Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

La période italienne de Marco Renieri et ses premières années en Grèce – Roxane D. Argyropoulos


 

Κυκλοφόρησε από το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, στη Γαλλική γλώσσα, το νέο βιβλίο της Αργείας στην καταγωγή ομότιμης Διευθύντριας Eρευνών στο Ινστιτούτο Nεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Pωξάνης Δ. Aργυροπούλου, με τίτλο «La période italienne de Marco Renieri et ses premières années en Grèce».

Η Pωξάνη Aργυροπούλου, έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα με κύριο άξονα την ιστορία της νεοελληνικής και ευρωπαϊκής φιλοσοφίας από τον δέκατο όγδοο έως τον εικοστό αιώνα με έμφαση στον Διαφωτισμό και το κίνημα του ρομαντισμού. Οι έρευνές της την οδήγησαν επίσης στην κριτική έκδοση ανέκδοτων φιλοσοφικών έργων αυτής της περιόδου.

 

La période italienne de Marco Renieri et ses premières années en Grèce

 

O Μάρκος Ρενιέρης συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πρωτεργάτες του νεοελληνικού Κράτους. Γεννήθηκε στην Τεργέστη το 1815, μεγάλωσε όμως στη Βενετία, όπου πήγε στο Liceo Santa Caterina και αργότερα σπούδασε νομικά. Με ευρεία καλλιέργεια, συνεργάσθηκε σε νεαρή ηλικία με τον Αιμίλιο Τυπάλδο, που κυριαρχούσε στην πνευματική ζωή της πόλης. Ανέπτυξε μακρόχρονη φιλία με τον N. Tommaseo, ενώ συμμερίσθηκε με σημαντικούς διανοουμένους του Risorgimento τους πολιτικούς τους οραματισμούς για την ανεξαρτησία της πατρίδας τους.

Συντάσσει φιλοσοφικά δοκίμια όπου ακολουθεί τη βικιανή φιλοσοφία και ιδιαίτερα εγκωμιάζει τον σύγχρονό του φιλόσοφο και νομομαθή G. D. Romagnosi. Ακόμη συγγράφει ένα διήγημα με ισπανικό θέμα καθώς και ορισμένα άρθρα στη Biografia degli Italiani illustri αναφορικά με μορφές της ιταλικής διανόησης. Ωστόσο, παρά τις εγκωμιαστικές κριτικές που απέσπασε, αποφάσισε το 1835 να εγκαταλείψει οριστικά τη Βενετία για να εγκατασταθεί στην Αθήνα.

Ξεκινά τότε για αυτόν μία δύσκολη περίοδος προσαρμογής στον τόπο καταγωγής του. Με την πάροδο του χρόνου, επαναπροσδιόρισε την πολιτιστική του ταυτότητα, μετατοπίζοντας τα ενδιαφέροντά του στην υπεράσπιση της  νεοελληνικής ιδεολογίας. Αποδέχθηκε τις απόψεις του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου για την ιστορία του ελληνισμού, ενώ ταυτόχρονα έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη μεταλαμπάδευση του ευρωπαϊκού πολιτισμού στον ελληνικό χώρο και αφιέρωσε ορισμένα του έργα σε πρόσωπα της ελληνικής ιστορίας τα οποία ενθάρρυναν την προσέγγιση με τον κόσμο της Δύσης.

ISBN: 978-960-9538-81-7 / Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών / Σειρά: Μονογραφίες / Αρ. 153 / Αθήνα 2019 / 17x 24 εκ. / 178 σ.

 

Έργα της ιδίας που έχει παρουσιάσει η Αργολική Βιβλιοθήκη:

 

 

Καλαφάτη Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929) – Από τις προδιαγραφές στον προγραμματισμό», Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας – Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα, 1988.


 

Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929)

Σήμερα στην Ελλάδα το σχολικό κτίριο αποτελεί βασικό στοιχείο του συστήματος κοινωνικού εξοπλισμού. Συνδεδεμένα με ένα θεσμό εθνικό, τα διδακτήρια ανήκουν σ’ εκείνες τις εγκαταστάσεις που θεωρούνται απαραίτητες για τη ζωή της κοινότητας. Το κτιριολογικό τους πρόγραμμα και οι κατασκευαστικές προδιαγραφές απασχολούν αρχιτέκτονες και παιδαγωγούς και αποτελούν αντικείμενο θεσμικών και διοικητικών ρυθμίσεων. Υπάρχει ένας κρατικός οργανισμός που έχει ως αποκλειστικό έργο την κατασκευή τους και μια διεύθυνση στο Υπουργείο Παιδείας που μελετά τις ανάγκες και προγραμματίζει την κάλυψη τους σε εθνικό επίπεδο. Ενώ το γεγονός, ότι αυτές οι ανάγκες δύσκολα καλύπτονται, θεωρείται κοινωνικό πρόβλημα. Τέλος, έχει διαμορφωθεί μια «κανονική» εικόνα κτιρίου, που επιτρέπει την ανάγνωση της χρήσης μέσω του χώρου και αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά σημεία του κτισμένου τοπίου.

Αυτές οι πρακτικές και παραστάσεις είναι, ωστόσο, φαινόμενο αρκετά πρόσφατο. Στα 1911, σ’ ένα άρθρο του με προγραμματικό χαρακτήρα για τους στόχους και τα καθήκοντα της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής, ο Εμμ. Κριεζής διαπιστώνει: «Ενώ ο ναός και ο οίκος του χωρικού υπέστησαν την εξέλιξίν των δια μέσου πολλών αιώνων, ήτις βραδέως και διαδοχικώς έφθανεν από βαθμίδας εις βαθμίδα, το σχολείον καταλαμβάνει άλλην θέσιν ως νεώτατον δημιούργημα αναβλάστησεν ταχέως από τα πρώτα του σπέρματα και εξελίχθη ιδιαιτέρως κατά τας τελευταίας δεκαετηρίδας εις νέαν εκδήλωσιν του δημοσίου βίου».

Οι όροι της γέννησης του σχολικού κτιρίου ως εξειδικευμένου χώρου και η ανάδειξή του σε «νέα εκδήλωση του δημοσίου βίου» αποτελεί ακριβώς το αντικείμενο αυτής της μελέτης. Για να μπορέσω να παρακολουθήσω την εξέλιξη αυτή χρειάστηκε να επεκταθώ χρονικά σε διάστημα ενός αιώνα, παραμένοντας όμως γεωγραφικά πάντα στα όρια του ελληνικού κράτους.

Η χρονολογική αφετηρία που δηλώνεται στον τίτλο, 1821, δεν αντιστοιχεί σε κάποιο συγκεκριμένο γεγονός στον τομέα των σχολικών εγκαταστάσεων. Επιλέχτηκε όμως γιατί υποδηλώνει, μέσα από την τομή της επανάστασης και της εγκαθίδρυσης ενός σύγχρονου εθνικού αστικού κράτους, τις νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονται στον τομέα τόσο της εκπαίδευσης όσο και του δομημένου χώρου. Και είναι στα πλαίσια αυτών των μεταβολών που το σχολικό κτίριο γεννιέται ως σύγχρονο εξοπλιστικό κτίριο.

Το φαινόμενο αυτό θέλησα να προσεγγίσω στο πρώτο μέρος της μελέτης, εξετάζοντας αφ’ ενός πώς το πρόβλημα του σχολικού χώρου διατυπώνεται σε σχέση με την εγκαθίδρυση ενός εθνικού σχολικού συστήματος και την ομοιόμορφη οργάνωση των σχολείων στη βάση μιας συγκεκριμένης μεθόδου διδασκαλίας, και αφ’ ετέρου πώς μορφοποιείται η λύση του σε σχέση με τις νέες πρακτικές και αντιλήψεις που καθιστούν κάθε κοινωφελές έργο αντικείμενο πρόβλεψης, αξιολόγησης, ελέγχου και προγραμματισμού εκ μέρους της κεντρικής διοίκησης. Πριν όμως προχωρήσω σ’ αυτήν την ανάπτυξη θεώρησα σκόπιμο, να αναφερθώ σε ορισμένα στοιχεία των προεπαναστατικών σχολικών πρακτικών και των παιδαγωγικών/εκπαιδευτικών αντιλήψεων, χρήσιμα για να εκτιμηθούν οι τομές και οι συνέχειες, το εύρος των θεσμικών ρυθμίσεων που συνεπάγεται η εθνική επανάσταση και τα προβλήματα της εφαρμογής τους.

Στο δεύτερο μέρος σκιαγραφείται η εξέλιξη τον ζητήματος των σχολικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, από τη στιγμή που η τοποθέτηση των προβλημάτων καθώς και οι απαντήσεις που δίνονται προσδιορίζονται ακριβώς από την ύπαρξη ενός θεσμοθετημένου προτύπου που άφορα τόσο τα χαρακτηριστικά του σχολικού χώρου όσο και τους όρους της παραγωγής και της χρήσης του.

Ο βασικός άξονας της προβληματικής μου, που υποδηλώνεται από τον υπότιτλο «από τις προδιαγραφές στον προγραμματισμό», με οδήγησε χρονικά ως το 1929. τη χρονιά αύτη εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση ενός μεγάλου προγράμματος κατασκευής σχολικών κτιρίων, το γνωστό ως πρόγραμμα Παπανδρέου, που θα καλύψει ένα σημαντικό τμήμα των αναγκών σε εθνικό επίπεδο. Για την υλοποίηση αυτού τον προγράμματος θα χρησιμοποιηθεί ένα θεσμικό πλαίσιο και ένας ειδικός κρατικός μηχανισμός που διαμορφώνονται σταδιακά στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ολοκληρώνοντας έτσι τη σύγχρονη αντίληψη για το σχολικό κτίριο.

Πολλοί παράγοντες παρεμβαίνουν σ’ αυτήν την εξέλιξη. Επιμείναμε κυρίως στην εξέταση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, στο εννοιολογικό πεδίο και στις πρακτικές που αναφέρονται στο δομημένο χώρο, στις υγιεινολογικές θεωρίες και στη θέση που ο χώρος κατέχει σ’ αυτές. Τέλος, το ζήτημα των σχέσεων κράτους και τοπικών αρχών τέθηκε από το ίδιο το καθεστώς του δημοτικού σχολείου. Η σχετική τους θέση στην παραγωγή των σχολικών κτιρίων αποτελεί κομβικό σημείο της ανάπτυξης που ακολουθεί.

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο ιστορικός που ασχολείται με τον ελληνικό 19ο αι. έχουν πολλές φορές επισημανθεί σε ότι άφορα τα ποσοτικά στοιχεία. Στην περίπτωση των σχολικών εγκαταστάσεων η κατάσταση επιβαρύνεται στο βαθμό που η σημασία τους σε σχέση με τα άλλα στοιχεία του σχολείου είναι υποτονισμένη τουλάχιστον για την κεντρική διοίκηση και οι λύσεις που δίνονται σε τοπικό επίπεδο είναι, παρά την ύπαρξη των προδιαγραφών, ποικίλες.

Δύο δημοτικά αρχεία μου έδωσαν τη δυνατότητα να καταγράψω ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων και λύσεων: το δημοτικό αρχείο της Ερμούπολης – ένα από τα πρώτα αστικά, κέντρα και με σημαντικές εκπαιδευτικές επιδόσεις – και το αρχείο του Δήμου Ναυπλίου, που αφορά μια μεσαία πόλη με κύρια διοικητικό χαρακτήρα αλλά και μια αγροτική ενδοχώρα όπου βρίσκονται διεσπαρμένοι 12 οικισμοί με 3000 κατοίκους περίπου.

Επιπλέον, το τμήμα του αρχείου της Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας που εντοπίσαμε στη Νομαρχία Αργολίδος και στο Υπουργείο Παιδείας, αν και άφορα τον 20ό αιώνα, ωστόσο περιέχει κάποιες ακριβείς πληροφορίες για σχολικές εγκαταστάσεις του περασμένου αιώνα. Στηριζόμενη κυρίως σ’ αυτό το αρχειακό υλικό και χρησιμοποιώντας παράλληλα δημοσιευμένες πηγές κυρίως θεσμικού και διοικητικού χαρακτήρα επεχείρησα να αναδείξω μερικές βασικές τάσεις στη μορφοποίηση του σχολικού χώρου.

Η ερευνά αυτή ξεκίνησε το 1980 και στο τέλος του 1985 υποβλήθηκε στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales, ως διδακτορική διατριβή…

Για την ανάγνωση όλου του βιβλίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: ΒΙΒΛΙΟ – Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929)

 

Επαμφοτερισμοί της κυριάρχου στο κράτος της θάλασσας – Η διοίκηση του Ναυπλίου κατά την πρώτη Βενετοκρατία (1388-1540) – Μαρίνα Κουμανούδη, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Τον Δεκέμβριο του 1388 η Βενετία προσάρτησε το Άργος και το Ναύπλιο στον κορμό του θαλάσσιου κράτους της, αγοράζοντας τα δικαιώματα της χω­ροδεσποτείας από την τελευταία κυρίαρχο, τη νεαρή Μαρία d’Enghien, χήρα του Βενετού Pietro Cornaro. Πριν προλάβει όμως να αποκτήσει τον έλεγχο των δύο πόλεων, ο δεσπότης του Μυστρά Θεόδωρος Α΄ Παλαιολόγος, με τη βοήθεια του πεθερού του Nerio Acciauioli, επιτέθηκε στην Αργολίδα, κατέ­λαβε το Άργος και πολιόρκησε το Ναύπλιο. Οι ενέργειες του δεσπότη περιέπλεξαν τη διαδικασία της προσάρτησης, ανατρέποντας μοιραία τα σχέδια της Βενετίας για την οργάνωση της νέας κτήσης. Παρά ταύτα, ήδη από τις αρχές του επόμενου έτους, η βενετική κυβέρνηση έλαβε πρόνοια για την εγκαθί­δρυση διοικητικού μηχανισμού και για την οργάνωση της άμυνας των δύο πόλεων, όταν αυτές θα επανέρχονταν στον έλεγχό της.

Η οργάνωση, η λειτουργία και η στελέχωση της διοίκησης στο Ναύπλιο από την εδραίωση της βενετικής κυριαρχίας (τέλη 14ου αι.) έως την τουρκική κατάκτηση (1540) έχουν μελετηθεί στο πλαίσιο ευρύτερων συνθέσεων με ποικίλες οπτικές αλλά και ειδικών μελετών με αντικείμενο την ιστορία της περιοχής, για την οποία υπάρχει ανανεωμένο ενδιαφέρον τα τελευταία χρό­νια. Ωστόσο, το θέμα δεν έχει εξαντληθεί, καθώς διαφορετικές αναγνώσεις των ήδη μελετημένων πηγών, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση πρόσθετων μαρτυριών, οδηγούν σε αναθεώρηση πολλών από τα εγνωσμένα. Υπό το πρίσμα αφενός των νέων στοιχείων και αφετέρου της νέας βιβλιογραφίας για την οργάνωση της διοίκησης στη βενετική επικράτεια, στην παρούσα μελέτη επανεξετάζεται η διοικητική πολιτική της Βενετίας στην περιοχή και επιχειρείται η τοποθέτηση των εξελίξεων στη σωστή ιστορική διάσταση. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι για οικονομία χώρου, εκτός από έναν, αναγκαίο σε ορισμένες περιπτώσεις, «διάλογο» με τις νεότερες μελέτες που πραγματεύονται ζητήματα της διοικητικής ιστορίας του Ναυπλίου, δεν θα γίνει περαιτέρω εμβάθυνση στις αποκλίσεις και τις συγκλίσεις μεταξύ των διαφορετικών προσεγγίσεων και θέσεων.

Ο Antonio Venier (1330-1400) ήταν ο 62ος Δόγης της Δημοκρατίας της Βενετίας (1382 – 23 Νοεμβρίου 1400).

Εν μέσω συγκεχυμένων πληροφοριών, στις 26 Ιανουαρίου του 1389 η Σύγκλητος αποφάσισε να αποστείλει εκτάκτως στην περιοχή έναν προνοητή (provisor pro factis Argos et Neapolis), δηλαδή έναν αξιωματούχο με αυξημένες πολιτικές και στρατιωτικές αρμοδιότητες, προκειμένου να διερευνήσει από κοντά την κατάσταση και, σε συνεργασία με τον επικεφαλής του βενετικού στόλου και τους διοικητές της Μεθώνης και της Κορώνης, να αναλάβει διπλωματική δράση για την επίλυση της κρίσης. Την ίδια μέρα, η διευρυμένη Σύγκλητος εξέλεξε στη θέση αυτή τον Βενετό ευγενή Perazzo Malipier, ο οποίος παρέλαβε την Εντολή του (Comissio) από τον δόγη Antonio Venier στις 18 Φεβρουαρίου, λίγο πριν αναχωρήσει για την Πελοπόννησο.

Λόγω της ρευστότητας της κατάστασης και της ελλιπούς πληροφόρησης της βενετικής κυβέρνησης, η Εντολή του Malipier περιείχε διαφορετικές οδηγίες για την πολιτική που έπρεπε να ακολουθήσει στο πλαίσιο της αποστολής του, ανάλογα με τις ποικίλες πιθανές εκδοχές της έκβασης των πραγμάτων.

Έτσι, μεταξύ άλλων, προβλεπόταν ότι, στην περίπτωση που η Βενετία αποκτούσε τον έλεγχο του Άργους ή του Ναυπλίου ή και των δύο πόλεων, ο Malipier θα παρέμενε στη μία από αυτές ως προνοητής, αναλαμβάνοντας και αρμοδιότητες τοπικού διοικητή, εκτός δηλαδή από τα διπλωματικά του καθήκοντα θα είχε και την ευθύνη της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών και δικαστικές, επίσης, εξουσίες στην πόλη.

Οι βασικοί άξονες της πολιτικής της Βενετίας στην περιοχή, την οποία καλούνταν να εφαρμόσει ο Malipier, ήταν η εύρυθμη και αποτελεσματική είσπραξη των εσόδων του δημοσίου, η απόδοση ορθής δικαιοσύνης και η διασφάλιση της άμυνας με στόχο την εδραίωση και διατήρηση της κυριαρχίας της. Σε θέματα δημοσιονομικά τον προνοητή θα πλαισίωνε ένας αξιόπιστος, έντιμος και ικανός οικονομικός αξιωματούχος της δικής του επιλογής και, για την καλύτερη υποστήριξη γενικά του διοικητικού του έργου, στην ακολουθία του, την οποία αποτελούσαν ένας νοτάριος και τρεις υπηρέτες (famuli), θα προστίθεντο ένας βοηθητικός υπάλληλος (socius) και ένας ακόμα υπηρέτης. Ως δικαστής όφειλε να αποφασίζει με γνώμονα τις χριστιανικές επιταγές της δικαιοσύνης και την τιμή του βενετικού κράτους, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται ποιο θα ήταν το εφαρμοζόμενο δίκαιο. Σε ό,τι αφορούσε την οργάνωση της άμυνας, οι διοικήσεις της Κορώνης και της Μεθώνης, που ήταν οι πλη­σιέστερες γεωγραφικά, είχαν λάβει εντολή να βρίσκονται σε ετοιμότητα για την παροχή στρατιωτικής βοήθειας· την ίδια εντολή είχαν λάβει αντιστοίχως και οι διοικήσεις της Εύβοιας και της Κρήτης, μαζί με τον βενετικό στόλο για την παροχή της απαιτούμενης ναυτικής υποστήριξης. Επίσης, προβλεπόταν το ποσό των 600 δουκάτων για επισκευές σε οχυρώσεις και για άλλες επεί­γουσες ανάγκες.

Παρότι οι κάτοικοι του Άργους και του Ναυπλίου διά του εκπροσώπου τους Giovanni Gradenigo είχαν ζητήσει οικειοθελώς να υπαχθούν στο βενετικό κράτος, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί, λόγω της έλλειψης επαρκών πληροφοριών, κατά πόσο ήταν ουσιαστική η ταύτισή τους με τη νέα κυρίαρχο.

Οι οδηγίες που έλαβε ο προνοητής, καθιστούν σαφές ότι η βενετική κυβέρνηση θεωρούσε ως απαραίτητη προϋπόθεση και αναγκαία συνθήκη για την πραγμάτωση των κυριαρχικών της στόχων τη διαρκή συναίνεση της τοπικής κοινωνίας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η πίστη του εγχώριου πληθυσμού δεν ήταν δεδομένη. Στην κατεύθυνση της επίτευξης συναίνεσης ο προνοητής όφειλε, βάσει της Εντολής του, με τον λόγο που θα εκφωνούσε κατά την είσοδό του στην πόλη, να παροτρύνει τους κατοίκους να παραμείνουν πιστοί στη νέα κυρίαρχο, υποσχόμενος ως αντάλλαγμα προστασία. Επίσης, είχε οδηγία να κινηθεί αυστηρά εντός του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου σε θέματα δη­μοσιονομικής πολιτικής, στο πλαίσιο προφανώς των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει η Βενετία για τον σεβασμό των τοπικών συνηθειών. Τέλος, ήταν υποχρεωμένος να κρατά ενήμερες τις μητροπολιτικές αρχές για κάθε πράξη και απόφασή του, σύμφωνα με την πάγια πρακτική του βενετικού κράτους, για την αποτροπή αυθαιρεσιών και οικονομικών σκανδάλων που θα είχαν δη­μοσιονομικό κόστος και θα διατάρασσαν την κοινωνική ομαλότητα…

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Μαρίνας Κουμανούδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η διοίκηση του Ναυπλίου κατά την πρώτη βενετοκρατία (1388-1540)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

«Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι» – Χρίστος Ιωάν. Κώνστας


 

Ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο, ένας καλαίσθητος τόμος 526 σελίδων, προστίθεται στη βιβλιοθήκη της τοπικής μας ιστορίας. Πρόκειται για το βιβλίο του Χρίστου Ιωάν. Κώνστα, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι». Μια ακόμη έκδοση της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού.

Ο Χρίστος Κώνστας γεννήθηκε στο χωριό Μιδέα (Γκέρμπεσι) της Αργολίδας το 1936. Φοίτησε στα δημοτικά σχολεία Γκέρμπεσι και Μάνεσι. Τελείωσε το Γυμνάσιο του Άργους και πήρε το πτυχίο της νομικής σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών. Διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο της Αθήνας και συνταξιοδοτήθηκε το 2006 μετά από 40 έτη εργασίας. Ασχολήθηκε με την τοπική ιστορία και λαογραφία για να καλύψει τον ελεύθερο χρόνο του και καρπός αυτής της απασχόλησής του είναι το παρόν πόνημα.

 

Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας

 

[…] Κομβικό σημείο για την παρακολούθηση της ίδρυσης, της ονομασίας και της διαδρομής μέσα στο χρόνο του οικισμού Γκέρμπεσι-Μιδέα της Αργολίδας είναι η δεύτερη Βενετοκρατία του Ναυπλίου (1686-1715), αφού σε επίσημο κείμενο της Βενετικής πολιτείας της περιόδου αυτής αναφέρεται για πρώτη φορά, το τοπωνύμιο «Γκέρμπεσι» ως όνομα ζευγολατείου. Με βάση όμως ιστορικά στοιχεία, θεωρώ ότι ο οικισμός Γκέρμπεσι είχε ιδρυθεί από αρβανίτες εποίκους κατά την περίοδο της πρώτης Ενετοκρατίας του Ναυπλίου…

Συνεπώς ο οικισμός Γκέρμπεσι υπάρχει ως οργανωμένο οικιστικό σύνολο τουλάχιστον από το 1805, αφού αναγνωρίζεται τόσο από τη Δημογεροντία όσο και από την Τουρκική πολιτειακή εξουσία ως συλλογικό φορολογικό υποκείμενο. Η διαδικασία όμως σχηματισμού του θα έπρεπε να είχε αρχίσει ενωρίτερα με τη μόνιμη εγκατάσταση βαθμηδόν κάποιου ελάχιστου αριθμού οικογενειών που δημιούργησαν στη Δημογεροντία και στην Τουρκική εξουσία την βεβαιότητα της μόνιμης ομαδικής οίκησης. Τον χρόνο όμως αυτόν, της μόνιμης δηλαδή εγκατάστασης οικογενειών στον τόπο μας, δεν τον γνωρίζουμε…

… Οι γυναίκες, αν ήσαν ανύπαντρες προσδιορίζονταν με το όνομά τους και το όνομα του πατέρα τους ενωμένο με το παρατσούκλι του, η Σοφία του ΚίτσιοΜαλλή. Εάν ήσαν παντρεμένες προσδιορίζονταν με το όνομά τους και το όνομα του συζύγου τους ενωμένο με το παρατσούκλι του, η Φωτεινή του ΓιάνΝταή…

… Τα παιδιά ήταν του πατέρα και ερωτώμενα τίνος είναι έπρεπε να απαντήσουν με το όνομα του πατέρα τους και ποτέ της μάνας. Εάν παρέβαιναν τον κανόνα, δέχονταν τις παρατηρήσεις των ηλικιωμένων. Θυμάμαι πως η γριά Τζιότζιλια ρώτησε την αδερφή μου, «Μωρή, ποιανού είσαι σύ; Της Φωτεινής του Νταή, απάντησε εκείνη και η ΓριάΤζιότζιλια, «Μωρή, πού σε βρήκε η Φωτεινή; Του ΓιάνhΝταή είσαι»…

 

Περιεχόμενα

  • Ο οικισμός Μιδέα
  • O οικισμός Γκέρμπεσι – Μιδέα της Αργολίδας, δημιουργία – ονομασία – εξέλιξη
  • Το Γκέρμπεσι ως οικωνύμιο ή εδαφωνύμιο στον ελλαδικό χώρο και στην Αλβανία
  • Η μυθική Μιδέα και η χωροθεσία της ακρόπολης
  • Γένη και σόγια  στο Γκέρμπεσι – Μιδέα της Αργολίδας
  • Παρατσούκλια και προσφωνήσεις γκερμπεσιωτών
  • Δημογραφική εξέλιξη του οικισμού Γκέρμπεσι – Μιδέα
  • Το Γκέρμπεσι και η Μιδέα στο θεσμό της τοπικής Αυτοδιοίκησης – Διοικητικές μεταβολές
  • Το κτηματολόγιο της κοινότητας Μιδέας
  • Τα διοικητικά όρια της κοινότητας Μιδέας
  • Τα εδαφωνύμια της κοινότητας Μιδέας
  • Οι εκλογικοί κατάλογοι για την εκλογή των βουλευτών του οικισμού Γκέρμπεσι του Δήμου Μηδείας των ετων-1844-1867-1871.
  • Ονομαστικός κατάλογος των εις τον Δήμον Μηδείας υπαρχόντων γεωργών ιθαγενών 1856 έτους
  • Αγορά εθνικών κτημάτων
  • Φωτογραφικό παράρτημα

 

Ο συγγραφέας του βιβλίου Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

 

Στην παρουσίαση του βιβλίου που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του Δημοτικού Σχολείου Μιδέας την Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018, μίλησαν για την έκδοση, Ο Γιάννης Δ. Μπάρτζης, Δρ. Φιλοσοφίας – Πρόεδρος επιτροπής της Εταιρείας Κορινθίων Συγγραφέων και ο Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, Συγγραφέας, του οποίου την ομιλία παραθέτουμε αυτούσια παρακάτω:

 

Υπάρχουν τόποι που είναι τυχεροί. Παρά την ερήμωση που γνώρισαν στην ιστορική τους διαδρομή είτε από πολέμους, είτε από τη μετανάστευση, ποτέ δεν ξεριζώθηκαν από την ψυχή των παιδιών τους που βρέθηκαν σε άλλους τόπους. Είναι τόποι τυχεροί, γιατί τα παιδιά τους ξαναγύρισαν και, ως αντίδωρο για τα παιδικά τους χρόνια, εκπληρώνουν μια καλά και βαθιά μέσα τους φυλαγμένη υπόσχεση: να αναδείξουν το πέρασμά του τόπου τους από την ιστορία, να μνημονεύσουν και να αφήσουν γραμμένα τα μέρη και τους ανθρώπους που τα κατοίκησαν και τους έδωσαν μορφή.

Τα τελευταία πέντε χρόνια όλο και περισσότεροι πολίτες αυτού του τόπου, αναζητούν με πάθος να ανακαλύψουν και να παρουσιάσουν δημόσια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ιδιαίτερων πατρίδων τους. Αναζητούν με ευαισθησία να μοιραστούν με όλους μας, τοπικές ιστορίες που μας βοηθούν να γνωρίσουμε, να συγκρίνουμε, να διακρίνουμε και τελικά να αναγνωρίσουμε μέσα από την ιδιαιτερότητα, όσα κοινά μας συνδέουν. Εκείνα που μας επιτρέπουν να ανακαλούμε στη μνήμη κοινούς τόπους και πολιτισμό, κοινή ταυτότητα και περπατησιά μέσα στην ιστορία.

Μόνο την τελευταία διετία παρουσιάστηκαν 4 μελέτες τοπικής ιστορίας και σήμερα έχουμε στα χέρια μας μια πέμπτη μελέτη που στις 526 σελίδες της καταγράφεται ένας κοινωνικός πλούτος άγνωστος μέχρι σήμερα! Μίλησα προηγουμένως για το πάθος του ερευνητή και το «Γκέρμπεσι» του Χρίστου Κώνστα είναι πραγματικά αποτέλεσμα αγάπης και πάθους για τον τόπο του. Ο συγγραφέας δεν πρέπει να μέτρησε χρόνο και κόπο για να φτάσει στο αποτέλεσμα αυτό. Χρησιμοποίησε όλες τις υπάρχουσες πηγές πληροφοριών και την επιτόπια έρευνα, ώστε να καταγράψει πλήθος στοιχείων για την οργάνωση της τοπικής κοινωνίας. Κυρίως όμως, για να μνημονεύσει τα ονόματα όλων εκείνων, γυναικών και ανδρών, ατόμων και οικογενειών, που έδωσαν υπόσταση, σάρκα και οστά, στον τόπο που ονομάστηκε Γκέρμπεσι και μετονομάστηκε σε Μιδέα. «Κανένας συγχωριανός», γράφει, «δεν αρνήθηκε να δώσει πληροφορίες». Λογικό αν σκεφτούμε πως οι κάτοικοι του χωριού έχουν στα χέρια τους μια ολοκληρωμένη γραπτή ιστορία του χωριού τους, δηλαδή της δικής τους ιστορίας.

Ταυτόχρονα, ο Χρίστος Κώνστας αναδεικνύει από τη μια τη σημασία των πληροφοριών που καταγράφονται σε μια επιτόπια έρευνα. Κοπιαστική αναζήτηση στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, σ’ εκείνα που διαθέτει η Μητρόπολη Αργολίδας και στα δημοτολόγια του Δήμου Μιδέας και των γύρω Δήμων, όπου η τύχη ανταμείβει τον κόπο του συγγραφέα με την εύρεση παλιών δημοτολογίων.

Από την άλλη, όπως λέω και γράφω στις περιπτώσεις αυτές, η έρευνα που έχετε στα χέρια σας αναδεικνύει τον ηρωισμό του ερευνητή να ψάχνει και να βρίσκει μέσα στα χαλάσματα της τοπικής ιστορίας σημαντικά στοιχεία για τη διαδρομή της. Ίσως και να είναι τυχαία η αναφορά του στις εκλογές όταν γράφει πως «ο τύπος της εποχής είναι γεμάτος από καταγγελίες αυθαιρεσιών των Δημάρχων…. την ηλικία των εκλογέων μπορεί και να την καθόριζαν οι Δήμαρχοι». Πως λοιπόν να μην γίνεται συστηματική καταστροφή των δημοτικών αρχείων σε σημείο που ιστορικοί Δήμοι, όπως ο Δήμος Άργους, να μην διαθέτουν ούτε μια σελίδα ιστορικού τους αρχείου!

Ακολούθησα με ενδιαφέρον τις δυο μεγάλες ιστορικές διαδρομές του χωριού: πριν και μετά τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους. Τα σημάδια του ως ζευγολατιό, δηλαδή, μικρό τσιφλίκι στα πλαίσια της Βενετικής κατάκτησης. Την ανάπτυξή του αυτοτελούς οικισμού ιδιαίτερα στην περίοδο της δεύτερης τουρκικής κατάκτησης. Ο συγγραφέας τοποθετεί στην πενταετία 1795-1800 την γέννηση του νεότερου οικισμού από Αλβανογενείς Έλληνες.

Όμως, η δεύτερη και πιο πλούσια ιστορική διαδρομή, πλούσια σε γεγονότα, πρόσωπα και στοιχεία κοινωνικής οργάνωσης, είναι εκείνη που ξεκινά το 1834 με το Κέρμπεσι του Δήμου Μιδείας, αναπτύσσεται στο Γκέρμπεσι της επαρχίας του Άργους το 1929 και καταλήγει το 2010 στη Μιδέα του Δήμου Ναυπλιέων. Παρά την προτροπή του συγγραφέα να μην χάσω το χρόνο μου με την ονοματολογία, τα γένη και τις οικογένειες που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας, εγώ έκανα το αντίθετο κερδίζοντας πολλά. Βέβαια, ένας ντόπιος αναγνώστης θα καταλάβει διαβάζοντας τα ονόματα για ποια πρόσωπα πρόκειται, για ποιες οικογένειες, που μένουν, πόσοι είναι, κλπ. Κάτι που εγώ και τώρα ακόμη, δεν είμαι σε θέση να κάνω. Άντλησα όμως πολλά στοιχεία για την εξέλιξη του τοπικού πληθυσμού, τις συνήθειές του, ακόμη και τις ενδυματολογικές, την οργάνωση της καθημερινότητάς του, αλλά και την αιμορραγία που υπέστη από τους πολέμους και τον εμφύλιο σπαραγμό, με περιγραφές μεγάλης αξίας που διέσωσε ο συγγραφέας.

Οι Γκερμπεσιώτες ασχολούνται κυρίως με τις καλλιέργειες και την κτηνοτροφία. Είναι αγρότες και βοσκοί. Η κοινωνική τους δομή στηρίζεται στην οικογένεια που διαμορφώνεται μέσω του γάμου που δεν ξεπερνά τα γεωγραφικά όρια της ευρύτερης περιοχής της κοινότητας. Άρα σπάνια παντρεύονται με άτομα, γυναίκες ή άνδρες, που προέρχονται από άλλα μέρη (Τρίπολη, Κόρινθο, Αθήνα, κλπ). Ταυτόχρονα όμως, οι κρυφές λεπτομέρειες του γάμου διαφωτίζουν μια σειρά κοινωνικών διευθετήσεων άμεσα συνδεδεμένων με τις αξίες της εποχής και την κοινωνική θέση της γυναίκας. Σημειώνω για παράδειγμα την περίπτωση της Βασιλικής Δ. Μπελόκα που παντρεύεται σε ηλικία 22 ετών τον εικοσιεξάχρονο Γεώργιο Ι. Δήμα και για να γίνει ο γάμος στο Γκέρμπεσι η νύφη δηλώνεται ως κάτοικος του χωριού. Ο συγγραφέας συμπεραίνει, μετά από έρευνα, «πως ο γαμπρός έκλεψε τη νύφη και επειδή, ίσως, οι γονείς της δεν έστεργαν στην τέλεση του γάμου, δήλωσαν τη νύφη κάτοικο Γκέρμπεσι και με τη μεσολάβηση του ΠαπαΛιλή πήραν την άδεια γάμου. Η λύση συνηθιζόταν, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος των γάμων γινόταν μετά από απαγωγή και η εκκλησία έκανε στραβά μάτια, προκειμένου να τακτοποιήσει το θέμα, αφού νύφη χρησιμοποιούμενη εκτός γάμου και ακουσμένη κανένας δεν δεχόταν να πάρει ως σύζυγο, ήταν η έσχατη ταπείνωση».

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο για την κοινωνική εξέλιξη του ονόματος αφορά στα γυναικεία ονόματα που, σε αντίθεση με τα ανδρικά, στηρίζουν περισσότερο παραδοσιακές επιλογές που σήμερα σπανίως ακούγονται: Γκόλφω, Αστερία, Μαριγώ, Ασημίνα, Γαρυφαλιά, Πολυτίμη, Διαμάντω, Πανούργια, Θεοχαρούλα, Τρισεύγενη, Ανδριάνα.

Ένδυση και κοινωνική διαφοροποίηση αποτελούν επίσης δυο ενδιαφέροντα στοιχεία για την οργάνωση της τοπικής κοινωνίας που φαίνεται να παρατηρούνται μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Αναφέρω το παράδειγμα του Σπ. Αργυρόπουλου με το παρατσούκλι Καλυμπάκης που γεννήθηκε το 1879 και απεβίωσε το 1960 για τον οποίο γράφει ο συγγραφέας πως «έπαιζε πίπιζα και φορούσε τα ρούχα των ποιμένων της Αρκαδίας». Δηλαδή απλός ρουχισμός σε γκρίζα χρώματα. Αντίθετα, ένα άλλο πρόσωπο του χωριού, ο μπαρμπα ΓιαννηΜάνθος φορούσε πάντοτε άσπρη φουστανέλα και μετακινιόταν  σε άσπρο άλογο με σέλα ώστε να δηλώνεται δημόσια, συμβολικά και πρακτικά, η οικονομική του ευρωστία.

Οι διαφοροποιήσεις και οι συγκρούσεις μεταξύ οικογενειών όχι μόνο δεν ήταν άγνωστες, αλλά αποτελούσαν και αίτιο χωρισμού των κατοίκων σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Να σημειώσω εδώ πως οι έριδες αυτές, εκτός από χαρακτηριστικό της φυλής των Ελλήνων όπως λέγεται, αποτέλεσαν και αίτιο που οδήγησε σε ακρότητες κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων και ιδιαίτερα του Εμφυλίου. Όμως έχουν και την αστεία τους πλευρά όπως στο παράδειγμα των Πουτσαραίων και Παπαγεωργοπουλαίων του Γκέρμπεσι οι οποίοι βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση και σύγκρουση.

Οι Παπαγεωργοπουλαίοι ήταν μια μεγάλη αριθμητικά και κοινωνικά οικογένεια της περιοχής. Τα στοιχεία που παραθέτει ο συγγραφέας είναι σημαντικά και ενισχυτικά της γενικότερης προσπάθειας που καταβάλλεται για την οικειοποίηση των λεγόμενων εθνικών γαιών από τις μεγάλες οικογένειες της απαρχής του νέου ελληνικού κράτους. Στην μεγάλην χρηματικήν θυσίαν του πατρός του για να βοηθήσει την Επανάστασιν, αναφέρεται ο Δημήτριος Γεωργίου Παπαγεωργόπουλος σε αίτηση που συντάσσει στο Ναύπλιο στις 18 Ιουνίου 1865 απευθυνόμενος στην επί των αμοιβών των αγωνιστών της πατρίδος επιτροπή και ζητώντας να του δοθεί ότι δίκαιο του αναλογούσε.

Το ίδιο ενδιαφέρουσες είναι οι περιγραφές και τα στοιχεία για τις αγορές δημοσίων κτημάτων σε δημοπρασίες που γίνονται στο Ναύπλιο και στον συνήθη τόπο των δημοπρασιών όπως αναφέρεται. Σημειώνω πως η διατύπωση αυτή διατηρήθηκε ακριβώς ίδια μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1970 με μοναδική διαφορά ότι ο συνήθης τόπος των δημοπρασιών που μάλλον ήταν ο Μεγάλος Πλάτανος της κεντρικής πλατείας, μεταφέρεται πλέον σε συγκεκριμένα καφενεία της πλατείας. Το ίδιο διαπιστώνουμε και σε άλλες πόλεις μεταξύ των οποίων και το Άργος.

Ο συγγραφέας μας υπενθυμίζει το ζήτημα των εθνικών γαιών που διαχειρίστηκαν οι πρώτες κυβερνήσεις του νέου ελληνικού κράτους, το ρόλο των πλούσιων οικογενειών με τις αγορές δημοσίων κτημάτων και, εξειδικεύοντας το ζήτημα στο Γκέρμπεσι, αναδεικνύει άγνωστες λεπτομέρειες των δημοπρασιών. Από την άποψη αυτή εξαιρετικά  ενδιαφέρουσα είναι και η αίτηση περί απαλλαγής εκ πολιτικής προικοδοτήσεως που αναφέρεται ολόκληρη στο βιβλίο. Πρόκειται για αγορά άγονου κτήματος, όπως αναφέρουν οι αγοραστές Παναγιώτης Παπαγεωργόπουλος και Α.Π. Γεωργίου από το οποίο θέλουν να απαλλαγούν οι αγοραστές και ζητούν, με αίτησή τους το 1846  από το Δημόσιο να το πάρει πίσω γράφοντας μεταξύ άλλων:

«Όταν κατά το έτος 1838 και 1839, εκποιούντο επί πολιτική προικοδοτήσει εθνικαί διαθέσιμοι γαίαι εις Ναύπλιον, ηθελήσαμεν και οι υποφαινόμενοι κάτοικοι και δημόται του Δήμου Μηδείας της αυτής επαρχίας … ν’ αγοράσωμεν τοιαύτας γαίας δια να ωφεληθώμεν από τους ευεργετικούς σκοπούς του περί προικοδοτήσεως των ελληνικών οικογενειών Νόμου, ακτήμονες όντες παντάπασι να ωφεληθώμεν, λέγομεν εκ της αγοράς ταύτης δια την ολιγότητα του χρεωλυσίου και τόκων, προς διατροφήν των πολυμελών δυο οικογενειών μας.… προς ημάς εστάθη ο όλεθρος και ευαρεστηθείτε παρακαλούμεν μετά δακρύων να εξετάσητε…».

Δάκρυα όμως έχυσε το Γκέρμπεσι πληρώνοντας τις επόμενες πολλές δεκαετίες το δικό του βαρύ φόρο αίματος ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Ήδη από τις επιχειρήσεις στη Μικρασία, τους Βαλκανικούς πολέμους και την Αλβανία του 40, πολλά παλληκάρια δεν γύρισαν πίσω ποτέ. Όμως η Κατοχή και ο Εμφύλιος όπως ήδη σημείωσα ήταν οι δυο πιο αιματοβαμμένες περίοδοι. Η αξία της έρευνας ενισχύεται ακόμη περισσότερο με τις συγκλονιστικές αναφορές στα θύματα και τις περιγραφές που διέσωσε ο Χρίστος Κώνστας. Αναφέρομαι για παράδειγμα στον Ηρακλή Ευσταθίου που με τη σούστα του πούλαγε κρασί στο Γκέρμπεσι και τα άλλα χωριά. Μια μέρα κατευθυνόμενος προς το Γκέρμπεσι πήρε μαζί του ένα Χελιώτη που πήγαινε πεζός και στην πλατεία του Μέρμπακα βρήκαν και πήραν τον ΚωτσηΡέππα μεθυσμένο.  Στην έξοδο του Μέρμπακα τους σταμάτησαν οι Γερμανοί λίγο πριν το σημερινό Γυμνάσιο και σκότωσαν τον Ηρακλή και τον Χελιώτη, ενώ ένας Γερμανός συμπότης του ΚωτσηΡέππα, τον πήρε μαζί του και τον έσωσε.

Άλλη περιγραφή ήταν εκείνη της εκτέλεσης του Μήτσιου Παπαγεωργόπουλου, όταν το 1944 τον περικύκλωσαν στο σπίτι του οι Γερμανοί. Εκείνος πήδηξε από το παράθυρο αλλά τον τραυμάτισαν και μετά από 100 μέτρα έπεσε μέσα στα σπαρτά όπου τον βρήκαν και τον εκτέλεσαν επί τόπου. Στο πλούσιο υλικό που παραθέτει ο Χρίστος Κώνστας υπάρχουν πολλές άλλες περιπτώσεις που μνημονεύονται από εκείνη τη δύσκολη περίοδο για το Γκέρμπεσι και τα γύρω χωριά αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα.

Σκληρός ήταν και ο μεταναστευτικός αποχωρισμός με πλήθος περιγραφών για χωριανούς που δεν ξέχασαν ποτέ το χωριό τους ή για άλλους που δεν γύρισαν ποτέ σ’ αυτό. Ο Αθανάσιος Δημητρίου Δήμας, για παράδειγμα,  μεταναστεύει το 1914 στην Αμερική. Εργάζεται στην κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου και έμελλε να μην ξαναδεί ποτέ το Γκέρμπεσι καθώς συνθλίβεται μεταξύ δυο βαγονιών και μάλιστα πεθαίνει μπροστά στα μάτια του συγχωριανού του Γεωργίου Ρέππα (Κολιάμη).

Ανάμεσα στις δεκάδες πληροφορίες που παρουσιάζονται στην έρευνα του Χρίστου Κώνστα είναι και οι οικονομικές-επιχειρηματικές ασχολίες κατοίκων του χωριού στην ευρύτερη περιοχή. Όσοι έχουν ασχοληθεί με τη βιομηχανική ιστορία της Αργολίδας βρίσκουν ενδιαφέροντα στοιχεία. Από τις οικογένειες των  Αναστάσιου και Ιωάννη Λέκκα – Μανθέων ιδρύονται στο Άργος, δυο από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες ψύχους (τα ψυγεία που λέμε απλά) στην Πελοπόννησο. Πρώτα ο γιος του μπαρμπα ΓιάνηΜάνθου Παναγιώτης, ο οποίος συνεταιρίζεται με τον Καράμπελα και ιδρύουν μονάδα παραγωγής πάγου και συντήρησης τροφίμων, η οποία θα εξελιχθεί στη γνωστή «Βιομηχανία ψύχους Καράμπελα» και το ίδιο συμβαίνει αργότερα με τη «Βιομηχανία ψύχους Λέκκα». Και οι δύο έχουν εγκατασταθεί σήμερα στη βιομηχανική ζώνη της Ν. Κίου.

Οι χώροι και οι άνθρωποι αποτελούν τα δυο βασικά στοιχεία κατασκευής της κοινωνικής πραγματικότητας. Οι άνθρωποι σημαδεύουν τους χώρους, αφήνουν τα αποτυπώματά τους, παράγουν δηλαδή ιστορία, πολιτισμό, με την εργασία τους, με τις σχέσεις ομόνοιας και αντιπαλότητας, με τα ήθη και τα έθιμά τους, ακόμη και με τις ενδυμασίες τους, τα τραγούδια και τους χορούς τους. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να λείψει από το λογαριασμό το ιδιαίτερο όνομα του καθενός, το παρατσούκλι του, που αποτελεί κάτι σαν κοινωνική συνθήκη που υποχρεώνει τους κατοίκους στο Γκέρμπεσι, στην Αργολίδα, την Ελλάδα και σε πολλά μέρη του κόσμου να προσδιορίζονται στο χώρο με ένα παρατσούκλι.

Σκωπτικός ή ειρωνικός ή απλά προσδιοριστικός από ένα επάγγελμα ή άλλο χαρακτηριστικό είναι τρόπος δημιουργίας των παρωνυμίων. Από όσα γνωρίζω, είναι η πρώτη φορά που ένας ερευνητής αναλαμβάνει μια συστηματική καταγραφή για τα παρατσούκλια του τόπου του. Τέσσερις σελίδες με παρατσούκλια περιλαμβάνει η έρευνα του Χρίστου Κώνστα «Στο Γκέρμπεσι ο καθένας και το παρατσούκλι του» γράφει, σημειώνοντας ταυτόχρονα την εφευρετικότητα και την ιδιαίτερη ικανότητα ορισμένων χωριανών να βαφτίζουν για δεύτερη φορά με παρατσούκλια τους συγχωριανούς τους.  Ανάμεσα στις πολλές αναφορές του συγγραφέα, κρατάω για παράδειγμα εκείνη του Κωνσταντίνου Ιωάννη Παπαγεωργόπουλου με το παρατσούκλι Τζίγκας που του το κόλλησαν οι Γκερμπεσιώτες γιατί του άρεσε να φτιάχνει ένα μουσικό όργανο από κορμό αραποσιτιού. Έκοβε κατά μήκος το φλοιό σε λεπτές χορδές διαφορετικού πλάτους και τις ανασήκωνε τοποθετώντας δυο ξυλάκια κάτω από τις χορδές. Το διαφορετικό πλάτος της χορδής εξασφάλιζε διάφορους μουσικούς τόνους και από το τζιγκ τζιγκ ρου έμεινε τζίγκας.

Τελειώνοντας αυτήν τη μικρή παρουσίαση, ελπίζοντας πως δεν σας κούρασα, αλλά πρέπει να σημειώσω πως μέσα στο βιβλίο του Χρίστου Κώνστα υπάρχει ένα δεύτερο βιβλίο: το φωτογραφικό του λεύκωμα. Εξίσου σημαντικό με το πρώτο καθώς όχι μόνο τα πρόσωπα, αλλά και η στάση τους, η ένδυσή τους, το όνομά τους, ο χώρος που φωτογραφίζονται αποτελούν σημαντικά στοιχεία για την κατανόηση της κοινωνικής οργάνωσης αλλά και πολύτιμο βοήθημα για τις μελλοντικές έρευνες.

 

Γεώργιος Κόνδης,

Δρ. Κοινωνικών Επιστημών – Συγγραφέας

 

Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας &  Πολιτισμού

Άργος, 2018 

Σελίδες 528 – Σχήμα 17Χ24

ISBN: 978-960-9650-21-2

 

Οι δημοδιδάσκαλοι του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων (1880-1899) | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων από τη σύστασή του (1829 – 1830) μέχρι και το έτος 1897 λειτουργούσε ως μονοτάξιο. Με εισήγηση του Εποπτικού Συμβουλίου του Νομού Αργολίδας και την υπ’ αριθμ. Ιστ΄/21 Οκτωβρίου 1897 πράξη του προάγεται σε 2/τάξιο, ενώ είχε 92 μαθητές. [1] Ήδη από 15/ετίας ο τότε Δήμαρχος Διδύμων Αντώνιος Παπαδήμας με την υπ’ αριθμ. 249/19 Αυγούστου 1882 αναφορά του προς τον Έπαρχο Σπετσών και Ερμιονίδος και σε απάντηση της υπ΄αριθμ.1155 διαταγής εκείνου, του αναφέρει ότι προ 10/μήνου δημοδιδάσκαλος στο σχολείο δεν έχει διοριστεί. Στη συνέχεια ο Έπαρχος με την υπ΄ αριθμ. 1257/25 Αυγούστου 1882 αναφορά του προς το «Επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργείον» ζητεί να «μεριμνήση» για τον διορισμό του δημοδιδασκάλου στην κενή θέση του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων. Το θέμα φαίνεται πως λύθηκε προσωρινά, γιατί οκτώ χρόνια αργότερα έχουμε επανάληψη των ίδιων γεγονότων.

Στις 20 Μαΐου 1890 ο δήμαρχος Διδύμων Α. Αντωνόπουλος υποβάλλει αναφορά την οποία υπογράφουν και 50 κάτοικοι του Δήμου «Προς την Βουλήν του Έθνους δια του αξιοτίμου Βουλευτού του Νομού Αργολιδοκορινθίας Κου Αγγέλου Γεωργαντά».[2] Με αυτή καθιστούσε γνωστό στην Εθνική αντιπροσωπεία την πλημμελή λειτουργία του Σχολείου τονίζοντας ότι:

Σε διάστημα δύο ετών έχουν μετατεθεί από το σχολείο οι δημοδιδάσκαλοι χωρίς αυτοί να αντικατασταθούν άμεσα. Έτσι το σχολείο για τρεις και τέσσερις μήνες παραμένει κλειστό. Αυτό έγινε και τον προηγούμενο χρόνο, με αποτέλεσμα οι 80 μαθητές να μη διδάσκονται κανονικά τα μαθήματά τους και ιδιαίτερα να βλάπτονται οι μαθητές εκείνοι που θέλουν να δώσουν εξετάσεις στο Ελληνικό Σχολείο. Είναι «κακόν μέγιστον και ολέθριον εις μίαν πρωτεύουσαν Δήμου εκ 1.400 περίπου ψυχών να μένη το Δημοτικόν Σχολείον εις αργίαν ένεκα των συχνών μεταθέσεων των Δημοδιδασκάλων… ενώ ο Δήμος ούτος αν και δεν επαρκή εις την συντήρησιν των αναγκών του πληρώνη προκαταβολικώς την εισφοράν υπέρ του ταμείου της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως ετησίως 1.325 δραχμών…».

Την αναφορά αυτή ο Πρόεδρος της Βουλής με το υπ΄ αριθμ. 100/26 Μαΐου 1890 έγγραφό του τη διεβίβασε «Εις το Υπουργείον Δημοσίας Εκπαιδεύσεως», το οποίο την παρέλαβε με αρ.πρωτ.6740/28 Μαΐου 1890.

Ωστόσο πρέπει να επισημάνουμε πως εξαιτίας των πολιτικών παρεμβάσεων και της ευκολίας με την οποία πραγματοποιούνταν οι υπηρεσιακές μεταβολές (διορισμοί, μεταθέσεις, απολύσεις κ.λπ.) αρκετά σχολεία της χώρας «έκλειναν» για μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ιδιαίτερα αυτό συνέβαινε στα σχολεία των Δήμων ορεινών περιοχών με δύσκολη πρόσβαση και μικρό αριθμό κατοίκων ή σε Δήμους με «νοσώδες κλίμα», που ευνοούσε τους «ελώδεις πυρετούς».

 

Διτάξιο Δημοτικό Σχολείο Διδύμων Αργολίδας, 1900. Δημοσιεύεται στο: Καλαφάτη, Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929), Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα, 1988.

 

Την ανωτέρω 20/ετία (1880-1899) οι δημοδιδάσκαλοι του Σχολείου για τους οποίους βρέθηκαν στοιχεία ήσαν οι εξής:

 

  • 1882: Νικόλαος Βεντούρης, Απόλυση

«Ως μη αναλαβόντα μέχρι σήμερον τα καθήκοντά του επιφυλασσόμενοι δια να διορίσωμεν αντ’ αυτού… καταλληλότερον».

Φ.Ε.Κ.149/29 Σεπτεμβρίου 1882 – Κοινοποίηση 30 Οκτωβρίου 1882.

  • 1885: Νικόλαος Πόγκας Β΄ τάξεως, Διορισμός

Πράξη Υπουργού 10736/31 Αυγούστου 1885

Φ.Ε.Κ.227/31 Αυγούστου 1885. Μηνιαίος μισθός 100 δραχμές.

Το 1887 ο Νικόλαος Πόγκας πήρε μετάθεση, με αίτησή του, από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο των Σπετσών (Φ.Ε.Κ.353/29 Δεκεμβρίου 1887 – Κοινοποίηση υπ. πρ.18843/30 Δεκεμβρίου 1887). Δεν γνωρίζουμε πόσο χρόνο παρέμεινε στις Σπέτσες πάντως το 1906 απολύθηκε από το Α΄ πλήρες Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Σπετσών «διότι υποβιβασθείς εν η θέσιν υπηρετεί εδήλωσεν ότι δεν αποδέχεται την επί βαθμώ κατωτέρω του πτυχίου του». Την απόλυσή του πραγματοποίησε το Εποπτικό Συμβούλιο Νομού Αργολίδος. Φ.Ε.Κ.14/18 Ιανουαρίου 1900 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 1209/19 Ιανουαρίου 1906.

  • 1886: Αμάνδραυλος(;), Β΄ τάξεως

Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο της Στυμφαλίας.

  • 1887: Κωνσταντίνος Παπαϊωάννου

Μετάθεση, με αίτησή του, στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων. Φ.Ε.Κ.353/29 Δεκεμβρίου 1887. Φ.Ε.Κ.353/29 Δεκεμβρίου 1887 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 18843/30 Δεκεμβρίου 1887. Προηγουμένως είχε τοποθετηθεί στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Στυμφαλίας, όπου δεν παρουσιάστηκε.

  • 1888: Κωνσταντίνος Παπασωτηρίου

Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων, με αίτησή του, στο αντίστοιχο Λαύκας του Δήμου Στυμφαλίας. Φ.Ε.Κ.23/1 Μαρτίου 1888 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 2458/8 Μαρτίου 1888. Μηνιαίος μισθός 80 δραχμές.

  • 1888: Αντώνιος Ηλ. Καλογήρου Β΄ τάξεως

Μετάθεση στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο τέλος σχεδόν της σχολικής χρονιάς, τον Απρίλιο του 1888, από το αντίστοιχο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Λυγουρίου. «Εκ των καλών διδασκάλων της νέας μεθόδου» της συνδιδακτικής.

  • 1888: Γεώργιος Παπαϊωάννου

Μετάθεση με την υπ΄ αριθμ. 15680/12 Νοεμβρίου 1888 πράξη του Υπουργού από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Ποταμιάς Ευβοίας στο αντίστοιχο των Διδύμων. Απόλυση στη συνέχεια από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων, γιατί κατά πληροφορία του «αρμοδίου Νομάρχου μετατεθείς δεν μετέβην εις την θέσιν του». Φ.Ε.Κ.15 Ιανουαρίου 1889 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 18256/26 Ιανουαρίου 1889.

  •  1889: Ιωάννης Φάφαλης

Διορισμός με σημείωμα πολιτικού παράγοντα «εις το αργούν Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων». Φ.Ε.Κ.27/1 Φεβρουαρίου 1889 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 1305/3 Φεβρουαρίου 1889.

  • 1890: Κ. Κόττας

Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Διδύμων στο αντίστοιχο Λουτρακίου με αίτησή του. (Φ.Ε.Κ.109/14 Μαΐου 1890).

  • 1890: Σπυρίδων Κανδηλώρας

Μετάθεση, με αίτησή του, από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο του Μενιδίου Δήμου Αχαρνών. Φ.Ε.Κ.293/12 Νοεμβρίου 1890 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 17757/14 Νοεμβρίου 1890. Μηνιαίος μισθός 100 δραχμές.

  • Ρήγας Παπαθανασίου, Τριτοβάθμιος

Μετάθεση από Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Σκοτεινής Δήμου Αλέας στο αντίστοιχο «αργούν» των Διδύμων με τη σύμφωνη γνώμη του Γενικού Επιθεωρητή Μ. Βρατσάνου. Φ.Ε.Κ.146/22 Μαΐου 1891 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 9372/25 Μαΐου 1891. Το 1892 ο Ρήγας Παπαθανασίου υπηρετεί στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων, όπως αναφέρεται στο «Μητρώον των εν τω Κράτει Δημοτικών Σχολείων».

  •  1893: Λουκάς Α. Ρόδης, Τριτοβάθμιος

Με αίτησή του μετάθεση από Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Σπετσών στο αντίστοιχο των Διδύμων. Φ.Ε.Κ.196/27 Ιουλίου 1893 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 21350/24 Σεπτεμβρίου 1893. Μηνιαίες αποδοχές 100 δραχμές.

  • 1893: Αθανάσιος (αναφέρεται και ως Απόστολος) Μητσάκος, Δευτεροβάθμιος

Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο «αργούν» Πασιά Χώνικα του Δήμου Προσυμναίων. Υπουργική πράξη 22626/23 Σεπτεμβρίου 1893 – Φ.Ε.Κ.196/27 Σεπτεμβρίου 1893. Μηνιαίος μισθός 120 δραχμές.

  • 1893: Πέτρος Κ. Παπαναστασίου

Μετάθεση από Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Γρανίτσας του Δήμου Νυμφασίας «εις το τριβάθμιον σχολείον του Δήμου Διδύμων». Φ.Ε.Κ.221/23 Οκτωβρίου 1893. Μηνιαίος μισθός 100 δραχμές. Το 1894 ο Πέτρος Παπαναστασίου παίρνει μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο Τατσίου Δήμου Αλέας. Υπουργική Πράξη 15542/31 Αυγούστου 1894 –  Φ.Ε.Κ.195/31 Αυγούστου 1894 με τις ίδιες μηνιαίες αποδοχές.

  • 1894: Δημήτριος Παπαδήμας

Τριτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος με καταγωγή από τα Δίδυμα. Πρώτος διορισμός στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων σύμφωνα με την υπ΄ αριθμ. 15546/31 Αυγούστου 1894 πράξη του αρμοδίου Υπουργού δημοσιευμένη στο Φ.Ε.Κ.195/3 Σεπτεμβρίου 1894. Μηνιαίος μισθός 100 δραχμές. Το επόμενο έτος, 1895, απολύθηκε σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νόμου ΒΠΖ(2087) και την υπουργική πράξη 14142/31 Αυγούστου 1895 «καταχωρηθείσα» στο Φ.Ε.Κ.209/4 Σεπτεμβρίου 1895. Στη συνέχεια έγινε ανάκληση της απόλυσης του Δημητρίου Παπαδήμα με την υπ΄ αριθμ. 15758/22 Σεπτεμβρίου 1845 πράξη του Υπουργού που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.230/23 Σεπτεμβρίου 1895. Μέχρι και την πρώτη 10/ετία του 20ου αιώνα ο Δημήτριος Παπαδήμας υπηρέτησε στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων, οπότε και απολύθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1908.

Θεωρούμε πως ο ανωτέρω δημοδιδάσκαλος είναι το ίδιο πρόσωπο που αναφέρεται στους απολυθέντες μαθητές της Γ΄ τάξης του Ελληνικού Σχολείου Ναυπλίου μαζί με τον έτερο διδυμιώτη μαθητή και μετέπειτα δημοδιδάσκαλο Γεώργιο Λ. Πέτρου, αδελφό του σπουδαίου γιατρού, Γιάννη Λ. Πέτρου. Τα προσωπικά στοιχεία που αναγράφονται στο Γενικό Έλεγχο είναι:

Δημήτριος Παπαδήμας, τόπος καταγωγής Δίδυμα, ετών 14, επάγγελμα πατέρα κτηματίας, βαθμολογία «Λίαν καλώς» 8.

Ημερομηνία Γενικού Ελέγχου 30 Ιουνίου 1889.

Σχολάρχης: Βαρθολομαίος Παναγιωτόπουλος.

  • 1898: Γεώργιος Παπαπροκοπίου

Τοποθετήθηκε από το Εποπτικό Συμβούλιο ως ο πρώτος Διευθυντής του 2/ταξίου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων με την υπ΄ αριθμ. ΙΘ΄/30 Σεπτεμβρίου 1898 πράξη του, αφού ο Δήμος δεν «ήθελε» να προτείνει κάποιον άλλον.

Ο ανωτέρω δημοδιδάσκαλος ήταν αρκετά ικανός, αφού είχε διοριστεί και στο Πρότυπο Σχολείο του Διδασκαλείου Πελοποννήσου (1890). Ήταν όμως εξαιρετικά εριστικός, φιλόνικος και με ιδιαίτερα «χαλαρή» επαγγελματική συνείδηση όπως αποδεικνύεται από τα σωζόμενα έγγραφα της υπηρεσιακής του θητείας. Από αυτά, άλλωστε, διαπιστώνεται ότι ο Γεώργιος Παπαπροκοπίου για πολλά χρόνια με τη συμπεριφορά του ταλαιπωρούσε τις προϊστάμενες αρχές, οι οποίες τον καλούσαν τακτικά σε απολογία και του «άλλαζαν» σχολεία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γ.Α.Κ.-Υ.Ε.Δ.Ε. Δ’ «Εποπτικόν Συμβούλιον Δημοτικής Εκπαιδεύσεως Νομού Αργολίδος», Θυρ.182, Υλικό αταξινόμητο.

[2] Ο Άγγελος Γεωργαντάς εκλεγόταν αρχικά βουλευτής της επαρχίας Άργους και στη συνέχεια του Νομού Αργολιδοκορινθίας. Συνολικά είχε εκλεγεί βουλευτής 5 φορές από το 1879 έως το 1895.

 

Πηγή:

Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Γ΄ και Υ.Ε.Δ.Ε. Δ΄ «Διορισμοί – μεταθέσεις, απολύσεις» – Υλικό αταξινόμητο.

 

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

 

«Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης  Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας» – Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας


 

Το νέο βιβλίο του φιλολόγου – πρ. Διευθυντή Λυκείου και συγγραφέα Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα, αφορά στον Κρανιδιώτη Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Κρέστα, γνωστό ως Παπαρσένη, που αγωνίστηκε για την Ανάσταση του Γένους, για ένα κόσμο όμορφο στην ψυχή, ζωντανό στη δράση και ελεύθερο στη σκέψη. Έκδοση: Δήμος Ερμιονίδας, 2018.

 

Στην πρώτη ενότητα του βιβλίου περιγράφεται συνοπτικά η ιστορική αναδρομή στο Κρανίδι μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, η οργανωτική διάρθρωση του Ελληνισμού για την Επανάσταση και η προεπαναστατική περίοδος στην κωμόπολη με τα βασικά στοιχεία.

Συγκεκριμένα, οι απαρχές  του  Κρανιδίου βρίσκονται στη Μεσοβυζαντινή περίοδο και κυρίως στα τέλη αυτής. Μάλιστα, στο  μεσημβρινό και δυτικό τμήμα της Επαρχίας Ερμιονίδας υπήρχαν διάσπαρτοι  αγροτικοί  οικισμοί, που μεταφέρθηκαν σιγά- σιγά προς τα ενδότερα της περιοχής και ιδιαίτερα   σ’ ένα βυζαντινό χωριό,  που διαμορφώθηκε αρχικά ως ένας οικιστικός πυρήνας γύρω από το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου(σήμερα Μητροπολιτικού ναού) και κοντά  στη «βρυσούλα», δηλ. στο «κρηνίδιον» (φυσική πηγή, που έχει νερό ακόμη και σήμερα) στην τοποθεσία  (ρέμα)  του  «Γραμματικού». Στο κέντρο της σχηματιζόμενης  χαράδρας γύρω από το εκκλησάκι κτίστηκε το ιστορικό Κρανίδι, που αναφέρεται πρώτη φορά σε  γραπτό κείμενο το έτος 1288, όταν ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄  Παλαιολόγος (1282-1328) παραχώρησε με χρυσόβουλλο στον Θεόδωρο Νομικόπουλο, αξιωματούχο  του Βυζαντινού κράτους,  το μικρό χωριό Κρανίδι με όλα τα γύρω κτήματα, για να τα καλλιεργεί με τη βοήθεια των ντόπιων κατοίκων και ταυτόχρονα να ασκεί τον έλεγχο και τη διοίκηση της περιοχής.

 

Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης)

 

Το Κρανίδι, κατά την περίοδο που εκτείνεται από τον 14ο  μέχρι τον 16ο  αιώνα, με τη μετεγκατάσταση Αρβανιτών στις λοφώδεις περιοχές περίγυρα του Κρανιδίου, αυτοδιαμορφώνεται σ’ ένα άθροισμα μικρών οικισμών, με οικιστικό και πυρηνικό κέντρο την εκκλησία του   Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Μόλις το 1530 αναδύεται στην Ερμιονίδα το μεγάλο και ανασυγκροτημένο Κρανίδι, αφού καταφεύγουν  σ’ αυτό για εγκατάσταση και άλλοι Αρβανίτες και Έλληνες από τα πεδινά μέρη, της Ναυπλίας, της Κυνουρίας, της δυτικής Αρκαδίας και άλλων περιοχών της Πελοποννήσου. Βέβαια, η πλειοψηφία των νεοφερμένων τότε εποίκων ήταν Αρβανίτες (εκχριστιανισμένοι Ιλλυριοί δωρικής καταγωγής) και για τούτο έδωσαν μεγαλύτερο τόνο με την παρουσία τους  στην περιοχή.

Κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας, Βενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας  το Κρανίδι ενδυναμώνεται  και κραταιώνεται, λόγω της ιδιάζουσας γεωγραφικής θέσης και της δυναμικότητας των νεοφερμένων κατοίκων.

Στα τέλη  του 15ου και στις αρχές του 16ου αιώνα, με την παράλληλη ανοικοδόμηση του μεγάλου οικισμού στο Κρανίδι, ιδρύθηκαν περίγυρα αρκετά μοναστικά κτίσματα, που μετατράπηκαν σε ενοριακούς ναούς του κεντρικού (πρωταρχικού) χωριού και των περιφερειακών οικισμών.  Κατά την περίοδο της της Β’ Ενετοκρατίας  συγκροτήθηκε το τιμάριο της Θερμησίας στην Ερμιονίδα με δέκα χωριά και οικισμούς. Στο τέλος του 18ου αιώνα (Τουρκοκρατία), το μικρό τμήμα της Ερμιονίδας αποσπάστηκε από το βιλαέτι του Ναυπλίου και αποτέλεσε το βιλαέτι του Κάτω Ναχαγιέ  (Κάτω επαρχίας).

Ο απελευθερωτικός Αγώνας του 1821 για την πραγματοποίησή του χρειάστηκε μια οργανωμένη προετοιμασία  για την αποτίναξη του από τον Οθωμανικό ζυγό. Έτσι, λοιπόν, ιδρύθηκε  η   μυστική πατριωτική οργάνωση, η επονομαζόμενη  Φιλική Εταιρεία, που στηρίχθηκε στη  διάχυτη αυτοπεποίθηση ότι η εθνική αποκατάσταση θα μπορούσε να στηριχθεί στο αγωνιστικό φρόνημα των Ελλήνων και όχι στη φιλανθρωπική διάθεση «των χριστιανών βασιλέων». Οι  διεργασίες και συνεννοήσεις των ιδρυτών, Εμμανουήλ Ξάνθου, Νικόλαου Σκουφά και Αθανάσιου Τσακάλωφ  στην Οδησσό κατέληξαν συμβολικά στις 14 Σεπτεμβρίου 1814  στην ίδρυση  της Φιλικής Εταιρείας.  Η  οργάνωση με την πάροδο του χρόνου είχε γνωστοποιήσει αρχικά το μήνυμα του ξεσηκωμού στον παροικιακό Ελληνισμό, ενώ οι «Απόστολοι» της Οργάνωσης, με εντολή της Ανώτατης Αρχής της Φιλικής Εταιρείας, έφθασαν στην Πελοπόννησο , για να μυήσουν Αρχιερείς, κληρικούς και των άλλων βαθμίδων, Καπεταναίους, Προκρίτους, Εφόρους και Δημογέροντες του τόπου.

Κατά την περίοδο των  Ορλωφικών (1770), με τη γνωστή αποτυχημένη επανάσταση των Ελλήνων το 1770,  ύστερα από υποκίνηση των  Ρώσων, το Κρανίδι δέχτηκε το 1772  επίθεση του Οθωμανού χιλιάρχου  Χαλήλ Τζαφερή Αγά για να τιμωρήσει τις προνομιούχες   κρανιδιώτικες οικογένειες, που αθέτησαν  την αφοσίωσή τους στο Σουλτάνο, γιατί τάχα τον πρόδωσαν, αφού έλαβαν μέρος στα Ορλωφικά. Ο Χαλήλ δεν βρήκε τις οικογένειες στη κωμόπολη, γιατί είχαν καταφύγει στο γειτονικό νησί των Σπετσών και ο Οθωμανός χιλίαρχος στις 26 Απριλίου 1772 πήγε στη δυτική πύλη της άλλοτε μικρότερης βυζαντινής εκκλησίας του Τιμίου Προδρόμου και κόλλησε το νέο φιρμάνι, με το οποίο αίρονταν τα προνόμια της ελευθερίας και της αυτονομίας, που είχαν δοθεί το 1715 στο Κρανίδι από τον Σουλτάνο Αχμέτ το Γ’,  την  περίοδο του Τουρκοβενετικού πολέμου. Από τότε οι Τούρκοι ονόμασαν το Κρανίδι   Κουρτ γιουβά (φωλιά λύκων).

Γενικότερα  στο Κρανίδι υπήρχε κατά την προεπαναστατική περίοδο μια έντονη δραστηριότητα και οι κάτοικοί του ήταν προετοιμασμένοι  ψυχολογικά και σωματικά για τον Αγώνα της Λευτεριάς, που σε λίγα χρόνια ξεκίνησε, γιατί είχαν τη δύναμη, το σθένος, αλλά και τη διπλωματική ευστροφία.  Επιπροσθέτως, ορισμένοι Κρανιδιώτες, εκτός από τον Αρχιμανδρίτη  Παπά  Αρσένη Κρέστα, είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, όπως ο Κωνσταντίνος Ζέρβας με τον βαθμό του ιερέα των Φιλικών, ο Αναγνώστης (Λογοθέτης) Ζέρβας και ο Βασίλειος Νόνης στον βαθμό του ιερέα των Φιλικών. Δεν έχουμε στοιχεία για το πότε μυήθηκαν στην Εταιρεία οι συμπολίτες τους Δημήτριος Μερεμέτης και Ιωάννης Όρσας.   Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, αγωνίστηκαν οι Κρανιδιώτες και οι Καστριώτες ή Καστρίτες (Ερμιονίτες) και στη θάλασσα, ενσωματωμένοι αρχικά στις ναυτικές δυνάμεις Σπετσιωτών και Υδραίων, ενώ ταυτόχρονα οι περισσότεροι έλαβαν μέρος και αγωνίστηκαν σθεναρά στις «κατά ξηράν» επιχειρήσεις.

 

Στη δεύτερη ενότητα σκιαγραφείται  ο Κρανιδιώτης παπά – Αρσένιος Κρέστας στα πρώτα  βήματα της  ζωής του μέχρι το 1818, ως ακολούθως.

 

Ο Αρσένιος  (Παπαρσένης) ήταν ένας σπουδαίος πολεμιστής του Αγώνα. Πατέρας ήταν ο  γεωργός Γεώργιος Κρέστας. Γεννήθηκε  στο Κρανίδι  το 1773 και έλαβε το όνομα Αλέξανδρος. Το επώνυμό του Κρέστας  είναι αρβανίτικη παραφθορά του ονόματος Χρήστος  ή Χρήστου (Κρήστος, Κρέστος, Κρέστας).

Αρχικά παρακολούθησε  τα εγκύκλια γράμματα  (γνώσεις) στο Κρανίδι, ως μαθητής ενός ιερέα – δασκάλου της εποχής εκείνης. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών και για ελάχιστο χρονικό διάστημα πήγε στην Αίγινα και εργάστηκε κοντά σ’ ένα έμπορο. Στη συνέχεια εντάχθηκε ως δόκιμος μοναχός στη Μονή Ζωοδόχου Πηγής του Πόρου, ύστερα από την γνωριμία του με τον Ηγούμενο. Ο δόκιμος μοναχός  Αλέξανδρος παρέμεινε ασκούμενος στο Μοναστήρι, ώσπου αργότερα χειροτονήθηκε  διάκονος από το Επίσκοπο Δαμαλών (Τροιζήνος) και μετονομάστηκε  Αρσένιος.

Η Μονή  της Ζωοδόχου Πηγής Κοιλάδας και των Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης, επειδή εκτίμησαν τη φιλομάθειά του και τη  ροπή προς τα γράμματα, τον έστειλαν για ανώτερη εκπαίδευση στην περίφημη σχολή της Δημητσάνας, που ανέδειξε επιφανείς κληρικούς με μεγάλα εκκλησιαστικά αξιώματα.  Κατόπιν, επιθυμώντας ευρύτερες σπουδές παρακολούθησε μαθήματα στη περίφημη Σχολή (Ακαδημία) των Κυδωνιών (Αϊβαλί Μικράς Ασίας). Μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή μετέβη στη Κωνσταντινούπολη, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έλαβε το οφφίκιο  του Αρχιμανδρίτη. Στη συνέχεια ο ιερομόναχος  Αρσένιος,  προικισμένος  ωσαύτως  με εκκλησιαστικές και νομικές γνώσεις προσελήφθη ως Γραμματέας στα γραφεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τοποθετήθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα σε εξωτερικές υποθέσεις κατά την προεπαναστατική περίοδο. Ο παπα – Αρσένης ήταν, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, κληρικός ευσεβέστατος  και προσηλωμένος στην πίστη προς τον Τριαδικό Θεό, καλός λειτουργός του Υψίστου, στρατιώτης του Σωτήρα Χριστού, αλλά και ατρόμητος, ριψοκίνδυνος, αγνός πατριώτης,  ιδεολόγος, εμφορούμενος από ακαταδάμαστη ανδρεία, γενναίος οπλαρχηγός αλλά και «πεπαιδευμένος και λόγιος, αγορεύων τρόπον τινά…». Επιπροσθέτως σημειώνουμε ότι ο Γέρος του Μοριά, μετά την μάχη στον Άγιο Σώστη και τον χαμό του Παπά  Αρσένη είπε: «Η Ελλάδα μας έχασε έναν εξαίρετο πολεμιστή και έναν ενάρετο κληρικό».

Λίγο πριν από το  1818 και μετά την πληροφόρηση για την Επανάσταση, όντας μέσα στα Πατριαρχικά Γραφεία, κατεβαίνει στο Κρανίδι, αναλαμβάνοντας  το έργο του δασκάλου στην ιδιαίτερη πατρίδα του και ταυτόχρονα του πνευματικού και του ιεροκήρυκα του Ευαγγελίου. Συνάμα, ασχολήθηκε με  την προπαρασκευή  για την απελευθέρωση του Έθνους και για τούτο  επισκέφθηκε τα νησιά  Σπέτσες και  Ύδρα, και συνεργάστηκε με τα γειτονικά χωριά   του Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), για να ενισχύσει τη θρησκευτική πίστη  και   να ενημερώσει  το λαό για τα νέα δεδομένα της προετοιμασίας για την Επανάσταση.

Στις 26 Νοεμβρίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία με το βαθμό του ιερέα των Φιλικών από το Σπετσιώτη πλοιοκτήτη, Φιλικό και πολιτικό   Γεώργιο Πάνου. Στο Αρχείο  Παναγιώτη Σέκερη αναφέρεται ως πνευματικός (εξομολόγος) των Σπετσών (πιθανότατα επιτελούσε και στο ιστορικό αυτό νησί το μυστήριο της εξομολογήσεως) και σημειώνεται  ότι ήταν 45 ετών.

Ακολουθεί η τρίτη ενότητα με τη δυναμική παρουσία του Αρχιμανδρίτη Αρσενίου Κρέστα (Παπαρσένη) στην έναρξη του Αγώνα της Παλιγγενεσίας. Μάλιστα, όταν εξερράγη η Επανάσταση ο Παπά Αρσένης Κρέστας ανεδείχθη οπλαρχηγός όχι μόνο των Κρανιδιωτών, αλλά και ολόκληρης της Επαρχίας Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), λόγω του κύρους και της  φήμης, που είχε αποκτήσει στην προαναφερόμενη περιοχή. Ο διορισμός  ως αρχηγού  της Ερμιονίδας υπογράφτηκε στην Ύδρα στις 25 Μαρτίου 1821 από τον Αναστ. Μπόταση, Ιων. Ορλάνδο, Ι. Μέξη, Γ. Κουντουριώτη, Λ. Κουντουριώτη, Γκίκα Μπόταση.  Από  άλλα κείμενα διαφαίνεται ότι η Επανάσταση στο Κρανίδι ξεκίνησε στις 27 Μαρτίου 1821 με παρόρμηση του Γκίκα Μπόταση (Κρανιδιώτη – Σπετσιώτη).

Ο Παπαρσένης ως αρχηγός, ύστερα από συνεννόηση με τους οπλαρχηγούς της περιοχής και του λοιπούς Καπεταναίους της Πελοποννήσου συγκαλεί τη Δημογεροντία Κρανιδίου την 1η Απριλίου 1821, η οποία διακήρυξε την ελευθερία και τη λήψη των όπλων, δίνοντας εντολή  στον Παπαρσένη να κινηθεί για την απελευθέρωση του Ναυπλίου και να αγωνιστεί, όπου η πατρίδα είχε ανάγκη (Ιστορικό οικογενειακό – κρανιδιώτικο έγγραφο). Στη συνέχεια έγινε επιστράτευση των Κατωναχαϊτών. Ο Παπαρσένης, πριν το ξεκίνημα για το πεδίο της μάχης, τελεί τη Θεία Λειτουργία στο  ναό της Πάνω Παναγίας (Σύναξη της Θεοτόκου) και μεταλαμβάνει όλα τα παλληκάρια, που είχαν ταχθεί  στο στρατιωτικό σώμα για την απελευθέρωση της πατρίδας. Τη ίδια ημέρα εξέδωσε τη διαταγή κινήσεως του στρατευομένων.

Στις  4 Απριλίου 1821 και ενώ το στράτευμα  κατέβαινε το καλντερίμι για το Γραμματικό μαζεύτηκαν στον υπαίθριο χώρο «Γκούρι Βιτόρεσε» (αρβανίτικη ντοπιολαλιά), την «Πέτρα της Βιτόρας» ή την «Πέτρα της Βικτωρίας» ή  «Πέτρα της Νίκης», και έδωσαν τον όρκο τους  στο σημείο  εκείνο, αφού προηγήθηκαν τα  χριστιανικά και φιλοπατριωτικά λόγια του θρυλικού Παπαρσένη.

 

Τέταρτη ενότητα

 

Στην τέταρτη ενότητα έχουμε την ιστορική περιήγηση και κριτική αποτίμηση στη συμμετοχή του Ιερομονάχου Παπαρσένη στις κοπιώδεις και ένοπλες εμπλοκές του κατά των Οθωμανών από το 1821 έως τα τέλη Νοεμβρίου του 1822. Με εντολή του Αρχηγού Παπαρσένη το εκστρατευτικό σώμα των  Κατωναχαϊτών ξεκίνησε μετά την ορκωμοσία στο Κρανίδι για το Ναύπλιο, χωρισμένο σε τρείς ομάδες από την ξηρά και σε τρεις ομάδες από τη θάλασσα με πλοία. Το σύνολο των ανδρών του αρχηγού Παπαρσένη πέρασε από τη Μονή Αυγού (Διδύμων) και παρέλαβαν  αρκετούς μοναχούς  με τον Ηγούμενο Διονύσιο. Κατόπιν, έφθασαν στο Κατζίγκρι (Άγιο Αδριανό Ναυπλίας) και σύστησαν με άλλες ελληνικές δυνάμεις την πρώτη πολιορκία του Ναυπλίου (4 Απριλίου 1821), ενώ ο Παπαρσένης με τους συμπατριώτες του (Κατωναχαΐτες) και άλλους οχυρώθηκε στην ανατολική πλευρά του Παλαμηδίου, αφοσιωμένος στην πολιορκία  και ένοπλη  σύγκρουση με τους Τούρκους  αδιάκοπα. Την επόμενη ημέρα της γιορτής του Πάσχα επιτέθηκαν οι Οθωμανοί ξαφνικά  στους Έλληνες, επωφελούμενοι την ευθυμία της Γιορτής και την  έλλειψη προετοιμασίας και αφού τους διεσκόρπισαν,  σκότωσαν ελαχίστους  και διέλυσαν την πολιορκία. Μετά από λίγο συνεστήθη άμεσα η δεύτερη πολιορκία Ναυπλίου, με προτροπή του Σπετσιώτη Γκίκα Μπόταση, που έφθασε στο  Άργος, ενθαρρύνοντας τους πολιορκητές με το Στάϊκο Σταϊκόπουλο,  τον Παπαρσένη και  άλλους, χορηγώντας σ’ αυτούς χρήματα και «πυριτοβόλα». Το Ελληνικό σώμα των πολιορκητών στρατοπέδευσε στο Κατζίγκρι και  στην Άρεια Ναυπλίας.

Στις 24 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης  Μουσταφάς στάλθηκε στο Άργος και  στρατοπέδευσε στο Κουτσοπόδι, για να πολιορκήσει το φρούριο του Άργους και να καταλάβει την πόλη. Τότε, οι κάτοικοι της πόλεως την 25ηΑπρλίου  1821, για να σωθούν, κατέφυγαν πίσω από την Ακρόπολη  του Άργους, άλλοι στη θέση των  Μύλων του Κεφαλαρίου και ο μεγαλύτερος αριθμός των αδυνάτων Ελλήνων στα δύσβατα μέρη με τους βάλτους και έτσι σώθηκαν.

Ο  Παπαρσένης ή Παπά Αρσένιος Κρέστας με Κρανιδιώτες Σπετσιώτες και Αργείους θέλησε να  αναχαιτίσει τον Κεχαγιάμπεη   στο φράγμα του ποταμού Ξηριά ή Ξεριά. Το φράγμα δεν άντεξε την ορμητικότητα των Τουρκαλβανών  του Κεχαγιάμπεη και οι Έλληνες τράπηκαν σε φυγή, καταφεύγοντας στα γύρω υψώματα. Ένα τμήμα Αργείων κατέφυγε στο Μοναστήρι της Μονής Κατακεκρυμμένης, μαζί με το Παπαρσένη τον πολέμαρχο  και τον Δημ. Τσώκρη. Ο Αρσένιος, αν και ήταν επικηρυγμένος από τον Κεχαγιάμπεη, διέσχισε ξιφήρης (έχοντας το ξίφος στο χέρι) με οκτώ παλληκάρια του το στρατόπεδο των εχθρών, χωρίς να γίνει αντιληπτός και σώθηκε από την άλλη πλευρά του Μοναστηριού.  Κατόπιν, ο Κεχαγιάμπεης πήγε ανενόχλητος στο Ναύπλιο και έλυσε την πολιορκία της πόλεως από τους Έλληνες για δεύτερη φορά.

Η τρίτη προσπάθεια πολιορκίας του Ναυπλίου αποκαταστάθηκε εκ νέου με εντολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αποστέλλοντας στο Ναύπλιο ως αρχηγό τον Νικήτα Σταματελόπουλο με 50 Καρυτινούς. Ο Νικήτας κατέβηκε στην Αργολίδα  τη 15η Μαΐου 1821 συνέστησε την πολιορκία Ναυπλίου για τρίτη φορά  με τον Παπά Αρσένιο Κρέστα, τον Στάΐκο  Σταϊκόπουλο και άλλους ντόπιους οπλαρχηγούς.

Η διευθέτηση του πολιορκητικού στρατεύματος έγινε ως ακολούθως:  Στο χωριό Μερζέ (Εξώστη) τοποθέτησε τον Παπαρσένη, στο Κατσίγκρι τον Σταϊκόπουλο, ενώ στο Κιόσκι και στο Κατόγλι έβαλε άλλους πολεμάρχους με τα αντίστοιχα ένοπλα σώματα. Στα τέλη Μαΐου 1821 μεγάλος αριθμός Τούρκων κατευθύνθηκαν προς το Κατόγλι για να μαζέψει γεννήματα, επειδή η πείνα  τους ταλαιπωρούσε.  Οι Έλληνες αναγκάστηκαν να αμυνθούν σθεναρά, αφού έσπευσαν για βοήθεια από τα νώτα  ο Νικήτας  Σταματελόπουλος,   με τον αδελφό του Νικόλαο, τον Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Κρέστα και άλλους, και αφού τους διέλυσαν,  τους έτρεψαν σε φυγή. Στο μεταξύ  ανέλαβε τα καθήκοντα η Πελοποννησιακή Γερουσία και θεώρησε αναγκαίο να ανακαλέσει τον Νικηταρά από τη διεύθυνση της πολιορκίας Ναυπλίου, στέλνοντας στη θέση του τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη.   

Από τις αρχές Ιουνίου 1821 και ενώ συνεχιζόταν η πολιορκία της Τριπολιτσάς, εκστρατευτικό ένοπλο τμήμα με 200 Κατωναχαΐτες (ενόπλους από την Ερμιονίδα) ξεκίνησε για την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, υπό την αρχηγία του Νικηταρά και τη διοίκηση του  Παπαρσένη, με σκοπό τη ενίσχυση του Οδυσσέα Ανδρούτσου, που αγωνιζόταν κατά των πασάδων Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ. Στη πολιορκία του Ναυπλίου τη θέση του Παπαρσένη ανέλαβε προσωρινά ο οπλαρχηγός Αναγνώστης Ζέρβας, που αργότερα εξελέγη μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας.

Είναι γεγονός ότι το κύριο βάρος του Αγώνα στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και κατ’ επέκταση στην Πελοπόννησο το κρατούσαν οι βόρειες περιοχές κοντά στην Πάρνηθα και η δίοδος της Κορίνθου. Είναι γνωστά τα Δερβένια του Κιθαιρώνα και της Πάρνηθας, τα επονομαζόμενα Δερβενοχώρια.  Στα μέσα Ιουνίου 1821 το στρατιωτικό τμήμα του Παπαρσένη αποστέλλεται και στρατοπεδεύει  στα μεγάλα δερβένια της Μεγαρίδας, προκειμένου να ανακόψει την πορεία του Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ από τη διάβαση του Ισθμού και την κάθοδό τους στην Πελοπόννησο. Στο σημείο εκείνο βρίσκονταν και άλλα ένοπλα σώματα, που στόχευαν να εξασφαλίσουν την επιτήρηση και τον έλεγχο των διόδων προς την Κορινθία , την Αργολίδα και την Τριπολιτσά.

Στα τέλη Νοεμβρίου 1821 κατέβηκε στο Άργος ο Δημήτριος Υψηλάντης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για να ρυθμίσουν καλύτερα με τους αρχηγούς της πολιορκίας Ναυπλίου  την άλωση των φρουρίων  της περιοχής με έφοδο.  Συνάμα οι  Οθωμανοί του Ναυπλίου αναχαιτίστηκαν δυναμικά από τους Έλληνες κατά τις εξόδους, που αποτόλμησαν  στις 3 και στις 14 Οκτωβρίου1821 από το Ναύπλιο. Κάποια στιγμή, στις 18 Νοεμβρίου 1821 οι διευθύνοντες την πολιορκία Ναυπλίου, Νικήτας Σταματελόπουλος και Παπαρσένης Κρέστας αποδέχθηκαν το προτεινόμενο σχέδιο με την άλωση «εξ εφόδου» του φιλέλληνα Ιλάρχου. Τελικά προτιμήθηκε η άμεσος  και ταχεία  έφοδος από ξηρά και από θάλασσα. Επακολούθησε η προετοιμασία και ο Δ. Υψηλάντης, που βρισκόταν κοντά στην περιοχή,  εξέδωσε σχετική Διαταγή προς του στρατιώτες.

Κατόπιν, στο χωριό Μερζέ (Εξώστη), πριν από την έφοδο στο Παλαμήδι έγινε θρησκευτική- εκκλησιαστική  και κατανυκτική δέηση από κληρικούς για τόνωση των αγωνιστών και κανονίστηκαν με Συμβούλιο των οπλαρχηγών και των πλοιάρχων τα της εφόδου από τα στρατιωτικά σώματα με τους αντίστοιχους αρχηγούς των ενόπλων τμημάτων. Εδώ αναφέρεται και το όνομα το Αρσενίου Κρέστα που μαζί με τον  Νικήτα, το Χρηστόπουλο, τον Ζαφειρόπουλο και τον Αποστόλη Κολοκοτρώνη θα προχωρούσαν προς την πόρτα της ξηράς του Κάστρου κατά το μέρος της Κιούπ  Τάπιας (πιθοειδούς προμαχώνα). Προετοιμάστηκε και τέθηκε σε εφαρμογή η  νέα έφοδος τη νύκτα της 3ης  προς την 4η  Δεκεμβρίου 1821  με την αρχηγία του Νικηταρά και την παρουσία του Δημ.  Υψηλάντη. Συμμετείχε, εκτός των άλλων, και ο Παπαρσένης από την ξηρά με τους 150 Κατωναχαΐτες και  έτσι, όπως είχε προγραμματιστεί, επρόκειτο να επιτεθούν μαζί με άλλους αγωνιστές στο σημείο ,που βρισκόταν η κλίμακα του Παλαμηδίου, γνωστή ως kup tabya, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο σχεδιασμό. Οι καιρικές συνθήκες με τους ανέμους και άλλες συγκυρίες δεν επέτρεψαν το συντονισμό των ελληνικών πλοιαρίων και η επίθεση απέτυχε. Η προσπάθεια παρουσίαζε πολλές δυσκολίες και κράτησε 4 ώρες. Έκτοτε, μετά την αποτυχία της εφόδου χαλάρωσε κάπως ο ασφυκτικός κλοιός της πολιορκίας.

Στις αρχές του 1822 η Ελληνική Κυβέρνηση προγραμμάτισε και ασχολήθηκε με τη διοργάνωση  εκστρατείας στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα,  με απώτερο στόχο την κατάληψη της Λαμίας. Διορίστηκε στην προσπάθεια αυτή ο Πρόεδρος του Βουλευτικού Δημ. Υψηλάντης και έστειλαν μαζί του τον Νικηταρά με τον συμμαχητή του Παπά Αρσένιο Κρέστα και τον Παναγιώτη Ζαφειρόπουλο με συνολικό αριθμό αγωνιστών 700 μαχητών. Συγκαλείται στη συνέχεια σύσκεψη του Υψηλάντη με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και όλους τους άλλους οπλαρχηγούς στην Κάτω Τιθορέα (Τουρκοχώρι). Εκεί καθορίστηκε το σχέδιο δράσης και την 1ηΑπριλίου 1822 έγινε απόβαση στον Αχινό, λίγα χιλιόμετρα από τη Στυλίδα. Οι Τούρκοι της Στυλίδας επιτίθενται και ηττώνται από τους Έλληνες και, σύμφωνα με το σχέδιο του Ανδρούτσου, καταλαμβάνεται η Στυλίδα και οι Έλληνες οχυρώνονται στο τόπο αυτό. Στις μάχες ανδραγάθησε και ο Παπαρσένης. Μάλιστα, ο Κρανιδιώτης οπλαρχηγός Αρσένιος συνεργάστηκε  στην Αγία Μαρίνα με ζήλο και τόλμη στο στρατιωτικό σώμα του Δημ. Υψηλάντη, του Ανδρούτσου και του Νικηταρά και έτσι καθηλώθηκαν οι δυνάμεις των Οθωμανών με 18.000 οπλίτες και κανόνια στο ίδιο σημείο για δύο εβδομάδες. Θετικό στοιχείο απ’ όλη αυτή την αγωνιστική επιχείρηση των Ελλήνων ήταν η επιβράδυνση καθόδου της στρατιάς του Δράμαλη στην Πελοπόννησο. Στο τέλος, επειδή δημιουργήθηκαν πολλές δυσκολίες και η υπόθεση ήταν χαμένη από αμέλεια του Ελληνικού παράγοντα,  με τέχνασμα   του Ανδρούτσου αποχώρησαν οι άνδρες του στρατιωτικού σώματος των Ελλήνων από  την Αγία Μαρίνα στις 15 Απριλίου 1822, με  τρικεριώτικα και λημνιώτικα πλοία.

Στις αρχές Ιουλίου 1822 ένας νέος σοβαρός κίνδυνος εμφανίστηκε για την Ελληνική Επανάσταση, με την επέλαση και κάθοδο του Μαχμούτ Πασά, γνωστού ως Δράμαλη στη Πελοπόννησο με τη πολυάριθμη στρατιά του. Ο Δράμαλης χωρίς να συναντήσει κάποια αντίσταση στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα έφθασε γρήγορα στις 6 Ιουλίου στην Κόρινθο, με σκοπό να ανακαταλάβει την Τριπολιτσά και να καταπνίξει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο.

Αρχικό στόχο έβαλε να λύσει την πολιορκία Ναυπλίου και για τούτο προχώρησε, χωρίς να  το έχουν προβλέψει ή ακόμη και αντιληφθεί οι ελληνικές δυνάμεις  προς το Άργος και στρατοπέδευσε 12  Ιουλίου έξω από την πόλη και την επόμενη μπήκε σ’ αυτήν. Στους Έλληνες δημιουργήθηκε αρχικά πανικός, αλλά έσωσε την κατάσταση ο Γέρος του Μοριά με δραστήρια και άμεσα μέτρα προς τρεις κατευθύνσεις, για να αυτοεγκλωβιστεί στο Αργολικό κάμπο ο Δράμαλης. Οι επαναστάτες Έλληνες κατέλαβαν θέσεις στο Κιβέρι, στο Κεφαλάρι, στην κώμη Ζαχαριά, στο Αγιονόρι και στα στενά των Δερβενακίων. Στις 10 Ιουλίου 1822  οργανώθηκε  ένα τμήμα του Ελληνικού στρατού με τη συγκρότηση του στρατιωτικού σώματος «των Δερβενακίων» υπό την αρχηγία του Νικηταρά, αποτελούμενο από 246 περίπου ενόπλους. Συνάμα, ένοπλα τμήματα Κατωναχαϊτών συγκρότησαν δυναμικές ομάδες  «κρούσης και άμυνας»  με τον Παπαρσένη, τους Μητσαίους ( Γιάννη και Σταμάτη από την Ερμιόνη) και τους Κρανιδιώτες Αν. Ζέρβα και Νικ.  Λάμπρου, που οχυρώθηκαν στο χωριό Στεφάνι έξω από τις Μυκήνες (Χαρβάτι), για να ελέγχουν τον ανεφοδιασμό του Δράμαλη από την Κόρινθο και κυρίως τα Δερβενάκια σε συνεργασία με τον Νικηταρά.   Ο Δράμαλης παγιδεύτηκε στο Άργος με τις μάχες γύρω από την ακρόπολη «Λάρισα», ώσπου τελικά αποφάσισε να γυρίσει στην Κόρινθο από τον ίδιο δρόμο, λόγω καταπόνησης του τουρκικού στρατού. Στην προσπάθειά του προσπάθησε να παραπλανήσει του Έλληνες, αλλά δε τα κατάφερε, γιατί ο Κολοκοτρώνης αντελήφθη τις προθέσεις του και τα σχέδια του.

Οι Τούρκοι αντιστέκονταν στην πολιορκία Ναυπλίου ως τον Ιούνιο του 1822 αλλά δεν άντεχαν πια και ο κλοιός των  Ελλήνων πολιορκητών  είχε γίνει ασφυκτικός. Το Μάιο του 1882 οι Τούρκοι του Ναυπλίου αποφάσισαν να στείλουν στο Σουλτάνο για βοήθεια τον ομοεθνή  τους Γιουσούφ Τσάπαρη (γνωστό στους Έλληνες).  Η ενέργεια αυτή απέτυχε και συνελήφθη από τους Έλληνες  στην Τήνο. Αιχμάλωτος των Ελλήνων, ο Γιουσούφ Τσάπαρης έστειλε επιστολή στους πολιορκημένους  στο Ναύπλιο και τους έπεισε να υπογράψουν έντιμη παράδοση. Η συμφωνία υπογράφτηκε ανάμεσα στις δύο πλευρές τη 18η Ιουνίου 1822, αλλά δεν εφαρμόστηκε, όταν έγινε γνωστό ότι  από τη Θεσσαλία κατέβαινε η μεγάλη στρατιά του Δράμαλη και οι Τούρκοι του Ναυπλίου αναθάρρησαν. Ο Δράμαλης τελικά θα φθάσει από το Άργος στο Ναύπλιο, θα λύσει την πολιορκία στις 12 Ιουλίου 1822 και θα  προσθέσει ακόμα επτακόσιους άνδρες στη φρουρά της πόλης του Ναυπλίου.

Ο σχεδιασμός επιστροφής του Δράμαλη στην Κόρινθο υπέπεσε στην αντίληψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και αμέσως έτρεξε να οχυρώσει τις καίριες θέσεις της πορείας Άργους – Κορίνθου. Στον Άγιο Σώστη έσπευσε με εντολή του Κολοκοτρώνη ο Νικηταράς, ο Παπά Αρσένιος Κρέστας, οι Μητσαίοι από την Ερμιόνη, ο Υδραίος Δημ. Κριεζής και άλλοι πολέμαρχοι, που κατέλαβαν στον Άγιο Σώστη την βραχώδη προς τα ανατολικά ισχυρή θέση του βορείου στενού.  Στις 26 Ιουλίου 1822 στο στενό του Δερβενακίου (Αγριλόβουνο και Παναγόρραχη) κοντά στον Άγιο Σώστη, οι Τούρκοι έπαθαν μεγάλη ζημιά και έχασαν 3.000 άτομα. Στη μάχη διακρίθηκαν εκτός από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο Δ.Υψηλάντης, ο Νικηταράς, ο Παπαρσένης Κρέστας και άλλοι οπλαρχηγοί. Η στρατιά του Δράμαλη βρήκε άλλη διέξοδο στη στενωπό του Αγιονορίου. Στο σημείο εκείνο  τον ανέμεναν ο Νικηταράς και ο Παπα- Αρσένιος Κρέστας αρχηγός των Κρανιδιωτών (αχώριστος συμμαχητής του), ο Παπαφλέσσας και ο Δ. Υψηλάντης, οι οποίοι προκάλεσαν στους αντιπάλους μεγάλη πανωλεθρία την 28η Ιουλίου 1822. Τελικά με όλες αυτές τις απώλειες έφθασε ηττημένος ο Δράμαλης στην Κόρινθο και στα τέλη Οκτωβρίου απεβίωσε.

Μετά   την εξόντωση  μεγάλου τμήματος της στρατιάς   του Δράμαλη από το «σώμα των Δερβενακίων» υπό την αρχηγία του Νικηταρά, στο στενό του Αγίου Σώστη (26 Ιουλίου1822) και στη μάχη     του Αγιονορίου (28 Ιουλίου1822),  ο Παπαρσένης, όντας μέλος του «σώματος των Δερβενακίων», μαζί με τους Κατωναχαΐτες στρατοπέδευσε και πάλι στο χωρίο Κατζίγκρι και πήρε μέρος για τελευταία φορά στην τέταρτη πολιορκία του Ναυπλίου. Ο ίδιος θα παραμείνει στο χρέος αυτό μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου 1828, όταν ο Ντελή Αχμέτ εφοδίασε κρυφά με τρόφιμα το Ναύπλιο, βρίσκοντας αφύλακτα τα στενά των Δερβενακίων. Τότε ο Κολοκοτρώνης δίνει εντολή να τοποθετηθούν  φρουρές στην περιοχή από τα μέσα Οκτωβρίου. Έτσι, λοιπόν, στο κυρίως (χωριό) Δερβενάκι οργανώθηκε καταυλισμός  φύλαξης και ελέγχου του οδικού περάσματος από 250 Αρκάδες, 100 άτομα από το Κουτσοπόδι  και ένα μικρό ένοπλο τμήμα Κρανιδιωτών με τον Παπαρσένη.

Μετά τον θάνατο του Δράμαλη τα υπολείμματα της στρατιάς ανέλαβε ο Ερήπ Αχμέτ  πασάς, αλλά  ουσιαστικά  ο Ντελή Αχμέτ, που κατόρθωσε επανειλημμένα να τροφοδοτήσει με κάποια ελάχιστα  εφόδια τους αποκλεισμένους Τούρκους στο Ναύπλιο από τις αρχές και τα μέσα Οκτωβρίου του 1822, βρίσκοντας αφύλακτα τα στενά των Δερβενακίων. Ο  Κολοκοτρώνης είχε υποπτευθεί ότι ο Ντελή Αχμέτ ετοιμαζόταν για μεγάλη κάθοδο από την Κόρινθο  στο Ναύπλιο με πλουσιοπάροχο εφοδιασμό των πολιορκουμένων και για τούτο έδωσε εντολή την 26η Νοεμβρίου 1822 να οχυρωθεί καλά  η περιοχή (Χάνι) της Κουρτέσας με άνδρες και πυροβολικό. Ως εκ τούτου, ετοίμασε ενστικτωδώς  την αποστολή 6.000 ανδρών για την επικείμενη δίοδο του Ντελή Αχμέτ στη στενωπό του Αγίου Σώστη, δίνοντας διαταγή στον Νικηταρά, στον Παπά Αρσένη Κρέστα  (Κρανιδιώτη),  στο Κολιό Μπακόπουλο    ή Δαρειώτη και τον Χατζηχρήστο να  οχυρωθούν στα κατάλληλα  σημεία των στενών, ώστε να εμποδίσουν την κάθοδο  των Τούρκων. Την φύλαξη του περάσματος ανέλαβαν ο Νικηταράς και ο γενναίος  κληρικός  Παπά Αρσένης Κρέστας.

Κατά την προγενέστερη ημέρα της μάχης επισκέφθηκαν την οχυρωματική θέση του Κολοκοτρώνη  ο Νικηταράς και ο Παπά Αρσένιος και κατά την επιστροφή τους πήγαν και οι δύο για φαγητό στο οχύρωμα του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Μετά την αναχώρησή τους από του Γενναίου, ο Παπά Αρσένιος  είπε στον Νικηταρά: «αύριο το κεφάλι μου θα μείνει εδώ. όμως σπειρί σιτάρι (δηλ, τρόφιμα) δεν θα περάσει δια το Ναύπλιον».

Το πρωινό της 27ης  Νοεμβρίου 1822 οι οχυρωμένοι Έλληνες υπό την αρχηγία του Νικηταρά και στο στενό του Αγίου Σώστη ήλθαν αντιμέτωποι για δύο ώρες  με τις δυνάμεις τού Ντελή Αχμέτ, αλλά οι αντίπαλοι δεν μπορούσαν να διεισδύσουν προς το Ναύπλιο και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αναμένοντας νέες εντολές.   Κάποια στιγμή τη νύκτα μια άλλη ομάδα 150 περίπου Οθωμανών κατάφερε να υπερφαλαγγίσει  την τοποθεσία  (Χάνι) Κουρτέσα, και έτσι διάβηκαν τη  νύκτα ένα μονοπάτι αφύλακτο,  που οδηγεί από  το χωριό Άγιο Βασίλειο, μέσα από τις κορυφές του Τρίκορφου, και κατάφεραν να φθάσουν στον Άγιο Σώστη (άλλοτε καθολικό Μονής),  αιφνιδιάζοντας με την επίθεσή τους τα οχυρώματα του Παπαρσένη και των λιγοστών παλληκαριών του, ενώ κινδύνευσε και ο Νικηταράς.

Στη σύγκρουση και στην προσπάθεια αυτή έπεσε στο πεδίο της μάχης  ο θρυλικός Παπά Αρσένιος Κρέστας, δεχόμενος κτύπημα με σφαίρα σε καίριο σημείο του σώματός του. Λίγο αργότερα, το στρατιωτικό τμήμα του Ντελή Αχμέτ βρήκε ισχυρή αντίσταση από τον ανιψιό του Παπά Αρσένη, τον Μαν. Γκλιάτη και το στρατιωτικό σώμα του Δ. Τσώκρη. Μάλιστα,  τα κεφάλια του Παπαρσένη και  του ανιψιού του Παντελή ή Μιχελή Χρυσίνα  τα κουβαλούσε ως τρόπαιο ένας Οθωμανός ιππέας.

Ο Φωτάκος, υπασπιστής του Κολοκοτρώνη τον καταδίωξε με κίνδυνο τα ζωής του και τον εξανάγκασε να πετάξει τα κεφάλια, τα  οποία περιμάζεψε και  τα πήγε στον Άγιο  Σώστη. Οι εχθρικές δυνάμεις εγκλωβίστηκαν και οπισθοχώρησαν, ενώ ο Ντελή Αχμέτ επέστρεψε στην Κόρινθο. Μετά τη μάχη ενταφίασαν με τιμές  τα σώματα των δύο αγωνιστών   Κρανιδιωτών πλησίον  του Ιερού Βήματος του ναού του Αγίου Σώστη. Η εξόδιος ακολουθία έγινε σύμφωνα με το εκκλησιαστικό τυπικό και ο Κολοκοτρώνης με το μεστό και βαρύ λόγο του έπλεξε το εγκώμιο του ηρωικού Κρανιδιώτη ιερωμένου και οπλαρχηγού της Επανάστασης. Μάλιστα, σε κάποια άλλη στιγμή τόνισε με έμφαση ότι «Ο Παπά Αρσένης Κρέστας άφησε μεγάλο κενό στον αγώνα τού Γένους, που ακολούθησε με το χαμό του».

Η επιτυχής έκβαση των γεγονότων στον Άγιο Σώστη Δερβενακίων επέφερε άμεσα την πτώση του Παλαμηδίου και την παράδοση του Ναυπλίου.  Την 3ηΔεκεμβρίου 1822 υπογράφτηκε η συνθήκη παράδοσης, χωρίς να βρίσκεται «εν ζωή»  ο Παπά Αρσένιος Κρέστας ένας από τους  πιο σημαντικούς οπλαρχηγούς της πολύχρονης και κοπιώδους  πολιορκίας του Ναυπλίου.

Στην πέμπτη ενότητα εκφράζεται παντοιοτρόπως η ευγνωμοσύνη και το ηθικό χρέος του Κρανιδιώτικου λαού προς τον γενναίο και ευσεβή ιερωμένο Παπά  Αρσένη  Κρέστα και η επισήμανση ότι αναδείχθηκε ως εθνομάρτυρας για τον Ελληνισμό  και ένας άσβεστος  και ακούραστος σηματοδότης της πορείας του Έθνους μας.

Στην έκτη ενότητα αναφέρονται συνοπτικά οι συναγωνιστές του Παπαρσένη στις επιχειρήσεις της Εθνεγερσίας και ο Επίλογος

Κατόπιν, ακολουθούν το Παράρτημα ιστορικών  κειμένων – εγγράφων και κειμηλίων, η Βιβλιογραφία, το Βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα και τα περιεχόμενα.

 

Ναύπλιο. Σε πρώτο πλάνο το μπούρτζι και στο βάθος το κάστρο του Άργους. Έργο του Γερμανού ζωγράφου Carl Anton Joseph Rottmann, περίπου το 1834. Υδατογραφία, 27.8 cm Χ 38 cm.

 

Ναύπλιο. Σε πρώτο πλάνο το μπούρτζι και στο βάθος το κάστρο του Άργους. Έργο του Γερμανού ζωγράφου Carl Anton Joseph Rottmann, περίπου το 1834. Υδατογραφία, 27.8 cm Χ 38 cm.

 

O Carl Rottmann (1797-1850), ένας από τους μεγάλους Γερμανούς ζωγράφους του 19ου αιώνα, επισκέφθηκε την Ελλάδα στα 1834-35, μαζί με τον αρχιτέκτονα Ludwig Lange, για να απαθανατίσει με τον χρωστήρα του την ελληνική γη και το ελληνικό φως. Έδωσε μια αληθινή εικόνα της Ελλάδος όπως ήταν τότε, και δίκαια έχει αποκληθεί ο «ζωγράφος της Ελλάδος». Υπήρξε ο ευνοημένος ζωγράφος τοπίων του Βασιλιά Λουδοβίκου του πρώτου.

 

Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017)


 

Ο ένατος τόμος των Ναυπλιακών Αναλέκτων περιλαμβάνει τα πρακτικά του συμποσίου που πραγματοποιήθηκε στο Ναύπλιο, το 2015, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 300 χρόνων από την πτώση του Ναυπλίου στους Τούρκους, το τέλος της βενετοκρατίας και γενικότερα της παρουσίας δυτικών κυριάρχων στην Πελοπόννησο.

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά(επ. επιμ.) Ευτυχία Λιάτα. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2016), έκδ. Δήμος Ναυπλιέων – Πνευματικό Ίδρυμα «Ι. Καποδίστριας», Ναύπλιο, 2017.

 

Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017)

 

Περιεχόμενα τόμου

 

  • Ευτυχία Δ. Λιάτα, Από την πρώτη στη δεύτερη βενετοκρατία: επισημάνσεις, σ. 29-40.
  • Μαρίνα Κουμανούδη, Επαμφοτερισμοί της Κυριάρχου στο Κράτος της Θάλασσας. Η διοίκηση του Ναυπλίου κατά την πρώτη βενετοκρατία (1388-1540),  σ. 41-82.
  • Αγγελική Τζαβάρα, Αρχειακές μαρτυρίες για το εμπόριο της σταφίδας στην περιοχή του Ναυπλίου (14ος-15ος αι.), σ. 83-100.
  • Κατερίνα Β. Κορρέ, Η Napoli di Romania των stradioti (15ος-16ος αι.): πώς ο αγώνας για την κατοχή του χώρου μετασχηματίζεται σε πατρίδα, σ. 101-118.
  • Χρήστος Τσενές, Οι Greghesche του 16ου αι., σ. 119-122.
  • Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Κοινωνία, κοινότητα και συγκρότηση ταυτοτήτων στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο δύο εποχών (1389-1540, 1686-1715), σ. 125-144.
  • Χρύσα Μαλτέζου, Προσωπογραφικά του Ναυπλίου την εποχή της βενετοκρατίας, σ. 145-154.
  • Κώστας Τσικνάκης, Το Ναύπλιο και τα σχέδια κατάληψής του στις παραμονές του τέταρτου βενετοτουρκικού πολέμου (1570-1573), σ. 155-175.
  • Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, Λόγιοι και χρονογράφοι, σ. 179-210.
  • Σωτήρης Κουτμάνης, Ναυπλιώτες στη Βενετία (16ος ‒ αρχές 18ου αι.). Η κοινότητα της διασποράς ως τοπική ιστορία, σ. 211-219.
  • Σπύρος Θ. Τακτικός, Η υπηρεσία της Δημόσιας Σιταποθήκης στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο (τέλη 17ου ‒ αρχές 18ου αι.), σ. 223-236.
  • Κατερίνα Κωνσταντινίδου, Νοσοκομειακοί θεσμοί στο βενετικό Ναύπλιο, σ. 237-256.
  • Αλέξης Μάλλιαρης, Η πόλη του Ναυπλίου κατά τη δεύτερη βενετική περίοδο (1686-1715), σ. 257-267.
  • Δέσποινα Στεφ. Μιχάλαγα, Εκκλησιαστικά του Ναυπλίου. Η Λατινική Αρχιεπισκοπή, σ. 271-286.
  • Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Στοιχεία της καθημερινότητας από το Ναύπλιο της δεύτερης βενετοκρατίας, σ. 287-298.
  • Ιωάννα Στεριώτου, Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου: διαχρονικός οδηγός για την ανάπτυξη του συστήματος των προμαχώνων (15ος-18ος αι.), σ. 301-312.
  • Αφροδίτη Κούρια, Οπτικές μαρτυρίες για το Ναύπλιο των Βενετών. Εικονογραφικά και μορφολογικά ζητήματα, σ. 313-326.
  • Δημήτριος Χ. Γεωργόπουλος, Η πολιορκία του Ναυπλίου το 1686 κατά Thomas Gaudiello (1688), σ. 327-330.
  • Αναστασία Βασιλείου, Κεραμική ιταλικών εργαστηρίων στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο, σ. 331-348.
  • Αγγελική Πανοπούλου, Το territorio του Ναυπλίου: Η διαχείριση των αγροτικών και των φυσικών πόρων (τέλη 17ου ‒ αρχές 18ου αι.), σ. 351-370.
  • Μαρία Βελιώτη, Ανταποκρίσεις των Γάλλων Προξένων περί Ναυπλίου (1692-1715)», σ. 371-384.

 

Μπορείτε να διαβάσετε την έκδοση σε μορφή pdf: Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017)

 

Έκθεση: «Άρωμα Γυναίκας στη Νεοελληνική Ζωγραφική». Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Ναύπλιο.   


 

Είκοσι εννέα εξαίρετοι πίνακες της νεοελληνικής ζωγραφικής, από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης και του Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη, παρουσιάζονται στην έκθεση, με σκοπό να προβάλουν την εικόνα της γυναίκας μέσα από αντιπροσωπευτικές προσωπογραφίες και ηθογραφικές σκηνές. Έργα των σημαντικότερων Ελλήνων ζωγράφων υψώνουν έναν ύμνο στη γυναίκα, ενώ παράλληλα μας μιλούν έμμεσα για τη θέση της μέσα στην ελληνική κοινωνία.

 

Άρωμα Γυναίκας στη Νεοελληνική Ζωγραφική

 

Στην έκθεση παρουσιάζονται έργα των ζωγράφων: Αριστείδη Οικονόμου, Γεώργιου Άβλιχου, Νικηφόρου Λύτρα, Νικολάου Γύζη, Γεώργιου Ιακωβίδη, Θεόδωρου Ράλλη, Iάκωβου Ρίζου, Παύλου Μαθιόπουλου, Περικλή Βυζάντιου, Θάλειας Φλωρά – Καραβία, Σοφίας Λασκαρίδου, Νικόλαου Λύτρα, Κωνσταντίνου Παρθένη, Γιάννη Μόραλη και πολλών άλλων καλλιτεχνών.

Επιμέλεια έκθεσης: Λαμπρινή Καρακούρτη-Ορφανοπούλου.

Διάρκεια: 21 Ιουνίου 2019  –  21 Μαρτίου 2020.

Διεύθυνση: Σιδηράς Μεραρχίας 23, Ναύπλιο – Τηλ.27520 21915, 21935.

 

Η επιμελήτρια της έκθεσης Λαμπρινή Καρακούρτη-Ορφανοπούλου (Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου, Υπεύθυνη Παραρτήματος της ΕΠΜΑΣ στο Ναύπλιο) γράφει για την έκθεση:

 

«Η έκθεση Άρωµα Γυναίκας στην Ελληνική Ζωγραφική παρουσιάζει την εικόνα της γυναίκας στη νεοελληνική τέχνη, µέσα από έργα Ελλήνων ζωγράφων του 19ου και του 20ού αιώνα που ανήκουν στις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου. Έργα που δίνουν στον επισκέπτη τη δυνατότητα να δει τις εκφάνσεις της νεοελληνικής τέχνης, μέσω της οποίας αναδεικνύεται η εικόνα της γυναίκας και ο κόσμος της.

Από τα πρώτα µετεπαναστατικά χρόνια, σε μια κοινωνία που επείγεται να ορίσει, να μορφοποιήσει και να προβάλει την ταυτότητά της, η προσωπογραφία ήταν προορισμένη να διαδραματίσει ρόλο καθοριστικό. Αποτελεί το βασικό µέσο για τη νοµιµοποίηση της κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας, τόσο των προσώπων όσο και των αξιών που αντιπροσωπεύουν.

Οι καλλιτέχνες Ανδρέας Κριεζής (1813-1877), ∆ιονύσιος Τσόκος (1820-1862) και Θεόδωρος Βρυζάκης (1819-1878) φιλοτεχνούν έργα που απεικονίζουν Ελληνίδες ντυμένες με περίτεχνες και καταστόλιστες εθνικές φορεσιές, τονίζοντας µε αυτόν τον τρόπο την εθνική τους ταυτότητα. Γρήγορα όµως τα πολύµορφα ευρωπαϊκά ενδύµατα κατακτούν τη νεοσύστατη ελληνική αστική κοινωνία και παραµερίζουν την εθνική παραδοσιακή φορεσιά.

Η ίδρυση του Σχολείου των Τεχνών το 1836 και η λειτουργία του Πανεπιστημίου το 1837, συμβάλλουν στην πνευματική ανάπτυξη της µικρής Ελλάδας και η τέχνη καλείται να αισθητοποιήσει τις φιλοδοξίες τής, υπό διαµόρφωση, αστικής τάξης. Στις προσωπογραφίες αυτές της πρώιµης αστικής κοινωνίας, η ενδυµασία αποτελεί µια σιωπηλή γλώσσα που αποκαλύπτει πολλά, όχι µόνο για τη γυναίκα που τη φοράει, αλλά και για το κοινωνικό σύνολο και το πολιτισµικό περιβάλλον στο οποίο ζει. Αυτό οδηγεί τους ζωγράφους να απεικονίζουν τις γυναίκες µε ωραίες πολυτελείς ενδυµασίες, περίτεχνα κοσµήµατα – αναπόσπαστα εξαρτήµατα της ενδυµασίας τους –, περιποιηµένη κόµµωση, επιδιώκοντας να τονίσουν την προσωπική και κοινωνική ταυτότητα των γυναικών προσδίνοντάς τους συγχρόνως κύρος και επίσηµο χαρακτήρα.

Οι ζωγράφοι Γεώργιος Μαργαρίτης (1814-1884), Αριστείδης Οικονόµου (1823-1887), Νικόλαος Κουνελάκης (1829-1869), Ιωάννης ∆ούκας (1841-1916), Γεώργιος Άβλιχος (1842-1909) µας δίνουν ενδιαφέρουσες εξιδανικευµένες προσωπογραφίες γυναικών, άλλοτε σύµφωνα µε το πνεύµα του κλασικισµού και άλλοτε σύµφωνα µε το πνεύµα του ροµαντισµού.

Από το δεύτερο µισό του 19ου αιώνα, οι κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες του αστικού εκσυγχρονισµού έχουν επίδραση στη θέση και τον κοινωνικό ρόλο της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία, στοιχείο που αναδεικνύεται και στην ελληνική τέχνη. Υπέροχα πορτρέτα της αστικής τάξης και των οικείων προσώπων των καλλιτεχνών μας δίνουν την εικόνα της μεγαλοαστής της εποχής του Χαρίλαου Τρικούπη σε όλο το μεγαλείο της.

 

Nικηφόρος Λύτρας (Πύργος Τήνου 1832 – Αθήνα 1904)
Αναμονή, π. 1895 – 1900
Λάδι σε μουσαμά, 68 x 50 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου
Κληροδότημα Απόστολου Χατζηαργύρη
Αρ. έργου 69.

 

Οι τρεις κορυφαίοι εκπρόσωποι της Σχολής του Μονάχου, ο Νικηφόρος Λύτρας (1832-1904), ο Νικόλαος Γύζης (1842-1901) και ο Γεώργιος Ιακωβίδης (1853-1932), θα οδηγήσουν την τέχνη της προσωπογραφίας στην πλήρη ωριμότητά της και θα τιμήσουν το είδος με μερικά αριστουργήματα. Θα διακριθούν ιδιαίτερα όμως στην ηθογραφία, που κυριαρχεί µετά το 1870, αναδεικνύοντας τον ιδιωτικό κόσµο της γυναίκας, όπου απεικονίζεται ως παιδίσκη, ως έφηβη, ως µητέρα. ∆εν παρουσιάζουν την πραγµατική εικόνα της Ελληνίδας κόρης, µητέρας-συζύγου, αλλά απεικονίζουν τα ήθη και έθιµα, την καθηµερινή ζωή της, µέσα στον ιδιωτικό της χώρο, µε σκοπό να συγκινήσουν και να ψυχαγωγήσουν τη νέα αστική τάξη, που είναι και η κύρια πελατεία τους.

 

Γεώργιος Ιακωβίδης (Χύδηρα Λέσβου1853- Αθήνα 1932)
Το γράμμα, 1916
Λάδι σε μουσαμά, 41 x 31 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου
Δωρεά Αργύρη Χατζηαργύρη
Αρ. έργου 1799

 

Στα ηθογραφικά έργα του Νικόλαου Γύζη (1842-1901) µε τίτλους Κου-κου και Ψυχοµάνα, τα οποία παρουσιάζονται στην έκθεση, προβάλλεται η γυναίκα-µητέρα ως πρότυπο αφοσίωσης και τονίζεται ο καθοριστικός της ρόλος στην ανατροφή των παιδιών. Στο έργο Κου-κου, που απεικονίζει την οικογένεια του καλλιτέχνη, αποτυπώνεται η σχέση µητέρας και παιδιού µέσα σε ατµόσφαιρα ευτυχίας, ενώ στο έργο Ψυχοµάνα τονίζεται η φιλάνθρωπη προθυµία µιας νεαρής µητέρας να βοηθήσει στην επιβίωση του ορφανού παιδιού. Πρόκειται για συνθέσεις συγκινησιακά φορτισµένες, στις οποίες ο Γύζης υµνεί την Ελληνίδα µάνα και παράλληλα αποδίδει εξαιρετικά τα πορτρέτα των προσώπων που συµµετέχουν στις σκηνές, αναπτύσσοντας τις καθαρά πλαστικές δυνατότητές του στο σχέδιο, το χρώµα και στη λειτουργία του φωτός.

 

Nικόλαος Γύζης ( Σκλαβοχώρι Τήνου 1842 – Μόναχο 1901)
Κου κου, 1882
Λάδι σε μουσαμά, 100 x 75 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου
Δωρεά Ανωνύμου στη μνήμη Δ. Τζιρακοπούλου
Αρ. έργου 3411.
Στο έργο Κου-κου, που απεικονίζει την οικογένεια του καλλιτέχνη, αποτυπώνεται η σχέση µητέρας και παιδιού µέσα σε ατµόσφαιρα ευτυχίας.

 

Στα τέλη του 19ου αιώνα αρκετοί καλλιτέχνες υπερβαίνουν τη φυσιοκρατική µορφολογική απόδοση και κινούνται στον χώρο των ιδεών και των συµβόλων. Ο Νικόλαος Γύζης (1842-1901) επηρεασµένος από τους ιδεαλιστές ζωγράφους του 19ου αιώνα, δηµιουργεί γυναικείες µορφές και τις συνδέει µε την αλληγορία µιας αφηρηµένης έννοιας. Χαρακτηριστικό έργο του είναι Οι ελευθέριες τέχνες µε τα πνεύµατά τους, στο οποίο εικονίζεται µια φτερωτή γυναικεία µορφή, η Μουσική, η µητέρα όλων των Τεχνών. Κρατάει λύρα, υψώνει θριαµβευτικά το δεξί της χέρι και συνοδεύεται από τα πνεύµατα των Τεχνών, τους µικρούς ερωτιδείς. Η σύνδεση της γυναικείας µορφής µε κάποιο µουσικό όργανο θα αποτελέσει αγαπηµένο µοτίβο αρκετών ιδεαλιστών καλλιτεχνών.

 

Νικόλαος Γύζης – «Ψυχομάνα».
Στο έργο Ψυχοµάνα τονίζεται η φιλάνθρωπη προθυµία µιας νεαρής µητέρας να βοηθήσει στην επιβίωση του ορφανού παιδιού.

 

Προς τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Ιάκωβος Ρίζος (1849-1926) και ο Παύλος Μαθιόπουλος (1876-1956) απεικονίζουν κοµψές γυναίκες της αθηναϊκής κοινωνίας σύμφωνα με το ύφος και την αισθητική της belle époque.

 

Μαθιόπουλος Παύλος (Αθήνα 1876 – Αθήνα 1956), «Καθιστή γυναίκα». Παστέλ σε χαρτόνι, 90×68 εκ. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη.

 

Η γυναίκα από τα τέλη του 19ου αιώνα, µέσω της πνευµατικής της χειραφέτησης, επαναπροσδιορίζει τη θέση της µέσα στην οικογένεια και στην κοινωνία, µε αδιάψευστο µάρτυρα την ίδια την τέχνη, που απεικονίζει την εικόνα της “Νέας Γυναίκας”. Τα πορτρέτα λόγιων γυναικών, αλλά και ηθοποιών αποτελούν ένα ευδιάκριτο γυναικείο θεµατικό σύνολο στη ζωγραφική παραγωγή των καλλιτεχνών, προβάλλοντας τον ρόλο της γυναίκας-δηµιουργού. Η Σοφία Λασκαρίδου και η Θάλεια Φλωρά-Καραβία αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα Ελληνίδων καλλιτεχνών, που είχαν την τύχη να γεννηθούν και να ανατραφούν σε οικογένειες µε αντισυµβατικές για τα δεδοµένα αντιλήψεις. Αντιπροσωπευτικό έργο της ενότητας αυτής, αποτελεί το πορτρέτο της Ηθοποιού Κυβέλης από τη Θάλεια Φλωρά-Καραβία (1871-1960).

 

Θάλεια Φλωρά Καραβία (Σιάτιστα 1871 – Αθήνα 1960)
Η ηθοποιός Κυβέλη, 1931
Λάδι σε μουσαμά, 139 x 104 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου
Δωρεά των κληρονόμων της Κυβέλης
Αρ. έργου 5583.

 

Στις αρχές του 20ού αιώνα στη νεοελληνική τέχνη, οι ανανεωτικές τάσεις που είχαν αρχίσει να διαµορφώνονται από τα τέλη του 19ου αιώνα, είχαν προετοιµάσει το κοινό να δεχτεί ακόµα πιο πρωτοπόρες τεχνοτροπίες. Ταυτόχρονα, η βαθµιαία αστικοποίηση του κράτους, σε συνδυασµό µε την εµφάνιση του Ελευθέριου Βενιζέλου στην πολιτική ζωή, θερµού υποστηριχτή των νέων καλλιτεχνικών ρευµάτων, εδραιώνει το καινούριο πνεύµα στην ελληνική ζωγραφική. Η υποχώρηση της φυσιοκρατικής περιγραφής και η αναζήτηση της ατοµικότητας µε την κυριαρχία της δηµιουργικής χειρονοµίας του ζωγράφου είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του µοντερνισµού.

Εξαίρετο γυναικείο πορτρέτο, στο οποίο ενσωµατώνονται τα µηνύµατα του ευρωπαϊκού µοντερνισµού και η αναζήτηση της ατοµικής αλήθειας αποτελεί η Προσωπογραφία δίδος Μ. Χορς του Νικόλαου Λύτρα (1883-1927), µία από τις ωραιότερες προσωπογραφίες της µοντέρνας τέχνης, προβάλλοντας και τονίζοντας την εικόνα της “Νέας Γυναίκας”, που µε θαρραλέο βλέµµα και µε αυτοπεποίθηση κοιτά τον θεατή.

 

Νίκος Λύτρας (Αθήνα 1883 – Αθήνα 1927)
Προσωπογραφία δίδος Μ. Χορς, π. 1916 – 1917
Λάδι σε μουσαμά, 110 x 84 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου
Αρ. έργου 496.

 

Την περίοδο του Μεσοπολέµου η ζωγραφική γίνεται ανθρωποκεντρική και οι Έλληνες καλλιτέχνες µετά τα µεγάλα ηθικά, κοινωνικά και οικονοµικά προβλήµατα που δηµιούργησε η Μικρασιατική Καταστροφή, αναζητούν στην παράδοση αξίες που γίνονται πρότυπα. Σε αυτήν την παράδοση ψάχνουν να διατηρήσουν την αυθεντικότητά τους, την “ελληνικότητά” τους, συµπαρατάσσοντας ή διαχωρίζοντας στοιχεία από τη σύγχρονη ευρωπαϊκή τέχνη. Απεικονίζουν τη γυναίκα µε µια πολυφωνία εκφραστικών τρόπων, σύµφωνα µε τα πρότυπα του µοντερνισµού και µε χαρακτηριστικά που έρχονται σε αντίθεση µε εκείνα των γυναικών του 19ου αιώνα.

Ο Κωνσταντίνος Παρθένης (1878-1967), µία από τις σηµαντικές µορφές της ελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα, µας έδωσε µε πρωτότυπες εικαστικές µορφές τις κυρίαρχες ιδεολογικές αναζητήσεις της κοινωνίας. Μετά το 1920 έγινε ο “επίσηµος” προσωπογράφος της ανερχόµενης εύπορης προοδευτικής κοινωνίας της Αθήνας. Το Πορτρέτο της Αριστοβούλης Λοπρέστη, µε το οποίο συµµετείχε στη διεθνή έκθεση της Βενετίας, στην Μπιενάλε (1934), αποτελεί προσπάθεια διείσδυσης στα βάθη της ψυχής της απεικονιζόµενης, την οποία πετυχαίνει µε την τρυφερή µατιά και τη συγκέντρωση στο ουσιώδες.

Αντιπροσωπευτικό έργο αυτής της περιόδου είναι και η Προσωπογραφία της Φρόσως Σκουµπουρδή, του Περικλή Βυζάντιου (1893-1972), που απεικονίζει τη γυναίκα σε πλάγια στάση, κοντά µαλλιά, απλό ντύσιµο, αγέρωχη στάση, να κρατά βιβλίο – στοιχείο πνευµατικής χειραφέτησης– και να κοιτά τον θεατή γεµάτη αυτοπεποίθηση, χωρίς καµία συστολή. Αλλά και η Αυτοπροσωπογραφία της Αγλαΐας Παπά (1904-1984) αποτελεί µια εικόνα της γυναίκας δηµιουργού την περίοδο του αστικού εκσυγχρονισµού του Μεσοπολέµου, στην οποία η ζωγράφος προσπάθησε να διεισδύσει στις εσωτερικές πτυχές της προσωπικότητάς της µέσω µιας δυναµικής σύνθεσης.

Στην έκθεση παρουσιάζονται επίσης έργα των Νίκου Νικολάου (1909-1986), Γιώργου Σικελιώτη (1917-1984), Γιάννη Τσαρούχη (1910-1989), Γιάννη Μόραλη (1916-2009), Γιώργου Μαυροΐδη (1912-2003), ζωγράφων που επηρέασαν τη µεταπολεµική αισθητική της Ελλάδας.

Η ελληνοκεντρική ιδεολογία της Γενιάς του Τριάντα άφησε βαθιά τη σφραγίδα της στη νεοελληνική τέχνη, επηρεάζοντας πολλούς νεότερους επιγόνους, όπως οι Αλέκος Φασιανός (1935) και Βασίλης Σπεράντζας (1938) που αποδίδουν τη γυναίκα με μια ιδιαίτερη μορφοπλαστική γλώσσα, με έναν προσωπικό συμβολισμό. Αλλά και ο Δημήτρης Μυταράς (1934 -2017) μεταμορφώνει με πρωτόγνωρη ζωντάνια τις θεατρικές γυναικείες μορφές του, που προκαλούν την εντύπωση της γυναίκας των ονείρων μας.

Οι αφαιρετικές τάσεις και οι πρωτοποριακές αναζητήσεις των πιο τολμηρών καλλιτεχνών δεν καταφέρνουν να εκτοπίσουν την παραστατική ζωγραφική που επιβιώνει ανανεωμένη και πολύμορφη τη δεκαετία του ’70. Οι καλλιτέχνες Χρίστος Καράς (1930), Σαράντης Καραβούζης (1938-2011) και Αχιλλέας Δρούγκας (1940) δημιουργούν ποιητικές – φανταστικές συνθέσεις, τις οποίες εμψυχώνει ο μύθος της γυναίκας. Οι ζωγράφοι Σωτήρης Σόρογκας (1936), Χρόνης Μπότσογλου (1941) και Εδουάρδος Σακαγιάν (1957), απεικονίζουν τη μητέρα τους από διαφορετικές εικαστικές αφετηρίες· με μια βιωματική, αμφίσημη ζωγραφική γλώσσα, προκαλούν το βλέμμα του θεατή ενεργοποιώντας τη συγκίνηση και τον στοχασμό για το πρόσωπο της μητέρας.

Ο Παναγιώτης Τέτσης (1925-2016) αλλά και οι νεότεροι Στέφανος Δασκαλάκης (1952), Χρήστος Μποκόρος (1956) και Γιώργος Ρόρρης (1963), ενθαρρυμένοι από το πνεύμα ανεξιθρησκίας του μεταμοντερνισμού υποστήριξαν την παραστατική ζωγραφική και  μας  δίνουν υπέροχα πορτρέτα γυναικών, με πλούσια και τολμηρά χρώματα.

Την αποκάλυψη της αλήθειας της γυναικείας μορφής επιδιώκουν ο Μιχάλης Μανουσάκης (1953), με την ιδιαίτερη προσωπική γραφή του, ο Σάββας Γεωργιάδης (1975), μέσα από τα υπερμεγέθη, αινιγματικά γυναικεία πρόσωπα και η Μαρία Φιλοπούλου (1964) με το Γυμνό της, ως εικαστικός τόπος εσωτερικής ομορφιάς και κάθαρσης κάτω από το ζωογόνο φως της Μεσογείου.

Μέσα από την εικαστική αυτή περιήγηση, γίνεται αυταπόδεικτο πως η γυναίκα υπήρξε ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες από καταβολής της νεοελληνικής τέχνης, επιτρέποντάς μας να παρακολουθήσουμε την πολύπλευρη εικόνα των αισθητικών τάσεων και τις διαφορετικές εικαστικές αφετηρίες των Ελλήνων δημιουργών» καταλήγει η Λαµπρινή Καρακούρτη – Ορφανοπούλου.

 

 

Με αφορμή ένα …γράμμα – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Ο Γιάννης Σπετσιώτης ανακαλύπτει μια επιστολή του αειμνήστου εκπαιδευτικού και συγγραφέα Απόστολου Γκάτσου, προς τον Γιάννη Βλαχογιάννη και μας την κοινοποιεί με την ευχή να διαφυλάξουμε, να διασώσουμε και να αξιοποιήσουμε την παράδοση κάθε τόπου.   

 

Ένιωσα ιδιαίτερη έκπληξη, χαρά και συγκίνηση όταν πριν από λίγους μήνες, καθώς φυλλομετρούσα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους φακέλους με λαογραφικό περιεχόμενο, βρήκα ένα γράμμα του «δασκάλου μας» Απόστολου Γκάτσου. Ο αείμνηστος Πρόεδρος του Ερμιονικού Συνδέσμου το έστελνε στον Γιάννη Βλαχογιάννη με ημερομηνία 21 Αυγούστου 1933, ενώ ήταν φοιτητής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με την επιστολή του, γραμμένη με σεβασμό, ενημέρωνε τον διακεκριμένο ιστορικό και συγγραφέα πως, ως τακτικός αναγνώστης της επιφυλλίδας του στην εφημερίδα «ΠΡΩΪΑ», διάβασε με πολύ ενδιαφέρον το θέμα της «προηγούμενης Κυριακής» με τον τίτλο «Προσωπίδα». Σ΄ αυτή ο Γιάννης Βλαχογιάννης αναφερόταν στη λεπτή, αμνιακή μεμβράνη – προσωπίδα – που κάποιες φορές επικάθεται στο πρόσωπο του βρέφους την ώρα της γέννησης. [1]

Καθώς δε το θέμα ήταν ιδιαιτέρως ευχάριστο, σημείωνε ο «κυρ-Απόστολος», το διάβαζα δυνατά για να το ακούν και οι «ηλικιωμένες» Ερμιονίτισσες που βρίσκονταν στη συντροφιά μου. Όταν τελείωσα την ανάγνωση, δυο απ’ αυτές αναφέρθηκαν σ’ ένα σημαντικό τοπικό έθιμο, σήμερα ολότελα ξεχασμένο, σχετικό με τον ομφάλιο λώρο, «τη λουρίδα του αφαλού», όπως τον αποκαλείτε στην επιφυλλίδα σας. Σύμφωνα, λοιπόν, με την περιγραφή τους για να ξεραθεί ο λώρος γρηγορότερα τον πασπαλίζουν με στάχτη και καφέ. Όταν τελικά αποκοπεί τον ρίχνουν για τροφή σε κόκορα πιστεύοντας πως η επόμενη γέννα θα φέρει αγόρι ή σε κότα, αν το ζευγάρι επιθυμεί κορίτσι.

 

Με αφορμή ένα …γράμμα

 

Τελειώνοντας την ανάγνωση της επιστολής αναλογίστηκα από πόσο «μακριά» ερχόταν η διήγηση αυτή! Πόσα τέτοια λαογραφικά στοιχεία, πόσα ήθη και έθιμα, παραδόσεις, μουσικές, τραγούδια, γλωσσικά ιδιώματα, συνήθειες, φωτογραφίες, χειρόγραφα, βιβλία, εργαλεία, σκεύη και άλλα πολύτιμα πετράδια του τοπικού μας πολιτισμού έχουν χαθεί στο διάβα του χρόνου…

Μακάρι όσα έχουν απομείνει να τα διαφυλάξουμε, να τα συντηρήσουμε και κατάλληλα να τα αξιοποιήσουμε. Το χρωστάμε σ’ αυτούς που μας τα παρέδωσαν, στους εαυτούς μας, στους νέους και τις νέες της Ερμιόνης και σε όσους στο μέλλον αγαπήσουν και κατοικήσουν αυτόν τον τόπο!

 

Υποσημείωση


[1] Στη λαϊκή μας παράδοση η «προσωπίδα» λέγεται και Σκέπη της Παναγίας. Θεωρείται δε ως προάγγελος καλής υγείας, ομορφιάς και τύχης για το νεογέννητο. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας την αφαιρούσαν και την άπλωναν σε νέο θυμάρι, για να στεγνώσει. Κατόπιν την έριχναν σε τρίστρατο, για να τη διασκελίσει κάποιος που καταγόταν από την πόλη και είχε μεγάλη θέση! Στις 40 ημέρες, μετά την ευλογία του ιερέα, την έκαναν περιδέραιο και την κρεμούσαν στο μωρό για φυλακτό! Λέγεται πως με προσωπίδα (πέπλο) γεννήθηκε ο Μέγας Ναπολέων και ο Λόρδος Βύρων!

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Διαβάστε ακόμη: