Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

«[…] να νομίζωμεν εμαυτούς απηλπισμένους, χωρίς να βλέπωμεν διόρθωσιν τινά προς οικονομίαν». Φόβος για την αναπότρεπτη εξέγερση, Φεβρουάριος 1821 – Βαγγέλης Σαράφης στο: «Φόβοι και ελπίδες στα νεότερα χρόνια»,  Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 2017.


 

Τον Φεβρουάριο του 1821 όλα έμοιαζαν έτοιμα για την εξέγερση. Ο «υπόκωφος ήχος της επανάστασης» δυνάμωνε και η έκρηξή της δεν θα αργούσε·[1] «η Πελοπόννησος όλη υπόκωφα εσείετο», θα γράψει αργότερα στα απομνημονεύματά του ο Φωτάκος.[2] Μέσα σε αυτό το κλίμα οι προσδοκίες των ανθρώπων καλλιεργούνταν· «ό,τι άκουαν οι Έλληνες περί της ελευθερίας το επίστευαν και εφαρμόσθη η κοινή παροιμία να μου λέγης ό,τι αγαπώ και το πιστεύω».[3] Παράλληλα, όμως, αυτή η αίσθηση του αναπότρεπτου ενίσχυε και το αίσθημα φόβου σε όσους αμφισβητούσαν την επιτυχία του εγχειρήματος.[4]

Με το παρόν άρθρο θα επιχειρηθεί να εντοπιστεί, μέσα από μία περίπτωση, το αίσθημα φόβου, να συνδεθεί με τα αίτια που το γεννούσαν και, κυρίως, να συσχετισθεί με τη δράση των υποκειμένων· να ειδωθεί δηλαδή σε σχέση με τους σχεδιασμούς, τις επιλογές και τις πράξεις συγκεκριμένων ανθρώπων μέσα σε αυτή την ταραγμένη περίοδο. Βάση της μελέτης αποτελεί μία επιστολή, που βρίσκεται στο αρχείο της οικογένειας των ισχυρών προεστών του Άργους, Περούκα, το οποίο απόκειται στο Αρχείο Ιστορικών Εγγράφων της Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος.[5] Η επιστολή αυτή – ανυπόγραφη, αχρονολόγητη και κρυπτογραφική – εντοπίστηκε, αποκρυπτογραφήθηκε και εκδόθηκε στο περιοδικό Πελοποννησιακά (1986) από τον ιστορικό Αθανάσιο Φωτόπουλο.[6]

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Πριν προχωρήσουμε στο περιεχόμενο της επιστολής, θα επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε τον χρόνο σύνταξής της και κυρίως τον συντάκτη και τον παραλήπτη. Στη σχολιασμένη έκδοσή της έχει υποστηριχθεί πως έχει συνταχθεί στα μέσα Φεβρουαρίου του 1821, λίγο πριν από την πρόσκληση που απηύθυνε ο οθωμανός καϊμακάμης προς τους χριστιανούς προεστούς και αρχιερείς της Πελοποννήσου να συγκεντρωθούν στην Τριπολιτσά.[7] Ενδεχομένως θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε την ημερομηνία σύνταξής της λίγες ημέρες αργότερα, μετά από την κοινοποίηση της πρόσκλησης· «Τι λοιπόν να κάμωσιν και αυτοί δεν ηξεύρουσι· σημείον αυτό προφανές ότι είναι ζαλισμένοι και πάσχουσι με διαφόρους τρόπους να βάλωσι τους προεστώτας εις Τριπολιτζάν». Η παραπάνω φράση υποδηλώνει τη γνώση από τον συντάκτη της πρόσκλησης, ενώ γνώριζε και τις προηγούμενες διαβουλεύσεις των Οθωμανών.[8] Το αίσθημα φόβου εύλογα θα είχε ενταθεί μπροστά στην κινητοποίηση της οθωμανικής διοίκησης.

Όσον αφορά στον αποδέκτη της επιστολής, ο εκδότης της έχει σωστά υποστηρίξει πως ήταν ο Δημήτριος Περούκας, καθώς ο τόπος αποστολής ήταν η Κωνσταντινούπολη. Ο Δημήτριος Περούκας ήταν απεσταλμένος στην Κωνσταντινούπολη ως βεκίλης του βιλαετιού Άργους από το 1812 κ.ε.[9] Στις αρχές του 1821 διέφυγε από την Κωνσταντινούπολη,[10] ένα χρόνο περίπου αργότερα βρισκόταν στην Πίζα,[11] ενώ το 1824 τον εντοπίζουμε στη Ζάκυνθο, από όπου μετέβη στην Κέρκυρα και από εκεί στην Αγκώνα και τη Γενεύη.[12] Στην επαναστατημένη Πελοπόννησο, στην πόλη του Άργους, επέστρεψε στα 1826.[13] Έκτοτε φύλασσε εκεί το οικογενειακό αρχείο – μαζί με το προσωπικό του – έως τα 1851, οπότε και δολοφονήθηκε στην πατρική του οικία.[14]

Σχετικά με τον αποστολέα της επιστολής δεν μπορούμε παρά μόνο να διατυπώσουμε εικασίες. Χωρία της επιστολής υποδεικνύουν κάποια χαρακτηριστικά του συντάκτη – «Κατά τας 25 Δεκεμβρίου σας έγραφον εκτεταμένως μέσον Άργους – κατά τας 11 Ιανουάριου κατ’ ευθείαν απ’ εδώ […] κατά τας 12 ιδίου μέσον Τριπολιτσάς […] έλειπον εις Βοστίτζαν […] απέρασεν [ο Παπαφλέσσας] εις Άργος, Κόρινθον και ήλθεν εις Καλάβρυτα». Ο συντάκτης, λοιπόν, φαίνεται να είχε συχνή επικοινωνία με τον Δημήτριο Περούκα, ενώ ταυτόχρονα μετακινείτο μεταξύ Άργους, Τριπολιτσάς, Καλαβρύτων και Βοστίτσας. Άτομα που συγκέντρωναν τέτοια χαρακτηριστικά θα μπορούσαν να είναι πρόσωπα του στενού οικογενειακού κύκλου, όπως ο προεστός Κερπινής, Δημητράκης Ζαΐμης, γαμβρός και συνεργάτης των αδελφών Περούκα[15] ή ο Χαραλάμπης Περούκας, ο νεότερος από την τελευταία γενιά της οικογένειας,[16] ο οποίος κατοικούσε μόνιμα στην Πάτρα από το 1816, όπου είχε ιδρύσει εμπορικό πρακτορείο, ενώ παράλληλα διηύθυνε και εμπορικό κατάστημα στο Άργος, αναλαμβάνοντας πιθανότατα τη λειτουργία του πατρικού καταστήματος.[17] Επίσης, φαίνεται πως είχε οικονομικές δοσοληψίες στη Βοστίτσα.[18]

Μία φράση της επιστολής περιπλέκει κάπως τον προσδιορισμό του προσώπου του συντάκτη· «Εγώ απεσταλμένος διά να εξακολουθήσω τας διαταγάς σας […] και αγκαλά διότι βλέπων το ανοικονόμητον του Άργους απερνώ εις τα εκείσε διά να βαστάξω την αλληλογραφίαν των Υδροπετζιωτών». Είναι πιθανό ο συντάκτης της επιστολής να ήταν κάποιος έμπιστος γραμματικός. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο αποστολέας εντοπίζεται στον στενό κύκλο της οικογένειας.

Η επιστολή αποτελεί ένα είδος έγγραφης αναφοράς – ενημέρωσης του βεκίλη Δημητρίου Περούκα. Ο συντάκτης της είναι γνώστης των πολιτικών πραγμάτων στην Πελοπόννησο, καθώς και όσων συνέβαιναν στην Ήπειρο. Αναφέρεται στην άφιξη του αρχιμανδρίτη Γρηγορίου Δικαίου στην Πελοπόννησο, παραθέτει το δρομολόγιό του έως τη Βοστίτσα (Σπέτσες – Άργος – Κόρινθος – Καλάβρυτα), γνωρίζει όσα συνέβησαν στη συνέλευση της Βοστίτσας και μας πληροφορεί για τις προσπάθειες ορισμένων προεστών να προχωρήσουν σε στρατολόγηση ανδρών. Ακόμη πληροφορεί τον Περούκα για τα σχέδια αποχώρησης κάποιων προεστών και αρχιερέων από την Πελοπόννησο, όταν θα ξέσπαγε η εξέγερση. Κυρίως, όμως, αποδίδει, σε ορισμένα σημεία αρκετά γλαφυρά, το κλίμα έντασης που επικρατούσε ένα μήνα πριν από την Επανάσταση.

Ας δούμε τα σημεία ένα- ένα. Κατ’ αρχήν ας σημειωθεί ότι γνώριζε αρκετά σχετικά με τη συνέλευση. Αναφέρεται στα πρόσωπα που συμμετείχαν: ο Παλαιών Πατρών, ο Χριστιανουπόλεως και Κερνίτζης, ο Σωτήριος Χαραλάμπης, ο Ασημάκης Ζαΐμης και οι λοιποί Καλαβρυτινοί προεστοί.[19] Η γνώση αυτή μπορεί να μας υποψιάσει πως και ο ίδιος ανήκε στη Φιλική Εταιρεία· ενισχύεται έτσι η υπόθεση πως συντάκτης ήταν ο Δημητράκης Ζαΐμης ή ο Χαραλάμπης Περούκας, μέλη κι οι δύο της εταιρείας.[20] Γνωρίζει ακόμη για τις αμφιβολίες που εκφράστηκαν σχετικά με τη δυνατότητα των Πελοποννησίων να προσχωρήσουν στην επανάσταση, καθώς επίσης και για το συμπέρασμα της συνέλευσης· «απεδείχθησαν πραγματικαί αι αδυναμίαι του Μορέως και είδον προφανέστατα το σφάλμα το οποίον έκαμον [τη στρατολόγηση], αλλά παρακαίρως…».[21]

Δεν παραλείπει να σχολιάσει τη δράση του Γρηγόριου Δικαίου και ορισμένων προεστών, οι οποίοι κατά τη γνώμη του δρούσαν επιπόλαια και βιαστικά· «ο κυρ- Ανδρέας Ζαΐμης και Σωτήριος Θεοχαρόπουλος, αφού έλαβον ειδήσεις μερικάς από αυτόν [τον Δικαίο], χωρίς να κρίνωσι τα πράγματα είτε αλόγω φιλοτιμία παρακινηθέντες, δεν περιέμενον να ακούσωσι τας γνώμας των μεγαλυτέρων, αλλά απέστειλον εις όλα τα μέρη του Μορέως ζητούντες να καταγράφωσι ανθρώπους κοινοποιούντες το μυστήριον και φιλοτιμηθέντες όποιος να κάμη περισσοτέρους» και «αυτοί από το μέρος των Καλαβρύτων, ο Λόντος από την Βοστίτζαν και ο Κανέλλος από την Καρύταιναν, ακρίτως εναγκαλισθέντες τας διαταγάς Δικαίου, εκίνησαν την στρατολογίαν, ήτις έφερε αυτών την ήδη διατρέχουσαν κατάστασιν ενταύθα». Το μένος του, όμως, κατευθύνεται κυρίως στον Δικαίο, καθώς θεωρείται ο κύριος υπαίτιος γι’ αυτήν την κατάσταση· «Και ανάθεμα τον Δικαίον οπoύ ήλθεν ενταύθα, διότι εκείνου ελλείποντος τα πράγματα ήθελε οικονομηθώσι κάλλιστα».

Πέρα από τα ανωτέρω, μέσα από δύο χωρία αποδίδεται το γενικότερο κλίμα στην Πελοπόννησο στις αρχές του 1821· «Τι το όφελος όμως αδελφέ, οπού η στρατολογία την οποίαν εζήτησαν να κάμωσι οι προρρηθέντες εκίνησε τα πνεύματα των μικρών εις την αποστασίαν και δεν μένει ελπίς να ησυχάσωμεν· μάλιστα οπού τώρα έπεσον όλα εις ακοάς των Τούρκων και έλαβον υπονοίας μεγάλας […] Το κακόν όμως είναι προπαντός οπού τα μικρά παιδία φωνάζουσι εις τα σοκάκια την αποστασίαν και πλέον οι Τούρκοι επήραν μέτρα».

Η περιγραφή είναι σαφής: το μυστικό είχε σχεδόν αποκαλυφθεί· η εξέγερση ή η προληπτική αντίδραση της οθωμανικής διοίκησης εμφανίζονταν αναπότρεπτες πια. Το αναπότρεπτο δημιουργεί ένα αίσθημα φόβου στον επιστολογράφο ή, για να μείνουμε κοντά στα γραφόμενά του, τον οδηγεί σε απελπισία· «και δεν μένει ελπίς να ησυχάσωμεν […] Αυταί λοιπόν αι υπόνοιαι αναγκάζουσι ημάς να νομίζωμεν εμαυτούς απηλπισμένους, χωρίς να βλέπωμεν διόρθωσιν τινά προς οικονομίαν […] καθώς τα πράγματα κατήντησαν είναι αδύνατον διά να ελπίσωμεν ζωήν».

Μπροστά στις αναπότρεπτες εξελίξεις ο επιστολογράφος περιγράφει ένα σχέδιο σωτηρίας. Αρχικά περιλάμβανε την αποχώρηση των προεστών και των αρχιερέων από την Πελοπόννησο και τη μετάβασή τους στην Ύδρα ή στις Σπέτσες. Ύστερα θα έστελναν αναφορές στον σουλτάνο, παρουσιάζοντας την κακή κατάσταση των ραγιάδων της Πελοποννήσου, ενώ ταυτόχρονα θα αιτούνταν άδεια να κατοικήσουν σε συγκεκριμένο τόπο, τον οποίο εκείνος θα τους υποδείκνυε και, όταν τα πράγματα θα ήταν έτοιμα, θα προωθούσαν την εξέγερση. Το σχέδιο αυτό μας είναι γνωστό κι ο ίδιος ο συντάκτης το αποδίδει στον Παλαιών Πατρών Γερμανό.[22]

Στη συνέχεια θα επιχειρηθεί να συσχετισθεί το ρητό αίσθημα φόβου με τη δράση της οικογένειας Περούκα κατά τους πρώτους επαναστατικούς μήνες. Πριν, ωστόσο, θα αναφερθώ σε ένα μικρό επεισόδιο, που χρονολογείται τον Δεκέμβριο του 1820, το οποίο, κατά τη γνώμη μου, έχει κάποια σημασία, καθώς αναδεικνύει τη γενικότερη στάση των Περούκα αυτήν την περίοδο. Αμέσως μετά την άφιξή του στην Πελοπόννησο, ο Δικαίος είχε συνάντηση με μέλη της Φιλικής Εταιρείας στο Άργος, τον προεστό Ιωάννη Περούκα και τον επίσκοπο Ναυπλίας και Άργους Γρηγόριο. Η συνάντηση έγινε σε πολύ άσχημο κλίμα και ο Δικαίος αναχώρησε από το Άργος· «αμυδρώς πως εννόησεν επιβουλήν ομιλών μετά των αδερφών Περουκαίων», σχολίαζε αργότερα ο Φωτάκος στη βιογραφία του Παπαφλέσσα.[23]

Ας μεταφερθούμε στον Μάρτιο του 1821. Ο τρόπος με τον οποίο εξερράγη η επανάσταση στην πόλη του Άργους, καθώς και τα όσα συνέβησαν τους πρώτους μήνες στην περιοχή, επιβεβαιώνουν τη μη ενεργό συμμετοχή της οικογένειας στην επαναστατική προπαρασκευή. Μολονότι τον Μάρτιο του 1821 στην Πελοπόννησο υπήρχε ένας επαναστατικός μηχανισμός σε ετοιμότητα, ο οποίος εκτός των άλλων μαρτυρείται και από τη σχεδόν ταυτόχρονη έκρηξη της επανάστασης σε πολλά σημεία,[24] η έκρηξη της εξέγερσης στο Άργος περιγράφεται μάλλον ως τυχαία. Με βάση ανώνυμη μαρτυρία πληροφορούμαστε ότι στις 23 Μαρτίου ακούστηκαν πυροβολισμοί στην αγορά του Άργους, οι οποίοι είχαν ριφθεί από κάποιον μεθυσμένο Οθωμανό. Αυτό το τυχαίο γεγονός ήταν αρκετό για να τρομοκρατήσει τους Οθωμανούς της πόλης και να αποσυρθούν στο κάστρο του Ναυπλίου. Όταν στις 27 Μαρτίου επέστρεφαν, για να μεταφέρουν τις οικογένειες των χριστιανών προεστών στο Ναύπλιο με πρόσχημα την ασφάλειά τους, αντιμετώπισαν ένοπλους στη Δαλαμανάρα.[25] Παρά τον ανεκδοτολογικό χαρακτήρα της μαρτυρίας, αναδεικνύεται η αναντιστοιχία με την ετοιμότητα για εξέγερση, όπως αυτή παρατηρείται σε άλλες περιοχές.

Σταματέλος Αντωνόπουλος με τη χαρακτηριστική ενδυμασία των προυχόντων. Φοράει τζουμπέ και στο κεφάλι σφαιροειδές κάλυμμα.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση, ο Ιωάννης Περούκας βρισκόταν στην Τριπολιτσά συμμορφούμενος με την πρόσκληση του καϊμακάμη. Στη θέση του προεστού τον υποκαθιστούσε ο γηραιός πατέρας του και πρώην προεστός Νικόλαος.[26] Η στάση του Νικόλαου και του συμπέθερού του, Θεοδωράκη Βλάση,[27] κατά τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης, έδωσε τη δυνατότητα σε τοπικούς αντίπαλους της οικογένειας να την υπονομεύσουν. Ηγετικές φυσιογνωμίες αναδείχθηκαν οι Σταματέλος Αντωνόπουλος,[28] Νικόλαος Σπηλιωτόπουλος και Αθ. Καϋμένος ή Ασημακόπουλος. Τις πρώτες εβδομάδες της Επανάστασης συγκροτήθηκαν σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου οιονεί διοικητικά όργανα με στόχο την αντιμετώπιση της νέας πραγματικότητας, την εξυπηρέτηση αναγκών που το καθεστώς πολέμου επέβαλλε: τον εφοδιασμό, τη στρατολόγηση, το συντονισμό δράσης, τη διεύθυνση των ενόπλων.[29]

 Στο Άργος συγκροτήθηκαν δύο τέτοια, ανταγωνιστικά μεταξύ τους, διοικητικά όργανα. Οι αντίπαλοι των Περούκα ίδρυσαν το «κονσολάτο του Άργους» με στόχο να αναλάβουν τη διεύθυνση των επαναστατών· ήταν εξάλλου εκείνοι που οδήγησαν τους πρώτους ενόπλους στη θέση Δαλαμανάρα στις 27 Μαρτίου. Οι Περούκας και Βλάσης, σε μία προσπάθεια να αντιδράσουν, ίδρυσαν την «καγκελαρία του Άργους».[30] Παράλληλα, προσπάθησαν να καλέσουν ενόπλους από χωριά της περιοχής των Καλαβρύτων,[31] για να αντιμετωπίσουν το κονσολάτο. Η οικογένεια, ωστόσο, απομακρύνθηκε από την πόλη μετά τις κατηγορίες των μελών του κονσολάτου για προδοτική στάση.[32] Η οικογένεια Περούκα, τελικά, κατόρθωσε να επανακάμψει τον Ιούνιο του 1821, όταν ο Χαραλάμπης διορίστηκε τοπικός έφορος από την Πελοποννησιακή Γερουσία με την υποστήριξη των Σπετσιωτών προεστών.[33]

Η στάση των Περούκα – Βλάση έχει ήδη επιχειρηθεί να ερμηνευθεί από τον Φωτάκο: πίστευαν πως η Επανάσταση δεν θα ευδοκιμούσε.[34] Η πεποίθηση αυτή ένα μήνα πριν από την έκρηξη διατυπώνεται στην επιστολή, εξηγώντας την απελπισία του συντάκτη: «Το να κινηθώμεν, βλέπομεν την αδυναμίαν μας, οπού ούτε κανένα τουφέκι δεν έχομεν».

Τι είναι, όμως, αυτό που διαμορφώνει αυτήν την πεποίθηση και προκαλεί τον συνακόλουθο φόβο στους αδελφούς Περούκα; Τι είναι εκείνο που πραγματικά φοβούνται; Στο σημείο αυτό θα διατυπώσω μία υπόθεση προς διερεύνηση. Γνωρίζουμε ήδη πως οι Περούκα είχαν αποκτήσει ισχύ μετά την εκτέλεση του Ιωάννη Δεληγιάννη (1816), όταν το πλήγμα στην ηγετική αυτή οικογένεια έδωσε τη δυνατότητα να αναμορφωθούν οι συμμαχίες μεταξύ των προεστών. Μία τέτοια συμμαχία ήταν των Περούκα – Χαραλάμπη – Φωτήλα, στην οποία φαίνεται να πρόσκειντο και οι Ανδρέας Νοταράς και Παναγιώτης Κρεββατάς.[35]

Υπό διερεύνηση μένει το πότε και εάν διερράγη η συμμαχία μεταξύ των Περούκα και των Χαραλάμπη – · πάντως η αναφορά στην επιστολή στους Καλαβρυτινούς προεστούς ως ενιαία ομάδα («Αυτοί από το μέρος των Καλαβρύτων…») υποδεικνύει πως πρέπει να ερευνηθεί αυτό το ενδεχόμενο.[36]

Η ισχυροποίηση της οικογένειας μετά το 1816 προϋπέθετε στενότερη σύνδεση με τους οθωμανούς αγιάνηδες.[37] Πράγματι οι Περούκα είχαν ενταχθεί στο δίκτυο του πανίσχυρου Κιαμήλ μπέη, ένα δίκτυο συγκροτημένο στη βάση του συστήματος υπάλληλων εκμισθώσεων των φορολογικών προσόδων (iltizam).[38] Ας σημειωθεί εδώ πως από την επεξεργασία των χρεωστικών ομολογιών του βιλαετιού Άργους έχουν αναδειχθεί οι σχέσεις συνεργασίας με τον Αλή μπέη του Άργους, στενό και ισχυρό φίλο του Κιαμήλ μπέη, και με τον υιό του Νουμάν μπέη, αλλά και με συγγενείς του Κιαμήλ: τους Ζουλφικάρ μπέη, Ιζέτ μπέη και Ισούφ μπέη.[39] Οι Οθωμανοί αυτοί παρείχαν πιστώσεις στο «κοινό» του βιλαετιού Άργους, και, παράλληλα, οι αδελφοί Περούκα υπεκμίσθωναν τις φορολογικές προσόδους και δάνειζαν τα λοιπά χωριά του βιλαετιού. Η οικονομική αυτή σχέση εμφανίζεται και στο πολιτικό πεδίο. Ο Κιαμήλ μπέης στα 1818 είχε στείλει απεσταλμένο στην Υψηλή Πύλη με σκοπό την απομάκρυνση των υιών Δεληγιάννη από την Κωνσταντινούπολη. Τελικώς, επετεύχθη η ανάκληση των δύο εκ των τριών ύστερα από τη συνεργασία με τους Δημήτριο Περούκα και Θάνο Κανακάρη.[40]

Η θέση τους μέσα στο δίκτυο έως ένα βαθμό εξηγεί την πεποίθηση για την αποτυχία και κυρίως τον φόβο τους μπροστά σε αυτό που έβλεπαν να έρχεται. Η ισχυρή τους θέση βρισκόταν σε εξάρτηση με την ισχύ του δικτύου του Κιαμήλ. Η ενδεχόμενη ανατροπή του θα αμφισβητούσε τη δυνατότητα επιρροής τους. Ακόμη κι αν αποτύγχανε η εξέγερση, η θέση τους στο δίκτυο του Κιαμήλ θα ετίθετο πάλι σε αμφισβήτηση.[41] Η εμπειρία των Ορλωφικών και της καταστροφής πολλών οικογενειών προεστών δεν ήταν μακρινή.[42] Γι’ αυτό τον λόγο προέκριναν ως λύση τη φυγή· έτσι οι ίδιοι θα εμφανίζονταν πιστοί στην οθωμανική εξουσία και μετά την κατάπνιξη της εξέγερσης, την οποία θεωρούσαν βέβαιη, θα μπορούσαν να διεκδικήσουν ξανά τη θέση τους.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η γνωστή φράση του Victor Hugo, που έχει χρησιμοποιηθεί επιλογικά από τον Eric J. Hobsbawm, αποδίδει ικανοποιητικά το κλίμα στην Πελοπόννησο την τελευταία προεπαναστατική περίοδο, Eric J. Hobsbawm, Η Εποχή των Επαναστάσεων, 1789-1848, μτφρ. Μαριέττα Οικονομοπούλου, Αθήνα, Μ.Ι.Ε.Τ., 62008, σ. 431· μία γλαφυρή και, νομίζω, αξιόπιστη περιγραφή αυτού του κλίματος βλ. στο Φώτιος Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858, σ. 7-13.

[2] Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα, 1858, σ. 7.

[3] Στο ίδιο, σ. 9.

[4] Ο Φωτάκος πάλι: «Παντού έβλεπες κίνησιν και συνάμα φόβον και χαράν διά το άρχισμα της επαναστάσεως», στο ίδιο, σ. 14.

[5] Το Αρχείο Περούκα δυστυχώς είναι μερικώς ταξινομημένο και καταλογογραφημένο, βλ. σχετικές με το αρχείο πληροφορίες στο Ηλ. Γιαννικόπουλος, «Το Αρχείο Περρούκα του Άργους», Πρακτικά του Γ΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005), Αθήνα, 2006, σ. 333-350· βλ. ακόμη Ευτυχία Λιάτα, Αργεία γη: Από το τεριτόριο στο βιλαέτι (τέλη 17ου-αρχές 19ου αι.), Αθήνα, ΚΝΕ/ΕΙΕ, 2003, σ. 69-70.

[6] Για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου χρησιμοποιήθηκε η έκδοση της αποκρυπτογραφημένης επιστολής χωρίς αντιπαραβολή με το κρυπτογραφικό πρωτότυπο, βλ.  Αθ. Θ. Φωτόπουλος, «Τα πολιτικά της Πελοποννήσου στις παραμονές του Αγώνα: (ανέκδοτη επιστολή του Αρχείου Περούκα)», Πελοποννησιακά 16 (1985-1986), σ. 579-589· για τις κρυπτογραφικές επιστολές του αρχείου της οικογένειας βλ. ακόμη Αναστασία Κυρκίνη- Κούτουλα, Η Οθωμανική διοίκηση στην Ελλάδα: Η περίπτωση της Πελοποννήσου, (1715-1821), Αθήνα, Αρσενίδης, 1996, σ. 213.

[7] Η πρόσκληση προς τους χριστιανούς προεστούς εστάλη γύρω στα μέσα του Φεβρουαρίου, βλ. Διον. Α. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τ. 1, Αθήνα, Μέλισσα, 51967, σ. 172· Απ. Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Η μεγάλη Ελληνική Επανάσταση (1821- 1829), τ. 5, Θεσσαλονίκη, χ.ε., 1980, σ. 326· βλ. τη μαρτυρία του απομνημονευματογράφου Φωτάκου στο Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα, 1858, σ. 14· πρβλ. τη μαρτυρία του Κανέλλου Δεληγιάννη, Απομνημονεύματα, στη σειρά Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21, τ. 16, Αθήνα, Γ. Τσουκαλάς, 1957, σ. 117-118.

[8] «Προ ημερών οι εν Τριπολιτζά έκαμον διαφόρους συνελεύσεις», Φωτόπουλος, «Πολιτικά της Πελοποννήσου», σ. 585.

[9] Αθ. Θ. Φωτόπουλος, Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη Δεύτερη Τουρκοκρατία (1715-1821), Αθήνα, Ηρόδοτος, 2005, σ. 73. Πληροφορίες σχετικά με τον Δημήτριο Περούκα βλ. στο Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335· βλ. και Λιάτα, Αργεία γη, σ. 54.

[10] Οι Δημήτριος Περούκας και Θάνος Κανακάρης για κάποιο διάστημα κρύβονταν μέχρι την τελική διαφυγή τους από την οθωμανική πρωτεύουσα, Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, σ. 134· έπειτα φαίνεται πως μετέβησαν στην Πελοπόννησο, βλ. ειδικότερα για τον Θάνο Κανακάρη στο Αναστ. Ν. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τ. 6, Αθήνα 1874, σ. 315· βλ. και την υπ’ αριθ. 1821/40 επιστολή του Φωκιανού προς τον Εμμανουήλ Ξάνθο (14 Μαΐου 1821 από Ισμαήλιο), όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «του Μωραίως το πάρσιμον από τους εδικούς μας εστάθη άμα όπου έφθασεν εκεί ο Περούκας και κάποιος άλλος Θάνος» στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. 3, Αθήνα, ΙΕΕΕ, 2002, σ. 228, αν και η πληροφορία δεν είναι απόλυτα αξιόπιστη, καθώς είναι έμμεση: ο Φωκιανός φαίνεται πως έλαβε τη σχετική πληροφόρηση από κάποιον Νάζο, ο οποίος έφτασε στο Ισμαήλιο από την Κωνσταντινούπολη την 1η Μαΐου.

[11] Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιγνάτιος μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (1766-1828), τ. 4, τχ. 2: Αλληλογραφία, Πολιτικά Υπομνήματα, Λόγοι, Σημειώματα περί Ιγνατίου, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1961, σ. 141· Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιστορικόν Αρχείον Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου: έγγραφα των ετών 1803-1822, τ. 5, τχ. 1, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1963, σ. 134.

[12] Για την εμπλοκή του Δημητρίου Περούκα στην υπόθεση του πρώτου εθνικού δανείου και τη δράση του σε πόλεις εκτός της επαναστατημένης χώρας, βλ. Αναστ. Δ. Λιγνάδης, «Το πρώτον δάνειον της Ανεξαρτησίας», αδημ. διδ. διατριβή, Αθήνα, ΕΚΠΑ, 1970, σ. 29-30 και σ. 243-246· βλ. και Δέσποινα Κατηφόρη, «Η Επανάσταση κατά το 1824: Τα πολιτικά γεγονότα ως τον Ιούνιο», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 12, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 326, όπου τονίζεται η σχέση του με το κόμμα του Κολοκοτρώνη.

[13] Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335· η πληροφορία όμως δεν τεκμηριώνεται. Βλ. και Αμβρ. Φραντζής, Η επιτομή της ιστορίας της αναγεννημένης Ελλάδος: Αρχομένη από του έτους 1715 και λήγουσα το 1837, Αθήνα 1839, σ. 107, όπου αναφέρει πως ο Δημ. Περούκας βρισκόταν σε ευρωπαϊκές χώρες έως τα 1828· ο Λιγνάδης αναφέρει πως ο Περούκας το 1823 βρισκόταν στην Πελοπόννησο, Λιγνάδης, «Το πρώτον δάνειον της Ανεξαρτησίας», σ. 106.

[14] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη: ιστορική μελέτη, Τρίπολη, χ.ε., 1913, σ. 259.

[15] Ο Δημητράκης Ζαΐμης είχε νυμφευτεί την Ευδοκία Περούκα, Φωτόπουλος, Κοτζαμπάσηδες, σ. 152.

[16] Από την τριάδα των υιών του Νικολή Περούκα – Ιωάννη, Δημητρίου και Χαραλάμπη- γνωρίζουμε την ακριβή ηλικία μόνο του Χαραλάμπη, καθώς αυτή αναγράφεται στον κατάλογο των μελών της Φιλικής Εταιρείας: στα 1819 ήταν 26 ετών Βαλ. Γ. Μέξας, Οι Φιλικοί: κατάλογος των μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του αρχείου Σέκερη, Αθήνα, χ.ε., 1937, σ. 66.

[17] Martha Pylia, «Les notables moreotes, fin du XVIIe – debut du XIXe siecle fonc- tions et comportements», αδημ. διδ. διατριβή, Lille, Atelier national de Reproduction des Theses, 2003, o. 228· Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335. Σε έγγραφο ανώνυμου συντάκτη αναφέρεται πως κατά τις ημέρες της έκρηξης της Επανάστασης λεηλατήθηκαν δύο καταστήματα στην πόλη του Άργους από τους Οθωμανούς, από τα οποία το ένα ανήκε στον Χαραλάμπη Περούκα, βλ. έγγρ. υπ’ αριθ. 559 στο Τάσος Γριτσόπουλος και Κ. Λ. Κοτσώνης (επιμ.), «Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον (1791-1878)», Πελοποννησιακά 20 (1993- 1994), σ. 473· το ίδιο έγγραφο είχε δημοσιευτεί αυτοτελώς στις αρχές του 20ού αι., βλ. Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, «Η επανάστασις εν Άργει», Αργειακόν Ημερολόγιον 1 (1910), σ. 227-228.

[18] Στέφ. Δραγούμης (επιμ.), Ιστορικόν Αρχείον του στρατηγού Ανδρέα Λόντου (1789-1847), τ. 1: (1789-1823), Αθήνα 1914, σ. 37.

[19] Μία συστηματική προσπάθεια εξακρίβωσης όσων έλαβαν μέρος στη συνέλευση βλ. στο Τάσος Γριτσόπουλος, «Η εις Βοστίτζαν μυστική συνέλευσις των Πελοποννησίων ηγετών (26-29 Ιαν. 1821)», Μνημοσύνη 4 (1972-1974), σ. 36· ακόμη αναφέρεται μόνο από τον Ιω. Φιλήμονα πως συμμετείχε και ο Χαραλάμπης Περούκας, βλ. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Ναύπλιο 1834, σ. 355, πληροφορία που πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμη, καθώς οπωσδήποτε θα αναφερόταν στην επιστολή· βλ. και Φραντζής, Επιτομή ιστορίας, τ. 1, σ. 95, όπου διαψεύδει ρητά την παρουσία του Χαραλάμπη Περούκα στη συνέλευση.

[20] Μυήθηκαν την ίδια μέρα, την 20ή Δεκεμβρίου 1819, από τον ίδιο απόστολο, τον Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο, Μέξας, Φιλικοί, σ. 66· ας σημειωθεί εδώ πως ο παραλήπτης της επιστολής Δημήτριος Περούκας δεν ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ ο επίσης βεκίλης Θάνος Κανακάρης μυήθηκε μόλις την 5η Φεβρουαρίου 1821, δηλαδή περίπου ένα μήνα πριν την τελική διαφυγή του από την οθωμανική πρωτεύουσα και ενώ ήταν ήδη φυγάς.

[21] Βλ. ακόμη στο Γερμανός μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, Απομνημονεύματα: επιγραφόμενα απομνημονεύματα τινά της κατά του τυράννου των Ελλήνων οπλοφορίας, και τινών πολιτικών συμβεβηκότων εν Πελοποννήσω κατά την πρώτην της διοικήσεως περίοδον, Δημ. Γρ. Καμπούρογλου (επιμ.), Αθήνα,³  1900, σ. 24, όπου καταγράφονται οι ίδιες σκέψεις για το εγχείρημα της Επανάστασης. Τις ίδιες ανησυχίες σχετικά με τις ελλείψεις σε εφόδια είχε εκφράσει και ο Ιωάννης Ορλάνδος σε συζήτησή του με τον Οθωμανό Mîr Yusuf el-Moravî (Οκτώβριος 1822), βλ. Σοφία Λαΐου, «Η Ελληνική Επανάσταση στην Πελοπόννησο σύμφωνα με την περιγραφή ενός ντόπιου οθωμανού λογίου», Πέτρ. Πιζάνιας (επιμ.), Η Ελληνική Επανάσταση του 1821: ένα ευρωπαϊκό γεγονός, Αθήνα, Κέδρος, 32009, 314.

[22] Γερμανός, Απομνημονεύματα, σ. 25· Φωτόπουλος, «Πολιτικά της Πελοποννήσου» όπου το χωρίο: «αφού λοιπόν αυτά χθες και σήμερον μετά του Δέσποτα εσκέφθημεν», ο Φωτόπουλος λανθασμένα καταλαβαίνει πως πρόκειται για συνεννοήσεις με τον μητροπολίτη Ναυπλίας και Άργους Γρηγόριο· βλ. ακόμη στο Λαΐου, «Η Επανάσταση στην Πελοπόννησο», σ. 314, αντίστοιχους σχεδιασμούς των Υδραίων για διαφυγή προς ευρωπαϊκές χώρες, κατά τη μαρτυρία του Ορλάνδου.

[23] Φώτιος Χρυσανθόπουλος, Βίος του παπά Φλέσα, Αθήνα 1858, σ. 13· Κόκκινος, Ελληνική Επανάστασις, τ. 1, σ. 165, όπου θεωρείται πως ο Ιωάννης Περούκας δρούσε κατόπιν συνεννόησης με τους υπόλοιπους προεστούς της Πελοποννήσου, χωρίς ωστόσο τεκμηρίωση.

[24] Βασ. Παναγιωτόπουλος, «Η έναρξη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας στην Πελοπόννησο. Μία ημερολογιακή προσέγγιση», τ. 3, Πρακτικά του Στ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών. Τρίπολις 24-29 Σεπτεμβρίου 2000, Αθήνα, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, 2001, σ. 449-461.

[25] Έγγρ. υπ’ αριθ. 559, Γριτσόπουλος και Κοτσώνης, «Αργολικό Αρχείο», σ. 473.

[26] Ιω. Ερν. Ζεγκίνης, Το Άργος διά μέσου των αιώνων, Θεσσαλονίκη, Αφοί Νικολόπουλου, 1948, σ. 135· Έφη Αλλαμανή, «Έναρξη της Επαναστάσεως στην Ελλάδα. Εξάπλωση και τοπική επικράτησή της», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 12, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 81.

[27]  Η οικογένεια Βλάση είλκε την καταγωγή της από την Κοτίτσα Λακωνίας, η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς την περίοδο των Ορλωφικών, και επομένως η μετάβαση της οικογένειας στο Άργος χρονολογείται μετά τα 1770, βλ. Φωτόπουλος, Κοτζαμπάσηδες, σ. 100.

[28] Για τον Σταματέλο Αντωνόπουλο έχει εκδοθεί μία βιογραφία από τον εγγονό του, βλ. Σταμ. Αντωνόπουλος, Σταματέλος Σπηλ. Αντωνόπουλος: βιογραφούμενος υπό του εγγονού αυτού, Αθήνα 1918, η οποία, παρά τον εξωραϊσμό του οικογενειακού παρελθόντος και την ηρωοποίηση του προγόνου, προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες για την περίοδο.

[29] Γεωργ. Δ. Δημακόπουλος, «Η διοικητική οργάνωσις κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν, 1821-1827: Συμβολή εις την ιστορίαν της ελληνικής διοικήσεως», αδημ. διδ. διατριβή, Αθήνα, Πάντειος, 1966, σ. 39-44· βλ. και την ανάλυση του Gunnar Hering σχετικά με τις νέες πραγματικότητες και τις συνέπειές τους, που ο πόλεμος είχε επιβάλει, G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, μτφρ. Θόδωρος Παρασκευόπουλος, τ. 1, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 2004, σ. 70-72.

[30] Γενικά για τα γεγονότα του Μαρτίου στο Άργος βλ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 353· βλ. και Ζεγκίνης, Άργος, σ. 134-136.

[31] Πρόκειται για ενόπλους των χωριών Χαλκιάνικα και Δουμενά, Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Στ. Ανδρόπουλος (επιμ.), Αθήνα 1899, σ. 71. Για τα όρια του βιλαετιού Άργους και την ένταξη σε αυτό συγκροτημάτων που απείχαν σημαντικά βλ. κυρίως Λιάτα, Αργεία γη, σ. 29-33· βλ. ακόμη Όλγα Καραγεώργου – Κουρτζή, «Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη Β.Α. Πελοπόννησο στην εικοσαετία 1800- 1820 (με βάση το αρχείο της οικογένειας Περούκα)», αδημ. διδ. διατριβή, Αθήνα, ΕΚΠΑ, 2000, σ. 2-3· βλ. και Μιχ. Β. Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν (1715-1821), Αθήνα, Ερμής, 2009, σ. 101, υποσημείωση 4· τα χωριά αυτά μετά την Επανάσταση ανήκαν στον οικείο δήμο τους, Νωνάκριδος και Κερπινής αντίστοιχα βλ. Γεώργ. Παπανδρέου, Καλαβρυτινή Επετηρίς: ήτοι πραγματεία περί της ιστορικής των Καλαβρύτων επαρχίας, Αθήνα 1906, σ. 240 και 304.

[32] Ζεγκίνης, Άργος, 136· βλ. και Λαΐου, «Η Επανάσταση στην Πελοπόννησο», σ. 312, όπου η αναφορά του οθωμανού λογίου Mîr Yusuf el-Moravî, ο οποίος κατοικούσε στην πόλη του Ναυπλίου κατά τα πρώτα δύο έτη της Επανάστασης, σε χριστιανούς του Άργους που «δεν ξέχασαν τα δίκαια του ψωμιού και αλατιού» και σε άλλους που διοργάνωσαν κρυφά την εξέγερση, ενισχύει την άποψη πως οι Περούκα δεν είχαν μετάσχει στην επαναστατική προετοιμασία. Βλ. ακόμη την επιστολή ανωνύμου (2 Μαΐου 1821), η οποία αναφέρει την πληροφορία πως «Ένας κάποιος Περούκκας, πάρα πολύ πλούσιος, δε σκέφτηκε τίποτα άλλο, παρά πώς να γλυτώσει τους θησαυρούς του», Γεώργ. Λάιος, Ανέκδοτες επιστολές και έγγραφα του 1821: ιστορικά δοκουμέντα από τα αυστριακά αρχεία, Αθήνα, Δίφρος, 1958, σ. 104.

[33] Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 353· Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335. Από την ίδια την επιστολή φαίνεται πως υπήρχαν σχέσεις με τα νησιά Ύδρα και Σπέτσες: «διά να βαστάξω την αλληλογραφίαν των Υδροπετζιωτών».

[34] Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα, 1899, σ. 449.

[35] Η ισχυροποίηση της οικογένειας και η συγκρότηση συμμαχίας κυρίως με τον Σωτήριο Χαραλάμπη έχει ήδη υπογραμμιστεί, βλ. στο Τάκης Α. Σταματόπουλος, Ο εσωτερικός αγώνας: πριν και κατά την επανάσταση του 1821, Αθήνα, Κάλβος, 31979, σ. 136-137· βλ. και στο Τάσος Γριτσόπουλος, «Διαμάχη των κομμάτων Πελοποννήσου διά τον δραγομάνον Θεοδόσιον το 1820», Πελοποννησιακά 10 (1974), σ. 165-171, όπου έχει επισημανθεί η προσπάθεια υπονόμευσης της οικογένειας Δεληγιάννη από τους Περούκα. Μία πληρέστερη ανασύσταση των προεστωτικών ανταγωνισμών γι’ αυτήν την περίοδο βλ. στο Dem. Stamatopoulos, «Constantinople in the Peloponnese: the case of the Dragoman of the Morea Georgios Wallerianos and some aspects of the revolutionary process», Ant. Anastasopoulos και Elias Kolovos (επιμ.), The Ottoman Rule and the Balkans, 1760-1850: Conflict, Transformation, Adaptation. Proceedings of an international conference held in Rethymno, Greece, 13-14 December 2003, Ρέθυμνο, University of Crete-Department of History and Archaeology, 2007, σ. 149-165, όπου πειστικά υποστηρίζεται πως από το 1816 κ.ε. οι προεστωτικοί ανταγωνισμοί σχετικά με τον διορισμό Δραγομάνου του Μορέως οδήγησαν σε μικρότερες ή μεγαλύτερες νίκες των Περούκα.

[36] Μία ένδειξη: τον Σεπτέμβριο του 1820 στην επαρχία Καλαβρύτων υπογράφηκε συνυποσχετικό ομόνοιας μεταξύ των προεστών Σωτήριου Χαραλάμπη, Ανδρέα Ζαΐμη, Δημητράκη Ζαΐμη, Ασημάκη Φωτήλα, Γιάννη Παπαδόπουλου και Σωτήριου Θεοχάρη, βλ. στο Ντίνος Κονόμος, «Ανέκδοτα κείμενα (1816-1820) (από το αρχείο του Σωτήρη Χαραλάμπη)», Πελοποννησιακά 6 (1963-1968), σ. 203· βλ. ακόμη Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 315.

[37] Για τις καλές σχέσεις του Κιαμήλ μπέη με την οικογένεια Περούκα βλ. κυρίως: Σταματόπουλος, Εσωτερικός αγώνας, τ. 1, 139· και Γριτσόπουλος, «Διαμάχη», σ. 166. Ακόμη,

Κυρκίνη – Κούτουλα, Οθωμανική Διοίκηση, σ. 157-158· Stamatopoulos, «Constantinople in the Peloponnese», σ. 152.

[38] Ενδεικτικά ανάλογα παραδείγματα: Κατερίνα Γαρδίκα, «Δανεισμός και φορολογία στα χωριά της Καρύταινας, 1817-1821», Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού 1 (1998), σ. 67-79· Δημ. Παπασταματίου, «Οικονομικοκοινωνικοί μηχανισμοί και το προυχοντικό φαινόμενο στην οθωμανική Πελοπόννησο του 18ου αιώνα: η περίπτωση του Παναγιώτη Μπενάκη», αδημ. διδ. διατριβή, Θεσσαλονίκη, ΑΠΘ, 2009, κυρίως σ. 129-159· βλ. και σχόλια για τις οικονομικές δραστηριότητες του Παναγιώτη Παπατσώνη στο Σπ. Ι. Ασδραχάς, Βίωση και καταγραφή του οικονομικού: η μαρτυρία της απομνημόνευσης, Αθήνα, ΚΝΕ/ΕΙΕ, 2007, σ. 149-151.

[39] Ευ. Σαράφης, «Κοινοτικός δανεισμός στην προεπαναστατική Πελοπόννησο: η περίπτωση του βιλαετιού Άργους, 1810-1820», μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Αθήνα, ΕΚΠΑ, 2015, σ. 61-64.

[40] Φωτόπουλος, Κοτζαμπάσηδες, σ. 83· Martha Pylia, «Conflits politiques et comportements des primats chrétiens en Morée, avant la guerre de l’indépendance», Ant. Anastasopoulos και Elias Kolovos (επιμ.), The Ottoman Rule and the Balkans, σ. 145.

[41] Την αρνητική στάση των Περούκα, όπως και των Νοταρά, απέναντι στην εξέγερση έχει συσχετίσει ήδη ο Απ. Βακαλόπουλος με τον Κιαμήλ, Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 313.

[42] Σακελλαρίου, Δευτέρα Τουρκοκρατία, σ. 229· John C. Alexander, Brigadange and Public Order in the Morea, 1685-1806, Αθήνα, χ.ε., 1985, σ. 52.

 

Βαγγέλης Σαράφης

 «Φόβοι και ελπίδες στα νεότερα χρόνια»,  Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 2017.

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η Κάθοδος των Βίκινγκς στο Βυζάντιο – H. R. Ellis Davidson | Μετάφραση – επιμέλεια – υποσημειώσεις, Ιωσήφ Ροηλίδης


  

Το θέμα του βιβλίου, αν και σημαντικό για την εξέλιξη της ιστορίας του μεσαιωνικού ελληνισμού δεν είναι και τόσο γνωστό στην ελληνική ιστοριογραφία. Οι ιστορικές πηγές του βρίσκονται πολύ μακριά-τοπικά και τροπικά-από τους έλληνες ιστορικούς, και το θέμα αυτό μόνο ακροθιγώς θίγεται στα ελληνικά βιβλία της ιστορίας. Στην διάρκεια των αιώνων τους οποίους πραγματεύεται το βιβλίο, ένας ολόκληρος κόσμος στα βόρεια της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας – του Βυζαντίου – εκινείτο, αναδυόταν και αναδευόταν, πολεμούσε και εμπορευόταν, ταξίδευε μέχρι τις εσχατιές του γνωστού τότε κόσμου, μιλούσε άγνωστες γλώσσες, σεβόταν παράξενα ήθη και έθιμα και προσκυνούσε αλλότριους θεούς…

 

 Λίγα λόγια του μεταφραστή

 

Η Κάθοδος των Βίκινγκς στο Βυζάντιο

Το βιβλίο αυτό μεταφράστηκε με την προοπτική να δημοσιευθεί. Απλά έπεσε στην τρομακτική οικονομική κρίση που προκάλεσε η πανδημία του κορονοϊού – COVID-19 – στις αρχές του 2020 και ο εκδοτικός οίκος που είχε αναλάβει την έκδοση, την αποποιήθηκε λόγω οικονομικών προβλημάτων. Η μετάφραση είχε ήδη ολοκληρωθεί και έτσι αναρτήθηκε σ’ αυτόν τον συγκεκριμένο ιστότοπο. Είναι ελεύθερα προσβάσιμη από όλους.

Το θέμα του βιβλίου, αν και σημαντικό για την εξέλιξη της ιστορίας του μεσαιωνικού ελληνισμού δεν είναι και τόσο γνωστό στην ελληνική ιστοριογραφία. Οι ιστορικές πηγές του βρίσκονται πολύ μακριά – τοπικά και τροπικά – από τους έλληνες ιστορικούς, και το θέμα αυτό μόνο ακροθιγώς θίγεται στα ελληνικά βιβλία της ιστορίας. Στην διάρκεια των αιώνων τους οποίους πραγματεύεται το βιβλίο, ένας ολόκληρος κόσμος στα βόρεια της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας – του Βυζαντίου – εκινείτο, αναδυόταν και αναδευόταν, πολεμούσε και εμπορευόταν, ταξίδευε μέχρι τις εσχατιές του γνωστού τότε κόσμου, μιλούσε άγνωστες γλώσσες, σεβόταν παράξενα ήθη και έθιμα και προσκυνούσε αλλότριους θεούς. Έφθασε μέχρι την καρδιά του Βυζαντίου – την Κωνσταντινούπολη – και αποτέλεσε την αγαπητή φρουρά πολλών αυτοκρατόρων της μέσης περιόδου. Ήταν οι περίφημοι Βάραγγοι ή Βάραγγες στα ελληνικά, οι Σκανδιναβοί πολεμιστές της αυτοκρατορίας. Η ζωή τους εξυμνήθηκε σε πολλά κείμενα ποιητικά και πεζά, στις γλώσσες της πατρίδας τους. Το έργο ζωής ενός Ισλανδού ελληνιστή, του Sigfús Blöndal αποκάλυψε όλες τις λεπτομέρειες της ζωής και δράσης αυτών των ανθρώπων. Το βιβλίο του Varangians in Byzantium, απετέλεσε μία από τις βάσεις αυτού του βιβλίου.

Η συγγραφέας του βιβλίου δούλεψε με βάση όλες τις σκανιναβικές φιλολογικές πηγές που έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, Πηγές είναι κυρίως οι ονομαζόμενες σάγκες, αφηγήσεις ιστορικών και μυθικών γεγονότων, βίων ενδόξων ανδρών, μετακινήσεων και αποικήσεων στις παλαιοσκανδιναβικές γλώσσες (Ισλανδικά, Νορβηγικά, Σουηδικά, Δανικά). Στο βιβλίο της υπάρχει πληθώρα υποσημειώσεων που παραπέμπουν σε συγγραφείς, βιβλία και πηγές.

Για να κάνω τη μετάφραση πιο εύχρηστη, αφαίρεσα σχεδόν το σύνολο των υποσημειώσεων του πρωτοτύπου. Λόγω της πληθώρας ονομάτων, όρων, τοπωνυμίων και ειδικών καταστάσεων που εμπλέκονται στην ροή του βιβλίου, προσέθεσα εκατοντάδες υποσημειώσεων που επεξηγούν, ερμηνεύουν και περιγράφουν όλους αυτούς τους όρους. Ήταν μία πολύ δύσκολη και μακρόχρονη επιχείρηση να βρεθούν όλες αυτές οι πληροφορίες. Φυσικά το διαδίκτυο αποτέλεσε έναν πολύτιμο βοηθό. Όλες οι υποσημειώσεις που προέρχονται από μένα, έχουν ως αρχικό σημείο τα γράμματα Σ.τ.Μ. (Σημείωση του μεταφραστή).

Ταυτόχρονα αφαίρεσα ένα και μισό κεφάλαιο από το τέλος επειδή θεώρησα ότι δεν είχε μεγάλη σχέση με το κεντρικό θέμα του βιβλίου. Το βιβλίο περιέχει κυριολεκτικά χιλιάδες ονόματα, Σκανδιναβικής κυρίως προέλευσης, που ηχούν πολύ παράξενα στα ελληνικά αυτιά. Τα παραθέτω συνήθως αυτούσια στη μορφή που υπάρχουν στο βιβλίο. Παρόλο που ίσως δυσκολεύουν την ανάγνωση του κειμένου, αυτόν τον κανόνα τον ακολούθησα σκοπίμως, στην περίπτωση που κάποιος αναγνώστης θα ήθελε να προχωρήσει σε μια βαθύτερη έρευνα για κάποιο πρόσωπο, τοπωνύμιο ή αντικείμενο, να μπορεί να το κάνει διαθέτοντας την πρωτότυπη λέξη. Βέβαια, κυρίως στην αρχή, παραθέτω και τη μεταγραφή/ προφορά του ονόματος στα ελληνικά. Ακόμη και στο πρωτότυπο υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στα ονόματα που παρατίθενται, ανάλογα με τις πηγές που χρησιμοποιεί η συγγραφέας, η οποία σε πολλές περιπτώσεις «λατινοποιεί» ονόματα που προέρχονται από γλώσσες με αρκετά διαφοροποιημένο από το λατινικό, αλφάβητο, όπως το Ισλανδικό. Επίσης ονόματα κοινά και σχετικά γνωστά, όπως το όνομα Erik στα Δανικά, γίνεται Eric στα Αγγλικά και Eirik στα Ισλανδικά.

Ζητήθηκε η οικονομική βοήθεια των πρεσβειών των τεσσάρων Σκανδιναβικών χωρών (Δανίας, Σουηδίας, Νορβηγίας, Ισλανδίας) και των Μορφωτικών Ιδρυμάτων των χωρών αυτών στην Αθήνα για την έκδοση του βιβλίου, αλλά το μόνο που λάβαμε ήταν συγχαρητήρια για την προσπάθεια. Έτσι λοιπόν προχώρησα στην ανάρτηση του βιβλίου σ’ αυτόν τον ιστότοπο.

Όλα τα λάθη, γλωσσικά και θεματικά, οι αβλεψίες και οι παρερμηνείες χρεώνονται αποκλειστικά σε μένα. Ήμουν εντελώς μόνος στο μακρινό αυτό ταξίδι.

 

Ιωσήφ Ροηλίδης

Ἐν μέσῃ περιόδῳ πανδημίας ἐξ ἰοῦ ὡσεί στέμματος, 2020.

  

Για την ανάγνωση του βιβλίου του πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο:Η Κάθοδος των Βίκινγκς στο Βυζάντιο

 

Read Full Post »

Αργολιδείς Stradioti: O Μερκούρης Μπούας εκ Ναυπλίου και o Θωμάς Μπούας εξ Άργους


 

 Η Πατριά (φάρα) των Μπουΐων

 

«Η νυν σατραπεία της Σκόδρας διατέμνεται» λέγει ο Σάθας «υπό δυο ποταμών, του Δρίνου και της Μπουγιάνας. Τα περί την Μπουγιάναν εξ  αμνημονεύτων χρόνων ενέμετο φυλή ιθαγενής από του ποταμού λαβούσα το επώνυμον (Μπούιοι ή Μπουγιάνοι) και υπό ομωνύμους φυλάρχους διατελούσα».

Τοιχογραφία που απεικονίζει τον Ντούσαν στο μοναστήρι του Λέσνοβο, π. 1350.

Πρώτος γνωστός γενάρχης αυτής της ηπειρώτικης φυλής – φάρας αναφέρεται στην ιστορία, κατά το διάστημα 1333 – 1349, ο Νικόλαος Μπούας, σύγχρονος του Σέρβου κράλη Στέφανου Δουσάν, ο οποίος του είχε απονείμει το αξίωμα του πρωτοβεστιάριου (1345-1347) έναντι υπηρεσιών που του προσέφερε ως επικεφαλής της φάρας του.

Οι ίδιοι οι Μπούιοι καμάρωναν πως η καταγωγή των χανόταν στα βάθη των αιώνων και πως πέρναγε μέσα από τους βασιλικούς οίκους του Αντίνοου και του Πύρρου! Το οικόσημο, μάλιστα, του Πύρρου, το είχαν εντάξει σε αυτά της οικογένειάς των. «Την σημαίαν των τεσσάρων όφεων με την χείρα, παλαιότατα την εβάσταζεν ο ρε (σ.σ. βασιλιάς) Πύρρος και όλοι εκείνοι όπου ήσαν εκ της ρίζης αυτού» υποστηρίζει ο βιογράφος του Μερκούρη Μπούα, Τζάνες ο Κορωναίος.

Εντυπωσιακό, επίσης, είναι ότι μεταξύ των οικοσήμων της οικογένειάς των, οι Μπούιοι περιλάμβαναν και το λάβαρο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, για το οποίο γράφει ο Κορωναίος: «Την σημαίαν του σταυρού κίτρινην μετά δυο άστρων λευκών είχε χαρίσει ο Κωνσταντίνος Βασιλεύς (σ.σ. στον Μπούα), όταν εμίσευσεν από την Ρώμην και επέρασεν εις το Τουράτζον (Τάραντα;), δια να υπάγη να κτίση την Κωνσταντινούπολιν».

Ο Νικόλαος Μπούας, που αναφέρεται μέχρι το 1349, άφησε διάδοχό του τον γιο του Πέτρο. Ο Πέτρος Μπούας ηγήθηκε της φάρας των Μπουίων, η οποία είχε κατεβεί, μαζί με άλλες ηπειρώτικες – αρβανίτικες φάρες στη Νότιο Ήπειρο και την Θεσσαλία μέσω Πίνδου το διάστημα 1081-1319.  Ο Πέτρος Μπούας, ως αρχηγός των Αρβανιτών της Άρτας, μαζί με τον μεγάλο του γιο Ιωάννη έπιασαν και σκότωσαν τον Δεσπότη της Ηπείρου Νικηφόρο Β΄ το 1358, κυριεύοντας το Αγγελόκαστρο και τις γύρω περιοχές.

Πύρρος της Ηπείρου

Ο Πέτρος είχε δυο γιούς, τον Ιωάννη και τον Μαυρίκιο. Ο Ιωάννης, ο αποκαλούμενος στα αρβανίτικα Γκιώνης και Γκίνος, διαδέχτηκε τον πατέρα του στην περιοχή της Αιτωλίας, έχοντας ως έδρα του το Αγγελόκαστρο. Ήταν, μάλιστα, γνωστός με το παρωνύμιο Σπάτας (άνθρωπος του σπαθιού). Ο Γκίνος Μπούας ή Σπάτας πέθανε το 1400, αφήνοντας τρεις θυγατέρες και στο «πόδι» του ένα γιό, τον Παύλο, που κληρονόμησε τη Δεσποτεία της Αιτωλίας και της Ναυπακτίας. Παράλληλα, ο αδελφός του Γκίνου Σπάτα, Μαυρίκιος, ο επιλεγόμενος και Σγούρος, είχε καταλάβει την Άρτα και το 1418, μετά τον θάνατο του Δεσπότη Ησαύ Μπουοντελμόντε, τα Γιάννενα.

Δυστυχώς για τον ανιψιό και τον θείο του, δεν χάρηκαν για μεγάλο διάστημα τις κατακτήσεις των. Το 1405 ο Κάρολος Τόκος εισέβαλε στις επικράτειές των και τις κατέλαβε, τελικά,  το 1420, παίρνοντας αυτός τον τίτλο του Δεσπότη. Οι γιοί του Παύλου Μπούα ή Σπάτα, Γκίνος και Αλέξιος, μετά τον θάνατο του πατέρα τους και του θείου τους κατέφυγαν στον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Μανουήλ Β΄Παλαιολόγο, που τους δέχτηκε με τιμές και τους παρεχώρησε γαίες και φρούρια στο Μοριά, όπου πήγαν και εγκαταστάθηκαν με όλη τη φάρα τους, παίρνοντας μαζί τους και συγγενείς από αυτούς που είχαν κατεβεί εκεί το 1392.

«Κι’ ο Κάρλος τ’  Αγγελόκαστρον αφέντευσε κι’ εμπήκεν,/ κι όπου ποτέ δεν τώριζε δικόν του το εποίκεν./ Και δυό ανεψίδια Μπούα του κυρ Μουρίκη,/ εκρύβησαν κι εφύγασι, γυρεύει δεν τα βρίσκει./ Και ήγγιζέ των εκεινών νάχουν την αυθεντείαν, για τούτο τα εγύρευε με την μεγάλην βίαν./ Κι’ αυτά στην Πόλιν έδραμαν, στον μέγα βασιλέα,/ δια νάχουσι το σκέπος του, να μη φοβούνται πλέα./ Και είδε τους ο βασιλεύς με την ευγνωμοσύνην,/ κι’ αυτός καλά τους δέχτηκε με πάσαν καλωσύνην./ Και χώρες των εχάρισε, καστέλλια και χωρία,/ για νάχουν πάλ’ ευημεριάν, νάχουν παρηγορία./ Κι’ εις τον Μοριάν τους έστειλε, ως δια ν’ αφεντεύουν, και χαρισέ των άλογα, ως να καβαλικεύουν./ Μέγαν μεσάζον έκαμε σ’ εκείνη την ημέραν/ τον έναν απ’ αυτους τους δυό κι’ ώριζε τον Μορέαν» (Τζάνε Κορωνέος).

 

Τζάνε Κορωναίου: Μπούα Ανδραγαθήματα (το πρωτότυπο)

 

Μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Τούρκους (πλην των κάστρων Μεθώνης, Κορώνης και Μονεμβασίας και της Αργολίδας, που κατείχαν οι Ενετοί) άλλοι Μπούιοι κατετάγησαν μισθοφόροι στους Ενετούς και κάποιοι άλλοι πολεμούσαν με τα σώματα του Κροκόνδειλου Κλαδά τους Τούρκους.

 

Ο Ναυπλιώτης Μερκούρης Μπούας

 

Ο Μερκούρης Μπούας (Lorenzo Lotto

Πρίγκιπας της Πελοποννήσου, Διοικητής των Ηπειρωτών ιππέων, Στρατηγός της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, Πρίγκιπας του Λίχτενμπεργκ, Κόμης του Ιλάζ, της Σουαβίας αλλά και Κόμης της Γαλλίας… Καταγόμενος από τη Σκόνδρα, απόγονος του Αντίνοου και του Πύρρου, απόγονος Δεσποτών της Ηπείρου, γεννημένος στ’ Ανάπλι, τριάντα δύο χρόνια κυρίαρχος στα πεδία των μαχών σε όλη την Ευρώπη. Ανίκητος!

Ο Μερκούρης – Μαυρίκιος Μπούας Σπάτας ήταν εγγονός του Αλέξιου Σπάτα (κατ’ άλλους του Πέτρου) και γιος του Θεόδωρου, αξιωματούχου στην αυλή των Δεσποτών του Μυστρά και συμπολεμιστή του Κροκόνδειλου Κλαδά, οι οποίοι συνέχισαν να μάχονται τους Οθωμανούς και μετά την κατάλυση του Δεσποτάτου του Μορέως. Γεννήθηκε στο Ενετικό Ναύπλιο το 1478. Από το Μοριά έφυγε 11 χρονών, ακολουθώντας τον πατέρα του και τον Κροκόνδειλο Κλαδά, οι οποίοι, μαζί με το στράτευμά τους, μεταφέρθηκαν με τρείς γαλέρες του Βασιλέα της Νεαπόλεως Φερδινάνδου στην Ιταλία.  Εκεί άλλαξε το όνομά του από Μαυρίκιος σε Μερκούριος.

Για πρώτη φορά γίνεται λόγος για το όνομά του μετά τη συμμετοχή του στην μάχη του Φόρνοβο το 1495 στην Ιταλική χερσόνησο, κατά την οποία και διακρίθηκε ως επικεφαλής σώματος Ελλήνων Αρκεβουζίων και Αργουλέτων. Σύμφωνα με τον ιστορικό της εποχής Ενετό Σανούτο, αλλά και μεταγενέστερους, όπως ο Κ. Σάθας, ο Μερκούρης Μπούας επιτέθηκε κατά του ιδίου του Γάλλου Βασιλέα Καρόλου, τον οποίο και τραυμάτισε στο πρόσωπο!

 

Η μάχη του Φόρνοβο – Αριστερά κάτω οι Stradioti.

 

Ο θυρεός του Μερκούρη Μπούα. Του τον παραχώρησε το 1510 ο αυτοκράτωρ Μαξιμιλιανός. Φέρει δικέφαλο αετό, τα πέντε Β των Παλαιολόγων και τον σταυρό του Αγίου Ανδρέα.

Έπειτα πολέμησε στο πλευρό του Αψβούργου Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού, ο οποίος του επέτρεψε να φέρει κατά τις μάχες δική του πολεμική σημαία, εν αντιθέσει με τους υπόλοιπους ευγενείς που συμμετείχαν και υποχρεώνονταν να πολεμούν κάτω από την σημαία του Αυτοκράτορα. Από τον εν λόγω Αυτοκράτορα ονομάσθηκε στρατηγός της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Επίσης του αποδόθηκε ο τίτλος ευγενείας του Πρίγκηπος του Λίχτενμπεργκ και χρίσθηκε Κόμης του Ιλάζ, της Σουαβίας, αλλά και Κόμης της Γαλλίας τόσο από τον Γερμανό Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό όσο και από τον Γάλλο Βασιλέα Λουδοβίκο τον ΙΒ΄ για τις προσφερθείσες σε αυτούς υπηρεσίες.

Πάνω από 30 έτη (1495-1527), όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Κώστας Κρυστάλλης, «επολέμησεν αδιαλείπτως ούτος επί κεφαλής των Ελλήνων συντρόφων του στρατιωτών εις τας πεδιάδας και τα όρη της Ευρώπης, φέρων πάντοτε την φρίκην και τον όλεθρον εις τον εχθρόν, παραχωρών την νίκην εις τον φιλοξενούντα αυτόν ηγεμόνα και την δόξαν εις την καταγωγήν του την ελληνικήν».

«Φιλοπόλεμος, καρτερόψυχος, στρατηγικός, υπέρτερος μεν πάντων των τότε μισθοφορούντων συμπατριωτών του, εφάμιλλος δε πολλών περιφανών της Ευρώπης στρατηγών επί τριάκοντα εν έτη (1496-1527) αδιαλείπτως πο­λέμων, πάντοτε έφερε την φρίκην και τον όλεθρον εις τας εχθρικάς φάλαγκας, κλίνων την πλάστιγγα της νίκης υπέρ του φιλοξενούντος ηγεμόνος· κατά τας διαφόρους εις Φλανδρίαν, Βαυαρίαν, και προ πάντων την Ιταλίαν εκδρομάς του, εκυρίευσε τεσσαράκοντα έξ εχθρικάς σημαίας· διάφοροι ηγεμόνες ανέδειξαν αυτόν ιππότην, είς βασιλεύς και εις αυτοκράτωρ τον ετίμησαν με τον τίτλο του κόμητος, η δε ενετική δημοκρατία με το αξίωμα του αρχιστρατήγου».  

Πρωτοστάτησε μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες αρχηγούς σωμάτων στρατιωτών στην ίδρυση της Ελληνικής Αδελφότητας στην Βενετία και στην ανέγερση του Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων, που αποτέλεσε έκτοτε σημείο αναφοράς των Ελλήνων της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου.

Σύγχρονοι και συμπολεμιστές του Μερκούρη Μπούα βρίσκονταν τότε στη Δύση και οι συγγενείς του Λέκας Μπούας, Αλέξιος Μπούας, Μάρκος Αντώνιος Μπούας και Ανδρέας Μπούας. Άλλοι απ’ αυτούς ήσαν φρούραρχοι πόλεων και άλλοι αρχηγοί σωμάτων ιππέων. Από τους Αναπλιώτες στρατιώτες του είναι γνωστοί, επίσης, ο Κώστας Μπόχαλης και οι Θεράπης, Μπαρμπάτης και Φροσύνας. 

 

Ο Μερκούριος Μπούας, 1953 Νίκος Εγγονόπουλος. Ανάμεσα στους ξακουστούς στρατιώτες της Αργολίδας μερικοί από τους αρχηγούς των έγιναν ιδιαίτερα ονομαστοί για την ανδρεία τους και διαπρέψανε σε πολεμικά κατορθώματα. Ένας από τους διαπρεπέστερους αυτούς στρατιώτες ήταν ο Μερκούρης-Μαυρίκης Μπούας, που είχε γεννηθεί στ’ Ανάπλι στα 1496.

 

Παντρεύτηκε δυο φορές. Πρώτη σύζυγός του ήταν η Αικατερίνη Μπόχαλη, η οποία του έδωσε ένα γιο, το Φλάβιο, και πέθανε το 1524. Δεύτερη σύζυγός του ήταν η Elisabetta Balbi, που ο Μερκούρης Μπούας παντρεύτηκε το 1525 και του έδωσε τέσσερα παιδιά: Την Έλενα Μαρία, τον Κούριο, την Πολυξένη και τον Αλέξανδρο. Υποφέροντας κατά το τέλος της ζωής του από ουρική αρθρίτιδα, εικάζεται ότι πέθανε το 1542 (αν και μόνο ενδείξεις υπάρχουν γι’ αυτό) στο Τρεβίζο, όπου και ετάφη κατόπιν δικής του επιθυμίας.  Στο Τρεβίζο, όπου υπηρέτησε ως διοικητής στρατιωτικής μονάδος, αποτελούμενης από 50 άνδρες και ήταν ο τόπος της τελευταίας του διαμονής. Το Ναύπλιο και η Αργολίδα ολόκληρη είχαν πέσει στα χέρια των Οθωμανών από το 1540 (το Άργος το κατείχαν από το 1464).

Η κηδεία του έγινε, με ιδιαίτερη λαμπρότητα, στο Ναό της Παναγίας (Santa Maria Maggiore) στo Τρεβίζο. Το ταφικό του μνημείο, έργο του γλύπτη Agostino Busti, του επονομαζόμενου Bambaia (σύμφωνα με άλλη πηγή, έργο του Antonio Lombardi), τοποθετήθηκε το 1562 και φέρει επιγραφή, που χαράχτηκε το 1637, με πρωτοβουλία του ευγενή από το Τρεβίζο Francesco Agolanti, μικρανιψιού της εγγονής του, η οποία λέει: «Mercurio Bua Comiti E. Principibus Peloponnesi Epirotarum Equitum Ductori, Anno Salu. MDCXXXVII….» δηλαδή:

«Στον Κόμη Μερκούριο Μπούα, Πρίγκιπα της Πελοποννήσου, Διοικητή των Ηπειρωτών ιππέων,  που αφού νίκησε πολλές φορές τους Γάλλους που πολεμούσαν κατά των Αραγωνέζων και τους εκδίωξε από το Βασίλειο της Νάπολης και εξασφάλισε την ειρήνη στην Πίζα, αποδίδοντας στον Λουδοβίκο Σφόρτσα το δουκάτο του Μιλάνου, έφυγε από το Τριβούλτσιο μετά την κατάκτηση της Νοβάρα και, έχοντας αλώσει την Παβία με μάχη,  πήρε από εκεί αυτό το άξιο ενός βασιλιά μνημείο, ως πολύτιμη πολεμική λεία και αφού απέδωσε την Μπολόνια στον Πάπα Ιούλιο Β΄ και επανέφερε τους Βαυαρούς υπό την εξουσία του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού,  υπερασπίστηκε από τους Ελβετούς , στο Μαρινιάνο, τον Φραγκίσκο Α΄ βασιλιά της Γαλλίας, σύμμαχο των Ενετών και τέλος έγινε ανώτατος διοικητής όλου του στρατού, μετά τον θάνατο του Αλβιάνο, κατατροπώνοντας τους Ισπανούς κοντά στη Βερόνα, θαυμαστός για τη στρατιωτική του ικανότητα, ενθάδε κείται εν ειρήνη, στην αιωνιότητα».

 

Τζάνε Κορωναίου. Μπούα ανδραγαθήματα (σύγχρονη Ιταλική έκδοση).

 

Και ο γιός σε περιπέτειες…

 

Στις 11 Αυγούστου 1545 το βράδυ, στο Τρεβίζο, τρία άτομα επιτέθηκαν στον κόμη Curio Bua. Δύο από αυτούς του είχαν πιάσει κουβέντα, κοντά στο σπίτι του, και ο τρίτος τον μαχαίρωσε τρεις ή τέσσερις φορές. Κατόπιν, δύο από αυτούς ξέφυγαν μετά από καταρρίχηση των τειχών της πόλης σε σημείο όπου είχαν κρύψει άλογα, ο άλλος όμως πιάστηκε και ομολόγησε. Κατονόμασε τον Βενετό Ludovico Da l’Armi σαν τον άνθρωπο για λογαριασμό του οποίου είχε γίνει η επίθεση. Ο Curio δεν μπορεί να ήταν παραπάνω από 20 χρονών τότε. Το πιθανότερο, είναι να είχε αντιδράσει στις προσπάθειες του Da l’ Armi να στρατολογήσει κάποιους από τους δικούς του Στρατιώτες για να πολεμήσουν κάτω από τη σημαία του βασιλιά Ερρίκου του 8ου της Αγγλίας (του Κυανοπώγωνα). Ήταν πολύ τυχερός που επιβίωσε της απόπειρας…

 

Έφιππος stradioti του 16ου αιώνα.

 

Στην Αργολίδα όπου γεννήθηκε

 

Το οικόσημο του Μερκούρη Μπούα

Δυστυχώς, δεν βρίσκεται πουθενά στην Αργολίδα κάποιο σημείο που να μνημονεύει τον μεγαλύτερο πολεμιστή του τόπου μετά τον μυθικό Διομήδη… Στη διαδρομή, πάντως, για την Καρυά του Άργους συναντάμε, μετά τα Σπανέικα, κάπου στο αριστερό μας χέρι, το χωριό Μερκούρη. Συνεχίζοντας λίγο πιο πάνω, προς την κατεύθυνση του ορεινού όγκου του Κτενιά, συναντάμε το Τουρνίκι και αμέσως μετά του Μπούγα (Κρυονέρι). Και  στις πλαγιές του όρους Τραχύ,  που βρίσκεται στα σύνορα Αργολίδας και Αρκαδίας, βρίσκεται η Αλέα, που μέχρι πρότινος ονομαζόταν Μπουγιάτι (σπίτι του Μπούα). Στα βάθη της ιστορίας χαμένη η απαρχή των τοπωνυμίων…

Μερκούρη, Μπού(γ)α και Μπουγιάτι τρία χωριά στα όρια της Ενετικής επικράτειας στην Αργολίδα.  Να ήσαν τιμάρια, που είχαν αποδοθεί στους Μπούιους από τους Ενετούς; Αυτό λέει η γνωστή πρακτική, όπως, σε άλλες περιοχές της Αργολίδας υπήρχαν του Μάνεση, του Μπέλεση, του Μάζη, του Κόκλα, του Λάλουκα, του Πριγέλα, του Κούτση, του Μπόρσα, του Παναρίτη, του, του, του….

Να προσθέσω ότι το γάμα ενυπάρχει ανεπαίσθητα στην εκφορά του ονόματος. Ο Κώστας Κρυστάλλης, στη σχετική ιστορική – λαογραφική μελέτη, από όπου άντλησα πολύτιμες πληροφορίες, αποδίδει το όνομα της οικογενείας ως Μπούια, ακουστικώς προσλαμβανόμενο ως Μπούγια. Γι’ αυτό και στο κείμενό μου κρατώ την απόδοση του πληθυντικού ως Μπούιοι, που χρησιμοποιεί στο κείμενό του ο Κρυστάλης…

 

Επίμετρον

 

Μπούα ανδραγαθήματα, υπό Κ. Σάθα.

Καταγόμενος από την κορυφαία ηπειρώτικη – αρβανίτικη φάρα των Μπουΐων, ο Μερκούρης Μπούας είχε απόλυτη συνείδηση Ελληνικής καταγωγής, εξ’ ου και η καθοριστική συμμετοχή του στην δημιουργία του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων και ο χαρακτηρισμός του ως Διοικητή των Ηπειρωτών ιππέων…

Το πρωτοπαλίκαρό του και ακόλουθός του στα πεδία των μαχών, ο τροβαδούρος Τζάνες (Ιωάννης) ο Κορωναίος από την Ζάκυνθο, λάτρης της αρχαίας ελληνικής ιστορίας και της Ιλιάδας, συνέγραψε, όταν βρισκόταν στη Βενετία, τους άθλους και τους ηρωισμούς του Μερκούρη Μπούα,  αντάξιους ομηρικού ήρωα (μέχρι το 1517), με έμμετρο λόγο, σε ένα μακροσκελές ομοιοκατάληκτο ποίημα, αποτελούμενο από 4.500 στίχους, που έχει τίτλο: «Μερκουρίου Ανδραγαθήματα» (1519).

Το έργο αυτό βρέθηκε το 1856 στο Τορίνο της Ιταλίας από τον Π. Λάμπρου και δημοσιεύθηκε το 1867 από τον Κωνσταντίνο Σάθα, ο οποίος σημείωσε πως ο Κορωναίος «έλαβεν ειδήσεις λεπτομε­ρείς περί των διαφόρων μαχών, εν αις εκείνος διέπρεψε, και τα οικογενειακά του έγγραφα εξήτασεν, αλλά και εις Ελλάδα καταβάς εξηρεύνησεν επιτοπίως τα περί αυτού, ίνα καταδεί­ξει ότι ‘Ελλην και ουχί ξένος, ως τινές διϊσχυρίζοντο, ήτο ο Μπούας».

Ο Κορωναίος έγραψε και ένα μικρότερο ποίημα, ονομαζόμενο «Πιττάκιον», αποτελούμενο από 125 στίχους, το οποίο απέστειλε στον Μερκούρη Μπούα, επίσης σε Ελληνική γλώσσα.

 

Και ο Θωμάς Μπούας εξ Άργους

 

Μικρή σε εύρος χρόνου, εξ ίσου ηρωική αλλά με τραγική κατάληξη ήταν η παρουσία και ενός ακόμη μέλους της φάρας των Μπούιων, που προερχόταν από το γειτονικό του Ναυπλίου Άργος. Κατά το 1514, ο Ερρίκος Η΄της Αγγλίας προχωρεί στην στρατολόγηση Ελλήνων Αρβανιτών Stradioti, ενισχύοντας τις μονάδες κυρίως του ιππικού του στις συγκρούσεις του με το Βασίλειο της Σκωτίας και μετά το 1540 ο Δούκας Edward Seymour του Somerset αξιοποιεί συνεχώς ομάδες αποτελούμενες από Stradioti στις επιχειρήσεις του κατά της Σκωτίας.

 

Έφιππος stradioti του 15ου αιώνα.

 

Μία διαφωτιστική περιγραφή για τις δραστηριότητες των Stradioti στην Βρετανία παρουσιάζει ο Νίκανδρος Νούκιος από την Κέρκυρα, καθώς κατά το 1545, ακολουθώντας τα στρατεύματα εισβολής των Βρετανών στην Σκωτία με την ιδιότητα του περιηγητή και του ιστοριογράφου, επισημαίνει, πως οι Stradioti που εκστρατεύουν με τους Βρετανούς, διοικούνται από τον Θωμά από το Άργος, του οποίου το θάρρος, η φρόνηση και οι πολεμικές του εμπειρίες τον καθιστούν εξαιρετικά σημαντικό εταίρο για τον στρατό του Βρετανού βασιλιά.

Ένα τμήμα των χειρογράφων του Νουκίου (αρχικά στα ελληνικά), εκδίδεται σε αγγλική μετάφραση το 1841, με το δεύτερο μέρος που αναφέρεται σε αρκετά περιστατικά σχετικά με τον Θωμά από το Άργος να εκδίδεται από τον Έλληνα ιστοριογράφο Α. Μουστοξύδη.

 

Νίκανδρος Νούκιος. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου αναφέρεται σε αρκετά περιστατικά σχετικά με τον Θωμά από το Άργος.

 

Ο Θωμάς  συγκέντρωσε Stradioti καταγόμενους από το Άργος και την ευρύτερη περιοχή και φθάνει στην Αγγλία για να αποσπασθεί αρχικά, μαζί με τους ενόπλους του, στα σύνορα της Αγγλίας με το τότε Βασίλειο της Σκωτίας. Εκεί διοργανώνει ενέδρες και διεισδύσεις στον βορρά, με εφαλτήριο τον ποταμό Tweed, που αποτελούσε εκείνη την εποχή και το σύνορο μεταξύ των δύο επικρατειών. Οι δυνατότητες και οι ικανότητες της μονάδας ελαφρού ιππικού που διοικεί κρίνονται εξαιρετικά θετικά από τον Βρετανό μονάρχη, που αντιλαμβάνεται πως οι Stradioti είναι πολύτιμοι σε επιχειρήσεις που απαιτούν ταχύτητα, ελιγμούς και κυρίως αιφνιδιασμούς. Οι Stradioti στην Σκωτία υπάγονται στην διοίκηση των λοχαγών Θωμά Μπούα από το Άργος, Αντωνίου Στησίνου και Θεοδώρου Λουχίση, με τον Μπούα να προάγεται σε συνταγματάρχη και γενικό διοικητή των Stradioti στην υπηρεσία του Ερρίκου Η΄, μετακινούμενος κατόπιν με την μονάδα του το 1546 στο Καλαί.

Ο Νίκανδρος περιγράφει μία σύγκρουση της μονάδας του Θωμά, αποτελούμενης από 550 άνδρες, με ένα σώμα 1.000 βαρύτατα οπλισμένων Γάλλων ιππέων κατά την διάρκεια της πολιορκίας της Βουλώνης, διαφωτίζοντας αρκετά για τις ανορθόδοξες τακτικές που μεταχειρίζεται ο Θωμάς, που αναμφίβολα αποτελούν τυπικό δείγμα των επιχειρήσεων των Stradioti, ειδικά μάλιστα όταν αντιμετωπίζουν μονάδες βαρέως ιππικού.

Πριν από την σύγκρουση ο Θωμάς απευθύνεται στους ιππείς του για να τους εμψυχώσει, λέγοντας: «Σύντροφοι,  όπως έχετε αντιληφθεί καταλήξαμε στα πέρατα του κόσμου υπηρετώντας έναν μονάρχη και ένα έθνος του μακρινού βορρά.  Δεν διαθέτουμε τίποτε άλλο από την χώρα μας εκτός από το θάρρος και την ανδρεία μας και κατά συνέπεια με την ανδρεία μας θα αντιπαραταχθούμε κατά των αντιπάλων μας, από την στιγμή που οι μεγαλύτεροι αριθμοί τους δεν είναι δυνατόν να αντιπαραβληθούν με τις αρετές μας. Είμαστε τέκνα των Ελλήνων και δεν έχουμε κανένα φόβο για τις βαρβαρικές ορδές, οπότε δεν έχουμε παρά να βαδίσουμε με θάρρος κατά των αντιπάλων, αποδεικνύοντας με τις πράξεις μας την πασίγνωστη από την αρχαία εποχή πολεμική αρετή των Ελλήνων». Στη σύγκρουση που ακολουθεί παγιδεύει και εγκλωβίζει τους προερχόμενους από την Βουλώνη Γάλλους ιππείς με την ανατολή του ηλίου, επιχειρώντας αλλεπάλληλες ταχύτατες επελάσεις με χρήση λόγχης και ξίφους, υποχρεώνοντας τον διοικητή τους να υποχωρήσει, εγκαταλείποντας 360 νεκρούς στο πεδίο της μάχης, έναντι μόνον 35 νεκρών Stradioti.

Ο αρκετά σοβαρός τραυματισμός του Θωμά κατά την διάρκεια αυτής της μάχης, η ευρηματικότητα του, η γενναιότητα, αλλά και η αφοσίωσή του εκτιμώνται ιδιαίτερα από τον Ερρίκο Η΄, που τον τιμά με σημαντικά δώρα και αποφασίζει να του χορηγηθεί στο εξής ετήσιος μισθός για τις υπηρεσίες του.

Αν και ο Νούκιος δεν αναφέρει το επώνυμο του Θωμά, καθώς μετά την πολιορκία της Βουλώνης επιστρέφει στην Ιταλία, στοιχειοθετείται από άλλες πηγές πως πρόκειται για τον Θωμά Μπούα που συλλαμβάνεται από τους Γάλλους και εκτελείται στο Τουρίνο το 1546 (Pappas, Nicholas C. J. STRADIOTI: BALKAN MERCENARIES IN FIFTEENTH AND SIXTEENTH CENTURY ITALY, Sam Houston State University, 2001).

Βιβλιογραφία: Βικιπαίδεια, wikivisually, Κώστα Κρυστάλλη «Άπαντα»,  Τζάνε Κορωναίου «Μερκουρίου Ανδραγαθήματα», Κωνσταντίνου Σάθα «Ελληνικά Ανέκδοτα».

Γιώργος Ν. Μουσταΐρας

Δημοσιογράφος – Ιστορικός ερευνητής

Ευχαριστώ τον συγγραφέα – ιστορικό ερευνητή Γιώργο Ηλιόπουλο για τις χρήσιμες βιβλιογραφικές πληροφορίες που αφορούσαν την ιστορία του Θωμά Μπούα.

Δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο 2020 στο περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΑ Εικονογραφημένη, τεύχος 619.

  

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Τη γλώσσα μας τη φτιάχνουμε ελληνική


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Αναδημοσιεύουμε  σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ένα επίκαιρο άρθρο του κ. Παντελή Μπουκάλα, από την εφημερίδα Καθημερινή με τίτλο:

«Τη γλώσσα μας τη φτιάχνουμε ελληνική». 

Ο Παντελής Μπουκάλας (1957) είναι ποιητής, αρθρογράφος, συγγραφέας, μεταφραστής και δημοσιογράφος. Από το 1990 ως και σήμερα αρθρογραφεί στην εφημερίδα Καθημερινή.

 

Μουντή η φετινή εθνική επέτειος, η τελευταία πριν από τα εμβληματικά διακόσια χρόνια της Επανάστασης. Μια 25η Μαρτίου απρόθυμη να ευαγγελιστεί οτιδήποτε. Τόσο κλειστή άνοιξη, με την κατάθλιψη να απειλεί να γίνει πάνδημη, δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ. Ας επιμείνουμε ωστόσο, προς παραμυθία, στο τότε, στο ’21. Που κι αυτό, άλλωστε, απείλησε να το ξαποστείλει στον οριστικό χειμώνα, προτού καρπίσει, η εμφυλιοπολεμική κατάθλιψη.

Το τελευταίο μου σεργιάνι στα παλαιοβιβλιοπωλεία, πριν κλείσουν κι αυτά, ξανάφερε στα χέρια μου ένα βιβλίο που το ’χα διαβάσει μια φορά κι έναν καιρό, είχα μάθει από αυτό, αλλά τα ίχνη εκείνης της πρώτης έκδοσής του, εν έτει 1971, τα είχα χάσει από χρόνια. Στον τίτλο του βιβλίου συστεγάζονται δύο από τα πάθη μου: «Η γλώσσα και το Εικοσιένα». Υπότιτλος: «Λογιώτατοι, φαναριώτες, κοτζαμπάσηδες, τίτλοι, αξιώματα και προσαγορεύσεις». Συγγραφέας ο Κυριάκος Σιμόπουλος, το συνολικό έργο του οποίου (ανάμεσά τους και η πολύτομη προσφορά του για τους ξένους περιηγητές στη Ελλάδα και τη συγχρονική στάση των ξένων απέναντι στην Επανάσταση) ανατυπώθηκε από τις εκδόσεις «Στάχυ».

Διπλή, τι άλλο, η γλώσσα του ’21. Χονδρικά, η γλώσσα των πολεμιστών και η γλώσσα των πολιτικών. Των αγράμματων, που μιλούσαν όπως σκέφτονταν και με τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν για να συνεννοηθούν μεταξύ τους, στα απλά και στα μεγάλα, και των σπουδαγμένων, που ήθελαν να φορέσουν χλαμύδα και στα λεγόμενα των καπεταναίων. Χαρακτηριστικό είναι το εξής επεισόδιο, στην περιγραφή του Σιμόπουλου:

«Ο Κολοκοτρώνης είχε πολλές φορές αγανακτήσει από τα πομπώδη και φλύαρα κείμενα των γραμματικών του. Κάποτε, λένε, περνώντας με τ’ ασκέρι του νύχτα κοντά στο μοναστήρι της Βελανιδιάς, πρόσταξε το γραμματικό του να γράψει ένα μήνυμα προς τον ηγούμενο για μερικά τουλουμοτύρια που χρειαζόταν το στράτευμα. Ο λογιώτατος γέμισε δυο κατεβατά. Με τα πανωγράμματα, τους τίτλους και τις δασκαλικές περιττολογίες. «– Ακόμα μωρέ;» τον ρώτησε ο Κολοκοτρώνης, βλέποντάς τον να πασχίζει, ιδροκοπώντας κάτω από το λύχνο. Κι όταν είδε τα κατορθώματα του γραμματικού έφριξε. Κόβει ένα κομμάτι χαρτί, μισή παλάμη, και γράφει ο ίδιος το λακωνικό μήνυμα, τρεις λέξεις όλες κι όλες, στο μοναστήρι: “Γούμενε τυρί Κολοκοτρώνης”. Και το ’στειλε μ’ ένα φτεροπόδαρο παλικαρόπουλο».

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τις επιφανέστερες και πλέον θρυλικές φυσιογνωμίες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το σκίτσο του ολοκληρώθηκε στη Δαμάλα (Τροιζήνα) 14 Μαΐου 1827. Είναι αναμφισβήτητα το γνωστότερο πορτρέτο του Γέρου του Μωριά. Πλήθος Ελλήνων καλλιτεχνών το χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρότυπο φιλοτεχνώντας αφίσες, αφισέτες ή εικονογραφήσεις κειμένων σχετικών με την Επανάσταση.

 

Οι πολεμιστές – ο λαός – δεν είχαν λόγο καθημερινό και λόγο επίσημο, λερό και καθαρό, αυθόρμητο και επεξεργασμένο. Και στις κουβέντες τους χρησιμοποιούσαν φυσικά πολλές ξένες λέξεις, αρβανίτικες, τούρκικες, ενετικές, κατά την καταγωγή τού καθενός. Οι αιώνες της τουρκοκρατίας και της φραγκοκρατίας, καθώς και οι σχέσεις (ειρηνικές ή εμπόλεμες) με Αλβανούς/Αρβανίτες, είχαν αφήσει ευδιάκριτα ίχνη στη νεοελληνική, που προκαλούσαν την αποστροφή των λογίων, όπως βλέπουμε και στον «καθαρισμό» δημοτικών τραγουδιών.

Το φετινό ημερολόγιο της Εταιρείας Συγγραφέων, με θέμα «Λογοτεχνία και Επανάσταση», είναι αφιερωμένο στο 1821. Στη μικρή μου συμβολή εκεί δοκίμασα, αντιστρέφοντας τη λογική του γνωστού «μανιφέστου» του Ξενοφώντα Ζολώτα, να γράψω μια «προκήρυξη» με λέξεις που δεν «μας δόθηκαν» ελληνικές, αλλά ξένες που έγιναν ελληνικές. Τις άντλησα από απομνημονεύματα αγωνιστών και από δημοτικά τραγούδια, κυρίως κλέφτικα (το «βρας» αναπαράγεται βέβαια από τον «Μπολιβάρ» του Νίκου Εγγονόπουλου· «το βροντοφώνησαν οι ναυμάχοι του 21 κι’ ο αείμνηστος κι’ ένδοξος ναύαρχος Κουντουριώτης στη ναυμαχία της Έλλης» σημειώνει ο ποιητής). Αρκετές από αυτές ξεχάστηκαν πια –  όταν έλειψαν και τα πράγματα που ονομάτιζαν, είδη όπλων λ.χ. ή καραβιών. Άλλες συνεχίζουμε να τις χρησιμοποιούμε απολύτως βέβαιοι για την ιθαγένειά τους, την ελληνικότητά τους.

Ιδού η εσκεμμένα τραβηγμένη «προκήρυξη»:

«Στ’ άρματα, λεβέντες. Με τα λάβαρά σας, ασλάνια. Με τα φλάμπουρά σας, σαΐνια μου. Χουγιάξτε το ορέ. Ρίξτε τις μπαταριές σας σε κάθε μαχαλά. Ν’ ακούσει κάθε φαμελιά, κάθε κονάκι, κάθε οντάς. Να συναχτούν τ’ ασκέρια. Τα μπουλούκια. Οι ταϊφάδες. Σ’ όλα τα βιλαέτια, σ’ όλους τους καζάδες. Όχι χουζούρι πια. Όχι νταραβέρια με μουρτάτες. Νισάφι οι τεμενάδες κι οι ριτζάδες. Πόσο θα γκιζεράμε στα βουνά και στα ρουμάνια, κι ως πότε θα νταγιαντούμε και θα μπεζερίζουμε. Ως πότε πια κιουλέδες των χαραμήδων. Να κινήσουν στο σεφέρι τους τα φουσάτα όλα. Να μάθει η κονιαριά, να μάθει η Πόρτα, το Ντοβλέτι, το Ντιβάνι κι ο σουλτάνος, αγάδες, ντερβισάδες και χοτζάδες να το μάθουν, κατήδες και τσοχανταραίοι, μπουλουκμπασήσες και πασάδες, βοεβόδες και βαλήδες, τατάρηδες, μπαϊρακτάρηδες και νιζάμηδες, οι ντουβλετήδες όλοι: Κάλλιο στη χάψη να μας μπουζουριάσουν, στο μπουντρούμι, κάλλιο στη φούρκα του τζελέπη ή και στη σούβλα του, παρά να μαγαρίζονται στα χαρέμια οι γυναίκες μας, παρά ν’ αρπάζουν τα κουτσούβελά μας απ’ τη σαρμανίτσα. Κουμάντο πια θα κάνει το μιλέτι μας. Τα μπουγιουρντιά τους κι οι μουρασελέδες τους, των σκυλιών μας.

»Τα καριοφίλια σας, ασίκηδές μου. Και το κουράγιο σας. Τα ντουφέκια σας. Τις μπιστόλες σας, καπεταναίοι. Τα κουμπούρια. Τα γιαταγάνια. Πάλες και παλάσκες. Και χαντζάρια. Και το χαρμπί του ο πασαένας. Το διμισκί σπαθί του. Και το λάζο του. Και τους σουγιάδες. Τρομπόνια. Μιλιόνια. Την μπαρούτη. Τα κουρσούμια. Τα φουσέκια σας στους ντεστέδες τους. Τα κανόνια, να κρεμάσουμε τα κλειδιά μας στην μπούκα τους. Τις μπόμπες. Τα φιτίλια. Τα τόπια. “Τα φυτίλια αναμμένα στα χέρια, / τα τόπια δεξιά. Βρας! / Βρας, αλβανιστί φωτιά”.

»Τη φουστανέλα. Τον ντουλαμά. Το σελάχι. Τη φέρμελη. Τα τσαρούχια. Το φέσι με τη φούντα του. Το πόσι, να σκεπάζει τον τσαμπά. Τα τσαπράζια. Καπότες κι αντεριά. Και τις μπότσες με το ρακί. Και τις μποτίλιες το κρασί, τις νταμιντζάνες. Και το τάσι, να ’χουμε στο ορδί να πίνουμε και στα γιατάκια μας. Και τους ζουρνάδες. Πίπιζες και ταμπουράδες. Νταούλια, τουμπελέκια και μπουζούκια. Ούτι και νέι και λιογκάρι. Λαούτο, κίτελι και μπαγλαμά.

»Στο φαρί σας. Στο άτι σας, μπάλιο ή ρούσο. Στα χάμουρα το νου σας. Και στη σέλα. Στο μπρίκι. Στη γαβάρα. Στη γαλιότα. Στο τσαμπέκο. Στην κορβέτα. Στη φρεγάτα. Στο μπουρλοτιέρικο. Να πάει το αίμα ώς τα μπούνια. Στο καραούλι. Στην ντάπια. Στο μετερίζι. Στις βίγλες. Στα κάστρα. Στα καστέλια. Στους γουλάδες. Στα δερβένια. Στη βάρδια μας.

»Ανοίξτε όλοι το πουγκί σας. Τον μπεζαχτά σας. Ο,τι ρουμπιέδες κι ό,τι τάλιρα, ό,τι μαχμουτιέδες και τζοβαϊρικά και γρόσια, όσα καζαντίσατε, για την πατρίδα. Για τους λουφέδες των παλικαριών. Για τον ζαϊρέ και το μεϊντάτι μας.

»Γιουρούσι. Γιούργια. Ρεσάλτο. Τέρμα οι κιοτήδες, τα τσιράκια και τα τουρκοκόπελα. Η λευτεριά το ντέρτι μας και το μεράκι μας. Και το κιβούρι μας μόνος σεβντάς και μόνο κασαβέτι μας. “Να ’ναι μακρύ, να ’ναι πλατύ, για δυο, για τρεις νομάτους. / Να στέκω ορθός” – ».

 

Παντελής Μπουκάλας

Εφημερίδα «Καθημερινή», 22 Μαρτίου 2020.

Ο Παντελής Μπουκάλας (1957) είναι ποιητής, αρθρογράφος, συγγραφέας, μεταφραστής και δημοσιογράφος. Από το 1990 ως και σήμερα αρθρογραφεί στην εφημερίδα Καθημερινή.

 

Read Full Post »

Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου. Αθήναι Εκ του Τυπογραφείου Α. Γκαρπολά, 1845.


 

Τα «Απομνημονεύματα περί φιλικής Εταιρείας» του Εμμανουήλ Ξάνθου τυπώθηκαν το 1845, όταν ο μεγάλος Φιλικός, έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στα όρια της οικονομικής εξαθλίωσης, σε ένα χαμόσπιτο στην οδό Νικοδήμου 27. Πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, λίγες ώρες μετά το βαρύτατο τραυματισμό του από πτώση στις σκάλες της Βουλής, όπου είχε παρακολουθήσει ως απλός πολίτης μια συνεδρίαση. Το Ελληνικό Κράτος τού απέδωσε κατά την κηδεία τιμές στρατηγού.

 

Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου…

 

Το 1834 ο Ιωάννης Φιλήμων στο έργο του Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας,  γράφοντας  με βάση κυρίως τις προφορικές αφηγήσεις του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου κατηγόρησε τον Ξάνθο για κακή διαχείριση των χρημάτων της Φιλικής Εταιρείας. Άλλωστε, υπήρχε πάντα μεταξύ Ξάνθου και Αναγνωστόπουλου ανοικτή η διαμάχη για το ποιός υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Συγκεκριμένα, ο Ξάνθος υποστήριζε ότι ανήκει στην πρώτη τριάδα της Εταιρείας, ενώ για τον Αναγνωστόπουλο υποστήριζε ότι κατηχήθηκε πολύ αργότερα από εκείνον, δηλαδή το 1817. Αντίθετα, ο Αναγνωστόπουλος υποστήριζε ότι ο ίδιος είχε κατηχηθεί από το 1814, ενώ ο Ξάνθος αργότερα από αυτόν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι η αρχική καλή σχέση και συνεργασία μεταξύ των δύο ανδρών, κατά τα πρώτα αποφασιστικά βήματα της Εταιρείας, όπως είδαμε, θα μεταβληθεί σε ανοιχτή έχθρα.

Έτσι ο Εμμανουήλ Ξάνθος βρίσκεται στην ανάγκη να επιστρέψει το 1837 στην Ελλάδα και το ίδιο έτος να συγγράφει πρώτα το «Υπόμνημα». Το απολογητικό αυτό κείμενο προκειμένου να ανασκευάσει όσα έγραψε εναντίον του ο Φιλήμων. Στο «Υπόμνημα» αυτό, που αποτελεί οιονεί απολογία του, γίνεται συνεχής αναφορά στα κεφάλαια του Δοκιμίου τον Φιλήμονα, προκειμένου να αντικρούσει τα γραφόμενά του.

Μολονότι, το κείμενο της Απολογίας (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, χφ. 2212) δεν δημοσιεύτηκε στον καιρό του αλλά πολύ αργότερα, το 1931, φαίνεται ότι ο Ιωάννης Φιλήμων πληροφορήθηκε το περιεχόμενό της, επειδή το 1839 κιόλας αρθρογραφώντας στην εφημερίδα Αιών, αποκαθιστά την προσωπικότητα του Ξάνθου, παραδεχόμενος ότι «υπέπεσεν εξ αγνοίας εις παραδρομάς τινας, ως προς το πρόσωπον του Ξάνθου ιδιαιτέρως». Μάλιστα αξίζει να επισημάνουμε εδώ ότι ακόμη και το Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, που θα εκδώσει ο I. Φιλήμων το 1845, ουσιαστικά αποτελεί μία ανασκευή του Δοκι­μίου του περί της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία ασφαλώς και η διένεξη Ξάνθου – Αναγνωστόπουλου συνέβαλε αρκετά.

Ωστόσο, και παρά την αναγνώριση του λάθους εκ μέρους του Φιλήμονος, ο Εμμανουήλ Ξάνθος θα προχωρήσει στη σύνταξη και έκδοση των Απομνημονευμάτων του το 1845, στα οποία μετά από μια σύντομη έκθεσή του για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν από τη σύσταση της Φιλικής Εταιρείας, προβαίνει, παράλληλα, στην έκδοση των γραπτών αποδείξεων για τους ισχυρισμούς του, δηλαδή παραθέτει 168 έγγραφα, τα οποία αποτελούν πρωτογενές υλικό για την ιστορία της Εταιρείας και τη δράση του ίδιου αλλά και πολλών από τα πρώτα μέλη της, που έδρασαν κυρίως στις Ηγεμονίες και στη Ρωσία.

Με άλλα λόγια ο Εμμ. Ξάνθος τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει τόσο κατά τη σύνταξη της «Εκθέσεως» του όσο και κατά τη σύνταξη του Υπομνήματος ότι πρόκειται να παρουσιάσει τις γραπτές πηγές τις οποίες επικαλείται. Έτσι κατά κάποιο τρόπο απαντά και στην πρόκληση του Ιωάννη Φιλήμονα, ο οποίος στην πρώτη έκδοση του Δοκιμίον πε­ρί της Φιλικής Εταιρείας, εκφράζοντας τις αμφιβολίες του για την «Έκθεση» του Ξάνθου, τον καλούσε να δημοσιεύσει τα έγγραφα που κατέχει: «…καθίσταται τοιουτοτρόπως επι­θυμητή η εκπλήρωσή της υποσχέσεώς του. Eις το έργον τούτο δύναται μεγάλως να ευκολυνθή διά των αποτεταμιευμένων εις αυ­τόν εγγράφων της Εταιρείας και των οποίων ημπορεί να έχη ιδεών περί αυτής πλέον κα­θαρών παρά τας οποίας έγραψε».

 

Για την ανάγνωση του βιβλίου του πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο:Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου

 

Read Full Post »

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης αφηγείται την υποδοχή του Παπαφλέσσα στην Πελοπόννησο


 

 Ο Κανέλλος  Δεληγιάννης αφηγείται την υποδοχή του Παπαφλέσσα στην Πελοπόννησο ως «απόστολου» της Φιλικής Εταιρείας κατά τις παραμονές της Επανάστασης (Κανέλλος Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Α’, Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 21, αρ. 16, εκδ. Γ. Τσουκαλάς, Αθήνα 1955 , α’ έκδοση Αθήνα 1854, σ. 107-115).

 

Κατά τα τέλη Δεκεμβρίου είχομεν προειδοποιηθή από την εν Κωνσταντινουπόλει εφορίαν της Εταιρίας, ότι έφθασεν ένας Γρηγόριος Δικαίος καλόγηρος και αρχιμανδρίτης (φυγάς προ χρόνων από την Πελοπόννησον) με οδηγίας (ως είπεν εκεί) από τον Υψηλάντην και από την Υπερτάτην εκείνην Αρχήν.

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

Αλλ’ άνθρωπος παράτολμος και ως εκ των παραφορών του εξεφράζετο απροκαλύπτως και αδιακρίτως προς πάντας, ως μαινόμενος κατά της τουρκικής δυναστείας, και όλα τα ανύπαρκτα μυστήρια της Εταιρίας. Και φοβηθέντες άπαντες τας ανοησίας αυτού του απελπισμένου καλογήρου, μετεχειρίσθησαν διάφορα μέσα, δώσαντες προς αυτόν και εν μέρος χρημάτων τον εξωστράκισαν εκείθεν, εξαποστέλλοντες αυτόν εις τας νήσους και εις την Πελοπόννησον να διοργανίση δήθεν τα της επαναστάσεως, ιδίως όμως να λειψή από εκεί, να μην ρίψη εις πάρωρον κίνδυνον τους ομογενείς. Ο Παναγιώτης Σιέκερης έγραφεν ιδίως προς ημάς, ότι «να σταθήτε πολύ προσεκτικοί από τον Παπαφλέσιαν, διότι είναι άνθρωπος μάταιος, αλαζών και επικίνδυνος. Να μην σας απατήση με τας κομπορρημοσύνας του και σας ρίψη εις κανέν απροσδόκητον λάθος και γίνη κανέν παράκαιρον κίνημα και καταστραφώμεν, αλλά να προσπαθήσετε να τον οικονομήσετε με τρόπους φρόνιμους και ηπίους, να σταθή εις κανέν μέρος προφυλαγμένος ώστε να ωρίμαση το πράγμα, και κατόπιν σας ειδοποιούμεν και φωτίζεσθε δι’ άλλου απεσταλμένου».

Ο Παπαφλέσιας έφθασεν εις Ύδραν κατά τας αρχάς Ιανουαρίου, διεκοίνωσεν εις τους προκρίτους τας προφορικάς παραγγελίας, ας είχεν από τον Υψηλάντην, είχε δε και εν γράμμα από αυτόν προς τους αδελφούς Τουμπάζηδες προτρεπτικόν, να ομιλήσουν προς τους λοιπούς συναδέλφους των και προκρίτους της Ύδρας, να λάβουν ενεργητικόν μέρος εις τον αγώνα και να φροντίσουν διά την ετοιμασίαν των αναγκαίων, να καταθέσουν ποσότητας χρημάτων και άλλα τοιούτα. Αλλ’ εις τοιούτου αγνώστου και αγύρτου λόγους και προτροπάς ήτον δυνατόν να δώσωσι πίστιν οι πρόκριτοι της Ύδρας; Μ’ όλα ταύτα τον απέπεμψαν εκείθεν με ήπιον και φρόνιμον τρόπον, και απήλθεν εις τας Σπέτζας. Αλλ’ οι Τομπάζηδες έγραψαν προς τον αδελφόν μου Θεοδωράκην και οι Μπουντούρηδες προς τον Ζαΐμην, ότι οι Πελοποννήσιοι πρέπει να σταθούν πολλά προσεκτικοί και να μην δίδουν πίστιν εις τοιούτων αγυρτών λόγους και υποσχέσεις, αλλά να φροντίσουν να τον περιορίσουν εις κανέν απόκεντρον μέρος.

Φθάσας αυτός εις Σπέτσας και όντες οι πρόκριτοι προδιαθεμένοι τον εδέχθησαν μεν με περισσοτέρας περιποιήσεις, αλλά δεν του έδωκαν ουδεμίαν υπόσχεσιν, ειπόντες προς αυτόν ότι «ύπαγε εις την Πελοπόννησον να κάμης τρόπον με πολλήν φρόνησιν και μυστικότητα να αντάμωσης τους Δεληγιανναίους, τον Ζαΐμην, τον Σ. Χαραλάμπην, τον Παπατσώνην, τον Κρεββατάν, τον Περούκαν, τον Λόντον και τον Σισίνην, να ομιλήσης με μόνους αυτούς και να συμφωνήσετε και ημείς και οι Υδραίοι συνυπακουόμεθα με αυτούς και ακολουθούμεν μαζί παν ό,τι το συμφέρον της πατρίδος υπαγορεύει». Έγραψαν δε προς ημάς αμέσως δι’ επίτηδες απεσταλμένου, ότι να στείλωμεν ένα φρόνιμον και πιστόν μας άνθρωπον να εξηγηθούν προφορικώς (καθότι δεν ήτον δυνατόν να γράψουν τα τοιαύτα) διά να τρέξωμεν συμφώνως εις το στάδιον της ετοιμασίας. Συνυπακουσμένοι δε υπάρχοντες όλοι οί προύχοντες και αρχιερείς εις Τρίπολιν, εστείλαμεν εκ συμφώνου άπαντες τον Παναγιώτην Αρβάλην να ακούση τας προτάσεις του Παπαφλέσια, να ομιλήση δε και των προκρίτων των Σπετσών, να προσπαθήσουν με φρόνιμον τρόπον να περιστείλουν τας παραφοράς του, όσον είναι δυνατόν, χωρίς να του υποσχεθούν ή να τον απελπίσουν. Φθάσας δε ο Αρβάλης εκεί και ομιλήσας πολλά μετά των προκρίτων και του Φλέσια έμειναν σύμφωνοι ότι ο Παπαφλέσιας ν’ απέλθη, εις την μονήν των Ταξιαρχών εις Βοστίτσαν, ως πατριαρχικός δήθεν έξαρχος, να μένη εκεί μεχρισότου απέλθουν εκεί και τινές των αρχιερέων και προυχόντων να ομιλήσουν διά τα περί της αποστολής του, καθότι είπε προς τον Αρβάλην, ότι είχεν εντολήν προφορικήν από τον Υψηλάντην να κοινοποίηση μυστηριώδη τινά αντικείμενα εις τρεις αρχιερείς και εις τρεις εκ των προυχόντων της Πελοποννήσου και ούτοι να ειδοποιήσουν τους λοιπούς αρχιερείς και προύχοντας, να θέσουν τας βάσεις της ετοιμασίας της Επαναστάσεως και την εποχήν. Και ο μεν Αρβάλης ανεχώρησε και έφθασεν εις Τριπολιτσάν και μας διεβεβαίωσε περί των άνω ειρημένων.

Προσωπογραφία του Χουρσίτ Πασά. Εκδ. Adam Friedel, Λιθ. Bouvier. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Αναχωρήσαντος, ως είρηται, του Χουρσίτ πασιά και λαβόντες μικράν τινά ησυχίαν συνήχθησαν άπαντες εις την οικίαν μας και πολλού λόγου γενομένου υπέρ και κατά του αντικειμένου, ενεκρίθη και απεφασίσθη να απέλθουν εις Βοστίτσαν, να χωρίσουν δήθεν τα όρια των κτημάτων των διαμαχομένων μοναστηριών Ταξιαρχών και Μεγάλου Σπηλαίου, τρεις αρχιερείς, ο Παλαιών Πατρών, ο Κερνίτζης και ο Χριστιανουπόλεως και από τους προύχοντας ο Ζαΐμης, ο Σωτήρης Χαραλάμπης και ο Φωτήλας, να λάβουν μεθ’ εαυτών και τον Αρβάλην, ο οποίος είχεν ενθουσιασθή υπέρ το δέον εκ της κουφονοίας του από τας κομπορρημοσύνας και αγυρτίας του Παπαφλέσια, και ήτον ασύμφορον να διαμένη πλέον εις Τριπολιτσάν από το παράφορον του τρόπου του. Υπεχρέωσαν και ημάς να στείλωμεν ένα των αδελφών μας, να ευρίσκεται παρών εις όλας τας εξηγήσεις, ώστε, ό,τι ήθελεν αποφασισθή να είναι με την συγκατάθεσίν μας, έχοντες και την συγκατάθεσιν του Παπατσώνη και λοιπών Μεσσηνίων.

Ο δε Παπαφλέσιας αναχωρήσας εκ Σπετσών παρηγγέλθη από τους προκρίτους αυστηρώς, ότι να μαζώξη την γλώσσαν του, να περιορισθή, και με πολλήν φρόνησιν και σιωπήν, να απέλθη εις το Αίγιον, χωρίς να εμπιστεύεται εις τον τυχόντα και εκφράζεται τοιαύτα ληρήματα, καθότι άνευ της αποφάσεως των προυχόντων και αρχιερέων της Πελοποννήσου, ουδείς άλλος δύναται να κίνηση αυτόν τον κολοσσαίον μοχλόν και ότι της υποθετομένης αυτής Αρχής και του Υψηλάντη τα ανούσια σχέδια με ξηρούς λόγους ημείς οι νησιώται και οι Πελοποννήσιοι δεν έχομεν ανάγκην να τα ακούσωμεν, να εκθέσωμεν μόνοι μας τον εαυτόν μας και την πατρίδα μας εις την πασσέταν καθώς και εις τους 1769 το επάθαμεν και κατεστράφη ο τόπος αυτός· και ότι να σταθή πολύ προσεκτικός, καθότι χάνεται.

Αναχωρήσας δε εκείθεν έφθασεν εις το Άργος και ανταμωθείς μετά του Μητροπολίτου Ναυπλίου [Καλαμαράς Γρηγόριος] ήρχισε να εκφράζεται και προς αυτόν τους αυτούς παραλογισμούς. Αλλ’ ο αρχιερεύς ούτος ων προκαταλελημμένος διά όσα ο Παπαφλέσιας εξεφράσθη εις τας νήσους, θυμωθείς τον επέπληξεν αυστηρώς, λέξας προς αυτόν, ότι να μην απατηθή και ομιλήση εις κανένα άλλον περί τοιούτου αντικειμένου, διότι αυτός ο ίδιος τον παραδίδει εις την εξουσίαν και φονεύεται ανηλεώς, διά να μην απολεσθή ολόκληρον το έθνος ένεκα της αφροσύνης του, και άλλας πολλάς απειλάς τον έκαμεν, ώστε φοβηθείς συνεστάλη, υποσχεθείς, ότι θέλει ακολουθήσει κατά τας συμβουλάς του.

Συνοδεύσας αυτόν ο φρόνιμος ούτος αρχιερεύς με οικείους του τον διεύθυνεν εις Καλάβρυτα συστημένον προς τον Χαραλάμπην και Ζαίμην· αλλά διαμενόντων αυτών ως τότε εις Τρίπολιν, ηναγκάσθη και απήλθεν εις Πάτρας προς αντάμωσιν του Αρχιερέως και του Παπαδιαμαντοπούλου, να δυνηθή να τους προδιάθεση και πείση, αλλ’ εύρε και αυτούς με το αυτό φρόνημα.

Αναχωρήσαντος δε του Χουρσίτ πασιά ανεχώρησαν και οι προύχοντες άπαντες διά τας επαρχίας των και φθάσαντες εις Καλάβρυτα οι άνω ειρημένοι έγραψαν του Π. Πατρών και συμπαραλαβών τον Παπαφλέσιαν ευρέθηκαν άπαντες εις ρητήν ημέραν εις την μονήν των Ταξιαρχών την 23 Ιανουαρίου 1821, ότε την αυτήν στιγμήν είχε φθάσει εκεί και ο αδελφός μας Πανάγος Δεληγιάννης.

Συνελθόντες εις διάσκεψιν τους διεκοίνωσεν ο Παπαφλέσιας όσα και εις την Ύδραν και Σπέτσας ληρήματα εξεφράσθη προτρέπων και συμβουλεύων αυτούς, ότι να φανή το πρώτον σημείον της Επαναστάσεως εις την Πελοπόννησον και να υποθέσουν οι Τούρκοι, ότι γίνεται κατά προτροπήν του Αλή πασιά προς αντιπερισπασμόν και ανακούφισίν του, και κατόπιν εις την Μάνην, ως τόπον μη κατοικούμενον από Τούρκους· ώστε, εάν δεν επιτυχή της Πελοποννήσου η επανάστασις να καταφύγουν οι προύχοντες εις την Μάνην ή εις τας Νήσους, να διασωθούν, και να γράψουν εις Κωνσταντινούπολη, εις την Πύλην, ότι μη υποφέροντες τους βαρείς φόρους και τα αδικήματα των κρατούντων ανεχώρησαν και ότι απέρχονται εις Κωνσταντινούπολη να παρουσιάσουν και προφορικώς τα δίκαια παράπονα των. Με τούτο να δώσουν δήθεν μάκρος του καιρού, ώστε να έλθη το έαρ, να φθάση και ο Υψηλάντης διά της Βουλγαρίας εις Μακεδονίαν με πολλά στρατεύματα και τότε θα αναγκασθή η Ρωσία να κήρυξη τον πόλεμον της Τουρκίας, και οι Τούρκοι της Πελοποννήσου τότε δεν θέλουν τολμήσει να καταστρέψουν τους Χριστιανούς.

Αυτά και άλλα τοιαύτα ληρήματα, ανοησίας και παραλογισμούς εξεφράσθη ο Παπαφλέσιας, ώστε εγνώρισαν άπαντες το παράφορον αυτού του απονενοημένου καλογήρου και τας αγυρτίας του και συσκεφθέντες απεφάσισαν, ότι να τον παραλαβή ο Ζαΐμης να τον διευθύνη προς ημάς (καθότι ο Πανάγος Δεληγιάννης δεν εδέχθη να συνοδοιπορήση μ’ αυτόν διά πολλάς υπόνοιας, αλλ’ έγνωμοδότησε να έλθη έπειτα), ημείς δε προς τον Δημ. Παπατσώνην και αυτός διά του Μητροπολίτου Μονεμβασίας εις τον Πετρόμπεην, Μούρτζινον και Γ. Καπετανάκην και Ηλίαν Χρυσοσπάθην να τον περιορίσουν εις εν απόκεντρον μέρος, να μένη εκεί αγνώριστος και προφυλαγμένος, μεχρισότου σκεφθούν ωριμώτερον και κοινοποιήσουν τα πρακτικά της συνελεύσεως εκείνης εις απαντάς τους προύχοντας και προκρίτους, και τότε να φροντίσουν ποιον δρόμον ν’ ακολουθήσουν. Έμειναν όμως σύμφωνοι, ότι εάν προσκληθούν εις Τριπολιτσάν να μεταχειρισθούν πάντα τρόπον αναβολής επί διαφόροις προφάσεσιν έως τέλη Απριλίου, να ωρίμαση έτι μάλλον το πράγμα, να ετοιμασθώσιν άπαντες προς επιτυχίαν και αν βιασθώσιν από την εξουσίαν να υπάγουν εν μέρος εξ αυτών, οι άλλοι να μένουν έξω να διοργανίσουν.

Ο Ζαΐμης λοιπόν παρέλαβε τον καλόγηρον αυτόν, τον έφερεν εις την οικίαν του, τον εσυνόδευσε εκείθεν με πέντε πιστούς υπηρέτας του να τον προσέχουν εις τον δρόμον, να μην εκτίθεται εις τον τυχόντα μ’ εκείνας τας βωμολοχίας του και ειδοποιηθούν οι Τούρκοι και τον συλλάβουν και ξεσκεπασθή παράκαιρα το πράγμα. Διατρέξαντες νυχθημερόν έφθασαν εις την εν Λαγκαδίοις οικίαν μας περί το μεσονύκτιον της 2 Φεβρουαρίου. Ο Ζαΐμης μας έγραφεν, ότι, «σας διευθύνω τον καλόγηρον και τον αδελφόν κυρ-Πανάγον πληροφορείσθε τα εις την μονήν των Ταξιαρχών λεχθέντα και αποφασισθέντα και ούτως απαιτούν αι περιστάσεις να ακολουθήσετε προς το παρόν και υμείς και ο Παπατσώνης, προς τον οποίον να στείλετε ειδήμονα πιστόν άνθρωπόν σας να τον πληροφόρηση προφορικώς, αυτός δε με τον ίδιον τρόπον να ειδοποίηση τον Μονεμβασίας και δι’ αυτού να ειδοποιηθούν ο Μαυρομιχάλης, Μούρτζινος, Χρυσοσπάθης και ο Επίσκοπος Μοθώνης Γρηγόριος. Τον καλόγερον να τον περιποιηθήτε μεν, αλλά να μην τον εξηγηθήτε διά τους σκοπούς και τα σχέδια μας, χωρίς όμως και να τον απελπίσετε. Να παραγγείλετε των ανθρώπων σας να μην τον αφήσουν και ομιλήση καθ’ οδόν με κανένα, διότι είναι Τούρκοι πολλοί εις αυτά τα μέρη και διατρέχομεν κίνδυνον, αλλά να λέγουν όθεν απεράσουν, ότι είναι Πατριαρχιακός Έξαρχος και απέρχεται εις την μονήν του Βουλκάνου διά εκκλησιαστικάς υποθέσεις».

Φθάσας λοιπόν εις την οικίαν μας, χωρίς να τον ερωτήσωμεν, ή να τον είπωμέν τι, ήρχισε να επαινή την οικογένειάν μας, ότι, όθεν απέρασε του την παρέστησαν όλοι ως πρωτίστην της Πελοποννήσου, ως πλουσίαν, φιλοπάτριδα κ.τ.λ. και ακολούθως να διηγήται τα πρακτικά της συνελεύσεως των Ταξιαρχών, κατηγορών τους αρχιερείς και τους προύχοντας, ως δειλούς και άνανδρους, και επαίνων μόνος τον Ζαΐμην, λέγων ότι αυτοί είναι διά ασκηταί και μόνος ο Ζαΐμης είναι δι’ επανάστασιν άξιος αν και άλλας τινάς κομπορρημοσύνας ηθέλησε να μας πωλήση διά να μας εξιππάση ή να μας φιλοτίμηση να υποθέσωμεν, ότι αυτός είναι εκείνος όστις δύναται να κινήση την επανάστασιν και να την διευθύνη.

Αφού ετελείωσε την ομιλίαν του χωρίς να τον διακόψωμεν, τον ερωτήσαμεν οι ευρεθέντες εκεί πέντε αδελφοί, Ανάστος, Κανέλλος, Δημητράκης, Κωνσταντάκης και Πανάγος, να μας εξηγηθή εν λεπτομέρεια, ποίας βεβαιότητας έχει, ότι η Ρωσία έχει απόφασιν να κινήση τον πόλεμον κατά της Τουρκίας! Πόσαι και πού είναι αι χρηματικαί συνεισφοραί και τα βοηθήματα των ομογενών συναγμένα! Πού και πόσα όπλα και πολεμοεφόδια είναι συναγμένα και αποτεταμιευμένα! Πόσα στρατεύματα έχει προδιατεθειμένα και ετοιμασμένα ο Υψηλάντης! Και ποία είναι η Υπέρτατη αυτή Αρχή και πόθεν έλαβεν αυτήν τήν δύναμιν! Και δι’ άλλα τινά αντικείμενα, διά τα οποία αυτά είχομεν πληροφορίας από τον Παπαρρηγόπουλον, από τον Ηλίαν Χρυσοσπάθην, από τον Γιάννην Γκούστην, από τον Ευμορφόπουλον και από διαφόρους άλλους ελθόντας πρότερον προς ημάς με γράμματα του Υψηλάντη και με τινάς οδηγίας της επιτροπής της Εταιρίας εκείνης. Και μας απήντησεν ότι δεν του ήτον συγχωρημένον από την Υπερτάτην Αρχήν να κοινοποίηση εις άλλους αυτά τα μυστήρια. Τότε τον έβάλαμεν εμπρός και τον είπομεν άπειρα και όσα αυτός δεν εγνώριζε και έμεινεν εμβρόντητος και αναπολόγητος και δεν ήξευρε τι να μας απάντηση.

Τον είπομεν ότι «ημείς με τους εδικούς σου λόγους και με του Υψηλάντη τα ονειροπολήματα, και με τας ξηράς και ανύπαρκτους υποσχέσεις δεν είμεθα ανόητοι, μήτε απελπισμένοι να καταστρέψωμεν την πατρίδα μας, μήτε πλανήται, ωσάν εσάς, και αν αποφασίσωμεν να κάμωμεν την επανάστασιν, θα σκεφθώμεν σοβαρώς και θα την κάμωμεν ημείς, χωρίς τας εδικάς σας ανύπαρκτους υποσχέσεις, και σε συμβουλεύομεν να υπάγης εις εν απόκεντρον μοναστήρι να ησυχάσης κρυμμένος διά να μη σε μάθουν οι Τούρκοι και σε συλλάβουν, καθώς το έπαθαν και άλλοι και τότε και συ θα χαθής, και άλλοι πολλοί θα πάθουν». Και άλλα πολλά τον είπομεν, ώστε έμεινεν αναπολόγητος. Επί τέλους τον λέγομεν, ότι «ημείς, αν δεν είχομεν τον σκοπόν και το αίσθημα της ελευθερίας της πατρίδος μας εσυλλαμβάναμεν και εσένα και τόσους άλλους αποστόλους και σας παρεδίδομεν εις την εξουσίαν και εβραβευόμεθα επαξίως. Αλλά μήτε πάλιν περιμένομεν από σας, (οπού δεν έχετε εν δένδρον να σας κρεμάσουν, μήτε τίποτε), να μας οδηγήσητε, επειδή και ημείς έχομεν πολυμελείς οικογενείας, πλούτη, μεγάλας ιδιοκτησίας και πάσαν ευδαιμονίαν και δεν αποφασίζομεν να κρεμάσωμεν την τύχην της πατρίδος, των οικογενειών και συγγενών μας με απερισκεψίαν εις τας εδικάς σας παραφοράς και ανοησίας, αλλά να υπάγης να ησυχάσης να διαφυλαχθής, και όταν κάμωμεν την απόφασιν μετά των άλλων προκρίτων, τότε σε ειδοποιούμεν και εξέρχεσαι και συ και άλλοι να φανήτε συντελεστικοί εις τον γενικόν σκοπόν».

Παπαφλέσσας. Το σχέδιο φιλοτεχνήθηκε στο Παρίσι έπειτα από επιθυμία του Κωνσταντίνου Γιάγκου Φλέσσα (καπετάνιου) νομικού και βουλευτή Μεσσηνίας, εγγονό του Νικήτα Φλέσσα, για να κατασκευαστεί η προτομή του.

Απελπισθείς επί τέλους μας λέγει ότι να τον οικονομήσωμεν από έξοδα, καθότι δεν του έμεινε παράς. Του εδώσαμεν πεντακόσια τάλληρα, γρ. 3.000, και τους ίππους μας με πέντε εκ των πιστότερων υπηρετών μας και τον υπήγον εις δύο νύκτας και τον επαράδωκαν εις τους Παπατσώνηδες, τους οποίους ειδοποιήσαμεν δι’ ενός νοήμονος και πιστού των απεσταλμένου προφορικώς όλα τ’ ανωτέρω διετρέξαντα και τους εγράψαμεν να τον εξασφαλίσουν εις το αποκεντρότερον μοναστήριον, χωρίς να τον βλέπη κανένας, καθότι αν μαθευθή εις Τριπολιτσάν διατρέχει μεγάλον κίνδυνον και αυτός και ημείς. Όθεν δώσαντες και αυτοί προς αυτόν δύο χιλιάδας γρόσια διά έξοδα τον έστειλαν εις το εν Αλαγωνία (πισινά χωρία) μονύδριον, απόκεντρον, λεγόμενον Σιδηρόπορταν, όπου εύρεν εκεί και τον Νικήταν Κεφάλαν προ πολλού κεκρυμμένον και έμειναν εκεί χωρίς να τους ηξεύρη κανένας παρά μόνον οι συγγενείς των και εξήλθον την 22 Μαρτίου, ότε εδόθη το σημείον της επαναστάσεως από τους προύχοντας εις την Καρύταιναν, Καλάβρυτα και εις τα λοιπά μέρη. Είναι δε γελοιωδέστατον να γράφουν τινές ψευδοϊστοριογράφοι ότι ο Παπαφλέσιας υπεξέκαυσε τον κρατήρα της Επαναστάσεως εις την Πελοπόννησον εις τοιούτον τρόπον, ώστε δεν ήτον πλέον δυνατόν να κατευνασθή ή περισταλή και ότι και από το μοναστήρι της Σιδηρόπορτας ακόμη ενεργούσε κ.τ.λ. Όσον και ανόητος υποτεθή τις δεν δύναται να πιστεύση ότι ένας τοιούτος ασήμαντος και αγύρτης παλιοκαλόγηρος περιελθών με φρίκην και τρόμον εν μέρος της Πελοποννήσου αγνώριστος ως ψευδοέξαρχος και συνοδευόμενος από ανθρώπους των προυχόντων, ανταμωθείς εις Καλάβρυτα με μόνον ένα Νικολάκην Σολιώτην, άνθρωπον τρίτης τάξεως, υπηρέτην του Σωτήρη Χαραλάμπη, αν ήτον δυνατόν να κατορθώση ένα τοιούτον κολοσσαίον σκοπόν και να κινήση αυτός ή άλλοι όμοιοι του τους Πελοποννησίους εις τοιαύτην απελπιστικήν επανάστασιν.

Κατά την αυτήν εποχήν, ελθών ο Σπυρίδων Σπηλιωτόπουλος εκ Δημητσάνης (εμπορευόμενος προ χρόνων μετά του αδελφού του Νικολάου εις Ύδραν) εταίροι και οι δύο και ενθουσιασμένοι διά την απελευθέρωσιν της πατρίδος, παρακινημένοι δε και από τους Τομπάζηδες και άλλους διά να κατασκευάσωσι βαρουτόμυλους εις Δημητσάναν να ευρέθη αρκετή βαρούτη διά τον μελετώμενον σκοπόν, ηθέλησε μόνος του να κάμη αυτήν την επιχείρησιν, αλλά νέος ων και μη έχων επιρροήν και τοσαύτας σχέσεις εις την πατρίδα του και επειδή ο τότε προκριτώτερος και δυνατώτερος της πόλεως διά της επιρροής και του πλούτου ήτον ο Αθανάσιος Αντωνόπουλος, αδελφός του Ιωσήφ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, όστις εφονεύθη από τον Σουλτάνον εις Κωνσταντινούπολη μετά του αοιδίμου Πατριάρχου Γρηγορίου, του Δέρκων, Εφέσου και άλλων αρχιερέων, και γαμβρός επ’ αδελφή των Δεληγιανναίων και εταίρος, ωμίλησε με αυτόν εξαιτούμενος την συνδρομήν και προστασίαν του. Αλλ’ αυτός βλέπων το επιχείρημα σοβαρόν και επικίνδυνον, το διεκοίνωσεν εις ημάς τους πέντε αδελφούς, ότι, αν λαμβάνωμεν και ημείς μέρος, λαμβάνει και αυτός.

Ημείς το διεκοινώσαμεν εις τον εν Τριπόλει διαμένοντα αδελφόν μας Θεοδωράκην, ως αναγκαιότατον μεν αλλ’ επικίνδυνον, και αυτός το παρεδέχθη ευχαρίστως και, συνυπακουσθείς μετά του Παπααλέξη μας απήντησεν, ότι να το δεχθώμεν και όσον το συντομώτερον να το βάλωμεν εις ενέργειαν μ’ όσην δυνάμεθα προσοχήν και μυστικότητα. Και ούτως, εσυμφωνήσαμεν και καταθέσας τα ήμισιν έξοδα ο Αθανάσιος ο γαμβρός μας Αντωνόπουλος, τα δ’ άλλα ήμισυν οι Σπηλιωτόπουλοι, το όλον πεντήκοντα ως έγγιστα χιλιάδας γρόσια προκαταβολήν διά την μεταποίησιν των μύλων και διά την αγοράν ύλης και εντός ολίγων ημερών ετελείωσεν η μηχανή και ήρχισε και έβγανεν βαρούτην αρκετήν.

Αλλ’ ένας Δημητσανίτης κακόβουλος, Κώστας Τζιανής λεγόμενος, κινούμενος ένεκα επιτόπιων πόθων κατά του προεστώτου Αντωνοπούλου, υπήγε και το ανήγγειλεν μυστικώς ως προδοσίαν εις τον Δραγομάνον Σταυράκην Ιωβίκην, εχθρόν του χριστιανισμού· αυτός δε ευρών τοιούτον προς αυτόν επιχείρημα επιθυμητόν και αρμοδίαν την περίστασιν διά να καταστρέψη τον Θεοδωράκην και τον Παπααλέξην, προεστώτας γενικούς της Πελοποννήσου, μη συνάδοντας με τους σκοπούς του, επρόδωσεν αμέσως μυστικώς εις τον Καϊμακάμην την υπόθεσιν, ότι οι Δεληγιάννηδες με τον Αντωνόπουλον κατασκευάζουν μπαρούτην εις Δημητσάναν, διά να κάμουν την Επανάστασιν. Τούτο μαθόντες οι ειρημένοι από ένα Τούρκον πιστόν φίλον τους, νομίσαντα αυτόν ότι ήτον συκοφαντία, αμέσως διά τίνος πιστού επίτηδες απεσταλμένου μας ειδοποίησε διά την προδοσίαν και λαβόντες την είδησιν ταύτην, την αυτήν στιγμήν εβάλαμεν τους ανάλογους μαστόρους και εργάτας νυχθημέρως και κατέστρεψαν την μηχανήν της βαρούτης, ώστε δεν εφαίνετο ουδέν σημείον και συγχρόνως τους αντακαταστήσαμεν αλευρομύλους, και ήρχισαν και άλεθον, ως πρότερον.

Ο Καϊμακάμης εδιόρισεν ευθύς ένα εκ των επισημότερων υπαλλήλων του μουμπασίρην και απήλθεν εις Καρύταιναν με διαταγήν αυστηράν και συμπαραλαβών τον βοεβόδαν, τον καδήν και τον πελούκμπασην έφθασαν την τρίτην ημέραν εις την Δημητσάναν δια να κάμουν αυστηράς έρευνας και ανακρίσεις και να αναφέρουν. Είχομεν δε υπάγη προ μιας ημέρας εκεί και εγώ μετά του αδελφού μου Πανάγου (γνωρίζοντος την τουρκικήν διάλεκτον) και προδιεθέσαμεν τα πάντα.

Φθάσαντες δε αυτούς και ανταμωθέντες τους εξηγήθημεν ότι η μήνυσις αύτη είναι ψευδής και ανύπαρκτος και ο μηνυτής την έκαμεν ένεκα επιτόπιων παθών και από πνεύμα φατριασμού και εκδικήσεων, έχων πάθος προς τον προεστόν Αθ. Αντωνόπουλον και Σπ. Σπηλιωτόπουλον, ευρών αρμοδίαν περίστασιν ένεκα των σπερμολογιών των ψευδαποστόλων του Αλήπασια διά να τους αφανίση, και άλλα πολλά τους είπομεν και τους επείσαμεν ότι είναι συκοφαντία. Και τον μεν μηνυτήν ηπείλησαν άπαντες οι πολίται, ότι, αν παρουσιασθή εις τους απεσταλμένους της εξουσίας, έχουν απόφασιν να τον καύσουν μ’ όλην την οικογένειάν του και έγινεν άφαντος. Ο δε Σπηλιωτόπουλος εκρύβη διά τίνα καιρόν.

Επροσκάλεσαν τέλος πάντων όλους τους προκρίτους και οικοκυραίους και τους εξέτασαν και όλοι ανεξαιρέτως ωμολόγησαν, ότι τοιούτου είδους βαρουτόμυλοι δεν υπήρξαν και ότι η ομολογία του μηνυτού ήτον από πάθος, αυτόχρημα συκοφαντία. Ο διοικητής, ο δικαστής, ο μουμπασίρης και ο πολιτάρχης ήτον φίλοι μας και εδικοί μας και είχον απεριόριστον εμπιστοσύνην εις την οικογένειάν μας. Τους ωμιλήσαμεν μυστικως, ότι αυτά είναι ραδιουργίαι του Κιαμίλμπεη και του Σιεχναντζίπ εφένδη και του Δραγομάνου και των λοιπών εχθρών μας επιχείρημα οίτινες προσπαθούσι παντοιοτρόπως και διά τοιούτων συκοφαντιών να μας καταντήσουν υπόπτους εις την εξουσίαν με το να βλέπουν την πίστιν και αφοσίωσίν μας προς αυτήν, διά να μας απομακρύνουν, ώστε να δυνηθούν να μας βλάψουν, και άλλα πολλά· τους υπεσχέθημεν κάμποσα ωφελήματα και ούτως μας έδωκαν τον λόγον της τιμής των, ότι θέλουν ακολουθήση όπως ημείς θέλομεν και τους ομιλήσωμεν. Αυτοί δε ωμίλησαν και του μουμπασίρη μυστικώς, ότι θα ωφεληθή από ημάς αρκετά και θα ευχαριστηθή και τον έπεισαν, και ούτως απήλθομεν εις τους βαρουτομύλους υπέρ τους τριακόσιους Τούρκοι και Χριστιανοί διά να γίνη η αυτοψία.

Έκαμαν μερικάς έρευνας και παρατηρήσεις, αλλ’ ημείς διά παντοίων απαντήσεων τους τας εματαιώναμεν και επί τέλους επείσθησαν ότι δεν υπήρξαν βαρουτόμυλοι και απελθόντες εκείθεν εις την Καρύταιναν, ειδοποιήσαντες ημείς τα πρακτικά μας εις τον Θεοδωράκην και Παπααλέξην διά να γνωρίζουν, έκαμαν και οι Τούρκοι την έκθεσίν τους (ιλάμι) κατά την τότε τάξιν της υπηρεσίας, ότι δεν εύρον ουδέν ίχνος εγκλήματος και ότι όλα ήτον συκοφαντία.

 

Πηγή


  • Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

Η εκπαίδευση των κοριτσιών στο Κρανίδι (1830-1879) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

Τα πρώτα στοιχεία

 

Την πρώτη μαρτυρία για τη λειτουργία σχολείου Θηλέων στο Κρανίδι τη βρίσκουμε στην υπ’αρ. 410/Ιουλίου 1832 αναφορά – έκθεση «Περί των διδακτικών καταστημάτων» του Διοικητικού Τοποτηρητή της περιφέρειας του Κάτω Ναχαγέ (Ερμιονίδας) Λογοθέτη Ζέρβα «Προς την επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματείας».[1] Σ’ αυτή αναφέρει ότι στο Κρανίδι [2] εκτός των άλλων σχολείων λειτουργεί και ένα «ιδιαίτερον» στο οποίο «διδάσκεται παρά τινος γυναικός εκ Κρήτης η αλληλοδιδακτική μέθοδος την οποίαν όμως δεν επίσταται καλώς η διδάσκουσα· δύναται δε να χρησιμεύση ως δάσκαλος των κορασίων μόνον». Ορισμένοι όμως «φιλόκαλοι πολίται», συνεχίζει, στέλνουν τα παιδιά τους σ’ εκείνο το σχολείο «πληρούντες έκαστος εξ ιδίων την διδάσκουσαν κατά μήναν». Σύμφωνα με τα σημειούμενα στην αναφορά το σχολείο αυτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα ιδιωτικό σχολείο. Εντυπωσιάζει ωστόσο η άποψη του Διοικητή πως η διδασκάλισσα με τις ελάχιστες γνώσεις της «περί την αλληλοδιδακτικήν μέθοδον» κρίνεται ικανή να διδάσκει μόνο κορίτσια και όχι αγόρια!

Άλλες πληροφορίες για εκείνο το «Παρθεναγωγείον» δεν διασώθηκαν και δε γνωρίζουμε το έτος της κατάργησής του. Επίσης δεν υπάρχει, μέχρι σήμερα, καμία μαρτυρία αν για τα επόμενα δεκαέξι (16) χρόνια (1832 – 1858) λειτούργησε στην πόλη κάποιο άλλου είδους σχολείο Θηλέων. Αλλά και σε κατάλογο των Δημοτικών Σχολείων της χώρας που δημοσιεύτηκε το 1857, Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου δεν αναφέρεται.[3] Παρ’ όλα αυτά μικρός αριθμός κοριτσιών φοιτούσε στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων από τις αρχές της 10/ετίας του 1840 και για τα επόμενα χρόνια. Έτσι το σχολικό έτος 1840-1841 σε σύνολο εκατόν εβδομήκοντα τεσσάρων (174) μαθητών, εκατόν εξήκοντα οκτώ (168) ήσαν αγόρια και έξι(6) κορίτσια. Δημοδιδάσκαλος του Σχολείου ήταν ο Δημήτριος Μητσόπουλος. Το Κρανίδι είχε τότε τέσσερις χιλιάδες επτακοσίους (4.700) κατοίκους.

 

Η σύσταση και η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Κρανιδίου (1858 -1879)[4]

 

Όπως έχουμε ξαναγράψει το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων (Κορασίων) ή Παρθεναγωγείο συστάθηκε και λειτούργησε το σχολικό έτος 1858-1859. Η πρώτη δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου ήταν η Χαρ. Β. Βασιλοπούλου απόφοιτη της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας (Αρσάκειο) και με μισθό εξήντα (60) δραχμές τον μήνα. Σύμφωνα με τον Γενικό Έλεγχο (των ενιαυσίων εξετάσεων του Σχολείου) που έγιναν στις 15 και 16 Ιουλίου 1859, στο Σχολείο φοίτησαν εκατόν ογδόντα μία (181) μαθήτριες ως εξής:

  • Α΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δεκαεννέα (19)
  • Β΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος είκοσι έξι (26)
  • Αλληλοδιδακτικό Τμήμα εκατόν τριάκοντα έξι (136)

Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Ιωάννης Ρομπότης ιερέας, Δημήτριος Τσαμαδός, ενώ του τρίτου μέλους το όνομα είναι δυσανάγνωστο.

Το επόμενο σχολικό έτος 1859-1860 δημοδιδασκάλισσα παρέμεινε η ίδια, ενώ σύμφωνα με τον Γενικό Έλεγχο «Κατάλογο των ενιαυσίων εξετάσεων» που έγιναν στις 24 και 25 Ιουλίου 1860 στο Σχολείο φοίτησαν εκατόν εβδομήκοντα επτά (177) μαθήτριες ως εξής:

  • Α΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δεκαπέντε (15)
  • Β΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος τριάκοντα επτά (37)
  • Αλληλοδιδακτικό Τμήμα εκατόν είκοσι πέντε (125)

Το σχολικό έτος 1860-1861 δημοδιδασκάλισσα παρέμεινε η Χαρ. Β. Βασιλοπούλου ενώ το σύνολο των μαθητριών ήταν κατά τι λιγότερο. Σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο του Σχολείου την πρώτη τριμηνία ενεγράφησαν στο Σχολείο τον Ιανουάριο εκατόν σαράντα (140) μαθήτριες, τον Φεβρουάριο εκατόν σαράντα μία (141) και τον Μάρτιο εκατόν τριάντα δυο (132), ενώ την δεύτερη τριμηνία, τον Απρίλιο εκατόν είκοσι (120), τον Μάιο εκατόν είκοσι έξι (126) και τον Ιούνιο εκατόν ογδόντα (180).

Το σχολικό έτος 1861-1862 δημοδιδασκάλισσα παρέμεινε για έναν ακόμη χρόνο η Χαρ. Β. Βασιλοπούλου. Στο Σχολείο κατά το Β΄ τρίμηνο ενεγράφησαν τον Απρίλιο εκατόν τριάντα τρεις (133) μαθήτριες, τον Μάιο εκατόν εβδομήντα πέντε (175) και τον Ιούνιο εκατόν εβδομήντα έξι (176). Είναι φανερή η αύξηση των εγγραφών τους δυο τελευταίους μήνες.

Το σχολικό έτος 1862-1863 δημοδιδασκάλισσα του σχολείου ήταν η Αγγελική Α. Κοκκίνου της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Στο Σχολείο φοίτησαν εκατόν εξήντα (160) μαθήτριες ενώ λειτούργησε και τρίτη κλάση συνδιδακτικού τμήματος.

  • Α΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δεκαπέντε(15)
  • Β΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος είκοσι (20)
  • Γ΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δεκαοκτώ (18)
  • Αλληλοδιδακτικό Τμήμα εκατόν επτά (107)

Οι ετήσιες εξετάσεις του έτους έγιναν στις 25 Ιουλίου 1863, όπως ο σχετικός κατάλογος αναφέρει. Ο μισθός της δημοδιδασκάλισσας ήταν εξήντα (60) δραχμές τον μήνα.

Το επόμενο σχολικό έτος 1864-1865 δημοδιδασκάλισσα είναι η ίδια. Σύμφωνα με τον Γενικό Έλεγχο «των ενιαυσίων εξετάσεων» που έγιναν στις 17 Ιουλίου 1865, στο Σχολείο φοίτησαν εκατόν είκοσι οκτώ (128) μαθήτριες, αρκετά λιγότερες από τα προηγούμενα χρόνια, κυρίως στο

Αλληλοδιδακτικό τμήμα.

  • Α΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δεκαπέντε (15)
  • Β΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δώδεκα (12)
  • Γ΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος είκοσι (20)
  • Αλληλοδιδακτικό Τμήμα ογδόντα μία (81)

Είναι φανερή η απροθυμία των γονέων να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν ο Ιωάννης Λοτής, ιερέας και ο Αρ. Ζέρβας. Στην έκθεση της επιτροπής, η οποία στάλθηκε μέσω του Επάρχου στο Υπουργείο Παιδείας, καταγράφονται μεταξύ άλλων η επίδοση της διδασκάλισσας αλλά και οι ανάγκες του σχολείου.

Στοιχεία για τη λειτουργία του Σχολείου τη διετία 1866 – 1868 δεν βρέθηκαν. Το σχολικό έτος 1868 – 1869 δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου ήταν η Μαριγώ Γ. Βάσσου, απόφοιτη «του εν Αθήναις Παρθεναγωγείου. Ο μηνιαίος μισθός της ήταν εξήντα (60) δραχμές. Οι εγγραφές των μαθητριών σύμφωνα με το τριμηνιαίο δελτίο ήσαν ως εξής: Απρίλιος διακόσιες τριάντα οκτώ (238), Μάιος διακόσιες δέκα οκτώ (218), Ιούνιος διακόσιες τριάντα (230).

Το επόμενο σχολικό έτος 1869 – 1870 δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου ήταν η Χρυσή Ιωάννου. Στις 10 Οκτωβρίου 1870 διορίζεται στο Σχολείο για το έτος 1870 – 1871 η δημοδιδασκάλισσα Α(ν)δριανή Γερακιώτου με μηνιαίο μισθό ογδόντα (80) δραχμών. Η Χρυσή Ιωάννου μετατέθηκε στο Επαρχιακό Δημοτικό Σχολείο Κορασίων Λεωνιδίου με μηνιαίο μισθό εκατό (100) δραχμών και απολύεται η δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου Βασιλική Κατσαούνη. Το σχετικό έγγραφο που περιείχε και τις τρεις υπηρεσιακές μεταβολές (διορισμός, μετάθεση, απόλυση) έγραφε για τη Βασιλική Κατσαούνη· «επιφυλασσόμενοι να σε επαναφέρομεν προσεχώς εις αυτήν (υπηρεσία) τοποθετούντες σε καταλλήλως». Όλα τα παραπάνω έγιναν «αυθημερόν».

Σύμφωνα με το τριμηνιαίο δελτίο στο Σχολείο κατά την Δ΄ τριμηνία ενεγράφησαν τον Οκτώβριο εκατόν σαράντα μία (141) μαθήτριες, τον Νοέμβριο εκατόν πενήντα έξι (156) και τον Δεκέμβριο εκατόν εβδομήντα τέσσερις (174).

Το σχολικό έτος 1876-1877 δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου είναι η Αδριανή Δέδε ενώ στο σχολείο φοιτούν διακόσιες (200) μαθήτριες. Σύμφωνα με τον κατάλογο των ετήσιων εξετάσεων που έγιναν στις 4 και 5 Αυγούστου 1877 εξετάσθηκαν εκατόν ογδόντα (180), απολύθηκαν εννέα (9) και αρίστευσαν ογδόντα (80) μαθήτριες. Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι Λουκάς Ρομπότης ιερέας, Ράλλης Πάππας, Αριστείδης Ζέρβας και Αντώνιος Σακελλαρίου.

Το μεθεπόμενο και τελευταίο σχολικό έτος 1878-1879 δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου ήταν και πάλι η Αδριανή Δέδε. Στο Σχολείο φοίτησαν διακόσιες πενήντα (250) μαθήτριες. Σύμφωνα με τον κατάλογο «των ενιαυσίων εξετάσεων» που έγιναν στις 29 και 30 Ιουλίου 1879 εξετάσθηκαν διακόσιες δέκα μαθήτριες(210), απολύθηκαν τέσσερις (4) και αρίστευσαν ογδόντα πέντε (85). Την 5/μελή εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: ; Βασιλείου, Σπ. Γεωργόπουλος, ; Καλομπούρης, ιερέας, Δημ. Φασιλής και υπογραφή δυσανάγνωστη.

 

Υποσημείωσεις


 

[1] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ.51, Σχολικά, αρ. 21033.

[2] Το Κρανίδι είχε τότε οκτακόσιες εξήκοντα τρεις (863) οικογένειες και τέσσερις χιλιάδες οκτακόσιες δεκατρείς (4.813) κατοίκους.

[3] Γ.Α.Κ. Συλλογή Βλαχογιάννη, καταλ. Δ΄, κυτ.55.

[4] Γ.ΑΚ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Φακ.345, 1855 – 1886.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »