Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Όψεις της Ευρώπης στον ελληνικό Διχασμό. Λίνα Λούβη στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7- 8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Λίγα χρόνια μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, μόλις το 1842, ο γνωστός λόγιος, οικονομολόγος και νομομαθής Μάρκος Ρενιέρης, με ένα εμβληματικό άρθρο του στο περιοδικό Ερανιστής θα θέσει το ερώτημα: «Τι είναι η Ελλάς; Ανατολή ή Δύσις;» για να απαντήσει ότι «η Ελλάς κατά την φύσιν, κατά τον πολιτισμόν, κατά την ιστορικήν αυτής αποστολήν, είναι Δύσις και όχι Ανατολή». Ωστόσο πριν τη δημιουργία του κράτους και κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός των Ελλήνων δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί. Ένας μάλιστα από τους στόχους της επανάστασης του 1821 ήταν η «σύστασις κράτους ευρωπαϊκού», δηλαδή κράτους με σύγχρονη συγκεντρωτική εξουσία και δυτικότροπους θεσμούς. Η ομοφωνία όμως που υπήρχε για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό του νεοσύστατου βασιλείου σταδιακά παύει να υφίσταται. Η ευρωπαϊκή πορεία του αρχίζει να παρεκκλίνει από τον αρχικό της προορισμό. Η Ελλάδα «απογαλακτίζεται» από τη μητέρα Ευρώπη; πολιτισμικό πρότυπο και προστάτιδα Δύναμη; ή μήπως ήταν ένα ουσιαστικότερο δίλημμα που έκρυβε βαθύτερα ιδεολογικά και πολιτικά ρήγματα; Το δίλημμα αυτό θα έρχεται στην επιφάνεια με αφορμή τις εθνικές και πολιτικές κρίσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του μακρού 19ου αιώνα, αλλά και αργότερα.

Μάρκος Ρενιέρης (1815-1897). Νομικός και λόγιος του 19ου αιώνα. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Η υποχώρηση του φιλελληνικού ρεύματος μετά την Επανάσταση, και η αμφισβήτηση από τους Ευρωπαίους της αρχαιοελληνικής καταγωγής των Ελλήνων, εκτός του ότι πλήγωσε το εθνικό τους φρόνημα και κλόνισε την εθνική τους αυτοπεποίθηση, σηματοδότησε «την αμφισβήτηση της διόδου προς την Ευρώπη, που οι Έλληνες είχαν πιστέψει ότι εξασφάλισαν με την ίδρυση του κράτους τους». Σε αυτό συνετέλεσε και το γεγονός ότι το ελληνικό βασίλειο έγινε μια μόνιμη αιτία αναστάτωσης στην περιοχή της Μεσογείου και των Βαλκανίων και όσο πλήθαιναν οι κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος, η Ελλάδα εξελισσόταν σε σημαντική απειλή για τα συμφέροντα της Ευρώπης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα θα είναι ο Κριμαϊκός Πόλεμος, ο οποίος έφερε στην επιφάνεια όλες τις αντιφάσεις που χαρακτήριζαν τις σχέσεις της Ελλάδας με την Ευρώπη, συμβάλλοντας καθοριστικά στην αντιδυτική στροφή ενός μεγάλου μέρους των κατοίκων του ελληνικού βασιλείου. Κυρίως όμως μιας σημαντικής μερίδας της πνευματικής του ελίτ, η οποία, προκρίνοντας πλέον τη Ρωσία ως την κατεξοχήν προστάτιδα Δύναμη, προωθούσε μαζί με το Βυζάντιο, πολύτιμο κρίκο της ελληνικής ιστορικής συνέχειας, τον όρο «Ανατολή» ως συστατικό στοιχείο της ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Ήδη αρχίζουν να διατυπώνονται θεωρίες περί συνωμοσίας της Δύσης εναντίον του ελληνισμού, ενώ καταγγέλλεται από τον Τύπο «η κατάρα των Λατίνων» και η «λύσσα της Ευρώπης». Ο ίδιος ο Ρενιέρης μάλιστα σε μεταγενέστερο άρθρο του, με τίτλο «Ο ελληνικός δυισμός», αναθεωρώντας τον προ δεκαετίας εαυτό του, αναβαθμίζει τον ρόλο της θρησκείας και του βυζαντινού παρελθόντος των Ελλήνων και τους καλεί, με την διπλή πλέον ιδιότητά τους, δυτική και ανατολική, να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ανατολή, εκπολιτίζοντάς την και κατακτώντας την.

Οι μεταπτώσεις των Ελλήνων απέναντι στην Ευρώπη συνεχίζονται όσο περιπλέκεται το διπλωματικό παιχνίδι της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και μένει άλυτο το Ανατολικό Ζήτημα. Παράλληλα, η αρνητική εικόνα των Ελλήνων για την Ευρώπη ενισχύεται όσο ο έλεγχος της ευρωπαϊκής διπλωματίας στο ελληνικό εθνικό ζήτημα γίνεται αυστηρότερος. Στα μέσα του 19ου αιώνα η Ευρώπη θεωρείται πλέον υπεύθυνη για την ακύρωση της κάθε, επίσημης ή ανεπίσημης, απόπειρας που κάνει το ελληνικό βασίλειο για την πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας.

Ο Πόλεμος του 1897 θα είναι καθοριστικός για τον ολοένα αυξανόμενο αντιευρωπαϊσμό των Ελλήνων. Μολονότι οι ευρωπαϊκές Δυνάμεις ήταν αντίθετες σε αυτόν τον πόλεμο, την επαύριον της ήττας κατηγορήθηκαν για προδοσία απέναντι στην Ελλάδα. Ωστόσο αυτήν την περίοδο αρχίζουν να διακρίνονται όλο και πιο έντονες οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα στην πανίσχυρη ενοποιημένη Γερμανία και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη. Επιπλέον μετά τη νέα αυτή εθνική ταπείνωση άρχισε να κερδίζει έδαφος η άποψη ότι το πολιτικό σύστημα, οι νεωτερικές τάσεις και ο εκσυγχρονισμός, δηλαδή ο εξευρωπαϊσμός, ευθύνονταν για την εθνική καταστροφή. Η ασαφής έννοια «Ανατολή» γίνεται πιο συγκεκριμένη: δεν σημαίνει συμπόρευση ή συμμαχία με τη Ρωσία και τα Βαλκανικά κράτη, αλλά δηλώνει την αντίσταση στη Δύση. Η ανατολική ταυτότητα των Ελλήνων εκφράζεται πλέον με τον όρο «ελληνικότητα». Σημαντικό στοιχείο αυτής της νέας ταυτότητας είναι η γλώσσα και κυρίως η θρησκεία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ορθοδοξία βρίσκεται στον αντίποδα των δυτικών προτύπων και των ιδεών του Διαφωτισμού.

Μετά την ήττα του ’97 η διάψευση των προσδοκιών για την ανεπάρκεια του κράτους να χειριστεί τα ζωτικά συμφέροντα του έθνους, όπως το Μακεδονικό και το Κρητικό ζήτημα, είχε προκαλέσει την αντίδραση μιας μεγάλης μερίδας Ελλήνων εναντίον του «σάπιου» πολιτικού συστήματος. Σε αυτήν ακριβώς τη φάση, κυρίαρχα στοιχεία του πολιτικού λόγου αναδείχτηκαν ο ανορθολογισμός, ο αντικοινοβουλευτισμός και η θρησκεία. Το Κίνημα στο Γουδί, κινητοποιώντας τα κατώτερα και τα μεσαία κοινωνικά στρώματα, προκάλεσε φόβους για ριζικότερες μεταβολές από αυτές που πραγματικά στόχευαν τα μέλη του Συνδέσμου. Η επιλογή του Ελευθερίου Βενιζέλου για τη θέση του πρωθυπουργού της Ελλάδας αποσόβησε, προσωρινά τουλάχιστον, αυτόν τον κίνδυνο. Στο πρόσωπό του επιτεύχθηκε η συναίνεση ετερογενών δυνάμεων της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής. Η συντριπτική νίκη του περιθωριοποίησε τα παλαιά κόμματα, ενώ η οργάνωση του Κόμματος των Φιλελευθέρων δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Αδιάσπαστο στοιχείο του βενιζελικού εκσυγχρονισμού ήταν η εθνική ολοκλήρωση.

Οι Φιλελεύθεροι εδραιώθηκαν στην εξουσία μετά τις εκλογές του 1912 και τον θρίαμβο των Βαλκανικών Πολέμων, διατηρώντας την ισχύ τους έως το 1915. Η αντιπολίτευση, σχεδόν ανύπαρκτη στην αρχή, διαχωρίζοντας και αυτή τη θέση της από τον παλαιοκομματισμό, άρχισε σταδιακά να συγκεντρώνει διαρροές και να διεκδικεί και αυτή μια θέση ως νέο κόμμα στο πολιτικό σκηνικό. Οι πολιτικές και κοινωνικές διαιρέσεις που είχαν διαφανεί νωρίτερα και είχαν καλυφθεί από τη χαρισματική προσωπικότητα του Βενιζέλου δεν άργησαν να έρθουν στην επιφάνεια. Το μείζον ζήτημα της συμμετοχής της Ελλάδας στο Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θα είναι ο καταλύτης. Ο Εθνικός Διχασμός λοιπόν που επακολούθησε δεν ήταν παρά η αποκάλυψη του πολύ βαθύτερου ρήγματος της ελληνικής κοινωνίας. Σε αυτή τη βίαιη αντιπαράθεση η Ευρώπη θα είναι για άλλη μία φορά το μεγάλο διακύβευμα. Το καινούργιο στοιχείο αυτή τη φορά θα είναι ο διχασμός της ίδιας της Ευρώπης…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:Όψεις της Ευρώπης στον ελληνικό Διχασμό

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Εθνικός Διχασμός και διεθνές περιβάλλον. Ευάνθης Χατζηβασιλείου στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7- 8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Στο άρθρο αυτό εξετάζεται η επιρροή της διεθνούς συγκυρίας, που επέτεινε δραματικά την εσωτερική ελληνική σύγκρουση και συνέβαλε καθοριστικά ώστε να λάβει αυτή τα παροξυσμικά της χαρακτηριστικά τα οποία οδήγησαν στον «Εθνικό Διχασμό». Θα υποστηριχθεί ότι, από την άποψη των διεθνών σχέσεων, η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από την δραματική υπερέκταση (overstretch) των ελληνικών υποχρεώσεων. Η γεωγραφική διαμόρφωση του ελληνικού κόσμου συνεπαγόταν ότι οι σχετικά μικρές δυνάμεις του ελληνικού έθνους – κράτους έπρεπε να αντεπεξέλθουν σε προκλήσεις που εκδηλώνονταν σε μια τεράστια και γεωγραφικά ασυνεχή περιοχή, και να αντιμετωπίσουν πολλούς και ισχυρούς αντιπάλους. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ήταν αδύνατον να υπάρξει επιτυχία σε όλα τα μέτωπα, και ήταν αντίθετα φυσικό να ανακύψει μια σύγκρουση μεταξύ «αμυντικών» και «επιθετικών» στρατηγικών. Αυτή η σύγκρουση, στη συγκεκριμένη συγκυρία του εξελισσόμενου Μεγάλου Πολέμου, λάμβανε διαστάσεις διλήμματος ζωής ή θανάτου για το έθνος, απαιτούσε άμεσες αποφάσεις, και επομένως διέθετε τις προϋποθέσεις για να εξελιχθεί στο ιδιότυπο φαινόμενο του Εθνικού Διχασμού.

 

Δυναμικές του Εθνικού Διχασμού

 

Απευθυνόμενοι σε ξένους συναδέλφους, οι Έλληνες ιστορικοί πάντοτε βρίσκονται σε αμηχανία να εξηγήσουν τη φύση του Εθνικού Διχασμού, ο οποίος δεν εντάσσεται εύκολα σε υπάρχουσες κατηγοριοποιήσεις. Δεν ήταν εμφύλιος πόλεμος, αν μη τι άλλο επειδή δεν μπορεί να υπάρχει «πόλεμος» χωρίς στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αλλά ασφαλώς ήταν κάτι παραπάνω από μια αύξηση των εντάσεων της εσωτερικής αντιπαράθεσης. Από το 1915 έως τουλάχιστον το 1936, εξελίχθηκε σειρά συνταγματικών εκτροπών οι οποίες – ακόμη και όταν δεν οδηγούσαν σε απροκάλυπτη δικτατορία – ουσιαστικά αλλοίωναν το κοινοβουλευτικό πολίτευμα. [1] Επιπλέον, ο Διχασμός υπήρξε ένα πολύμορφο φαινόμενο. Ήταν, ταυτόχρονα, μια συνταγματική κρίση, κρίση εθνικής ολοκλήρωσης, και μια κρίση εκσυγχρονισμού της οποίας οι εντάσεις είχαν κοινωνική βάση. [2] Επιπλέον, εξαιρετικά αξιοπρόσεκτο είναι το ότι, στη διάρκειά του, δεν συγκρούστηκαν δυνάμεις που εκπροσωπούσαν διαφορετικές εκδοχές της οργάνωσης της κοινωνίας – π.χ. μια κομμουνιστική και μια αστική εκδοχή. Οι δύο παρατάξεις του Διχασμού ήταν υποστηρικτές του ίδιου – περίπου – μοντέλου οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης. Όσο για τη διάκριση μεταξύ «δημοκρατικών» (υπό την έννοια του ρεπουμπλικανισμού, δηλαδή της αβασίλευτης δημοκρατίας) και «βασιλοφρόνων», αυτή υπήρξε μια μεταγενέστερη εκδοχή της ρήξης, που ανέκυψε κυρίως μετά το 1922. Έως την Μικρασιατική Καταστροφή, ο βενιζελισμός δεν αντιπροσώπευε μια δύναμη εχθρική προς τη βασιλευομένη δημοκρατία, [3] έστω και εάν στις τάξεις του, από το 1915, σταδιακά ενισχυόταν η θέση των υποστηρικτών της αβασίλευτης. Και όμως, ο Διχασμός, αρκετά σύντομα και ήδη από το 1916, απέκτησε τεράστια δυναμική, ως μια ρήξη θεμελιώδης, που αποκτούσε ακόμη και ψυχικές διαστάσεις. Στο τέλος, και κάτω από μια επιφανειακά νομιμοφανή συνέχιση της πολιτικής δραστηριότητας, ο Εθνικός Διχασμός οδηγούσε σε μια θεμελιακή αναίρεση της βάσης της πολιτικής οργάνωσης: στην αναίρεση της ιδέας του κοινού κράτους.

Για να εξηγηθεί το ξέσπασμα μιας κρίσης τέτοιων διαστάσεων, πρέπει να εντοπιστεί ένα θεμελιακής σπουδαιότητας σημείο, στο οποίο οι εκατέρωθεν θέσεις να μην μπορούν πλέον να συμβιβαστούν χωρίς η κάθε μία πλευρά να κινδυνεύει να κάνει παραχωρήσεις υπαρξιακής υφής, οι οποίες θα την αναιρέσουν. Από τη στιγμή που θα επέλθει αυτή η πόλωση, κατόπιν μπορεί – ελλείψει θεσμικών αντιβάρων ή λόγω της έντασης του διακυβεύματος – να εξελιχθεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία και να αποκτήσει αυτές τις «ψυχικές» διαστάσεις. Ποιο είναι, λοιπόν, αυτό το σημείο στην πολιτική αντιπαράθεση του 1915;

Η διαθέσιμη βιβλιογραφία επισημαίνει ορθά ότι στον Εθνικό Διχασμό συγκρούστηκαν πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που έπρεπε να προσαρμοστούν στην (ή να επηρεάσουν την) πορεία της ελληνικής πολιτικής μετά τις καταιγιστικές εξελίξεις που ακολούθησαν το κίνημα του 1909. Σχηματικά, επισημαίνεται η σύνταξη των δυναμικότερων αστικών δυνάμεων με τον βενιζελισμό, και των περισσότερο αμυντικά προσανατολισμένων παλαιών κοινωνικών δυνάμεων με τον αντιβενιζελισμό. Αυτή, όμως, είναι μια σύγκρουση που αναπτύχθηκε πρώτιστα μετά την έναρξη του Διχασμού, όταν τα δύο στρατόπεδα σχηματοποιούνταν. Δεν προκάλεσε την έναρξή του. Άλλωστε, ας μην λησμονείται ότι εντοπίζονται πρόσωπα που, ενώ ξεκίνησαν από μια θέση (π.χ. ως συνεργάτες του Ε. Βενιζέλου), εντάχθηκαν κατόπιν στο αντίπαλο στρατόπεδο – ή και το αντίθετο. Το 1915-1916 επήλθε μια αναμόρφωση των διαχωριστικών γραμμών και των πολιτικών / κοινωνικών συμμαχιών.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος μεταφράζει τον Θουκυδίδη. Πίνακας του Χανιώτη ζωγράφου Δημήτρη Κοκότση (1894-1964). Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Στα χρόνια του Βενιζέλου», έκδοση, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος» – Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Χανιά – Αθήνα, 2010. Επιλογή φωτογραφίας, Αργολική Βιβλιοθήκη.

Υπήρχε, ασφαλώς, το συνταγματικό ζήτημα: ποιος κυβερνά, ο βασιλιάς ή ο λαός; Και σε αυτό το επίπεδο, όμως, δύσκολα μπορεί να εντοπιστεί το μείζον αίτιο της σύγκρουσης. Επιπλέον, πολύ συχνά λησμονείται – ίσως και λόγω των συνεχιζόμενων επί μακρόν εντάσεων του Διχασμού και της προπαγανδιστικής χρήσης της ιστορίας που τις συνόδευε – ότι και η συνταγματική κρίση του 1915 ήταν περισσότερο περίπλοκη από όσο συχνά υπονοείται. Το πρόβλημα ξεκίνησε από το γεγονός ότι ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ απέρριψε την εισήγηση του πρωθυπουργού Βενιζέλου για είσοδο της χώρας στον πόλεμο και συγκεκριμένα για τη συμμετοχή της στη συμμαχική επιχείρηση στην Καλλίπολη. Αλλά στις αρχές του 1915, όταν συνέβαιναν αυτά, δεν υπήρχε ακόμη Εθνικός Διχασμός. Ούτε και ο Βενιζέλος αμφισβήτησε, σε εκείνη τη φάση, το δικαίωμα του Κωνσταντίνου να έχει λόγο επί των ζητημάτων ειρήνης και πολέμου. Στις αρχές του 20ού αιώνα, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ο αρχηγός του κράτους απολάμβανε προνομίες στα πεδία της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας. Εδώ ανέκυπτε, πράγματι, ένα συνταγματικό πρόβλημα, το οποίο δεν είχε επιλυθεί μέσα από την έως τότε εξέλιξη των ελληνικών κοινοβουλευτικών θεσμών. Αλλά ο Βενιζέλος δεν έθεσε τότε ένα παρόμοιο ζήτημα αρμοδιοτήτων. Αντίθετα, η χώρα οδηγήθηκε στις εκλογές του Μαΐου 1915, στις οποίες επικράτησε εκ νέου το Κόμμα Φιλελευθέρων. Ωστόσο – και εδώ είναι που βρίσκεται η απαρχή του Εθνικού Διχασμού – ο Κωνσταντίνος δεν αποδέχθηκε το αποτέλεσμα. Καθυστέρησε, λόγω της σοβαρής του ασθένειας, να διορίσει τον Βενιζέλο πρωθυπουργό, και κατόπιν, όταν ο τελευταίος εισηγήθηκε εκ νέου την είσοδο της χώρας στον πόλεμο, τον οδήγησε ξανά σε παραίτηση και προκήρυξε νέες εκλογές από τις οποίες οι βενιζελικοί απείχαν. Εδώ βρίσκεται η έναρξη του Διχασμού. [4] Οι δεύτερες εκλογές του 1915 υπήρξαν η μείζων παραβίαση του πολιτεύματος από τον βασιλιά: επειδή με τον τρόπο αυτόν αρνείτο να αποδεχθεί το αποτέλεσμα των πρώτων. Η αποχή των βενιζελικών από τις εκλογές παρέπεμπε σε θεμελιώδη πολιτική ανωμαλία και δεν προδίκαζε ομαλές πολιτικές εξελίξεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι τούτο είναι εγγεγραμμένο στη θεσμική μνήμη και του σημερινού πολιτεύματος της χώρας. Το Σύνταγμα του 1975 απαγορεύει την πρόωρη διάλυση της Βουλής για τον ίδιο λόγο μέσα σε ένα έτος. Ο συντάκτης του Συντάγματος, Κωνσταντίνος Τσάτσος, παλαιός βενιζελικός, σημείωσε ρητά ότι τούτο οφειλόταν στην ανάγκη να αποφευχθεί μια επανάληψη των γεγονότων που επέφεραν τον Εθνικό Διχασμό. [5]

Αναμφίβολα, η αρχή salus populi suprema lex, την οποία και οι δύο παρατάξεις επικαλέστηκαν για να νομιμοποιήσουν αντιθεσμικές τους παρεμβάσεις το 1915-17, μπορεί να οδηγήσει σε εκτροπές και μεγάλης έκτασης αντιπαραθέσεις. Στην πράξη – τονίζουν οι συνταγματολόγοι η επίκληση αυτής της αρχής, έστω και εάν ξεκινήσει καλόπιστα, εύκολα καταλήγει σε προσχηματική χρήση της και σε παραβιάσεις του θεσμικού πλαισίου. [6] Ωστόσο, η συνταγματική κρίση, αν και καθαυτή μείζονος σημασίας, δεν ήταν – και δεν μπορούσε να είναι – το αίτιο του Διχασμού. Η συνταγματική κρίση προϋπέθετε μια διαφωνία σχετική με το μείζον αγαθό του salus populi. Αυτή η διαφωνία προκάλεσε τον Διχασμό. Δεν ήταν, πράγματι, το μόνο του συστατικό στοιχείο∙ όριζε, όμως, το σημείο από το οποίο, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορούσε να υποχωρήσει χωρίς να αυτοαναιρεθεί. Αυτή η διαφωνία ανέκυψε το 1915, και αφορούσε όχι απλώς τη «Μεγάλη Ιδέα» (διατύπωση μάλλον γενικόλογη, που παραπέμπει, συνήθως, σε μελλοντικά «κέρδη» της χώρας), αλλά την ίδια την επιβίωση του έθνους.

 

Οι υπαγορεύσεις της γεωγραφίας, η ένταση του διλήμματος και το μέλλον του ελληνισμού

 

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ολοκλήρωσε και κορύφωσε μια ευρύτερη ιστορική διαδικασία που εξελισσόταν ήδη από δεκαετίες και έμελλε να αλλάξει την μορφή αυτού που τότε αποκαλείτο «Εγγύς Ανατολή». Για την περιοχή στην οποία υπήρξε ιστορικά ενεργός ο ελληνισμός, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος σηματοδότησε την οριστική μετάβαση από το πρότυπο διακυβέρνησης της αυτοκρατορίας (το οποίο είχε διατηρηθεί εκεί για πάνω από 2.500 χρόνια) σε ένα ριζικά νέο μοντέλο διακυβέρνησης, αυτό του έθνους – κράτους. Τούτο δημιουργούσε, για μεγάλες ελληνικές κοινότητες, κινδύνους υπαρξιακούς ή ακόμη και την προοπτική της εκδίωξής τους από τους χώρους καταγωγής τους.

Ήδη από την πρώιμη αρχαιότητα, οι ελληνικές κοινότητες έτειναν να αναπτυχθούν σε μια πολύ ιδιαίτερη γεωγραφική μορφή: κατά κανόνα, συγκεντρώνονταν στις παράκτιες περιοχές, ενώ ήταν πολιτικά και στρατιωτικά διατηρήσιμες λόγω του οργανωμένου χαρακτήρα τους, που τους επέτρεπε να διατηρούν μια σαφή υπεροχή απέναντι στους ανοργάνωτους λαούς του εσωτερικού. Η ίδια τάση συνεχίστηκε υπό την αιγίδα των μεγάλων αυτοκρατοριών που διαδέχθηκαν η μια την άλλη από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου (αν όχι και του Κύρου του Μεγάλου) – ελληνιστικές, ρωμαϊκή, βυζαντινή, οθωμανική. Ο ελληνικός πολιτισμός μπόρεσε να χρησιμοποιήσει τα ευρύτερα πολυεθνικά πολιτικά σύνολα των αυτοκρατοριών, ώστε να εκμεταλλευθεί τη σημαντική πολιτισμική του ακτινοβολία (με σημερινούς όρους, μια μορφή «ήπιας ισχύος»), να παραμείνει διατηρήσιμος στις βασικές παράκτιες εστίες του, αλλά και να εξελληνίσει ακόμη μεγαλύτερες περιοχές του εσωτερικού, όπως π.χ. έγινε στη Μικρά Ασία, κυρίως κατά την ύστερη ρωμαϊκή αρχαιότητα, τον 1ο – 3ο αιώνα μ.Χ. Αυτά τα δεδομένα άρχισαν να αλλάζουν δραματικά στον 19ο αιώνα, οπότε επήλθε η άνοδος των άλλων βαλκανικών εθνικισμών. [7] Στο πλαίσιο αυτό, ο ελληνικός κόσμος, και ειδικά η ηγεσία του ελληνικού κράτους βρέθηκε σε μια πολύ δύσκολη θέση: η γεωγραφική περιοχή που ενδιέφερε ήταν αχανής (τουλάχιστον για τα μέσα που διέθετε το μικρό ελληνικό κράτος), οι πιθανοί αντίπαλοι πολλαπλοί, και σε περίπτωση απώλειας μιας περιοχής, αυτή δεν επανέκαμπτε σε μια αυτοκρατορική οντότητα, αλλά περιερχόταν σε ένα άλλο έθνος – κράτος, με τους Έλληνες στην θέση μιας προνομιούχου (και άρα συνήθως στοχοποιημένης) μειονότητας, της οποίας η επιβίωση δύσκολα θα εξασφαλιζόταν.

Με άλλα λόγια, η γεωγραφική δομή του ελληνικού κόσμου είχε εδρασθεί στην ικανότητα των παράκτιων κοινοτήτων του είτε να επιβιώνουν είτε ως ανεξάρτητες οντότητες έναντι ανοργάνωτων πληθυσμών του εσωτερικού, είτε (όταν είχαν απωλέσει την ανεξαρτησία τους) να χρησιμοποιούν το προστατευτικό πλαίσιο των (εξ ορισμού, πολυεθνικών) αυτοκρατοριών για τον ίδιο λόγο. Με τον τρόπο αυτό, από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ού αιώνα, ο ελληνισμός είχε επεκταθεί σε μια γιγαντιαία έκταση – σχηματικά, από την Αδριατική έως τον Καύκασο, και από τον Εύξεινο Πόντο έως την Αλεξάνδρεια – χωρίς να διαθέτει τα στοιχεία που θα αποκτούσαν σημασία αποφασιστική στην εποχή του έθνους – κράτους: ενδοχώρα, γεωγραφική συνέχεια και έναν βασικό γεωγραφικό σκελετό. Όταν όμως οι πληθυσμοί του εσωτερικού αποκτούσαν την στιβαρή πολιτική οργάνωση του έθνους-κράτους (και μάλιστα νέων εθνών-κρατών, αποφασισμένων να προωθήσουν την εθνικοποίηση της οικονομίας τους), οι κοινότητες αυτές βρίσκονταν απολύτως αποκομμένες από το μακρινό «εθνικό κέντρο», και – καθώς ήταν προϊόντα πολιτισμικής και οικονομικής ισχύος, δηλαδή «ήπιας» – αποδεικνύονταν αδύναμες να αντιμετωπίσουν την «σκληρή ισχύ» των εθνών – κρατών στα οποία εντάσσονταν ή με τα οποία γειτνίαζαν. Η περιοχή των ελληνικών ενδιαφερόντων ήταν ασυνεχής και τεράστια∙ και το μέσο για την επίτευξη των στόχων – το ελληνικό κράτος – δεν διέθετε επαρκή ισχύ και μέγεθος για την εκπλήρωσή τους.

Κατά τρόπο ειρωνικό, η επιτυχία της χώρας κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους αφενός επέλυσε – ανέλπιστα ευνοϊκά – το πρόβλημα των άμεσων προτεραιοτήτων στην Κρήτη και τη Μακεδονία. Παρέμεναν όμως ανοικτά τα μέτωπα στη Βόρεια Ήπειρο, Θράκη, Ανατολικό Αιγαίο, Ιωνία, Πόντο, Κύπρο, μαζί με τον κίνδυνο μιας νέας βουλγαρικής προσπάθειας στην κατεύθυνση της ελληνικής Μακεδονίας. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία επιζητούσε μια νέα σύγκρουση για την επανάκτηση των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου, ενώ ταυτόχρονα ξεκινούσε τον «πρώτο διωγμό» των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Σε περίπτωση, όμως, ήττας σε μια τέτοια ελληνοτουρκική «μονομαχία», ήταν πιθανό να ενεργοποιηθεί και η βουλγαρική επεκτατικότητα στον χώρο της ελληνικής Μακεδονίας. Με απλούστερα λόγια: οι επιτυχίες των Βαλκανικών Πολέμων δεν είχαν οριστικά λύσει τα προβλήματα και δεν είχαν «ολοκληρώσει» τη Μεγάλη Ιδέα∙ το ενδεχόμενο μιας νέας περιφερειακής σύγκρουσης μπορούσε να διακυβεύσει και αυτές ακόμη τις πολύτιμες επιτυχίες της χώρας στους Βαλκανικούς Πολέμους. [8]

Όταν, επομένως, ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έθεσε, σχεδόν αυτομάτως, το σύνολο αυτών των υπαρξιακών προβλημάτων, και μάλιστα σε ένα ριζικά νέο και πιεστικό πλαίσιο. Ήταν εξαρχής εμφανές – και επιβεβαιώθηκε τον Νοέμβριο του 1914 – ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα τασσόταν με τις Κεντρικές Δυνάμεις. Η Βουλγαρία αμφιταλαντευόταν, ενώ η Σερβία – χώρα με την οποία η Ελλάδα συνδεόταν με Συνθήκη Συμμαχίας – είχε πρώτη δεχθεί την επίθεση της Αυστροουγγαρίας. Με τον τρόπο αυτόν, όμως, ο Μεγάλος Πόλεμος δεν έθετε απλώς ζήτημα «ευκαιριών» ή «επιλογών». Έθετε ένα πρόβλημα υπαρξιακής υφής που κορυφωνόταν ήδη από δεκαετίες. Η ίδια η γεωγραφική διάρθρωση του ελληνισμού απαιτούσε τη λήψη αποφάσεων. Και ορισμένες από αυτές τις αποφάσεις θα ήταν αναπόφευκτα επώδυνες: ήταν πολύ πιθανόν να μην αποδειχθεί δυνατή η ικανοποίηση του συνόλου των ελληνικών διεκδικήσεων∙ και οι περιοχές που θα χάνονταν – ειδικά εάν διαλυόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία – θα χάνονταν, πιθανότατα, για πάντα, αν μη τι άλλο λόγω της ένδειας των μέσων που διέθετε το ελληνικό κράτος και της ιδιότυπης γεωγραφικής διασποράς των ελληνικών κοινοτήτων. Με άλλα λόγια, ανέκυπτε η ανάγκη για επώδυνες επιλογές. Και τούτο γινόταν μεν αντιληπτό από τον Βενιζέλο, δημιουργούσε όμως πανικό στους μαξιμαλιστές αντιβενιζελικούς. Εδώ θα ανέκυπτε η διαφωνία που αφορούσε την ίδια την επιβίωση του έθνους.

Ο Βενιζέλος υποστήριξε εξ αρχής την ανάγκη να «εκμαιευθούν» προτάσεις της Entente για συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο. Η διεθνής πολιτική του διακρίθηκε πάντοτε για ένα βασικό της χαρακτηριστικό: ο Βενιζέλος απέφευγε συστηματικά συγκρούσεις στις οποίες η Ελλάδα θα καλείτο να αναμετρηθεί μόνη της με χώρες ισχυρότερες. Αυτό έκανε και πριν τον Αύγουστο του 1914, όταν προσπάθησε με κάθε τρόπο (ακόμη και προτείνοντας εθελούσια ανταλλαγή πληθυσμών) να αποφύγει μια αναμέτρηση με την Πύλη. [9] Μόλις όμως ξέσπασε ο πόλεμος, και ανέκυψε η ευκαιρία να βρεθεί η Ελλάδα ως τμήμα ενός μεγάλου διεθνούς συνασπισμού, αντιμέτωπη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία με άλλους όρους, υποστήριξε την είσοδο στον πόλεμο, με βασικό πλέον στόχο την απόκτηση περιοχών της Μικράς Ασίας, και θεωρώντας – ορθώς – ότι μόνον η ενσωμάτωσή τους στην ελληνική επικράτεια μπορούσε να διασφαλίσει την επιβίωση των εκεί ελληνικών πληθυσμών. Στη βάση της πολιτικής του Βενιζέλου υπήρχε, επιπλέον, ο υπολογισμός ότι οι υλικές δυνάμεις της Entente θα επέφεραν και την επικράτησή της στον πόλεμο. Ωστόσο, αποδεχόταν, μοιραία, την απώλεια – απώλεια, κατά πάσα βεβαιότητα, οριστική – περιοχών που δεν θα περιέρχονταν και κατά τη φάση αυτή στο ελληνικό κράτος. Για να δοθεί ένα ενδεικτικό παράδειγμα, αποδεχόταν την απώλεια της Κωνσταντινούπολης, που θα περνούσε, όπως όλοι αντιλαμβάνονταν, υπό τον ρωσικό έλεγχο. Τόνιζε όμως ότι ήταν αδύνατον για την Ελλάδα να μείνει εκτός της σύγκρουσης: ακόμη και εάν δεν καλείτο να υποστεί εδαφικές απώλειες κατά τον πόλεμο, θα της ήταν αδύνατον να επιβιώσει σε περίπτωση που μια ισχυροποιημένη Βουλγαρία κυριαρχούσε στη μεταπολεμική Βαλκανική. [10]

Ο Κωνσταντίνος είχε άλλες αφετηρίες, που τον οδηγούσαν σε ριζικά διαφορετικά συμπεράσματα. Δεν πίστευε ότι ο γερμανικός στρατός μπορούσε να ηττηθεί στο πεδίο της μάχης. Και από τη στιγμή που θεωρούσε βέβαιη την νίκη των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, πίστευε αντίστοιχα ότι σύνταξη με την Entente θα οδηγούσε μοιραία σε εθνική καταστροφή: όχι μόνον η Ελλάδα δεν θα έπαιρνε περιοχές της Μικράς Ασίας, αλλά θα έχανε και τα εδαφικά της κέρδη από τους Βαλκανικούς Πολέμους στο Αιγαίο (από την Οθωμανική Αυτοκρατορία) και στη Μακεδονία (από τη Βουλγαρία). Σε κάθε περίπτωση όμως, και πέραν των στρατιωτικών επιχειρημάτων εναντίον της συμμετοχής της χώρας στην επιχείρηση της Καλλίπολης, ο Κωνσταντίνος έβρισκε αδύνατον να αποδεχθεί την πιθανότητα μιας συμμαχικής επιτυχίας εκεί, που θα έφερνε οριστικά τους Ρώσους στην Πόλη. Για έναν βασιλιά που ανακηρύχθηκε ως τέτοιος από τον στρατό «του» με το όνομα «Κωνσταντίνος ΙΒ΄» ένα τέτοιο βήμα ήταν αδύνατο. Με άλλα λόγια, οι αντιβενιζελικοί δεν αμφισβητούσαν την ανάγκη απόκτησης της Ιωνίας από την Ελλάδα. Ωστόσο, προβλέποντας μια γερμανική νίκη, θεωρούσαν ότι η συμμετοχή στον πόλεμο στο πλευρό της Entente όχι μόνον δεν θα απέφερε στην Ελλάδα την Ιωνία, αλλά θα της στερούσε και τις πρόσφατα αποκτημένες περιοχές της Μακεδονίας. Για τούτο, άλλωστε, προχώρησαν και στην απόρριψη της βρετανικής προσφοράς της Κύπρου το 1915: [11] τούτο δεν καταδεικνύει κάποια «αδιαφορία» τους για την Κύπρο, αλλά τη βασική τους πρόβλεψη ότι, αφού η Entente στο τέλος θα ηττάτο, η Ελλάδα και την Κύπρο δεν θα διατηρούσε, αλλά και δικές της περιοχές θα έχανε. Ταυτόχρονα φοβικοί και μαξιμαλιστές, και τελικά βασισμένοι σε λανθασμένες προβλέψεις σχετικά με το ποιος θα επικρατούσε στον πόλεμο, οι αντιβενιζελικοί προτιμούσαν να μη δράσουν, και ίσως να χάσουν τα πάντα…

Ας κάνουμε, όμως, ένα βήμα πίσω για να αποτιμήσουμε ένα ακόμη στοιχείο που αφορά τη μεθοδολογία λήψης αποφάσεων του Βενιζέλου. Όλα τούτα προϋπέθεταν ότι, ασκώντας την ηγεσία, ο Κρητικός πολιτικός βρισκόταν διαρκώς, από το 1912 έως το 1920, ενώπιον της ανάγκης να αποφασίζει πού θα έριχνε το βάρος της προσπάθειάς του. Αναγκαζόταν, δηλαδή, να κάμει σκληρές και συχνά ανάλγητες επιλογές, μια λέξη-κλειδί στην άσκηση της ηγεσίας. Η Ελλάδα δεν διέθετε τις δυνατότητες να πετύχει όλους τους στόχους της ταυτοχρόνως: εάν το επιχειρούσε, θα βρισκόταν πιθανότατα στη θέση της Βουλγαρίας του 1912-13, χώρας στρατιωτικά πιο ισχυρής, αλλά που επιχειρώντας να πάρει και τα δύο έπαθλα των Βαλκανικών Πολέμων – τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη – έχασε και τα δύο… Μόνον εάν η Ελλάδα συγκέντρωνε την περιορισμένη της ισχύ σε ορισμένα μόνον πεδία ενδιαφέροντος (δηλαδή σε αυτά που επέλεγε ως πιο σημαντικά ή επιτεύξιμα) μπορούσε να ελπίζει σε επιτυχία. Για να τεθεί το θέμα απλά, τούτο σήμαινε ότι στα χρόνια εκείνα, ο Βενιζέλος συχνά βρέθηκε στην ανάγκη να «θυσιάσει» ορισμένα πεδία του ελληνικού ενδιαφέροντος∙ χωρίς τη θυσία αυτή, όμως, θα είχε χάσει τα άλλα, πιθανόν και τα πάντα.

 

Συμπεράσματα

 

Το μέγεθος του διακυβεύματος ήταν τεράστιο και πιθανότατα δεν ήταν γεφυρώσιμο – πάντως δεν ήταν εύκολα γεφυρώσιμο. Οι εκτιμήσεις των δύο πλευρών για την εξέλιξη του πολέμου τούς οδηγούσαν σε ριζικά διαφορετικά συμπεράσματα, τη στιγμή που από τις αποφάσεις τους έμελε να εξαρτηθεί η μοίρα συνολικά του ελληνισμού, αν όχι αυτή η επιβίωση του έθνους. Κινδύνευαν και ελληνικές κοινότητες που είχαν μείνει εκτός των ορίων του κράτους, αλλά και τα ίδια τα εδάφη του. Είναι φανερό ότι, στο πλαίσιο αυτό, εάν κάποιος αποδεχόταν την στρατηγική του Βενιζέλου, θα θεωρούσε «προδότη» όποιον αποδεχόταν την λογική της άλλης πλευράς – και το αντίθετο. Η διαφωνία είχε φτάσει στην κατάσταση ενός παιγνίου μηδενικού αθροίσματος, κάτι που ποτέ δεν πρέπει να συμβεί στην λειτουργία μιας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, καθώς την αποσαθρώνει. Το συνταγματικό ζήτημα του 1915 αντανακλούσε την ένταση αυτών των υπαρξιακών διλημμάτων. Το κεντρικό πρόβλημα – η επιβίωση μεγάλων τμημάτων του ελληνισμού – ανέκυπτε με έναν τρόπο παροξυσμικά πιεστικό, λόγω διεθνών εξελίξεων ασύλληπτα μεγάλης έκτασης, τις οποίες η Ελλάδα δεν μπορούσε να επηρεάσει – αν και καλείτο να προσαρμοστεί σε αυτές.

Ίσως το ελληνικό πολίτευμα και το πολιτικό σύστημα, εάν οι εξελίξεις ήταν ομαλές, να μπορούσε να επιλύσει το συνταγματικό ζήτημα της αρμοδιότητας βασιλιά και κυβέρνησης σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Αλλά για να είναι οι εξελίξεις ομαλές, έπρεπε να υπάρχει χρόνος, κάτι που δεν συνέβαινε το 1915. Την ώρα εκείνη, τα διλήμματα ήταν υπαρξιακής υφής, και οι δρώντες είχαν επίγνωση ότι έπρεπε να δράσουν γρήγορα. Στο πλαίσιο αυτό, η αρχή salus populi suprema lex, εδρασμένη ακριβώς στην πεποίθηση ότι συνέτρεχαν έκτακτες καταστάσεις, ήταν λογικό να επικρατήσει στη διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων – παρά το γεγονός ότι είναι δύσκολο να υποθέσει κανείς ότι οι δρώντες αγνοούσαν τις δυνητικά καταστροφικές της επιπτώσεις. Πίστευαν όμως ειλικρινά ότι ετίθετο ζήτημα salus populi. Αυτό ήταν ένας επιπλέον λόγος για την αδυναμία τους να αποφύγουν τη ρήξη με τέτοιους διχαστικούς όρους. Στην πορεία, φυσικά, μετά το ξέσπασμα της διαφωνίας, τα πράγματα έγιναν χειρότερα, με την προπαγανδιστική χρήση επιλεγμένων διαρροών, την κατάληψη του Ρούπελ και κατόπιν της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Βουλγάρους, το κίνημα της Εθνικής Αμύνης και τη διάσπαση του κράτους, την αγγλογαλλική επέμβαση στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 1916, το ανάθεμα εναντίον του Βενιζέλου, τη νέα ξένη επέμβαση και την επανένωση της χώρας κλπ. Όπως συνήθως συμβαίνει σε διχαστικές καταστάσεις, η εμφάνιση μιας τέτοιας ρήξης έμελλε να έχει μακροπρόσθεσμα αποτελέσματα. Η υπέρβασή της θα απαιτούσε πολύ χρόνο και τεράστια προσπάθεια όχι μόνον από τους δρώντες του 1915, αλλά και από τις επόμενες γενιές.

 

Υποσημειώσεις


[1] Βλέπε μεταξύ άλλων, Αλιβιζάτος, Ν. (1983), Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας. Αθήνα: Θεμέλιο∙ Μαυρογορδάτος, Γ. Θ. (2015), 1915. Ο Εθνικός Διχασμός. Αθήνα: Πατάκης∙ Βλαχόπουλος, Σ. (2012), Η κρίση του κοινοβουλευτισμού στο μεσοπόλεμο και το τέλος της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας το 1935. Οι θεσμικές όψεις μιας οικονομικής κρίσης. Αθήνα: Ευρασία.

[2] Hering, G. (2004), Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, 1821-1936, τόμος Β΄, (μετάφρ. Θ. Παρασκευόπουλος). Αθήνα: ΜΙΕΤ, σ. 853-902· Διαμαντόπουλος, Θ. (1997), Η ελληνική πολιτική ζωή: Εικοστός αιώνας. Από την προβενιζελική στη μεταπαπανδρεϊκή εποχή, Αθήνα: Παπαζήσης· Μαυρογορδάτος, Γ. Θ. (χ.η), Μελέτες και κείμενα για την περίοδο 1909-1940. Αθήνα – Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας, σ. 39-77· του ιδίου, (1996), Εθνικός Διχασμός και μαζική οργάνωση. 1. Οι επίστρατοι του 1916. Αθήνα: Αλεξάνδρεια· του ιδίου Mavrogordatos, G. (1983), Stillborn Republic. Social Coalitions and Party Strategies in Greece, 1922-1936. Berkeley: University of California Press· Ρήγος, Α. (1988), Η Β΄ Ελληνική Δημοκρατία, 1924-1935. Κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής ζωής. Αθήνα: Θεμέλιο, σ. 294-331· Μουρέλος, Γ. (2007), Τα «Νοεμβριανά» του 1916. Από το αρχείο της Μεικτής Επιτροπής Αποζημιώσεων των θυμάτων. Αθήνα: Πατάκης, σ. 17-19.

[3] Για τη στάση ιδιαίτερα του Βενιζέλου βλέπε μεταξύ άλλων, Χατζηβασιλείου, Ε., «Ο φιλελευθερισμός του Βενιζέλου. Στοχοθεσία και πολιτική πράξη, 1910-1936», στο Παπαδάκης, Ν. (επιμ.), (2014), Ελευθέριος Βενιζέλος. Η διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης του. Ιδεολογικές αφετηρίες και επιρροές. Αθήνα: Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, και Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», σ. 143-169.

[4] Για την ένταση εκείνων των ημερών, πέραν της βιβλιογραφίας που παρατέθηκε παραπάνω, βλέπε επίσης, Μαυρογορδάτος, Γ. Θ. (επιμ.), (2015), Ελευθέριος Βενιζέλος. Η ύστατη κοινοβουλευτική μάχη του 1915. Αθήνα: Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.

[5] Χατζηβασιλείου, Ε. (2010), Ελληνικός φιλελευθερισμός. Το ριζοσπαστικό ρεύμα, 1932-1979. Αθήνα: Πατάκης, σ. 508.

[6] Βλέπε μεταξύ άλλων, Βλαχόπουλος, Σ. (2012), Η κρίση του κοινοβουλευτισμού στον μεσοπόλεμο και το τέλος της Β’ ελληνικής δημοκρατίας το 1935. Αθήνα: Ευρασία.

[7] Για την άνοδο των βαλκανικών εθνικισμών και τα διλήμματα της ελληνικής πολιτικής, βλέπε, Dakin, D. (1982), Η ενοποίηση της Ελλάδας, 1770-1923 (μετάφρ. Α. Ξανθόπουλος). Αθήνα: ΜΙΕΤ, σ. 188-215∙ Λάσκαρις, Μ. Θ. (1978), Το Ανατολικόν ζήτημα, 1800-1923, τόμος Α΄ (1800-1878). Θεσσαλονίκη: Πουρνάρας, σ. 228-301∙ Κωφός, Ε. (2001), Η Ελλάδα και το Ανατολικό ζήτημα, 1875-1881. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών∙ Σφέτας, Σ. (2008), Ελληνοβουλγαρικές αναταράξεις, 1880-1908. Ανάμεσα στη ρητορική της διμερούς συνεργασίας και στην πρακτική των εθνικών ανταγωνισμών. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

[8] Σβολόπουλος, Κ. (1992), Η ελληνική εξωτερική πολιτική. τόμος Α΄. Αθήνα: Εστία, σ. 94-103.

[9] Mourelos, Y. G. (1985), «The 1914 Persecutions and the First Attempt at an Exchange of Minorities between Greece and Turkey». Balkan Studies, 26., σ. 389-413.

[10] Βλέπε ιδιαίτερα, Μαυρογορδάτος (επιμ.), Ελευθέριος Βενιζέλος. Η ύστατη κοινοβουλευτική μάχη.

[11] Πικρός, Γ. Π. (1980 ), Ο Βενιζέλος και το Κυπριακό. Αθήνα: Φιλιππότης.

 

Ευάνθης Χατζηβασιλείου

Καθηγητής, ΕΚΠΑ

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Πολυπολιτισμικότητα και Χριστιανική Αγωγή – Η Περίπτωση της Ελλάδας. Θεοδώρα – Κωνσταντίνα Παπαδημητρίου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την μεταπτυχιακή φροντιστηριακή εργασία της κας Θεοδώρας – Κωνσταντίνας Παπαδημητρίου με θέμα:  «Πολυπολιτισμικότητα και Χριστιανική Αγωγή. Η περίπτωση της Ελλάδας». Αφορμή του παρόντος πονήματος είναι το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης και η επακόλουθη πολυπολιτισμικότητα στη σύγχρονη κοινωνία, καθώς και οι προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η Ορθόδοξη Χριστιανική Αγωγή.

 

Πολυπολιτισμικότητα και Χριστιανική Αγωγή – Η Περίπτωση της Ελλάδας

 Εισαγωγή – O πλουραλισμός και το φαινόμενο της  πολυπολιτισμικότητας – Η πολυπολιτισμικότητα στον κόσμο και στην σύγχρονη Ελλάδα – Η παγκόσμια προοπτική των μεγάλων θρησκειών του κόσμου – Ο πνευματικός χώρος της Ορθοδοξίας μέσα στην οικουμενική πολυπολιτισμικότητα – Η Χριστιανική θρησκευτική διαπαιδαγώγηση σημαίνει ανάπτυξη – Η Χριστιανική αγωγή και η σχολική θρησκευτική εκπαίδευση στην Ελλάδα – Το θρησκευτικό βίωμα και η θεραπευτική αγωγή της Χριστιανικής αγωγής – Το ζητούμενο από την Ορθοδοξία Εκκλησία της Ελλάδας – Επίλογος – Βιβλιογραφία

  

  1. Εισαγωγή

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο γίνεται λόγος για την παγκοσμιοποίηση, με ποικίλες σημασιολογικές φορτίσεις, κυρίως οικονομικές αλλά και πολιτιστικές. Πολλοί την εκλαμβάνουν ως πρόοδο, ανάπτυξη και εξέλιξη. Άλλοι ως αναμφισβήτητη απειλή. Ανεξάρτητα πάντως από την ευφορία ή την ανησυχία με την οποία αντιμετωπίζεται το φαινόμενο, η παγκοσμιοποίηση είναι μια διαδικασία σε εξέλιξη και καμία δύναμη δε φαίνεται ότι μπορεί να την αναστείλει. Όλοι είμαστε εκούσια ή ακούσια σε φάση συνεχών μεταβολών. Ανοίγονται για την ανθρωπότητα υπέροχες δυνατότητες και απροσδόκητες προοπτικές. Αλλά επιφέρονται και αλυσιδωτές αναταραχές, αναθεωρήσεις και ανακατατάξεις. Τελικά το να είμαστε ουδέτεροι, αρνητικοί ή άκαμπτοι αποτελεί σημάδι κοινωνικής στέρησης και υποβάθμισης. Είμαστε άραγε έτοιμοι να υιοθετήσουμε μια συνειδητή και ενεργητική στάση στις σύγχρονες παγκόσμιες προκλήσεις;

Επακόλουθο της παγκοσμιοποίησης είναι και η πολυπολιτισμικότητα που θα ερευνηθεί στη συγκεκριμένη εργασία. Άποψη μου είναι πως η οικουμενικότητα δεν είναι κάτι ξένο και επίφοβο καθώς είναι μέσα στο αίμα των Ορθοδόξων, το οποίο συνεχώς καθαίρεται από το αίμα του Χριστού, ως Λυτρωτή των ανθρώπων. Στη θέση μιας παγκοσμιοποιήσεως που μετατρέπει λαούς και ανθρώπους σε πολτό και τους χρησιμοποιεί για οικονομικούς κυρίως σκοπούς, πιστεύω πως η Ορθόδοξη Χριστιανική αγωγή και το ορθόδοξο βίωμα αποτελεί ένα όραμα που μας καλεί να ενταχθούμε όλοι μαζί σε μια κοινωνία αγάπης ανεξαρτήτου χρώματος, φυλής, μορφωτικού ή κοινωνικού επιπέδου. Είναι λοιπόν μια πρόκληση για την Ορθοδοξία να μπορέσει να διαχειριστεί και να ανταπεξέλθει επαρκώς στις ραγδαίες εξελίξεις της σύγχρονης εποχής αλλά και των επόμενων αιώνων και να βρίσκεται στο κέντρο των κοινωνικών ζυμώσεων, στην πρωτοπορία της προόδου. Άλλωστε και τα πρωτοχριστιανικά χρόνια βρέθηκε σε ανάλογες συνθήκες και κατάφερε με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος να εδραιωθεί, να στηρίξει το νεοσύστατο ποίμνιο και να λειτουργήσει υπερεθνικά, ανακαινιστικά και απελευθερωτικά. Τελικά διαπιστώνουμε πως κάθε εποχή έχει προκλήσεις που μας ωθούν σε αλλαγή, εξέλιξη και ανάπτυξη. 

 

  1. Ο πλουραλισμός και το φαινόμενο της πολυπολιτισμικότητας

 

Η υιοθέτηση του πλουραλισμού βρίσκεται στην καρδιά της φιλελεύθερης δημοκρατίας και εκφράζεται σε πολλαπλά επίπεδα: οικονομικό, κοινωνικό, θρησκευτικό και, τελικά πολιτικό. «Ο κοινωνικός πλουραλισμός συνεπάγεται την αποδοχή των ομάδων, οι οποίες θεωρούνται ως ο φυσιολογικός ή ο επιθυμητός τρόπος οργάνωσης των ατόμων. Η μορφή, όμως, αυτού του πλουραλιστικού ιδεώδους δεν είναι αυτονόητη. Στο πεδίο αυτό αντιπαρατίθενται φιλόσοφοι, όπως ο Montesquieu ή ο Rousseau, και τα συστήματα, όπως αυτά των Ηνωμένων Πολιτειών ή της Γαλλίας… Σήμερα όμως παντού οι ομάδες αναγνωρίζονται και θεωρούνται ως ένα φυσικό μέσο δημοκρατικής έκφρασης» [1]. Κατανοούμε λοιπόν ότι δημιουργείται μια νέα τάξη πραγμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο. «Τα πράγματα ξεφεύγουν από τον έλεγχο μας… με μια έννοια του συρμού, όπως είναι σήμερα η παγκοσμιοποίηση. Το βαθύτερο νόημα που μεταφέρει η ιδέα της παγκοσμιοποίησης είναι αυτή του απροσδιόριστου, ανυπότακτου, και αυτοπροωθούμενου χαρακτήρα των παγκόσμιων υποθέσεων· είναι η απουσία ενός ¨ομφαλού¨» [2].

Ο όρος «πολυπολιτισμικότητα»  (multiculturalism) αποτελεί σαφώς δάνειο από την αγγλική γλώσσα με ιδιαίτερη προφορική εκφορά. Όμως πραγματικά γνωρίζουμε τι ακριβώς σημαίνει;  To πιο πιθανό είναι να λάβουμε πληθώρα απαντήσεων και ερμηνειών ανάλογα με το ποιόν θα ρωτήσουμε.  Η πιο απλουστευμένη θεώρηση θα ήταν να υποστηρίξουμε πως πολυπολιτισμικότητα σημαίνει επιλογή ανάμεσα σε μια ποικιλία πολιτιστικών ταυτοτήτων και αγαθών. Επίσης «αφορά τη συμβίωση και τη συνύπαρξη κοινοτήτων με διαφορετικούς πολιτισμούς και πολιτισμικές παραδόσεις. Αναφέρεται τόσο στη γεωγραφική συμβίωση σε αστικοποιημένες περιοχές, όπως είναι τα γκέτο, οι μαχαλάδες, οι κοσμοπολίτικες πόλεις, όσο και στη συνύπαρξη διαφορετικών εθνικών κοινοτήτων στα πλαίσια μεγάλων κρατών, αυτοκρατοριών και συνομοσπονδιών» [3]. Σκοπός της θα μπορούσε να είναι ανάδειξη και η προστασία του εθνικού-πολιτισμικού υπόβαθρου της κάθε κοινότητας.

Είναι δεδομένο πως αποτελεί κυρίαρχο φαινόμενο της εποχής μας. Όλες οι κοινωνίες παγκοσμίως αναζητούν τρόπους για να εξασφαλίσουν την αρμονική συμβίωση διαφορετικών ταυτοτήτων και πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων. Όσο μελετά κανείς διάφορες διαστάσεις της πολυπολιτισμικότητας, αλλά και της θρησκευτικής ελευθερίας, τόσο περισσότερο διαπιστώνει ότι ανοίγονται μπροστά του νέες διαστάσεις τους, που ταυτόχρονα τον οδηγούν σε μια διαφορετική θεώρηση πολλών ζητημάτων. Ιδίως γίνεται κατανοητό ότι βασικές αρχές που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του μοντέρνου κόσμου, όπως η ανεκτικότητα, ο σεβασμός του άλλου, η ελεύθερη διαμόρφωση της ανθρώπινης προσωπικότητας αποκτούν όλο και περισσότερο ιδιαίτερη αξία. Αναδεικνύονται σε αρχές που είναι αναγκαίες για την ομαλή και ειρηνική συμβίωση των ανθρώπων, οι οποίοι εκφράζονται μέσα από έναν πολιτιστικό πλουραλισμό, επικοινωνούν μεταξύ τους λόγω των σύγχρονων αναγκών και δυνατοτήτων και δεν ζουν πια σε κλειστές οριοθετημένες ομάδες. Αξιοσημείωτο είναι σε αυτό το σημείο το σχόλιο του Steven C. Rockefeller που αναφέρει πως: « Όλοι οι πολιτισμοί έχουν τη δική τους θέση σε μια γενικότερη τάξη πραγμάτων, και ο καθένας ξεχωριστά είναι φορέας εγγενούς αξίας η οποία είναι ανεξάρτητη από την όποια αξία μπορεί να έχουν οι παραδόσεις του για τους άλλους πολιτισμούς» [4]. Την κοινωνική αυτή πραγματικότητα της πολιτισμικής ποικιλότητας της εποχής μας περιγράφουν τέσσερις όροι με παρεμφερές περιεχόμενο: ο πολυπολιτισμός, ο διαπολιτισμός, το πολιτισμικό μωσαϊκό και ο κοσμοπολιτισμός.

Τελικά βλέπουμε πως η δυναμική της πολυπολιτισμικότητας πιέζει τις κοινωνίες μας να εξελιχθούν, περνώντας από το στάδιο της κοινωνίας των μαζών στο στάδιο της κοινωνίας των πολιτισμών και των πολιτισμικών ομάδων. «Αλλά τώρα το ζητούμενο είναι να αναγνωρίσουμε όλοι την ίση αξία διαφορετικών πολιτισμικών ενοτήτων. Όχι μόνο να τις αφήσουμε να επιβιώσουν, αλλά να αναγνωρίσουμε και τη σπουδαιότητα τους» [5].

 

  1. Η πολυπολιτισμικότητα στον κόσμο και στην σύγχρονη Ελλάδα

 

Αρχικά παρατηρούμε πως ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε σε χώρες των οποίων ο πληθυσμός αποτελούνταν από ένα αμάλγαμα γηγενών, εποίκων, και μεταναστών. Για παράδειγμα οι Η.Π.Α., ο Καναδάς και Αυστραλία είχαν καθαρά αποικιακό παρελθόν. Επομένως, ήρθαν και πρώτες αντιμέτωπες με την πρόκληση να διαχειριστούν πληθυσμιακές ομάδες με κοινά εθνοπολιτισμικά χαρακτηριστικά, οι οποίες διεκδικούσαν την αναγνώριση της ιδιαιτερότητας της παρουσίας τους.

Σήμερα φαίνεται πως  «πρωτεύουσα στρατηγική επιβίωση στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις δεν είναι εφεξής το ¨από κοινού¨, αλλά η αποφυγή και ο χωρισμός. Δεν τίθεται πλέον ζήτημα αν αγαπάμε η μισούμε το γείτονα μας. Το δίλημμα διευθετείται άμεσα, όταν κρατάμε το γείτονα μας σε απόσταση και η ανάγκη επιλογής του ενός ή του άλλου αναιρείται. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγονται όλες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες θα έπρεπε να επιλέξει κανείς μεταξύ αγάπης και μίσους» [6].

Στη σύγχρονη πραγματικότητα, «χαρακτηριστική περίπτωση μιας κρατικής οντότητας που προσπαθεί να διαχειριστεί την πολυπολιτισμικότητα είναι η Αυστραλία. Σύμφωνα με την ιδεολογία που διαμορφώνει την κοινωνική πολιτική της Αυστραλίας, η πολιτισμική πολυφωνία, προσδιορίζεται τόσο από την παρουσία ποικίλων πολιτισμών όσο και από την αποδοχή της θετικής συμβολής της πολυφωνίας των διάφορων εθνοτικών ομάδων στη διαμόρφωση της κοινωνίας» [7]. Επομένως στη σημερινή Αυστραλία η διαφορετικότητα αποτελεί θετική δύναμη για την κοινωνία.

Είναι εμφανές πως στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη κεντρικό θέμα αποτελεί η αναζήτηση τρόπων για την εδραίωση πολυπολιτισμικών δημοκρατιών, που δε θα οδηγούν σε διάσπαση, αλλά θα επιτρέπουν την οργάνωση μιας κοινωνίας πολιτών και πολιτισμικών ομάδων, που θα δέχονται κοινούς κανόνες ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θα συμμετέχουν στην παραγωγή και στη διάδοση πολιτισμικών αγαθών. «Τώρα, μάλιστα, που κατοχυρώθηκε η πολυπολιτισμικότητα ως βασική αρχή στη Χάρτα των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ευρωπαίου πολίτη, υπάρχει ευρύ πεδίο για έρευνα θεωρητική, εμπειρική και πρακτική. Η νομική κατοχύρωση των δικαιωμάτων δεν σημαίνει αυτονόητα και την πραγμάτωση τους στο κοινωνικό πεδίο» [8]. Συνεπώς κατανοούμε πως παράλληλα με τη νομική βάση χρειάζεται αλληλεγγύη, διάλογος και σεβασμός στη διαφορετικότητα μέσα στην κοινωνία.

  Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος ανέφερε σχετικά με το θέμα αυτό: «Πολλοί θέτουν το ερώτημα: “ποιο είναι το μοντέλο το οποίο πρέπει να ακολουθήσουμε στην Ελλάδα, τώρα που η πατρίδα μας γίνεται όνειρο μεταναστών;¨ Τώρα πια και αυτό, όπως και πάρα πολλά άλλα κρίσιμα για το μέλλον μας προβλήματα, υποχρεούμεθα και θα πρέπει να τα λύνουμε στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης… Εκείνο όμως που δεν μπορεί να αλλάξει είναι το πλαίσιο, μέσα στο οποίο εμείς, ως Έλληνες και ως Ευρωπαίοι, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα. Το πλαίσιο για το οποίο μιλώ το δίνει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: ¨ξένον σε αυτόν ίσθι και τίμα ξένους¨. Κάθε αντίληψη ή συμπεριφορά ή νομοθεσία που βλέπει στον ξένο έναν εισβολέα ή έναν ανεπιθύμητο και όχι ένα παιδί του Θεού, είναι αντίθετη προς τη χριστιανική διδασκαλία. Κάθε εκπαιδευτική πολιτική που βλέπει στον ξένο απλά και μόνον ένα φθηνό εργάτη και όχι έναν άνθρωπο, που έχει τα ίδια με μας δικαιώματα στην Παιδεία, είναι αντίθετη προς τη χριστιανική διδασκαλία. Αλλά δε βοηθώ τον ξένο γκρεμίζοντας την κοινωνία μου, στην αγκαλιά της οποίας κατέφυγε. Δεν τον βοηθώ, ξεριζώνοντας το αξιολογικό μου δέντρο, στη σκιά του οποίου κατέφυγε. Αγκαλιάζω τον μετανάστη δεν σημαίνει πνίγω την οικογένεια μου. Είναι δική σας μέριμνα εδώ, είναι και δική μας μέριμνα συνεχής να βρούμε τρόπους που θα οδηγήσουν να ξεπεράσουμε τη Σκύλλα της ομογενοποίησης, αλλά και τη Χάρυβδη του πολυπολιτισμού» [9].

 

  1. Η παγκόσμια προοπτική των μεγάλων θρησκειών του κόσμου

 

Οι μεγάλες θρησκείες του κόσμου είχαν πάντα το όραμα μιας παγκόσμιας κοινωνίας. Με τη διάδοση τους σε ολοένα ευρύτερους κύκλους σταδιακά επεδίωκαν την πνευματική και πολιτιστική παγκοσμιοποίηση. Το πρώτο βήμα έγινε από το Βουδισμό, αργότερα από το Χριστιανισμό και μεταγενέστερα από το Ισλάμ. Οι διάφορες σχολές του Ινδουισμού τόνιζαν τη σχετικότητα και τον πλουραλισμό των θρησκευτικών αληθειών. Στην Κίνα υιοθετήθηκαν προτάσεις του Κομφουκίου, του Λάο-Τσε και στη συνέχεια αφομοιώθηκαν ιδέες του Μαχαγιάνα Βουδδισμού. Σήμερα ο κινεζικός λαός «ενστερνίσθηκε τη μαρξιστική θεωρία, την οποία επεξεργάστηκε ο Μάο-τσέ-Τούνγκ και αναπροσαρμόζουν έντεχνα οι διάδοχοι του» [10].

Το παγκόσμιο θρησκευτικό όραμα διαφέρει από τη σύγχρονη παγκοσμιοποίηση καθώς οι θρησκείες επιζητούν την καθολίκευση με βάση το δικό τους μόνο δόγμα και τις δικές τους αρχές συμπεριφοράς. Κοινό τους σημείο αποτελεί η έμφαση στη συμπάθεια, επιείκεια, φιλανθρωπία, λιτότητα, δικαιοσύνη, ισότητα. Ιδιαίτερα δε στις μονοθεϊστικές θρησκείες κέντρο αποτελεί η πίστη στον έναν, ζωντανό Θεό, δημιουργό των πάντων.  Από τη μία πλευρά συμβάλλουν στη προσέγγιση των ανθρώπων και των λαών, από την άλλη πλευρά όμως συντελούν στην πυροδότηση συγκρούσεων, αγεφύρωτων χασμάτων και παρεμποδίζουν την παγκόσμια τάξη και ειρήνη.

Σήμερα ο θρησκευτικός πλουραλισμός είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός. Οι στατιστικές έρευνες στον συνολικό πληθυσμό του πλανήτη μαρτυρούν την πληθώρα θρησκευτικών ομάδων. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε μερικές όπως: Xριστιανοί, Μουσουλμάνοι, Ινδουιστές, Βουδιστές, οπαδοί κινεζικών θρησκευτικών παραδόσεων, σαμανιστές, μπαχάι, τζαϊνιστές, σιντοϊστές, σαεντολόγοι κ.ά. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως πληθαίνουν οι οπαδοί νέων θρησκειών και οι άθεοι.

Εμφανές είναι λοιπόν πως το θρησκευτικό φαινόμενο καταλαμβάνει πρωταρχικό ρόλο στη διαμόρφωση του πολιτισμού της σύγχρονης εποχής. Μάλιστα «ο αμερικανός καθηγητής στρατηγικών μελετών Samuel Huntington στο έργο του «Η σύγκρουση των πολιτισμών» προέβλεπε σύγκρουση του δυτικού πολιτισμού, όπως διαμορφώθηκε από τον Ρωμαιοκαθολικισμό και τον Προτεσταντισμό με τον ανατολικό, στον οποίο εκτός του Ισλάμ εντάσσει και τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό» [11]. Τελικά διαπιστώνουμε πως το θρησκευτικό βίωμα έχει ιδιαίτερη δυναμική και δεν υπακούει σε στρατηγικές. Δηλαδή δεν ακολουθεί ανθρώπινες προβλέψεις και προγράμματα. Η θρησκευτική συνείδηση δισεκατομμυρίων ανθρώπων βασίζεται απλά στη θεϊκή πρόνοια και αγάπη.

Μέσα στη διαδικασία της παγκοσμιοποιήσεως οι σχέσεις των θρησκειών αναπροσαρμόζονται και επαναδιαπραγματεύονται σε σταθερές, βέβαια, βάσεις. Γίνονται βήματα διαλόγου μεταξύ εκπροσώπων δύο οι περισσοτέρων θρησκευτικών κοινοτήτων με διάθεση ανοιχτής επικοινωνίας και αλληλοκατανόηση. Σεβόμενοι την ελευθερία, την ιδιαιτερότητα του άλλου και με απόλυτη αποδοχή της πολυμορφίας, με πρόθεση τη συνειδητή ειρηνική συμβίωση. Εξάλλου η κάθε θρησκευτική κοινότητα με το πέρασμα των αιώνων έχει διαμορφώσει τις δικές της αρχές και τα ιδιαίτερα ιδεώδη της που είναι πολύτιμα για την αρμονική συμβίωση των ανθρώπων.

Καταλήγοντας θα λέγαμε πως οι διάφορες θρησκείες ανά τον κόσμο γίνονται συχνά φρούρια της ταυτότητας πολλών λαών για να διατηρήσουν τη φυσιογνωμία τους. Βλέπουν τη θρησκεία ως νησίδα ασφαλείας όπου καταφεύγουν για να αποφύγουν τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. Αναπόφευκτο είναι όμως το γεγονός ότι η θρησκευτική συνείδηση όλων μας ζυμώνεται, ανανεώνεται, αναπροσαρμόζεται καθημερινά, εξετάζει τα νέα κοινωνικά δεδομένα, επηρεάζεται και επηρεάζει μέχρι να φτάσει στην τελική μορφή της στη ζωή μας.

 

  1. Ο πνευματικός χώρος της Ορθοδοξίας μέσα στην οικουμενική πολυπολιτισμικότητα

 

Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί αναγνωρίζουμε την οικουμενικότητα ως τον αυτονόητο πνευματικό μας χώρο. Μάλιστα η διάσταση της παγκοσμιότητας αποτελεί βασικό συστατικό της Ορθοδοξίας. Βασιζόμενοι στην Αγία Γραφή (Γεν. 1:1) ο ουρανός, η γη, το ανθρώπινο γένος, τα πάντα δημιουργήθηκαν από το Θεό. Επίσης τα τελευταία κεφάλαια της (Αποκ. Ιω. 21-22) αναφέρονται στο όραμα του καινού ουρανού και της καινής γης (Αποκ. 21:1).

 

«Με τη Σάρκωση Του ο Λόγος του Θεού προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση και καλεί στη Βασιλεία Του τους πάντες, χωρίς εξαίρεση, χωρίς διάκριση φυλής, γλώσσας, καταγωγής. Τελικά η παγκοσμιότητα του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού υπερβαίνει ακόμα και τη σφαίρα του πανανθρώπινου, επεκτείνεται σε όλη την κτίση, στην οποία οργανικά ο άνθρωπος μετέχει» [12].

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι η Χριστιανική διδασκαλία θεμελιώθηκε σε οικουμενικά, πανανθρώπινα, παγκόσμια θεμέλια και έχει εσχατολογικό χαρακτήρα. Βασικός εκφραστής της αποτέλεσε ο απόστολος των εθνών Παύλος. Στις επιστολές του ξεκάθαρα τονίζει τη σχέση της Εκκλησίας με την παγκοσμιότητα (Εφεσίους 1:9-10). Ακόμα και η χρήση της ελληνικής γλώσσας για τη διάδοση του Ευαγγελίου αποτελεί μια έκφανση της οικουμενικότητας, καθώς ήταν η πλέον διαδεδομένη στον τότε γνωστό κόσμο. Στη συνέχεια μεγάλες οικουμενικές προσωπικότητες, Ιεράρχες, διδάσκαλοι, μοναχοί θεμελίωσαν με τα έργα τους τη Χριστιανική πίστη και συνετέλεσαν στη πνευματική συνάντηση των λαών της Ν.Α. Ευρώπης. Αξιοσημείωτο είναι πως και στην Κυριακή προσευχή και στη Θεία Λειτουργία εντοπίζεται ένα όραμα για παγκόσμια σωτηρία. Εκ των προλεγομένων είναι πρόδηλο πως η Ορθοδοξία θεμελιώθηκε πάνω στην παγκοσμιότητα.

Υπάρχει όμως ένα «αγκάθι», που αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου κόσμου. «Δεν είναι ανθρωποκεντρικός, όπως υποστηρίζει στην πλειονότητα της η Ορθόδοξη θεολογία, αλλά δυναμοκεντρικός. Έχει δηλαδή ως κέντρο τη δύναμη, την εξουσία. Αυτό σημαίνει ότι η Ορθόδοξη θεολογία πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη το γεγονός αυτό και να αλλάξει βασικές δομές της σκέψης της» [13]. Ως εκ τούτου το φαινόμενο της παγκοσμιοποιήσεως είναι μια πρόκληση-πρόσκληση προς όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς, ώστε να λάβουμε μια υπεύθυνη και τεκμηριωμένη θέση, αξιοποιώντας γόνιμα όλα τα επιστημονικά, πολιτικά, πολιτιστικά, επικοινωνιακά και οικονομικά δεδομένα. «Πνευματικά είμαστε όλοι ταξιδιώτες ή όπως το θέτει ο Michael Benedikt ¨μεταβαλλόμαστε σε νομάδες- που βρίσκονται διαρκώς σε επαφή¨» [14].

 

  1. Η Χριστιανική θρησκευτική διαπαιδαγώγηση σημαίνει ανάπτυξη

 

Η θρησκευτική διαπαιδαγώγηση πρέπει να περιλαμβάνει την ανάπτυξη, δηλαδή την αλλαγή. Αναπτυσσόμαστε από κάτι που ήμασταν σε κάτι νέο, εξελιγμένο, παραμένοντας όμως το ίδιο πρόσωπο. Η διαδικασία της ανάπτυξης συμβαίνει μέσα μας καθώς αναπτύσσεται η κατανόηση, η αντοχή, η εξυπνάδα, το συναίσθημα κ.α. Είναι δεδομένο πως όπου δεν υπάρχει ανάπτυξη, υπάρχει στασιμότητα. Επομένως θα μπορούσαμε να πούμε πως η τέχνη της εκπαίδευσης θα μπορούσε να ορισθεί σαν παρακίνηση για ανάπτυξη του ανθρώπου. Σε ποιο βαθμό όμως μπορεί ένα μάθημα, μια διδακτική ενότητα, μια εκπαιδευτική διαδικασία να μας ωθήσει προς την ανάπτυξη; Μπορεί να ενεργοποιήσει μια αυτόνομη διαδικασία ανάπτυξης για τις ικανότητες των σπουδαστών κάθε ηλικίας;

Αν ανατρέξουμε στην εποχή της Καινής Διαθήκης, θα διαπιστώσουμε πως μέσα στα Ευαγγέλια υπάρχουν δείγματα μιας διδακτικής μεθόδου που χρησιμοποίησε ευρύτατα ο Ιησούς. Είναι η χρήση των παραβολών που με αλληγορική, συμβολική γλώσσα, οικείες εικόνες από την καθημερινή ζωή παρουσίαζαν στους ανθρώπους βαθύτερες αλήθειες και τους έφερναν κοντύτερα στη Βασιλεία του Θεού. Ήταν μια δημιουργική πράξη που ενεργοποιούσε τη φαντασία και την αυτενέργεια του ακροατή, τον ωθούσε να ταυτιστεί με τον ήρωα της ιστορίας και να οικειοποιηθεί την εμπειρία του.

Μια ακόμα διδακτική μέθοδος του Κυρίου ήταν να ακολουθεί μια εντελώς σταδιακή και εξατομικευμένη διαδικασία προσέγγισης των μαθητών. Δηλαδή προσέγγιζε τον καθένα στο εντελώς δικό του επίπεδο, δίνοντας του χώρο και χρόνο.

Στο επίπεδο της οικογενειακής χριστιανικής ανατροφής είναι δεδομένο όπως προαναφέραμε πως το παιδί συνεχώς μεταβάλλεται, αναπτύσσεται, μεγαλώνει. Επομένως μια βασική πρόκληση για τους γονείς είναι να κατανοήσουν τις μεταβολές στη ζωή του παιδιού τους και κυρίως να την αποδεχτούν.

Μέσα στην σχολική τάξη η ανάπτυξη ενθαρρύνεται όταν ο διδάσκων εξάπτει το ενδιαφέρον του μαθητή και προκαλεί την αμφιβολία του, την παραδοχή του, την διερεύνηση αλλά και διευρύνει τις δυνατότητες του. Ακόμα και τα οπτικοακουστικά μέσα, οι διάφορες μεθοδολογίες διδακτικής του μαθήματος, οι καλλιτεχνικές δραστηριότητες και βιωματικές δράσεις εξυπηρετούν αυτό τον σκοπό. Φυσικά κάθε διδακτική μέθοδος περιλαμβάνει τη δημιουργική προσπάθεια, τη δοκιμή, την αποτυχία, την έρευνα, την αμφισβήτηση και τέλος τη λύση του προβλήματος.

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε πως «το δικό μας έργο είναι να βοηθήσουμε τα παιδιά να αναγνωρίζουν τις ενέργειες του Θεού μέσα στο χώρο της δικής τους ζωής, στο χώρο της δικής τους γνώσης για τα φυσικά γεγονότα και μέσα στο πλαίσιο των λογικών τους δυνατοτήτων. Με το δικό τους ρυθμό, με το δικό τους τρόπο και με τη βοήθεια του Θεού θα αποκτήσουν την αίσθηση της ιερότητος, την αίσθηση του δέους μπροστά στο Μυστήριο του Θεού» [15]. Ο Χριστιανός παιδαγωγός πρέπει να είναι προετοιμασμένος ώστε να αξιοποιήσει το υλικό που του παρέχει το σχολικό πρόγραμμα και να είναι ικανός να το συσχετίσει με τη θρησκευτική αντίληψη της ζωής του κάθε μαθητή.

 

  1. Η Χριστιανική αγωγή και η σχολική θρησκευτική εκπαίδευση στην Ελλάδα

 

Κατά βάση η χριστιανική αγωγή έχει ανθρωπολογικό χαρακτήρα και σχετίζεται με την προσπάθεια που καταβάλλει ο άνθρωπος προκειμένου να οδηγηθεί στο «καθ’ ομοίωση» με το δημιουργό του. Η Χριστιανική αγωγή όμως δε μπορεί να κρατάει μια απομονωμένη θέση στην ατομική ή κοινωνική ζωή μας. Δηλαδή δε μπορούμε να είμαστε «λίγο» Χριστιανοί, ή σε κάποιες φάσεις της ζωής μας, ή σε κάποιους χώρους, όποτε και εάν θέλουμε επιλεκτικά. Είναι ισόβια και διαρκής διαδικασία κατά την οποία καλούμαστε συνεχώς να ξεπεράσουμε τα ανθρώπινα όρια μας, να αναθεωρήσουμε κάποιες πεποιθήσεις μας, να αξιοποιήσουμε τα εγγενή χαρίσματα μας  και να αγωνιστούμε για να φτάσουμε τελικά στην αυτοπραγμάτωση. Η μέθοδος, η στρατηγική και ο χρόνος που χρειάζεται ο καθένας μας είναι υποκειμενικά στοιχεία που προσδιορίζουν και τη μοναδικότητα μας ως «κατ’ εικόνα» του Θεού πλασμένα όντα.

Μια έκφανση της χριστιανικής αγωγής αποτελεί η σχολική θρησκευτική εκπαίδευση που έχει εκπαιδευτικό, μορφωτικό και ηθοπλαστικό χαρακτήρα. Συμβάλει στην κοινωνικοποίηση των μαθητών, προσεγγίζει τα ανθρώπινα προβλήματα και προωθεί την ηθική συγκρότηση των μαθητών. Είναι ευρέως γνωστό πως η σχολική εκπαίδευση στοχεύει στο να παρέχει κυρίως γνώσεις, να διαφωτίζει τα γεγονότα που συμβαίνουν στην πραγματικότητα, να καθοδηγεί προς την αλήθεια, όπως και να προωθεί την επίγνωση και κατανόηση. Κατά τη γνώμη μου αυτές είναι και κάποιες από τις βασικές προϋποθέσεις ώστε να έχουν οι μαθητές ένα αυθεντικό χριστιανικό βίωμα μέσα στο σώμα της εκκλησίας.

Στην πραγματικότητα μπορούμε να αξιοποιούμε κάθε πρακτική ευκαιρία να συνδέουμε το σχολείο και τους μαθητές με προγράμματα που διευρύνουν τις εμπειρίες τους από τις ανθρώπινες διαπροσωπικές σχέσεις. Άποψη του K. Anthony Appiah είναι ότι:

 

«Θα πρέπει να βοηθήσουμε τα παιδιά να αυτοδημιουργηθούν, και αυτό πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις αξίες μας, αφού τα παιδιά δε διαθέτουν εξαρχής δικές τους. Το να αποδίδουμε αξία στην αυτονομία σημαίνει να σεβόμαστε τις αντιλήψεις των άλλων και να εξετάζουμε για λογαριασμό τους σοβαρά τα σχέδια τους, όταν αποφασίζουμε γι’ αυτούς, ακόμα κι αν τα παιδιά δεν ξεκινούν με τα δικά τους σχέδια και αντιλήψεις»[16].

 

Πιο συγκεκριμένα μπορούμε να οδηγήσουμε τους μαθητές ώστε να εμβαθύνουν και να κατανοήσουν το νόημα της Εκκλησίας μέσω βιωματικών-ενεργητικών δράσεων όπως: επισκέψεις σε εκκλησίες άλλων εθνικοτήτων, συμμετοχή στη φροντίδα για τις ανάγκες άλλων, ενδιαφέρον για την ιεραποστολική εργασία της εκκλησίας κ.α. Μια ορθόδοξη χριστιανική προσέγγιση της σχολικής θρησκευτικής αγωγής πρέπει πιστεύω να περιλαμβάνει τους παρακάτω πέντε αντικειμενικούς στόχους:

α) Να βοηθάει τους μαθητές να αισθανθούν το Θεό μέσα στη ζωή τους.

β) Να συνειδητοποιήσουν ότι όλοι είμαστε ενεργά μέλη ενός σώματος, της Εκκλησίας.

γ) Να καλλιεργεί την ανάπτυξη του νου και του πνεύματος κάθε μαθητή.

δ) Να ωθεί τους μαθητές να οικειοποιούνται το Θεό και να τον γνωρίζουν όλο και βαθύτερα, πέρα από τα όρια της λογικής και των αισθήσεων τους.

ε) Να τους βοηθά να συνειδητοποιήσουν ότι η χριστιανική πίστη και το χριστιανικό βίωμα περιλαμβάνει όλη την προσωπικότητα και την εγκόσμια ζωή τους.

Επομένως η σχολική θρησκευτική αγωγή μπορεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να είναι σύμμαχος της ενοριακής κατήχησης και κατ’ επέκταση της ορθόδοξης χριστιανικής αγωγής καθώς πιστεύω πως μπορούν να είναι όψεις του ίδιου νομίσματος. Άλλωστε, όπως προανέφερα, και οι δυο έχουν απώτερο σκοπό την πολύπλευρη ανάπτυξη, την καλλιέργεια του ανθρώπου ως όλον και την καθοδήγηση του προς την αυτοπραγμάτωση ή το «καθ’ ομοίωση» με το δημιουργό του. Απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση σε αυτή την περίπτωση είναι να έχουμε ομοιογενές μαθητικό δυναμικό, δηλαδή ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές με θέληση για εκούσια, ελεύθερη συμμετοχή. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι σε αυτό το θέμα η τοποθέτηση του αείμνηστου καθηγητή Βασιλείου Τατάκη, «Ο παιδαγωγός δεν χειρίζεται υλικό, αλλά παραλαμβάνει ένα έμψυχο ον, και μάλιστα πνευματικό, και σκοπός του είναι να το βοηθήση να αναπτύξη τις αγαθές σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις για να ακολουθήσει την αγαθή κατεύθυνση που αποτέλεσμα της θα είναι η καλύτερη δυνατή πραγμάτωση και της πνευματικής και της σωματικής του μορφής. Έχει λοιπόν και ο παιδαγωγός ένα όραμα που τον κατευθύνει στο έργο του, αλλά το έργο που επιτελείται δεν είναι μόνο δικό του· συμβάλλει στην επιτέλεση του… Ο άλλος φυσικά σπουδαίος, πολύ σπουδαίος συντελεστής, είναι το ίδιο το παιδί. Πρώτον γιατί απάνω στις δικές του σωματικές και πνευματικές δυνάμεις σταθμίζεται και στηρίζεται η αγωγή του. Δεύτερον, και αυτό είναι το σπουδαιότερο, διότι η αγωγή προϋποθέτει τη δική του συγκατάθεση, το δικό του δόσιμο, το ναι της συνείδησης τους. Χωρίς αυτό δεν γίνεται τίποτα. Είναι πολύτιμο τούτο το σημείο που δείχνει με το δικό του τρόπο ότι η αγωγή προϋπόθεση της έχει πάντα την εκούσια, την ελεύθερη λοιπόν συμμετοχή του τροφίμου» [17]. Όπως καταλαβαίνουμε λοιπόν βασικός παράγοντας αποτελεί η ελεύθερη προαίρεση, δηλαδή η κρίση, η επιλογή, η απόφαση. «Ως συμπέρασμα των λεχθέντων για την προαίρεση θα μπορούσε να είναι , ότι η καλλιέργεια της κρίσης, της επιλογής, της απόφασης και γενικά του κριτικού πνεύματος απαιτείται σε τελευταία ανάλυση να συνδεθεί με το αξιολογικό περιεχόμενο της προσφερόμενης διά μέσου του σύγχρονου σχολείου μόρφωσης, των μεθόδων διδασκαλίας, της προσωπικότητας και της κατάρτισης των διδασκόντων και γενικά κάθε εμπλεκόμενου φορέα στη σχολική διαδικασία» [18].

Πρόκληση όμως αποτελεί το γεγονός πως πολλοί πιστεύουν πως σε «μια κοινωνία πλουραλιστική δεν μπορεί το εκπαιδευτικό σύστημα να είναι θρησκευτικά χρωματισμένο ή ιδεολογικά προσανατολισμένο, αλλά οφείλει να είναι πλουραλιστικό, όπως η κοινωνία δεν είναι μονόχρωμη, αλλά πλουραλιστική. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να υπεισέρχονται μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα οποιοιδήποτε θεσμικοί θρησκευτικοί παράγοντες. Αυτοί μπορούν να επιτελέσουν το έργο της κατήχησης μέσα στις θρησκευτικές κοινότητες. Έτσι, δεν μπορούν να έχουν θέση στο εκπαιδευτικό σύστημα» [19].

Στην περίπτωση του σύγχρονου Ελληνικού σχολείου διαφαίνεται πια ένα πολυπολιτισμικό υπόβαθρο και υπάρχουν διδακτικές ενότητες στα σχολικά εγχειρίδια που αναφέρονται σε άλλες ομολογίες και θρησκείες. Εδώ όμως παρουσιάζεται ο κίνδυνος εμπλοκής θρησκευτικών θεσμικών παραγόντων στο εκπαιδευτικό σύστημα, προκαλώντας συγκρούσεις, διακρίσεις και φανατικά στοιχεία. Ειδικά στις σχολικές τάξεις δεν υπάρχει χώρος για θρησκευτικές διαιρέσεις. Πώς όμως θα μπορούσε το μάθημα της θρησκευτικής αγωγής να έχει ένα γνωσιολογικό, φιλελεύθερο, αντικειμενικό και αδογμάτιστο χαρακτήρα;  Κατά πόσο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν εδώ στοιχεία του οικουμενικού διαλόγου και της οικουμενικής θεολογίας;

 Οι Ελληνικές θεολογικές ενώσεις όπως, η ΠΕΘ (Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων), ο ΚΑΙΡΟΣ (Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος), ο «Σύνδεσμος Κρητών Θεολόγων» κ.ά. μπορούν να αναλάβουν την υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων, την σχεδίαση πιλοτικών διδακτικών εγχειριδίων και την πειραματική διδασκαλία τους σε συνεργασία με δημοσία ή ιδιωτικά σχολεία της χώρας, με την οικονομική στήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Έτσι θα προαχθεί η Ευρωπαϊκή παιδεία και εκπαίδευση και συνάμα θα εξομαλυνθεί η κοινή συμβίωση των Ευρωπαίων πολιτών με βάση τη διαφορετική θρησκευτική και εθνική ταυτότητα.

Οι μέχρι τώρα ενέργειες του ΙΕΠ (Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής) βλέπουμε πως είναι ενθαρρυντικές και με σωστό προσανατολισμό. Τα νέα εγχειρίδια σχολικής θρησκευτικής αγωγής που διανεμήθηκαν στα σχολεία φέτος προβάλλουν τις πανανθρώπινες αξίες και ιδεώδη, προωθούν το σεβασμό προς τις άλλες χριστιανικές ομολογίες και θρησκείες του κόσμου, όμως κατηγορούνται από μια μερίδα γονέων και εκπαιδευτικών για προσηλυτισμό των μαθητών. Επομένως κατανοούμε ότι ακόμα και τα πιο σύγχρονα εγχειρίδια χρειάζεται να διδάσκονται από επιμορφωμένους διδάσκοντες, με σωστή μεθοδολογία και φυσικά να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κάθε ηλικιακής ομάδας στις οποίες απευθύνονται.

Παραμένει λοιπόν υπό εξέταση το ερώτημα πώς η Ορθόδοξη χριστιανική αγωγή μπορεί να αξιοποιήσει τα νέα επιστημονικά, οικονομικά, τεχνολογικά δεδομένα και να δημιουργήσει τις κατάλληλες παιδαγωγικές προϋποθέσεις για την ουδέτερη παρουσίαση των άλλων μεγάλων θρησκειών της ανθρωπότητας στους διδασκομένους. Άλλωστε η Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση πάντα είχε ποιμαντική στάση προς τους πιστούς των άλλων χριστιανικών ομολογιών αλλά και τους πιστούς άλλων θρησκειών.

 

  1. Το θρησκευτικό βίωμα και η θεραπευτική αγωγή της Χριστιανικής αγωγής.

 

 Ο σύγχρονος άνθρωπος κουρασμένος και απογοητευμένος από τα προβλήματα του αναζητά μια ανάπαυση, μια αναψυχή. Ζητά, θα λέγαμε, τη θεραπεία της ψυχής του γιατί εκεί εντοπίζει να εδραιώνεται το πρόβλημα. Συχνά ζητά τη βοήθεια της επιστήμης, κάνοντας χρήση της συμβουλευτικής ψυχολογίας, της ψυχαναλυτικής θεραπείας κ.α. Όμως και η Ορθόδοξη Θεολογία αποτελεί μια θεραπευτική επιστήμη, καθώς προασπίζει την πνευματική μας υγεία. Το καταφέρνει με Θεανθρωποκεντρική προσέγγιση, γιατί ενεργεί με τη βοήθεια της Θείας Χάριτος, ουσιαστική δηλαδή με τη συνεργασία θείας και ανθρώπινης θελήσεως. Τον σκοπό αυτό υπηρετούν και τα μυστήρια της εκκλησίας που στηρίζουν τον πιστό στο δρόμο της ζωής του.

«Το αυθεντικό και καθαρό θρησκευτικό βίωμα αποτελεί επίσης μια καθοριστική και αναντικατάστατη διορθωτική επέμβαση ώστε να θεραπευτούν οι αρνητικές συνέπειες της παγκοσμιοποιήσεως… Διότι η θρησκευτική πίστη επηρεάζει το βάθος της ανθρώπινης συνειδήσεως και βουλήσεως, διαμορφώνει τη σκέψη, το ήθος, τον χαρακτήρα των ανθρώπων» [20]. Επομένως το θρησκευτικό βίωμα έχει τη δύναμη να εξαλείψει τον εγωισμό και κατ’ επέκταση τα αλαζονικά σύνολα. Μπορεί να αποτελέσει τη βάση για αφύπνιση, αγωνιστική διάθεση, θετική προσφορά στο κοινωνικό σύνολο. Με αυτή την πρακτική θα μπορέσουν να αντιμετωπιστούν οι αρνητικές επεκτάσεις της παγκοσμιοποιήσεως, προωθώντας παράλληλα την ελεύθερη προαίρεση, την αγαθή και δίκαιη κρίση όπως και την ορθή κρίση των ανθρώπων.

 

  1. Το ζητούμενο από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας

 

«Στην πλουραλιστική, εκλαϊκευμένη κοινωνία μας το νόημα της Εκκλησίας συχνά υποβιβάζεται στο νόημα ενός απομονωμένου, αυτό-περιφραγμένου σώματος, που δεν έχει καμιά σχέση με τα ενδιαφέροντα του κόσμου» [21].

Βασικό μέλημα της Εκκλησίας είναι η πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου, η σωτηρία του και η νοηματοδότηση της ύπαρξης του. Όπως επίσης και η συνύπαρξη με τον άλλον, τον συνάνθρωπο που είναι και εκείνος φτιαγμένος κατ’ εικόνα Θεού. Στο σημείο αυτό όμως διαπιστώνω πως η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει να βρει το δρόμο της προς το διάλογο, να χωρέσει τη διαφορετικότητα του άλλου και να προσανατολιστεί στην εξωστρέφεια. Εξάλλου «δεν μπορεί να γίνεται λόγος για συμπαγή Ορθόδοξο κόσμο, όπως τον εκλαμβάνει ο αμερικανός ερευνητής στρατηγικών μελετών Huntington, και όπως ίσως θα μπορούσε να υποστηριχθεί τις αρχές του 20ου αιώνα ή στο μεσοπόλεμο» [22].

Παρατηρούμε ακόμα πως κάθε εκκλησία ανά τον κόσμο έχει διαφορετικού τύπου σχέση με την κοινωνία. «Άλλοτε οι εκκλησίες περιορίζονται σε ένα αυστηρά θρησκευτικό ρόλο αποφεύγοντας και τον παραμικρό ανταγωνισμό με το κράτος, άλλοτε, αντίθετα, οικοδομούν μια πραγματική αντι-κοινωνία ως αντίδραση στην παρέμβαση του κράτους, του οποίου απορρίπτουν τη νομιμότητα ή την πολιτική» [23]. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός σε παγκόσμιο επίπεδο οι έρευνες δείχνουν πως υποχωρούν οι θρησκευτικές πρακτικές, εξασθενεί ο ρόλος της εκκλησίας και της θρησκευτικής πίστης στην καθημερινή ζωή των πολιτών.

Επομένως, στην εποχή των σύγχρονων παγκόσμιων προκλήσεων, η Εκκλησία οφείλει να συντονίσει τον κλήρο, τους λαϊκούς, πιστούς και θεολόγους σε κοινή πορεία προς την υιοθέτηση κοινής αντιμετώπισης του φαινομένου της παγκοσμιοποιήσεως. Τα διαχρονικά χριστιανικά ιδεώδη της δικαιοσύνης, ισοτιμίας, λιτότητας, ασκήσεως και εγκράτειας παραμένουν αποτελεσματικές πρακτικές στις σύγχρονες προκλήσεις. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί η υπέρβαση της εγγενής επιθετικότητας, των κοινωνικών συγκρούσεων και η εξομάλυνση των διακρατικών σχέσεων. Έτσι οι χριστιανοί μπορούν να ζουν σε μια κοινωνία αγάπης ως πρόγευση της βασιλείας του Θεού. Άλλωστε «εκείνο που διαφοροποιεί την Εκκλησία από κάθε θρησκειακό σύστημα είναι η ουσιαστική σχέση με τον ζώντα Θεό, την οποία προσφέρει με τη δύναμη και τη χάρη της Ευχαριστιακής κοινότητος… Με ρεαλισμό συνεχίζουμε τη σταυρική πορεία της ζωής μας προσβλέποντας στην Ανάσταση» [24].

 

  1. Επίλογος

 

Στην παρούσα φροντιστηριακή εργασία αναλύσαμε επαρκώς το φαινόμενο της πολυπολιτισμικότητας, τις εκφάνσεις της Χριστιανικής αγωγής αλλά και την εικόνα που παρουσιάσει η σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα στα θέματα αυτά.

Προσωπική μου άποψη αποτελεί πως η Ελληνική κοινωνία βρίσκεται ακόμα σε μεταβατικό στάδιο, καθώς πασχίζει να ορίσει την «ταυτότητα» της. Δηλαδή προσπαθεί να συνδυάσει τον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό της με την Ανατολική χριστιανική ορθόδοξη παράδοση, ερευνώντας ακόμη τις πιθανές μεθόδους και λύσεις. Υπάρχει λοιπόν μια ουσιαστική δυσκολία που αντιμετωπίζει η δημοκρατική πολιτεία, στην καλοπροαίρετη προσπάθεια της να αντιμετωπίσει ισότιμα τις μη κυρίαρχες πολιτισμικές ομάδες. Έτσι έρχεται αντιμέτωπη με πλέγματα ηθικών αξιών που εμποδίζουν τις κανονιστικές της δεσμεύσεις. Ευχής έργο θα ήταν να βρεθούν δυνατές λύσεις που να εφαρμόζονται ακριβοδίκαια και αποτελεσματικά, χωρίς να είναι επιζήμιες για εκείνους που ανήκουν σε διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις. Είναι μια αληθινή πρόκληση της πολυπολιτισμικότητας για το Δυτικό κόσμο, όντας στην αφετηρία μιας μακράς και αβέβαιης πορείας.  Ευελπιστούμε πως μέσα από τη φαινομενική αντιπαράθεση θα επέλθει μια γόνιμη και λειτουργική λύση για το καλό του κοινωνικού συνόλου και γενικότερα της ανθρωπότητας.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Yves Mėny, Συγκριτική πολιτική. Οι δημοκρατίες: Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ιταλία, Μεγάλη Βρετανία, Μετάφραση: Παντελής Κυπριανός – Στάθης Μπάλιας, Τόμος Α’, Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1995, σελ. 78.

[2] Bauman Zygmunt, Παγκοσμιοποίηση, οι συνέπειες για τον άνθρωπο, μετάφραση Χρήστος Βαλλιάνος, εκδ. Θεωρία – Ιδέες Πολύτροπον, Αθήνα 2004, σελ.86.

[3]Νικόλας Βερνίκος & Σοφία Δασκαλοπούλου, Πολυπολιτισμικότητα – Οι διαστάσεις της πολιτισμικής ταυτότητας, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2002, σελ.37.

[4] Τσαρλς Ταίηλορ, Πολυπολιτισμικότητα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2006, σελ.167.

[5] Στο ίδιο, σελ 119.

[6] Bauman Zygmunt, Παγκοσμιοποίηση…, ό.π., σελ. 72.

[7] Νικόλας Βερνίκος & Σοφία Δασκαλοπούλου, Πολυπολιτισμικότητα…, ό.π.,  σελ.38.

[8] Ιωάννης Πέτρου, Πολυπολιτισμικότητα και θρησκευτική ελευθερία, εκδόσεις παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2003, σελ.88.

[9] Πρακτικά συνεδρίου 28-29 Ιανουαρίου 2005, Πολυπολιτισμικότητα και εκπαίδευση στον καιρό της παγκοσμιοποίησης, έκδοση γραφείου ιδρύματος νεότητας Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Αθήνα 2007, σελ.17.

[10]Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία. Μελετήματα Ορθοδόξου προβληματισμού, εκδ. Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 2005, σελ. 252.

[11]Στο ίδιο, σελ. 257.

[12] Στο ίδιο,  σελ. 262.

[13] Ιωάννης Πέτρου, Πολυπολιτισμικότητα…, ό.π., σελ.77.

[14] Bauman Zygmunt, Παγκοσμιοποίηση…, ό.π., σελ. 112.

[15] Σοφίας Κουλομζίν, Το Ορθόδοξο βίωμα και τα παιδιά μας, εκδόσεις Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 1989, σελ. 31.

[16] Τσαρλς Ταίηλορ, Πολυπολιτισμικότητα, ό.π., σελ.195.

[17] Β. Ν. Τατάκη, Παιδαγωγική, εκδ. «Αστήρ» Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1978, σελ. 51-52.

[18] Ε. Περσελή, Κατήχηση και Παιδεία, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2010, σελ.91.

[19] Ιωάννης Πέτρου, Πολυπολιτισμικότητα…, ό.π., σελ.223.

[20] Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, «Παγκοσμιότητα… ό.π., σελ.261-262.

[21] Σοφίας Κουλομζίν, Το Ορθόδοξο… ό.π., σελ. 33-34.

[22] Mėny Yves, Συγκριτική πολιτική…, ό.π., σελ. 116.

[23] Του ιδίου, σελ. 121.

[24] Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα… ό.π., σελ. 266.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Bauman Zygmunt, Παγκοσμιοποίηση, οι συνέπειες για τον άνθρωπο, μετάφραση Χρήστος Βαλλιάνος, εκδ. Θεωρία – Ιδέες Πολύτροπον, Αθήνα 2004.
  • Mėny Yves, Συγκριτική πολιτική. Οι δημοκρατίες: Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ιταλία, Μεγάλη Βρετανία, Μετάφραση: Παντελής Κυπριανός – Στάθης Μπάλιας, Τόμος Α’, Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1995.
  • Βερνίκος Ν. & Δασκαλοπούλου Σ., Πολυπολιτισμικότητα – Οι διαστάσεις της πολιτισμικής ταυτότητας, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2002.
  • Γιαννουλάτου Αναστασίου Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία. Μελετήματα Ορθοδόξου προβληματισμού, εκδ. Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 2005.
  • Κουλομζίν Σοφίας, Το Ορθόδοξο βίωμα και τα παιδιά μας, εκδόσεις Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 1989.
  • Περσελή Ε., Κατήχηση και Παιδεία, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2010.
  • Πέτρου Ιωάννης, Πολυπολιτισμικότητα και θρησκευτική ελευθερία, εκδόσεις παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2003.
  • Πρακτικά συνεδρίου 28-29 Ιανουαρίου 2005, Πολυπολιτισμικότητα και εκπαίδευση στον καιρό της παγκοσμιοποίησης, έκδοση γραφείου ιδρύματος νεότητας Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Αθήνα 2007, σελ.17.
  • Ταίηλορ Τσάρλς, Πολυπολιτισμικότητα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2006.
  • Τατάκη Β. Ν., Παιδαγωγική, εκδ. «Αστήρ» Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1978.

Θεοδώρα – Κωνσταντίνα Παπαδημητρίου

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Οι συνταγματικές διαστάσεις του Α΄ Εθνικού Διχασμού. Σπύρος Βλαχόπουλος στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Α. Μια ιστορική περίοδος δύσκολα μπορεί να κατανοηθεί χωρίς την ανάλυση των όσων προηγήθηκαν. Το ίδιο ισχύει και για τον Πρώτο Εθνικό Διχασμό (1915-1917) και τις συνταγματικές του διαστάσεις. Πραγματικά, θα ήταν ατελής οποιαδήποτε προσπάθεια προσέγγισης των συνταγματικών πτυχών της ταραγμένης εκείνης περιόδου χωρίς αναφορά στα Συντάγματα του 1864 και του 1911, στην αρχή της δεδηλωμένης και στο κίνημα στο Γουδί το 1909. [1]

Η ελληνική βουλή στα τέλη του 19ου αιώνα (πίνακας του Ν. Ορλώφ 1930)

Το Σύνταγμα του 1864 σηματοδότησε το πέρασμα από τη συνταγματική μοναρχία στη βασιλευόμενη δημοκρατία, στη δημοκρατική αρχή και την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Αυτό μπορεί να ακούγεται πολύ θεωρητικό, δεν είναι όμως. Έχει πολύ σημαντικές συνέπειες, με κυριότερη από τις οποίες τον κανόνα ότι το τεκμήριο της αρμοδιότητας ανήκει στον λαό και την αντιπροσωπεία του (Βουλή) και ότι τα άλλα κρατικά όργανα ασκούν μόνον όσες αρμοδιότητες τους απονέμει ρητώς το Σύνταγμα και οι σύμφωνοι με αυτό νόμοι. Στο πλαίσιο του Συντάγματος του 1864 θα πρέπει να ειδωθεί και μια άλλη πολύ σημαντική εξέλιξη, αυτή της αρχής της δεδηλωμένης, ύστερα από το άρθρο του Χαρίλαου Τρικούπη με τον τίτλο «Τις πταίει» και τον Λόγο του Θρόνου του Γεωργίου του Α΄ το 1875. Σύμφωνα με την αρχή της δεδηλωμένης που αποτελεί θεμελιώδη συνιστώσα του κοινοβουλευτικού συστήματος, προκειμένου να διατηρηθεί στην εξουσία μια Κυβέρνηση χρειάζεται τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής. Ωστόσο, η εφαρμογή και αυτής της αρχής δεν ήταν απόλυτη στην πράξη. Όχι μόνον επειδή η εμπιστοσύνη της Βουλής δεν θεωρούνταν αναγκαία συνθήκη για τον διορισμό μιας Κυβέρνησης παρά μόνο για την διατήρησή της (άρα υπήρχε ένα χρονικό διάστημα που παρέμενε στην εξουσία μέχρι την καταψήφισή της), αλλά και επειδή η αρχή αυτή, αφενός, δεν ίσχυε όταν διαλυόταν η Βουλή και προκηρύσσονταν εκλογές και, αφετέρου, παραβιαζόταν συχνά στην πράξη από τον Βασιλιά είτε με την παύση Κυβερνήσεων είτε με τον εξαναγκασμό τους σε παραίτηση.

Σε επίπεδο συνταγματικών κειμένων σημαντική εξέλιξη αποτέλεσε αναμφισβήτητα το Σύνταγμα του 1911, το οποίο εμφανίζεται τυπικά ως αναθεώρηση του Συντάγματος του 1864, με τις πολλές του όμως και σημαντικές αλλαγές αποτέλεσε κατ’ ουσίαν νέο Σύνταγμα, έστω και εάν δεν συνοδεύτηκε από μεταβολή του πολιτεύματος σε αβασίλευτη δημοκρατία. Στο πλαίσιο αυτό, το Σύνταγμα του 1911 μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ένα «εκσυγχρονιστικό» Σύνταγμα με πολλές θετικές καινοτομίες: Βελτίωνε την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων (π.χ. προσωπική ασφάλεια, άσυλο, δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι), καθιέρωνε τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και κατοχύρωνε τη δικαστική ανεξαρτησία, κυρίως μέσω του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, ενός οργάνου που διατηρείται έως τις ημέρες μας αποφασίζοντας για την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών.

Σε όλα τα ανωτέρω πρέπει να προστεθεί και το κίνημα στο Γουδί το 1909. Πρόκειται για ένα κίνημα που έχει μείνει με θετικό «πρόσημο» στην ιστορία μας λόγω του αναθεωρητικού του πνεύματος, δεν παύει όμως να αποτελεί ένα στρατιωτικό κίνημα. Από τότε ο στρατός «εθίζεται» στην ανάμιξη στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδος και διεκδικεί ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις, σε τέτοια μάλιστα έκταση ώστε, ακόμη και όταν δεν επιβάλλονται στρατιωτικές δικτατορίες, οι πολιτικοί να αδυνατούν να κυβερνήσουν χωρίς την υποστήριξη του στρατού.

Τι συνέβη όμως το 1915;

Ποιες ήταν οι συνταγματικές διαστάσεις του εθνικού διχασμού;

Β. Η πρώτη σημαντική συνταγματική διάσταση του εθνικού διχασμού 1915-1917 αφορούσε το ερώτημα, ποιο πολιτειακό όργανο ήταν αρμόδιο να λάβει την απόφαση σχετικά με τη συμμετοχή ή μη της Ελλάδος στον πόλεμο, για το εάν δηλαδή η χώρα μας θα πολεμούσε με τις δυνάμεις της Εγκάρδιας Συνεννόησης ή θα τηρούσε μια (ευμενή για τη Γερμανία) ουδετερότητα. Η αρμοδιότητα αυτή ανήκε στον Βασιλιά (Κωνσταντίνο) ή τον Πρωθυπουργό (Βενιζέλο);

Στη βάση της διαμάχης αυτής υπήρχε η αντίληψη στο βασιλικό «στρατόπεδο» ότι, σε αντίθεση με τα εσωτερικά θέματα, για τα μεγάλα εθνικά ζητήματα (όπως αυτά της διαμόρφωσης της εξωτερικής πολιτικής και της συμμετοχής σε πολέμους) οι κρίσιμες αποφάσεις ανήκαν στον Βασιλιά. Η αντίληψη αυτή αντανακλούσε μια διαδεδομένη πρακτική στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Έτσι αντιλαμβανόταν, και πριν τον Κωνσταντίνο, τη λειτουργία του πολιτεύματος ο Γεώργιος Α΄ και οι περισσότερες κοινοβουλευτικές μοναρχίες της εποχής εκείνης. Ο δε Κωνσταντίνος υποστήριζε ότι για τα μεγάλα εθνικά θέματα είναι υπεύθυνος μόνον έναντι του Θεού και ότι «το Στέμμα είναι υπεράνω των κομμάτων. Ενδιαφέρεται δια την εθνικήν πολιτικήν και αυτήν εννοεί να ρυθμίζη». Ωστόσο, η αντίληψη αυτή δεν έβρισκε έρεισμα στο κείμενο και το πνεύμα του Συντάγματος και ερχόταν μάλιστα σε ευθεία αντίθεση προς τη δημοκρατική αρχή, σύμφωνα με την οποία – όπως προαναφέρθηκε – ο Βασιλιάς μπορούσε να ασκήσει μόνον όσες αρμοδιότητες του απονέμονταν ρητώς από το συνταγματικό κείμενο.

Γ. Η προβληματική των εξουσιών του κάθε πολιτειακού οργάνου στο κοινοβουλευτικό σύστημα, τέθηκε και λόγω της διπλής διάλυσης της Βουλής το 1915. Ανέκυψε ειδικότερα το ζήτημα, ποιος αποφασίζει για τη διάλυση της Βουλής σε ένα κοινοβουλευτικό πολίτευμα.

Όταν ανέκυψε η διαφωνία Βενιζέλου και Κωνσταντίνου ως προς την στάση της Ελλάδος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Κωνσταντίνος διέλυσε τη Βουλή, τις εκλογές όμως της 31ης Μαΐου 1915 κέρδισαν με ευρεία πλειοψηφία (189 έδρες έναντι 127) οι Φιλελεύθεροι του Βενιζέλου. Με αυτόν τον τρόπο, ο λαός αποφάνθηκε υπέρ της στάσης του Βενιζέλου και της συμπόρευσης της Ελλάδας στο πλευρό της Εγκάρδιας Συνεννόησης. Ο Βασιλιάς ωστόσο διέλυσε εκ νέου τη Βουλή προκειμένου να πετύχει μια σύνθεσή της που να συμπλέει με τις δικές του θέσεις περί ουδετερότητας. Και πράγματι το πέτυχε, αφού από τις εκλογές 6ης Δεκεμβρίου 1915 απείχαν οι Φιλελεύθεροι. Τέθηκε έτσι το συνταγματικό ζήτημα εάν ήταν επιτρεπτή η δεύτερη διάλυση της Βουλής για την ίδια αιτία, όταν το κυρίαρχο όργανο, ο λαός, είχε ήδη αποφανθεί στις πρώτες εκλογές υπέρ της στάσης του Βενιζέλου.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορούσε παρά να είναι αρνητική: Παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα του 1911 δεν περιείχε κάποιο ρητό περιορισμό στην αρμοδιότητα του Βασιλιά για διάλυση της Βουλής, σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα η Βουλή διαλύεται προκειμένου να εκφρασθεί ο λαός και όχι προκειμένου να ακυρωθεί η πρόσφατη ετυμηγορία του. Με άλλες λέξεις, ο Ανώτατος Άρχων δεν μπορούσε να διαλύει συνεχώς τη Βουλή, έως ότου πετύχει την επιθυμητή κοινοβουλευτική σύνθεση που θα συμπορευόταν με τις δικές του απόψεις. Οι συνέπειες της διπλής διάλυσης της Βουλής το 1915 δεν περιορίζονται χρονικά μέχρι το 1917, όταν την εξουσία καταλαμβάνουν οι βενιζελικοί και καταργούν τη δεύτερη χρονικά Βουλή (που προήλθε από τις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1915) για να επαναφέρουν τη Βουλή που προήλθε από τις εκλογές του Μαΐου του 1915 (την επονομαζόμενη και «Βουλή των Λαζάρων»). Τα γεγονότα του 1915 με τη διπλή διάλυση της Βουλής επηρέασαν τη διαμόρφωση και του ισχύοντος συνταγματικού δικαίου: Σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ. 2 του Συντάγματός μας ναι μεν η Βουλή μπορεί να διαλυθεί προώρως «για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας», πλην όμως αποκλείεται η διάλυση της νέας Βουλής «για το ίδιο θέμα». Εξάλλου, η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων (μη δυνατότητα σχηματισμού Κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής και έλλειψη κυβερνητικής σταθερότητας), η «Βουλή που εκλέχτηκε μετά τη διάλυση της προηγούμενης δεν μπορεί να διαλυθεί πριν περάσει ένα έτος αφότου άρχισε τις εργασίες». Πρόκειται για συνταγματικές ρυθμίσεις, οι ρίζες των οποίων ανάγονται στα γεγονότα του 1915.

Δ. Αναφέρθηκε προηγουμένως το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί το 1909, το οποίο «εγκαινίασε» την ανάμιξη του στρατού στην πολιτική ζωή της Χώρας. Η επέμβαση γίνεται ακόμη εντονότερη την περίοδο του Πρώτου Εθνικού Διχασμού: Τον Αύγουστο του 1916 εκδηλώνεται το κίνημα της Εθνικής Άμυνας με την υποστήριξη των αγγλικών και γαλλικών στρατευμάτων. Σχηματίζεται η «Τριανδρία» με τη συμμετοχή του Βενιζέλου και δύο ανώτατων στρατιωτικών, του στρατηγού Δαγκλή και του ναύαρχου Κουντουριώτη, συγκροτείται δε με τη βοήθεια στρατιωτικών δυνάμεων το δεύτερο ελληνικό Κράτος της Θεσσαλονίκης. Έκτοτε εκδηλώθηκαν αλλεπάλληλα στρατιωτικά κινήματα: Η επανάσταση του στρατού το 1922 μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, το κίνημα των Γαργαλίδη – Λεοναρδόπουλου το 1923, η δικτατορία του Πάγκαλου το 1925-1926, το κίνημα του Πλαστήρα το 1933, το βενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935, η ανατροπή του Παναγή Τσαλδάρη από τον στρατηγό και Αντιπρόεδρό του Κονδύλη τον Οκτώβριο του 1935 και η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967.

Συμπερασματικά, την περίοδο του Πρώτου Εθνικού Διχασμού εδραιώθηκε η αντίληψη ότι ο στρατός δεν περιορίζεται στην υπεράσπιση της εθνικής άμυνας της χώρας, αλλά διεκδικεί σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής και συνταγματικής πραγματικότητας. Η αντίληψη αυτή διήρκεσε έως το 1974 και «σημάδεψε» τον συνταγματικό βίο της Χώρας.

Ε. Σημασία για μια έννομη τάξη δεν έχει μόνο το συνταγματικό κείμενο αλλά και η συνταγματική πραγματικότητα, κατά πόσο δηλαδή το Σύνταγμα τηρείται στην πράξη. Στο πλαίσιο αυτό, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα διάστασης μεταξύ συνταγματικού κειμένου και συνταγματικής πραγματικότητας αποτελεί η περίοδος του Πρώτου Εθνικού Διχασμού, ιδίως στο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων.

Έτσι λοιπόν και ενώ το κείμενο του Συντάγματος του 1911 παρέχει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, η περίοδος της κυριαρχίας των αντιβενιζελικών (1916-1917) χαρακτηρίζεται από τις διώξεις των πολιτικών αντιπάλων με φυλακίσεις, εκτοπίσεις και εκτεταμένες εκκαθαρίσεις στον κρατικό μηχανισμό (στρατό, δικαιοσύνη, διοίκηση). Τα ίδια όμως μέσα χρησιμοποιούν και οι βενιζελικοί εναντίον των αντιπάλων τους όταν αναλαμβάνουν τα ηνία της εξουσίας (1917-1920). Έτσι την εν λόγω τριετία απολύθηκαν περίπου 6.500 πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, 2.600 αξιωματικοί του στρατού και του ναυτικού και 3.000 από το προσωπικό της χωροφυλακής. Περιττό βέβαια να αναφερθεί ότι όταν οι αντιβενιζελικοί αναλαμβάνουν και πάλι την εξουσία τον Νοέμβριο του 1920, επιδίδονται σε νέες διώξεις των πολιτικών τους αντιπάλων, επιβεβαιώνοντας ότι η βία αποτελεί έναν «φαύλο κύκλο».

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο «κυνικός» τρόπος, με τον οποίο παραβιάζονται τα ατομικά δικαιώματα την περίοδο του Πρώτου Εθνικού Διχασμού. Το κείμενο του Συντάγματος παραμένει άθικτο και οι συνταγματικές διατάξεις περί προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων δεν καταργούνται. Μόνο που εκδίδονται από την εκτελεστική εξουσία συντακτικές πράξεις, με τις οποίες αναστέλλεται για ορισμένο χρονικό διάστημα η ισχύς ορισμένων ατομικών δικαιωμάτων! Έτσι λ.χ. με τη συντακτική πράξη της 14/11/1917 αναστέλλονται για ένα έτος η ισοβιότητα και μονιμότητα των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων και απολύονται όσοι από αυτούς πρόσκεινται στους πολιτικούς αντιπάλους. Αφού ολοκληρώνεται η «εκκαθάριση» του κρατικού μηχανισμού, επανακάμπτει η ισοβιότητα και μονιμότητα με βάση συνταγματικές διατάξεις που ποτέ δεν αφαιρέθηκαν από το συνταγματικό κείμενο!

ΣΤ. Το πρώτο συμπέρασμα που συνάγεται από τα ανωτέρω, έγκειται στο ότι οι μεγάλες ιστορικές και θεσμικές μεταβολές, συμπεριλαμβανομένων των συνταγματικών, σχεδόν ποτέ δεν συντελούνται στιγμιαία και αυτόματα. Αντιθέτως, για να εμπεδωθούν χρειάζονται μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου παρατηρούνται παλινδρομήσεις, ειδικά δε όσον αφορά τις συνταγματικές μεταβολές παρατηρούνται φάσεις έντονης διάστασης μεταξύ συνταγματικού κειμένου και συνταγματικής πραγματικότητας. Η περίοδος του Πρώτου Εθνικού Διχασμού και τα όσα προηγήθηκαν, επιβεβαιώνουν το συμπέρασμα ότι η πορεία προς τις μεγάλες θεσμικές μεταβολές δεν είναι σχεδόν ποτέ ευθύγραμμη: Μπορεί η δημοκρατική αρχή και η αρχή της δεδηλωμένης να είχαν κατοχυρωθεί από το 1864 και το 1875 αντίστοιχα και το Σύνταγμα του 1911 να κατοχύρωνε όχι μόνο μια σειρά από ατομικά δικαιώματα αλλά και το κυριότερο μέσο προστασίας τους (την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών), ωστόσο η Βουλή διαλυόταν επανειλημμένως προκειμένου να παρακαμφθεί η λαϊκή ετυμηγορία, ο Βασιλιάς υπερέβαινε τις αρμοδιότητές του παραβιάζοντας την αρχή της δεδηλωμένης και διεκδικώντας τον πρώτο λόγο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και, τέλος, πολλά ατομικά δικαιώματα παραβιάζονταν συστηματικά παρά τη ρητή τους κατοχύρωση στο συνταγματικό κείμενο.

Εξίσου όμως σημαντικό είναι και ένα δεύτερο συμπέρασμα, το οποίο αναδεικνύουν τα τραγικά γεγονότα του Εθνικού Διχασμού: Η κατανόηση και ερμηνεία του ισχύοντος συνταγματικού κειμένου είναι αδύνατη, χωρίς γνώση της συνταγματικής μας ιστορίας. Γιατί πολύ απλά εάν δεν γνωρίζεις τι συνέβη το 1915 με την διπλή διάλυση της Βουλής προκειμένου ο Κωνσταντίνος να επιβάλει τη θέλησή του ως προς τη στάση της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν μπορείς να κατανοήσεις την ιστορική καταγωγή και τον λόγο ύπαρξης συνταγματικών διατάξεων, όπως αυτών του άρθρου 41, παρ. 2, εδ. β΄ και παρ. 4 του ισχύοντος Συντάγματος περί απαγόρευσης εκ νέου πρόωρης διάλυσης της Βουλής για το ίδιο εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας και περί του περιορισμού στην εκ νέου πρόωρη διάλυσή της πριν από την πάροδο έτους. Από την άποψη αυτή, οι επιστήμες του συνταγματικού δικαίου και της ιστορίας αποκτούν σημασία η μια για την άλλη, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά την αναγκαιότητα της διεπιστημονικής προσέγγισης.

 

Υποσημείωση


[1] Ενδεικτική βιβλιογραφία: Αλιβιζάτος, Ν. (2011), Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία 1800-2010. Αθήνα: εκδόσεις Πόλις. Μαυρογορδάτος, Γ. Θ. (2015), 1915. Ο Εθνικός διχασμός. Αθήνα: Πατάκης. Παντελής, Α. (2007), Εγχειρίδιο συνταγματικού δικαίου, 2η έκδοση. Αθήνα: εκδόσεις Λιβάνη.

 

Σπύρος Βλαχόπουλος

Καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Διαβάστε ακόμη:

Εκφάνσεις της γαλλοφωνίας στο Ναύπλιο του 19ου αιώνα – Δέσποινα Προβατά 


 

Το Ναύπλιο, που εποικίζεται μαζικά κατά τα πρώτα κρίσιμα χρόνια του Αγώνα, αλλάζει γοργά όψη καθώς, μετά την αποχώρηση των Τούρκων, συρρέουν στην πόλη, από τα μέρη όπου μαινόταν ακόμη ο πόλεμος, πληθυσμοί που αναζητούσαν ασφαλές καταφύγιο. Η άφιξη του Καποδίστρια, η εγκατάσταση της πρώτης κυβέρνησης και αργότερα η έλευση του Όθωνα και της Αντιβασιλείας, καθιστούν το Ναύπλιο διοικητικό, οικονομικό, εμπορικό, στρατιωτικό και πνευματικό κέντρο του νεοσύστατου κράτους. Στα χωρίς λιθόστρωτο σοκάκια, «στας στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις» οδούς της πόλης, που περιγράφει ο Νικόλαoς Δραγούμης (Δραγούμης, 1973: 95), διασταυρώνεται ένα ετερόκλητο πλήθος Ελλήνων και ξένων: πρόσφυγες από εμπόλεμες περιοχές της ηπειρωτικής και νησιωτικής χώρας, έλληνες και ξένοι ναυτικοί, στρατιώτες, έμποροι και εκπρόσωποι των μεγάλων δυνάμεων, Φαναριώτες και τυχοδιώκτες αμφιβόλου προελεύσεως, συνθέτουν το ιδιότυπο πληθυσμιακό μωσαϊκό της πρώτης πρωτεύουσας της Ελλάδας. Η παλιά οθωμανική πόλη παραχωρεί έτσι σταδιακά τη θέση της σε μια νέα πόλη, που αναζητά την ευρωπαϊκή της φυσιογνωμία.

Σ’ αυτό το γοργά μεταλλασσόμενο πολυγλωσσικό και πολυπολιτισμικό περιβάλλον, οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, αλλά και οι ανάγκες επικοινωνίας που επέβαλε η εμπορική δραστηριότητα που ανέπτυσσε η πόλη, ανέδειξαν την ανάγκη για τη χρήση μιας γλώσσας κοινής σε όλους. H συνεχής παρουσία στην πόλη αντιπροσώπων και στρατιωτικών των ξένων δυνάμεων, η σταδιακή ανάπτυξη της εμπορικής και ναυτικής επικοινωνίας του Ναυπλίου με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και η κοινωνική ζωή που διαμορφώνεται εκεί από τους δυτικοθρεμμένους και γαλλόφωνους Φαναριώτες, ευνοούν – όπως ήταν φυσικό – την υιοθέτηση της γαλλικής γλώσσας, που είχε επικρατήσει ως lingua franca στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου. Στην παρούσα ανακοίνωση, θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε τις ποικίλες εκφάνσεις της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της πόλης, που επιβεβαιώνουν την ισχυρή παρουσία της γαλλικής γλώσσας και παιδείας στο Ναύπλιο του 19ου αιώνα.

Ποιοι είναι, όμως, οι παράγοντες που ευνοούν τη διάδοση και επικράτηση μιας ξένης γλώσσας – και εν προκειμένω της γαλλικής – έξω από τη χώρα που τη γέννησε; Γιατί και πώς κατόρθωσε η γαλλική να επιβληθεί έναντι των άλλων γλωσσών που ομιλούνταν παράλληλα; Επιχειρώντας να σχηματοποιήσει αυτούς τους παράγοντες, ο Frijhoff δανείζεται τους οικονομικούς όρους της προσφοράς και ζήτησης, επισημαίνοντας ότι η έναρξη του διαπολιτισμικού διαλόγου διευκολύνεται καταρχάς από την ύπαρξη μιας γλωσσικής κοινότητας φυσικών ομιλητών, η οποία μιλάει και διαδίδει τη γλώσσα σ’ έναν ξένο τόπο. Απέναντι σε αυτή την προσφορά της ξένης γλώσσας αναπτύσσεται η ζήτηση που γεννάται όταν η συστηματική χρήση μιας άλλης γλώσσας, πέρα από την τοπική, υπαγορεύεται από λόγους πολιτικούς, οικονομικούς ή και κοινωνικούς. Για να εδραιωθεί, όμως, μια γλώσσα σ’ ένα ξένο πολιτισμικό περιβάλλον, θα πρέπει να υπάρχουν κατάλληλες υποδομές αλλά και τα μέσα που θα ενισχύσουν τη διάδοσή της: δάσκαλοι, σχολεία και εγχειρίδια κατάλληλα για την εκμάθησή της. Είναι, τέλος, καθοριστικός ο ρόλος της κοινωνίας: πρέπει να είναι δεκτική στη χρήση της ξένης γλώσσας και να την υιοθετεί, όχι μόνο για ιδιωτική χρήση, αλλά να τη χρησιμοποιεί και στον δημόσιο βίο, γράφοντας και δημοσιεύοντας κείμενα στη γλώσσα του Άλλου (Frijhoff, 2013: 143-144).

 

Η γαλλική παρουσία στο Ναύπλιο

 

Ο Ανρί ντε Ρινί, γνωστός στην Ελλάδα ως Δεριγνύ (Marie Henri Daniel Gauthier, comte de Rigny, 1782 – 1835). Κατά την Επανάσταση υπηρετούσε στα ελληνικά ύδατα και βοήθησε, όσο μπορούσε πάσχοντες Έλληνες. Κατά την ναυμαχία του Ναβαρίνου ηγείτο του γαλλικού στόλου. Αργότερα, διετέλεσε υπουργός Ναυτικών και Εξωτερικών.

Είναι γνωστό το πολύπλευρο γαλλικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα κατά την περίοδο της Επανάστασης, αλλά και μετά την ίδρυση του κράτους, όπως είναι επίσης γνωστός ο ρόλος των γάλλων φιλελλήνων στην έκβαση του Αγώνα και ιδιαιτέρως η συμβολή του Δεριγνύ, του Φαβιέρου και του Μαιζώνος στην ελληνική υπόθεση.

Πέρα όμως από αυτές τις επιφανείς προσωπικότητες, τα χνάρια των οποίων εύκολα μπορούμε να ακολουθήσουμε, η παρουσία γάλλων πολιτών στο Ναύπλιο του 19ου αιώνα, όσο προφανής κι αν είναι δεδομένων των ιδιαίτερων μετεπαναστατικών συνθηκών, εντούτοις δεν μπορεί να αποτιμηθεί με ακρίβεια μιας και δεν διαθέτουμε συγκεκριμένες δημογραφικές μελέτες για την εθνική καταγωγή των κατοίκων, μονίμων ή μη, της πόλης.

Ωστόσο, ορισμένες ομάδες Γάλλων που βρέθηκαν και έζησαν για περιορισμένο διάστημα στο Ναύπλιο, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μια, ενίσχυσαν, με την εκεί παρουσία τους, τη χρήση της γαλλικής γλώσσας στις καθημερινές συναναστροφές.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος, το οποίο, ενώ στρατοπέδευε στην Πελοπόννησο, κλήθηκε το 1832 να συνδράμει την Κυβέρνηση, η οποία αδυνατούσε να φυλάξει τα φρούρια του Ναυπλίου μετά τη λιποταξία των τακτικών στρατιωτών (Λαμπρυνίδης, 2001: 301). Η γαλλική φρουρά, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Guil laume Corbet (1779-1842), μέλους του εκστρατευτικού σώματος του Μωρέως, εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και ανέλαβε τη φύλαξη και την αποκατάσταση της τάξης. Η ομάδα αυτή των 1.200 στρατιωτών δεν πέρασε απαρατήρητη σε μια πόλη που αριθμούσε τότε μόλις 2.560 οικογένειες (Μπουτζουβή – Μπανιά, 1986: 108). Η άφιξη των Γάλλων γιορτάστηκε με λαμπρό συμπόσιο κατά τη διάρκεια του οποίου παιάνιζαν εναλλάξ ελληνική και γαλλική μουσική, ενώ στο Παλαμήδι, η γαλλική σημαία κυμάτιζε δίπλα στην κυανόλευκη, αφού προηγουμένως είχε εκτοπίσει τις σημαίες των άλλων δύο δυνάμεων (Λαμπρυνίδης, 2001: 301). Στο σύντομο χρονικό διάστημα όπου παρέμειναν στην πόλη, οι γάλλοι στρατιώτες μετέφεραν το επαναστατικό πνεύμα που είχε συνεπάρει τους Γάλλους δημοκράτες στη διάρκεια της Ιουλιανής Επανάστασης του 1830: στις 16/28 Ιουλίου γάλλοι στρατιώτες και πληρώματα γαλλικών πλοίων γιόρτασαν με πανηγυρικό τρόπο την επέτειο της εξέγερσης, που σήμανε την πτώση των Βουρβώνων και το οριστικό τέλος του Παλαιού καθεστώτος, προσφέροντας παράλληλα στους ναυπλιώτες ένα πρωτόγνωρο γι’ αυτούς θέαμα με πυροτεχνήματα (Λαμπρυνίδης, 2001: 301). [1]

Henri de Saint-Simon (1760 – 1825). Γάλλος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, ένας από τους πρωτοπόρους των σοσιαλιστικών ιδεών.

Σημαντικότερο ίχνος, όμως, στην πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική ζωή του Ναυπλίου, αλλά και της χώρας εν γένει, άφησε μια ομάδα γάλλων σαινσιμονιστών που βρήκε φιλόξενο καταφύγιο στο μετεπαναστατικό Ναύπλιο. O François  Graillard ήταν ο πρώτος φορέας των σαινσιμονικών αντιλήψεων που βρέθηκε στην Ελλάδα ήδη από τον Νοέμβριο του 1821 (Δημακοπούλου, 1979. Προβατά, 2006:149-154). Έλαβε μέρος σε σημαντικές μάχες του Αγώνα στο πλευρό του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και κατόπιν του Δημητρίου Υψηλάντη. Διοικητής στη συνέχεια του νεοσύστατου σώματος της χωροφυλακής (1833), ο Graillard υπέβαλε ένα υπόμνημα προς τον Όθωνα με τίτλο Memoire sur le develop pement de la civilisation hellenique mo derne. Στο υπόμνημα αυτό, ο Graillard ενστερνίζεται τις απόψεις του Saint-Simon για την αναδιοργάνωση της ευρωπαϊκής κοινωνίας και, αντλώντας από τη θεωρία του γάλλου στοχαστή, εκθέτει τη θεωρία του για τον εκσυγχρονισμό των παραγωγικών δραστηριοτήτων, ενώ καταθέτει και μια ολοκληρωμένη πρόταση συγκεκριμένης πολιτικής στρατηγικής, ώστε να «ξαναβρεί η σύγχρονη Ελλάδα στον πολιτισμό του μέλλοντος τη θέση του πρωτοπόρου που κατείχε στον αρχαίο πολιτισμό». (Δημακοπούλου, 1979: 432).

Τα χνάρια του Graillard ακολούθησε κατόπιν ο Etienne Marin Bailly, προσωπικός γιατρός και πιστός φίλος του Saint-Simon, που φτάνει στην πόλη το 1825, λίγο μετά τον θάνατο του γάλλου φιλόσοφου και στοχαστή. Εμφορούμενος από τον ενθουσιασμό που εμφυσούσε η βεβαιότητα των σαινσιμονιστών ότι επιτελούν αποστολικό έργο, ο Bailly είχε αποδεχθεί την πρόταση του φιλελληνικού κομιτάτου να συνδράμει με τις γνώσεις του στην οργάνωση ενός συστήματος περίθαλψης στην ερειπωμένη Ελλάδα. Πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο θα συνέβαλε στη ριζική αναδιοργάνωση της κοινωνίας, που αποτελούσε, άλλωστε, το ύψιστο ζητούμενο για τους σαινσιμονιστές. Χάρη στις άοκνες προσπάθειες του Bailly, μεταφέρονται στη χώρα πολύτιμες ιατρικές γνώσεις, που συνέτειναν στη σταδιακή αποτίναξη παραδοσιακών ιατρικών αντιλήψεων. Πέρα από το ευρέως αναγνωρισμένο έργο που προσέφερε στον χώρο της δημόσιας υγείας – μεταξύ άλλων, σώζοντας το Ναύπλιο από μια τρομερή επιδημία τυφοειδούς πυρετού το 1825 –, ο Bailly εργάστηκε παράλληλα συστηματικά, κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στη χώρα, υπέρ των γαλλικών συμφερόντων (Προβατά, 2008: 55-68).

Μετά το 1832, όταν εκδιώχθηκαν από τη Γαλλία οι σαινσιμονιστές, μια μικρή ομάδα, με αρχηγό τον Gustave d’ Eichthal, κατέληξε κι αυτή στο Ναύπλιο. Όπως αναφέρει ο d’ Eichthal σε επιστολή του, την ίδια περίοδο βρίσκονταν στο Ναύπλιο, εκτός από τον François Graillard, και οι Victor Bertrand, Jourdan και Delaury, τους οποίους είχε βοηθήσει να βρουν εργασία και να εγκατασταθούν στην πόλη (Προβατά, 2006: 149). Στο παρθένο έδαφος της μετεπαναστατικής Ελλάδας, πίστευαν ότι θα βρουν τις κατάλληλες συνθήκες προκειμένου να υλοποιήσουν το ουτοπικό όραμά τους. Η παρουσία τους στην πόλη προκαλεί όμως την ανησυχία της Αντιβασιλείας, που κατηγορεί τον d’ Eichthal ότι συμμετέχει σε μυστικές συνεδριάσεις σαινσιμονιστών στο Ναύπλιο. Χωρίς να μπορεί να τεκμηριωθεί αυτή η κατηγορία, το βέβαιο είναι ότι η ομάδα των γάλλων σαινσιμονιστών διατηρούσε κοινωνικές σχέσεις με επιφανείς οικογένειες του Ναυπλίου και πρωτοστατούσε στις πολιτικές ζυμώσεις της πόλης. O Bailly, για παράδειγμα, συνεργαζόταν με τον Νικόλαο Σπηλιάδη (Σπηλιάδου, 2007:106-107) και συνδεόταν μεταξύ άλλων με τους Δ. Υψηλάντη, Κ. Καρατζά, Α. Μαυροκορδάτο, Ν. Σκούφο. Σπ. Τρικούπη (Προβατά, 2008: 71-72), ενώ ο d’Eichthal συνδεόταν με προσωπική φιλία με τον Ι. Κωλέττη. Αλλά και με τους Σούτσους είχαν, καθώς φαίνεται, επαφές οι σαινσιμονιστές: όπως έχει επισημάνει ο Νάσος Βαγενάς, τα άρθρα στην εφ. Ήλιος που εξέδιδε ο Παναγιώτης Σούτσος στο Ναύπλιο – και που δεν γράφτηκαν ασφαλώς όλα από τον ίδιο – αναπαράγουν ορισμένες από τις ιδέες του Saint-Simon. Η εφημερίδα φιλοξενεί επίσης σαινσιμονικά άρθρα του Φραγκίσκου Πυλαρινού, του θεωρούμενου πρώτου έλληνα σοσιαλιστή (Βαγενάς, 1997: 43-46).

Η παρουσία αυτών, αλλά ενδεχομένως και άλλων Γάλλων στην πόλη, ευνοεί, όπως είναι φυσικό, τη χρήση της γαλλικής γλώσσας. Θα μπορούσαμε μάλιστα να υποθέσουμε ότι στο νέο αυτό εξευρωπαϊσμένο κοινωνικό περιβάλλον του Ναυπλίου – όπου μονοπωλεί το ενδιαφέρον το κλειδοκύμβαλο της οικίας Καρατζά –, στις εσπερίδες και χορούς που διοργανώνονται στα σαλόνια των ελληνικών οικογενειών (Ταμπάκη, 2009: 8-9), στα μέρη δηλαδή όπου συναντούνται Έλληνες και Ευρωπαίοι κάτοικοι της πόλης, η γαλλική χρησιμοποιείται ως κοινή γλώσσα επικοινωνίας. Μάλιστα, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, που είχε ζήσει για ένα διάστημα στην πόλη, περιγράφει στα Απομνημονεύματά του ότι μια ευχάριστη διασκέδαση στην οικία του Δημητρίου Καλλέργη ήταν η οργάνωση παραστάσεων γαλλικών θεατρικών έργων (Ραγκαβής, 1894: 275-276). Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι και οι ίδιες οι πολιτικές συνθήκες ευνοούν τη χρήση της γαλλικής γλώσσας. Η έλευση του Καποδίστρια στη χώρα και η προσπάθεια αναγνώρισης του ελληνικού κράτους ως ισότιμου μεταξύ των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, επιβάλλει τη χρήση της Γαλλικής στη διπλωματική αλληλογραφία. Άλλωστε και ο ίδιος ο Κυβερνήτης συντάσσει τις επίσημες αλλά και ιδιωτικές επιστολές του στα γαλλικά (Γκίνη-Μέξα, τ. α΄, 43, αρ 3471). Αλλά και αργότερα, κατά την οθωνική περίοδο, η γαλλική θα αποτελέσει τη γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ παλατιού και Ελλήνων.

 

Η γαλλική γλώσσα στην εκπαίδευση

 

Σε ένα παρόμοιο κλίμα είναι επόμενο να υπάρχει αυξημένη ζήτηση για την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας, πολλώ δε μάλλον που το αίτημα για τη διδασκαλία της γαλλικής είχε διατυπωθεί με τον πλέον επίσημο τρόπο από την Πελοποννησιακή Γερουσία ήδη από το 1822 (Δημαράς, 1973: 4-5). Στο Ναύπλιο, η άρχουσα τάξη εξακολουθεί να προτιμά την κατ’ οίκον διδασκαλία, προσλαμβάνοντας για τα τέκνα της έλληνες και γάλλους καθηγητές. Έτσι, ο Ραγκαβής δίδασκε γαλλικά στις τρεις κόρες του Ιωάννη Ταβακόπουλου (Ραγκαβής, 1894: 263) και ο γάλλος σαινσιμονιστής Delaury παρέδιδε μαθήματα γαλλικών για να ζήσει (Emerit, 1975: 244). Σύντομα, ωστόσο, η γαλλική γλώσσα εισάγεται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, καταλαμβάνοντας μάλιστα εξέχουσα θέση.

Αδαμάντιος Κοραής. Διδάσκαλος του Γένους, πρωτεργάτης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ελαιογραφία (Ληξούρι Κεφαλονιάς, Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη).

Πολλοί λόγιοι είχαν διατυπώσει απόψεις για τη σημασία της γαλλικής γλώσσας για την πνευματική ανόρθωση του γένους και τη χρησιμότητά της για την ανασυγκρότησή του. Ο Henri-Auguste Dutrτne, στενός συνεργάτης του Καποδίστρια, πίστευε ότι, μετά τις πρακτικές γνώσεις, η γνώση της γαλλικής, της γλώσσας που θεωρούσε ως τη λιγότερο ατελή γλώσσα, την πλέον κοινή και άρα την πιο χρήσιμη, ήταν το πλέον απαραίτητο εφόδιο για τους νεαρούς Έλληνες (Δημαράς, 1973:20-22). Ο Αδαμάντιος Κοραής, που συνέδεε τη γαλλομάθεια με το αγαθό της ελευθερίας, είχε μάλιστα υποστηρίξει ότι τα στελέχη της νεοσυσταθείσας δημόσιας διοίκησης έπρεπε, παράλληλα με τα αρχαία ελληνικά, να ομιλούν και τη γαλλική γλώσσα (Κοραής, 1933: 43-44). Μάλιστα, ο Dutrτne κοινοποίησε το 1828 μια επιστολή «Προς τους Έλληνας πάσης τάξεως, και μάλιστα τους ενδεείς», στην οποία εκδήλωνε την πρόθεσή του να διδάξει αμισθί τη γαλλική γλώσσα σε ελληνόπουλα 10-15 ετών (Γενική εφημερίς της Ελλάδος, αρ.φ. 15, 29/2/1828), πρόταση που απ’ ό,τι φαίνεται δεν υλοποιήθηκε ποτέ (Γενική εφημερίς της Ελλάδος, αρ.φ. 21, 18/4/1828).

Προς το τέλος του 1830 ή τις αρχές του 1831, η Γαλλίδα Charlotte de Volmerange ίδρυσε στο Ναύπλιο ένα Ανώτερο σχολείο θηλέων, στο οποίο θυγατέρες εύπορων οικογενειών της πόλης και υπότροφες του ελληνικού κράτους μάθαιναν, μεταξύ άλλων, τη γαλλική γλώσσα. Σύμφωνα δε με την παιδαγωγική πρακτική παρθεναγωγείων του εξωτερικού, όπου η γαλλική διδάσκονταν ως δεύτερη ή ως ξένη γλώσσα, στο εκπαιδευτήριο της Volmerange η διδασκαλία του εργόχειρου και της ραπτικής γινόταν από γαλλόφωνη παιδαγωγό («Projet de maison d’ Εducation de jeunes demoiselles sous la direction deMadame de Volmerange», f. 10).

Το Γυμνάσιο του Ναυπλίου, που ιδρύθηκε το 1833, είναι από τα πρώτα εκπαιδευτικά ιδρύματα (μαζί με το κεντρικό Σχολείο της Αίγινας και το Γυμνάσιο της Ερμούπολης, που ιδρύθηκαν το 1829 και 1833 αντιστοίχως) όπου διδάσκεται η γαλλική γλώσσα επισήμως. Στο Γυμνάσιο Ναυπλίου δίδαξαν γαλλικά επιφανείς προσωπικότητες: ο Ιωάννης Βενθύλος (1804-1854), μέλος της επιτροπής παιδείας που είχε συστήσει ο Καποδίστριας και μετέπειτα καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και ο Ιωάννης Καρασούτσας, ο λυρικός αυτόχειρας της Αθηναϊκής Σχολής. Για τις ανάγκες διδασκαλίας της γλώσσας εκδόθηκε, μάλιστα, το 1831 σε μετάφραση του Σ. Α. Παππά και κατάλληλα διασκευασμένο ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ελλήνων μαθητών το εγχειρίδιο του Lhomond Στοιχεία της Γαλλικής Γραμματικής [Elements de la Grammaire francaise], ένα από τα πλέον χρησιμοποιημένα διδακτικά εγχειρίδια της γαλλικής τόσο στη Γαλλία όσο και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Μια δεκαετία αργότερα, το 1842, ο Κ. Τόμπρας εξέδωσε στο Ναύπλιο το Αλφαβητάριον Γαλλικόν / Αbecedaire Francais, που χρησιμοποιήθηκε κι αυτό για τις ανάγκες της διδασκαλίας της γαλλικής γλώσσας.

Η μεγάλη σημασία, όμως, που αποδίδεται από την τοπική κοινωνία στη διδασκαλία της γαλλικής από γαλλόφωνους καθηγητές είχε ως αποτέλεσμα να επιλέγονται συχνά πρόσωπα ακατάλληλα για την εκπαίδευση, που με την αμάθεια, την ανεπάρκεια και την παντελή έλλειψη μεθόδου διδασκαλίας, μάλλον υπονόμευσαν παρά υπηρέτησαν τον στόχο του μαθήματος. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Γάλλος Taque, ένας πρώην δεκανέας και πρώην διδάσκαλος του χορού και της ξιφασκίας, ο οποίος διορίστηκε τον Απρίλιο του 1841 καθηγητής γαλλικών στο Γυμνάσιο Ναυπλίου (Αντωνίου, 2012: 347-348). Είχε, μάλιστα, ζητήσει άδεια για να ιδρύσει, μαζί με τη σύζυγό του, ένα παρθεναγωγείο με εσωτερικές μαθήτριες, σχέδιο που τελικά δεν ευοδώθηκε (Αντωνίου, 2009: 85). Αντιθέτως, η ανεπάρκεια του Taque προκάλεσε αντιδράσεις και κατηγορήθηκε ότι «κατήντησεν ηθικώς μεν ύποπτος εις τους πολίτας, μισητός δε εις τους μαθητάς δια την οκνηρίαν του και την ολίγην ίσως εις το διδάσκειν ικανότητα» (Αντωνίου 2012: 347).

Ανάλογη περίπτωση καταγράφεται στο ίδιο Γυμνάσιο το 1847, όταν ο καθηγητής της γαλλικής Loque, λόγω της παντελούς άγνοιας της ελληνικής γλώσσας και της αδόκιμου μεθόδου διδασκαλίας που εφάρμοζε, «γίνεται αυτός καθ’ εαυτόν παραίτιος γέλωτος, θορύβου, επομένως δε αταξιών και δυσαρεσκειών» (Παπαγεωργίου-Προβατά, 1994: 48), γεγονός που ανάγκασε τον Γυμνασιάρχη να ζητήσει τη μετάθεσή του (Αντωνίου, 2012: 347).

Παρά τις όποιες πρακτικές δυσκολίες και τις επικρίσεις που διατυπώθηκαν, η γαλλική επικράτησε ως πρώτη ξένη γλώσσα ακόμα και στο βαυαροκρατούμενο Ναύπλιο, όπου είχε παράλληλα εισαχθεί – για ευνόητους λόγους πολιτικής σκοπιμότητας – και η διδασκαλία της γερμανικής. Επειδή, όμως, οι μαθητές δεν παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τα μαθήματα της γερμανικής γλώσσας, η διδασκαλία της ατόνησε και εν τέλει καταργήθηκε (Δεμοίρου, 1939: 25).

 

Εφημερίδες, τυπογραφεία, βιβλία

 

Η παρουσία Γάλλων και άλλων ξένων στην πόλη, από τη μια, και η ανάγκη ενημέρωσης της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για τα κρίσιμα ζητήματα που αντιμετώπιζε ο ελληνισμός, από την άλλη, αλλά και η εκκόλαψη μιας νέας γενιάς γαλλομαθών Ελλήνων, ευνόησαν την έκδοση εφημερίδων στη γαλλική γλώσσα. Έτσι, στο Ναύπλιο εκδόθηκαν στη διάρκεια του 19ου αιώνα συνολικά πέντε γαλλόγλωσσες εφημερίδες: μία αμιγώς γαλλόφωνη, Le Moniteur grec, και τέσσερις δίγλωσσες γραμμένες σε ελληνική και γαλλική γλώσσα: Le Miroir Grec, Εποχή/ LEpoque, Εθνική/ Le National, Ο Σωτήρ/Le Sauveur. Η ύλη αυτών των φύλλων περιελάμβανε δύο βασικές ενότητες, εσωτερικές και εξωτερικές ειδήσεις. Πηγές για τις εξωτερικές ειδήσεις ήταν οι μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδες που εκδίδονταν στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες (Παρίσι, Μόναχο, Λονδίνο, Πετρούπολη). Την ύλη συμπλήρωναν, αναλόγως με το έντυπο, οι επίσημες κυβερνητικές αποφάσεις, ποικίλες ειδήσεις πρακτικού ενδιαφέροντος ή ακόμα και άρθρα εγκυκλοπαιδικού περιεχομένου, που στόχευαν στη διάχυση εκλαϊκευμένης γνώσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι εφημερίδες αυτές διαβάζονταν τόσο στην επαρχία και τη νησιωτική χώρα όσο και στο εξωτερικό. [2]

Η πρώτη εφημερίδα που κυκλοφόρησε στο Ναύπλιο σε γαλλική γλώσσα τον Μάιο του 1832 ήταν ο Ελληνικός Καθρέπτης / Le Miroir Grec. Τη δίγλωσση αυτή εβδομαδιαία τετρασέλιδη εφημερίδα εξέδιδαν ο Λευκαδίτης ιατροδιδάσκαλος Ανδρέας Παπαδόπουλος Βρετός και ο Γεώργιος Αλ. Ράλλης. Οι αναγνώστες του Ελληνικού Καθρέπτη είχαν τη δυνατότητα να διαβάζουν άρθρα φιλολογικού περιεχομένου, καθώς και ποικίλες ειδήσεις πρακτικού περιεχομένου.

Εκτός όμως από τη γενικότερη ανάγκη ενημέρωσης του γαλλόφωνου και ξένου αναγνωστικού κοινού, οι γαλλόφωνες εφημερίδες εξυπηρέτησαν και τις ανάγκες του κρατικού μηχανισμού. Η ελληνική κυβέρνηση που είχε συναισθανθεί νωρίς τη δύναμη του τύπου αξιοποίησε τη δυνατότητα που της παρείχε να σφυρηλατεί μια θετική εικόνα της χώρας, μέσω μιας προσεκτικά επιλεγμένης αρθρογραφίας. Τον ρόλο αυτό έπαιξε αρχικά η εφημερίδα Le Courrier de la Grece, που εκδιδόταν στην Αίγινα από το «γαλλικό τμήμα» της Εθνικής τυπογραφίας. Όμως μετά τη διακοπή της έκδοσης του Le Courrier de la Grece τον Φεβρουάριο του 1832, τον ρόλο επίσημου κρατικού οργάνου ανέλαβε ο Moniteur grec, μία αμιγώς γαλλόφωνη εφημερίδα, που εκδιδόταν στο Ναύπλιο από τον Ιούλιο 1832 έως τον Ιανουάριο 1833. Υπεύθυνος του τυπογραφείου ήταν ο Γάλλος Lιon Badin – που είχε μάλιστα προηγουμένως την ευθύνη έκδοσης του Courrier de la Grece – και υπεύθυνος σύνταξης ήταν ο Κ. Δ. Σχινάς, που αργότερα αντικαταστάθηκε από τον Σπ. Τρικούπη όταν θεωρήθηκε ότι δημοσίευσε άρθρα «ασυμβίβαστα με το πνεύμα της κυβερνήσεως». Κι αυτό γιατί ο Moniteur grec, μολονότι ήταν κυβερνητική έκδοση, προσπάθησε να διαφοροποιηθεί από τις προηγούμενες γαλλόγλωσσες εφημερίδες που υπηρετούσαν αυστηρά τα κυβερνητικά συμφέροντα, και να τηρήσει μια πιο ουδέτερη στάση. Όπως ρητά αναφέρεται στην Προκήρυξη της έκδοσης ο Moniteur grec:

 

«Δεν θα έχει πλέον τον σκοπό να αλλοιώνει τις πράξεις των ανθρώπων των οποίων οι απόψεις δεν είναι σύμφωνες με εκείνες της κυβέρνησης∙ δεν προτίθεται να εκθειάζει αδιακρίτως όλες τις πράξεις που απορρέουν από την ανώτατη εξουσία ή τους εκπροσώπους της. […] [Προτίθεται] να εκθέτει τα γεγονότα όπως πραγματικά γίνονται∙ να μη λέγεται κάτι περισσότερο ή λιγότερο απ’ ό,τι υπάρχει∙ να ενημερώνει το ευρωπαϊκό κοινό για την κατάσταση στην Ελλάδα με πιστή εξιστόρηση των γεγονότων» (Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου, 2008, τ. 4: 435).

 

Το 1834 αρχίζουν την έκδοσή τους τρεις άλλες δίγλωσσες εφημερίδες: Ο Σωτήρ / Le Sauveur, H Εποχή / L’Epoque και η Εθνική / Le National. O Σωτήρ, δημοσιογραφικό όργανο του Κωλέττη και ημιεπίσημο κυβερνητικό φύλλο, εκδιδόταν από τον Νικόλαο Σκούφο που είχε μάλιστα προσλάβει, για τη σύνταξη των γαλλικών κειμένων, τον Jourdan, ένα από τα μέλη της ομάδας των σαινσιμονιστών. Στους αντίποδες του Σωτήρα, η Εθνική ήταν όργανο του Άρμανσμπεργκ, που τη χρησιμοποιούσε για να πλήξει τον Κωλέττη. Η Εποχή, τέλος, εξέφραζε απόψεις που πλησίαζαν την καποδιστριακή πολιτική, αν και κατά τη διάρκεια της έκδοσής της το ρωσόφιλο κόμμα των Ναπαίων είχε ουσιαστικά διαλυθεί.

Πέρα όμως από τα γαλλόφωνα φύλλα που εκδίδονταν στην πόλη, το γαλλόφωνο κοινό του Ναυπλίου είχε τη δυνατότητα να διαβάσει γαλλικά βιβλία ή και γαλλικές εφημερίδες χάρη στην πρωτοβουλία του Ανδρέα Παπαδόπουλου-Βρετού που ίδρυσε, το 1831, το Φιλολογικό Σπουδαστήριο, μια δανειστική λέσχη ανάγνωσης, η οποία οργανώθηκε και λειτουργούσε κατά τα πρότυπα των γαλλικών cabinets de lecture. Παράλληλα, από τα τυπογραφεία της πόλης εκδόθηκαν και αρκετά βιβλία μεταφρασμένα από τα γαλλικά.

Ολοκληρώνοντας αυτή την πρώτη αποτίμηση για τη γαλλοφωνία στο Ναύπλιο του 19ου αιώνα, αξίζει να σημειώσουμε ότι η ισχυρή παρουσία της γαλλικής γλώσσας στη ζωή της πόλης αλλά και η υποδοχή που της επεφύλαξε η τοπική κοινωνία, ευνόησαν τη δημοσίευση ποιημάτων στη γαλλική γλώσσα. Το 1833, οι αδελφοί Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσοι, που συγκαταλέγονται ανάμεσα στους πρώτους Έλληνες συγγραφείς που δημοσίευσαν ποιήματά τους σε γαλλική γλώσσα, εξέδωσαν στο Ναύπλιο μια δίγλωσση ποιητική συλλογή με τίτλο Ποιήσεις Νέαι / Poesies nouvelles. Την ίδια χρονιά, ο Αλέξανδρος Σούτσος δημοσίευσε ένα ποίημα αφιερωμένο στον Όθωνα, γραμμένο και στις δύο γλώσσες.

Το Ναύπλιο καθίσταται έτσι ο πρώτος πυρήνας της γαλλοφωνίας στο ελληνικό κράτος, η πρώτη ελληνική πόλη όπου η γαλλική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε τόσο για την εσωτερική επικοινωνία των διαφορετικών κοινοτήτων που έζησαν και έδρασαν εκεί, όσο και για τις ανάγκες τής επικοινωνίας των κατοίκων της με το εξωτερικό και ιδιαίτερα με τη Γαλλία. Αυτές οι ποικίλες επαφές Ελλήνων και Γάλλων – πολιτικές, διπλωματικές και κοινωνικές– ευνόησαν την όσμωση μεταξύ των δύο πολιτισμών. Η μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα το 1834 μετατόπισε εκεί, όπως ήταν φυσικό, τις πολιτικές, κοινωνικές και πνευματικές ζυμώσεις της νεότερης Ελλάδας. Το ρεύμα της γαλλοφωνίας και της γαλλοφιλίας ενισχύθηκε: η προνομιακή θέση που επεφύλαξε η ελληνική εκπαίδευση στην γαλλική γλώσσα, η ανάπτυξη ενός γαλλόφωνου τύπου που αριθμεί πλέον των 100 τίτλους, οι πολυάριθμες μεταφράσεις γαλλικών βιβλίων που κυριολεκτικά κατέκλυσαν την Ελλάδα του 19ου αιώνα, οι πολυάριθμες θεατρικές παραστάσεις γαλλικών θιάσων που προσέλκυαν το γαλλόφωνο κοινό των μεγάλων αστικών κέντρων και, τέλος, η άνθηση μιας γαλλόφωνης λογοτεχνίας, επιβεβαιώνουν τους ισχυρούς πνευματικούς δεσμούς που ενώνουν τις δύο χώρες.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Δεν είναι η πρώτη φορά που τα γαλλικά στρατεύματα διαχέουν στον ελληνικό χώρο το πνεύμα και τον παλμό των γαλλικών επαναστατικών κινημάτων. Το ίδιο είχε συμβεί στα Επτάνησα κατά την περίοδο των γαλλικών κατακτήσεων, αρχικά το 1797-1799 και κατόπιν το 1807-1814, όταν η παρουσία των Γάλλων στα νησιά του Ιονίου συνέβαλε στη μεταλαμπάδευση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης (Κιτρομηλίδης, 2000: 33-35).

[2] Η εφ. Moniteur Grec, για παράδειγμα, είχε συνδρομητές στην Τουλόν, τη Μασσαλία, την Τεργέστη, την Αγκώνα, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη.

 

 

Βιβλιογραφία 


 

  • Αντωνίου, Δ., (2012). Δάσκαλοι-καθηγητές της γαλλικής γλώσσας στα ελληνικά σχολεία του 19ου αιώνα, Αθήνα: Διεθνές Κέντρο Έρευνας Αίσωπος – La Fontaine.
  • Αντωνίου, Δ., (2009). Γαλλικά σχολεία στην Ελλάδα, Αθήνα: Διεθνές Κέντρο Έρευνας Αίσωπος – La Fontaine.
  • Βαγενάς Ν., (1997). «Ο ουτοπικός σοσιαλισμός των αδελφών Σούτσων», in Από τον Λέανδρο στον Λουκή Λάρα, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σσ. 43-58.
  • Δεμοίρου, Ιω., (1939). Ιστορία του Γυμνασίου Ναυπλίου, Αθήνα.
  • Δημακοπούλου, Χ., (1979). «Ο σαινσιμονιστής Franηois Graillard περί των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων». Ανάτυπον εκ του 22ου τόμου του Δελτίου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. Εν Αθήναις.
  • Δημαράς Α., (1973). Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ. 1, Αθήνα: Ερμής.
  • Δραγούμης, Ν., (1973). Ιστορικαί αναμνήσεις, τ. Α΄, Αθήνα: Ερμής.
  • Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974 (2008). Λουκία Δρούλια – Γιούλα Κουτσοπανάγου (επιμ.), τόμοι 4. Αθήνα: Ίδρυμα Νεοελληνικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.
  • Emerit, Μ., (1975). «Les saint-simoniens en Grθce et en Turquie », Revue des Etudes sud-est europeennes, tome XIII (1975), no 2, σσ. 241-251.
  • Κιτρομηλίδης, Π. (2000). Η Γαλλική Επανάσταση και η Nοτιοανατολική Ευρώπη, Αθήνα: Πορεία.
  • Κοραή, Α., (1933). Σημειώσεις εις το προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος του 1822. Αθήνα: Βολίδης.
  • Λαμπρυνίδης, Μ., (42001). Η Ναυπλία. Από Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ημάς, Ναύπλιον: Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».
  • Μιχαλόπουλος, Φ., (1938) Παπαδόπουλος Βρετός: (ο πρώτος Έλλην βιβλιογράφος 1800-1876). Αθήναι: Τύποις Θέμιδος.
  • Μπουτζουβή-Μπανιά, Α., (1986). «Το Ναύπλιο στα χρόνια 1828-1833: σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής». Ανάτυπο από το περ. Ο Ερανιστής, τ. 18/1986, σσ. 105-136.
  • Παπαγεωργίου-Προβατά, Ε., (1994). Η γαλλική γλώσσα στην Ελλάδα, Αθήνα: Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών.
  • Προβατά, Δ., (2008). Etienne Marin-Bailly. Ένας σαινσιμονιστής στην επαναστατημένη Ελλάδα, Αθήνα: Σοκόλης.
  • Προβατά, Δ., (2006). «Η διάδοση του σαινσιμονισμού στην Ελλάδα. Μια πρώτη προσέγγιση», in Ουτοπικές θεωρίες και κοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη από τον 18ο ώς τον 20ο αιώνα. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, επιμ. Μαρία Μενεγάκη, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αθήνα: Φιλίστωρ, σσ. 148-158.
  • «Projet de maison d’Ιducation de jeunes demoiselles sous la direction de Madame de Volmerange». Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο της Γραμματείας επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως (18331848). Σειρά 002 – Δημόσια Εκπαίδευση (1833-1848) http://arxeiomnimon. gak.gr/search/resource.html?tab=tab02&id=523051, – 20/2/2013, 6:00, μμ.
  • Ραγκαβής, Α. Ρ., (1894). Απομνημονεύματα, τ. 1. Εν Αθήναις: Γεώργιος Κασδόνης.
  • Σούτσου, Α., (1833). Ποίησις / Epitre. Εν Ναυπλίω εκ της Εθνικής Τυπογραφίας.
  • Σούτσων, Α. και Π., (1833). Ποιήσεις Νέαι / Frθres Sοutzο, Pοesies Nοuvelles. Eν Ναυπλίω: εκ της Βασιλικής Τυπογραφίας.
  • Σπηλιάδου, Ν., (2007). Απομνημονεύματα ήτοι Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, (επιμ.) Π. Φ. Χριστόπουλου, τόμος 3ος. Αθήναι: Ινστιτούτο Διεπιστημονικών Ερευνών Ανάπτυξης της Νεωτέρας Ελλάδος Χαρίλαος Τρικούπης.
  • Π[αππάς], Σ. Α., (1831). Στοιχεία της Γαλλικής Γραμματικής του Λωμών. Μεταφρασθέντα και τροποποιηθέντα προς χρήσιν της Ελληνικής Νεολαίας. Εν Ναυπλίω: εν τη Εθνική Τυπογραφία.
  • Ταμπάκη, Α., (2009). «Το Ναύπλιο στα χρόνια της Ναπολεοντίας: κοινωνικά και πολιτιστικά συμφραζόμενα». Επιστημονική Επιθεώρηση Τεχνών του Θεάματος, τχ. 1 (2009), σσ. 293-306.
  • Τόμπρα, Κ., (1842). Αλφαβητάριον Γαλλικόν / Αbecedaire Francais. Χάριν των φιλογάλλων Ελλήνων. Eν Ναυπλίω: εκ της Τυπογραφίας Κ. Τόμπρα και Κ. Ιωαννίδου.
  • Frijhoff, W., (2013). «Le franηais de l’ιpoque moderne comme objet d’ histoire sociale et culturelle. Un tιmoignage personnel». Documents pour l’Histoire du Francais langue etrangere ou seconde, 50 (2013): Usages et repre senta tions du francais hors de France. 25 ans d’etudes historiques au sein de la SIHFLES [actants, outils, pratiques], Marie-Christine Kok Escalle & Karène Sanchez-Summerer, σσ. 139-144.

 

Δέσποινα Προβατά*

 Συνέδριο «Γαλλοφωνία και Πολυπολιτισμικότητα», Ναύπλιο, 6-7 Απριλίου 2013. Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου – Σχολή καλών τεχνών – Τμήμα θεατρικών σπουδών.

 

 * H Δέσποινα Προβατά είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια της Ιστορίας του γαλλικού πολιτισμού, με έμφαση στις Διαπολιτισμικές σχέσεις στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Παράλληλα, διδάσκει Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο από το 2000 έως και σήμερα. Έχει συνεργαστεί με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στο πλαίσιο χρηματοδοτούμενων ερευνητικών προγραμμάτων που διερευνούν τις διαπολιτισμικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Δύση. Το ερευνητικό της έργο και οι δημοσιεύσεις της, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, εστιάζονται σε θέματα συγκριτικής φιλολογίας και ελληνογαλλικών διαπολιτισμικών σχέσεων.

 

Διαβάστε ακόμη:

Διασπάσεις και μεταλλάξεις του βενιζελικού χώρου τη δεκαετία του ’40. Η περίπτωση της Μακεδονίας. Τάσος Χατζηαναστασίου στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Ο οπλαρχηγός Θεόδωρος Τσακιρίδης από την Μπάφρα του Πόντου. Επιλογή φωτογραφίας Αργολική Βιβλιοθήκη.

Θα ξεκινήσω από ένα συγκεκριμένο επεισόδιο, όπως μου το αφηγήθηκε ένας από τους νεότερους τότε, μόλις 16 χρονών στα τέλη Αυγούστου του 1944, αντάρτες της Νέας Μπάφρας Σερρών, ο Κωνσταντίνος Χατζηθεοδωρίδης (Δελή-Κώτσος), ανιψιός του οπλαρχηγού Θεόδωρου Τσακιρίδη. Το επεισόδιο διαδραματίζεται στο Παγγαίο όπου βρισκόταν το λημέρι των ανταρτών. Λίγο νωρίτερα είχε φτάσει από τη δυτική πλευρά του Στρυμόνα, ομάδα Ελλήνων αξιωματικών, μελών εθνικιστικών οργανώσεων της Θεσσαλονίκης για να αναλάβει τη στρατιωτική οργάνωση και εκπαίδευση των ανταρτών της βουλγαροκρατούμενης Μακεδονίας. Ο επικεφαλής των αξιωματικών, ο αντισυνταγματάρχης ΠΒ Αβδελάς Βασίλειος, φώναξε τον Δελή-Κώτσο και του είπε πως είχε μαζί του κονκάρδες με το βασιλικό στέμμα αλλά πώς να τα μοίραζε στους γνωστούς μέχρι τότε για τα αντιμοναρχικά τους αισθήματα, Ποντίους Μπαφραλήδες; «Εγώ θα τα μοιράσω!» του είπε αυθόρμητα ο έφηβος αντάρτης. Και πράγματι τα μοίρασε χωρίς να προκληθεί η παραμικρή αντίδραση. Αυτό το επεισόδιο που διασώζει η προφορική μαρτυρία του γερο-Μπάφραλη, ο οποίος διατηρούσε σε προχωρημένη ηλικία τα φιλοβασιλικά του αισθήματα, αποδίδει συμβολικά την μετάλλαξη ενός τμήματος των βενιζελικών προσφύγων σε φιλοβασιλικούς.

Οι Μπαφραίοι ή Μπαφραλήδες είναι Πόντιοι από την περιοχή της Μπάφρας ενός συμπλέγματος χωριών του Δυτικού Πόντου, με αυτό το όνομα ωστόσο συνήθως καλούνταν όλοι οι τουρκόφωνοι Πόντιοι ανεξάρτητα από την ιδιαίτερη καταγωγή τους. Χαρακτηριστικό τους η πρόσφατη εμπειρία του ποντιακού αντάρτικου και των διωγμών που ακολούθησαν την αποχώρηση του ρωσικού στρατού από τον ανατολικό Πόντο. Μάλιστα, ένας σημαντικός αριθμός ποντιακών κοινοτήτων ουσιαστικά μεταφυτεύτηκαν από τον Πόντο στην Ελλάδα διατηρώντας την κοινωνική τους συγκρότηση υπό την άτυπη μεν αλλά πολύ ισχυρή παραδοσιακή τους ηγεσία, που συνήθως δεν ήταν άλλος από τον οπλαρχηγό τους στο αντάρτικο. Με λίγα λόγια πρόκειται για έναν πληθυσμό με ισχυρή πολεμική παράδοση.

Σε ό,τι αφορά την πολιτική τους τοποθέτηση, οι τουρκόφωνοι Πόντιοι παρέμεναν πιστοί στον βενιζελισμό ακόμη και τη δεκαετία του ’30 όταν ο επαναστάτης της Κρήτης αποτελούσε μία μακρινή ανάμνηση και είχε ήδη υπογράφει το σύμφωνο φιλίας Βενιζέλου – Κεμάλ. Η σταθερή αφοσίωση των Μπαφραίων στον Βενιζέλο εκδηλώθηκε στο τελευταίο βενιζελικό στρατιωτικό κίνημα, αυτό της 1ης Μαρτίου του 1935, όταν πήραν τα όπλα τους και παρατάχθηκαν στον Στρυμόνα για να αντιμετωπίσουν την επίθεση των φιλοβασιλικών κυβερνητικών στρατευμάτων.

Το φθινόπωρο του 1943, κι ενώ ολόκληρη η ανατολική πλευρά του Στρυμόνα στέναζε κάτω από το μάλλον σκληρότερο κατοχικό καθεστώς στην Ευρώπη, τη βουλγαρική κατοχή, οι Μπαφραλήδες αντάρτες με οπλαρχηγό τον μπάρμπα – Θόδωρο Τσακιρίδη, συμφώνησαν να αποτελέσουν ανεξάρτητο τμήμα συνεργαζόμενο με τον ΕΛΑΣ και δέχτηκαν στο λημέρι τους πολιτικό καθοδηγητή. Σε λιγότερο από έναν χρόνο, τον Αύγουστο του 1944, λίγες μέρες πριν από την απελευθέρωση, οι ίδιοι αντάρτες, θα υποδεχθούν στο Παγγαίο τους φιλοβασιλικούς αξιωματικούς του ελληνικού στρατού σύμφωνα με το βρετανικό σχέδιο για την ένταξη όλων των μη εαμικών ανταρτικών ομάδων σ’ ένα συγκροτημένο ένοπλο σώμα για την αντιμετώπιση του ΕΛΑΣ στο πλαίσιο του αγώνα δρόμου για τη διαμόρφωση του μεταπολεμικού πολιτικού σκηνικού υπέρ των βρετανικών συμφερόντων.

Τα ερωτήματα που προκύπτουν από το παράδειγμά μας είναι τα εξής: μήπως το γεγονός αυτό είναι μεμονωμένο και αφορά αποκλειστικά την Νέα Μπάφρα Σερρών ή έχει γενικότερη ισχύ; Και το δεύτερο, και κυριότερο, και εφόσον ισχύει ως γενικό παράδειγμα, τι μεσολάβησε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα έτσι ώστε να προκληθεί αυτή η τόσο ριζική ιδεολογική μεταστροφή; Ή μήπως, εν τέλει, δεν πρόκειται για μεταστροφή, αλλά για μία φυσιολογική εξέλιξη εξαιτίας σταθερών ενδογενών χαρακτηριστικών των συγκεκριμένων κοινοτήτων που εκούσες άκουσες αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν τόσο στο διεθνές όσο και στο εθνικό περιβάλλον στη διάρκεια του Πολέμου και οι οποίες οδήγησαν σ’ έναν νέο εθνικό διχασμό με διαφορετικό περιεχόμενο και σύμβολα;…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Τάσου Χατζηαναστασίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Διασπάσεις και μεταλλάξεις του βενιζελικού χώρου τη δεκαετία του _40. Η περίπτωση της Μακεδονίας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.