κυβερνήσεων και εγκατελείφθη παρ αυτών δίκαια λοιπόν η αγανάκτησις των Ναυπλιέων επι τη νέα ταύτη ειδήσει.»

1915: Με ΦΕΚ καταργείται το οπλοστάσιο του Ναυπλίου.

1916: Με το τρένο γίνεται η μεταφορά εξαρτημάτων του οπλοστασίου στην Αθήνα.

1935: Αρχίζει η κατεδάφιση των κτηρίων του οπλοστασίου για να κτιστούν τα σχολεία του Α Δημοτικού και του Γυμνασίου, σημερινού Λυκείου.

 

Τα υπό κατεδάφιση παλιά κτίρια του οπλοστασίου.

 

Το φουγάρο, τελευταίο απομεινάρι του οπλοστασίου, κατεδαφίστηκε πολύ αργότερα, το 1936 αφού ολοκληρώθηκε η κατασκευή των σχολικών συγκροτημάτων.

 

Η τοπογραφία του οπλοστασίου: 1. Αποθήκη γραφεία και θάλαμος λόχου – 2. Υπόστεγο ξυλείας – 3. Εργοστάσιο σιδηρουργών κλειδουργών – 4. Θάλαμος του θυρωρού – 5. Φυλακείον – 6. Υπόστεγο αμαξών – 7. Προπλαστήριο χωνευτών. 8. Φουγάρο – 9. Χωνευτήριο – 10. Καρφοποιείο – 11. Αποθήκη ορυχαλκείων – 12. Ορυχαλκείο – 13. Ξυλουργείο – Αμαξοποιείο – 14. Αποθήκη – 15. Οπλοποιείο – 16. Σχεδιοφυλάκιο – 17. Σχολείο του λόχου – 18. Ηλιακό ρολόι.

 

Η τοπογραφία του οπλοστασίου:

  1. Αποθήκη γραφεία και θάλαμος λόχου.
  2. Υπόστεγο ξυλείας.
  3. Εργοστάσιο σιδηρουργών κλειδουργών.
  4. Θάλαμος του θυρωρού.
  5. Φυλακείον.
  6. Υπόστεγο αμαξών.
  7. Προπλαστήριο χωνευτών.
  8. Φουγάρο.
  9. Χωνευτήριο.
  10. Καρφοποιείο.
  11. Αποθήκη ορυχαλκείων.
  12. Ορυχαλκείο.
  13. Ξυλουργείο – Αμαξοποιείο.
  14. Αποθήκη.
  15. Οπλοποιείο.
  16. Σχεδιοφυλάκιο.
  17. Σχολείο του λόχου.
  18. Ηλιακό ρολόι.

Σημείωση Νίκου Τόμπρα: «Ένας από του πιο σημαντικούς , ίσως ο σημαντικότερος υπάλληλος του οπλοστασίου, ήταν ο Αντώνιο Βρεντάνος Τζιμαρώλη καθηγητής χημείας και πυροτεχνουργός του οπλοστασίου, ο οποίος αφού εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο έζησε όλη την ζωή του εδώ παντρεύτηκε, απέκτησε οικία στον μεγάλο δρόμο, και είχε μία κόρη που παντρεύτηκε και έζησε στο Ναύπλιο και έναν γιό που έγινε αξιωματικός του Ελληνικού στρατού. Ο Βρεντάνος είναι μια από τις σημαντικότερες μορφές της πόλης του Ναυπλίου κατά τον 19ο αιώνα και οι εφημερίδες και τα ΦΕΚ της εποχής βρίθουν αναφορών σε αυτόν καθώς εργαζόταν και ως ιδιώτης πτυχιούχος χημικός, αφού τότε δεν υπήρχε κανένας άλλος με αυτά τα προσόντα. Ενδεικτικά και μόνο ΦΕΚ 18/16-6-1854».

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Τα λουτρά στην πόλη του Ναυπλίου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

 

«Τα λουτρά στην πόλη του Ναυπλίου»

 

Εγκαταστάσεις λουτρών (χαμάμ) στην πόλη του Ναυπλίου αναφέρονται για πρώτη φορά από τον Άγγλο αρχαιολόγο και τοπογράφο William Gell. Περιγράφει ένα δημόσιο λουτρό, που είχε επισκεφθεί μεταξύ των ετών 1804-1806, ως εξής: «Στο κέντρο του πρώτου διαμερίσματος υπήρχε φωτιά και γύρω γύρω σοφάδες με καθαρά σεντόνια και σκεπάσματα. Εκεί γδύνεσαι, τυλίγεσαι με ένα βαμβακερό ρούχο, φοράς ξυλοπάπουτσα και οδηγείσαι ανάμεσα από πολλές θολωτές καμάρες, τη μια ζεστότερη από την προηγούμενη, στο χαμάμ, όπου ξαπλώνεις σε ένα τεζάχι ξύλινο, μεγάλο όσο μια πόρτα, στερεωμένο σε ύψος 4 ιντσών από το πάτωμα. Kι ενώ παθαίνεις δυνατή εφίδρωση, ένας λουτράρης σε τρίβει και σε λούζει αν θέλεις. (…) Ύστερα, σε οδηγεί ξανά στην πρώτη αίθουσα, όπου ξαπλώνεις ανάμεσα στα σεντόνια και πίνεις καφέ ώσπου να στεγνώσεις. Μπορείς να αφήσεις τα λεφτά στις τσέπες χωρίς φόβο. Στα λουτρά δεν γίνονται ποτέ κλοπές».

Την περίοδο εκείνη υπήρχαν στην πόλη τουλάχιστον δύο λουτρά. Τμήμα ενός λουτρού σώζεται ακόμα και σήμερα απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Σπυριδωνα. (Φωτό 1)

 

Φωτό 1. Τμήμα λουτρού σώζεται ακόμα και σήμερα απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Σπυριδωνα.

 

Το άλλο μάλλον στεγαζόταν σε κτίριο στο Μεγάλο Δρόμο (Β. Κωνσταντίνου 10) και κατά πάσα πιθανότητα η περιγραφή του Gell αφορά αυτό. Το λουτρό αυτό ανήκε στους κληρονόμους του Παπαφλέσσα. (Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τεύχος 53, άρθρο Κ. Δανούση).

Τα λουτρά τροφοδοτούνταν με νερό από την πηγή της Αγίας Μονής. Τμήματα του πήλινου αγωγού μεταφοράς νερού έχουν βρεθεί στην περιοχή Ροδίου. Στο ίδιο σύστημα μεταφοράς νερού στην πόλη ανήκουν και οι κατασκευές με καμάρες που διακρίνουμε στις υπώρειες του βράχου στον θερινό κινηματογράφο. (Φωτό 2)

 

Φωτό 2. Στο σύστημα μεταφοράς νερού στην πόλη ανήκουν και οι κατασκευές με καμάρες που διακρίνουμε στις υπώρειες του βράχου στον θερινό κινηματογράφο.

 

Σε ένα από τα λουτρά μαρτυρείται μαζική δολοφονία Ευρωπαίων εθελοντών, λίγο μετά την άλωση του Ναυπλίου. (Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου από βιβλίο Σιμόπουλου). Το 1826 καταγράφεται στο αστυνομικό δελτίο κλοπή μαργαριταριού που ανήκε σε μια γυναίκα, η οποία είχε επισκεφτεί το χαμάμ της πόλης για το λουτρό της. (Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου). Στα χρόνια της απελευθέρωσης λειτουργούν ακόμα ιδιωτικά λουτρά στην πόλη. Το 1834 υπάρχει φόρος λουτρών ενώ στα Γενικά Αρχεία του Κράτους συναντάμε το όνομα ενός ιδιοκτήτη λουτρών, του Μ. Κοιλόνου. (ΓΑΚ)

Γύρω στα 1860 κατασκευάζονται θαλάσσια λουτρά σε χώρο μέσα στη θάλασσα, στην περιοχή που είναι σήμερα οι Μπανιέρες προς την κατεύθυνση του φάρου. Λειτουργούν δώδεκα λουτρά σε ξύλινη κατασκευή, με σκελετό που είναι μέσα στη θάλασσα. (Φωτό 3-4)

 

Φωτό 3. Η περιοχή που είναι σήμερα οι Μπανιέρες.

 

Φωτό 4. Η περιοχή που είναι σήμερα οι Μπανιέρες.

 

Το 1887 γίνεται ανακαίνιση των λουτρών ενώ η εξέδρα χρησιμοποιείται και για παραστάσεις και συναυλίες. Το 1901 σε δημοσίευμα της εφημερίδας «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» αναφέρεται ότι το κόστος για τα λουτρά είναι 0.20 λεπτά. Από το 1892 – 1894 τα λουτρά ενοικιάζονται από τον Κωνσταντίνο Καλτεζά και έπειτα από τον Βασίλη Μπουζακιώτη. (ΓΑΚ)

Έως το 1924 γίνονται δημοπρασίες για την ενοικίαση των ξύλινων λουτρών. Από φωτογραφίες της εποχής διαπιστώνουμε ότι υπήρχε ένα μικρό διάστημα που δεν υπάρχουν ξύλινα λουτρά στην πόλη (1925; 1928).

Την 1η Απριλίου 1928 παραδίδονται από τον μηχανικό Γιάνναρο τα νέα σχέδια ξύλινων λουτρών στον μηχανικό του δήμου για να γίνει εργολαβία. (Φωτό 5 Σχέδια).

 

Φωτό 5. Σχέδια ξύλινων λουτρών.

 

Σε 10 ημέρες δημοπρατείται η κατασκευή των ξύλινων λουτρών, με προϋπολογισμό 190.000 δραχμές. Στις 27 Απριλίου 1930 καταγράφεται δημοπρασία για την ενοικίαση των λουτρών, με μειοδότη κάποιον με το όνομα Ρετάλης. Σε επαναληπτική δημοπρασία φαίνεται ότι τελικά τα λουτρά ενοικιάστηκαν από τον Ευάγγελο Σμυρναίο. Στις 31 Ιουνίου 1931 το Δημοτικό Συμβούλιο έδωσε άδεια στον Σμυρναίο να πουλάει είδη καφενείου στο χολ των λουτρών. Τα λουτρά αποτελούνται από δέκα διαφορετικά δωμάτια, χωρισμένα σε ανδρών και γυναικών. Σύμφωνα με τη διαφήμιση που κυκλοφορεί, υπάρχει η δυνατότητα για ιαματικά λουτρά, σε πλήρη απομίμηση των λουτρών Αιδηψού, Λουτρακίου, Κυλλήνης, Υπάτης και Μεθάνων. Τα νερά έρχονταν σε συσκευασία, με την εγγύηση του καθηγητή Αναστάσιου Δαμβέργη (καθηγητής της φαρμακολογίας, ο οποίος έκανε αναλύσεις στα ιαματικά νερά της Ελλάδας). Τα προμήθευε το κατάστημα Μ. Λάμπρου. Επίσης, μπορούσε κάποιος να κάνει θαλάσσια θερμά λουτρά και λουτρά καθαριότητας, θερμά και ψυχρά. (Φωτό 6-7-8)

 

Φωτό 6. Λουτρά

 

Φωτό 7. Λουτρά

 

Φωτό 8. Αγγελία

 

Το 1941, τα λουτρά, τα οποία είναι σε λειτουργία και κατά τη διάρκεια της Κατοχής, επισκευάζονται. (ΓΑΚ) (Φωτό 9)

 

Φωτό 9. Τα λουτρά, ήταν σε λειτουργία και κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

 

Το 1946 δίνεται η δυνατότητα παροχής θερμών λουτρών σε άπορους. (ΓΑΚ)

Το 1947, ο σύλλογος «Παλαμήδης» καταθέτει πρόταση να παραχωρηθεί σε δημοπρασία και να κατασκευαστεί στον χώρο του παλαιού γυμναστηρίου (πάρκο Σταϊκόπουλου) λουτρικό κατάστημα για καθαριότητα και για ιαματικά θερμά λουτρά. (Σύλλογος Παλαμήδης, πρακτικά).

Το 1958, το Λιμενικό Ταμείο κατασκευάζει τσιμεντένια βάση για νέα λουτρά, διαθέτοντας 160.000 δρχ. Ο μηχανικός που σχεδίασε το κτίριο ονομάζεται Ευμένιος Μαυρόπουλος. Το Λιμενικό Ταμείο σταματάει το έργο, λόγω έλλειψης χρημάτων. (Τοπικές Εφημερίδες).

Τον Μάρτιο του 1959, ο δήμαρχος Σαγιάς και ο πρόεδρος του Λιμενικού Ταμείου Ηλίας Παπαδάκης πιέζουν να ολοκληρωθούν τα έργα κατασκευής των λουτρών. Με μεσολάβηση του ναυπλιώτη Γενικού Διευθυντή του Γενικού Λογιστηρίου, Μάνου Δαλαμάγκα (συμμετέχει και στο Συμβούλιο Τουρισμού), διατέθηκαν άλλες 200.000 δρχ. για την αποπεράτωση του κτιρίου στις Μπανιέρες. Στα μέσα του 1959 κατεδαφίστηκαν τα υφιστάμενα ξύλινα λουτρά. (Τοπικές Εφημερίδες).

Η κατασκευή δεν έτυχε καθολικής αποδοχής. Η εφημερίδα «Σύνταγμα» εκφράζει τις αντιρρήσεις της ως προς το σημείο κατασκευής των νέων λουτρών. Αναφέρει ότι «το έργο είναι βαρύ, θυμίζει παλιό στρατώνα, εξαφάνισε το μνημείο της Γλώσσας και ανατρέπει την γραμμήν των 5 αδελφών». Και μάλλον είχε δίκιο. Η μελέτη για την κατασκευή του κτιρίου είχε και αυτή παραλείψεις. Δεν είχαν σχεδιάσει ουρητήρια ούτε και τον χώρο του μηχανοστασίου. Τελικά και τα δύο έγιναν στα σκαλοπάτια όπως κατεβαίνουμε από τα Πέντε Αδέλφια για την Πύλη της Θάλασσας στην παραλία της Γλώσσας. (Φωτό 10)

 

Φωτό 10. Πύλη της Θάλασσας.

 

Τον Ιούλιο του 1959, το κτίριο δημοπρατείται και από το καλοκαίρι του 1960 τα λουτρά αρχίζουν να λειτουργούν. Παρέχονται θερμά θαλάσσια λουτρά αλλά και ιαματικά φάρμακα Αιδηψού, Μεθάνων, Υπάτης από τη βιομηχανία Δαμβέργη. (Τοπικές εφημερίδες) (Φωτό 11-12-13)

 

Φωτό 11. Μπανιέρες.

 

Φωτό 12. Τμήμα από το τείχος του Τόρου στη βορειοδυτική παραλία.

 

Φωτό 13. Διαφήμιση των λουτρών, 1960

 

Με τα χρόνια, τη δεκαετία του 1970, δεν λειτουργούν λουτρά στον χώρο και πλέον χρησιμοποιείται ως ο μοναδικός χώρος για μπάνιο εντός της πόλης. Οι γονείς με το ουζάκι και τα μεζεδάκια του Ζήση και τα παιδιά με τις βουτιές από την ξύλινη εξέδρα και το ανέβασμα από τις μεταλλικές σκάλες. Την περίοδο της χούντας, ο δήμαρχος Α. Παναγιωτόπουλος κατασκευάζει δίπλα στις μπανιέρες μια μικρή «πισίνα» για τα παιδιά.

Από το 1990 το κτίριο είναι μέσα στην αδόμητη ζώνη προστασίας της Ακροναυπλίας / Παλαμηδίου, η οποία επικαιροποιήθηκε το 1995 Πολεοδομικά το κτίριο είναι αυθαίρετο (δεν έχει οικοδομική άδεια) και δεν γνωρίζω αν έχει γίνει οποιαδήποτε προσπάθεια νομιμοποίησης -τακτοποίησης, ώστε να μπορεί να νοικιαστεί από το Λιμενικό Ταμείο.

Και φθάνουμε στο σωτήριο έτος 2020. Αυτές τις μέρες του Μαρτίου ολοκληρώνεται το έργο της τοποθέτησης λιθορριπής μπροστά από το κτίριο, σε ύψος 1.5 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, με τη δικαιολογία της προστασίας της εγκατάστασης!!! Η εγκατάσταση δεν είναι πια λουτρά θερμαινόμενα. Εδώ και χρόνια είναι ένα σημείο πρόσβασης στη θάλασσα και εμείς το καταστρέψαμε.

 

Φωτό 14. Μπανιέρες, η σημερινή κατάσταση.

 

Μετά από 60 χρόνια Στις Μπανιέρες, δεν θα μπορείς να κάνεις μπάνιο. (Φωτό 14)

 

 Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη στην Κόρινθο – Δημήτριος Ι. Μπάρτζης[1]


 

 

Πήραν τα κάστρα πήραν τα, πήραν και τα ντερβένια,

Πήραν και την Τριπολιτσά, την ξακουσμένη χώρα.

Κλαίουν στους δρόμους Τούρκισσες, κλαίουν Εμιροπούλες,

Κλαίει και μια χανούμισσα τον δόλιο τον Κιαμήλη.

 

-Αχ! πού ’σαι και δε φαίνεσαι, καμαρωμένε αφέντη;

Ήσουν κολόνα του Μοριά και φλάμπουρο στην Κόρθο,

Ήσουν και στην Τριπολιτσά θεμελιωμένος πύργος.

 

Στην Κόρθο πλια δε φαίνεσαι, ουδέ μες τα σαράγια.

Ένας παπάς σου τα ’καψε τα έρμα τα παλάτια.

Κλαίουν τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά γι’ αγάδες,

Κλαίει και η Κιαμήλαινα το δόλιο της τον άντρα.

Σκλάβος ραγιάδων έπεσε και ζει ραγιάς ραγιάδων.[2]

 

 

Το παραπάνω δημοτικό τραγούδι είναι γνωστό ως «Του Κιαμήλ Μπέη» και είναι αξιοσημείωτο, διότι αναφέρεται σε έναν ισχυρό Τούρκο του Μοριά και στα δεινά που υπέφερε από τον αγώνα των Ελλήνων για ελευθερία. Η ειδική μνεία στα παλάτια του, δηλαδή το σεράι του, δείχνει πως αυτή η κατοικία πρέπει να ήταν οπωσδήποτε κάτι το ξεχωριστό από τον μέσο όρο της εποχής. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η ανασύσταση της εικόνας αυτού του μεγαλοπρεπούς κτηρίου και της ζωής σε αυτό, μέσα από μαρτυρίες και απεικονίσεις περιηγητών του 19ου αιώνα.

 

Κιαμήλ Μπέης

 

Ο Κιαμήλ Μπέης γεννήθηκε το 1784 [3]. Γιος του Νουρή Μπέη, ήταν διοικητής του καζά της Κορίνθου από το 1815. Είχε υπό την εποπτεία του τις περιοχές Ισθμίας, Κορινθίας, Σικυωνίας, Πελλήνης, Φενεού, Στυμφαλίας, Επιδαυρίας, Τροιζήνας και εκτός της Πελοποννήσου τα Δερβενοχώρια των Μεγάρων [4]. Συνολικά η κυριαρχία του εκτεινόταν σε 163 χωριά [5]. Καταγόταν από την οικογένεια των Απδίμ-Παγιάνων, μια εκ των ισχυρότερων της Πελοποννήσου, η οποία τοποθετήθηκε στη διοίκηση της Κορίνθου σχεδόν αμέσως μετά το τέλος της Βενετοκρατίας στο Μοριά (1717) [6]. Η περιοχή γνώρισε τότε πρωτοφανή άνθηση. Έγινε συστηματική εκμετάλλευση των καλλιεργειών, ιδίως ελαιόδεντρων [7] και συσσωρεύτηκε πολύς πλούτος. Φαίνεται δε ότι η καταπίεση του αγροτικού πληθυσμού δεν ήταν ανάλογη άλλων περιοχών [8]. Τα μέλη της οικογένειας ζούσαν πλουσιοπάροχα και το αξίωμά τους είχε γίνει σχεδόν κληρονομικό, αφού διοικούσαν επί σχεδόν έναν αιώνα την περιοχή [9].

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης ο Κιαμήλ Μπέης βρίσκεται στην Τριπολιτσά και μετά την κατάληψη της πόλης πιάνεται όμηρος από τους Έλληνες. Εκτελέστηκε από τον φρούραρχο Αχιλλέα Θεοδωρίδη στις 7 Ιουλίου 1822 στον Ακροκόρινθο, ενώ πλησίαζε η στρατιά του Δράμαλη.

 

Υποδοχή και φιλοξενία Ευρωπαίων από τους Μπέηδες της Κορίνθου

 

Πλήθος περιηγητών πέρασαν από το σεράι του Μπέη στην Κόρινθο. Οι μαρτυρίες για το κτήριο καθεαυτό είναι λιγοστές, αλλά συμπληρώνονται από αρκετές απεικονίσεις. Για τους ίδιους τους χρήστες του χώρου έχουμε όμως πολλές μαρτυρίες, οι οποίες φανερώνουν ένα τελετουργικό υποδοχής των ξένων στο παλάτι.

Ο Daniel Clarke, ευρισκόμενος στην Κόρινθο το Νοέμβριο του 1802, προσκλήθηκε από τον Νουρή Μπέη στο σερά [10]. Ακολουθήθηκε πιστά το τελετουργικό προσφοράς καφέ και καπνίσματος. Η κουβέντα όμως που ακολούθησε, ενώ ξεκίνησε κατά το τυπικό, με γενικές ερωτήσεις που αφορούσαν στα ταξίδια του, τελικά εκτράπηκε με ειρωνείες, σαρκασμούς και απαξίωση από μέρους του Μπέη. Ο Οθωμανός είχε εξοργιστεί που δεν του είχαν φέρει δώρα, αλλά είχαν την απαίτηση να αναλάβει την τροφή και διαμονή τους. Έφτασε λοιπόν να μην μπορεί να πειστεί ότι πρόκειται για «Άγγλους αφεντάδες, τζέντλεμεν», αλλά για ρακοσυλλέκτες, αφού τους βρήκε να μαζεύουν από σωρούς με μπάζα «κομμάτια από σπασμένα κατσαρόλια» [11].

 

Κόρινθος, το κάστρο του Κιαμίλ-μπέη, Th. du Moncel, 1843

 

Ο Λόρδος Βύρων το 1810 είχε μάλλον μια ατυχή εμπειρία[12]. Κατατρεγμένος από ισχυρή καταιγίδα ζήτησε κατάλυμα στο σεράι και τον έδιωξαν. Ο ποιητής φανερά προσβεβλημένος συντάσσει ένα γράμμα διαμαρτυρίας προς τον Άγγλο πρόξενο στην Κωνσταντινούπολη. Εν τέλει ο Νουρή Μπέης δέχεται επίπληξη από τον Βελή Πασά της Τριπολιτσάς και εντέλεται να φέρεται φιλόξενα σε κάθε ταξιδιώτη, ενώ απαντά στον Βύρωνα με μια απολογητική επιστολή στα ελληνικά, η οποία ξεκίναγε με την προσφώνηση: «Εξοχότατε, εκπλαμπρότατε, πανευγενέστατε και επιπόθητέ μοι φίλε μηλιόρδ πυρόν, ακριβώς και φιλικώς χαιρετώ, και ερωτώ το ακριβόν μοι χατήρι σας»[13]. Αντίθετα ο γιος του, Κιαμήλ Μπέης, ευγενέστερη φυσιογνωμία, δέχεται με χαρά τους Ευρωπαίους περιηγητές.

Η μετέπειτα βασίλισσα της Αγγλίας Καρολίνα, το 1816 φτάνει στην Κόρινθο και χαίρει μεγάλης τελετής υποδοχής, παρουσία του Κιαμήλ Μπέη και όλων των αξιωματούχων του. Την περίμεναν έφιπποι έξω από την πόλη και τη συνόδεψαν με άγημα έως το παλάτι[14], όπου σειρά διαμερισμάτων είχε προετοιμαστεί για τη φιλοξενία της[15]. Αν και ο Μπέης εξέφρασε μια δυσαρέσκεια, που μια κυρία ταξίδευε ασυνόδευτη χωρίς κάποιο συγγενικό πρόσωπο μαζί της[16], εντούτοις φρόντισε η διαμονή της στο σεράι να είναι κατά το δυνατόν ευχάριστη και της απέδιδε τα σέβη του καθημερινά[17].

Τον John Galt υποδέχτηκε επίσης μια παρέλαση, την οποία όμως βρήκε ακριβή και άχρηστη, κάνοντάς τον να εγκαταλείψει την Κόρινθο μια ώρα αρχύτερα[18].

Η υποδοχή των επισκεπτών γινόταν κανονισμένα. Συνήθως από την προηγούμενη ημέρα οι ταξιδιώτες έστελναν κάποιον να αναγγείλει την άφιξή τους, μαζί με τα απαιτούμενα έγγραφα από τον Πασά. Ο Turner έχοντας το μπουγιουρντί από την Τριπολιτσά, αλλά και γράμμα του Νουρή Μπέη προς το γιο του, Κιαμήλ[19], γίνεται δεκτός με ενθουσιασμό. Ο Μπέης του προσφέρει όσα άλογα και άνδρες χρειαζόταν για συνοδεία, ανταλλάσουν νέα πίνοντας καφέ και καπνίζοντας τσιμπούκια[20].

Ο T.S. Hughes μας πληροφορεί το τι είναι τα δώρα[21]. Ο Νουρή Μπέης του ζητά ένα χρυσό ρολόι – άρεσαν στους Τούρκους και τα χρησιμοποιούσαν για διάκοσμο των οντάδων τους[22]-, ωστόσο αρκείται τελικά σε ένα μεγάλο καλό τηλεσκόπιο. Άλλοι φρόντιζαν να κρατούν το δώρο στα χέρια τους καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης με τον Μπέη, προκειμένου να εξασφαλίσουν το μπουγιουρντί που ζητούσαν[23]. Δώρα όμως έκανε και ο Μπέης. Στη σύζυγο του Λόρδου Έλγιν πρόσφερε μια εσάρπα και ένα κουτί ντυμένο με ύφασμα, διακοσμημένο με κεντήματα[24]. Ο Hughes εξηγεί πως η ανταλλαγή δώρων είναι τόσο κοινή πρακτική στην οθωμανική αυτοκρατορία, όσο και η ανταλλαγή φιλοφρονήσεων[25]. Είναι δε ο μόνος τρόπος να εκπληρωθεί το οποιοδήποτε αίτημα προς τις αρχές. Όμως με συστατικά γράμματα ανά χείρας από τον Νουρή, έγινε δεκτός από τον Κιαμήλ στην Κόρινθο. Υπέβαλε τα σέβη του στο νεαρό άνδρα και έχαιρε εγκάρδιας υποδοχής. Ο Μπέης προθυμοποιήθηκε να του ετοιμάσει διαμερίσματα για να τον φιλοξενήσει, κάνοντας τον Hughes να μειδιάσει σκεπτόμενος, πως η παράδοση του Ξένιου Δία καλλιεργείται ακόμη σε αυτή τη χώρα[26].

 

Το παλάτι, όπως το είδαν και το έζησαν οι περιηγητές

 

Οι μαρτυρίες περιηγητών για το παλάτι του Κιαμήλ Μπέη αρκούνται σε γενικότητες θαυμασμού για την ειδυλλιακή τοποθεσία, τη γραφικότητα, την μεγαλοπρέπεια και την ανατολίτικη πολυτέλεια του κτηρίου[27]. Ο Gell θεωρεί πως το σπίτι του Νουρή Μπέη είναι καλύτερο από του Πασά στην Τριπολιτσά[28]. Ο Leake αναφέρει πως πρόκειται για ένα συγκρότημα κτηρίων εντός κλειστού περιβόλου[29], τέτοιας έκτασης, που χρειαζόταν κανείς μισή ώρα για να το διασχίσει[30] μέσα από τους κήπους του γεμάτους κυπαρίσσια[31] και λεμονοπορτοκαλιές. Αποτελούσε ουσιαστικά ακόμη ένα προάστιο της τότε αραιοδομημένης Κορίνθου[32], καταλαμβάνοντας το βορειοανατολικό άκρο της πόλης, επάνω σε ένα φυσικό άνδηρο με εποπτεία τον κάμπο της Βόχας και τον Κορινθιακό κόλπο.

Σε πανόραμα της Κορίνθου, σχεδιασμένου από τον Gell[33], γίνεται σαφής διάκριση του κτηριακού συγκροτήματος σε δύο κύριες ενότητες: Παλάτι του Μπέη (Σελαμλίκι) και Χαρέμι.

Το πρώτο καταλαμβάνει το δυτικό άκρο του υψιπέδου. Η σημαντικότερη μαρτυρία γι’ αυτό είναι του αρχιτέκτονα Joseph Woods. Έχοντας περιγράψει τις γενικές αρχές διάρθρωσης ενός τυπικού οθωμανικού σπιτιού[34], παραθέτει μια αναλυτική περιγραφή του σεραγιού του Μπέη στην Κόρινθο: «Το καλύτερο σπίτι το οποίο είδα, ήταν αυτό του μπέη στην Κόρινθο. Το κυρίως μέρος του κτηρίου είναι σχήματος Γ σε κάτοψη, δημιουργώντας δύο πλευρές τετραγώνου, ενώ στη γωνία υπάρχει κλιμακοστάσιο που οδηγεί στη στοά και τον κύριο όροφο. Αυτή η στοά δεν παραλείπεται ποτέ σε οποιοδήποτε αξιοπρεπές σπίτι. Είναι πάντοτε ξύλινη και τα κύρια δωμάτια ανοίγονται απευθείας σε αυτήν. Οι βεράντες μας φαίνεται να έχουν ως πρότυπο τη στοά, αλλά το μεγαλύτερο βάθος της, η προεξοχή της στέγης και οι διακοσμημένες μαρκίζες την καθιστούν κατά πολύ αποτελεσματικότερη. Η είσοδος στο παλάτι, όπως και στις άλλες κατοικίες, γίνεται μέσω προαυλίου, αλλά εξωτερικά οι τοίχοι ξεπροβάλλουν πάνω από τα απότομα βράχια, κάτω από τα οποία είναι οι κήποι. Το μέρος είναι ιδανικό, καθώς παρέχει εποπτεία του κάμπου και του Κορινθιακού. Κάτω από τη στοά, στο προαύλιο, είναι μια τοξοστοιχία, υποβασταζόμενη από κοντούς στρογγυλούς πέτρινους στύλους, οι οποίοι δεν έχουν αντιστοιχία με τους ξύλινους στύλους της υπερκείμενης στοάς. Οι τοίχοι της στοάς έχουν ζωγραφιστεί με διακοσμητικά στοιχεία, τα οποία όμως έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Πέρα από αυτά που περιγράψαμε, είναι μια σειρά γραφείων και πέρα από αυτά βρίσκονται τα διαμερίσματα των γυναικών (χαρέμι) που φυσικά είναι αόρατα» [35].

Η εικόνα μας για το κτήριο μπορεί να ολοκληρωθεί με τα δύο γνωστά σχέδια των Gell[36] και Hallerstein[37], τα οποία έρχονται σε απόλυτη αντιστοιχία με τη γραπτή περιγραφή του Woods (Εικ. 1α, 1β).

 

Εικ. 1α: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση με βάση τα σχέδια των Gell και Hallerstein. Τομή στους άξονες Βορρά- Νότου και Ανατολής – Δύσης, όπου απεικονίζεται το χαγιάτι και η τοξοστοιχία. Κλίμακα 1:500.

 

Εικ. 1β: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση με βάση τα σχέδια των Gell και Hallerstein. Τομή στους άξονες Βορρά- Νότου και Ανατολής – Δύσης, όπου απεικονίζεται το χαγιάτι και η τοξοστοιχία. Κλίμακα 1:500.

 

Κι αν από τα παραπάνω σχέδια λείπουν οι ανθρώπινες φιγούρες, ο Γάλλος ποιητής Pierre Lebrun, κάνει πλήρη, γεμάτη ενάργεια ανασύσταση της ζωής στο παλάτι μέσα από τη γλαφυρότατη περιγραφή της επίσκεψής του εκεί: «Τον Κιαμήλ Μπέη τον είδα μόνο μια φορά και πέρασα μαζί του μόλις μια ώρα. […] Ήταν νύχτα, στην εποχή που είχαν ραμαζάνι. […] Έφθασα στο παλάτι. Μια αχανής αυλή, όπου πρωτομπήκα, φωτιζόταν από μια μεγάλη φλόγα από πευκόξυλα, που έκαιγε. Ήταν σαν ένα καμινέτο, μια πυρά υψωμένη στο κέντρο με ένα παλούκι. Η φλόγα, κίτρινη και απαλή παρείχε διαύγεια μέσα στο σκοτάδι. Έτσι μου επέτρεψε να δω άλογα δεμένα, φρουρούς και ποικίλες ομάδες ατόμων που περίμεναν ακρόαση, ενώ ακουγόταν θόρυβος από νερό.

Μια φαρδιά σκάλα οδηγεί στη στοά. Βρέθηκα στη μέση ενός πλήθους από αξιωματούχους, υπηρέτες, διερμηνείς να πηγαινοέρχονται. Έμπαιναν, έβγαιναν, εξαφανίζονταν και επανεμφανίζονταν, χωρίς σταματημό. Πείστηκα λοιπόν ότι ο κόσμος μέσα σε ένα ανατολίτικο παλάτι, όπως ακριβώς σε ένα ευρωπαϊκό, είναι συνεχώς απασχολημένος με μικροπράγματα.

Οι αίθουσες ανοίγονταν σε αυτή τη στοά, φωτισμένες από το εσωτερικό τους και ήταν όλες γεμάτες. Μερικές καταλαμβάνονταν από τους υψηλόβαθμους αξιωματικούς του Μπέη, άλλες από λιγότερο σημαντικά στελέχη, εδώ συνάνταγες δερβίσηδες, εκεί στρατιώτες, αλλού γραμματείς. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι κάθονταν σε ντιβάνια, τοποθετημένα γύρω σε κάθε αίθουσα. Η όλη ακινησία τους ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον πανικό που γινόταν στη στοά. Όλοι κάπνιζαν με αξιοπρέπεια, ατάραχοι μέσα σε απόλυτη ψυχραιμία, εκτός από τους δερβίσηδες. Αυτοί φαίνονταν να τους κινεί μια παράξενη ευθυμία. […]

Βιαστικός όπως ήμουν για να εξασφαλίσω ένα μπουγιουρντί, διέκοψα τις παρατηρήσεις των αξιωματούχων του, που με κράτησαν στην πόρτα της εξοχότητάς του. Μου έλεγαν να περιμένω. Πότε γιατί ο Μπέης γευμάτιζε, πότε επειδή είχαν έρθει πραματευτές. Απελπίστηκα, οπότε τους παραμέρισα, σήκωσα την κουρτίνα της πόρτας και βρέθηκα μπροστά στον Μπέη.

Στη μέση μιας μεγάλης αίθουσας πλούσια διακοσμημένης, πάνω σε ένα βάθρο σκεπασμένο με ψάθες ήταν τοποθετημένα τρία κηροπήγια, σαν αυτά των εκκλησιών, τοποθετημένα χάμω, ενώ ένας σκλάβος ερχόταν αραιά και που για να τα ξεφυτιλίσει τα τεράστια κεριά. Ένας άνδρας 36 ως 40 χρονών, με όμορφο και σοβαρό πρόσωπο, ήταν ξαπλωμένος με τα πόδια σταυρωμένα σε ένα ντιβάνι στο βάθος της αίθουσας. Ήταν ο Κιαμήλ. Όλοι τριγύρω κάπνιζαν και τον κοιτάγαμε σιωπηλά να καπνίζει και αυτός. Ήταν σαν μια παγόδα που ανέδιδε λιβάνι στον ίδιο τον εαυτό της. Στο ντιβάνι αριστερά του Μπέη δυο αξιωματικοί κάθονταν σε μια σεβαστή απόσταση, ενώ στη βάση της εξέδρας μερικοί αξιωματούχοι και μια ομάδα Έλληνες συνωστίζονταν εμποδίζοντας την είσοδο. Ξεφύτρωσα λοιπόν ανάμεσά τους και διέκοψα τη σιωπή της συγκέντρωσης αυτής. […]

Ξαφνιασμένος ο Μπέης ρώτησε τι ήθελα, ποιος ήμουν, από πού ερχόμουν, πού πήγαινα… Σε κάθε απάντηση του διερμηνέα μου, με κοίταγε με μια ευγενική προσοχή. Έπειτα μου έκανε νόημα να ανέβω [τα σκαλοπάτια] και να κάτσω στο ντιβάνι δίπλα του. Ένας σκλάβος μου έφερε τον καφέ και επικράτησε πάλι σιωπή. Έγινα λοιπόν και εγώ με τη σειρά μου μέλος αυτής της βουβής σκηνής, της οποίας την ηρεμία είχα διακόψει μπαίνοντας πριν. […]

Μια μικρή περίσταση […] με έπεισε ότι παρ’ όλες τις συνήθειες που κληρονόμησε από τον τούρκικο δεσποτισμό, ο Κιαμήλ είχε διατηρήσει μια απέχθεια για τον εξευτελισμό του ανθρώπου ενώπιον της εξουσίας. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο απέκρουσε την ταπείνωση ενός ανθρώπου που ήρθε ικετεύοντας δίπλα του. Είχε ανέβει στην εξέδρα, προσκύνησε μπροστά στον Μπέη και ετοιμαζόταν να του φιλήσει τα πόδια. Ο Κιαμήλ, χωρίς να χάνει τη σοβαρότητά του, τράβηξε ξαφνικά τα πόδια του κάτω από τη φορεσιά του και άφησε τον κακόμοιρο ντροπιασμένο και σαστισμένο […]»[38].

 

Μαρτυρίες για το χαρέμι

 

Όπως ήδη αναφέρθηκε, ένα τυπικό οθωμανικό σπίτι χωριζόταν σε ανδρώνα (selamlik) και γυναικωνίτη (haremlik) [39]. Στην περίπτωση των παλατιών του Κιαμήλ Μπέη, το χαρέμι είναι ένα ανεξάρτητο κτήριο [40], το οποίο καταλαμβάνει το βορειοανατολικό άκρο του περιβόλου, έρχεται σχεδόν στο χείλος του βραχώδους ανδήρου (Εικ. 2) και περιτοιχίζεται από υψηλή μάντρα, που το αποκόπτει οπτικά από το υπόλοιπο σύνολο [41].

 

Εικ.2: Χαρέμι: Γραφική αποκατάσταση της βορειοδυτικής όψης με βάση σχέδιο του Gell. Κλίμακα 1:500.

 

Ο χρονικογράφος της Καρολίνας αναφέρει πως οι σύζυγοι του Κιαμήλ Μπέη δεν ήταν αναρίθμητες[42], αλλά ομορφότερες από άλλες που είχαν δει[43] και προσθέτει κάτι αξιοσημείωτο: Ο Κιαμήλ είχε παντρευτεί λίγα χρόνια πριν μια όμορφη χωρική, της φερόταν με σεβασμό και ουσιαστικά σχετιζόταν μόνο με αυτήν έκτοτε, ενώ την παρουσίαζε ως τη μοναδική σύζυγό του[44]. Ωστόσο στο χαρέμι ζούσαν τόσο οι γυναίκες του Νουρή Μπέη[45], όσο και αυτές του αδελφού του, Μπεκήρ Αγά[46]. Κάποιος περιηγητής θεώρησε ότι αυτές οι γυναίκες ήταν θαμμένες ζωντανές στο σεράι[47]. Μιλώντας τους όμως εξεπλάγη, διότι τον διαβεβαίωσαν πως είναι πολύ ευτυχισμένες και δε σκέφτονταν ποτέ τον έξω κόσμο, ούτε το τι συνέβαινε σε αυτόν. Οι ψηλές μάντρες εξασφάλιζαν ότι κανένα γεγονός δε θα εξάψει τη φαντασία τους και έτσι, υποστήριζαν, ήταν ευτυχισμένες. Λίγες ήξεραν γραφή και ανάγνωση, αλλά το μεγάλο δεινό τους ήταν άλλο: «Το μεγάλο μας βάσανο, αυτό που κάτι φορές προκαλεί τρομακτικές συνέπειες ανάμεσά μας, είναι η ζήλεια. Όποτε βλέπαμε τον Μπέη να τον έλκει κάποια περισσότερο από τις υπόλοιπες, κάτι το οποίο συνέβαινε συχνά, μας καταβρόχθιζε η οργή και το μίσος και κάποιες φορές θα είχαμε αλληλοσκοτωθεί, εάν δεν μας περικύκλωναν οι φρουροί»[48].

Από το παλάτι έφευγαν μόνο για να επισκεφτούν τα άλλα ενδιαιτήματα των κυρίων τους στην εξοχή. Η μεταφορά τους γινόταν «μέσα σε καλυμμένα κουτιά, ανά δύο δεμένα με σχοινιά στο σαμάρι ενός μουλαριού, σαν τα καλάθια που κρεμάνε οι γύφτοι στα ζώα. Στο κάθε κουτί καθόταν μια γυναίκα, ενώ κουρτίνες από πορφυρό ύφασμα εμπόδιζαν τους περαστικούς από το να τις δουν»[49]. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα (1818) φαίνεται πως χρησιμοποιούσαν για τον ίδιο σκοπό άμαξες[50].

Ξεχωριστό γεγονός για τις γυναίκες του χαρεμιού πρέπει να ήταν η επίσκεψη της Λαίδης Έλγιν το 1802: Ύστερα από παρακάλια στον ευνούχο, τον έπεισαν να τη φωνάξει. Αυτή όμως δε θέλησε να πάει, διότι δεν είχε μαζί της δραγουμάνο (διερμηνέα), αλλά τελικά υποχώρησε. «Την υποδέχτηκαν με πολλή θέρμη. Την περιέλουσαν με ροδόνερο, κάτι που μάλλον την αιφνιδίασε, μετά την αρωμάτισαν και στη συνέχεια μια γυναίκα πεσμένη στα γόνατα της προσέφερε εκλεκτά γλυκίσματα, νερό και καφέ. Με τις τρεις τέσσερις λέξεις τουρκικές που γνώριζε η κυρία Έλγιν, υποβοηθούμενη από νεύματα των χεριών και των ματιών, κατάφερε τελικά να περάσει είκοσι λεπτά μαζί τους. Όταν πλέον σηκώθηκε για να φύγει, η «Μεγάλη γυναίκα» του Νουρή Μπέη, όπως την κατονομάζουν, την συνόδεψε ως την κορυφή της σκάλας, ενώ δυο γυναίκες την κράτησαν από τα μπράτσα αγκαζέ και την οδήγησαν στην πόρτα»[51]. Φαίνεται λοιπόν πως ακολουθείται ένα τελετουργικό υποδοχής που ομοιάζει με αυτό των ανδρών, ενώ συνάγεται η ύπαρξη χαγιατιού και στο χαρέμι και μια πυλίδα που οδηγεί στο υπόλοιπο σεράι.

Οκτώ χρόνια αργότερα οι γυναίκες του χαρεμιού θα συναναστραφούν με τη Λαίδη Hester. Η συνάντησή τους εξελίσσεται σε θέμα ελαιογραφίας ρομαντικού οριενταλισμού. Αυτό όμως που δε γνώριζαν ήταν, πως τη συνάντηση παρακολουθούσαν κρυφά οι άνδρες ακόλουθοι της Hester, κρυμμένοι στη μουσάντρα: «… οι κοπέλες γρήγορα απέκτησαν οικειότητα με τη λαίδη Hester. Ξεσκέπασαν τα πρόσωπά τους αλλά με μελετημένη χάρη, ώστε να δείχνουν το σώμα τους, τα κοσμήματά τους. Η συζήτηση διεξαγόταν με νοήματα και χειρονομίες. Επίσης άρχισαν να εξετάζουν το φόρεμα της λαίδης Hester και να το συγκρίνουν με τα δικά τους. Μη γνωρίζοντας ότι τις παρακολουθούν μάτια ανδρών, γύμνωσαν τα πόδια και το στήθος τους. Στο τέλος απαλλάξαμε τη λαίδη Hester από τη δυσάρεστη θέση που είχε βρεθεί άθελά της, μ’ ένα πνιχτό γέλιο που πανικόβαλε τις μουσουλμάνες. Ξαναφορώντας τα πέπλα και τους φερετζέδες έπνιξαν την ευθυμία τους αμέσως…»[52].

Ένα ζήτημα που δημιουργεί σύγχυση είναι ο συσχετισμός των χαρεμιών με την πηγή νερού ακριβώς κάτω από τα παλάτια, στη ρίζα του βράχου. Το συγκεκριμένο τοπωνύμιο φαίνεται να εμφανίζεται πρώτη φορά στην Επανάσταση[53], για να γενικευτεί από το 1834 και μετά[54]. Οι ποικίλες περιγραφές περιηγητών, πιθανότατα όλες αποκυήματα φαντασίας, αναπαράγουν σκηνές μακαριότητας του Μπέη σε αυτά τα λουτρά περιστοιχισμένου από τις οδαλίσκες του χαρεμιού.

Το δροσερό αυτό μέρος (μια όαση το θέρος) μαζί με τους γύρω κήπους, αποδίδεται εν πολλοίς στο χαρέμι[55]. Μόνο ο Πουκεβίλ άκουσε να αναφέρονται σε αυτόν τον τόπο με το όνομα «souhamam»[56]. Ο χώρος πιθανόν λειτουργούσε και ως υπαίθριο λουτρό, πράγμα που δικαιολογεί έναν επιμήκη τοίχο που ανέσκαψε ο Robinson και χρησίμευε, όπως υποστηρίζει, για να ορίζει αφενός το χώρο της πηγής και να προστατεύει αφετέρου από τα βλέμματα των χωρικών τα μέλη του νοικοκυριού του παλατιού που κατέβαιναν εκεί για να πάρουν νερό ή να πλυθούν[57]. Επομένως, ο ανασκαφέας, λαμβάνοντας υπόψη του την παράδοση, που σχετίζει την Κόρινθο με την θεά της ομορφιάς, θεωρεί προφανές πως ο χαρακτηρισμός του χώρου ως «Λουτρών της Αφροδίτης» οφείλεται στη χρήση του από τις γυναίκες του χαρεμιού του Μπέη. Οπωσδήποτε η μετεπαναστατική ζώσα μνήμη των Κορίνθιων πρέπει να διέσωσε έναν απόηχο, μιας περιστασιακής ίσως χρήσης του χώρου από τις γυναίκες, ίσως τους καλοκαιρινούς μήνες. Ο συσχετισμός της πηγής με το χαρέμι, ως ομάδας ατόμων καταλήγει σε λογικό συμπέρασμα. Δεν μπορούμε όμως να υποστηρίξουμε το ίδιο για το κτήριο, το οποίο βρίσκεται αντιδιαμετρικά στο συγκρότημα στα ανατολικά, συνεπώς δε μπορεί να έχει καμία σχέση με το καλούμενο λουτρό της Αφροδίτης στα δυτικά.

 

Τα κατάλοιπα των παλατιών μετά την καταστροφή τους

 

Τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη κάηκαν από τον Παπαφλέσσα στις 23 Απριλίου 1821[58]. Σημαντικό μέρος τους πρέπει να σώθηκε σε χαλάσματα, όπως συνάγεται από μαρτυρία του Ludwig Ross, που τα βρίσκει άδεια, εθνική πλέον περιουσία[59]. Αντίθετα ο Anderson υποστηρίζει πως είναι ισοπεδωμένα[60]. Στα μέσα του 19ου αιώνα η περιοχή συνεχίζει να είναι ένας ερειπιώνας, με το μόνο πράγμα που φαίνεται να σώζεται να είναι ένας πύργος με την ονομασία «του Κιαμήλ Μπέη»[61]. Ο ισχυρός σεισμός του 1858 και οι συνεχείς αρόσεις του χώρου οδήγησαν στο να μη σώζεται σήμερα σχεδόν τίποτα πέρα από κάποια θεμέλια τοίχων, ένα ερειπωμένο λουτρό και μια επιμελημένη λίθινη κλίμακα που οδηγεί στα «Λουτρά της Αφροδίτης». Ο Robinson στις δοκιμαστικές τομές που έσκαψε, βρήκε ίχνη της μεγάλης αυλής, στρωμένης με κροκάλες και τα θεμέλια της δυτικής πτέρυγας του παλατιού[62].

Πολύτιμα για την ταύτιση των καταλοίπων του παλατιού είναι δυο πολεοδομικά σχέδια της Κορίνθου εκπονημένα ανεξάρτητα από τους Peytier (1829)[63] και Abelé (για λογαριασμό του Schaubert το 1833)[64]. Ο συνδυασμός τους μας παρέχει ασφαλή συμπεράσματα για τη διάρθρωση του οικοδομικού συγκροτήματος.

Ο Γάλλος πολεοδόμος Peytier στο σχέδιό του δίνει σαφή τα όρια του περιβόλου της ιδιοκτησίας του Μπέη και σημειώνει τρία κτήρια ιστάμενα εντός του: Δύο λουτρά και έναν πύργο[65], τα οποία απεικονίζει ο Du Moncel με λεπτομέρεια σε δύο πίνακές του[66], οι οποίοι συνθέτουν ένα ευρύ πανόραμα (Εικ. 3).

 

Εικ. 3: Συναρμογή δύο πινάκων του Du Moncel σε ένα ενιαίο πανόραμα. Στο μέσον ο σωζόμενος πύργος πλαισιωμένος από δύο λουτρά, τα μόνα ιστάμενα κτήρια από το συγκρότημα του Μπέη το 1843. Σήμερα σώζεται ερειπωμένο μόνο το λουτρό στα δεξιά.

 

Τα παραπάνω εντοπίζονται εύκολα στο σχέδιο του Abelé, στο οποίο σημειώνονται τα περιγράμματα όλων των κτηρίων του συγκροτήματος μαζί με τους μεσότοιχούς τους και τις μάντρες των επί μέρους αυλών (Εικ. 4).

 

Εικ.4: Γραφική αποκατάσταση του οικοδομικού συγκροτήματος του Μπέη και υπέρθεσή του σε δορυφορική λήψη του 2016. Τα κατάλοιπα των κυριώτερων κτηρίων βρίσκονται θαμμένα σε αδόμητα αγροτεμάχια. 1) Πλατεία μπροστά από το μεγάλο τζαμί του Κάτω Μαχαλά, με δύο μεγάλες κρήνες. 2) Η κύρια πύλη εισόδου. 3) Σελαμλίκι, όπου γινόταν επίσης η υποδοχή των Ευρωπαίων περιηγητών. 4) Χαρέμι, 5) Πύργος με οχυρωματικά χαρακτηριστικά. 6) Πύργος που λειτουργούσε ως μπελβεντέρε. 7) Βενετικές οχυρωματικές κατασκευές. 8) Λουτρά. 9) Λουτρά Αφροδίτης. Κλίμακα 1:2000.

 

Γραφική αποκατάσταση συγκροτήματος

 

Τρεις βασικοί δρόμοι της Κορίνθου οδηγούσαν από το κέντρο του οικισμού (Παζάρι) σε ένα πλάτωμα, μπροστά από το μεγάλο τζαμί του μαχαλά «του Μπέη». Ο χώρος αυτός, πλαισιωμένος με δύο κρήνες[67], είχε ως βόρειο και δυτικό όριο τον περίβολο του συγκροτήματος των παλατιών και εκεί πρέπει να βρισκόταν η είσοδος[68] προς την κεντρική λιθόστρωτη[69]αυλή.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, το οικοδομικό συγκρότημα απαρτίζεται από δύο κύριες ενότητες, το σελαμλίκι και το χαρέμι, τα οποία συνοδεύονται από βοηθητικά κτίσματα. Το κυρίως κτήριο κάθε ενότητας έχει σχήμα ισοσκελούς Γ σε κάτοψη και αναπτύσσεται κατά μήκος του χείλους του υψιπέδου. Η χωροθέτησή τους αντιδιαμετρικά στο συγκρότημα, ενδεχομένως εξαρτήθηκε από προϋπάρχουσες[70] αντιστηρίξεις του απότομου, βραχώδους πρανούς, καθώς έτσι εξασφαλιζόταν η ευστάθεια του εδάφους θεμελίωσης και απρόσκοπτη εποπτεία του Κορινθιακού κόλπου. Μεταξύ των δύο ενοτήτων ορθώνονταν δύο πύργοι, με διαφορετική χρήση ο καθένας.

Με βάση τις γραπτές μαρτυρίες και τις απεικονίσεις περιηγητών, είναι φανερό πως το σελαμλίκι φέρει τα τυπικά χαρακτηριστικά των πλούσιων αρχοντικών της οθωμανικής εποχής: Οντάδες σε παράθεση ανοίγονται προς ένα ευρύχωρο χαγιάτι και η περίπτωση που εξετάζουμε ανήκει στον τύπο σπιτιού με «εξωτερικό σοφά» κατά S.H. Eldem[71]. Η γραφική αποκατάσταση που προτείνεται για κάθε κτήριο βασίστηκε για το περίγραμμα της κάτοψης και των γενικών διαστάσεων στο σχέδιοAbelé. Ο αριθμός των οντάδων και η διάταξή τους στην κάτοψη, συνεπώς και η διάρθρωση των όψεων, βασίστηκε στα διαθέσιμα σχέδια και χαρακτικά περιηγητών[72]. Τα μεγέθη προσεγγίστηκαν με βάση τον οθωμανικό τεκτονικό πήχη[73] τιμής 76.4 εκ[74].

Τα στοιχεία για την μια σχετικά ασφαλή αποκατάσταση της κατοικίας του Μπέη είναι αρκετά[75]. Το κτήριο αποτελείται από δύο πτέρυγες κάθετες μεταξύ τους, μήκους περίπου 52 μ. η δυτική και περίπου 47 μ. η βόρεια, στις οποίες είναι εφικτή η ύπαρξη δώδεκα οντάδων, αριθμός που φανερώνει το πρωτοφανές μέγεθος του οικοδομήματος[76] (Εικ. 5).

 

Εικ.5: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση κάτοψης ορόφου. Κλίμακα 1:500.

 

Δύο μεγάλοι οντάδες με σαχνισιά που ξεχωρίζουν στη βόρεια όψη θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως χώροι ακροάσεων του Μπέη (Εικ. 6). Ιδιαίτερη είναι επίσης η μορφή της σκάλας, στη συμβολή των δύο πτερύγων, με δύο σκέλη να οδηγούν σε αντίθετες κατευθύνσεις[77] (Εικ. 1α, 1β).

 

Εικ.6: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση βόρειας όψης. Κλίμακα 1:500.

 

Η σκάλα απόληγε σε δύο πλατύσκαλα που έβαιναν στο χαγιάτι, ενώ αμέσως πλάι σε αυτά υπήρχε από ένα μικρό κιόσκι. Στο κτήριο υπήρχε επίσης ενσωματωμένο χαμάμ, το μόνο σωζόμενο έως σήμερα κατάλοιπο από τα παλάτια. Τέλος, κοντά στο νότιο άκρο της δυτικής πτέρυγας βρισκόταν η μνημειακή κλίμακα καθόδου στα «Λουτρά της Αφροδίτης» (Εικ. 7).

 

Εικ.7: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση δυτικής όψης. Δεξιά η μνημειακή κλίμακα προς τα λουτρά της Αφροδίτης. Κλίμακα 1:500. Yπόβαθρο σχεδίασης από Ι. Τραυλό στο ROBINSON 1962, 129, εικ.9.

 

Σε σχετική γειτνίαση με το σελαμλίκι υπήρχε πύργος με ξύλινο όροφο σε προεξοχή[78] και το πιθανότερο ήταν κάποιου είδους μπελβεντέρε. (Εικ. 8). Η ταύτισή του στο σχέδιο Abelé είναι η πιο επισφαλής. Η θέση που προτείνεται εδώ βασίστηκε σε απεικονίσεις, στις οποίες εμφανίζονται κολλητά σε αυτόν άλλα χαμηλότερα κτήρια[79].

 

Εικ.8: Πύργος-Μπελβεντέρε: Γραφική αποκατάσταση βόρειας όψης. Κλίμακα 1:500.

 

Το χαρέμι είναι ένα κτήριο σχήματος Γ σε κάτοψη με άνισα σκέλη, με γενικές διαστάσεις 46.5 Χ 27 μ., διαθέτει δικό του περίβολο αλλά και τειχισμένη αυλή. Η βόρεια πτέρυγα έχει ένα ιδιόμορφο περίγραμμα, με τέσσερις εσοχές[80], που δεν αποκλείεται να αποτελεί αποτέλεσμα προσαρμογής στο περίγραμμα προϋφιστάμενου τείχους, το οποίο αντιστήριζε ταυτόχρονα το απότομο πρανές (Εικ. 9).

 

Εικ.9: Χαρέμι: Γραφική αποκατάσταση της κάτοψης ορόφου. Κλίμακα 1:500.

 

Ένα πολύ ιδιαίτερο στοιχείο στο χαρέμι είναι ένας ψηλός και ογκώδης πύργος-μπελβεντέρε, προσαρτημένος στο κύριο σώμα του κτηρίου[81], ωστόσο δε φέρει καθόλου οχυρωματικά χαρακτηριστικά, όπως σε άλλα αντίστοιχα παραδείγματα[82], αποτελώντας μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση, τόσο από άποψη χωροθέτησής του στο κτήριο, όσο και για τη χρήση του (Εικ. 10).

 

Εικ.10: Χαρέμι: Γραφική αποκατάσταση βόρειας όψης. Κλίμακα 1:500.

 

Το κτήριο αποκαθίσταται, τουλάχιστον όσον αφορά στην κάτοψή του με μεγάλη επιφύλαξη και παραδοχές, έχοντας επτά οντάδες. Η ύπαρξη χαγιατιού είναι βέβαιη, ενώ πρέπει να στηριζόταν σε τοξωτή κιονοστοιχία[83]. Το λουτρό των γυναικών (Εικ. 3) ήταν αυτοτελές κτίσμα τειχισμένο με μάντρα και επικοινωνούσε με την αυλή του χαρεμιού[84].

Τέλος θα πρέπει να γίνει αναφορά στον πύργο με οχυρωματικά χαρακτηριστικά, το πρωιμότερο ίσως κτήριο του συγκροτήματος (Εικ. 11). Λόγω στιβαρής κατασκευής σωζόταν τουλάχιστον μέχρι το 1874[85] σε ερειπωμένη μορφή[86]. Η θέση του στο συγκρότημα ταυτίζεται με ασφάλεια, καθώς έχει σημειωθεί από τον Peytier, ενώ ο Du Moncel απεικονίζει με ευκρίνεια βασικά χαρακτηριστικά του, όπως η υπερυψωμένη είσοδος με καταχύστρα, η πρόσβαση σε αυτή με λίθινη κλίμακα, η οποία όμως δεν ακουμπούσε στον τοίχο[87]. Μόνο στον τελευταίο όροφο υπήρχε σε κάθε όψη από ένα ζεύγος παραθύρων με μικρούς φεγγίτες.

 

Εικ.11: Πύργος: Γραφική αποκατάσταση βόρειας και δυτικής όψης. Κλίμακα 1:500.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί πως οι γραφικές αποκαταστάσεις, που προτείνονται στην παρούσα εργασία, βασίστηκαν αποκλειστικά σε σχέδια του 19ου αιώνα και όχι σε επί τόπου μετρήσεις όσων καταλοίπων διακρίνονται ακόμη. Στόχος ήταν να φανεί έστω και προσεγγιστικά η μορφή και το μέγεθος αυτού του πρωτοφανούς – ίσως μοναδικού για τη Νότια Ελλάδα – κτηριακού συνόλου της οθωμανικής εποχής. Για ασφαλέστερα συμπεράσματα απαιτείται πρωτίστως η εκπόνηση με ακρίβεια ενός τοπογραφικού με τα ορατά κατάλοιπα κτηρίων. Για ό,τι ενδεχομένως σώζεται θαμμένο, ίσως μπορεί να εντοπιστεί χωρίς ανασκαφή, με συνδυασμό μεθόδων δορυφορικής τηλεπισκόπησης και γεωφυσικών διασκοπήσεων εδάφους. Σε κάθε περίπτωση τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη απαιτούν επί τόπου ενδελεχή μελέτη, συνεπώς το θέμα θεωρείται πως παραμένει ανοιχτό προς έρευνα στο μέλλον.

 

Υποθέσεις για τις απαρχές του συγκροτήματος

 

Ένα πολυγωνικό πρόχωμα δυτικά των παλατιών, το οποίο δείχνει ο Peytier στο χάρτη του[88], ταυτίζεται σε δύο χάρτες της βενετοκρατίας[89], συνεπώς μπορούμε με σχετική ασφάλεια να συσχετίσουμε το χώρο των παλατιών του Μπέη με ακόμη ένα οχυρό σημείο των Βενετσιάνων, που αποτελούσε τμήμα ευρύτερης άμυνας του οικισμού της Κορίνθου. Η οχύρωση ξεκινούσε από το λιμάνι του Λεχαίου και έφτανε έως τα νοτιοανατολικά της πόλης, κοντά στον Ακροκόρινθο, στο μεγάλο φρούριο – ανάχωμα. Στο χάρτη του Morosini το 1687[90] βλέπουμε στην ίδια θέση με τα παλάτια του Μπέη μια ομάδα σπιτιών, μάλλον τειχισμένων με περίβολο, τα οποία θα εκμεταλλεύονταν το νερό της κρήνης για το πότισμα των καλλιεργειών τους[91]. Αυτός ο μικρός οικιστικός θύλακας, προϊόν του μηχανισμού επανοικισμού της Κορίνθου στις αρχές του 17ου αιώνα[92], θα μπορούσε να έχει την μορφή που μας δίνει ο Bernard Randolf, σε απεικόνιση της Κορίνθου[93]. Ίσως ακόμη ο ένας από τους δύο πύργος να υψωνόταν από τότε εκεί και να ταυτίζεται με παρόμοιες κατασκευές που περιγράφει ο περιηγητής ως προσωρινά ενδιαιτήματα Οθωμανών στις εξοχές, έξω από τα φρούρια[94] (Εικ. 8).

Οι Βενετοί στη συνέχεια φαίνεται πως αξιοποίησαν το φυσικό άνδηρο και το μετέτρεψαν σε προμαχώνα. Η γεωμορφολογία εκεί δημιουργεί ουσιαστικά μια φυσική οχύρωση, με το μεγάλο πλεονέκτημα της παροχής νερού ακριβώς από κάτω. Το επιχείρημα ενισχύει το γεγονός, ότι σε ικανό ποσοστό τα πρανή ή ο βράχος έχουν επενδυθεί ή αντιστηριχτεί κατά περίπτωση με λιθοδομή, ομοιάζοντας έτσι με προμαχώνα. Όπως υποστηρίζει ο Bon αυτή η κατασκευή (talus, όπως την αποκαλεί) δεν μπορεί να ερμηνευτεί παρά μόνο αν αποτελεί τμήμα βενετικής οχύρωσης[95] (Εικ. 7), ενώ φαίνεται να είναι ίδιας τεχνικής με άλλα οχυρωματικά έργα Βενετών στην ευρύτερη περιοχή[96]. Η επιμελημένη λίθινη κλίμακα, που οδηγεί στα «λουτρά της Αφροδίτης», θα πρέπει επίσης να θεωρηθεί μέρος του ίδιου Βενετικού προγράμματος οχύρωσης[97].

Πάντως δεν αποκλείεται οι Βενετοί να αξιοποίησαν κάποιες υφιστάμενες κτηριακές ενότητες και υποδομές πάνω στο υψίπεδο, για τη γρήγορη μετατροπή τους σε αμυντικό συγκρότημα και στη συνέχεια πάνω σε αυτό το υπόβαθρο οι πρόγονοι του Νουρή Μπέη οικοδόμησαν σταδιακά τα παλάτια.

Ωστόσο ο χάρτης του Morosini δεν έχει ενδείξεις για την ύπαρξη κάποιου πλούσιου οικοδομήματος σε αυτή τη θέση πριν το 1687. Το παλάτι ή σπίτι του τότε διοικητή της Κορίνθου θα πρέπει να αναζητηθεί στον Ακροκόρινθο ή στην περιοχή κοντά στο παζάρι. Εκεί ανασκαφές έφεραν στο φως ευρήματα, τα οποία συνθέτουν ένα συγκρότημα κατοικίας προορισμένης για Οθωμανό υψηλό αξιωματούχο[98]. Επίσης σε απεικόνιση με την κατάληψη της Κορίνθου από τους Βενετούς, σημειώνεται πάνω από ένα κτήριο: «το φλεγόμενο παλάτι του Σερασκέρη»[99], στο κέντρο της πόλης δίπλα στο τζαμί.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, επομένως το νωρίτερο που μπορεί να αναχθεί η κατασκευή των παλατιών του Μπέη είναι το πρώτο τέταρτο του 18ου αιώνα, λίγα χρόνια μετά την οριστική αποχώρηση των Βενετών το 1715. Η παλαιότερη γνωστή αναφορά σε αυτά γίνεται το 1749 από τον James Caulfeild Charlemont[100]: «Η Κόρινθος έχει ελαττωθεί σε πολλά μικρά χωριά και όλα μαζί αποτελούν την πόλη. Ένα από τα μεγαλύτερα χωριά το έχει καταλάβει ο Μπέης». Το ότι ο Μπέης έχει καταλάβει το μεγαλύτερο προάστιο της Κορίνθου, φανερώνει πως το οικοδομικό συγκρότημα του παλατιού ήταν σε πλήρη έκταση ή έχει ολοκληρωθεί σε μεγάλο βαθμό.

Η πρωιμότερες γνωστές απεικονίσεις της κατοικίας του Μπέη είναι του Ferdinand Bauer το 1786[101]. Το συγκρότημα είναι πλήρως τειχισμένο, διακρίνεται ο πύργος, το σεράι αλλά και το χαρέμι. Με τα δεδομένα τα χρονολογικά termina λοιπόν, τα παλάτια του Μπέη χτίστηκαν την περίοδο που χαρακτηρίζεται ως «Tulip Period» (1703-1730)[102] και με την πάροδο του χρόνου ενδεχομένως διανθίστηκαν από στοιχεία Τουρκομπαρόκ (1730-1803), τα οποία όμως, όπως και σε άλλες περιοχές, μάλλον περιορίζονταν στον διάκοσμο[103] ή στην ιδιαίτερη μορφή του κλιμακοστάσιου που οδηγούσε στο χαγιάτι (Εικ. 1α, 1β).

Επίλογος

 

Η εκτεταμένη κατοικία του Κιαμήλ Μπέη, όπως και άλλα αντίστοιχα κονάκια της οθωμανικής διοικητικής και φεουδαρχικής αριστοκρατίας, που δεν υπάρχουν πια, αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση στην οικοδόμηση αρχοντικών, καθώς «μεταφέρουν τον απόηχο της τελευταίας λέξης της αστικής αρχιτεκτονικής της πρωτεύουσας»[104]. Τα παλάτια των Μπέηδων ενδεχομένως αποτέλεσαν πρότυπο με ακτινοβολία πολύ πέραν των στενών ορίων της Κορίνθου και να έδωσαν σαφές στίγμα τουλάχιστον στην ανέγερση των πλούσιων αστικών σπιτιών της Πελοποννήσου[105].

Τέλος ας σημειωθεί πως τόσο τα παλάτια ως κτήριο, όσο και η ζωή σε αυτά, αποτελούσαν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα στην οθωμανική Κόρινθο. Η πόλη στην πλειονότητά της αποτελείται κυρίως από φτωχά ισόγεια καλύβια, φτιαγμένα από πλιθιά, ενώ ο περισσότερος πληθυσμός, χριστιανοί και μουσουλμάνοι υποφέρουν υπό το βάρος της φτώχειας και της κακουχίας των χειρονακτικών εργασιών[106].

Ωστόσο, ο Κιαμήλ ως προσωπικότητα δεν έφερε χαρακτηριστικά απόλυτου δυνάστη. Φαίνεται πως στοιχειωδώς νοιαζόταν για τους υποτελείς του και λίγο πριν πεθάνει είχε πλήρη επίγνωση για το ποιόν αυτών που έρχονταν να παραλάβουν τη σκυτάλη της εξουσίας. Επιλέγουμε λοιπόν να κλείσουμε την παρούσα εργασία με τα λόγια του ίδιου του Κιαμήλ:

 «Ούτε η γυναίκα μου ούτε η μάνα μου γνωρίζουν που έχω τους θησαυρούς και είναι ανώφελο να ξεσπάτε την οργή σας πάνω σε αθώους ανθρώπους. Ό,τι όρους και να μου θέσετε, δεν θα συμφωνήσω, καθώς βλέπω πως ποτέ δεν τηρείτε τον λόγο σας. Είμαι σίγουρος πως, είτε σας αποκαλύψω αυτά που θέλετε είτε όχι, θα θανατωθώ σε κάθε περίπτωση. Έτσι επιλέγω να πεθάνω με την ικανοποίηση ότι δεν θα σας κάνω πλουσιότερους. Ένα πράγμα, ωστόσο, να θυμάστε: Αντιμετώπισα το λαό μου ως υπηκόους και όχι ως σκλάβους. Αν όλοι οι Μπέηδες είχαν αντιμετωπίσει τους Έλληνες όπως εγώ, αυτή η επανάσταση ποτέ δεν θα είχε ξεσπάσει»[107].

 

Υποσημειώσεις


[1] *Η προσωπική ενασχόληση του γράφοντος με το παρόν θέμα ξεκίνησε από τις προπτυχιακές σπουδές στο ΕΜΠ, ως μέρος μιας ευρύτερης ερευνητικής εργασίας (Διάλεξης) βλ. ΜΠΑΡΤΖΗΣ 2011, 62-64. Η παρούσα εργασία κατατέθηκε στον τόμο προς δημοσίευση τον Απρίλιο του 2014 και αναρτήθηκε τον Ιούνιο του 2015 υπό τον ίδιο τίτλο χωρίς εικονογράφηση από τον γράφοντα στον ιστότοπο academia.edu με ανοιχτή πρόσβαση. Στο διάστημα που μεσολάβησε δημοσιεύτηκε το συλλογικό έργο Ottoman Corinthia. Σε αυτό γίνεται αναφορά στα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη στο KANETAKI 2015, 173-182. Ακολούθησε ακόμη μια ανακοίνωση σε συνέδριο με το ίδιο θέμα στο ΚΑΝΕΤΑΚΗ 2015, χωρίς, ας σημειωθεί εν παρόδω, να γίνεται παραπομπή στις προαναφερθείσες εργασίες του γράφοντος. Οι δημοσιεύσεις αυτές, ωστόσο, δεν μπορούν να θεωρηθούν ουσιαστική συμβολή στη μελέτη των παλατιών του Κιαμήλ Μπέη, καθώς κυριαρχεί η παράθεση των πιο γνωστών δεδομένων, χωρίς περαιτέρω σύνθεσή τους για εξαγωγή συμπερασμάτων, ενώ δε συνοδεύονται από πρωτότυπα σχέδια. Συνεπώς η παρούσα δε θεωρούμε πως στερείται σκοπιμότητας, καθώς το θέμα παραμένει ουσιαστικά ανοιχτό. Παρόλα αυτά το αρχικό χειρόγραφο αναθεωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό και εμπλουτίστηκε με σχέδια του γράφοντα, που συντάχθηκαν ειδικά για το παρόν άρθρο.

Από τη θέση αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Ομότιμο καθηγητή ΕΜΠ και Ακαδημαϊκό κ. Μανόλη Κορρέ, ο οποίος με παρότρυνε να ασχοληθώ με τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη, σε συνέχεια της προπτυχιακής ερευνητικής μου εργασίας. Πολλές ευχαριστίες οφείλω επίσης στον τέως διευθυντή των ανασκαφών της Αμερικανικής Σχολής στην Αρχαία Κόρινθο κ. Guy Sanders, ο οποίος συνέβαλε ποικιλοτρόπως με τις γνώσεις του και τις παρατηρήσεις του. Ευχαριστώ τον καθηγητή κ. John McK Camp II, διευθυντή των ανασκαφών της ΑΣΚΣΑ στην αγορά της Αθήνας και τον κ. David Packard πρόεδρο του Packard Humanities Institute (PHI), οι οποίοι ευγενικά μου παραχώρησαν προς μελέτη αδημοσίευτα σχέδια του Dodwell από την Κόρινθο.Τέλος θα ήθελα να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στον κ. Σταύρο Μαμαλούκο, Αναπληρωτή καθηγητή στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών για τις ουσιαστικές παρατηρήσεις του, τη γενναιόδωρη παροχή στοιχείων συγκριτικής ανάλυσης από αδημοσίευτες μελέτες του και εν γένει για την καθοδήγησή του στη διαμόρφωση της τελικής μορφής αυτής της εργασίας με αμείωτο ενδιαφέρον.

[2] ΤΑΡΣΟΥΛΗ 1971, 37.

[3] ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ 1960, 19.

[4] ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 1939, 102

[5] ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 1939, 46

[6] Ό.π.

[7] Βλ. SHARIAT-PANAHI 2015, 59-60.

[8] «Από το αρχείο Λόντου καταγράφονται περιστατικά καταφυγής Ελλήνων χωρικών καταπιεσμένων από την οικογένεια της Αιγιαλείας, προκειμένου να έρθουν στην εκδούλευση της οικογένειας των Απδίμ-Παγιάνων», ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 1939, 47.

[9] LEAKE 1830, 263- WYSE 1865, 314.

[10] CLARKE 1810-1823, 555-557.

[11] Ό.π., 557. Προφανώς αναζητούσαν όστρακα αγγείων.

[12] PETEINARIS P., «The Bey apologizes», http://www.internationalbyronsociety.org/images/stories/pdf_files/bey_apologies.pdf

[13] Ό.π.

[14] WILLIAMS 1820, 356.

[15] WILKS 1822, 358-359.

[16] WILLIAMS 1820, 356.

[17] WILKS 1822, 358-359.

[18] GALT 1813, 97.

[19] TURNER 1820, 227.

[20] Ό.π., 292.

[21] HUGHES 1820, 188-189.

[22] TURNER 1820, 227.

[23] WILLIAMS 1820, 395.

[24] ESSEX KAREN, «Lady Elgin’s journal excerpt written for her mother and grandmother», http://www.karenessex.com/stealingathenapersonalpapers.html

[25] HUGHES 1820, 188-189.

[26] Ό.π., 239.

[27] Ενδεικτικά βλ. WILLIAMS 1820, 393. GALT 1813, 69. SLADE 1837, 284. TURNER 1820, 290.

[28] GELL 1823, 274.

[29] LEAKE 1830, 261.

[30] VON PROKESCH 1962, 120, σημ. 1.

[31] Ο Dodwell ενοχλείται γιατί «ο κήπος του  Μπέη κοσμείται με αποκεφαλισμένα κυπαρίσσια, γεγονός που δημιουργεί έντονη αντίθεση με τα λεγόμενα των Θεόφραστου και Πλίνιου, ο οποίοι πρεσβεύουν πως ένα κυπαρίσσι πεθαίνει, σαν του κόψουν την κορυφή…», DODWELL 1819, 193.

[32] HOLLAND 1815, 197

[33] Δημοσιευμένο πρώτη φορά στο ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ 1988,40, εικ. 65

[34] WOODS 1828, 268-269.

[35]  Ό.π.

[36] Αναρτημένο στην ψηφιακή συλλογή του British Museum, No 1853,0307.429.

[37] BANKEL 1986, 114, εικ. 3.5

[38] LEBRUN 1822, 375-380, Note 80.

[39] ÜNSAL 1959, 70.

[40] GELL 1823, 274.

[41] WOODS 1828, 269.

[42] Σύμφωνα με τον Laurent είναι τέσσερις ή πέντε γυναίκες. LAURENT 1821, 155.

[43] WILKS 1822, 358-359.

[44] HUGHES 1820, 238.

[45] Ο Νουρή Μπέης επίσης είχε μια επίσημη σύζυγο, την περίφημη Νουρή-Μπεγίνα και άλλες δώδεκα θεραπαινίδες της στο χαρέμι του. HESTER STANHOPE 1846, περιέχεται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 96.

[46] ESSEX KAREN, ό.π. (σημ. 24).

[47] SCOTT – TAYLOR 1826, 181.

[48] Ό.π.

[49] ESSEX KAREN, ό.π. (σημ. 24).

[50] LAURENT 1821, 155.

[51] ESSEX KAREN, ό.π. (σημ. 24).

[52] HESTER ό.π. (σημ. 45), 97.

[53] SCOTT -TAYLOR 1826, 181.

[54] ROBINSON 1962, 120.

[55] TEMPLE 1836, 58.

[56] ROBINSON 1962, 120.

[57] Ό.π., 130.

[58] ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ 1971, 8

[59] ΡΟΣ 1976, 247-249.

[60] ANDERSON 1830, 55.

[61] BURNOUF 1856, 41, 43.

[62] ROBINSON 1962, 120-130.

[63] Τα πρωτότυπα σχέδια του Peytier στο Παρίσι, Depot de la Gerre, archives des Cartes, collection 4.10.C.65. Βλ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ 1994, 202-203. Νεώτερη αναπαραγωγή στο ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ 2012, 33-34. Το σχέδιο είναι αναρτημένο με ανοιχτή πρόσβαση σε πολύ υψηλή ανάλυση και με γεωαναφορά στον ιστότοπο της ΑΣΚΣΑ: http://www.ascsa.edu.gr

[64] Το πρωτότυπο σχέδιο στο Αρχείο Χαρτών ΥΠΕΧΩΔΕ. Αναπαραγωγές του περιέχονται μαζί με άλλα στοιχεία στα: ROBINSON 1986 και SANDERS 2011.

[65] Τα λουτρά με τον πύργο διακρίνονται έμμεσα σε πανοραμικές απεικονίσεις, όπως του William Cole (Ναός του Ποσειδώνα, 1833) ή του James Skene (Ruins of the Turkish town of Corinth), περιέχονται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΊΟΥ 2009, 126, εικ. 48 και 131, εικ. 51.

[66] DU MONCEL 1994, 110, 112-113.

[67] Σχέδιο Gell (1805), BritishMuseumNo 1853, 0307.647 και Haygarth (1810) στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 102, εικ. 34. Περί των κρηνών βλ. ROBINSON 2011, 308.

[68]Στον χάρτη Peytier υπάρχει αυτή η ένδειξη εισόδου στο συγκρότημα.

[69]ROBINSON 1962, 122.

[70] Βλ. σχετικά παρακάτω.

[71]Συνοπτική ανάλυση της τυπολογίας του Eldem στο ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ 2001, 28-32. Για περαιτέρω εμβάθυνση βλ. ενδεικτικά ΚΙΖΗΣ 1994, 76-81.

[72] Για παράδειγμα μετρήθηκαν ζεύγη παραθύρων εκατέρωθεν καπνοδόχων, για τα οποία έγινε παραδοχή πως αντιστοιχούν σε έναν οντά.

[73] Βλ. ενδεικτικά ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ 2011.

[74] Ενδείξεις για τη χρήση του στο σωζόμενο λουτρό του συγκροτήματος βλ. ΜΠΑΡΤΖΗΣ 2016.

[75] Χρησιμοποιήθηκαν τα σχέδια: Hallerstein (1810) στο BANKEL 1986, 114, εικ. 3.5, Gell (1805) και (1811) BritishMuseumNo 1853, 0307.429 και 1853,0307.648 (πρώτη δημοσίευση στο ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ 1988, 40, εικ. 65), Koch (1818) στο BENDTSEN 1993, εικ. 125, ενώ για την κάτοψη πολύτιμο το σχέδιο Τραυλού στο ROBINSON 1962, 123, εικ. 8.

[76] Αντίστοιχου μεγέθους κτήριο φαίνεται να ήταν το σεράι του Σουλεϊμάν Πασά στην Οινόη της Μ. Ασίας, βλ. ΚΙΖΗΣ 1994, 99 εικ. 83.

[77] Κάθε ένα οδηγούσε στην αντίστοιχη πτέρυγα και ενδεχομένως υπήρχε σαφής λειτουργικός διαχωρισμός τους, π.χ. ξενώνας και καθαρά ιδιωτικοί χώροι, όπως συνέβαινε με το κλιμακοστάσιο της οικίας Μερτρούδ στην Αθήνα. Βλ. ΚΟΡΡΕΣ 2010, 126, εικ. 5.1.2.

[78] Φαίνεται σε διάφορα πανοράματα της Κορίνθου, κυρίως του Gell. Η καλύτερη απεικόνισή του από αδημοσίευτο σχέδιο του Dodwell (1805), PHI Νο 665T. Άλλη άποψή του από τον Koch (1818)BENDTSEN 1993, Εικ. 125.

[79] Σχέδιο Gell (1811) στο ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ 1988, 40 εικ. 65 καιVon Stackelberg «Ville de Corinthe» στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 112, εικ. 39.

[80] Σημειώνεται σε κάτοψη στα σχέδια Peytier (1829), Abelé (1833) και αποδίδεται από τον Dodwell (1805) PHI No 665T.

[81] Βλ. Dodwell (1805) δύο σχέδια PHI Nο 663T, 665T. Παραδόξως ο Gell τον παραλείπει σε δύο κοντινά σχέδια του παλατιού (British Museum No 1853,0307.574 και 1853,0307.648), διακρίνεται όμως σε πολύ γενικότερα πανοράματα της Κορίνθου, όπως π.χ στο 1853,0307.576.

[82] Περί του φαινομένου προσαρτημένων πύργων σε οικίες με και αναφορών σε παραδείγματα βλ. ΜΑΜΑΛΟΥΚΟΣ (υπό έκδοση), 25-26.

[83] Βλ. σχέδιο του James Skene (No 51) το οποίο πρέπει να εκτελέστηκε από τα ερείπια του χαρεμιού κοιτώντας προς τον Ακροκόρινθο. Περιέχεται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 131, εικ.51.

[84] Ένα αδημοσίευτο σχέδιο της Pauline Trevelyan (1842) ίσως απεικονίζει το εσωτερικό του, όσο ακόμη σωζόταν ο θόλος με περίτεχνες φωτιστικές οπές. Αντίγραφο του σχεδίου απόκειται στο αρχείο της ΑΣΚΣΑ στην Αρχαία Κόρινθο.

[85] SALVATOR 2000, 215.

[86] Απεικονίσεις σε διάφορα στάδια της ερείπωσής του βλ. Ενδεικτικά Trevelyan (1842), Skene (1838-1845), Edward Lear (1849) και σε γενικές απόψεις της Κορίνθου από τους William Cole 1833, Carl Anton Joseph Rotman 1843, Ludwig Salvator 1874.

[87] Βλ. για παράδειγμα τον πύργο Κορδή στον Πύργο Κορινθίας (Δήμος Ευρωστίνης) ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ 1988, 32, εικ. 44.

[88] Ο Dinsmoor το αναγνωρίζει ως κατασκευή των Βενετών, οικοδομημένη με πώρινα spolia από κιονοστοιχία ιωνικού ρυθμού. DINSMOOR 1949, 104.

[89] Αναπαραγωγές τους περιέχονται στο Bon – Carpenter 1936, 153-154, εικ. 96-97, και 268, εικ. 219.

[90] ROHN – SANDERS – BARNES 2009, 509, εικ. 6.

[91] Όπως φαίνεται και από σχετικά ευρήματα: « Οι αποθέσεις στο κοίλωμα των λουτρών της Αφροδίτης χρονολογούνται στα τέλη του 17ου αι. μ.Χ. Επίσης βρέθηκε κατασκευή άρδευσης των χωραφιών λίγο παρακάτω, καλυμμένη με κεραμίδια», ROBINSON 1962, 129.

[92] Βλ. ΜΠΑΡΤΖΗΣ 2011, 26-30 όπου και η σχετική βιβλιογραφία. Νεώτερα στοιχεία για τη σταδιακή αύξηση του πληθυσμού στην κάτω πόλη εκείνη την περίοδο, παρέχονται από τα φορολογικά οθωμανικά κατάστιχα βλ. SHARIAT-PANAHI 2015, 28-29.

[93] RANDOLPH 1991, 2

[94] «Οι Τούρκοι τον περισσότερο χρόνο ζουν μέσα ή υπό τη διοίκηση κάστρων και στις φάρμες τους στην εξοχή περιστασιακά. Έχουν πύργους χτισμένους τριάντα πόδια ψηλούς (9 m.), η πόρτα των οποίων στέκει σε δέκα πόδια (3 m.) ύψος από το έδαφος. Απέναντί της είναι χτισμένος ένας τοίχος με σκαλοπάτια, σε απόσταση πέντε περίπου ποδών από τον πύργο, από τον οποίο κατεβαίνει μια κρεμαστή γέφυρα προτού μπει κανείς από την πόρτα. Κάθε βράδυ η γέφυρα τραβιέται, για να προστατέψει τους ένοικους από τους πειρατές. Άλλοι έχουν μόνον μια σκάλα, την οποία τραβούν μέσα στον πύργο», RANDOLPH 1991, 15. Η περιγραφή των πύργων έρχεται σε αντιστοιχία με την απεικόνιση του Du Moncel από τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη.

[95] BON – CARPENTER 1936, 271.

[96] Όπως για παράδειγμα οι Βενετικές οχυρώσεις στα Όνεια όρη νοτιοανατολικά των Κεγχρεών. Βλ. CARABER & GREGORY 2006.

[97] Λόγω μορφολογικών χαρακτηριστικών, βλ. ΚΑΝΕΤΑΚΗ 2015α, 176. Ενδιαφέρουσα είναι η επιχειρηματολογία του Bon, ο οποίος υποστηρίζει πως η κατασκευή της λίθινης κλίμακας θα μπορούσε και να μην είναι χτισμένη μεταξύ 1687-1715, λόγω της ύπαρξης κάποιων οθωμανικών κτηρίων στην Κόρινθο, με αντίστοιχη ποιότητα κατασκευής και λιθοξοϊκή επιμέλεια, βλ. BON – CARPENTER 1936, 271.

[98] SCRANTON 1957, 93.

[99] La Prise de la Ville et Chateau de Corinthe dans la Morée, par les Armée Venitiene Comandées par le General Morosini 1687, Edition 1688. Bibliotheque Nationale de France, Départment Estampes et Photographie, Reserve QB-201 (171)-FT 5 Hennin 5611.

[100] CHARLEMONT JAMES CAULFEILD, «The travels of Lord Charlemont in Greece and Turkey», 1749, περιέχεται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 87.

[101] ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 50, εικ. 17 και 51 εικ. 18.

[102] ÜNSAL 1959, 14.

[103] ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ 2001, 35.

[104] ΚΙΖΗΣ 1994, 82.

[105] «Και δε θα πρέπει κανείς να αμφιβάλει ότι ένα πλήθος από μεγάλα τουρκικά κτήρια που δεν σώζονται πια, όπως τα παλάτια του Αλή Πασά στα Γιάννενα, του Κιαμήλ Μπέη στην Κόρινθο, το βοεβοδαλίκι στη Χαλκίδα, ή το σεράγι στο Ναύπλιο, έπαιξαν το ρόλο τους στη διάπλαση της σύγχρονής τους αρχιτεκτονικής, το καθ’ ένα στην περιοχή του», βλ. ΜΠΟΥΡΑΣ 1989, 25.

[106] Βλ. ROHN – SANDERS – BARNES 2009 και SANDERS 2015.

[107] SCOTT – TAYLOR 1826, 190.

 

Βιβλιογραφία


 

  • ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ Λ. 1971. Η Κορινθία στην επανάσταση του 1821, τόμ. 2ος, Αθήνα.
  • ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ, ΝΤ. Α. 1960. Το κάστρο της Κορίνθου (Β΄ έκδοσις συμπληρωμένη), Αρχαία Κόρινθος.
  • DU MONCEL, tH. 1994. Οδοιπορικό του 1843, Αθήνα-Ναύπλιο (μτφρ. Ε. Λούβρου Ειρήνη), Αθήνα.
  • ΚΙΖΗΣ Ι. 1994. Πηλιορείτικη Οικοδομία, Η αρχιτεκτονική της κατοικίας στο Πήλιο από τον 17ο στον 19ο αιώνα, Αθήνα.
  • ΚΑΝΕΤΑΚΗ, Ε. 2015. «Το σεράι του Κιαμήλ Μπέη στην οθωμανική Κόρινθο μέσα από τις ιστορικές πηγές», ανακοίνωση στο 9ο Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών, Ναύπλιο.
  • ΚΟΡΡΕΣ, Μ. 2010. Οι πρώτοι χάρτες της πόλεως των Αθηνών, Αθήνα.
  • ΜΑΜΑΛΟΥΚΟΣ, Σ. (υπό έκδοση). «Η ιστορία και η αρχιτεκτονική των Μποτσαρέϊκων», Αναγνώριση, Τεκμηρίωση, Καταγραφή και Προτάσεις για την Ανάδειξη και Προστασία του Ιστορικού Οικισμού Ναυπάκτου, Ερευνητικό Πρόγραμμα Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πανεπιστημίου Πατρών.
  • ΜΠΑΡΤΖΗΣ, Δ. 2016. «Τεκτονικός πήχης στην Πελοπόννησο και το καθολικό του Παλαιομονάστηρου Αγίου Γεωργίου Φενεού», ανακοίνωση στο 3ο Συνέδριο Κορινθιακών Σπουδών, Ιστορικά Κορινθιακά Μοναστήρια, Κόρινθος (πρακτικά υπό έκδοση).
  • ΜΠΑΡΤΖΗΣ Δ. 2011. Από το borgo di Corinto στην Παλαιά Κόρινθο, το χρονικό μιας πόλης και των σπιτιών της (αδημ. Ερευνητική εργασία, Ε.Μ.Π.), Αθήνα.
  • ΜΠΟΥΡΑΣ Χ. 1989. «Γενική Εισαγωγή», στο: Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τόμ. Α΄: Ανατολικό Αιγαίο – Σποράδες – Επτάνησα, Αθήνα.
  • ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Π. 2012. «Η Αναγνώριση του Αστικού Χώρου: Αποτυπώσεις Οικισμών και Πολεοδομικά Σχέδια», Το έργο της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μοριά 1829-1838 (Μέρος Ι), επιμ. Γ. Σαΐτας, Αθήνα, 29-34.
  • ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ, Μ. 1988. «Κορινθία», Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, Πελοπόννησος, τομ. 5, Αθήνα, 9-42.
  • ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Σ. 2009. Ζωγράφοι και περιηγητές στην Κόρινθο 12ος-19ος αιώνας, Αθήνα.
  • ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ, Γ.Α. 2001. Το αρχοντικό του Γ. Βούλγαρη στην Ύδρα, Αθήνα.
  • ΡΟΣ, λ. 1976. Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα 1832-1833 (επιμ. Βουρνά Τάσου, μτφρ. Σπήλιου Α.), Αθήνα.
  • ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ, Μ. 1939. Η Πελοπόννησος κατά τη β΄ Τουρκοκρατίαν (1715-1821), verlag der byzantinisch-neugriechischen Jahrbucher, athen (ανατύπωση εκδ. Ερμής, Αθήνα 2009).
  • SALVATOR, L., 2000. Περίπλους του Κορινθιακού κόλπου (μτφρ. Γ. Γιαννόπουλος), Κιάτο.
  • SANDERS, G.D.r. 2011. «Η Κόρινθος κατά τις δεκαετίες αμέσως πριν το σεισμό του 1858 υπό το φως της αρχαιολογικής έρευνας και ανασκαφών από το 1959 ως σήμερα», στο: Πρακτικά του Η΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Κόρινθος 26-28 Σεπτεμβρίου 2008, Αφιέρωμα στην Αιώνια Κόρινθο, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα.
  • ΤΑΡΣΟΥΛΗ, Α. 1971. Κάστρα και Πολιτείες του Μοριά, Αθήνα.
  • ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΟΣ, Π. 1994. «Οι μαρτυρίες για τις πόλεις της Πελοποννήσου», στο: Περιηγητές και αξιωματούχοι στην Πελοπόννησο, περιγραφές-αναφορές-στατιστικές, Μονεμβασία (ανατύπωση 2005).
  • ANDERSON, r. 1830. Observations upon the Peloponnesus and Greek Islands made in 1829, Boston.
  • BEHCET, U. 1959. Turkish islamic architecture in Seljuk and Ottoman times 1071-1923, London.
  • BANKEL, H. 1986. Carl Haller von Hallerstein in Griechenland, 1810-1817 : Architekt, Zeichner, Bauforscher, Berlin.
  • BENDTSEN, M. 1993. Sketches and measurings: Danish architects in Greece, 1818-1862, Copenhagen.
  • CARABER, W. – GREGORY, T. 2006. «Fortifications of Mount Oneion, Corinthia», Hesperia 75, 327-356.
  • ΚΑΝΕΤΑΚΗ, Ε. 2015. «Architectural Study of Corinthia during the Ottoman period», Ottoman Corinthia, επιμ. S.M.T. Shariat-Panahi, Volos, 111-256
  • LIANOS, N. 2003. Le Fortezze Della serenissima nel Peloponneso (1687-1715), Rome.
  • OIKONOMOU, A. 2011. «The Use of the Module, Metric Models and Triangular Tracing in the Traditional Architecture of Northern Greece», Nexus Network Journal 13.3, 763-792
  • ROBINSON, B. 2011. Histories of Perene: A Corinthian fountain in three millennia, Ancient Art and Architecture in context 2, Princeton
  • SHARIAT-PANAHI, S.M.T. 2015. «Demography, Economy and Settlements. The life of the common people in Ottoman Corinthia», Ottoman Corinthia, επιμ. S.M.T. Shariat-Panahi, Volos, 21-98
  • SANDERS, G.D.R 2015. «Introduction. Corinth and the archaeology of the poor», Ottoman Corinthia, επιμ. S.M.T. Shariat-Panahi, Volos, 7-20.
  • BON, A. – R. CARPENTER 1936. Corinth, vol. iii, Part ii: The Defenses of Acrocorinth and the Lower Town, Cambridge mass.
  • BURNOUF, E. 1856. D’ Athenes a Corinthe, Paris.
  • CLARKE, D.E. 1810-1823. Travels in various Countries of Europe, Asia and Africa, vol. 6, London.
  • DINSMOOR, W.B. 1949. The Largest Temple in the Peloponnesos, (Hesperia suppl. 8, Commemorative Studies in Honor of Theodore Leslie Shear), ATHENS.
  • DODWELL, E. 1819. A Classical and Topographical Tour through Greece: 1801, 05, 06, vol. 2, London.
  • GALT, J. 1813. Letters from the Levant, London.
  • GELL SIR,W. 1823. Narrative of a Journey in the Morea, London.
  • HESTER STANHOPE L. (Lady), Travels of Lady Hester Stanhope, forming the completion of her memoirs, narrated by her physician Charles Lewis Meryon, vol. 1, London 1846, περιέχεται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓIΟΥ 2009.
  • HOLLAND SIR, H. 1815. Travels in the Ionian Isles, Albania, Thessaly, Macedonia during the years 1812 and 1813, vol. 2, London.
  • HUGHES, S.T. 1820. Travels in Sicily, Greece and Albania, vol. 1, London.
  • LAURENT, P. 1821. Recollections of a Classical Tour through Various Parts of Greece, Τurkey and Italy, made in the years 1818 and 1819, London.
  • LEAKE, M.W. 1830. Travels in the Morea, London.
  • LEBRUN, A.P. 1822. Oeuvres, Poem de la Grece, τόμ. 2ος, Paris.
  • VON PROKESCH, O. 1962. Denkwurdigkeiten und Erinnerungen aus dem Orient, περιέχεται στο ROBINSON 1962.
  • RANDOLPH, B. 1890. The Present State of the Morea, Called Anciently Peloponnesus, Βιβλιοπωλείο Δ. Ν. Καραβία, Αθήνα.
  • ROBINSON, H.S. 1962. «Excavations at Corinth, 1960», Hesperia, 31.
  • ROBINSON, H. 1986. «urban Designs for Corinth, 1829-1833», στο: Φίλια Έπη εις Γεώργιον Ε. Μυλωνάν, τόμ. Γ΄, Αθήνα.
  • SCOTT, J. – J. TAYLOR 1826. The London Magazine, September to December 1826, vol. vi, London.
  • SCRANTON, R. 1957. Corinth xvi. Medieval Architecture in the central area of Corinth, Princeton.
  • SLADE SIR, a. 1837. Turkey, Greece and Malta, vol. 2, London.
  • TEMPLE SIR, G. 1836. Travels in Greece and Turkey, Excursions in the Mediterranean, vol. 1, London.
  • TURNER, W. 1820. Journal of a tour in the Levant, vol. 1, London.
  • WILLIAMS, H. 1820. Travels in Italy, Greece and the Ionian Islands, vol. 2, Edinburgh.
  • WILKS, J. 1822. Memoirs of Her Majesty Queen Caroline Amelia Elizabeth, vol. 1, London.
  • WOODS, J. 1828. Letters of an Architect from France, Italy and Greece, London.

 

Δημήτριος Μπάρτζης

Αρχιτέκτων Μηχανικός Ε.Μ.Π, MSc «Προστασία Μνημείων» Ε.Μ.Π.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Η υγιεινή, η ιατρική, η φαρμακοποιία, και η θεραπεία στον κόσμο του Ομήρου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της κυρίας Μαρίας Βασιλείου με τίτλο:

«Η υγιεινή, η ιατρική, η φαρμακοποιία, και η θεραπεία στον κόσμο του Ομήρου».

 

Στον κόσμο του Ομήρου, οι θεοί τιμωρούν στέλνοντας τον πόνο και την ασθένεια, αρμόδιοι όμως για την αντιμετώπιση τους, είναι θεοί, ημίθεοι και  βροτοί (θνητοί).

Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

Στην ραψωδία Α της Ιλιάδας, ο Όμηρος, αφηγείται τον λοιμό που στέλνει ο Απόλλωνας στα στρατεύματα των Αχαιών, για να τιμωρήσει την ύβρη του Αγαμέμνονα (στ.61 εἰ δὴ ὁμοῦ πόλεμός τε δαμᾷ καὶ λοιμὸς Ἀχαιούς). Από τις αφηγήσεις του Ομήρου γνωρίζουμε πως αφανίστηκε μεγάλο μέρος του ελληνικού στρατού, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε πολιορκία, γύρω από την  Τροία. Επί εννιά μέρες έκαιγαν σε πυρές τα πτώματα των νεκρών ενώ οι νεκροί ήταν τόσοι, που δεν προλάβαιναν τα σώματά τους να ταφούν, με αποτέλεσμα να κατασπαράζονται από σκυλιά και αρπακτικά πουλιά. Σύμφωνα με το κείμενο, η αρρώστια μεταδόθηκε  πρώτα στους σκύλους, μετά στα μουλάρια και τέλος στον άνθρωπο. Ιδιαίτερη εντύπωση  προκαλούν στους επιστήμονες και τα μέτρα απολύμανσης που εφαρμόσθηκαν μετά το λοιμό δηλαδή το πλύσιμο των αντικειμένων στην θάλασσα.

Ανάλογα περιστατικά απολύμανσης βρίσκουμε σε άλλο σημείο  στην  Ιλιάδα, όταν  ο Αχιλλέας,  καθαρίζει καλά με θειάφι και τρεχούμενο νερό το καλοδουλεμένο ποτήρι που του χάρισε η μητέρα του Θέτις και μετά προσφέρει σπονδή στον Δία, αλλά και την Οδύσσεια, όταν  ο Οδυσσέας, ύστερα από τη μνηστηροφονία, αναλαμβάνει να καθαρίσει το σπίτι του και ζητά από την τροφό του Ευρύκλεια να του προμηθεύσει το απαραίτητο θειάφι, το οποίο καίει στην αυλή για να εξαγνιστεί ο ίδιος και το παλάτι.

Είναι γνωστό σήμερα ότι το θειάφι με την υγρασία και τον αέρα μετατρέπεται σε διοξείδιο θείου (SO2) και τελικά σε θειώδες οξύ που καταστρέφει διάφορους μικροοργανισμούς. (Ρίχνεται εξαχνωμένο θείο (sublimated Sulfur NF) πάνω στα φύλλα και τους βλαστούς των φυτών, ιδιαίτερα της αμπέλου, ως μικροβιοκτόνο).

Οι τραυματισμοί των ηρώων, στην Ιλιάδα, αντιμετωπίζονται από εμπειροτέχνες γιατρούς με επικεφαλής τον Μαχάονα και τον Ποδαλείριο. Πρόκειται για δύο αδέλφια με καταγωγή από τη Θεσσαλία, πατέρας των οποίων ήταν ο βασιλιάς Ασκληπιός – ο μετέπειτα δηλαδή θεός της Ιατρικής – ο οποίος και δίδαξε στους γιούς του την ιατρική τέχνη. Στα χρόνια του Ομήρου, βέβαια, ο Ασκληπιός δεν είχε ακόμα θεοποιηθεί, θεωρούνταν ωστόσο ένας εξαιρετικός ιατρός, τον οποίο είχε μυήσει στα μυστικά της Ιατρικής ο Κένταυρος Χείρων. Πολλοί ήρωες επίσης, που  είχαν μαθητεύσει κοντά στον Κένταυρο Χείρωνα, καταγίνονταν με την αντιμετώπιση τραυματισμών.

 

Ποδαλείριος, γνωστός γιατρός από την Τρίκκη της Θεσσαλίας, προστάτης της «επιμελουμένης τα εσωτερικά νοσήματα» Ιατρικής, δηλαδή της σημερινής Παθολογίας. Αρχαιολογικό μουσείο Δίου.

 

Ο Πάτροκλος εμφανίζεται στον ρόλο «γιατρού», στην  Ιλ. Ραψωδία Λ, όπου περιγράφεται πώς ο πληγωμένος Ευρύπυλος του ζητά να τραβήξει τη σαΐτα από τον μηρό του και να πασπαλίσει πάνω της μαλακτικά βότανα, όπως τον δίδαξε ο Αχιλλέας, αλλά και πώς ο Πάτροκλος αντιμετώπισε το τραύμα. (Ευτύς του βγάζει ο Πάτροκλος τη σουβλερή σαγίτα/απ’ το μερί με το μαχαίρι του, το μαύρο γαίμα πλένει/με χλιό νερό, και πάνω απίθωσε πικρή πονοκοιμήτρα/ρίζα, στο χέρι αφού την έτριψε, και σταματά τους πόνους. Έτσι η πληγή γοργά εμαράθηκε, και στάθηκε το γαίμα).

 

Παράσταση που απεικονίζει τον Αχιλλέα να τυλίγει το χέρι του Πάτροκλου. Altes Museum.

 

Στην  ραψωδία Λ’ της Ιλιάδας, έχουμε και  την παρουσίαση από τον ποιητή της Αγαμήδης, μοναδικής φαρμακογνώστριας, η οποία «ήξερε τόσα βοτάνια, όσα τρέφει η πλατιά γη».

Οι πρωταγωνιστές της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, είχαν στη διάθεσή τους μια σειρά από φάρμακα (στα έπη του Ομήρου υπάρχει αυτούσια η λέξη φάρμακο), τα οποία παρασκεύαζαν θεοί, ημίθεοι και θνητοί. Υπάρχουν φάρμακα ήπια, οδυνηφάγα, τα εσθλά (καλά) φάρμακα, τα λυγρά (ολέθρια), θνητοφάγα και ανδροφόνα φάρμακα, αλλά και φάρμακα μητιόεντα (έξυπνα). Θα συναντήσουμε επίσης τα χειρώνια βότανα που κλείνουν τις πληγές, φάρμακα αγχολυτικά και αντικαταθλιπτικά, αντισηπτικά, παραισθησιογόνα και ναρκωτικά και αντίδοτα που προέρχονται από τα βότανα, φαρμακοτεχνικές και διάφορα υλικά, αλλά και μορφές θεραπείας, προς τις οποίες στρέφεται και  ο σημερινός άνθρωπος, θεωρώντας πως επιλέγει ό,τι πιο νεωτεριστικό….

Ο Όμηρος, παρουσιάζει, στην Ιλιάδα, την Αφροδίτη να παίρνει από τον αρύβαλο – το μικρό πήλινο δοχείο που χρησίμευε για τη φύλαξη του τριανταφυλλόλαδου – λίγο με τις άκρες των δαχτύλων, το θερμαίνει τρίβοντάς το στις παλάμες της, για να γίνει πιο λεπτόρρευστο ώστε να απορροφηθεί καλύτερα και ύστερα το εναποθέτει απαλά στο πληγωμένο, καταξεσκισμένο δέρμα του Έκτορα.  (Ραψωδία Ψ). Το τριανταφυλλόλαδο ή ροδέλαιο λαμβάνεται με απόσταξη με υδρατμούς από τα άνθη του φυτού Rosa gallica, damascena, centifolia κ.ά. Είναι το κατ’ εξοχήν αιθέριο έλαιο σήμερα αφού η πρώτη ύλη του, το ρόδο, θεωρείται ο βασιλιάς των λουλουδιών, με 25.000 είδη σε όλο τον κόσμο.

Αλλά και η θεά Ήρα, για να εμποδίσει τον Δία να βοηθήσει τους Τρώες, στολίζεται με ολόχρυσα κοσμήματα και αλείφει το σώμα και τα ρούχα της με αρωματικό λάδι. Ύστερα παρασέρνει τον βασιλιά των θεών στην αγκαλιά της, πάνω στη λουλουδισμένη γη, όπου φυτρώνει δροσερό τριφύλλι (Melilotus alba, Papilionaceae), μυρωδάτη ζαφορά (Crocus sativus, Iridaceae) και ζουμπούλια πυκνά και μαλακά (Hyacinthus orientalis, Liliaceae), όλα τους φαρμακευτικά φυτά. Καταφέρνει έτσι να τον αποκοιμίσει, οπότε απερίσπαστη τρέχει να εμψυχώσει τους Δαναούς που νικούν τους Τρώες. (Ιλιάδα, Ψ).

Ο Όμηρος επίσης αναφέρει τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια το μύρο. Ο Αχιλλέας π.χ. προστάζει να φροντίσουν τον νεκρό Πάτροκλο, να τον λούσουν, να τον αλείψουν με αρωματικό λάδι και να γεμίσουν τις πληγές του με μύρο. Το μύρο ή μύρα (Myrrha) είναι δρόγη[1] που προέρχεται από πολλά είδη του γένους Commifera.

Το μέλι επίσης αποτελεί συστατικό του κυκεώνα (μείγμα από κρασί Πράμνειο, κριθάλευρο, μέλι και νερό) τον οποίο ετοιμάζει η Ευκαμήδη στο συμπόσιο του Νέστορα, καθώς και η Κίρκη για τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του. Επίσης είναι συστατικό των χοών, όπως αφηγείται ο Οδυσσέας. (Οδύσσεια, Λ: και έχυνα, γύρω από τα χείλη τους, σπονδές προς όλους τους νεκρούς/πρώτα μέλι με γάλα, κρασί μετά γλυκό, τρίτο νεράκι/και πάνω εκεί πασπάλιζα λευκό κριθάλευρο).

 Η Κίρκη συμβουλεύει τον Οδυσσέα να βουλώσει τα αφτιά των συντρόφων του με μελισσοκέρι (ζωική δρόγη) για να μη μαγευτούν από το τραγούδι των Σειρήνων. Του λέει να διαλέξει φρέσκια κερήθρα, ώστε το κερί της να είναι εύπλαστο και να παίρνει άνετα το σχήμα του ωτικού πόρου, χωρίς να τον ερεθίζει.

Ξανά η Κίρκη, στην Ραψωδία Κ της Οδύσσειας, όπου εκτός από   την μαγεία που περιβάλλει τα φοβερά παθήματα του Οδυσσέα και των συντρόφων του, τους χοίρους, τα μαγικά ραβδιά, τα μάγια, έχουμε και τα φάρμακα και τα αντιφάρμακα. Η  θεά Κίρκη όχι μόνο γνωρίζει φάρμακα καλά (εσθλά)  και κακά (λυγρά), αλλά και πώς να τα χρησιμοποιεί.

Στο σπίτι της άναψε φωτιά και πάνω της τοποθέτησε τα καζάνια με τις φαρμακείες. Παρακολουθεί τους συντρόφους του Οδυσσέα από μακριά, ενώ παρασκευάζει τον κυκεώνα της, όπου ρίχνει βοτάνια φαρμακερά, να τον πιουν αυτοί, να μεταμορφωθούν σε χοίρους και να λησμονήσουν την πατρίδα τους. Ο μύθος γνωστός: σαν ήπιανε, μ’ ένα ραβδί τους χτύπησε/και μες στη χοιρομάντρα τους έκλεισε/κι είχαν φωνή και τρίχες και σώμα χοίρων/μα γερός σαν πρώτα ο νους τους ήταν.(Οδύσσεια, Κ).

 

Η Κίρκη και οι σύντροφοι του Οδυσσέα. Έργο του Ιταλού ζωγράφου Παρμιτζανίνο (Parmigianino), Uffizi Gallery.

 

Ο Ερμής, συμβουλεύει τον Οδυσσέα, πώς να ματαιώσει τα σχέδια της Κίρκης. Του δίνει το μώλυ, βότανο με μαύρη ρίζα και άνθος λευκό σαν γάλα, για να μπορέσει να μείνει στο σώμα και την ψυχή αμάγευτος. Είναι το αντίδοτο, χάρη στο οποίο οι σύντροφοι θα ξαναγίνουν άνθρωποι.

Πέρα από τον μύθο, υπάρχει η προσπάθεια της επιστημονικής εξήγησης, η οποία συνδέεται με τα παραισθησιογόνα φάρμακα και τα αντίδοτα. Ο κυκεώνας περιέχει: τυρί (αμινοξέα τυραμίνη, καζεΐνη, ζωικό λίπος και καζεϊνικό ασβέστιο), κριθάλευρο, που, βράζεται και έτσι διαλύεται στο νερό κάθε υδατοδιαλυτή ουσία του και από τον αμυλόκοκκο απελευθερώνονται η αμυλόζη και η αμυλοπηκτίνη που μαζί με το  μέλι κάνουν τον κυκεώνα πυκνόρρευστο  και βελτιώνουν τις οργανοληπτικές του ιδιότητες και προστίθεται κρασί, ως συντηρητικό, με αντιοξειδωτική και αντιμικροβιακή ιδιότητα. (Στον Όμηρο, εκτός από το κριθάρι αναφέρονται το σιτάρι και η σίκαλη).

 Ως γνωστόν, στους στάχεις των αγρωστωδών, παρατηρούνται το καλοκαίρι και το φθινόπωρο μεγάλα μαύρα στίγματα, τα οποία από πολύ παλιά ονόμαζαν όλυρα ή βρίζα ή εργότια. Πρόκειται για το σκληρώτιο του παρασιτικού μύκητα Claviceps purpurea, το οποίο ονομάζεται ερισυβώδης όλυρα και περιέχει αλκαλοειδή (εργομητρίνη, εργονοβίνη και εργοβασίνη, φάρμακα χρήσιμα στη γυναικολογία), εργοταμίνη (φάρμακο κατά της ημικρανίας) και λυσεργικό οξύ το διαιθυλαμίδιο του οποίου, γνωστό ως LSD, είναι ψευδαισθησιογόνο, επηρεάζει τη συνείδηση, τη σκέψη, τη βούληση, το συναίσθημα και χρησιμοποιείται στην ψυχιατρική. Προκαλεί αγγειοσύσπαση, διέγερση των μυών των τριχών, αύξηση της θερμοκρασίας, σιελόρροια, εμετό, ελάττωση της αρτηριακής πίεσης και βραδυκαρδία. Με βάση τα παραπάνω «συμπεραίνεται» από ορισμένους, ότι το κριθάρι της Κίρκης ήταν μολυσμένο με εργότιο, γι’αυτό και η «μεταμόρφωση» των συντρόφων. Τα φάρμακα που αυτή προσθέτει στον χυλό πιθανόν είναι όπιο, κατασταλτικό.

Ο Όμηρος «σπέρνει» μήκωνες στην Ιλιάδα για να «καρπίσουν» στην Οδύσσεια και να δώσουν από τις άγουρες κωδείες, το όπιο. Από τα πολλά αλκαλοειδή του οπίου η μορφίνη είναι το ισχυρότερο φυσικό αναλγητικό που προκαλεί ευφορία, νύστα και ύπνο. Η αλκοόλη του οίνου παρατείνει τη δράση της μορφίνης, αλλά ο εγκέφαλος δεν επηρεάζεται οργανικά από αυτήν παρά μόνον λειτουργικά.

Ο Οδυσσέας από την άλλη πλευρά, πίνει τον μαγεμένο κυκεώνα, αφού όμως έχει ρίξει μέσα, σύμφωνα με τις οδηγίες του Ερμή, το μώλυ, δρόγη, η οποία σύμφωνα με τις περιγραφές του ποιητή και μία πιθανή εξήγηση μπορεί ν’ ανήκει στο φυτό Μανδραγόρα ή Hyoscyamus niger, οικ. Solanaceae. (Ο υο-σκύαμος ετυμολογείται από το υς=χοίρος + κύαμος=κουκί και περιέχει ουσίες, οι οποίες ανταγωνίζονται την ακετυλοχολίνη, ουσία του παρασυμπαθητικού συστήματος).

 Ο Οδυσσέας δηλαδή  «πετυχαίνει με το μώλυ» έναν επιθυμητό αντίδοτο και έτσι γλυτώνει από τα μάγια της Κίρκης. Για όλα υπάρχει γιατρειά, που θα ‘λεγε και ο ήρωας…

Με έμμεσες και άμεσες αναφορές, ο Όμηρος, παρουσιάζει την Ελένη φαρμακογνώστρια και φαρμακοτέχνισσα, η οποία κατέχει και παρασκευάζει φάρμακα μητιόεντα (έξυπνα). (Μήτις είναι η ευφυία, που θα ονομαστεί αργότερα σοφία, φρόνηση, σύνεση και γνώμη και κατά τον Αριστοτέλη συνδέεται με το μέτρο και τον υπολογισμό).

Η Ελένη είναι προικισμένη από τον πατέρα της Δία με το χάρισμα της φιλομάθειας και έχει εκπαιδευτεί στη χρήση των φαρμάκων δίπλα στην Πολύδαμνα, γυναίκα του βασιλιά της Αιγύπτου. Γι’ αυτό ρίχνει μυστικά στα ποτήρια με το κρασί, του Μενέλαου και του Τηλέμαχου, που θρηνεί για τον πατέρα του, ένα φάρμακο, το νηπενθές, κατάλληλο να σβήνει τις πίκρες και να γιατρεύει τους πόνους. (Οδύσσεια, Δ)

Ποιο είναι το φάρμακο αυτό μόνο να εικάσουμε μπορούμε. Στη Φυτολογία υπάρχει φυτό της Μεσογείου με το λαϊκό όνομα νηπενθές και ίσως να πρόκειται για το όπιο, ουσία ναρκωτική, που κάνει το άτομο απαθές απέναντι στον ψυχοσωματικό πόνο. Πρόκειται για υγρή φαρμακομορφή, που εύκολα διαλύεται στο κρασί, χωρίς να γίνεται αντιληπτό.

 Ο Όμηρος, στην Ι Ραψωδία της Οδύσσειας, αναφέρει τον καρπό ενός δέντρου σύμβολο του ναρκωμένου νου, της λησμονιάς και του λήθαργου. Πρόκειται για τον λωτό, ζουμερό και γλυκό καρπό, που τρώνε οι σύντροφοι του Οδυσσέα στη χώρα των ειρηνικών Λωτοφάγων.

Όταν ο Οδυσσέας συναντά τον Αλκίνοο, καθώς αφηγείται τις ταλαιπωρίες του, δίνει την ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι οι Λωτοφάγοι τρώνε άνθη: (Οδύσσεια, Ι)

Τι συμβαίνει στ’ αλήθεια; Οι Λωτοφάγοι τρώνε άνθη λωτού ενώ φιλεύουν με τον μελωμένο καρπό τους ξένους. Πρόκειται για δύο διαφορετικά είδη, το ένα νούφαρο υδρόβιο  η Νymphea caerulea, της οποίας τα άνθη περιέχουν απομορφίνη, ουσία με ψυχοτρόπους ιδιότητες. Το άλλο είδος είναι δέντρο που ανήκει στο γένος Diospyrus, με πιο γνωστό το D.lotus, έχει γλυκό καρπό χωρίς νευροτρόπο ή ψυχοτρόπο δράση. Αυτός ο καρπός πρέπει να ήταν το δόλωμα για να πειστούν οι σύντροφοι να δοκιμάσουν και άνθη του λωτού-νούφαρου, δεδομένου ότι η περιεχόμενη στον γλυκό λωτό φρουκτόζη θα επικάλυπτε την πικρή γεύση της απομορφίνης. Είναι δε η απομορφίνη παράγωγο της μορφίνης, η οποία πρώτα διεγείρει και μετά παραλύει το Κ.Ν.Σ.

 

Υποσημείωση


[1] Δρόγη είναι το μόνο μέρος του φυτικού η ζωικού οργανισμού, π.χ. φύλλα, η φλοιός, η σπέρματα, η άλλο όργανο του φυτού η ζώου, που χρησιμοποιείται για την θεραπευτική η άλλη δράση του. Η δρόγη διαφέρει από την το φάρμακο. Ως φάρμακο χαρακτηρίζεται οποιαδήποτε χημική ουσία η προϊόν, το οποίο παρουσιάζει φαρμακολογικές ιδιότητες και επομένως είναι σε θέση να προκαλέσει μεταβολές σε φυσιολογικές λειτουργίες οργανικών η βιοχημικών συστημάτων.

 

Πηγές


 

  • «Ιστορία της Φαρμακευτικής», Εμμανουήλ Ιω. Εμμανουήλ, Ακαδημαικού, Τακτικού Καθηγητού εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω,Ανωτάτου Υγειονομικού Συμβούλου: Τύποις «Πυρσός» Α.Ε, Αθήναι 1948.
  • «Ιστορία της Φαρμακευτικής», Ελένη Σκαλτσά, Καθηγήτρια, Τμήμα Φαρμακευτικής ,Τομέας Φαρμακογνωσίας & Χημείας Φυσικών Προιόντων, ΕΚΠΑ,/ Ελληνικά Ακαδημαικά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα, www.kallipos.gr
  • «Η εξελικτική πορεία της ίασης στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία», Χρ. Τεσσερομάτη, Δ. Κώτσιου, «Ιατρική», Διμηνιαία Έκδοση Εταιρείας Ιατρικών Σπουδών, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2015, Τόμος 104, Τεύχος 5-6 :23-304.

 

Επιμέλεια κειμένου

Μαρία Γ. Βασιλείου

Βιολόγος-Ωκεανογράφος

 Καλή Ανάσταση!

Χρόνια Πολλά.

 

 

«Destino» ή «Jesús en el desierto» («Το πεπρωμένο» ή «ο Ιησούς στην έρημο»).

Γλυπτό κατασκευασμένο από πηλό (τερακότα), έργο του Santiago Nuevo Peña

 

Οι κομπογιαννίτες, οι φαρμακοτρίβες κατά την Επανάσταση του 1821 και του Πασχάλη Θεοδώρου τα χάπια του πρώτου που άνοιξε (ανεπίσημο) φαρμακείο στο Ναύπλιο


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της κυρίας Μαρίας Βασιλείου με τίτλο:

 «Οι κομπογιαννίτες, οι φαρμακοτρίβες κατά την Επανάσταση του 1821 και του Πασχάλη Θεοδώρου τα χάπια του πρώτου που άνοιξε (ανεπίσημο) φαρμακείο στο Ναύπλιο».

 

Είναι γνωστό ότι, κατά τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, οι συνεχείς προσπάθειες και πρωτοβουλίες για την εξασφάλιση πόρων και εφοδίων για τον Αγώνα, δεν περιελάμβαναν ιδιαίτερη μέριμνα, για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των μαχητών και την ιατροκοινωνική προστασία των αμάχων.

Ωστόσο αρκετοί νέοι από διάφορες περιοχές της υπόδουλης Ελλάδος, προερχόμενοι σχεδόν αποκλειστικά από εύπορες αστικές οικογένειες, έσπευδαν σε πανεπιστήμια ευρωπαϊκών πόλεων για να σπουδάσουν, κατά προτίμηση Ιατρική, γιατί κατά τον Κοραή «…θηριώδες έθνος εις μόνους τους ιατρούς αναγκάζεται να υποκρίνεται κάποιαν ημερότητα».

Τα Πανεπιστήμια επιλογής των Ελλήνων για ιατρικές σπουδές ήταν, κυρίως, της Πάδοβας, της Παβίας, της Πίζας και της Βιέννης, από τα οποία οι αποφοιτούντες με διπλώματα  που έφεραν την αναφορά «Natione Graecus» προσπαθούσαν να βοηθήσουν με κάθε τρόπο την υπόδουλη πατρίδα και να συνδράμουν στον αγώνα.

 

Ευρωπαίος γιατρός περιθάλπει Έλληνα αγωνιστή. Λιθογραφία από την έκδοση Histoire d’une Epingle et Bluettes του σχεδιαστή H. Gerard Fontallard. Συλλογή χαρακτικών ΕΙΜ.

 

Στην υπόδουλη Χώρα λοιπόν, στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, υπήρχαν κυρίως  πρακτικοί ή εμπειρικοί ιατροί που ασκούσαν τη λεγόμενη «Δημώδη Ιατρική», και ήταν ιδιαίτερα επιδέξιοι, κυρίως,  στην ανάταξη εξαρθρημάτων και καταγμάτων, στην περιποίηση τραυμάτων και στην πραγματοποίηση μικροεπεμβάσεων, με συνέπεια να καλούνται και «ιατροχειρουργοί» αλλά επίσης, «ιατροφαρμακοποιοί», γιατί, εκτός των ιατρικών πράξεων, παρασκεύαζαν φάρμακα και συνέλεγαν βότανα, τα οποία χορηγούσαν, κατά περίπτωση, σε ασθενείς και τραυματίες. Η μετάδοση των γνώσεων και των εμπειριών στην άσκηση της πρακτικής ιατρικής ήταν συνήθως οικογενειακή υπόθεση και περνούσε από τον πατέρα στα παιδιά του. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί η λειτουργία πρακτικών ιατροφαρμακευτικών σχολείων στην Αθήνα, το Καρπενήσι, τη Σπάρτη, τη Χίο και αλλού, στα οποία διδάσκονταν σχετικά μαθήματα. Ένα τέτοιο ιατροφαρμακευτικό σχολείο ιδρύθηκε στο Μυστρά από τον Παναγιώτη Γιατράκο πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα.

 

Προσωπογραφία του αγωνιστή Παναγιώτη Γιατράκου, έργο του Σπυρίδωνα Προσαλέντη. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Μεταφορά τραυματία από τη μάχη. Άγνωστος ζωγράφος. Λάδι σε μουσαμά, 60 x 50 εκ. Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη. Εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη, Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Τα φάρμακα, τα οποία χρησιμοποιούσαν οι επιστήμονες ιατροί και πολλοί από τους εμπειρικούς, ήταν κυρίως δρόγες (αλόη, θεριακή, κάρδαμο, κίνα, πιπερόριζα, σαμπούκο, σαρκοτρόφι, σίλφιο κ.ά.), η χρήση των οποίων ανάγεται στην εποχή του Διοσκουρίδη. Ήταν, επίσης, ορισμένες φαρμακευτικές και χημικές ουσίες (άλας αψινθίας, βόραξ, γόμμα Αραβική, εμετική τρυξ, μίνιον, νίτριον, οξύ-μελι κ.ά.) και διάφορα σκευάσματα (balsamo di Tolu, elixir propriepatis, laudano di Barbaro κ.ά.), τα οποία προμηθεύονταν, όσοι είχαν τη δυνατότητα, από την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τα Επτάνησα και την Τεργέστη.

Παράλληλα με τους επιστήμονες και τους πρακτικούς ιατρούς ασκούσαν ιατρικές πράξεις και χορηγούσαν φαρμακευτικά παρασκευάσματα, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, κομπογιαννίτες και τσαρλατάνοι. Οι κομπογιαννίτες και οι τσαρλατάνοι ήταν ψευτογιατροί με ενδιαφέρον αποκλειστικά επικεντρωμένο στο οικονομικό όφελος και με τάση να περιαυτολογούν για τις θεραπευτικές τους επιτυχίες σε βαθμό τερατολογίας.

Οι κομπογιαννίτες και οι τσαρλατάνοι είχαν, επίσης, τα προσωνύμια «Βικογιατροί», συγκέντρωναν βότανα από την κοιλάδα του Βίκου ή «Ματσοκάριδες» γιατί κρατούσαν ρόπαλο (mazuca), κυρίως, για να αμύνονται από τις επιθέσεις των συγγενών του ασθενούς. Η θεραπευτική αγωγή που συνιστούσαν, απαιτούσε αφενός, υλικά για την παρασκευή φαρμάκων, τα οποία ήταν σχεδόν αδύνατο να εντοπιστούν και αφετέρου, υιοθέτηση οδηγιών ιδιαίτερα πολύπλοκων στην εφαρμογή τους.

Ο Πουκεβίλ σε προσωπογραφία φιλοτεχνημένη από τον Ντεπρέ (Dupre Louis) 1827.

Τους Βικογιατρούς ή κομπογιαννίτες του Ζαγορίου εντοπίζει στις περιηγήσεις του και ο Πουκεβίλ, στα τέλη του 18ου αιώνα και τον εντυπωσιάζουν οι ικανότητες τους, καθώς και ο τρόπος που μπολιάζουν την τέχνη τους από γενιά σε γενιά: «Οι πατέρες μεταβιβάζουν στα παιδιά τους ή και σε μαθητές που προσκολλώνται σε αυτούς ως υπηρέτες, την πρακτική μερικών χειρουργικών εργασιών (…) με τέτοια επιτυχία και επιδεξιότητα, ώστε μπορούν να εκπλήξουν και τους πιο ικανούς χειρουργούς. Διακρίνονται προ πάντων στις περιεσφιγμένες κήλες ή στις κήλες που έγιναν ενοχλητικές εξαιτίας του βάρους των. Άλλοι ξέρουν να χειρουργούν τον καταρράκτη διά πιέσεως και οι πιο ικανοί χρησιμοποιούν λιθοτομία. Αναφέρω πράγματα που είδα. Οι αμαθείς χειρουργοί του Ζαγορίου δεν δημιουργούν περισσότερα θύματα από όσα πολλοί σημερινοί πτυχιούχοι επιστήμονες».

Η ενδυμασία των κομπογιαννιτών έχει περιγραφεί από πολλούς ιστορικούς και ιστοριογράφους της εποχής…….. φορούσαν «μέλαιναν μαλλιαράν σεγγούνα, περιέδεναν δε με πράσινη ταινία την, εις δασείς πλοκάμους κυμαίνουσαν χαίτην των, επί της οποίας έθετον σαμουροκάλπακο και επί του βραχίωνος έθετον οζώδην ράβδον εξ ου και απεκλείθησαν ματσουκάδες». Την ειδική ένδυση των κομπογιαννιτών περιγράφει και ο Δ. Καμπούρογλου «αποτελούνταν από αντερί (φαρδύς χιτώνας) και τζουπέν, ζώνην πλατείαν και καλπάκι μικρότερον του αρχοντικού». Σύμφωνα με άλλες πηγές οι Βικογιατροί «επετρέπετο να φορούν ποικιλόχρωμα φορέματα να φέρουν αλεξιβρόχιον και να σοβώσι καβαλλαραίοι».

Στο σαμουροκάλπακο, καπέλο από γούνα σαμουριού (ένα είδος νυφίτσας), τοποθετούσαν εμφανώς, φάρμακα πρώτης ανάγκης. Σε άλλες περιπτώσεις τοποθετούσαν τα φάρμακα σε σακούλες, τις οποίες κρεμούσαν σε εμφανή σημεία της ένδυσής τους και για το λόγο αυτό ονομάζονταν και σακουλαραίοι.

Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σάθας σε άρθρο του (1883) τιτλοφορούμενο «Η ιατρική εν Ελλάδι» αναφέρει πως φορούν επωμίδες, οι οποίες «ανεμιζόμεναι κροταλίζουν επί των δίκην παρασήμων επικείμενων μεταλλικών κομβίων», και μικρά υποδήματα «περισφιγγόμενα διά θεατρικών κροσσιών και στενών παντελονιών πεποικιλμένων διά σειριτίων» έτσι που ομοιάζουν «προς Ισπανούς ταυρομάχους»!

Συνήθως είχαν ως συνοδεία έναν βοηθό, ο οποίος διαλαλούσε «γιατρός! γιατρικά! βότανα για κάθε αρρώστια!», ενώ μεταξύ τους χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερη συντεχνιακή διάλεκτο.

Ο Α. Σούτσος στην Κωμωδία Ο ΑΣΩΤΟΣ σατυρίζει τους κομπογγιαννίτες με τους παρακάτω στίχους:

 

«Δεν είμαι εγώ Ζαγοριανός να περπατώ στο δρόμο

Με αλοιφές, με έμπλαστρα, με βότανα στον ώμο

Και να φωνάζω από το κουτσό και ψόφιο μου μουλάρι

Καλός γιατρός, πουλεί ζωή! Ποιος θέλει! Ποιος θα πάρη».

 

Αλλά και  γιάτρισσες κατείχαν εξ οικογενειακών κληρονομιών γιατροσόφια θεραπευτικής και χορηγούσαν φάρμακα. …. ήταν η ελπίδα των αρρώστων της εποχής, μιας εποχής στην οποία η ιατρική βρίσκονταν σε νηπιακή κατάσταση.

 Στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης αναφέρονται επίσης και κάποιοι εμπειρικοί φαρμακοτρίβες, οι οποίοι μαζί με άλλα εμπορεύματα πουλούσαν και φάρμακα. Ειδικοί φαρμακοποιοί δεν υπήρχαν. Ονομαστός κατά την έναρξη της Επανάστασης φαρμακέμπορος υπήρξε ο Νικολής Πύρλας από την Τρίπολη, ο οποίος είχε μάθει τα σχετικά με το εμπόριο και τη χρήση των φαρμάκων στη Μάλτα και στην Κωνσταντινούπολη.

Το 1822, όταν απελευθερώθηκε το Ναύπλιο, πολλοί ομογενείς ιατροί, που είχαν σπουδάσει στα Πανεπιστήμια της Ιταλίας, ήρθαν στην Ελλάδα για να προσφέρουν τις ιατρικές και φαρμακευτικές γνώσεις τους. Το πρώτο φαρμακοπωλείο που ιδρύθηκε στο Ναύπλιο ήταν του Πασχάλη Θεοδώρου, Μικρασιάτη, πιθανόν από την Σμύρνη, που είχε σπουδάσει ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Αυτός ασκούσε την ιατρική και παράλληλα διηύθυνε και το φαρμακείο όπου παρασκεύαζε γαληνικά φάρμακα (φάρμακα δηλαδή εξατομικευμένης φαρμακοθεραπείας), καταπότια, εκχυλίσματα κλπ.

Από άρθρο του Μιχ. Λαμπρυνίδη 1912,  που περιέχεται στο Ημερολόγιο Σκόκου (1915) μαθαίνουμε ότι, «Ο Δετώρ Πασχάλης (έτσι υπέγραφε) εμίσθωσε αντί μεγάλου σχετικώς μισθώματος κατάστημα στην κεντρικώτερη θέση της πόλεως,  καλουμένη Σαντριβάνι, όπου ήταν η αγορά, το οποίο και διασκεύασε ευπρεπέστατα. Μακρά εκ κοινού ξύλου τράπεζα ετέθη επικεφαλής του καταστήματος και επ’ αυτής η απαραίτητος μικρά τρυτάνη (γλωσσίδα του ζυγού που δείχνει το βάρος) μετά θήκης περιεχούσης αντί βαρών σπέρματα σίτου (σιταρόσπορους),  προς ζύγιση των φαρμάκων, και μερικά ιγδία (γουδιά) σιδερένια από θραύσματα όλμων, ως επί το πλείστον. Τους τοίχους του καταστήματος περιέβαλλον εξ’ ολοκλήρου γυάλινες προθήκες, υαλοσκεπείς έμπροσθεν, προς φύλαξιν των περιεχόντων τα διάφορα φάρμακα, φιαλών και αγγείων. Αντιληφθείς εγκαίρως πόσο δυσάρεστη ήταν στους  πελάτες του η πόσις πικρών και δίσγευστων αφεψημάτων, κινδυνεύσας μάλιστα να κακοποιηθεί υπό κάποιου αγροίκου Ρουμελιώτου στρατιώτου, (ο οποίος έπασχε εκ δυσπεψίας και του χορήγησε αηδές καθαρτικό), θεώρησε προσφορώτερο δια της προσθήκης αλεύρου  να καταστήσει ευποτώτερα τα ρευστά φάρμακα παρασκευάζοντας έτσι καταπότια (χάπια), με τα οποία γέμισε στο εξής τις προθήκες του καταστήματος. Από τότε κάθε προσερχόμενος στην Σπετσαρία (φαρμακείο) του Δετώρ Πασχάλη  ελάμβανε άνευ χρονοτριβής, αντί μικρού αντιτίμου, το ζητούμενο φάρμακο για κάθε νόσο, σε καταπότια εντός συνήθως ξύλινου κυτίου».  Η «θεραπευτική δύναμη » αυτών των χαπιών, τα κατέστησε περιζήτητα και δημοφιλή σε όλο τον λαό.

Bonifaccio Bonafin (1800-1893). Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

Δύο με τρία χρόνια όμως μετά την έναρξη της λειτουργίας του φαρμακοτριβείου, οι ομογενείς από την Τεργέστη, έστειλαν στο Ναύπλιο, το 1825, τον Βονιφάτσιο Βοναφίν, ο οποίος ίδρυσε πλήρες φαρμακείο που λειτούργησε επί εβδομήντα χρόνια. Συγχρόνως συστάθηκε και τρίτο φαρμακείο υπό την διεύθυνση του Μιχ. Κωτσονόπουλου, ο οποίος είχε ασκηθεί στην φαρμακευτική τέχνη στην Τρίπολη κοντά στον πρώτο ξάδελφό του Νικ. Πύρλα. Στα χρόνια του Καποδίστρια ο φαρμακοποιός Νικ. Ζαβιτσάνος, ο οποίος ακολούθησε τον ιδιαίτερο γιατρό του Καποδίστρια Ταγιαπιέρα ίδρυσε και τέταρτο φαρμακείο κοντά στον Ναό του Αγίου Γεωργίου.

Έτσι αραίωσε αισθητά η πελατεία του Δετώρ Πασχάλη και στο τέλος το κτήριο όπου στεγαζόταν κατέληξε να γίνει καπνοπωλείο. Τα περιζήτητα όμως χάπια παρέμειναν παροιμιώδη για πολλά χρόνια συμβολίζοντας τα «παχιά λόγια» και τις κενές υποσχέσεις των δημαγωγών της εποχής εκείνης.

«Του Κωλέττη τα λόγια Και του Πασχάλη τα χάπια». Είναι οι παροιμιώδεις εκφράσεις που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες για τις κενές περιεχομένου υποσχέσεις των πολιτικών της εποχής.

 

Πηγές 


 

  • «Ιστορία της Φαρμακευτικής», Εμμανουήλ Ιω. Εμμανουήλ, Ακαδημαϊκού, Τακτικού     Καθηγητού εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω, Ανωτάτου Υγειονομικού Συμβούλου: Τύποις «Πυρσός» Α.Ε, Αθήναι 1948.
  • «Ιστορία της Φαρμακευτικής», Ελένη Σκαλτσά, Καθηγήτρια, Τμήμα Φαρμακευτικής,     Τομέας Φαρμακογνωσίας & Χημείας Φυσικών Προϊόντων, ΕΚΠΑ,/ Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα, www.kallipos.gr
  • «Υγειονομική φροντίδα και περίθαλψη των αγωνιστών του 1821», του Θεοδώρου Δαρδαβέση, Αναπληρωτή Καθηγητή Υγιεινής και Κοινωνικής Ιατρικής του ΑΠΘ, Μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου Αίμου, του Ιδρύματος Πατερικών Μελετών και του Κέντρου Ιστορίας του Δήμου Θεσσαλονίκης/ Πάπυροι ,Τόμος 2,2013.
  • «Του Πασχάλη τα χάπια» Μιχ. Λαμπρυνίδη 1912  περιέχεται στο Ημερολόγιο Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου (1915).

 

Επιμέλεια Κειμένου

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος- Ωκεανογράφος

 

Σχετικά θέματα:

 

Πάρκο Κολοκοτρώνη: Μήπως πρέπει να δείχνουμε μεγαλύτερο σεβασμό στην ιστορία μας;


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Πάρκο Κολοκοτρώνη: Μήπως πρέπει να δείχνουμε μεγαλύτερο σεβασμό στην ιστορία μας;»

 

Η Ίδρυση του πάρκου

 

Ας δούμε την τοπογραφία της περιοχής του πάρκου Κολοκοτρώνη τα χρόνια μετά την απελευθέρωση. Η περιοχή ήταν εκτός των τειχών της πόλης. Βόρεια του σημερινού πάρκου, στη σύγχρονη οδό Πολυζωίδου, βρισκόταν η τάφρος των ανατολικών τειχών. Η έκταση δεν ήταν επίπεδη, όπως σήμερα. Στην όχθη της τάφρου υπήρχε ένα μεγάλο ανάχωμα ενώ η θάλασσα έφτανε σχεδόν έως τη σημερινή οδό Σιδηράς Μεραρχίας. (Φώτο 1-2)

 

Φώτο 1. Ο χώρος που είναι σήμερα το πάρκο.

 

Φώτο 2. Τοπογραφικό του Ναυπλίου, 1826

 

Ο προμαχώνας Dolfin ήταν βόρεια του πάρκου. Η περιοχή ήταν επίσης βαλτώδης. Σταδιακά, μετά την απελευθέρωση, διαμορφώνεται σε ένα μεγάλο άπλωμα, που χρησιμοποιείται από τον στρατό για γυμνάσια, αφού εκείνη την περίοδο, η πόλη είχε πολύ στρατό. Έτσι, η περιοχή ονομάζεται πλατεία Γυμνασίων ή Άρεως. (Φώτο 3). Η είσοδος και η έξοδος στην πόλη γίνεται από την Πύλη της ξηράς. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν τα έλη (οι βάλτοι) καθώς, όπως αναφέρει ο τύπος της εποχής «τα έλη γεννούν πυρετούς».

Η πόλη άρχισε να αλλάζει όταν αποφάσισαν να γκρεμίσουν σταδιακά τα τείχη. Ξεκίνησαν το 1865 από τα τείχη της οδού Αμαλίας και τα επόμενα χρόνια, μέχρι το 1871, συνέχισαν με τα παραλιακά τείχη μέχρι τον προμαχώνα «Πέντε αδέλφια», αφήνοντας ανέπαφη την ενετική δεξαμενή στο ύψος της σημερινής πισίνας του Αμφιτρύωνα. Σταδιακά, μπαζώθηκε και η τάφρος αλλά τα ανατολικά τείχη (από τον προμαχώνα Grimani μέχρι τον χώρο του Α’ Δημοτικού) έμειναν στην θέση τους. Η Πύλη της Ξηράς εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο για την είσοδο και έξοδο της πόλης. Η οριστική αλλαγή της τοπογραφίας στην περιοχή ήλθε με την κατεδάφιση των ανατολικών τειχών που ξεκίνησε το 1895, μετά από έγκριση του Χ. Τρικούπη.

Δέκα χρόνια πριν, το 1882, εισάγεται στη Βουλή το νομοσχέδιο για την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής της Πελοποννήσου. Το 1884 άρχισε η διαμόρφωση της περιοχής για την κατασκευή του σιδηροδρομικού σταθμού, με τη μεταφορά ποσοτήτων χωμάτων από την περιοχή της Πλατείας Άρεως για τις ανάγκες του σιδηρόδρομου. Το 1885 έχουν ολοκληρωθεί οι κτιριακές εγκαταστάσεις (κτίρια σταθμού, αποθήκες, υπόστεγα) και στα τέλη του χρόνου ο σιδηρόδρομος κάνει το πρώτο δοκιμαστικό ταξίδι του στο Ναύπλιο. (Φώτο 3)

 

Φώτο 3. Σιδηροδρομικός σταθμός.

 

Το γκρέμισμα των τειχών και οι επιχώσεις που έγιναν διαμόρφωσαν σταδιακά τον χώρο βόρεια του πάρκου, από την οδό Σιδηράς Μεραρχίας μέχρι την οδό Μπουμπουλίνας. Το 1877, ο δήμαρχος Επαμεινώντας Κωτσονόπουλος κατατεθεί πρόταση να ανεγερθεί στο Ναύπλιο ένας έφιππος ανδριάντας του Κολοκοτρώνη. Το 1889, έγινε η σύμβαση για την παραγγελία του ανδριάντα στον Λάζαρο Σώχο, μετά από διαγωνισμό που συμμετείχαν τέσσερεις γλύπτες (και μιλάμε για το 1889 μην πούμε τίποτα για το σήμερα ). Τα χρήματα για την κατασκευή μαζεύτηκαν με πανελλήνιο έρανο. Ο ανδριάντας ολοκληρώνεται και τον Νοέμβριο του 1895 το κιβώτιο με τον έφιππο Κολοκοτρώνη φτάνει στο Ναύπλιο με πλοίο από τον Πειραιά και αποθηκεύεται στο Οπλοστάσιο.

Και ενώ ο έφιππος ανδριάντας είναι στο Ναύπλιο, δεν έχει αποφασιστεί ακόμα ο χώρος που θα τοποθετηθεί. Ο δήμος Ναυπλίου δεν έχει λεφτά να κατασκευάσει τη μαρμάρινη βάση. Στον τοπικό τύπο αρχίζουν οι γκρίνιες. Ο δήμαρχος ασχολείται με το άγαλμα και δεν βλέπει ότι η πόλη είναι μέσα στη λάσπη, δεν έχει νερό, σχολείο αρρένων, αγορά κλπ.
Τον Ιούλιο του 1889, τρείς είναι οι προτάσεις για το που θα τοποθετηθεί ο ανδριάντας. (εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΣ)

  1. Μπροστά από την Πύλη της Ξηράς.
  2. Στη σημερινή θέση, με το επιχείρημα του δημάρχου Δημητρίου Τερζάκη ότι η πόλη θα επεκταθεί προς αυτή την κατεύθυνση.
  3. Στην περιοχή Κιούλ Τεπέ, όπου ήταν τα κτήματα του Κολοκοτρώνη και στην οποία ο ίδιος έχει χτίσει το εκκλησάκι των Αγ. Θεοδώρων. Την άποψη αυτή υποστηρίζει η εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΣ.

Για να αποφασιστεί ο χώρος της τοποθέτησης έρχεται με πλοίο αυθημερόν στο Ναύπλιο, τον Οκτώβριο του 1899, ο Αντιβασιλέας διάδοχος Κωνσταντίνος, μαζί με τον ναυπλιώτη εφέτη που υπηρετεί στη Κέρκυρα, Νικόλαο Κωστάκη, ο οποίος είχε αναλάβει να χρηματοδοτήσει την κατασκευή της βάσης του ανδριάντα. (εφημερίδα ΑΣΤΥ – ΕΜΠΡΟΣ)

Φώτο 4. Σκιτσο του Δημάρχου Δ. Τερζάκη.

Ο Αντιβασιλέας συμφώνησε για τον χώρο της σημερινής θέσης και όρισε μάλιστα τα εγκαίνια για τον Απρίλιο του 1900. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του Δημάρχου Δ. Τερζάκη τριάντα χρόνια μετά ότι ο διάδοχος του θρόνου Κωνσταντίνος επισκέφτηκε τα προτεινόμενα μέρη, συνοδευόμενος από πολύ κόσμο, «αλλά κατέληξε με αυταρχικότητα» να επιβάλει τη θέση που αυτός είχε προτείνει. (Φωτο 4)

Μην ξεχάσουμε να αναφέρουμε ότι στα τέλη του 1899 έχει αποφασιστεί να κατασκευαστεί το δικαστικό μέγαρο στον χώρο που είναι σήμερα. Τον Μάρτιο του 1900 ξεκίνησε η τοποθέτηση της μαρμάρινης βάσης. Η καθυστέρηση της κατασκευής έφερε αναβολή και στα εγκαίνια. Την ίδια περίοδο, αλλάζει ο δημόσιος φωτισμός στην πόλη. Από φωτιστικά με πετρέλαιο περνάμε σε φωτισμό με λάμπες τύπου Αουερ[1]. Τοποθετήθηκαν δώδεκα φώτα στην Πλατεία Κολοκοτρώνη, σε σχέση με οκτώ που τοποθετήθηκαν στην πλατεία Συντάγματος.

Τελικά τα εγκαίνια ορίστηκαν και έγιναν στις 23 Απριλίου 1901 (ημέρα της εορτής του Βασιλιά Γεώργιου Α’). Η τελετή είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο. Πολλοί επίσημοι, ο βασιλιάς Γεώργιος Α’, ο πρωθυπουργός Θεοτόκης, ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης Δηλιγιάννης, πολλοί βουλευτές, δήμαρχοι και χιλιάδες κόσμου. Σύμφωνα με μια εκτίμηση, στα εγκαίνια του έφιππου Κολοκοτρώνη ήρθε στο Ναύπλιο 25.000 κόσμος από την Αθήνα και όλη την Πελοπόννησο. Είναι το πρώτο έφιππο άγαλμα (1901) της νεοελληνικής γλυπτικής. Στις παράλληλες εκδηλώσεις των αποκαλυπτηρίων, μεγάλο ενδιαφέρον έχει η διοργάνωση στο Ναύπλιο (Τριανόν) του 1ου Γεωργικού Συνεδρίου. (Φωτο 5-6)

 

Φώτο 5. Ταχυδρομικό δελτάριο, η ημέρα των αποκαλυπτηρίων.

 

Φώτο 6. Ταχυδρομικό δελτάριο, 1902.

 

Ας δούμε τώρα την περιγραφή της λεγόμενης Πλατείας Κολοκοτρώνη από έναν αθηναίο ανταποκριτή: «εν τω κέντρω αυτής μεγαλοπρεπέστατος υψούνται ο αποκαλυφθησόμενος ανδριάς αυτού, γύρωθεν του οποίου κήπος, περιέχων εκλεκτά άνθη, προσδίδει όντως ιδανικής όψιν. Προς το βόρειον μέρος της πλατείας της τοσούτον απλέτως δια 12 φανών ασετιλίνης φωτιζόμενης…». Το πάρκο Κολοκοτρώνη έχει ήδη διαμορφωθεί με φυτεύσεις δένδρων περιμετρικά και νότια και κήπο με λουλούδια, παρά την ύπαρξη στο βόρειο τμήμα του προμαχώνα Dolfin.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε το ευρύτερο πολιτικό κλίμα της εποχής, για να καταλάβουμε σε πόσο δύσκολες συνθήκες κατασκευάστηκε ο ανδριάντας του Κολοκοτρώνη. Τα χρήματα μαζεύτηκαν με πανελλήνιο έρανο σε μια περίοδο που έχει μεσολαβήσει η ταπεινωτική ήττα από τον πόλεμο του 1897 και η χρεοκοπία του κράτους, τον Δεκέμβριο του 1893. Σε μια ίδια περίοδο με την σημερινή κατάσταση στην ελληνική Οικονομία. Επιτήρηση με μνημόνια τρόικες ή θεσμούς που παρακολουθούν τα οικονομικά της χώρας.

Σε πολιτικό επίπεδο, είναι σαφής η προσπάθεια του βασιλιά Γεωργίου και του διαδόχου Κωνσταντίνου να βελτιώσουν την εικόνα του βασιλικού θεσμού και να επωφεληθούν από τη δυσαρέσκεια του κόσμου για τον κοινοβουλευτισμό, μετά την ήττα του 1897. Με πολιτικές πρωτοβουλίες προσπαθούν να κάνουν τη βασιλεία σημαντικό πολιτικό παράγοντα παρεμβάσεων. Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να εντάσσεται και το ενδιαφέρον της βασιλικής οικογένειας ακόμα και για τον χώρο τοποθέτησης του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη και έτσι ίσως εξηγείται η φράση του δημάρχου Τερζάκη για το διάδοχο Κωνσταντίνο «αλλά κατέληξε με αυταρχικότητα».

Τα αποκαλυπτήρια γίνονται τέσσερα χρόνια μετά την ήττα του 1897, μετά την πτώχευση και την επιτήρηση. Η τοποθέτηση του ανδριάντα είναι ένα καλό νέο για την κοινωνία και θέλει να συμμετέχει. Ίσως είναι ο λόγος για την παρουσία 25.000 πολιτών στα αποκαλυπτήρια.

 

Νέα ζωή στο πάρκο

 

Το 1901, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου και έκδοση αντίστοιχου ΦΕΚ, αποφασίστηκε η επέκταση του σχεδίου πόλης στα ανατολικά και στα βόρεια του πάρκου. Ουσιαστικά, διαμορφώνεται πολεοδομικά ο χώρος του πάρκου (ΦΕΚ 187/1-9-1901). Από την επέκταση του σχεδίου της πόλης προκύπτουν 45 οικόπεδα ιδιοκτησίας της Λιμενικής Επιτροπής[2], η οποία τα εκποιεί στις αρχές του 1903, περιμένοντας να εισπράξει 100.000 δρχ.). Το 1910 ολοκληρώνονται οι εργασίες κατασκευής του δικαστικού μεγάρου αλλά παραμένει στη θέση του ο προμαχώνας Dolfin. (Φώτο 8-9)

 

Φώτο 8. Δικαστικό μέγαρο.

 

Φώτο 9. Προμαχώνας Dolfin.

 

Τα επόμενα χρόνια, το πάρκο υποβαθμίζεται. Παρουσιάζει εικόνα εγκατάλειψης με στάσιμα νερά και μορφή βάλτου. (Φώτο 7)

 

Φώτο 7. Φωτογραφία εγκατάλειψης του πάρκου.

 

Το 1930, με τον σχεδιασμό των εορτών για την εκατονταετηρίδα στο Ναύπλιο, άρχισαν εργασίες αναβάθμισης του πάρκου. Τον Μάρτιο ανατέθηκε σε εργολάβο το έργο της αναμόρφωσης, σύμφωνα με προτεινόμενο σχέδιο. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, ο νεοεκλεγείς δήμαρχος Κ. Κόκκινος φέρνει από την Αθήνα τον διάσημο για την εποχή του ανθοπώλη, Φλεριανό, για να προτείνει τρόπο φύτευσης του πάρκου (το 2020 δεν έχουμε μια φυτοτεχνική μελέτη για το πάρκο). (Φώτο 13)

 

Φώτο 13. Άφιξις Φλεριανού.

 

Τον Αύγουστο αρχίζουν οι φυτεύσεις, ο νέος φωτισμός, τοποθετήθηκαν παγκάκια και κατασκευάστηκε η ξύλινη παράγκα «Μανιταρά», βασισμένη σε σχέδια ξύλινου στεγάστρου που είχε σχεδιαστεί το 1905. (Φώτο 15- 16). Κατεδαφίζεται το υπολειπόμενο τμήμα του προμαχώνα Dolfin, με εργάτες κρατούμενους των φυλακών και έτσι διαμορφώνεται τοπογραφικά ο χώρος όπως είναι σήμερα. (Φώτο 10-11)

 

Φώτο 15. Η ξύλινη παράγκα «Μανιταρά».

 

Φώτο 16. Σχέδιο στέγαστου.

 

Φώτο 10. Κατεδάφιση προμαχώνα.

 

Φώτο 11. Πάρκο Κολοκοτρώνη, 1930.

 

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1933, με μελέτη του σημαντικού αρχιτέκτονα Δ. Πικιώνη (ο οποίος επέλεξε και τις φυτεύσεις) διαμορφώνεται η πλατεία Καποδίστρια. Τον Ιούνιο του 1933 τοποθετείται το άγαλμα του Καποδίστρια. Στις 29 και 30 Νοεμβρίου του 1930 γίνονται οι εκδηλώσεις των εκατό χρόνων από την απελευθέρωση από τους Τούρκους (εκατονταετηρίδα), με επίκεντρο των εκδηλώσεων το πάρκο Κολοκοτρώνη. (Φώτο 14)

 

Φώτο 14. Εορτασμός εκατονταετηρίδας.

 

Το πάρκο αποκτά ζωή. Είναι το σημείο αναφοράς για την πόλη. Οι καταγραφές στον τύπο της εποχής περιορίζονται στο να μην κόβουν τα χρυσάνθεμα οι νυκτερινοί επισκέπτες του πάρκου. (Φωτο 13α )

 

Φώτο 13α. Τα Χρυσάνθεμα.

 

Τον τόνο στο πάρκο δίνουν η παράγκα του «Μανιταρά» και οι υπαίθριοι φωτογράφοι. Δεν υπάρχει σπίτι στο Ναύπλιο που να μην έχει φωτογραφία από τους υπαίθριους φωτογράφους του πάρκου. Λευτέρης Μελίδης, Δημήτρης Ιωαννίδης, Πρόδρομος Παπαδόπουλος κ.λπ. (όλοι πρόσφυγες) Φωτογράφοι υπήρχαν στο πάρκο μέχρι το 1970. (Φώτο 17-18)

 

Φώτο 17. Φωτογράφοι στο πάρκο.

 

Φώτο 18. Φωτογράφοι στο πάρκο.

 

Τα τελευταία χρόνια το πάρκο πέρασε στην απόλυτη παρακμή. Καμία φροντίδα. Κανένα λουλούδι δεν ανθίζει την άνοιξη. Για σκεφτείτε πόσα χρόνια έχετε να δείτε ανθισμένα λουλούδια στο πάρκο. Ρίξαμε χαλίκι στους διαδρόμους για να μην λιμνάζουν τα νερά της βροχής και κάναμε το πάρκο απρόσιτο σε καρότσια και ΑμεΑ. Δεν κλαδεύουμε δένδρα αλλά αν φτάσουν στο απροχώρητο τα κόβουμε. Δεν υπάρχουν πια ούτε παγκάκια. Το μόνο που στέκει στη θέση του είναι το μνημείο του Κολοκοτρώνη (και αυτό δεν πρέπει να αισθάνεται και τόσο καλά) και η πολιορκία του πάρκου απ΄ όλες τις πλευρές με καρέκλες καταστημάτων. Με όλα αυτά, το πάρκο δεν έχει πια ζωή στην πόλη.

Και συμπτωματικά, έναν χρόνο πριν την εορτασμό των διακοσίων χρόνων από την απελευθέρωση από τους Τούρκους, η δημοτική αρχή αποφάσισε να παρέμβει. Το 1930 (στο πλαίσιο των εορτασμών των εκατό χρόνων) έγιναν μελέτες, ήρθε ειδικός ανθοπώλης, βάλαμε παγκάκια. Το 2020, ενενήντα χρόνια μετά προτείνουμε να βάλουμε μπετονένιες κερκίδες και να μικρύνουμε το πάρκο. Σημεία των καιρών….

Υ.Γ. Μήπως το πάρκο που έχει ζωή από το 1901 είναι μνημείο και πρέπει να προστατεύεται και νομικά; Δεν τίθεται βέβαια συζήτηση ότι πρέπει να το σεβόμαστε.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η λάμπα Άουερ είναι λάμπα ασετιλίνης. Εκμεταλλεύεται το φως που εκπέμπεται από ένα μικρό δίχτυ υφαντικής ίνας, επενδυμένο με οξείδιο του θορίου, που πυρακτώνεται από τη φλόγα του αερίου. Ο εργολάβος Αριστ. Τσάκωνας ανέλαβε με 5.500 δρχ. να εγκαταστήσει 50 φανάρια ασετιλίνης στην πόλη του Ναυπλίου.

[2] Με τον νόμο ΒΨΝΗ της 10ης Απριλίου του 1900 περιήλθε στη Λιμενική Επιτροπή Ναυπλίου η έκταση «μεταξύ της θαλάσσης και της Δημοσίας οδού του τείχους του Φρουρίου εν ω το οπλοστάσιον», αφού έγινε ο σχετικός πλειοδοτικός διαγωνισμός και κάποιοι ιδιώτες πλειοδότησαν παίρνοντας κάποια από τα οικόπεδα που δημιουργήθηκαν, το 1904 ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες και οι σχετικές χρηματικές καταβολές και τέλη 1904 αρχές 1905 άρχισαν να συντάσσονται οι σχετικές μεταβιβαστικές πράξεις. Πρόκειται βέβαια για τα οικόπεδα που καταλαμβάνουν τα οικοδομικά τετράγωνα που περικλείονται από τις οδούς Πολυζωίδου, Μπουμπουλίνας (πιθανά η θάλασσα να ήταν πιο μέσα), Συγγρού, Σιδηράς Μεραρχίας και πιθανά και μέχρι την σημερινή οδό Θεσσαλονίκης. Όμως όπως όλοι γνωρίζουμε οι Νομαρχία Αργολίδος κάηκε δύο φορές και συνεπώς αμφιβάλλω εάν σώζονται σχέδια και χάρτες των σχετικών οικοδομικών τετραγώνων και της αρίθμησης των σχετικών κλήρων. Ευτυχώς τα συμβόλαια είναι πάντα εκεί. Κάπως έτσι άρχισε η αξιοποιήσει της Βόρειας πλευράς της οδού Σιδηράς Μεραρχίας έναντι του πάρκου και έως το τοίχος. πηγή: Συμβολ. πράξεις Υ. Ν. (Σημ. Νίκος Τόμπρας).

 

Βιβλιογραφία


 

  • Γενικά Αρχεία του Κράτους Αργολίδας.
  • Εφημερίδες: Ναυπλιακή Ηχώ – ΑΡΓΟΛΙΣ – ΓΝΩΜΗ – ΠΡΟΟΔΟΣ – ΕΜΠΡΟΣ – ΣΚΡΙΠ – ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ – ΠΡΩΙΑ.
  • Περιοδικό ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΛΟΓΟΥ και ΤΕΧΝΗΣ.
  • Βιβλίο: Εικονογραφημένα ταχυδρομικά δελτάρια, εκδόσεις «συλλογές» 1985, για τα Δελτάρια.
  • Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.
  • Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου
  • Φωτογραφίες: Αρχείο ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Τσακάλωφ Αθανάσιος (1788- 1851)


 

Αθανάσιος Τσακάλωφ

Ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ένας από τους τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας – ο νεότερος – γεννήθηκε το 1788 στα Ιωάννινα. Σχετικά με το επώνυμο του πατέρα του και βέβαια το δικό του υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Συμφωνά με μία από αυτές πατέρας του Νικηφόρος  Τεκελής, δερματέμπορος, από τον Τύρναβο της Θεσσαλίας, εγκαταστάθηκε νέος στα Ιωάννινα, σημαντικό εμπορικό κέντρο της εποχής, όπου παντρεύτηκε τη Βασιλική Γώζου, κόρη από αρχοντική οικογένεια της πόλης (παραδίδεται ότι το σπίτι τους ήταν στη γιαννιώτικη συνοικία του Αρχιμανδρίου).[1] Ο γιός τους λοιπόν, Αθανάσιος ήταν παιδί του Νικηφόρου ή Φόρου Τεκελή. Μια άλλη εκδοχή παραδίδει ότι υπήρξε μοναχοπαίδι και το επώνυμο της οικογένειας του ήταν Τσάκαλος κατά συνέπεια από το Τσάκαλος στο Τσακάλωφ η απόσταση ήταν ελάχιστη, καθώς μάλιστα ο νεαρός Αθανάσιος βρέθηκε στην ανάγκη να αναχωρήσει για τη Ρωσία – και συγκεκριμένα τη Μόσχα -, όπου ο πατέρας του εμπορεύεται γουναρικά.[2]

Ο Αθανάσιος υπήρξε ο μόνος από τους τρεις πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας που έμαθε καλά γράμματα καθώς φοίτησε στη Μαρουτσαία σχολή της ηπειρωτικής πρωτεύουσας και θεωρείται πιθανόν να είχε δάσκαλο τον σημαντικό λόγιο της εποχής Αθανάσιο Ψαλίδα. Στη νεανική του ζωή αναφέρονται, χωρίς ακριβή χρονολογική και πραγματολογική πλαισίωση, διάφορα επεισόδια, τα οποία πάντως πρέπει να τοποθετηθούν στην πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα. Συγκεκριμένα, συμφωνά με μαρτυρία του Σπ. Αραβαντινού, φέρεται ότι υπήρξε θύμα απαγωγής από τον γιο του Αλή πασά, Μουχτάρ πασά, από τα χέρια και τις ορέξεις του οποίου σώθηκε χάρις στη διάθεση ικανού ποσού χρημάτων αλλά και χάρις στη μεσολάβηση του ζαγορίτη, ισχυρού κοινοτικού άρχοντα, Αλέξη Νούτσου.[3] Μετά από αυτά όμως η οικογένεια του, όπως ήταν αναμενόμενο, τον φυγάδευσε στη Μόσχα, όπου ήδη βρισκόταν, όπως είπαμε, ο πατέρας του ως καλοστεκούμενος έμπορος γουναρικών.

Ο νεαρός Αθανάσιος συνέχισε της σπουδές του στη Μόσχα, ενώ εκεί πρέπει να άλλαξε το επώνυμο του σε Τσακάλωφ, παίρνοντας ίσως τη γλωσσική μορφή που χρησιμοποιούσε ο πατέρας του. Αργότερα τον βρίσκουμε φοιτητή στο Παρίσι, όπου σπούδασε φυσικές επιστήμες. Πότε ακριβώς έγιναν όλα αυτά και πάλι δεν είναι χρονολογικά προσδιορισμένο· πάντως, είναι βέβαιο ότι το 1809 βρίσκεται στο Παρίσι, επειδή γνωρίζουμε ότι συμμετείχε στην ίδρυση της πολιτικο-φιλανθρωπικής εταιρείας με την ονομασία «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον». Η ενέργεια αυτή του Τσακάλωφ – όπως άλλωστε και η μύηση του Ξάνθου στον τεκτονισμό – αποτελεί σημαντικό στοιχείο για τις μετέπειτα εξελίξεις που θα οδηγήσουν στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας. Και τούτο επειδή το «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον» έχει συνάφεια με τον γαλλικό τεκτονισμό, ενώ δεν πρέπει να λησμονούμε ότι τα μέλη του έφεραν δακτυλίδι με τα αρχικά ΦΕΔΑ (= Φιλίας Ελληνικός Δεσμός Άλυτος), το οποίο, όπως έχει ήδη παρατηρηθεί, «παραπέμπει βέβαια στη μεταγενέστερη χρήση της λέξης φιλία, φιλικός,  από την τελική οργάνωση: Εταιρεία των Φίλων/Φιλική Εταιρεία».[4]

Περισσότερες πληροφορίες για τη διαμονή και τον χρόνο παραμονής του Τσακάλωφ στη γαλλική πρωτεύουσα δεν γνωρίζουμε, γνωρίζουμε όμως – χωρίς να είναι γνωστά τα ακριβή αίτια της επανόδου του – ότι το 1814 βρίσκεται στην Οδησσό της Ρωσίας, όπου θα συναντηθεί με τους δύο άλλους πρωτεργάτες της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας.

Οι τρείς Έλληνες πατριώτες, πιθανότατα το καλοκαίρι του 1814, ίδρυσαν τη Φιλική Εταιρεία, στην ίδρυση της οποίας οι τεκτονικές γνώσεις του Ξανθού, η επαφή του Τσακάλωφ με ανάλογες κινήσεις στο Παρίσι και ο ενθουσιασμός του Σκουφά ενήργησαν συμπληρωματικά για τη σημαντική για τον ελληνισμό ανάδειξη και δράση της συνωμοτικής αυτής οργάνωσης, που ανέλαβε να προετοιμάσει και οδηγήσει τους Έλληνες προς την εθνική χειραφέτηση, χωρίς αναφορές στη βοήθεια κάποιας μεγάλης δύναμης αλλά με γνώση της ευρωπαϊκής πολιτικο-στρατιωτικής πραγματικότητας και πίστη στις γηγενείς ελληνικές δυνατότητες.

 

Η Εταιρεία ανέλαβε να προετοιμάσει και

οδηγήσει τους Έλληνες προς την εθνική

χειραφέτηση, χωρίς αναφορές στη βοήθεια

κάποιας μεγάλης δύναμης

αλλά με γνώση της ευρωπαϊκής

πολιτικο – στρατιωτικής

πραγματικότητας και πίστη

στις γηγενείς ελληνικές δυνατότητες.

 

Είναι γεγονός ότι ένα είδος ιστοριογραφίας απασχολήθηκε πολύ με το να εντοπίσει ποιος από τους τρείς Έλληνες πατριώτες είχε πρώτος την ιδέα της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας, πράγμα, βέβαια, που συνδέεται και με της μετεπαναστικές αλλά και πολύ πιο πρόσφατες τοπικές φιλοδοξίες να αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος τόπος, από τον οποίο προήλθε ο πρωτεργάτης της ίδρυσης, διαθέτει κάποια χαρακτηριστικά που δεν διαθέτουν οι άλλοι και βέβαια απαιτεί και ανάλογα οφέλη. Στον αντίποδα της προσέγγισης αυτής, η οποία άλλωστε καμιά σημασία ιδιαίτερη δεν έχει, βρίσκουμε εδώ την ευκαιρία να παραθέσουμε την οξυδερκή παρατήρηση του Βασίλη Παναγιωτόπουλου που επισημαίνει τούτα τα σημαντικά, κατά τη γνώμη μας:

 

«Τα βιογραφικά των τριών ιδρυτών έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον, όχι βέβαια γιατί φανερώνουν μεγάλες προσωπικές σταδιοδρομίες αλλά ακριβώς για το αντίθετο: γιατί δείχνουν ότι η ιδέα της εθνικής απελευθέρωσης είχε γίνει οικεία σε κοινωνικά στρώματα μεσαίας οικονομικής εμβέλειας και κοινωνικού κύρους, τα οποία αποδείχθηκε μάλιστα ότι ήταν τα καταλληλότερα να ξεκινήσουν και να οργανώσουν μια εθνική επανάσταση. Πράγματι, το γεγονός ότι οι πρώτοι Φιλικοί δεν σχετίζονταν με τον ισχυρότερο τότε κρατικό-διοικητικό μηχανισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δεν ήσαν δηλαδή στελέχη των εκκλησιαστικών ή των κοινοτικών θεσμών των ορθοδόξων, ο δε προσωπικός τους πλούτος, κυρίως για όσους ζούσαν στη διασπορά, δεν ήταν τόσος ώστε να τους δημιουργεί αξεπέραστες αναστολές, αποδείχθηκε ότι λειτούργησαν ως πλεονεκτήματα για την επαναστατική τους ενεργητικότητα».[5]

Οι τρείς, λοιπόν, Έλληνες ιδρύουν τη Φιλική Εταιρεία και στο πλαίσιο της συνωμοτικής δράσης τους ο Αθανάσιος Τσακάλωφ έλαβε τα αρχικά Α Β, ο Σκουφάς τα αρχικά Α Γ και ο Ξάνθος τα Α Δ, αργότερα Α Θ. Στο αμέσως επόμενο διάστημα από την ίδρυση της Εταιρείας οι τρείς  άνδρες δεν έπραξαν κάτι το σημαντικό. Ο Σκουφάς και ο Ξάνθος είχαν άμεσες και πιεστικές βιοποριστικές ανάγκες, ενώ ο Αθανάσιος Τσακάλωφ δεν γνωρίζουμε να ασκεί κάποιο επάγγελμα και φαίνεται πολύ πιθανό ότι ο πατέρας του, όντας εύπορος γουνέμπορος στη Μόσχα, πρέπει να φροντίζει και για τη συντήρηση του γιου του, που εξακολουθεί στη γραμμή των μακροχρόνιων σπουδών να μην ασχολείται με τίποτα το συγκεκριμένο. Πάντως τον Οκτώβριο του 1814 ο Τσακάλωφ συνοδεύει τον Σκουφά στο ταξίδι της Μόσχας, που γι’ αυτόν αποτελεί, άλλωστε, επιστροφή κοντά στην οικογένεια του, ενώ ο Ξάνθος από την Οδησσό όπου βρισκόταν θα κινήσει για την Κωνσταντινούπολη τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, όπου βρίσκεται η οικογένεια του. Έτσι ο Σκουφάς και ο Τσακάλωφ θα βρεθούν μαζί στη Μόσχα, όπου στην ουσία δεν ασκούν καμιά επαγγελματική δραστηριότητα – αφού, όπως γνωρίζουμε, τότε ακριβώς και ο Σκουφάς ανέστειλε κάθε ενασχόληση του με το εμπόριο – αλλά αρχίζουν να εντείνουν τη δράση τους ως Φιλικοί.

Με άλλα λόγια εδώ τελειοποίησαν το τυπικό της κατήχησης των μελών, που είχαν οι τρείς τους πρωτοσχεδιάσει στην Οδησσό, και οριστικοποίησαν το όνομα της Εταιρεία. Εδώ εξάλλου έκαναν και την πρώτη κατήχηση, με τη μύηση στους σκοπούς της του σπουδαστή στο Παρίσι Γεωργίου Σέκερη, νεότερου αδελφού των μεγαλεμπόρων Παναγιώτη και Αθανασίου Σέκερη, εγκατεστημένων στην Κωνσταντινούπολη και στην Οδησσό αντίστοιχα.

Σφραγίδα της μυστικής Αρχής της Εταιρείας. Τα γράμματα αντιστοιχούν στα αρχικά των κύριων ονομάτων των Αρχηγών της Εταιρείας, στα οποία προτάσσεται του Καποδίστρια: Ι: Ιωάννης Καποδίστριας, Α: Άνθιμος Γαζής, Α: Αθανάσιος Τσακάλωφ, Π: Παναγιώτης Σέκερης, Ν: Νικόλαος Σκουφάς, Ε: Εμμανουήλ Ξάνθος, Π: Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, Α: Αντώνιος Κομιζόπουλος, Α: Αθανάσιος Σέκερης. Το γράμμα Ε αντιστοιχεί στη λέξη Ελλάς.

Εφεξής η δράση της Εταιρείας περιστρέφεται κυρίως γύρω από τις ενέργειες, τις πρωτοβουλίες και τη δράση του Νικ. Σκουφά και του Εμμ. Ξάνθου. Αντίθετα, το όνομα του Τσακάλωφ δεν παρουσιάζεται πολύ συχνά, αναδεικνύοντας μία φυσιογνωμία πολύ χαμηλών τόνων, σύνεσης και ίσως συγκρατημένα διστακτικότητας. Όπως και να έχουν τα πράγματα, το 1816 ο Σκουφάς από τη Μόσχα θα επιστρέψει στην Οδησσό και από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας θα παραμείνει στη ρωσική πρωτεύουσα μόνο ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, αλλά συντροφιά με ένα άλλο σημαντικό στέλεχος που είχε εν τω μεταξύ κατηχηθεί, τον μεγαλέμπορο Αντώνιο Κομιζόπουλο από τη Φιλιππούπολη, που είχε πάρει και τα αρχικά Α Ε.

Οι δυό τους έλαβαν μέρος στο επεισόδιο του Νικ. Γαλάτη, όταν ο τελευταίος έφθασε στη Μόσχα, κατευθυνόμενος προς την Πετρούπολη για τη συνάντηση με τον Ιω. Καποδίστρια. Εξάλλου, οι δύο Φιλικοί υποδέχθηκαν στη Μόσχα και τους γνωστούς μας οπλαρχηγούς Ι. Φαρμάκη, Ηλία Χρυσοσπάθη, Παναγιώτη Δημητρόπουλο καθώς και τον Αναγνώστη Παπαγεωργίου (Αναγνωσταρά), που εν τω μεταξύ κατηχημένοι από τον Σκουφά στην Οδησσό κατευθύνονταν και αυτοί προς την Πετρούπολη για να διεκδικήσουν τις αμοιβές τους για τις υπηρεσίες που είχαν προσφέρει στον ρωσικό στρατό και εν συνεχεία να αναδειχθούν σε δραστήρια στελέχη της Εταιρείας.

Τον Αθανάσιο Τσακάλωφ ακολούθως θα τον συναντήσουμε και πάλι στην Οδησσό στις αρχές Ιουλίου 1817, όπου τον κάλεσε ο Νικόλαος Σκουφάς για να συσκεφθούν για το μέλλον της Φιλικής Εταιρείας. Στη σύσκεψη αυτή φαίνεται ότι κρίθηκε το μέλλον της Εταιρείας, καθώς ο Σκουφάς διαπίστωσε ότι το έως τότε έργο ήταν πενιχρό, ότι έπρεπε η έδρα της Εταιρείας να μεταφερθεί σε τουρκικό έδαφος και να αρχίσουν συστηματικές κατηχήσεις και γενικά καλύτερη οργάνωση του αγώνα. Όπως αναφέρει ο Εμμ. Ξάνθος στα Απομνημονεύματά του ο Τσακάλωφ αντέδρασε στα σχέδια αυτά του Σκουφά και μάλιστα έφθασε στο σημείο να ζητήσει ακόμα και την αναστολή της δράσης τους ή καλύτερα να σταματήσουν τις μυήσεις και να διερευνήσουν πως είναι τα πράγματα στη Ρούμελη και στον Μοριά. Ωστόσο, παράλληλα, συμφωνούσε ότι έπρεπε βασικά στελέχη της Εταιρείας να μετακινηθούν προς την Κωνσταντινούπολη για τον καλύτερο συντονισμό της δράσης τους.

Στην εξέλιξη των πραγμάτων ο Τσακάλωφ θα εγκαταλείψει την Οδησσό και θα κατευθυνθεί προς την Κωνσταντινούπολη, όπου θα φθάσει τον Οκτώβριο ή τον Δεκέμβριο του 1817 και θα επανασυνδεθεί με τον Εμμ. Ξάνθο, ο οποίος, όπως γνωρίζουμε βρισκόταν ήδη εκεί από καιρό μαζί με την οικογένεια του. Παραδίδεται μάλιστα η πληροφορία, ότι φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Σκουφά. Μαζί με τον Τσακάλωφ θα ταξιδεύσουν ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος και ο Χριστόδουλος Λουριώτης, ενώ τον Απρίλιο του επομένου έτους (1818) θα φθάσει και ο Νικόλαος Σκουφάς, και έτσι όλος σχεδόν ο ηγετικός πυρήνας της Φιλικής Εταιρείας θα βρεθεί στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Ξάνθος, ο μόνος από τους τρείς ιδρυτές της Εταιρείας που άφησε γραπτά κατάλοιπα, μας παραδίδει ότι στον Τσακάλωφ, ως ειδήμονα της ρωσικής γλώσσας, έγινε αρχικά η πρόταση να μεταβεί στην Πετρούπολη και να προσπαθήσει αυτός να πείσει τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την ηγεσία της Εταιρείας αλλά ο, κατά τον Φιλήμονα, «εχέμυθος, σκεπτικός πάντοτε και πάσαν επίδειξιν αποφεύγων» Τσακάλωφ αρνήθηκε, με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν οι διαδοχικές άκαρπες προσπάθειες του Νικ. Γαλάτη και του Εμμ. Ξάνθου. Ο Τσακάλωφ, εξάλλου, πάντα κατά τη μαρτυρία του Ξάνθου, δεν δέχθηκε να μεταβεί ούτε στις Μηλιές για να συναντήσει τον Άνθιμο Γαζή και να λάβει το συστατικό γράμμα, με το οποίο ήταν απαραίτητο να εφοδιασθεί όποιος θα έπαιρνε το δρόμο για την Πετρούπολη με τη δικαιολογία ότι «…προλαβόντως ων εκεί παρετηρήθη από τους τα σκαλώματα εκείνων των μερών Αρβανίτες του Αλή πασά φυλάττοντας».

Πιθανώς στην αναφορά αυτή γίνεται υπόμνηση κάποιου παλαιού ταξιδιού του Τσακάλωφ στη Θεσσαλία.[6]

Παρά τα γραφόμενα του Ξάνθου για την άρνηση του Τσακάλωφ να κινήσει για το Πήλιο και τον Άνθιμο Γαζή είναι διαπιστωμένο ότι τελικά μετά την άφιξη του στην Κωνσταντινούπολη και τις συσκέψεις με τα άλλα μέλη της Φιλικής Εταιρείας που είναι ευνόητο ότι έλαβαν χώρα, ο Τσακάλωφ την άνοιξη του 1818 θα ταξιδέψει στο Πήλιο και συγκεκριμένα στις Μηλιές, όπου θα συναντήσει τον Άνθιμο Γαζή και θα ανταλλάξουν ιδέες για τη Φιλική Εταιρεία. Από εκεί ο Τσακάλωφ πήρε το δρόμο για τη Σμύρνη και μάλιστα από τα μέρη αυτά θα γράψει προς τον Εμμ. Ξανθό τέσσερες επιστολές.[7] Από τις  επιστολές αυτές αντλούμε αρκετά στοιχεία για τις κινήσεις του καθώς και το όνομα του Δημητρίου Μαργαρίτη, στο σπίτι του οποίου ο Τσακάλωφ διέμεινε στο διάστημα της παραμονής του στην πρωτεύουσα της Ιωνίας.

Λίγες μέρες πριν από τον θάνατο του Νικολάου Σκουφά (31 Ιουλίου 1818) ο Αθανάσιος Τσακάλωφ θα επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη και θα παραστεί στην οδυνηρή στιγμή του οριστικού αποχαιρετισμού του ενός από τους τρείς πρωταγωνιστές της Οδησσού του 1814. Εφεξής τον ηγετικό πυρήνα της Εταιρείας θα αποτελέσουν οι Εμμανουήλ Ξάνθος, Αθανάσιος Τσακάλωφ και Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, τους οποίους βέβαια θα συνδράμει με κάθε τρόπο ο Παναγιώτης Σέκερης.

Αθανάσιος Τσακάλωφ, Νικόλαος Σκουφάς, Εμμανουήλ Ξάνθος. Οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας. Οδησσός, 1814. Ως ημέρα της ιδρύσεως της Φ. Ε. Καθιερώθηκε η 14η Σεπτεμβρίου. Ξυλογραφία, έργο Βάσου Φαληρέα, 1970. Συλλογή χαρακτικών ΕΙΜ.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε ότι είναι πολύ ενδιαφέροντα τα στοιχεία τα οποία καταχωρίζονται σε κατάστιχο του Π. Σέκερη, στο οποίο καταγράφονται, ανάμεσα στα άλλα, και τα ποσά που ο φιλογενής έμπορος καταβάλλει σε διάφορους Φιλικούς, ανάμεσα τους βέβαια και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, για τον οποίο υπάρχουν αρκετές καταχωρίσεις για τα έτη 1818 και 1819, δηλαδή ακόμη και όταν αυτός βρίσκεται πλέον στην Πίζα.[8]

Όπως έχει παρατηρηθεί από την άνοιξη έως το φθινόπωρο (Σεπτέμβριος) του 1818 παρατηρείται μία υποπερίοδος αξιόλογης δράσης της Εταιρείας.[9] Σημειώσαμε ήδη τα ταξίδια του Τσακάλωφ στο Πήλιο και τη Σμύρνη, τη μύηση του Παναγιώτη Σέκερη στην Κωνσταντινούπολη και έχουμε αναφέρει την οργάνωση του συστήματος των «αποστόλων» και τις περιοδείες τους σε πολλά σημεία του ελλαδικού χώρου για την καλύτερη οργάνωση και τον συντονισμό της δράσης της Φιλικής Εταιρείας. Στη γραμμή αυτή επίσης θα αναληφθεί και η προσπάθεια να πεισθεί να αναλάβει την ηγεσία της Εταιρείας ο Ιωάννης Καποδίστριας, προσπάθεια που είχε ως κύριο εκφραστή της τον Εμμανουήλ Ξάνθο. Γνωρίζουμε όμως ότι πριν από την προσπάθεια αυτή είχε προηγηθεί εκείνη του Νικόλαου Γαλάτη το 1816.

Ωστόσο, η περίπτωση του Νικόλαου Γαλάτη, με τις ανεξήγητες, για τα περισσότερα μέλη της  Εταιρείας, πράξεις του έχει φθάσει σε οριακό σημείο, καθώς βρισκόταν ιδεολογικά και πρακτικά έξω από τον οργανωτικό σχεδιασμό των επικεφαλής της Εταιρείας. Ο Γαλάτης φανταζόταν την Εταιρεία, όπως παρατηρεί και πάλι ο Βασ. Παναγιωτόπουλος, ως μια πολιτιστική Εταιρεία, όπως η «Φιλόμουσος Εταιρεία» των Αθηνών ή τη Βιέννης,  η δράση της οποίας θα προετοίμαζε την πολιτική αλλαγή, που θα πραγματοποιούνταν όμως με τη βοήθεια των όπλων μιας μεγάλης ευρωπαϊκής δύναμης.[10]

Είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε και σε άλλο σημείο ότι αυτό το σχήμα ήταν πλέον έξω από την πολιτική και τα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας και κατά συνέπεια ήταν αναμενόμενο, μετά από την πρόσκληση του Γαλάτη το 1818 στην Κωνσταντινούπολη και την κατανόηση των αντιλήψεων του, αυτός να θεωρηθεί πολύ επικίνδυνος για την Εταιρεία σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που να αποφασισθεί ο θάνατός του.

Στην υλοποίηση του σχεδίου της φυσικής εξόντωσης του Νικ. Γαλάτη ο Αθανάσιος Τσακάλωφ φαίνεται ότι έπαιξε καθοριστικό ρόλο, όπως  καταδεικνύει η εξέλιξη των πραγμάτων. Συγκεκριμένα, με το πρόσχημα των αποστολών σε διάφορα μέρη του ελληνικού χώρου που ανέλαβαν διάφορα στελέχη της Εταιρείας, ο Γαλάτης θα πεισθεί να ακολουθήσει τον Τσακάλωφ στο συνωμοτικό ταξίδι προς τα μέρη της Πελοποννήσου και ειδικότερα στο ταξίδι προς τη Μάνη.

Πράγματι, το συγκεκριμένο ταξίδι θα αρχίσει στις αρχές του Δεκεμβρίου 1818 – διαθέτουμε δύο επιστολές του Παναγ. Σέκερη, της 5ns και 7ns Δεκεμβρίου 1818 αντίστοιχα,[11] από τις οποίες εμφαίνεται ότι ο Τσακάλωφ έχει κιόλας αναχωρήσει από την Πόλη – και για τον Γαλάτη θα έχει την οριστική κατάληξή του στις αρχές Φεβρουαρίου 1819 στην Ερμιονίδα, όπου θα δολοφονηθεί από τον επίσης συμμέτοχο στο ταξίδι αυτό Παναγιώτη Δημητρόπουλο.

Λεπτομερές για τη δολοφονία του Γαλάτη παραδίδονται αρκετές, με τις οποίες επιχειρείται να γίνει ακριβής παράσταση του γεγονότος: πως χτυπήθηκε ο Γαλάτης, πως προσπάθησε να αντιδράσει, τι έκανε τη δεδομένη στιγμή ο Τσακάλωφ, πράγματα, άλλωστε, τα οποία είναι αναμενόμενα, όταν μάλιστα προσδιορίζουν ένα είδος εκκαθάρισης λογαριασμών στο εσωτερικό μιας συνωμοτικής οργάνωσης όπως η Φιλική Εταιρεία.

Πέρα όμως από όλα αυτά που συνέβησαν όπως συνέβησαν, το γεγονός είναι – και η δολοφονία του Γαλάτη το αποδεικνύει περίτρανα – ότι η Εταιρεία, όπως παρατηρεί και ο Βασ. Παναγιωτόπουλος, «κράτησε τον αρχικό αυστηρό της χαρακτήρα των μεγάλων πατριωτικών ιδανικών, που συνεχώς καλλιεργούσαν το πνεύμα της θυσίας και που στάθηκε απαραίτητο συστατικό της παράτολμα επαναστατικής εκτίναξης… ελευθεριότητες τύπου Γαλάτη δεν είχαν θέση στο σκληρό παιχνίδι της επαναστατικής συνωμοσίας».[12]

Από τα γράμματα του Παναγ. Σέκερη, που μόλις αναφέρθηκαν, φαίνεται η ιδιαίτερη εκτίμηση που τρέφει αυτός για τον Τσακάλωφ, καθώς και η σημασία που έχει για την επιτυχία των σκοπών της Φιλικής Εταιρείας («να δώσετε ακρόασιν εις τους λογισμους του… να τον φυλάξετε ως κόρην οφθαλμού»), ενώ η ανησυχία του Σέκερη για την τύχη του Τσακάλωφ κορυφώνεται σε δύο άλλες επιστολές του της ίδιας μέρας (10η Φεβρουαρίου 1819) προς τον Γκίκα Γκιώνη και τον Παναγιώτη Μπελλόπουλο αντίστοιχα, επειδή, όπως γράφει στην πρώτη, «Εκ φήμης εμάθαμεν ότι εδολοφονήθη ο Αθανάσιος Τσακάλωφ εις την αντίκρυ σας στερεάν. Μεγάλην λύπην επροξένησεν εις όλους τους ενταύθα ευρισκομένους… Άμποτες να μην είναι αληθινόν και να μας χαροποιήσετεν με πρώτον ότι είναι έξω κινδύνου».[13]

Πράγματι, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ δεν δολοφονήθηκε, αλλά αφού έλαβε μέρος στη δολοφονία του Γαλάτη συνεχίζει το ταξίδι της συνωμοτικής δράσης. Έχουμε κάποιες πληροφορίες ότι μετά το επεισόδιο Γαλάτη, βρέθηκε στις Σπέτσες, στην Ύδρα και αργότερα στη Μάνη, αλλά και στην Καλαμάτα, πριν πάρει τον δρόμο για την Ιταλία, και συγκεκριμένα την Πίζα, όπου θα βρεθεί την άνοιξη του 1819. Μάλιστα, όπως μας πληροφορεί άλλη επιστολή του Σέκερη της 14ης Μαρτίου 1819, ο ίδιος ο Τσακάλωφ έγραψε στον φίλο του, από τη Βενετία, δύο επιστολές στις 6 και 9 Φεβρουαρίου 1819 αντίστοιχα, οι οποίες για τον Σέκερη σηματοδοτούν παράλληλα και τη διάψευση της φημολογίας για τη δήθεν δολοφονία του Τσακάλωφ στην Πελοπόννησο.[14]

Η μετακίνηση αυτή του Τσακάλωφ σημειώνεται και σε επιστολή του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου (υπό το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωάννου), ο οποίος γράφοντας προς τον Εμμ. Ξάνθο από το Ιάσιο στις 7 Μαΐου 1819 σημειώνει: «… με λέγει [ο Παναγιώτης Σέκερης] ότι ο αβ [= Αθ. Τσακάλωφ] απέρασεν εις Τριέστιον και εκείθεν τον ετράβιξαν έως  τρεις [χιλιάδες] γρόσια ας και επλήρωσεν». Εξάλλου και ο ίδιος ο Εμμ. Ξάνθος στα Απομνημονεύματά του θεωρεί την απομάκρυνση του Τσακάλωφ επιβεβλημένη, λόγω ακριβώς της δολοφονίας του Νικ. Γαλάτη, και προς αυτή την κατεύθυνση πίεσε και ο ηγεμόνας της Μάvnς Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης «προς αποφυγήν ενδεχομένων κίνδυνων, ως εκ της   ανακαλύψεως ότι οι φονείς κατέφυγον εκεί και της μελετώμενης επαναστάσεως…».[15]

Μέσω Τεργέστης, λοιπόν, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ θα φθάσει στην Τοσκάνη και συγκεκριμένα στην Πίζα, όπου θα έλθει σε επαφή και θα μυήσει στην Εταιρεία σημαντικές προσωπικότητες, όπως τον Ιγνάτιο, μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Κωστάκη Καρατζά, γιο του ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Ιωάννη Καρατζά.

Κάρτα μέλους της Φιλικής Εταιρείας.

Στο σημείο αυτό, ο Νικόλαος Υψηλάντης αναφέρει στα Απομνημονεύματά του που ακολουθεί και ο Ιω. Φιλήμονας στο Δοκίμιό του για τη Φιλική Εταιρεία, ότι ο Τσακάλωφ διέλυσε μια άλλη Εταιρεία που είχε ιδρύσει ο γνωστός Φιλικός και μετέπειτα αγωνιστής Ηλίας Χρυσοσπάθης.[16] Η πληροφορία αυτή, παρά τις λεπτομερές που παραθέτει ο Υψηλάντης, δεν διασταυρώνεται από καμιά άλλη πηγή, ενώ και η εν γένει δράση του Χρυσοσπάθη δεν φαίνεται να την αιτιολογεί.

Ο Αθανάσιος Τσακάλωφ παρέμεινε στην Ιταλία σχεδόν επί δύο χρόνια, αλλά δεν έχουμε πληροφορία ότι έπραξε κάτι το σημαντικό. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι έκανε κάποιες περιοδείες στις ιταλικές πόλεις, όπως π.χ. στο κοντινό στην Πίζα Λιβόρνο, όπου τον βρίσκουμε στις 19 Ιουλίου 1819 να δανείζεται 100 ισπανικά τάλληρα, υπογράφοντα τη σχετική απόδειξη σε βάρος τού πάντα πρόθυμου να ενισχύσει το έργο της Φιλικής Εταιρείας Παναγιώτη Σέκερη, υπογράφοντας μάλιστα με το πρώτο όνομα του Αθανάσιος Φόρου.[17]

Στις 13 Αυγούστου του ίδιου έτους ο Τσακάλωφ θα λάβει επιστολή του Παναγ. Σέκερη, με την οποία αυτός τον ενημέρωσε για τις κινήσεις των άλλων συντρόφων (Εμμ. Ξάνθου, Παναγ. Αναγνωστόπουλου: ο πρώτος ετοιμαζόταν για το ταξίδι της Πετρούπολης και τη συνάντηση με τον Καποδίστρια, ο άλλος δρούσε στη Μολδοβλαχία), βεβαιώνοντας, με τον τρόπο αυτό, ότι τα ανώτατα στελέχη της Εταιρείας διασκορπισμένα σε διάφορα σημεία ενεργούσαν υπέρ των σκοπών της Εταιρείας ανεξάρτητα, αλλά με βάση ένα κεντρικό σχεδιασμό. Στο ίδιο γράμμα είναι ενδεικτική της συνεισφοράς του Παναγ. Σέκερη η παρότρυνση του στον Αθανάσιο Τσακάλωφ: «Κάμε του λόγου σου κουράγιο και οικονομία, διατί μέχρι της ώρας ταύτης άλλον ένα Σέκερην δεν απήντησα. Θυμήσου πόσα εβγήκαν από εμένα και κρίνε αν είμαι εις κατάστασιν να ανθέξω». Φυσικά και η οικονομική κατάσταση του Τσακάλωφ δεν είναι καθόλου καλή, γι’ αυτό και πάλι ο καλός Σέκερης είναι έτοιμος, όπως του γράφει, να του στείλει 1000 γρόσια: «Ο Μαρτάκης [=Τσακάλωφ] καταταλανίζεται διά την υστέρησιν των αναγκαίων, του οποίου σου είπα πως του έγραψα να μου τραβήξη ή να του εμβάσω γρόσια χίλια».[18]

Οι επόμενες, αποσπασματικές οπωσδήποτε, πληροφορίες που έχουμε για τον Τσακάλωφ είναι ένα γράμμα του πατέρα του της 12ns Σεπτεμβρίου 1819, ο οποίος γράφει προς τον Ξάνθο, καθώς αυτός ετοιμάζεται να κινήσει προς τη Μόσχα κατευθυνόμενος προς την Πετρούπολη, ενώ από μία άλλη επιστολή του Αντώνιου Κομιζόπουλου της 7ns Οκτωβρίου 1819, πάλι προς τον Ξάνθο, κερδίζουμε ένα από τα ψευδώνυμα του Τσακάλωφ (Αναστάσιος Βασιλείου) αλλά και την πληροφορία ότι δεν έχει ειδήσεις του από την Ιταλία. Μία ακόμη σημαντική επιστολή του Παναγιώτη Σέκερη αποστέλλεται προς τον Αθανάσιο Τσακάλωφ στις 12 Δεκεμβρίου 1819 με προορισμό το Λιβόρνο.[19] Στην τελευταία επιστολή του ο Σέκερης αναφέρει ότι ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος, χωρίς να «ήτο δίκαιον» βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, ενώ αναφέρεται και σε μια ολόκληρη σειρά πληροφοριών σχετικά με τις κινήσεις διαφόρων προσώπων της Φιλικής Εταιρείας, πληροφορούμαστε έτσι ότι ο Αθαν. Τσακάλωφ υπήρξε ο ενδιάμεσος ώστε να γνωρίσει ο Παναγ. Σέκερης τον Αλ. Μαυροκορδάτο, προς τον οποίο απευθύνει και δύο επιστολές του.

 

Ο Αντώνιος Κομιζόπουλος

είναι εκείνος που

βρίσκεται πιο κοντά

στον Τσακάλωφ, αφού σε

κάθε επιστολή του

θα αναφερθεί

σε εκείνον ανησυχώντας

για τη σιωπή του

είτε ενδιαφερόμενος

για τις πράξει και

τις σκέψεις του

ως στελέχους

της Ανωτάτης Αρχής

 

Πολύ γρήγορα (Απρίλιος 1820) εξάλλου θα φθάσει στην Πίζα από τις Ηγεμονίες και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος και κατά συνέπεια δύο από τα ηγετικά στελέχη της Εταιρείας θα βρεθούν μαζί για ένα διάστημα. Για τη δράση τους στον κύκλο των σημαντικών Ελλήνων της Πίζας δεν είναι γνωστά πολλά πράγματα, ενώ ο Φιλήμων τους φέρει να είναι αντίθετοι στην ανάληψη της αρχηγίας της Εταιρείας από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.[20] Όπως και έχουν τα πράγματα  όμως, είναι γεγονός ότι παραμένοντας στην Ιταλία βρίσκονται κάπως μακριά από το κέντρο των εξελίξεων που αυτή την εποχή σημειώνονται στη Ρωσία, αρχικά με την πρόταση στον Καποδίστρια και την άρνηση του να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας, και την αποδοχή εν συνεχεία από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη της αρχηγίας.

Ωστόσο, παρατηρώντας λίγο πιο προσεκτικά τα γραπτά του Εμμ. Ξάνθου αποκομίζουμε τη βεβαιότητα ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υπάρχει μια συνεχής επικοινωνία μεταξύ των ανωτάτων στελεχών της Εταιρείας. Προς αυτή την κατεύθυνση είναι αποκαλυπτικές δύο επιστολές των πρωταγωνιστών: η μία είναι του Παναγιώτη Σέκερη από την Κωνσταντινούπολη προς τον Εμμ. Ξάνθο, από την οποία κερδίζουμε και ένα ακόμη ψευδώνυμο του Τσακάλωφ (Μαρτάκης) αλλά και τη σπουδαία πληροφορία ότι ο Ξάνθος αλληλογραφεί με τον Τσακάλωφ μέσω του Σέκερη.[21]

Αλέξανδρος Υψηλάντης, Εθνικό Ημερολόγιο Βρεττού, Παρίσι (1862).

Την άλλη επιστολή υπογράφει ο Αντώνιος Κομιζόπουλος στις 12 Μαρτίου 1820 από τη Μόσχα και την απευθύνει και (Απρίλιος 1820) πάλι προς τον Ξάνθο που δίνει μάχη στην Πετρούπολη, αναζητώντας επίμονα τον επόμενο αρχηγό της Εταιρείας. Αλλά ο ίδιος ο Κομιζόπουλος αποστέλλει από τη Μόσχα και άλλη επιστολή μετά από τρεις μήνες ( 15 Μαρτίου 1820) και πάλι προς τον Ξάνθο,[22]  από την οποία πληροφορούμαστε ένα ακόμα ψευδώνυμο του Τσακάλωφ (Αγγελής Βοστηνλής) αλλά και πιο σημαντικά πράγματα: δηλαδή ότι ο Τσακάλωφ δεν έβλεπε με καλό μάτι την ανάληψη της αρχηγίας της Εταιρείας από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη: «…από την απόκρισιν οπού μας λέγεται ότι τους έκαμεν ο Ευεργετικός [Ιω. Καποδίστριας], συμπερένωμεν την κρυότητά του, όμως όλον δεν απελπιζώμεθα εις το να συνενεύση, μ’ όλον τούτο σας λέγωμεν, αν εις  όλην την αυτού διατριβήν ας ιδήται ότι αδύνατον να στέρξη να συνεργίση και μήτε ελπίς μένει, τότε αδελφέ άφευκτα πρέπει να έρθεις εδώ, διά να ομηλήσωμεν και σκευθώμεν τι πρέπει να ακολουθήσωμεν, ότι η αποφασίς μας είναι στερεά να μην παρατιθώμεν από τα δίκαιά μας». Γενικά μπορούμε να επισημάνουμε ότι ο Αντώνιος Κομιζόπουλος είναι εκείνος που βρίσκεται πιο κοντά στον Τσακάλωφ, αφού σε κάθε επιστολή του θα αναφερθεί σε εκείνον είτε ως παραλήπτη κάποιας επιστολής του είτε ανησυχώντας για τη σιωπή του είτε ενδιαφερόμενος για τις πράξεις  και τις σκέψεις του ως στελέχους της Ανωτάτης Αρχής.[23]  Άλλωστε αυτό το ομολογεί και  ο ίδιος σε επιστολή του της 1ης Απριλίου 1820 προς τον Ξάνθο που βρίσκεται στην Πετρούπολη: «αδελφέ… τη αλήθεια σε λέγω, ότι ο Μαρτάκης [Αθ. Τσακάλωφ] και συ είσαι ο πλέον πλησίον μου…».[24]

Όπως έχουμε αναφέρει κιόλας, δεν γνωρίζουμε πολλές λεπτομέρειες για τη δράση του Αθανάσιου Τσακάλωφ στην Ιταλία και συγκεκριμένα στην Πίζα. Ωστόσο, με την έκδοση του Αρχείου Ξάνθου από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια, κάποια νέα στοιχεία ήλθαν στην επιφάνεια. Έτσι από επιστολή και πάλι του Αντ. Κομιζόπουλου της 15ns Απριλίου 1820 από τη Μόσχα προς τον Εμμ. Ξάνθο, έχουμε την ευκαιρία να πληροφορηθούμε τα παρακάτω στοιχεία για τη δράση του Τσακάλωφ: «Η στενή φιλία την οποία έχετε με τους αυτού ελθόντες άρχοντες με ευφραίνει, και μάλλον, ότι αυτοί είναι μέλη της εταιρείας, φαίνεται ο Μαρτάκns έκαμε πολλάς καλάς σπεκουλάτζαις, πλην άπορον πώς δεν γράφει το περί των έργων του…».[25]

Τον Μάιο του 1820, όπως γνωρίζουμε και πάλι από γράμματα προς τον Ξανθό (από αυτά κερδίζουμε επιπλέον και άλλα δυο ψευδώνυμα του Τσακάλωφ, «Βασιλίδης» και «Α. P.»), ο Τσακάλωφ βρίσκεται ακόμα στην Ιταλία και έχει έλθει σε επαφή με τον Γεώργιο Σταύρου (Βιέννη) και τον Μοσπινιώτη του Λιβόρνου αλλά γενικά δεν έχει αποκαταστήσει στενή επαφή με τους συντρόφους της Ανατολής.[26] Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι σε τρεις επιστολές που στέλνει ο Αντώνιος Κομιζόπουλος τον Μάιο και τον Ιούνιο, όταν φθάσει στο σημείο να κάνει λόγο για τον Μαρτάκη [= Αθ. Τσακάλωφ] σημειώνει πανομοιότυπα: «από τον Μαρτάκην ούτε φωνή ούτε ακρόασις».

Ωστόσο, μόλις τα γεγονότα οδηγούν προς περισσότερο αποφασιστικές ενέργειες και στην ουσία μετά την ανάληψη της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο Αθαν. Τσακάλωφ και ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος θα ειδοποιηθούν να μετακινηθούν προς τις Ηγεμονίες. Είναι η εποχή (αρχές Οκτωβρίου 1820) που έλαβαν χώρα οι αποφασιστικές συσκέψεις στο Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας, που θα οδηγήσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και παρά την αρχική σύγχυση που επικράτησε, στην έναρξη της Επανάστασης. Μετά από τις συσκέψεις αυτές ο Ξάνθος θα ειδοποιήσει τον Αναγνωστόπουλο και τον Τσακάλωφ να κινηθούν προς το Κισνόβι. Ωστόσο, από τους δύο πρωταγωνιστές ο πρώτος θα καταφέρει να φθάσει μόνο στο Βουκουρέστι στα τέλη του Δεκεμβρίου 1820, ενώ ο Τσακάλωφ δεν θα μπορέσει να φθάσει ούτε στην πρωτεύουσα της Βλαχίας, επειδή, σύμφωνα με κάποιες πηγές, αρρώστησε άσχημα και αναγκάστηκε να παραμείνει για πολλές μέρες στη Βιέννη.[27]

Οι πηγές που αναφέραμε λίγο πριν δεν είναι παρά μία εκτενής επιστολή της 15 Ιανουαρίου 1821 που γράφει ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος από το Βουκουρέστι προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρισκόταν τότε στο Κισνόβι. Στην επιστολή αυτή ο Αναγνωστόπουλος, αναφερόμενος και στον Τσακάλωφ, παραθέτει τα σχετικά με την κοινή διαμονή τους στην Ιταλία και για την έλλειψη πληροφόρησης που είχαν σχετικά με τις εξελίξεις των πραγμάτων της Εταιρείας («Το διατί να ευρισκώμεθα εις τοσούτον σκότος, των από το μέρος σας πραγμάτων, τούτο απαιτεί προσωπικήν εντάμωσιν… και… τέλος πάντων μένοντες διά πολύν καιρόν αμφίβολοι, εκρίναμεν αναγκαιότερον να ακολουθήσωμεν, παρά να μείνωμεν εκεί»).

Η πληροφορία αυτή έρχεται να διασταυρωθεί με το «από τον Μαρτάκην ούτε φωνή ούτε ακρόασις» του Αντώνιου Κομιζόπουλου, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι δύο σύντροφοι της Ιταλίας είχαν μείνει λίγο στο περιθώριο των εξελίξεων, ενώ ακόμη και την απόφαση της επιστροφής του στο επίκεντρο των κρίσιμων γεγονότων ο Αναγνωστόπουλος την παρουσιάζει ως αποτέλεσμα της δικής τους πρωτοβουλίας και όχι σαν εντολή του Ξάνθου να κινηθούν προς τις Ηγεμονίες.

Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας (1765–1828). Λιθογραφία, Lassinus Carolus, Σεβαστιανός Κιάμπη, Il Sogno di Scipione, Πίζα 1816

Μία άλλη εκδοχή για το ίδιο γεγονός έχουμε από μεταγενέστερη επιστολή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ο οποίος γράφοντας από το Μεσολόγγι τον Οκτώβριο του 1821 προς τον ευρισκόμενο πλέον στην Πελοπόννησο για τις ανάγκες του αγώνα Δημήτριο Υψηλάντη αναφέρει ότι ο ίδιος και ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας πήραν την απόφαση και έστειλαν με έξοδα τους τον Αναγνωστόπουλο και τον Τσακάλωφ από την Πίζα στο Κισνόβι για να προλάβουν το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη.[28] Σύμφωνα με τον Μαυροκορδάτο οι δύο Φιλικοί είχαν την εντολή να συναντήσουν τον Καποδίστρια που βρισκόταν τότε στην Αυστρία για τις ανάγκες της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής – περαιτέρω ο Μαυροκορδάτος αναφέρει ότι ο Τσακάλωφ κατάφερε να συναντήσει τον Καποδίστρια, ο οποίος του κοινοποίησε ότι δεν γνώριζε τίποτα για τις κινήσεις του Αλ. Υψηλάντη και ότι είχε τη βεβαιότητα ότι ο τελευταίος δεν θα ξεκινούσε καμιά στρατιωτική κίνηση. Στη γραμμή της ιδίας πληροφόρησης από τα γραπτά του Μαυροκορδάτου, ο Τσακάλωφ φέρεται να μεταβίβασε τις πληροφορίες αυτές στον ίδιο και βέβαια στον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, που ενίσχυσαν τη γνώμη τους για την ασύνετη πολιτική της οικογένειας Υψηλάντη.

Από την τελευταία επιστολή του Αναγνωστόπουλου προς τον Ξάνθο, που αναφέραμε, στην οποία μας πληροφορεί για την αρρώστια του Τσακάλωφ, μαθαίνουμε επιπλέον ότι ο Αναγνωστόπουλος δεν θέλησε να τον εγκαταλείψει σε αυτή την κατάσταση μόνο του στο Βουκουρέστι, γι’ αυτό καθυστέρησαν και οι δύο να φθάσουν, ενώ παράλληλα αναφέρει ότι εν τω μεταξύ έλαβε νεότερε8 ειδήσεις από τον Τσακάλωφ, ότι είχε γίνει καλά και ότι θα κινούσε προς συνάντηση τους.

Μιλήσαμε λίγο πιο πάνω για σύγχυση και βρίσκουμε την ευκαιρία να αναφερθούμε και πάλι σ’ αυτήν παρακολουθώντας από όσο γίνεται πιο κοντά τις κινήσεις του Αθανασίου Τσακάλωφ. Πράγματι, γνωρίζουμε ότι, μολονότι στις συσκέψεις του Ισμαηλίου είχε αποφασισθεί να ξεκινήσει ο αγώνας από την Πελοπόννησο, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης θα αλλάξει γνώμη και κατεύθυνση και θα συγκρουστεί με τις τουρκικές δυνάμεις στο Δραγατσάνι. Τους διαφορετικούς προσανατολισμούς δείχνει και μία επιστολή του Παπαφλέσσα προς τον Εμμ. Ξάνθο της 12ns Νοεμβρίου 1820, όταν ο Γρηγόριος Δικαίος αναφέρει ότι έχει ειδοποιήσει και περιμένει στην Πελοπόννησο, προφανώς για τις ανάγκες του επικείμενου επαναστατικού αγώνα, ανάμεσα στους φίλους και τον Τσακάλωφ: «…ευρίσκομαι εις ανησυχίαν, σήμερον γράφω προς τους φίλους Ιωανήδην και Μαρτάκην, να έλθουν και αυτοί εις τα 2» [Ιωάννιδης είναι ένα από τα συνωμοτικά ψευδώνυμα του Παναγ. Αναγνωστόπουλου, για τον Μαρτάκη μιλήσαμε, ενώ με τον αριθμό 2 στη γλώσσα των Φιλικών δηλώνεται η Πελοπόννησος].

Στον απόηχο των πληροφοριών που προέρχονται από την παραπάνω επιστολή του Μαυροκορδάτου φαίνεται ότι αρχικά επικράτησε μια ψυχρότητα στις σχέσεις Αθαν. Τσακάλωφ και Αλέξ. Υψηλάντη, όταν ο ηπειρώτης Φιλικός θα βρεθεί κοντά στα γεγονότα των Ηγεμονιών. Ο Αλέξανδρος έχει σαφείς ενδείξεις ότι ο Τσακάλωφ βρίσκεται μέσα στο πλαίσιο της αντιυψηλαντικής κίνησης που εκδηλώνεται από τα ελληνικά στοιχεία της Πίζας, προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά και με σαφή διάθεση να επικρατήσει πλέον ομόνοια μεταξύ του Τζούνη και των δύο Φιλικών και όχι μεταξύ Υψηλάντη και Πίζας, μας οδηγεί και μια άλλη επιστολή των ίδιων πάνω-κάτω κρίσιμων ημερών.

Συγκεκριμένα διαθέτουμε την επιστολή που έγραψε από το Κισνόβι στις 21 Ιανουαρίου 1821 ο Νικόλαος Υψηλάντη προς τον Εμμ. Ξάνθο, όπου γίνεται η εξής αναφορά: «Ο Τζακάλοφ και ο Αναγνωστόπουλος έφθασαν προ ημερών εις Βουκουρέστιον και επληροφορήθημεν ότι έρχονται προς αντάμωσίν μας· πλην ο αυτάδελφός μου [Αλέξανδpos Υψηλάντης] ων εις άκρον ευχαριστημέvos από τον Τζούνην και προς ησυχίαν αυτού, διά παλαιάς εχθροπαθείας, σας παρακαλεί να γράψητε προς αυτούς τους δύω, ότι εις το εξής τα παρελθόντα πρέπει να λησμονηθώσι, και να μη αποδεικνύωσι το παραμικρόν πάθος».[29]

Εφεξής οι πηγές για τη δράση του Αθανασίου Τσακάλωφ τουλάχιστον κατά το μέρος που αφορά στα δραματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στις Ηγεμονίες με την κορύφωση της καταστροφής του υψηλαντικού στρατεύματος στο Δραγατσάνι, είναι ελάχιστες. Με βάση αυτές  δηλαδή τον Γούδα και τον Φιλήμονα, γνωρίζουμε ότι ο Τσακάλωφ έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση του Αλέξανδρου Υψηλάντη και τοποθετήθηκε ως υπασπιστής του Ιερού Λόχου. Με την ιδιότητα αυτή φέρεται να έλαβε μέρος στη μάχη του Δραγατσανίου (αρχές Ιουνίου 1821), όπου κινδύνευσε να σκοτωθεί.

Μετά τη διάλυση του επαναστατικού κινήματος των Ηγεμονιών ο Τσακάλωφ, όπως και αρκετοί άλλοι, θα πάρει τον δρόμο που οδηγεί προς το κυρίως θέατρο των επιχειρήσεων, την Πελοπόννησο. Από επιστολή του Εμμανουήλ Ξάνθου γραμμένη από την Ανκόνα στις 10 Οκτωβρίου, έχουμε την πληροφορία ότι ο Τσακάλωφ αναχώρησε από τη Βλαχία και ευρίσκεται στην Πίζα, αλλά περαιτέρω ο Ξάνθος  αγνοεί τις μελλοντικές προθέσεις του ηπειρώτη Φιλικού. Μια άλλη επιστολή, και πάλι του Εμμ. Ξάνθου, γραμμένη από την Πίζα ένα

μήνα αργότερα (25 Νοεμβρίου 1821), όπου και ο ίδιος ο πάτμιος Φιλικός φθάνει κατευθυνόμεvoς προς την Πελοπόννησο, μας δίνει και πάλι κάποιες πληροφορίες για τον Τσακάλωφ που αξίζει να τις αναδημοσιεύσουμε αυτολεξεί, καθώς μας φανερώνουν ανάγλυφα, και αυτή την κρίσιμη στιγμή, τις διάφορες τάσεις που συνέχουν τα μέλη της Φιλικής  Εταιρείας. Γράφει λοιπόν ο Ξάνθος:

 

«αδελφέ, στοχάσου ότι όλοι οι νομιζόμενοι αδελφοί και φίλοι μας αποστάτησαν, και υπάγουν εναντίον των Υψηλάντιδών σου, και όσων είναι εις αυτούς φίλοι, και πρώτος είναι ο Τζακάλωφ, όστις ενώθη με τον Καρατζάν, και λέγει τα άπηρα κατά του Καλού [=Αλέξανδρος Υψηλάντης] εν ω έλαβεν εις Βλαχίαν παρ’ εκείνου, απείρους αποδείξεις φιλίας και οικιότητος. Αυτός ο άνθρωπος εστάθη πάντοτε χωρίς χαρακτήρα και ηθικήν».[30]

Εάν οι πληροφορίες του Ξάνθου βρίσκονται κοντά στην πραγματικότητα γίνεται φανερό ότι και μετά την αποτυχία των Ηγεμονιών και την καταστροφή του υψηλαντικού στρατού, ο Τσακάλωφ βρίσκεται πάντοτε μέσα στο κλίμα της Πίζας, το οποίο είχε σαφώς αντιυψηλαντικά χαρακτηριστικά. Όμως οι διαθέσεις υποτάσσονται στις κρίσιμες ανάγκες της επαναστατικής δράσης και έτσι στις αρχές του 1822, απ’ όσο γνωρίζουμε, ο Τσακάλωφ, όπως άλλωστε και ο Ξάνθος, θα φθάσει στην επαναστατημένη Πελοπόννησο και θα τεθεί στη διάθεση ενός άλλου Υψηλάντη, του Δημητρίου.

Από τα Απομνημονεύματα του Ξάνθου έρχεται η επόμενη πληροφορία για τον Τσακάλωφ, καθώς οι δυο πρωτεργάτες της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας μετά από τις τόσες περιπέτειες που έζησαν προετοιμάζοντας το έργο των όπλων, θα διοριστούν από το Υπουργείο Εσωτερικών (υπουργός τότε ο Γρηγόριος Δικαίος – Παπαφλέσσας) στις 26 Ιουνίου 1823 μαζί και με τον Γιαννάκη Κολοκοτρώνη ως μέλη μιας επιτροπής που εντέλλεται να κρίνει «τα αναίσχυντα κινήματα τινών αναιδών και κακοηθών καπεταναίων».

Η ίδια εντολή θα δοθεί στα τρία μέλη της Επιτροπής και από το Υπουργείο του Πολέμου την επομένη, 27 Ιουνίου 1823. Έτσι οι δύο συνεργάτες θα βρεθούν και πάλι να εργάζονται για έναν κοινό σκοπό, έστω και μικρότερης εμβέλειας καθώς υποδηλώνει τις εμφύλιες διαμάχες εκείνης της περιόδου.

Εφεξής οι πληροφορίες μας για τον Αθανάσιο Τσακάλωφ είναι σχεδόν μηδαμινές – ειδικότερα για το διάστημα 1824-1828 -, γεγονός το οποίο ασφαλώς δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι ο Ηπειρώτης Φιλικός δεν ανέλαβε ηγετικές θέσεις στη νέα πολιτική κατάσταση που διαμορφώθηκε στον ελληνικό χώρο, όπως εξάλλου και ο άλλος σύντροφός  του, Εμμ. Ξάνθος, ο οποίος, θα πάρει και πάλι τον δρόμο επιστροφής στην οικεία σ’ αυτόν περιοχή των Ηγεμονιών. Πάντως, με την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια ο Τσακάλωφ ενεργοποιείται και διορίζεται από τη νέα πολιτική κατάσταση στις 8 Μαΐου 1828 Γραμματέας του γενικού Φροντιστηρίου (Υπουργείο των Στρατιωτικών) που έχει έδρα την Αίγινα, και μηνιαίο μισθό 300 γρόσια, θέση στην οποία θα τον συναντήσουμε και το επόμενο έτος. Η πληροφορία αυτή διασταυρώνεται και από τις αναμνήσεις του Κουτσαλέξη, ο οποίος αναφέρει ότι ο συμπατριώτης του Τσακάλωφ τον πίεζε να καταταγεί στη Σχολή Ευελπίδων, της οποίας τη σύσταση ετοίμαζε, ενώ εργαζόταν στο Γενικό Φροντιστήριο.[31] Γνωρίζουμε εξάλλου ότι ο Τσακάλωφ θα οριστεί πληρεξούσιος της Ηπείρου στη Δ’ Εθνική Συνέλευση στο Άργος (11 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1829) μαζί με τον Χριστόδουλο Κλωνάρη, τον Ιωάννη Γενοβέλη και τον Κυριάκο Τασίκα, η οποία ψήφισε το Προσωρινό πολίτευμα της Ελλάδας. Με την ίδια ιδιότητα θα εκπροσωπήσει και πάλι την πατρίδα του, την Ήπειρο, και στην επόμενη Εθνική Συνέλευση (5 Δεκεμβρίου 1831-16 Μαρτίου 1832).

Μια άλλη πληροφορία που μας παραδίδει ο Αραβαντινός θέλει τον Τσακάλωφ την ίδια εποχή να καλεί στην Αθήνα τον εξ αδελφής ανεψιό του Γεώργιο Θεοχάρη για να σπουδάσει στη Σχολή Ευελπίδων, ενώ ο Γούδας θέλει τον Αθανάσιο Τσακάλωφ να επισκέπτεται γύρω στα 1829 την πατρίδα του Γιάννινα, όπου με πόνο ψυχής διαπίστωσε ότι η παλιά ανθούσα πόλη βρισκόταν σε κακή κατάσταση.

Πληροφορίες αδιασταύρωτες αλλά ενδεικτικές, νομίζω, της συμμετοχής του Τσακάλωφ στα πολιτικά πράγματα της εποχής, της εποχής όμως του Καποδίστρια, γεγονός που έχει τη σημασία του· και τούτο επειδή φαίνεται ότι με τη δολοφονία του Καποδίστρια τελειώνει και η ενεργός συμμετοχή του ηπειρώτη πρωτοφιλικού στα ελληνικά πράγματα, επειδή γύρω στον Μάιο του 1832 θα εγκαταλείψει και αυτός την Ελλάδα και θα πάρει το δρόμο για έναν άλλο χώρο, οικείο βέβαια σ’ αυτόν, όπως είναι η Ρωσία. Τότε, λοιπόν, και ενώ βρίσκεται και πάλι στην Οδησσό των πρώτων επαναστατικών σκιρτημάτων, θα συναντήσει τον παλιό παραγιό του Ξανθού, τον Μανόλη, και θα μάθει για την κατάσταση του παλιού συντρόφου του. Θα πληροφορηθεί δηλαδή ότι ο Ξάνθος βρίσκεται στο Βουκουρέστι και θα του γράψει μία επιστολή με ημερομηνία 8 Αυγούστου 1832, την οποία ο παραλήπτης διέσωσε, όπως έχει διασώσει και άλλο πολύτιμο υλικό. Από την επιστολή αυτή αναδημοσιεύουμε το παρακάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα:

Αγαπητέ φίλε,

Ύστερα από τόσων χρόνων σιωπήν μεταξύ μας μαθών πού ευρίσκεσαι σοι γράφω. Κατά τύχην προχθές εντάμωσα τον μίαν φοράν δούλον σου Μανώλη, όστις μοι είπεν… Σοί στέλλω λοιπόν το παρόν σύντομον διά να λάβω απόκρισιν, και να σε γράψω πλέον εκτεταμένως και να ειπώμεν τα πάθη μας αμοιβαίως. Αναμφίβολως θα ήσαι περίεργος να μάθης τα κατ’ εμέ, σοι λέγω εις  ολίγα λόγια ότι το Πάσχα ανεχώρησα από Ναύπλιον διά την Πόλιν και από εκεί εδώ. Πως ανεχώρησα και διά πού και ο ίδιος αγνοώ· έφυγα χωρίς  να ηξεύρω πού υπάγω· μίαν φοράν από Τριέστι σοι έγραφα εις Αγκώνα κάποιες προβλέψεις μου περί της μέλλουσης καταστάσεως της Ελλάδος – δι’ ολίγον καιρόν ενόμισα ότι τότε είχα απατηθή, αλλ’ όχι· η δύναμη των πραγμάτων είναι πάντοτε αυτή· γράψε με απ’ ευθείας εδώ εις όνομά μου,

Ο αδελφός

Αθανάσιος Τσακάλωφ.[32]

Όπως παρατηρούμε, ο Τσακάλωφ φανερά πικραμένος και δυσαρεστημένος για τα ελληνικά πράγματα κάνει λόγο για μια παλαιότερη, σίγουρα του φθινοπώρου 1821, επιστολή του από την Τεργέστη προς τον Ξάνθο, που βρισκόταν τότε στην Ανκόνα καθ’ οδόν προς την Ελλάδα, όπου, όπως γράφει, του έκανε διάφορες προβλέψεις για τα μέλλοντα να ακολουθήσουν. Προφανώς η επιστολή αυτή, η τόσο ενδιαφέρουσα πρέπει να χάθηκε, επειδή ο πολύ προσεκτικός στη συγκέντρωση των εγγράφων του Ξάνθος θα την είχε εκδόσει είτε στα Απομνημονεύματά του είτε θα είχε βρεθεί στα κατάλοιπα του που συνθέτουν τους τρεις τόμους του Αρχείου του.

Ο ίδιος ο Ξάνθος, σχολιάζοντας το γράμμα αυτό στα Απομνημονεύματά του, αμέσως κάτω από την έκδοσή του, θα μας δώσει και περαιτέρω πληροφορίες για τον παλιό φίλο και συνεργάτη. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές ο Τσακάλωφ φέρεται να φοβήθηκε μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια για κακές εξελίξεις γι’ αυτό πήρε τον δρόμο της επιστροφής και θα βρεθεί και πάλι στη Μόσχα, κοντά στον παλιό φίλο, συνεργάτη και δραστήριο Φιλικό Αντώνιο Κομιζόπουλο. Άλλωστε, πέρα από όλα αυτά, με τη ρωσική πόλη τον συνέδεαν και οι παλιές εμπορικές δραστηριότητες του πατέρα του. Ο Ξάνθος στην ίδια επιστολή βρίσκει την ευκαιρία να επισημάνει τη δυσαρέσκεια τη δική του, του Τσακάλωφ, του Κομιζόπουλου και να καταφερθεί εναντίον του Φιλήμονα, ο οποίος από όλους τους Φιλικούς ανέδειξε πρωταγωνιστή τον Αναγνωστόπουλο.

Στη Μόσχα λοιπόν θα περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο ηπειρώτης πρωτοφιλικός Αθανάσιος Τσακάλωφ. Μάλιστα υπάρχει και η πληροφορία ότι εκεί παντρεύτηκε και απέκτησε τρία παιδιά. Μία από τις ασφαλείς πληροφορίες της μοσχοβίτικης ζωής του Αθαν. Τσακάλωφ που έχουμε από την αλληλογραφία των Ζωσιμάδων, τον φέρει στα 1842 να πιέζεται να αναλάβει τις υποχρεώσεις καταβολής πατρικών χρεών· το γεγονός ότι κατέβαλε σε κάποιον οφειλέτη του πατέρα του, καταρρίπτει – σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των άλλων – τον ισχυρισμό του ότι δεν κληρονόμησε τίποτε από τον πατέρα του.[33]

Τελευταία πληροφορία για τον Αθανάσιο Τσακάλωφ είναι εκείνη του έτους 1845, όταν θα τον συναντήσουμε ως μέλος της τριμελούς επιτροπής που ανέλαβε να εκτελέσει τη διαθήκη του συντοπίτη του Νικόλαου Ζωσιμά. Πέθανε στη Μόσχα το 1851.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Αν. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Ε’.

[2] Α.Π. Κουτσαλέξης, Διαφέροντα και περίεργα, σ. 223.

[3] Στο ίδιο, σ. 223-224.

[4] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 11.

[5] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 13-14.

[6] Τ. ΑΘ. Γριτσόπουλος, Φιλικά Κείμενα, σ. 68.

[7] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 8, 10-14.

[8] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 16 κ. εξ.

[9] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 20.

[10] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 20.

[11] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 27-28.

[12] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 22.

[13] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 29-30.

[14] Στο ίδιο, σ. 31.

[15] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 38.

[16] Ν. Υψηλάντης, Απομνημονεύματα, σ. 131 κ. εξ. και Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 1, σ. 40.

[17] Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Ε’, σ. 103.

[18] Σέκερης προς Αναγνωστόπουλο, επιστολή της 1 Νοεμβρίου 1819 στο Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 52.

[19] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 55-56.

[20] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 273.

[21] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 38.

[22] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 65-67.

[23] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 68-69-71-73-77-79.

[24] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 87.

[25] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 93-94.

[26] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 103, 106, 122, 127,164,208.

[27] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 35.

[28] Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτης, Φιλική Εταιρεία, σ. 21.

[29] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 43.

[30] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 296.

[31] Α. Π. Κουτσαλέξης, Διαφέροντα, σ. 224-225.

[32] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 196.

[33] Φ. Σαγκούνης, Ανέκδοτος Αλληλογραφία. Ζ’, σ. 65-66 και τ. Η’, σ. 11.

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος-Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη-Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Α. Π. Κουτσαλέξης, Διαφέροντα και περίεργα τινά ιστορήματα, Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 21, εκλογή Γ. Τσουκαλάς, επιμέλεια Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτη, τόμ. 8, Αθήνα χ.χ., σ. 209-278.
  • Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π. Σέκερη, Αθήνα 1967.
  • Στέφανος Μπέττης, «Αθανάσιος Ν. Τσακάλωφ. Ο πρώτος της Εταιρείας των Φιλικών», Ηπειρωτική Εστία, τ. 13, τχ 152 (Δεκέμβριος 1964), σ. 913-938.
  • Φ. Σαγκούνης, «Ανέκδοτος Αλληλογραφία των Ζωσιμάδων της Κοινότητος Ιωαννίνων και των επιτρόπων των και άλλα έγγραφα εκ του αρχείου Φίλιου», Ηπειρωτικά Χρονικά, 7 (1932), σ. 1-66 και 8 (1933), σ. 3-83.
  • Γεώργιος Δ. Φράγκος «Φιλική Εταιρεία», Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ, Αθήνα 1975, σ. 424-432.
  • Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία. Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδα,Αθήνα 1964.
  • Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π. Σέκερη, Αθήνα 1967.
  • Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τόμ. Ε’, Αθήνα 1872.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Η άλλη Επανάσταση του 21: Ο Καποδίστριας και η πανώλη του 1828


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Γιώργου Καραμπελιά

για την πανώλη του 1828 με τίτλο:

«Η άλλη Επανάσταση του 21: Ο Καποδίστριας και η πανώλη του 1828».

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Σχέδιο εκ του φυσικού του Louis Letronne.
Λιθογραφία του Institut Lithographie της Βιέννης, 1829

Αν η σημερινή ελληνική κοινωνία μοιάζει να έχει μείνει κυριολεκτικώς αποσβολωμένη και άφωνη μπροστά σε μία κρίση  που ξεπερνάει την ίδια τη δυνατότητά της να τη συλλάβει, εν τούτοις οι πρόγονοί μας στο παρελθόν έζησαν στενά δεμένοι με την επιδημία, την καραντίνα και τον θάνατο. Έτσι, σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα, μόνο για δώδεκα χρόνια δεν αναφέρονται θάνατοι από κάποια επιδημία στον ελληνικό κόσμο. Η πανώλη (πανούκλα, θανατικό ή λοιμός) ήταν συχνότερη και φονικότερη, συνοδευόμενη όμως από τον τύφο, την ευλογιά, τη χολέρα, τη λέπρα.

Η πρώτη ελληνική αναφορά στην πανούκλα ήταν αυτή της Τραπεζούντας, το 1346. Και ακολούθησαν αναρίθμητες επιδημίες στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Ιδιαίτερα φονικές δε υπήρξαν εκείνες της Θεσσαλονίκης, με 500 νεκρούς ημερησίως, το 1741, της  Ναύπακτου και της Λευκάδας, το 1743. Το 1751, ξέσπασε μια τρομακτική επιδημία στην Κωνσταντινούπολη την οποία ο, εγκατεστημένος στην περιοχή, Άγγλος γιατρός, Mordach Mackenzie, θεωρεί «ως την αγριότερη πανώλη» της εποχής από την οποία «οι Έλληνες και οι Αρμένιοι υποφέρουν περισσότερο» – και ανεβάζει τους νεκρούς σε 150.000, σημειώνει δε ότι πολλοί «καταφεύγουν στην Προύσα, τη Νικομήδεια, την Αδριανούπολη, τα νησιά», ενώ  και ο Άγγλος πρέσβης, Τζέιμς Πόρτερ, «εκτιμά, ότι η πανώλης του 1751 εξόντωσε 60.000 άτομα». Ο γνωστός λόγιος και «τυχοδιώκτης» Καισάριος Δαπόντες γράφει στον περιβόητο Καθρέπτη γυναικών για το ταξίδι του στον Όσιο Αυξέντιο, στη Νικομήδεια:

 

«Ὅταν ἐπῆγα δὲ κ’ ἐγὼ μὲ τὸν ἀλεξανδρείας

Εἰς τῆς πανούκλας τὸν καιρὸν τῆς τόσον φονουτρείας

ὁποῦ ἐκαταρήμαξε καὶ πόλιν καὶ χωρία,

Ὅτι πρὸ χρόνων ἱκανῶν δὲν ἔγινεν ὁμοία

(Κ. Δαπόντες, Καθρέπτης Γυναικών, τόμ. β΄178,180)

 

Και προφανώς δεν ήταν η μόνη επιδημία. Μια εξίσου φονική έξαρσή της θα εκδηλωθεί στην Κωνσταντινούπολη, το 1778, ενώ, λίγο πριν την Επανάσταση, η πανούκλα του 1812-1819 ήταν η πιο θανατηφόρα και ίσως αποτελεί μια από τις αιτίες που έκαναν τους Έλληνες να επαναστατήσουν. Πολλά νησιά του Αιγαίου ερήμωσαν· στη δε περιοχή του Τύρναβου, το 1812-1816, ένας άρρωστος Τάταρος από την Κωνσταντινούπολη μόλυνε τους κατοίκους και τα θύματα έφτασαν τις 8.600! Το 1814, η ίδια επιδημία έπληξε την Πόλη, τη Σμύρνη, τη Χίο, τη Σάμο και Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με τον Πουκεβίλ «οι επιδημίες πανώλους στα 1814-1819 έπληξαν το ένα έκτο του πληθυσμού της Ευρώπης και το ένα πέμπτο των άλλων περιοχών».

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η Επανάσταση δεν αντιμετώπιζε μόνο το τουρκικό γιαταγάνι και τις σφαγές αλλά ίσως οι έμμεσοι θάνατοι που προκλήθηκαν από τις δύσκολες υγειονομικές συνθήκες διεξαγωγής του αγώνα να προκάλεσαν ισάριθμους ή τουλάχιστον συγκρίσιμο αριθμό θανάτων με εκείνους που έπεσαν στα πεδία των μαχών. Τόσο από τη μόλυνση και την αδυναμία αντιμετώπισης των τραυμάτων όσο και από τις αναρίθμητες μικρότερες ή μεγαλύτερες επιδημίες.

Η πρώτη καταγεγραμμένη επιδημία μετά την κήρυξη της Επανάστασης εκδηλώθηκε στην Τρίπολη, είχε ως αιτία τον εξανθηματικό τύφο που προκάλεσε περίπου 3.000 θανάτους, ενώ επιδημία τύφου εκδηλώθηκε αργότερα, στο Ναύπλιο και σε άλλες πόλεις που τελούσαν υπό πολιορκία. Στο Μεσολόγγι ίσως οι θάνατοι από δυσεντερία να ξεπέρασαν εκείνους της ηρωικής Εξόδου.

Όμως, η τελευταία μεγάλη επιδημία την οποία αντιμετώπισαν οι αγωνιζόμενοι Έλληνες στα 1828 να είναι σημαδιακή, κυρίως για τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε από τον Καποδίστρια, που μόλις πριν τρεις μήνες είχε φθάσει στην Ελλάδα, και όλους τους συνεργάτες του, που μπορούν τόσο να μας διδάξουν για το σήμερα όσο και να μας κάνουν να κατανοήσουμε από μια άλλη πλευρά το μεγαλείο αυτής της Επανάστασης.

 

«Αν περιστάσεως τυχούσης, πόλις τις

ή χωρίον είναι ύποπτα λοιμού, συγχρόνως

μετά την περιστοίχησιν

των υπό υγειονομικής γραμμής,

ανάγκη πάσα να ληφθώσιν

ευθέως τα εξής μέτρα:

Υποχρεούνται οι κάτοικοι να

μένουν εις τα ίδια,

εμποδίζεται πάσα θρησκευτική τελετή.

Δεν σημαίνονται οι κώδωνες».

 

Την Άνοιξη του 1828, εμφανίστηκε μια επιδημία πανώλους που την μετέδωσαν οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ, την «πανούκλα των φτωχών», όπως την έλεγαν οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι. Αυτή μεταδόθηκε αρχικώς στα νησιά, Ύδρα, Σπέτσες, Αίγινα και εν συνεχεία στο Άργος, την Αργολίδα και την περιοχή των Καλαβρύτων καθώς και στο στρατόπεδο των Μεγάρων. Για την αντιμετώπισή της ο Καποδίστριας πήρε ιδιαίτερα ενεργητικά μέτρα, βοηθούμενος και από τον Ελβετό φιλέλληνα γιατρό Louis-André Gosse (που μας άφησε και ένα σχετικό βιβλίο από όπου και όλες οι πληροφορίες που παρουσιάζουμε) καθώς και από τους Έλληνες γιατρούς και την υπόλοιπη διοίκηση.

 

Το άρθρο για την πανώλη, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΕΣΤΙΑ», στις 11/03/1879.

 

Εκτός από αυστηρά μέτρα καραντίνας και την απαγόρευση της μετακίνησης και των επαφών με τους ασθενείς ή όσους είχαν έλθει σε επαφή μαζί τους, απαγορεύτηκε και κάθε συνάθροιση σε δημόσιο χώρο, στις περιοχές που είχαν προσβληθεί από την επιδημία. Τέλος, στις 20 Αυγούστου, εξεδόθη ψήφισμα ειδικού νόμου «περί υγειονομικών διατάξεων» (Ψήφισμα 15 /20.8.1828) όπου, στο άρθρο 285 εδ.3, αναφέρεται πως  «Αν περιστάσεως τυχούσης, πόλις τις ή χωρίον είναι ύποπτα λοιμού, συγχρόνως μετά την περιστοίχησιν των υπό υγειονομικής γραμμής, ανάγκη πάσα να ληφθώσιν ευθέως τα εξής μέτρα: Υποχρεούνται οι κάτοικοι να μένουν εις τα ίδια, εμποδίζεται πάσα θρησκευτική τελετή. Δεν σημαίνονται οι κώδωνες».

Γράφει ο Gosse στο βιβλίο του: «Ωστόσο, σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, η Α.Ε. ο  κυβερνήτης Καποδίστριας έδειξε τη μεγαλύτερη ενεργητικότητα, και έκανε τις μεγαλύτερες θυσίες. Από την πρώτη εμφάνιση της ασθένειας, παντού δημιουργήθηκαν επιτροπές υγιεινής, δημιουργήθηκαν καραντίνες σε όλα τα μέρη και καταρτίστηκε κώδικας υγιεινής. Μοιράστηκαν χρήματα και τρόφιμα στους απόρους, ενώ οι υγιείς πληθυσμοί απασχολήθηκαν σε δημόσια έργα, στάλθηκαν γιατροί όπου υπήρχε ανάγκη και με πυκνή αλληλογραφία γνώριζε η κυβέρνηση γνώριζε επακριβώς τι συνέβαινε, με μια λέξη δεν ξεχάστηκε τίποτε. Έτσι, ο Πρόεδρος, με τη βοήθεια του αδελφού του, του κόμη Βιάρου, και με τις προσπάθειες των κυβερνητών των επαρχιών, τον ζήλο των επισκόπων και των δημογερόντων και την πειθαρχία της μάζας του έθνους, κατόρθωσε να περιορίσει με επιτυχία τη μάστιγα στις διάφορες τοποθεσίες όπου εμφανίστηκε και να θωρακίσει τα επίφοβα σημεία».

 

Πορτραίτο του Ελβετού ιατρού Ανδρέα Λουδοβίκου Γκός (Louis-André Gosse, 1791 – 1873)

 

Για παράδειγμα, στις Σπέτσες, όπου διορίστηκε εκτάκτως ο Κωλέτης ως κυβερνήτης και από όπου – μαζί με την Ύδρα-  είχε ξεκινήσει η επιδημία, μέσα σε τρεις μήνες, αυτή τιθασεύτηκε και οι θάνατοι δεν ξεπέρασαν τους 15. Ανάμεσα στα άλλα μέτρα που πήρε, σε συνεργασία με τους αρχιερείς και τη επιτροπή δημόσιας υγιεινής που συγκρότησε, ήταν και τα εξής:

Έξοδος από την πόλη των κατοίκων από τα μολυσμένα σπίτια και εγκατάστασή τους σε καλύβες· ένας – ένας χωρίς να έρχονται σε επαφή μεταξύ τους, ακόμα και τα μέλη της ίδιας οικογένειας. Το κράτος θα προμηθεύσει βοηθούς για τους περιορισμένους σε καραντίνα (ένας «νοσηλευτής» ανά δέκα άτομα για να τους προμηθεύουν τρόφιμα και να τους εξυπηρετούν και ένας ανά τέσσερις για τους ήδη νοσούντες.) Οι υπόλοιποι κάτοικοι θα παραμείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους για τις λίγες μέρες που θα χρειαστεί, θα κλείσουν οι εκκλησίες και οι δημόσιοι χώροι και κανένα σκάφος δεν θα μπορεί να προσεγγίσει στο λιμάνι. 

Θα μπορούσα να συνεχίσω επί μακρόν για τα δρακόντεια και ταυτόχρονα γεμάτα ενσυναίσθηση μέτρα που ελήφθησαν και τις υπεράνθρωπες προσπάθειες που έγιναν ώστε να αποφευχθεί η παραπέρα επέκταση της επιδημίας και να τιθασευτεί η εξάπλωσή της. Και πράγματι, και δεν ξαπλώθηκε η επιδημία σε όλη την έκταση του τότε ελληνικού κράτους, τα δε κρούσματα περιορίστηκαν στα 1113 και οι θάνατοι στους 783, κάτι που αποτελούσε τεράστιο επίτευγμα για την εποχή και τις τότε συνθήκες.

Πρόκειται για μια διαφορετική, συνήθως αγνοημένη πλευρά της Επανάστασης αλλά και της σημαντικότερης πολιτικής φυσιογνωμίας που συνδέθηκε μαζί της, του Ιωάννη Καποδίστρια. Μια πλευρά που αξίζει να τη δούμε ενδελεχέστερα, τουλάχιστον σήμερα, καθώς η Εθνική Γιορτή που θα γιορταζόταν με τη μεγαλύτερη δυνατή έμφαση φέτος μας βρίσκει σε «καραντίνα». Όμως το μυαλό, η σκέψη μας και τα λεγόμενά μας μπορούν να παραμένουν ελεύθερα και να στρέφονται όχι μόνο στους αγώνες του Νικηταρά στα Δερβενάκια αλλά και σε κείνους των ηρώων γιατρών (ο Gosse αρρώστησε και κινδύνευσε να πεθάνει ο ίδιος) και προπαντός του κυβερνήτη που ακόμα τον θυμούνται και τον κλαίνε οι Έλληνες για τον πρόωρο χαμό του.

 

Γιώργος Καραμπελιάς

To άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο liberal.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

  

Διαβάστε ακόμη:

 

Η Ακρόπολη του Άργους – Αλεξάντρ Λενουάρ, π. 1810.

 

Η Ακρόπολη του Άργους. Χαρακτικό του Γάλλου αρχαιολόγου και αυτοδίδακτου ζωγράφου Αλεξάντρ Λενουάρ (1761-1839), π. 1810.

 

Η Ακρόπολη του Άργους. Χαρακτικό του Γάλλου αρχαιολόγου και αυτοδίδακτου ζωγράφου Αλεξάντρ Λενουάρ (1761-1839), π. 1810.

 

Σχετικά θέματα:

Το φρούριο Λάρισα του Άργους

Η συμβολή των Λακεδαιμονίων στην προάσπιση της ακρόπολης του Άργους (Ιούλιος 1822)

Κάστρο της Λάρισας – Άργος

Λάρισα η Αργεώτις